Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αταξινομητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αταξινομητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Απριλίου 13, 2025

Επιστροφή στο Χάος, Χρήστος Μαλεβίτσης

      Ο φιλόσοφος, δοκιμιογράφος και μεταφραστής Χρήστος Μαλεβίτσης (στο μπλογκ υπάρχει και η ανάρτηση για τους Αγραυλούντες) είχε ως άνθρωπος και στοχαστής ασχοληθεί εμβριθώς με την Τέχνη, και τη σημασία της στην πνευματική εξέλιξη του ανθρώπου, είτε ατομικά ως προσώπου, είτε συλλογικά -της ανθρωπότητας στο σύνολό της. Η επαφή του με την 7η τέχνη, ιδιαίτερα, ήταν βαθιά και συστηματική, καθώς και ο ίδιος αγαπούσε πολύ τον κινηματογράφο, και ως θεατής και ως ερασιτέχνης εικονολήπτης, και η θεώρησή του ήταν πάντα υπό το πρίσμα της πνευματικότητας.
     Σ’ αυτό το σύντομο δοκίμιο λοιπόν, ο Μαλεβίτσης προσεγγίζει την ταινία «Χάος» των αδελφών Ταβιάνι, των «δαιμόνιων κινηματογραφιστών» -όπως ο ίδιος τους αποκαλεί-, με τα «εργαλεία» της φιλοσοφικής του κοσμοθεωρίας, που βλέπει τον κόσμο αρχετυπικά ή, καλύτερα, εσχατολογικά. Όπως άλλωστε τεκμηριώνει στις λιγοστές αυτές σελίδες, θεωρεί ότι πρόκειται για εξόχως πνευματικό έργο, που ξεφεύγει από τις προθέσεις του δραματουργού και μυθιστοριογράφου Πιραντέλο, σε τέσσερις ιστορίες του οποίου βασίζεται το σπονδυλωτό κινηματογραφικό έργο των Ταβιάνι. Μέσα στην ταινία, όπως λέει ο ίδιος ο Μαλεβίτσης, «τα πάντα λειτουργούν παραδειγματικά», «αφετηριάζονται μέσα από έναν συμβολισμό θεμελιωμένο στη μυθολογία των μεσογειακών λαών». Έτσι, μας δείχνει, μέσα από τις εικόνες και την πλοκή του έργου, σχεδόν σε ομόκεντρους κύκλους ξεκινώντας από το κέντρο (που είναι το χάος και ο κόσμος), την ουσία αυτού που λέμε «ζωή εν τω κόσμω τούτω».
     Το χάος κι ο κόσμος· τα στοιχεία της φύσης (βουνό, φεγγάρι, νερό) στην αρχετυπική τους διάσταση κι ο ανθρώπινος πολιτισμός· ο άνθρωπος -ο άνδρας κι η γυναίκα (ή αλλιώς το αρσενικό και το θηλυκό), το πατριαρχικό στοιχείο και το μητρικό στοιχείο· το ηθικό καλό και το ηθικό -ή φυσικό- κακό, η αθωότητα και η παγίδευση, η κοσμική μοναξιά και το πλήθος/κοινωνία, η ερημία/ξενότης και η αλληλεγγύη/το οικείο, η ζωή και ο θάνατος· ο χρόνος και το άχρονο («ο μη ιστορικός χρόνος»), ο θάνατος και η υπέρβασή του, τέλος το ωκεάνειο αίσθημα της οντολογικής διαύγασης. Αυτές είναι μερικές από τις «φιλοσοφικές κατηγορίες» που διέκρινε ο Μαλεβίτσης μέσα στο έργο να συμπλέκονται και να συνδιαλέγονται με το ανθρώπινο πεπρωμένο.
     KAOS
     Ξεκινώντας από τον τίτλο, η λέξη «Κάος» σε πρώτο επίπεδο αναφέρεται στο μικρό χωριό της Σικελίας όπου διαδραματίζονται τα επεισόδια (γενέτειρα του Πιραντέλο). Ωστόσο, ο Μαλεβίτσης τοποθετεί στη λέξη αυτήν τον πυρήνα τόσο της ανθρωπολογικής του θεώρησης (της ιστορικής διαδρομής του ανθρώπου μέσα στον χρόνο) όσο και της πνευματικής. Κάος είναι βέβαια το χωριό, αλλά και «χάος» ξέρουμε όλοι ότι είναι η έλλειψη τάξης, το αντίθετο του «κόσμος», που αρχικά σήμαινε τάξη, στολίδι. Υπάρχει βέβαια και το φυσικό χάος, αλλά ο Μαλεβίτσης στέκεται στο πνευματικό χάος, που αφορά την πνευματική πορεία της ανθρωπότητας μέσα στον ιστορικό χρόνο: οι πολιτισμοί γεννιούνται, φτάνουν στην κορύφωσή τους και πεθαίνουν καθώς καταρρέουν επιστρέφοντας στην αταξία, στην κατάρρευση των αξιών. Είναι η χρονική περίοδος όπου οι συνεκτικοί δεσμοί που δρουν ως ενοποιητική δύναμη, όπως κατ’ εξοχήν κάνουν οι θρησκείες (αυτές έχουν ιεραρχήσει τις οντολογικές δυνάμεις και τις έχουν τάξει κάτω από την υψηλή αρχή του Ιερού, που είναι ο Θεός) επιτρέπουν την ανάπτυξη των πολιτισμών, αλλά αφού μεσουρανήσουν, ακολουθεί περίοδος φθοράς και παρακμής που οδηγεί στο χάος. Είναι πάγια θεωρία του φιλοσόφου ότι πρόκειται για την «αιώνια ανακύκληση των πολιτισμών που το άνυσμά τους ξεκινά από την αδιάψευστη ελπίδα και καταλήγει στην διαψευσμένη ελπίδα».
     «Επιστροφή στο Χάος» τιτλοφορεί ο ίδιος ο συγγραφέας το δοκίμιό του, υπονοώντας ότι ο ουσιαστικός άξονας της ταινίας καταδεικνύει ότι βρισκόμαστε στην καθοδική πορεία, στην καμπή της ιστορίας που οδηγεί στο «μηδέν», στο ναδίρ του πολιτισμού μας. Ήδη ο τίτλος και η πρώτη σκηνή μάς εισάγουν σ’ αυτήν την δυσοίωνη οπτική. Γιατί, το αρσενικό κοράκι που κλωσάει αυγά στην αρχή της ταινίας είναι δείκτης της ανατροπής της «φυσιολογικής» τάξης των πραγμάτων, και λειτουργεί ως αμφίσημος «οιωνός»[1] καθώς το βλέπουμε να πετάει στο γυμνό και απόκρημνο τοπίο της σικελικής ενδοχώρας, συνδέοντας τη μία ιστορία μετά την άλλη.
     Ο χώρος
     Το απόκρημνο, γυμνό αλλά διάχυτο από σκληρό φως τοπίο που διανύει το κοράκι το διαδέχονται έρημες πολιτείες, σιωπηλοί ναοί, ερείπια κι απομεινάρια μιας πάλαι ποτέ ακμάζουσας κοινωνικής ζωής. Στις τέσσερις ιστορίες-διηγήματα του Πιραντέλο (θα εξαιρέσουμε δηλαδή τον επίλογο που ήταν επινόηση των αδερφών Ταβιάνι) κυριαρχεί το μεσογειακό φως της ξερολιθιάς, της πέτρας, των αναιμικών δέντρων στο ύψος των ανθρώπων, των μεγάλων πλατειών. Τα σπίτια όπου διαδραματίζονται τα επεισόδια είναι κατά κανόνα μακριά από το αστικό κέντρο, ενώ καθοριστικό ρόλο στην τρίτη ιστορία («το πιθάρι») παίζει η κεντρική πλατεία του χωριού που είναι το απομεινάρι της «αγοράς», εκεί όπου γίνονται οι εμπορικές συναλλαγές. Οι εκκλησίες και το μοναστήρι της πρώτης ιστορίας είναι σιωπηλά, αμέτοχα στο «δράμα των ανθρώπων» («Όλα τα επεισόδια του έργου που μελετούμε συμβαίνουν εκτός των πόλεων. Το σπίτι της Μαρίας Γκράτσια, της μητέρας του πρώτου επεισοδίου, είναι στην ερημιά. Το ίδιο και το σπίτιτης Σιντόρας. Το ίδιο και το υποστατικό του Ντον Λολό. Οι Μαργαριτάνοι είναι ορεσίβιοι, όπως και οι βοσκοί του προλόγου. Οι πόλεις είναι έρημες από κατοίκους. Εκεί ζει ο Βαρώνος, οι χωροφύλακες, ο Νομάρχης, ο δικηγόρος του Ντον Λολό και εκεί είναι σωπασμένες οι εκκλησίες. Τούτη είναι η περιγραφή του «χάους», στο οποίο περιέπεσε ο πολιτισμός., ο οποίος έχασε την κεντρομόλο του δύναμη, την πόλη, το χαμένο κέντρο του νοήματος»).
     Το τοπίο είναι γυμνό και άνυδρο, αλλά είναι καθοριστική η παρουσία και η σαγηνευτική δύναμη του φεγγαριού στην ψυχή των ανθρώπων, στα δύο επεισόδια από τα τέσσερα όπως παρατηρεί εύστοχα ο φιλόσοφος («Είναι η αρχέγονη πίστη, ιδίως των μεσογειακών λαών, ότι αυτό ορίζει την κοσμική μοίρα των ανθρώπων»). Στο επεισόδιο «Ο φεγγαροχτυπημένος», ο κεντρικός ήρωας είναι ένας καλός, φιλήσυχος άνθρωπος που κάθε πανσέληνο χάνοντας την επαφή με τον εαυτό του κυριεύεται από μανία ζωική, αλλά και στο επεισόδιο «Το πιθάρι», η παρουσία του φεγγαριού διεγείρει στους παρευρισκόμενους δυνάμεις απελευθερωτικές που οδηγούν στο διονυσιακό γλέντι (από το βάθος της ύπαρξής τους αναβλύζει αβίαστη η διονυσιακή μέθη).
     Κοινωνία
     Ο Μαλεβίτσης, παρόλο που εστιάζει κυρίως στο φιλοσοφικό νόημα των δρώμενων, δεν αγνοεί την κοινωνική διάσταση, την κοινωνική διαστρωμάτωση και τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής που διαμορφώνουν τις σχέσεις εξουσίας και την ανθρώπινη κοινωνία. Παραδείγματος χάρη, τονίζει ιδιαίτερα την ταξική διαστρωμάτωση στο επεισόδιο «Το πιθάρι»: ο μεγαλοκτηματίας Ντον Λολό, παραγγέλνει ένα τεράστιο πιθάρι για λάδι, διαπράττοντας ένα είδος ύβρεως, κι έρχεται σε αντιπαράθεση με τους εργάτες που είναι στη δούλεψή του. Ωστόσο, αυτή η διαστρωμάτωση αφορά την ίδια την κοινωνία. Αντίθετα, η ταξική διαφορά στο «Ρέκβιεμ» εντοπίζεται σε δύο διαφορετικές κοινωνικές ομάδες: ομάδα ορεσίβιων εισβάλλει στην κοινωνία των γεωργών, κάτι που έχει πολλές φορές συμβεί στην ιστορία, όπως ο φιλόσοφος έχει υπογραμμίσει στις ανθρωπολογικές του μελέτες για την γένεση των πολιτισμών («Το θέμα έχει μια εσκεμμένη παραλληλία με την εισβολή των βρβάρων πιμένων στις περιοχές των πολιτισμένων γεωργών, που συνέβη πολλές φορές στην ιστορία, και σήμαινε τη λήξη του παλαιού πολιτισμού και την έναρξη ενός άλλου, ζωτικού και ακμαίου»).
     Ο συγγραφέας όμως θα τονίσει ότι οι φορείς της εξουσίας στα δύο διηγήματα (ο Ντον Λολό και ο βαρώνος αντίστοιχα) δεν φέρουν «το κακό», αλλά είναι «φορείς μιας ιστορικής τάξεως, μιας οργάνωσης των κοινωνικών πραγμάτων στην οποία ο καθένας παίζει τον ρόλο του». Πρόκειται για προκαθορισμένους ρόλους, την κοινώς αποδεκτή τάξη πραγμάτων, που μπορεί να περικλείει ανισότητες, αλλά φέρει ένα είδος ισορροπίας στον εκάστοτε, αναπτυσσόμενο πολιτισμό.
     Αυτά λοιπόν όλα αφορούν την κοινωνία αλλά όπως ο ίδιος ο Μαλεβίτσης λέει, «ό, τι συμβαίνει μέσα στην κοινωνία δεν εξαντλείται κοινωνιολογικά». Βλέπουμε λοιπόν το κοινωνιολογικό/ανθρωπολογικό επίπεδο, αλλά πιο βαθιά ακόμα μπορούμε να δούμε το φιλοσοφικό, το υπαρξιακό.
     Η δύναμη του κακού
     Το «κακό» ως φιλοσοφική έννοια όχι μόνο υπάρχει οντολογικά, αλλά σύμφωνα με τον Μαλεβίτση διατρέχει όλο το έργο, ως ηθική δύναμη που πηγάζει από τον άνθρωπο, αλλά και ως φυσική δύναμη, που πηγάζει δηλαδή από την φύση και που απειλεί την ανθρώπινη ζωή. Ήδη στους υπότιτλους που ο ίδιος χρησιμοποιεί στο δοκίμιό του διακρίνουμε τον άξονα που καθορίζει τη σειρά των επεισοδίων και όλη την ταινία με βάση την έννοια του Κακού:
    Η γενεαλογία του καλού-κακού: στο πρώτο επεισόδιο («Ο άλλος γιος»)
     Α.ΤΟ ΚΑΚΟ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ -η συνύπαρξη καλού-κακού: στο δεύτερο επεισόδιο («Ο φεγγαροχτυπημένος»)
     Β.ΤΟ ΚΑΚΟ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ -η λύση του Διονύσου δια της χαράς: στο τρίτο επεισόδιο («Το πιθάρι»)
                                                               -η λύση του Χριστού δια του θανάτου: στο τέταρτο επεισόδιο («Ρέκβιεμ»)
     Δεν είναι σκόπιμο φυσικά να αναφερθούμε με λεπτομέρειες στο πώς τεκμηριώνει ο Μαλεβίτσης αυτήν την οπτική του. Αυτό όμως που διαφαίνεται και μόνο από τους υπότιτλους που ο φιλόσοφος έχει προσθέσει στην προσέγγισή του, δείχνει ξεκάθαρα πως στην πρώτη π.χ. ιστορία συμπλέκεται το απόλυτο ηθικό κακό (βλ. εικόνα συμμορίας να παίζει αμάδες με το κομμένο κεφάλι του άντρα της πρωταγωνίστριας) με το καλό («διαφαίνεται σε αφηρημένο πλέον επίπεδο η διαλεκτική καλού-κακού»). Είναι η ιστορική στιγμή της κάμψης του πολιτισμού, όπου όλα τα κακοποιά στοιχεία εξαπολύθηκαν σκορπώντας το χάος, απ’ όπου όμως γεννιούνται σπόροι καλοσύνης και αγιότητας. Ωστόσο όταν το κακό γίνεται «οντολογικώς ισότιμον του καλού», σπάει η νοηματική ενότητα και δίνει τη θέση της στο χάος.
     Στο επεισόδιο «Ο φεγγαροχτυπημένος», όπως μαρτυρά και η λέξη, η προέλευση του κακού είναι φυσική (παγίδευση της αθώας υπάρξεως) από την δαιμονική ισχύ του φεγγαριού, αλλά στο ίδιο επεισόδιο βλέπουμε και την ακατάσχετη ερωτική ορμή της γυναίκας του, που εκπροσωπεί τη «μανική ορμή της βιολογικής ζωής» (και αν δεν υπάρχει βιολογική ζωή, δεν υπάρχει και πνευματική).
     Είναι εξίσου εύγλωττοι και οι υπόλοιποι υπότιτλοι: Η λύση στο «ιστορικό κακό» δίνεται στο μεν «Πιθάρι» μέσα από το διονυσιακό γλέντι που άναψε μέσα στην πλατεία με προεξάρχοντα τον δαιμόνιο Μπάρμπα-Ντίμα («φορέα κάποιων μυστηριακών δυνάμεων»), στο δε «Ρέκβιεμ» από τους ορεσίβιους ποιμένες που αναζητούν νεκροταφείο για να θάψουν, πρώτα το μικρό παιδί, και τέλος τον ετοιμοθάνατο γέροντα. Είναι αυτοί που θα χτίσουν τη νέα Εκκλησία στα απομεινάρια του παλαιού πολιτισμού, υπερβαίνοντας έτσι το πνευματικό/μεταφυσικό σκάνδαλο του θανάτου. Πρόκειται, κατά τον Μαλεβίτση για μια υπόμνηση της «ανακύκλησης» των πολιτισμών, για την οποία μιλήσαμε και προηγουμένως.
     Το θηλυκό στοιχείο
     Δεν είναι έντονη η παρουσία των γυναικών στην ταινία. Ο πολιτισμός που καταρρέει, άλλωστε, είναι πατριαρχικός. Βέβαια, στο πρώτο επεισόδιο («Ο άλλος γιος») πρωταγωνίστρια είναι η μισότρελη μάνα, τραγικό θύμα της πατριαρχίας (του πολέμου, της εκδίκησης, του βιασμού, της ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης). Στον «τόπο της συμφοράς», ακόμα και η ιερή αξία της μητρότητας είναι πληγωμένη, παραβιασμένη: δεν θέλει η ίδια η μάνα να αντικρίσει καν στα μάτια το παιδί της (δεν δέχεται να συμμετάσχει στην ανόσια συνεργασία του καλού και του κακού στον κόσμο τούτο).
     Στον αντίποδα, η «θηλυκιά επιπολαιότητα» της γυναίκας του φεγγαροχτυπημένου, της Σιντόρα, που παρόλη τη συμφορά που βρήκε τον γάμο της, μεριμνά για την βιολογική αναπαραγωγή ενδίδοντας στην ερωτική έλξη προς τον παλιό της φίλο (και μάλιστα με τη συγκατάθεση της μάνας της!), εκπροσωπεί το στοιχείο το ερωτικό, αντίρροπο όπως γνωρίζουμε στο ένστικτο του θανάτου, που, όπως λέει ο φιλόσοφος «στην ακατάβλητη εμμονή του, δεν περιχωρείται από τίποτα που θα το αναχαίτιζε».
     Τέλος, στον Επίλογο του έργου των Ταβιάνι, που όπως είπαμε μεταβαίνουμε στο «άχρονο», η μητέρα, ακόμα και ως νεκρή, είναι αυτή στην οποία θα ανατρέξει ο γιος, που επιστρέφει στην πατρική γη αναζητώντας απαντήσεις σχετικά με το σκάνδαλο του θανάτου.
     Ο θάνατος, το μεγαλύτερο σκάνδαλο της ζωής
Ο κατά φύσιν άνθρωπος
βλέπει τον θάνατο ως μεταφυσικό χάσμα καταμεσίς της φύσεως
     Η λέξη «σκάνδαλο» (που σημαίνει αναστάτωση, ανατροπή αυτού που είναι αποδεκτό, πρόκληση της πίστης και της λογικής) είναι από τις αγαπημένες του φιλοσόφου, μιας και εκφράζει την δοκιμασία του πνεύματος μπροστά στο ανήκουστο, και τον εξαναγκασμό του να ισορροπήσει σε οριακές καταστάσεις. Άλλωστε είναι λέξη της Καινής διαθήκης, και αρχικά σήμαινε παγίδα. Παγιδεύεται λοιπόν ο φεγγαροχτυπημένος μέσα σε μια μοίρα γραμμένη από την παιδική του ηλικία (αυτή η παγίδευση της αθώας υπάρξεως συνιστά μέγα σκάνδαλο για τη συνείδηση που εμμένει στην ενοποιητική αρχή, διότι την αναιρεί). Αλλά και οι γυναίκες στο ίδιο επεισόδιο παγιδεύονται από την ανάγκη της βιολογικής αναπαραγωγής, η δε Σιντόρα από το ερωτικό στοιχείο.
     Ωστόσο, το μέγα σκάνδαλο του πνεύματος παραμένει για όλους τους ανθρώπους και για όλα τα πλάσματα της γης, ο θάνατος (ο θάνατος δεν είναι φυσικό γεγονός αλλά πνευματικό). Είναι το κεντρικό θέμα στο τελευταίο επεισόδιο («Ρέκβιεμ» =νεκρώσιμη ακολουθία), όπως υπαγορεύει και ο τίτλος. Είναι σκάνδαλο να μην ταφεί το μικρό παιδί αλλά και ο ετοιμοθάνατος υπέργηρος ιδρυτής του οικισμού των βοσκών, ο οποίος μετέρχεται όλα τα μέσα για να μπορέσει να θαφτεί στο κοινό νεκροταφείο της Εκκλησίας με ξύλινο σταυρό και καμπάνα (υπενθυμίζουμε ότι σ’ αυτό το επεισόδιο οι μόνιμοι κάτοικοι της πολιτείας, με αρχηγό τον Βαρώνο, διώχνουν τους ορεσίβιους, απαγορεύοντάς τους να θάψουν τους νεκρούς τους στο νεκροταφείο). Με την απίστευτη τελική αυτή σκηνή της παράδοξης ταφής, αναδεικνύεται η σημασία του Προσώπου (άλλη φιλοσοφική έννοια με μεγάλη βαρύτητα), τη μοναδικότητα του οποίου, κατά τον Μαλεβίτση, εξασφαλίζει η θρησκευτική τελετή.
     ΕΠΙΛΟΓΟΣ
     Και φτάνουμε στο πέμπτο μέρος του σπονδυλωτού αυτού έργου, στον επονομαζόμενο Επίλογο, ο οποίος όπως είπαμε είναι μυθοπλασία των αδερφών Ταβιάνι, δεν βασίζεται δηλαδή σε έργο του Πιραντέλο. Ωστόσο, πρωταγωνιστής είναι ο ίδιος ο Πιραντέλο, τον οποίο οι κινηματογραφιστές παρουσιάζουν να επιστρέφει, ως σύγχρονος Οδυσσέας, στη γενέτειρά του μετά από πολλά χρόνια απουσίας.
     Η επιστροφή στην πατρίδα έχει νόημα πνευματικό («η νοσταλγία της πατρίδας γίνεται τόσο βασανιστικότερα περιπαθής όσο περισσότερο οξύνεται η σχέση ανάμεσα στο οικείο και στο ανοίκειο»), και το πνεύμα, έχε πει αλλού ο φιλόσοφος, είναι «άχρονο». Είναι φανερό για τον θεατή αλλά και τον αναγνώστη ότι περνάμε σε άλλο υπαρξιακό επίπεδο, κι όπως αναφέρθηκε και στην αρχή του δοκιμίου, περνάμε «εκτός του ιστορικού χρόνου», «στο ανιστορικό τοπίο της αφθαρσίας». Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι ο Λουίτζι φτάνει κοιμισμένος με το τρένο στο σταθμό του χωριού του, ξυπνάει όπως κι ο Οδυσσέας από βαθύ ύπνο μονολογώντας ότι έφτασε εκεί επειδή «κάποιος τον είχε καλέσει» (είναι η κλήση του Όντος προς τον άνθρωπο, για την οποία μιλάει ο Χάιντεγκερ).
     Το στοιχείο της αναγνώρισης στη σκηνή με τον αγωγιάτη είναι συγκλονιστικό, καθώς αναδεικνύει το «Πρόσωπο», για το οποίο έχει τόσο πολύ μιλήσει ο φιλόσοφος. Δεν είναι μόνο το αναμενόμενο, ότι ο αγωγιάτης αναγνωρίζει τον δημοφιλή πια συγχωριανό του που έγινε σπουδαίος και τρανός, αλλά και ο ίδιος ο αγωγιάτης, που δεν είναι άλλος από τον εραστή της Σιντόρα που είδαμε στο δεύτερο επεισόδιο, αναγνωρίζεται από τον Πιραντέλο, που μετά από αμήχανη αντίδραση ευγένειας, θυμάται το όνομά του: Σάρο. Τον έχουμε δηλαδή γνωρίσει κι εμείς ως πρόσωπο, δηλαδή προσωπικότητα, όταν τον είδαμε να συμπεριφέρεται με συμπόνια στον φεγγαροχτυπημένο. Για τον Μαλεβίτση, αυτή η ασήμαντη σκηνή είναι υψίστης σημασίας γιατί  έχει σημασία η ανθρώπινη ύπαρξη και η ανάδειξή της ως προσώπου, δηλαδή ως μιας μοναδικής κι αναντικατάστατης προσωπικότητας (το πρόσωπο ως ανυπόθετη παρουσία, πέρα απ’ τους όρους του, δηλαδή ως «μόνιμη προσωπικότητα»), όχι ως ατόμου. Το «πνεύμα», μας λέει, σχετίζεται με το πρόσωπο γιατί ανάγεται στο ειδικό, αφορά τη μοίρα του π ρ ο σ ώ π ο υ έναντι του ανυπόθετου.
     Ο Σάρο οδηγεί τον θεατρικό συγγραφέα στο πατρικό του σπίτι, που είναι μεν σιωπηλό αλλά σε αντίθεση με το άνυδρο τοπίο όλης της ταινίας είναι γεμάτο ακμαία λουλούδια και δέντρα, γεμάτο χρώματα, ενώ το ζωογόνο στοιχείο του νερού έχει κι αυτό τη συμβολική του σημασία. Μια σκιά τον περιμένει στο σαλόνι, καθιστή και γελαστή, είναι το όραμα της νεκρής πια μητέρας (-Μα βέβαια μάνα! Εσύ είσαι αυτή που με κάλεσε). Ωστόσο ο Μαλεβίτσης εμβαθύνει λέγοντας ότι εντέλει αυτό που κάλεσε τον Λουίζι δεν ήτανε ούτε η μητέρα, αλλά το τραγούδι της αιωνιότητας, η στιγμή της ακραίας φανερώσεως.
     Δεν θα παραθέσω εδώ όλον τον σπαραχτικό διάλογο, αλλά μόνο την τελευταία στιχομυθία, που μας εισάγει στη συντριβή του οδυνόμενου προσώπου απέναντι στον αφανισμό, όχι μόνο του Άλλου Προσώπου, αλλά και του εαυτού του:
     -Μα εγώ γι’ άλλο κλαίω μάνα. Κλαίω γιατί δεν μπορείς εσύ πια να με σκέφτεσαι. Σαν ήσουν καθισμένη εδώ, σ’ αυτή τη γωνία, έλεγα: Αν εκείνη με σκέφτεται, είμαι ζωντανός γι’ αυτήν. Κι αυτό με τόνωνε, με ανακούφιζε. Τώρα που έχεις πεθάνει, δε με σκέφτεσαι πια. Εγώ δεν υπάρχω για σένα, κι ούτε θα υπάρχω ποτέ πια.
     Ίσως όμως, όλη αυτή η επιστροφή στα πάτρια, αυτή η παράδοξη «Νέκυια», ήταν για να ακούσει τα παρακάτω λόγια:
     - Δεν μπορώ να παρακολουθήσω τα λόγια σου. Έχουν γίνει πολύ δύσκολα για μένα. Ωστόσο, μπορώ να σου πω ένα πράγμα μόνο. Να βλέπεις και με τα μάτια όσων δεν βλέπουν. Θα νιώθεις πόνο, βέβαια, μα αυτός ο πόνος είναι ιερός, κάνει τη ζωή πιο όμορφη.
     Ίσως σε κάλεσα για να σου πω αυτό...

     Ταξιδεύεις στον χρόνο αλλά και στην αιωνιότητα
     Η σκηνή που ακολουθεί είναι και η τελευταία σκηνή όλου του έργου. Μια σκηνή καθηλωτική, γεμάτη λυτρωτικό φως, παιχνίδι και κίνηση, ένα «προείκασμα αιωνιότητας» όπως θα έλεγε ο Μαλεβίτσης. Συγκεκριμένα λέει ότι «υπερβαίνεται το επίπεδο του διαλόγου και περνάμε στον χώρο της αποκαλύψεως». Με κύριο άξονα την αφήγηση της μητέρας, ενός ταξιδιού που έκανε όταν εκείνη ήταν παιδί, ο θεατής βυθίζεται σε μια εκπληκτική εικόνα: καΐκι με κόκκινα πανιά, ανοιχτή θάλασσα (το αρχέγονο στοιχείο του όντος, το πριν από τη διαφοροποίηση), η οικογένεια ταξιδεύει να βρει τον εξόριστο Πατέρα και σταθμεύουν προσωρινά στο νησί της Ελαφρόπετρας. Ο ήλιος είναι εκτυφλωτικός, κι η λευκότητα κυριαρχεί, ενώ μπροστά απλώνεται ο ωκεανός.
     Τα παιδιά βγάζουν βιαστικά τα βαριά ρούχα και ανεβαίνουν με λαχτάρα τις σάρες με την τριμμένη ελαφρόπετρα, ακροζυγίζονται στην κορυφή και σαν να πετάνε, χορεύοντας κατευθύνονται προς το λυτρωτικό νερό. 
     Από δω και πέρα αρχίζει η σαγηνευτική βίωση της αποκαλύψεως του βάθους του όντος.
Χριστίνα Παπαγγελή

[1]Ως οιωνός προσδιοριζόταν κατά την αρχαιότητα το σαρκοφάγο όρνεο, και ειδικότερα το μαντικό πουλί. Μέσα από την προσεκτική παρατήρηση των κραυγών και του τρόπου ή της κατεύθυνσης του πετάγματός του, οι οιωνοσκόποι επιχειρούσαν να προβλέψουν το μέλλον https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CE%B9%CF%89%CE%BD%CF%8C%CF%82

Κυριακή, Φεβρουαρίου 16, 2025

Μια μέρα της ζωής του Άμπεντ Σαλάμα/Ανατομία μιας τραγωδίας στην Ιερουσαλήμ, Νέιθαν Θρωλ

     Μια απίστευτη τραγωδία που συνέβη στα περίχωρα της Ιερουσαλήμ ένα χειμωνιάτικο πρωινό του 2012, ένα πολύνεκρο αυτοκινητιστικό δυστύχημα -μετωπική σύγκρουση νταλίκας με πούλμαν του ιδιωτικού σχολείου Νουρ Αλ Χούντα που μετέφερε νήπια, μαθητές και εκπαιδευτικούς Παλαιστινίων σε σχολική εκδρομή από την περιοχή Ανάτα (Ιερουσαλήμ) της Δυτικής Όχθης στον δρόμο της Τζάμπα («δρόμο του θανάτου»)-, έδωσε αφορμή στον συγγραφέα, πολιτικό αναλυτή, ακτιβιστή και δημοσιογράφο Νέιθαν Θρωλ -Αμερικανό εβραϊκής καταγωγής που ζει στην Ιερουσαλήμ εδώ και χρόνια-, να διερευνήσει το γεγονός και να αποδώσει όχι μόνο τις τραγικές του διαστάσεις για όσους εμπλέκονταν, αλλά και την «ανατομία» -όπως επισημαίνεται στον υπότιτλο- μιας κοινωνίας ανισοτήτων, της πολιτικής «απαρτχάιντ» που επέβαλε το Ισραήλ, η οποία ουσιαστικά ευθύνεται για τον άδικο χαμό τόσων ανθρώπων.
     Στο αφηγηματικό παρόν, τα γεγονότα διαρκούν μόλις μια μέρα -ωστόσο μια μέρα φορτισμένη, και σε ένα καθεστώς τόσο ιδιότυπο (άτυπο και θεσμικό), που ο συγγραφέας αφιερώνει 280 σελίδες για να μπορεί να το κατανοήσει και να το βιώσει ο αναγνώστης σε όλες του τις διαστάσεις. Το ασύλληπτα τραγικό συμβάν είναι πέρα για πέρα αληθινό, ακόμα και τα ονόματα (με εξαίρεση πέντε προσώπων στους οποίους δόθηκαν άλλα ονόματα), και η λεπτομερής αφήγηση των γεγονότων γίνεται πιο αντιληπτή από τον αναγνώστη πρώτα πρώτα με τους πολύ διεξοδικούς και ακριβείς χάρτες που παρατίθενται στην αρχή του βιβλίου, αλλά επίσης και με την αναδρομή σε ιστορικά στοιχεία, με παρεκβάσεις-παρενθέσεις που περιγράφουν και επεξηγούν τις τελείως ιδιόμορφες συνθήκες που επικρατούσαν την εποχή εκείνη στην περιοχή αυτή της Παλαιστίνης/Ισραήλ, στη Δυτική Όχθη (τώρα βέβαια, παρόλο που δεν είναι εκεί ο πυρήνας του πολέμου, τα πράγματα έχουν αλλάξει προς το χειρότερο ακόμα). Ορισμένοι αποκαλούν αυτό το είδος γραφής «λογοτεχνικό ρεπορτάζ» ή «μη μυθοπλαστικής λογοτεχνίας».[1]
     Ήταν ένα βροχερό πρωινό, με καταιγίδες που εμπόδιζαν την ορατότητα, ενώ η σύγκρουση προκάλεσε ανατροπή και πυρκαγιά στο πούλμαν όπου εγκλωβίστηκαν μαθητές κι εκπαιδευτικοί. Οπωσδήποτε όμως οι ευθύνες του δυστυχήματος δεν βαραίνουν μόνο τον οδηγό της νταλίκας, αλλά και την ανυπαρξία δομών λόγω της πολιτικής ανισοτήτων εις βάρος των Παλαιστινίων, οι οποίοι υποχρεώνονται σε συγκεκριμένες κι επικίνδυνες διαδρομές και δεν έχουν αμεσότητα στις υπηρεσίες. Το σημείο της σύγκρουσης ανήκει στη ζώνη Γ, που έλεγχαν οι Ισραηλινοί (σύμφωνα με τη συνθήκη του Όσλο 2 -1995), και υπήρξε πολύ μεγάλη καθυστέρηση στην κινητοποίηση Ισραηλινών –αστυνομίας, στρατιωτικών και διασωστών (αν επρόκειτο για τίποτα παιδιά που πετούσαν πέτρες, αστυνομία και στρατός θα κατέφθαναν άμεσα). Οι Παλαιστίνιοι διασώστες καθυστέρησαν πάρα πολύ λόγω της συνήθους συμφόρησης στα σημεία ελέγχου, ενώ η Παλαιστινιακή Αρχή που διερεύνησε, δυστυχώς πολύ αργότερα, τα αίτια του δυστυχήματος, κατέληξε στη διαπίστωση τραγικών ελλείψεων, όπως π.χ. ελλείψεις φωτισμού, διαχωριστικής νησίδας (ενώ είχαν γίνει σχετικά αιτήματα), υπάρχουν δηλαδή όπως ειπώθηκε «ηθικές και νομικές ευθύνες από την πλευρά του Ισραήλ». Τα αίτια βέβαια πρέπει να αναζητηθούν κι ακόμα βαθύτερα σ’ αυτήν την διχασμένη κοινωνία, την έλλειψη σχολικών αιθουσών στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, που αναγκάζει τους Παλαιστίνιους να στέλνουν με πολλές δυσκολίες τα παιδιά τους στη Δυτική Όχθη, στο διαχωριστικό τείχος που εξαναγκάζει τα σχολικά λεωφορεία σε επικίνδυνη παράκαμψη, στον διαχωρισμό των Παλαιστινίων ανάλογα αν έχουν πράσινη (πρώην κρατούμενοι, δεν τους επιτρέπεται να μπουν μέσα στο τείχος) πορτοκαλί ή μπλε ταυτότητα, κ.α.[2]
     Η κυρίως αφήγηση περιστρέφεται γύρω από τη ζωή του κεντρικού ήρωα, του Άμπεντ Σαλάμα, γιατί ανάμεσα στα παιδάκια που επέβαιναν στο λεωφορείο ήταν κι ο 5χρονος γιος του, ο Μιλάντ. Ο συγγραφέας δεν αρκείται στο να περιγράψει τη μέρα της μοιραίας σύγκρουσης, αν και αυτός ο άξονας διατρέχει όλο το βιβλίο. Μεσολαβούν λεπτομέρειες με το παρελθόν του βασικού ήρωα καθώς και όλων των προσώπων της ισχυρής -για τα δεδομένα της μουσουλμανικής κοινότητας- οικογένειάς του-, αλλά φυσικά και άλλων προσώπων. Έτσι, μπαίνουμε σε βάθος στα ήθη και την κουλτούρα του μουσουλμανικού αυτού λαού, που δεν χαρακτηρίζεται από τον φονταμενταλισμό άλλων ανατολικών χωρών, ωστόσο βλέπουμε συνήθειες που μας ξενίζουν. Βλέπουμε π.χ. κώδικες «τιμής» που δεν επιτρέπουν τους γάμους ανάμεσα σε αντίπαλες οικογένειες (ο πατέρας σου δεν συμπαθεί τους Σαλάμα. Ντρέπεται να έχει οποιαδήποτε σχέση μαζί μας. Εγώ δεν ντρέπομαι. Είμαι περήφανος που είμαι Σαλάμα), βλέπουμε στους αρραβώνες να συμμετέχουν όλα τα μέλη της οικογένειας με προξενιά από πολύ νεαρή ηλικία, ενώ, οι άντρες τουλάχιστον, παντρεύονται και χωρίζουν με μεγάλη ευκολία, σπέρνοντας πάμπολλα παιδιά από κάθε γάμο. Οι συνθήκες πολέμου, ωστόσο, έχουν διαμορφώσει τις γυναίκες των Παλαιστινίων αρκετά ανεξάρτητες και δυναμικές.
     Το βιβλίο ξεκινά με τρεις γάμους (είναι οι τρεις γάμοι του Άμπεντ Σαλάμα, με τα δυτικά κριτήρια ο ένας πιο επιπόλαιος από τον άλλον εκτός από την τρίτη σύζυγο, τη μητέρα του Μιλάντ) και τελειώνει με τρεις κηδείες (δεν ήταν βέβαια μόνο τρία τα θύματα της φωτιάς που ξέσπασε μετά τη σύγκρουση των δύο οχημάτων). Άλλωστε, είναι οι τίτλοι του πρώτου και του τελευταίου κεφαλαίου, ενώ, εκτός από πρόλογο και επίλογο, υπάρχουν και τα ενδιάμεσα, με εύγλωττους τίτλους: «Δύο φωτιές», «Πολύνεκρο συμβάν», «Το τείχος». Η Ανάτα, η περιοχή έξω από το τείχος του 2012 ανατολικά της Ιερουσαλήμ («Δυτική Όχθη»), όπου κατοικεί ο Σαλάμα κι η πολυπληθής -ως είθισται στους μουσουλμάνους- οικογένειά του, ήταν εύφορη αλλά μετά τον πόλεμο των 6 ημερών (1967) άρχισε όχι μόνο να αστικοποιείται, αλλά και να εποικίζεται σε αυξανόμενο ρυθμό από τους Ισραηλινούς (εμφανίζονται οικισμοί όχι μόνο επίσημοι αλλά και αυθαίρετοι, στρατιωτική βάση, διαχωριστικό τείχος, ισραηλινός εθνικός δρυμός με φυσική πηγή νερού όπου οι Παλαιστίνιοι μπαίνουν με εισιτήριο κ.α.). Μετά την κατασκευή του τείχους δεν έχουν πια πρόσβαση στις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας (ασθενοφόρα, πυροσβεστήρες, ΑΤΜ, κ.α.)
     Μετά την Πρώτη Ιντιφάντα (1987-1993) η κατάσταση επιδεινώνεται, οι όροι διαβίωσης χειροτερεύουν (περιορισμοί, ελλείψεις σε τρόφιμα, διώξεις, βασανιστήρια, δολοφονίες). Ο Νέιθαν Θρωλ δίνει πολλές λεπτομέρειες της καθημερινότητας, ώστε έχουμε παραστατική εικόνα της ζωής των Παλαιστινίων αυτήν τη ζοφερή περίοδο. Μέσα σ’ όλα κλείνουν όλα τα παλαιστινιακά πανεπιστήμια, έτσι λοιπόν ο Άμπεντ Σαλάμα δεν σπούδασε, παρόλο που το ήθελε πολύ. Δεν μπόρεσε ούτε καν να πάει στο εξωτερικό όπου έδινε υποτροφίες η PLO, γιατί το Ισραήλ δεν έδινε διαβατήρια στους κατοίκους των κατεχόμενων, ο δε πατέρας του που είχε παλιό ιορδανικό διαβατήριο, αρνήθηκε να τον βοηθήσει. Η συμμετοχή του Άμπεντ στο Δημοκρατικό Μέτωπο (συνιστώσα της PLO –η PLO δεν ήταν συνιστώσα αλλά η οργάνωση- ομπρέλα όλων των μη ισλαμιστικών παρατάξεων) όπου επικεφαλής ήταν ο γαμπρός του, τον έστειλε για 15 μήνες στη φυλακή, όπου εντρύφησε στα μαρξιστικά κείμενα. Βλέπουμε εκεί όχι μόνο τις άθλιες συνθήκες στις φυλακές, αλλά και την ύπαρξη δωσίλογων…
     Η κατάσταση σφίγγει όλο και περισσότερο (απολύσεις, κατεδαφίσεις σπιτιών, επιτάξεις, αφαίρεση αδειών κλπ) καθώς το Ισραήλ ακολουθεί μια πολιτική διαχωρισμού ώστε να απορροφηθεί η Ανατολική Ιερουσαλήμ από το Ισραηλινό κράτος. Ιδιαίτερα με την Δεύτερη Ιντιφάντα (2000-2005 μ.Χ.[3]), η οποία δεν θύμιζε σε τίποτα την πρώτη. Εκείνη ήταν πραγματικός λαϊκός ξεσηκωμός με γενικές απεργίες, μαζικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, μποϋκοτάζ και πράξεις αντίστασης κατά των αρχών. Αυτή η ιντιφάντα απεναντίας, είχε πάρει πολύ γρήγορα στρατιωτικό χαρακτήρα.
     Με αφορμή το τραγικό δυστύχημα, ο συγγραφέας με πένα δημοσιογράφου (με την… καλή έννοια) ανατρέχει και στο -δύσκολο πάντα- παρελθόν κι άλλων Παλαιστινίων, κι έτσι η μεγάλη εικόνα της ζωής τους συμπληρώνεται. Ξεχωρίζει η Χούντα Νταχμπούρ, διαζευγμένη μητέρα, ενδοκρινολόγος γιατρός από το πανεπιστήμιο της Δαμασκού, και διευθύντριας μιας κινητής κλινικής της UNRWA[4] στην Ιερουσαλήμ, που βρέθηκε τυχαία στο σημείο του δυστυχήματος. Με απώτερη καταγωγή από τη Χάιφα, απ’ όπου εκδιώχτηκαν οι Παλαιστίνιοι αμέσως μετά της ίδρυση του Ισραηλινού κράτος (250.000 πρόσφυγες), οι πρόγονοι της Χούντα διατήρησαν τη μνήμη του τόπου τους στους απογόνους (η γιαγιά μεγάλωσε τη Χούντα και τα αδέρφια της, τα ξαδέρφια, τις θείες και τους θείους σ’ έναν μαγικό τόπο που λεγόταν Χάιφα/η Χάιφα ήταν ο παράδεισος). Άλλο πρόσωπο κλειδί, με πλούσια δράση στο παρελθόν (Φατάχ-Ιορδανία, PLO- Λίβανο, 10ετής κάθειρξη, απεργία πείνας κλπ) είναι ο Ιμπραχίμ Σαλάμα, πρωτοξάδελφος του Άμπεντ, επικεφαλής του παλαιστινιακού Υπουργείου Εσωτερικών στην περιοχή της Ιερουσαλήμ, που έχει έναν συμφιλιωτικό ρόλο γενικότερα, εφόσον πιστεύει πως «είναι ζήτημα χρόνου να επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστίνης». Ο Ιμπραχίμ ήταν από τους λίγους αξιωματούχους της Παλαιστινιακής αρχής στους οποίους επιτρεπόταν να κυκλοφορούν στη Δυτική όχθη με ένοπλους σωματοφύλακες, άλλωστε σε κάποιες περιπτώσεις υπερασπίστηκε τους –αθώους- Εβραίους πολίτες από την επιθετικότητα των Παλαιστινίων (βασικά υπερασπιζόμενος την ειρηνευτική προσπάθεια). Βλέπουμε επίσης την ιστορία του Σάλεμ, διερχόμενου οδηγού ο οποίος βοήθησε αποφασιστικά για τον απεγκλωβισμό πολλών ατόμων, των οδηγών του πούλμαν και της νταλίκας, αλλά και άλλα πρόσωπα, ίσως πιο δευτερεύοντα άλλα εξίσου τραγικά, όπως η Ρούμπα που έχασε τη μιλιά της στην προσπάθεια να αντισταθεί στις βάναυσες κοροϊδίες των δεσμοφυλάκων της. Τραγικές είναι και οι ιστορίες άλλων εγκλωβισμένων παιδιών και των γονιών τους, όπως και των ενήλικων εκπαιδευτικών που συνόδευαν τους μαθητές.
     Ο συγγραφέας, με αφορμή τα βιογραφικά των ηρώων, μάς μεταφέρει νοερά αρχικά στους καταυλισμούς που ιδρύθηκαν και υποδέχτηκαν τις χιλιάδες προσφύγων: π.χ. στο Χαν Αλ Άχμαρ, των Βεδουίνων που εκδιώχτηκαν μετά το Νάκαμπ (άγριος διωγμός των Παλαιστινίων το 1948, με την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ), τον καταυλισμό της Χομς, σε παλιό στάβλο στρατώνα (εκεί κατεφυγε η οικογένεια της Χούντα), τον καταυλισμό Τελ αλ- Ζάταρ στον Λίβανο (εκεί οι χριστιανοί πολιτοφύλακες έσφαξαν χιλιάδες Παλαιστίνιους το 1976) [5]. Μας πληροφορεί για τα παναραβικά εθνικιστικά κινήματα που φούντωσαν, όπως το Δημοκρατικό Μέτωπο, η Φατάχ, η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO)[6] με τον Παλαιστινιακό Απελευθερωτικό Στρατό και τις σχέσεις μεταξύ τους (που δεν ήταν πάντα οι καλύτερες), όπως και με την Παλαιστινιακή Αρχή[7].
     Γίνεται επίσης αναφορά σε τραγικά ιστορικά γεγονότα, όπως τον βομβαρδισμό του αρχηγείου της PLO στο Χαμάμ Στο, τη δολοφονία 29 Παλαιστινίων στη Χεβρώνα την ώρα που προσεύχονταν γονυπετείς, άπειρες δολοφονίες, και φυσικά ξεχωρίζουν και οι αναφορές σε ηγετικά πρόσωπα, όπως του Γιασέρ Αραφάτ.
     Δεν είναι σκόπιμο να αναφερθώ στο θρίλερ που έζησαν κάποιοι γονείς, όπως και ο Άμπεντ για να ανακαλύψουν αν μέσα στα θύματα είναι τα δικά τους παιδιά, ούτε στο θρίλερ της ταυτοποίησης των νεκρών σωμάτων και της πενθητικής διαδικασίας. Θα τελειώσω αυτήν την «ανάγνωση» του συγκλονιστικού αυτού βιβλίου-ρεπορτάζ, που τελείωσε πριν αρχίζει ο νέος κύκλος τραγωδιών με τον πόλεμο στη Γάζα, με δύο αποσπάσματα από ένα άλλο μικρό βιβλίο αφιερωμένο στη σχέση των δύο λαών, «Το παλαιστινιακό σκοτάδι» του Βασίλη Ηλιακόπουλου. Είναι δύο αποσπάσματα των οποίων το περιεχόμενο το βρήκα να παίρνει σάρκα και οστά στην αφήγηση του Νέιθαν Θρωλ:

     Α. «Σε διακόσια χρόνια θα φτάσω στη Γιάφα», είπε ήσυχα. «Όχι εγώ, τα παιδιά μου! Τα παιδιά των παιδιών μου! Θα τους μιλήσω για κείνη την πόλη. Θα τους κάνω να την αγαπήσουν. Είμαι ξένος εδώ. Αγαπώ την πατρίδα μου».
(…) Ήμουν ευγνώμων γιατί εκείνη τη στιγμή κατάλαβα κάτι που πρέπει να περιμένεις πολύ καιρό για να το μάθεις. Οι Εβραίοι του Ισραήλ -σαν καλοί Δυτικοί- κάνουν τα σχέδιά τους και κοιτούν το ρολόι τους, μετρώντας το χρόνο σε λεπτά, ώρες, μέρες, χρόνια, ενώ οι Άραβες δίπλα τους, την ίδια στιγμή, μετρούν το χρόνο σε γενιές και σε αιώνες.
     Β. Για να γίνουν κατανοητά τα παρακάτω λόγια του Ηλιακόπουλου (που έζησε κι αυτός κάποιους μήνες στη Ραμάλα), να πάρουμε υπόψη και το ότι οι Εβραίοι ήρθαν από τις χώρες της Δύσης κουβαλώντας τη δυτική κουλτούρα και τη σύγχρονη τεχνολογία, για να κυριαρχήσουν σ’ έναν λαό αρχέγονα -«πνευματικά»- δεμένο με τη γη του και τις πεζούλες του, σε λαό βοσκών, όπου η γη είναι η ταυτότητά τους.
     Ξέρετε τι λένε οι Παλαιστίνιοι; «Πρώτα η αξιοπρέπεια, μετά η γη και μετά εμείς». Ποιος άλλος τολμά να το πει αυτό; Άρα, η μόνη χώρα που σέβεται τον εαυτό της, η μόνη πια που κατοικείται από έναν λαό και όχι έναν πληθυσμό, συνεπώς η μόνη πραγματική χώρα στον κόσμο είναι η Παλαιστίνη. Μια χώρα που δεν υπάρχει ακόμα. Είναι δηλαδή η Ουτοπία. Και τι συμβαίνει; Η Ουτοπία βομβαρδίζεται. Όπως από πάντα. Συμπέρασμα: η Παλαιστίνη δεν χρειάζεται τον κόσμο (έτσι κι αλλιώς είναι μόνη), η ανθρωπότητα χρειάζεται την Παλαιστίνη.
     Πώς να καταβάλεις έναν λαό που λέει «το αίμα νικάει το σπαθί;»

Χριστίνα Παπαγγελή
[1] https://www.fractalart.gr/mia-mera-sti-zoi-toy-ampent-salama/
[2] Να σημειώσουμε εδώ ότι διαφορετική θέση είχαν και οι Παλαιστίνιοι που κατοικούσαν τα ισραηλινά εδάφη πριν την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, το 1948 (οι μόνοι Παλαιστίνιοι που είχαν πλήρη πρόσβαση στην Ιερουσαλήμ και δεν κινδύνευαν να τους πετάξουν έξω ήταν όσοι διέθεταν ισραηλινή υπηκοότητα/ κάποιοι άντρες στην Ανάτα άρχισαν να συζητούν το ενδεχόμενο να παντρευτούν «Παλαιστίνιες του ‘48», γιατί ευελπιστούσαν ότι αυτό θα τους βοηθούσε να κρατήσουν ή να πάρουν πίσω τη δουλειά τους).
[3] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B5%CF%8D%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B7_%CE%99%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%86%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B1
[4] Υπηρεσία Αρωγής και Έργων του ΟΗΕ στους Παλαιστίνιους Πρόσφυγες στην Εγγύς Ανατολή
[5] https://atexnos.com/12-%CE%B1%CF%85%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85-1976-%CE%B7-%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%AE-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%84%CE%B1%CE%BB-%CE%B6%CE%B1%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%81/
[6] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CF%81%CE%B3%CE%AC%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%91%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%AD%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%A0%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%82
[7] Η Εθνική Παλαιστινιακή Αρχή είναι το προσωρινό όργανο αυτοδιοίκησης που ιδρύθηκε το 1994 μετά τη Συμφωνία της Γάζας-Ιεριχώ για τη Λωρίδα της Γάζας και τις Περιοχές Α και Β της Δυτικής Όχθης, ως συνέπεια των Συμφωνιών του Όσλο του 1993. Μετά τις εκλογές του 2006 και την επακόλουθη σύγκρουση στη Γάζα μεταξύ των κομμάτων Φατάχ και Χαμάς, η εξουσία του είχε επεκταθεί μόνο στις περιοχές Α και Β της Δυτικής Όχθης. Από τον Ιανουάριο του 2013, η ελεγχόμενη από την Φατάχ Παλαιστινιακή Αρχή χρησιμοποιεί την ονομασία «Κράτος της Παλαιστίνης» σε επίσημα έγγραφα. (https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%A0%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE_%CE%91%CF%81%CF%87%CE%AE)

Πέμπτη, Ιουνίου 01, 2023

Το βιβλίο της μεγάλης ανοχής, Ιωάννης Λαδάκης

Διάγω τη ζωή του Άλλου…
Εποχή της μεγάλης ανοχής, θύματα εκτοπισμένα στον αφρό,
πληγωμένα από του λόγου τις βολές,
ψεύτικες και ψευδείς,
εγώ κι εσύ γεννούμε του κόσμου τα νέα θύματα…
Νέοι πληγωμένοι… αντισταθείτε!
Εποχή της μεγάλης ενοχής… η πίκρα του παρόντος
     Ένας νεαρός άνθρωπος προχωρά βιαστικά μέσα στην πόλη, προσπαθώντας να αποφύγει την βιασύνη των άλλων ανθρώπων που περνούν σκοτεινοί κι απροσπέλαστοι, σχεδόν πανομοιότυποι «μέσα στην απροσδιοριστία της μορφής τους», όπως λέει ο συγγραφέας στις πρώτες σελίδες. Ένας άνθρωπος εγκλωβισμένος, αλλά σκεπτόμενος, που ανοίγει συχνά διάλογο με τον εαυτό του σαν να μιλά σε καθρέφτη.
     Είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς το είδος αυτού του λογοτεχνικού έργου, που κινείται ανάμεσα σε αφήγηση και στοχασμό, σε εξομολόγηση με βιωματικό χαρακτήρα και καταγραφή της υπαρξιακής αγωνίας. Της αγωνίας του σύγχρονου ανθρώπου, που νιώθει παγιδευμένος σ ένα τρόπο ζωής προκαθορισμένο, αλλά θέλει να ζήσει, να ζήσει μια ζωή αυθεντική· θέλει να αναπνεύσει, να βρει την ελευθερία. Είναι ένα βιβλίο με στοιχειώδη πλοκή αλλά με πολύ συναίσθημα και στοχασμό, με ελάχιστους χαρακτήρες πέρα από τον πρωταγωνιστή, λαχανιαστό, σπονδυλωτό, με ποιητικά στοιχεία, με στοιχεία ονείρου που κάποιες φορές μετατρέπονται σε εφιάλτη, μέσα σε μια εξωπραγματική, σουρεαλιστική πραγματικότητα.
     Ο ήρωάς μας, στον οποίο ο συγγραφέας σκόπιμα θαρρώ δεν θέλησε να δώσει όνομα, είναι ένας νεαρός της εποχής μας, πτυχιούχος με προσόντα, που κινείται στο γνώριμο σκηνικό της αλλοτριωμένης, σύγχρονης μεγαλούπολης. Βλέπουμε όλη του την πορεία από την χρονική στιγμή που ψάχνει για δουλειά, ενώ στη συνέχεια προσλαμβάνεται, εργάζεται, ερωτεύεται, απολαμβάνει τη συζυγική ζωή, παίρνει προαγωγή, ωριμάζει ζητώντας τον «άλλον», αναστοχάζεται. Παρακολουθούμε την αγωνία της συνύπαρξης με τον διαφορετικό, και της λαχτάρας του ήρωα όχι μόνο να ανακαλύψει τον εαυτό του αλλά και να αλλάξει τον κόσμο -μέσα από μικροεπεισόδια χαρακτηριστικά και κομβικά, αφαιρετικά και ελλειπτικά, πάντα όμως πάνω στο μοτίβο της αποξενωμένης, χειραγωγούμενης ζωής.
     Ο συγγραφέας δεν μας δίνει ονόματα, τοπωνύμια, χρονικούς προσδιορισμούς, συγκεκριμένα στοιχεία κλπ αλλά κινείται σχηματικά, σχεδόν αλληγορικά. Είναι φανερό ότι δεν τον ενδιαφέρουν παρά οι δυναμικές που αναπτύσσονται στον σύγχρονο τρόπο ζωής, ιδιαίτερα θίγοντας τα καυτά για τους νέους ζητήματα της ανεργίας, της μοναξιάς, τηςψηφιακής απομόνωσης, της αλλοτρίωσης, της αποδοχής/ανοχής. Το πικρό χιούμορ γίνεται σαρκασμός και αυτοσαρκασμός (π.χ. η μεταβολή τον τρομάζει. Τον τρομάζει κυρίως επειδή δεν καταφέρνει να δράσει εναντίον της. Καταδικασμένος, λοιπόν, όπως όλοι οι άλλοι, όπως όλοι οι άλλοι ή : γιατί να δεχτεί κανείς να αυτομαζοποιηθεί διατηρώντας, παράλληλα, την υποκριτική ψευδαίσθηση της ατομικότητας και της αυτοκυριαρχίας του;)
     Ο αφηγηματικός χρόνος διαστέλλεται και συστέλλεται, ακολουθώντας τον συναισθηματικό, υποκειμενικό χρόνο του πρωταγωνιστή. Έτσι, οι στιγμές αγωνίας ή έντονων συγκινήσεων μπορεί να απλώνονται και να περιγράφονται σε πολλές σελίδες, ενώ άλλες χρονικές περίοδοι, ομοιομορφίας και ρουτίνας, συμπυκνώνονται σε μικρές παραγράφους. Παράλληλα, ποιητικά μέρη που είναι όλο και πιο συχνά όσο προχωράμε στο δεύτερο και στο τρίτο μέρος του βιβλίου, σηματοδοτούν τις εσωτερικές έγνοιες, τις αμφιβολίες για την ζωή που χάραξε ο πρωταγωνιστής, για τον ρόλο του μέσα στον κόσμο κι ανάμεσα στους ανθρώπους. Είναι πιο ώριμος ο ήρωας, είναι πια ένα γρανάζι στον μηχανισμό της παραγωγής, και είναι η εποχή του καναπέ, της τηλεόρασης, του κινητού, του διαδικτύου.
     Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο λοιπόν, ακολουθούμε τα βήματά του και τις σκέψεις του, τα διλήμματα και τα συναισθήματά του, κι ας μην είναι ο ίδιος ο αφηγητής, (η εναλλαγή του γ΄ενικού με το δεύτερο ενικό δίνει ζωντάνια καθώς ο αναγνώστης παρακολουθεί συνέχεια τον εσωτερικό του κόσμο). Έχει τις κεραίες του ανοιχτές στις σύγχρονες προκλήσεις και βιώνει όλες τις αντιφάσεις της κοινωνίας μας που θέλει τους ανθρώπους υποτακτικούς και συμβιβασμένους (όλοι τους είναι πολύ εχθρικοί, απομονωμένοι και συνάμα συνασπισμένοι σε έναν αγώνα υπέρ του φαίνεσθαι και της ομοιογένειας του φέρεσθαι, όπως αρμόζει σε μια φαινομενική πραγματικότητα). Νιώθει δυνατός και αδύναμος μαζί, νιώθει ότι «δεν ζει ανάμεσα στους άλλους» αλλά σ’ ένα «παράλληλο σύμπαν», ενώ η θέση του μέσα στον κόσμο, μέσα στους άλλους, τού δημιουργεί αντιφατικά συναισθήματα (είναι όλοι τους ανόητοι, άλλοι ηθικόβλακες, άλλοι τεχνοκράτες της λογικής και της σκέψης, άλλοι απλοί ζητιάνοι ενός ονείρου). Κι όμως γρήγορα συνειδητοποιεί ότι είμαστε μέρος μιας κοινότητας, προτρέπει τον εαυτό του να συναντήσει τους άλλους, να επιτρέψει στον Άλλον να τον κατακτήσει (η αιφνίδια είσοδος ενός προσώπου στη ζωή σου, έστω για μια στιγμή, αρκεί για να σε εμπνεύσει!).
     Στο πρώτο μέρος που έχει τίτλο «Πιστεύω», ο άνθρωπος-χωρίς-όνομα είναι άνεργος («όπως τόσοι άνθρωποι») και αναζητά εργασία (δεν θυμόταν αν είχε πρόσκληση ή αν όλη η αποστολή του ήταν απλώς ένα δημιούργημα της πλανημένης φαντασίας του μόνο για να εφησυχάσει τη συσσωρευμένη ενέργεια που πίεζε τους ιστούς και τα νεύρα του σώματός του. Ήταν καιρό τώρα άνεργος, όπως τόσοι και τόσοι άνθρωποι. Σχεδόν εξανάγκαζε τον εαυτό του να κινείται τουλάχιστον, να περπατάει ανάμεσα σε ανθρώπους, να κυνηγάει την τύχη του κάπου εκεί, δίπλα στους άλλους). Βλέπει λοιπόν τους άλλους σαν τα ανθρωπάκια του Γαΐτη, ομοιόμορφα και υποταγμένα, αλλά δεν ξεφεύγει ο ίδιος, γίνεται ένας απ’ αυτούς, ακολουθεί την μοίρα τους γιατί μια ακατανόητη Ανάγκη τον ωθεί να συστρατευθεί με τους άλλους.
     Η είσοδός του στο κτήριο και η σκηνή που κάνει αίτηση εργασίας αποκτά διάσταση καθαρά ονειρική/εφιαλτική , θα έλεγα καφκική: Περπατούσε μόνο μερικά λεπτά και του είχαν φανεί αιώνες. Τα όδια του (…) είχαν καιρό, πολύ καιρό να περπατήσουν τόσο δύσβατο μονοπάτι. Ναι, μονοπάτι, γιατί με τέτοιο έμοιαζε τώρα το κλιμακοστάσιο. Ένα απρόσμενα αγνό μονοπάτι, λες και ποτέ δεν είχε ακουμπήσει χέρι ανθρώπου πάνω του να το σπιλώσει, ίδιο με αυτά που οδηγούν στο μεγάλο στομάχι της γης μέσω διάπλατα ανοιχτών σπηλαίων. Και δεν ήταν μόνο το κλιμακοστάσιο που θύμιζε κάθοδο σε σπηλιά, μα και οι τοίχοι που θαρρείς από ακατέργαστη πέτρα είχαν κτιστεί και με γνήσιους σταλαχτίτες και σπάνια πετρώματα είχαν στολιστεί.
     Το πολυδαίδαλο κτήριο αλλάζει μορφή, το σάπιο ξύλο αντικαθίσταται από πολυτελές μάρμαρο, τα σκαλιά είναι ασύμμετρα, περνάει από σκοτεινούς διαδρόμους, ανακαλύπτει ότι διάφορα δωμάτια δεξιά και αριστερά έχουν κουφές πόρτες (τα υπόλοιπα γραφεία σε τι χρειάζονται; Ρώτησε αυθόρμητα. -Τίποτα είναι ρεκλάμα, του απάντησαν!) για να ανακαλύψει μετά ότι όλα αυτά αποτελούν την «πολιτική του φαίνεσθαι της επιχείρησης»! Η κοπέλα που τον εξυπηρετεί είναι «πάντα χαμογελαστή, σαν να της είχαν καρφώσει δύο πινέζες στις άκρες των χειλιών και δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς», ενώ όταν επιτέλους φτάνει στον υπεύθυνο (έχοντας σχεδόν ξεχάσει τον λόγο για τον οποίο βρέθηκε εκεί) ο παραλογισμός κορυφώνεται (Α, όχι, δεν νομίζω να έχει κάποιον ιδιαίτερο σκοπό η συνάντησή μας, αγαπητέ μου. Η επιχείρησή μας δεν γνωστοποιεί ποτέ τους σκοπούς της, ακόμα κι αν πρόκειται για ένα μεμονωμένο άτομο!). Τα πτυχία, τα μεταπτυχιακά, τα διδακτορικά αφήνουν αδιάφορο τον «παχουλό κύριο με το αραχνοΰφαντο μουστακάκι» στο μοναδικό γραφείο της επιχείρησης ίσως και του κτηρίου. Η ερώτηση του υπεύθυνου, ποιοι είναι οι πραγματικοί λόγοι που ο ήρωάς μας θέλει να εργαστεί, τον αφήνουν άφωνο (Γιατί, όσα του είπε δεν συγκαταλέγονταν σε πραγματικούς και μάλιστα, ισχυρότατους λόγους προς την ανεύρεση εργασίας; Νομίζει ότι δεν έχει ανάγκες, ότι τα καταφέρνει σε αυτόν τον άγριο κόσμο που μοιάζει να κυνηγά τη ζωή του; Τι νομίζει πως είναι η ζωή ενός νεαρού ανθρώπου όπως ο ίδιος; Έρωτας, γλέντι, πανηγύρι ολημερίς; Γιατί κανένας δεν βλέπει τις αγωνίες του;). Κι όταν, επιτέλους τελειώνει η συνέντευξη: 
     Λίγο έλειψε να λιποθυμήσει. Όχι από τη χαρά του, όχι από συγκίνηση, αλλά από το συνδυασμένο κράμα όλων αυτών των τελευταίων στιγμών. Κρατήθηκε στο ύψος του. Σηκώθηκε όσο πιο ήρεμα και ψύχραιμα μπορούσε, έτεινε το χέρι στον προϊστάμενο και τον χαιρέτησε φιλικά με μετριασμένη ευγνωμοσύνη. Έπειτα έστριψε την πλάτη του στο σκηνικό φρικαλέας φάρσας και προχώρησε προς την έξοδο. (…)Είχε εγκλωβιστεί.
     Ο δρόμος που του προσφέρει η εργασία διώχνει προσωρινά την ΠΛΗΞΗ, την πλήξη που του χτυπούσε επίμονα την πόρτα, και τη μοναξιά ακόμα και μέσα στο πλήθος. Ανύπαρκτη γειτονιά, ούτε ένα χαμόγελο (πραγματικά δεν υπήρχε τίποτα που να φανερώνει μια στιγμή ζωή. Τίποτα απολύτως! Άραγε ζούσε;). Βλέπει παντού ψεύτικες σχέσεις, κενά πρόσωπα, ακόμα και με τον συγκάτοικό του (ο άλλος του μιλούσε για ώρα, ενώ ο ίδιος προσπαθούσε να δείξει ενδιαφέρον, να παραστήσει ότι τον ακούει. Στην πραγματικότητα, δεν είχε ακούσει ούτε λέξη). Όταν όμως του προσέφεραν τη θέση εργασίας με τα 500 ευρώ (!), τα βήματά του έγιναν ανάλαφρα, ίσως επειδή δεν πατούσε πια στο έδαφος, απορροφημένος στο αναμάσημα του δολώματος που καλά είχε πιάσει στο στόμα του και δεν έλεγε να το αφήσει…. Γιατί, ίσως να μην μπορούσε πια…
     Το καφκικό κλίμα συνεχίζεται και στην επόμενη ενότητα, όπου βλέπουμε τον εργαζόμενο πια ήρωά μας να έχει πελαγώσει μέσα στα ασαφή του καθήκοντα (δεν ξέρεις, κακομοίρη μου, ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος σου μέσα στην επιχείρηση! Μην ανησυχείς, ούτε κι εμείς ξέρουμε!). Ο χαμογελαστός συνάδελφος βρέθηκε… «φίλος» από το διαδίκτυο, κι αποτελεί μια όαση μέσα στο αδιέξοδο όπου σιγά σιγά παγιδεύεται. Τα όνειρα μπαίνουν στην άκρη προκειμένου να ανέβει τις βαθμίδες της ιεραρχίας και να «φτάσει ψηλά». Ένα… πράσινο χαπάκι, σύμφωνα με τον συνάδελφο –τον «καλό άνθρωπο», θα τον βοηθήσει (Δεν ήθελε, όχι δεν το ήθελε το χαπάκι. Όμως, δεν γινόταν κι αλλιώς).
Πλήττω…
Οι λέξεις είναι τόσο λίγες, τόσο ανυπόφορες…
Πλήττω…
Αλλά μια μέρα θα κερδίσω τον κόσμο
Ελεύθερος
Γιατί το χρωστάω ακριβώς στον κόσμο
Σε όλους εσάς ποτ περιμένετε τόσα από μένα
Σας ευχαριστώ και δεν θα σας απογοητεύσω!
     Έτσι, με πικρό χιούμορ, εφιαλτικά σκηνικά, ποιητικές εξάρσεις ο συγγραφέας μάς δίνει έναν ανθρώπινο τύπο, έναν ανώνυμο ήρωα. Και το ότι δεν έχει όνομα είναι σκόπιμο, γιατί είναι ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΜΑΣ που παλεύει με τον αληθινό του εαυτό (αλλά υπάρχει αληθινός, ένας εαυτός;), τα όνειρά του, κι απ’ την άλλη την πλήξη του, την Ανάγκη να επιβιώσει και να επιπλεύσει σ΄έναν κόσμο κερδοσκοπίας. Ο άνθρωπός μας προσαρμόζεται σιγά σιγά, με τον γνωστό μιθριδατικό τρόπο.   
    Ένα διάλειμμα στην άτεγκτη αυτή πορεία είναι ο έρωτας που τον κάνει να αγαπήσει την γυναίκα που αργότερα θα παντρευτεί. Η φωνή της είχε σημασία να ακούγεται και το χαμόγελό της είχε μόνο σημασία να του γνέφει/Εκείνος είχε απέναντί του μια ύπαρξη που κατάφερνε να επαναφέρει την ελπίδα του… σε τι; Η ζωή αποκτά νόημα η φαντασία καλπάζει, το μυαλό παραδίδεται, και ένα «Σ’αγαπώ» βγαίνει αβίαστα, τα δύο σώματα γίνονται ένα και… η πλήξη έπαψε να υπάρχει. Το ίδιο και η διαδικτυακή ενασχόληση. Το παρόν του ήταν απλώς ονειρεμένο.
Ο Άλλος
Ο Άλλος ζει βυθισμένος στα άδυτα της λήθης ή του υποσυνείδητου
     Στην επόμενη ενότητα («Η ιστορία του άλλου»), ο πρωταγωνιστής μας είναι ώριμος άντρας, παντρεμένος (του γκρινιάζουν όλες οι οικείες πια φωνές των μικροαστικών απωθημένων και προτυπο-εξαρτημένων, του γκρινιάζει η ίδια γυναίκα που αγάπησε και μίσησε με διαφορά ελάχιστου χρόνου στο εύρος διάρκειας της ζωής του. Έχει πάρει προαγωγή, έχει πάρει αύξηση, έπαιζε και στο χρηματιστήριο. Νιώθει ότι η μελαγχολία ήταν μια νεανική τρέλα, για την οποία δεν υπάρχει περιθώριο πια (η ζωή δεν είναι προς συλλογισμούς, είναι προς έργα παραγωγικά, κερδοφόρα!). Ο κόσμος δεν άλλαξε, και τώρα είναι αργά, δεν τον συμφέρει άλλωστε, όπως σκέφτεται ο ίδιος.
     Το αποκορύφωμα του κοινωνικού σαρκασμού είναι ότι ο ήρωάς μας, μέσα στην οικονομική κρίση που πλήττει και την εταιρεία στην οποία δουλεύει, παίρνει προαγωγή και γίνεται… πλασιέ! (μεγάλη θέση, μην το γελάς). Το προϊόν που προωθεί είναι Το Προϊόν, το μόνο που αξίζει και το μόνο που μπορεί να διοχετευτεί στην αγορά και να φέρει κέρδος. Μια ακόμα καφκική άνοδος στον 8ο όροφο μιας πελάτισσας (περνούσε τους ορόφους κι όμως, θαρρείς δεν ήξερε να μετρά, ένιωθε ότι κάνει διαρκώς κύκλους, ναι, κύκλους, ανάμεσα σε δύο ή τρία μεμονωμένα πατώματα) με τον ήρωά μας να κρατά το πολύτιμο Προϊόν, ένα κοινωνικό αγαθό «από τα πλήρως αναγκαία πια», αποτελεί κοινωνικό σχόλιο του συγγραφέα στην καταναλωτική εποχή μας, γεμάτη από άχρηστες πολυτέλειες.
     Η αποκάλυψη του τι είναι το Προϊόν, είναι μια έκπληξη για τον αναγνώστη, που είναι εξοικειωμένος με την σχηματική πραγματικότητα του συγγραφέα. Είναι ένας… σπόρος!!! Ένας σπόρος που υπόσχεται την κατάπαυση της παθητικότητας (γι’ αυτό υπήρχε ο σπόρος, για να αναστηλώσει τον χαμένο χρόνο και χώρο).
     Η συνειδητοποίηση του εγκλωβισμού στην οθόνη, της «προτυποποίησης» του κόσμου, των κοινωνικών διαφορών είναι τώρα πια πιο οξυμένη. Το κέντρο βάρους είναι τώρα η κοινωνία· τα προβλήματα των άστεγων, των προσφύγων, των ανέργων και κάποια στιγμή και της επιδημίας είναι πιο επιτακτικά και ζητούν την άμεση συμμετοχή. Ο συγγραφέας πάλι προσεγγίζει σχηματικά τις αντίπαλες κοινωνικές ομάδες, τις πορείες, τον ηγέτη, τα διαγγέλματα, ενώ παράλληλα ο εαυτός αναρωτιέται: Τι σημασία έχει η μέρα, ο καιρός, ο διπλανός, ο άλλος. Μόνο εγώ. Μα, εγώ δεν είμαι…. ο άλλος;
     Τα ποιητικά μέρη στην επόμενη ενότητα του βιβλίου («Ανοχή στη σκιά ενός χειμωνιάτικου δειλινού») υπερτερούν, και μας οδηγούν στον υποσυνείδητο, αντικαθρεφτιζόμενο κόσμο του ήρωα, όπου η αμφιβολία και ο προβληματισμός βρίσκουν πάλι τη θέση τους. Κεντρική θέση έχει η έννοια της ανοχής, ωστόσο ο ήρωας, πιο έμπειρος πια, μπορεί να διακρίνει τους πραγματικούς ανθρώπους από τα ανθρώπινα «ίχνη». Το «ίχνος», ένα μοτίβο που επανέρχεται συχνά στην τελευταία ενότητα «Η μοναξιά του ίχνους», παραπέμπει στον εαυτό- είδωλο, που υπακούει στους προκαθορισμένους ρόλους, που χτίζει την εικόνα που θέλουν οι άλλοι. Το υπερ-εγώ που θα έλεγε κι ο Φρόυντ, το σκοτεινό ανεπεξέργαστο κομμάτι μέσα μας.
Σε αυτήν την επίγεια κατακόμβη που μ’ έριξε η τύχη
Θα στηθώ όρθιος
Παρά τη λύπη και τη βρόμα
Παρά τους ανθρώπους που δεν αντέχω γύρω μου
Η ανοχή θα υψωθεί πάνω από τα όποια εμπόδια
Και ζωντανό θα με βγάλει…
     Όμως ο συγγραφέας επιστρατεύει κάθε σημάδι ανθρωπιάς κι ελπίδας, αφήνοντας για το τέλος μια γεύση αισιοδοξίας και πίστης στον Άνθρωπο:
     Όσο πιο μυστικός, ακόμα και απροσδιόριστος, χαμένος, ανύπαρκτος είναι ο προορισμός σου, τόσο πιο απολαυστικό είναι το ταξίδι. Ατέρμονο, γλυκύ, νανουριστικό, αναδημιουργικό. (…) Ταξίδι μεγάλο είναι κι από δω μέχρι το απέναντι πεζοδρόμιο. Εσύ κάνεις το ταξίδι, εσύ σχεδιάζεις τη διαδρομή και κάθε διαδρομή αξίζει, αρκεί να τη νιώθεις, να αφήνεις την αύρα της να σε σηκώνει στον αέρα, να σε στροβιλίζει και εσύ απλώς, να είσαι η ύπαρξή σου κι η ύπαρξή σου να πραγματώνεται μέσα στο ίδιο το νόημα που της δίνεις εσύ!
    Κάμε τη ζωή σου ταξίδι και ταξίδεψε μαζί της…
Χριστίνα Παπαγγελή

Σάββατο, Ιανουαρίου 14, 2023

Νύχτες πανούκλας, Ορχάν Παμούκ

     Στον χώρο της δυστοπικής φαντασίας κινείται το έργο αυτό του αγαπημένου συγγραφέα, ένα πολυσέλιδο (910 σελίδες!) βιβλίο που δεν θα χαρακτήριζε κανείς ακριβώς μυθιστόρημα… Άλλωστε κι ο ίδιος το ονομάζει «ιστόρημα» ή «μυθιστόρημα-ιστορία» (γράφουμε το ιστόρημα ενός πολύ μικρού τόπου, του οποίου η πορεία καθορίστηκε από προσωπικά αισθήματα και αποφάσεις), καθώς η πρόθεση της υποτιθέμενης συγγραφέα, Μίνας Μίνγκερ, δισεγγονής του πατισάχ Μουράτ Ε΄, ήταν να διασώσει τις «ιστορικές λεπτομέρειες» από τη μεγάλη κρίση πανούκλας που έπληξε στις αρχές του 20ου αιώνα το νησί Μίνγκερ, τμήμα κάπως αυτόνομο της τότε Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
     Η καταγραφή της ιστορίας του φανταστικού αυτού νησιού (τοποθετημένου ανάμεσα Κύπρο, Ρόδο και Κρήτη) θα αποτελέσει τη βάση διδακτορικής διατριβής της Μίνγκερ, που γράφει εν έτει 2017, και βασίζεται κυρίως σε επιστολές που έγραφε κατά την παραμονή της εκεί πριν μια εκατονταετία η σουλτάνα Πακιζέ στην αδερφή της Χατιτζέ, κόρες του έγκλειστου πρώην πατισάχ Μουράτ Ε΄ και ανιψιές του τελευταίου σουλτάνου (και αδερφού του Μουράτ Ε΄), του Αμπντούλ Χαμίτ. Υπάρχει επομένως κάποιο σταθερό ιστορικό πλαίσιο (Οθωμανική αυτοκρατορία, Μουράτ Ε΄, Αμπντούλ Χαμίτ, Χατιτζέ) όπου όμως παρεισφρέουν στοιχεία μυθιστορηματικά, όπως η Πακιζέ, και βασικά το απομονωμένο αυτό νησί Μίνγκερ.
     Ο Ορχάν Παμούκ μ΄αυτό το βιβλίο προβαίνει σ’ ένα διανοητικό/λογοτεχνικό εγχείρημα, προσπαθώντας με τα μυθιστορηματικά «εργαλεία» να διερευνήσει τις ιστορικές, πολιτικές, πολιτειακές, ψυχολογικές, κοινωνικές κλπ συνέπειες της εξάπλωσης μιας ολέθριας πανδημίας σε μια μικρής έκτασης κοινωνία, που υπό την πίεση των γεγονότων και της διεθνούς απομόνωσης, αποκτά –επισφαλή βέβαια- ανεξαρτησία. Όλο το βιβλίο δηλαδή είναι ένα σχόλιο στην ανθρώπινη φύση, στις σχέσεις εξουσίας όπως αναπτύσσονται σε συνθήκες ακραίου φόβου και θανάτου, πάντα κάτω από το μουσουλμανικό πρίσμα (κατ’ ανάγκην δηλαδή, εφόσον βεβαίως μιλάμε για ιστορικές συνθήκες οθωμανικής κυριαρχίας, επικρατεί η κουλτούρα των μουσουλμάνων). Άλλωστε η ίδια η υποτιθέμενη συγγραφέας, η Μίνα Μίνγκερ, στην εισαγωγή της αναφέρει: χρειάστηκε να διακόπτω φορτισμένες συναισθηματικά στιγμές για να παρουσιάσω στον αναγνώστη πληροφορίες, νούμερα και ιστορίες σχετικά με τους κρατικούς θεσμούς κλπ κλπ.
     Πολύ ενδιαφέρον και φιλόδοξο το τόλμημα, αλλά… κουραστικό! Σαν αντιστάθμισμα στα καταιγιστικά ονόματα, ιστορικά γεγονότα, ίντριγκες, καθώς και φρικιαστικές λεπτομέρειες της πανδημίας ο αναγνώστης απολαμβάνει την γλαφυρή πένα του Ορχάν Παμούκ. Το ενδιαφέρον και η περιέργεια εντείνονται καθώς από την αρχή στήνεται το μυστήριο της δολοφονίας του Μπονκόφσκι πασά, χημικού και φαρμακοποιού που φτάνει στο νησί ως αρχιεπιθεωρητής υγείας, ειδήμων επί θεμάτων καραντίνας από παλιότερες επιδημίες χολέρας. Είναι κατανοητό ότι το πρόβλημα που απλώνεται στις 900 σελίδες δεν είναι μόνο η πανούκλα καθαυτή, αλλά οι επακόλουθες αντιθέσεις στον τρόπο αντιμετώπισης της θανατηφόρου λαίλαπας: έντονη σύγκρουση ανάμεσα στην επιστημονική διερευνητική μέθοδο και την παραδοσιακή θρησκευτική αντιμετώπιση της πίστης, μιας πίστης βαθιά ριζωμένης στην καρδιά της μουσουλμανικής κοινωνίας.
     Έτσι λοιπόν, ο αναγνώστης που ψάχνει να ψηλαφίσει χαρακτήρες και ανθρώπινες σχέσεις μάλλον θα απογοητευτεί. Φυσικά, υπάρχουν πρόσωπα, πρωταγωνιστικά και μη, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον και προκαλούν αγωνία και συναισθηματικές εντάσεις, αλλά είναι σε δεύτερο πλάνο. Αρχικά, είναι η σουλτάνα Πακιζέ (φανταστικό πρόσωπο) που με τον σύζυγό της διακεκριμένο γιατρό Νουρί πασά, τον αρχιχημικό Μπονκόφσκι πασά και τον Έλληνα βοηθό του Ηλία φτάνει στο νησί τον Απρίλιο του 1901, μια ξεχωριστή οθωμανική αντιπροσωπεία, επιφορτισμένη με μια ειδική αποστολή: να αξιοποιήσουν τις επιστημονικές τους γνώσεις και την εμπειρία τους από καραντίνες της χολέρας για να σωθεί το νησί. Δεδομένου ότι οι πληροφορίες της Μίνας Μίνγκερ, –που κάνει τη διατριβή και είναι… δισεγγονή της Πακιζέ - προέρχονται από τις επιστολές της προγιαγιάς της, η τελευταία παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο· μια σχετικά προοδευτική παρατηρήτρια από την αρχή μέχρι το τέλος αυτής της τρομερής περιπέτειας από κράτησε έξι μήνες συνολικά κι είχε ως αποτέλεσμα να ιδρυθεί το «ανεξάρτητο κράτος του Μίνγκερ», με δική του ιστορία, ήρωες, θρύλους, σημαία, γλώσσα και αλφάβητο.
     Ενδιαφέρον ως προσωπικότητα έχει και ο Σαμί πασάς, ο βαλής/νομάρχης του νησιού (όταν κηρυχθεί ανεξάρτητο κράτος γίνεται πρωθυπουργός), που κάνει απελπισμένες προσπάθειες να φέρουν αποτέλεσμα τα μέτρα που επινοεί, σε μια κοινωνία διχασμένη. Διορισμένος πέντε χρόνια πριν, έξυπνος και μορφωμένος, παντρεμένος μεν, αλλά με τρυφερά ερωτικά συναισθήματα προς την ερωμένη του χριστιανή Μαρίκα, πέρασε από διάφορα αξιώματα κι εξακολουθεί να έχει φιλοδοξίες. Ο αναγνώστης λυπάται για το άδοξο και βασανιστικό τέλος του Σαμί πασά, που το επέβαλαν μετά από δίκη παρωδία οι ιδεολογικοί του αντίπαλοι, οι σεΐχηδες και χοτζάδες όταν πήραν την εξουσία υπό την ηγεσία του λαοφιλούς Χαμπντουλάχ εφέντ, του «αντίπαλου δέους» (είναι δύσκολο ν’ αγαπήσουμε ή να μισήσουμε τα πρόσωπα ενός βιβλίου Ιστορίας. Διαβάζοντας όμως μυθιστορήματα μπορούμε να νιώσουμε αυτά τα συναισθήματα. Για να μη στενοχωρήσουμε περισσότερο τους αναγνώστες μας που αγάπησαν (έστω λίγο) τον Σαμί πασά, δεν θα αναφερθούμε άλλο στον πόνο του, στις θλιβερές σκέψεις του όσο φανταζόταν κλεισμένος στο κελί του ότι θα τον συγχωρούσαν ο σεΐχης Χαμπντουλάχ ή ο Νιμετουλάχ, δεν θέλουμε να μιλήσουμε άλλο για τον φόβο που ένιωθε για τον θάνατο).
     Συμπαθητικό είναι και το ερωτικό ζευγάρι του βιβλίου, ο προοδευτικός, με ευρωπαϊκές τρόπον τινά ιδέες λοχαγός Κιαμίλ πασά (ήταν κι αυτός ιδεολόγος και δεν ήθελε να καλύπτουν οι γυναίκες υπερβολικά το κεφάλι τους και το πρόσωπό τους κατά τον αραβικό τρόπο. Μισούσε τους χατζήδες όταν παντρεύονταν τέσσερις γυναίκες, τους ηλικιωμένους πλούσιους όταν παντρεύονταν νεαρά κορίτσια) και η Ζεϊνέπ, κόρη δεσμοφύλακα που πέθανε από την αρρώστια. Μια ρομαντική σχέση αναπτύσσεται ανάμεσά τους, που επισφραγίζεται με έναν επίσης ρομαντικό θάνατο. Ο λοχαγός Κιαμίλ μέσα σε μια σύμπτωση συγκυριών ανακηρύσσεται διοικητής και στη συνέχεια ιδρυτής του ανεξάρτητου κράτους ενώ η αιφνίδια και σχεδόν ταυτόχρονη αποχώρηση από τη ζωή, τούς ηρωοποιεί και τους τοποθετεί μέσα στους θρύλους της ιστορίας του νησιού.
     Όπως είναι όμως φανερό εξαρχής, το κύριο βάρος της αφήγησης πέφτει στις κοινωνικές και ιστορικές/πολιτισμικές συνθήκες σε μια εποχή μεταβατική της οθωμανικής Ιστορίας. Στις αντιθέσεις πλούσιων και φτωχών, στην συνύπαρξη μορφωμένων Ελλήνων και συντηρητικών μουσουλμάνων (δεν είναι τυχαίο που οι περισσότεροι γιατροί είναι Έλληνες ή Γάλλοι), χριστιανών ορθόδοξων, καθολικών και ισλαμιστών, στην διαρκή παρουσία και την επιρροή των πρόξενων των ξένων δυνάμεων, τον ρόλο των δημοσιογράφων κλπ. επίσης, πολιτικο/κοινωνιολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εξάρτηση αυτού του τμήματος της παρακμάζουσας οθωμανικής αυτοκρατορίας από την κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης, τον πατισάχ Αμπντούλ Χαμίτ. Δέος προκαλούν οι ίντριγκες και οι μυστικές δολοφονίες, οι καχυποψίες οι άπειρες εκτελέσεις και οι απαγχονισμοί, η πάλη για την την διαδοχή της εξουσίας και την διατήρησή της (αξιοσημείωτο, π.χ., είναι ότι ο προπροπάππος Μεχμέτ Γ΄ εκτέλεσε δεκαεννιά αδέρφια του για να μην απειλήσουν την εξουσία του!!).
     Εντύπωση κάνει στον δυτικό αναγνώστη η δύναμη των «τεκέδων», των χώρων συνάθροισης των δερβίσηδων που ήταν κέντρα πολιτικής εξουσίας αλλά και η επιρροή τους στον κόσμο ήταν τέτοια που αντιστέκονταν στα μέτρα προστασίας, αδιαφορώντας για τα χιλιάδες θύματα της πανούκλας. Τέτοιος ισχυρός σεΐχης ήταν, όπως ειπώθηκε παραπάνω, ο πανίσχυρος Χαμπντουλάχ εφέντ, εχθρός της καραντίνας και ετεροθαλής αδερφός του επίσης ισχυρού και αδίστακτου Ραμίζ, υπ’ αριθμόν ένα ύποπτου για τη δολοφονία του Μποκόνφκι πασά (αυτοί οι άνθρωποι κάνουν τα πάντα για να δείξουν ότι οι χριστιανοί γιατροί είναι εχθροί, ώστε να ξεσπάσουν καβγάδες ανάμεσα στους χριστιανούς αι τους μουσουλμάνους). Σ΄αυτό το επίπεδο κινείται και η βασική σύγκρουση που περιγράφει η Μίνγκερ και έμμεσα ο Ορχάν Παμούκ, ένα μυστήριο που εξυφαίνεται και καθώς σιγά σιγά αποκαλύπτεται διακρίνει κανείς τις ιδεολογικές και ουσιαστικά τις πολιτισμικές διαφορές, σ΄αυτήν την μικρή κοινωνία, μικρογραφία των δυναμικών που αναπτύχθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα.
     Γιατί, δεν είναι τυχαίο ότι σ΄αυτό το μικρό, απομονωμένο, ξεχασμένο τμήμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας γεννήθηκε, μέσα από τις συγκρούσεις και τις εναλλαγές της εξουσίας η «εθνικιστική» συνείδηση των Μινγκεριανών, και κάτω από την πίεση των ακραίων συνθηκών θανάτου ξέσπασε η «Επανάσταση του Μίνγκερ»: οι εθνικιστές ιστορικοί που αρέσκονται να συγκρίνουν την ταπεινή «Επανάσταση του Μίνγκερ» με μεγάλα ιστορικά γεγονότα παρομοιάζουν τις επόμενες μέρες με την περίοδο τρομοκρατίας της Γαλλικής επανάστασης (!). Το ηρωικό ζευγάρι Κιαμίλ και Ζεϊνέπ γίνονται σύμβολα, ο διοικητής και μετέπειτα πρωθυπουργός του ανεξάρτητου κρατιδίου προωθεί τα μινγκεριανά, καταγράφεται η γλώσσα, φτιάχνουν αλφάβητο κι έπειτα από πολλές πολιτειακές μεταβολές το μινγκεριανό κράτος ανακηρύσσεται Δημοκρατία!
     Ο ίδιος ο Ορχάν Παμούκ, ο οποίος διώχτηκε από τον Ερντογάν γι αυτό το βιβλίο με την κατηγορία ότι προσβάλλει την τουρκική σημαία και τον Κεμάλ Ατατούρκ (κάποιοι βρίσκουν αναλογίες ανάμεσα στον Κεμάλ και τον Κιαμίλ (!!!)),σε συνέντευξή του στην Καθημερινή αναφέρει:
«το μυθιστόρημά μου αποτελεί ένα είδος αλληγορίας για την επινόηση και τη θεμελίωση των εθνών μετά την πτώση των μεγάλων αυτοκρατοριών».
Χριστίνα Παπαγγελή

Σάββατο, Οκτωβρίου 22, 2022

μεγαλώνοντας στη Θεσσαλονίκη, Αλκιβιάδης Τσαπούλης

     Βαθιά συγκίνηση μου προκάλεσε το βιβλίο αυτό, του οποίου ο συγγραφέας μού είναι όχι ακριβώς φίλος, αλλά ένα αγαπημένο πρόσωπο από το παρελθόν: υπήρξε για πολλά χρόνια ο γυναικολόγος μου, 
αυτός που με συνέτρεξε σε πολύ δύσκολες και πολύ προσωπικές στιγμές, μέσα στις οποίες συγκαταλέγονται και οι γέννες των δύο κοριτσιών μου.
     Ήταν λοιπόν ευχάριστη έκπληξη η πρόσφατη επικοινωνία μας μετά από πολύ καιρό, προκειμένου να έρθει στα χέρια μου το «Μεγαλώνοντας στη Θεσσαλονίκη, κατοχικά και μετακατοχικά». Το ενδιαφέρον μου ήταν διπλό: η βαθύτερη γνωριμία με έναν άνθρωπο που του οφείλω πολλά αλλά που κυρίως συμμετείχε σε κρίσιμες φάσεις/αποφάσεις της ζωής μου, και η βαθύτερη γνωριμία με την πόλη της Θεσσαλονίκης που εξ ορισμού είναι γητεύτρα και πλανεύτρα, και μάλιστα την μακρινή αυτή περίοδο των κατοχικών χρόνων.
     Ωστόσο, το βιβλίο είναι κάτι παραπάνω από μια απλή βιογραφία. Δεν είναι καν αυτοβιογραφία, όπως επισημαίνει με οξυδέρκεια ο συγγραφέας (π.χ. μπορεί να παραλείπονται ολόκληρες περίοδοι και σταθμοί κλασικοί στη ζωή του), αλλά μια απόπειρα καταγραφής των βιωμάτων που καθόρισαν τη συνολική ψυχική πορεία του συγκεκριμένου ανθρώπου, που ένιωσε την ανάγκη να συνοψίσει, να ανακεφαλαιώσει, να αναστοχαστεί το νόημα της ύπαρξής του. Μια ανασκόπηση που νοηματοδοτεί τον βίο, όπως θα’ πρεπε να κάνουμε όλοι συνέχεια στη ζωή μας, και που κάνουμε ίσως αναπόφευκτα όταν ο κίνδυνος ή ο Χρόνος μάς χτυπάει την πόρτα.
     Η καταγωγή και οι οικογενειακές καταβολές είναι αυτό όπου αρχικά προστρέχει ο καθένας μας προκειμένου να νιώσει τις ρίζες του, τη σύνδεσή του με το γήινο και με τον Χρόνο. Η πρώτη έκπληξη ήταν ότι και οι δυο προπάπποι ήταν Βλάχοι. Ο παππούς της μητέρας, Γιάννης Βογιατζής,από το Μοναστήρι («απίθανο Βαλκανικό καζάνι»), που τότε βέβαια ήταν υπό την οθωμανική κυριαρχία, κι έτσι υπήρχαν μέχρι τα νεότερα χρόνια παρακλάδια της πολυπληθούς οικογένειας στη Σερβία. Από την πλευρά του πατέρα, ο Δημήτριος Τσαπούλης (τσάπος =τράγος) από το Λιβάδι του Ολύμπου, το Κουτσολίβαδο. Ένας πλούσιος ζωοτρόφος, της εποχής εκείνης, ένας καουμπόη των Βαλκανίων, κινούμενος μέσα στην Τουρκο- Αλβανική επικράτεια/από κοντά και η μύηση στις Αδελφότητες και τις Μυστικές Εταιρείες τις ταγμένες στον Αγώνα για την ανεξαρτησία και την ένωση με τη μητέρα Ελλάδα. Ο συγγραφέας υπολογίζει ότι ο συνθήκες αλλά και ο χαρακτήρας του προπάππου του, που ήταν καρδιακός φίλος με τον γιατρό Θανάση Αστερίου -ηγετική φυσιογνωμία στον αγώνα για την ανεξαρτησία-, συμμετείχε στις εξεγέρσεις που προηγήθηκαν της ένωσης της Θεσσαλίας με την Ελλάδα, το 1881. Ο Δημήτριος Τσαπούλης μετά την ένωση της Θεσσαλίας δεν διάλεξε την προσφυγιά στη νότια Ελλάδα (το Λιβάδι έμεινε στην οθωμανική επικράτεια), αλλά μετοίκησε με τη πολυπληθή φαμελιά του στη Θεσσαλονίκη, όπου με τη ρευστοποιημένη, μεγάλη περιουσία οι απόγονοι έζησαν άνετα, τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 20ου αι., ιδρύοντας έναν αλευρόμυλο. Όταν πια η εβραϊκή επιχείρηση ΑΛΛΑΤΙΝΗ εκτόπισε τις μικρές αλευροβιομηχανίες, ίδρυσαν το ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΣΤΟ ΣΤΑΘΜΟ, που έγινε σύντομα κέντρο διερχομένων (αβίαστα μου προκύπτει η έμπνευση των παππούδων μου να κατευθύνουν τη βιοποριστική τους προσπάθεια ΣΤΟ ΣΤΑΘΜΟ, το πιο γραφικό αλλά και νευραλγικό σημείο της πόλης).
     Ο συγγραφέας αποδίδει τιμή σε όλους τους προγόνους που ακολούθησαν τον προπάππο (και αντίστοιχα βέβαια τους προγόνους της μητέρας), αναφέροντας ό, τι θυμάται και διασώζοντας την αντικειμενικότητα αναφέροντας σε ποιο βαθμό οι πληροφορίες είναι ελλιπείς. Και οι δύο κλάδοι της οικογένειας είχαν χρήματα και αρχοντικές καταβολές, τηρουμένων των αναλογιών. Η σκιαγράφηση των χαρακτήρων και των βίων συνοδεύεται από φωτογραφίες της εποχής. Παράλληλα με την ατμόσφαιρα του φευγαλέου που γευόμαστε κι εμείς οι αναγνώστες, καθώς βλέπουμε τις γενιές να διαδέχονται η μια την άλλη, τους άπειρους συγγενείς -και την άγνωστη έκβαση της τύχης τους πολλές φορές- δίνεται και ο παλμός της εποχής, εποχής χρωματισμένης με σημαδιακά γεγονότα: φυματίωση, μετανάστευση, πόλεμος, μεσοπόλεμος, Β’ παγκόσμιος, μετακομίσεις, οικονομικές καταστροφές. Και οι κοπέλες, οι κόρες της οικογένειας σκορπισμένες στον τόπο καταγωγής των συζύγων τους.
     Μέσα από τα σπίτια που αλλάζει η οικογένεια παρακολουθούμε και την μικροϊστορία της Θεσσαλονίκης: η πυρκαγιά του ’17 έδιωξε τους Τσαπούληδες από τα «ξύλινα Μακεδονίτικα και Τούρκικα» σπίτια, μετακόμισαν στην περιοχή του Αγίου Νικολάου (στο ίδιο σπίτι όπου είχε γεννηθεί ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ενώ μαθαίνουμε ότι εκεί κοντά μεγάλωσαν κι ο Κώστας Βουτσάς και Τάκης Κανελλόπουλος). Ακολουθούμε τον γέρο πια και παροπλισμένο παππού Αλκιβιάδη να κατηφορίζει μπροστά από το φαρμακείο του Γαβριήλ Πεντζίκη (και όσους συγγραφείς και ποιητές ήταν μαζωμένοι εκεί μέσα) για να κάνουμε στάση στο στιλβωτήριο του φίλου του Λάζου. Ήδη, έχει πια γεννηθεί ο αφηγητής και συνοδεύει τον παππού του στις στιγμές της ραστώνης και της ουζοκατάνυξης (αναρωτιόμουν, καθώς τόσο λίγα ήξερα για τη ζωή του, τι να ονειροπολούσε ο γέρος, οπού να’ τρεχε ο λογισμός του, ποιες μνήμες, ποιες εικόνες και από πού τάχα τις ανακαλούσε. Ωστόσο, τις περισσότερες φορές είχα τη βεβαιότητα ότι τίποτα από όλα αυτά δεν συνέβαινε· ο παππούς παραδίδονταν στο τίποτε, όπως παραδινόμαστε στον ήλιο, στη θάλασσα, στη μουσική ή σε μια ωραία οπτασία). Στο «ευρύχωρο πρατήριο του Μπουτάρη, γεμάτο αναθυμιάσεις οινοπνευματωδών ποτών με εξάρχουσα τη μυρωδιά της ρακής», ο μικρός εγγονός κουβάλαγε στον παππού του νταμιτζάνα στο μισό του μπόι γεμάτη με ρακή.
     Καθώς όμως μεγαλώνει και πλησιάζει ο πόλεμος, οι επιχειρήσεις των παππούδων παρακμάζουν, ο πατέρας φεύγει για το μέτωπο (πέμπτη φορά στη ζωή του που ντύνονταν στα χακί) και η οικογένεια μετακομίζει σε μικρότερο σπίτι της οδού Μενελάου. Στη συνέχεια, λόγω των βομβαρδισμών καταφεύγουν στις Κονίστρες Ευβοίας, με την εκτεταμένη οικογένεια της μητέρας και του παππού Γιάννη (άλλον πάτερ-φαμίλια). Μια περίοδος έξι μηνών που ο συγγραφέας καταγράφει ως «η πιο μακρά περίοδος εξοχικής, και μοναδική περίοδο αγροτικής ζωής, που είχα στη ζωή μου». Επιστρέφοντας από την Εύβοια (δύσκολο κι επεισοδιακό ταξίδι λόγω πολέμου), επειδή η οικογένεια είχε ξενοικιάσει στη Μενελάου, κατέφυγαν συν γυναιξί και τέκνοις στο εργοστάσιο χρωμάτων του ίδιου πολυμήχανου παππού, του Γιάννη -δεν είναι τυχαίο ότι τον λένε Βογιατζή/Μπογιατζή-, στην άνω Τούμπα (που κατά τις περιγραφές του συγγραφέα ήταν εξοχή ακόμα). Είναι πραγματικά αξιομνημόνευτες οι αναμνήσεις αυτού του «παιδικού παραδείσου» (φυσικά θαυμάζω πόσο μαλακιά κι εγχάρακτη μπορεί να είναι η μνήμη ενός εξάχρονου παιδιού), που αφορούν όχι μόνο την υπέροχη φύση και τα παιχνίδια, αλλά και την ανεξίτηλη επαφή με τους μεγαλύτερους νεαρούς της οικογένειας (θείους και θείες). Αργότερα, το αρχοντικό των Βογιατζαίων, στη σκιά του Άη Δημήτρη, φιλοξενεί την πυρηνική οικογένεια και αργότερα, ως τελευταία διαμονή πριν όλοι σχεδόν μετακομίσουν στην Αθήνα, η κεντρική κατοικία γωνία Τσιμισκή και Αριστοτέλους. Αντικείμενα- κειμήλια συνοδεύουν τις μνήμες του συγγραφέα, όπως το «αθάνατο, ελβετικό ρολόι», δώρο του παππού του το 1947, το γραφείο από ξύλο λεμονιάς.
     Μέσα από τα μάτια του συγγραφέα, που είναι ακόμα παιδί, βλέπουμε την αναχώρηση των Γερμανών από τη Θεσσαλονίκη, τον Οκτώβριο του 1944 (είχα ένα αίσθημα για εκείνους τους Γερμανούς που σέρνονταν πάνω στην Εγνατία Οδό, ότι ήταν περισσότερο νεκροί παρά ζωντανοί ή ότι σε κάθε περίπτωση βάδιζαν στον σίγουρο όλεθρό τους) και τη σύντομη περίοδο που επικράτησε στην ελεύθερη Θεσσαλονίκη το ΕΑΜ, μέχρι τη συμφωνία της Βάρκιζας. Οι οικογενειακές ατυχίες που ακολούθησαν όταν ελευθερώθηκε πια η Θεσσαλονίκη, η παραίτηση του πατέρα από τη θέση του δημόσιου υπαλλήλου , η συμμετοχή στην επιχείρηση του παππού, η επακόλουθη οικονομική πτώση χρόνια μετά διαλύει τους συνεκτικούς δεσμούς που είχαν όλες οι οικογένειες τα χρόνια εκείνα.
     Στην οικογενειακή ιστορία σημαίνοντα και πολύ εξέχοντα ρόλο για τη διαμόρφωση κι ενηλικίωση του ήρωα είχε η παρουσία της κυρα- Δέσποινας, στην οποία αφιερώνεται ειδικό κεφάλαιο, με αφηγήτρια την ίδια. Η Δέσποινα Σύρμου, προσφυγοπούλα από το Αϊδίνι, με μπόλικο τσαγανό και πηγαία αγάπη για τη ζωή, για τα παιδιά, για τη δουλειά της είχε μια μοναδική προσωπική ιστορία (μια από τις πάμπολλες τραγωδίες της ιστορικής συγκυρίας). Αριστερή («Δηλαδή κομμουνίστρια;» έκανε η μάνα μου ταραγμένη), μπήκε οικονόμος και παραμάνα των παιδιών στο σπίτι των Τσαπουλαίων (χαρακτηρισμοί όπως υπηρεσία, υπηρέτρια, δούλα να μην ακούγονται στο σπίτι μας). Πολιτικοποιημένη, πιστή σ΄έναν «αυτοσχέδιο κομμουνισμό», ερχόταν σε αντιπαράθεση πολιτική με τον προέφηβο συγγραφέα, ο οποίος τότε δήλωνε δεξιός, πατριώτης και θρήσκος (Εκείνη περηφανεύονταν ότι ήταν λαϊκιά, εγώ παρίστανα τον αστό «αριστοκράτη»). Η εμβόλιμη ιστορία/αφήγηση της Δέσποινας είναι καθηλωτική, καθώς και η υποστήριξή της μέχρι αυτοθυσίας στον «ανεξαγόραστο» κύριο Παγιανό, αριστερό που τον εξόρισαν στην κόλαση του Άι- Στράτη.
     Ευρηματικός είναι και ο τρόπος με τον οποίο αποδίδονται και τα σχολικά, τα γυμνασιακά χρόνια στο Πειραματικό Θεσσαλονίκης: μια επιστολή που έγραψε, ώριμος πια ο συγγραφέας στον αγαπημένο του δάσκαλο, ανεπίδοτη μεν, πολύ γλαφυρή όμως, συγκινεί τον αναγνώστη με τα μικρά και μεγάλα επεισόδια που ανασύρει το μνημονικό, και που μπορεί να είναι σημαντικά μέσα στην ασημαντότητά τους ακριβώς επειδή τα απαθανατίζει η μνήμη. Σκιαγραφείται ένας πολύ ενδιαφέρων χαρακτήρας, με τα πάθη και τις αντιφάσεις του, καθώς και η χαρακτηριστική φιγούρα του «ιερού τέρατος», του διευθυντή Ιω. Ξ., κυρίως όμως μια εποχή μοναδική με τα ήθη της, τις αξίες της, τις αγωνίες και τις χαρές της: ο λαθραίος ποδοσφαιρικός αγώνας με το Ανατόλια· η θεατρική παράσταση στην επέτειο του ΄21 με έργο που έγραψαν οι ίδιοι οι μαθητές (στην περίπτωση ο συγγραφέας)· η σχολική εκδρομή στο Άγιο Όρος και τέλος, η μεγάλη εκδρομή των τελειόφοιτων στην Πελοπόννησο. Σπαρταριστά επεισόδια, στιγμές συγκίνησης κι ένα μεγάλο έμμεσο -και άμεσο- ευχαριστώ στον «μεγάλο και μοναδικό δάσκαλο» (μου έλειψε ο δάσκαλος μετά από σας. Τον αναζήτησα στις μετέπειτα σπουδές μου, στην επιστημονική μου θητεία, στην επαγγελματική, ας ήταν οπουδήποτε. Κι αν χρειαζόμουν έναν δάσκαλο στην επιστήμη που διάλεξα!)
    Με την ίδια επιλεκτική μέθοδο παρακολουθούμε τα φοιτητικά χρόνια, την οδύσσεια του φοιτητή της ιατρικής (και όχι μόνο!) να περάσει την εποχή εκείνη π.χ. το μάθημα ανατομίας (δίνονταν σημειώσεις χωρίς καν ένα σχέδιο ανατομικό)· τα εργαστήρια με τα δυσεύρετα πτώματα και τα οστά που κροτάλιζαν μέσα σε ετοιμόρροπες βαλίτσες για να μελετήσει ο φοιτητής· τις απίστευτες προφορικές εξετάσεις στον καθηγητή-σφαγέα, όπου περνούσες συνήθως κατά σύμπτωση· το μάθημα Ζωολογίας με τους στρυφνούς επιστημονικούς όρους, η μάταιη παρακολούθηση και τα άθλια τεφτέρια (δεν υπήρξε φοιτητής που να μη ναυάγησε μέσα στην παράλογη πολυπραμοσύνη και την ασάφεια του πονήματος).
     Και η φοιτητική ζωή περιγράφεται με αδρές γραμμές, με τις εξόδους, τη «γλώσσα της Πεταλούδας» (ιδιόλεκτος νεανική της εποχής), τις βόλτες στην παραλία. Είναι η ηλικία της πολιτικής συνειδητοποίησης, των ατέλειωτων συζητήσεων και αναζητήσεων. Δύο επεισόδια πολύ χαρακτηριστικά ξεχωρίζουνε αυτήν την περίοδο. Γιατί όπως είπαμε, ο συγγραφέας επιλέγει να αποδώσει παραστατικά με κάποιες πινελιές ανεξάλειπτα, και γι αυτό πολύτιμα περιστατικά. Που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για τον αναγνώστη.
     Με τον ίδιο τρόπο βλέπουμε και στο κεφάλαιο «Ένας έρωτας», την ερωτική περιπέτεια του πιο ώριμου πλέον αφηγητή (απόφοιτου και στρατευμένου, πριν την ειδικότητα) με την Τάνια. Με αφοπλιστική ειλικρίνεια καταγράφει ο συγγραφέας τα συναισθήματα, τις διακυμάνσεις, τις αγωνίες, τις περιπέτειες που έζησε κοντά σ’ αυτό το νέο πρόσωπο, έναν όμορφο άνθρωπο με τον οποίο αγαπήθηκαν, αλλά βίωσαν και την οδύνη του χωρισμού. Εδώ μάλιστα ακολούθησε και συγγραφικό τέχνασμα: το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης το ανέλαβε, σε γ΄ενικό, ο φίλος του ο Γιάννης που γνώρισε καλά τον Άλκη μέσα από ατέλειωτες νυχτερινές εξομολογήσεις (και όχι μόνο), αλλά και την Τάνια.
     Ο χρόνος συμπυκνώνεται προς το τέλος του βιβλίου, καθώς παρακολουθούμε την πορεία και την έκβαση των αγαπημένων προσώπων σχεδόν μέχρι σήμερα. Κορυφαία στιγμή, ο εκτενής μονόλογος της Τάνιας μετά από χρόνια, που συνοψίζει τη γραμμή βαθιάς επικοινωνίας με τον Άλκη (βλέπω ότι εξακολουθείς να φοβάσαι και τώρα αυτό που έτρεμες τότε. Μήπως κάποια στιγμή η τέχνη υποκαταστήσει τη ζωή σου). Αποκαλύπτονται έτσι, με εύσχημο και έμμεσο τρόπο, οι καλλιτεχνικές ανησυχίες (και επιδόσεις) του συγγραφέα, ενώ το τελευταίο ταραχώδες και αγχωτικό επεισόδιο με την περιπέτεια του ληγμένου διαβατηρίου στην Νέα Υόρκη αναδεικνύει μια φράση, κατά τη δική μου κρίση, «κλειδί» στην προσωπικότητά του:
     Ζήτησα από την Αγγέλα, ως έσχατη γραμμή άμυνας, να επιλέξουμε την αξιοπρέπεια.

Χριστίνα Παπαγγελή

Τρίτη, Νοεμβρίου 09, 2021

Χαμένες ταυτότητες, Ρεζά Γκολαμί

     Ο Ρεζά Γκολαμί  είναι Αφγανός στην καταγωγή, κάτοικος της Ελλάδας από το 2006 και Έλληνας πολίτης από το 2016. Σήμερα είναι 43 χρονών και έχει εστιατόριο στα Εξάρχεια με αφγανική κουζίνα. Στο σύντομο αυτό βιβλίο μάς αφηγείται τη δύσκολη και τεθλασμένη πορεία από μια συνεχή προσφυγιά που ξεκίνησε από τα 8 του χρόνια, μέχρι να μπορέσει να φτιάξει ξανά μια ζωή με αξιοπρέπεια, παγιώνοντας τη διπλή του ταυτότητα: δεν ξεχνά το παρελθόν, αλλά ζει πια και νιώθει ελεύθερος στην Ελλάδα (οι δυο μου ταυτότητες και κουλτούρες φέρνουν αναστάτωση στη ζωή μου, όπως και οι εσωτερικές συγκρούσεις και οι ευθύνες που αναλαμβάνω ύστερα από την ενσωμάτωσή μου στην ελληνική κοινωνία).
     Πρόκειται για μια -ακόμη- συγκλονιστική μαρτυρία∙ για μια τραγική ιστορία με πολύ πόνο και αίμα, από τις χιλιάδες που έζησαν οι συμπατριώτες του στη δύσκολη εποχή της ενηλικίωσής του, στην πολυτάραχη Καμπούλ. Γιατί ο Γκολαμί γεννήθηκε το 1988, την εποχή που έληξε ο σοβιετο-αφγανικός πόλεμος –ουσιαστικά εμφύλιος(1989), ενώ όταν γίνεται 8 χρονών, το 1996, τα σοβιετικά στρατιωτικά στρατεύματα αποχωρούν ενώ οι Ταλιμπάν παίρνουν την εξουσία επιβάλλοντας τον ισλαμικό νόμο, τρομοκρατία και υπακοή
έργο του Αφγανου Hafiz Pakzad 

     Μέσα από την εξιστόρηση του Ρεζά Γκολαμί, έχουμε την ευκαιρία να διατρέξουμε την ιστορία αυτής της χώρας που επιβιώνει χιλιετίες τώρα, και την πολιτική ζωή των τελευταίων χρόνων του 20ου αι. που έφεραν τη χώρα στο σήμερα. Βλέπουμε την θλιβερή φθορά ενός πολιτισμού πολύ αξιόλογου, του οποίου παίρνουμε γεύση από τα λόγια του παππού του∙ λόγια που γράφονται ανεξίτηλα στην παιδική ψυχή, παρόλο που ο παππούς σκοτώνεται μπροστά στα μάτια του, από πύραυλο που άνοιξε… κρατήρα στην αυλή (βομβαρδισμό των Ταλιμπάν που παίρνουν την εξουσία το 1996). Η βία που έχει ήδη ξεκινήσει από το 1994, έρχεται σε χτυπητή αντίθεση με τις εικόνες ειρήνης και ηρεμίας(βλ. χαρταετοί στον ουρανό της Καμπούλ) που θυμάται ο πολύ μικρός σε ηλικία Ρεζά (οι απαγωγές παιδιών είναι καθημερινό φαινόμενο/δεν ξέρεις τι γίνεται; Παίρνουν παιδιά και τα σκοτώνουν, πουλούν τα όργανά τους ή τους «τοποθετούν» ναρκωτικά προκειμένου να τα μεταφέρουν στο Πακιστάν). Η ζωή με τους Ταλιμπάν είναι αβίωτη, η φτώχεια απροσπέλαστη, τα σχολεία μισογκρεμισμένα, κρεμούν στις πλατείες όσους ασχολούνται με την πολιτική. Η πρώτη διέξοδος, στην οποία κατέφυγαν και οι αδερφοί του Ρεζά ήταν το Ιράν αλλά και ο ίδιος στην ηλικία των 8 ετών, μετά τον θάνατο της μητέρας από έλλειψη ξεκινά για το Πακιστάν, όπου θα βρει την αδερφή του.
     Οι εικόνες των βιασμών και των βασανιστηρίων στην «έξοδο» από τη χώρα στοιχειώνουν το μικρό παιδί για πολύ καιρό. Στο Πακιστάν, τον ρόλο του εμψυχωτή στο δύσκολο ξεκίνημα παίζει ένας φωτισμένος δάσκαλος, που αντιλήφθηκε την αγάπη του μικρού για την ιστορία. Όμως κάποια μέρα κι αυτός "εξαφανίστηκε" για λόγους πολιτικούς. Παρόλ’ αυτά, ο μικρός Ρεζά (Ασράφ;) πηγαίνει σχολείο μέχρι τη Δευτέρα γυμνασίου (αποκτώ γνώσεις και ενημερώνομαι για πολιτικά ζητήματα) και δουλεύει μέχρι τα δεκατρία του, στέλνοντας λεφτά στην οικογένεια στην Καμπούλ. Και το Πακιστάν όμως, όπως και το Ιράν αποδεικνύονται επικίνδυνοι τόποι για τους Αφγανούς. Με την εισβολή των αμερικάνων, η ελπίδα επιστρέφει και μαζί της και χιλιάδες Αφγανοί επιστρέφουν στην πατρίδα.
    Όμως τα πράγματα τώρα (2001-3) είναι πολύ αλλιώτικα (ακόμα δεν έχω συνειδητοποιήσει αν είναι καλύτερα ή χειρότερα απ΄ό, τι ήταν πρώτα. Το σίγουρο είναι ότι δεν πέφτουν πια οι βόμβες βροχή). Στην Καμπούλ κυριαρχεί το χρήμα, η διαφθορά κι ο φανατισμός. Η φτώχεια, το μίσος και ο τρόμος και στην πιο καθημερινή εκδήλωση, γιατί το ότι έφυγαν οι Ταλιμπάν ήταν μόνο στα λόγια, στην πράξη δεν έφυγαν όλοι (όχι, δεν έφταιγε μόνο η κυβέρνηση, αλλά ακόμα και η ίδια η κοινωνία, που τα τελευταία χρόνια είχε διαποτιστεί με ακραίες απόψεις).
     Ξανά στην προσφυγιά (15 χρ.), στο Ιράν αυτή τη φορά, στον αδερφό, και τα κουτσοκαταφέρνει πιάνοντας αμέσως δουλειά 12ωρο τη μέρα, μέχρι που συλλαμβάνουν τον αδερφό για να τον απελάσουν (το 2005 οι Ιρανοί διώκουν τους Αφγανούς). Στη συνέχεια, μέσω Τουρκίας όπου επικρατούσε ο φόβος των βασανισμών φεύγουν με φουσκωτό για Ελλάδα (η απελπισία είναι ό, τι χειρότερο υπάρχει σ’ αυτή τη ζωή).
     Στο Κέντρο Κράτησης Παγανής στη Μυτιλήνη, νέες δοκιμασίες περιμένουν τους συνταξιδιώτες. Τα προβλήματα τώρα είναι τα γνωστά: πρώτα πρωτα της επιβίωσης, της άδειας παραμονής («Σε ένα μήνα πίσω στο Αφγανιστάν»), το οικονομικό, το εργασιακό, και βέβαια ο γνωστός ρατσισμός. Όμως η καλή τύχη, η προθυμία και η θετική στάση του Ασράφ/Ρεζά, αλλά κυρίως η πολλή δουλειά, η εξυπνάδα του και η επιμονή του τον βοήθησαν όχι μόνο να μάθει ελληνικά, αλλά να τελειώσει το ελληνικό σχολείο, και να δώσει πανελλαδικές. Η άδεια παραμονής δεν ήταν εύκολο πράγμα (πέντε χρόνια αναμονής), κατάφερε ωστόσο να πάρει την ελληνική υπηκοότητα το 2016 και να δουλεύει ως διερμηνέας σε ΜΚΟ. Σήμερα είναι και πρόεδρος της αφγανικής κοινότητας όπου εκδίδουν και εφημερίδα.
     Το βιβλίο δεν είναι κανένα χορταστικό μυθιστόρημα, δεν έχει «λογεχνική επεξεργασία»∙ είναι μια λιτή μαρτυρία, ενδεικτική της τραγωδίας που περνούν τόσοι και τόσοι πρόσφυγες τα τελευταία χρόνια, μια Οδύσσεια αναζήτησης της χαμένης ταυτότητας, ή μάλλον μιας νέας ταυτότητας.
     Αξίζει να δείτε τον Ρεζά Γκολαμί στο  βίντεο. Είναι ένας γλυκός άνθρωπος, που παρόλες τις πολύ σκληρές συνθήκες από πολύ μικρή ηλικία (δεν έζησα ποτέ σαν παιδί), αποπνέει όχι μόνο δύναμη και αγάπη, αλλά και σοφία.


Χριστίνα Παπαγγελή

Τρίτη, Απριλίου 28, 2020

Οι αγραυλούντες, Χρήστος Μαλεβίτσης

Πού πήγατε άγιες μέρες της ζωής μου;
Ποια ποτάμια σας παρέσυραν μακριά μου για πάντα;
Κρατώ τη μνήμη σας, επιστρέφω στα μεσημέρια σας,
 στις αρχαίες μέριμνες που σας εστόλισαν με τη φροντίδα τους,
νυφούλες του χαμού.
Μια νυχτερινή «αγραυλία», σε αμμόλοφο δίπλα στη θάλασσα μια αυγουστιάτικη βραδιά είναι το σκηνικό της συνάντησης πέντε φίλων, τεσσάρων ανδρών και μιας γυναίκας, που ξεδιπλώνουν διαλογικά τη διαφορετική τους θεώρηση απέναντι στο Νόημα της ζωής∙  στη Ζωή, στον Έρωτα και στον Θάνατο. Δεν είναι σκόπιμο να κατατάξει κανείς το βιβλίο σε κάποια από τις γνωστές κατηγορίες, αν όμως γνωρίζει το έργο και τη σκέψη του Χρήστου Μαλεβίτση, θα έλεγε ότι πρόκειται για ένα «φιλοσοφικό μυθιστόρημα» (κι αυτό για να προσανατολιστεί ο ανίδεος αναγνώστης), αποδίδει δηλαδή στο ακέραιο αλλά με πρωτότυπο τρόπο μια συγκροτημένη φιλοσοφική κοσμοθεωρία, και η λογοτεχνική-θεατρική σκηνή είναι το πιο κατάλληλο όχημα για να την μεταγγίσει.
Γιατί είναι το πιο κατάλληλο όχημα; Γιατί στο έργο αυτό συμμετέχουν πρόσωπα ως ιδιαίτερες και μοναδικές προσωπικότητες, και το πρόσωπο είναι ο φορέας του πνεύματος ή μάλλον στο Πρόσωπο γίνεται η αποκάλυψη του πνεύματος, όπως ακριβώς διευκρινίζεται  από τον φιλόσοφο στην πορεία του έργου. Θα ήταν επομένως πολύ πιο στείρο να διατυπωθούν σε στεγνό θεωρητικό λόγο οι διαφορετικές προσεγγίσεις στην Αλήθεια, παρά να ζωντανέψουν μπροστά μας μέσα στην αδρή ύλη –όπως και έγινε- από τις διαφορετικές συνειδήσεις που εκπροσωπούνται στο έργο αυτό∙ με ψυχική ορμή, με συγκίνηση, πάθος, ονειροπόληση, αλλά και με διαφωνίες/συγκρούσεις μεταξύ τους ∙ όπου φυσικά όχημα επικοινωνίας είναι και πάλι ο Λόγος στις διάφορες εκφάνσεις του (Ιωάννης: Δεν είναι λέξεις, είναι συμβαίνοντα), παρόλο που διευκρινίζεται απ’ όλους σχεδόν τους ομιλητές ότι ο λόγος δεν μπορεί να αποδώσει το «άρρητο». Μέσα από το Πρόσωπο μεταδίδεται άμεσα στον αναγνώστη η αγωνία του πάσχοντος ανθρώπου, που πασχίζει όχι μόνο να δώσει απαντήσεις στα υπαρξιακά ερωτήματα στα οποία σκοντάφτει η μοναδική ζωή του, αλλά και να διατηρήσει ακέραιη την εσωτερικότητά του (πράγμα που από μιαν άλλη οπτική, σημαίνει πιστότητα στην αποκάλυψη της ουσίας του, όπως επισημαίνει ο Χρύσιππος).
Έτσι λοιπόν, οι πέντε αυτές διαφορετικές προσωπικότητες εκφράζουν και διαφορετικές οπτικές του κόσμου, διαφορετικά βλέμματα, και καθεμιά υπερασπίζεται με σθένος τη δική της ματιά. Όπως λέει ο «φιλόσοφος» Χρύσιππος καθώς τους υποδέχεται γεμάτος χαρά «σ’ αυτό το ακρωτήρι του κόσμου», είτε είναι τα μάτια του Κέβη τα ερευνητικά, είτε είναι τα μάτια του Λάχη τα ποιητικά, είτε τα μάτια της Βιλιτώς τα αγαπητικά, είτε πρόκειται για τα μάτια του Ιωάννη τα μυστικά, δεν χορταίνουν να βλέπουν, να αγαπούν, να απορούν και να θαυμάζουν.
Ακούμε επομένως τον Κέβη τον επιστήμονα, τον Λάχη τον ποιητή, τον Χρύσιππο τον φιλόσοφο, τον Νικία τον προφήτη (γίνεται αναφορά αλλά είναι απών), και τον Ιωάννη τον μυστικό καθώς εξελίσσεται ο διάλογος μεταξύ τους, αλλά και όλων με τη Βιλιτώ που εκφράζει το θηλυκό στοιχείο, συμμετέχει όχι με μονολόγους αλλά με καίριες παρατηρήσεις και με τον χορό της, ενώ ξεσηκώνει ερωτικά συναισθήματα σχεδόν σε όλους. Εννοείται ότι αυτή η σχηματοποίηση είναι τυπική, εφόσον δεν υπάρχουν στεγανά μέσα στο ψυχικό ρευστό του καθένα (όλοι μας έχουμε τον ποιητή, τον φιλόσοφο ή το θηλυκό/αρσενικό στοιχείο κλπ μέσα μας σε μικρό ή μεγάλο βαθμό- έτσι θα δούμε τον Χρύσιππο π.χ. να μιλά και ποιητικά, ή τον Ιωάννη να μιλά και ορθολογικά).
Η δομή επίσης είναι αξιοπρόσεκτη, εφόσον  υπάρχει το στοιχείο του εγκιβωτισμού. Όλο το έργο είναι  το συγκεντρωμένο υλικό από την ολονυχτία, που το κατέγραψε ο Λάχης και το στέλνει μετά από χρόνια, μαζί με μια αρχική επιστολή στον Κέβη (ο Κέβης θα απαντήσει στο τέλος του βιβλίου). Ο Λάχης, δηλαδή ο συγγραφέας, επέλεξε  να χτισει το κείμενό του δίνοντας τη διάρθρωση του αρχαίου δράματος (τραγωδίας και κωμωδίας): έτσι έχουμε την «πάροδο» (ένα είδος «εισαγωγής»), τα «στάσιμα» (αντανάκλαση της «σκιάς» κάθε προσώπου στο θηλυκό στοιχείο, που το εκπροσωπεί η Βιλιτώ), τα «επεισόδια», όπου ουσιαστικά ξετυλίγεται ο φιλοσοφικός διάλογος και την "έξοδο".
Η έσχατη αλήθεια – το «συμπαγές νόημα»
Δεν είναι τυχαίες οι κουβέντες, δεν είναι ακυβέρνητος ο διάλογος. Υπάρχει κάποιο κεντρικό θέμα γύρω από το οποίο περιδινίζεται, και τίθεται εξαρχής απ’ τον φιλόσοφο της παρέας, τον Χρύσιππο: Προτείνω ο καθένας με τη σειρά του να αναπτύξει με τον τρόπο του το θέμα που ήδη αρχίσαμε, δηλαδή την αλήθεια σε σχέση με την ύπαρξη του ανθρώπου. Και αυτά υπό την προοπτική του εσχάτου. Έχοντας ήδη από τις πρώτες κουβέντες διαπιστώσει ότι ο καθένας διαφορετικά αντιλαμβάνεται την Αλήθεια (μετά τον έντονο διάλογο Ιωάννη –Χρύσιππου), ο Χρύσιππος σπεύδει να διευκρινίσει: ως έσχατο εννοώ τον τελευταίο όρο κάθε κοσμοαντίληψης, μέχρι και το άνευ όρων/όπου ο καθένας μας καλείται να προσκομίσει τα έσχατα επιχειρήματα που διαθέτει.
Για τον -επιστήμονα- Κέβη, η έσχατη αλήθεια είναι η αρράγιστη επιστημονική, και η κοσμοθεώρηση εμπειρική/υλιστική. Η αλήθεια είναι μια και αντικειμενική, μόνο που η επιστήμη δεν έχει προλάβει να διατυπώσει όλο το εύρος της πραγματικότητας, ενώ οντολογικώς έγκυρο είναι μόνο το εμπειρικό, το υλικό και ενεργειακό σύμπαν. Το  παν είναι μετρήσιμο, μόνο που ο άνθρωπος δεν μπόρεσε ακόμα να μετρήσει τα πάντα. Κάθε πίστη θρησκευτική, ή φιλοσοφική κλπ εξαρτάται από τις υλικές συνθήκες που τις γέννησαν, επιμένει, διατυπώνοντας έτσι ουσιαστικά τη μαρξιστική ή μάλλον υλιστική διαλεκτική φιλοσοφία. Οι ταξικές κοινωνίες μυστικοποιούν και ιεροποιούν τις παραγωγικές σχέσεις αλλοτριώνοντας τις συνειδήσεις για να χειραγωγούν τους πολίτες. Ο ορθολογισμός διαλύει όλες τις μυστικιστικές και θρησκευτικές/μεταφυσικές  αφέλειες και σκοπός του ανθρώπου είναι η ευτυχία, η σιγουριά κι η ασφάλεια που θα τις εξασφαλίσει ο επιστημονικός λόγος παρέχοντας όχι μόνο υλικά αγαθά για το σώμα, αλλά και την ψυχή και το πνεύμα του.
Αυτός που αντιδρά άμεσα στις θεωρίες του Κέβη περί αληθείας, είναι ο Χρύσιππος (δεν είναι τυχαίο που είναι ο «φιλόσοφος» της συντροφιάς):  Ωραία είναι η αλήθεια του Κέβη, κι εύχεται να «ζήσει αρκετές χιλιάδες χρόνια για να τη μάθει», αλλά εκείνος θέλει «να γνωρίζει την αλήθεια της ύπαρξής του προτού πεθάνει» (επειδή κάθε ύπαρξη ολοκληρώνεται νοηματικά όσο ζει/ο κόσμος διαθέτει ένα πλήρες νόημα στο βαθμό που η ζωή του κάθε ανθρώπου αποκτά ένα πλήρες νόημα). Αν το σύμπαν δεν συνειδητοποιείται, δεν υπάρχει. Ο πλούτος του Κέβη είναι καλοδεχούμενος αλλά δεν φέρνει οπωσδήποτε χαρά , φέρνει ευμάρεια -όχι όμως ευτυχία. Η αλήθεια του Κέβη δεν σώζει τον άνθρωπο από την υπαρξιακή ένδεια, από την αγωνία του ζην (σου αναιρεί η αλήθεια σου, Κέβη, το μηδέν που ροκανίζει την ύπαρξή σου από κάθε της πλευρά;). Η αλήθεια η επιστημονική δεν αγγίζει τα έσχατα όρια του ανθρώπου, ενώ εξετάζει την ηθική, τη φιλοσοφία, τη θρησκεία, την αισθητική σαν αντικείμενα της ιστορίας, όχι σαν αυτοτελή «υποκείμενα». Στη διαμαρτυρία του Κέβη ότι η επιστημονική αλήθεια υπερβαίνει τις άλλες γιατί τις ερμηνεύει, ο Χρύσιππος ανταπαντά  ότι η επιστημονική γνώση εξώθησε τον χώρο του μυστηριακού προς τα όριά του ή τον εξαφάνισε παντελώς. Ο 20ος αιώνας επέτρεψε την κυριαρχία του επιστημονισμού, και θεώρησε την υλικότητα του κόσμου αυτονόητη, αλλά ο ορίζοντας του πνεύματος δεν τη θεωρεί αυτονόητη, κι αυτή είναι για τον Χρύσιππο η κρίσιμη διαφορά. Η «βαθιά συναίσθηση μιας αιωνιότητας» είναι σημάδι της αποκάλυψης του πνεύματος, ενώ η τεχνολογική εξέλιξη αποστέρησε τον κόσμο από την ιερότητά του. Ωστόσο, ουσία μου είναι ό, τι αποκαλύπτει τα βαθύτερα στρώματα της ύπαρξής μου, που συνδέονται άμεσα και με το βαθύτερο νόημα του υπάρχοντος.  Σ’ αυτές τις κουβέντες ο Κέβης αντιδρά έντονα κατηγορώντας όλους για λεξιθηρία και λεξιλαγνεία (οι όροι που χρησιμοποιείς -αγκαλιά, διάνοιξη πνεύματος, άβυσσος- είναι χωρίς αντίκρισμα), ενώ γι’ αυτόν οι φιλόσοφοι είναι σαν τους μάγους της πρωτόγονη φυλής (φτιάχνετε ωραία αγάλματα. Ύστερα όμως τα ερωτεύεστε σαν τον Πυγμαλίωνα).
Για τον Χρύσιππο αλλά και για του υπόλοιπους εκτός του Κέβη, ο επιστημονισμός κινείται οριζόντια. Χωρίς να παραγνωρίζει τη σημασία της ταξικής διάρθρωσης και  των υλικών συνθηκών στη «διαύγαση» της συνείδησης, τονίζει ότι το ουσιώδες είναι άχρονο, αποκαλύπτεται στον άνθρωπο για μια μόνο στιγμή (μια κάθετη τομή στον οριζόντιο χρόνο) και διανοίγει τη συνείδηση έτσι, ώστε ωθεί τον άνθρωπο σε άλμα ποιοτικό. Άλλωστε, τα  δομικά στοιχεία της ανθρώπινης προσωπικότητας δεν περιλαμβάνουν μόνο το κοινωνικό αλλά και το μεταφυσικό στοιχείο (η ανάγκη του ανθρώπου για δικαιοσύνη, όχι μόνο κοινωνική αλλά και μεταφυσική, για ηθική ολοκλήρωση, για επαφή με την αιωνιότητα, για την υπέρβαση των ορίων της εγκοσμιότητας, η αίσθηση του ιερού, του ωραίου, του αληθινού, το σκάνδαλο του θανάτου του προσώπου, το αίτημα για αγάπη, η πνευματική κατάφαση της υπάρξεως του ανθρώπου και του κόσμου με οποιαδήποτε μορφή «σωτηρίας», η συναίσθηση των ορίων που δημιουργεί ροπές υπερβάσεως δια μέσου της φιλοσοφίας, της θρησκευτικότητας, της ποίησης –όλα αυτά είναι δομικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου ως ανθρώπου και όχι του «ταξικού» ανθρώπου∙ υπάρχουν όσο υπάρχει άνθρωπος).
Οι αντιπαραθέσεις- διαφωνίες οδηγούνται από τον ορθολογιστή Κέβη στο κοινωνικό επίπεδο (περί εξουσίας, περί παιδείας/εκπαίδευσης, περί ιδεαλισμού και αλλοτρίωσης, περί κοινωνικών ανισοτήτων) ωστόσο οι συνομιλητές του, που καίγονται περισσότερο απ’ τα υπαρξιακά προβλήματα συμπαρασύρουν τον πυρήνα της ομιλίας στην έννοια αγάπη.

Η μοναξιά του Προσώπου αναιρείται μέσα στην εσχατολογική αγάπη
Οι αντιπαραθέσεις γύρω από κρίσιμα θέματα που σχετίζονται πάντα με την έσχατη αλήθεια και το έσχατο νόημα της ύπαρξης, συνεχίζονται. Πάντα σε διάλογο μεταξύ δυο κυρίως διαλεγομένων (με παρεμβολές και των υπόλοιπων). Έτσι μετά τις πρώτες αυτές πινελιές για την Αλήθεια μεταξύ Κέβη και Χρύσιππου, η κουβέντα μετακυλίεται αβίαστα στην πνευματική αξία της αγάπης, με την αναφώνηση του Χρύσιππου: «Γι’ αυτό οι επιστημονικές σας κοινωνίες είναι και θα είναι παταγώδεις αποτυχίες, καθαρά ανοσιουργήματα. Πού είναι η αγάπη; Πού είναι ο σεβασμός του προσώπου του άλλου; Ο σεβασμός της ελευθερίας του, των μυστικών του, της μοναδικότητας της υπάρξεώς του; αυτά δεν έχουν τις ποσοτικές εξισώσεις τους!».
Η αγάπη είναι ένας πνευματικός όρος που έρχεται και ξανάρχεται καθώς κάθε ένας που παίρνει τον λόγο αγγίζει με τον δικό του τρόπο αυτήν την πνευματική κατάσταση. Η αγάπη αντικρίζει τον άνθρωπο ως μυστηριακή παρουσία στον κόσμο, και τον περιβάλλει και πάλι με τον υψηλό του μύθο, έναν μύθο που δεν είναι μύθευμα αλλά η πνευματική διάσταση του ανθρώπου ως όλου. Ο Χρύσιππος διευκρινίζει ότι δεν εννοεί ότι ο άνθρωπος είναι μυθοδίαιτος∙ αλλά ότι είναι ο ίδιος ένας ζωντανός μύθος: ολόκληρη η κρουστή πραγματικότητα, που τόσο διεισδυτικά την ερευνά η επιστήμη, θεμελιώνεται εντέλει σε έναν μύθο: στην ύπαρξη. Και η πιο υπαρκτή ύπαρξη είναι ο άνθρωπος. Διότι αυτός συνοψίζει την ύπαρξη συναιρώντας την εξωτερικότητα με την εσωτερικότητα -τον κόσμο, που είναι η έσχατη εξωτερικότητα, με τον Θεό/θείο, που είναι η έσχατη εσωτερικότητα. Γι’ αυτό, όταν είπαν πως ο άνθρωπος είναι ένας «μικρόκοσμος», εκστόμισαν κάτι πολύ βαθύ: ότι στον άνθρωπο συνοψίζεται ολόκληρο το υπάρχον. Γι αυτό έχει σημασία η ανθρώπινη ύπαρξη και η ανάδειξή της ως Προσώπου, δηλαδή ως  μιας μοναδικής κι αναντικατάστατης προσωπικότητας (το πρόσωπο ως ανυπόθετη παρουσία, πέρα απ’ τους όρους του, δηλαδή ως «μόνιμη προσωπικότητα»), όχι ως ατόμου. Το «πνεύμα» σχετίζεται με το Πρόσωπο γιατί ανάγεται στο ειδικό, αφορά τη μοίρα του π ρ ο σ ώ π ο υ έναντι του ανυπόθετου[1].
Ο όρος «Πρόσωπο», διευκρινίζεται λοιπόν καλύτερα από τον εκπρόσωπο της φιλοσοφικής ματιάς, Χρύσιππο, κι επειδή είναι κεντρικός στην κοσμοθεώρηση του Χρήστου Μαλεβίτση, ας επιμείνουμε λίγο περισσότερο στις σχετικές επισημάνσεις:
Το πρόσωπο είναι πάντα μοναχό. Είναι αυτό και η μοίρα του. Όχι η μοίρα του στα καθέκαστα του μοναχικού βίου, αλλά η μοίρα του έναντι του μηδενός –έναντι του θανάτου του. Το πρόσωπο πεθαίνει κατάμονο. Στις οριακές του στιγμές (όταν ερωτευόμαστε ΧΩΡΙΣ ΟΡΟΥΣ, όταν αποκτούμε παιδιά όταν κινδυνεύει αγαπημένο μας πρόσωπο, όταν κινδυνεύουμε εμείς),  το Πρόσωπο προ του μηδενός βιώνει τη Ζωή ως το απροσμέτρητο τραγικό βάθος της, αλλά και το μυστηριακό μεγαλείο της. Τότε αναδεικνύει τη μοναδικότητά του, το απαρομοίαστό του, το ανεπανάληπτό του. Τότε φανερώνεται. Αλλά είναι και μυστικό, επειδή το βάθος του παραμένει απροσπέλαστο. Γι αυτό θα έλεγα και αντίστροφα, πως το πρόσωπο είναι η μυστική φανέρωση.
Κάθε στιγμή στη ζωή του ανθρώπου γίνεται για μια και μοναδική φορά μέσα στον «σύμπαντα χρόνο», κάθε στιγμή έχει μιαν επισημότητα απροσμάχητη.  Το πρόσωπο καθώς βιώνει την τραγικότητα της ύπαρξής του, εκλέγει τη δουλεία του, προσδιορίζει τους προσδιορισμούς του και αξιώνει τη σωτηρία στο «ΤΩΡΑ» γιατί κάθε στιγμή μπορεί να πεθάνει. Γι αυτό η ελευθερία του ανθρώπου είναι τραγική. Αν απεμπολήσει την ευθύνη του και παραιτηθεί  από τις αξιώσεις του προσώπου του, τότε πραγματικά η εγκοσμιότητά του καθίσταται εύκολη –και περιττή. Και η βασική του αξίωση είναι από άτομο να γίνει Πρόσωπο. Έχει «χρέος» να ανακτήσει τον «χαμένο του εαυτό», από πεπερασμένο ον να γίνει «άπειρο»: από τις συνειδητοποιήσεις  που πραγματοποιεί, από τις αποφάσεις του, από τις αποκαλύψεις του, από τις εκστάσεις του, από τη μοναδικότητά του ως παράδοξη παρουσία στον κόσμο.
Σημασία για το πρόσωπο δεν έχουν οι απαντήσεις αλλά το βάθος των εμβιώσεων (η εμβίωση της ζωής υπό το φως τόσο της αιωνιότητας όσο και του θανάτου (…) τούτες οι δυο εμβιώσεις, αν είναι γνήσιες, μας μεταστοιχειώνουν σε όντα αγαπητικά). Το «άπειρο» επομένως εμβιώνεται στις οριακές στιγμές όπου καταργείται ο χρόνος, στην ποιότητα της ζωής και στον εξευγενισμό της, στην αποκατάσταση των ουσιαστικών προσωπικών σχέσεων. Όπως επισημαίνει ο Χρύσιππος, η σχέση των προσώπων είναι αποκαλυπτική του Όντος/η αποκάλυψη του προσώπου συμβαίνει  με τον έρωτα -χωρίς όρους[2]- και με τη σχέση αγάπης γονέως-παιδιού. Κι όταν ο Ιωάννης συμπληρώνει ότι αυτές οι σχέσεις παρά την αποκαλυπτικότητά τους έχουν βαθιές βιολογικές ρίζες, ο Χρύσιππος έχει την ευκαιρία να εκφράσει την πυρηνική ρήση «τούτο δείχνει την ενότητα του «σαρκικού» με το «πνευματικό», που συνοψίζεται στον όρο «ζωή» (το πνεύμα είναι πάντα ενσαρκωμένο). Όμως ο Ιωάννης έχει δίκιο, ο άνθρωπος μπορεί να κατακτήσει και την Αγάπη την πέρα από βιολογική προέλευση (οι σχέσεις υπό όρους είναι, κατά τον Ιωάννη, «ψεύτικες σχέσεις της εγκοσμιότητας»), που είναι η Αγάπη για όλους τους ανθρώπους, για τη Ζωή.  
Στην αγάπη λοιπόν την πνευματική /εσχατολογική  -πέρα απ τη σωματική, πέρα από τη βιολογική- όλοι οι άνθρωποι αποκαλύπτονται ως πρόσωπα. Πρόκειται για την έσχατη αποκάλυψη, που δεν είναι κενά λόγια, γιατί για να επιτευχθεί αυτού του είδους η αγάπη πρέπει να προηγηθούν πνευματικές μεταστοιχειώσεις κοσμικής σημασίας. Είναι έσχατη γιατί είναι απρόσιτη, απραγματοποίητη, γιατί η εγκοσμιότητα  χαρακτηρίζεται από  χωρισμό φύσεως και πνεύματος, χωρισμό ζωής και θανάτου, χωρισμό αγάπης και μίσους, χωρισμό χρόνου και αιωνιότητας. Γιατί, ο άνθρωπος για να πραγματωθεί και να προσωποποιηθεί, έχει ανάγκη την «κοινότητα»: Μέσα στην «κοινότητα» που συναιρεί οργανικά το κοινωνικό με το ατομικό, εξαίρεται τόσο η κοινή μοίρα όσο και η μοίρα του προσώπου. Μόνο μέσα στην κοινότητα ζει η αγαπητική σχέση των προσώπων. Για να σώσει κανείς τον κόσμο πρέπει πρώτα να σώσει τον εαυτό του, δηλαδή να μετατρέψει τις σχέσεις του από συμφεροντολογικές σε αγαπητικές, από κοινωνικές σε κοινοτικές.
Η μοναξιά του ανθρώπου αναιρείται μέσα στην εσχατολογική αγάπη, με τον συνάνθρωπό του και με τον Θεό του, ταυτοχρόνως. Μόνο αυτή είναι η τέλεια κοινωνία, η επικοινωνία με τον πλησίον.
Για να επικυρώσει την οπτική του γωνία του ο Χρύσιππος, που όπως πιστεύει έχει ισχυρότερο οντολογικό δείκτη από τον επιστημονισμό του Κέβη, παρομοιάζει το βάθος των εμβιώσεων που είναι αποκαλυπτικές με τα ερωτόλογα ενός ερωτευμένου. Όταν δεν είσαι ερωτευμένος, τα λόγια σου είναι του αέρα, όταν όμως πάλλεσαι από έρωτα κάθε χειρονομία, κάθε βλέμμα, κάθε χαιρετισμός, όλα αυτά τα καθημερινά είναι και σημεία κορυφώσεως μιας συνειδητοποίησης που εγγίζει τα έσχατα.
Έτσι, η «υπαρξιακή ένδεια» θεραπεύεται με μέσα πνευματικά, και δεν ακυρώνεται η οντολογική τους σημασία ακόμα κι αν τα απαρνηθούμε, όπως πάλι συμβαίνει με τον έρωτα: όταν αρνηθείς έναν έρωτά σου, δεν θα πει πως ήταν ψεύτικος απ’ την αρχή του –δεν θα πει πως οι υψηλές στιγμές που έζησες εξαιτίας του ήταν άκυρες εκ προοιμίου.
Τέλος, χαρακτηριστικό της φιλοσοφικής στάσης ζωής είναι η απάντηση του Χρύσιππου στις αιτιάσεις του Λάχη για διανοουμενισμό (τη ζωή την ΖΟΥΜΕ δεν τη διανοούμαστε), είναι η αξία όχι μόνο της γνώσης αλλά και της επίγνωσης:
Δεν πρέπει μόνο να ζεις κάτι, αλλά να γνωρίζεις ότι το ζεις/ο άνθρωπος μπορεί να είναι φυσικός χωρίς να το γνωρίζει, αλλά δεν μπορεί να είναι μεταφυσικός χωρίς να το γνωρίζει.

Ψυχρό «το ξίφος του μηδενός»
 «μηδέν»-αφανισμός νοηματισμού της υπάρξεως καθόλου
Ο Χρύσιππος, που ως φιλόσοφος εκφράζει ίσως το πλησιέστερο alter ego του συγγραφέα, ξεδιπλώνει σε μεγαλύτερη έκταση τις σκέψεις του απ’ ό, τι οι υπόλοιποι. Στις αντιρρήσεις και τις ενστάσεις του Κέβη δεν υψώνει κάθετες διαφωνίες∙ θέλει να  δείξει ότι οι διαφορετικές προσεγγίσεις τους δεν είναι αντίθετες αλλά κινούνται σε άλλο επίπεδο: τονίζω μόνο πως υπάρχουν άλλοι δρόμοι, ίσως μακρινότεροι, αλλά ασφαλέστεροι. Με τίποτα δεν πρέπει να ανταλλαγεί το ηθικό κριτήριο, στις πράξεις μας/πίσω από τις εξεγέρσεις υπάρχει ως κινητήρια δύναμη η αγωνία της υπάρξεως έναντι του μηδενός.
Ο άνθρωπος δεν αντέχει την  έλλειψη νοήματος, το μηδέν. Ως άτομο και ως σύνολο, εφόσον επισημαίνεται με έμφαση ότι η ανθρωπότητα –ως σύνολο, ως συλλογική συνείδηση- πρέπει να εξαντλήσει τις δυνατότητές της . Και ο βίος ο επιστημονικός, ο τεχνολογικός, ο έλλογος πρέπει να βιωθεί ως τις τελευταίες του συνέπειες.
Όμως φαίνεται ότι οι άνθρωποι όχι μόνο απομακρύνονται από την  πηγή, αλλά την απορρίπτουν. Ακριβώς στη συγκυρία που θα έπρεπε να πάρουν την πιο περιεσκεμμένη απόφαση. Διότι πρόκειται για την πιο ελεύθερη απόφαση/και αυτή η ελευθερία πρέπει να εντείνει τη συναίσθηση της ευθύνης[3]Ο Χρύσιππος αποφεύγει να μιλήσει ευθέως γι αυτήν την πηγή γιατί, όπως λέει, δεν μπορεί να μιλάει κανείς κατά τρόπο παρατακτικό για όλα τα επίπεδα του Όντος/πρέπει το πνεύμα μας να είναι κάπως διεγερμένο, να δονείται από άλλο πάθος, από τον έρωτα της μετοχής. Είναι κάτι που δεν πρέπει απλώς να νοηθεί αλλά να βιωθεί.
Ποια είναι αυτή η «Πηγή», το βαθύτερο κίνητρο όπου ωθεί τον άνθρωπο στις ακραίες εμβιώσεις; 
Πηγή είναι ο υπαρξιακός εκείνος συγκλονισμός, που είναι βαθύτερος από τη μεθοδολογική αμφιβολία ή τη γνωστική απορία, που είναι βαθύτερος ακόμη κι απ’ τον φιλοσοφικό θαυμασμό, που είναι η έρριζη συναίσθηση της θαυμασιότητας και της τραγικότητας του υπάρχειν στον κόσμο και του υπάρχειν του κόσμου- ως υπάρχειν και ως μη υπάρχειν.
Οι συνταρακτικές εμπειρίες δίνουν στον άνθρωπο το κίνητρο, είναι το ενεργό ηφαίστειο της ύπαρξης/αν ξεχνάς την πηγή δεν σε ξεχνάει αυτή (αν δηλαδή κάποιος περιφρονήσει το μεγαλείο του κόσμου, αν περιφρονήσεις την αγωνία του μηδενός αυτή θα λειτουργήσει ως δαιμονική δύναμη μέσα σου και μέσα στην ιστορία ή, αλλιώς, αν περιφρονήσεις τον θεό θα υποκλιθείς στον διάβολο ).

Ο κόσμος είναι το θαύμα -το ποιητικό βλέμμα του Λάχη
Καθώς σχεδόν ολοκληρώνει τις εξηγήσεις του ο Χρύσιππος, παίρνει ο Λάχης τη σκυτάλη αναπολώντας τη ζωή του, τις χρυσές στιγμές, τη μόνη μας περιουσία του κόσμου (πού πάνε οι στιγμές της δικής μου ζωής;  Για πού, κάθε λίγο, ξεκινάει αυτός ο μοναδικός θησαυρός μου με τα ποτάμια του χρόνου; Και μόνο εγώ μπορώ να ξαναθυμηθώ τις πατημασιές κου μέσα στα λιβάδια του παρελθόντος κλπ ).
Έτσι λοιπόν, ο Λάχης εκφράζει μ’ αυτόν τον τρόπο τον δικό του «σπαραγμό», τον συντριμμό της συνείδησης μπροστά  στο αμετάκλητο του χρόνου, για να αναφωνήσει όμως, πολλές φορές κατά τη διάρκεια της νύχτας και με πολλούς τρόπους, ότι «ο κόσμος είναι το θαύμα»: ο Κόσμος είναι ίσος με τον Κόσμο. Δηλαδή είναι αυτός που είναι/ο κόσμος δεν είναι ένα θαύμα για να το θαυμάσεις κι ύστερα να πέσεις σε συλλογισμό. Είναι ένα θαύμα για να θαυμασιωθείς και ο ίδιος και να μεθύσεις απ’ αυτό. Στις αντιρρήσεις του Χρύσιππου ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη την αισθητοποίηση της αφηρημένης ιδέας αντιδρά: αυτό το κρασί είναι κρασί. Σας πληροφορώ πως δεν πρόκειται για ταυτολογία. Αλλά πρόκειται για μια τόσο σημαντική πρόταση, όσο είναι και η πρόταση του Χρύσιππου για τον «υπαρξιακό συγκλονισμό» ή και η πρόταση του Ιωάννη για την «έσχατη μέριμνα».
Η λύτρωση είναι πλησμονή. Είναι πρόσθεση και όχι αφαίρεση.
Η ζωή κι ο θάνατος, η ανάσταση είναι στο εδώ και στο τώρα. Δεν υπάρχει άλλος κόσμος, γι’ αυτό ας μάθουμε να τιμούμε τη στιγμή, γιατί το «θαύμα» συντελείται κάθε στιγμή μπροστά στα μάτια μας (ρουφήξτε το δυνατό κρασί της ζωής τώρα και μεθύστε). Τον Χρύσιππο και τον Ιωάννη τους χαρακτηρίζει κάποια στιγμή «ιδεοληπτικούς», κι απαρνιέται την «ασκητεία του στοχασμού» και τον «κλοιό του μηδενός».  Πώς μπορεί όλα αυτά τα θαυμαστά πράγματα να περιπίπτουν στο μηδέν; Ίσως υπάρχουν άλλα κοσμικά επίπεδα, και αυτά δεν είναι απλώς η όψη τους, είναι η εσωτερική τους δημιουργική ενσυναίσθηση, που ο άνθρωπος την κορυφώνει σε ποίηση, σε τέχνη, σε μουσική.
Βέβαια, δε σημαίνει ότι ο Λάχης ζει σ έναν κόσμο γεμάτο ροδοπέταλα… Όπως λέει κι ο ίδιος με σπαραγμό, ζούμε σ’ έναν κόσμο που η πίσω πλευρά του μάς διαφεύγει παντελώς. (…) Ο καθένας μας φέρνει μέσα του ένα νυχτωμένο κόσμο, βαθύτατα πλούσιο αλλά ανεξερεύνητο, επειδή τον σκεπάζει η πολική νύχτα. Από κει έρχονται τα φαντάσματά μας, οι προφήτες μας, η ποίησή μας, οι νεράιδες μας –από κει μας έρχεται κι η ανασαιμιά του θεού.
Κι όταν πια, με την παράκληση όλων η Βιλιτώ  χορεύοντας ρίχτηκε στη θάλασσα, ο ερωτευμένος Λάχης αναφωνεί: δεν μ’ ενδιαφέρει καμιά αλήθεια. Μ’ ενδιαφέρει η αλήθεια της μυθικής ζωής. Πέστε την ψέμα. Ορθώστε μου τέτοια ψέματα, αν μπορείτε, αν είστε ποιητές, αν είστε προφήτες.

Το θηλυκό κέντρο της ζωής
Όλοι είναι ερωτευμένοι με τη Βιλιτώ, ακόμη κι ο ορθολογιστής Κέβης που είναι ο μόνος που δεν εκφράζει ρητά τον έρωτά του, στο τέλος όμως μαθαίνουμε ότι την παντρεύτηκε μετά από πολλά χρόνια. Η Βιλιτώ συμμετέχει με τον δικό της τρόπο στις συζητήσεις, χωρίς να παίρνει επί μακρόν το λόγο, εφόσον διερωτάται απ’ την αρχή μήπως ο λόγος δεν είναι το υψηλότερο που διαθέτει ο άνθρωπος, αφού στα πιο κρίσιμα σημεία η μουσική τον υπερβαίνει. Η μουσική βοηθά τη Βιλιτώ να νιώσει την μυθικότητα της παρουσίας του ανθρώπου στον κόσμο, κι αυτές οι μυστικές στιγμές είναι που «στηρίζουν όλον της τον ψυχισμό», είναι τα σημεία αναφοράς της (δεν είναι τυχαίο που τελικά ακολουθεί τον Ιωάννη). Στις προσπάθειές της να εξηγήσει ότι η μουσική κομίζει ατόφια την ουσία, την διακόπτουν ή την παρανοούν, μέχρι που ξεσπαθώνει έναντι στην ανδροκρατούμενη παρέα (καταλαβαίνετε τι συμβαίνει στον έβδομο ουρανό και δεν αντιλαμβάνεστε τι συμβαίνει σε μια γυναικεία καρδιά, δίπλα σας).
Οι  κουβέντες της επομένως είναι λίγες και συμπληρωματικές. Κάποια στιγμή μάλιστα ομολογεί ότι τους βαρέθηκε (μια σας θαυμάζω, μια σας λυπάμαι) και πάει «να χαθεί μέσα στη νύχτα», ώσπου κάποια στιγμή την παίρνει ο ύπνος. Όλοι εξομολογούνται τον έρωτά τους στη Βιλιτώ στα Στάσιμα (εδώ αναφαίνεται η «σκιά», η σκοτεινή πλευρά της σελήνης) όπου εκείνη αναδεικνύεται σκληρή μέσα στην τρυφερότητά της (προς τον Χρύσιππο: το μόνο που αγαπάς είναι ο εαυτός σου/είσαι ανεπίκαιρος ρομαντικός/χάνεις την ουσία Χρύσιππε, η ουσία είναι να ζεις –στον διαχυτικό Λάχη:  εσείς οι λογοτέχνες είστε οι περισσότερο εκτιμώμενοι ψεύτες του κόσμου. Είστε σπουδαίοι στο να σκηνοθετείτε εκδοχές θανάτων, αλλά ποτέ σας δεν θα ανεβείτε οι ίδιοι στον σταυρό).
Η Βιλιτώ σφραγίζει τη μυστικότητα της νύχτας με τον σαγηνευτικό της χορό, ενώ τραγουδά ο ποιητής. Στο σημείο αυτό υπάρχει αντίστιξη ανάμεσα στους ποιητικούς στίχους του Λάχη και τα ποιητικά λόγια του Χρύσιππου. Είναι το βαθύτερο και σκοτεινότερο σημείο της νύχτας και το συναίσθημα ξεχειλίζει. Μετά τον χορό ξεκλειδώνει τον έρωτά του και ο σκοτεινός Ιωάννης, έναν έρωτα που τον χαρακτηρίζει «όλεθρο» γιατί η ομορφιά είναι τρομερή, όπως λέει και ο Ρίλκε… (δεν ήξερα αν η ωραιότης σου ήταν το πρόσωπο της θειότητας ή ο μαυλισμός του δαιμονικού). Στην εξομολόγησή του ο Ιωάννης αποκαλύπτει ότι κλωτσάει την ευτυχία πληγώνοντας τους ανθρώπους γι’ αυτό «κάποια φωνή τον θέλει κατάμονο» (κάπου έχω να δώσω λόγο μόνο για τον εαυτό μου. Το μονοπάτι μου δεν χωράει άλλον. Και με καλεί να το ακολουθήσω. Με πάει ψηλά. Κι ίσως πέσω και συντριβώ).
Η Βιλιτώ δεν είναι ούτε απορριπτική, ούτε ειρωνική αυτή τη φορά. Θα τον ακολουθήσει από μακριά, θα τον περιμαζέψει, θα τον θρηνήσει.

Ο μυστικός Ιωάννης
                          Εσύ κοιμάσαι για να μην πεθάνεις∙ κι εγώ για να μην πεθάνω, ξαγρυπνώ.
Δεν είναι τυχαίο πως η τελευταία μεγάλη ρήση είναι του Ιωάννη. Ο ίδιος ο συγγραφέας, δια στόματος του Χρύσιππου ομολογεί: «Ιωάννη, αδερφέ μου. Αναγνωρίζω ότι ο τελευταίος λόγος είναι δικός σου. Αλλά χρειάζεται μεγάλη αποκοτιά για να τον δεχτείς. Εγώ δεν το μπορώ∙ υποχωρώ και παίρνω μαζί μου τους ενδοιασμούς μου. Εγώ δεν δύναμαι να υπερβώ τις αντιφάσεις του κόσμου», παρόλο που ο ίδιος ο Χρύσιππος αναγνωρίζει την «οντολογική σημασία των αντιθέσεων», επικαλούμενος μάλιστα τον Ηράκλειτο.
Σύμφωνα με τον φιλόσοφο, κάθε συνειδησιακό επίπεδο –επιστημονικό, φιλοσοφικό, ποιητικό, μυστικό- είναι ένας αναβαθμός όλο και πιο κοντά στην Αλήθεια, ή Θεό, ή όπως προτιμούν να ονομάζουν οι πέντε φίλοι, «θείο». Για τη μυστική συνείδηση η Αλήθεια είναι αποκαλυπτική, δεν είναι καν συνειδητοποίηση ή επίγνωση. Ο άνθρωπος κομίζει την αιωνιότητα, γιατί μπορεί να μαρτυρήσει (αποδείξει με τη ζωή του) την ύπαρξή της.
Αν η απορία (α+πόρος) είναι η αρχή της αναζήτησης της -επιστημονικής- αλήθειας, η απελπισία (α+ελπίδα) είναι το έναυσμα για κείνον που ζητά το έσχατο νόημα. Η αυθεντική στάση της ύπαρξης είναι η απελπισία, γιατί έσχατη μέριμνα είναι η σωτηρία, η απελπισία εκζητά το έσχατο νόημα. Και το έσχατο νόημα είναι στο πνεύμα του Προσώπου. Κι αν από τη μελέτη θανάτου προκύπτει η γνώση, από την αγωνία θανάτου προκύπτει η αγάπη, η αγάπη των ορίων, όχι της μέσης.
Η πορεία του ανθρώπου διέπεται από ελευθερία (το πνεύμα δε νοείται χωρίς ελευθερία), δηλαδή το πνεύμα δεν υπόκειται σε καμιά άλλη αρχή έξω από την α ρ χ ή τη δική του. Αυτή είναι η «αναγκαιότητά» του. Με άλλα λόγια, το πνεύμα άρχει αλλά και άρχεται από τον εσωτερικό του αυτοπροσδιορισμό. Καλείσαι δηλαδή να επιλέξεις το πεπρωμένο σου ελεύθερα (πάλι θα υπενθυμίσω το «θεός αναίτιος» του Πλάτωνα). Στην πνευματική πορεία συνυπάρχουν η ελευθερία και ο σκοπός.
Για να φτάσεις όμως σ’ αυτό το έσχατο σημείο, ο δρόμος περνάει μέσα από το «έσχατο όριο της απογοήτευσης και της απελπισίας» (προς τον θεό μόνο απογυμνωμένος μπορείς να πας/μόνο ο έσχατος απελπισμός θα απογυμνώσει τον άνθρωπο). Και στις ενστάσεις του Κέβη «τότε να εξαπολύσωμε κατά των ανθρώπων την ένδεια και τον απελπισμό», απαντά ότι πρόκειται για υπαρξιακή ένδεια, που είναι αθεράπευτη. Και η αγωνία δεν εννοείται με την έννοια του φόβου, του τρόμου ή της ηττοπάθειας, αλλά της οριακής εμβίωσης (μ’ αυτήν την αγωνία μπορεί να είσαι και χαρωπός). Ο Ιωάννης ΖΕΙ τις αντιφάσεις του, κάθε χαρά ακυρώνεται από τη θλίψη που ακολουθεί, από το μηδέν που την περιβάλλει. Όπως ομολογεί ο ίδιος, χάνει τη ζωή γιατί θέλει μια βαθύτερη ζωή, τη ζωή εν πνεύματι.  
Η θρησκευτική/μυστική συνείδηση πηγαίνει ακριβώς στη φωλιά του θηρίου, τον θάνατο. Ο θάνατος γίνεται η πηγή του πνεύματος, όχι μόνο ως πρόκληση αλλά και ως υπέρβαση. Όμως το πνεύμα, σύμφωνα πάντα με τον Ιωάννη δεν είναι το περιεχόμενο, είναι το περιέχον. Είναι αυτό το «Ανυπόθετο» που αναφέρθηκε παραπάνω, που προϋποτίθεται για όλη την ύπαρξη (πάλι η αναλογία γίνεται με τον έρωτα, ο έρωτας δεν είναι το αντικείμενο του πόθου αλλά η ενέργεια του ερωτευμένου).
Ο Ιωάννης  εκφράζει το αντίθετο της πλησμονής του ποιητικού Λάχη, όχι τη χαρά αλλά το σκότος και τη θλίψη του πνεύματος (τελούμε εν σκότει και εν θλίψει και προσδοκούμε το άκτιστο φως και την άκτιστη χαρά). Το πνεύμα είναι άρνηση του κόσμου ή καλύτερα όπως διορθώνει ο Ιωάννης, ο θεός δεν είναι ούτε πνεύμα, ούτε ιδέα, ούτε πρόσωπο, ούτε υπέρτατο ον, ούτε αγαθός, ούτε καλός, ούτε δίκαιος, ούτε άδικος, ούτε τίποτα που μπορούμε να σκεφτούμε.
Το θείο ισούται με το μηδέν. Είναι αρνητικότητα. Δεν μπορεί να είναι αντικείμενο της σκέψης μας, γιατί είναι το «περιέχον». Είναι ορίζοντας, είναι η άλλη πλευρά του υπάρχοντος, η αρνητική, από την οποία αναδύεται κάθε τι το θετικό, το ον. Είναι προϋπόθεση για να τον αρνηθείς. Γι’ αυτό κανείς δεν μπορεί να τον αρνηθεί. Επειδή δεν μπορεί να αρνηθεί την προϋπόθεσή του.
Δεν είναι εύκολο να κατανοήσει κανείς τον σκοτεινό λόγο του Ιωάννη. Άλλωστε ο ίδιος επισήμανε πολλές φορές την ανεπάρκεια των λόγων για να εκφράσει το άρρητο. Η πρόσβαση στους χώρους αυτούς δεν γίνεται νοητικά αλλά βιωματικά (μέθεξη τυραννική και όλβια). Προσωπικά καταλαβαίνω ότι μέσα από τις πεπερασμένες («θετικές» έννοιες) π.χ. την αγάπη που την αντιλαμβανόμαστε σε σχέση με το μίσος, τον χρόνο κλπ μπορούμε να  να ψυχανεμιστούμε την απειροσύνη εννοιών όπως συμπαντική αγάπη, αιωνιότητα κλπ (οι όροι που αναφέρονται στη θειότητα πρέπει να νοηθούν αρνητικοί και όχι θετικοί, δηλαδή άπειροι και όχι πεπερασμένοι).  
Η αρνητικότητα στα μυστικά/ασκητικά πνεύματα γίνεται στέρηση. Απάρνηση, απέκδυση, γύμνια κι ερημία. Αυτός είναι ο δρόμος του μυστικού. Στις αντιρρήσεις του Λάχη, που όπως είναι φυσικό θεωρεί ότι ο «λαμπρός και θεσπέσιος κόσμος» οδηγεί στη θειότητα και στην Αλήθεια, ο Ιωάννης απαντά ότι αυτά δεν ανάγονται άμεσα στο «έσχατο». Η αγωνία του μηδενός είναι που προκαλεί τον δημιουργικό οίστρο, η άρνηση/το μηδέν είναι που προκαλεί το άκτιστο φως, την άκτιστη χαρά. Θεωρεί ότι όλα αυτά -που λέει ο Λάχης- είναι προεικάσματα του «θεοτικού όλβου», αλλά δεν συμπεριλαμβάνουν τους «γκρεμούς», τις «βαθιές χαρακιές συμπαγούς αγνοίας».
Το δράμα όμως δεν είναι γραμμένο από πριν. Θα ήταν γραμμένο από πριν αν δεν υπήρχε η ελευθερία του μηδενός. Το Όν έχει τη δική του ευθύνη, και καθεμιά συνείδηση  έχει την ευθύνη του ρόλου της (πάλι αναγόμαστε στη ρήση του Πλάτωνα: αιτία ελομένου, θεός αναίτιος, δες παραπάνω). Κι εδώ ο Ιωάννης φαίνεται να κλονίζεται  έχοντας αμφιβολία για την έκβαση,  γιατί ο κόσμος μας από παντού χαίνει. Όπως διευκρινίζει κι ο Χρύσιππος, το τρίτο «πρόσωπο» στο δράμα του υπάρχοντος είναι το «κακό». Η ενότητα βρίσκεται από την πίσω πλευρά του κόσμου τούτου.
Η ουσία της μυστικής συνείδησης (της «θρησκευτικής εμβίωσης του υπάρχειν») όμως δεν είναι η Μεγάλη Άρνηση αλλά η Μεγάλη Κατάφαση που ακολουθεί. Η θειότητα είναι εσχατολογικώς αισθητή ως απουσία/παρουσία. Η παρουσία δεν είναι η απλή ζωική χαρά του Λάχη, αλλά η ύψιστη χαρά που περνά μέσα από την έσχατη απόγνωση. Αυτή η χαρά, ο βαθύς όλβος, αναθρώσκει από τις βαθύτερες και τις πιο κρυφές πηγές της ύπαρξης. Τη νιώθουν όλες οι μεγάλες συνειδήσεις, προπαντός οι δημιουργοί, και πάνω απ’ όλους οι προφήτες και οι μυστικοί. Ο Ιωάννης ως πρόσωπο ωθεί τον εαυτό του στα έσχατα, σα μονόδρομο που οδηγεί ή που προσδοκά/ευαγγελίζεται τη χαρά του υπάρχειν. Κάθε συνείδηση θα αναζητήσει μια δική της διάβαση προς τη θειότητα.

Ίων και Νικίας
Στα ακραία όρια των μυστικών έζησαν κι οι δυο απόντες φίλοι που αναφέρονται από τους συνομιλούντες, ο Ίων και ο Νικίας. Ο Ίων έχει πεθάνει, και ο Νικίας, «η βαθιά ψυχή», κήρυκας του θείου λόγου σε εκκλησίασμα, αποσύρθηκε στην τέλεια σιωπή. Παίρνοντας τα μηνύματα των καιρών (πάσχουμε σ’ έναν κόσμο χωρίς θεό) κόντεψε να παραφρονήσει και διάλεξε την πρακτική ζωή για να μην τρελαθεί: έγινε μαρμαράς (σφράγισε τους ουρανούς και τους θεούς κι έγινε λιθοξόος, κι όπως είπε κάποτε ο ίδιος: «κατασκευάζω τον λιθέο πολιτισμό. Και εννοούσε ταυτοχρόνως «ληθαίο», τον πολιτισμό της λήθης»). Δυο κηρύγματά του μάλιστα παρατίθενται στο βιβλίο με την τεχνική του εγκιβωτισμού από τον Χρύσιππο, που τα θυμάται απ’ έξω. Ο Νικίας πάσχει γιατί οι θεοί πέθαναν (το αιώνιο παρόν είναι η δόξα του λιθαριού), κλείνει τον Ναό αποχαιρετώντας τους πιστούς του με την συμβουλή «δεν έχετε άλλη εκλογή από το ν’ αγαπήσετε το πεπρωμένο σας».

Έξοδος ευχές στον ήλιο
Η νύχτα φτάνει στο τέλος της. Ήδη, καθώς μιλούσε ο Ιωάννης, έχει περάσει το πιο σκοτεινό σημείο της κι αρχίζει να γλυκοχαράζει. Όπως τονίζει ο Χρύσιππος, καθένας με τον τρόπο του ξετύλιξε ως συνείδηση τη δική της αλήθεια και τώρα ο καθένας απευθύνει στον ανερχόμενο ήλιο τον δικό του χαιρετισμό.
Κέβης: «Νου του ανθρώπου! Προβαίνεις πάνω απ’ τον ουρανό του κόσμου όπως ο φωτερός ήλιος∙ φεγγοβόλος, αδάμαστος –δαμαστής των πάντων».
Λάχης: «Τα αστέρια μάς αποχαιρετούν με την τελευταία στίλβη τους και ένα ένα χάνονται. Ο ήλιος μας και η εγκοσμιότητά μας. Το αστρώο όνειρο της βραδιάς έσβησε σαν άχνα».
Χρύσιππος: «Τελούμε καθ’ οδόν και μονήρεις. Η οδοιπορία μας κατάντησε η ουσία μας. Απόψε βγήκαμε σεργιάνι στο σύμπαν. Πραγματοποιήσαμε ό, τι ουσιαστικότερο μπορούσαμε.
Τούτα τα λόγια ας θεωρηθούν ως ο δικός μου «έπαινος» για την οδοιπορία και την απορία του ανθρώπου».
Ιωάννης: «Ω φως ιερό! Αν είσαι ο πρώτος όρος της ζωής μου είσαι και ο έσχατος του πνεύματός μου»
Την τελευταία όμως λέξη έχει η Βιλιτώ, αφήνοντας τη γεύση του αναπόφευκτα τραγικού πεπρωμένου του πάσχοντος ανθρώπου:
"…ο ύπνος μου ήταν βαθύς∙ τόσο που δεν μπορώ να συνέλθω ακόμη. Ωστόσο, ένιωθα πως γύρω μου ξαγρυπνούν κάτι φωνές, σαν ομιλίες αγραυλούντων ποιμένων. Και μέσα στη γλυκιά ευδαιμονία του ύπνου μια ζοφερή σκέψη γυρόφερνε το νου μου: αλλοίμονο σε μένα που θα θρηνήσω∙ δύστυχοι όσοι αγρυπνούν∙ γιατί αυτοί θα σταυρωθούν".
Χριστίνα Παπαγγελή
Υ.Γ. Το βιβλίο "Οι αγραυλούντες" χάρισε στον συγγραφέα του το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 1978.


[1] Ανυπόθετο, όπως εξηγεί ο Ιωάννης, είναι η αρράγιστη βεβαιότητα που δεν στηρίζεται σε καμιά υπόθεση (όπως η αγάπη της μάνας παρόλα τα ψεγάδια του παιδιού της): η βασική περιουσία της συνείδησης είναι δ ω ρ ε ά. Και η αφετηρία της είναι α ν υ π ό θ ε τ η. Για τα πάντα προϋποτίθεται αυτή η ανυπόθετη δωρεά. Η συνείδηση δεν επινοεί το λογικό, το ωραίο, το ιερό, το ηθικό∙ αυτά προϋποτίθενται, αλλιώς δεν θα λειτουργούσε.
[2] Διότι άμα τελεί υπό όρους δεν πρόκειται για πραγματικό, γνήσιο έρωτα.
[3] Δεν μπορεί εδώ να μη θυμηθεί κανείς το απόσπασμα του Πλάτωνα όπου προσεγγίζεται η ισορροπία ανάμεσα στην ελευθερία του ανθρώπου (ελεύθερη βούληση;) και την αναγκαιότητα: «Αιτία ελομένου, θεός αναίτιος»: η ευθύνη είναι του ανθρώπου (που επιλέγει τη ζωή του), ο θεός δεν είναι υπεύθυνος (Πολιτεία, μύθος του Ηρός).