Σάββατο, Ιανουαρίου 09, 2021

Ο κύριος Γουάιλντερ κι εγώ, Τζόναθαν Κόου

Ο κύριος Γουάιλντερ είναι ο γνωστός σκηνοθέτης Μπίλι Γουάιλντερ[1] ("Μερικοί το προτιμούν καυτό", "Γλυκιά μου Σαμπρίνα", "Η τροτέζα" κ.α.) και η αφηγήτρια (το «εγώ») είναι η Καλλιστώ, μια μεσήλικη γυναίκα  μισοελληνικής καταγωγής (πατέρας ελληνο-σλοβένος, μητέρα αγγλίδα) που αφηγείται τη συνάντησή της με τον σκηνοθέτη στην Αμερική το 1978, όταν με επεισοδιακό τρόπο τον γνώρισε και τελικά διείσδυσε ως  μεταφράστρια ελληνικών στα γυρίσματα της ταινίας του «Φαιδώρα»[2], και στη συνέχεια τον ακολούθησε ως σύμβουλος στην κινηματογραφική ομάδα. 

Ο ιστορικός χρόνος, το «σήμερα», είναι χρόνια μετά (2020), όπου η εξηντάχρονη Καλλιστώ ζει στο Λονδίνο, είναι παντρεμένη μητέρα δύο κοριτσιών και στην αφήγησή της κάνει αλλεπάλληλα φλας μπακ, είτε επτά χρόνια πίσω, στην εποχή που οι κόρες της βρίσκονται στο δύσκολο σταυροδρόμι των σπουδών/σχέσεων με αγόρια κλπ, είτε στην εποχή που αντίστοιχα εκείνη, στην ηλικία των αναζητήσεων αποφάσισε να κάνει ένα τυχοδιωκτικό ταξίδι το 1978 τελείως μοναχή της, όντας μόλις 19 χρονών. Σε κείνο το ταξίδι είναι, που με απίστευτα τυχαίο  τρόπο γνώρισε τον δημοφιλή χολιγουντιανό σκηνοθέτη (χωρίς να έχει ιδέα ότι δεν ήταν απλώς διάσημος αλλά πασίγνωστος, θρυλικός για την ακρίβεια), που της χάρισε όχι μόνο σημαντικές εμπειρίες από το πλατώ του κινηματογράφου, αλλά απίθανες στιγμές και εξαιρετικές γνωριμίες με αξιόλογους ανθρώπους που τους γνωρίζει εκ των έσω (Μάρθα Κέλλερ, Γουίλλιαμ Χόλντεν, Χένρι Φόντα, Αλ Πατσίνο). Γιατί ο αυθορμητισμός και το νεαρόν της ηλικίας της 19χρονης Καλλιστώς προσελκύουν τον μεσήλικα πια Γουάιλντερ και κυρίως τον περίφημο συνεργάτη του και συν-σεναριογράφο του σε πολλές ταινίες, τον εσωστρεφή  Ιζ Ντάιαμοντ[3], που αναπτύσσει μια  ιδιαίτερα εσωτερική σχέση με την Καλλιστώ.

Βρισκόμαστε στη δεκαετία του ’70, και στην Ελλάδα οι γνώσεις αλλά και η σχετική βιβλιογραφία γύρω από την  κινηματογραφική τέχνη είναι στα σπάργανα. Η Καλλιστώ, που ήδη πειραματίζεται με τη μουσική σύνθεση,  γοητεύεται αλλά είναι αδαής στα κινηματογραφικά. Έτσι, βλέπουμε με ενδιαφέρον να βουτάει στα βαθιά, να μπαίνει με φόρα στον κόσμο του κινηματογράφου με την παρθένα ματιά της νιότης, να βλέπει ταινίες, να ψάχνει σε βιβλία, μια ενεργητική ύπαρξη με πάθος και όρεξη. Η Καλλιστώ άλλωστε γράφει μουσική, κι έτσι προσελκύεται ιδιαίτερα απ’ τον περίφημο Μίκλος Ρόζα (έπαιξαν τη μουσική σας για τον κινηματογράφο ή τη σοβαρή;/δεν θεωρείτε σοβαρή τη μουσική για τον κινηματογράφο;), του οποίου ηχογραφεί όλες τις μουσικές επενδύσεις σε ταινίες του Γουάιλντερ (είμαι πια πολύ εξοικειωμένη με την τρυφερότητα και τον λυρισμό που τον χαρακτήριζε).

Δεν μπορώ να κρίνω ούτε να ερευνήσω τα μυθοπλαστικά στοιχεία που χρησιμοποίησε ο συγγραφέας, πού δηλαδή τελειώνει η πραγματικότητα  και πού αρχίζει η φαντασία. Σίγουρα η ταινία Φαιδώρα παίχτηκε ακριβώς με το καστ που αναφέρεται στο μυθιστόρημα, και σίγουρα η νεαρή μεταφράστρια στην Κέρκυρα ήταν προϊόν φαντασίας. Η ταινία δεν είχε την ίδια τύχη με τις προηγούμενες, ούτε καν υπάρχει τώρα στο διαδίκτυο, παίχτηκε ελάχιστα και ήταν «Η πιο περίεργη ταινία που παίχτηκε ποτέ στην Κέρκυρα», μετά το μεσουράνημα του σκηνοθέτη, εφόσον δεν ήταν μόνο το χιούμορ και το ύφος του Μπίλι Γουάιλντερ κάπως πια ξεπερασμένο, αλλά και η εποχή που ο απαστράπτων ρομαντισμός του μεσοπολεμικού Χόλλυγουντ έδινε τα σκήπτρα σε άλλου είδους ταινίες, όπως του Σπίλπεργκ . Άλλωστε κι ο ίδιος ο σκηνοθέτης, όπως ομολογεί μέσα στο βιβλίο, ήθελε να δείξει ακριβώς αυτό με την ηρωίδα του την Φαιδώρα: μια ξεπεσμένη μεγάλη ηθοποιό που καταφεύγει στην Κέρκυρα σε απομόνωση, αναζητώντας τη χαμένη ομορφιά και λάμψη του Χόλλυγουντ.

Ο εβδομηντάχρονος πλέον Μπίλι Γουάιλντερ βιώνει μια ανάλογη δοκιμασία την εποχή που περιγράφεται στο βιβλίο: τη δοκιμασία του αστέρα που έχει περάσει πια η λάμψη του. Νομίζω αυτό το υπαρξιακό μεταίχμιο ήθελε να αποδώσει μυθιστορηματικά ο Τζόναθαν Κόου, όπως άλλωστε φαίνεται κι απ την συνέντευξή του, την «αποτυχία» μιας κορυφαίας καταξιωμένης ιδιοφυΐας αλλά και κάτι ακόμα:

Ο Μπίλι Γουάιλντερ, παρόλο που αποδίδει πολύ χαρακτηριστικά το αμερικάνικο πνεύμα στις  ταινίες του, ο ίδιος δεν ήταν Αμερικανός. Ήταν Αυστροεβραίος, κι έφυγε από τη Γερμανία με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, ενώ κυνηγήθηκε η οικογένειά του λόγω εβραϊκής καταγωγής. Τον καίει η «κοινοτοπία του κακού» που τη βίωσε  στο πετσί του, όταν επιστρέφοντας στην μεταπολεμική Γερμανία διαπίστωσε ότι οι ντόπιοι Γερμανοί απαρνούνταν τις θηριωδίες και την συλλογική ευθύνη. Έτσι, καθώς το άστρο του που μεσουρανούσε επί δεκαετίες άρχισε να γέρνει  προς τη δύση, η φράση-κλειδί στο πίσω μέρος του μυαλού του, όταν έφτιαχνε τη «Φαιδώρα» με χρηματοδότητση της γερμανικής κυβέρνησης (γιατί  οι ΗΠΑ δεν ενέκριναν το σενάριο), ήταν: «Αν γίνει τεράστια επιτυχία, παίρνω εκδίκηση απ’ το Χόλιγουντ. Αν είναι παταγώδης αποτυχία, παίρνω εκδίκηση για το Αουσβιτς». Γιατί, όπως λέει κι ο ίδιος ο συγγραφέας Κόου στη  συνέντευξή του στην Εφ. Συντ., όταν η ταινία του σκηνοθέτη απορρίφθηκε στην Αμερική, «αναγκάστηκε να επιστρέψει στα πάτρια εδάφη κι όχι απλώς στην Ευρώπη αλλά στη Γερμανία (όπου η ταινία του βρήκε χρηματοδότες) – μια χώρα την οποία αγαπούσε και ταυτόχρονα μισούσε. Την αγαπούσε επειδή τον είχε αναθρέψει και τη μισούσε επειδή είχε ενστερνιστεί μια ιδεολογία που είχε οδηγήσει στους θανάτους της μητέρας του και άλλων μελών της οικογένειάς του»

Στη μαγεμένη Καλλιστώ αποκαλύπτεται σιγά σιγά αυτή η κρυφή πτυχή του σκηνοθέτη (έτρεφε μια βαθιά, προσωπική, άσβεστη απογοήτευση), κυρίως στην εκπληκτική σκηνή στο Μόναχο (όπου συνεχίστηκαν τα γυρίσματα της «Φαιδώρας»), και συγκεκριμένα στην τραπεζαρία του υπερπολυτελούς ξενοδοχείου όπου βλέπουμε αρχικά τη σύγκρουση του Αλ Πατσίνο με το Γουάιλντερ, με αφορμή το τσίζμπεργκερ που παρήγγειλε ο Πατσίνο αλλά ουσιαστικά με θέμα  τις διαφορές  του αμερικανικού και  του ευρωπαϊκού πνεύματος. Η ειρωνεία που φτάνει στην αγένεια και το καυστικό χιούμορ  του Γουάιλντερ προς τον Πατσίνο κορυφώνονται, μέσα όμως στον χλευασμό («δούλεμα» θα το λέγαμε) κρύβεται τρυφερότητα και σεβασμός στον άλλον. Όταν όμως κάποιος απ’ τους Γερμανούς χρηματοδότες στην παρέα αμφισβήτησε τη συλλογική ευθύνη των ναζιστικών εγκλημάτων (μπορεί να μην αντιλαμβάνεστε σε αυτόν τον βαθμό επειδή ζείτε εδώ, αλλά όταν έρχεσαι σε μια πόλη όπως το Μόναχο από το εξωτερικό βλέπεις τους ηλικιωμένους, ξέρετε, και σκέφτεσαι, εντάξει, εσύ τι έκανες το 1942, το 1943, όταν εξελίσσονταν όλα αυτά τα πράγματα, όλα αυτά τα φριχτά πράγματα;), ο Μπίλι ξεκίνησε μια ιστορία προκειμένου να «πείσει» τον ουδέτερο νεαρό, που παρεμβάλλεται εν είδει σεναρίου, κι όπου πρωταγωνιστής και αφηγητής είναι ο ίδιος.

Πρόκειται για έναν πρωτότυπο τρόπο να συμπεριληφθεί ένα σύντομο βιογραφικό του Μπίλι Γουάιλντερ∙ μια επιστροφή στα χρόνια μετά το 1933, στο Βερολίνο την εποχή της ανάληψης της εξουσίας από τον Χίτλερ, του Ράιχσταγκ, και της αυτοεξορίας του: Ελβετία, Παρίσι, Λονδίνο, Αμερική όπου έμεινε 11 χρόνια και διακρίθηκε ως σκηνοθέτης για να επιστρέψει στην Ευρώπη μεταπολεμικά. Στο Χόλιγουντ ο πόλεμος ήταν κάτι μακρινό, και δεν μετάνιωσε που έφυγε πολύ πριν ξεσπάσει… Όμως τι απέγινε η οικογένειά μου;  Τα τελευταία χρόνια, αυτό το ερώτημα με κρατούσε ξύπνιο τα βράδια –ή, αν κατάφερνα να κοιμηθώ, μου προκαλούσε εφιάλτες.

Η εγκιβωτισμένη αφήγηση του Μπίλι Γουάιλντερ (πάντα με τη μορφή σεναρίου) έχει ως πυρήνα τη βιωματική του εμπλοκή με τη γνωστή ταινία μικρού μήκους που γύρισε «Death mills»[5], ένα σύντομο ντοκιμαντέρ με σκηνές από τις πρώτες μπομπίνες που κυκλοφόρησαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, που τις είδε πρώτος ο Γουάιλντερ, επιλεγμένος γι αυτήν  τη δουλειά ως γερμανόφωνος και ειδικός του κινηματογράφου. Στην ερώτηση του  -γνωστού Ούγγρου σκηνοθέτη- Έμερικ Πρεσμπέργκερ γιατί υποβάλλει τον εαυτό του σ’ αυτήν την τόσο ψυχοφθόρα διαδικασία, δίνει την εκπληκτική απάντηση : «Ψάχνω τη μητέρα μου». Και η ερώτηση που επιφυλάσσει στον νεαρό Γερμανό που αμφισβητεί τις θηριωδίες είναι: «Αν το ολοκαύτωμα είναι ψέμα, πού είναι η μητέρα μου;».

Όμως πρωταγωνιστής δεν είναι μόνο ο σκηνοθέτης, είναι και η Καλλιστώ, της οποίας παρακολουθούμε την ενδιαφέρουσα πορεία στον μαγικό κόσμο του έρωτα και της τέχνης. Στο τέλος του βιβλίου μάλιστα, ο συγγραφέας μάς χαρίζει μια ιδιαίτερη συνάντηση με τον σκηνοθέτη, όπου ξεδιπλώνουν τις σκέψεις  τους για την τέχνη και την έμπνευση (δεν χρειάζεται να πας σινεμά για να μάθεις ότιη ζωή είναι άσχημη.  Πηγαίνεις επειδή εκείνες οι δυο ώρες θα δώσουν στη ζωή σου μια μικρή σπίθα), πίνοντας γαλλικό κρασί, τρώγοντας μπρί (!), και συμφωνώντας στο ότι

…όσο δύσκολα κι αν είναι αυτά που σου συμβαίνουν, η ζωή δεν θα πάψει ποτέ να έχει κρυμμένες χαρές να σου προσφέρει.
Χριστίνα Παπαγγελή

[1] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CF%80%CE%AF%CE%BB%CE%B9_%CE%93%CE%BF%CF%85%CE%AC%CE%B9%CE%BB%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%81

[2] https://en.wikipedia.org/wiki/Fedora_(1978_film), https://www.athinorama.gr/cinema/movie/fedora-1000355.html, http://www.corfuland.gr/el/politistika/afieroma/fedora-h-pio-periergi-tainia-poy-gyristike-pote-stin-kerkyra.html

Δευτέρα, Ιανουαρίου 04, 2021

Εκεί που τραγουδάνε οι καραβίδες, Ντέλια Όουενς

 Στη φύση, πέρα εκεί έξω, πέρα στα βάθη, -εκεί που τραγουδάνε οι καραβίδες- οι φαινομενικά άσπλαχνες συμπεριφορές, συμπεριφορές που τώρα μας φαίνονται σκληρές, ήταν εκείνες που εξασφάλισαν την επιβίωση των πρώτων ανθρώπων στον όποιον βάλτο βρίσκονταν τότε.  

Πολύ συναρπαστικό το πρώτο μυθιστόρημα της ζωολόγου και συγγραφέα επιστημονικών συγγραμμάτων Ντέλια Όουενς, που ενώ κυλάει αβίαστα και θα έλεγε κανείς ότι είναι «εύπεπτο», κινείται σε πολλά επίπεδα απόλαυσης  αλλά και προβληματισμού. Είναι από τα λίγα βιβλία που δεν μπορούσα να αφήσω απ΄τα χέρια μου εφόσον στο δεύτερο μέρος η αστυνομική πλοκή παράλληλα με το ψυχογραφικό ενδιαφέρον -που, παρόλη την ιδιαιτερότητα της ηρωίδας, παραμένει αμείωτο-, καθηλώνουν τον αναγνώστη και  επιτείνουν την αγωνία.

Βρισκόμαστε στο Μπάρκλι Κόουβ, ένα παραθαλάσσιο ψαροχώρι στη Βόρεια Καρολίνα, στον «Βάλτο», μια ελώδη και δυσπρόσιτη περιοχή, απομονωμένη από τον κυρίως οικισμό, όπου ζει η «Πιτσιρίκα του Βάλτου», η Κάια. Την παρακολουθούμε από εξάχρονο κοριτσάκι καθώς εγκαταλείπουν το σπίτι πρώτη η μητέρα της, μετά οι δυο αδερφές, και στη συνέχεια ο πιο κοντινός στην ηλικία της αδερφός, ο Τζούντι (μπορεί να ήταν μικρή, αλλά χαζή δεν ήταν. Ήξερε πως ο λόγος που έφευγαν όλοι ήταν ο Μπαμπάς. Εκείνο που δεν καταλάβαινε ήταν γιατί κανείς δεν την έπαιρνε μαζί του). Όλοι απηυδισμένοι από τον μέθυσο πατέρα, ο οποίος παραμένει, αφού έφυγαν οι άλλοι, παρών-απών στη ζωή της μικρής, με σύντομες εκλάμψεις καλοσύνης και πατρικού ενδιαφέροντος. Έτσι, η Κάια προβαίνει σ’ έναν πολύ σκληρό αγώνα επιβίωσης όπου εκτός από τις δυσκολίες της ηλικίας έχει ν’ αντιμετωπίσει και τις δυσκολίες να ζει ένας άνθρωπος σχεδόν μόνος του (ο πατέρας πολλές φορές την αφήνει για μέρες μόνη, και την εγκαταλείπει οριστικά όταν η Κάια είναι 10 χρονών) σε μια παρθένα φύση, με απρόβλεπτους κινδύνους και  πολλές στερήσεις (μπορεί να ήταν τόπος χωρίς έλεος, αλλά όχι και χωρίς ζωή. Πλάσματα επί πλασμάτων –καβούρια της άμμου, καραβίδες της λάσπης, υδρόβια πουλιά, ψάρια, γαρίδες, οστρακοειδή, παχουλά ελάφια και στρουμπουλές χήνες- συνωστίζονταν στη γη και στο νερό. Όποιος δεν είχε πρόβλημα να σκαλίζει τη λάσπη με τα χέρια για να βρει το φαγητό του, δεν θα πεινούσε ποτέ).

Σαν ένας μικρός Ροβινσώνας Κρούσος, η ηρωίδα επινοεί τρόπους να λύσει τα βιοτικά προβλήματα, έχει χαλαρές επαφές με τους κατοίκους του χωριού ενώ για πολλά χρόνια ελπίζει να διακρίνει τη φιγούρα της μητέρας να διασχίζει το μονοπάτι του γυρισμού. Όσο κι αν τα ξεσπάσματα του πατέρα της είναι αιφνίδια και τρομακτικά, μαθαίνει να συμβιώνει γιατί τον έχει ανάγκη (έμαθε από τα μικρά ψαράκια πώς να συμβιώνει μαζί του. Μένεις σε απόσταση, φροντίζεις να μη σε βλέπει, φεύγεις γρήγορα από τα σκοτεινά σημεία και τρέχεις στα πιο σκοτεινά).

Η συγγραφική επιδεξιότητα της Όουενς και προφανώς οι γνώσεις της ως ζωολόγου, μάς  δείχνουν τα μυστικά, τις ομορφιές και τις παγίδες του Βάλτου, ταυτιζόμαστε με την ηρωίδα ενώ μας έχει ήδη βάλει απ’ την αρχή τα θεμέλια για το αστυνομικό μυστήριο: ακολουθώντας τη μέθοδο του φλας μπακ (κάθε κεφάλαιο υποτιτλοφορείται με τη διαφορετική χρονολογία, κι έτσι έχουμε μια παλινδρόμηση ανάμεσα στο1952 -όταν η Κάια είναι 6 χρονιών- και 1967, 1968, 1969), τον Αύγουστο του 1969, ο λίγο μεγαλύτερος της Κάια,  Τσέις Άντριους, ένας από τους πιο διακεκριμένους και όμορφους νεαρούς του χωριού, έχει βρεθεί νεκρός με μυστηριώδη τρόπο. Ο θάνατος είναι ανεξήγητος και δεν υπάρχουν καθόλου ίχνη (και τα αρνητικά δεδομένα είναι δεδομένα).  

Η Κάια προσπερνά με σχετική ευκολία το εμπόδιο του σχολείου (είναι πια επτά χρονών και την αναζητούν από τη σχολική επιθεώρηση), όπου δεν θέλει να ξαναπατήσει το πόδι της μετά την πρώτη μαρτυρική της μέρα στη δευτέρα δημοτικού (βέβαια, θα ήθελε πολύ να διαβάζει, και κυρίως να μετράει εφόσον δεν ξέρει "τι είναι μετά το εικοσιεννέα"). Μαθαίνει να ψαρεύει και να οδηγεί το βαρκάκι με τον απρόβλεπτο πατέρα που παρουσιάζει  κάποιες αναλαμπές νηφαλιότητας και καλοσύνης, μέχρι όμως τα δέκα της χρόνια, οπότε μένει τελείως μόνη. Ο  γαλάζιος φάκελος που περιείχε το αδιάβαστο γράμμα της μητέρας έγινε στάχτη από τον έξαλλο πατέρα και ήταν η αφορμή της οριστικής του φυγής. Χωρίς καθόλου χρήματα πια, οι δυνατότητες της Κάιας λιγοστεύουν αλλά προσαρμόζεται σ’ έναν τρόπο ζωής (που εμείς οι αναγνώστες παρακολουθούμε στενά) όπου ο βάλτος έγινε η μάνα της. Ο κόσμος της είναι οι γλάροι, οι γαλοπούλες, τα κολιμπρί, οι ελαφίνες, κάθε μικρό και μεγάλο ζώο του βάλτου, των οποίων μαθαίνει τα μυστικά. Στην αρχή εξοικονομεί κάποια απαραίτητα χρήματα πουλώντας μύδια, με χίλιες δυσκολίες, στη συνέχεια καπνιστά ψάρια που τα ανταλλάσσει και με ρούχα. Σπέρνει σπόρους, ζωγραφίζει και σιγά σιγά συνθέτει μια εξαιρετική, σπάνια συλλογή. Είναι η «Πιτσιρίκα του Βάλτου», όλοι την ξέρουν και ή την κοροϊδεύουν, ή την τρομοκρατούν (τα συνομήλικά της αγόρια) από μακριά ή αδιαφορούν. Έτσι, σε πολλές φάσεις κρύβεται  στα βάθη του δάσους/εκεί που τραγουδάνε οι καραβίδες/εκεί που τα πλάσματα είναι ακόμα άγρια.

Παρακολουθούμε λοιπόν μια ιδιότυπη ενηλικίωση, όπου οι επαφές με άλλους ανθρώπους είναι ελάχιστες: ο Σάλτας από το Χωριό των Εγχρώμων που έχει το πρατήριο ανεφοδιασμού των πλεούμενων και η γυναίκα του Μέιμπελ την στηρίζουν πιο ουσιαστικά απ’ όλους. Έχει μια ρομαντική ιστορία αρχικά με  τον Τέιτ (μια αίσθηση πληρότητας, που είχε χρόνια να νιώσει. Λες και κάτι ζεστό είχε χυθεί μέα στην καρδιά της), με τον οποίο μοιράζεται το πάθος της για τα σπάνια φτερά πουλιών και για τη συλλογή της. Εκείνος μάλιστα τη μαθαίνει και να διαβάζει (δεν το’ ξερα πως οι λέξεις μπορούν να χωρούν τόσα πράγματα), όμως παρά τις υποσχέσεις του για αιώνια αγάπη, φεύγει για να σπουδάσει.

Η ικανότητα να διαβάζει δίνει στην Κάια τεράστια ώθηση. Δεν είναι τυχαίο που το πρώτο βιβλίο που είχε διαθέσιμο ο Τέιτ για ολοκληρωμένο διάβασμα ήταν «Το αλμανάκ της Αμμώδους Κομητείας». Ο κόσμος των λέξεων που ανοίγεται στην Κάια, καθώς μάλιστα διαβάζει τα βιβλία και τα ποιήματα που βρήκε στο σπίτι της, είναι απέραντος κι ανεξερεύνητος όπως ο κόσμος της φύσης.

Ο δεύτερος νεαρός που θα ενδιαφερθεί για την Κάια χρόνια αργότερα, είναι ο Τσέις Άντριου, το θύμα της δολοφονίας. Είναι πια ώριμη γυναίκα, ξέρει τι θέλει και υπερασπίζεται τον τρόπο ζωής που διάλεξε. Παρακολουθούμε όλα τα στάδια προσέγγισης των δυο νέων, τα σκαμπανεβάσματα του ερωτικού πόθου, τις προσδοκίες και τις απογοητεύσεις, καθώς η Κάια παραχωρεί κομμάτια του εαυτού της, μόνο και μόνο για να είναι μαζί με κάποιον άλλον.

Καθώς προχωρά το βιβλίο και βλέπουμε τις έρευνες της αστυνομίας σχετικά με τον θάνατο του νεαρού,  πολλά  σημάδια ενοχοποιούν την Κάια αλλά και άλλα τόσα την απαλλάσσουν. Μετά τη μέση η υπόθεση γίνεται καθαρά αστυνομική, αν και δεν υστερεί καθόλου από ψυχολογικό και συναισθηματικό ενδιαφέρον. Η ψυχοσύνθεση μιας πολύ μοναδικής προσωπικότητας, που μεγάλωσε σε τελείως μοναδικές συνθήκες δίνεται αριστουργηματικά, και διαπιστώνουμε ότι πολλές εξαιρετικές πλευρές της προσωπικότητάς της προοικονομούνται πολύ σοφά από την συγγραφέα και δεν θα’ πρεπε να μας αιφνιδιάζουν.

Η δίκη είναι συναρπαστική γιατί υπάρχει τέλεια ισορροπία ανάμεσα στον συνήγορο υπεράσπισης και της πολιτικής αγωγής, ενώ παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα την έκβαση. Οι ανατροπές εξακολουθούν μέχρι το τέλος, καθώς η συγγραφέας μάς επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις που καθηλώνουν το ενδιαφέρον.

Ποτέ μην υποτιμάς

την καρδιά

που είναι ικανή για πράξεις

ασύλληπτες για το μυαλό.

Δε νιώθει μόνο η καρδιά∙ υπαγορεύει κιόλας.

Αλλιώς πώς να εξηγήσεις

Το μονοπάτι που/’ χω πάει, και που έεις πάρει και συ

Τον δρόμο τον μακρύ μες απ’ αυτό το πέρασμα;

Χριστίνα Παπαγγελή


Τρίτη, Δεκεμβρίου 22, 2020

Largo, Γιάννης Μπαλαμπανίδης

 Κάθε έμβιο ον, κάθε οργανική ή ανόργανη ένωση, κινείται και ταλαντώνεται

σύμφωνα με  το ρυθμό ενός εσωτερικού μετρονόμου

που κουρδίστηκε όταν άρχισε ο χρόνος να υπάρχει,

σα για να μπει μια μηχανική τάξη στο χάος

Ευχάριστη έκπληξη ήταν αυτή η πρώτη λογοτεχνική εμφάνιση του γνωστού πολιτικού επιστήμονα και συγγραφέα Γιάννη Μπαλαμπανίδη με τη συλλογή 15, μικρών σχετικά σε έκταση, διηγημάτων. Διηγήματα που αιφνιδιάζουν με την πρωτοτυπία τους και τη διαφορετικότητά του καθενός από τ’ άλλο, καθώς είναι διαφορετικό το στυλ, οι τόποι/χώρες (Βόλος, Τρίκαλα, Χαλκιδική, Ιαπωνία, Βόρεια Σκωτία κλπ) αλλά και οι ήρωες/αφηγητές∙ έχουν όμως ως κοινό στοιχείο το «παράδοξο» όπως επισημαίνουν πολλοί κριτικοί/αναγνώστες, εγώ όμως θα πρόσθετα ότι σε όλα γίνεται ένα ιδιαίτερο «παιχνίδι» με τις έννοιες του χώρου και κυρίως, του χρόνου. Το ταξίδι στον χωροχρόνο γίνεται με παιγνιώδη πάντα τρόπο που θυμίζει μαγικό ρεαλισμό∙ είτε με τη νοσταλγία και καθήλωση σε μια σημαδιακή κατάσταση του παρελθόντος, είτε με τη διαστολή του χρόνου που προσλαμβάνει ξαφνικά άλλη  διάσταση.  

Δεν είναι τυχαίο που το ομώνυμο με τον τίτλο διήγημα, «Largo», έχει σαν βάση την εικασία ότι μια ολόκληρη πολίχνη με τρόπο μαγικό κι απροσδόκητο, «έμεινε στήλη άλατος», όλοι οι άνθρωποι που βρέθηκαν σ’ αυτόν τον χώρο πριν τις 12 το μεσημέρι περιέπεσαν σε μια αδιανόητη ακαμψία, μια πόλη που έμοιαζε με κήπο γεμάτο αγάλματα.  Από τις ερμηνείες  του φαινομένου  ξεχωρίζει η θεωρία μιας μουσικολόγου, ότι για κάποιον άγνωστο λόγο, ο μετρονόμος της Μυρσίνας άλλαξε ξαφνικά ρυθμό και άρχισε να χτυπά σε ένα αδιανόητα αργό largo[1].

Σε άλλη διάσταση του χωροχρόνου μπαίνει ο ήρωας και στο διήγημα «Ο προορισμός ενός νησιού», όπου ο γιαπωνέζος συνταξιούχος  απόμαχος ναυτικός Χαγιάο Μιγιαζάκι  τις τελευταίες μέρες της ζωής του, ανήμπορος πια να κινηθεί ακούει από το αδύναμο ηχείο του ραδιοφώνου ειδήσεις για καταποντισμό και την εξαφάνιση όλων των στεριών των νησιών και των ηπείρων (αυτό που του έκανε εντύπωση ήταν η παντελής απάθεια των παιδιών του), σιγά σιγά και σταδιακά εφόσον όταν ένας άνθρωπος πεθαίνει, όπως πέθαινε τώρα αυτός, πεθαίνει μαζί του ένας ολόκληρος κόσμος και τίποτα λιγότερο.

Η ρουτίνα του κυριακάτικου τραπεζιού στο «Κυριακάτικο τραπέζι» είναι μια ασήμαντη ίσως αλλά ζωτική βεβαιότητα στους ρευστούς καιρούς μας, αφορμή για βουτιά στο παρελθόν με αφηγητές κυρίως του γεροντότερους της συγκέντρωσης. Μα και στο «Ένας κήπος», όπου δεν συναντάμε παρά μια συνηθισμένη επιστροφή του ήρωα στο θέρετρο των παιδικών του χρόνων (στη Νέα Σκιώνη της Χαλκιδικής κοινώς Τσαπράνι), με όλες τις αναμνήσεις και τη θαλπωρή που φέρει μαζί αυτός ο «νόστος», λόγω του καυτού μεσημεριανού ήλιου ό, τι είναι στέρεο λιώνει κι εξαερώνεται. Ο κόσμος ολόκληρος αποσυντίθεται μέσα σε μια παχύρευστη σιωπή και απομένουν μόνο οι λευκοί τοίχοι των σπιτιών και οι σκιές τους. Ο πρωταγωνιστής Γιάννης Βαλαβανίδης (τυχαίο;) είναι «εξόριστος από τον αρχαίο κήπο της Εδέμ» εφόσον επιστρέφει μόνο για μια βδομάδα κάθε καλοκαίρι, με την πρώτη δαγκωματιά του πρώτου σύκου ο κόσμος που ξανάβρισκε το σχήμα του διαλυόταν πάλι, ενώ στο κλασικό πανηγύρι αντάμωνε όλους γνωστούς, άγνωστους, αδιάφορους και αγαπημένους, να πιουν να ζαλιστούν, κι έπειτα να δώσουν ραντεβού για του χρόνου και να συνεχίσει ο καθένας τη ζωή του όπως νομίζει.

Μια διαφορετική «επιστροφή» είναι και η επιστροφή του Άγγελου Νόβου στα πατρογονικά, με σκοπό να «εκδικηθεί» για ένα ανεξιχνίαστο έγκλημα (δεν είχε καμιά σημασία ποιος και γιατί είχε σκοτώσει, εκείνο το βράδυ, εν ψυχρώ, τον αδερφό της μάνας του/αν ήταν αυτός αριστερός κι ο θείος δεξιός ή το ανάποδο), μια  ιστορία που ήταν ο λόγος που εκείνος μεγάλωσε εδώ πέρα και όχι εκεί κάτω, που έγινε αυτός και δεν έγινε άλλος.

Με τη μορφή της νοσταλγίας επιστρέφει ο χρόνος και στο πρώτο διήγημα «Χορευτό», αλλά και το τελευταίο «Ένας όμηρος», που έχουν και τα δυο ως επίκεντρο έναν αξέχαστο έρωτα- έναν έρωτα που σημαδεύει μαζί με ανεξίτηλες εικόνες που πλαισιώνουν έναν μοιραίο αποχαιρετισμό (θα ήταν εφτά η ώρα το πρωί, μόλις που σάλευε το αρχαίο δάσος/ κρατώντας ακόμη το χέρι της, ξάπλωνα κάτω απ’ τα άστρα του βραδινού ουρανού), έναν που πάει χέρι χέρι με το αίσθημα θανάτου.

Στο διήγημα «Σκριάμπιν» η μοναξιά της μουσικής (κατ’ εξοχήν η τέχνη «του χρόνου») ή μάλλον του μουσικού διαγράφεται μέσα από τα μάτια ενός σκύλου που μιλάει σε α΄ενικό για τη σχέση του με την αφεντικίνα του, πιανίστρια ιδιόρρυθμη κι ευφυή (βρισκόταν στην επικράτεια της λογοτεχνίας, κι εδώ τα πάντα επιτρέπονται).

Περισσότερο από τον χρόνο πρωταγωνιστεί  ο χώρος στo διήγημα «Στοές της Αθήνας» και «Αγρύπνια στο Tupelo». Στο πρώτο βλέπουμε μια πρωτότυπη αποτύπωση του δαιδαλώδους συστήματος στοών της Αθήνας, που ζωντανεύουν σαν να πρόκειται για κυκλοφορικό σύστημα που «εκβάλλει στην καρδιά της πόλης», ενώ η αναφορά κορυφώνεται απρόσμενα στις «αειθαλείς νεραντζιές»  και τη μυρωδιά των ανθέων που σου παίρνουν το νου. Στο Tupelo της Βόρειας θάλασσας, πολύ βόρεια απ’ το Εδιμβούργο, μια πόλη χτισμένη λες στο πουθενά/κρεμασμένη σχεδόν απ’ τους απότομους βράχους που τους σιγοτρώει το αλάτι, έναν τόπο «δυστοπικό» θα λέγαμε, ένα νεανικό γλέντι γίνεται το σκηνικό ενός σιωπηλού και μυστήριου δράματος.

Το μυστήριο υπάρχει εν σπέρματι σε όλα σχεδόν τα διηγήματα, αλλά εκδηλώνεται περισσότερο στο διήγημα «Κατμαντού», όπου έχουμε έγκλημα, επιθεωρητή κλπ, αλλά για μένα ήταν μάλλον το πιο αδύναμο, χωρίς να παραγνωρίζω ότι έχει στοιχεία παρωδίας.

Τέλος, τρία από τα διηγήματα έχουν αναφορά στην εργασιακή «δυστοπία». Πρόκειται για τα «Ωράριο εργασίας», «Mergers and acquisitions» και «Πρόωρη συνταξιοδότηση» που δείχνουν το καθένα με διαφορετικό τρόπο την εφιαλτική εκμηδένιση του σύγχρονου ανθρώπου- εργαζόμενου:  ο κεντρικός ήρωας στο πρώτο -άνθρωπος χωρίς ιδιότητες-εμφανίζεται με καθηλωτική εμμονή στο καθήκον, στο ωράριο, φυλακισμένος καθώς ήταν σε μια δουλειά που τη μισούσε αλλά ήταν η μόνη που ήξερε να κάνει. Οι «συγχωνεύσεις και εξαγορές» στο δεύτερο δημιουργούν μια σταδιακή κατάρρευση που κορυφώνεται καθώς αδειάζουν τα γραφεία από κάθε ίχνος οργάνωσης και ανθρώπινου δυναμικού, ενώ στην «Πρόωρη συνταξιοδότηση», όπως το λέει και  ο τίτλος η νέα εργασιακή κατάσταση πυροδοτεί εσωτερική σύγκρουση και αίσθημα απώλειας (το άγνωστο με είχε παραλύσει).

Δεν είμαι σε θέση να κρίνω τα στοιχεία της pop ή της pulp κουλτούρας για τα οποία μίλησε ο Χρήστος Τριανταφύλλου στην πολύ ενδιαφέρουσα  διαδικτυακή παρουσίαση που διοργάνωσε η εκδ. Πόλις (https://www.youtube.com/watch?v=bH-bv61QrRY ) με πολλές αναφορές σε έργα που απηχούν κάποια επιρροή, ούτε αν πρόκειται για  όψιμη ή πρώιμη νεωτερικότητα για τα οποία μίλησε η Βασιλική Πέτσα, γιατί δεν κατέχω παρά παραπλεύρως το πνεύμα αυτών των ρευμάτων. Επίσης, σίγουρα αξίζει να μελετηθούν οι διαφορετικές προσλήψεις των «γενεών» MillennialsGeneration X, Generation Y, που ενώ απέχουν ελάχιστα χρόνια έχουν τόσο διαφορετικές καταβολές όπως αναφέρθηκε επίσης στην ίδια εκδήλωση.

Σίγουρα μπορεί να  διακρίνει ο καθένας το νηφάλιο βλέμμα ανάμεικτο με χιούμορ και τρόμο που χαρακτηρίζει τα κόμικς, ακόμα κι όταν περιγράφουν τις πιο ζοφερές εικόνες. Την παρωδία, την υπερβολή, τη φαντασία, το παιχνίδι. Αλλά και το συναίσθημα. Και βλέπει ακόμα, ότι ένας παράξενος θρυμματισμένος κόσμος προβάλλεται μέσα από οικείες καταστάσεις από τις οποίες αφορμάται ο συγγραφέας σε κάθε σχεδόν διήγημα. Εικόνες παραμορφωτικές του χώρου ή του χρόνου, που προκαλούν αντίστοιχες συναισθηματικές, σπάνιας καταγραφής καταστάσεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εκφράζουν τη σύγχρονη αίσθηση απώλειας ταυτότητας που γυρεύει να αγκιστρωθεί από το γνώριμο και το σταθερό του χωροχρόνου.

Γι’ αυτό κι επέλεξα για τέλος το πιο ακραίο κατά τη γνώμη μου διήγημα, όσο αφορά το ά-τοπο και το ά-χρονο, που εκφράζει κατά τη γνώμη μου και τη μεγαλύτερη τραγωδία των ημερών μας, και είναι το «Ξένος». Ο ξένος είναι  άγνωστης προέλευσης, μια περίπτωση ακραίας διαταραχής. Έχει πλήρη απώλεια της αίσθησης του χρόνου και βρίσκεται σε κατάσταση παραληρήματος:

Όλα είναι μια νύχτα που δεν ξημερώνει ποτέ. Και τώρα που σας μιλάω νύχτα είναι. (…) Είχα σκύψει πάνω από το άψυχο κορμί του βρέφους και του έλεγα λόγια ασυνάρτητα, μπερδεμένα, χωρίς κανένα νόημα (…)απ’ όλα τα πράγματα που δεν θα γνωρίσεις ποτέ να ποιο είναι το πιο σημαντικό και το πιο δυσεύρετο, η πίστη, η γαλήνη και η αγάπη, το μεγαλύτερο απ’ όλα η γαλήνη (…) σε πήρα εγώ, σε τύλιξα με τα μπράτσα μου, φτωχό παιδί που μέσα στο σκοτάδι δεν ξεχωρίζω τι είσαι, κορίτσι ή αγόρι, ξένο ήσουν και σε περιμάζεψα, γυμνό και σε έντυσα, μέσα στη βάρκα που πλέει ακυβέρνητη (…)

Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Όρος της μουσικής που δηλώνει πολύ πολύ αργό τέμπο

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 17, 2020

Η σκιά του ευνούχου, Jaume Cabré

 Ζούσα μέσα στην έξαψη της επείγουσας αλλαγής 

που χρειαζόταν ο κόσμος 

Εξαιρετικό όπως και τα άλλα δυο βιβλία που έχω διαβάσει του ίδιου συγγραφέα (Confiteor, Οι φωνές του ποταμού Παμάνο), και ενώ είναι διαφορετικό στη σύλληψη και στην πλοκή, βρίσκει κανείς όμως κι εδώ τα πιο αγαπημένα χαρακτηριστικά του: συναίσθημα, τέχνη, μυστήριο, μοιραία μυστικά, πολιτικά πάθη, έρωτα. Και πίσω απ’ όλα τα γεγονότα, μεγάλα και μικρά, κλείνει το μάτι η Ιστορία με γιώτα κεφαλαίο, που προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό την πορεία των προσώπων.

Η πρώτη φράση του βιβλίου είναι ένα μικρό δείγμα της γοητείας που ασκεί το γράψιμο του Καμπρέ:  Έπειτα από πάρα πολύ καιρό, καθισμένος μπροστά στα μαύρα μάτια και την τέλεια επιδερμίδα της Ζούλια, αναρωτήθηκα πότε ακριβώς άρχισε να ραγίζει η ζωή μου. Όλη η πρώτη σελίδα λοιπόν τραβάει τον αναγνώστη από το μανίκι για να ρουφήξει μια συναρπαστική αφήγηση, του Μικέλ Ζενζάνα, που σ’ αυτήν τη φάση της ζωής του -το μυθιστορηματικό «παρόν»- επεξεργάζεται από απόσταση τις αναμνήσεις του, αναπολεί, αμφισβητεί, προσπαθεί να δει μέσα απ’ τη ραγισμένη του ζωή τις «στιγμές-σταθμούς»∙ που «έχει συνέλθει από το πολιτικό του αποπροσανατολισμό», που είδε κάποια βροχερή Παρασκευή τον πατέρα του να ανοίγει την πόρτα και να εξαφανίζεται, με τις παντόφλες και χωρίς σακάκι...

Όλο το βιβλίο είναι η αφήγηση -αλλά και οι σκέψεις που συνοδεύουν την αφήγηση- του Μικέλ στην συνάδελφό του Ζούλια, που τον προσκάλεσε σε δείπνο γιατί «μόνο εκείνος μπορούσε να τη βοηθήσει». Έτσι , με τον γνώριμο πια τρόπο του ο Καμπρέ μας πηγαινοφέρνει με άνεση από το παρόν του εστιατορίου στο επώδυνο παρελθόν, αλλά και στους λαβυρίνθους μιας δαιδαλώδους οικογενειακής ιστορίας, που ταυτόχρονα καθρεφτίζει και όλη την ισπανική ιστορία της εποχής του Φράνκο.

Η αφορμή της συνάντησης στο υπερπολυτελές εστιατόριο είναι ο θάνατος από ατύχημα του βουλευτή Μπολός, παιδικού φίλου του Μικέλ. Η Ζούλια, συνάδελφος του Μικέλ στο περιοδικό Revista, ζητάει πληροφορίες για να συντάξει «αφιέρωμα ως φόρο τιμής» στον Μπολός, ο αναγνώστης  νιώθει όμως απ΄ την αρχή ότι είναι άλλα τα βαθύτερα κίνητρά της. Έτσι πάντως ξεκινάει ένα γαϊτανάκι αναμνήσεων του Μικέλ (μιλώντας για τον Μπολός θα μιλήσω για μένα) που γίνονται και αφήγηση (ενώ παράλληλα μπερδεύεται και ο εσωτερικός μονόλογος), μια αφήγηση οπωσδήποτε όχι γραμμική που πετάει κάθε τόσο πινελιές μυστηρίου, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν είναι καπρίτσιο του συγγραφέα για να μπερδέψει τον αναγνώστη. Παρόλη την ξέχειλη αυτοαναφορικότητα, τα χρονικά πισωγυρίσματα και τις παρενθέσεις, την εναλλαγή γ΄ ενικού και α΄ ενικού στην ίδια ακόμη φράση (γνώριμο αυτό και στα άλλα βιβλία), η ροή του λόγου είναι αβίαστη και  απρόσκοπτη, κάθε τι κατά το «εικός και αναγκαίο».

Ένα στοιχείο ακόμα χαρακτηριστικό της γραφής, που δεν το έχουμε συναντήσει σε άλλα βιβλία του Καμπρέ, είναι οι επιθετικοί προσδιορισμοί που μπαίνουν δίπλα στα ονόματα σαν «επώνυμα», ανάλογα με τα βιώματα  των ηρώων στο εκάστοτε σημείο της αφήγησης. Ένα τερτίπι που υπαγορεύει η μνήμη, ή ο προφορικός λόγος, μας δίνει ας πούμε σχεδόν σαν σταθερό χαρακτηριστικό τον θείο Μαουρίσι ως Μαουρίσι Δίχως Πατρίδα, ή Μαουρίσι ο Εκδιωγμένος, Μαουρίσι ο Ανήθικος, ενώ για τον Μικέλ: Ζενζάνα ο Απελευθερωμένος ή Μικέλ ο Ρομπέν των Δασών, ο Κατηχούμενος, ο Απόστολος των Εθνών ή Απόστολος της Ορθοδοξίας, ο Ονειροπόλος, ο Αποπροσανατολισμένος ή Μικελσιγκμουντφρόυντ, Μικέλ Ζενζάνα ο Πολεμιστής που Αναπαύεται. Και οι υπόλοιποι όμως χαίρουν προσδιορισμών,  Αντόν Ζενζάνα ο Προδότης, Πέρε ο Φυγάς, Καρλότα η Αγαπημένη κ.α. Αυτές οι πινελιές δίνουν μιαν αίσθηση αποστασιοποίησης, μιας τεχνητής απόστασης που παίρνουν οι αφηγητές καθώς αναπολούν τη ζωή τους ή μάλλον μια αίσθηση «ρόλου» - είναι τέλος ένα στοιχείο που προσδίδει γλυκόπικρο χιούμορ κι ανάλαφρο ύφος, ενώ οι καταστάσεις που περιγράφονται είναι κατά κανόνα ζοφερές.

Τα μυστήρια και τα ανομολόγητα μυστικά είναι αλλεπάλληλα, και φυσικά δεν αποκαλύπτονται αμέσως στον αναγνώστη. Απ’ τις πρώτες σελίδες ας πούμε γνωρίζουμε μόνο ότι ο χώρος του υπερπολυτελούς εστιατορίου είναι πολύ γνώριμος στον Μικέλ∙ ότι γνωρίζει πολλά περισσότερα για τον θάνατο του Μπολός (ένιωθα τύψεις για τη δειλία μου, επειδή εγώ ήξερα, εγώ ξέρω το κακό που σκότωσε τον Μπολός)∙ ότι τη μέρα της δολοφονίας αλλά και της κηδείας δέχτηκε κι ο ίδιος απειλητικά  τηλεφωνήματα. Αλλά πέρα απ’ όλ’ αυτά, μικρά και μεγάλα μυστήρια προοικονομούνται συνέχεια, όπως το «μαύρο τετράδιο της θείας Πιλάρ» που περιέχει ένα τρομερό, όπως υπαινίσσεται ο θείος Μαουρίσι, μυστικό∙ η ένταξη του Μικέλ στο PSUC (σοσιαλιστικό κόμμα) και η είσοδος στην παρανομία είναι από μόνη της μια κρυφή πτυχή με πολλές προεκτάσεις, συνωμοσίες, προδοσίες και οδυνηρές μνήμες∙ το παίξιμο της έπαυλης των Ζενζάνα στα χαρτιά (ένα τέτοιο σπίτι είναι ανεκτίμητο. Γι’ αυτό το έπαιξα/ήθελα να κάνω κακό σε κείνους που με περιφρονούσαν τόσο, έκείνους που στάθηκαν ικανοί να περιφρονήσουντην αγάπη μου/»για να δω πώς θα νιώσω», είπα ψέματα )∙ κρυφοί έρωτες, κρυφή ομοφυλοφιλία, οικογενειακοί εκβιασμοί, ξαφνικές εξαφανίσεις, κρυφά και φανερά μίση μέσα στην ίδια την οικογένεια, που εκδηλώνονται μέχρι και με κρυφές δολοφονίες (ποιος σκότωσε τον Μικέλ σου, θείε;), ή αιφνίδιες αποκαλύψεις που φέρνουν την τρέλα ή τον θάνατο.

Όλη αυτή η σκοτεινή ατμόσφαιρα, που θυμίζει λίγο γοτθικού (gothic) τύπου εξιστορήσεις, διασκεδάζεται με την αφήγηση του κεντρικού ήρωα, που εστιάζει όχι τόσο στα γεγονότα αλλά στα συναισθήματα που προκαλούν αυτά και που όλα σχηματίζουν ένα «Νήμα», μια πορεία στην αυτογνωσία. Έτσι, ακόμα και οι πιο τραγικές ή δύσκολες καταστάσεις γίνονται αφορμή για αυτοσαρκασμό, για αναστοχασμό και αναπροσδιορισμό, καθώς ο ήρωας βάζει τα γεγονότα σε μια σειρά για να τα αφηγηθεί στη Ζούλια (ήταν αδύνατον να καταλάβει ότι ζούσα μέσα στην αναποφασιστικότητα, ότι την περνούσα είκοσι χρόνια αλλά ήμουν απίστευτα πιο γέρος, αφού η νοσταλγία και οι τύψεις ήταν ικανές να μου επιτεθούν και να με πληγώσουν και επειδή η σκέψη του θανάτου είχε επικαλύψει το μυαλό μου με μια λεπτή πατίνα).

Πολλές φορές όμως αφηγητής είναι ο αιρετικός θείος Μουρίσι, που ο ίδιος αυτοαποκαλείται «Μνήμη της Οικογένειας», και παραθέτει την δική του προσωπική ιστορία, στενά συνυφασμένη με την ιστορία της οικογένειας.

 

Ο φόβος δεν είναι αντιεπαναστατικός

Η Βαρκελώνη, αυτή την εποχή, ήταν μια πόλη ασπρόμαυρη, μελαγχολική,

σβησμένη από το ανελέητο χέρι του δικτάτορα, και,

παρά τις ομορφιές της που δεν κρύβονταν,

ήταν μια πόλη με λυπημένο βλέμμα.

«Αγνωστικιστή και στείρο», λάτρη τη μουσικής, της ποίησης ή της τέχνης γενικότερα αλλά ανίκανο να δημιουργήσει, και ακραία αναποφάσιστο θεωρεί στο μυθιστορηματικό παρόν τον εαυτό του ο Μικέλ (άλλαξα κατεύθυνση και μπήκα στη φιλολογία, όπου ξετρελάθηκα όχι με τις ρηματικές κλίσεις ή την αρχιτεκτονική των βασιλικών, αλλά με τις συνελεύσεις, τον Μάη του εξήντα οκτώ και διάφορα άλλα πράγματα, και παράτησα τις σπουδές μου στη μέση διότι η επανάσταση ήταν πιο επείγουσα και η Μπέρτα πολύ ωραία). Κι όμως στη ζωή του έχει πάρει γενναίες αποφάσεις, ίσως ασυνείδητα ή μέσα από έναν ανεξέλεγκτο παρορμητισμό που τώρα, στα 37 του χρόνια  τον προβληματίζει ακόμα. Στη σχολή των ιησουιτών, όπου γνωρίζει και τους καρδιακούς του φίλους Μπολός και Ροβίρα,  θέλει να γίνει… ιερέας, του περνά γρήγορα και περνά στη θετική κατεύθυνση αλλά αντί για τη Βιομηχανική Σχολή όπου τον προόριζε ο πατέρας μετά από έναν «ωκεανό από αμφιβολίες» γράφεται στη Φιλολογία (έφτασα στο εκπληκτικό συμπέρασμα ότι, βασικά, δεν θέλω να κάνω τίποτα στη ζωή μου), ενώ αργότερα, δεν ακολουθεί την οικογενειακή παράδοση να ασχοληθεί με το εργοστάσιο του πατέρα. Μέσα στις γενναίες αποφάσεις είναι και η ένταξή του στην αντίσταση κατά του Φράνκο, η είσοδός του στην παρανομία ενώ ο παππούς της οικογένειας είναι φρανκικός (αν κι έχει χάσει γυναίκα και κόρη απ τα στρατεύματα του Φράνκο), καθώς ακολουθεί σα μαγεμένος την αφοσιωμένη μέχρι τα μπούνια Μπέρτα και το κόκκινο παλτό της (είμαι ικανός να χάσω το μυαλό μου μ’ ένα φευγαλέο κομμάτι ύφασμα). Η ένταξη εκείνου και του Μπολός στον αγώνα είναι και η βαθύτερη αιτία που φεύγει «οριστικά» απ’ το σπίτι.

Έτσι κι αλλιώς, το Πανεπιστήμιο γίνεται προπύργιο του αντιφρανκισμού. Η «στρατολόγηση»  και όλη η θητεία του Μικέλ («του Κατηχούμενου») στον παράνομο αγώνα περιγράφεται με σαρκαστικό ως αυτοσαρκαστικό ύφος, θυμίζει απίστευτα τις αγκυλώσεις των αντίστοιχων κινημάτων, παράνομων και μη, αριστερών κι εξωκοινοβουλευτικών στην Ελλάδα (και αλλού) και αποτελεί έναν από τους πιο ενδιαφέροντες και δελεαστικούς άξονες του βιβλίου. Είναι παρακμιακή η συνήθεια να θέλεις να ακούσεις ένα κοντσέρτο, είναι ελάχιστα επαναστατική η επανασύνδεση με τους πρώην συντρόφους, μόνο η αλήθεια είναι επαναστατική κλπ κλπ. Η σχέση με την στρατευμένη  Μπέρτα απλώνεται σε σπαραξικάρδια επεισόδια (ήταν ταπεινωτικό, αλλά τούτη η γυναίκα δεν φοβόταν ποτέ), ενώ ο παρορμητικός μας ήρωας φτάνει μέχρι του σημείου να ντρέπεται για την έπαυλη όπου ζούσε, για την αριστοκρατική του καταγωγή, κι ο φίλος του Μπολός είχε βάλει στο μάτι μια κοπέλα που του έφερνε ζάλη επειδή δήλωνε δημοσίως ότι ήταν μικροαστικό να μην κάνεις έρωτα ελεύθερα. Το να συμμετέχει σε διαδηλώσεις απλώς για ν’ ακούσεις τη σειρήνα της αστυνομίας και να το βάλεις στα πόδια, με το πανό πεσμένο στο έδαφος και την καρδιά γεμάτη αυταπάτες  ήταν πια κάτι καθημερινό και τετριμμένο. Μυείται στα «μυστικά» της πρόσφατης ιστορίας (Μαρξ, Ένγκελς, Ρόζα, Τρότσκι κλπ), και μπαίνοντας πια στο  PSUC (Σοσιαλιστικό Κόμμα) συμμορφώνεται στην πειθαρχία της παρανομίας (διαφύλαξη μυστικών, μέτρα ασφαλείας, κώδικες, προσωνύμια, και… «εκείνο το πράγμα, η αυτοκριτική». Βέβαια, η συνήθης αναποφασιστικότητα συχνά του χτυπάει την πόρτα: τελικά, για ποιον λόγο μπλέχτηκα στον πολιτικό αγώνα; Γιατί δεν κοίταζα να ζήσω όπως όλος ο κόσμος; Γιατί πριν δυο χρόνια κόντεψα να φύγω για να προσηλυτίσω Σενεγαλέζους και τώρα προσηλυτίζω αστούς;

Απαλλαγμένοι από τον στρατό (στις αρχές της δεκαετίας του ’70, στο ισπανικό Κράτος, τα στατιστικά στοιχεία έδειχναν μια ραγδαία αύξηση του αριθμού των επιληπτικών κρίσεων στον ανδρικό πληθυσμό μεταξύ δεκαεννιά και εικοσιτεσσάρων ετών) φεύγουν εντέλει από το PSUC, αντιμετωπίζουν μαζί με τον Μπολός τον κατακερματισμό των αντιστασιακών ομάδων (έλαμπε ξαφνικά το φως και βλέπαμε τον Νέο Δρόμο, τη Νέα Αλήθεια και τη Νέα Ζωή), μπαίνουν στο Κόμμα ξεκινώντας την αληθινή παράνομη ζωή (Φεύγω απ΄το σπίτι, μαμά. Για λόγους ασφαλείας). Ο Σιμό ο Προγεγραμμένος είναι ο Μικέλ και ο Φράνκλιν είναι ο Μπολός. Στάλθηκαν να δουλέψουν σε εργοστάσιο ηλεκτρικών εξαρτημάτων ώστε να σχηματίσουν μια ιδέα, εκείνοι που κατάγονταν από αστικές οικογένειες, για το τι ήταν και πώς ζούσε η εργατική τάξη (…) για ν’ αρχίσουν να ξεπληρώνουν την αμαρτία να μην έχουν γεννηθεί στους κόλπους της (συνήθης τακτική των κομμουνιστικών κομμάτων, βλ. «Αυτός που ήρθε απ’ έξω, Ρομπέρ Λινάρ»).

Η  εκ νέου στρατολόγηση των δυο φίλων περιγράφεται με καυτή σάτιρα (αυτά τα χρόνια τα έζησα ωθούμενος από την εσωτερική δύναμη που στηρίζει τους ήρωες) ενώ ο Μικέλ/Σιμό, με την απόσταση που υπαγορεύει η αφήγηση, παραδέχεται ότι βιάζονται να περάσουν όλα τα στάδια , να γίνει η επανάσταση και να γυρίσουν όλοι σπίτια τους (κατά βάθος πέθαινα για μικροαστικές σκέψεις και ένας θεός ξέρει πόσο  μου στοίχιζε να συγκεντρωθώ και να αντικρίσω την πραγματικότητα, η οποία είναι πάντα πιο ανιαρή και πιο βραδυκίνητη από το όνειρο).  Παρόλ’ αυτά, ο Μικέλ Ζενζάνα ο Αιώνιος Μαθητευόμενος, επιλέχτηκε για μια «εντατική εκπαίδευση» στη Βηρυτό όπου «συστήθηκε με το φόβο», μια «τρομερή κι ατέρμονη» στιγμή στο Κουρνάτ αλ- Σάουντα (εξίμισι δευτερόλεπτα μπορούν να παγώσουν το χαμόγελο στα χείλη σου και, έπειτα από εικοσιπέντε χρόνια, έχεις ακόμα το σημάδι των εξίμισι δευτερολέπτων). Στην αποδοκιμασία του Γαλανομάτη (αρχηγού του πυρήνα) έδωσε την απίθανη απάντηση «Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να μη φοβόμαστε».

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου («Alegretto»), η κατάσταση γίνεται όλο και πιο κρίσιμη. Προδοσία, διάλυση, και η «σκληρή κριτική στον αυχένα ενός συντρόφου» παγιδεύει τους δυο φίλους (κι ας είναι «αντιεπαναστατική» η ιδιαίτερη φιλία) σε ένα από τα μεγάλα μυστικά του βιβλίου. Τους επέλεξαν για ν΄ αποδώσουν δικαιοσύνη, κι ένα τραγικό επεισόδιο όπου δεν λείπουν και κωμικά στοιχεία γίνεται το βίωμα που θα ακολουθεί τον ήρωά μας  (Σιμό, ο Απόστολος των Εθνών) σ’ όλη του τη ζωή με συναισθήματα ανάμεικτα, ενοχής κι απενοχοποίησης.

Και μετά τον θάνατο του Φράνκο, που το Κόμμα συγχωνεύεται με το PSUC (αυτούς που πριν λίγους μήνες τους έλεγαν ρεβιζιονιστές) τους επέλεξαν για την επιχείρηση Έκουους…:  κι εγώ, που επιθυμούσα μόνο να σταματήσω και ν’ αφήσω τον πόλεμο, να γυρίσω στο σπίτι και να μπω σε έναν σύλλογο παλαιμάχων, να καθίσω σε μια κουνιστή πολυθρόνα αναπολώντας τους μικρούς μου αγώνες, απάντησα πως εντασσόμουν στην επιχείρηση Έκουους και, στο βάθος της καρδιάς μου, σκεφτόμουν μοιάζεις με την Αντιγόνη, ή μάλλον με τον Οιδίποδα, ανίκανος να εναντιωθείς στη μοίρα σου ως επαναστάτη.

Ευτυχώς για τον Μικέλ, δεν  ήταν άλλη η επιχείρηση Έκουους από το τέλος της παράνομης δράσης, και η ένταξη στην κοινωνία εκείνων που δεν είχαν πάψει να γελούν, να κάνουν έρωτα, ν πηγαίνουν βόλτες (…) χωρίς να ανησυχούν για κάποιον υποθετικό διώκτη. Η επιστροφή το σπίτι και η προσαρμογή σε νέους ρυθμούς δεν είναι κι αυτή εύκολη (χαίρομαι απίστευτα που είσαι εδώ, σώος και αβλαβής∙ σε σκεφτόμουν μαμά, αλλά δεν έπρεπε να με εμποδίσει αυτό, θα ήταν αντιεπαναστατικό∙ το καταλαβαίνω, ή μάλλον δεν το καταλαβαίνω αλλά το δέχομαι).

 Εγώ, ο θείος Μαουρίσι Δίχως Πατρίδα, η μνήμη της οικογένειας,

που έζησα με την καρδιά να έχει σπαράξει από τόσους θανάτους και τόσο πόνο,

και που κατέληξα να τρελαθώ διότι το μυαλό μου αδυνατεί ν’ αντέξει τόσους καημούς μαζί. 


Ο άλλος μεγάλος πρωταγωνιστής του βιβλίου, που μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις παίρνει και το νήμα της αφήγησης, είναι  ο θείος Μαουρίσι (ο Χωρίς Πατρίδα, η Μνήμη της Οικογένειας, ο Χρονικογράφος, ο Εκδιωγμένος, ο Τρελός για δέσιμο κλπ κλπ). Ο αιρετικός θείος που είναι ομοφυλόφιλος, που έχει μαλώσει αμετάκλητα με τον παππού του Μικέλ (θετό του πατέρα),  που έχει αδυναμία στον Μικέλ και του εξιστορεί όλα τα απίθανα μυστικά. Που τις τελευταίες μέρες της  ζωής του τις πέρασε στο φρενοκομείο, αν και είχε σώας τας φρένας (είχε περάσει πάρα πολλές βαρετές βραδιές και ο χρόνος στο φρενοκομείο είχε οξύνει την ευφυΐα του).

Ο Μαουρίσι παραθέτει όλες τις λεπτομέρειες του καν Ζενζάνα, του οίκου των Ζενζάνα (που είχε τόσα μυστικά που για κάθε γενιά είχε χυθεί κι ένα διαφορετικό δάκρυ), από πάππου προς πάππου, με λεπτομέρειες χαρακτηριστικές (ως και γενεαλογικό δέντρο παρατίθεται στις σελίδες του βιβλίου), που, όπως ειπώθηκε και στην αρχή διατρέχουν το πνεύμα και την Ιστορία της ισπανικής κουλτούρας. Είναι αναμφισβήτητα τραγική φιγούρα και η αδυναμία του στον ανιψιό του τον ωθεί να του κάνει μακροσκελείς εκμυστηρεύσεις, εκθέτοντας όλο τον εαυτό με το φως και τα σκοτάδια του, ενώ από την αρχή του βιβλίου κάνει υπαινιγμούς για ένα τεράστιο μυστικό  (αν σου διηγηθώ τα πάντα ίσως και να πάψεις να μ’ αγαπάς). Ο άνθρωπος που μιλάει βουρκωμένος για τους γονείς που δεν γνώρισε,  που μίσησε τον άνθρωπο που τον μεγάλωσε κι έκοψε κάθε δεσμό με τον πρώην φίλο του (και πατέρα του Πέρε), τον οποίο όμως εντέλει βοήθησε στο να «εξαφανιστεί μυστηριωδώς». Που αγάπησε, προδόθηκε η αγάπη του, έπεσε θύμα εκβιασμών. Είναι αυτός που μυεί τον Μικέλ στις ομορφιές και τις παγίδες της τέχνης, της μουσικής, της ποίησης.

Η «ιστορία της γιαγιάς Πιλάρ» (Πιλάρ η Σιωπηλή, Πιλάρ η Φυγάς) ήταν και η αιτία της διαταραχής του θείου Μαουρίσι, όπως εξομολογείται ο ίδιος (του πέρασε απ’ το μυαλό ότι ίσως η τρέλα του να ήταν αληθινή). Στο γράμμα που άφησε στον Μικέλ πριν πεθάνει ( (πέθανε μόνος του στο ίδρυμα του Μπελιεσγκουάρντ), εκθέτει τις Απογοητεύσεις του (έχω Έξι Απογοητεύσεις, με τον ίδιο τρόπο που ο Ντβόρζακ έχει Εννιά Συμφωνίες, όπως ο Μπετόβεν, και ο Μάλερ έχει δέκα και ο Μέντελσον πέντε). Ο θείος είναι ποιητής, κι ακόμα και τις οδύνες της ζωής του τις αραδιάζει σαν μυθιστόρημα (η μοίρα με το στριγγό της γέλιο/η μοίρα με το ερμαφρόδιτο γέλιο της τσιριχτό και ιδιότροπο μας γέμιζε λύπη), κι όμως αυτή η τρέλα του είναι που μύησε τόσο βαθιά τον Μικέλ στην τέχνη της Ζωής, και κείνος το νιώθει αυτό, όπως κι ο συγγραφέας μας κάνει να το αισθανθούμε βαθιά. Το πάθος, το «dur desir de durer» (η σκληρή επιθυμία της διάρκειας) είναι το βαθύτερο κίνητρο όλων των σχεδόν αλλοπρόσαλλων κινήσεών του. Τα τελευταία του λόγια είναι μια αβυσσαλέα εξομολόγηση γεμάτη αλήθειες κι αντιφάσεις, ή μάλλον «αληθινές αντιφάσεις», για να ανατρέψει τα πάντα με μια τελευταία εξομολόγηση  αποδεικνύοντας ότι η αλήθεια των καλλιτεχνών είναι στον κόσμο που επινοούν: (…) δεν δίστασε καθόλου να δώσει μεγαλύτερη σημασία στις λέξεις ενός χαρτιού, οι οποίες ήταν απλώς παραμύθι αλλά αποτελούσαν μια μεγάλη λογοτεχνική αλήθεια, παρά στην πραγματικότητα την οποία είχε ζήσει τόσα χρόνια.

Έτσι, το «Βιολογικό δέντρο» επιστρέφει στη θέση του «Αληθινά Έγκυρου, γεννημένου απ’ τη Λογοτεχνία»…

Ο πόνος της καρδιάς

Γέλασε αθόρυβα, όπως ξέρουν να κάνουν ελάχιστοι άνθρωποι.

Από αυτήν τη στιγμή, κατάλαβα ότι θα μπορούσα να τον αγαπήσω

Έρωτες  μοιραίοι, έρωτες ανέφικτοι και αθεράπευτοι, έρωτες μοναδικοί κι αναντικατάστατοι, με όλες τις αποχρώσεις. Το συναισθηματικό γράψιμο του Καμπρέ δεν μπορεί παρά να ζωγραφίζει όταν εκφράζει τις διακυμάνσεις του ερωτικού σκιρτήματος, τα πάθη και τις εξάρσεις της καρδιάς που έχει ερωτευτεί. Περιγράφονται έρωτες  θρυλικοί, όπως των δυο πραγματικών γονιών του Μαουρίσι (ζούσαν κι οι δυο, πράγματι, μέσα σ’ ένα είδος ανεπανάληπτου θαύματος, εύθραυστου σαν σαπουνόφουσκα) ενώ ο πατέρας του Μαουρίσι πεθαίνει από έρωτα, για την ακρίβεια είχε το θάρρος να επιδείξει δειλία την ύστατη στιγμή και να αποφασίσει να πεθάνει από έρωτα.  Αυτός ο έρωτας όμως, όπως και ο παράνομος έρωτας της γιαγιάς Πιλάρ, περιγράφονται πιο έμμεσα.

Οι άμεσοι κεντρικοί ήρωες/αφηγητές, και ο Μικέλ και ο Μαουρίσι, είναι τρελοί, τρελοί κι ακαταλόγιστοι όταν ερωτεύονται. Και συνήθως ερωτεύονται τα… λάθος πρόσωπα (ο καημένος ο Μπολός, που είχε ερωτευτεί ένα σύννεφο, όπως εγώ), παραδίδοντας τον εαυτό τους μαζοχιστικά στην βάσανο του  πάθους αυτού,  που σε ανεβοκατεβάζει από την άβυσσο στα ουράνια.

Το «φευγαλέο κομμάτι κόκκινου υφάσματος» από το παλτό της Μπέρτας ήταν η αφορμή/αιτία που βρέθηκε ο Μικέλ στον παράνομο αντιστασιακό αγώνα. Τα επεισόδια με την Μπέρτα θυμίζουν κάτι από Γούντι Άλλεν καθώς ο ήρωάς μας, εγκλωβισμένος στις επιταγές του αγωνιστικού πνεύματος δεν αποτολμά ποτέ να εκφράσει το αίσθημά του (αναγκάστηκε να ξεροκαταπιεί και να πει στην καρδιά του να σταματήσει να κάνει μπουμ, κρακ, πουφ/είναι αντεπαναστατικό σφάλμα να παραμελείς τη δουλειά του αγωνιστή για καθαρά προσωπικούς και ιδιωτικούς λόγους/ήταν προσηλωμένη στον απτό της στόχο, σαν να ήταν ανίκανη να ερωτευτεί ή να σκεφτεί πως ήταν δυνατόν να την ερωτευτεί κάποιος). 

Παρακολουθούμε τον ώριμο  Μικέλ να παντρεύεται την Ζέμμα, χωρίζουν όμως γρήγορα με αμοιβαία σχεδόν βούληση. Νιώθει μετέωρος (ο θάνατος μιας αγάπης, όσο αναμενόμενος και επιθυμητός κι αν είναι, αφήνει ένα ακατανόητο κενό που μοιάζει με ακρωτηριασμό) και έκπληκτος που αυτός ο χωρισμός του προκαλεί πόνο (ο κόσμος ήταν ένας απέραντος ωκεανός μέσα στον οποίο ο Μικέλ ήταν ο ναυαγός του έρωτα) αλλά δεν είναι αυτός ο μοιραίος, αθεράπευτος έρωτας της ζωής του, η ιστορία που θα τον σημάδευε για όλη του τη ζωή και η οποία δεν είχε ξεμυτίσει καν ακόμα, διότι αυτός δεν ήξερε ούτε την ύπαρξη της Τερέζα ούτε του βιολιού της.

Η περιγραφή της Τερέζα μέσα απ΄ τα μάτια του Μικέλ θυμίζει το «Άσμα Ασμάτων»… Την ερωτεύεται μέσα σε 55δευτερόλεπτα… Στις πρώτες επαφές, με πρόσχημα συνέντευξη της σπουδαίας βιολίστριας για το Revista, ο ήρωάς μας είναι αξιοθρήνητος… Μηχανεύεται όλα τα κόλπα, ζηλεύει, επεμβαίνει, γίνεται αδιάκριτος, γίνεται ενοχλητικός, γίνεται γενναιόψυχος. Καίριες παρατηρήσεις και διάλογοι για την μουσική και την τέχνη (μου έδειξε ότι σημαντικότερο για έναν μουσικό δεν είναι η μουσική/ οι άνθρωποι έχουν λανθασμένες εικόνες για τους καλλιτέχνες/καλλιτέχνης είναι και ο ακροατής) εναλλάσσονται με σκηνές πάθους και ζήλειας, και, καθώς ωριμάζει ο Μικέλ μέσα από τις οδύνες του έρωτα, συνειδητοποιεί ότι ο κριτικός είναι λόγιος ή και σοφός, όμως δεν είναι δημιουργός (έχασα την πίστη στη λογική και έχω μόνο το συναίσθημα, και νιώθω  στείρος-δεν είσαι ευνούχος Μικέλ/όταν κοιτάζει πίσω του, ο κριτικός βλέπει τη σκιά ενός ευνούχου).

 

 O Κύριος γελά με τις αμαρτίες του έρωτα

Ο έρωτας με την Τερέζα είναι τραχύς, ένα μαγευτικό ταξίδι σε τόπους τόσο δύσβατους όσο και μαγευτικούς. Ο Μικέλ χάνει τον εαυτό του, βρίσκει τον εαυτό του, ψηλώνει και συρρικνώνεται, λιώνει από ευτυχία, ολισθαίνει, περνά όλα τα στάδια του πόνου, γκρεμίζεται στα βάραθρα.

Η ανατροπή του τέλους δεν αναιρεί την «συμπαντική αιωνιότητα» που χώρεσε μέσα σε δυο δευτερόλεπτα (μια αιωνιότητα ελάχιστων δευτερολέπτων που με σημάδευσε για όλη μου τη ζωή), εφόσον είναι πια ξεκάθαρο για τον «διπλά ευνουχισμένο» Μικέλ ότι

αυτό που δίνει λόγο ύπαρξης στους ανθρώπους είναι ο έρωτας, και ότι le dur désir de durer[1] μπορεί να λυθεί με τον έρωτα που σε διαιωνίζει.

Χριστίνα Παπαγγελή

[1] η σκληρή επιθυμία της διάρκειας

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 02, 2020

Ιστορίες μεταναστών, Παναγιώτης Περιβολάρης

 Γεννήθηκα σε μια κωμόπολη του Ιράκ, στα σύνορα με την Τουρκία. Ο πατέρας μου ήταν ζωέμπορος και με πήρε μια μέρα να πάμε σ΄ένα χωριό ν’ αγοράσουμε κατσίκια. Όσο λείπαμε, ο Σαντάμ έριξε χημικά στην κωμόπολή μας. Όλοι σκοτώθηκαν. Μάθαμε τι είχε γίνει και γυρίσαμε αμέσως. Η μάνα μου και τα πέντε αδέρφια μου  είχαν πεθάνει. Ο πατέρας μου τρελάθηκε και αυτοκτόνησε. Έμεινα ορφανός στα δεκάξι μου.

Γιασάρ Φ., Κούρδος από το Ιράκ

Δεκαοχτώ λιγοσέλιδες ιστορίες μεταναστών στην Ελλάδα, σε πρωτοπρόσωπη συνήθως καταγραφή –συμπυκνωμένες τραγωδίες που καθεμιά τους θα μπορούσε να είναι ολόκληρο μυθιστόρημα ή συνοπτικό σενάριο για κινηματογραφικό έργο, όπως βλέπουμε στις παραπάνω πέντε σειρές. Γιατί τα απλά σύντομα αυτά βιογραφικά διατρέχουν ζωές ανθρώπων που έζησαν στις πιο δύσκολες συνθήκες που μπορεί να ζήσει κανείς: πόλεμο, απώλεια, φτώχεια, προσφυγιά.

Είναι αληθινές ιστορίες από τις χιλιάδες που κουβαλάνε άνθρωποι που ζουν ανάμεσά μας∙ πολλοί απ’ αυτούς ενταγμένοι πια, πολλοί ακόμα στο περιθώριο, ξεχασμένοι κι απομονωμένοι. Λίγο πολύ γνωστές καταστάσεις αλλά δεν  μπορεί κανείς παρά να αισθανθεί συμ-πάθεια, και θαυμασμό για τις περισσότερες περιπτώσεις ανθρώπων που με απίστευτη καρτερία, σκληρή δουλειά, υπομονή και θέληση κατάφεραν ν’ αφήσουν πίσω τους ένα παρελθόν οδυνηρό, και να ξεκινήσουν ξανά και ξανά καινούρια ζωή σε συνθήκες δύσκολες ως απάνθρωπες, λαμβάνοντας υπόψη και τον ρατσισμό που φούντωσε στην Ελλάδα απέναντι σε Αλβανούς, Πακιστανούς, Αφγανούς μετά τη δεκαετία του ’90. Έτσι, γεννιέται στον αναγνώστη κι ένα είδος αγανάκτησης για τους «βολεμένους», όσους αντιμετώπισαν κι αντιμετωπίζουν με άκρως ρατσιστική συμπεριφορά  είτε τους οικονομικούς μετανάστες (που σίγουρα δεν αφήνουν τον παράδεισο πίσω τους) είτε τους πρόσφυγες σήμερα (το βιβλίο δεν έχει τέτοιες περιπτώσεις, που αποτελούν σίγουρα άλλη μεγάλη κατηγορία). Δεν έλειψαν βέβαια (όπως δεν λείπουν και τώρα) και οι περιπτώσεις όπου Έλληνες φέρθηκαν με μεγαλειώδη ανθρωπιά.

Οι περισσότερες ιστορίες είναι Αλβανών∙ μιλάει η Αρντιάνα που έφυγε κρυφά απ’ το σπίτι της γιατί την αρραβώνιασαν χωρίς να το θέλει (μετρούσα ήδη δέκα χρόνια στην Ελλάδα και η προηγούμενη ζωή μου έμοιαζε με σενάριο που το είχε γράψει τρίτος και εγώ το διάβαζα σα να αφορούσε κάποιον άλλο. Δεν είχαν νοιαστεί καθόλου οι δικοί μου τι να είχα απογίνει τόσα χρόνια)∙ ο Ζαμφίρε που μιλάει για το κακορίζικο «Λελέκι», που δεν πρόλαβε καν να περάσει στη γη της επαγγελίας∙ η Μανιόλα Κ. που περιγράφει τις τρομερές δυσκολίες να μεγαλώσει τρία παιδιά εφόσον ο άντρας της την εκμεταλλευόταν, την απατούσε και την εγκατέλειψε χωρίς άδεια παραμονής και χωρίς χαρτιά∙ οΤζελάλ που αφηγείται τη  γνωριμία του με το «καρφί», με τον Αρντιάν, που του προσδιόρισαν τη ζωή αναγορεύοντάς τον σε ρουφιάνο∙ ο Πελλούμπ που είναι και ομοφυλόφιλος∙ η δεκατετράχρονη Χάνκο, που αναλαμβάνει από τις συγκυρίες όλη την πενταμελή οικογένεια προκειμένου να σπουδάσει ο μεγάλος αδερφός, και καταφέρνει μεσα στις δύσκολες συνθήκες να πάει στο σχολείο (αν αισθάνομαι άσχημα, που θυσίασα τα όνειρά μου; Όχι, τα αδέρφια μου έχουν προχωρήσει στη ζωή τους κι αυτό με γεμίζει ανείπωτη χαρά)∙ ο Μαρτίνο που ήρθε πολύ μικρός με την οικογένεια παράνομα το 1995 και ζει με την αδερφούλα του τη βία των αστυνομικών που έχουν συλλάβει τους γονείς∙ η Ματίλντα με δυο παιδιά που καταφέρνει να μπει σε λογιστήριο, αλλά στα πενήντα της απολύεται και ταυτόχρονα ανακαλύπτει ότι ο άντρας της έχει παράλληλη οικογένεια∙ ο Γκεζίμ που κλασικά τον εκμεταλλεύονται μαζί με άλλους συμπατριώτες του να μαζέψουν ελιές, και τους καρφώνουν  απλήρωτους για να τους απελάσουν, ενώ μετά από 25 χρόνια περιπέτειες ακόμα δεν έχει ελληνική ταυτότητα (νιώθω ότι ένα κομμάτι της Ελλάδας με τιμωρεί, κι ας τίμησα με τη δουλειά μου αυτή τη χώρα, κι ας τη έκανα δεύτερη πατρίδα μου. Μετά κοιτάζω τη γυναίκα μου και τους δυο γιους μου και η καρδιά μου πλημμυρίζει χαρά. Και θυμάμαι ότι δεν είναι τα χαρτιά που σε δένουν μ’ έναν τόπο, αλλά οι άνθρωποι) ∙ ο Φεστίμ που ήταν ο πρώτος μαθητής αλλά αντιμετώπιζε καθημερινά τον ρατσισμό των συμμαθητών και των καθηγητών του.

Όμως, έχουμε και ανάλογες μαρτυρίες μεταναστών από Πακιστάν, Ιράκ (Κούρδου), Γεωργία, Αφγανιστάν, Ουκρανία, μέχρι και… Αγγλία. Ο Πακιστανός Ιμράν, σήμερα 25 χρονών, έφτασε στην Ελλάδα όταν ήταν 6 και καθώς έβλεπε τα αδέρφια του να φεύγουν ένας ένας για το Πακιστάν κάτω από την «πατρική εντολή» να παντρευτούν ένα άτομο που δεν το γνώριζαν, καταφέρνει να δώσει πανελλήνιες, να περάσει σε κάποιο ΤΕΙ και να βρει δουλειά (ήμουν τυχερός που βρήκα τη δύναμη να κάνω αυτό που θέλω εγώ). Η οδύσσεια του Αχμάντ από το Αφγανιστάν, όπως και του Καμπίρ που ήταν εξαιρετικός μαθητής κι είχε το όνειρο να γίνει γιατρός, έχει να κάνει με τον ακραίο ρατσισμό απέναντι ειδικά στους Αφγανούς (Αφγανέ βρομιάρη λαθροετανάστη). Η Μζία από την Γεωργία ήρθε στην Ελλάδα 44 χρονών αφήνοντας πίσω της δυο ανήλικα παιδιά κι αντιμετώπισε βρισιές και απαγορεύσεις καθώς φρόντιζε κατάκοιτους, πάντα με τον φόβο της παρανομίας εφόσον δεν είχε χαρτιά. Συγκλονίζει η αφήγηση της Μαρίας Κχ. Από το Κίεβο, που δούλεψε μια ολόκληρη ζωή  στην Ελλάδα αφήνοντας τον δεκάχρονο γιο της Όλεγκ πίσω, στέλνοντας όλες της τις οικονομίες για να στεριώσει ο μεγάλος πια Όλεγκ την επιχείρησή του, για να μάθει μετά από χρόνια ότι ο μονάκριβός της σκοτώθηκε από τροχαίο…

Τέλος, μοναδική είναι και η ιστορία του Μιχάλη Κ., Αιθίοπα «αγνώστου πατρός» αλλά ελληνικής καταγωγής (όπως δηλώνει και το όνομα), που αντιμετωπίζει τον απίστευτο ρατσισμό που αντιμετωπίζουν «διπλά» οι έγχρωμοι.

Είναι αυτονόητο ότι τα κύματα των μεταναστών/προσφύγων που κατακλύζουν όχι μόνο τη χώρα μας αλλά έχουν γίνει χρόνιο σύμπτωμα της σύγχρονης παθογένειας, κουβαλάνε μαζί τους χιλιάδες ιστορίες, χιλιάδες μικρές ή μάλλον μεγάλες τραγωδίες. Άνθρωποι που χάθηκαν, άνθρωποι που λύγισαν, άνθρωποι που πάλεψαν με απίστευτες δυνάμεις για να έχουν τη στοιχειώδη αξιοπρέπεια και να ορίσουν τον εαυτό τους, και άνθρωποι που μεγαλούργησαν από ανθρωπιά και αγάπη. Αξίζει ένα μπράβο στον συγγραφέα, που ως δικηγόρος ήρθε σε άμεση επαφή με πολλές περιπτώσεις μεταναστών, και ανέδειξε έστω μέσα από αυτό το ελάχιστο δείγμα την κοινωνική αυτή πληγή, που την προσπερνάμε και δεν δίνουμε σημασία. Γιατί, την πιο μεγάλη σημασία την διατυπώνει ο Φώτης-Φεστίμ από την Αλβανία, που δεν βρίσκεται τυχαία και στο τέλος του βιβλίου:

Ακόμα έχω μέσα μου πίκρα για όσα συνέβησαν στα μαθητικά μου χρόνια. Όχι τόσο για τους ρατσιστές. Απ’ αυτούς δε έχω να περιμένω τίποτα διαφορετικό. Το πρόβλημα το έχω με όλους τους υπόλοιπους. Αυτούς που αδιαφορούν και σωπαίνουν για όσα τραβάνε οι μετανάστες και τα παιδιά τους στην Ελλάδα και με όσους κατέχουν θέσεις εξουσίας και δεν κόβουν τον βήχα των ρατσιστών, για λόγους σκοπιμότητας. Αν κάποιοι σήκωναν το ανάστημά τους απέναντι στον ρατσισμό, η Ελλάδα θα ήταν μια πολύ καλύτερη χώρα.

Χριστίνα Παπαγγελή

Παρασκευή, Νοεμβρίου 27, 2020

Ιστορίες που (δεν) είπα στον ψυχολόγο μου, Τατιάνα Κίρχοφ

 Πάντα να προσπαθείς, πάντα να αποτυγχάνεις.

Δεν πειράζει. Ξαναπροσπάθησε.

 Ξαναχάσε. Ξαναχάσε καλύτερα.

(Fail better)

Σ. Μπέκετ

Πρόκειται πράγματι για  -έντεκα τον αριθμό- ιστορίες/αφηγήσεις, ανθρώπων με δύσκολα βιώματα, που φτάνουν στην ανάγκη να απευθυνθούν σε ψυχοθεραπευτή,  ή, έστω,  κοντεύουν στα πρόθυρα. Κυρίως όμως είναι οι ίδιες οι ιστορίες τόσο έξυπνα και διεισδυτικά παρουσιασμένες που αποτελούν ψυχογραφήματα, ενώ ταυτόχρονα ως ψυχογραφήματα αποτελούν σκληρή κριτική στις αβίωτες κοινωνικές συνθήκες που γεννούν τα προβλήματα. Όλες οι αφηγήσεις χαρακτηρίζονται από πρωτοτυπία, όχι τόσο από την πλοκή, εφόσον συνήθως οι καταστάσεις είναι οικείες, κλασικές, παρμένες από τον παραλογισμό της σύγχρονης εποχής, αλλά γιατί είναι έξυπνος και ιδιότυπος ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται. Συνήθως  είναι πρωτοπρόσωπες (στις εννιά από τις έντεκα ο αφηγητής είναι και ο κεντρικός ήρωας), και συνήθως απευθύνονται σε β΄ενικό σε κάποιον νοερό ακροατή (καθηγητή, ψυχολόγο, γονιό, κ.α.). Έχουν δηλαδή καθαρά εξομολογητικό χαρακτήρα, κι έτσι εκφράζουν μια προσωπική κατάσταση, μια ξεχωριστή οπτική γωνία και τέλος-τέλος, μιαν Αλήθεια που υπερβαίνει την πεζή, καθημερινή  πραγματικότητα. Ακραίο παράδειγμα η αφήγηση ενός… νεκρού, και η αφήγηση κάποιου που πάσχει από Alzheimer.

Μέσα από τα τραύματα αναδεικνύονται ως θέματα οι δύσκολες σχέσεις με γονείς (πολύ αυστηρός και αυταρχικός πατέρας, απαξίωση του παιδιού που έρχεται πάντα δεύτερος μετά τον πρωτότοκο, μικροαστικός καθωσπρεπισμός/τυπικότητα), η αρρωστοφοβία που φτάνει κι ως την αυθυποβολή (που πάλι τα αίτιά της ανάγονται στην παιδική ηλικία), η χρόνια αρρώστια, η άνοια, η κατάθλιψη, η αποτυχία, ο θάνατος, η μοναξιά, ο χωρισμός. Και φυσικά όλ’ αυτά συμπλέκονται πολλές φορές, καθώς ξετυλίγονται τα βαθύτερα αίτια και οι συνέπειες τραυματικών καταστάσεων, που γυρεύουν τη λύτρωση.

Κάποιοι απ’ τους ήρωες καταφέρνουν και βρίσκουν το δρόμο τους μέσα από τις ζοφερές καταστάσεις, κάνουν την «επανάστασή» τους, είτε αντλώντας μόνοι τους τη δύναμη, είτε με τη βοήθεια του ψυχοθεραπευτή. Το πιο  τρανταχτό παράδειγμα, η φοιτήτρια της Νομικής που έζησε πολύ ζόρικη παιδική ηλικία, γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο αλλά η καρδιά της χτυπούσε για το θέατρο: ήταν σαν να μην είχα προσωπικότητα. Δεν μπορούσα να με βρω, δεν ήξερα ποια ήμουν, δεν είχα ταυτότητα. Και μετά την «εσωτερική της επανάσταση», που την παρακολουθούμε βήμα-βήμα: Ήμουν χαρούμενη και χαμογελαστή.  Μίλαγα ψιθυριστά γιατί ένιωθα πως αυτή ήταν δικιά μου, η πιο δικιά μου ιδέα, το πιο δικό μου δικαίωμα/είμαι πιο ευτυχισμένη από ποτέ, αν έχω υπάρξει ποτέ ξανά ευτυχισμένη δηλαδή.

Μα και το «καλό κορίτσι» που πάσχει από αρρωστοφοβία, μια ψυχολογική πάθηση από την οποία πάσχει η μάνα της (τέσσερις φορές μέσα στο διήγημα οι υποενότητες αρχίζουν από τη φράση «Η μαμά έχει αρρωστοφοβία. Εγώ έχω αρρωστοφοβία»), αφού περνά από διάφορα στάδια αυτοεγκατάλειψης, παραίτησης κλπ, με τη βοήθεια ψυχολόγου αυτή τη φορά μπορούσε να βλέπει τη μάνα της «με τα μάτια του πατέρα της, ενός ανθρώπου που αντιλαμβανόταν την παράνοιά της, αλλά την αγαπούσε τόσο πολύ, που δεν ήθελε να την αφήσει). Σπαραχτική είναι και η διαπίστωση ότι δεν μπορεί να βοηθήσει τη μάνα της, όπως έκανε κι ο ψυχολόγος μαζί της, γιατί, όπως εξομολογείται: κατάλαβα σιγά σιγά πως κανένας δεν μπορεί να σώσει κανέναν, αν ο πνιγμένος δεν ζητήσει βοήθεια για να σωθεί.  

Δεν επέρχεται βέβαια πάντα η «θεραπεία», παρά ίσως κάποια λύτρωση με παράδοξο τρόπο, όπως του φαντάρου που στέλνει εξομολογητική επιστολή στους γονείς του, όπου τους γράφει όσα ποτέ δεν τους είπε, και εξηγεί την τελική του απόφαση. Εξίσου οδυνηρή είναι και η αφήγηση του ήρωα στο διήγημα «Αποφάσεις», ενός ηλικιωμένου που προβαίνει σε μια πολύ δύσκολη απόφαση με πολύ ακριβό τίμημα, προκειμένου να αντιμετωπίσει το πρόβλημα χρόνιας πάθησης του εγγονού του.

Η χρόνια πάθηση φαίνεται ότι απασχολεί ιδιαίτερα την συγγραφέα, η οποία αφιερώνει τρία διηγήματα. Στο «Μονόλογος», ο ήρωας/αφηγητής ξεδιπλώνει όλη του την εμπειρία, τα στάδια αυτού που πάσχει από Alzheimer, συμπεριλαμβανομένων και των ασκήσεων στις οποίες τον υποβάλλει η νευροψυχολόγος, ενώ από τις πιο ωραίες σελίδες του βιβλίου είναι το παραλήρημα του τέλους όπου, απαντώντας σε ερωτήματα της ψυχολόγου,  συμπυκνώνεται όλη του η ζωή. Στο διήγημα «Δελφίνια», ο ήρωας από μια περίεργη μάλλον ψυχασθένεια, χάνει σιγά σιγά τις δυνάμεις του, ώσπου δεν υπάρχει επιστροφή. Ωστόσο, κι εδώ βρίσκεται η πρωτοτυπία, η συγγραφέας βάζει σε λέξεις αυτό που ίσως αισθάνεται ένας άνθρωπος νέος, που βλέπει να συρρικνώνεται μέρα τη μέρα. Μας μεταφέρει την εμπειρία να πεθαίνεις και να φεύγεις οριστικά από τους αγαπημένους σου (διαπίστωσαν τον θάνατό μου που είχε συμβεί ακριβώς τη στιγμή που η μαμά ξύπνησε και ρώτησε αν όλα ήταν καλά. Δεν θέλω να ξέρω πόσο κλάψανε, θέλω να τις θυμάμαι να γελάνε, να γελάνε και να σχεδιάζουν ταξίδια, να γελάνε και να ερωτεύονται, να γελάνε και να ζουν).

Ιδιαίτερη οπτική γωνία σε σχέση με τον θάνατο έχει και το διήγημα «Μέθοδος αναπόλησης», όπου ο άντρας αφηγητής βλέπει με παθητικότητα την αδερφή του, που με πρακτικότητα και λογική αδειάζει το σπίτι του νεκρού τους πατέρα, και τακτοποιεί τις γραφειοκρατικές διαδικασίες, ενώ εμείς αντιστικτικά βλέπουμε το συναισθηματικό ξεχείλισμα του αφηγητή προς τον πατέρα. Ακόμα απ’ το γηροκομείο όπου ήταν κλεισμένος τα τελευταία χρόνια από άνοια η ενσυναίσθηση φέρνει κοντά γιο και πατέρα(άλλωστε η αξιοπρέπεια δεν χάνεται επειδή ξεχνάς. Δεν εδρεύει σε κάποιο σημείο του εγκεφάλου για να εκφυλιστεί), για να κορυφωθεί στη σχέση με το αγαπημένο ρολόι που φορούσε ο πατέρας στο δεξιό του χέρι.

Αιφνιδιάζει «Η μοναξιά του απέναντι», γιατί ο αφηγητής, όπως αποκαλύπτεται σιγά σιγά είναι ο ίδιος ο ψυχολόγος, που απευθυνόμενος σε κάποια Τατιάνα, αποκαλύπτει την ευάλωτη, ευαίσθητη, αδύναμη πλευρά του. Τέλος, εξαιρετικά πρωτότυπη βρήκα την ιστορία «Πόρτες», όπου ο ηλικιωμένος καθηγητής  παίζει τάβλι με τον νεαρό του μαθητή που ζητά την συστατική του επιστολή. Εδώ κάθε ζαριά ανοίγει τόσες πιθανότητες όσες επιλογές έχει κανείς και στη ζωή του. Ο μονόλογος του καθηγητή είναι μια διαρκής αντιπαραβολή με τα σταυροδρόμια που ανοίγονται στην πορεία του καθένα και τον τρόπο με τον οποίο παίρνει τις αποφάσεις του, για να καταλήξει μέσα από την τύχη που φέρνουν τα ζάρια στην πιο σοφή ίσως συμβουλή που έδωσε στον μαθητή του:

Οι πολλές επιλογές στη ζωή είναι για να μας δίνουν ευκαιρίες, όχι για να μας τις στερούν. Και τα πολλά πτυχία και οι γνώσεις είναι για να μας δίνουν ευκαιρίες, όχι για να μας δεσμεύουν. (…) Κανένα χαρτί δεν αξίζει να σου στερήσει τη χαρά. Δεν μάτωσες τόσα χρόνια για να μη μπορείς να είσαι ευτυχισμένος.(…)Και μη στενοχωριέσαι που έχασες μια παρτίδα στο τάβλι. Παιχνίδι είναι. Όπως και η ζωή. Ξαναπροσπάθησε. Ξαναχάσε. Ξαναχάσε καλύτερα.

Χριστίνα Παπαγγελή