Πέμπτη, Νοεμβρίου 27, 2014

Σκηνές από το βίο του Ματίας Αλμοσίνο, Ισίδωρος Ζουργός

Φιλόδοξο κι αυτό το ιστορικό μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού, εφόσον μάς ταξιδεύει στα μεγαλύτερα αστικά κέντρα του 17ου αι: Βασιλεία (Basel, βόρεια Ελβετία), Βενετία ("Serenissima Repubblica di Venezia"), Κέρκυρα, Θεσσαλονίκη, Πάντοβα, Κων/λη, Ζάκυνθο (εποχή που υποδέχεται τους πρόσφυγες από την άλωση της Κρήτης), Λονδίνο, Ιάσιο, Βουκουρέστι, Μολδαβία (Έντινετ), Κίεβο, μεταφέροντάς μας στην ατμόσφαιρα  της εποχής εκείνης, στην πολιτική και κοινωνική κατάσταση αλλά και την  -άγνωστη και μακρινή σε μας-καθημερινότητα τριών αιώνων πίσω. Ο κεντρικός ήρωας, ο χαρισματικός Ματίας, βιώνοντας απίστευτες περιπέτειες, περιπλανιέται με την ιδιότητα του γιατρού  (ένας γιατρός Οδυσσέας) σ όλον τον τότε γνωστό κόσμο, καταλήγοντας στο Άγιο Όρος ως πατήρ Ιωαννίκιος, όπως υποψιάζεται από το πρώτο κεφάλαιο ο αναγνώστης.  
Η μεγάλη αρετή του συγγραφέα, κατά τη γνώμη μου,  είναι η περιγραφή. Η περιγραφή του έχει δύναμη γιατί συνυφαίνεται με τον αφηγηματικό άξονα, δεν κουράζει αλλά παρασταίνει ολοζώντανα μπροστά μας ολόκληρα σκηνικά άλλων εποχών, σημειώνοντας χαρακτηριστικές λεπτομέρειες. Και οι διάλογοι είναι αβίαστοι και προωθούν την υπόθεση, ενώ πλάθονται ολοκληρωμένοι χαρακτήρες μέσα από αδρές γραμμές.  Θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο Ζουργός σκηνοθετεί με μεγάλη ευκολία, τέχνη και συνέπεια. Έτσι, τα επεισόδια μέσα από τα οποία εξελίσσεται η ιστορία έχουν από μόνα τους μια αυτοτελή δύναμη.
Κάπως όμως «φορτωμένη», «μπουκωμένη»  βρήκα τη συνολική πλοκή, την υπόθεση (παρόλο που πάντα υπήρχε ένας πυρήνας «αγωνίας»), ενώ δημιουργούνται  κενά και κάποιες απορίες. Παρόλο που οι περιπέτειες είναι αλλεπάλληλες, παρόλο που οι τραγικές καταστάσεις συνοδεύουν τη ζωή του ήρωα και μυστήρια μεγάλα και μικρά τον ακολουθούν σε όλη του την πορεία μέχρι την κατάληξή του στο Άγιο Όρος, δεν είναι φανερή η «δέση» που θα έλεγε και ο Αριστοτέλης, δεν είναι αισθητός ένας θεματικός πυρήνας γύρω από τον οποίο να κεντρίζεται  το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Είναι ίσως η μοναξιά που συνοδεύει τα χαρισματικά άτομα, αυτή που νοσταλγεί το ενορατικό θαύμα και το ιχνηλατεί (όπως μάς λέει ο ίδιος ο συγγραφέας στο σημείωμα τού τέλους του βιβλίου); Θα γινόταν πιο φανερό  ίσως αν η αφήγηση ήταν πρωτοπρόσωπη κι όχι τόσο αποστασιοποιημένη (έντονη η διαφορά στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση των επιστολών του Ματίας, και του ημερολογίου που κρατά στο Λονδίνο). Βέβαια, πράγμα που υποδηλώνει και ο τίτλος, το ενωτικό στοιχείο που διατρέχει όλο το βιβλίο, είναι ο πολυτάραχος «βίος» του χαρισματικού Ματίας  Αλμοσίνο (όπου το «βίος» όπως αποδεικνύεται είναι μια λέξη επιλεγμένη με προσοχή), και μάλιστα σκηνές από τη ζωή του, σκηνές επομένως που μπορεί να είναι απλωμένες παρατακτικά, χωρίς να τις συνέχει κάτι ενιαίο. Να σημειώσουμε ότι παρόμοιο θεματικό πυρήνα έχει και το ιστορικό μυθιστόρημα του Μίκα Βαλτάρι «Ο άγγελος του βορρά» (η ζωή κάποιου εξαιρετικά προικισμένου ήρωα, με πάθος για γνώση,  που αναγκάζεται να περιπλανηθεί σε όλη την Ευρώπη), και το βιβλίο της Γιουρσενάρ «Άβυσσος», τοποθετημένα και τα δυο σε προγενέστερη εποχή, αλλά εκεί η εστίαση δεν είναι «παρατακτική».

Ο ήρωας διατρέχει τον «βίο» του αλλάζοντας πολλές φορές ταυτότητα, αλλάζοντας ονόματα, αλλάζοντας θρησκεία, κάτι ίσως όχι τόσο ασυνήθιστο την εποχή εκείνη όπου η ταυτότητα δεν προσδιοριζόταν εθνικά. Ματίας, Ματθαίος, Ματέο, Ιωαννίκιος… Στην αρχή Εβραίος στη συνέχεια  Γραικός… (Πες μου όμως, οι δικοί σου ζουν; -Πότε ζουν, πότε πεθαίνουν, άλλοτε ανασταίνονται… -Τι εννοείς; -Πατέρας, μάνα, δεν είναι ποτέ το ίδιο πρόσωπο, αλλάζουν, πώς να στο πω… dramatis personae, σαν το θέατρο που λέγαμε).
 Ο Ματίας, εβραϊκής καταγωγής, έχει ως μητρική γλώσσα τα «γερμανικά του Ρήνου»∙ χάνει τη μητέρα του στη δεύτερή της γέννα όταν εκείνος ήταν στην ηλικία των εννέα, και βρίσκεται  με… δύο πατεράδες, τον νόμιμο θεοφοβούμενο Τομπίας και τον δίδυμο αδερφό του, τον Ισαάκ, που όπως αποκαλύπτεται εκ των υστέρων είναι ο αληθινός πατέρας. Από μικρό παιδί διακρίνεται σε ευφυΐα, διψά για γνώση, είναι πολύ επιδεκτικός στο να μαθαίνει γλώσσες, ενώ παράλληλα έχει μια ξεχωριστή ενορατική δύναμη («προορατικό χάρισμα») που μετριάζεται στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, ίσως γιατί επικρατεί μέσα του το ορθολογικό/επιστημονικό στοιχείο.   Όλα αυτά δίνουν λαβή στον νόμιμο πατέρα του να τον θεωρεί Μεσσία (ο γιος μας, Ισαάκ, βλέπει στο επέκεινα). Ο συγγραφέας βρίσκει εδώ ευκαιρία να αναδείξει τη θέση των εβραίων της εποχής, που ερχόμενοι από Ισπανία λόγω διωγμών («μαρράνοι», επιφανειακά εκχριστιανισμένοι) έχουν αρχίσει να ξεχνούν τη γλώσσα, τις τελετές, τις θρησκείες. Ο νόμιμος πατέρας Τομπίας, προσκολλημένος στη θρησκεία,  βλέπει στον προικισμένο γιο του το σοφό δάσκαλο της φυλής, τον καβαλιστή που θα σώσει τον εβραϊσμό (ο Ματίας θα γίνει άγιος, προφήτης, εκλεκτός, δεν το βλέπεις;). Στον αντίποδα, ο αληθινός πατέρας του, ο Ισαάκ, είναι κοσμοπολίτης, με επιστημονικές ανησυχίες, και ονειρεύεται για τον γιο του επιστημονικό μέλλον στις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης. Οι δυο δίδυμοι  - πατέρας και θείος - συγκρούονται άσχημα αλλά ξανασμίγουν για χάρη του παιδιού, έως ότου τελικά ο Ισαάκ φυγαδεύει τον Ματίας μακριά, με στόχο τη Θεσσαλονίκη. Μ αυτόν τον έξυπνο τρόπο δίνει ο συγγραφέας την πιο μεγάλη αντίθεση της εποχής, τη σύγκρουση του ορθολογισμού, του επιστημονικού πνεύματος (που την εποχή αυτή γενικεύεται) με τον πιο συντηρητικό μεσσιανικό φονταμενταλισμό (αποκορύφωμα η παρουσία του ψευδοπροφήτη και τσαρλατάνου Σαμπετάι Σεβή[1] στη Θεσσαλονίκη).
Δεν μαθαίνουμε τα συναισθήματα του Ματίας απέναντι στον Τομπίας που τον μεγάλωσε αποκλειστικά μέχρι τα εννιά του χρόνια, ενώ ο Τομπίας εξαφανίζεται από το τοπίο, χωρίς να αναζητήσει ποτέ τον γιο του, όπως θα περίμενε κανείς. Ίσως αυτό εξηγείται από τον καιροσκοπικό χαρακτήρα που έχει αδρά υπαινιχτεί ο συγγραφέας, αλλά νομίζω ότι είναι ένα από τα αδύνατα σημεία της αφήγησης. 
Ο Ματίας βρίσκεται για άλλη μια φορά με διαφορετικό πατέρα, εφόσον μετά το θάνατο του Ισαάκ από πανούκλα (μάστιγα της εποχής) τον υιοθετεί ένας Έλληνας, ο Παναγιώτης Μελισσηνός, ο οποίος στο πρόσωπο του Ματίας βλέπει τον γιο που δεν κατάφερε να κάνει. Ο ήρωάς μας αλλάζει και το όνομά του και λέγεται πια Ματθαίος Μελισσηνός, μαθαίνει γρήγορα τα ελληνικά και κυκλοφορεί σαν Έλληνας, ξεχωρίζει για την εξυπνάδα του και με τη βοήθεια του έμπορα θετού πατέρα του, παρακολουθεί τη Φλαγγίνειο Σχολή στη Βενετία και σπουδάζει γιατρός στην Πάδοβα.

Ο Ματέο/Ματίας λοιπόν, γρήγορα αποκτά φήμη εξαιρετικού γιατρού στην Πάντοβα (όπου διδάσκουν  πολλοί Γραικοί καθηγητές), και μάλιστα τόσο τολμηρού ώστε να αμφισβητήσει δημόσια τις δοξασίες της εποχής για τον Μεσσία και την καταστροφή του κόσμου (οικτίρω το ανθρώπινο γένος για την ανοησία του!/φαντάσου να άκουγε τους φόβους σου ένας Δημόκριτος, ένας Επίκουρος, ο Σενέκας;). Παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τη συνέλευση των Ελλήνων σπουδαστών  («ο σύλλογος των σπουδαστών του ανατολικού δόγματος,  η Nazione Oltramarina, ήταν ο βασικός οργανωτής της ζωής των φοιτητών).  Αρνείται με σθένος τους αγγέλους, τα πνεύματα, τη θεϊκή παρέμβαση, τα οράματα, τα θαύματα, και στην επίμαχη ερώτηση, αν πιστεύει στο θεό, δίνει την εκπληκτική απάντηση: «Πιστεύω στη φύση. Θα ήθελα να πιστεύω και σ έναν θεό αλλιώτικο, πιο θηλυκό, γαλακτοφόρο, δοτικό, αλλά ακόμα δεν τα έχω καταφέρει». Ήδη από είκοσι χρονών η φήμη του είναι τέτοια που τον προσκαλεί για θεραπεία ο δούκας στον «Πύργο», όπου σπεύδει μαζί με τον καθηγητή του Σκαντιέρι και χάρη στα προσωπικά του διαβάσματα βρίσκει λύση στο ιατρικό πρόβλημα.  Έρχεται σε επαφή κι έντονο διάλογο και με τον Αλέξανδρο τον «Γραικό», που δεν είναι άλλος από τον Αλέξανδρο τον Μαυροκορδάτο[2], τον παππού του γνωστού μας επί ελληνικής επανάστασης Μαυροκορδάτου και πολύ φημισμένου επιστήμονα σ όλη την Ευρώπη του 19ου αι (έχουμε την ευκαιρία να μάθουμε ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες από τη ιστορία της οικογένειας των Μαυροκορδάτων).
Η σύγκρουση του επιστημονικού πνεύματος του Ματίας με τον μεσσιανισμό και τον αποκρυφισμό κορυφώνεται στη σχέση του με τον δαιμόνιο Φρανκαντόνιο (ένας μισότρελος μάγος είναι σαν μια πληγωμένη ερωμένη: επικίνδυνος), ο οποίος καταλαβαίνει ότι ο Ματίας είναι ξεχωριστός και προσπαθεί με χίλιους τρόπους να τον προσεταιριστεί (Αλμοσίνο, ο νους σου είναι αστεροειδής και τρέχει). Τον επισκέπτεται απρόοπτα και «μονομαχούν» λεκτικά∙  για την ερμητική φιλοσοφία, την αλχημεία, τα διδάγματα του Παράκελσου, τους ροδόσταυρους[3], την αθεΐα, την επιστήμη, το πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης (το παλιότερο στη Γερμανία με περίφημη βιβλιοθήκη) που καταστράφηκε από τους Γάλλους το 1619∙ διαλέγονται πάνω σ όλα αυτά,  δίνοντας μια εικόνα των πνευματικών ζητημάτων που απασχολούσαν την εποχή.

Όμως, παρόλο που είναι ξεχωριστός, ή μάλλον γι αυτόν ακριβώς το λόγο, στην ουσία ο Ματίας είναι ένας μοναχικός «λύκος»… Δεν μαθαίνουμε τα συναισθήματά του κι αυτό είναι και το παράπονο όσων τον γνωρίζουν καλά… Απομονωμένος, κλειστός, νιώθει την επίκριση όσων τον πλησιάζουν και τον αγαπούν…  (Μέσα σε δευτερόλεπτα πέρασαν από τη μνήμη του παλιές εικόνες –κάποιος Τομπίας, ένας σιορ Μελισσηνός να κλαίει, ο Λουντοβίκο μεθυσμένος να τον επικρίνει, τα μάτια της Κάρλα…). Όλοι προσβλέπουν σ αυτόν, ακριβώς επειδή είναι ιδιαίτερα ευφυής, αλλά εκείνος «είναι απών»… Δείχνει  ακατάδεχτος και αλαζονικός.  Και πρώτα απ όλα απέναντι στη σινιόρα Κάρλα, μια γυναίκα άρρωστη ψυχικά, που τον θέλει κι ως άντρα, ολόκληρο… (Η παρουσία της, σκοτεινή και λιγομίλητη, ως σκιά που κατέγραφε την κάθε του κίνηση, είχε καταντήσει δεσποτική). Η μοιραία αυτή σχέση (την οποία συντηρεί από αδυναμία, όχι από έρωτα) έχει τραγική κατάληξη και για τον μοναδικό του φίλο, τον συμμαθητή του Λουντοβίκο, και για την ίδια την Κάρλα.

Έτσι,  δεν είναι τυχαίο που ο επιστήμονάς μας μελετά τη μελαγχολία, την μέλαινα χολή…  Άλλωστε ο θάνατος είναι ένα σταθερό μοτίβο στη ζωή του, έρχεται κι επανέρχεται με πολλές μορφές. Οι τελευταίες ημέρες του Παναγιώτη Μελισσηνού πλησιάζουν, και ο θετός του πατέρας καλεί τον Ματθαίο στη Σερενίσιμα (Βενετία) για να τον παραλάβει και να τον συνοδεύσει στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Τζάντε (είναι της μοίρας σου γραφτό να θάψεις δυο φορές τον πατέρα σου∙ το κανες και με τις μάνες σου. Όταν γεράσεις, θα ναι μια παρηγοριά να το σκέφτεσαι. Θα λες έζησα δυο ζωές). Η αναχώρηση σημαδεύεται από την συγκινητική κι εκούσια «αναχώρηση» του υπηρέτη του Μελισσηνού, του Αναστάση (τώρα πια αυτός αποφασίζει, πάνε χρόνια που μου το ζητάει». 
Στη Ζάκυνθο οι δυο ταξιδιώτες φιλοξενούνται από την οικογένεια του Βαρτάγγελου Νταβιτσέντσα. Είναι το κεφάλαιο όπου μπλέκονται ήρωες από άλλο μυθιστόρημα της εποχής εκείνης, το «Θρήνος της Κάντιας»,  του Διονύσιου Ρώμα, μια ιδέα που γενικά εξιτάρει τον συγγραφέα (η ιδέα της συναναστροφής μυθιστορημάτων μού ήταν ανέκαθεν ελκυστική).  Η παραμονή του Ματίας στη Ζάκυνθο συμπίπτει με την άλωση της Κρήτης από τους Τούρκους κι έτσι έχουμε την ευκαιρία να δούμε μυθιστορηματικά αυτήν την τόσο ενδιαφέρουσα πτυχή της ιστορίας, την άφιξη τεράστιου κύματος προσφύγων στα Επτάνησα, και την επείγουσα παροχή ιατρικής βοήθειας στους  κρητικούς.
Στη Ζάκυνθο ξεχωρίζει η προσωπικότητα του κτηνώδους και ανάπηρου πρωτότοκου της οικογένειας, του «κτήνους»/«θηρίου» Βαρτάγγελου,  ο οποίος παρόλη τη διαστροφή του είναι ιδιαίτερης ευφυΐας, έχει πνευματικές ανησυχίες (έλα όταν μπορείς να συζητήσουμε το θεώρημα του Fermat. Δεν ξέρω άλλον άνθρωπο στο νησί που να μπορώ να του εξομολογηθώ τις σκέψεις μου για τα μαθηματικά) και αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Ματίας τη μοναδικότητα του χαρίσματος (φοβάμαι μην καμιά μέρα καταλάβω πως μια μεγαλοφυΐα μπαινόβγαινε στο σπίτι μου κι εγώ δε ρούφηξα τίποτα απ αυτήν/θέλω να ’ρχεσαι, Μελισσηνέ, δε βλέπει κανείς συχνά Άγγελο να ξεπουπουλιάζεται μέρα με τη μέρα). Επιτέλους βλέπουμε -σε δυο τρεις σειρές- και την καρδιά του Μελισσηνού να χτυπά για μια γυναίκα, την αδερφή της οικογένειας, τη Μπιάνκα.  Όμως κι αυτή βυθισμένη στην παραφροσύνη… Χάρη στην τρέλα του Βαρτάγγελου μια απίστευτη τραγωδία που βυθίζει όλη την οικογένεια βάζει τέλος  στην παραμονή του Ματθαίου στην Ζάκυνθο και βρίσκεται  πάλι μόνος…  Είναι και οι πρώτες φορές που ο αναγνώστης βλέπει να διαρρέει κάτι απ τον συναισθηματικό κόσμο του Ματίας, γιατί γράφει εξαίσιες επιστολές στον αγαπημένο του δάσκαλο Σκαντιέρι, στη Βενετία: είμαι μόνος, με τον τρόπο των ποιητών, χωρίς να είμαι, θλιμμένος με τον τρόπο των ασθενών, ενώ χαίρω άκρας υγείας.
Η απάντηση του Σκαντιέρι τον σπρώχνει μακριά απ τα Επτάνησα  (φύγε από τα ταπεινά). Ο Φρανκαντόνιο, μάλιστα το συμβουλεύει να πάει να βρει μια πολύ ισχυρή προσωπικότητα της εποχής, τον Παναγιώτη Νικούσιο Μαμωνά[4], στην Κων/λη, τον πρώτο Μεγάλο Διερμηνέα Έλληνα, που μάλιστα εκπροσώπησε τον σουλτάνο στην παράδοση της Κρήτης από τον Μοροζίνη! Στην Κων/λη ο Ματθαίος θα βρει τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο που είναι σχολάρχης στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, τον Ιερεμία Κιομουρτζάν (ποιητή) κι άλλες προσωπικότητες. Η ιατρική του επιδεξιότητα θα του ανοίξει ως και την Υψηλή Πύλη όπου θα κληθεί να θεραπεύσει από ευλογιά τα ιτς ογλάν!
Στην Κωνσταντινούπολη είναι πια ξεκάθαρη η ρότα που έχει πάρει ο ήρωας, ξεδιπλώνεται πια η ταπεινοσύνη του χαρακτήρα του (Σκαντιέρι: θα το πω απερίφραστα: δεν έχω συναντήσει άλλον άνθρωπο τόσο ταπεινό και ευαίσθητο όσο εσύ. Εάν ήταν άλλος στη θέση σου, θα πανηγύριζε με κάθε τρόπο αυτό που κατάφερες μέσα σε δυο μόνο χρόνια). Ασφαλώς και κάποιοι θεωρούν την έλλειψη φιλοδοξίας μισανθρωπία. Η φήμη του όμως ως γιατρού αμαυρώνεται από την αποτυχία του να θεραπεύσει τον λαγώχειλο Ολλανδό Φαλκενίερ τον διώχνει και από την Κωνσταντινούπολη, ενώ πετά στον κάλαθο των αχρήστων μια σίγουρη καριέρα. Άλλωστε, είχε ήδη αρχίσει να «μοιάζει με στάρετς», όπως άλλωστε του είπε αργότερα ο θετός του αδερφός.

Με την επιστροφή στη Σαλόνικα, γυρίζει η σελίδα στη ζωή του ήρωά μας. Κατ αρχάς, βρίσκεται με… γυναίκα!  Όχι με τη θέλησή του, αλλά όταν πρωτοαντίκρυσε την Όλγα ένιωσε πως τίποτα στη ζωή του δεν θα ήταν πια το ίδιο. Μια όμορφη Μολδαβή που ο Τούρκος έμπορος Αλή την αγόρασε για δούλα, και την έφερε στον Ματίας (σήκωσε τα μάτια σου να δεις την Παναγία, αφέντη… )
Ο χρόνος συμπυκνώνεται από το σημείο αυτό του βιβλίου και μετά, εφόσον  σε περίπου διακόσιες σελίδες  (όλο το βιβλίο είναι 780 σελίδες) βλέπουμε την νέα φάση της ζωής του Ματίας σε καταιγιστικά επεισόδια μέχρι το τέλος:  πρώτα πρώτα έχει πλέον σύζυγο και δεύτερον έχει βάλει στόχο ζωής να ανακαλύψει το χαμένο παιδί του πατριού του, του Παναγιωτάκη Μελισσηνού.  Παράλληλα, έχει  στενές επαφές με τον «Άγγλο Ιπποκράτη», τον Τόμας Σύντενχαμ,  γεγονός που θα καθορίσει την προοδό του ως επιστήμονα.
Οι τραγωδίες έρχονται και παρέρχονται σ αυτό το μέρος του βιβλίου, αλλά έχουμε τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε από πιο κοντά τα συναισθηματικά αποτυπώματα στην ψυχή του Ματίας, γιατί ο συγγραφέας παραθέτει πολλές επιστολές και αποσπάσματα από ημερολόγια. Χάνει το πρώτο παιδί, αλλά σύντομα αποκτά τον νεότερο Ισαάκ, στον οποίο γράφει εξομολογητικά γράμματα. Επισκέπτονται τον απόκοσμο πύργο της οικογένειας της  Όλγας (περιπετειώδες οδοιπορικό στη Βαυαρία μέχρι να φτάσουν στο Έντινετ), με την προβληματική αδερφή, Ντενίσα∙ η Όλγα μένει ανάπηρη από τη μέση και κάτω μέχρι που πεθαίνει… Ο Ισαάκ  βρίσκεται στο Λονδίνο κι από κει στέλνει αποχαιρετιστήρια επιστολή για Αμερική, ένας λοιπόν «ζωντανός χωρισμός». Ο Ματίας κατεβαίνει ως και στο «βασίλειο των νεκρών», σε ένα ορυχείο όπου κρύβονται λεπροί και φυσικά παρέχει σωστική βοήθεια… Συγκρούεται με την Ντενίσα, και μετά το θάνατο της γυναίκας του βάζει ως στόχο να βρει τον χαμένο αδερφό… Το απίθανο οδοιπορικό με τους τριανταπέντε νάνους στο δρόμο προς το Κίεβο φαίνεται παραμύθι, αλλά όπως λέει κι ο ίδιος ο συγγραφέας, ο Μεγάλος Πέτρος συνήθιζε να συγκεντρώνει νάνους για να τους χρησιμοποιεί σε γκροτέσκ φιέστες του παλατιού. Αναγκάζεται μέχρι και να σκοτώσει, τον βασιλιά των νάνων Φομά, που κάνει κατάχρηση εξουσίας…

Και μπαίνουμε στην  «Έξοδο»:
Τα ίχνη του γιου του Παναγιώτη Μελισσηνού, δηλ. του Μηνά Βαενά μετέπειτα αδελφού Ιωαννίκιου οδηγούν τον οδοιπόρο στη Μόσχα. Είναι και ο τελευταίος σταθμός πριν το Άγιο Όρος. Η «συνάντηση» με τον αδελφό Ιωαννίκιο δεν είναι απλώς μια αναγνώριση, είναι λυτρωτική συνάντηση ψυχών. Βλέπουμε τον Ματίας να ανοίγεται όπως δεν έχει κάνει ποτέ, και να εξομολογείται για πρώτη φορά (πέρυσι το φθινόπωρο αυτό το χέρι οπλίστηκε και σκότωσε έναν άνθρωπο/αργά το ίδιο βράδυ δεν κολλούσε ύπνος στον Ιωαννίκιο. Είχε σφηνωθεί στο μυαλό του η σκέψη πως ο αδερφός του μπορούσε να κουβαλάει τις πέτρες πάνω του αγόγγυστα).
Όμως ο αδερφός Ιωαννίκιος αφήνει την τελευταία του πνοή στη Μαύρη θάλασσα, στη ρότα για το Μπουργκάς. Είναι και η τελευταία σκηνή του βίου του Ματίας, Ματέο, Ματθαίου, που μετά το θάνατο του αδερφού του, δανείστηκε  πια το «ένδυμα» του μοναχού, κι εμφανίστηκε στο Άγιο  Όρος ως Ιωαννίκιος. Η πλαστογραφία αυτή ήταν και η τελευταία του «αμαρτία» προτού αφοσιωθεί στη νέα, μυστική του ζωή (απ όλους τους αδελφούς ήταν ο πιο κρυφός, ο πιο κλεισμένος στον εαυτό του) στη Μονή Διονυσίου.  
Θα μπορούσε κανείς ότι στην επιλογή του αυτή,  όπου κλείνει με προσευχή και αναστοχασμό ένας ταραγμένος κύκλος από τόσες δοκιμασίες σωματικές και ψυχικές, ο συγγραφέας είδε  μια διαφορετική εκδοχή της έννοιας «αγιοποίηση».
 Χριστίνα Παπαγγελή




[1] Ο Εβραϊσμός της Θεσσαλονίκης θα γνωρίσει μια μεγάλη περίοδο μεγάλης ακμής που θα ανακοπεί μόνο στις αρχές του 17ου αιώνα, με την ανακάλυψη καινούριων θαλάσσιων δρόμων, την ύφεση της δραστηριότητας της Βενετίας και την εμπλοκή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε μία σειρά από χαμένους πολέμους. Η πολιτική κατάπτωση θα έλθει σαν επακόλουθο της οικονομικής, καθώς την εποχή αυτή υποχωρούν σημαντικά οι βιβλικές σπουδές, ενώ αντίθετα, γνωρίζει έξαρση ο μυστικισμός και ο αποκρυφισμός με τη μελέτη της "Καβάλα" και του κυριότερου μέρους της, του "Ζοχάρ". Μέσα στο κλίμα αυτό, εμφανίζεται, το 1655 στη Θεσσαλονίκη ο Σαμπετάι Σεβή από τη Σμύρνη, που διακηρύσσει ότι ο αναμενόμενος Μεσσίας, βασιλιάς του Ισραήλ και λυτρωτής του εβραϊκού λαού. Η απήχηση που βρίσκει το κήρυγμα του θα διεγείρει τις ανησυχίες των τουρκικών αρχών που θα συλλάβουν και θα τον καταδικάσουν σε θάνατο το 1666. Τότε ο Σαμπετάι Σεβή θα προσχωρήσει στον Μωαμεθανισμό για να σώσει τη ζωή του. Οι Εβραίοι είχαν ήδη διχαστεί σε εκείνους που τον πίστεψαν και σ' εκείνους που τον αντιμετώπισαν σαν ανισόρροπο και απατεώνα. Οι πρώτοι, γύρω στις τριακόσιες οικογένειες, θα τον ακολουθήσουν στην αποστασία του δημιουργώντας την ιδιότυπη κοινωνία των εβραιομουσουλμάνων, που έμεινε γνωστή με την επωνυμία "Donmeh" (αποστάτης).

[2] Από την Wikipedia: Ο Αλέξανδρος Νικολάου Μαυροκορδάτος (1641 - 1709), ο επιλεγόμενος «ο εξ απορρήτων», ήταν σημαντικόςΦαναριώτης ιατρός και διπλωμάτης του 17ου αιώνα. Τρισέγγονός του ήταν ο γνωστός ως πολιτικός στην Ελληνική Επανάσταση και μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (1791-1865). Φοίτησε στο Ελληνικό Κολέγιο του Αγίου Αθανασίου στη Ρώμη και μετά σπούδασε Φιλολογία και Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Ρώμης. Μετά πήγε στην Πάδοβα, όπου σπούδασε Ιατρική αναγορευθείς τελικά διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Μπολόνια, όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές του το έτος 1664. Μετά τις σπουδές του έμεινε για λίγο καιρό στη Χίο και τελικώς εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί αρχικώς δίδαξε στη Σχολή Μανωλάκη και κατόπιν διορίσθηκε σχολάρχης της Πατριαρχικής Σχολής (1665-1672), ενώ παραλλήλως ασκούσε την Ιατρική με επιτυχία. Η ευρυμάθεια και η γλωσσομάθειά του έκαναν μεγάλη εντύπωση: Εκτός από τις ευρωπαϊκές γλώσσες γνώριζε άπταιστα την τουρκική, την αραβική, την περσικήγαλλική και την εβραϊκή γλώσσα. Ως συνέπεια αυτού, επιβλήθηκε σύντομα στους επιστημονικούς και κοινωνικούς κύκλους της Κωνσταντινούπολης και, μετά τον θάνατο του διερμηνέα τηςΥψηλής Πύλης Παναγιώτη Νικουσίου το 1673 ο Μαυροκορδάτος, που είχε διατελέσει γραμματέας του Νικούσιου, κλήθηκε και ανέλαβε Μέγας Διερμηνέας της Πύλης.

[3] http://www.rodostavros.org/artikel/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%81%CF%89%CE%BD
[4] http://www.ygeiaonline.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=38542:nikoysios_panagivths

Τετάρτη, Νοεμβρίου 19, 2014

Η κομψότητα του σκαντζόχοιρου, Μιριέλ Μπαρμπερί

Έχουμε παραιτηθεί από την ιδέα της συνάντησης,
συναντάμε μόνο τον εαυτό μας
χωρίς να τον αναγνωρίζουμε μέσα σ αυτούς
τους αμετακίνητους καθρέφτες.


Σ αυτό το κομψό βιβλιαράκι η συγγραφέας μάς βυθίζει στο μικρόκοσμο μια πολυκατοικίας όπου οι βασικοί  -δύο στην αρχή και στη συνέχεια τρεις - ήρωες είναι εξαιρετικές περιπτώσεις, πολύ πάνω δηλαδή από το μέσο όρο σε ευφυΐα και αυτοσυνειδησία. Πρόκειται για την άσημη κατά τα άλλα θυρωρό, τη Ρενέ Μισέλ, και για ένα δωδεκάχρονο κορίτσι, την Παλόμα, που αφηγούνται σε πρώτο ενικό,  σχεδόν κεφάλαιο παρά κεφάλαιο τα τεκταινόμενα στην πολυκατοικία με δικές τους πνευματώδεις σκέψεις και παρατηρήσεις. Προς τη μέση του βιβλίου προστίθεται κι ένας ακόμη καινούριος ένοικος, ο Ιάπωνας Κακούρο Όζου. Η συγγραφέας, που όπως φαίνεται από το βιογραφικό της έχει σπουδάσει φιλοσοφία αλλά λατρεύει και τον ιαπωνικό πολιτισμό, βρίσκει τρόπο να εμπλέξει τις δυο μεγάλες αυτές συνιστώσες στο μυθιστόρημά της. Το κοινό χαρακτηριστικό άλλωστε που ενώνει εντέλει τους τρεις ανόμοιους ήρωες είναι η αναζήτηση νοήματος, που το βρίσκουν στην ομορφιά, τη φινέτσα, την κομψότητα.
Η Ρενέ, που λόγω της θέση της αποτελεί και τον συνδετικό κρίκο των ηρώων, είναι μια χήρα «φτωχή γυναίκα ανάμεσα σε πλούσιους, μικρόσωμη, άσχημη στρουμπουλή. «Έχω εξογκώματα στα μεγάλα δάχτυλα των ποδιών μου, και, πιστέψτε το, κάποια θλιβερά πρωινά ανασαίνω σαν μαμούθ», όπως  αυτοσυστήνεται η ίδια από την πρώτη σελίδα, δίνοντας ένα έξοχο δείγμα της υψηλής επίγνωσης του κοινωνικού της ρόλου: δε μ αγαπούν, μα εντούτοις με ανέχονται, επειδή ανταποκρίνομαι τέλεια σε ό, τι η κοινωνία πιστεύει ως υπόδειγμα θυρωρού πολυκατοικίας∙  είμαι ένα από τα πολλαπλά γρανάζια, που θέτουν σε κίνηση τη μηχανή της μεγάλης οικουμενικής ψευδαίσθησης, κατά την ποία η ζωή περιέχει ένα εύκολα ερμηνευόμενο νόημα.
Όμως, παρόλο που στην εξωτερική εμφάνιση φαίνεται να ακολουθεί το στερεότυπο, η Ρενέ δεν είναι μια θυρωρός που ξημεροβραδιάζεται στην τηλεόραση. Κρίνει με απίστευτη οξυδέρκεια τα οκτώ αφεντικά της και τις οικογένειές τους (η Μανουέλα  (υπηρέτρια) -είναι μια αριστοκράτισσα, αληθινή, μεγάλη, της κατηγορίας που δεν επιδέχεται καμιά αμφισβήτηση, διότι, βάζοντας τη σφραγίδα της πάνω στην ίδια την καρδιά, περιφρονεί ετικέτες και τίτλους ευγενείας. Τα θα πει αριστοκράτισσα; Μια γυναίκα που δεν την αγγίζει η χυδαιότητα, παρότι την περιβάλλει), εκφράζει έξυπνα και καυστικά σχόλια (στο ημερολόγιό της), αλλά κατά κύριο λόγο είναι μια «διψασμένη ψυχή» που διαβάζει βιβλία «σαν μανιακή», πράγμα που το κρύβει επιμελώς! Τρελαίνεται για λογοτεχνία (έχω διαβάσει τόσα βιβλία… κι όμως, όπως όλοι οι αυτοδίδακτοι, δεν είμαι ποτέ σίγουρη γι αυτό που έχω καταλάβει), εξ ου και βαφτίζει τον γάτο της Λεόν, απ τον Τολστόι (!)∙ παρακολουθεί  συστηματικά τον κινηματογράφο,  εντοπίζει με οξύτητα τις ταξικές διαφορές και τις αντίστοιχες συμπεριφορές, αλλά το μυστικό της πάθος, που το κρύβει με τρομερή επιμέλεια απ όλους, είναι… η φιλοσοφία. «Μέσα στην ασφάλειά μου, δεν υπάρχει πρόκληση αναπάντητη για μένα. Φτωχή στο όνομα, στη θέση και στην όψη, στον κόσμο της νόησης είμαι μια αήττητη θεά». Με τον κοφτερό τρόπο του ανθρώπου της δράσης, που προσπαθεί να κατεβάσει τη φιλοσοφία από τον ουρανό στα γήινα,  πετάει κατά περίσταση κουβέντες του Μαρξ, του Καντ, κλπ.  Οι ιδέες τη βασανίζουν, προσπαθεί να καταλάβει το βαθύτερο νόημα συνδέοντας τη θεωρία με την πραγματικότητα και, βέβαια, έχει άποψη και μάλιστα τεκμηριωμένη… Αυτό όμως που τη βασανίζει περισσότερο (φοβάμαι ότι βρήκα επιτέλους τον δάσκαλό μου) είναι η φαινομενολογία του…  Χούσσερλ.
Έπειτα από ένα μήνα φρενήρους ανάγνωσης, αποφαίνομαι με απίστευτη ανακούφιση ότι η φαινομενολογία είναι μια απάτη. Η Ρενέ αποδομεί με πολύ έξυπνο τρόπο την έννοια, θεωρώντας γελοίο προνόμιο του ανθρώπου τη συνείδηση ότι υπάρχει (γνώθι σαυτόν, σκέφτομαι άρα υπάρχω) γιατί  αυτή η ανασκοπική λειτουργία της συνείδησης δεν προσφέρει τίποτα στον άνθρωπο παρά μόνο μας σώζει από τη βιολογική αιτιοκρατία. Το να ξέρεις ότι υποφέρεις από φαγούρα και να έχεις συνείδηση του γεγονότος πως έχεις συνειδητοποιήσει ότι το ξέρεις δεν αλλάζει τίποτα στο γεγονός ότι έχει φαγούρα (!). Διατρέχει τον ιδεαλισμό του Καντ για να ασχοληθεί με τον ιδεαλισμό του Χούσσερλ, όπου στο εξής η φιλοσοφία επιτρέπει στον εαυτό της να κυλιέται μόνο στην ακολασία του καθαρού πνεύματος. (…) Αυτή είναι η φαινομενολογία: η επιστήμη αυτού που εμφανίζεται στη συνείδηση. Συνεχίζει την αποδόμηση με γλαφυρά παραδείγματα για να καταλήξει: ιδού λοιπόν η φαινομενολογία: ένας μοναχικός και ατέρμονος μονόλογος της συνείδησης με τον εαυτό της, ένας αμιγής και σκληρός αυτισμός, που δεν ενοχλεί ποτέ κανέναν αληθινό γάτο.
Οι φιλοσοφικές αναζητήσεις της Ρενέ περιστρέφονται και στη σχέση του ανθρώπου με την ομορφιά, την τέχνη, το νόημα της ζωής. Είναι η πλευρά της αγάπης προς τη λογοτεχνία: όταν είμαι αγχωμένη, χώνομαι στο καταφύγιό μου. Δε μου χρειάζεται να ταξιδέψω∙ φεύγω και πάω να βρω τις σφαίρες της λογοτεχνικής μου μνήμης. Σκέφτεται ξανά και ξανά τον τρόπο με τον οποίο ο Λέβιν στο Άννα Καρένινα απολαμβάνει τη λησμονιά της κίνησης όταν θερίζει αδιάκοπα, και το μεταφέρει στη δική της ζωή: για ποιον άλλο λόγο θα τα έγραφα όλα τούτα, αυτό το γελοίο ημερολόγιο μιας γερασμένης θυρωρού, αν η γραφή αυτή καθαυτή δεν έμοιαζε με την τέχνη του θερισμού; (…) γεύομαι την τρισευτυχισμένη αταραξία μιας συνείδησης, που είναι θεατής.

Η Παλόμα είναι κι αυτή ένα εξαιρετικής ευφυΐας άτομο (η βασική ένσταση κάποιου αναγνώστη θα ήταν ότι δεν μπορεί να μιλά και να σκέφτεται έτσι ένα δωδεκάχρονο κορίτσι. Δε θα συμφωνούσα, γιατί θα μπορούσαν, ναι, να υπάρχουν τέτοια εξαιρετικά πλάσματα… άλλωστε ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται η Παλόμα έχει κάτι το απολύτως νεανικό). Έχει επίγνωση μάλιστα της εξυπνάδας της, την οποία προσπαθεί να… μετριάσει (πρέπει να κοπιάζεις πολύ για να φαίνεσαι κουτότερος απ  ό, τι είσαι).
 Η Παλόμα μιλά πολύ για τα συναισθήματά της τα οποία είναι έντονα. Κηρύττει πόλεμο (με την αδερφή της), αποκαθηλώνει όλους τους ενήλικες (πατέρα, μάνα κλπ), πλήττει, εκστασιάζεται με τη μουσική, αγαπά τα βιβλία. Έχει σκοπό να… αυτοκτονήσει τη μέρα που θα γιορτάζει τα δεκατρία της χρόνια (σημασία δεν έχει ότι θα πεθάνεις, ούτε σε ποια ηλικία πεθαίνεις, είναι αυτό που θα κάνεις τη στιγμή κατά την οποία πεθαίνεις)! Στην εξομολόγησή της μάλιστα αυτή, που την κάνει εν είδει  ημερολογίου (Βαθυστόχαστες σκέψεις και Ημερολόγιο της κίνησης του κόσμου) έχει βρει και τον τρόπο («σεπούκου»!), εκφράζοντας και την αγάπη της για την Ιαπωνία. Μαθαίνει  γιαπωνέζικα γιατί θέλει να διαβάζει μάγκα από το πρωτότυπο, της αρέσουν τα χαϊκού και το γιαπωνέζικο παιχνίδι «γκο» όπου δεν σκοτώνεις για να κερδίσεις, αλλά πρέπει να δημιουργήσεις για να επιβιώσεις. Γιατί αυτό που τη συγκινεί κι εκείνη είναι η κομψότητα, η ομορφιά (η κομψότητα και η μαγεία ενάντια στη θλιβερή επιθετικότητα των παιχνιδιών εξουσίας των ενηλίκων).
Είναι απολαυστικές οι «βαθυστόχαστες» σκέψεις της Παλόμα. Άπειρες σκέψεις για τις μικρότητες των ανθρώπων γύρω της (κυρίως για τη μαμά της και για την αδερφή της), για τα γηρατειά, απίθανα σχόλια για τα κλισέ των ψυχίατρων, και για την ψυχανάλυση: Πλάκα δεν έχει; Δεν είναι καν η αφέλεια της ερμηνείας (δόντια που πέφτουν = θάνατος, ομπρέλα  = πέος κτλ), λες και η κουλτούρα δεν είναι παρά μια τεράστια δύναμη υποβολής, που δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Την απασχολεί και η γλώσσα (όπως άλλωστε φαίνεται κι από τον προσεκτικό και ακριβή χειρισμό της): οι άνθρωποι ζουν  σ έναν κόσμο στον οποίο την εξουσία κατέχουν οι λέξεις και όχι οι πράξεις, στον οποίο κόσμο η έσχατη ικανότητα είναι ο έλεγχος της γλώσσας. Σχολιάζει τους ισχυρούς που κατέχουν το λόγο κι επιβάλλονται, ενώ είναι ανίκανοι να υπερασπιστούν τον κήπο τους, να φέρουν κουνέλι για δείπνο ή να τεκνοποιήσουν σωστά. Ιδιαίτερα διασκεδαστικές οι σκέψεις της πάνω στο μάθημα της γλώσσας και της λογοτεχνίας (λογοτεχνία χωρίς λογοτεχνία και μάθημα γλώσσας χωρίς την ψυχή της γλώσσας).
Οι «βαθυστόχαστες σκέψεις» της Παλόμα έχουν μια νεανική πρωτοτυπία, γιατί οτιδήποτε σκέφτεται είναι απόλυτα γειωμένο σε κάποιο βίωμα. Αξίζει να αναφερθούμε στον ορισμό του τι σημαίνει κακός (δεν εννοώ κακόβουλος, βίαιος ή δεσποτικός, παρότι είναι λίγο απ όλ αυτά. Όχι, όταν λέω «είναι πραγματικά κακός», εννοώ πως είναι ένας  άνθρωπος ο οποίος έχει απαρνηθεί τόσο πολύ οτιδήποτε καλό είχε μέσα του ώστε θυμίζει πτώμα, παρόλο που είναι ακόμα ζωντανός) και στις σκέψεις που κάνει βλέποντας αθλητικούς αγώνες στην τηλεόραση: ένιωθα αυτή την τελειότητα στο σώμα μου, και φαίνεται ότι αυτό σχετίζεται με τους νευρώνες καθρέφτες, δηλαδή όταν βλέπουμε κάποιον να κάνει κάτι, ενεργοποιούνται στον εγκέφαλό μας αυτόματα οι ίδιοι νευρώνες με αυτούς που ενεργοποιεί εκείνος που δρα. Ξέρει ότι είναι ευφυής αλλά κι ότι η ευφυΐα αφ εαυτής δεν έχει καμιάν αξία, κανένα ενδιαφέρον. Πολύ ευφυείς άνθρωποι αφιέρωσαν τη ζωή τους στο θέμα του φύλου των αγγέλων, για παράδειγμα.
Τέλος, ο τρόπος με τον οποίο η Παλόμα περιγράφει τη σχέση της με τη μουσική είναι μοναδικός.

Η «συνάντηση»
Η άφιξη του Ιάπωνα Κακούρο Όζου στην πολυκατοικία, όπου επί 27 χρόνια κανένα διαμέρισμα δεν άλλαξε οικογένεια, ταράζει τα νερά (όλοι οι ένοικοι είναι ξετρελαμένοι με τον κ. Όζου/εγώ είμαι ευχαριστημένη γιατί η βαθιά ιαπωνική μου πλευρά είναι απολύτως ικανοποιημένη από τη συνομιλία μ έναν αληθινό Ιάπωνα, γράφει η Παλόμα).  Ένας «όμορφος» άνθρωπος, ευγενικός, κομψός, βαθύς. Και… πλούσιος. Από την πρώτη στιγμή που συναντήθηκε και με τη Ρενέ η επικοινωνία ήταν άμεση («διασταυρωμένα»  βλέμματα στο άκουσμα λέξεων) και  ουσιαστική. Σημείο αναγνώρισης ότι και οι δυο είναι ανήσυχα πνεύματα που ψάχνουν την ουσία των πραγμάτωνήταν  μια φράση από την αρχή της Άννας Καρένινα και τα ονόματα των… γάτων τους, που είναι παρμένα από τους ήρωες του Τολστόι. Παρόμοιας ποιότητας συνάντηση είναι και η συνάντηση του Κακούρο με την Παλόμα, μέσα σ ένα… ασανσέρ! Η άμεση ερώτηση που απηύθυνε ο Κακούρο στην Παλόμα ήταν η γνώμη της για τη Ρενέ∙  πιστεύω πως δεν είναι αυτό που νομίζουμε, λέει και αυτό βέβαια συμπίπτει με την άποψη της Παλόμας, η οποία θεωρεί τη θυρωρό άτομο εξαιρετικής ευφυΐας.
Η κυρία Μισέλ έχει την κομψότητα του σκαντζόχοιρου∙ απέξω είναι γεμάτη αγκάθια, αληθινό φρούριο, αλλά έχω την αίσθηση ότι από μέσα είναι τόσο απλώς ραφινάτη όσο και ο σκαντζόχοιρος, που είναι ένα ζωάκι δήθεν νωθρό, σκληρά μοναχικό και εξαιρετικά κομψό.

Έτσι, αρχίζουν κι αλληλογνωρίζονται οι τρεις ήρωες/εξαιρετικές  (>εξαίρεση) προσωπικότητες, εφόσον η Παλόμα συναντιέται κι αποκτά κι αυτή μια ουσιαστική σχέση με τη Ρενέ (Ρενέ: την κοιτάω με προσοχή. Πώς μου ξέφυγε αυτό; Μερικά παιδιά έχουν το σπάνιο χάρισμα να παγώνουν τους μεγάλους. Τίποτα στη συμπεριφορά τους δεν αντιστοιχεί στους κανόνες της ηλικίας τους. Είναι υπερβολικά αυστηρά, υπερβολικά σοβαρά, υπερβολικά ήρεμα και ταυτόχρονα τρομερά ακονισμένα. Ναι, ακονισμένα). Οι σχέσεις επαναδιαρθρώνονται ταχύτατα, όταν ο Κακούρο ζητά από τη Ρενέ να τον επισκεφτεί για δείπνο (μια σεισμική δόνηση ταρακούνησε συθέμελα μια ύπαρξη που βγήε απότομα από τον πάγο), κι ακολουθούν βέβαια κι άλλες συναντήσεις (κάτι μετατοπίζεται μέσα μου, ναι, δε βρίσκω άλλη λέξη, έχω την αλλόκοτη αίσθηση ότι ένα εσωτερικό γρανάζι παίρνει τη θέση ενός άλλου). Παράλληλα, η Παλόμα επισκέπτεται τακτικά τη Ρενέ, σε κάποια στιγμή μάλιστα τη συμβουλεύει σε πολύ προσωπικό επίπεδο, ενώ με τη σειρά της η Ρενέ τής εξομολογείται το μυστικό της κλειστής ζωής της.
Αυτό που ενώνει τους ήρωες, και βασικά τον Κακούρο με τη Ρενέ είναι η αγάπη για την ομορφιά και για την τέχνη (όλο το μεγαλείο της Τέχνης δε φτάνει για να εξηγήσει την αιφνίδια απώλεια της συνείδησης, της ταπείνωσής μου εξαιτίας μιας αισθητικής συγκοπής). Εύστοχες αναφορές σε έργα ζωγραφικής, μουσικής, κινηματογράφου.  Μοιράζονται αυτό το πάθος με τρόπο πολύ μοναδικό, που η συγγραφέας μάς μεταφέρει άμεσα, προδίδοντας και τις δικές της επιλογές.

Οι σχέσεις εξελίσσονται ραγδαία στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, ενώ το τέλος είναι απροσδόκητο, ίσως για να δώσει η συγγραφέας και μια εσχατολογική διάσταση στις σχέσεις με τα πρόσωπα που αγαπάμε. 
Χριστίνα Παπαγγελή

Υ.Γ. Ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις έχουμε και από την anagnostria, καθώς και από τη Βιβή Γ.  

Παρασκευή, Νοεμβρίου 07, 2014

Το νησί του πάθους, Λάουρα Ρεστρέπο

«Νησί του πάθους» ήταν το γλυκερό και παράλληλα φοβερό όνομα που έδωσε ο Μαγγελάνος στο νησί Κλίπερτον όταν το διέκρινε από απόσταση  μεταξύ 1519 και 1521. Όνομα ελκυστικό αλλά και σχιζοφρενικό, γιατί κλείνει μέσα του τα αντίθετα. Πάθος σημαίνει τον έρωτα, αλλά επίσης και τον πόνο, είναι τόσο ο πυρετώδης ενθουσιασμός όσο και το μαρτύριο, η τρυφερότητα, μα και η λαγνεία.

Δεν πρόκειται λοιπόν για καμιά σαπουνόπερα πάθους, όπως θα περίμενε κανείς από τον τίτλο, και μάλιστα από βιβλίο που αγοράζει  στην απόγνωσή του από σταθμό της… εθνικής οδού.  Είναι ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα που μεγεθύνει μια λεπτομέρεια της ιστορίας, αρκετή όμως για να καταλάβει κανείς το μηχανισμό με τον οποίο κινούνταν τα νήματα της αποικιακής εξουσίας σε περιοχές αμφιλεγόμενες, όπως αυτή της οποίας διεκδικούσαν την κυριαρχία το Μεξικό και η Γαλλία στις αρχές του 20ου αι..
Νησί του Πάθους, ή νησί Κλίπερτον, από τον λήσταρχο πειρατή του 18ου αι. που το χρησιμοποιούσε ως κρησφύγετο/ορμητήριο για να επιτίθεται στα κινέζικα εμπορικά πλοία. Ένα ασήμαντο, απόμερο νησί κοντά στο Ακαπούλκο, ένας τόπος ανθυγιεινός και αφιλόξενος. Λένε πως στις ακτές του περιφέρονται απομεινάρια παλιών ναυαγίων και ότι στον αέρα του πλανιούνται οι αναθυμιάσεις θειαφιού από μια ηφαιστειογενή λιμνοθάλασσα με δηλητηριώδη νερά, που δεν ανέχονται τη ζωή, δεν είναι πόσιμα και προκαλούν εγκαύματα σ όποιον βουτήξει μέσα τους (…) Σημείο ελάχιστο, ανεπαίσθητο  όπου ούτε να φτάσει μπορεί κανείς ούτε να φύγει. Σαρωμένο από τυφώνες, διαβρωμένο από παλίρροιες, σβησμένο από τους χάρτες, λησμονημένο από τους ανθρώπους, παραπεταμένο στη θάλασσα, άλλοτε μεξικάνικο και τώρα απαλλοτριωμένο και ξένο. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει. Μερικές φορές αυταπάτη και κάποιες άλλες εφιάλτης, το νησί δεν είναι τίποτα περισσότερο από όνειρο. Ουτοπία.

Το μυθιστόρημα κινείται σε πολλά επίπεδα (ανά κεφάλαιο), εφόσον την τραγική ιστορία των πρωταγωνιστών, δηλαδή του Ραμόν και της Αλίσια, και αργότερα των τεσσάρων παιδιών τους, την ανασυνθέτει ο αναγνώστης και μέσα από τον αφηγητή- συγγραφέα, και μέσα από τις βιωματικές αφηγήσεις της 77χρονης κόρης και της εγγονής τους. Στο χρονικό επίπεδο που εκπροσωπεί το «σήμερα», ο υποτιθέμενος ερευνητής/ παντογνώστης αφηγητής  αναφέρεται στις «πηγές» του και τις «αξιολογεί», προσδίδοντας ένα δημοσιογραφικό/ιστορικό χαρακτήρα. Έτσι, έχουμε λεπτομέρειες που προσθέτουν αληθοφάνεια κι ενδιαφέρον στην τραγική περιπέτεια στην οποία  μπλέχτηκαν οι ήρωες…

Ο πρωταγωνιστής Ραμόν, γαλλικής καταγωγής από την Ορισάμπα, ένοχος για λιποταξία από τον μεξικάνικο στρατό -γιατί δεν άντεχε την πικρή σούπα που ήταν η ζωή στο στρατόπεδο-, υπέστη τέτοια ταπείνωση στη φυλακή (ήταν πιο σκουπίδι απ όλα τα σκουπίδια), ώστε δέχτηκε σαν εξαιρετική τιμή τον διορισμό του ως Κυβερνήτη του νησιού Κλίπερτον (ορκίστηκε επίσημα, στη μνήμη του πατέρα του, στην αγάπη της μητέρας του, στα εφτά μαχαίρια που τρυπούν την καρδιά της Τεθλιμμένης Παναγίας και στη δόξα της πατρίδας του ότι ποτέ, ποτέ πια, είτε ως άνθρωπος είτε ως στρατιωτικός δε θα γνώριζε την καταισχύνη μιας δεύτερης ταπείνωσης). Τον κάλεσε μάλιστα κι ο ίδιος ο πρόεδρος (Πορφύριο Ντιάζ) σε ακρόαση, στα πλαίσια ειδικής αποστολής που σχετιζόταν με τη σύσφιξη των σχέσεων Μεξικού- Ιαπωνίας  εναντίον της Αμερικής (1908). Για το ταξίδι στην Ιαπωνία έχουμε λίγες πληροφορίες, ίσως… όχι γιατί το ιστορικό του περιεχόμενο είχε χαρακτήρα απόρρητο και υπερβατικό, αλλά ακριβώς για τον αντίθετο λόγο. Απλώς επειδή επρόκειτο για κάτι το κοινό και το ασήμαντο. Για παράδειγμα, μπορεί ο Ραμόν να πήγε στο Τόκιο ως διερμηνέας για τυπικά διπλωματικά ζητήματα. Ή για να παραδώσει στον αυτοκράτορα της Ιαπωνίας καμιά πορσελάνη των Σεβρών, δώρο από τον Πορφύριο Ντίας. Και έτσι το Κλίπερτον να μην υπήρξε ποτέ στρατηγικό σημείο για οποιονδήποτε, εκτός από τα πουλιά που απέθεταν εκεί το γουάνο[1], τα περιττώματά τους.
Ωστόσο, η πράξη ανάληψης της εδαφικής κυριαρχίας του Μεξικού στο νησί του Πάθους έγινε με συγκίνηση και επισημότητα που άγγιζε τη γελοιότητα («τούτο εδώ είναι μεξικάνικο έδαφος πάντως, κι εγώ είμαι ο κυβερνήτης του»/ όταν το σκάφος εξαφανίστηκε από το οπτικό του πεδίο, ο Ραμόν συνειδητοποίησε πως ένιωθε προσβεβλημένος, αδικημένος και μόνος σα σκύλος. Ο διορισμός του ως κυβερνήτη, η προαγωγή σε λοχαγό, η ακρόαση από τον Πορφύριο Ντίας, τώρα του φαίνονταν σαν πολύχρωμα μικρά πουλιά, που απλώς φτιασίδωναν τη γυμνή πραγματικότητα: τον είχαν παρατήσει στην τύχη του, στο τελευταίο μέρος το οποίο θα επέλεγε, εφόσον του είχαν δώσει ελευθερία εκλογής). Το πλοίο που θα ήταν ο ομφάλιος λώρος που θα τους συντηρούσε στη ζωή, ο μοναδικός δεσμός τους με τον κόσμο άφησε στο νησί τον Ραμόν με τη γυναίκα του, την Αλίσια, κι έντεκα στρατιώτες με τις οικογένειές τους, καθώς και τον εκπρόσωπο της βορειοαμερικανικής εταιρείας εμπορικής εκμετάλλευσης του γουάνο, τον Γερμανό Σουλτς με την υπόσχεση ότι θα επανερχόταν ανά τρεις μήνες για ανεφοδιασμό. Σαράντα τέσσερα ενήλικες με μικρά παιδιά πάνω στο στείρο κατσάβραχο, σαράντα τέσσερις Ροβινσώνες  των οποίων παρακολουθούμε τις προσπάθειες επιβίωσης μέσα σε συνθήκες απροσδόκητες (καταποντισμοί, πλημμύρες, τυφώνες, αλλά κυρίως maroon, δηλαδή εγκατάλειψη).
Πέρα λοιπόν από το ιστορικό ενδιαφέρον που προκαλεί η αληθινή αυτή ιστορία, παρακολουθούμε και μια συναρπαστική περιπέτεια σε πολλά επεισόδια, ενώ παράλληλα διαγράφονται και αρκετά διάφανα οι βασικοί χαρακτήρες (ξεχωρίζει η ενστικτώδης και γήινη προσωπικότητα της Αλίσια). Οι ήρωες οργανώνουν όσο μπορούν καλύτερα τη ζωή τους, γεννούν τα παιδιά τους, προσπαθούν να τα εκπαιδεύσουν, κάνουν γιορτές, παίζουν μουσική, ψάχνουν απεγνωσμένα το θησαυρό του Κλίπερτον, οι γυναίκες περιποιούνται τα… μαλλιά τους (η συντροφική περιποίηση των μαλλιών  βαθμιαία μετατράπηκε σε βδομαδιάτικη τελετουργία), κι όλα αυτά καθώς περιμένουν το πλοίο ανεφοδιασμού (πάντα καθυστερημένο δυο τρεις μήνες, σκορπώντας κύματα ανησυχίας). Οι βροχοπτώσεις, οι παλίρροιες αλλά βασικά ο τυφώνας  καθορίζουν τις συνθήκες ζωής τους και τις σχέσεις τους (ο χαρακτήρας των κατοίκων του Κλίπερτον είχε αλλάξει. Τώρα ηταν πιο φθονεροί, διπλά πονηροί, ευέξαπτοι όσο ποτέ, πλεονέκτες και εγωιστές. Ακόμα και το παρουσιαστικό τους είχε αλλάξει: πήραν την αθεράπευτη όψη ανθρώπων χτυπημένων από τη ζωή, ζητιάνων της φύσης, από την οποία δε θα συνέρχονταν ποτέ πια). Έχουν να κάνουν με την τρέλα και τον θάνατο, τον πρώτο θάνατο από καρχαρία και τη δημιουργία ενός είδους  νεκροταφείου. Αντιμετωπίζουν  το ναυάγιο δώδεκα Ολλανδών στο νησί τους (ένα ξανθό τσούρμο), με τους οποίους πρέπει να μοιραστούν τα τρόφιμα (στη μοίρα αρέσουν τα παιχνίδια, είπε στο τέλος, υπερβολικά σαστισμένος και κουρασμένος για να δώσει στη φωνή του δραματικό τόνο. Με ένα και μοναδικό χτύπημα μας στερεί την τροφή και μας στέλνει άλλα δώδεκα στόματα να θρέψουμε). Η πολιτική κατάσταση προκαλεί επίσης σασπένς αλλαγή του καθεστώτος του Ντίας: θα αναγνωρίσει την εδαφική κυριαρχία ο νέος πρόεδρος;

Maroon
Κι έπειτα έρχεται η maroon, η εγκατάλειψη[2] , λέξη που αποτελεί και τον τίτλο του δεύτερου μέρους του βιβλίου. Η εισβολή των Βορειοαμερικάνων στη Βερακρούς, η αντίσταση των Μεξικάνων ανατρέπει όλες τις ισορροπίες (εμένα δε μου έδωσε κανένας την εντολή να αποσυρθώ από δω…./ ούτε την εντολή να αποσυρθείς θα σου δώσουν, ούτε την εντολή να παραμείνεις. Η αλήθεια είναι, Ραμόν, ότι δε δίνουν δεκάρα. Με τις ταραχές που αντιμετωπίζουν στο εσωτερικό, μάλλον ούτε θυμούνται ότι υπάρχουμε). Ο Ραμόν κλωτσάει τη μοναδική ευκαιρία διάσωσης, θέλοντας να υπερασπιστεί… το μεξικανικό έδαφος (το να παραμείνουμε είναι ιερή υποχρέωση απέναντι στους 126 γενναίους της Βερακρούς). Η απόφασή του ενισχύεται από την παράλληλη απόφαση των έντεκα στρατιωτών και των οικογενειών του (μόλις είχε ζήσει την ωραιότερη ημέρα της ζωής του, τη μέρα που τον καθιστούσε άντρα άξιο και αλησμόνητο, και το βασίλειό του δε βρισκόταν πια σ αυτόν τον κόσμο/ ο αληθινός πρίγκηπας, ο μάγκας ήταν αυτός ο ίδιος, ο Ραμόν Αρνό. Η απόφασή του να μείνει τον έκανε να νιώθει ικανοποίηση, πληρότητα, μεγαλείο, ενώ η νομιμοφροσύνη των ανθρώπων του τον μεταμόρφωνε σε γίγαντα/είχε κατορθώσει να βρει την παλιά περηφάνια του).

Έτσι λοιπόν, για λόγους νομιμοφροσύνης, «για ένα πουκάμισο αδειανό», οι 44 Ροβινσώνες, χωρίς καμιά σύνδεση πια με τον υπόλοιπο κόσμο, υπερμάχονται του… μεξικανικού εδάφους, αλλά ουσιαστικά με αναμετριούνται με τη φύση… όχι μόνο με τα καιρικά φαινόμενα, αλλά με την αρρώστια (σκορβούτο) με την τρέλα (Σουλτς, Ραμόν), με την αποκτήνωση, με το θάνατο (δεν διατάζεις εσύ πια Αρνό. Εδώ διατάζει ο θάνατος)… Η προσπάθεια επιβίωσης, βασικά των γυναικών κόβει την ανάσα, και η μεταπήδηση από το ένα χρονικό επίπεδο  στο άλλο αυξάνει κάθετα το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Άλλωστε, το γεγονός ότι πρόκειται για αληθινή ιστορία (βασική πηγή η εγγονή του Ραμόν) δημιουργεί κύματα απίστευτης συγκίνησης για το τι μπορεί να πετύχει αλλά και να αντέξει ο άνθρωπος.
Χριστίνα Παπαγγελή

[1] γουάνο: τα αποσυντεθειμένα απορρίμματα των θαλασσίων πουλιών, πλούσια σε άζωτο και πολύ κατάλληλα για λιπάσματα
[2] αυτό το καβαλιστικό σύμπλεγμα των έξι γραμμάτων, λέξη που σήμαινε εγκαταλείπω κάποιον σε έρημο νησί, τον εγκαταλείπω αβοήθητο, παραφθορά του cimaroon που με τη σειρά του προερχόταν από το ισπανικό Cimarron, λέξη που εννοούσε τον δραπέτη σκλάβο, και αργότερα τη θανατική ποινή που επέβαλλαν οι Άγγλοι πειρατές στους προδότες

Τετάρτη, Οκτωβρίου 29, 2014

Για μια πορεία και άλλα διηγήματα, Νίκος Σαραντάκος

Είναι η πρώτη από τις δύο συλλογές διηγημάτων που έγραψε ο γνωστός συγγραφέας, μελετητής  της γλώσσας και μεταφραστής[1], και τις δυο την δεκαετία του ’80.
Εννιά διηγήματα, οκτώ-δέκα σελίδων το καθένα, που μας μεταφέρουν στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, κατά κύριο λόγο στη φοιτητική ζωή της Αθήνας. Παρόλο που είναι γραμμένα σε α΄ ενικό τα περισσότερα (εκτός του «Φρη τζαζ στα Φιλιατρά» όπου υπάρχει ο αντικειμενικός –«παντογνώστης»- αφηγητής και το «Μελέτη για την αντοχή των υλικών», σε β΄ενικό), και παρά την έντονη συνειρμική σύνδεση και ροή ανάμεσα στις αναμνήσεις και τις εικόνες του ήρωα, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για «εσωτερικό» μονόλογο, γιατί δεν είναι έντονο  το στοιχείο της εκμυστήρευσης, ανάλυσης σκέψεων και συναισθημάτων. Ούτε έχει την εσωστρέφεια κάποιου που απευθύνεται στον εαυτό του. Κυριαρχεί το προφορικό ύφος κάποιου που διηγείται στην παρέα ιστορίες καθημερινής τρέλας από το παρελθόν, πολλές από τις οποίες είναι και γλυκόπικρες, ή έχουν ένα νοσταλγικό επιμύθιο.  Γιατί πρόκειται για μια εποχή (ή ηλικία;) της οποίας τα πάθη, τα ερωτηματικά, η συλλογική δράση ήταν στο κόκκινο και έχουν φύγει ανεπιστρεπτί…
Παρόλη την προφορικότητα, το ύφος είναι πυκνό, περιεκτικό.  Και σατυρικό,  σχεδόν σαρκαστικό κάποιες φορές… Προδίδει έναν οξυδερκή παρατηρητή της απλής καθημερινότητας, που έχει την αφηγηματική ικανότητα να «εξιστορεί» σχολιάζοντας, να στρέφει την προσοχή του ακροατή/αναγνώστη σε πλευρές της κοινωνικής πραγματικότητας που δεν είχε προσέξει ή που δε θυμάται πια…
Αν και φαίνεται να αποτελούν μέρη μιας ευρύτερης ενότητας, τα αφηγήματα αυτά έχουν αυτοτέλεια αλλά και αρκετές διαφορές.

Βγαλμένο κατευθείαν από τις αίθουσες του Χημικού του Πολυτεχνείου όπου σπούδασε ο συγγραφέας, είναι το πρώτο «Αναλύοντας τα πετροχημικά». Εδώ η συνειρμική σύνδεση φτάνει στα όρια κάποιες φορές της αυτόματης γραφής, ενώ επίκεντρο είναι το… δύσκολο μάθημα του Γραμμικού Προγραμματισμού όπου «σκοπός είναι να βρεις την άριστη λύση, εκείνη που δίνει μέγιστο κέρδος ή ελάχιστο κόστος» (είναι και προαιρετικό και οι πιο πολλοί το αποφεύγουν και διαλέγουν τα εύκολα, δεν θέλουν βλέπεις να ναι «πρώτοι στα μαθήματα» όσο για τον αγώνα συζητιέται»). Αιχμές για τα κομματικά ήθη της εποχής, αλλά και… ξεκαρδιστικές κοινωνιογλωσσικές παρατηρήσεις (που προοιωνίζουν τα μετέπειτα ενδιαφέροντα του τότε φοιτητή):
Εκτός από ποσοτική κάνουμε και δομική αριστοποίηση, μυστήρια και ασυμπάθιστα αυτά τα ουσιαστικά σε  -ποίηση, του στυλ ανωτατοποίηση, και άλλα χειρότερα που τάχουμε δει και τυπωμένα όπως εκείνο το περίφημο «η μη βουλευτοποίηση», σε μίμηση του οποίου είχαμε και μεις επινοήσει τη «μηχειροτεροποίηση», αυτή είναι όμως η διάλεκτος της φλου-αριστερής διανόησης και τι να κάνουμε. Αλλά και γενικά η πολιτική έχει τη δική της διάλεχτο, κι αλλοίμονο στον αμύητο. (γι αυτό, κι όπως λέει παρακάτω, οι πρωτοετείς δέκα λέξεις διάβαζαν, πέντε καταλάβαιναν,  μετά το δεύτερο όμως φεστιβάλ της Καισαριανής μιλούσαν απταίστως την αριστερά διάλεκτο)!
Η «Μελέτη στην αντοχή των υλικών»[2], κι αυτό στενά δεμένο με τον μικρόκοσμο του Χημικού του Πολυτεχνείου,  είναι αυτό που διαφέρει περισσότερο απ όλα τα διηγήματα: είναι γραμμένο σε β΄ ενικό∙ ο αφηγητής απευθύνεται σ ένα σαρανταδυάχρονο επιμελητή του τμήματος και θαρρείς είναι ανάπτυξη του «Όσο μπορείς»  ή της δεύτερης στροφής από το «Η πόλις» του Κ. Καβάφη… («Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες»).  Εκλείπει το σκαμπρόζικο ύφος του συγγραφέα∙ αντίθετα,  το ύφος γίνεται μονοδιάστατα πικρό/μελαγχολικό, ανατέμνοντας την κυμαινόμενη ψυχολογία κάποιου που νιώθει ξένος (τότε, που το γλέντι θα ναι γενικό, εσύ θα σαι μια ανορθογραφία εκεί μέσα) και προσπαθεί να πιαστεί απ τη ζωή.
Στον αντίποδα, κι αυτό διαφορετικό απ τα υπόλοιπα, είναι το ξεκαρδιστικό «Φρη τζαζ στα Φιλιατρά», που σε γ ενικό σατυρίζει το κουλτουριάρικο πνεύμα της εποχής, με τις άπειρες εκδηλώσεις, εισηγήσεις, πολιτιστικούς συλλόγους κλπ. Και από άποψη δομής θα μπορούσαμε να πούμε ότι διαφέρει, εφόσον συναντιούνται τρεις παράλληλες μίνι υποθέσεις: του αγχωμένου δημοσιογράφου που ψάχνει θέμα για την εφημερίδα, του φευγάτου μουσικοσυνθέτη που θεωρεί λαϊκίστικα τα ζεϊμπέκικα που λανσάρουν τα κόμματα στα φεστιβάλ τους, του εκπρόσωπου του πολιτιστικού συλλόγου… Φιλιατρών που ψάχνει χορηγό κι ως εκ τούτου… πρωτοποριακή εκδήλωση! Έτσι καταλήγει στη… Φρη τζαζ! (ο αρμόδιος ξανακοίταξε το πρόγραμμα των εκδηλώσεων, κάτι μουρμούρισε, πήρε ένα κόκκινο μαρκαδόρο, πέρασε μ΄ένα χι και διέγραψε την πρόταση «Συναυλία έντεχνου τραγουδιού», έγραψε δίπλα με στυλό μαύρο και με τα όμορφα στρογγυλά του γράμματα «συναυλία φρι τζαζ», μετά διόρθωσε στο «φρι» το γιώτα σε ήτα, χαμογέλασε. «Έτσι, μάλιστα∙ αυτό είναι ένα ευπρόσωπο πρόγραμμα»).

Τα υπόλοιπα έχουν επίκεντρο καθαρά τη φοιτητική ζωή∙ τις παρέες και τα καλαμπούρια τους, πώς μεγαλώνουν όλοι και αλλάζουν οι σχέσεις(«Οι τρεις κι εμείς»)∙ τις αφισοκολλήσεις, τις πορείες, τα ξενύχτια, τις ταβέρνες, το μπριτζ, τις συζητήσεις, τους έρωτες, τα ηλεκτρονικά (ίσως και λίγο «διδακτικό» το αντίστοιχο διήγημα «Η μαγική οθόνη», όπου δείχνει τη διέξοδο/ αδιέξοδο του «κολλημένου» με τα ηλεκτρονικά, αλλά γενικά πολύ χαρακτηριστική εικόνα της εποχής).
Στον αναπάντεχο, εξιδανικευμένο, αδιέξοδο έρωτα, όπως συχνά εκδηλωνόταν μέσα σ αυτήν την μεταπολιτευτική φοιτητική ατμόσφαιρα είναι αφιερωμένο και το δεύτερο διήγημα του βιβλίου, «Της Αρετής» (είχα το λοιπόν πάθει, αφενός διότι τόση ώρα είχα τα όνειρο δίπλα μου και δεν τοξερα ανάλογα να συμπεριφερθώ, και αφεδύο διότι, ε, αλλιώς το περίμενα, δεν ήταν οπτασία η Αρετή, ένα κορίτσι ωραίο, ναι, ήταν, όνειρο όχι, και τόπα κιόλας της Κλειώς αυτό και θύμωσε, δε μου κοιτάτε τη φάτσα σας λέει, παρά μου θέλετε και σταρ του σινεμά, κρίμα που εσύ φαινόσουν διαφορετικός∙ αλλά δεν είχε δίκιο, γιατί άλλα λεν τα όνειρα και άλλα οι καθρέφτες… Σπαρταριστά διασκεδαστική γίνεται και η εξιστόρηση του αδιέξοδου έρωτα του Μήτσου («Ο Μήτσος κι ο τελετάρχης»), που από ένα ολίσθημα της τύχης χάθηκε απ την παρέα και παρά λίγο να μυηθεί στους… Χάρε Κρίσνα!
 Αυτά όμως που δίνουν το στίγμα της εποχής, γιατί μιλάμε για τη μεταπολιτευτική γενιά -αυτή που μπήκε στα πανεπιστήμια όταν η «γενιά του πολυτεχνείου» αποφοιτούσε-, είναι τα διηγήματα «Για μια πορεία»[3] και «Το Νοέμβρη, λοιπόν». Δεν είναι τυχαίο που το μεν πρώτο έδωσε τον τίτλο του στη συλλογή, ενώ το δεύτερο είναι το στο τέλος του βιβλίου, σαν γενικότερο επιμύθιο όλης της ενότητας.
Οι μαζικές πορείες δίναν και παίρναν εκείνη την εποχή…. Εύστοχα ο συγγραφέας περιγράφει την όλη διαδικασία της πορείας σε τέσσερις φάσεις: η πρώτη, η ας την ονομάσουμε πολεμική, είναι και η πιο αγωνιστική, γιατί είσαι φρέσκος φρέσκος κι ορεξάτος και καθώς οι οδοιπόροι είναι ακόμα λιγοστοί η φωνή σου αποκτά μεγαλύτερο ειδικό βάρος στο γενικά αχό κλπ κλπ. Κατά παρόμοιο πικάντικο τρόπο περιγράφεται η φάση η «παρεΐστικη» (κουβεντιάζεις, χασκογελάς, μασάς φρούτα και φτύνεις ασεβώς τα κουκούτσια), η τρίτη φάση της περισυλλογής όπου τα προς συζήτηση θέματα έχουν εξαντληθεί, και τέλος, μετά από διάλειμμα στην άκρη της πορείας, απομόνωση και βύθισμα στα περασμένα, η τέταρτη και κύρια φάση: ξαναμπαίνεις στον κύριο όγκο (βέβαια έρχονται και τώρα πάλι κάποιες αναμνήσεις στο νου, εικόνες από τις πρώτες συναυλίες στα γήπεδα, και άλλες προγενέστερες, τότε που τα τραγούδια αυτά είχανε βάρος απροσμέτρητο και μαζευόμασταν νύχτες στα σπίτια και τα λέγαμε μουρμουριστά, με τα σπίτια κλειστά).
 Τέλος, θύμησες από "κείνο  το  Νοέμβρη» αφορούν το τελευταίο διήγημα της συλλογής («Το Νοέμβρη, λοιπόν»), ίσως επειδή η εξέγερση του Πολυτεχνείου είναι το πυρηνικό γεγονός που σηματοδότησε τη γενιά αυτή -και όχι μόνο...  Αλλά και σαν φόρος τιμές στους αγωνιστές κατά του καθεστώτος, αφήνει την τελευταία γλυκόπικρη γεύση του βιβλίου. Είναι άλλωστε και το κεντρικότερο γεγονός γύρω από το οποίο περιστρέφονται όλες οι επετειακές εκδηλώσεις των επόμενων χρόνων: συνελεύσεις, τραπεζάκια, «μάχη της αφίσας» (όταν οι επέτειες είναι μακράν δεν υπάρχει κώλυμα στο κόλλημα (!)) εφημερίδες, πηγαδάκια∙ αναρίθμητοι σύλλογοι, σωματεία εργαζομένων, καταθέσεις στεφανιών από σχολεία. Κι ύστερα, το δέος των πρωτοετών απέναντι στους τελειόφοιτους που είχαν ζήσει τα γεγονότα,  και οι βήμα-βήμα αλλαγές, χρόνο με το χρόνο ωσότου το Πολυτεχνείο…  ίσως γίνει και πραγματικά Μουσείο; 
Η απάντηση που δίνει αμέσως μετά ο συγγραφέας δίνει τη διαχρονική διάσταση στο βιβλίο, συνδέει με το απροσδιόριστο μέλλον. Όλα είναι θέμα "ματιάς":
Μάλλον όχι∙ είναι πολλά αυτά που γίναν εδώ για να περάσουνε έτσι στο ντούκου∙ πολλά αυτά που γίνανε, πολλά κι αυτά που ακόμα δεν έχουνε γίνει, πολλά είναι που έχουν μείνει αδικαίωτα∙ και ίσως σ αυτό οφείλεται αυτή η ιδιαίτερη αίσθηση που δοκιμάζει ο επισκέπτης τις μέρες της επετείου, αυτή η θαλπωρή που νιώθεις, αλλά κι αυτός ο αχός, πέστο αγκομαχητό, που ακούγεται, σα να θυμίζει «δεν τελειώσαμε ακόμα»∙ είναι κι αυτές οι ασκήσεις πούχουν μείνει άλυτες…
Χριστίνα Παπαγγελή



[1] «πολυπράγμων» και «δαιμόνιος» σύμφωνα με το Γιάννη Χάρη…
[2] Το διήγημα αυτό τιμήθηκε με διάκριση στο διαγωνισμό διηγήματος του 8ου Φεστιβάλ της ΚΝΕ

[3] Το διήγημα πήρε το πρώτο βραβείο στο 8ο Φεστιβάλ της ΚΝΕ

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 27, 2014

Αιχμηρά αντικείμενα, Τζίλιαν Φλιν

Κλασικό αμερικανικό ψυχολογικό θρίλερ με αρκετά πρωτότυπη υπόθεση. Η ηρωίδα δημοσιογράφος Καμίλ Πρίκερ επιστρέφει μετά από χρόνια απουσίας στην  ιδιαίτερη πατρίδα της, το Γουίντ Γκαπ,  για να εξιχνιάσει και να καλύψει δημοσιογραφικά την παράξενη  δολοφονία δυο μικρών κοριτσιών (το παράδοξο είναι ότι αφαιρέθηκαν κι απ τα δυο μικρά κορίτσια, μετά θάνατον, όλα τα δόντια, δεν υπάρχει δε ίχνος κακοποίησης).
Από την αρχή φαίνεται ότι η χειραφετημένη Καμίλ είχε σοβαρούς  οικογενειακούς λόγους για να φύγει από τη γενέτειρά της. Η επιστροφή της ξυπνά μέσα της οδυνηρές απωθημένες μνήμες με επίκεντρο τη μητέρα της, τη νεκρή αδερφή της Μάτα, ενώ μαθαίνουμε ότι ο πραγματικός της πατέρας είναι άγνωστος∙  με τον άχρωμο πατριό της έχει αποκτήσει μια ετεροθαλή, πανέμορφη αλλά ελαφρώς προβληματική μικρή αδερφή, την Άμα. Παράλληλα, συναντά συμμαθητές, παλιούς φίλους κλπ που μας τους παρουσιάζει μέσα από το πρίσμα του παρελθόντος, δίνοντας μια ανάγλυφη εικόνα της ζωής στην πόλη της αλλά και των λόγων που την έκαναν να απομακρυνθεί.

Ένα απ τα κυρίαρχα θέματα του μυθιστορήματος είναι το κοριτσίστικο «bullying», που κορυφώνεται με τις σαδιστικές εκρήξεις της Άμας και της παρέας της, τεσσάρων εντυπωσιακών κοριτσιών που παλινδρομούν ανάμεσα στην προκλητική σεξουαλικά συμπεριφορά και την παιδικότητα. Καθώς όμως προχωρά η αφήγηση της ηρωίδας, καταλαβαίνουμε ότι και η ίδια πάσχει ψυχοπαθολογικά από κάποιο σύνδρομο που την έχει κάνει στο παρελθόν να χαράξει σε όλο της το κορμί διάφορες… λέξεις! Είναι το πρώτο σημάδι που έχει στα χέρια του ο αναγνώστης για να καταλάβει ότι η Καμίλ καλείται να καλύψει/αποκαλύψει ένα μυστήριο ψυχολογικής υφής.  «Η κατάδυση της Καμίλ στην προσωπική της κόλαση», όπως γράφει το οπισθόφυλλο, γίνεται αργά και διεισδυτικά, σε εξομολογητικό τόνο που αναλύει κάθε συναισθηματική πτυχή και κάθε σκέψη. Έτσι, ξεδιπλώνεται πολύ ξεκάθαρα η σχέση με τη μητέρα, με την αδερφή, αλλά κυρίως το σύνδρομο «Μινχάουζεν» που αποτελεί και το κλειδί του μυστηρίου, δίνοντας μια αξιοπρεπή απάντηση σε όλα τα ερωτήματα που έχουν τεθεί.
Χριστίνα Παπαγγελή 

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 11, 2014

Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ, Χόρχε Σεμπρούν

Οι ιστορίες δεν αρχίζουνε ποτέ εκεί που φαίνονται να έχουν αρχίσει.
Έχουν σκοτεινές ρίζες και μια μέρα βρίσκεσαι πεταμένος
καταμεσίς σε μια ιστορία.

Παλιό και δυστυχώς εξαντλημένο το βιβλίο αυτό του μεγάλου συγγραφέα Χόρχε Σεμπρούν[1] που είναι εμπνευσμένο από την πολυσχιδή και τραγική (θα έλεγα και χαρακτηριστική του 20ου αιώνα)  προσωπικότητα του Ραμόν Μερκαντέρ, του δολοφόνου του Τρότσκι. Είναι το πρώτο μυθιστόρημα που καταπιάνεται με την ιδιάζουσα από κάθε άποψη (ψυχολογική, πολιτική, κοινωνική) περίπτωση του Μερκαντέρ, γραμμένο το 1969 (το δεύτερο είναι το σχετικά πρόσφατο και πολύ αξιόλογο «Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά» του Λεονίντ Παδούρα, που  γράφτηκε το 2009).
Όπως επισημαίνει και ο ίδιος ο συγγραφέας στην αρχή, «τα γεγονότα είναι τελείως φανταστικά. Κάτι παραπάνω: κάθε αντιστοιχία με την πραγματικότητα, θα ήταν όχι μόνο συμπτωματική, αλλά και αυτόχρημα σκανδαλώδης». Πράγματι, αν θελήσει κάποιος να διασταυρώσει στοιχεία που μπορούν να εξακριβωθούν, π.χ. για τη μητέρα του που παρουσιάζεται μέσω των αφηγήσεων της θείας Αντέλας σα μια φιλάσθενη γυναίκα,  θα διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει καμιά σχέση με τη δυναμική  Καριντάντ  του Παδούρα, που μάλλον ανταποκρίνεται περισσότερο στην πραγματικότητα, εφόσον, όπως γνωρίζουμε, ο Στάλιν έδωσε βραβείο  για τη συμμετοχή της στη δολοφονία του Τρότσκι. Ούτε το θεματικό κέντρο, είναι, όπως θα περίμενε κανείς, έστω και με αναδρομική αφήγηση, η δολοφονία του Τρότσκι, ανατριχιαστικά προμελετημένη κι εκτελεσμένη με ακρίβεια υπολογιστή. Ο Σεμπρούν, μέσα από την απαράμιλλη γραφή του, ρίχνει αλλού το κέντρο βάρους, στο δεύτερο θάνατο του Μερκαντέρ, θα μπορούσε να πει κανείς στον «πραγματικό» θάνατο, όπως φυσικά τον φαντάστηκε (γιατί ο Μερκαντέρ πέθανε το 1978, πολύ μετά από τη συγγραφή του βιβλίου).

Ποιος είναι ο «πρώτος» θάνατος και ποιος ο «δεύτερος»;
Κι αν ο  δεύτερος θάνατος είναι η φυσική αποχώρηση του Ραμόν από τον κόσμο ετούτο, ποιος είναι τότε ο πρώτος;
Ο πρώτος θάνατος στον οποίο υποβάλλεται/εξαναγκάζεται  ο Καταλανός αγωνιστής - υποθέτουμε ότι-  είναι το σβήσιμο της προσωπικότητάς του, του παρελθόντος του, των αγαπημένων προσώπων προκειμένου να υπηρετήσει την «ιδέα», στη συγκεκριμένη περίπτωση τον σταλινισμό.  Όμως ο Σεμπρούν ασχολείται με τον δεύτερο θάνατο του Μερκαντέρ  ο οποίος, ανακτώντας το όνομά του και την ταυτότητά  του μετά την εικοσαετή φυλάκιση, είναι ελεύθερος πάλι και κινείται κρυφά εκτελώντας κάποια μυστική αποστολή. Διωκόμενος από πράκτορες και αντιπράκτορες πέφτει θύμα της μυστικότητας της αποστολής του και δολοφονείται. Είναι φανερό βέβαια ότι όλα αυτά είναι επινόηση του συγγραφέα προκειμένου να αποδώσει την ατμόσφαιρα κατασκοπείας και αντικατασκοπείας, και την ολοκληρωτική αφοσίωση των πρακτόρων του σταλινισμού στην υπηρεσία του σοβιετικού κράτους. Άλλωστε αυτός είναι ο στόχος του, όπως επισημαίνει και ο Ανταίος Χρυσοστομίδης («όπου η μοντέρνα φόρμα γραφής συνδυάζεται άριστα με τον μοντέρνο τρόπο να βλέπει κανείς την ιστορία - και δη την ιστορία του σταλινισμού»).
Ίσως το κλειδί για να καταλάβουμε τη σημασία του γριφώδους τίτλου του βιβλίου, το δίνει ο ίδιος ο Σεμπρούν: Το μοτίβο του πρώτου και του δεύτερου θανάτου επαναλαμβάνεται και με αφορμή κάποιον δευτερεύοντα ήρωα του μυθιστορήματος, κι όσα γράφει γι αυτό ο Σεμπρούν φαίνονται διαφωτιστικά: ο δεύτερος θάνατος του Μπρούβερ είναι η δολοφονία που διέπραξε ο εν λόγω ήρωας∙ η δολοφονία μιας γυναίκας, μια δολοφονία χωρίς κανένα απολύτως κίνητρο, που έκανε όμως τον ήρωα, μετά την έκτιση της ποινής  του, να αντικρύσει τον κόσμο μ άλλα μάτια.
Το λοιπόν, αυτός ο δόκτωρ Μπρούβερ είχε πεθάνει στην Αντίσταση, τον είχανε σκοτώσει οι Γερμανοί, μα δεν ήτανε αυτό το θανάσιμο επεισόδιο της ζωής του δόκτορα Μπρούβερ – επεισόδιο σημαντικό αυτό καθεαυτό, απολύτως σύμφωνοι, μα δευτερεύον σε σύγκριση με τα υπόλοιπα – δεν ήταν αυτό το επεισόδιο το κέντρο της αφήγησης του Μέντενχούικ.  Υπήρχε ένας άλλος θάνατος, αρχαιότερος, τρομερότερος επίσης, που αποτελούσε κατά κάποιον τρόπο τον αναλλοίωτο, τον αστραποβόλο  πυρήνα, γύρω από τον οποίο οργανώνονταν τα πηγαινέλα της μπερδεμένης αφήγησης του Μεντενχούικ. (…)Το έγκλημα ή η πράξη δεν είχε κίνητρο, είχε ως μόνο κίνητρο τη θέληση του νεαρού Μπρούβερ να φτάσει ως το έσχατο όριο εκείνης της λανθάνουσας δυνατότητας, που υπάρχει στον καθένα μας: ένα πείραμα της αυτοσυνειδησίας του, κατά κάποιο τρόπο, τελείως ψυχρό κι επιστημονικό, απ’ ό, τι φαίνεται, μα μυστικά διαβρωμένο πιθανότατα από την ανομολόγητη επιθυμία να υποχρεωθεί να εξιλεωθεί από ένα σφάλμα σαφές και συγκεκριμένο κλπ κλπ. (Η περίπτωση θυμίζει λίγο Ρασκόλνικοφ, γιατί, αν κι ο τελευταίος είχε κίνητρο, μετά τη δολοφονία αναγεννήθηκε ηθικά). Η αφήγηση του ίδιου του συγγραφέα λοιπόν αντίστοιχα, που αφορά τον δεύτερο/δευτερεύοντα (;) θάνατο του Μερκαντέρ, περιπλέκεται γύρω από το φυσικό του τέλος.

Ο επινοημένος Ραμόν Μερκαντέρ, του 1966
(Η ιστορία αυτής της δολοφονίας, ήτανε πρώτα απ’ όλα η ιστορία του ανθρώπου, που τον ντρεσάρανε γι αυτήν τη δολοφονία)

Είναι δύσκολο έως αδύνατον να ανιχνεύσει κανείς την «πραγματική» ταυτότητα του Ραμόν. Κάποιες στιγμές μάλιστα ο αναγνώστης αναρωτιέται αν είναι μια απλή συνωνυμία, μήπως δηλ τελικά δεν πρόκειται για τον δολοφόνο  του Τρότσκι. Στο τέλος του βιβλίου εμφανίζεται με το όνομα «Γιεβγκένι Νταβίντοβιτς Γκίνσμπουργκ», αυτόν τον ζωντανό νεκρό. Μιλάει γι αυτό ο «Γέρος», ο Ουζάκοφ, που γνώρισε και τον «πατέρα του», τον Νταβίντ Σεμιόνοβιτς, σε ειδικές υπηρεσίες της Κομιντέρν (μας κατασκεύαζαν διάφορες ζωές, για τις ανάγκες του σκοπού).
Πάντως στο «μύθο», σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της CIA, ο Ραμόν είναι Καταλανός, 35 χρονών,  με παιδική ηλικία στη Σοβιετική  Ένωση (μετά την εκκένωση της Βασκικής) όπου πήρε και πτυχίο οικονομικών επιστημών, και τώρα, το 1966, παρουσιάζεται  επίσημα ως υποδιευθυντής της COMESA, μιας εμπορικής εταιρίας που έχει συναλλαγές με Μαδρίτη, Βαρκελόνη, Ανατολικές χώρες. Έχει επομένως την κάλυψη για να ταξιδέψει φέρνοντας σε πέρας άλλες εντολές ως μυστικός πράκτορας, εντολές που ποτέ δεν μαθαίνουμε ακριβώς. Είναι παντρεμένος στη Μαδρίτη με την Ιζαμπέλ κι έχει ένα κοριτσάκι. Έρχεται σε επαφή με τον «Γέρο»,  τον Γκέοργκι Νικολάγεβιτς Ουζάκοφ, που είναι χρόνια στην υπηρεσία της Κομιντέρν, τον μόνο του οποίου υπακούει τις οδηγίες.  Ο Ουζάκοφ είναι ο μόνος στον οποίο ο Ραμόν έχει απόλυτη εμπιστοσύνη, αυτός στον οποίο μιλά για τη δολοφονία, και ότι το 1960 ξαναήρθε στην ΕΣΣΔ όπου υποκρίνεται ότι είναι Ρώσος (φόραγε τη μάσκα του ψεύτικου ισπανικού του ονόματος –στην πραγματικότητα ήταν ένα όνομα αληθινό, μα είναι μια μπερδεμένη ιστορία (!), δεν έχει σημασία τώρα πια – η πλαστότητα του αληθινού του ονόματος ήταν ένα προσωπείο, μπορούσε όμως να μιλήσει ελεύθερα για το παρελθόν του, για τη ρούσικη παιδική του ηλικία).
Ο Ραμόν ξέρει καλά ότι τον παρακολουθούν πράκτορες της CIA (όρθιος στη μέση του υπνοδωματίου, κάτω από το αόρατο μικρόφωνο, γέλασε δυνατά. Ο τύπος θα τα άκουγε όλα: τη σιωπή του δωματίου, τα γέλια του, αν τύχαινε να γελάσει, το θρόισμα της εφημερίδας που θα ξεδίπλωνε, τους θορύβους του ύπνου του, τα όνειρά του, αν παραμιλούσε στον ύπνο του. Δεν θα άκουγε όμως τους ήχους του αίματός του, το σχεδόν άηχο, παγωμένο θρόισμα της σκέψης του, ούτε τους καυτούς σφυγμούς του μίσους του στους κροτάφους, στο στομάχι του) που προσπαθούν όχι μόνο να ανακαλύψουν ίχνη πρακτόρων του εχθρού, αλλά να συγκεντρώσουν και πληροφορίες επί της οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής στην Ε.Σ.Σ.Δ., υποβάλλοντας τους επαναπατρισθέντες σε εξονυχιστικές ανακρίσεις. Είναι η επιχείρηση η επονομαζόμενη «Χάμπτυ- Ντάμπτυ», από το παιδικό τραγουδάκι στο οποίο, κατά σύμπτωση έχει αδυναμία η μικρή κόρη τού Ραμόν (υπερβολική σύμπτωση κατά τη γνώμη μου, καθότι ο Ραμόν στα τηλεγραφήματα που στέλνει στην οικογένειά του παραθέτει τυχαία  -σίγουρο- στίχους από το αγαπημένο τραγούδι). Κανείς, ούτε αμερικάνος ούτε Ρώσος δε φαίνεται να γνωρίζει την πραγματική ταυτότητα του Ραμόν, αν και το όνομα κάτι τους θυμίζει (νομίζω κι αυτή είναι μια αδυναμία της πλοκής, όπως την επινόησε ο Σεμπρούν: γιατί να κρατήσει το παλιό του όνομα ο Μερκαντέρ;  Το 1966 που διαδραματίζεται η ιστορία, ήταν γνωστό πια ότι ο Φρανκ Τζάκσον που σκότωσε τον Τρότσκι  λεγόταν πραγματικά Ραμόν Μερκαντέρ). Τους Αμερικάνους πράκτορες με τη σειρά τους  τους παρακολουθούν Ρώσοι, προκειμένου να δουν τίνος παιχνίδι παίζει πραγματικά ο Μερκαντέρ. Λίγο πριν το τέλος του, μάλιστα, είναι πεπεισμένοι ότι έχει προσχωρήσει «στον εχθρό». Ο Ραμόν, ξέροντας πολύ καλά ότι είναι στο στόχαστρο, προσπαθεί να εξασφαλίσει τέτοιες συνθήκες ώστε, ξεφεύγοντας με σιγουριά απ όσους τον διώκουν, έστω και για δυο ώρες, να στείλει στη Σοβιετική Ένωση μια πολύ σημαντική έκθεση (αντίγραφο υπάρχει κρυμμένο στο σπίτι στη Μαδρίτη, στη ράχη ενός βιβλίου).
Αυτό είναι το πλαίσιο. Με πολλές εγκιβωτισμένες ιστορίες από το παρελθόν των συμπρωταγωνιστών, κυρίως των Σοβιετικών, που αποδίδουν τα σκοτεινά χρόνια των σταλινικών ανακρίσεων. Και πρέπει να ομολογήσω ότι η υπαινικτική γραφή του Σεμπρούν, καθώς και η εναλλαγή γ΄ προσώπου και α΄ προσώπου (όπου ο αφηγητής δεν είναι πάντα ο ίδιος, άλλοτε είναι ο Μερκαντέρ, άλλοτε η Ινές, άλλοτε κάποιος πράκτορας)  δε βοηθά τον αναγνώστη να ξεκαθαρίσει όλες αυτές τις σχέσεις κατασκοπείας και αντικατασκοπείας, τα άπειρα ονόματα και ιδιότητες, ψεύτικες και αληθινές. Χάνεσαι  μέσα στις δυνητικές καταστάσεις και στις παρενθετικές ενότητες, σε βαθμό που εγώ τουλάχιστον κρατούσα… σημειώσεις που τις συμβουλευόμουν συνέχεια!

Όμως ούτε οι «αδυναμίες» στην αληθοφάνεια, ούτε η δαιδαλώδης πλοκή και η σύνθετη αφηγηματική τεχνική εμποδίζουν τον αναγνώστη από το να απολαύσει  μια γραφή μεστή, περιεκτική, γεμάτη ουσία που διαπερνά το περιστασιακό και το συγκεκριμένο. Μια γραφή που στις μακροσκελείς περιγραφές που ακινητοποιούν το χρόνο θυμίζει Προυστ  και στην παραληρηματική αναλυτική γραφή (με προτάσεις ανάμεσα σε κόμματα) τον Σαραμάγκου. Ύφος που επιβάλλει έναν αργό ρυθμό ανάγνωσης  και δεν κουράζει γιατί δεν υπάρχει ούτε μια λέξη φλυαρίας∙ αντίθετα, ρίχνει φως, ερμηνεύει, σχολιάζει∙ ενίοτε σαρκάζει γλυκόπικρα, βασικά, δημιουργεί, «χτίζει» ατμόσφαιρα.
 Όπως οι πρώτες εκπληκτικές σελίδες στο μουσείο του Άμστερνταμ, σε… δυνητική οριστική∙  τι θα συνέβαινε αν το μυστικό ραντεβού του Μερκαντέρ (για να αποκαταστήσει άμεση επαφή με την Υπηρεσία σε περίπτωση ανάγκης) γινόταν όχι μπροστά στον πίνακα  «Το δρομάκι» του Βερμέερ, αλλά  μπροστά στην «Άποψη του Ντελφτ», που παρεμπιπτόντως είναι ο «ωραιότερος»  πίνακας  σύμφωνα με τον Προυστ…: Και τότε αυτός θα βρισκότανε στην από δω μεριά της υδάτινης, σταχτιάς έκτασης όπου κάποιο ξάνοιγμα του ουρανού εναπέθετε κυματιστές, σαν πτυχόμενο ύφασμα ανταύγειες/ θα στεκότανε λοιπόν ακίνητος, παρατηρώντας την κατατομή της πολιτείας κλπ κλπ.
- Αν σας αρέσει πραγματικά η ζωγραφική, σταθείτε και κοιτάξτε αυτόν τον πίνακα (και τότε πρόσθεσε χαμογελώντας: εκτός υπηρεσίας, εννοείται, όχι την ημέρα του πιθανού σας ραντεβού), κοιτάξτε τον, αν ξέρετε να κοιτάτε, ξεχάστε θέλω να πω το βλέμμα σας, ξεχάστε όλα όσα φορτίζουν πιθανόν το βλέμμα σας, αφήστε τον πίνακα να κοιταχτεί μοναχός του, μέσω του βλέμματος σας κι επιπλέον, δεδομένου ότι ο πίνακας δεν είναι παρά μια αντιπροσωπευτική στρουκτούρα ενός ορισμένου κόσμου, αφήστε αυτόν τον κόσμο του Βερμέερ να κοιταχτεί μοναχός του, αφήστε απλώς να δείξει τον εαυτό του. 
Τέτοιου είδους παρεκβάσεις (π.χ. με αφορμή τα «αχνογάλαζα» βλέφαρα μιας γυναίκας στο μπαρ, μια απίστευτη υμνωδία στο γαλάζιο χρώμα… ονειροπολούσε, ήταν φανερό αλλά και πολλές αναφορές σε πίνακες ζωγραφικής με προτίμηση τον Βερμέερ  αλλά και στον Προυστ/) που συνυφαίνονται σε μια μπερδεμένη πλοκή κατασκοπείας προσδίδουν  μια μελαγχολική οπτική, τη μελαγχολία που αφήνει η γνώση ότι όλα στο πέρασμα του χρόνου σχετικοποιούνται… Αυτή η αποστασιοποίηση, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, δίνει αληθοφάνεια, αλλά και την αίσθηση ότι κι αν δεν έγιναν τα πράγματα έτσι ακριβώς, δεν μπορεί παρά να γίναν κάπως έτσι. Κυρίως όμως η απόλαυση που αντλεί ο αναγνώστης από το βιβλίο είναι μια αίσθηση «πνευματικότητας» από κάθε μικρή και ασήμαντη λεπτομέρεια, γιατί κάθε τι αποδίδεται με μια ματιά «εσχατολογική», ακόμα κι όταν περιγράφει την ματαιότητα των πάντων.

Με ανάλογη ποιητικότητα αποδίδονται στιγμές οριακές στη ζωή του Μερκαντέρ, ώστε το μυθοποιημένο αυτό ιστορικό πρόσωπο/ ο «στυγνός δολοφόνος» γίνεται στιγμές στιγμές τόσο ανθρώπινος, που αντιλαμβάνεται κανείς πόσο ανάποδα είναι τα σχήματα ήρωας/ αγωνιστής/ δολοφόνος… (θύμα κι αυτός των ιστορικών συνθηκών;),  όπως όταν επισκέπτεται το σπίτι του, στην Καμπουέρνινγκα (Μαδρίτη), όπου τον υποδέχεται με κραυγές η θεία Αντέλα.
Να που βρίσκεσαι ανάμεσα στις καστανιές των παιδικών σου χρόνων.
Να που βρίσκεσαι στο κέντρο του εαυτού σου.
(…) Έκλαιγε πάνω στον ώμο σου, θρηνώντας όλα εκείνα τα χρόνια, εκείνον τον ατέλειωτο θάνατο, εκείνη την αναμονή, εκείνα τα χαμένα όνειρα, την απουσία σου, την αβέβαιη ζωή σου, την επιστροφή σου.
Με αντίστιξη (από διαφορετικές οπτικές γωνίες) γίνονται και αναφορές στον ηρωικό θάνατο/εκτέλεση του Νταβίντ Σεμιόνοβιτς, που, σαν πεντάχρονο παιδί που ήταν τότε τον ταυτίζει με τον πατέρα του, τον Ζοζέ Μαρία Μερκαντέρ (σημασία εδώ έχει, κατά τον Σεμπρούν, όχι τόσο η ταύτιση με τον αληθινό πατέρα αλλά με το πατρικό πρότυπο). 
Ο πατέρας σου είχε σηκώσει τη γροθιά, χαιρετώντας σαν οπαδός του Λαϊκού Μετώπου, αυτός ο χριστιανός, αυτός ο αστός, που είχε διαλέξει και τάχτηκε με το μέρος των φτωχών σε κείνον τον πόλεμο ανάμεσα στους φτωχούς και τους πλούσιους, είχε σηκώσει λοιπόν τη γροθιά του, κάτι φώναξε, μα δεν ακούστηκε τίποτα μέσα στη μπαταριά των ντουφεκιών, είχε σηκώσει τη γροθιά του για να μην είναι ολομόναχος εκείνη την τελευταία στιγμή, για να νιώσει άλλη μια φορά την οργή και τη χαρά, τη δύναμη και την ελπίδα, έστω και για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, τη στιγμή του θανάτου, να τα νιώσει μέσω του χαιρετισμού των φτωχών, που θα πεθαίνανε κατά εκατοντάδες, κατά χιλιάδες, όπως πεθαίνανε επί αιώνες κλπ κλπ.

Αγωνιστής ή εγκληματίας;
Παρακάτω αφηγείται ο Γκλίνκε, σκηνοθέτης που ενδιαφέρεται για τη ζωή του Μερκαντέρ, και εκπροσωπεί βέβαια τη «δυτική» οπτική:
Κείνο το καλοκαίρι του 1956, ο Μερκαντέρ θα πρέπει να είχε αντιληφθεί πέρα για πέρα αυτό που ήδη υποπτευότανε, σίγουρα, μα το οποίο απωθούσε, νύχτα τη νύχτα, ώστε να μη λάμψει, μέσα στη συνείδησή του. Μες στο κελί της φυλακής του Μεξικού, θα πρέπει να είδε να διαλύονται όλες οι δικαιολογίες του, όλα τα άλλοθί του, η όποια του δικαίωση. Θα πρέπει να είχε χαθεί γι αυτόν, μέσα σε λίγες ώρες, όλο το νόημα της ζωής του. Δεν υπήρξε ένας αγωνιστής, θυσιασμένος σε μια αναγκαία βία. Ήταν απλούστατα, ένας εγκληματίας. Ήταν το οπλισμένο χέρι, τρεμάμενο και αποφασισμένο, ενός αόρατου και ύπουλου δήμιου. Ήταν απλούστατα ο εκτελεστής μιας πρόστυχης πράξης.

Ο διάλογος που παρατίθεται ανάμεσα στον Ουζάκοφ και τον Ραμόν αποκαλύπτει αρκετά για το πώς οι ίδιοι αντιλαμβάνονται το ρόλο τους στην ιστορία:
- Τι ακριβώς είμαστε, Γκέοργκι Νικολάγιεβιτς; Μήπως θα μπορούσατε να μου πείτε;
(…)
- Η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν μια φάρσα, έτσι δεν είναι; Είχε πει ο Ουζάκοφ. Είμαστε η φαρσοειδής και γελοία επανάληψη μιας ιστορίας του παρελθόντος.
- Και ποιος είναι ο ρόλος μας σ αυτή τη φάρσα;
Ο Ουζάκοφ τον κοίταζε επίμονα. Δεν φαινόταν να τον βλέπει. Τον κοίταζε επίμονα χωρίς να τον βλέπει. Κοίταζε επίμονα αλλού, στο δικό του παρελθόν.
- Ένας ρόλος τραγικός, είπε τελικά. Τραγικός και γελοίος. Δεν είμαστε παρά η γελοιογραφία των δημόσιων υπαλλήλων της επανάστασης. Δεν υπάρχουν πια επαγγελματίες της παγκόσμιας επανάστασης, υπάρχουν μόνο πράκτορες του εξωτερικού, δημόσιοι υπάλληλοι των ειδικών υπηρεσιών.

Οι πολλές οπτικές γωνίες και κυρίως ο λυρισμός με τον οποίο αντιμετωπίζει ο Σεμπρούν τον ήρωα, και ιδιαίτερα τις προσωπικές του στιγμές -όπως τις φαντάζεται-, προϋποθέτει μια συνειδητοποίηση για το διαφορετικό «γράψιμο της ιστορίας», μια αντίληψη που κέρδισε έδαφος στο δεύτερο μισό του 20ου αι. :
εκείνη η ιδέα σχετικά με την ακατάπαυστη εκ νέου συγγραφή της ιστορίας, εκείνη η ακατάπαυστη προσαρμογή του παρελθόντος στις τακτικές απαιτήσεις του παρόντος, εκείνο το σβήσιμο της συλλογικής μνήμης, δίχως την οποία δεν είναι δυνατό να υπάρξει καμιά πολιτική πρακτική.
Ποιος είναι όμως ο ρόλος του ατόμου, του προσώπου που ενεργεί και δρα μέσα σ αυτόν τον κυκεώνα της σχετικοποίησης;
Μες την αυλή του σπιτιού υπήρχε ένα δέντρο, γιομάτο κόκκινα λουλούδια, ένα πυριφλεγές των Αντιλλών. Κοίταζε αυτό το δέντρο, περίμενε να περάσει ο καιρός. Κατάλαβε τότε πως κανένας δε θα του ζήταγε τίποτα πια, πως όλος ο κόσμος θα υποκρινότανε ότι αγνοεί αυτό που είχε συμβεί, πριν από είκοσι χρόνια. Κατάλαβε πως δε θα μπορέσει ποτέ να κατονομάσει αυτά τα πράγματα, να τα κάνει να ζήσουν έξω από τον εαυτό του, να τους δώσει μια επίφαση αντικειμενικής ύπαρξης. Ούτε λόγος να γίνεται. Θα τον αφήσουνε μόνο μ αυτήν την ανάμνηση, λες και τούτη η ανάμνηση αφορούσε αυτόν και μόνο. Κατάλαβε ότι είχε μπει στην έρημη και παγωμένη περιοχή του θανάτου, ότι η σιωπή του και η πίστη του στο σκοπό δεν είχαν χρησιμέψει σε τίποτα, ότι οι δικοί του δεν θα τον αναγνωρίζανε, ότι κανείς δε θα προθυμοποιότανε να μοιραστεί αυτό το αίμα, αυτόν τον θάνατο, αυτήν την χαμέρπεια, αυτήν την αυτοθυσία.
(…)
Δεν είχε πλέον ούτε  όνομα, ούτε παρελθόν, δεν είχε τίποτα πλέον έξω απ αυτό το έγκλημα που κανείς δεν ήθελε να το δεχτεί μαζί του, για να μη βρεθεί στην ανάγκη να το αποκηρύξει. Η ιστορία θα πέρναγε πάνω απ αυτά τα χρόνια, θα τα κονιορτοποιούσε, θα τα μετέτρεπε σε στάχτες σκορπισμένες στον άνεμο.
Χριστίνα Παπαγγελή


[1] σε μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου από τα γαλλικά