Δευτέρα, Ιουλίου 11, 2011

Μη μ’ αφήσεις ποτέ, Καζούο Ισιγκούρο

Αυτό που έδινε στην κασέτα μου τη σπουδαιότητά της
ήταν ένα τραγούδι: το νούμερο τρία, με τίτλο:
«Μη μ’ αφήσεις ποτέ»
(“Νever let me go”)


Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι πρόκειται για ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας, εφόσον βασίζεται σε σενάριο με κλωνοποιημένα παιδιά που μεγαλώνουν σε ειδικό ίδρυμα προκειμένου να γίνουν δωρητές οργάνων. Όμως δεν είναι αυτή ούτε η αρχική αίσθηση, ούτε η τελική γεύση που άφησε, σε μένα τουλάχιστον, αυτό το μυθιστόρημα. Κι αυτό γιατί συνήθως τα βιβλία επιστημονικής φαντασίας εστιάζουν στην πλοκή, στα γεγονότα ή, το πολύ πολύ, αποτελούν κοινωνικό σχόλιο στην ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της τεχνολογίας. Ενώ το βιβλίο αυτό του Ισιγκούρο είναι καθαρά ψυχογραφικό, και αγγίζει υπαρξιακά προβλήματα πανανθρώπινα, με αφορμή τις ιδιαίτερες συνθήκες που βιώνουν οι πρωταγωνιστές.
Αφηγήτρια είναι η βασική πρωταγωνίστρια, η Κάθυ, που παίρνει το λόγο ενήλικας πια, ενώ δεν είναι ακόμα δωρητής αλλά «συνοδός» (φροντίζει δηλαδή για την καλή αποθεραπεία του δωρητή μετά από κάθε δωρεά οργάνου). Η αφήγηση αφορά τις αναμνήσεις της και τα ιδιαίτερα βιώματα από την παιδική ακόμα ηλικία, καθώς και τη σχέση της με δυο άλλους τρόφιμους του ιδρύματος, τον Τόμυ και τη Ρουθ. Η φιλία που αναπτύσσεται ανάμεσα στα τρία αυτά άτομα παίρνει διάφορες μορφές, θα έλεγε κανείς όλες τις δυνατές μορφές, και συνεχίζεται μέχρις ότου φεύγουν από το αρχικό ίδρυμα στο Χέιλσαμ, μπαίνουν σε μια περίοδο προσαρμογής και τέλος, «ολοκληρώνουν», δηλαδή κάνουν όσες δωρεές αντέχουν (δυο η Ρουθ, τέσσερις ο Τόμι) προτού φύγουν από τη ζωή. Το ίδρυμα έχει κάποιους αυστηρούς κανόνες, ειδικά μελετημένους ώστε να εξασφαλίσει στους «μαθητές» φυσική και ψυχική υγεία, π.χ. δίνει ιδιαίτερη σημασία στις πολιτιστικές δραστηριότητες (με αφορμή αυτό γίνονται ενδιαφέρουσες νύξεις για το ρόλο της τέχνης). Ενδιαφέρον φυσικά έχουν για τον αναγνώστη οι τρόποι με τους οποίους τα παιδιά αυτά μαθαίνουν την αλήθεια (την καταγωγή τους και το σκοπό για τον οποίο είναι προορισμένοι), καθώς και η αντίδρασή τους μπροστά σ’ αυτή τη σκληρή αλήθεια.


Ο Τόμυ ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους σαν παιδί πιο πολύ γιατί δεν είναι «δημιουργικός» (απαραίτητος όρος, όπως αποκαλύπτεται προς το τέλος, για να αποδειχτεί ότι αυτά τα παιδιά, αν και κλώνοι, δεν υστερούν συναισθηματικά από τα φυσιολογικά παιδιά) ενώ έχει ιδιαίτερες ιδιότητες, όλοι όμως τον κοροϊδεύουν και τον απομονώνουν, εκτός από την Κάθυ, που τον πλησιάζει με διακριτικότητα και ευαισθησία.
Καταλυτικό ρόλο στην πλοκή και στην επίλυση του μυστηρίου που παρουσιάζουν κάποιες ανεξιχνίαστες συμπεριφορές των δασκάλων, παίζει και η δεσποινίς Λούσι, που φαίνεται ότι με την αυθόρμητη παρέμβασή της βγάζει τον Τόμι από το λαβύρινθο της απομόνωσης:
Πράγματι, σε λίγο η δεσποινίς Λούσυ έλεγε πράγματα που ο Τόμυ δυσκολευόταν να παρακολουθήσει. Εκείνη, όμως, τα επανέλαβε αρκετές φορές, για να του δώσει να τα καταλάβει. Αν ο Τόμυ ειλικρινά προσπαθούσε αλλά δεν είχε ως τότε καταφέρει να είναι δημιουργικός, του έλεγε, τότε δεν υπήρχε λόγος να στενοχωριέται. Δεν ήταν σωστό να τιμωρείται ή να δέχεται πιέσεις γι’ αυτό ούτε από τους συμμαθητές του, αλλά ούτε και από τυος επιμελητές. Απλούστατα, δεν έφταιγε αυτός σε τίποτα. Κι όταν ο Τόμυ διαμαρτυρήθηκε, λέγοντας ότι μπορεί έτσι να πίστευε η δεσποινίς Λούσυ, αλλά όλοι οι άλλοι πίστευαν ότι ήταν δικό του το λάθος, εκείνη αναστέναξε και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Μετά του είπε:
«Αυτό που θα σου πω ίσως να μη σε βοηθήσει πολύ. Να θυμάσαι, όμως, το εξής: υπάρχει τουλάχιστον ένας άνθρωπος στο Χέιλσαμ, που έχει διαφορετική άποψη. Που πιστεύει, δηλαδή, ότι είσαι ένας πολύ καλός μαθητής, που δεν υστερεί σε τίποτα από τους συμμαθητές του, ανεξάρτητα από το κατά πόσο είναι δημιουργικός ή όχι».
Αυτή η παρέμβαση, η «απόκλιση» της θυμωμένης δεσποινίδας Λούσυ (ήταν πολύ θυμωμένη, πάντως όχι με μένα κι αυτό είχε σημασία, δεν ξέρω με ποιον τα είχε πάντως ήταν έξω φρενών!) είναι το πρώτο μυστικό που μοιράζονται η Κάθυ με τον Τόμυ. Ίσως και η πρώτη συνειδητοποίηση ότι κάτι διαφορετικό συμβαίνει στο ίδρυμα του Χέιλσαμ, του οποίου οι μαθητευόμενοι είναι θύματα (υπάρχει και κάτι άλλο, είπε ότι δε μαθαίνουμε όλα όσα θα’ πρεπε να ξέρουμε).
Δεν είναι σκόπιμο να αναφερθεί κανείς στις λεπτομέρειες του σχετικού παιδαγωγικού προβληματισμού ούτε στις λεπτομέρειες των δυαδικών σχέσεων όπως διαμορφώνονται ανάμεσα στα μέλη της τριάδας. Η πλοκή μέχρι τέλους είναι συναρπαστική, οι ήρωες μεγαλώνοντας ωριμάζουν κι ωριμάζει και η σχέση μεταξύ τους που παρουσιάζει πολλές διακυμάνσεις και ανατροπές (Κάθυ, η αλήθεια είναι ότι δεν περιμένω να με συγχωρέσεις ποτέ-και δεν ξέρω αν θα’ πρεπε. Δε σου ζητάω να με συγχωρέσεις. Δεν είναι αυτό που μ’ ενδιαφέρει τώρα. Εκείνο που θέλω είναι να το επανορθώσεις. Να επανορθώσεις το κακό που σου έκανα). Κυρίως όμως, συναρπαστικό είναι το γράψιμο του Ισιγκούρο, μεστό, διεισδυτικό και η ματιά του γεμάτη σπάνια ευαισθησία.



Χριστίνα Παπαγγελή

5 σχόλια:

anagnostria είπε...

Εξαιρετικό βιβλίο! Βιβλίο που θέλεις να ξαναδιαβάσεις, αλλά και βιβλίο που γεννάει πλήθος προβληματισμούς.

Χριστίνα Π είπε...

Πράγματι, anagnostria, κάποια αποσπάσματα διαβάζονται ξανά και ξανά...
Να παραπέμψω και στην παρουσίαση του Θόδωρου Γρηγοριάδη εδώ http://teogrigoriadis.blogspot.com/2011/01/blog-post.html

Ανώνυμος είπε...

Είδα την ταινία τελείως απροετοίμαστος για το θέμα (μάλλον από περιέργεια για την, πολύ καλή στο An education, Μάλιγκαν και την , μονόχορδη πλην αγαπητή, Νάιτλι).
Η ατμόσφαιρα (χρώμα, πλάνα, ρυθμοί) όπως τα περιγράφεις, Χριστίνα. Ένα ερωτικό τρίγωνο, ρομάντσο λοιπόν. Μα και επιστημονική φαντασία τοποθετημένη σε παρελθόντα χρόνο, αναδρομικά αφηγημένη και εικονογραφημένη αναντίστοιχα προς την πραγματική ζωή των προηγούμενων δεκαετιών, συνειδητή άρνηση φουτουριστικής απόδοσης. Και μελαγχολία, καταπίεση, χαμηλοί τόνοι, δυο κραυγές προς τον ουρανό, πολλά δάκρυα βουβά, χωρίς έκρηξη. Κι όλα αυτά για να καταλήξει ότι και οι κλώνοι έχουν ψυχή, πάει να πει συναισθήματα κι επιθυμίες;
Πρόκληση λοιπόν.
Το ξανάδα αφού διάβασα τις κριτικές και τις αναλύσεις.
Είδα μια κοινωνία διαιρεμένη στα δυο: η μια θεωρεί δικαίωμά της να ζει σε βάρος της άλλης. Γι΄αυτό της επιτρέπει να ζει: την κατασκευάζει επί τούτου, την διαπαιδαγωγεί να πειθαρχεί στις βασικές της τις αρχές, την προικοδοτεί με την ηθική της θυσίας και την αισθητική της ευταξίας, την εθίζει στην εκλογίκευση του παραλόγου, της αποκλείει το δικαίωμα να οραματίζεται, να αυτοπροσδιορίζεται, να βιώνει το χρόνο ως μεταβλητή, ως απαιτητή δυνατότητα. Ντρέπεται βέβαια που στηρίζει την επιβίωσή της στο έγκλημα (ή έστω στην ανοχή του) , γι' αυτό περιθωριοποιεί , με βρετανική ευγένεια, τους αναλώσιμους κλώνους. Δεν δείχνει να τους φοβάται, ίσως τους θεωρεί οριστικά ευνουχισμένους. Τους αφήνει άλλωστε μικρές ευκαιρίες εκτόνωσης: ζωγραφιές, ποιήματα, έρωτες, ζήλιες, μικροεκδρομές προς τον αξιοβίωτο χρόνο, που φτάνουν μέχρι την αίτηση για μια μικρή παράταση, ποτέ μέχρι την απόδραση. Κι η καταθλιπτική πορεία ολοκληρώνεται χωρίς να καθαίρονται οι ήρωες, διότι δεν συγκρούονται με ό,τι τους ορίζει και τους περιορίζει. Είναι λοιπόν εν μέρει άνθρωποι, μικροί εννοώ στην αβουλία τους και την αδράνειά τους, μικρόψυχοι αν κι όχι άψυχοι. Αλληγορική απόδοση της εποχής μας;
Συμπέρασμα: πρέπει να διαβάσω το βιβλίο.
Α , και να ξαναδώ το Blade Runner.
Παναγιώτης

Dionisis K είπε...

Καλησπέρα, σας ενημερώνω για τη δημιουργία ενός νέου ιστολογίου για την ελληνική λογοτεχνία

http://bibliokritika.blogspot.com/

Ευχαριστώ

Χριστίνα Π είπε...

Kαλησπέρα Παναγιώτη,
συγνώμη για την καθυστέρηση της απάντησης, αλλά ήμουν εκτός... δικτύου.
Πολύ ενδιαφέροντα όσα γράφεις (Είδα μια κοινωνία διαιρεμένη στα δυο: η μια θεωρεί δικαίωμά της να ζει σε βάρος της άλλης. Ναι, νομίζω αυτό ΄δίνει μια αναλογία με το σήμερα (και όχι μόνο).
Πάντως οι ήρωες δε μου έδωσαν στο βιβλίο την αίσθηση ότι ήταν "μικρόψυχοι". Δεν μπορείς να έχεις την αίσθηση του όλου όταν είσαι μέσα στο πρόβλημα, δε μπορείς εύκολα να χεις συνείδηση. Όσο αφορά τις ευκαιρίες εκτόνωσης, νομίζω ότι οι μικρές ελευθερίες και οι δημιουργικές δραστηριότητες ήταν μέσα στο πρόγραμμα για να ελέγχουν αν είναι φυσιολογικά ανθρώπινα όντα οι κλώνοι ή όχι.

Θα θελα πάντως και γω να δω την ταινία.