Τετάρτη, Ιουνίου 24, 2015

Αδριανού απομνημονεύματα, Marguerite Yourcenar

Όλα μας ξεφεύγουν, όλοι, και μεις οι ίδιοι.
Η ζωή του πατέρα μου, μου είναι πιο άγνωστη από τη ζωή του Αδριανού.
Αν έπρεπε να γράψω την ίδια την ύπαρξή μου, θα την ξανάπλαθα απ έξω, κοπιαστικά, σα ζωή κάποιου άλλου. Θάπρεπε να καταφύγω σε γράμματα, σε αναμνήσεις τρίτων, για να καθορίσω αυτές τις αβέβαιες μνήμες.
Δεν είναι παρά σωριασμένα τείχη, παραπετάσματα σκιάς.
Να τα φέρω έτσι ώστε τα χάσματα του κειμένου μου σε ό, τι αφορά τη ζωή του Αδριανού,
να συμφωνήσουν μ αυτά που θάχε η δική του η λησμονιά.
Μαργκερίτ  Γιουρσενάρ


Ο γνωστός από την ιστορία αυτοκράτορας Αδριανός, τρίτος στη σειρά στη δυναστεία των Αντωνίνων (117- 138 μ.Χ.), «φιλόσοφος -βασιλιάς» σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία (στην Wikipedia καταχωρείται όχι μόνο ως αυτοκράτορας αλλά ως στωικός και επικούρειος φιλόσοφος), γράφει εν είδει επιστολής προς τον δεκαεπτάχρονο Μάρκο Αυρήλιο (έναν από τους καθορισμένους διαδόχους του),  μια γραπτή εξομολόγηση για τη ζωή, το έργο του, τη φιλοσοφία του. Είναι ένας άνθρωπος ταξιδιώτης αλλά ταυτόχρονα και αφέντης, απόλυτα ελεύθερος να δει, να μεταρρυθμίσει, να δημιουργήσει, αλλά στην ουσία ένας άνθρωπος που, στα εξήντα του χρόνια, περιμένει τον θάνατό του (από υδρωπικία της καρδιάς).
Για ασφάλεια, συνέταξα  πέρυσι, μία αναφορά που θεωρείται η επίσημη αναφορά των πράξεών μου. Ο γραμματέας μου, ο Φλέγονας, έβαλε το όνομά του στη σελίδα του τίτλου. Λέω σ αυτήν, όσο το δυνατόν λιγότερα ψέματα. Τα δημόσια συμφέροντα, όμως, και η αξιοπρέπεια, δεν έπαυαν να με αναγκάζουν ν’ αναταξινομώ ορισμένα γεγονότα. (…) Εδώ σου προσφέρω, σαν μια επανόρθωση, μιαν αφήγηση απαλλαγμένη από προμελετημένες ιδέες και αφηρημένες αρχές, φτιαγμένη από την εμπειρία ενός μόνου ανθρώπου, που είμαι εγώ. Αγνοώ σε ποια συμπεράσματα θα με παρασύρει αυτή η αφήγηση. Βασίζομαι πάνω σ αυτή την επιθεώρηση των γεγονότων για να προσδιοριστώ, να κριθώ ίσως, ή να γνωρίσω τουλάχιστον καλύτερα τον εαυτό μου προτού πεθάνω.
Έτσι, το κύριο βάρος σ αυτήν την αφήγηση δεν είναι τα έργα του δραστήριου και πολυπράγμονα αυτοκράτορα, αλλά  το εσχατολογικό περιεχόμενο με το οποίο επενδύει κάθε του ανάμνηση, τώρα που «οι ευτυχίες τον εγκαταλείπουν σιγά σιγά» (απ όλες τις ευτυχίες που μ εγκαταλείπουν σιγά σιγά, ο ύπνος είναι μια από τις πιο πολύτιμες, από τις πιο καθημερινές επίσης). Αναστοχάζεται συνεχώς κάθε νέα πτυχή των ανθρώπινων, τώρα ιδιαίτερα που είναι ευάλωτος (η αρρώστια και η ηλικία έχουνε κι εκείνες τα θαύματά τους). Κυρίως όμως, όπως γράφει ο Ναυτίλος, ο Αδριανός δεν αφηγείται τη ζωή του με στόχο την ανασύσταση του παρελθόντος. Είναι το μέσον που χρησιμοποιεί για να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του πριν πεθάνει, το λέει άλλωστε και ο ίδιος ως μυθιστορηματικό πρόσωπο.
Το μυθιστόρημα αυτό, έργο ζωής της μεγάλης συγγραφέα, δεν είναι βασικά ιστορικό μυθιστόρημα. Όπως σημειώνει η Γιουρσενάρ στο τέλος του βιβλίου:  πιο πολύ θέλησα να διαλέξω τη στιγμή που ο άνθρωπος που έζησε αυτήν την ύπαρξη, τη ζύγιασε, την εξέτασε, στάθηκε, έστω για μια στιγμή, ικανός να την κρίνει. Να βρεθεί αντιμέτωπος με τη ζωή του. Η συγγραφέας θέλησε ν αγκαλιάσει με μια μονάχα ματιά ολόκληρη την καμπύλη. Ακόμα πιο συγκεκριμένα  θέλησε να διεισδύσει στην προσωπικότητα ενός «σχεδόν σοφού ανθρώπου» που αν δεν είχε διατηρήσει την ειρήνη του κόσμου, αν δεν είχε  αναζωογονήσει την οικονομία της αυτοκρατορίας, οι προσωπικές ευτυχίες και δυστυχίες του θα την είχαν απασχολήσει πολύ λιγότερο.
Εδώ ας σημειώσω ότι ταυτίζομαι απόλυτα με την άποψη του Ναυτίλου για τη γνωστή μεταφράστρια των έργων της Γιουρσενάρ, Ιωάννα Χατζηνικολή. Η τεκμηριωμένη κριτική του ναυτίλου ήταν και το έναυσμα για προσέξω και γω κάποιες μεταφραστικές ατέλειες (κι ας μην είχα το πρωτότυπο) που επιβεβαιώνουν την κρίση του.
  
Η ζωή του μυθιστορηματικού Αδριανού μέσα στο ιστορικό πλαίσιο
Να θυμίσουμε με λίγα λόγια ότι εκείνη την εποχή (2ος αι. μ.Χ.) το αυτοκρατορικό αξίωμα δεν ήταν κληρονομικό αλλά είχε θεσπιστεί ο θεσμός της υιοθεσίας.  Ο αυτοκράτορας ορίζεται από τον προηγούμενο με κριτήριο ίσως τις διοικητικές και στρατιωτικές ικανότητες που δοκιμάζονται στους ατέλειωτους πολέμους, κι έχει να παλέψει σκληρά για να στερεώσει τη θέση του έναντι των αντιπάλων.
Ο τρόπος με τον οποίο βάζει η Γιουρσενάρ τον αφηγητή να παρουσιάζει τη ζωή του είναι αφαιρετικός και αντιστικτικός. Άλλωστε, ο Αδριανός απευθύνεται σε σύγχρονό του, δεν έχει νόημα να εξιστορήσει όλο του τον βίο. Ξεπερνά με επιδεξιότητα τις αντιφάσεις σχετικά με τη γενέτειρα (άλλες πηγές αναφέρουν την Ρώμη και άλλη την Ιτάλικα, πόλη της Ισπανίας):  ο μύθος έχει και τα καλά του. Μαρτυράει πως οι αποφάσεις του πνεύματος και της θέλησης είναι εκείνες που υπαγορεύουν τις περιστάσεις. Πραγματικός τόπος της γέννησής μας είναι κείνος στον οποίο βλέπουμε για πρώτη φορά με καθαρό μάτι τον εαυτό μας. Πρώτες μου πατρίδες ήτανε τα βιβλία.
Με λιγοστές αναμνήσεις από τους γονείς (ο πατέρας μου ήταν ένας άνθρωπος τσακισμένος από την αρετή/από το μακρουλό πρόσωπό της Σπανιόλας, το ποτισμένο με μια γλύκα λίγο μελαγχολικιά, κρατάω μιαν ανάμνηση κλπ), όταν τον κάλεσε ο κηδεμόνας του ο Καίλιος Αττιανός (κηδεμόνας του ήταν κι ο ξάδερφός του, Τραϊανός)  έφυγε για τη Ρώμη. Τον παρακολουθούμε ως χιλίαρχο (μ έσωσε η επιστροφή στον στρατό), να απομακρύνεται από τη Ρώμη προς μεγάλη του ευτυχία, γιατί την θεωρούσε κέντρο διαφθοράς. Ήταν εικοσιδύο χρόνων, μόλις πέθανε ο Δομιτιανός κι ο Νέρβας όρισε διάδοχο τον Τραϊανό. Έτσι, ο ήρωάς μας συμμετείχε ενεργά στις εκστρατείες του αυτοκράτορα εναντίον των Δακών και των  Πάρθων περιγράφοντας γλαφυρά όλα τα συναισθήματα της «εξαιρετικής έξαψης»:
Όσο διαρκούσε ο κίνδυνος, κυνισμός ή καθήκον παραχωρούσαν αστραπιαία τη θέση τους σ ένα ντελίριο τόλμης, σ ένα είδος περίεργου οργασμού του ανθρώπου που ενώνεται με το πεπρωμένο του. Στην ηλικία που ήμουνα τότε, αυτό το μεθυσμένο κουράγιο ήταν παντοτινό. Ένα πλάσμα μεθυσμένο από τη ζωή δεν προβλέπει τον θάνατο.
Με τον θάνατο του Τραϊανού (μεγαλειώδης η περιγραφή) και με μια διαδικασία κάπως σκοτεινή (σύνηθες αυτό, βέβαια) αναλαμβάνει το αξίωμα του αυτοκράτορα χτίζοντας σιγά σιγά και με προσοχή ένα λιτό, φιλοσοφικό, στοχαστικό προφίλ. Οι μηχανορραφίες που απαιτούνται για να στεριώσει κανείς το ηγετικό αυτό αξίωμα μέσα σε μια αυτοκρατορία με τόσες αντιφάσεις συνδυάζονται με τον φιλοσοφικό στοχασμό ενός ανθρώπου που προσπαθεί, τώρα στο τέλος της ζωής του να προσδώσει νόημα.  Σ αυτό το πνεύμα διατρέχει η συγγραφέας μέσω του αφηγητή τα γνωστά εξωτερικά γεγονότα. Ένας αυτοκράτορας που ελάχιστα στάθηκε στη Ρώμη∙  πέρα από τον πόλεμο εναντίον των Δακών (κράτησε έντεκα μήνες κι ήταν αλύπητος) και τα επεισόδια στα σύνορα των Πάρθων, τις εκστρατείες εναντίον των Ιουδαίων  επισκέφτηκε ως κατακτητής τη Γερμανία, τη Βρετανία, την Ελλάδα, Μικρά Ασία, Βιθυνία, Νικομήδεια, Εύβοια, Δήλο, Ρόδο, Σικελία πάντα με απώτερο σκοπό να γνωρίσει τους διαφορετικούς πολιτισμούς, να καταλάβει τους ανθρώπους, να ομορφήνει τις πόλεις (τώρα δεν είχα πια το χρόνο ούτε να ενδιαφερθώ ούτε να αδιαφορήσω για τον εαυτό μου. Το άτομό μου είχε αρχίσει πια να σβήνει, ακριβώς γιατί είχαν αρχίσει να υπολογίζονται οι απόψεις του. Αυτό που ενδιέφερε, ήταν το να βρεθεί κάποιος που θα εναντιωνότανε στην πολιτική των κατακτήσεων αντιμετωπίζοντας τις συνέπειες και την κατάληξή τους, και να ετοιμαστεί, αν ήτανε δυνατόν, να επανορθώσει τα σφάλματα).

Προσωπικότητα
Η συγγραφέας, βασισμένη σε πηγές που τις παρουσιάζει πολύ αναλυτικά στο τέλος του βιβλίου, δίνει το πορτρέτο ενός ανθρώπου που παρόλο που έχει τεράστια εξουσία, αγωνίζεται να καταλάβει την ανθρώπινη φύση, αγωνίζεται για ειρήνη και ισότητα (δεν περιφρονούσα τους ανθρώπους. Αν το έκανα, δεν θα είχα δικαίωμα ούτε κανένα λόγο να δοκιμάσω να τους κυβερνήσω. (…) Οι διαφορές που αντιλαμβάνομαι ανάμεσα σε μένα και τους άλλους είναι πολύ μηδαμινές για να μετρήσουν στο τελικό άθροισμα. Γι αυτό πασχίζω να κρατάω μια στάση όσο μπορεί πιο ξένη προς την ψυχρή ανωτερότητα του φιλοσόφου και προς την αλαζονεία του Καίσαρα). Επί ηγεμονίας του προσπάθησε να μειώσει τους κατακτητικούς πολέμους (αυτό που ενδιέφερε, ήταν να βρεθεί κάποιος που θα εναντιωνότανε στην πολιτική των κατακτήσεων αντιμετωπίζοντας τις συνέπειες και την κατάληξή τους, και να ετοιμαστεί, αν ήτανε δυνατόν, να επανορθώσει τα σφάλματα).  Έχει επίγνωση, ότι ακόμα κι αν συντρίψει όλους τους εχθρούς, άλλες ορδές θα ρχονταν, άλλοι ψευδοπροφήτες. Απευθύνεται στον Μάρκο Αυρήλιο (ο οποίος, ας μην ξεχνάμε, έχει μείνει στην ιστορία σαν «φιλόσοφος αυτοκράτορας») με όρους φιλοσοφικούς, μιλώντας για  την ελευθερία και τη δύναμη (όσο για μένα, αναζήτησα την ελευθερία πιο πολύ από τη δύναμη, και τη δύναμη μόνο γιατί ως ένα σημείο ευνοεί την ελευθερία). Βλέπει καθαρά τα πολλά, διαφορετικά πρόσωπα με τα οποία κυβερνά το κράτος (μέσα μου βασιλεύουν, με τη σειρά τους, διαφορετικά πρόσωπα. Κανένα για πολύ καιρό, κάθε φορά όμως ο πεσμένος τύραννος ξαναρπάζει γρήγορα την εξουσία. Μέσα μου φιλοτέχνησα και το λεπτολόγο αξιωματικό, τον φανατικό για την πειθαρχία, που όμως μοιράζεια χαρούμενα με τους άνδρες του τις στερήσεις του πολέμου. Τον μελαγχολικό ονειροπόλο των Θεών. Τον εραστή που είναι έτοιμος για τα πάντα για μια στιγμή ιλίγγου. Τον αλαζονικό νέο αξιωματικό που δεν κρύβει από τους φίλους του την περφιφρόνησή του για την πορεία του κόσμου. Τον μέλλοντα πολιτικό άντρα κλπ κλπ).
Δεν αρνείται τις αναπόφευκτες αδικίες και εκτελέσεις στις οποίες κατέφυγε για να στεριώσει την εξ ορισμού επισφαλή -σε τέτοιο κράτος -εξουσία (ένα κύμα τρόπου απλώθηκε πάνω στη Ρώμη/ο δημόσιος βίος μου είχε κιόλας ξεφύγει από τα χέρια μου/κάθε μετάβαση από την μια ηγεμονία στην άλλη, συνοδεύεται από τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της). Παρόλο που οι εκτελέσεις των επικίνδυνων στοιχείων ήταν κάτι σύνηθες, ξέρει καλά ότι «αυτήν την κατάχρηση εξουσίας θα του την καταλόγιζαν όταν θα έκανε σκοπό του την επιείκεια, την ευλάβεια, τη δικαιοσύνη. Θα τις μεταχειρίζονται για να αποδείξουν ότι οι υποτιθέμενες αρετές του δεν ήταν άλλο από μια σειρά προσωπεία». Παρόλο, που όπως λέει, «ασπαζόταν την κοινοτοπία που θέλει το έγκλημα να καλεί το έγκλημα», γιατί, καταλήγει, το παρθένο χρυσάφι του σεβασμού θα ήταν πολύ μαλακό δίχως κάποιο κράμα φόβου.
Έχει ενδιαφέρον, λοιπόν, πώς ένας τέτοιου ήθους και συνειδητότητας άνθρωπος, με τέτοια δύναμη, αντιμετωπίζει τις προκλήσεις της εξουσίας του. Τις κολακείες, τους εκθειασμούς, τις συνωμοσίες(οι ήρεμες χαρές της ανθρώπινης φιλίας δεν είναι για μένα πια. Με λατρεύουν. Με τιμούν πάρα πολύ για να με αγαπούν ), αλλά και την έχθρα, το μίσος, την ίντριγκα.  Αρνήθηκε όλους τους τίτλους παρόλο που, όπως λέει,  η εποχή  διψάει για θεούς.

Παιδεία-  όραμα
Τρία «μέσα» επικαλείται ο ίδιος για να αποτιμήσει την ανθρώπινη ύπαρξη: την παρατήρηση του εαυτού του (τίποτα δεν με εξηγεί), την παρατήρηση των άλλων, και τα βιβλία (ο γραπτός λόγος μ έμαθε ν ακούω την ανθρώπινη φωνή, ακριβώς όπως οι μεγαλοπρεπείς ακίνητες στάσεις των αγαλμάτων με μάθανε να εκτιμώ τις κινήσεις, και αντίστροφα, στη συνέχεια, η ζωή μού φώτισε τα βιβλία). Μεθούσε με τις ασκήσεις της ρητορικής, γιατί ένιωθε πως εισχωρεί μέσα στη σκέψη των ανθρώπων. Τον μάγεψε και η αστρονομία, αλλά περισσότερο τον συγκινούσε η ποίηση (με είχε μεταμορφώσει/δεν είμαι σίγουρος αν η ανακάλυψη της αγάπης στάθηκε πιο υπέροχη από την ανακάλυψη της ποίησης). Άλλωστε, είναι γνωστό ότι έχει γράψει και ο ίδιος ποιήματα[1]. Μελέτησε με πάθος τα ελληνικά∙ η αγάπη του εξελίχθηκε σε «ελληνομανία» (λατινικά κυβέρνησα την αυτοκρατορία μου, αλλά ελληνικά έχω σκεφτεί και ζήσει). Ένας από τους δασκάλους που επικαλείται είναι ο γιατρός Λεωτυχίδης (αυτός ο πικρός Έλληνας μου είχε διδάξει τη μέθοδο). Αγαπά την ελληνική τέχνη, όχι μόνο γιατί περιορίζεται στο ανθρώπινο, αλλά γιατί οι ¨Έλληνες αγάπησαν τόσο την ομορφιά, που δεν ασχολήθηκαν με τα διαφορετικά πρόσωπα των ανθρώπων (σε αντίθεση με τα ρωμαϊκά πορτρέτα που αξίζουν μόνο σαν χρονικά).
Ομορφιά, Δύναμη, Δικαιοσύνη. Η δύναμη είναι η βάση της ομορφιάς, η αυστηρότητα χωρίς την οποία δεν υπάρχει ομορφιά, η σταθερότητα χωρίς την οποία δεν υπάρχει δικαιοσύνη.
Αισθανόμουνα υπεύθυνος για την ομορφιά του κόσμου. Ήθελα τις πόλεις να είναι υπέροχες, ευάερες, ποτισμένες με γάργαρα νερά, κατοικημένες από ανθρώπινα πλάσματα που τα κορμιά τους δεν θα παραμόρφωναν ούτε τα σημάδια της φτώχειας και της αλλοτρίωσης, ούτε τα οιδήματα κάποιου χυδαίου πλούτου.
Η ελληνολατρία του είναι τόσο έντονη που επισκιάζει κάθε αίγλη της Ρώμης, παρόλο που την έχει αποκαλέσει «αιώνια». Θέλει να επεκτείνει τη Ρώμη της εποχής της δημοκρατίας στα άλλα κράτη, να γίνει τάξη του κόσμου, τάξη πραγμάτων. Αγωνίζεται γι αυτό το όραμα, γι αυτό και δεν έχει σταθερή διαμονή∙ όπως εξομολογείται και στην επιστολή αυτή προς τον Μάρκο Αυρήλιο, ποτέ δεν έχει το συναίσθημα ότι ανήκει απόλυτα σ ένα μέρος (ξένος παντού, δεν ένιωθα ιδιαίτερα αποξενωμένος σε κανέναν τόπο). Αλλάζει τα διάφορα προσωπεία  εξασκώντας τα διάφορα επαγγέλματα απ τα οποία αποτελείται το επάγγελμα του αυτοκράτορα. Προσπαθεί να αποποιηθεί τις εθελοντικές προσφορές που κάνουν οι πόλεις στον αυτοκράτορα  και που δεν είναι παρά μια μεταμφιεσμένη ληστεία. Πέρα από τη σύνταξη του edictum perpetuum που αφορά την διοίκηση στην ιταλική χερσόνησο, μια σειρά από μέτρα που αφορούν όλη την αυτοκρατορία, τους αγρότες, τον στρατό (δεν δίστασα να ιθαγενοποιήσω τον στρατό/ο στρατός γινόταν ένας συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους λαούς του δάσους και της στέπας, των βάλτων και των εκλεπτυσμένων κατοίκων των πόλεων), εξυπηρετούν ένα όραμα για το οποίο –η Γιουρσενάρ βάζει τον ήρωά της να- μιλάει αναλυτικά στον Μάρκο Αυρήλιο. Μιλάει για πρότυπο κτήμα αγροτικής εκμετάλλευσης, για άνοιγμα δημοσίων σχολείων μέσης εκπαίδευσης, για πάταξη της δικαστικής σκληρότητας. Για τη θέση της γυναίκας. Humanitas, Felicitas, Libertas: αυτά τα όμορφα λόγια που φαντάζουν πάνω στα νομίσματα της ηγεμονίας μου δεν τα εφεύρα εγώ. Και παρακάτω: πρέπει να το ομολογήσω, δεν πιστεύω πολύ στους νόμους. Πολύ σκληρούς, τους παραβαίνουμε, και με το δίκιο μας. Πολύ περίπλοκους, η ανθρώπινη εφευρετικότητα βρίσκει εύκολα τρόπους να ξεγλιστρήσει μες από τις θηλιές αυτής της σουρνάμενης και λεπτεπίλεπτης παγίδας.
(…) Αμφιβάλλω αν ολόκληρη η φιλοσοφία του κόσμου θα φτάσει ποτέ να καταργήσει τη δουλεία. Θα της αλλάξουν το πολύ πολύ το όνομα. Μπορώ να φανταστώ μορφές δουλείας, χειρότερες από τη δική μας, γιατί θα είναι πιο δόλιες.

Έρωτας- θάνατος
Μια εικόνα, μια ανταύγεια, μια αδύναμη ηχώ θα πλανιέται για μερικούς έστω αιώνες. Δεν μπορεί κανείς να κάνει τίποτα παραπάνω για την αθανασία.

Οι ομορφότερες σελίδες του βιβλίου έχουν γραφτεί για τον έρωτα. Δεν θεωρεί καμιά ηδονή χυδαία. Η ηδονή είναι ένα μέσο κατανόησης του κόσμου: απ όλα τα παιχνίδια μας, είναι το μόνο που κινδυνεύει να αναστατώσει την ψυχή μας, το μόνο στο οποίο ο παίκτης παραδίνεται στο ντελίριο του κορμιού του/ο εραστής που διατηρεί τα λογικά του δεν υπακούει ως το τέλος στο θεό του.
Δεν θα αναφερθώ σ όλες τις ερωτικές σχέσεις του Αδριανού, ούτε στη σχέση του με τη γυναίκα του, που ήταν καθαρά τυπική. Αλλά στον γνωστό, μεγάλο έρωτα για τον Έλληνα έφηβο Αντίνοο, που έμεινε και στην Ιστορία∙ ένα ξεγύμνωμα ισοδύναμο με του θανάτου. Οι αναφορές στο νεαρό αυτό όμορφο λαγωνικό είναι σκέτη ποίηση (οι μορφές που ζητάμε απελπισμένα, μας ξεφεύγουνε. Δεν ζούνε παρά ένα λεπτό. Ξαναβλέπω ένα κεφάλι γερμένο τη νύχτα (…), εκείνο το τρυφερό κορμί άλλαζε αδιάκοπα σαν ένα φυτό). Ζουν συνέχεια μαζί επί δυο χρόνια (ο νεαρός βοσκός μου γινόταν ένας νεαρός πρίγκιπας) και η σχέση αλλάζει, ωριμάζει. Η σχέση ενός μεσήλικα μ ένα παιδί  (ένας σχεδόν αδικαιολόγητος φόβος είχε φωλιάσει μέσα σ εκείνη τη σκοτεινή καρδιά). Ανησυχίες νεανικές, πείσματα μελαγχολίες. Ανάγκη να πληγωθεί αυτή η συννεφιασμένη τρυφερότητα που κινδύνευε να καταπλακώσει τη ζωή του αυτοκράτορα. Η γραφή της Γιουρσενάρ αναδεικνύει  όχι μόνο την σωματική έλξη αλλά την πνευματική αναστάτωση που προκαλεί αυτή η σωματική σαγήνη.

Ο θάνατος του Αντίνοου είναι άλλη μια πρόκληση για το πνεύμα. Ένας θάνατος προφανώς αποφασισμένος, που εξηγούσε την αταραξία του, τη μανία του στην ηδονή τη θλίψη του, την απόλυτη αδιαφορία του για οποιοδήποτε μέλλον.
Ο Αντίνοος πεθαίνει με τη θέλησή του, πνίγεται στη θάλασσα.
Όλα κατέρρεαν. Όλα μοιάζαν να σβήνουν. Ο Ολύμπιος Δίας, ο Παντοκράτορας, ο Σωτήρας του κόσμου, είχαν σωριαστεί, και δεν έμενε παρά ένας ψαρομάλλης άνθρωπος που έκλαιγε με λυγμούς πάνω στη γέφυρα μιας βάρκας.
Κι αν οι σελίδες για τον έρωτα είναι οι πιο όμορφες, οι σελίδες για τον θάνατο του αγαπημένου είναι σπαρακτικές (σε ποια ομάδα λέξεων ν αντιστοιχούσε άραγε η αγωνία του;/φορές η εικόνα ξεπηδούσε μονάχη της. Μ΄έπαιρνε τότε ένα ποτάμι γλυκύτητας/όλα μου λείπανε).
Όμως η ζωή συνεχίζεται…
Ακόμα και γω ο ίδιος, πίστευα πως είχα λίγο ηρεμήσει. Σχεδόν κοκκίνιζα στη σκέψη. Δεν ήξερα πως ο πόνος κλείνει παράξενους λαβύρινθους μέσα του, στους οποίους δεν είχα πάψει να περιπλανιέμαι.

Αρρώστια- γηρατειά
Αντίστοιχα  οδυνηρά διαγράφονται και τα συναισθήματα της σαρκικής αδυναμίας που οδηγεί στην αρρώστια και σιγά σιγά στο προσδοκώμενο τέλος. Ένας άνθρωπος που έχει συμβιώσει αρμονικά με το κορμί του, σε αντίξοες και οριακές καταστάσεις, βλέπει τις δυνάμεις του σιγά σιγά να τον εγκαταλείπουν (το κορμί μου με φοβόταν/αυτό το μεγάλο κορμί πετούσε στο κενό). Παραδομένος στο πένθος και την αρρώστια, μαθαίνει να αποδέχεται αυτό το φυσικό φαινόμενο, να χάνει σιγά σιγά τις δυνάμεις του.
Η Γιουρσενάρ, με την ευκολία που διακρίνει την ευαισθησία της, διεισδύει στα απίστευτα δαιδαλώδη μονοπάτια που ακολουθεί η ψυχή που αποχαιρετά τον κόσμο.
Χριστίνα Παπαγγελή


[1] Ένα μικρό δείγμα:
Μικρή ψυχή, περιπλανώμενη και γητεύτρα
Φιλοξενούμενη και σύντροφε του σώματος
Που σύντομα θα αναχωρήσεις για τόπους
Σκοτεινούς, παγωμένους και ομιχλώδεις
Ένα τέλος σε όλα σου τα αστεία...

Τετάρτη, Ιουνίου 17, 2015

Μακάρι να ήσουν εδώ, Γκράχαμ Σουίφτ

κάποια πράγματα δεν γίνονται με ωραίο τρόπο

Μια σκοτεινή, καταθλιπτική οικογενειακή ιστορία ξετυλίγεται στις σελίδες αυτού του βιβλίου από τον Γκράχαμ Σουίφτ[1]. Είναι η ιστορία μιας οικογένειας κτηνοτρόφων αγελάδων, στην κομητεία Ντέβον της νοτιοδυτικής Μ. Βρετανίας, την εποχή που εξαπλώθηκε η εγκεφαλοπάθεια των τρελών αγελάδων (δεκαετία ‘ 90) και κάποια χρόνια αργότερα, ο αφθώδης πυρετός (2001), οδηγώντας εκατομμύρια -υγιή φαινομενικά- ζώα στην πυρά.
Ο πρωταγωνιστής Τζακ και η γυναίκα του (κόρη του γείτονα, κι αυτή από οικογένεια κτηνοτρόφων),  έρχονται να αντιμετωπίσουν μια σειρά από καταστάσεις που ακολουθούν αυτήν την απρόβλεπτη περίσταση. Στο «σήμερα» έχουν εγκαταλείψει την κτηνοτροφία και με την πρωτοβουλία της δυναμικής Έλλης ασχολούνται με… τροχόσπιτα, επιτρέποντας στον εαυτό τους ένα μεγάλο ταξιδάκι αναψυχής κάθε χρόνο στην Καραϊβική. Όμως το σκοτεινό παρελθόν, η αυτοκτονία του πατέρα του Τζάκ, ο θάνατος του πατέρα της Έλλης αμέσως μετά, η μυστήρια απόφαση του αδερφού Τομ να καταταγεί στον ιρακινό στρατό, η εξαφάνισή του, όλα αυτά  τούς στοιχειώνουν.
Η συμπλήρωση του παζλ γίνεται με αλλεπάλληλα φλας μπακ και προοικονομίες. Σε πολλές περιπτώσεις προτάσσεται το συναίσθημα, και μετά από κάποιες παραγράφους έχουμε την αιτία που το προκαλεί,πολλές φορές με υπαινιγμούς (π.χ. το γράμμα το πήραν πριν από εννιά μέρες/τώρα μ αυτό το γράμμα οι λέξεις ήταν σαν μαχαιριές: δεν ολοκληρώνονται οι απαντήσεις στα ερωτηματικά που θέτουν αυτές οι φράσεις, παρά πολύ μετά, και με πολλές παρεκβάσεις). Υπάρχει συναισθηματική ένταση που σου προκαλεί την περιέργεια, αλλά το υπερβολικά γριφώδες ύφος κουράζει. Άλλωστε, δεν φαίνεται να εξυπηρετεί καμιά σκοπιμότητα. Μερικές φορές, μάλιστα, αισθάνεσαι ότι η ένταση είναι δυσανάλογη των περιστάσεων, κοινώς ότι γίνεται «πολλή φασαρία για το τίποτα»∙ υπερβολική έμφαση σε σχέση με το γεγονός, υπερβολική ένταση ανάμεσα στις σχέσεις.  Στη σχέση του Τζακ με τον πατέρα του, με την Έλλη (ειδικά στο τέλος η ένταση κορυφώνεται, οι συμπεριφορές  δημιουργούν ερωτηματικά που δεν απαντιούνται επαρκώς), του Τζακ με τον αδερφό του Τομ. Αλλά και ο επαναπατρισμός του νεκρού Τομ, η όλη τελετή και τα συναισθήματα του Τζακ μου φάνηκαν υπερβολικά… υπερβολικά. Σαν να στέκονται στον αέρα, το πολύ πολύ να υποθέσει κάποιος ότι το ζευγάρι είχε κάποιες αόριστες τύψεις απέναντι στον Τομ…
Η φράση «μακάρι να ήσουν εδώ» είναι σημαδιακή εφόσον οριοθετεί την απαρχή της σχέσης του Τζακ και της Έλλης. Την αναφέρει όμως κι ο Τομ σε κάποιο πρωτοπρόσωπο μονόλογο που παραθέτει ο συγγραφέας (ελάχιστα πρωτοπρόσωπα αποσπάσματα έχουμε):  Έτσι κατατάχτηκα στο στρατό, Τζακ. Και να με τώρα στην ηλιόλουστη Μπάσρα. Μακάρι να ήσουν εδώ. Όχι, δεν το εννοώ. Χαιρέτα μου την Έλλη.
Το σκοτεινό τοπίο του Ντέβον, η θάλασσα, η ομίχλη, οι σιωπές επιτείνουν αυτήν την ατμόσφαιρα μυστηρίου που διατηρεί βέβαια κάποια γοητεία. Η όλη ατμόσφαιρα αφήνει την αίσθηση ότι ίσως έχουν πειραχτεί και οι άνθρωποι από την αρρώστια των ζώων, από την εμμονή του θανάτου.


Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Δεν πρόκειται για τον συγγραφέα του Γκιούλιβερ  -αυτός είναι Τζόναθαν- αλλά του περίφημου «Το φτερωτό μπαλάκι» και του «Υδάτινη χώρα»

Τρίτη, Ιουνίου 09, 2015

Η καρδερίνα, Donna Tartt

Υπερβολικά… χορταστικό μυθιστόρημα μυστηρίου, όχι μόνο επειδή είναι 1000 περίπου πυκνογραμμένες σελίδες, αλλά γιατί ικανοποιεί πολλές… ορέξεις εφόσον το χαρακτηρίζουν: θυελλώδης πλοκή, μυστήριο-αγωνία, ψυχογραφικό ενδιαφέρον, επιμονή στη λεπτομέρεια, έμφαση στο συναίσθημα∙  μετρημένη  χρήση κάποιων τεχνικών που κάνουν την πλοκή συναρπαστική  -όπως απότομη μεταβολή της τύχης (κοινώς απρόοπτα), τραγική ειρωνεία∙ και το ύφος είναι εύληπτο, καθημερινό, γοργό (μερικοί θα διαφωνήσουν), αβίαστο. Το γράψιμο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί βιωματικό, «κλασσικό» (θυμίζει λίγο τις λεπτομερειακές περιγραφές των συγγραφέων του 19ου αι.)∙ κάποιοι παραλληλίζουν τον κύριο ήρωα- αφηγητή με τον Ντέηβιντ  Κόπερφιλντ  (anagnostria)  ή τον Χάρι Πότερ, εγγυημένα αγαπητούς ήρωες. Το ότι η συγγραφέας είναι τέκνο της δημιουργικής γραφής μάς βάζει σε υποψίες,  βέβαια, ότι το τόσο ισορροπημένο αποτέλεσμα είναι προϊόν «συνταγής», όμως, κατά τη γνώμη μου… όχι μόνο! Μέσα από γνώριμες φόρμουλες αναγνωρίζει κανείς κάτι πηγαίο, περιεχόμενο αξιόλογο, την αίσθηση ότι η συγγραφέας «έχει κάτι να πει».  Δεν είχα επίσης την αίσθηση που είχαν άλλοι φίλοι και μπλόγκερς, ότι υπάρχουν περιττά φλύαρες περιγραφές, ατέλειωτες λεπτομέρειες.  Για μένα ήταν τόσο συμπαθητικός ο ήρωας, τόσο ιδιαίτερες οι συνθήκες που είχε να αντιμετωπίσει και τόσο «ταυτιστική» η γραφή (δηλαδή γραφή που ωθεί τον αναγνώστη να ταυτιστεί με τον κεντρικό αφηγητή), που δεν με ενόχλησε καθόλου η λεπτομερειακή  παρουσίαση/αφήγηση- άλλωστε το ύφος το χαρακτήρισα γοργό γιατί δεν υπάρχει επιβράδυνση του πραγματικού χρόνου όπως συμβαίνει σε πολλούς συγγραφείς. Ούτε οι περιγραφές αποτελούν επίδειξη γνώσεων ή παράθεση πληροφοριών. Είναι λεπτομέρειες  που η σημασία τους εντάσσεται στην αξία του βιώματος, αξίζει δηλαδή να ειπωθούν για να υπογραμμιστεί η σημασία που είχε ο τρόπος που βίωσε κάποια πράγματα ο αφηγητής.
Επίσης, τα πλούσια και βαθιά συναισθήματα που αφορούν τις σχέσεις των ηρώων, δεν περιγράφονται  άμεσα αλλά υποβάλλονται μέσα από τα αντικείμενα, τα γεγονότα, την πλοκή∙ κατά τη γνώμη μου αυτή είναι μια σπάνια μυθιστορηματική αρετή, που προϋποθέτει μεγάλη συνθετική ικανότητα και τέχνη.

Ο εικοσιεπτάχρονος λοιπόν πρωταγωνιστής  Θίο Ντέκερ ξεκινάει την αφήγησή του από το κεντρικό γεγονός που σημάδεψε τη ζωή του και την πορεία του, όταν ήταν δεκατριών χρονών (η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη και μόνο στην αρχή γίνεται αναφορά στο «σήμερα»). Μαθαίνουμε ότι τότε ζούσε με την όμορφη κι ενδιαφέρουσα μητέρα του, ενώ ο πατέρα ψυχρός, απόμακρος, τους  είχε παρατήσει εδώ και καιρό. Το δυστύχημα (έκρηξη στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης) που γίνεται η αιτία να χάσει ο Θίο τη μητέρα του και να βρεθεί σχεδόν κατά τύχη μ έναν πολύτιμο πίνακα στα χέρια, εκτείνεται σε εκατό περίπου σελίδες. Είναι τόσο ιδιαίτερες οι συνθήκες κι έντονα τα συναισθήματα, που κυριολεκτικά σου κόβεται η ανάσα. Σ αυτό βέβαια υποβοηθούν  και φράσεις όπως «τα πράγματα θα είχαν εξελιχθεί καλύτερα αν εκείνη είχε ζήσει»/ κάποτε ήταν μια απόλυτα συνηθισμένη μέρα, τώρα όμως εξέχει από το ημερολόγιο σαν σκουριασμένο καρφί/ εγώ ευθυνόμουν για τον θάνατό της που προτάσσονται της αφήγησης των γεγονότων και σου δημιουργούν ερωτηματικά (in medias res).
Ο Θίο βρίσκεται πια στα χέρια της Πρόνοιας, που τον παραδίδει σε μια ανάδοχη οικογένεια φίλων, ενώ οι συγγενείς πρώτου βαθμού (πατέρας και παππούδες) είναι άφαντοι. Το πώς αντιμετωπίζει ένα δεκατριάχρονο αγόρι μια τέτοια συγκυρία νομίζω αποδίδεται εκπληκτικά. Τίποτα πολύ κραυγαλέο. Προσπάθεια να ενταχτεί σε μια καινούρια καθημερινότητα με τρόπο σχεδόν παιδικό (μα είναι παιδί!). Ωστόσο διαρρέουν, όπως είναι φυσικό,  στιγμές ακραίου πένθους (ξανά και ξανά αναβίωνα τη βροχή να ραντίζει τα πρόσωπά μας. Αυτό που είχε συμβεί ήταν αμετάκλητο, το ήξερα, κι ωστόσο την ίδια στιγμή ένιωθα ότι έπρεπε να υπάρχει κάποιος τρόπος να γυρίσω πίσω στο βροχερό δρόμο και να αλλάξω τη ροή των γεγονότων/κάθε μέρα της υπόλοιπης ζωής μου θα με οδηγούσε πιο μακριά από κείνην/ το άσχημο κομμάτι αυτών των ονείρων δεν ήταν το να πασχίζω να τη βρω, αλλά το να ξυπνάω και να θυμάμαι ότι ήταν νεκρή).

Το επεισόδιο όμως της έκρηξης στο Μουσείο δεν ήταν καθοριστικό μόνο γιατί έχασε ο Θίο τη μητέρα του. Ένας μικρός, σπάνιας αξίας πίνακας  -η περίφημη «Καρδερίνα» του Φαμπρίσιους (K. Fabritious), το αγαπημένο έργο της μητέρας - φτάνει σχεδόν τυχαία στα χέρια του, κι από ένα σημείο και μετά δεν ξέρει πώς να χειριστεί αυτό το μυστικό (δυστυχώς είχα καθυστερήσει υπερβολικά να πω κάτι σε οποιονδήποτε, με αποτέλεσμα να νιώθω πλέον ότι ήταν πολύ αργά για να το τολμήσω), εφόσον η κλοπή του πίνακα είναι βαρύτατο αδίκημα. Μαζί με τον πίνακα, το δαχτυλίδι του κυρίου Χόμπαλτ, που του το εμπιστεύτηκε τελευταία στιγμή λίγο πριν πεθάνει κι εκείνος από την ίδια έκρηξη στο Μουσείο, τον οδηγεί κάποια στιγμή στον οίκο Μπλάκγουελ και Χόμπαρτ, ένα περίφημο παλαιοπωλείο όπου συντηρούνται ή επισκευάζονται αντίκες. Το βασικότερο όμως είναι ότι ο ήρωάς μας γνωρίζει τον αντικέρ και συντηρητή παλαιών επίπλων Χόμπι (Τζέιμς Χόμπαρτ), ένα πρόσωπο που θα καθορίσει με πολλούς τρόπους την μετέπειτα πορεία του.
Ήταν αναζωογονητικό να κουβεντιάζω μ έναν ενήλικα που φαινόταν να ενδιαφέρεται για μένα πέρα από την κακοτυχία μου, χωρίς να προσπαθεί να αποσπάσει πληροφορίες ή να αραδιάζει ατάκες από τη λίστα με Αυτά που Πρέπει να Πεις σε ένα Διαταραγμένο Παιδί.
Και:
Το χέρι του Χόμπι βαθύ και καθησυχαστικό στον ώμο μου, μια άγκυρα που με έκανε να αισθάνομαι πως όλα είναι εντάξει. Είχα να νιώσω τέτοιο άγγιγμα από τότε που πέθανε η μητέρα μου –φιλικό, σταθερό εν μέσω κυκεώνα γεγονότων-, και, σαν αδέσποτο σκυλί που διψάει για λίγη τρυφερότητα, ένιωσα να συντελείται μέσα μου μια βαθιά, σχεδόν εσώψυχη μετατόπιση της αφοσίωσης, που αποκρυσταλλώθηκε στην ξαφνική, ταπεινωτική, σπαρακτική πεποίθηση ότι «αυτό το σπίτι είναι ασφαλές, αυτός ο άνθρωπος είναι αξιόπιστος, μπορώ να τον εμπιστευτώ».
Στον ίδιο χώρο, το κατάστημα επίπλων,  έρχεται σε επαφή με την -επίσης  θύμα της έκρηξης- κοκκινομάλλα Πίππα, που θα γίνει ο έρωτας της ζωής του. Είναι βαριά τραυματισμένη, όμως ένα φιλί προτού χωρίσουν για πολλά χρόνια οι δυο ήρωες, σφραγίζει μια σχέση αδιάβλητη.

Η ζωή του Θίο δεν είναι ευθύγραμμη… Οι ανατροπές  αναπροσδιορίζουν συνέχεια τη ζωή του όχι μόνο γιατί τα γεγονότα είναι θυελλώδη, αλλά και γιατί οι σχέσεις με κάποιους ανθρώπους (τον πατέρα του, τον Μπόρις, τον Χόμπι, την Πίππα) είναι όχι μόνο καθοριστικές αλλά περνάν από σαράντα κύματα, εξελίσσονται, ωριμάζουν.
 Κάποια στιγμή εμφανίζεται ο απόμακρος, ανεπιθύμητος, αλκοολικός κι απατεωνίσκος πατέρας με την Ζάντρα, μια εξίσου άξεστη τύπισσα που αντικατέστησε την μητέρα του, και τον παίρνουν μακριά από τη Νέα Υόρκη, στο Λας Βέγκας (πίσω στη Νέα Υόρκη όλα μου θύμιζαν τη μητέρα μου, κάθε ταξί, κάθε γωνιά του δρόμου, κάθε σύννεφο που αρμένιζε στον ουρανό, αλλά εδώ έξω, σε αυτό το καυτό, ανόργανο κενό, ήταν λες κι εκείνη δεν είχε υπάρξει ποτέ). Η συμβίωση με το μη συμβατικό αυτό ζευγάρι γονέων (συνήθως απουσίαζαν, δεν υπήρχε καθόλου επιτήρηση, τσακώνονταν φωναχτά μεταξύ τους/ ξενύχτια/ αλκοόλ/ κοκαΐνη/ τζόγος  κλπ), σε μια περιοχή  που δεν έχει σινεμά, ντίσκο, κοσμική ζωή, αναδιατάσσουν όλον τον ψυχισμό του Θίο. Σιγά σιγά ωστόσο, μέσα από τρομερές αντιξοότητες χτίζεται η μέχρι τότε ανύπαρκτη σχέση γιου- πατέρα σε μια βάση εμπιστοσύνης και  - σχετικής-  κατανόησης (έκανα ένα τεράστιο λάθος, μικρέ. Δεν έπρεπε ποτέ να αφήσω τη σχέση μου με τη μητέρα σου να επηρεάσει τη σχέση μου μαζί σου/ δεν κατηγορώ τη μαμά σου για τίποτα, έχω ξεπεράσει προ πολλού τη φάση. Απλώς… σε αγαπούσε τόσο πολύ, που ένιωθα πάντα κάπως παρείσακτος όταν ήμουν μαζί σας. Σαν να ήμουν ξένος μέσα στο ίδιο μας το σπίτι. Οι δυο σας ήσασταν τόσο δεμένοι, ώστε δεν έμενε χώρος για τρίτο). Δεν παύει βέβαια ο πατέρας να είναι ένα ρεμάλι που τον κυνηγάνε πιστωτές, που προσπαθεί να φάει τα χρήματα του Θίο, που γίνεται βίαιος όταν πνίγεται στα πάθη του αλκοόλ και του τζόγου.

Ανατρεπτική και καθοριστική στη ζωή του είναι και η γνωριμία- φιλία με τον μοναδικό Μπόρις, συμμαθητή του στο Λας Βέγκας, σχέση σημαδιακή και στη συνέχεια. Ο Μπόρις είναι ο ορισμός του μη συμβατικού: από πατέρα Ουκρανό αλκοολικό και βίαιο, μάνα από Πολωνία που αυτοκτόνησε τύφλα από το μεθύσι∙ έχει ζήσει σε έξι εφτά χώρες (κυρίως Αυστραλία, Πολωνία, Ρωσία), μιλάει τρεις τουλάχιστον γλώσσες… Ο Μπόρις είχε πολύ πιο ενδιαφέρουσα ζωή απ όσους συνομηλίκους μου είχα γνωρίσει/ήταν το μοναδικό άτομο στο Λας Βέγκας στο οποίο είχα πει πώς είχε πεθάνει η μητέρα μου –πληροφορία που, προς τιμήν του, άκουσε με απόλυτη απάθεια. Η δική του ζωή υπήρξε τόσο άστατη και γεμάτη βία, ώστε δε φάνηκε να σοκάρεται και πολύ απ την ιστορία μου. Η φύση του είναι τυχοδιωκτική, ριψοκίνδυνη, απερίσκεπτη.
Η φιλία με τον Μπόρις είναι μοναδική. Βασισμένη σε μια ειλικρίνεια και ωμότητα που σπάει όλα τα φράγματα. Έχοντας να αντιμετωπίσουν ουσιαστική εγκατάλειψη εφόσον ανήκουν ο καθένας σε διαλυμένη οικογένεια, με πατεράδες λούμπεν, αλκοολικούς, (τον Μπόρις τον ξυλοφορτώνει άγρια ο πατέρας του)-, ζουν μαζί, πίνουν, «φτιάχνονται», μεθάνε, κάνουν κοπάνα, καπνίζουν, ξερνάνε, χτυπιούνται, μαλώνουν, κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι. Μέρες και νύχτες κραιπάλης (όμως όταν ξυπνούσαμε βογκώντας το επόμενο πρωί, ξαπλωμένοι μπρούμυτα στις δυο άκρες του κρεβατιού, τα πάντα είχαν ξεθωριάσει σε μια σειρά από φευγαλέες εικόνες, αποσπασματικά και κακοφωτισμένα στιγμιότυπα σαν καρέ πειραματικής ταινίας/ παρόλ αυτά πολλές φορές αναρωτήθηκα μήπως θα έπρεπε να μαζέψω το κουράγιο μου και να πω κάτι, να θέσω κάποια όρια, να ξεκαθαρίσω τα πράγματα, έστω και μόνο για να σιγουρευτώ πως δεν είχε λάθος εντύπωση. Αλλά δεν είχε ποτέ εμφανιστεί η κατάλληλη ευκαιρία).

Ο Θίο όμως, σε ηλικία δεκαπέντε μισό αναγκάζεται να φύγει σαν κυνηγημένος από το Λας Βέγκας λόγω του αιφνίδιου θανάτου του πατέρα του (μάλλον τον «φάγανε»). Ξέρει καλά ότι, όντας ανήλικος, θα καταλήξει πάλι στο έλεος της υπηρεσίας ανηλίκων κι έτσι αναχωρεί άρον άρον για Ν.Υ. Ο χωρισμός με τον Μπόρις είναι σπαρακτικός (περισσότερο απ ο τιδήποτε άλλο ένιωθα ανακούφιση που, μέσα στην ασυνήθιστη λογοδιάρροια που με είχε πιάσει, συγκρατήθηκα και δεν ξεφούρνισα αυτό που είχα στην άκρη της γλώσσας μου, αυτό που δεν είχα ξεστομίσει ποτέ, παρότι ήταν κάτι που ξέραμε πολύ καλά και οι δυο χωρίς να είναι απαραίτητο να του το πω εκεί στη μέση του δρόμου. Και αυτό ήταν, βεβαίως, το Σ’ αγαπώ), δεδομένου ότι κι οι δυο είναι «βίος και πολιτεία», χωμένοι στα τριπάκια, στα κόλπα, στην έκσταση, στις απατεωνιές, αλλά κυρίως μετέωροι σε μια ζωή χωρίς μέλλον.
Ο Θίο, επιστρέφοντας στη Ν.Υ. βρίσκεται σε υπαρξιακή απόγνωση∙ καταφεύγει στον αντικέρ και συντηρητή επίπλων Χόμπι, ο οποίος μάλιστα  αναλαμβάνει και επίσημα την κηδεμονία του. Ο Χόμπι είναι μια σταθερή αξία (ήταν αφηρημένος και καλοσυνάτος∙ ήταν ξεχασιάρης και αιθεροβάμων και αυτοσαρκαστικός και ευγενικός), ήρεμος, έντιμος, καλλιτέχνης όχι επιχειρηματίας. Υποκαθιστά το πατρικό πρότυπο στην ψυχή του Θίο αλλά ζει στον αδιατάρακτο κόσμο της τέχνης του και δεν τον κλονίζει ούτε η είδηση ότι ο Θίο τον εξαπατά (θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι αντέδρασε σαν κάποιος πατέρας που αγαπά υπερβολικά τον γιο του). Γιατί,  καθώς  ο Θίο ενηλικιώνεται, και τελικά συνεργάζεται στην επιχείρηση του Χόμπι ως έμπορος επίπλων, εξαπατά ασύστολα τον συνεργάτη του πουλώντας τις απομιμήσεις αντικών που φτιάχνουν σαν γνήσια έργα τέχνης, εν αγνοία βέβαια του Χόμπι (το όλο πράγμα δεν είχε να κάνει τόσο με τα λεφτά∙ μου άρεσε το παιχνίδι). Οι απίστευτου μεγέθους  κομπίνες κάνουν την επιχείρηση να ανακάμψει, αλλά τελικά μπλέκουν άσχημα τον Θίο που γίνεται αντικείμενο εκβιασμών.

Στη Νέα Υόρκη ξανασυναντά και τον μεγάλο, πάντα ανικανοποίητό του έρωτα, την Πίππα. Οι ερωτικές σουβλιές (καθώς η Πίππα είναι αρραβωνιασμένη) είναι απίστευτης έντασης και οι σελίδες που αφορούν αυτή τη γωνιά του συναισθηματικού κόσμου του Θίο, από τις ωραιότερες το βιβλίου (τα συναισθήματά μου με εξόργιζαν. Δεν άντεχα να περιφέρομαι με την «καρδιά ραγισμένη» (αυτές οι λέξεις, δυστυχώς, ήταν οι πρώτες που μου’ ρχονταν στο μυαλό), ήταν βλακώδες, ήταν γλυκανάλατο και αξιολύπητο και μίζερο. Αλλά η σκέψη της μου προκαλούσε τέτοια οδύνη, ώστε δεν μπορούσα να την ξεχάσω/(…) κι όμως, όλες αυτές οι ατέλειες ήταν για μένα τόσο τρυφερές και ιδιαίτερες, ώστε με έριχναν σε βαθιά απελπισία).
Αυτό όμως που διατρέχει όλες αυτές τις περιπέτειες και τις ανατροπές όλα αυτά τα χρόνια, είναι η συντροφιά της καρδερίνας, του περίφημου πίνακα του Φαμπρίσιους. Ο Θίο, από δεκατριών χρονών, παρόλο το νεαρόν της ηλικίας, φυλάει το μυστικό του πολύ προσεκτικά. Έχει μάθει και από τη μητέρα του να εκτιμά τα έργα τέχνης (και μόνο με την κίνηση να απλώσω το χέρι μου για να τον πάρω, με κατέκλυζε μια αίσθηση διεύρυνσης, ανάδυσης και ανύψωσης/και αλλού: εξέπεμπε μια δύναμη, μια ακτινοβολία, μια φρεσκάδα σαν το πρωινό φως στο παλιό μου σπίτι στη Νέα Υόρκη, γαλήνιο αλλά ευφρόσυνο, ένα φως που έκανε τα πάντα πιο διαυγή, αλλά ταυτόχρονα και πιο τρυφερά και πιο όμορφα απ όσο ήταν στην πραγματικότητα).  Έχει μάθει κι από τον Χόμπι πώς να φροντίζει  ένα έργο τέχνης. Τον κρύβει βέβαια επιμελώς  και πάντα έχει τον νου του. Κάποια στιγμή γίνεται θέμα η κλοπή πινάκων από τη συγκεκριμένη έκρηξη στο Μουσείο Τέχνης της Ν.Υ. Ο πανικός οδηγεί τον νεαρό έμπορο αντικών πια, Θίο, να καταφύγει σε αποθήκη φύλαξης και να ησυχάσει μια και καλή από το καθημερινό άγχος αν θα βρεθεί ο πίνακας ή αν θα καταστραφεί.
Αυτό είναι και το ουσιαστικό μυστήριο που κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη, όσο αφορά την πλοκή. Τι θα απογίνει με την καρδερίνα, πώς θα ξεμπλέξει ο ήρωας.
Περίπου στις 700 του βιβλίου (από τις 1000) γίνεται μια μεγάλη ανατροπή. Μια εξέλιξη τελείως απροσδόκητη που αφορά την εξαφάνιση του πίνακα, αν θεωρήσει κανείς ότι το αναμενόμενο ήταν να ανακαλύψουν κάποιοι επιτήδειοι την κλοπή και να κυνηγήσουν τον Θίο.  Το βιβλίο ξεφεύγει πια από το ψυχογραφικό περιεχόμενο, γίνεται καθαρά  -καλό- αστυνομικό, με πολλές ακόμα ανατροπές (όπως  σχετικά με τον αρραβώνα του Θίο), με πλούσια δράση και αγωνία. Η κάθαρση επέρχεται με… αξιοπρέπεια, σε όλα τα επίπεδα. Η σχέση του Θίο με τους συμπρωταγωνιστές (Χόμπι, Μπόρις, Πίππα) κλείνει έναν αντίστοιχα κύκλο, ενώ το βιβλίο κλείνει με κάποιες σελίδες αναστοχασμού, κατά τη γνώμη μου λίγο φλύαρες και περιττές, αλλά που υπογραμμίζουν  το περιεχόμενο με συνέπεια:
Ανάμεσα στην «πραγματικότητα» από τη μια πλευρά και στην αντίληψη της πραγματικότητας από το μυαλό υπάρχει μια ενδιάμεση ζώνη, μια άκρη του ουράνιου τόξου όπου γεννιέται η ομορφιά, όπου δυο πολύ διαφορετικές επιφάνειες εφάπτονται και συγχωνεύονται για να προσφέρουν αυτό που δεν προσφέρει η ζωή: και αυτός είναι ο χώρος όπου υπάρχει όλη η τέχνη και όλη η μαγεία.
Και θα πρόσθετα επίσης, όλη η αγάπη. Ή, ακριβέστερα, αυτή η ενδιάμεση ζώνη αντικατοπτρίζει τη θεμελιώδη ανακολουθία της αγάπης. (…) Η ίδια η Πίππα είναι το παιχνίδισμα ανάμεσα σε αυτά, αγάπη και μη αγάπη ταυτόχρονα, παρούσα και απούσα. (…) Ο χώρος μέσα στον οποίο υπάρχω και θέλω να συνεχίσω να υπάρχω –και για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, εύχομαι να πεθάνω μέσα σε αυτόν-  είναι αυτή ακριβώς η ενδιάμεση ζώνη: εκεί όπου η απελπισία συναντάει την απόλυτη ετερότητα και δημιουργεί κάτι θεσπέσιο
Χριστίνα Παπαγγελή 

Υ.Σ. Εξαιρετικού ενδιαφέροντος, όπως πάντα, και οι αναγνώσεις της Λέσχης Ανάγνωσης του "Degas" και της anagnostria . Στο συγκεκριμένο βιβλίο οι γνώμες μάλιστα αποκλίνουν.

Παρασκευή, Ιουνίου 05, 2015

Το χαμόγελο της Αντζέλικα, Αντρέα Καμιλλέρι

«Μια ακόμη υπόθεση του επιθεωρητή Μονταλμπάνο», με το τυπικό των αγαπημένων αστυνομικών ιστοριών.  Μια ιστορία με αλλεπάλληλες διαρρήξεις που καλείται ο συμπαθητικός ντετέκτιβ να εξιχνιάσει, μαζί με τους γνωστούς του συνεργάτες (τον Φάτσιο, τον γραφικό Καταρέλλα κ.α.), ενώ στην υπόθεση μπλέκεται η μυστηριώδης Αντζέλικα που με το… χαμόγελό της διαλύει κάθε αυτοπεποίθηση του αστυνομικού (πρώτον, η όρασή του θόλωσε ελαφρά∙ δεύτερον, ένιωσε τα πόδια του να τρέμουν και τρίτον, του κόπηκε η ανάσα).
Η τεχνική των διαρρήξεων που περιγράφεται στο μυθιστόρημα είναι παρμένη από την πραγματικότητα, από μια σειρά διαρρήξεων που έγιναν στη Ρώμη, όπως επισημαίνει ο Καμιλλέρι.  Ο δράστης επικοινωνεί με την αστυνομία ενώ κυκλοφορεί ένας περίφημος κατάλογος υποψήφιων θυμάτων, μέσα στα οποία περιλαμβάνεται και η Αντζέλικα. Η υπόθεση εξελίσσεται σ ένα κυνηγητό γάτας με ποντίκι.
Πέρα από τις χιουμοριστικές καταστάσεις που δημιουργούνται με τον αμίμητο Καταρέλα, ο Καμιλλέρι εδώ σατιρίζει και την ερωτική ψυχοσύνθεση του κεντρικού του ήρωα, του αστυνόμου Μονταλμπάνο. Πρώτα πρώτα σκηνές ζηλοτυπίας με την αρραβωνιαστικιά του Λίβια που καταλήγουν σε φιάσκο. Στη συνέχεια, το σκίρτημα ψυχής στη συνάντηση με την Αντζέλικα, που του θυμίζει την αντίστοιχη Αντζέλικα στον Ορλάνδο Μαινόμενο του Αριόστο, έτσι όπως την είχε φανταστεί και ποθήσει ζωντανή, με σάρκα και οστά, στα δεκάξι του χρόνια, κοιτώντας κρυφά τις εικόνες του Γκυστάβ Ντορέ που η θεία του του απαγόρευε να δει.

Οι φαντασιώσεις, ο πόθος, η αμοιβαία πρόκληση μπλέκονται με την πραγματικότητα και με το ρεαλισμό που πρέπει να επιδείξει ο αστυνόμος για να λύσει το μυστήριο.
Χριστίνα Παπαγγελή

Δευτέρα, Μαΐου 25, 2015

Ερωτοτροπίες, Χαβιέρ Μαρίας

Το συναίσθημα είναι αδύνατον να το ξεγελάσεις ή να το παραβλέψεις,
ακόμα κι αν είναι σχεδόν φανταστικό.
Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι
να συμφιλιωθείς μαζί του και να το κατευνάσεις.

Πολύ πρωτότυπη η ιστορία, πολύ ιδιαίτερες οι ψυχικές  διεργασίες στους πρωταγωνιστές και συμπαθέστατη η κεντρική ηρωίδα και αφηγήτρια! Τρία χαρακτηριστικά που σε κάνουν να αντέξεις το υπεραναλυτικό γράψιμο του Χαβιέρ Μαρίας το οποίο επιβραδύνει ώρες ώρες απελπιστικά την πλοκή (για την οποία… καίγεσαι να μάθεις τη συνέχεια) και προσδίδει αναληθοφάνεια στους ήρωες, εφόσον όλοι μιλάνε και σκέφτονται με τον ίδιο, αναστοχαστικό τρόπο. 
Δεν νομίζω ότι ο όρος «ερωτοτροπίες» είναι εύστοχος για τίτλο της συγκεκριμένης υπόθεσης[1]. Αν και το περιεχόμενο αφορά ουσιαστικά εκφάνσεις του έρωτα, θεωρώ ότι η λέξη ερωτοτροπία προσδίδει κάποια επιπολαιότητα, είναι κάτι σαν φλερτ. Θα ταίριαζε μια λέξη που θα υποδήλωνε τον ανεκπλήρωτο έρωτα, τον ανικανοποίητο, ή την ανικανοποίητη επιθυμία για πληρότητα. Ίσως και η λέξη « ξελόγιασμα» -του έρωτα-  που επαναλαμβάνεται πολλές φορές μέσα στο βιβλίο για να υποδηλώσει την αδυναμία μπροστά σε κάποιον/α που μας προκαλεί έντονη έλξη, είναι πιο κατάλληλη. Ας πούμε, όσο αφορά την πρωταγωνίστρια και αφηγήτρια Μαρία Ντολθ, εκείνη αδίστακτα προσχωρεί σε μια ερωτική σχέση που ξέρει εκ των προτέρων ότι είναι με ημερομηνία λήξης, εφόσον το αντικείμενο του πόθου, ο Χαβιέρ, δεν κρύβει ότι περιμένει να ωριμάσει ο έρωτας μιας άλλης γυναίκας γι αυτόν, όσο περνάει ευχάριστες στιγμές παράλληλα, με την Μαρία. Η Ντολθ απολαμβάνει αυτό που έχει χωρίς να απαιτεί κανένα είδος δέσμευσης και «ρουφάει» κάθε ενέργεια που της δίνουν οι περιστασιακές  συναντήσεις (κοίταζα τα χείλη του καθώς φλυαρούσε, τα κοίταζα επίμονα και αδιάντροπα, φοβάμαι, άφηνα τα  λόγια του να με λικνίζουν και δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από την πηγή που ξεπηδούσαν, λες κι ήταν όλος ένα στόμα για φίλημα). Η «εγγυημένη» μάλιστα αυτή προσωρινότητα  δίνει μια άλλη γοητεία στην ερωτική έλξη, ένα διαφορετικό βάθος στην επιθυμία, που είναι σίγουρα απαλλαγμένη από σκοπιμότητες και επενδύσεις για το μέλλον (γάμος, ασφάλεια κλπ).  Το ίδιο ξελόγιασμα, ίσως και πιο έντονο απλώς δεν το παρακολουθούμε από κοντά, πρέπει να νιώθει και ο Χαβιέρ για τη γυναίκα του νεκρού του φίλου.
Ο ψυχισμός της αφηγήτριας ξεδιπλώνεται σε πρώτο πρόσωπο, με εξονυχιστικές λεπτομέρειες, που πάντα όμως έχουν  -ψυχογραφικό- ενδιαφέρον. Είναι παραδομένη στα ψίχουλα του έρωτα χωρίς καμία προσδοκία, συμβιβασμένη σε μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αρνηθεί (δεν μπορούμε να αξιώνουμε να είμαστε οι πρώτοι, ή οι πιο προσφιλείς, είμαστε απλά ό, τι είναι πιο διαθέσιμο, τα απομεινάρια, τα περισσεύματα, οι επιζήσαντες/ σαν μας παγιδέψει το δίχτυ της αράχνης, φαντασιωνόμαστε δίχως όρια και ταυτόχρονα ικανοποιούμαστε με κάθε ψίχουλο, με το να τον ακούμε, να τον μυρίζουμε, να τον διακρίνουμε, να τον προαισθανόμαστε, με το να βρίσκεται ακόμη στον ορίζοντά μας και να μην έχει χαθεί εντελώς, με το να μη φαίνεται ακόμη στο βάθος το σύννεφο σκόνης πίσω από την άτακτη φυγή του). Δεν δίνει ωστόσο τον αέρα της ηττοπάθειας. Άλλωστε έχει μια παράλληλη σχέση, όπου οι ρόλοι δύναμης- αδυναμίας είναι αντεστραμμένοι (κράτησε όσο και ο Χαβιέρ στη ζωή μου –όπως συμβαίνει συχνά όταν συμπίπτουν χρονικά δυο σχέσεις, η μία δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς την άλλη, όσο διαφορετικές και αντίθετες κι αν είναι)!
Η Μαρία παρατηρεί με μεγάλη προσοχή τους άλλους κι έχει διεισδυτική ματιά. Ερμηνεύει τα σημεία, κι από μια μικρή λεπτομέρεια οδηγείται σε γοητευτικές κρίσεις και παράδοξους συσχετισμούς.  Όταν, π.χ. ξεφεύγει ένα μικρό, αληθινό γελάκι από τα χείλη της βαρυπενθούσας Λουίζας:
            Υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, όχι όμως πολλοί, που ανυπομονούν και πλήττουν στη δυστυχία, και η δυστυχία δεν βαστάει πολύ κοντά τους, κι ας έχει για ένα διάστημα ξεσπάσει πάνω τους με λύσσα, ολοφάνερα και αντικειμενικά. (…) Ναι, υπάρχουν άνθρωποι που δεν αντέχουν τη δυστυχία. Όχι επειδή είναι επιπόλαιοι ή κουφιοκέφαλοι. Υποφέρουν όταν τους πλήττει, ασφαλώς, ίσως περισσότερο από κάθε άλλον. Όμως, τείνουν να την αποτινάζουν γρήγορα και δίχως να καταβάλλουν ιδιαίτερη προσπάθεια, από ένα είδος ασυμβατότητας. Είναι στη φύση τους να είναι ανάλαφροι και χαρωποί και δεν βρίσκουν γοητεία στα βάσανα, σε αντίθεση με το μεγαλύτερο μέρος της καταθλιπτικής ανθρωπότητας.

Οι διεισδυτικές παρατηρήσεις στον εσωτερικό μονόλογο της Μαρίας  αφορούν όχι μόνο τον έρωτα, αλλά και τον θάνατο, κι ακόμα, τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αντιμετωπίζει  τον θάνατο του αγαπημένου προσώπου (δεν μπορώ να βγάλω απ το μυαλό μου αυτή τη στιγμή, αυτά τα δευτερόλεπτα ώσπου εκείνος να σταματήσει να αμύνεται και να μην καταλαβαίνει πια τίποτα, ώσπου να χάσει τις αισθήσεις του και να μην μπορεί να βιώνει πια τίποτα, ούτε απελπισία, ούτε πόνο/ αυτό κάνει όλος ο κόσμος με τους νεκρούς του. Προσπαθεί να ξεχάσει το πώς, κρατά την εικόνα του ζωντανού, ίσως και του νεκρού, αλλά προσπαθεί να μην σκέφτεται το σύνορο, τη μετάβαση, την αγωνία, την αιτία). Άλλωστε, όχι μόνο το κεντρικό επεισόδιο με το οποίο ξεκινά το βιβλίο και φέρνει κοντά τους δυο ήρωες αφορά κάποιο θάνατο, αλλά μια σχετική αποκάλυψη ανατρέπει στη μέση του βιβλίου όλες τις σχέσεις, και βέβαια, έχει άμεση σχέση και με τον έρωτα, και με τον θάνατο. Στη σκηνή τότε μπαίνει πιο δυναμικά και ο Χαβιέρ, ο οποίος και ανοίγει διάλογο με τη Μαρία (να ναι σύμπτωση που τα δυο ονόματα των πρωταγωνιστών συνθέτουν το όνομα του συγγραφέα;) πάνω σε ζητήματα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και φιλοσοφικά, πάντα όμως σε αναφορά με τα γεγονότα.
Ζητήματα που αφορούν το πώς αλλάζει η συνείδηση με το πέρασμα του χρόνου, τη φοβερή δύναμη του παρόντος που συντρίβει το παρελθόν όλο και πιο πολύ καθώς απομακρύνεται απ αυτό, και μάλιστα το παραποιεί.
Αυτό που σήμερα φαντάζει σαν μια τραγική ανωμαλία θα θεωρείται μια ανεπανόρθωτη φυσιολογική κατάσταση, ακόμα κι επιθυμητή, εφόσον θα έχει συμβεί.
Και:
Το πέρασμα του χρόνου ξεσηκώνει και τινάζει την όποια καταιγίδα, ακόμα κι αν στην αρχή δεν υπήρχε το παραμικρό σύννεφο στον ορίζοντα. Αγνοούμε το τι θα μας κάνει ο χρόνος με τις λεπτές, αδιόρατες στρώσεις του που επικαλύπτουν η μία την άλλη, σε τι είναι ικανός να μας μεταμορφώσει.
Όλα, επομένως είναι ζήτημα πώς τακτοποιούνται στη συνείδησή μας, και όλα γίνονται «αφήγηση».  Μ αυτή την βαθιά συνειδητοποίηση ως εφόδιο, φαίνεται ότι η πανέξυπνη πρωταγωνίστρια  βιώνει  το τέλος της ιστορίας, μια κάθαρση όπου είναι αμφιλεγόμενος ο δικός της ρόλος… Γιατί,  τα πάντα μετασχηματίζονται σε εξιστόρηση και τελικά αιωρούνται στην ίδια σφαίρα, και τότε μετά βίας διαφοροποιείται ό, τι έχει συμβεί απ ό, τι έχει επινοηθεί. Τα πάντα καταλήγουν να είναι αφηγήσεις και επομένως να ηχούν το ίδιο, ως μυθοπλασία, ακόμα κι όταν είναι αλήθεια.  



[1] Έψαξα στο google την ακριβή μετάφραση του ισπανικού τίτλου « Los enamoramientos», αλλά βρήκα τη μετάφραση… «συνθλίβει»!

Τετάρτη, Μαΐου 20, 2015

Αιρετικοί, Λεονάρδο Παδούρα

Ιστορίες  «αιρετικών» ξεδιπλώνει παραστατικά εδώ ο Παδούρα (γνωστός για το Ο άνθρωπος που αγαπούσετα σκυλιά)∙ τρεις ιστορίες που συνδέονται χαλαρά με έναν χαμένο πίνακα του Ρέμπραντ και μια οικογένεια Πολωνοεβραίων, την οικογένεια Καμίνσκι. Τρεις διαφορετικές ιστορίες σε τρία σχεδόν αυτόνομα κεφάλαια∙ ιδιαίτερη αυτοτέλεια παρουσιάζει το δεύτερο, εφόσον είναι τοποθετημένο στην εποχή που έζησε ο Ρέμπραντ, δηλαδή μέσα του 17ου αιώνα, ενώ τα άλλα εκτυλίσσονται σε μια χρονική περίοδο από το 1939 ως το 2008. Συνδετικό στοιχείο των τριών ιστοριών ένας μικρός πίνακας του Ρέμπραντ, που ανήκει στην οικογένεια αλλά εν έτει 2007 πουλιέται σε κάποια γκαλερί του Λονδίνου... Η τύχη αυτού του πίνακα αποτελεί τον κεντρικό κορμό όλου του μυθιστορήματος, και διατρέχει τα τρία ανεξάρτητα μέρη του. 
Ο γνωστός  -από άλλα βιβλία του συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας- αστυνομικός Μάριο Κόντε καλείται κι εδώ να εξιχνιάσει μια υπόθεση (που στη συνέχεια γίνονται …δύο), αλλά δεν θα ισχυριζόταν κανείς ότι το βιβλίο είναι «αστυνομικό». Άλλωστε, όπως γράφει και ο Γρηγόρης Μπέκος, Ο Λεονάρδο Παδούρα, ο οποίος δεν ταυτίζεται ούτε με το καθεστώς στην πατρίδα του ούτε με την εξόριστη αντιπολίτευση στο γειτονικό Μαϊάμι, αναζητούσε έναν ισορροπημένο τρόπο να περάσει στη «σκοτεινή πλευρά» της κουβανέζικης ιστορίας και κοινωνίας (να γράψει για τα προβλήματα που έβλεπε γύρω του, τη διαφθορά, τη φτώχεια, την υποκρισία, την καταπίεση, την ιδεολογική αποσάθρωση) και τον βρήκε στη δομή του αστυνομικού μυθιστορήματος που, ως γνωστόν, συνιστά την καλύτερη «πρόφαση». Πέρα όμως από το κοινωνικο/πολιτικό και ιστορικό ενδιαφέρον που μπορεί να έχει το βιβλίο αυτό  -ιδιαίτερα όσο αφορά την ιστορία της Κούβας- , το βασικό κίνητρο που ώθησε τον συγγραφέα να γράψει περίπου οκτακόσιες σελίδες φαίνεται να είναι η ψυχοσύνθεση του ατόμου που επιλέγει να διαφοροποιηθεί από το «κοπάδι»,  να αναζητήσει την ελευθερία πηγαίνοντας κόντρα στους νόμους και στο κατεστημένο με κόστος τη ζωή του∙ η ψυχολογία δηλαδή αυτού που θεωρείται «αιρετικός».

Το βιβλίο του Ντανιέλ

Ο πρώτος αιρετικός είναι ο πολωνοεβραίος Ντανιέλ. Με την άνοδο του ναζισμού (1939) η οικογένειά του στέλνει τον εξάχρονο τότε Ντανιέλ μαζί με τον θείο του στην Κούβα, ενώ λίγες μέρες μετά, το υπερωκεάνιο S.S. Σεντ Λιούις που φέρνει την υπόλοιπη οικογένεια στην Κούβα μαζί με άλλους εννιακόσιους τριάντα επτά εβραίους , δεν γίνεται δεκτό στην Αβάνα[1]. Η τραγωδία αυτών των ανθρώπων αποτελεί πραγματικό γεγονός[2] , όπως και η λεπτομέρεια πάνω στην οποία χτίστηκε και το μυθιστόρημα, ότι όσοι δεν είχαν πάνω τους το τεράστιο χρηματικό ποσόν  των 500 πέσος (πέρα απ΄ όσα είχαν δώσει για το ταξίδι) που ζητούσε η κουβανέζικη κυβέρνηση για να τους δεχτεί, 
αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στο Γ΄ Ράιχ σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Παρόλο που η οικογένεια του Ντάνιελ κατείχε έναν ανεκτίμητο θησαυρό, τον πίνακα του Ρέμπραντ που παρίστανε το πρόσωπο ενός εβραίου/ Χριστού, δεν κατάφερε να αποβιβαστεί, γεγονός που χώρισε οριστικά και με δραματικό τρόπο τον εξάχρονο Ντανιέλ από την μητέρα του, τον πατέρα του και την αδερφή του, Γιούντιτ. 
Καθώς ο Ντανιέλ μεγαλώνει με κηδεμόνα τον ανοιχτόμυαλο αλλά πιστό στη θρησκεία του θείο Γιόζεφ, βιώνει τις αντιφάσεις της Κουβανέζικης κοινωνίας:  από τη μια η διαφθορά, το μίσος, η βαναυσότητα, ο αριβισμός κι από την άλλη το κέφι και η αλαφράδα των Κουβανών (εκείνο το νησί, το ευλογημένο από τον ήλιο, είχε όλες τις προϋποθέσεις για να παράγει  πλούτο/εκεί ανακατεύονταν όλες οι φυλές και όλος ο κόσμος τραγουδούσε και χόρευε).
Η ανοιχτή κι ελεύθερη ζωή στην Κούβα  είναι ουσιαστικά η αιτία που τον οδήγησε  να απαρνηθεί την κατάρα της εβραϊκής ανατροφής (για τον Ντανιέλ, το δραματικό επεισόδιο θα ήταν σαν βουτιά στα σωθικά ενός κόσμου που έβραζε και που ήδη τον τραβούσε σαν μαγνήτης:  εκείνη η ικανότητα των Κουβανών να ζουν κάθε κατάσταση σαν να ήταν γιορτή τού φαινόταν, ακόμα και από την οπτική γωνία της άγνοιας και της απελπισίας του, ένας τρόπος πιο ευχάριστος να κάνει κανείς το πέρασμά του από τη γη και να αποκομίσει από αυτήν την εφήμερη διέλευση ό, τι καλύτερο μπορούσε να του προσφέρει).  Ήρθε σε ρήξη με τον θείο του όταν αρνήθηκε να γραφτεί στο σχολείο για εβραίους  -ο ίδιος ο θείος του αργότερα θα τον δεχτεί πίσω, ομολογώντας ότι και ο ίδιος είχε κουραστεί με το «βαθύ αίσθημα υπακοής» , την αποδοχή της υποταγής ως στρατηγικής επιβίωσης (περισσότερες από μία φορές είχε νιώσει μια ανεξέλεγκτη επιθυμία να τα στείλει όλα στο διάβολο, έχοντας βαρεθεί να επωμίζεται ένα προπατορικό αμάρτημα για τη διαιώνιση του οποίου εκείνος δεν είχε κάνει τίποτα, με καμία έννοια). Τέλος, αποκόπηκε ριζικά από την εβραϊκή του ρίζα όταν  συνδέθηκε στενά με φίλους καθολικούς, ντόπιους και μάλιστα αγωνιστές –αντιστασιακούς κατά του Μπατίστα, ενώ ασπάστηκε  τον καθολικισμό προκειμένου να παντρευτεί την Μάρτα Αρνάες, σύντροφο πιστή που τον συνόδεψε σε όλη του τη ζωή.
Η τριτοπρόσωπη αφήγηση  και ο κερματισμός της πλοκής σε μικρά κεφάλαια που διακρίνονται από τον τοπικοχρονικό προσδιορισμό (π.χ «Αβάνα 2008»), επιτρέπουν στον συγγραφέα να μεταπηδά άνετα στον χρόνο και να δείχνει  τα γεγονότα και από τη σκοπιά του παρελθόντος, την ώρα δηλαδή που τα ζει ο ήρωας, αλλά και από του μέλλοντος, την ώρα δηλαδή που τα ανασυγκροτεί ο αστυνομικός ή που τα ζει ο γιος του Ντανιέλ, ο Ελίας. Ο αναγνώστης συνθέτει την ιστορία από τα στοιχεία που παίρνει καθώς μεταβαίνει από το ένα χρονικό επίπεδο στο άλλο. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί η διαμόρφωση της ταυτότητας του «αιρετικού» Ντανιέλ δεν είναι τόσο μονοσήμαντη. Έχει πισωγυρίσματα, ασφαλώς (γιατί ήταν πάντα τόσο περίπλοκο να είναι κανείς Εβραίος;).  Έτσι, μαθαίνουμε μέσα από μια επιστολή στον γιο του, ότι επέστρεψε κάποια στιγμή στην Κρακοβία, αναζητώντας χαμένα νήματα με την οικογένεια που ουσιαστικά δεν γνώρισε (όμως η συγκίνηση που ξαναβρήκε εκείνο τον ομφάλιο λώρο που τον ένωνε με το παρελθόν του και που για χρόνια προσπαθούσε να κόψει, από τον οποίο μάλιστα έμοιαζε να έχει καταφέρει να απελευθερωθεί ήδη από πολύ καιρό, είχε αγγίξει τις πιο σκοτεινές πλευρές της συνείδησής του). Θα αναζητήσει τα χαμένα ίχνη των γονιών και της αδερφής του αποκαλύπτοντας τα τρομερά κυκλώματα εκμετάλλευσης των εβραίων προσφύγων.

Το βασικό όμως νήμα με το εβραϊκό παρελθόν είναι  η εικόνα του Ρέμπραντ∙ τότε ήταν που εμφανίστηκε στον δρόμο του το πρόσωπο ενός νεαρού Εβραίου ζωγραφισμένο από τον Ρέμπραντ, με σκοπό να του κάνει τη ζωή πιο δύσκολη και να τον προειδοποιήσει ότι υπάρχουν κάποιες απαρνήσεις που είναι ανέφικτες. Σύμφωνα με τις έρευνες του Ντανιέλ, ο ανεκτίμητος αυτός πίνακας που τον θυμάται από το πατρογονικό του σπίτι (και μάλιστα διασώθηκε και μια φωτογραφία με την οικογένεια και φόντο το πολύτιμο έργο) θα πρεπε κανονικά να αποτελέσει διαβατήριο για την οικογένεια του για αποβίβαση στην Κούβα, τότε, το 1939. Ο πίνακας αυτός όμως εξαφανίστηκε, προφανώς σουφρώθηκε από κάποιον υψηλόβαθμο της Υπηρεσίας Μεταναστών ∙ αυτό ήταν και το κίνητρο για να σχεδιάσει ο Ντάνιελ φόνο, όταν σκοντάφτει τελείως τυχαία πάνω στον κάτοχο του πίνακα(εκείνη τη στιγμή επιβεβαιώθηκε μέσα του η απόφασή του να σκοτώσει τον άνθρωπο που του είχε στερήσει ό, τι πιο αγαπημένο είχε στη ζωή του. Έπρεπε να σκοτώσει, όχι, στην πραγματικότητα ήθελε να σκοτώσει εκείνο τον άνθρωπο/τώρα, για να τροφοδοτήσει την απέχθεια και τον πόνο του, του είχε δοθεί ένα πρόσωπο πραγματικό, ένα ζωντανό βλέμμα, το μικροπρεπές χαμόγελο ενός ανθρώπου τη στιγμή που έπαιρνε δυο χαρτονομίσματα των είκοσι πέσος, αφού πρώτα είχε τσεπώσει δέκα χιλιάρικα).  Εκείνο όμως το πρωινό που βγήκε για να διαπράξει το φόνο, τον πρόλαβε κάποιος άλλος…
Ποιος σκότωσε τον υψηλόβαθμο και πού βρίσκεται ο πίνακας, είναι το πρώτο μυστήριο που καλείται να εξιχνιάσει ο αστυνομικός Κόντε, κάποια χρόνια αργότερα, κατ εντολήν του Ελίας  Καμίνσκι.

Στο πρώτο αυτό μέρος είναι λίγο κουραστικές οι εκτεταμένες αναφορές στην εβραϊκή θρησκεία, πράγμα που, όμως, ίσως είναι απαραίτητο για να κατανοήσει κανείς τον ψυχισμό των εβραίων ηρώων, ιδιαίτερα όταν η αμφισβήτησή τους προκαλεί εσωτερική σύγκρουση. Ο πρωταγωνιστής Ντανιέλ βιώνει τις αντιφάσεις που τον οδηγούν από την πλήρη αρνησιθρησκεία σε μια πιο συγκαταβατική στάση- κι εντέλει ήταν ένας δυνάμει φονιάς. Αν και η καρδιά του θα συνέχιζε να είναι η καρδιά του ίδιου αρνησίθρησκου που, είκοσι τρία χρόνια πριν, απέρριπτε έναν θεό υπερβολικά σκληρό στα σχέδιά του. Το αληθινά ιερό ήταν η ζωή, κι εκείνος βρισκόταν εκεί, να αγωνίζεται γι αυτήν, για να την κάνει καλύτερη. Γιατί, στα τριάντα του, ο Ντανιέλ Καμίνσκι μπορούσε να θεωρηθεί ειδικός στις απώλειες: είχε χάσει, όχι μία, αλλά δύο πατρίδες, αυτή που γεννήθηκε κι εκείνη που τον είχε υιοθετήσει∙ μια οικογένεια∙  την πολωνική γλώσσα και τα γίντις∙ έναν θεό και, μαζί μ αυτόν, μια πίστη και τη δέσμευση σε μια παράδοση που στηριζόταν σε αυτήν την πίστη και στον Νόμο της∙ (…) είχε αποτύχει ακόμα και στην προσπάθεια να αποδώσει τη δική του δικαιοσύνη, παρόλο που πλήρωνε το τίμημα που θα του αναλογούσε αν το είχε πράξει, χωρίς να έχει καν την εκτόνωση ή την ικανοποίηση ότι είχε εκτελέσει την τιμωρία που άξιζε να επιβληθεί. Ο Ντανιέλ είχε χορτάσει απώλειες και τώρα, από τον μοναδικό δρόμο που είχε στη διάθεσή του, ήταν αποφασισμένος να έχει όφελος. Πάντα με τον όρο ότι η συνείδησή του θα συνέχιζε να είναι ελεύθερη.

Το βιβλίο του Ελίας
Μεταφερόμαστε τώρα στο 1643, στο Άμστερνταμ, χωρίς χρονικά σκαμπανεβάσματα σ αυτό το μέρος του μυθιστορήματος. Εδώ πρωταγωνιστής είναι ο νεαρός Ελίας Αμπρόσιους Μοντάλμπο ντε Άβιλα, εβραίος κι αυτός. Το όνειρό του είναι να γίνει ζωγράφος, στη σχολή του Ρέμπραντ, πράγμα αυστηρά απαγορευμένο στην εβραϊκή θρησκεία, παρόλο που η εβραϊκή ολλανδική κοινότητα ήταν πιο ανεκτική σε κάποιες απαγορεύσεις.
Παρακολουθούμε λοιπόν όλη την πορεία του Ελίας, τα συναισθήματα, τις σκέψεις, τα κίνητρα. Τον τρόπο που προσεγγίζει τον Δάσκαλο, τη σκληρή μύησή του (προσλαμβάνεται αρχικά ως υπηρέτης), τις δοκιμασίες, τις επιτυχίες, και όλα αυτά βέβαια κρυφά. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι είναι η εποχή που, διωγμένοι από την Ισπανία, οι Σεφαραδίτες καβαλιστές της Θεσσαλονίκης ή  της Κωνσταντινούπολης ερμηνεύοντας τις απόκρυφες γραφές  διαδίδουν τη θεωρία ότι το έτος 1648 ήταν η χρονιά έλευσης του Μεσσία. Είναι η εποχή των φανατικών μεσσιανικών, των σκεπτικιστών, των αιρετικών (μέσα στους οποίους συγκαταλέγεται κι ο αιρετικός Σαμπατάι Σεβί, που αυτοανακηρύσσεται Μεσσίας). Στο Άμστερνταμ τότε ζούσε κι ο Σπινόζα που λίγο αργότερα κηρύχτηκε αποσυνάγωγος, με όλες τις τρομερές επιπτώσεις. Η εσωτερική σύγκρουση του Ελίας είναι μεγάλη (ίσως το πιο ενδεδειγμένο, έφτασε να σκεφτεί, ήταν τελικά να ξεχάσει αυτές τις ανοησίες που, στο κάτω κάτω, δεν τον είχαν οδηγήσει πουθενά, και, όσο είχε ακόμη καιρό να αποφύγει τις μεγάλες συμφορές, να ασχοληθεί με το να χτίσει μια συνηθισμένη ζωή χωρίς αναστατώσεις), όσο κι αν οι πράξεις του δείχνουν ότι είναι αποφασισμένος να παραβιάσει τον εβραϊκό νόμο προσχωρώντας στη ζωγραφική. Φυλάει  τα μυστικά ημερολόγιά  του με μεγάλη προσοχή, ιδιαίτερα αφότου έμαθε ότι ο ίδιος του ο αδερφός  εντάχτηκε στην πλευρά των πιο αποκαλυπτικών μεσσιανικών (και παρόλο που ήταν οδυνηρό, όφειλε να παραδεχτεί πως ένιωθε πιο ασφαλής με έναν άνθρωπο άλλης πίστης παρά με πολλούς από τη δική του.  Πιο ασφαλής με έναν ανεκτικό ξένο παρά με έναν αδερφό με το ίδιο αίμα αλλά μολυσμένο από φανατισμό και αδιαλλαξία και  -δεν μπορούσε να τον χαρακτηρίσει αλλιώς- ξέχειλο από μίσος).
Το ενδιαφέρον για τον αναγνώστη, πέρα από την ψυχογραφική διάσταση, είναι ότι ζωντανεύει με κάθε λεπτομέρεια ο κόσμος της ζωγραφικής τέχνης εκείνη τη σημαδιακή εποχή∙  ποια γνώμη έχει ο ένας ζωγράφος για τον άλλον, πώς ανακατεύουν τα χρώματα, πώς στήνουν τα καβαλέτα, πώς ιεραρχούνται οι μαθητές κλπ. Ακόμα περισσότερο όμως ελκύει το ιδεολογικό πλαίσιο. Το όλο σκηνικό είναι πρόσφορο για εμβάθυνση σε θέματα ελευθερίας, τέχνης, σχέσης του ανθρώπου με τον εαυτό του ή με τους συνανθρώπους του. Συζητήσεις με τον Δάσκαλο (και όχι μόνο) για το θεό, για την αμαρτία, για το νόημα της δημιουργίας (Πριν βρέξεις το πινέλο πρέπει να έχεις μια ιδέα για το πού θέλεις να φτάσεις, ακόμη κι αν δεν ξέρεις πώς να το κάνεις… εγώ σήμερα θα ήθελα να φτάσω στη θλίψη που υπάρχει στην ψυχή ενός άνδρα σαράντα χρονών. Θα ήθελα να την ανακαλύψω γιατί είναι μια θλίψη καινούρια… Δεν είναι το ίδιο πράγμα η οδύνη και η θλίψη/ στα μάτια, τα πάντα βρίσκονται στα μάτια).Συζητήσεις που για τα δεδομένα της εποχής μπορεί να θεωρηθούν " αιρετικές"... Ο ίδιος ο Ρέμπραντ καθώς χρησιμοποίησε μοντέλο (ανθρώπινο πρόσωπο) για να ζωγραφίσει το Χριστό σπάει τις νόρμες, ανατρέπει την ιστορία της χριστιανικής τέχνης η οποία μέχρι τότε εξαντλούνταν στην αυστηρή αντιγραφή πρωτοτύπων ζωγραφικών έργων που απεικόνιζαν το πρόσωπο του Χριστού, 
Η απάντηση στο βασικό ερώτημα που του θέτει ο δάσκαλος όταν πια του δίνει το πινέλο, «τι ψάχνει στη ζωγραφική», αναπροσδιορίζεται ξανά και ξανά. Τον πρώτο καιρό απαντάει αμήχανα, ότι «του αρέσει».  Αργότερα δίνει κι άλλες «απαντήσεις», όπως: εκείνο που τον κινούσε και που τώρα κρατούσε το χέρι του καθώς χάραζε τις γραμμές ανάμεσα στις οποίες θα έκλεινε το πρόσωπό του ήταν η βεβαιότητα ότι με ένα πινέλο, μερικά χρώματα και μια κατάλληλη επιφάνεια μπορούσε να απολαύσει τη δύναμη να δημιουργήσει ζωή, μια ζωή απαρατήρητη για πολύ κόσμο την οποία όμως αυτός ήταν ικανός να δει και, κατέχοντας τα όπλα με τα οποία θα τον προίκιζε ο Δάσκαλος, να απεικονίσει, με πάθος, συγκίνηση και ομορφιά/καθώς έδινε μορφή στο πρόσωπό του, αναζητώντας τον εαυτό του μέσα από ένα βλέμμα ευθύ, καθαρό, είχε φτάσει στην άπιαστη απάντηση που τέσσερα χρόνια πριν είχε απαιτήσει απ αυτόν ο Δάσκαλος, (…) ήθελε να γίνει ζωγράφος για να έχει ακριβώς αυτή τη δύναμη. Τη δύναμη να δημιουργεί  -μια δύναμη πιο όμορφη και ακαταμάχητη από τις δυνάμεις με τις οποίες κάποιοι άνθρωποι συνήθιζαν να κυβερνούν και, σχεδόν πάντα, να καταδυναστεύουν άλλους ανθρώπους.

Το βιβλίο της Ιουδήθ
«Καλύτερα να καείς παρά να ξεθωριάσεις και να σβήσεις», Κουρτ Κομπέιν

Το δεύτερο μυστήριο που καλείται να λύσει ο Μάριο Κόντε, την ίδια εποχή με την υπόθεση του πίνακα (2008, βλέπε πρώτο μέρος), είναι και το θέμα του τρίτου μέρους. Πρόκειται για την εξαφάνιση μιας κοπέλας, φίλης της ανιψιάς του Ελίας Καμίνσκι. Η σύνδεση με τα προηγούμενα είναι τόσο χαλαρή, που σχεδόν ξεχνάς την προηγούμενη πλοκή. Η βαθύτερη όμως συνάφεια είναι ότι η Ιουδήθ/Τζούντι είναι ένα πλάσμα εξαιρετικό, με ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση, μια « αιρετική» της εποχής, που μάλιστα… δηλώνει «ίμο».
Μπαίνουμε λοιπόν βαθιά στην ψυχοσύνθεση των ίμο, όπως άλλωστε κάνει και ο αστυνομικός προκειμένου να ανιχνεύσει τα κίνητρα της ενδεχόμενης απαγωγής, αυτοκτονίας ή εθελούσιας φυγής.  Ορμώμενος όχι μόνο από το αστυνομικό δαιμόνιο, αλλά και από περιέργεια για την παράξενη και ακατανόητη κοσμοθεωρία αυτή που οδηγεί τους νέους στο να ιεροποιούν τη μελαγχολία και να προκαλούν στον εαυτό τους σωματικό πόνο. Οι διάλογοι του Κόντε με τους φίλους/φίλες της Τζούντι που είναι ίμο ή έχουν παραπλήσια ιδεολογία (φρικιά, μίκι, γκέιμερς, χιπχοπάδες) είναι αποκαλυπτικοί και υπογραμμίζουν φυσικά όχι μόνο το ανυπέρβλητο χάσμα γενεών αλλά και τα αδιέξοδα της κοινωνίας μας (οι ίμο ήταν τα εγγόνια μιας συντριπτικής ιστορικής  κόπωσης και τα παιδιά δυο δεκαετιών φτώχιας που είχε κατανεμηθεί συνειδητά, πλάσματα στερημένα από τη δυνατότητα να πιστεύουν, που απλώς είχαν αποφασίσει να δραπετεύσουν προς μια γωνία που τους φαινόταν η πιο δική τους απ όλες τις πιθανές).
Η περίπτωση της Τζούντι είναι εντελώς ξεχωριστή, απέχει μακράν από τους φίλους της που ακολουθούν τον συρμό, ή δεν έχουν πολύ συνειδητοποιημένη στάση στην «ιμο- μαζοχιστική» τους στράτευση. Φαίνεται όμως, από τις έρευνες πάντα του Μάριο Κόντε, ότι η εξαφανισμένη κοπέλα έχει ξεφύγει από κάθε ορισμό∙  είναι ιδιαίτερης ευφυΐας, διαβασμένη (Νίτσε, Εμίλ Σιοράν  http://koutroulis-spyros.blogspot.gr/2011/10/blog-post_17.html), αλλά κυρίως ψάχνει την ελευθερία σε όλες τις διαστάσεις (αναζητούσε έναν χώρο αυθεντικότητας/ ήθελε να κόψει όλους τους κάβους των δεσμεύσεων). Αυτό επιβεβαιώνει και η νεαρή και όμορφη καθηγήτριά της της λογοτεχνίας με την οποία είχε ερωτική σχέση. Άλλωστε, ήδη έχει δηλώσει σε φίλους και καθηγήτρια ότι δεν θέλει πια να είναι ίμο.
Ο αστυνομικός γρήγορα συνειδητοποιεί ότι η Τζούντι και οι φίλοι της αποτελούσαν την ορατή και πιο κραυγαλέα κορυφή του παγόβουνου μιας γενιάς αιρετικών με αιτία. Εκείνοι οι νέοι είχαν γεννηθεί ακριβώς τις πιο χαλεπές μέρες της κρίσης, χωρίς τίποτα, σε μια χώρα που άρχιζε να φεύγει μακριά από τον εαυτό της και να μετατρέπεται σε μιαν άλλη, στην οποία τα παλιά συνθήματα ηχούσαν κάθε μέρα και πιο κενά και ξεκρέμαστα. Πέρα όμως από τα πολιτικοκοινωνικά αίτια, ο Κόντε μπαίνει και στο βάθος μιας διαφορετικής φιλοσοφίας, μηδενιστικής οπωσδήποτε, που προσπαθούσε να χαράξει ένα μονοπάτι ελευθερίας, λύτρωσης επίγειας ή υπερβατικής. Δεν μπορεί να αρνηθεί έναν  ζεστό θαυμασμό για κάποιους νέους που, όπως η Τζούντι η φιλόσοφος και η ηγέτιδα, αισθάνονταν ικανοί να πετάξουν τα πάντα στη φωτιά. Έτσι, η εξήγηση της εξαφάνισής της του γίνεται πια προσωπικό στοίχημα. Επιστρατεύει κάθε γνώση, διαίσθηση, φαντασία και εξαντλεί κάθε πιθανότητα ώσπου φτάνουμε σε μια λύση σχεδόν ταυτόχρονη και των δύο μυστηρίων του βιβλίου και μια σύμπτωση, μέσα στο μυαλό του κύριου τελικά πρωταγωνιστή, του Μάριο Κόντε, της ουσίας που ενώνει τους τρεις αιρετικούς του βιβλίου:
Σκέφτηκε, πως ίσως, μέσα στις ελευθεριακές της αναζητήσεις, κάποια στιγμή η Τζούντι Τόρες είχε βρεθεί πιο κοντά από πολλούς ανθρώπους σε μια οδυνηρή αλήθεια: δεν υπάρχει πια τίποτα να πιστέψει κανείς, ούτε κανένας μεσσίας να ακολουθήσει. Το μόνο που αξίζει τον κόπο είναι να στρατευθείς εκεί όπου ο ίδιος έχεις ελεύθερα επιλέξει. Το μοναδικό που πραγματικά σου ανήκει, είναι η ελευθερία σου για επιλογή. Να ανήκεις ή να πάψεις να ανήκεις. Να πιστεύεις ή να μην πιστεύεις. Ακόμα και να ζήσεις ή να πεθάνεις.
Χριστίνα Παπαγγελή





[1] Έχει προηγηθεί η «Νύχτα των κρυστάλλων», που σηματοδοτεί την έναρξη του πογκρόμ του γερμανικού ράιχ κατά των Εβραίων
[2] Ενδεικτικό της διαφθοράς του κουβανέζικου κράτους: μέσω του ταξιδιωτικού του γραφείου ο συνταγματάρχης Γκονσάλες (κύκλωμα Μπατίστα 1933-59) πούλησε 4.000 άδειες εισόδου στην Κούβα, ενώ κι ο πρωθυπουργός της χώρας  τότε Φεδερίκο Λαρέδο Μπρου όριζε κάθε πρόσφυγας να έχει πεντακοσια πέσος πάνω του!