Κυριακή, Σεπτεμβρίου 06, 2009

Κόκκινο στην πράσινη γραμμή, Βασίλη Γκουρογιάννη

-Ειδικά για την Ιστορία, η πιο ταιριαστή μεταφορά είναι
το ξεφλούδισμα του κρεμμυδιού- κάθε φλούδα και δάκρυ.

Οδυνηρά τολμηρό το καινούριο βιβλίο του Β. Γκουρογιάννη[1], εφόσον αγγίζει την πληγή της Κυπριακής τραγωδίας του ’74, και μάλιστα από μια απροσδόκητη οπτική γωνία: βετεράνοι ελλαδίτες που πήραν μέρος στην τότε ΕΛΔΥΚ (ελληνικές δυνάμεις Κύπρου) συναντιούνται μετά από 30 χρόνια σε συνέδριο στην Κύπρο, με σκοπό να ανιχνεύσουν τις μνήμες τους από τα γεγονότα του πολέμου αλλά και να διεκδικήσουν τη μιάμιση σειρά ιστορίας που τους αναλογεί στο ...καινούριο βιβλίο ιστορίας της Στ΄ δημοτικού[2]Ορίστε, διάβασε! Από τις πέντε γραμμές οι δύο είναι ότι ανατρέψαμε τον Μακάριο. Ποιοι; Εμείς, οι έλληνες χουντικοί. Εμάς εννοεί, τους Έλληνες που ήμασταν εκεί. Εμ κερατάδες, εμ δαρμένοι»).
Το μυθιστόρημα εστιάζει σ’ αυτήν την κρυμμένη πτυχή της ιστορίας, στο δράμα των ελλαδιτών που βρέθηκαν στη φωτιά του πολέμου, οι περισσότεροι αθώα φανταράκια της ελληνικής δύναμης της ΕΛΔΥΚ,(που είχε συσταθεί ήδη από την ανεξαρτητοποίηση της Κύπρου το 1959, αντίστοιχα με την ΤΟΥΡΔΥΚ) και που η ιστορία τούς αγνόησε, ταυτίζοντάς τους με τις χουντικές δυνάμεις που ανέτρεψαν το Μακάριο. Έμμεσα λοιπόν, το βιβλίο είναι ένα σχόλιο στο τι είναι ιστορική «αλήθεια» και στο πώς κατασκευάζεται η ιστορία («Κι αν είναι αλήθεια;» «Όσο αλήθεια κι αν είναι, εμείς δεν φέρουμε ευθύνη. Διαταγές εκτελούσαμε». «Αχ, αυτές οι διαταγές…»). Στη διπλή εισβολή που ακολούθησε το πραξικόπημα, να θυμίσουμε ότι οι ελληνικές δυνάμεις καθώς και η Κυπριακή Εθνοφρουρά (που είχε και πολλούς ελλαδίτες αξιωματικούς) έμειναν τελείως ακάλυπτοι κι εκτεθειμένοι.
O «Πρόεδρος» της οργάνωσης ΝΟΜΕ (Νέα Οργάνωση Ελλήνων Μαχητών), ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, διαβιβαστής το ’74 και νυν δικηγόρος στο επάγγελμα, είναι αυτός που επωμίζεται την ευθύνη του συνεδρίου, της επακόλουθης συζήτησης αλλά και της επίσκεψης στα κατεχόμενα. Έχουν περάσει, ωστόσο, τριάντα τρία χρόνια. Η λήθη σβήνει τις πληγές, ή έστω, τις καλύπτει κατ’ επίφαση. Οι μεσόκοποι βετεράνοι εναποθέτουν με σεβασμό το στεφάνι στον Τύμβο της Μακεδονίτισσας αλλά ουσιαστικά τριγυρνάνε σαν τουρίστες, κάπως απρόθυμοι να ανασκαλίσουν τη μνήμη τους, και κυρίως να καταθέσουν στο ακροατήριο τις οδυνηρές τους αναμνήσεις. Γιατί, δεν πρόκειται φυσικά για ηρωικές σελίδες πολέμου, όπως τις μαθαίνουμε σε σελίδες της ιστορίας. Πρόκειται, αντίθετα, για σύνδρομα άγνοιας, ντροπής ή ενοχής πολλές φορές, απωθημένες ιστορίες «φρίκης» που τις αποκαλύπτουν όμως εντέλει ύστερα από ψυχολογημένους ελιγμούς και την πειστική εισήγηση του προέδρου.
Όλες αυτές οι αντιθέσεις διαγράφονται αριστοτεχνικά από τον Γκουρογιάννη, σ’ ένα ύφος άμεσο, απέριττο, χωρίς διακηρύξεις και συμπεράσματα. Ο λιτός ρεαλισμός δίνει βάθος στη δραματικότητα που υπάρχει «φύσει» στις αποσπασματικές αφηγήσεις που λαμβάνουν χώρα μέσα σ’ ένα συναισθηματικό φόρτο και που συνθέτουν ένα παζλ ελλειμματικό, θραυσματικό, πληγωμένο. Αυτή η δομή επιτρέπει να συνυπάρχουν ποικίλες οπτικές γωνίες, μια πολυφωνία.

Ευρηματική στο μυθιστόρημα είναι και η παρουσία των «δυο καθηγητών», του καθηγητή/πρώην αντιπρύτανη του Παντείου και κυρίως του νεαρού ιστορικού, Μάριου Λιάκου, ο οποίος είχε ξεκινήσει διατριβή πάνω στα γεγονότα του ’74 αλλά τη διέκοψε λόγω «της επιλεκτικής μνήμης ή μάλλον της επιλεκτικής αμνησίας των ανθρώπων που μετείχαν στα γεγονότα». Η αποστασιοποίησή του από τα γεγονότα επιτρέπει να εκφραστούν ερωτήματα σχετικά με τη φύση της ιστορίας και της γραφής της, στις εκπληκτικές σελίδες 152-165.
Σελ. 155:
-Εμείς, οι λεγόμενοι ιστορικοί, είμαστε ένα κλαμπ και ανταλλάσσουμε μεταξύ μας υποψίες για το τι ενδεχομένως έχει συμβεί σε κάποιον τόπο και κυρίως σε κάποιο χρόνο.
-(…)Ναι, αλλά από το σημείο όπου βρίσκομαι, να έχω ξεχάσει ήδη τη σχολική ιστορία, και να προσπαθώ τώρα να αναπληρώσω τα κενά με τα ιστορικά μυθιστορήματα, η απόσταση είναι μεγάλη. Καταλαβαίνω τι ακριβώς στερήθηκα: τη χαρά να ξεφυλλίσω το τριαντάφυλλο, για να βρω πού κρύβεται ευωδιά.
-Ειδικά για την ιστορία, η πιο ταιριαστή μεταφορά είναι το ξεφλούδισμα του κρεμμυδιού- κάθε φλούδα και δάκρυ.

Και:
Ο νεαρός καθηγητής παρατήρησε: «Ένα δίδαγμα, ένα συμπέρασμα σχετικό με την ιστορία, το οποίο μάλλον αντέχει στο χρόνο, δεν είναι ο κόπος να τη μάθεις αλλά να την ξεμάθεις. Δεν εννοώ ασφαλώς να την ξεχάσεις, ούτε να την αγνοήσεις».
Ευρηματική είναι η παρουσία του νεαρού ιστορικού και για έναν πρόσθετο λόγο: γιατί έντεχνα μας επιτρέπει να δούμε και τις μαγνητοφωνημένες μαρτυρίες δυο Τούρκων, που του τις είχαν καταθέσει όταν έκανε έρευνα για το διδακτορικό του («έχω χαρά γιατί διαπιστώνω ότι οι εχθροί μας υπήρξαν εξίσου φοβισμένοι και δειλοί μ’ εμάς κι εμείς εξίσου εγκληματίες μ’ αυτούς»).

Το τριήμερο του συνεδρίου κλείνει με την επίσκεψη στα «κατεχόμενα», απ’ όπου οι εντυπώσεις μεταφέρονται μ’ ένα συγκρατημένο ρεαλισμό, αλλά λειτουργούν ως κάθαρση σε μια τραγωδία χωρίς τέλος. Όμως δεν τελειώνει και το βιβλίο. Οι τελευταίες σελίδες είναι αποκλειστικά εστιασμένες στον «πρόεδρο» (δε μαθαίνουμε το όνομά του) που σ’ όλη τη διάρκεια του μυθιστορήματός τον βλέπουμε σημαδεμένο, σκοτεινό και στοχαστικό, να κουβαλά το μυστικό του κομμένου του ποδιού· ν’ αποφεύγει να μιλήσει για την προσωπική του εμπειρία και να μην μπορεί να ξετινάξει τη «ντροπή» ότι ήταν διαβιβαστής, σε μια θέση δηλαδή λίγο πολύ από τη φύση «αμφισβητούμενη» στο στρατό, διότι συνήθως την καταλαμβάνουν όσοι έχουν μέσον. Κατά τη γνώμη μου, οι τελευταίες αυτές σελίδες ήταν κάπως κουραστικές γιατί ο συγγραφέας προσπάθησε, χωρίς επιτυχία, να δώσει ένα βάθος υπαρξιακό, όπου η αυτολύπηση και η αυτοτιμωρία πρωταγωνιστούν -σε πολύ μεγάλη έκταση-, ως απάντηση στο προσωπικό αδιέξοδο του ήρωα.

[1] Βιωματική η παρουσίαση της anagnostria εδώ
[2] Η αναφορά στο αποσυρθέν βιβλίο της Ρεπούση είναι ξεκάθαρη αλλά αποτελεί απλώς αφορμή κι όχι κεντρικό στοιχείο του μυθιστορήματος

Χριστίνα Παπαγγελή

13 σχόλια:

Κ.Υ.Π. WALKING είπε...

Οποιαδήποτε απόπειρα να ακουστεί κάτι διαφορετικό από τα γνωστά κλισέ που αφορούν την Κύπρο εκείνης της περιόδου είναι σίγουρα σημαντικό.
Το συγκεκριμένο βιβλίο δεν το ξέρω καθόλου και η ερώτηση μου είναι αν υπάρχει κάτι για ενδοκοινοτικά γεγονότα της δεκαετίας του ΄60.

Χριστίνα Π είπε...

Καλώς τον Κ.υ.π.
βρήκα πολύ σημαντική τη φωνή του Γκουρογιάννη και πολύ αξιόλογη την οπτική του γωνία, μου φαίνεται ότι φάνηκε από την παρουσίαση, παρόλες τις ενστάσεις μου για το "παρατραβηγμένο" τέλος.
Ομολογώ όμως ότι δεν έχω ασχοληθεί ιδιαίτερα με τα γεγονότα από ιστορική άποψη, για να απαντήσω στο ερώτημά σου. Ίσως πιο κατάλληλοι θα είναι οι φίλοι Κύπριοι, όπως η Κίκα (anagnostria), η Εύα, ο Φοίβος και άλλοι, των οποίων θα εκτιμούσα και ξεχωριστά την άποψή τους για το βιβλίο του Γκουρογιάννη (η αναγνώστρια ήδη το χει παρουσιάσει)

Eva Neocleous είπε...

Χριστίνα,
ομολογώ ότι ακόμα δεν έχω διαβάσει το βιβλίο κι αισθάνομαι άβολα κάπως γι΄αυτό.Ωστόσο, έχοντας δει αρκετές κριτικές, διαμόρφωσα μια γενική εικόνα.Το ιστορικό πλαίσιο και τα γεγονότα της περιόδου είναι λίγο πολύ γνωστά.Εκείνο που προκαλεί το ενδιαφέρον είναι η "άγνωστη" πτυχή της κυπριακής τραγωδίας, την οποία επιλέγει για να "διαλευκάνει" ο συγγραφέας.
Σε μια συνέντευξή του στον Ηλία Μαγκλίνη (Καθημερινή,3/5/2009) αιτιολογεί τη συγκεκριμένη του επιλογή.
Η παρουσίασή σου, για να έρθουμε και σ΄αυτήν, είναι εξαιρετική.Λιτή, περιεκτική, κυρίως αντικειμενική και αμερόληπτη.Θα επανέλθω...

Χριστίνα Π είπε...

Εύα,
διάβαζα το βιβλίο τις μέρες των "μαύρων επετείων" των δύο εισβολων, που συνέπεσαν με τις δικές σου δημοσιεύσεις κι όλα αυτά βοήθησαν να μπω σ' ένα κλίμα πολύ πιο "βιωματικό". Δεν ξέρω αν έχει νόημα να νιώθεις άβολα, τα βιβλία και τα λόγια δεν είναι αρκετά όταν έχεις ζήσει από κοντά κάποιες καταστάσεις.
Σ' ευχαριστώ πολυ για τα καλά σου λόγια...

Αρέθουσα είπε...

Το βιβλίο είναι πολύ δυνατό, και θεματικά και ψυχολογικά και λογοτεχνικά.
Η κριτική του Κούρτοβικ, στα ΝΕΑ, είναι πλήρης.
Τώρα, ο ίδιος ο Γκουρογιάννης είναι βέβαια απόψεων… Σύριζα… Και εξ αυτού δεν αποφεύγει τις γνωστές εξισώσεις «φταίνε και οι δύο πλευρές» κλπκλπ, πράγμα τουλάχιστον ανιστόρητο και ισοπεδωτικό, εφόσον είναι άλλο να διαπράττουν εγκλήματα κάποιοι ανεγκέφαλοι, και άλλο τα εγκλήματα να γίνονται βάσει στρατηγικού σχεδίου ενός κράτους (Τουρκία).
Αλλά αυτό δεν καταρρακώνει το βιβλίο.
@ΚΥΠ:
αν θες πραγματικά να μάθεις τι έγινε το 63-64, διάβασε το "Getting it wrong, fragments from a Cyprus diary, 1964" που έγραψε ο Martin Packard, αξιωματικός του αγγλικού στρατού που υπηρέτησε στις δυνάμεις στην Κύπρο. (AuthorHouse, 2008). Η πώληση της Κύπρου, αφηγημένη από πρώτο χέρι.

Αρέθουσα είπε...

@ΚΥΠ:
Επίσης: και πάλι από Άγγλο, διάβασε το "Οι διαιρέσεις της Κύπρου", Perry Anderson, Άγρα 2008. Όταν ένας αριστερός καταλαβαίνει την πραγματική πλεκτάνη γύρω από την Κύπρο.
Και φυσικά το επιστημονικότατο βιβλίο της Diane Markides-Weston, "Cyprus 1957-1963 : from colonial conflict to constitutional crisis", University of Minnesota , 2001.

Χριστίνα Π είπε...

Δεν έχω υπόψη μου την κομματική τοποθέτηση του Γκουρογιάννη, Αρέθουσα, αλλά για να το λες κάτι θα ξέρεις.... πάντως δε μου' δωσε την εντύπωση της ισωπεδωτικής ουδετερότητας. Ήταν εκτός μυθιστορηματικού επίκεντρου η αναζήτηση των αιτίων. Σίγουρα στα αίτια της τουρκικής εισβολής δεν εμπλέκονται οι ανώνυμοι φαντάροι- ήρωες του βιβλίου. Επίσης, σίγουρα τα λάθη της χουντικής κυβέρνησης ρίχνουν ευθύνη και στην ελληνική πλευρά.
Ευχαριστούμε πολύ για τη βιβλιογραφία.

Eva Neocleous είπε...

Χριστίνα,
ενδιαφέρον παρουσιάζει και το βιβλίο του Νιαζί Κιζίλγκιουρεκ "Οι τουρκοκύπριοι, η Τουρκία και το κυπριακό".Δες παρουσίασή του στο ιστολόγιο της Κωνσταντίνας Ζάνου(το άρθρο δημοσιεύτηκε και στο Βιβλιοδρόμιο των Νέων του περασμένου Σαββάτου)
http://czanou.blogspot.com/2009/09/blog-post_19.html

Χριστίνα Π είπε...

θλιβερή η αποτίμηση:
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=103786

Ανώνυμος είπε...

ΤΕΤΟΙΑ ΒΙΒΛΙΑ ΟΠΩΣ ΑΥΤΟ ΤΟΥ ΓΟΥΡΟΥΓΙΑΝΝΗ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΓΙΑΤΙ ΒΕΒΗΚΩΝΟΥΝ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ. ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΝΘΕΛΛΗΝΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ,ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΑΠΟ ΕΝΑ ΜΙΣΕΛΛΗΝΑ ΚΑΡΑΒΛΑΧΟ

as eon είπε...

Η συκοφαντία με τέτοιο τρόπο και ανώνυμα είναι ένα σοβαρό κίνητρο για να διαβάσω το βιβλίο. Πάω να το αγοράσω.

Ανώνυμος είπε...

Απλά Βέβηλο!!

Χριστίνα Π είπε...

Δε μπορώ να καταλάβω ειλικρινά πού εντοπίζεται το ανίερο και το βέβηλο, ανώνυμε (να υποθέσω ότι δεν είσαι ο ίδιος ανώνυμος του προηγούμενου "σχόλιου", εντος εισαγωγικών, που κλέίνει το διάλογο με αστήριχτους αφορισμούς). Κατά τη γνώμη μου βεβηλώνει την ιστορία, δηλαδή δε σέβεται την πραγματικότητα όποιος τη στεγανοποιεί και δε θέλει να αντικρίσει πραγμτικότητες γιατί δεν τον βολεύουν να στηρίξει τους μύθους του και την ιδεολογία του.

Δε βοηθά πάντως ένας σκέτος χαρακτηρισμός, απώς επιβάλλει μια άποψη (είναι ποιος θα φωνάκει πιο δυνατά;)