Κυριακή, Μαρτίου 11, 2007

Καίστλερ Άρθουρ, «Το μηδέν και το άπειρο»

Εκπληκτική και πάλι η εντύπωση που μου άφησε το βιβλίο αυτό, όπως και πριν από …25 (!) χρόνια, όχι μόνο εξαιτίας του περιεχομένου αλλά και της λογοτεχνικότητάς του. Με τρόπο καθαρά αριστουργηματικό, κατά τη γνώμη μου, αποδίδεται μυθιστορηματικά μια εποχή και μια κοινωνία γεμάτη σύγχυση, αντιφάσεις και «πάλλουσα» ιδεολογική σύγκρουση, σε τέλεια ισορροπία η δράση και η σκέψη/ανάλυση.
Τα πρόσωπα του βιβλίου είναι φανταστικά, οι ιστορικές συνθήκες όπου τοποθετούνται πραγματικές- η ζωή του πρωταγωνιστή Ρουμπάσοφ αποτελεί σύνθεση από τη ζωή ανθρώπων-θυμάτων των λεγομένων Δικών της Μόσχας.
Παρακολουθούμε από κοντά τη φυλάκιση και τις ανακρίσεις του Ρουμπάσοφ, στελέχους του ΚΚΣΕ, δεξιού χεριού του Στάλιν (του «Πρώτου»). Οδηγείται στη φυλακή, όπου αρχικά τον αντιμετωπίζουν συγκαταβατικά, σαν ένα μέλος του κόμματος που έχασε προσωρινά τον δρόμο του και παραστράτησε αποκλίνοντας από τη «ορθή» γραμμή, τολμώντας να υψώσει την προσωπική του φωνή διαφωνώντας ή έχοντας κριτική στάση απέναντι στο Κόμμα.ο Ρουμπάσοφ, όμως, «ψυχή της αντίληψης αυτής, ήδη μας έχει δείξει «εκ των έσω» αυτή την αντίληψη, εφόσον ανατρέχει σε αναμνήσεις του και θυμάται περιπτώσεις όπου ο ίδιος κατέδωσε φίλο, συγγενή, αγαπημένη, θυσιάζοντας πρόθυμα την ατομική περίπτωση στο «συλλογικό» καλό. Ο Ρουμπάσοφ, περιμένοντας τις μακροσκελείς ανακρίσεις, έχει την ευκαιρία να θεωρητικοποιήσει τις απόψεις του, όπου όμως αρχίζουν και παρουσιάζονται τα «ρήγματα» της εξέγερσης μιας εξατομικευμένης συνείδησης, σιγά- σιγάκαι σταδιακά.
Έτσι λοιπόν, παρακολουθούμε τον «δήμιο», πιστό ιδεολόγο μιας ανηλεούς πολιτικής θεωρίας, να εκτυλίσσει τη λογική αυτής της θεωρίας και σιγά- σιγά να παίρνει τη θέση του θύματος, δηλαδή σαν μπούμεραγκ η θεωρία γυρνά και τον καταπίνει.
Από το ημερολόγιο του Ρουμπάσοφ, σελ. 82:
«Στις κρίσιμες καμπές, δεν είναι δυνατός άλλος κανόνας από τον παλιό: ο σκοπός αγιάζει τα μέσα (…) Η Ιστορία μας έχει διδάξει ότι συχνά τα ψεύδη την εξυπηρετούν καλύτερα από την αλήθεια (…)Κάθε σφαλερή ιδέα που ακολουθούμε είναι έγκλημα διαπραττόμενο κατά των μελλοντικών γενεών. Γι’ αυτό οφείλουμε να τιμωρούμε τις εσφαλμένες ιδέες (π.χ. αυτόν που υποστήριζε ότι η ποτάσσα είναι ανώτερη ως λίπασμα από τα αζωτούχα λιπάσματα) όπως άλλοι τιμωρούν τα εγκλήματα: με θάνατο.
Σελ. 69: (στην ερώτηση του Ρουμπάσοφ, «γιατί αλήθεια θέλετε να με τουφεκίσετε;»)
«Άκουσε, Ρουμπάσοφ, είπε, ένα πράγμα θέλω να σου τονίσω. Επανειλημμένα είπες «εσείς»- εννοώντας το Κράτος και το Κόμμα σε αντίθεση με το «εγώ».
Ο ανακριτής Ιβάνοφ αρχίζει μια μακρά ανάκριση-συζήτηση κατά την οποία προσπαθεί να πείσει τον Ρουμπάσοφ όχι να μετανοήσει απλώς για την απείθειά του στο κόμμα και το θράσος, αλλά να ομολογήσει στην επερχόμενη δίκη ενώπιον όλων το σφάλμα του, για το «καλό του κόμματος». Έτσι, παρακολουθούμε μια αμείλικτη αντιπαράθεση των δυο …ίδιων απόψεων, αλλά από διαφορετικές θέσεις, διαφορετικές οπτικές γωνίες. Άλλωστε, εννοείται ότι ο Ρ. ελπίζει μέχρι τελευταίας στιγμής, ή μάλλον είναι σίγουρος, ότι θα τον ελευθερώσουν, ενώ παράλληλα σιγά σιγά μεταλλάσσονται οι απόψεις του. Έτσι, η βαθύτερη φιλοσοφία της τακτικής αυτής του Κόμματος, να «κατασκευάζει» προδότες, βρίσκεται στις σελίδες 129-131, όπου μετά τη ρήση του ανακριτή, ο Ρ. ξεσπαθώνει και απαριθμεί με ένταση όλα τα σφάλματα όπου τους οδήγησε η ηθική αυτή.
Δυο μόνες αντιλήψεις της ανθρώπινης ηθικής υπάρχουν και βρίσκονται στους αντίποδες. Η μια (χριστ.) διακηρύσσει ότι το άτομο είναι καθαγιασμένο και ισχυρίζεται ότι οι κανόνες της αριθμητικής δεν εφαρμόζονται στις ανθρ. μονάδες. Η άλλη ξεκινάει από την βασική αρχή ότι ο συλλογικός σκοπός δικαιώνει όλα τα μέσα, και όχι μόνο επιτρέπει, αλλά επιβάλλει σε κάθε περίπτωση να είναι το άτομο υποδεέστερο και να θυσιάζεται χάριν της κοινότητας- που μπορεί να το διαθέσει σαν εξιλαστήριο θύμα. (βλ. Πολιτεία του Πλάτωνα)
Από κει και πέρα, τα πράγματα παίρνουν το δρόμο τους. Εξαντλητικές πολύωρες ανακρίσεις υπό το αμέιλικτο φως του προβολέα, χωρίς φαγητό και ύπνο, κατά τις οποίες ο ανακριτής τον αναγκάζει –λογικά, κι αυτό είναι το πιο αξιόλογο- να παραδεχτεί τα «σφάλματά του, με αποκορύφωμα το ότι υποκίνησε τη δολοφονία του ηγέτη του κόμματος. Ο Ρ., εξαντλημένος, «παγιδεύεται» στη λογική που μέχρι τώρα εκπροσωπούσε, αποδέχεται τα πάντα, και υπογράφει την καταδίκη του. (σημειωτέον ότι δεν «εκβιάζεται» να υπογράψει ψευδώς, απλώς του παρουσιάζονται οι πράξεις του και τα λόγια που είχε πει στο παρελθόν υπό μια οπτική γωνία που δεν είχε συνειδητοποιήσει, κι έτσι παραδέχεται πλέον ότι ανήκει, και πάντα ανήκε ίσως, στην «αντιπολίτευση του Κόμματος.
Πέρα από το πολιτικό ενδιαφέρον παρακολουθούμε από κοντά την αλλοτρίωση και τον επηρεασμό/πλύση εγκεφάλου μιας συνείδησης.

Αντιγράφω και το motto του τελευταίου κεφαλαίου:

Μη μας δείχνετε σκοπό δίχως μέσα.
Γιατί σκοποί και μέσα είναι στον κόσμο τόσο μπλεγμένα,
Ώστε αλλάζοντας το ένα, αλλάζεις και το άλλο.
Κάθε μονοπάτι μας φέρνει μπροστά σε άλλο σκοπό.
(Φερδ. Λασσάλ)
επιμέλεια: Παπαγγελή Χριστίνα

4 σχόλια:

konna είπε...

Σκέφτομαι να αγοράσω το βιβλίο αυτό και γι' αυτό διάβαζα τα σχόλιά σας σας. Μου φαίνεται ότι σαν σύλληψη μοιαζει με το βιβλίο του Δημήτρη Φύσσα "Πλατεία Λένιν πρώην Συντάγματος". Το έχετε διαβάσει; Πάντως πολύ σύντομα θα αγοράσω το βιβλίο του Καίστλερ, για το οποίο ακούω πολύ καλές κριτικές από όλους.

Ανώνυμος είπε...

Γειά σας! Αυτό το βιβλίο με έκανε να σκέφτομαι πολύ πιο ώριμα, ενα απο τα αγαπημένα μου. Ναι αξίζει παρα πολύ. Επίσης διάβασα στο wikipedia οτι το Μηδέν και το Άπειρο αποτέλεσε βασική επιρροή για τον Όργουελ στο 1984. Αυτά! Με εκτιμηση Νίκος Μπούτης

Χριστίνα Π είπε...

Δε μπορώ να δω, Νίκο, την εσωτερική σχέση του "Μηδέν και το άπειρο" και του 1984... Πάντως, συμφωνώ μαζί σου, είναι ένα βιβλίο/σημείο αναφοράς.

Ανώνυμος είπε...

Το βιβλίο αυτό συγκαταλέγεται στα εφηβικά μου διαβάσματα στη δεκαετία του 60.
Το διάβασα μετά την "Ανάσταση" του Τολστόι-από την πολύ μικρή αλλά ενδιαφέρουσα βιβλιοθήκη του πατέρα μου.
Το ξαναδιάβασα πριν μερικά χρόνια και είχα την ίδια γεύση.
Πολιτικό βιβλίο που δεν ξέρω γιατί με παραπέμπει με κάποιον τρόπο στο "Κιβώτιο" του Άρη Αλεξάνδρου.
Ή το αντίθετο.


κ.κ.