Πέμπτη, Μαΐου 07, 2009

στη σκιά της πεταλούδας, Ισίδωρος Ζουργός

Πρωτότυπο κι ελκυστικό φάνηκε το θέμα αρχικά: ένας άντρας και μια γυναίκα εγκλωβίζονται στο ασανσέρ ενός δημόσιου κτιρίου, παραμονές 15αύγουστου. Αποκλείονται εκεί μέσα για τρεις μέρες χωρίς να μπορούν να ειδοποιήσουν κανέναν. Παρακολουθούμε τις αντιδράσεις τους, τα συναισθήματά τους, τη γνωριμία τους, τη σχέση τους. Παράλληλα, φαίνεται να εξιστορεί ο καθένας τη δική του οικογενειακή ιστορία, από προπάππου προς πάππο (για να περνά και η ώρα, μια που πάντα ο εγκιβωτισμένος χρόνος περνάει αργόσυρτα και τυραννικά), αν κι εντέλει η αφήγηση είναι απρόσωπη, χωρίς την οπτική γωνία κάποιου αφηγητή. Έτσι, μ’ αυτό το τέχνασμα, βλέπουμε να «εγκιβωτίζονται» πολλές διαφορετικές ιστορίες, από την οικογένεια της Ελένης και από την οικογένεια του Μάρκου. Αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί διατρέχουμε μια καυτή ιστορική περίοδο ενός περίπου αιώνα, όπου βλέπουμε την τύχη μιας οικογένειας προσφύγων (από Ανατολική Ρωμυλία/περιοχή Αδριανούπολης) και μιας οικογένειας ντόπιων από το Βελβεντό της επαρχίας της Κοζάνης.
Το ύφος του συγγραφέα είναι συναρπαστικό σε γενικές γραμμές, και τις περισσότερες ιστορίες τις παρακολουθεί κανείς με ενδιαφέρον. Ιδιαίτερα η ιστορία των προπαππούδων που καταδεικνύει την ασάφεια στα σύνορα, την έλλειψη αυτού που σήμερα ονομάζουμε «εθνική συνείδηση», τη ρευστή ταυτότητα σε περιοχές όπου το ελληνικό στοιχείο συμβίωνε με άλλες εθνότητες (εκείνα τα χρόνια της σφαγής οι ένοπλοι στο βουλγαρικό κομιτάτο τους έλεγαν Γραικομάνους όλους αυτούς που ήταν κουβάρι ανάμεσα σε δυο γλώσσες/ αυτοί όμως δεν προλάβαιναν να ονοματίσουν τον εαυτό τους, καθώς πάλευαν να επιβιώσουν μέσα στις παγωνιές των βουνών και στα μαχαιρώματα κλπ.). Έχουμε την ευκαιρία να δούμε μυθιστορηματικά μια ιστορική περίοδο σκοτεινή για τη βόρεια Ελλάδα, εφόσον ο θρυλικός προπάππος του Μάρκου (ο «δολοφόνος του λύκου»), το σκάει και από τον τουρκικό αλλά και το βουλγαρικό στρατό, από την Αδριανούπολη περνά στην Ανατολική Ρωμυλία για να βρει κάτι χαμένους συγγενείς (Καβακλή, Τσικούρκιοϊ), και να καταλήξει τελικά σ’ ένα χωριό κοντά στη Θεσσαλονίκη (η ζωή του όλο νύχτες), ενώ η γιαγιά της Ελένης, η Ζώικα (η πιο ενδιαφέρουσα κι ολοκληρωμένη μορφή όλου του βιβλίου), διασώζεται μ’ έναν απίστευτο τρόπο από την πυρκαγιά που βάλαν οι εξαρχικοί στο χωριό της, το Βελβεντό, και αφού περιπλανήθηκε και δούλεψε σα «δουλικό» εφτά χρόνια στη Λάρισα επέστρεψε στο χωριό για να βρει μόνο τον ένα της αδελφό και τη μάικα (Κωνσταντή, τι αστεία είναι αυτά; -και δε μπορεί κανείς στη στιγμή αυτή, της συνάντησης μάνας και κόρης να μη σκεφτεί το τραγούδι του νεκρού αδερφού). Διατρέχουμε στη συνέχεια την περίοδο του πολέμου, βλέποντας παράλληλα πολλούς τύπους ανθρώπων (από τη μια ο Παναγιώτης φυλακίζεται στην Ακροναυπλία για τις αριστερές του ιδέες, απ’ την άλλη ο Νίκος γίνεται φαλαγγάρχης στην ΕΟΝ), ενώ δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στον ασυμβίβαστο, αντιφασίστα και «φονιά» Ηλία (άλλη έντονη προσωπικότητα), τον θείο του Μάρκου. Η αγωνία αυξάνεται όσο προχωράει το βιβλίο καθώς φτάνουμε στην προσωπική ιστορία των πρωταγωνιστών, για τους οποίους αναρωτιόμαστε αν θα διασωθούν εντέλει.
Πρωτότυπη η δομή (τρεις παράλληλοι άξονες αφήγησης, κατά συμμετρικό τρόπο γύρω από το «τώρα») και καλοστημένη. Μέσα στις αρετές του συγγραφέα η δημιουργία ατμόσφαιρας, μια ευκολία να περιγράφει ρευστές, συγκεχυμένες καταστάσεις, γεύσεις, μυρωδιές, να στήνει σκηνικά «παρακμιακά». Πάμπολλοι χαρακτήρες παρελαύνουν, πέρα από τους πρωταγωνιστές, χαρακτηριστικοί τύποι όπως η «αηδονολαλούσα μάικα» (ένας στρόβιλος τα λόγια της από τρυφερές προσταγές, νανουρίσματα, τραγούδια και ταχταρίσματα), η «ξυλοχέρα» Χρυσούλα, η υποταγμένη αλλά τίμια και μαχητική με τον τρόπο της Κασσιανή, η Αγγελική, ο Παναγιώτης, η Αντωνία κ.α. ένα «κοινωνικό μωσαϊκό» ανθρώπινων τύπων, των οποίων βλέπουμε ολοκληρωμένη τη ζωή από όταν είναι μικρά παιδιά μέχρι που αποβιώνουν, καθώς η ιστορία τού ενός μπλέκεται με την ιστορία της επόμενης γενιάς.

Παρόλ’ αυτά με κούρασε, ίσως το ότι το διάβασα αμέσως μετά την «αηδονόπιτα» ήταν η αιτία να αναφανούν πιο έντονα κάποιες αδυναμίες γραφής. Όπως λέει κι ο ίδιος ο συγγραφέας στη δεύτερη κιόλας σελίδα, «θα σας πω την ιστορία αυτού του άντρα και μαζί κάμποσες άλλες παλιές, κιτρινισμένες σαν κεντήματα ξεχασμένα στα μπαούλα, ίσως και γιατί αξίζει τον κόπο να ειπωθούν, καμιά φορά με ανοικονόμητο στόμφο». Αυτός ο στόμφος δεν είναι έντονος ούτε χαρακτηριστικός, αλλά κάποιες φορές χρωματίζει την αφήγηση χωρίς λόγο. Είναι δηλαδή κάπως φλύαρο το γράψιμο, λέει περισσότερα απ’ όσα θα έπρεπε, χωρίς ν’ αφήνει κάποια πράγματα να εννοηθούν. Π.χ. η αναφορά στη σκιά της πεταλούδας γίνεται πολλές φορές, ενώ στο επίμετρο ο συγγραφέας κάνει σχεδόν ανάλυση. Αλλά και η υπόθεση είναι φλύαρη, δηλαδή λίγο φορτωμένη, λίγο μπαρόκ: ενώ η λεπτομέρεια είναι όμορφα δουλεμένη κι ένα ένα στοιχείο είναι κομψοτέχνημα, το σύνολο είναι παραφορτωμένο. Από κάποιο σημείο και μετά νιώθεις ότι το άγχος του συγγραφέα να τα «περιλάβει όλα», να συμπληρώσει το μωσαϊκό είναι εις βάρος της αυθόρμητης έμπνευσης.
Μια τέτοια αφήγηση (για την ακρίβεια πρόκειται για δυο διαφορετικές γραμμικές αφηγήσεις που ουσιαστικά δε συναντιούνται) παρουσιάζει αναγκαστικά την εξής αδυναμία: κάποιες «νεκρές περίοδοι» αποτυπώνονται συνοπτικά, δηλαδή ο χρόνος συμπυκνώνεται. Δε ξέρω αν πρόκειται για αδυναμία στην αφήγηση, πάντως εμένα δε …μ’ αρέσει. Μου αρέσει ο χρόνος όπως ξεδιπλώνεται μέσα από το ρυθμό αφήγησης, να είναι «ίδιος», να μην υπάρχουν πολλές εναλλαγές (δηλαδή να μην περνάει μια μέρα σε 15 σελίδες και 10 χρόνια σε μία), γιατί είναι σαν ένα μουσικό κομμάτι ν’ αλλάζει συνέχεια ρυθμό.
Τέλος, όσο αφορά το «σήμερα», δηλαδή την ιστορία που εξελίσσεται μέσα στο ασανσέρ, στην αρχή η περιγραφή της κατάστασης και των συναισθημάτων ήταν συναρπαστική, αλλά στη συνέχεια η ελευθερία των δύο ηρώων (π.χ. την πρώτη βραδιά η γυναίκα κοιμήθηκε …γυμνή!) και η ερωτική τους προσέγγιση μου φάνηκε παρατραβηγμένη. Η όλη ιστορία, ο τρελός έρωτας και η κατάληξη του πρωταγωνιστή να ζητήσει την κηδεμονία του γιου της Ελένης (ευτυχώς δεν έγινε) δεν ήταν καθόλου πειστικά.

Χριστίνα Παπαγγελή

14 σχόλια:

vivliolatreia είπε...

'Εχω διαβάσει και τα δύο βιβλία του συγγραφέα στα οποία αναφέρεστε, με την μόνη διαφορά ότι είχε περάσει αρκετός καιρός από την ανάγνωση της "πεταλούδας" πρώτα και μετά της "πίτας". Θεωρώ πως υπάρχουν μεγάλες διαφορές την έκφραση, στη γραφή γενικότερα του συγγραφέα ανάμεσα στα δύο βιβλία του.
Στην αρχή το βιβλίο (στη σκιά της πεταλούδας) μου έκανε λίγο "ρηχό" και σκέφτηκα να το αφήσω. Η συνέχεια όμως αντάμειψε την υπομονή μου. Αν με ρωτούσατε πιο με έχει κερδίσει περισσότερο θα έλεγα το "στη σκιά της πεταλούδας". Είναι η πλοκή, η περιγραφή και γενικότερα η γραφή του συγγραφέα που με κράτησε προσηλωμένη και μου "βασάνισε" τις σκέψεις για τα δεινά του λάου μας και γενικότερα της ανθρωπότητας.

Χριστίνα Π είπε...

Γεια σου vivliolatreia!Είναι άξιοπερίεργο πόσο διαφορετικές εντυπώσεις έχω ακούσει από ανθρώπους που έχουν διαβάσει και τα δυο βιβλία. Αρχίζω να πιστεύω ότι μεταδίδεται ένας ενθουσιασμός με την πρώτη επαφή με τον συγγραφέα (δηλαδή ότι ενθουσιάζεται ο αναγνώστης στο πρώτο βιβλίο του που διαβάζει) γιατί έχει πράγματι ένα μοναδικό ύφος, ενώ στη συνέχεια αναδεικνύονται κάποιες αδυναμίες.

Συμφωνώ ότι ανέδειξε κάποιες πτυχές της ιστορίας που ειναι λίγο πολύ κρυμμένες, αλλά πες μου, δε βρήκες το τέλος λίγο τραβηγμένο;

anagnostria είπε...

Το είχα διαβάσει τότε που βγήκε και θυμάμαι ότι μου άρεσε πολύ. Θυμάμαι επίσης ότι το αναζήτησα μετά από μια αναφορά σ' αυτό του Γιανναρά. Την "Αηδονόπιτα" την άρχισα αλλά με απέτρεψε να συνεχίσω ο πολύ αργός της ρυθμός στην αρχή. Ίσως να πρέπει να επανέλθω.

Χριστίνα Π είπε...

Θυμάμαι, αναγνώστρια, και το αντίστοιχο σχόλιο στην παρουσίαση της "αηδονόπιτας"... Το σχόλιο του Γιανναρά στην Καθημερινή ( Συναρπαστική πλοκή, εκπληκτική ζωντάνια αφηγηματικού λόγου, ένσαρκος στη ζωή προβληματισμός για το «πανάρχαιο δράμα, τη συνάντηση του ανθρώπου με την προσωπική του αποτυχία και πτώση». Δεν έχω χαρακτηρισμούς προσφυέστερους να αποδώσω σε αυτό το εξαίρετης μαστοριάς λογοτεχνικό έργο. Γνώμη μου είναι πως, αν με τον Tσίρκα το ελληνικό μυθιστόρημα έκανε άλμα πέρα από τον Bενέζη, τον Mυριβήλη, τον Kαραγάτση, τώρα με τον Zουργό είναι κιόλας διακριτή η απόσταση πέρα και από τον Tσίρκα. Περιμένω να δω αν θα δικαιωθεί η κρίση μου στις «από στόμα σε στόμα» αξιολογήσεις των αναγνωστών), μου φαίνεται υπερβολικό. Δεν μπορώ να συγκρίνω τον Ζουργό με τον Τσίρκα, γιατί άλλωστε είναι και διαφορετικής φύσης η γραφή. Ωστόσο πιστεύω ότι είναι χαρισματικός, κι ότι έχει να "δώσει" πολλά.

Stergios Nastopoulos είπε...

Διάβασα πρόπερσι "τη σκιά της πεταλούδας" και πράγματι είναι όπως τα γράφεις. Ο συγγραφέας, δάσκαλος στο επάγγελμα, αν δεν κάνω λάθος, στο τέλος σου αφήνει μια αίσθηση πεσσιμισμού και ματαιότητας για τη ζωή. Όμως η πλοκή του είναι ευρηματική, η περιγραφές του αξιοπρόσεκτες, η γλώσσα ρέουσα και το ιστορικό του αισθητήριο απροκατάληπτο. Ίσως να φιλοδόξησε να γράψει ένα "έπος" της Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας και ιδιαίτερα αυτή της Βόρειας Ελλάδας και μάλλον για πρώτο βιβλίο ήταν πάρα πολύ βρύ φορτίο. Όμως οι αρετές του συγγραφέα ήδη φαίνονται. Ελπιζω και αναμένω σε επόμενα βιβλία του να έχει ενδιαφέροντα πράγματα να μας πει.

Χριστίνα Π είπε...

Stergio, ο πεσσιμισμός και η ματαιότητα δεν ξέρω αν είναι από μόνα τους "ελαττώματα". Συμφωνώ πάντως ότι υπάχουν αρετές.
Επίσης να πω ότι
δεν είναι το πρώτο του βιβλίο, έχει γράψει άλλα δυο πριν απ΄αυτό, και την "αηδονόπιτα" στη συνέχεια που ίαι και το τελευταίο.

Stergios Nastopoulos είπε...

Δεν ήξερα οτι είχε γράψει και άλλα, Χριστίνα, ίσως να μη θυμάμαι τι γράφει στο οπισθόφυλλο. Μου άρεσε το θέμα και το διάβασα. Για τον "πεσσιμισμό" μπορεί να έχεις δίκιο, όμως δεν είμαι σε μια ηλικία ούτε περίοδο της ζωής που ο πεσσιμισμός θα μπορούσε να είναι στάση ζωής, "μια ρομαντική διάθεση" τύπου spleen, δεν τον θέλω, δεν μ' αρέσει. Μακάρι να διαβάζουμε ευχάριστα πράγματα όλοι, τώρα εξάλλου, μ' αυτά που ζούμε καθημερινά. Όχι άλλη "μαυρίλα"...

vivliolatreia είπε...

Αγαπημένη μου Χριστίνα, νομίζω πως είναι πολύ συνηθισμένο οι απόψεις για τα βιβλία να διίστανται! Και εγώ έχω χαρακτηρίσει κατά καιρούς κάποια βιβλία "χάλια" ή "μέτρια" γιατί δεν ταιριάζαναι με τα δικά μου γούστα, ενώ έχουν γίνει best seller και το κοινό τα έχει αγαπήσει. Το ίδιο συμβαίνει και με βιβλία που γράφει ένας συγγραφέας, μπορεί με κάποιο να ενθουσιαστείς ενώ τα υπόλοιπα να σου είναι αδιάφορα.

sofia είπε...

Εγώ πάλι τη Σκια της πεταλούδας" τη βρήκα συγκλονιστκή και τη γραφή γοητευτική. Η αηδονόπιττα απλά μου άρεσε.

Ανώνυμος είπε...

Μόλις τελείωσα το βιβλίο αυτό.
Το βρήκα εκπληκτικό.
Είναι αλήθεια ότι σου αφήνει μια πεσιμιστική διάθεση αλλά ο συγραφέας
έχει μεγαλείο.
Νομίζω ότι ο Ζούργος είναι μια μεγάλη
σύγχρονη λογοτεχνική μορφή και θα
αφήσει εποχή στα Ελληνικά γράμματα.

Ανώνυμος είπε...

Μία λέξη μόνο!
ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ!

Εμμανουήλ Νεφέλιος είπε...

Το έργο του Ζουργού μόνο αν διαβαστεί ολόκληρο μπορεί να μας δώσει επαρκείς και σε βάθος πληροφορίες για τα μορφικά σχήματα, για το περιεχόμενο, τους χαρακτήρες των μυθιστορημάτων και τις επιρροές από τα ρεύματα αισθητικής. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως χώρο την πόλη της Θεσσαλονίκης, ο χρόνος είναι το παρόν στο οποίο επιζεί το παρελθόν, ενώ χρησιμοποιώντας πολλές φορές την πανουργία του λόγου, συνειδητά ή ασυνείδητα δεν έχει καμιά σημασία, μας εξαπατά και ταυτόχρονα φενακίζεται ο ίδιος υποστηρίζοντας ότι γράφει ιστορικό μυθιστόρημα. Μπορεί να παρατηρήσουμε ακόμη τις επιρροές απο το κίνημα του ρομαντισμού, απ’ το Μυριβήλη, ενώ στο τελευταίο βιβλίο του Ανεμώλια, είναι διάχυτη η επιρροή των μικροαστικών αντιλήψεων που απλώνονται σαν ομίχλη στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Ο συγγραφέας δημιουργεί με επιτυχία αντιθετικά σχήματα (πόλη – παρόν – τοπική αναζήτηση – αποτυχία) (έθνος – χρονική εξερεύνηση – παρελθόν – επιτυχία ), όμως δεν μπορεί να δημιουργήσει τη σύνθεση και να ενοποιήσει με ρεαλιστικό τρόπο τα θραύσματα της χαμένης ενότητας που δημιουργεί η σημερινή καπιταλιστική παρακμή. Η αποτυχία του αυτή οφείλεται αφ’ ενός στην αδυναμία να υπερβεί τις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις που επικρατούν στην πόλη της Θεσσαλονίκης (συντηρητισμός, θρησκοληπτική θυσιαστική ανάγνωση του χριστιανισμού, έκδηλα συμπτώματα κατωτερότητας που κληροδότησε η οθωμανική αυτοκρατορία, διάχυτες μικροαστικές αντιλήψεις, παραγνώριση του απελευθερωτικού ρόλου της τεχνολογίας, κυριαρχία του εμπορευματικού καπιταλισμού) και αφ’ ετέρου απο τη μη σύνδεση του με τα επαναστατικά κινήματα του χτες και του σήμερα.

alexandra είπε...

παιδιά, ωραία τά λέτε, ομως οπως είπε και κάποιος φίλος, ο Ζουργός είναι ο καλύτερος που έχουμε. αξίζει να τα διαβάσετε όλα, μα όλα τα έργα του, δεν κουράζει καθόλου. ισως λίγο το πρώτο του, το Φράουστ, αλλα τόγραψε σε μικρή ηλικία και φαίνεται λίγο αδόκιμο το γράψιμο. Τα τρία τελευταία θα γράψουν ιστορία. Η σκιά της Πεταλούδας του δεν μου φάνηκε καθόλου φλύαρη, η Αηδονόπιττα με συγκλόνισε, και την ανεμώλεια την "ρούφηξα". μού φάνηκε πολυ βιωματικό, ο ανθρωπος είναι μακεδόνας και φαίνεται. Με λίγα λόγια, για δάσκαλος, απαιχτος! μακάρι να τον είχαν τέτοιο δάσκαλο ολα τα ελληνοπουλα μας, τα καυμένα!

ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ είπε...

Πολυ ομορφη και κατατοπιστικη η παρουσιαση αυτου του εργου...Γενικα μου αρεσουν οι επιλογες αυτου του σαιτ.Ακομη ταλαντευομαι ομως αναμεσα στο διλημμα "ποιο απο τα δυο βιβλια ειναι αρτιοτερο- Η ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ η Η ΑΗΔΟΝΟΠΙΤΑ;;;;"
Παντως ο Ζουργος μοιαζει να συνεχιζει την πορεια που χαραξαν οι κλασσικοι με ολη την αναλυτικη διαθεση,τη διεισδυτικη ματια και την καλλιεπεια της εκφρασης.
Καμια σχεση με τον λεκτικο μινιμαλισμο ,την αφιαρετικοτητα και τη λεξιλογικη πενια των σημερινων λογοτεχνικων τασεων...
μαζι με τον Καλπουζο για μενα διασωζουν κατι απο την διαχρονικη γοητεια της ελληνικης λογοτεχνιας -αυτη που σε διδασκε Ιστορια,κοινωνικη φιλοσοφια, ανθρωπια κ ανθρωπινη ψυχολογια...