Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 21, 2016

Η ενέδρα, Γεώργιος Μάλαμμας

Αυτή την εποχή η ζωή είναι το πιο φτηνό πράγμα

Στα ίδια πλαίσια  με το βιβλίο της προηγούμενης ανάρτησης κινείται και «Η ενέδρα» (σχέση Ελλήνων- Βουλγάρων), που περιγράφει -με λογοτεχνικό όμως τρόπο- ένα αληθινό περιστατικό, ενδεικτικό του κλίματος που επικρατούσε στα χωριά του «καζά» της Ζίχνης  κατά τον Μακεδονικό αγώνα. Ο συγγραφέας του βιβλίου Γεώργιος Μάλαμμας, συνταξιούχος σήμερα δάσκαλος στην Αλιστράτη και πατέρας της Αλεξάνδρας Μάλαμμα, μεταφέρει παραστατικά το επεισόδιο που άκουγε τις μέρες της κατοχής να αφηγείται κάποιος από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας, που όταν συνέβη ήταν μικρό παιδί και βασικός μάρτυρας.
Είναι η εποχή που οι Βούλγαροι κομιτατζήδες στη Σκρίτζοβα (= Σκοπιά), όπου το βουλγαρόφωνο στοιχείο ήταν πολυπληθέστερο,  έχουν γεμίσει την Αλιστράτη πράκτορες για προσηλυτισμό. Πολλοί  φιλήσυχοι κάτοικοι εκβιάζονται προκειμένου να προσχωρήσουν στην Εξαρχία, ενόψει των εκλογών. Έχει ήδη εξουδετερωθεί το κόμμα (Κομιτάτο) των Σαντραλιστών που ήταν αυτονομιστές με σκοπό την πολιτική και κοινωνική απελευθέρωση όλων των Μακεδόνων,  από το κόμμα (Κομιτάτο) των Βερχοφιστών[1]του Φερδινάνδου, που ήταν υπέρ της προσάρτησης της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Επικεφαλής της εκστρατείας εκβουλγαρισμού στην περιοχή είναι ο Πανίτσας (έχει ξεκληριστεί η οικογένεια του πρόκριτου Κομβόκη στο Εγρί Δερέ  (Καλλιθέα), ενώ ήδη έχει προσχωρήσει η Γράτσιανη (Αγιοχώρι Σερρών, Β.Δ. της Αλιστράτης) στην Εξαρχία). Στον αντίποδα, αρχηγός των ανταρτών είναι ο καπετάν Δούκας. Η μυστική συνάντηση των 63 προκρίτων από τα 23 χωριά της περιοχής στο μοναστήρι της Εικοσιφοίνισσας με αφορμή των 15αύγουστο, έχει ως στόχο την υπογραφή κειμένου όπου ζητούν τη μεσολάβηση του Πατριάρχη. Όλοι υπογράφουν εκτός της Σκρίτζοβας και της Γράτσιανης, με εξαίρεση τον Γρατσιανό Θανάση Στόγα.
Ο πόλεμος ωστόσο δεν είναι φανερός, προς το παρόν είναι ανορθόδοξος. Κάποιοι προσχωρούν στην Εξαρχία από φόβο, κάποιοι μετά από βία και αίμα. Η πάλαι ποτέ ειρηνική συνύπαρξη διακόπτεται από βίαια επεισόδια, ενέδρες και δολοπλοκίες, ως και απροσδόκητες δολοφονίες, ενώ το κλίμα υποψίας για πράκτορες και προδοσίες δηλητηριάζει την ηρεμία.  Αυτή η ιστορία με την Εξαρχία, πέρα από όλες τις άλλες επιπτώσεις, διέλυε και τον κοινωνικό ιστό. Σχέσεις φιλικές, συγγενικές, επαγγελματικές, έφτασαν στο έσχατο σημείο μιας αντιπαράθεσης που ξεπερνούσε  κι αυτά τα όρια του μίσους κι έφτανε μέχρι το έγκλημα.
Μια τέτοια λοιπόν αληθινή ιστορία δολοπλοκίας αποκαλύπτει ο συγγραφέας, μια ιστορία όπου ο θύτης και το θύμα συγχέονται, όπου η φύση παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο κι όπου δοκιμάζεται η ανθρωπιά. Εξοικειωνόμαστε με τον χώρο, το Παρθεναγωγείο και το Αρρεναγωγείο, το σπίτι του κυρ Κωστάκη του δάσκαλου (του οποίου το κατώι οδηγεί σε σήραγγα όπου κρύβονται οι αντάρτες), εξοικειωνόμαστε με τα πρόσωπα, με τα τοπία (ομολογουμένως οι περιγραφές είναι σε κάποια σημεία κουραστικές). Στην παραστατικότητα του κειμένου συνηγορούν και τα ολοσέλιδα σχέδια με μολύβι, που συνοδεύουν πιστά την αφήγηση. Εξοικειωνόμαστε επίσης και με τις παλιές ονομασίες των χωριών αλλά και με λέξεις- όρους της περιοχής, όπως και με έθιμα (μιτζί, νυχτέρι, κ’ρτσμα κ.α.), ενώ οι διακριτικές εθνικιστικές πινελιές (π.χ. όσο αφορά την ετυμολογία των τοπωνυμίων) δικαιολογείται από το κλίμα της εποχής.

Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Από την αρχή στους κόλπους της οργάνωσης υπήρξαν δύο τάσεις: Οι «Βερχοβιστές», από τον όρο Varhoven Komitet), δηλαδή οι οπαδοί της Ανωτάτης Επιτροπής που απέβλεπαν στην ενσωμάτωση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία και οι «σεντραλιστές» (από τον όρο Centralen Komitet), οι οποίοι προτιμούσαν τη δημιουργία ανεξάρτητου ή αυτόνομου κράτους της Μακεδονίας.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 18, 2016

Έλληνες όμηροι σε Βουλγαρικά τάγματα εργασίας (1917-18 και 1941-1944)- Το ημερολόγιο του Θωμά Κηροποιού και άλλες μαρτυρίες, Αλεξάνδρα Γ. Μάλαμμα

Μέσα στο γενικότερο κλίμα της αξιοποίησης της προφορικής μαρτυρίας ως ιστορικής πηγής, η φιλόλογος Αλεξάνδρα Μάλαμμα συγκέντρωσε και εξέδωσε μαρτυρίες γύρω από το θέμα της καταναγκαστικής εργασίας στην οποία υποβλήθηκαν οι άντρες πολίτες της Αλιστράτης και της Πρώτης Σερρών από τους Βούλγαρους, κατά τις περιόδους 1917-18 (Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος) και 1941-44 (Β΄ Παγκόσμιος). Η πολύ προσεγμένη έκδοση που ανέλαβε η εφημερίδα «Τα Νέα του Δήμου Πρώτης» περιλαμβάνει και το ιστορικό πλαίσιο κάθε περιόδου, πλούσια βιβλιογραφία και αναφορές φιλολογικές που βοηθούν πολύ ακόμα και τον αναγνώστη που γνωρίζει τα ιστορικά γεγονότα.
«Ντουρντουβάκια» ή «τρουντοβάκοι» (παραφθορά από τη βουλγάρικη ονομασία «τρούντο- βάτσι» = εργάτες) ονομάστηκαν  όσοι υπέστησαν τις οδυνηρές αυτές αιχμαλωσίες (εκ των υστέρων όσο αφορά την πρώτη περίοδο), αν και υπήρχαν ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στις δυο γενιές: οι πρώτοι (1917-18) ήταν όμηροι των Βουλγάρων την εποχή του εθνικού διχασμού, όταν ακόμη δεν είχε ξεκαθαρίσει η θέση των Ελλήνων υπέρ της Αντάντ, κι όταν δόθηκε «άδεια» από τη φιλοβασιλική κυβέρνηση των Αθηνών σε γερμανοβουλγαρικά στρατεύματα να εισέλθουν στο οχυρό Ρούπελ στην Ανατολική Μακεδονία. Στα πλαίσια της στρατηγικής του βίαιου εκβουλγαρισμού που ακολούθησε την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, οι όμηροι καταδικάστηκαν σε καταναγκαστικά έργα πολύ σκληρά, η αιχμαλωσία τους δεν είχε ημερομηνία λήξης και οι συνθήκες στα τάγματα αυτά ήταν πιο άγριες, πιο απάνθρωπες, πολλοί δε απ’ αυτούς δεν επέστρεψαν ποτέ. Τα «ντουρντουβάκια» της δεύτερης περιόδου (1944-45) ήταν  εργάτες σε τάγματα εργασίας («τρούντοβι βόιτσκι») που ιδρύθηκαν από το 1920 όπου υπηρετούσαν αρχικά όσοι (Βούλγαροι και μη) ήταν σε δυσμένεια.
Η βασική και πιο άμεση μαρτυρία του βιβλίου είναι το ημερολόγιο του Πρωταίου Θωμά του Κηροποιού (επώνυμο που προέκυψε από το επάγγελμά του), γεννημένου το 1889. Ήταν δηλαδή 27-28 χρονών όταν οδηγήθηκε με πολλές περιπέτειες από την Πρώτη Σερρών στην Σούμλα κι από κει στο Καρναπάτ, όπου η ιδική μου τύχη ήτο δώ να γραφώ, όπως λέει ο ίδιος. Εργάστηκε στη σιδηροδρομική γραμμή Σούμλα Καρναπάτ, μέχρι την ήττα και την υποχώρηση των Βουλγάρων (χειμώνας 1918), οπότε διέφυγε και κρφτηκε στο Ιστίπ μαζί με κάποιον σύντροφό του. Μιλά για το «φοβερό ξύλο» των Βουλγάρων , τις ασθένειες, το κρύο, το ανύπαρκτο φαγητό, τη ζωή στο βουνό˙ διεξοδικά αλλά χωρίς πολλά σχόλια (η θέσις μας ήτο είδος θηρίων, άνιπτοι, δίχως αλλαγήν φορεμάτων, τα παράσιτα τα είχαμε πάρα πολλά). Καταθέτει απλά και τις αγριότητες κάποιων Βουλγάρων (π.χ. του Κάλφωφ) αλλά και τη φιλική συμπεριφορά κάποιων άλλων. Όπως επισημαίνει και η επιμελήτρια του βιβλίου, ο λόγος του είναι απλός, λιτός με ιδιωματισμούς, χωρίς πολλές επεξηγήσεις και λογοτεχνισμούς. Απευθύνεται σε ανθρώπους που ξέρουν πάνω κάτω τα γεγονότα. Η γλώσσα είναι καθαρεύουσα, δείγμα κάποιου μορφωτικού επιπέδου του συγγραφέα, αλλά το ύφος είναι λαϊκό.
Ακολουθούν κι άλλες ενδιαφέρουσες υπομνηματισμένες μαρτυρίες για την ομηρία των χρόνων 1917-18, άμεσες ή έμμεσες, που συμπληρώνουν το παζλ αυτής της μη τόσο γνωστής πλευράς της Ιστορίας.
Η δεύτερη ενότητα του βιβλίου είναι αφιερωμένη στους «τρουντοβάκους» του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου[1], με ιστορικά στοιχεία, συνεντεύξεις και αφηγήσεις άμεσες και έμμεσες μαρτύρων που έζησαν ανάμεσά μας ή ζουν ακόμη.
Η άμεση μαρτυρία -συνέντευξη του Πρωταίου Κωνσταντίνου Πραβίτα («ντουρντουβάκι» το 1942 με 40 ακόμα χωριανούς από Αλιστράτη, Καλλιθέα, Περιχώρα) εντυπωσιάζει γιατί, πέραν των δύσκολων συνθηκών που περιγράφει παραστατικά, αναφέρεται σ ένα φωτισμένο έφεδρο υπολοχαγό Βούλγαρο, τόσο φιλικό που τον αποκαλούσαν «Χριστό», και μάλιστα μετά τον πόλεμο τον γύρευαν για να τον… ευχαριστήσουν! (Ήταν όμως φυσικά η εξαίρεση, στον άλλο λόχο οι εργάτες υπέφεραν). Ο Πραβίτας βλέπει με τόσο καθαρή και χωρίς εθνικισμούς ματιά, που δεν διστάζει να καταγγείλει αντίστοιχη συμπεριφορά Έλληνα που ήταν άθλια.
Περιστατικά αγωνίας, κινδύνου αλλά και ανθρωπιάς περιγράφουν και οι άλλοι αφηγητές μεταφέροντας την ατμόσφαιρα ανασφάλειας, πείνας, σκληρής εργασίας στην ευρύτερη περιοχή Αλιστράτης- Ζίχνης- Πρώτης, όπως την αποτυχημένη προσπάθεια κάποιων χωριανών να περάσουν στη γερμανοκρατούμενη Ελλάδα με συνέπεια τον εκτοπισμό τους στο Ορέχοβο και την υποβολή σε σκληρά καταναγκαστικά έργα (ανάμεσά τους ο πατέρας της φίλης μου Μαρίας, Σταύρος Ευδωρίδης), τις αναμνήσεις από τη βουλγαρική κατοχή και την αντίσταση (αντάρτικο) στα χωριά αυτά με σκληρό τίμημα την εκτέλεση 9 παλληκαριών, άγριες τιμωρίες και ξυλοδαρμούς με σκοπό πάντα τον εκβουλγαρισμό των κατοίκων.
Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο που όχι μόνο διασώζει το συγκινησιακό στοιχείο των αφηγήσεων, αλλά συμπληρώνει τα κενά με επιστημονική τεκμηρίωση, νιώθει κανείς την αξία  της τοπικής ιστορίας˙ της ιστορίας όπου τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν/σαν είναι (ή ήταν) ανάμεσά μας, διαμορφώνουν/σαν την εξέλιξη των γεγονότων και αποτελούν μια χρωματιστή ψηφίδα στο μεγάλο παζλ της Ιστορίας -με γιωτα κεφαλαίο.
Χριστίνα Παπαγγελή


[1] Είναι γνωστό ότι η κατεχόμενη Ελλάδα είχε «τριπλή κατοχή» από τις δυνάμεις του άξονα. Στην Πρώτη Σερρών οι Βούλγαροι μπήκαν ως κατακτητές την Κυριακή των Βαΐων του 1941, αναζωογονώντας τις προσπάθειες εκβουλγαρισμού και προσάρτησης των περιοχών του «καζά της Ζίχνης»


Τρίτη, Σεπτεμβρίου 13, 2016

Η θεία Χούλια και ο γραφιάς, Μάριο Βάργκας Λιόσα

Όχι μόνο διασκεδαστικό/σπαρταριστό, αλλά βαθύ, σαρκαστικό και πολύ πρωτότυπο είναι το  βιβλίο αυτό του Λιόσα, ένα βιβλίο που σχολιάζει εύστοχα την κοινωνική πραγματικότητα της Χιλής, την μυθοπλασία των ΜΜΕ, αλλά κυρίως την περιπέτεια της γραφής… Όπως γράφει και ο ίδιος στο προλογικό σημείωμα, μια από τις αδυναμίες του είναι το μελόδραμα, τροφοδοτημένο από τις σπαραξικάρδιες μεξικάνικες ταινίες της δεκαετίας του πενήντα, είδος που το αξιοποιεί -για να μην πω «αποδομεί»- χαρακτηριστικά στο βιβλίο αυτό. Έτσι, ο γραφιάς της ιστορίας (του τίτλου), είναι ο περίφημος Πέδρο Καμάτσο, φανατικός συγγραφέας ραδιοφωνικών σήριαλ (έδινε την εντύπωση ότι καθαρόγραφε ένα κείμενο που ήξερε απέξω, σα να δακτυλογραφούσε κάτι που του υπαγόρευαν. Πώς ήταν δυνατόν, με την ταχύτητα που τα δάχτυλά του έπεφταν πάνω στα πλήκτρα, να επινοούσε επί εννέα, δέκα ώρες την ημέρα καταστάσεις, ανέκδοτα, διαλόγους, πολλές και διαφορετικές ιστορίες;) που γράφει με ιερή σοβαρότητα τις ιστορίες μέρος των οποίων γευόμαστε και μεις, οι αναγνώστες. Ιδιόρρυθμος, χαλκέντερος, επινοητικός, γίνεται το ίνδαλμα/πρότυπο του νεαρού πρωταγωνιστή και αφηγητή Μάριο, που είναι φοιτητής νομικής, θέλει να γίνει συγγραφέας και δουλεύει στο ραδιόφωνο, στα δελτία ειδήσεων. Παράλληλα, ο δεκαεννιάχρονος κεντρικός ήρωας- αφηγητής ερωτεύεται παράφορα, παθιασμένα, αχαλίνωτα την τριανταδυάχρονη… θεία του, τη θεία Χούλια.
Αυτό είναι το σκηνικό, αυτό είναι το πλαίσιο. Η αφήγηση του Μάριο είναι πνευματώδης, διεισδυτική και σε πολλά σημεία ξεκαρδιστική˙ μεταφέρει γνήσια την νεανική ψυχολογία του νεοφώτιστου Μάριο,  που πιστεύει στο όνειρο, πιστεύει στον έρωτα, δεν τον σταματά τίποτα… Παράλληλα, παρατηρεί τους ανθρώπους, τον κόσμο γύρω του με κέφι και χιούμορ, ρουφά κάθε καινούρια εμπειρία σα σφουγγάρι και ρισκάρει απερίσκεπτα ακολουθώντας το συναίσθημα… Αποκαθηλώνει τις ραδιοτηλεοπτικές αυτοκρατορίες λέγοντας π.χ. ότι οι σειρές πωλούνταν με το κιλό, επειδή ήταν ένας τρόπος πιο ακριβής από τον αριθμό των σελίδων ή των λέξεων, υπό την έννοια ότι το βάρος ήταν το μόνο που μπορούσε να επαληθευτεί. («Σίγουρα», έλεγε ο Χαβιέρ, «αν δεν υπάρχει χρόνος για να διαβαστούν, πόσο μάλλον για να μετρηθούν όλες αυτές οι λέξεις». Τον ενθουσίαζε η ιδέα μιας σειράς εξήντα οκτώ κιλών κι τριάντα γραμμαρίων, της οποίας η τιμή, όπως και των αγελάδων, του βουτύρου και των αυγών, καθόριζε μια ζυγαριά). Ξεκαρδιστική είναι και η περιγραφή των συνεργατών του, π.χ. του Πασκάλ με την ακατάσχετη τάση του για φρίκη. Ακόμα και οι ίδιοι οι ραδιοφωνικοί σταθμοί χρωματίζονται σατιρικά (οι δυο ραδιοφωνικοί σταθμοί ανήκαν στον ίδιο ιδιοκτήτη και γειτόνευαν στην οδό Μπελέν. Δεν έμοιαζαν καθόλου. Αντίθετα, σαν εκείνες τις αδερφές της τραγωδίας που γεννήθηκαν η μία πλήρης χαρισμάτων και η άλλη ελαττωμάτων, διακρίνονταν για τις αντιθέσεις τους). Από την κρισάρα τη σάτιρας περνάν και όλοι οι συγγενείς του Μάριο, συμπεριλαμβανομένης της πιπεράτης θείας Χούλια, με την οποία αρχικά η σχέση ήταν προβληματική.
Οι  απολαυστικότερες όμως λεπτομέρειες αφορούν την περιγραφή του παθιασμένου γραφιά, του Βολιβιανού Πέδρο Καμάτσο, του οποίου το γράψιμο ποτίζει όλη του την ύπαρξη, όλον τον τρόπο ζωής… Παρόλη την τρομερή επιτυχία των ραδιοφωνικών σήριαλ και τη συρροή χιλιάδων οπαδών για αυτόγραφα, η ανθρώπινη αυτή καρικατούρα ζει σπαρτιάτικα ενώ τα ωράρια και το σύστημα δουλειάς του είναι υπεράνθρωπα (είπα ότι ζήλευα την αντοχή του που, παρά τα ωράρια γαλέρας, ποτέ δεν φαινόταν κουρασμένος. «Έχω τις στρατηγικές μου για να γίνεται η μέρα πολύχρωμη, μας εξομολογήθηκε»). Αυτές τις στρατηγικές ο αφηγητής, με το γαργαλιστικό του ύφος, τις μοιράζεται μαζί μας… Αποκορύφωμα  η εξομολόγηση των μικρών μυστικών της υποκριτικής τέχνης (γιατί πρόκειται για ραδιοφωνικά σήριαλ, όχι τηλεοπτικά, οπότε ο ήρωάς μας μαζί με άλλους δυο τρεις ηθοποιούς υποδύεται όχι μόνο τους ρόλους αλλά και… τους ήχους που επενδύουν τις πράξεις τους!): απ’ όλες τις λειτουργίες που μπορούσα να θυμηθώ ποτέ δεν είχα δει τελετή τόσο βαθιά αισθαντική, ιεροτελεστία τόσο βιωματική, σαν την ηχογράφηση. Ο Πέδρο Καμάτσο, όχι μόνο επιστρατεύει απίστευτα μέσα για να μιμηθεί τους ήχους που συνοδεύουν τις πράξεις των ηρώων, αλλά ο ίδιος μεταμφιέζεται καρναβαλικά κάθε φορά, μόνος του στο χώρο συγγραφής, για να ταυτιστεί με τους πρωταγωνιστές του: με ιερατική βραδύτητα σηκώθηκε, πήγε μέχρι τη βαλίτσα, την άνοιξε και άρχισε να βγάζει από τα σωθικά της, όπως ο ταχυδακτυλουργός βγάζει περιστέρια ή σημαίες από το ημίψηλό του, μια απροσδόκητη συλλογή από αντικείμενα: μια περούκα Άγγλου δικαστή, ψεύτικα μουστάκια διαφόρων μεγεθών, ένα κράνος πυροσβέστη, στρατιωτικά σιρίτια, μάσκες χοντρής γυναίκας, γέρου, ηλίθιου παιδιού, το ραβδί του τροχονόμου, το κασκέτο και την πίπα του θαλασσόλυκου, ψεύτικες μύτες, αυτιά, γενειάδες από βαμβάκι… Ο εξωπραγματικός αυτός χαρακτήρας διαπνέεται από εμμονές (π.χ. ότι οι Αργεντίνοι είναι άχρηστοι, ότι οι πενηντάρηδες είναι προνομιούχοι) και δείχνει δυσανάλογο θάρρος/θράσος στυλ Δαυίδ-Γολιάθ απέναντι στους εχθρούς του, ενώ δηλώνει στον θαυμαστή του, Μάριο, ότι είχε «πλούσια συναισθηματική ζωή» («Πολύ πλούσια, ναι», συγκατένευσε κοιτάζοντάς με στα μάτια πάνω απ’ το φλιτζάνι με τον δυόσμο και τη λουίζα που ετοιμαζόταν να πιει. «Αλλά δεν έχω αγαπήσει ποτέ γυναίκα με σάρκα και οστά»).
Οι τραγελαφικές συγγραφικές απόπειρες του Μάριο (γευόμαστε την πλοκή των ιστοριών που επινοεί, που είναι όντως πρωτόλειες/για γέλια), το πάθος του να γίνει συγγραφέας και οι γνήσιοι, αθώοι προβληματισμοί πάνω στην αξία της λογοτεχνίας (π.χ. οι εξηγήσεις στη «λογοτεχνικά αναλφάβητη» Χούλια της σημασίας του περουβιανού ιδιωματισμού huachafo: δευτεράντζα, μπας κλας, κακόγουστο- τι ήταν και τι δεν ήταν επιτρεπτό να λέγεται ή να γίνεται, και υπέβαλα τα βιβλία της σε ιεροεξεταστική λογοκρισία τοποθετώντας όλος τους αγαπημένους της συγγραφείς σε λογοκρισία), όλα αυτά συνθέτουν το ψυχικό υπόβαθρο του αφηγητή και  βρίσκονται πίσω από το νήμα θαυμασμού που τον συνδέει με τον Καμάτσο. Οι παραξενιές και οι ιδεοληψίες του ινδάλματός του τον καταπλήσσουν, ωστόσο ο μοναδικός αυτός εραστής του λόγου τον σαγηνεύει: πώς μπορούσε να είναι από τη μια μια παρωδία συγγραφέα και την ίδια στιγμή ο μόνος που, λόγω του χρόνου που αφιέρωνε στην τέχνη του και των έργων που είχε δημιουργήσει, άξιζε αυτόν τον τίτλο στο Περού;
Η πραγματική όμως αποδόμηση αρχίζει όταν ο ευφάνταστος συγγραφέας αρχίζει και ανακατεύει τους ήρωες των σήριαλ, αλλάζει τα ονόματά τους ή τους… νεκρανασταίνει, πλάθοντας έναν ολότελα φανταστικό κόσμο προς απελπισία των παραγωγών που δεν μπορούν να επέμβουν… (δεν δέχεται ούτε να του απευθύνω τον λόγο. Η επιτυχία τον έχει κάνει πολύ αλαζονικό και κάθε φορά που πάω να του μιλήσω γίνεται αγενής). Το αστείο είναι ότι το ευρύ κοινό δέχεται καλοπροαίρετα αρχικά αυτούς τους «μοντερνισμούς», ενώ όταν το κακό παραγίνεται όλοι περιπίπτουν σε σύγχυση…
Η παράλληλη εξιστόρηση του μεγάλου έρωτα (του έφηβου Μάριο με την τριαντάχρονη θεία Χούλια) κρατά επίσης σε ενδιαφέρον τον αναγνώστη, με τις κρίσεις, τις μεταπτώσεις και τις αγωνίες των δυο ερωτευμένων, τις αντιδράσεις συγγενών και φίλων, ενώ καταλήγει αίσια σ’ ένα κρεσέντο τραγελαφικών προσπαθειών να νομιμοποιηθεί η σχέση. Ο Λιόσα επιλέγει να μην διαψεύσει τον εφηβικό ενθουσιασμό και τον ρομαντισμό που διαπνέει τον αυθόρμητο αυτόν έρωτα που άνθισε και ωρίμασε χωρίς ελπίδα και προοπτική.

 Χριστίνα Παπαγγελή

Δευτέρα, Ιουνίου 27, 2016

Δεξιά κι αριστερά, Joseph Roth

Τρεις κεντρικούς χαρακτήρες, τον έναν πιο αντιπαθητικό απ’ τον άλλον, παρακολουθούμε σ’ αυτό το σύντομο μυθιστόρημα (σχεδόν νουβέλα) του Γιόζεφ Ροτ, του συγγραφέα που εκφράζει τον γερμανικό εξπρεσιονισμό του μεσοπολέμου.
Σε αποστασιοποιημένο ύφος, που εγώ θα το χαρακτήριζα μάλλον νατουραλιστικό παρά εξπρεσιονιστικό, με κριτική διάθεση και καυστική πένα ο συγγραφέας δείχνει τους ήρωες να είναι προσδιορισμένοι καθαρά από τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, τις δυναμικές της μεσοπολεμικής Γερμανίας. Έρμαια των παθών τους, που στις συγκεκριμένες περιπτώσεις είναι η φιλοδοξία και η κατάκτηση του κοινωνικού στάτους. Ο ίδιος ο Ροτ, άλλωστε, αρνείται την ύπαρξη χαρακτήρων, προφανώς εννοώντας ότι παρουσιάζει κάπως τυποποιημένες προσωπικότητες που δεν εξελίσσονται ουσιαστικά, ενώ είναι φανερή πρόθεσή του  να δείξει μ’ αυτόν τον τρόπο την αστάθεια και την ανυπαρξία ηθικής πυξίδας κατά τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Αυτό άλλωστε υπογραμμίζει και ο τίτλος «αριστερά και δεξιά», αν και οι ήρωες όλοι παραπαίουν προς τα δεξιά και κανένας προς τα αριστερά. Δορυφόροι των αρχικών ηρώων παρουσιάζονται σε αδρές γραμμές, κι αυτοί παραδομένοι σε ταπεινά πάθη, όπως η μητέρα των δύο από τους βασικούς (Πάουλ και Τεοντόρ), τσιγκούνα, ανασφαλής και με στοιχειώδη συναισθήματα.
Είναι επομένως συνειδητή η επιλογή να παρουσιάσει αντιπαθητικούς ήρωες, αντιήρωες-ανθρωπάκια που προσπαθούν να επιπλεύσουν σε μια Γερμανία που χάνει τον πόλεμο και βγαίνει ταπεινωμένη απ’ αυτόν. Ο Ροτ, γνωστός νοσταλγός του μοναρχικού καθεστώτος, δεν μας εκπλήσσει φυσικά. Γι’ αυτόν όλα έχουν τελειώσει με τον θάνατο του Φραγκίσκου Ιωσήφ, το 1916, και το έχει δείξει απερίφραστα στα άλλα του βιβλία (π.χ. στο περίφημο Το εμβατήριο του Ραντέτσκυ). Παρόλη τη στενή οπτική του όμως και παρόλες τις αδυναμίες αυτού του βιβλίου, η κοφτερή του γλώσσα κρατά το ενδιαφέρον.
Ο πρώτος στη σειρά, ο Πάουλ, ευαίσθητος σαν παιδί και πολύ ευφυής (μαθαίνει εύκολα, διακρίνεται παντού, επιδέξιος χορευτής, γοητευτικός κι ευχάριστος ομιλητής), γίνεται αλαζόνας και η μόνη του έγνοια είναι να ανελιχθεί κοινωνικά. Στην Αγγλία δεν ασχολήθηκε με τις τέχνες αλλά πολιτικές επιστήμες, ιστορία και νομικά γιατί λίγα πράγματα θα κατάφερνε κανείς στη χώρα τους με την ιστορία της τέχνης. Φυσικά κατατάχθηκε στο ιππικό (πρωτοκλασάτο), αλλά από δειλία (εδώ η καυστική σάτιρα του Ροτ σπάει κόκαλα) προσχωρεί στους… πασιφιστές αποφεύγοντας για ένα φεγγάρι τον πόλεμο. Μετά όμως από ένα καθοριστικό για τον εγωισμό του επεισόδιο κατατάσσεται στον στρατό (στον α΄ παγκόσμιο), και, όπως εκατομμύρια καταταγμένοι άνδρες, ένιωθε την ανωτερότητα και τη στωικότητα εκείνων που υποτάσσονται στα τυφλά σε ένα τυφλό πεπρωμένο. Αλλά και σ’ αυτήν την περίσταση τη «βγάζει καθαρή», εφόσον λόγω τύφου νοσηλεύεται το μεγαλύτερο διάστημα, όταν δε ο πόλεμος τελείωσε, από έπαρση συνεχίζει να φορά… τα στρατιωτικά θεωρώντας το μάλιστα και ηρωισμό, γιατί ανήκε σ’ έναν ηττημένο στρατό. Και τίποτα δεν καταφρονούσε περισσότερο αυτός, που τόσα καταφρονούσε, όσο την ήττα. Γρήγορα πάλι μεταστρέφεται και φιγουράρει ως πρότυπο ηρωικής, πατριωτικής πίστης, και αρχίζει να οραματίζεται καριέρα πολιτικού, μέχρι και να γίνει… υπουργός. Ακόμα και φιλενάδα έχει χωρίς να την αγαπά, αλλά γιατί η παράδοση τον πρόσταζε να διατηρεί μια φιλενάδα/ήταν δύσκολο να ζεις μόνος.
Ακόμα πιο αχώνευτος είναι ο αδερφός του Πάουλ, ο Τεοντόρ, υπερβολικά κομπλεξικός -όχι τυχαία. Δεν έχει καν την εύνοια της μάνας του, που τον θεωρεί εξίσου αργόστροφο με τον -απόντα απ’ το βιβλίο- πατέρα (κι εδώ μπορούν να αναγνωρίσουμε κάποιες ψυχογραφικές ικανότητες και ψυχαναλυτικές γνώσεις του Ροτ). Τα δύο αδέρφια είναι διαφορετικά ναι μεν, αλλά φαίνεται ότι καθορίζονται αποφασιστικά από τις ανεπάρκειες και τις προσδοκίες της μάνας, η οποία κι αυτή παρουσιάζεται με μια δόση νατουραλισμού. Υπερβολικά σφιχτοχέρα και ανασφαλής, φοβάται τη φτώχεια και βάζει πάνω απ’ όλα την επίδειξη και την προβολή. Περιφρονεί τον μικρό της γιο και τον ωθεί σε βίαια ξεσπάσματα, και φαίνεται ότι το ευχαριστιέται, γιατί ήταν οι μοναδικές στιγμές που την έκαναν να νιώθει πραγματικά ανώτερη  -και που αίφνης η λογική της αφυπνιζόταν, σαν να την παρακινούσε η απόλυτη ανοησία του άλλου.
Έτσι, ο αναγνώστης μπορεί να δικαιολογήσει τις αποκλίνουσες συμπεριφορές του Τεοντόρ ο οποίος κλέβει τα χρήματα της μάνας του, γράφεται στον σύλλογο «Θεός και σίδηρος» (προθάλαμος των μυστικών οργανώσεων της εποχής, που οδήγησαν στους ακροδεξιούς σχηματισμούς), καταφεύγει σε εξωφρενικά ψέματα κ.α.  Ανταγωνίζεται βέβαια τον «ευφυή» αδερφό του, τον κατηγορεί ότι «χάσανε» τον πόλεμο, προσπαθεί να τον εντυπωσιάσει μιλώντας του για τον… Μαρξ, επικαλείται το τσιτάτο «το έθνος θέλει πράξεις» κι όλη αυτή η συμπεριφορά βέβαια καταλήγει σε βίαιο επεισόδιο μεταξύ τους. Ο εθνικισμός και αντισημιτισμός του Τεοντόρ μοιάζει να είναι συνέπεια αυτού του οικογενειακού εξοβελισμού˙ βλέπουμε δηλαδή πάλι ένα από τα αγαπημένα θέματα του συγγραφέα, τη γέννηση του εθνικιστικού ιδεώδους μέσα από την παρακμή των παραδοσιακών αξιών του μοναρχικού καθεστώτος.  
Ενδιαφέρον αποκτά το βιβλίο όταν ο Πάουλ αρχίζει τις -αδιέξοδες- προσπάθειες στο δρόμο για το μεγαλείο. Σαν απειλητικό παγόβουνο κατέπλεε το τριακοστό έτος της ηλικίας καταπάνω του. Η φιλοδοξία τον βασάνιζε κι ήταν ένα σωματικό, ανίατο βάσανο. Στην τράπεζα όπου δουλεύει απολαμβάνει τη δουλοπρέπεια των γραμματέων (αμείλικτος ο Ροτ στις περιγραφές: οι δυο κοπέλες ρίχνονταν σύμφωνα με τα ήθη και έθιμα των γυναικείων δυνάμεων γραφείου, σαν αρπακτικά πάνω σε μια αδιάφορη επιστολή και τη συνέθλιβαν ανάμεσα στα σίδερα των γραφομηχανών) και ευχαριστιόταν όταν άκουγε να μιλούν για τις σημαντικές συσκέψεις του. Ψάχνει απεγνωσμένα το μυστικό της επιτυχίας, αυτός, ο ξεπεσμένος εκλεκτός των εκλεκτών, και γυρεύει την καταξίωση ακόμη και… στις χαρτοπαικτικές λέσχες. Πηγαίνει σε καλά εστιατόρια παρόλο που δεν έχει ανάλογη οικονομική άνεση, γιατί εκεί τον τρέφει η ψευδαίσθηση του μεγαλείου…
Όμως όλες του οι δράσεις ωχριούν μπροστά στον «νέο τύπο ανθρώπου» που γεννά ο 20ος αιώνας, και ενσαρκώνεται στον Νικολάι Μπραντάις.  Ο Ροτ κάνει μια μεγάλη παρένθεση παραθέτοντας συνοπτικά την ιστορία της ζωής του τρίτου κεντρικού του ήρωα, του Μπραντάις. Είναι κατά τη γνώμη μου από τα πιο αδύναμα λογοτεχνικά σημεία του βιβλίου, χώρια που έμμεσα προβάλλει σχηματοποιημένα τα αποτελέσματα της ρωσικής επανάστασης (φυσικά ο συγγραφέας ήταν ιδεολογικά ενάντια στον μπολσεβικισμό). Σύντομα λοιπόν: ο Μπραντάις είναι Ρωσοεβραϊκής καταγωγής, αλλόκοτος και απομακρυσμένος από τα ευρωπαϊκά μέτρα,  αφού υπηρέτησε μέχρι και στον Κόκκινο στρατό, και άλλαξε ριζικά όταν σε μια δύσκολη στιγμή της κοινότοπης ζωής του αποφάσισε να απαρνηθεί τη στρατιωτική ή πολιτική σταδιοδρομία (βίωσε κι αυτός πώς ο άνθρωπος είναι σε θέση σε μια και μοναδική στιγμή  -που δεν του φαίνεται καθόλου σημαντική- να αλλάξει εκείνο που ονομάζουμε «χαρακτήρα» τόσο ολοκληρωτικά, ώστε να χρειάζεται να σταθεί μπρος στον καθρέφτη για να βεβαιωθεί ότι η φυσιογνωμία του έχει παραμείνει ίδια). Στρέφεται  στο εμπόριο, σε κάθε είδους επιχείρηση που μπορεί να βάλει ο νους. Αγοράζει κυριολεκτικά μέχρι και τη θεατρίνα Λυδία Μαρκόβνα, που την είδε και την «ερωτεύτηκε» κεραυνοβόλα.
Η σύγκλιση των τριών ηρώων λαμβάνει χώρα όταν ο Πάουλ άρχισε να «αποδομεί», μια δραστηριότητα που εκείνη την εποχή συνόδευε την «ανοικοδόμηση» στη Γερμανία. Αναγκάζεται να απολύσει τις στενογράφους, τον γραμματέα, να κλείσει το γραφείο, να φύγει απ’ το διαμέρισμα. Κοινώς, ο Πάουλ δεν μπορεί να επιπλεύσει στην υψηλή κοινωνία από ένα σημείο και μετά, αλλά, κλασικά, δεν θέλει να δεχτεί τη νέα του κοινωνική θέση. Δυο δυνάμεις τον ανυψώνουν ξανά: ο Μπραντάις και ο… γάμος. Γίνεται δορυφόρος του πλούσιου πεθερού του αλλά και του Μπραντάις (όσο πιο ισχυρός του φαινόταν ο Μπραντάις, τόσο πιο αδύναμος ένιωθε ο ίδιος τον εαυτό του), ο οποίος αποδεικνύεται μεγαλομέτοχος, μπλεγμένος σ’ όλων των ειδών τις οργανώσεις (π.χ. «του Ατσάλινου Κράνους»- ακροδεξιά, του «Λευκού Σταυρού»- χριστιανική οργάνωση με θεωρίες κατά του…. Αυνανισμού(!), της «Σημαίας του Ράιχ»- παραστρατιωτική οργάνωση), αλλά βασικά είναι από εκείνους που ωφελήθηκαν από τον πληθωρισμό. Έχει τόση δύναμη που αρχίζει και ο ίδιος να τη φοβάται (τα σύμβολα της δύναμής μου θα αρχίσουν να γίνονται πιο επιβλητικά από μένα). Στον Μπραντάις απευθύνεται και ο ταπεινωμένος και κυνηγημένος για χρέη συντηρητικός κι εθνικιστής Τεοντόρ, ο οποίος (Μπραντάις) του βρίσκει δουλειά δημοσιογράφου σε… εβραϊκή εφημερίδα, ταπεινώνοντάς τον μια φορά περισσότερο, προκαλώντας ωστόσο τα ανταγωνιστικά συναισθήματα του Πάουλ.
Η προσωπικότητα του Μπραντάις κατά τη γνώμη μου είναι κάπως προβληματική. Η περιγραφή δεν είναι «εσωτερική», ούτε προκύπτει επαγωγικά  (από γεγονότα, διαλόγους, στιγμές) αλλά δίνεται έτοιμη από τον συγγραφέα και παρουσιάζει σκοτεινά σημεία. Τι είναι αυτό που τον κάνει να είναι τόσο σκοτεινός και σκληρός απέναντι στη Λυδία (η θεατρίνα που λέγαμε); Όλο αυτό στήνεται μ’ αυτόν τον τρόπο μόνον και μόνο για να ανταποκριθεί η Λυδία στις προκλήσεις  του Πάουλ (επειδή όμως ήταν αρκετά συναισθηματικός για να μπορέσει να πάρει εκδίκηση χωρίς ηθική κάλυψη, το θεώρησε απαραίτητο να ερωτευτεί τη Λυδία. Κι έτσι την ερωτεύτηκε) και να υπογραμμιστεί για άλλη μια φορά η διαφθορά αυτής της φιλόδοξα ανερχόμενης κοινωνικής αστικής τάξης.
Η φιλοδοξία του είναι υπέρμετρη, οι κατακτήσεις του άπιαστες δημιουργούν αισθήματα μειονεξίας στους δυο αδερφούς, παρόλ’ αυτά ο συγγραφέας κάπως σχηματικά τον εξιδανικεύει. Στο τέλος του βιβλίου γίνεται ο μεγάλος τυχοδιώκτης που όλα τα αφήνει πίσω του για να ξαναγεννηθεί, ενώ ο Πάουλ, παρόλο που πέτυχε την κοινωνική άνοδο,  νιώθει ότι δεν είναι ευυπόληπτο μέλος της μεγάλης βιομηχανίας. Σε μια κρίση αυτοσυνειδησίας, ελαφρώς ξεκάρφωτης, αντιλαμβάνεται ότι πνίγεται στην πλήξη μιας ζωής comme il faut (όχι, δεν είχε γίνει ισχυρός. Κανένας δεν του είχε σεβασμό. Σε σχέση με αυτά, η εργένικη ζωή του ήταν ανώτερη και πιο ελεύθερη).
Παρόλα τα έντονα ιδεολογικά στοιχεία (που ευτυχώς μεταφέρονται μέσα από τους ήρωές του) την καταδίκη δηλαδή της ανερχόμενης αστικής τάξης και τη δεδομένη διαφθορά των θιασωτών της, ο Γιόζεφ Ροτ προσπάθησε να κάνει μια τομή της αστικής κοινωνίας προς το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου με το διεισδυτικό του νυστέρι, που συνήθως χαρίζει μεγάλη απόλαυση στον αναγνώστη. Υπάρχουν σημεία που προδίδουν μεγάλη κοινωνική ευαισθησία και παρατηρητικότητα, από την άλλη, πέρα από την προσωπική μου απαρέσκεια στο νατουραλισμό, με κούρασε κάποια προχειρότητα, η πολύ συχνή χρήση του παρατατικού (που δείχνει γενίκευση) και τα σημεία όπου ο χρόνος συμπυκνώνεται δυσανάλογα.
Χριστίνα Παπαγγελή

Τρίτη, Ιουνίου 14, 2016

Τόμι, Alain Blottiere (“Le Tombeau de Tommy”)

Αντίο, λοιπόν, μακάρι η ζωή να είναι γλυκιά μαζί σας.

  Πολύ δελεαστική και πρωτότυπη βρήκα τη βασική σύλληψη του βιβλίου, που αναδείχτηκε ακόμα περισσότερο από την επιδέξια γραφή του συγγραφέα: η πορεία του δεκαεφτάχρονου Ουγγροεβραίου Τομά Ελέκ, που αφιέρωσε τη σύντομη ζωή του στην αντίσταση, στο κατεχόμενο Παρίσι επί Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, για να συλληφθεί και να εκτελεστεί πριν κλείσει καν τα δεκαεννιά του χρόνια, είναι το θέμα της ταινίας που ετοιμάζει ο κεντρικό ήρωας -σκηνοθέτης- 
"Κόκκινη Αφίσα"-
οι επικηρυγμένοι
επαναστάτες
αφηγητής στη σύγχρονη εποχή. Μαθαίνουμε γρήγορα ότι το -τραγικό-  πρόσωπο που δελέασε τον σκηνοθέτη, ο Τόμι (μαθητής Λυκείου), υπήρξε και στην πραγματικότητα˙ συμμετείχε στην «ομάδα Μανουσιάν»[1] που καταπολέμησε το ναζισμό και στη συνέχεια, αφού παράτησε το σχολείο, στρατεύτηκε στους FTP- MOI (όπου στρατιωτικός υπεύθυνος ήταν ο πάλι ο Μανουσιάν). Οι βασικές πληροφορίες που υπάρχουν γι’ αυτόν αντλούνται από το ημερολόγιο που μας άφησε η επίσης αντιστασιακή μητέρα του, και φυσικά φωτογραφίες των Γερμανών, τα αρχεία των φυλακών και της εκτέλεσης.
   Ο σκηνοθέτης- αφηγητής, που τελικά είναι κεντρικός ήρωας, μελετά τις ιστορικές πηγές με συνέπεια (http://www.letombeaudetommy.net/Accueil.html) δίνοντας πολλά τεκμηριωμένα ιστορικά στοιχεία για τη γαλλική αντίσταση στο κατεχόμενο Παρίσι και την τύχη των αγωνιστών. Ιχνηλατεί τη ζωή ή μάλλον την ψυχή του ήρωά του καταθέτοντας ταυτόχρονα κάθε παρεκκλίνουσα δική του σκέψη, κάθε δυσκολία που συναντά˙ μελετά τις λεπτομέρειες των γεγονότων και δημιουργεί έτσι ένα μεταμοντέρνο κείμενο, όπου δεν καταγράφονται ακριβώς  -ή μόνο- τα γεγονότα, αλλά και το αποτύπωμά τους στον μελλοντικό μελετητή, και μάλιστα με τη διαμεσολάβηση της μάνας (που αποδεικνύεται ότι δεν είναι καθόλου τυχαίο). Όπως γράφει και ο Πατριάρχης Φώτιος στο μπλογκ του πολύ εύστοχα , «Μια σύγχρονη τάση στο μυθιστόρημα, δείγμα της μεταμοντέρνας αισθητικής, είναι να καταγράφει όχι τα ίδια τα γεγονότα αλλά τον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα ή άλλοι κώδικες σημασιοδότησης τα αποδίδουν. Αντί δηλαδή να αφηγείται, ο συγγραφέας εξηγεί πώς έγινε αφήγηση το τάδε περιστατικό και πώς μετατράπηκε σε κείμενο το δείνα επεισόδιο. Η λογοτεχνία πλέον ασχολείται με τους τρόπους αφήγησης της ιστορίας και όχι με την ίδια την ιστορία». Εδώ βέβαια, δεν βλέπουμε πώς το περιστατικό έγινε αφήγηση, αλλά… σενάριο για ταινία, το οποίο και διαβάζουμε σε διαφορετική γραμματοσειρά, έχοντας έτσι, παράλληλα με τους στοχασμούς του αφηγητή, και τον μετασχηματισμό του λόγου σε εικόνα.
  Και όχι μόνο. Υπάρχει κι άλλο επίπεδο, η ζωή του «σήμερα»/ η σύγχρονη του σκηνοθέτη ζωή. Τα παιδιά και οι γυναίκες της γενιάς μας, που παίζουν τους ρόλους του Τόμι, των συντρόφων του, της μάνας του κλπ. Το πρόσωπο όμως που έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα από το παρόν είναι ο Γκάμπριελ (πιτσιρικάς κι αυτός), διεκδικώντας σχεδόν συμπρωταγωνιστικό ρόλο με τον συγγραφέα. Ένας έφηβος του σήμερα που καθηλώνεται από την προσωπικότητα του αντιστασιακού Τόμι, ταυτίζεται με τον ρόλο και ουσιαστικά συνδιαμορφώνει μαζί με τον σκηνοθέτη τη νέα πραγματικότητα (τι κοινό έχουν, αλήθεια, δυο έφηβοι που τους χωρίζουν εβδομήντα χρόνια, όταν, στη μία όχθη του χρόνου, υπάρχουν τα σκοτεινά θέλγητρα του κινδύνου, του πόνου και του θανάτου και, στην άλλη, η αδιάκοπη παροχή απολαύσεων, που όσο προσφέρουν τόσο κοστίζουν;). Πώς μπορεί, λοιπόν, ένας σύγχρονος, άπραγος νέος να δείξει την τόσο προσωπική, ερωτική σχέση του Τόμι με τον θάνατο;    


Α΄ Ο Τόμι και η γαλλική αντίσταση στο κατεχόμενο Παρίσι
«Όλοι εμείς θα πεθάνουμε,
κι αυτοί που δεν έκαναν τίποτε θα κυβερνήσουν τη Γαλλία.
Και, σε δυο χρόνια, ούτε θα μιλάν πια για μας».
 Πού να ξερε πως ποτέ δεν έγινε λόγος γι’ αυτούς,
Ούτε σε δυο χρόνια, ούτε ποτέ. Σαν να μην είχαν καν υπάρξει.
Παιδιά δεκαεφτά –δεκαοχτώ χρονών, που ήταν αγνά….
 Δύο μέτρα μήκος κι άλλα τόσα βάθος, να τι κέρδισαν.
(από το βιβλίο της Ελέν, της μητέρας του Τόμι)

Όπως γράφει και στο εσώφυλλο ο ίδιος ο Blottiere, θέλησε να κάνει μια ταινία  για έναν αληθινό ήρωα, που πέθανε νέος και όμορφος, κατά προτίμηση. Είναι συγκλονιστική η ιστορία όλων αυτών των νέων που πέθαναν πριν καν τελειώσουν το σχολείο. Ήρωες- φίλοι ή σύντροφοι του Τόμι που τους αγαπά και ο αναγνώστης, ιδιαίτερα όταν τους ανα-γνωρίζει (> ανάγνωση) μέσα από τις συγκλονιστικές φωτογραφίες των γαλλικών αρχείων από τη φυλακή Fresnes
Ο Τόμι βέβαια, παρότι Εβραίος, ξεχώριζε σαν Άρειος (λευκό δέρμα, σγουρά ξανθά μαλλιά, μάτια ανοιχτόχρωμα, αυτό που λέμε «βόρεια ομορφιά» (εδώ θα διαφωνήσω –προσωπικά δεν βρήκα καθόλου όμορφο τον Τόμι, αν κρίνουμε από τη φωτογραφία του εξώφυλλου αλλά και όλων όσων κυκλοφορούν στο διαδίκτυο. Αντίθετα, διέκρινα κάτι άτονο, ψυχρό και κομπλεξικό, αλλά περι ορέξεως ουδείς λόγος). Και σε άλλο σημείο της αφήγησης: Ζούσα ήδη κάμποσους μήνες μαζί του. Είχα ακολουθήσει τα ίχνη του, είχα διανύσει τις ίδιες διαδρομές, είχα αναλύσει την ιδιοσυγκρασία του, είχα αποκαλύψει και εξερευνήσει όλα του τα πρόσωπα από την παιδική ηλικία μέχρι την εφηβεία, κλπ κλπ. Πέρα από την ομορφιά του, θαύμαζα τη σκληρότητα, την αλαζονεία του, το ακραίο πείσμα του που δεν ανεχόταν κανένα συμβιβασμό/ Ο Τόμι μού θύμιζε τον αδερφό μου, τον Λουί, που μόνος του είχε αποφασίσει πότε να πεθάνει.
  Μια ταινία που ξεκινά με σκοπό την αναζήτηση  της σχέσης θανάτου, ηρωισμού, ομορφιάς και νεότητας… Με την εξομολογητική διάθεση που διακρίνει τον συγγραφέα- αφηγητή, βλέπουμε πώς διαμορφώνεται σιγά σιγά η πρόθεσή του ως σκηνοθέτη, ωριμάζει με όσα συναντά καθώς περνά ο χρόνος. Το τοπίο ξεκαθαρίζει και το όραμα παίρνει σταδιακά μορφή. Ο σκηνοθέτης παλεύει κυριολεκτικά με το υλικό του για να μην προδώσει την «αλήθεια», τα ψήγματα αλήθειας που φτάνουν ως τις μέρες μας από τα ιστορικά συμβάντα. Δεν θέλει να επινοήσει, να συμπληρώσει, να ερμηνεύσει. Δεν συμπληρώνει με τη φαντασία κάτι για το οποίο δεν είναι σίγουρος (π.χ. την αντίδραση των μελλοθάνατων όταν πληροφορούνται την εκτέλεσή τους) γιατί όπως λέει ο ίδιος: «Εγώ ικανοποιούμαι μόνο με την αλήθεια. Την τιμώ και την προστατεύω. Θα ήθελα ο κόσμος να καταλάβει ότι στην ταινία αυτή όλα είναι αληθινά, και πως η συγκίνηση, η συμπόνια, το μίσος, η αγάπη που θα νιώθει όποιος τη δει, είναι κι αυτά πιο αληθινά απ’ ό, τι σε μια ταινία που αφηγείται ψεύτικες ιστορίες». Κι αλλού: «δεν ήθελα ένα παιχνίδι, μια προσομοίωση». Ούτε απ’ την άλλη μεταφέρει στεγνές πληροφορίες.
Παράλληλα, σέβεται τις προσωπικές στιγμές του ήρωά του, δεν τον εκθέτει αν και θα μπορούσε: η τέχνη δεν είναι παρά τέχνη, χρήσιμο πράγμα μεν, αλλά σε τελική ανάλυση δευτερεύον, μια ελάχιστη αντανάκλαση της ομορφιάς, του αίματος και των δακρύων της πραγματικότητας˙ και δεν είμαι διατεθειμένος, για λόγους προσωπικής προβολής, να θυσιάσω στο βωμό της μυστικά που καίνε.
Θα μπορούσε βέβαια κανείς να συζητάει ώρες φιλοσοφικά για το ποια είναι η αλήθεια, αν υπάρχει κλπ. Όμως εδώ ο συγγραφέας δίνει περιεχόμενο σαφές σ’ αυτό που αναζητά. Η ταινία που ετοιμάζει ο αφηγητής έχει μεγάλου βαθμού συγγένεια με το ντοκιμαντέρ, αν και πουθενά δεν καταγράφεται κάτι τέτοιο. Η προσπάθεια του «σκηνοθέτη» να μην προδώσει την πραγματικότητα (με την τρέχουσα έννοια), την αλήθεια στην ουσία της όμως, φαίνεται απ’ τον τρόπο που επιλέγει τον ηθοποιό Τόμι. Είναι η ψυχολογική αλήθεια που μετράει, χωρίς όμως να προδίδει και τα εξωτερικά στοιχεία. Ο ηθοποιός, π.χ. πρέπει να μοιάζει στον Τόμι, να αποδίδει αυτήν την ψυχρή ομορφιά. Απορρίπτει όμως γρήγορα τους «ξανθοπλόκαμους», ολόφρεσκους και υπερόπτες υποψήφιους ηθοποιούς και με ρίσκο επιλέγει εντέλει τον ερασιτέχνη Γκάμπριελ με τελείως εσωτερικά κριτήρια (έκανε… πατίνια!): αναγνώρισα το παράστημά του, τα συμμετρικά χαρακτηριστικά, το έντονο βλέμμα, κι αυτή την περιφρόνηση στο στόμα. Αυτό όμως που επιβεβαίωσε το ένστικτο του σκηνοθέτη ήταν μια παράλογη διαπίστωση, ένα… βιβλίο που προεξείχε από την τσέπη του Γκάμπριελ, κάτι σημαδιακό μια και ο Τόμι ήταν λάτρης της λογοτεχνίας.
Η πορεία του Τόμι έχει ενδιαφέρον αυτή καθαυτή. Με εβραϊκή καταγωγή και γονείς κομμουνιστές (εκείνος όμως δεν είναι κομμουνιστής, είναι υπερβολικά ατομικιστής, απεχθανόταν να δέχεται εντολές, λέει η μάνα του), και με αφετηρία μια άθλια γειτονιά γεμάτη ζητιάνους  (αλλά και με πολιτικούς πρόσφυγες από την Κ. Ευρώπη, ξένους αντιστασιακούς, κομμουνιστές, Εβραίους αγωνιστές του Ισπανικού Εμφυλίου), διεισδύει σε παρέες φοιτητών όπως το «Πέταλο» [2] και αποκτά τις πρώτες αντιστασιακές του εμπειρίες. Ήταν δεκαέξι ετών. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς αποφασίζει να σταματήσει το σχολείο για να μπει στην Αντίσταση- σύμφωνα με τις έρευνες του σκηνοθέτη, λίγο αφού είχαν κληθεί να παρουσιαστούν υποχρεωτικά στις αρχές 6.494 Εβραίοι μετανάστες κι εγκαινιάζονται οι μαζικές συλλήψεις.  Ο κλοιός γύρω απ’ τους Εβραίους αρχίζει σιγά σιγά να στενεύει, ενώ η Ελέν, η μητέρα του, διατηρεί με ηρωισμό το εβραϊκό τους εστιατόριο. Ο Τόμι, που ποτέ δεν πάτησε το πόδι στη συναγωγή, διατυμπανίζει σε όλον τον κόσμο ότι είναι Εβραίος (στην ηλικία της απερισκεψίας, ναι, αλλά την περίοδο των πρώτων συλλήψεων χρειαζόταν επίσης η αυθάδη και αδυσώπητη θέληση να χτυπήσεις το κακό).
Η πρώτη λοιπόν επικίνδυνη αντιστασιακή του πράξη ήταν να περηφανεύεται για την καταγωγή του. Το καλοκαίρι του 1942 όμως, αφού προσχωρεί στους FTP MOI, η πρώτη του ενέργεια είναι αυτή που προετοίμασε τελείως μόνος του, χωρίς να δώσει αναφορά σε κανέναν: έφτιαξε μόνος του μια βόμβα μέσα σε μια γερμανική έκδοση του Κεφαλαίου του Μαρξ!!! Ακόμα κι οι σύντροφοί του τον χαρακτήρισαν επικίνδυνο και ανεξέλεγκτο…
Οι επικίνδυνες ανατινάξεις και οι επιχειρήσεις της ομάδας εκτροχιασμών στην οποία διακρίνεται ο ήρωας διαδέχονται με γρήγορο ρυθμό η μια την άλλη˙ οι επίσημες κατηγορίες περιλαμβάνουν συμμετοχή σε εφτά εντυπωσιακές ανατινάξεις, αλλά σίγουρα δεν έγιναν όλες γνωστές.  Ο μεγάλος εκτροχιασμός του Αύγουστου του 1943, με εκατοντάδες θύματα, περιγράφεται με λεπτομέρειες από το επιτελείο των FTP MOI. Εδώ ο συγγραφέας, επικαλούμενος μαρτυρία της Ελέν, αναφέρει ότι ο Τόμι υπέφερε τρομερά σκοτώνοντας Γερμανούς επειδή γνώριζε ότι οι περισσότεροι ήταν αθώοι.
Τον Σεπτέμβριο του ’43 οι υπηρεσίες εντοπίζουν τα ίχνη του Τόμι. Αρχίζει η παρακολούθηση ενώ η αστυνομία, σαν αράχνη πλέκει σιγά σιγά τον ιστό της χωρίς να συλλαμβάνει για να μη χαλάσει το δίκτυο (μια σκιά τρομακτική: ήταν ο θάνατος ξοπίσω του). Αυτή η μαύρη σκιά εξουδετερώνει τη φλεγματικότητα και την παγερή αδιαφορία που χαρακτηρίζει την προσωπικότητα του Τόμι (είχα διαλέξει τον Τόμι, και όχι κάποιον άλλο, εν μέρει για να με απαλλάξει από το βάρος της δραματικότητας˙ να όμως που οι δυνάμεις του κακού που ανάσαιναν πάνω από τον ώμο του, μπροστά στον φακό μου, αφόπλιζαν τη σκληρότητά του, τον βίαιο χαρακτήρα του, και μου τον επέστρεφαν σαν ξεπαγιασμένο πουλάκι που θα’ θελα να το ζεστάνω μες στις παλάμες μου).
Ο κλοιός σφίγγει, αρχίζουν οι συλλήψεις, του Μανουσιάν, των φίλων, και του Τόμι τρεις βδομάδες αργότερα. Αρχίζουν δηλαδή οι δύσκολες σκηνές, όχι μόνο επειδή είναι σκληρές, όχι μόνο επειδή τα «πραγματικά» στοιχεία είναι λίγα και έμμεσα, αλλά κυρίως επειδή υπάρχουν ενδείξεις ότι ο Τόμι φοβάται (το χειρότερο δεν ήταν τα ίδια τα βασανιστήρια όσο το αίσθημα ξεπεσμού, η αηδία που θα ένιωθε για τον εαυτό του ο Τόμι αν λύγιζε. Αυτό το χειρότερο είχε σοβαρούς λόγους να το φοβάται/ δεν ήταν ήρωας, φοβόταν πολύ, γράφει η Ελέν).
Παρόλες τις δυσκολίες, η πρισματική καταγραφή αυτών των τελευταίων στιγμών πριν την εκτέλεση, το σμίξιμο των συντρόφων, οι τελευταίες μάταιες αναλαμπές ηρωισμού, η «ευτυχία» τους που είναι όλοι μαζί πριν τον θάνατο, αλλά κυρίως τα γράμματα που έγραψαν οι μελλοθάνατοι πριν την εκτέλεση είναι σπαραχτικά… (Ράιμαν: Συγχώρεσέ με που δεν σου γράφω περισσότερα, αλλά είμαστε όλοι μας τόσο χαρούμενοι, που δεν μπορώ να το κάνω όταν σκέφτομαι τον δικό σου πόνο/ Φίνγκερτβάιγκ: Σας γράφω με το χέρι μου αυτά τα τελευταία λόγια, για ν’ αποχαιρετήσω τη ζωή, που θα την ήθελα πιο όμορφη απ’ όσο ήταν, τελικά. Αν κάποια μέρα οι γονείς και τ’ αδέρφια μου έχουν την τύχη να επιστρέψουν ζωντανοί από αυτή τη θύελλα, θα μπορείτε να τους πείτε ότι πέθανα γενναία, με το μυαλό μου σ’ εκείνους κ.α.).

Β΄ Γκάμπριελ, ο ηθοποιός
                                    έπαιζε χωρίς να παίζει.

Η προσέγγιση του Γκάμπριελ, η «εκπαίδευσή» του από τον σκηνοθέτη, ή καλύτερα η μύησή του, έχει μεγάλο ειδικό βάρος στο βιβλίο.  Όπως είπαμε, δεν είναι επαγγελματίας -είναι ένας δεκαεφτάχρονος μαθητής, που, για καλή τύχη του αφηγητή, προσελκύεται ιδιαίτερα από την προσωπικότητα του Τόμι. Ο σκηνοθέτης παρακολουθεί έκπληκτος τις μεταμορφώσεις του Γκάμπριελ στη φωνή, στο βάδισμα, στην κίνηση καθώς περνούν οι μέρες και ο νεαρός ηθοποιός μπαίνει στο πετσί του ρόλου (χάρισμα συναισθησίας το αποκαλεί κάποια στιγμή). Ο Γκάμπριελ με τη σωματική ταύτιση σαν εργαλείο φτάνει στο σημείο να υποδείξει στον -πιο αποστασιοποιημένο- σκηνοθέτη βλέμματα και κινήσεις που ανήκουν στον Τόμι, δυο γενιές πιο πίσω (δε χρειάστηκε να του ζητήσω αυτό το άδειο βλέμμα που γλιστράει / αυτή η ανεξήγητη ευκολία του να ενσαρκώνει τον Τόμι με τη φωνή, το βάδισμα, τα βλέμματα, αυτή η δυσφορία του που ήταν πέρα από το παίξιμο με συγκίνησε).  Ο ήρωάς μας (και εννοώ πάντα τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή/σκηνοθέτη) αποκτά μια δευτερογενή επικοινωνία με τον Τόμι μέσω του Γκάμπριελ, και φυσικά φτάνει στο σημείο να αγαπήσει τον Γκάμπριελ σαν ξεχωριστό πρόσωπο, ανεξάρτητα από τον Τόμι (πίσω από την ψυχρή όψη του σκέιτερ, κάτω από τη μάσκα του ηθοποιού με τα σχεδόν υπερφυσικά χαρίσματα, η θλίψη που φώλιαζε μέσα του μ’ έκανε να τον αγαπήσω).
Ενδιαφέρον από ψυχολογική άποψη έχει η θερμή σχέση του Γκάμπριελ με την Βίλμα (ηθοποιό που υποδύεται τη μητέρα του Τόμι), σχέση που αντανακλά κατ’ αναλογία τη σχέση του Τόμι με τη μάνα του (η αλήθεια βρισκόταν εκεί, σ’ αυτό τον φλογερό δεσμό ανάμεσα σ’ έναν γιο τέτοιο να δώσει τη ζωή του και μια μητέρα τρελά ερωτευμένη, γεμάτη ζήλια για την άβυσσο που χόρευε μαζί του). Σχέση που μάλλον καθορίζει την προσωπικότητά του, σχέση ιδιαίτερης στοργής και θαυμασμού, σχέση όπου ο γιος βλέπει τη μητέρα σα γυναίκα. Ο πατέρας είναι ανύπαρκτος αν και μαθαίνουμε ότι ζούσε, πράγμα που εντοπίζει και υπογραμμίζει με τον τρόπο του ο Γκάμπριελ. Ίσως όμως είναι φυσικό, εφόσον η πηγή πληροφοριών ήταν η μάνα Ελέν, σαφώς μπλεγμένη σε οιδιπόδειο.
Οι συναισθηματικές εντάσεις, οι μεταπτώσεις αλλά συνολικά η ωρίμανση του Γκάμπριελ καθώς η ταινία προχωρά κι ο κλοιός σφίγγει γύρω από τον «Τόμι»  (ο οποίος από ένα σημείο και μετά περιμένει τη σύλληψη, τα βασανιστήρια και την εκτέλεση) δημιουργούν νέες διαστάσεις στο όλο «συμβάν». Κάποια στιγμή μάλιστα ο δεκαεφτάχρονος ηθοποιός γίνεται ιδιαίτερα επιθετικός, όταν ρωτάει τον σκηνοθέτη γιατί είχε διαλέξει τον Τόμι. Η απάντηση τον κάνει να ξεσπαθώσει: Δεν μπορείς να πεις ποιος αλήθεια ήταν ο Τόμι σε μια ταινία. Ήταν πολύ πιο σπουδαίος απ’ ό, τι θα τον παρουσιάσεις εσύ. Εσύ τον κάνεις να δείχνει πιο μικρός, δεν τα λες όλα, δεν μπορείς να τα εξηγήσεις όλα στον κόσμο. Είναι άκυρο να κάνεις μια ταινία γι’ αυτόν. Καλύτερα να τον ξεχνούσαμε εντελώς. Η ανυπομονησία του έφηβου για απαντήσεις είναι σπαραξικάρδια (ξαφνικά είχα την εντύπωση ότι απέναντί μου στεκόταν ένας έφηβος που έκανε επίθεση στον πατέρα του), όπως σπαραξικάρδια είναι κάθε κίνηση του Γκάμπριελ μέχρι τη σύλληψη και τα βασανιστήρια: η εξαφάνισή του στο διαμέρισμα όπου ανακάλυψε ότι έμενε μόνος του ο Τόμι, η αρρώστια του, η δυσκολία να ενσαρκώσει έναν Τόμι στερημένο από την ιδιότητα του εκτελεστή, ηττημένο, ταπεινωμένο… Η φλόγα του όμως σβήνει σιγά σιγά όπως και του Τόμι όταν τον συνέλαβαν, αρχίζει και εξαντλείται η ενέργειά του˙ η όψη παραμορφώνεται, η νευρικότητα κλιμακώνεται. Το «αίνιγμα Γκάμπριελ» που σιγά σιγά χάνεται στο όνειρό του σα να υπνοβατεί, αρχίζει και στοιχειώνει σιγά σιγά τον σκηνοθέτη: υποψιαζόμουν τώρα ότι η αλλαγή του Γκάμπριελ –αυτό το γαλήνεμα, η αποστασιοποίηση την οποία είχα αποδώσει στην παρηγοριά  που του πρόσφερε η δική μου, ας το πούμε, τρυφερότητα- δεν ήταν παρά η χαλάρωση του ηττημένου αγωνιστή, που, παραιτημένος, αφήνει τον νικητή ν’ αποφασίσει για την τύχη του. Ήρωας και ηθοποιός έφευγαν παρέα.

Γ΄ Η ζωή και η γραφή
Δεν είναι λοιπόν η αντίσταση στον κατακτητή, δεν είναι η ιστορική αλήθεια, δεν είναι η χαμένη ομορφιά και τα χαμένα νιάτα, ο ηρωισμός, ή ο αγώνας ο πυρήνας του βιβλίου. Το κεντρικό θέμα αγγίζει όλα αυτά αλλά ξεγλιστράει, ενώ ανατέμνεται το πώς "η ανάγκη γίνεται ιστορία", και κυρίως "πώς η ιστορία γίνεται σιωπή". Ίσως γι’ αυτό και ο γαλλικός τίτλος είναι «Le tombeau de Tommy”, ο τάφος του Τόμι. 
Η αναβίωση αυτής της συνταρακτικής σελίδας της ιστορίας, με αποκορύφωμα τις τελευταίες στιγμές πριν την εκτέλεση, έχει την ιερότητα ενός μνημόσυνου...

Δεν πρέπει να εξηγούνται τα πάντα σε μια ταινία.
Η ίδια η πραγματικότητα δεν σου τα εξηγεί ποτέ όλα.
 Γι’ αυτό και συγκινεί περισσότερο από το σινεμά.
 Μέσα σε μία ημέρα, από τις χιλιάδες εικόνες που συλλαμβάνει το βλέμμα μας,
εκατοντάδες παραμένουν ανεξήγητες.
Γι’ αυτό και οι ταινίες που περιέχουν μόνο σκηνές απαραίτητες και κατανοητές
 δεν κατορθώνουν στ’ αλήθεια να συγκινήσουν.

Τρίτη, Ιουνίου 07, 2016

Το τελευταίο ταγκό στο Μπουένος Άιρες, Ζεράρ Ντελτέιγ

          Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα άξιο προσοχής, που θα μπορούσε κάλλιστα να το χαρακτηρίσει κανείς και κοινωνικό, εφόσον η πλοκή αφορά πωλήσεις γαλλικών όπλων σε Αργεντινή (1982, εποχή στρατιωτικής δικτατορίας και πολέμου στα Φώκλαντς), ξέπλυμα χρημάτων και εκβιασμούς πολιτικών προσώπων για κατάχρηση οικονομικής δύναμης και εξουσίας. Παράλληλα, εξίσου μεγάλη βαρύτητα φαίνεται να έχει και ο έρωτας, ικανοποιώντας την ανάγκη του αναγνώστη (της αναγνώστριας μάλλον!) για συναίσθημα… Ίσως μάλιστα και ο «πιασάρικος» αλλά ψιλοάσχετος τίτλος υποδηλώνει ότι ο έρωτας αυτός έχει ιδιαίτερη βαρύτητα…
          Γιατί το αγιάτρευτο πάθος του δημοσιογράφου αφηγητή- πρωταγωνιστή Λουμπέν  για τη γοητευτική Λόρα, τη μοιραία «γυναίκα της ζωής του» ήταν και η αιτία που έκανε τον ήρωα να δεχτεί, μετά από δεκαπέντε χρόνια χωρισμού, να αναλάβει μια άκρως επικίνδυνη αποστολή: να ταξιδέψει στο Μπουένος Άιρες όπου έχει βρει καταφύγιο ο άντρας της Λόρας, ο υπό διωγμόν τώρα και πάλαι ποτέ ανερχόμενος πολιτικός Ζιλμπέρ (κοινός φίλος από τα φοιτητικά χρόνια, τότε που και οι τρεις συμμετείχαν με πάθος σε αριστερές συγκεντρώσεις) και να παραλάβει (ο ήρωας) κάποια πολύτιμα έγγραφα με τα οποία ο Ζιλμπέρ  εκβιάζει σημαίνοντα πρόσωπα για εμπλοκή τους σε σκάνδαλα. Παρόλο που δεν υπήρχε συμφωνία απέλασης μεταξύ Γαλλίας και Αργεντινής, ο φόβος του Ζιλμπέρ ότι τον παρακολουθούν για να τον σκοτώσουν ή για να του κλείσουν το στόμα, τον αναγκάζει να προστατευτεί αναζητώντας  κάποιο έμπιστο δημοσιογράφο που να δημοσιεύσει τα καυτά έγγραφα, έστω τμηματικά (όχι όλα φυσικά, έτσι ώστε να κρατήσω πυρομαχικά).
         Ή, τουλάχιστον, αυτή είναι η εκδοχή της Λόρας- γιατί τον καλοπροαίρετο ρομαντικό ήρωα τον περιμένουν πολλές πολλές εκπλήξεις… Ψάχνοντας το παρελθόν του Ζιλμπέρ νιώθει, όπως λέει και ο ίδιος, ότι μπαίνει μέσα σε φιδοφωλιά. Με το τυράκι της ερωτικής επανασύνδεσης με τη Λόρα, μπαίνει στον κόσμο των παρακολουθήσεων, της «προστασίας», των εκβιασμών… Μυστικοί επαγγελματίες πληροφοριοδότες που προκύπτουν από το πουθενά προσεγγίζουν τον κατάπληκτο ήρωα (όταν ενδιαφέρεται κανείς για μια προσωπικότητα, κύριε Λουμπέν, υπάρχουν πολλά επίπεδα πληροφόρησης. Ψάχνουμε τέτοιου είδους πληροφορίες μόνο στο τρίτο επίπεδο. Σε ό, τι αφορά εσάς, περιοριστήκαμε για την ώρα στο πρώτο επίπεδο) και προσπαθούν να εκμαιεύσουν πληροφορίες, εξυπηρετώντας διαφορετικά συμφέροντα. Είναι απίστευτο πώς κινείται όλος αυτός ο κόσμος της διαπλοκής (δικαστές, ανακριτές, πρέσβεις, παλιοί στρατιωτικοί-βασανιστές), πώς επιδεικνύει τη δύναμή του (ξέρεις τη βασική αρχή της καλής διπλωματίας: πρέπει να δείξεις τη δύναμή σου για να μη χρειαστεί να την χρησιμοποιήσεις. Αν ο άλλος επιμένει, αρχίζεις με μια μικρή επίδειξη: βομβαρδίζεις κάποιες θέσεις, για να δείξεις πως είσαι αποφασισμένος, χωρίς να προκαλέσεις πολλές ζημιές), πού στηρίζεται, πώς επιπλέει. Δολοφονίες, κυνηγητά, απαγωγές, «συνεντεύξεις» και ανακρίσεις δείχνουν στον Λουμπέν ότι τα όρια μεταξύ πολιτικής και μαφίας δεν είναι πολύ σαφή, ότι ο αγώνας κατά στρατιωτικών και αστυνομικών που παρέμειναν ατιμώρητοι δεν έχει τελειώσει ακόμη, ότι ο ρόλος του Σοβό είναι πολύ πιο σκοτεινός απ’ ότι είναι ανεκτό, γιατί…  το να βάζεις χέρι σε κάποιο ταμείο είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα από το να συμμαχείς σε μια σπείρα δολοφόνων και βασανιστών. Το αποκορύφωμα της «έρευνάς» του είναι η πρόσωπο με πρόσωπο συνάντηση με τον παλιό αρχιβασανιστή, Μασιέρι, ένα κάθαρμα που σκότωσε και βασάνισε με τα ίδια του τα χέρια, υπεύθυνο για άπειρες απαγωγές παιδιών, που τότε έκανε τις διαπραγματεύσεις για την αγορά των όπλων και πιθανόν προστάτευε τον Σοβό. Άλλωστε, σιγά σιγά κι ο ίδιος ο πρωταγωνιστής συνειδητοποιεί ότι οι φρικτές μέθοδοι βασανισμού δεν έχουν εξαλειφθεί ακόμη, όπως το μαρτύριο του ηλεκτρισμού,  παγκόσμια τεχνική των βασανιστών από Γάλλους, Γερμανούς και Αμερικανούς (είχα διαβάσει τη διήγηση του Ανρί Αλλέγκ σχετικά με τα βασανιστήρια που του είχαν κάνει οι Γάλλοι αλεξιπτωτιστές σε μια βίλα στην Αλγερία. Ήξερα πολύ καλά τα μαρτύρια τραβούσαν τα θύματα: νευρικοί σπασμοί, λαιμό στεγνός, δόντια που χτυπούσαν μέχρι που έκοβαν τη γλώσσα κλπ. κλπ.)
         Εμείς παρακολουθούμε τις εσωτερικές σκέψεις του ήρωα που προσπαθεί να βγάλει άκρη μέσα από τα ψέματα, τις ίντριγκες και τη διαφθορά, και μπαίνει όλο και πιο βαθιά στο λαβύρινθο, αντιμετωπίζοντας ηθικά διλήμματα, νιώθοντας απανωτές διαψεύσεις (τα λόγια του fiscal [=ανακριτή] κλωθογύριζαν στο κεφάλι μου σαν υπότιτλοι που παρελαύνουν αδιάκοπα)  και διακινδυνεύοντας πολλές φορές την ίδια του τη ζωή˙ κι όλα αυτά στο εγγυημένο α΄ενικό, που μας επιτρέπει να συμμετέχουμε και στον αναστατωμένο συναισθηματικό του κόσμο. Πέραν του κοινωνικού ενδιαφέροντος που αυξάνεται όσο η υπόθεση εξελίσσεται σε πολιτικό θρίλερ, η καθαυτό ιστορία έχει… αξιοπρεπή αστυνομική εξέλιξη, απρόσμενες ανατροπές και ικανοποιητικές απαντήσεις.
Χριστίνα Παπαγγελή 

Πέμπτη, Μαΐου 26, 2016

η αυτοκινητιστική λέσχη της Αιγύπτου, Αλάα Αλ- Ασουάνι

Αγαπώ τα βιβλία αλλά σπάνια πια νιώθω την παιδική λαιμαργία τού να μη μπορείς ν’ αφήσεις  το βιβλίο απ’ τα χέρια σου. Αυτό το μυθιστόρημα του Αιγύπτιου συγγραφέα όμως με συνεπήρε τόσο πολύ, που το απόλαυσα μονορούφι…
Δε νομίζω ότι το ύφος είναι που έχει κάτι ξεχωριστό. Είναι βέβαια γλαφυρό, απλό-λιτό-περιγραφικό και μεστό˙ χωρίς περιττά στοιχεία και παρενθέσεις, αλλά εύστοχο και διεισδυτικό. Αυτό όμως που νομίζω ότι είναι η υπέρτατη αρετή του βιβλίου είναι το ενδιαφέρον που ξεπηδά από κάθε σελίδα, η αγωνία που πετυχαίνει ο συγγραφέας να μας μεταδώσει καθώς καταφέρνει να ταυτιζόμαστε με τους ήρωες, που παρεμπιπτόντως είναι πολύ ενδιαφέροντες, και που η ζωή τους είναι γεμάτη ένταση και ανατροπές. Κατά το «εικός και αναγκαίον», χωρίς τρελές συμπτώσεις και φωσκολικά τεχνάσματα. Και πάνω απ’ όλα, αυτό που κεντρίζει είναι το θέμα, το θέμα που είναι για άλλη μια φορά η κατεχόμενη απ’ τους Άγγλους Αίγυπτος με τις αντιφάσεις της: η καταπίεση των ντόπιων πληθυσμών, ο ρατσισμός των λευκών που θεωρούν απόλυτα φυσιολογική την ανωτερότητά τους και φυσικά οι προσπάθειες αντίστασης στον φόβο και την υποταγή.
Στοιχείο που χαρακτηρίζει τα μυθιστορήματα του Ασουάνι (π.χ. το «σικάγο» και το «Το μέγαρο Γιακουμπιάν») είναι η πολυφωνία, η πολυχρωμία όπως επισημαίνεται στο οπισθόφυλλο. Οι κεντρικοί χαρακτήρες είναι… πολλοί, ανάγλυφοι και ισοδύναμα παρουσιασμένοι και σχετίζονται με την πορεία της οικογένειας του δίκαιου και υπομονετικού Αμπντελαζίζ Χαμάμ, χρεωκοπημένου προύχοντα της άνω Αιγύπτου που ήρθε στο Κάιρο με την οικογένειά του, και δουλεύει ως βοηθός αποθηκάριου στην αυτοκινητιστική λέσχη (Είχε πείσει τον εαυτό του πως η δουλειά, όσο ταπεινή και να είναι, είναι τιμή γι’ αυτόν που την κάνει. Όμως, μια αλήθεια τον έκανε να πλημμυρίζει με επώδυνες σκέψεις: ταπεινωνόταν, έχανε την αξιοπρέπειά του). Οι διαφορετικές αφηγήσεις του παντογνώστη αφηγητή, που παρακολουθούν την παράλληλη πορεία των περισσότερων ηρώων εναλλάσσονται με τις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις του «ποιητή» Κάμελ και της Σαλιχά, και οι δυο παιδιά του Αμπντελαζίζ. Η αγωνία συνήθως κορυφώνεται στο τέλος κάθε μικρής ενότητας/αφήγησης, για να παραδοθεί η σκυτάλη στην επόμενη ιστορία που είχε διακοπεί πιο πριν. Η τεχνική αυτή, δοκιμασμένη τεχνική που τονώνει το ενδιαφέρον, είναι στοιχείο… σαπουνόπερας (παράλληλες ιστορίες που διακόπτονται όταν υπάρχει αγωνία για την έκβαση, και αφήνουν ερωτηματικό στον θεατή/αναγνώστη), αλλά, ως συνήθως σημασία δεν έχει μόνο το πώς αλλά και το τι. Και αυτό που πραγματεύεται το συγκεκριμένο βιβλίο είναι αναμφίβολα ποιοτικό.
Η Σαλιχά και ο Κάμελ είναι οι πιο ενδιαφέροντες ήρωες, ίσως γι’ αυτό ο συγγραφέας δανείζεται τη δική τους φωνή. Έχουν τις μεγαλύτερες μεταπτώσεις, τις περισσότερες ανατροπές στη ζωή τους, αναλαμβάνουν τα μεγαλύτερα ρίσκα- είναι έξυπνοι, ευαίσθητοι και υπεύθυνοι. Εξίσου ολοκληρωμένα βέβαια παρουσιάζονται και τα άλλα δυο παιδιά της οικογένειας, ο ιδιοτελής Σαΐντ και ο ευάλωτος Μαχμούντ που ξεπουλά το κορμί του σε μεγάλες γυναίκες, αλλά οι χαρακτήρες τους είναι πιο επίπεδοι, πιο προβλέψιμοι. Δυνατή αποδεικνύεται η μητέρα αλλά δυναμικά επεμβαίνει στα γεγονότα και η «γήινη», ερωτιάρα γειτόνισσα Αΐσα. Κι άλλοι ήρωες, ανθρώπινοι τύποι αλλά και ολοκληρωμένοι χαρακτήρες συμπληρώνουν μια κοινωνία όπου οι κυρίαρχοι ξένοι επιβάλλονται στους ντόπιους σαν να είναι ζώα, όπου τα ντόπια ήθη συγκρούονται με τις νεωτεριστικές ιδέες, όπου σπερματικά γεννιέται η αντίσταση στην καταπίεση των ξένων.
Η αυτοκινητιστική λέσχη ιδρύθηκε το 1924 από ξένους και Τούρκους, όπου οι Αιγύπτιοι έχουν μέσα μόνο θέση υπηρετικού προσωπικού. Είναι ο χώρος όπου διασκεδάζουν οι ξένοι αξιωματούχοι, όπου μπεκρουλιάζει και χαρτοπαίζει ο βασιλιάς… Είναι επομένως κέντρο διαφθοράς και κέντρο υποταγής, όπου όλα όμως πρέπει να πηγαίνουν «ρολόι». Τον υψηλό έλεγχο έχει ο τρομερός και φοβερός θαλαμηπόλος του βασιλιά Ελ Κούο, από τη Νουβία του Σουδάν (Ελ Κούο στα νουβιακά σημαίνει μέγας, αρχηγός, είναι παρατσούκλι βέβαια)˙ είναι η πόρτα που οδηγεί κατευθείαν στον βασιλιά/ο μεγάλος αρχηγός του υπηρετικού προσωπικού όλων των βασιλικών ανακτόρων. Κάνει κουμάντο στα πάντα, επιβάλλοντας τρομακτικές σωματικές τιμωρίες για ψύλλου πήδημα στους υπαλλήλους της λέσχης (ξύλο, μαστίγωμα, κλπ), καμιά φορά και χωρίς κανέναν απολύτως λόγο. Η παρουσία του  σπέρνει τον τρόμο και την δουλοπρεπή υποταγή, πολύ περισσότερο από τον ανώτερό του διευθυντή της λέσχης, Άγγλο Τζέημς Ράιτ, που είναι τυπικός μεν, αλλά ιδιοτελής και ρατσιστής (οι Αιγύπτιοι είναι τεμπέληδες, ψεύτες και βρωμιάρηδες/ η δικαιοσύνη τους διαφθείρει).
Οι αντιθέσεις και οι συγκρούσεις λοιπόν προκύπτουν από τις προσωπικές αντιπαραθέσεις με τον Ελ Κούο και τον Ράιτ, και όσους τους φοβούνται και υπακούουν με δουλοπρέπεια. Οι ήρωες που εκφράζουν την πλευρά τις αντίστασης (σε οποιαδήποτε μορφή) είναι ποικίλοι. Έχουμε π.χ. την κόρη του Ράιτ, τη Μίτσι, που δεν έχει καμιά σχέση με τον πατέρα της, και με αφορμή ότι ο Ράιτ την προωθεί για φιλενάδα του βασιλιά (!) φεύγει από το σπίτι της (όλα είναι πλαστά, είναι απάτη. Θέλω να ζήσω την πραγματική ζωή, με πραγματικούς ανθρώπους. Γι’ αυτό σκέφτηκα να πάω στις λαϊκές συνοικίες). Η ερωμένη επίσης του Ράιτ, η Οντέτ, χειραφετημένη απ’ όλες τις απόψεις, κομμουνίστρια, είναι τόσο συνειδητοποιημένη πολιτικά που συμμετέχει, κρυφά βέβαια, σε  μυστική οργάνωση ανατροπής του βασιλιά. Αυτή προωθεί, μέσω του Ράιτ και τον Αμπντούν στην αυτοκινητιστική λέσχη, έναν δυναμικό άντρα που με τον τρόπο του υποδεικνύει στους εργαζόμενους «έναν άλλο δρόμο», και δεν διστάζει να εναντιωθεί μέτωπο με μέτωπο με τον Ελ Κούο και βέβαια πρωταγωνιστεί στη μυστική οργάνωση που περιλαμβάνει οπαδούς του Εθνικιστικού Κόμματος και κομμουνιστές. Τέλος, αρχηγός της μυστικής ομάδας είναι ο πρίγκηπας Σάμελ, που παρόλη την αριστοκρατική του καταγωγή διαφέρει ριζικά απ’ τους άλλους και, βρίσκεται σε βαθιά επικοινωνία με τον Κάμελ, που ήδη έχει σχέσεις με το εθνικιστικό Κόμμα (ξαφνικά, η ζωή μου πήρε άλλη πορεία. Τι παράξενο, η ζωή ενός ανθρώπου να μεταβάλλεται ολοκληρωτικά από ένα δευτερεύον γεγονός, από μια φευγαλέα λέξη… το πεπρωμένο μας μπορεί να αλλάξει απλά επειδή περάαμε από έναν δρόμο κάποια συγκεκριμένη ώρα, επειδή στρίψαμε δεξιά αντί να στρίψουμε αριστερά). Αντίσταση όμως προβάλλουν οι ήρωες και όσο αφορά την καταπίεση της γυναίκας, η ανυπότακτη Μίτσι, η Σαλιχά (που την «πουλάει» ως σύζυγο ο αδερφός της Σαΐντ για λόγους οικονομικούς), και όσοι τους συμπαραστέκονται.

Όλες αυτές οι αντιθέσεις εξελίσσονται και ωριμάζουν, χαρίζοντάς μας καταπληκτικούς διαλόγους  σύγκρουσης του βάναυσου με το ανθρώπινο, του ρατσισμού με τον αντιρατσισμό, του φόβου και της δουλοπρέπειας με το θάρρος, πάντα μέσα σε μια αβίαστη συναρπαστική αφήγηση που κόβει την ανάσα στον αναγνώστη.
Χριστίνα Παπαγγελή 

Σάββατο, Μαΐου 21, 2016

Expo 58, Τζόναθαν Κόου

Expo 58: πρόκειται για τα τη Παγκόσμια Έκθεση («Exposition Universelle et Internationale de Bruxelles 1958), που διοργάνωσαν οι Βέλγοι μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου πολέμου κι  ένα χρόνο μετά την ίδρυση της ΕΟΚ, στα πλαίσια της ειρηνικής συνεργασίας των χωρών. Κάθε χώρα που συμμετείχε θα εξέθετε σε αντίστοιχο περίπτερο τα τεχνολογικά της επιτεύγματα, και στοιχεία χαρακτηριστικά της ιδιαίτερης κουλτούρας της. Βρισκόμαστε ωστόσο  στο αποκορύφωμα του Ψυχρού πολέμου, με τις μεγάλες δυνάμεις να ανταγωνίζονται στην οικονομία, στην τεχνολογία, στους εξοπλισμούς, στην πολεμική βιομηχανία και στα επιτεύγματα των πυρηνικών επιστημών. Τέλος, οι μηχανισμοί προπαγάνδας και κατασκοπείας, ο ιδεολογικός και ψυχολογικός πόλεμος ξεπερνούν κάθε φαντασία.
Ατόμιουμ, Βρυξέλλες
Μέσα στο πλαίσιο αυτών των μεγάλων αντιφάσεων, με αφορμή το -πραγματικό- γεγονός της Έκθεσης (καρπός της οποίας είναι το έμβλημα των Βρυξελλών, το «Ατόμιουμ»)[1], ο Τζόναθαν Κόου «ζωγραφίζει» κυριολεκτικά, με το σύνηθες φλεγματικό εγγλέζικο χιούμορ του που στο βιβλίο αυτό φτάνει στο απόγειό του. Κεντρικός ήρωάς του είναι ο Τόμας Φόλεϊ, ένας όμορφος άντρας μισός Βέλγος, οικογενειάρχης, που εργάζεται στην Κεντρική Διεύθυνση Πληροφοριών, και αποδεικνύεται το καταλληλότερο πρόσωπο για να εκπροσωπήσει τη Βρετανία στην έκθεση αυτή. Εκτός όμως από το περίπτερο Βρετανικής Βιομηχανίας της βασικής έκθεσης, οι επισκέπτες θα χρειάζονταν φαγητό και ποτό, και αν επρόκειτο όντως να εκφραστεί ο εθνικός χαρακτήρας, τότε έπρεπε με κάποιον τρόπο, δίπλα στο περίπτερο, να ανεγερθεί μια βρετανική παμπ. Και προκειμένου να μη διαφύγει το μήνυμα από κανέναν, η ονομασία της παμπ δεν θα άφηνε κανένα περιθώριο παρερμηνείας: η παμπ θα ονομαζόταν «Μπριτάνια». Σ’ αυτήν την παμπ, λοιπόν, ορίζεται η θέση του Τόμας, θέση που στα μάτια της γυναίκας του και των φίλων τους θα του εξασφαλίσει το ποθητό κύρος…
Η διακριτική σάτιρα που χαρακτηρίζει το ύφος του Κόου βρίσκει πρόσφορο έδαφος σ’ αυτό το σκηνικό, αν και σε πολλές περιπτώσεις γίνεται γκροτέσκο, όπως στον ξεκαρδιστικό διάλογο για τη συμβολή της Βρετανίας στην αποχέτευση των ανθρώπινων απεκκρίσεων που… ουδέποτε αναγνωρίστηκε επαρκώς (!). Αμερική, Ρωσία, Γαλλία, Βρετανία και οι εκπρόσωποί τους περνούν απ’ το λεπτό κόσκινο του καυστικού σχολιασμού, ενώ ο αθώος μεσοαστός Τόμας, περήφανος που εκπροσωπεί τη χώρα του σε μια τόσο σημαντική υπόθεση («Είναι ο άνθρωπός μας στις Βρυξέλλες»), έρχεται συνέχεια προ εκπλήξεων: παράξενοι συνοδοί-κολλητσίδες (με ρεπoύμπλικες και καμπαρντίνες, σαν καρικατούρες) που εμφανίζονται από το πουθενά, τον ακολουθούν παντού και βασικά τον ελέγχουν˙ όμορφες, σαγηνευτικές γυναίκες με σκοτεινό ρόλο, γυναίκες που τον απομακρύνουν ψυχικά όλο και περισσότερο από τη Σύλβια, τη γυναίκα του, με την οποία ήδη τους τελευταίους μήνες ο άξονας της σχέσης του είχε μετατοπιστεί˙ ο επιστημονικός σύμβουλος του βρετανικού περιπτέρου με τον οποίο συγκατοικεί, ξαφνικά εξαφανίζεται παίρνοντας μαζί του και τη βρετανική εφεύρεση «ΖΕΤΑ» για τα πυρηνικά˙ η περίεργη συμπεριφορά του Ρώσου δημοσιογράφου Τσέρσκι (συντάκτη του «Σπούτνικ» (!)), που εισβάλλει αδιάκριτα στις παρέες, ενώ όλοι οι υπόλοιποι Ρώσοι είναι κλεισμένοι στο ξενοδοχείο κλπ κλπ. Ο Τόμας γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των Βέλγων για «ανταλλαγές ιδεών», οι Σοβιετικοί και οι Γιάνκηδες ανταγωνίζονται ακόμα και στο επίπεδο της έκθεσης, προσπαθώντας να ξεσηκώσουν τεχνικά μυστικά. Και βέβαια, η Βρετανία δε μένει πίσω…
Οι πολιτιστικές ανταλλαγές, οι αντιπροσωπείες από κουφά Συνέδρια (π.χ. “Συνέδριο για τη Φθορίωση και την Πρόληψη της Τερηδόνας”!), οι ατέλειωτες συναινετικές συζητήσεις για τη σχέση Ανατολής και Δύσης που καταλήγουν σε τρομερά μεθύσια, δεν παύουν να κινούνται στα όρια του φυσιολογικού... από τη μέση του βιβλίου όμως αρχίζει το γκροτέσκο: εξαφανίσεις, απαγωγές, μυστηριώδεις προειδοποιήσεις, στημένα φλερτ, προσπάθειες αποπροσανατολισμού του Τόμας. Παιχνίδια κατασκοπείας και προπαγάνδας με πινελιές Τζέημς Μποντ, όπου δεν γνωρίζει κανείς (ούτε ο αναγνώστης) πια, τι είναι στημένο και τι γνήσιο. Ο ίδιος ο Τόμας, χαμένος ανάμεσα στις ίντριγκες, στην έλξη για την Άννεκε, την αποστολή που έχει αναλάβει για να σώσει τις βρετανικές εφευρέσεις από τους Ρώσους και… την προδοσία της γυναίκας του, αναρωτιέται: Πού ήταν,στο κάτω κάτω, η πραγματικότητα σε όλα αυτά γύρω του; Η «Μπριτάνια» ήταν πλαστή: μια πλαστή παμπ, που προέβαλλε μια πλαστή εικόνα της Αγγλίας, τοποθετημένη σ’ ένα σκηνικό όπου και άλλες χώρες προέβαλλαν πλαστές εικόνες της εθνικής τους ταυτότητας. Το Χαρωπό Βέλγιο –ναι καλά! Πλαστό! Όπως και το «Ομπεργιάρνεν»! Πλαστό! Ζούσε σ’ έναν κόσμο φτιαγμένο από ομοιώματα. Και όσο το σκεφτόταν, τόσο πιο φασματικά κι ρευστά τού φάνταζαν όλα γύρω του. Η λύση των μικρομυστηρίων που ξεδιπλώνουν απερίφραστα οι δυο καρικατούρες- συνοδοί στον Τόμας (πολύ αργότερα, μετά την επιστροφή του στο Λονδίνο πια), είναι τόσο τραβηγμένη, που είναι πραγματικά για γέλια.
Όσο αφορά τον συναισθηματικό κόσμο του ήρωα, είναι πλούσιος και γεμάτος εκπλήξεις. Πρώτα πρώτα, ο προβληματισμός του για τη σχέση του με τη γυναίκα του, μια τελείως συμβατική και χλιαρή σχέση, που πήρε ανάσες με την απομάκρυνση του Τόμας από το Λονδίνο. Ο συγγραφέας περιγράφει με λεπτή ειρωνεία (όχι όμως αποδομητικά) την προσπάθεια των δύο να δείξουν στον άλλον ότι όλα είναι φυσιολογικά και τίποτα δεν έχει αλλάξει, παρόλο που κι οι δυο προφανώς τρέφουν συναισθήματα για τρίτα πρόσωπα, η Σύλβια για τον γείτονά της και ο Τόμας για την Άννεκε (απολαυστικές οι σελίδες όπου ο αναγνώστης μαθαίνει τα γεγονότα μέσα από αλλεπάλληλες επιστολές). Μια τραγελαφική παρεξήγηση θα απομακρύνει τον Τόμας ψυχικά, θα αποφασίσει να χωρίσει, πράγμα που τον κάνει να νιώθει πιο ελεύθερος (μήπως έβλεπε τελικά αυτήν την εξέλιξη μάλλον σαν ευκαιρία παρά σαν αναποδιά; Εδώ και μήνες, μέσα του, μυστικά, δυσανασχετούσε με τα δεσμά του έγγαμου βίου˙ είχε αρχίσει να νώθει σαν φυλακισμένος στο μεσοαστικό κελλί που είχε ο ίδιος χτίσει). Η απελευθέρωση αυτή τον ρίχνει χωρίς τύψεις σε εξωσυζυγικές περιπέτειες.
Παρόλο το φλεγματικό και σατιρικό ύφος όλου του βιβλίου, ο συγγραφέας δεν αποδομεί το ερωτικό συναίσθημα. Υπάρχουν σημεία πολύ δυνατά και «σοβαρά», και ο αναγνώστης μπορεί να καταλάβει τι είναι αυτό που πράγματι συγκινεί τον Τόμας (που άλλωστε πουθενά δεν παρουσιάζεται σαν καρικατούρα, όπως οι άλλοι). Ακόμα και στην αναγκαστική σχέση του με τη μυστηριώδη Έμιλι, υπάρχουν εξομολογήσεις που πάνε σε βάθος και πρωτότυπες σκέψεις που τον επηρεάζουν. Ακόμα, όμως, περισσότερο συναρπαστική και βαθιά είναι η σύντομη ερωτική επαφή με την Άννεκε, σχέση που κρύβει κάτι γνήσιο, αληθινό (έμειναν έτσι πολλή ώρα, ατενίζοντας ο ένας τον άλλο, απολαμβάνοντας τη στιγμή, την ηλεκτρισμένη χαρά της προσδοκίας/γύρισε και κοίταξε ξανά την Άννεκε, μ’ ένα κύμα στοργής να τον κατακλύζει γι αυτή τη γυναίκα που έκανε τα πάντα τόσο απλά, που απόψε του δόθηκε τόσο ελεύθερα και γενναιόδωρα).
Οι τελευταίες σελίδες, μετά τη λήξη πια της Expo 58, επιφυλάσσουν πολλές εκπλήξεις και για τον Τόμας και για τον αναγνώστη…
Χριστίνα Παπαγγελή


[1]
https://upload.wikimedia.org/wikipedia/en/1/11/Atomium_320_by_240_CCBY20_flickr_Mike_Cattell.jpg

Τρίτη, Μαΐου 17, 2016

σέρρα / Η ψυχή του Πόντου, Γιάννης Καλπούζος

Στο επίπεδο του «Ιμαρέτ» και του «Εις ταν πόλιν» βρήκα το επίσης ιστορικό αυτό μυθιστόρημα του Καλπούζου, με ειδικό ενδιαφέρον την ιστορία του Πόντου από τον ξεριζωμό των Αρμενίων μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60, και με επίκεντρο την περιοχή της Τραπεζούντας. Ο ίδιος συγγραφέας βέβαια δηλώνει πως «δε θεωρεί τα βιβλία του ιστορικά μυθιστορήματα, αλλά μυθιστορήματα σε ιστορικό φόντο. Ένα φόντο όμως κατακτημένο με επίμονη μελέτη που καταλήγει ως βιωματική εναπόθεση μέσα από τη μέθεξη του συγγραφέα με το θείο πυρ τη έμπνευσης», όπως επισημαίνεται από την Ευδοκία Φανερωμένου (http://www.bookia.gr/index.php?action=Suggestions&book=208909). 
Πράγματι, αν εξαιρέσουμε κάποιες αυτούσια ιστορικές-σύντομες-αφηγήσεις/παρεκβάσεις- απαραίτητες για την κατανόηση της υπόθεσης, η θυελλώδης πλοκή, που από βιωματική/προσωπική άποψη κρατά τον αναγνώστη σε αγωνία, συνυφαίνεται με τα ιστορικά γεγονότα. Για άλλη μια φορά επιβεβαιώνεται η ευκολία με την οποία ο συγγραφέας διαπλέκει ιστορικά και γεωγραφικά στοιχεία καθώς αφηγείται ουσιαστικά τη  ζωή του κεντρικού ήρωά του, στη συγκεκριμένη περίπτωση του δασκάλου Γαληνού Φιλονίδη. Οι διωγμοί, οι κακουχίες, οι μετακινήσεις πληθυσμών (Ρώσοι, Τούρκοι, Αρμένιοι, Έλληνες) στην περιοχή όπου διασταυρώνονται ουσιαστικά τρεις πολιτισμοί σε μια πολύ κρίσιμη ιστορική φάση (Ρωσική επανάσταση, Νεότουρκοι, Α΄ παγκόσμιος, Μικρασιατικός πόλεμος), δεν μπορεί παρά να σημαδεύει και τη ζωή των ηρώων με σημάδια ανεξίτηλα.
Έτσι, άλλοτε σε γ΄ ενικό και άλλοτε σε α΄ ενικό, ξεδιπλώνεται η ζωή του νεαρού Γαληνού Φιλονίδη, καταγόμενου από την Κρώμνη αλλά μόνιμου κατοίκου της Τραπεζούντας, ξεκινώντας από τον Ιούνιο του 2015, τότε που εξαπολύθηκαν οι μεγάλοι διωγμοί εναντίον  των Αρμενίων.  Μια  πανέμορφη μικρή Αρμένισσα που κρύβεται στο σπίτι του θα του ραγίσει κάθε βεβαιότητα και θα του αλλάξει τη ζωή, εφόσον σ’ όλη του τη ζωή από δω και μπρος θα διχάζεται συναισθηματικά ανάμεσα στην Ταλίν και τη Φιλάνθη, την αρραβωνιαστικιά του από την Ορντού που στη συνέχεια παντρεύεται και με την οποία θα κάνει δυο παιδιά. Οι ανακατατάξεις πληθυσμών στην περιοχή εκείνη από το 1915 και μετά (1916-18 ρωσική κατοχή του ανατολικού Πόντου με αποτέλεσμα πολλούς τουρκόφωνους μωαμεθανούς πρόσφυγες, αποχώρηση των Ρώσων με την Ρωσική επανάσταση, ανακατάληψη της πόλης από τους Τούρκους), δημιουργούν αστάθεια που φυσικά επηρεάζει την οικογένεια του Γαληνού και την τύχη της Ταλίν. Η Φιλάνθη, έγκυος στο πρώτο παιδί, μένει στην τουρκοκρατούμενη Ορντού και αποκόπτεται για χρόνια από τον Γαληνό, που παραμένει στην κατεχόμενη απ’ τους Ρώσους Τραπεζούντα χωρίς να γνωρίσει ούτε το φύλο του πρωτότοκου παιδιού του. Λεηλασίες, δολοφονίες, λιποταξίες, φρικαλεότητες Ελλήνων και Τούρκων, εκτοπίσεις, φυλακίσεις, εξορίες. Ο «λευκός» θάνατος (γνωρίζετε τι συμβούλεψε τους Τούρκους ο Γερμανός επιτελάρχης του οθωμανικού στρατού Λίμαν φον Σάντερς για ν’ αποκτήσουν συμπαγή ομοιογένεια; Να προβαίνουν σε εξορισμούς, ώστε οι παγωνιές του χειμώνα, οι βροχές, ο τύφος και η χολέρα ν’ αποδεκατίσουν τη μισητή ράτσα των Ελλήνων. Να μην μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει για άμεσες σφαγές) ξεκληρίζει την πατρική οικογένεια της Φιλάνθης, ενώ η τραγωδία κορυφώνεται στην αποβάθρα της Ορντού, όπου επαναλαμβάνεται η τραγωδία της Σμύρνης: χιλιάδες Έλληνες προσπαθούν να επιβιβαστούν στα πλοία για να μεταβιβαστούν στην Τραπεζούντα, φοβούμενοι την εκδίκηση των Τούρκων. Ο μικρός γιος του Γαληνού καταφέρνει να φτάσει στον πατέρα του, ενώ η Φιλάνθη μένει πίσω…
Το Φεβρουάριο του 1918 η Τραπεζούντα καταλήφθηκε και πάλι από τον τουρκικό στρατό και χιλιάδες Έλληνες Πόντιοι, φοβούμενοι τα αντίποινα, έφυγαν πρόσφυγες προς τις συνοριακές ρωσικές πόλεις και από εκεί αρκετοί κατέληξαν στην Ελλάδα. Η ανακατάληψη των εδαφών από την Τουρκία,  το ξέσπασμα της σοβιετικής επανάστασης τον Οκτώβριο του 1917, η άνοδος του κεμαλικού «Ένωση και Πρόοδος», το όραμα για ανεξάρτητο ποντιακό κράτος, οι αντιστασιακές ομάδες που φουντώνουν ξανανακατεύουν την τράπουλα… Ο συγγραφέας βάζει τους ήρωές του να είναι ενεργά μέλη της κοινωνίας, άλλοι στρατεύονται, άλλοι διαφωνούν έντονα για το ρόλο των Ρώσων και για το όραμα του κομμουνισμού, για τον εθνικισμό, για τον Βενιζέλο. Μέσα στο καζάνι που βράζει υπάρχουν και οι προσωπικές αντεκδικήσεις. Ο Γαληνός απειλείται από τον Τούρκο ρωσικής καταγωγής χωροφύλακα Χαμζά Χαφίζ (σ’ όλο το βιβλίο εκπροσωπεί την εκδικητική απειλή) που κεραυνοβολήθηκε από την Ταλίν και τον παρακολουθεί μυστικά. Οι υποχρεωτικές μετακινήσεις γίνονται ανελέητοι διωγμοί, ενώ τον Οκτώβρη του 1921 οι τουρκικές αρχές εκδίδουν απόφαση για τους Έλληνες να εξοριστούν στην ενδοχώρα.
Στην εξαντλητική πορεία προς την ενδοχώρα (Ερζερούμ), η οικογένεια με τα δυο παιδιά και πάλι χωρίζεται με βάναυσο τρόπο (ο Γαληνός κρατά τον γιο του Όμηρο), ενώ η πρόσωπο με πρόσωπο συνάντηση του Γαληνού με τον εκδικητικό Χαμζά Χαφίζ «χαρίζει» στον αναγνώστη τις πιο σκληρές σελίδες του βιβλίου. Ο φρικτός θάνατος του Όμηρου καταρρακώνει τον Γαληνό που στη συνέχεια, μαζί με τον στρατευμένο αδερφό του Νικηφόρο ορκίζεται να εκδικηθεί και προσχωρεί σε επαναστατική ομάδα. Σαν ένας σύγχρονος Οδυσσέας περνά με τον αδερφό του κρυφά από τα πάτρια εδάφη (Κρώμνη) χαιρετώντας την πατρική οικογένεια. Εκεί, στο γλέντι της εκκλησίας της Μεταμόρφωσης, ο Νικηφόρος με άλλους τρεις αντάρτες τραβά το χορό, την εντυπωσιακή «σέρρα» (ταίριαζαν οι βηματισμοί τους με το άγριο των βουνών, το άγριο της ζωής τους και με τα πολεμικά τεχνάσματα που παρίστανε ο πυρρίχιος, ο αρχαίος χορός, κι ας μη βαστούσαν ασπίδες και δόρατα. Επίθεση, άμυνα, παραφύλαξη, απειλή, οπισθοχώρηση, ελιγμό, κάλυψη, όλα τα περιέκλειε ο χορός τους). Η σκηνή λειτουργεί σαν ένα σύντομο στάσιμο, στα καταιγιστικά γεγονότα που ακολουθούν…
Ντυμένοι… Κούρδοι οι αντάρτες μαθαίνουν για τη μικρασιατική καταστροφή. Ο Γαληνός με επεισοδιακό τρόπο καταφεύγει στην Σουχούμ, στην Αμπχαζία (όπου το ελληνικό στοιχείο άνθιζε), και ορίζεται δάσκαλος σ’ ένα χωριό. Παρακολουθώντας τα  15 χρόνια της ζωής που έζησε ο ήρωας στην περιοχή, μαθαίνουμε και για την τύχη της ρωσικής Αμπχαζίας -έμμεσα και της κομμουνιστικής Ρωσίας- όλα αυτά τα χρόνια: τις γενναίες προσπάθειες του τοπικού ηγέτη Λακόμπα (που δολοφονήθηκε αργότερα από τον Μπέρια) να σώσει την Αμπχαζία από τις βλέψεις των Γεωργιανών˙ την αντικατάσταση της GPU από την τρομερή NKVD. Τον θάνατο του Λένιν, την πολιτική του Στάλιν, την εκτέλεση των Ζηνόβιεφ και Καμένεφ (και όχι μόνο), τους εκτοπισμούς και τις εκκαθαρίσεις του Στάλιν, τον θάνατο του «βλογιοκομμένου» (Στάλιν) και τον απόηχό του. Κι ο ίδιος ο Γαληνός θα απολυθεί από δάσκαλος, θα πάρει μέρος σε μυστική αποστολή, θα κατηγορηθεί για συνωμοσία και με τις μαζικές διώξεις των Ελλήνων θα τον στείλουν σε σοβχόζ στο Παχτά Αράλ του Καζακστάν για πολλά χρόνια. Εκεί ξεκίνησε μια διαφορετική ζωή, ενώ για την Ελλάδα θα ταξιδέψει  με την νόμιμη γυναίκα του το 1957 πια.
Εξίσου  περιπετειώδης είναι και η συναισθηματική ζωή του ήρωα όσο αφορά τις δυο μοιραίες γυναίκες που αγαπά. Ο μεγάλος έρωτάς του βέβαια παραμένει η Ταλίν, που επιδεικνύει ιδιαίτερο ήθος και καρτερία (η αλήθεια μου ταυτίζεται με τη βαθιά αγάπη. Δε σχεδιάζει κι ας ποθεί. Καταλαγιάζει και την προσδοκία. Ανατέλλει δίχως να ξανοίγεται κανένας ορίζοντας μπροστά της./η αγάπη λυτρώνει από μόνη της).  Ίσως το παράκανε ο συγγραφέας στις συμπτώσεις, τους αποχωρισμούς, τις αναγνωρίσεις… Δεν θα αναφερθώ όμως στην τελική έκβαση, για να μη χαλάσω την αγωνία σε όσος διαβάζουν αυτήν την ανάρτηση (αν και συνήθως απευθύνεται σε όσους έχουν διαβάσει το βιβλίο). Υπάρχουν πολλές ανατροπές, η περιγραφή τους είναι αρκετά αληθοφανής, αλλά συνολικά αγγίζει τα όρια της υπερβολής… Απ’ την άλλη, πολλές φορές έχουμε δει την πραγματικότητα να υπερβαίνει κάθε φαντασία, και οι συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες ευνοούσαν απίστευτες ιστορίες (όπως το να χάνεται κανείς από τον σύντροφό του δεκαετίες και να τον ξανασυναντά απροσδόκητα). Το δε τέλος του βιβλίου επιφυλάσσει στον αναγνώστη μια πολύ μεγάλη έκπληξη.
Τέλος, νομίζω ότι ο συγγραφέας κράτησε καλές ισορροπίες όσο αφορά τα ιδεολογικά ζητήματα -κυρίως το περίφημο ζήτημα της «γενοκτονίας» των Ποντίων και τη στάση απέναντι στο σταλινικό καθεστώς. Δεν αναφέρεται πουθενά η λέξη «γενοκτονία», συνάδοντας με την επιστημονικά τεκμηριωμένη άποψη ότι, παρόλο που οι εκτοπισμοί ήταν ανελέητοι, δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον ιστορικό όρο για τον διωγμό των Ποντίων (http://www.efsyn.gr/arthro/genoktonies-kai-genoktonologoi). Βέβαια το θέμα του βιβλίου αφύπνισε κάποιους πατριώτες που θέλουν να εκμεταλλευτούν το μυθιστόρημα για να προπαγανδίσουν τις «ανιστόρητες» κατά τη γνώμη μου απόψεις τους (βλ (http://www.presspublica.gr/%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%83-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%B6%CE%BF%CF%83-%CF%83%CE%AD%CF%81%CF%81%CE%B1-%CE%B7-%CF%88%CF%85%CF%87%CE%AE-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CF%8C), αλλά κάπως  προβληματικές είναι πάνω σ’ αυτό το θέμα και οι απαντήσεις του συγγραφέα στην ίδια συνέντευξη.
Στο μυθιστόρημα ο συγγραφέας δεν αποσιωπά επίμαχα θέματα της επικαιρότητας (π.χ. για την απλοποίηση της γλώσσας, ή για την απόβαση των Ελλήνων στην Κριμαία επί Βενιζέλου), αντίθετα βάζει τους ήρωές του να διαλέγονται έντονα˙ υπαινίσσεται εμμέσως πλην σαφώς ότι και οι Έλληνες όπως κι όλες οι εθνότητες διέπραξαν φρικαλεότητες. Ο Γαληνός μιλά για τον εθνικισμό και το ρόλο του στην εξόντωση των φυλών αλλά διατυπώνεται και η «άλλη άποψη», ότι το έθνος είναι «κατασκευή» (δεν χύνονταν ωκεανοί αίματος και προτού φανούν τα έθνη και τα κράτη;). Στους διαλόγους περί  κομμουνιστικής θεωρίας προβάλλεται εντονότερα η αμφισβήτηση, όσο αφορά δε την επιβολή του κομμουνιστικού καθεστώτος, οι ήρωες βιώνουν όλα τα βήματα του σοβιετικού κράτους (φυσικά οι ακρότητες το σταλινισμού είναι σήμερα ιστορικό γεγονός), διαλέγονται και διχάζονται καθώς η Ιστορία έχει άγνωστη γι’ αυτούς έκβαση -πράγμα από μόνο του πολύ ενδιαφέρον.
Κρατώντας λοιπόν ίσες αποστάσεις από ιδεολογικές τοποθετήσεις, το «σέρρα» είναι ένα μυθιστόρημα όπου ζωντανεύει με λεπτομέρειες μια δύσκολη ιστορική εποχή σε όλες τις διαστάσεις της καθημερινότητας, χαρίζοντας στον αναγνώστη γνώσεις, αγωνία, και κυρίως... απόλαυση!
Χριστίνα Παπαγγελή