Πέμπτη, Αυγούστου 13, 2015

Paul Auster, Αόρατος

Η απότομη μεταβολή της τύχης (αριστοτελική «περιπέτεια») και τα απρόοπτα είναι το χαρακτηριστικό αυτού του ψυχογραφικού μυθιστορήματος του Πωλ Όστερ, όπως άλλωστε και των περισσότερων βιβλίων του. Θα έλεγε κανείς, ότι, αν εξαιρέσουμε κάποιες τεχνικού τύπου ατέλειες στην πλοκή, είναι ένα από τα πιο ολοκληρωμένα του έργα, με την έννοια ότι υπάρχει συγκεκριμένο μυστήριο- ηθικό δίλημμα (αφού μιλήσαμε για Αριστοτέλη, ας πούμε «δέση»), και επαρκείς απαντήσεις, «λύση» στα ερωτήματα. Αρχή, μέση, τέλος˙ δεν αφήνει μισοτελειωμένες ή ανολοκλήρωτες υποθέσεις όπως συχνά γίνεται σε άλλα του έργα, μεταμοντερνίζοντα. Και όπως πάντα, ο αναγνώστης απολαμβάνει το συναρπαστικό γράψιμο, που τον κάνει να «ρουφάει» το βιβλίο.
Η δομή που επέλεξε ο συγγραφέας είναι κι αυτή ευρηματική: το πρώτο μέρος, όπου σε α΄ενικό αφηγείται ο συγγραφέας πρωταγωνιστής Άνταμ Γουόκερ το πάθημά του όταν ήταν περίπου 20 χρόνων (αυτό που ονομάσαμε «δέση»), είναι και το πρώτο μέρος του δικού του βιβλίου , του βιβλίου όπου προσπαθεί να καταγράψει την τρομερή του περιπέτεια. Στο δεύτερο μέρος αφηγητής είναι ένας φίλος του, συγγραφέας κι αυτός, που τον συμβουλεύει κατά κάποιον τρόπο να  συνεχίσει το βιβλίο του σε β΄ ενικό (φυσικά παρατίθεται στο ακέραιο). Ενώ η αγωνία του αναγνώστη κορυφώνεται όσο αφορά την πλοκή, το επόμενο μέρος του μυθιστορήματος του ήρωα παρατίθεται σε γ΄ ενικό, κι αυτή τη φορά το καταγράφει ο φίλος- συγγραφέας από πρόχειρες, τηλεγραφικές σημειώσεις του Άνταμ. Τέλος, η υπόθεση κλείνει με την παράθεση ενός ημερολογίου μιας δευτερεύουσας ηρωίδας.
Έχουμε λοιπόν στην πρώτη φάση μια μεγάλη εσωτερική σύγκρουση, μια εσωτερική πάλη που σπρώχνει τον Άνταμ στο να ζητά «εκδίκηση», ή μάλλον αποκατάσταση της ηθικής τάξης: ο γοητευτικός του «μέντορας», ο άνθρωπος με τις χιλιάδες γνωριμίες που προσφέρθηκε να τον προωθήσει ως συγγραφέα (ευφυής, εκκεντρικός, απρόβλεπτος, με απεχθείς όμως πολιτικές απόψεις), ένας απρόβλεπτος κυριαρχικός τύπος προβαίνει σ ένα απροσδόκητο έγκλημα, από τυχαίο περιστατικό, , μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Άνταμ! Ο ήρωας έχει αισθανθεί από την αρχή ότι υπήρχε κάτι αντιπαθητικό πάνω του, κάτι αόριστα απωθητικό. Πως πίσω από το χιούμορ, την εξυπνάδα ή τη γενναιοδωρία κρυβόταν ένα σκοτάδι κι ένας κυνισμός που τον έκαναν αδίσταχτο. Ωστόσο, ο Άνταμ μαγνητίστηκε σαν την πεταλούδα, και μάλιστα πιάστηκε για τα καλά στην παγίδα εφόσον είχε ερωτική σχέση με την ερωτική σύντροφο του Μπορν. Η θέση του Άνταμ μετά τον φόνο είναι δεινή, στην αρχή δειλιάζει (αυτή η αδυναμία αντίδρασης είναι με διαφορά το πιο κατακριτέο πράγμα που έχω κάνει ποτέ, η χειρότερη στιγμή της καριέρας μου ως ανθρώπινου όντος) αλλά με χίλιους δισταγμούς κάνει στο τέλος ό, τι περνά από το χέρι του για να καταδώσει τον Μπορν και να φέρει στο φως την αλήθεια. Από κει και πέρα ξέρει ότιη ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο.
Αυτή είναι η «δέση» κι αυτό είναι το πρώτο μέρος του πραγματικού και του πλασματικού βιβλίου.

Στο επόμενο όμως μέρος δεν βλέπουμε τη συνέχεια της προηγούμενης ιστορίας! Όπως προανήγγειλε ο Άνταμ στον φίλο του συγγραφέα, ο τελευταίος μπορεί και να τον αντιπαθήσει ή να τον μισήσει στο μέρος αυτό του βιβλίου του (που αποκαλείται « καλοκαίρι»). Του το εμπιστεύεται όμως, αφενός για να τον συμβουλευτεί, αφετέρου γιατί, ο εξηντάχρονος πια Άνταμ πάσχει από ανίατη ασθένεια κι έχει πολύ λίγο χρόνο μπροστά του. Το μέρος αυτό είναι πιο συναισθηματικό, εδώ εξιστορεί την τραγική οικογενειακή του ζωή, δίνοντας έμφαση στον θάνατο του μικρού αδερφού και τη σχέση με την αδερφή του, την Γκουίν. Οι ερωτικές περιγραφές, όπως και στο πρώτο μέρος είναι γλαφυρότατες. Είναι ανάγλυφες, με την έννοια ότι δίνονται χειροπιαστά όλα τα στοιχεία για να νιώσει ο αναγνώστης την ιδιαιτερότητα του σεξουαλικού/ερωτικού πόθου.
Κι εδώ υπάρχει εσωτερική σύγκρουση.

Μέχρι στιγμής ο αναγνώστης έχει μπει βαθιά στην ψυχολογία του ήρωα, τον έχει «συν- παθήσει» κι έχει περιέργεια για το πώς θα καταλήξουν οι δυο εσωτερικοί άξονες σύγκρουσης. Όμως και πάλι τον περιμένουν απανωτές εκπλήξεις, όχι μόνο όσο αφορά τα γεγονότα, αλλά και τον χαρακτήρα του ήρωα. Εδώ κατά τη γνώμη μου υπάρχει μια «ανορθογραφία»: θα περίμενε κανείς ότι ένας χαρακτήρας τόσο ακέραιος ώστε να ταραχτεί με το ανομολόγητο έγκλημα και να διακινδυνεύσει τη ζωή του για την αποκατάσταση της αλήθειας, δε θα χρησιμοποιούσε αθέμιτα μέσα για εκδίκηση. Απ την άλλη, ο Πολ Όστερ ως συνήθως ακροβατεί: αφήνει θολά και ασαφή τα κίνητρα κι ο αναγνώστης έχει στοιχεία είτε να καταδικάσει τη συμπεριφορά του Άνταμ, είτε να τον δικαιολογήσει.
Χριστίνα Παπαγγελή

Τρίτη, Αυγούστου 04, 2015

Η μνήμη του δέρματος, Νταβίντ Γκρόσμαν

Πρόκειται για δυο νουβέλες, με τίτλους «Αυτοκατασπάραξη» και «Η μνήμη του δέρματος», που έχουν η καθεμιά τους μια πολύ ιδιαίτερη ιστορία να αφηγηθούν. Κοινό χαρακτηριστικό η αυτο- ανάλυση και το αργόσυρτο, επιβραδυντικό γράψιμο σε σχέση με τον πραγματικό χρόνο. Επειδή το διάβασα αμέσως μετά το «Ημερολόγιο του χειμώνα», όπου η φιλοδοξία του συγγραφέα (Paul Auster) ήταν να αποδώσει ένα «ημερολόγιο του σώματος», θα έλεγα ότι ο Γκρόσμαν[1] εδώ έδωσε, ως προς αυτό, πολύ πιο εντυπωσιακά αποτελέσματα: από την πένα του συγγραφέα θαρρείς δεν ξεφεύγει η παραμικρή σωματική αντίδραση στο ελάχιστο ερέθισμα. Ο αναγνώστης μπορεί να κουράζεται ενίοτε από την επιβράδυνση της πλοκής, αλλά από την άλλη νιώθει ότι πλουτίζει όταν συνειδητοποιεί την ποικιλία των «σημάτων» που στέλνει το σώμα, που συνήθως στην καθημερινότητα τα προσπερνά αδιάφορος ή τα βλέπει ισοπεδωτικά (π.χ.: οι κόρες των ματιών του ανυψώθηκαν σαν να τραβιούνταν με σπάγκο από μέσα του/η γρήγορη φωνή του, ακόμα κι όταν τον ξυπνούν, «αλό» ήταν χαμηλή, διεισδυτική. Εκείνη πέτρωσε. Εκείνος σώπασε για μια μακριά στιγμή, δεν ανέπνεε, την περιτύλιξε με βαθιά και συμπυκνωμένη σιωπή και μετά είπε πάλι «αλό», εντελώς διαφορετικό, σχεδόν ηττοπαθές (…)  στάθηκε με τα γόνατά της να τρέμουν κλπ. κλπ).
Το ύφος και στα δύο είναι διεισδυτικό, μελαγχολικό, ποιητικό, νοσταλγικό…

Η μνήμη του δέρματος
Μέσα της αφυπνίζεται ένας γνώριμος φόβος, ένας φόβος ζωής και θανάτου,
διότι ποιος ξέρει πόσο βαθιά μπορεί κανείς να φτάσει μ ένα άγγιγμα,
μέχρι μέρη που είναι εντελώς ανήμπορα και που δεν έχουν καν ονόματα

Θα μπορούσαμε λοιπόν να ισχυριστούμε ότι πρωταγωνιστεί το σώμα, ιδιαίτερα στη συγκεκριμένη νουβέλα, όπου μάλιστα η μία από τις πρωταγωνίστριες η Νίλι, ήταν στα νιάτα της δασκάλα γιόγκα˙ γνωρίζει επομένως καλά τη γλώσσα του σώματος, ίσως καλύτερα κι από την φυσιολογική ομιλία (εγώ έτσι αντιλαμβάνομαι τα πράγματα, όλα σε μένα είναι διαίσθηση, εξηγεί, (…) η αλήθεια είναι πως δεν έχω και τόσο μυαλό για αφηρημένα πράγματα, και γενικά, είμαι πολύ αδύνατη στις θεωρίες). Η ψυχική περίσταση που παρουσιάζεται εδώ είναι πολύ ιδιαίτερη, και αντίστοιχα πολύ πρωτότυπη είναι η δομή/ που επινόησε ο συγγραφέας για να παρουσιάσει μια τραυματισμένη και ίσως ανταγωνιστική σχέση μάνας- κόρης: η κόρη, Ρότεμ, επισκέπτεται τακτικά στο νοσοκομείο τη μητέρα της (λίγο πριν εκείνη αποχωρήσει  από τη ζωή), και της διαβάζει το καινούριο βιβλίο της που αναφέρεται στην πιο εσωτερική σχέση που είχε η μάνα (Νίλι), με έναν νεαρό δεκαπέντε χρονών. Η κόρη δηλαδή μεταπλάθει τη μάνα σε μυθιστορηματική ηρωίδα… Οι αναγνώστες διαβάζουμε το βιβλίο αυτό, το οποίο όμως διακόπτεται κατά διαστήματα και μεταφερόμαστε στο παρόν˙ στο παρόν της αρρώστιας, των δύο γυναικών που ψάχνουν εκ νέου τα σημεία επαφής, του αναπροσδιορισμού της σχέσης.
Σε πρώτο επίπεδο επομένως μελετάμε μ’ έναν τρομερά ενδιαφέροντα τρόπο τη σχέση μάνας- κόρης (παρεμπιπτόντως έχει μια ομόφυλη σχέση). Γιατί η κόρη βρίσκει επιτέλους το μέσον να εκφράσει ό, τι απωθημένο ενδεχομένως συσσώρευε όλα αυτά τα χρόνια όπου ως παιδί βρισκόταν στο περιθώριο˙ δίπλα σε μια μάνα πολύ δυναμική και ερωτική. Όχι χωρίς δισταγμούς, σύγκρουση πισωγυρίσματα. Βλέπουμε την οδύνη της γραφής, τον τοκετό (μεμιάς είμαι πάλι μακριά από την πραγαμτικότητα μέχρις απελπισίας. Απόμακρη σαν τότε, όταν συνέβη. (…) Πάλι το γνωστό τσίμπημα, πως ο κόσμος είναι σαν ένα τεράστιο παιχνίδι από μουσικές καρέκλες, και γω ποτέ δεν καταφέρνω να πιάσω θέση, ούτε και μαζί της). Το ενδιαφέρον δεν το προκαλεί μόνο η κάθαρση που φέρνει η μεταφορά στη λογοτεχνική γλώσσα της μεγάλης εσωτερικής περιπέτειας της Νίλι (με πλημμυρίζει ένα κύμα χαράς γι αυτό, για το μικρό μου διήγημα, γιατί είναι τόσος, ακόμα και σπίτι, και μπορώ να γυρίσω σ αυτό, από παντού μπορώ) αλλά και οι ενδιάμεσοι διάλογοι, η επεξεργασία/αναστοχασμός που προάγεται μέσα από τους διαλόγους που ακολουθούν το διάβασμα του βιβλίου φωναχτά, από την Ρότεμ στην κατάκοιτη Νίλι  (τι ολόκληρο κόσμο έχεις πλάσει εκεί). Μια σχέση που βλέπουμε να μεταλλάσσεται, να ωριμάζει καθώς προχωρά η ανάγνωση, που πολλές φορές αποδεικνύεται επώδυνη (Ρότεμ: …παρ όλ αυτά εγώ εξακολουθώ να τη φωνάζω, σκάζοντάς της στα μούρα τη μια νάρκη μετά την άλλη, διατηρώντας όμως την ίδια φωνή και τηρώντας το σταθερό στακάτο, όπως τη φώναζα κατά τη διάρκεια όλου του απογεύματος/μέχρι το τέλος, Ρότεμ, μέχρι την τελευταία σειρά, διάβασε), αλλά εντέλει οδηγεί σε μια λυτρωτική κορύφωση, και από τις δυο πλευρές: η Ρότεμ βλέπει με μεγάλη της έκπληξη την αποδοχή από τη μητέρα της δικής της εκδοχής, την αναγνώριση του συγγραφικού της χαρίσματος (Αυτή είναι η πραγματικότητα, είχε πει από μόνη της, προηγουμένως που ρώτησα, είναι ακριβώς η πραγματικότητα που θέλω ν ακούσω). Η μάνα βλέπει με έκπληξη ότι η Ρότεμ την έχει βαθιά κατανοήσει/συγχωρέσει (το χέρι της αναρριχάται. Εγώ γέρνω το κεφάλι. Εκείνη σχεδιάζει στρόγγυλες γραμμές στο πίσω μέρος του κρανίου μου. Με τα υπολείμματα της δύναμης πιέζει τα σημεία πάνω μου που πάλλουν και πονούν. Ακόμα και τώρα το δάχτυλό της είναι πιο σοφό από το μυαλό μου).

Η σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στον νεαρό και τη Νίλι (μητέρα) είναι ιδιότυπα σωματική˙ μια επικοινωνία μέσω κινήσεων, μαλάξεων, μασάζ, επαλείψεων˙ μέσα από περίπλοκες στάσεις και μεγάλες παύσεις χαλάρωσης, μέσα από ζουλήγματα, αγγίγματα, σιωπές˙ κι ολ αυτά αποκτούν, χάρη στη γραφή της πλασματικής συγγραφέα (δηλ του Γκρόσμαν, ας μην ξεχνιόμαστε)  πνευματικό περιεχόμενο. Η μεγάλη έκπληξη για τη δασκάλα της γιόγκα είναι η «φυσική» επικοινωνία του Κόμπι με τα καλέσματα του δικού του σώματος, χωρίς διδασκαλία και άσκηση˙ είναι «πολύ περισσότερο γιόγκι απ όσο φαντάστηκα», ομολογεί η Νίλι κάποια στιγμή. Από ώρα σε ώρα αρχίζει να βλέπει το σώμα του από μέσα, τα χρώματα των διαφόρων αισθήσεών του. Διεγέρσεις έκπληξης και χαράς διαπερνούν σαν λάμψη φωτός μέσα του, και αμέσως αστράφτουν μέσα της.
Όλα γίνονται καινούρια κι όλα είναι γνώριμα, όπως στον έρωτα. Δεν υπάρχει πάντως σεξ, τουλάχιστον στο βιβλίο της Ρότεμ. Η συνομιλία των σωμάτων προχωρά σ ένα διαφορετικό επίπεδο. Εφάπτονται μόνο σ ένα μικροσκοπικό σημείο, δυο άνθρωποι στο σύμπαν, που για μια στιγμή ευτυχίας αγγίζουν ο ένας τον άλλον.
Είναι το πρόσωπο για το οποίο η μητέρα της Ρότεμ ίσως ετοιμαζόταν όλα αυτά τα χρόνια: εγώ όμως νιώθω πως έπρεπε να δουλέψω σκληρά όλα αυτά τα είκοσι χρόνια, ούτε στιγμή λιγότερο, για να είμαι εντελώς έτοιμη όταν θα ρχόταν.

Αυτοκατασπάραξη

Πρόκειται για ζωή που δεν έχει ούτε μία χαραμισμένη ή βαρετή στιγμή, ή φθοράς, ξέρεις, από κούραση ή διαφορία, έτσι στα καλά καθούμενα, επειδή βαρέθηκε ο ένας τον άλλον, και σ αυτούς συμβαίνει το αντίθετο, αποφαίνεται, κάθε τους στιγμή είναι φορτισμένη με ηλεκτρισμό και γεμάτη ενδιαφέρον και πόθο,  ζωή έντονη, συμπεραίνει, Και πριν περάσει μια στιγμή, σαν να του είχαν αποσπάσει δα της βίας τη δήλωση, προσθέτει γεμάτη ζωή.

Εξίσου ασυνήθιστο είναι και το σκηνικό της άλλης νουβέλας (πρώτης στο βιβλίο): ένας μεσήλικας (Σάουλ) έχει τη βεβαιότητα ότι η γυναίκα του τον απατά επί δέκα χρόνια με τον ίδιο άντρα, τον οποίο συναντά κάθε μέρα μια συγκεκριμένη ώρα. Ο απατημένος σύζυγος όχι μόνο δεν αντιδρά κατά το αναμενόμενο, αλλά φορτώνει τη φαντασία του σκηνές και ερμηνείες που δημιουργούν μια άλλη πραγματικότητα, ένα παράλληλο σενάριο που ποτέ δεν μαθαίνουμε αν είναι αληθινό. Προσπαθεί να καταλάβει ποια είναι η νέα αλήθεια μέσα στην οποία βυθίζεται η γυναίκα του κάθε μέρα κι εκείνος παραμένει απ έξω (μια απόλαυση που δεν γνωρίζω, μια απόλαυση που ξυπνάει μέσα της μόνο όταν βρίσκεται μαζί του, υπάρχει κάποια ουσία που εκκρίνεται στην καρδιά  μόνο στο πλευρό ενός ανθρώπου συγκεκριμένου και ποτέ στο πλευρό άλλου ανθρώπου). Μέσα απ αυτό το σενάριο η αδυναμία του προς την Ελισέβα παραμένει αλώβητη και η ευαισθησία του ξεπερνά τα όρια των αισθήσεων.
Οι αναγνώστες βλέπουν να ξεδιπλώνει την ιστορία ο ίδιος ο ήρωας, καθώς την αφηγείται αποσπασματικά στη νύφη του μέσα στο αυτοκίνητο που εκείνη οδηγεί. Κατευθύνονται στο μέρος όπου γνωρίζει ο Σάουλ ότι η γυναίκα του πηγαίνει μόνη της πέντε έξι μέρες τον χρόνο και διαλογίζεται. Ο Γκρόσμαν δίνει κι εδώ ρεσιτάλ καταγραφής όλων των μύχιων σκέψεων, όλων των εσωτερικών μετατοπίσεων. Ψυχικές καταστάσεις που δείχνουν υψηλή συνειδητότητα και αλτρουισμό, όπως η σκέψη π.χ. ότι η Ελισέβα είναι έντιμος άνθρωπος, ο πιο έντιμος άνθρωπος που γνωρίζει, και όχι μόνο αλλά είναι και πστή, με τον τρόπο της, και αυτό πραγματικά δυσκολεύεται να το εξηγήσει (…. Και μου είναι τελείως σαφές, λέει, ότι άλλος άνθρωπος λιγότερο έντιμος από την Ελισέβα δεν θα βασανιζόταν τόσο με όλα αυτά τα περάσματα-
Ποια περάσματα, ρωτάει εκείνη (η Έστι) σαστισμένη.
Τα περάσματα, ανάμεσα σε μένα και σε κείνον, να πηγαίνει, να έρχεται, να επιστρέφει…

Αυτό που αιφνιδιάζει τον αναγνώστη είναι η σταδιακή παρουσία του συναισθηματικού κόσμου της νύφης, Έστι, που ανασύρει από το παρελθόν την τότε σχέση της και τα μοναδικά συναισθήματα που έτρεφε προς τον Σάουλ. Παράλληλα, αναστατώνεται από την ταραχή του Σάουλ (θυμάται πόσο συγκινημένη είναι ατή τη στιγμή από τη δύναμή του να επιμένει έτσι για κάθε κάρβουνο που καίει μέσα του), ταυτίζεται, αναμασά και η ίδια τα δεδομένα που της δίνει, τα επεξεργάζεται, δίνει τη δική της εκδοχή.
Η φωνή του τώρα είναι κουρασμένη και θολή, και της ζωγραφίζει ένα μακρινό χειμωνιάτικο τοπίο, ίσως δάσος καλυμμένο με λεπτό στρώμα ψύχους, και έναν κορμό δέντρου που καίγεται αργά, άηχα, πού και πού βγάζει σιωπηλά σπινθηρήματα πόνου.
Χριστίνα Παπαγγελή




[1] http://alexis-chryssanthie.blogspot.gr/2011/03/2.html

Τρίτη, Ιουλίου 28, 2015

Πολ Όστερ, Ημερολόγιο του χειμώνα

Πρωτότυπη η σύλληψη του Πολ Όστερ σ’ αυτό το βιβλίο, αλλά κάπως κουραστικό το αποτέλεσμα. Πρόκειται για ένα διαφορετικό, αυτοβιογραφικό ημερολόγιο, που εστιάζει στις αισθήσεις, στις εντυπώσεις που αφήνουν τα βιώματα στο σώμα (σωματικές απολαύσεις και σωματικοί πόνοι. Σεξουαλικές απολαύσεις πρωτίστως και κυρίως, αλλά και η απόλαυση του φαγητού και του ποτού, η απόλαυση ενός καυτού μπάνιου, να βυθίζεις το γυμνό σου σώμα μέσα στο νερό).  Ένα ημερολόγιο των σωματικών πόνων, πόθων, αναγκών, ηδονών. Με δομικό άξονα την ανάμνηση, την άτακτη δηλαδή συνειρμική σχέση που συνδέει τα γεγονότα της ζωής του, περιγράφει τη συμμετοχή του σώματος -που πολλές φορές είναι πρωταγωνιστική, όπως στις δυο κρίσεις πανικού- στη ζωή του και στις αποφάσεις του.
Το περπάτημα είναι αυτό που σου φέρνει τα λόγια, αυτό που σου επιτρέπει να ακούς τους ρυθμούς του κόσμου καθώς τους γράφεις στο κεφάλι σου. Ένα πόδι μπροστά, κι έπειτα το άλλο πόδι μπροστά, η διπλή τυμπανοκρουσία της καρδιάς σου. Δυο μάτια, δυο αυτιά, δυο μπράτσα, δυο πόδια. Αυτό κι έπειτα εκείνο, εκείνο κι έπειτα αυτό. Το γράψιμο ξεκινά μέσα στο σώμα σου, είναι η μουσική του σώματος, κι έστω κι αν τα λόγια έχουν νόημα, αν μπορούν μερικές φορές να έχουν νόημα, η μουσική των λόγων βρίσκεται εκεί που υπάρχουν τα νοήμαα. Κάθεσαι στο γραφείο σου για να καταγράψεις τα λόγια, μα στο μυαλό σου περπατάς, περπατάς πάντα, και ό, τι ακούς είναι ο ρυθμός της καρδιάς σου ο χτύπος της καρδιάς σου.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται στην… κοινοτοπία: μπαίνουμε στην ψυχολογία του μεσήλικα (εξήντα τεσσάρων ετών το 2011 που γράφτηκε το βιβλίο) που νιώθει σιγά σιγά να τον εγκαταλείπει το σωματικό σφρίγος της νιότης (και της ωριμότητας) και αρχίζει να διαβλέπει το τέλος του δρόμου. Είναι ίσως μια φάση της ζωής όπου ο άνθρωπος αναστοχάζεται τη ζωή του, προσπαθώντας να δώσει νόημα. Μια φάση όπου τον άνθρωπο απασχολεί ξανά το σώμα, σχεδόν όπως τον απασχολεί στην πρώτη παιδική ηλικία, οπότε ο άνθρωπος δοκιμάζει τις δυνάμεις του (… ωστόσο οι πόνοι να είναι αναμφίβολα πιο επίμονοι και ανυπάκουοι, σχεδόν κάθε μέρος του κορμιού σου να δέχεται συχνά επίθεση). Η φάση όπου σκέφτεσαι τον θάνατο, τον δικό σου και των άλλων, και την αντίρροπη δύναμη, τον έρωτα. Έτσι, οι πιο ενδιαφέρουσες σελίδες αφορούν τις ερωτικές σχέσεις, τη σχέση με τη γυναίκα του (ο μόνος άνθρωπος ου σε γνωρίζει τόσο καλά ώστε να κάνει τις σωστές ερωτήσεις, που έχει τόση τόλμη και κατανόηση ώστε να σε ωθήσει να ανακαλύψεις πράγματα για τον εαυτό σου, πράγματα που συχνά δεν καταλαβαίνεις ούτε εσύ ο ίδιος) αλλά και το πώς αντιμετώπισε (σωματικά πάντα) τον θάνατο της μητέρας του (ο θάνατος σε παγώνει και δεν σε αφήνει να λειτουργήσεις, κλέβοντάς σου κάθε συγκίνηση, κάθε στοργή, κάθε επαφή με την ίδια σου την καρδιά).

Συνθέτουμε έτσι ένα πρωτότυπο παζλ της ζωής του Πολ Όστερ, που παρουσιάζει μεν κάποιο ενδιαφέρον, αλλά σου δίνει την αίσθηση ότι κάποια κομμάτια του είναι προχειρογραμμένα. Η συνεχής αυτοαναφορά, και μάλιστα σε β ενικό (κουραστικό «πρόσωπο» όταν επαναλαμβάνεται συνέχεια)  είναι αποτρεπτική, και σε κάποιες περιπτώσεις απολύτως περιττή (π.χ. τι ενδιαφέρει τον αναγνώστη όλη αυτή η λεπτομερής αναφορά στα σπίτια όπου έζησε ο Πολ Όστερ;). Αντίθετα,  η εξομολόγηση ότι δεν έβγαλε τσιμουδιά όταν μπροστά στα μάτια του ο θείος του ταπείνωσε το ηλεκτρολόγο του πατέρα του, είναι δείγμα ειλικρίνειας και αυτογνωσίας.

Πάντως, το… τελείωσα. Το όλο εγχείρημα σώζεται λόγω της ευκολίας γραφής του συγγραφέα, που κατορθώνει να σαγηνεύει ακόμα κι όταν αναλώνεται σε αδιάφορες λεπτομέρειες.

Χριστίνα Παπαγγελή 

Τρίτη, Ιουλίου 21, 2015

Ο γύρος του θανάτου, Θωμάς Κοροβίνης

Είναι  ένα μικρό αλλά συγκλονιστικό στο περιεχόμενό του βιβλιαράκι, εφόσον ρίχνει διαφορετικό φως σ ένα γεγονός της σύγχρονης νεοελληνικής ιστορίας, ένα γεγονός που συντάραξε τον μικρόκοσμο της Θεσσαλονίκης στο τέλος της δεκαετίας του ’50. Πρόκειται για τη στοχοποίηση και την άδικη – όπως αποδείχτηκε- καταδίκη του 28χρονου Αριστείδη Παγκρατίδη, για ειδεχθή κατά συρροήν εγκλήματα με θύματα νεαρές κοπέλες.
Πέρα από τα πραγματικά ρεπορτάζ που σχετίζονται με την εκτέλεση του υποτιθέμενου περιβόητου «δράκου του Σέιχ Σου» τον Φεβρουάριο του 1968, ο συγγραφέας δίνει φωνή σε εννέα μυθιστορηματικά πρόσωπα που γνώρισαν τον Αρίστο και «καταθέτουν» τη μαρτυρία τους γι’ αυτόν. Δεν ακούμε τη φωνή του πραγματικού πρωταγωνιστή, που είναι ο Αρίστος˙ εκείνος είναι απών, είναι νεκρός. Οι εννιά τελείως διαφορετικοί άνθρωποι που σκόνταψαν πάνω στη ζωή του, («ένα φιλαράκι» στην αλάνα, ένας αχθοφόρος, ένας γείτονας παρακρατικός, το αφεντικό του στο γύρο του θανάτου, μια τραγουδίστρια, μια τραβεστί κ.α.) έχουν δει μια πλευρά ο καθένας της πολυτάραχης και ουσιαστικά στερημένης ζωής του πρωταγωνιστή, που καταδικάστηκε κι εκτελέστηκε άδικα[1], ως εξιλαστήριο θύμα μιας πανικόβλητης από εγκλήματα κοινωνίας. Πέρα όμως από την ενδιαφέρουσα ατομική περίπτωση, βλέπουμε μια τομή της ελληνικής μετεμφυλιακής ιστορίας μέσα από διαφορετικά πρίσματα, και μάλιστα κατά κύριο λόγο από άτομα περιθωριακά.
Το πρώτο κεφάλαιο που περιλαμβάνει, όπως είπαμε, τα ρεπορτάζ, ξεκινά με την «έκθεσιν εξετάσεως του κατηγορουμένου», το -πραγματικό- κείμενο που έγραψε ο ίδιος ο κατηγορούμενος εκθέτοντας τη ζωή του. Ένα κείμενο λιτό σαν δελτίο αναφοράς, που για τον αναγνώστη αποτελεί τον μπούσουλα, το παζλ όπου θα ταιριάξει όλα τα κομμάτια των αφηγήσεων. Στο ίδιο κεφάλαιο έχουμε και τις πραγματικές μαρτυρίες από άλλα σχετιζόμενα πρόσωπα. Έτσι, αποκτάμε μια εικόνα του κόσμου του Αρίστου. Φυσικά εντυπωσιάζει η πολυδαίδαλη ζωή που πρόλαβε να ζήσει μέχρι τα 26, οι μικροκομπίνες, καθώς και η απίστευτη φτώχεια που τον αναγκάζει να εκδίδεται σε άντρες, είτε ενεργητικά είτε παθητικά, χωρίς να έχει ο ίδιος τέτοιου είδους προτίμηση.
Οι αφηγήσεις είναι πρωτοπρόσωπες, σε εξομολογητικό τόνο και καθεμιά έχει το ιδιαίτερο ύφος του ομιλητή.  Έτσι, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ο Κοροβίνης «θεατροποιεί» κάπως το υλικό του, μεταβιβάζοντας κάθε φορά μια διαφορετική ψυχοσύνθεση, έναν διαφορετικό μικρόκοσμο. Αν εξαιρέσουμε τον «χωροφύλακα δημοκρατικών φρονημάτων»  και τον «αστό της παραλίας» που μιλάει καθαρεύουσα, οι περισσότεροι αφηγητές είναι λαϊκοί άνθρωποι και μιλάνε την σαλονικιώτικη ντοπιολαλιά (π.χ. η παραδουλεύτρα, ο αχθοφόρος, ο φίλος από τα παιδικά χρόνια) έως λούμπεν, με αποκορύφωμα την Λολό (τραβεστί) που μιλάει καλιαρντά και είναι ως εκ τούτου απαραίτητο το γλωσσάρι που βρίσκεται στο κάτω μέρος της σελίδας. Το ύφος σε πολλές απ αυτές τις περιπτώσεις θυμίζει έντονα Ταχτσή.
Αν συνθέσει κανείς όλες αυτές τις αφηγήσεις θα βγάλει ως κοινή συνισταμένη  έναν ήπιο, φοβισμένο και ευαίσθητο χαρακτήρα, πολύ στερημένο. Ο Αρίστος παρουσιάζεται απ όλους σαν ένα όμορφο παιδί (ήταν πολύ αρρενωπός. Κι είχε ζεστή ματιά. Ένα δακρυσμένο βλέμμα, που τόνιζε την ορφάνια του… Απ την άλλη ήταν ζωντανό παιδί, ένα ταυράκι, τι να σε πω! Έβγαζε κάτι επιθετικό, έβγαζε όρεξη για ερωτικά σκάνδαλα, για τρέλες)˙ ξυπνά τον έρωτα σε άντρες και γυναίκες, κι αυτή τη σωματική έλξη βέβαια την εκμεταλλεύεται στο έπακρον λόγω φτώχειας. Χωρίς να γνωρίσει πατέρα (τον δολοφόνησαν οι Ελασίτες), μεγάλωσε με τέτοια πείνα που τον αποκαλούσαν «Γουρούνα», γιατί ανακάτευε τα σκουπίδια. Έτρωγε ξύλο, παράδερνε από δω κι από κει, η πρώτη φορά που άρχισε να εκδίδεται ήταν για ένα πιάτο φασολάδα.
Όταν τον γνώρισα ήταν  αδύναμος και ταλαιπωρημένος. Ήταν ένα παιδάκι συμπαθέστατο. Έτρεχε και χάζευε όλα τα θεάματα στα πανηγύρια. Τυπικός στα καθήκοντα που του ανέθετα, με προθυμία, δραστήριος. Καματερός και προκομμένος. Ήταν δουλεμένο παιδί και ψημένο στην πιάτσα. Πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης. Απ ό, τι μου είπε, δεν υπήρχε δουλειά που να μην την είχε κάνει μέχρι τότε. Σε γιαπιά, σε τσαγκαράδικο, σε παντοφλάδικο, στη λαχαναγορά, σε χρυσοχοείο, μικροπωλητής, χαμάλης, λούστρος, μάγειρας, γκαρσόνι, πουλούσε λεμόνια, περιοδικά, εφημερίδες, πασατέμπο και αναψυκτικά τις Κυριακές. Δούλευε στις κούνιες, στα συγκρουόμενα, στο λούνα παρκ και στο κανονάκι, στα πανηγύρια.

Μέσα από την αμεσότητα αυτών των αφηγήσεων ζωντανεύει και η Θεσσαλονίκη της εποχής… Το περίφημο δάσος του Σέιχ Σου («Το νερό του Σεΐχη») όπου τότε ακόμη κατέβαιναν τσακάλια και λύκοι. Η Τούμπα με το γήπεδο του ΠΑΟΚ και τις γειτονιές της (όλα φτωχικά και ταπεινά μα περιποιημένα και μεγαλόκαρδα)˙  οι μικροπωλητές στο Βαρδάρη, οι μυστικοί, οι Ασφαλίτες,  το λαθρεμπόριο στο λιμάνι, (τι γυρεύανε τόσοι περίεργοι όλη την ώρα μέσα στα γραφεία του λιμανιού, τι δουλειά είχανε και μπαινοβγαίνανε στα τελωνειακά καταστήματα και κουβαλούσανε κάτι σακουλάρες στον ώμο;). Μέχρι και τα «Ελγίνεια της Θεσσαλονίκης», σηκώσαν οι κοντραμπατζήδες, τις «Μαγεμένες» (las incatadas).
Εκεί που συμβίωναν ακόμα Οθωμανοί, Εβραίοι, Τούρκοι, Βούλγαροι, «ξένοι». Όπου «ξένοι» νοούνται οι Ευρωπαίοι ή οι Αμερικάνοι, γιατί με τους άλλους, της Ανατολής, είχαμε κοντινά χούγια, συνεννοούμασταν, λέει ο αχθοφόρος. Γύφτισσες απ όλα τα τσιγγάνικα μιλέτια, χαρτομάντισσες, χειρομάντισσες. Λαϊκά θέατρα, τσίρκα λογής λογής,  παραστάσεις Καραγκιόζη. Οι πεχλιβάνηδες, Τούρκοι οι περισσότεροι, που κάνουν παραστάσεις- ιεροτελεστίες στο Σοχό αλλά και στη Νιγρίτα και στη Δράμα..
Ένα όμως από τα ωραιότερα κεφάλαια είναι αυτό όπου μιλάει το αφεντικό του Αρίστου στον γνωστό «γύρο του θανάτου» (είμαι τριγυρίστρας, πολυμήχανος. Είμαι πολυτεχνίτης, νταραβέρατζης. Με ξέρουνε όλοι στην πιάτσα). Ο αφηγητής μιλάει με λεπτομέρειες γι αυτό το συναρπαστικό θέαμα που περιφερόταν σ όλη τη βόρεια Ελλάδα κι έκοβε την ανάσα στους θεατές. Όσα παλληκάρια ανέβαιναν στη μηχανή πατούσαν στην κόψη του ξυραφιού και γι αυτό τα έβλεπαν σαν πρόσωπα του παραμυθιού, σαν θρύλους. Ο γύρος του θανάτου που χαρίζει και τον τίτλο του στο βιβλίο συνοψίζει τη μοίρα του Αρίστου, που σαν μέγγενη τον παγίδευσε στα 28 του χρόνια.
Τον κυνηγούσαν, από παντού τον κυνηγούσαν. Ακόμη και τα φαντάσματα. Αχ, αυτή η καλιαρντοσύνη της εποχής! Το φονικό του πατέρα του τον βασάνιζε, η φτώχεια τον κατέτρεχε, η ορφάνια τον τυραννούσε. Η γειτονιά του τον απόπαιρνε. Οι φίλοι του τον έριχναν. Ο κόσμοςτον κουσέλευε. Οι χασικλήδες τον χρησιμοποιούσαν. Οι μπάτσοι τον παρακολουθούσαν. Η ψυχή του τον έτρωγε. Τον είχε στο μάτι ο άχαλος ο Μαυρονταβάς. Στο γύρο του θανάτου δεν δούλευε; Ε, αυτό ήτανε η ζωή του. Ο γύρος του θανάτου ήτανε.
Χριστίνα Παπαγγελή


[1] https://eglima.wordpress.com/2015/03/28/pagratidis-1/

Τετάρτη, Ιουνίου 24, 2015

Αδριανού απομνημονεύματα, Marguerite Yourcenar

Όλα μας ξεφεύγουν, όλοι, και μεις οι ίδιοι.
Η ζωή του πατέρα μου, μου είναι πιο άγνωστη από τη ζωή του Αδριανού.
Αν έπρεπε να γράψω την ίδια την ύπαρξή μου, θα την ξανάπλαθα απ έξω, κοπιαστικά, σα ζωή κάποιου άλλου. Θάπρεπε να καταφύγω σε γράμματα, σε αναμνήσεις τρίτων, για να καθορίσω αυτές τις αβέβαιες μνήμες.
Δεν είναι παρά σωριασμένα τείχη, παραπετάσματα σκιάς.
Να τα φέρω έτσι ώστε τα χάσματα του κειμένου μου σε ό, τι αφορά τη ζωή του Αδριανού,
να συμφωνήσουν μ αυτά που θάχε η δική του η λησμονιά.
Μαργκερίτ  Γιουρσενάρ


Ο γνωστός από την ιστορία αυτοκράτορας Αδριανός, τρίτος στη σειρά στη δυναστεία των Αντωνίνων (117- 138 μ.Χ.), «φιλόσοφος -βασιλιάς» σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία (στην Wikipedia καταχωρείται όχι μόνο ως αυτοκράτορας αλλά ως στωικός και επικούρειος φιλόσοφος), γράφει εν είδει επιστολής προς τον δεκαεπτάχρονο Μάρκο Αυρήλιο (έναν από τους καθορισμένους διαδόχους του),  μια γραπτή εξομολόγηση για τη ζωή, το έργο του, τη φιλοσοφία του. Είναι ένας άνθρωπος ταξιδιώτης αλλά ταυτόχρονα και αφέντης, απόλυτα ελεύθερος να δει, να μεταρρυθμίσει, να δημιουργήσει, αλλά στην ουσία ένας άνθρωπος που, στα εξήντα του χρόνια, περιμένει τον θάνατό του (από υδρωπικία της καρδιάς).
Για ασφάλεια, συνέταξα  πέρυσι, μία αναφορά που θεωρείται η επίσημη αναφορά των πράξεών μου. Ο γραμματέας μου, ο Φλέγονας, έβαλε το όνομά του στη σελίδα του τίτλου. Λέω σ αυτήν, όσο το δυνατόν λιγότερα ψέματα. Τα δημόσια συμφέροντα, όμως, και η αξιοπρέπεια, δεν έπαυαν να με αναγκάζουν ν’ αναταξινομώ ορισμένα γεγονότα. (…) Εδώ σου προσφέρω, σαν μια επανόρθωση, μιαν αφήγηση απαλλαγμένη από προμελετημένες ιδέες και αφηρημένες αρχές, φτιαγμένη από την εμπειρία ενός μόνου ανθρώπου, που είμαι εγώ. Αγνοώ σε ποια συμπεράσματα θα με παρασύρει αυτή η αφήγηση. Βασίζομαι πάνω σ αυτή την επιθεώρηση των γεγονότων για να προσδιοριστώ, να κριθώ ίσως, ή να γνωρίσω τουλάχιστον καλύτερα τον εαυτό μου προτού πεθάνω.
Έτσι, το κύριο βάρος σ αυτήν την αφήγηση δεν είναι τα έργα του δραστήριου και πολυπράγμονα αυτοκράτορα, αλλά  το εσχατολογικό περιεχόμενο με το οποίο επενδύει κάθε του ανάμνηση, τώρα που «οι ευτυχίες τον εγκαταλείπουν σιγά σιγά» (απ όλες τις ευτυχίες που μ εγκαταλείπουν σιγά σιγά, ο ύπνος είναι μια από τις πιο πολύτιμες, από τις πιο καθημερινές επίσης). Αναστοχάζεται συνεχώς κάθε νέα πτυχή των ανθρώπινων, τώρα ιδιαίτερα που είναι ευάλωτος (η αρρώστια και η ηλικία έχουνε κι εκείνες τα θαύματά τους). Κυρίως όμως, όπως γράφει ο Ναυτίλος, ο Αδριανός δεν αφηγείται τη ζωή του με στόχο την ανασύσταση του παρελθόντος. Είναι το μέσον που χρησιμοποιεί για να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του πριν πεθάνει, το λέει άλλωστε και ο ίδιος ως μυθιστορηματικό πρόσωπο.
Το μυθιστόρημα αυτό, έργο ζωής της μεγάλης συγγραφέα, δεν είναι βασικά ιστορικό μυθιστόρημα. Όπως σημειώνει η Γιουρσενάρ στο τέλος του βιβλίου:  πιο πολύ θέλησα να διαλέξω τη στιγμή που ο άνθρωπος που έζησε αυτήν την ύπαρξη, τη ζύγιασε, την εξέτασε, στάθηκε, έστω για μια στιγμή, ικανός να την κρίνει. Να βρεθεί αντιμέτωπος με τη ζωή του. Η συγγραφέας θέλησε ν αγκαλιάσει με μια μονάχα ματιά ολόκληρη την καμπύλη. Ακόμα πιο συγκεκριμένα  θέλησε να διεισδύσει στην προσωπικότητα ενός «σχεδόν σοφού ανθρώπου» που αν δεν είχε διατηρήσει την ειρήνη του κόσμου, αν δεν είχε  αναζωογονήσει την οικονομία της αυτοκρατορίας, οι προσωπικές ευτυχίες και δυστυχίες του θα την είχαν απασχολήσει πολύ λιγότερο.
Εδώ ας σημειώσω ότι ταυτίζομαι απόλυτα με την άποψη του Ναυτίλου για τη γνωστή μεταφράστρια των έργων της Γιουρσενάρ, Ιωάννα Χατζηνικολή. Η τεκμηριωμένη κριτική του ναυτίλου ήταν και το έναυσμα για προσέξω και γω κάποιες μεταφραστικές ατέλειες (κι ας μην είχα το πρωτότυπο) που επιβεβαιώνουν την κρίση του.
  
Η ζωή του μυθιστορηματικού Αδριανού μέσα στο ιστορικό πλαίσιο
Να θυμίσουμε με λίγα λόγια ότι εκείνη την εποχή (2ος αι. μ.Χ.) το αυτοκρατορικό αξίωμα δεν ήταν κληρονομικό αλλά είχε θεσπιστεί ο θεσμός της υιοθεσίας.  Ο αυτοκράτορας ορίζεται από τον προηγούμενο με κριτήριο ίσως τις διοικητικές και στρατιωτικές ικανότητες που δοκιμάζονται στους ατέλειωτους πολέμους, κι έχει να παλέψει σκληρά για να στερεώσει τη θέση του έναντι των αντιπάλων.
Ο τρόπος με τον οποίο βάζει η Γιουρσενάρ τον αφηγητή να παρουσιάζει τη ζωή του είναι αφαιρετικός και αντιστικτικός. Άλλωστε, ο Αδριανός απευθύνεται σε σύγχρονό του, δεν έχει νόημα να εξιστορήσει όλο του τον βίο. Ξεπερνά με επιδεξιότητα τις αντιφάσεις σχετικά με τη γενέτειρα (άλλες πηγές αναφέρουν την Ρώμη και άλλη την Ιτάλικα, πόλη της Ισπανίας):  ο μύθος έχει και τα καλά του. Μαρτυράει πως οι αποφάσεις του πνεύματος και της θέλησης είναι εκείνες που υπαγορεύουν τις περιστάσεις. Πραγματικός τόπος της γέννησής μας είναι κείνος στον οποίο βλέπουμε για πρώτη φορά με καθαρό μάτι τον εαυτό μας. Πρώτες μου πατρίδες ήτανε τα βιβλία.
Με λιγοστές αναμνήσεις από τους γονείς (ο πατέρας μου ήταν ένας άνθρωπος τσακισμένος από την αρετή/από το μακρουλό πρόσωπό της Σπανιόλας, το ποτισμένο με μια γλύκα λίγο μελαγχολικιά, κρατάω μιαν ανάμνηση κλπ), όταν τον κάλεσε ο κηδεμόνας του ο Καίλιος Αττιανός (κηδεμόνας του ήταν κι ο ξάδερφός του, Τραϊανός)  έφυγε για τη Ρώμη. Τον παρακολουθούμε ως χιλίαρχο (μ έσωσε η επιστροφή στον στρατό), να απομακρύνεται από τη Ρώμη προς μεγάλη του ευτυχία, γιατί την θεωρούσε κέντρο διαφθοράς. Ήταν εικοσιδύο χρόνων, μόλις πέθανε ο Δομιτιανός κι ο Νέρβας όρισε διάδοχο τον Τραϊανό. Έτσι, ο ήρωάς μας συμμετείχε ενεργά στις εκστρατείες του αυτοκράτορα εναντίον των Δακών και των  Πάρθων περιγράφοντας γλαφυρά όλα τα συναισθήματα της «εξαιρετικής έξαψης»:
Όσο διαρκούσε ο κίνδυνος, κυνισμός ή καθήκον παραχωρούσαν αστραπιαία τη θέση τους σ ένα ντελίριο τόλμης, σ ένα είδος περίεργου οργασμού του ανθρώπου που ενώνεται με το πεπρωμένο του. Στην ηλικία που ήμουνα τότε, αυτό το μεθυσμένο κουράγιο ήταν παντοτινό. Ένα πλάσμα μεθυσμένο από τη ζωή δεν προβλέπει τον θάνατο.
Με τον θάνατο του Τραϊανού (μεγαλειώδης η περιγραφή) και με μια διαδικασία κάπως σκοτεινή (σύνηθες αυτό, βέβαια) αναλαμβάνει το αξίωμα του αυτοκράτορα χτίζοντας σιγά σιγά και με προσοχή ένα λιτό, φιλοσοφικό, στοχαστικό προφίλ. Οι μηχανορραφίες που απαιτούνται για να στεριώσει κανείς το ηγετικό αυτό αξίωμα μέσα σε μια αυτοκρατορία με τόσες αντιφάσεις συνδυάζονται με τον φιλοσοφικό στοχασμό ενός ανθρώπου που προσπαθεί, τώρα στο τέλος της ζωής του να προσδώσει νόημα.  Σ αυτό το πνεύμα διατρέχει η συγγραφέας μέσω του αφηγητή τα γνωστά εξωτερικά γεγονότα. Ένας αυτοκράτορας που ελάχιστα στάθηκε στη Ρώμη∙  πέρα από τον πόλεμο εναντίον των Δακών (κράτησε έντεκα μήνες κι ήταν αλύπητος) και τα επεισόδια στα σύνορα των Πάρθων, τις εκστρατείες εναντίον των Ιουδαίων  επισκέφτηκε ως κατακτητής τη Γερμανία, τη Βρετανία, την Ελλάδα, Μικρά Ασία, Βιθυνία, Νικομήδεια, Εύβοια, Δήλο, Ρόδο, Σικελία πάντα με απώτερο σκοπό να γνωρίσει τους διαφορετικούς πολιτισμούς, να καταλάβει τους ανθρώπους, να ομορφήνει τις πόλεις (τώρα δεν είχα πια το χρόνο ούτε να ενδιαφερθώ ούτε να αδιαφορήσω για τον εαυτό μου. Το άτομό μου είχε αρχίσει πια να σβήνει, ακριβώς γιατί είχαν αρχίσει να υπολογίζονται οι απόψεις του. Αυτό που ενδιέφερε, ήταν το να βρεθεί κάποιος που θα εναντιωνότανε στην πολιτική των κατακτήσεων αντιμετωπίζοντας τις συνέπειες και την κατάληξή τους, και να ετοιμαστεί, αν ήτανε δυνατόν, να επανορθώσει τα σφάλματα).

Προσωπικότητα
Η συγγραφέας, βασισμένη σε πηγές που τις παρουσιάζει πολύ αναλυτικά στο τέλος του βιβλίου, δίνει το πορτρέτο ενός ανθρώπου που παρόλο που έχει τεράστια εξουσία, αγωνίζεται να καταλάβει την ανθρώπινη φύση, αγωνίζεται για ειρήνη και ισότητα (δεν περιφρονούσα τους ανθρώπους. Αν το έκανα, δεν θα είχα δικαίωμα ούτε κανένα λόγο να δοκιμάσω να τους κυβερνήσω. (…) Οι διαφορές που αντιλαμβάνομαι ανάμεσα σε μένα και τους άλλους είναι πολύ μηδαμινές για να μετρήσουν στο τελικό άθροισμα. Γι αυτό πασχίζω να κρατάω μια στάση όσο μπορεί πιο ξένη προς την ψυχρή ανωτερότητα του φιλοσόφου και προς την αλαζονεία του Καίσαρα). Επί ηγεμονίας του προσπάθησε να μειώσει τους κατακτητικούς πολέμους (αυτό που ενδιέφερε, ήταν να βρεθεί κάποιος που θα εναντιωνότανε στην πολιτική των κατακτήσεων αντιμετωπίζοντας τις συνέπειες και την κατάληξή τους, και να ετοιμαστεί, αν ήτανε δυνατόν, να επανορθώσει τα σφάλματα).  Έχει επίγνωση, ότι ακόμα κι αν συντρίψει όλους τους εχθρούς, άλλες ορδές θα ρχονταν, άλλοι ψευδοπροφήτες. Απευθύνεται στον Μάρκο Αυρήλιο (ο οποίος, ας μην ξεχνάμε, έχει μείνει στην ιστορία σαν «φιλόσοφος αυτοκράτορας») με όρους φιλοσοφικούς, μιλώντας για  την ελευθερία και τη δύναμη (όσο για μένα, αναζήτησα την ελευθερία πιο πολύ από τη δύναμη, και τη δύναμη μόνο γιατί ως ένα σημείο ευνοεί την ελευθερία). Βλέπει καθαρά τα πολλά, διαφορετικά πρόσωπα με τα οποία κυβερνά το κράτος (μέσα μου βασιλεύουν, με τη σειρά τους, διαφορετικά πρόσωπα. Κανένα για πολύ καιρό, κάθε φορά όμως ο πεσμένος τύραννος ξαναρπάζει γρήγορα την εξουσία. Μέσα μου φιλοτέχνησα και το λεπτολόγο αξιωματικό, τον φανατικό για την πειθαρχία, που όμως μοιράζεια χαρούμενα με τους άνδρες του τις στερήσεις του πολέμου. Τον μελαγχολικό ονειροπόλο των Θεών. Τον εραστή που είναι έτοιμος για τα πάντα για μια στιγμή ιλίγγου. Τον αλαζονικό νέο αξιωματικό που δεν κρύβει από τους φίλους του την περφιφρόνησή του για την πορεία του κόσμου. Τον μέλλοντα πολιτικό άντρα κλπ κλπ).
Δεν αρνείται τις αναπόφευκτες αδικίες και εκτελέσεις στις οποίες κατέφυγε για να στεριώσει την εξ ορισμού επισφαλή -σε τέτοιο κράτος -εξουσία (ένα κύμα τρόπου απλώθηκε πάνω στη Ρώμη/ο δημόσιος βίος μου είχε κιόλας ξεφύγει από τα χέρια μου/κάθε μετάβαση από την μια ηγεμονία στην άλλη, συνοδεύεται από τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της). Παρόλο που οι εκτελέσεις των επικίνδυνων στοιχείων ήταν κάτι σύνηθες, ξέρει καλά ότι «αυτήν την κατάχρηση εξουσίας θα του την καταλόγιζαν όταν θα έκανε σκοπό του την επιείκεια, την ευλάβεια, τη δικαιοσύνη. Θα τις μεταχειρίζονται για να αποδείξουν ότι οι υποτιθέμενες αρετές του δεν ήταν άλλο από μια σειρά προσωπεία». Παρόλο, που όπως λέει, «ασπαζόταν την κοινοτοπία που θέλει το έγκλημα να καλεί το έγκλημα», γιατί, καταλήγει, το παρθένο χρυσάφι του σεβασμού θα ήταν πολύ μαλακό δίχως κάποιο κράμα φόβου.
Έχει ενδιαφέρον, λοιπόν, πώς ένας τέτοιου ήθους και συνειδητότητας άνθρωπος, με τέτοια δύναμη, αντιμετωπίζει τις προκλήσεις της εξουσίας του. Τις κολακείες, τους εκθειασμούς, τις συνωμοσίες(οι ήρεμες χαρές της ανθρώπινης φιλίας δεν είναι για μένα πια. Με λατρεύουν. Με τιμούν πάρα πολύ για να με αγαπούν ), αλλά και την έχθρα, το μίσος, την ίντριγκα.  Αρνήθηκε όλους τους τίτλους παρόλο που, όπως λέει,  η εποχή  διψάει για θεούς.

Παιδεία-  όραμα
Τρία «μέσα» επικαλείται ο ίδιος για να αποτιμήσει την ανθρώπινη ύπαρξη: την παρατήρηση του εαυτού του (τίποτα δεν με εξηγεί), την παρατήρηση των άλλων, και τα βιβλία (ο γραπτός λόγος μ έμαθε ν ακούω την ανθρώπινη φωνή, ακριβώς όπως οι μεγαλοπρεπείς ακίνητες στάσεις των αγαλμάτων με μάθανε να εκτιμώ τις κινήσεις, και αντίστροφα, στη συνέχεια, η ζωή μού φώτισε τα βιβλία). Μεθούσε με τις ασκήσεις της ρητορικής, γιατί ένιωθε πως εισχωρεί μέσα στη σκέψη των ανθρώπων. Τον μάγεψε και η αστρονομία, αλλά περισσότερο τον συγκινούσε η ποίηση (με είχε μεταμορφώσει/δεν είμαι σίγουρος αν η ανακάλυψη της αγάπης στάθηκε πιο υπέροχη από την ανακάλυψη της ποίησης). Άλλωστε, είναι γνωστό ότι έχει γράψει και ο ίδιος ποιήματα[1]. Μελέτησε με πάθος τα ελληνικά∙ η αγάπη του εξελίχθηκε σε «ελληνομανία» (λατινικά κυβέρνησα την αυτοκρατορία μου, αλλά ελληνικά έχω σκεφτεί και ζήσει). Ένας από τους δασκάλους που επικαλείται είναι ο γιατρός Λεωτυχίδης (αυτός ο πικρός Έλληνας μου είχε διδάξει τη μέθοδο). Αγαπά την ελληνική τέχνη, όχι μόνο γιατί περιορίζεται στο ανθρώπινο, αλλά γιατί οι ¨Έλληνες αγάπησαν τόσο την ομορφιά, που δεν ασχολήθηκαν με τα διαφορετικά πρόσωπα των ανθρώπων (σε αντίθεση με τα ρωμαϊκά πορτρέτα που αξίζουν μόνο σαν χρονικά).
Ομορφιά, Δύναμη, Δικαιοσύνη. Η δύναμη είναι η βάση της ομορφιάς, η αυστηρότητα χωρίς την οποία δεν υπάρχει ομορφιά, η σταθερότητα χωρίς την οποία δεν υπάρχει δικαιοσύνη.
Αισθανόμουνα υπεύθυνος για την ομορφιά του κόσμου. Ήθελα τις πόλεις να είναι υπέροχες, ευάερες, ποτισμένες με γάργαρα νερά, κατοικημένες από ανθρώπινα πλάσματα που τα κορμιά τους δεν θα παραμόρφωναν ούτε τα σημάδια της φτώχειας και της αλλοτρίωσης, ούτε τα οιδήματα κάποιου χυδαίου πλούτου.
Η ελληνολατρία του είναι τόσο έντονη που επισκιάζει κάθε αίγλη της Ρώμης, παρόλο που την έχει αποκαλέσει «αιώνια». Θέλει να επεκτείνει τη Ρώμη της εποχής της δημοκρατίας στα άλλα κράτη, να γίνει τάξη του κόσμου, τάξη πραγμάτων. Αγωνίζεται γι αυτό το όραμα, γι αυτό και δεν έχει σταθερή διαμονή∙ όπως εξομολογείται και στην επιστολή αυτή προς τον Μάρκο Αυρήλιο, ποτέ δεν έχει το συναίσθημα ότι ανήκει απόλυτα σ ένα μέρος (ξένος παντού, δεν ένιωθα ιδιαίτερα αποξενωμένος σε κανέναν τόπο). Αλλάζει τα διάφορα προσωπεία  εξασκώντας τα διάφορα επαγγέλματα απ τα οποία αποτελείται το επάγγελμα του αυτοκράτορα. Προσπαθεί να αποποιηθεί τις εθελοντικές προσφορές που κάνουν οι πόλεις στον αυτοκράτορα  και που δεν είναι παρά μια μεταμφιεσμένη ληστεία. Πέρα από τη σύνταξη του edictum perpetuum που αφορά την διοίκηση στην ιταλική χερσόνησο, μια σειρά από μέτρα που αφορούν όλη την αυτοκρατορία, τους αγρότες, τον στρατό (δεν δίστασα να ιθαγενοποιήσω τον στρατό/ο στρατός γινόταν ένας συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους λαούς του δάσους και της στέπας, των βάλτων και των εκλεπτυσμένων κατοίκων των πόλεων), εξυπηρετούν ένα όραμα για το οποίο –η Γιουρσενάρ βάζει τον ήρωά της να- μιλάει αναλυτικά στον Μάρκο Αυρήλιο. Μιλάει για πρότυπο κτήμα αγροτικής εκμετάλλευσης, για άνοιγμα δημοσίων σχολείων μέσης εκπαίδευσης, για πάταξη της δικαστικής σκληρότητας. Για τη θέση της γυναίκας. Humanitas, Felicitas, Libertas: αυτά τα όμορφα λόγια που φαντάζουν πάνω στα νομίσματα της ηγεμονίας μου δεν τα εφεύρα εγώ. Και παρακάτω: πρέπει να το ομολογήσω, δεν πιστεύω πολύ στους νόμους. Πολύ σκληρούς, τους παραβαίνουμε, και με το δίκιο μας. Πολύ περίπλοκους, η ανθρώπινη εφευρετικότητα βρίσκει εύκολα τρόπους να ξεγλιστρήσει μες από τις θηλιές αυτής της σουρνάμενης και λεπτεπίλεπτης παγίδας.
(…) Αμφιβάλλω αν ολόκληρη η φιλοσοφία του κόσμου θα φτάσει ποτέ να καταργήσει τη δουλεία. Θα της αλλάξουν το πολύ πολύ το όνομα. Μπορώ να φανταστώ μορφές δουλείας, χειρότερες από τη δική μας, γιατί θα είναι πιο δόλιες.

Έρωτας- θάνατος
Μια εικόνα, μια ανταύγεια, μια αδύναμη ηχώ θα πλανιέται για μερικούς έστω αιώνες. Δεν μπορεί κανείς να κάνει τίποτα παραπάνω για την αθανασία.

Οι ομορφότερες σελίδες του βιβλίου έχουν γραφτεί για τον έρωτα. Δεν θεωρεί καμιά ηδονή χυδαία. Η ηδονή είναι ένα μέσο κατανόησης του κόσμου: απ όλα τα παιχνίδια μας, είναι το μόνο που κινδυνεύει να αναστατώσει την ψυχή μας, το μόνο στο οποίο ο παίκτης παραδίνεται στο ντελίριο του κορμιού του/ο εραστής που διατηρεί τα λογικά του δεν υπακούει ως το τέλος στο θεό του.
Δεν θα αναφερθώ σ όλες τις ερωτικές σχέσεις του Αδριανού, ούτε στη σχέση του με τη γυναίκα του, που ήταν καθαρά τυπική. Αλλά στον γνωστό, μεγάλο έρωτα για τον Έλληνα έφηβο Αντίνοο, που έμεινε και στην Ιστορία∙ ένα ξεγύμνωμα ισοδύναμο με του θανάτου. Οι αναφορές στο νεαρό αυτό όμορφο λαγωνικό είναι σκέτη ποίηση (οι μορφές που ζητάμε απελπισμένα, μας ξεφεύγουνε. Δεν ζούνε παρά ένα λεπτό. Ξαναβλέπω ένα κεφάλι γερμένο τη νύχτα (…), εκείνο το τρυφερό κορμί άλλαζε αδιάκοπα σαν ένα φυτό). Ζουν συνέχεια μαζί επί δυο χρόνια (ο νεαρός βοσκός μου γινόταν ένας νεαρός πρίγκιπας) και η σχέση αλλάζει, ωριμάζει. Η σχέση ενός μεσήλικα μ ένα παιδί  (ένας σχεδόν αδικαιολόγητος φόβος είχε φωλιάσει μέσα σ εκείνη τη σκοτεινή καρδιά). Ανησυχίες νεανικές, πείσματα μελαγχολίες. Ανάγκη να πληγωθεί αυτή η συννεφιασμένη τρυφερότητα που κινδύνευε να καταπλακώσει τη ζωή του αυτοκράτορα. Η γραφή της Γιουρσενάρ αναδεικνύει  όχι μόνο την σωματική έλξη αλλά την πνευματική αναστάτωση που προκαλεί αυτή η σωματική σαγήνη.

Ο θάνατος του Αντίνοου είναι άλλη μια πρόκληση για το πνεύμα. Ένας θάνατος προφανώς αποφασισμένος, που εξηγούσε την αταραξία του, τη μανία του στην ηδονή τη θλίψη του, την απόλυτη αδιαφορία του για οποιοδήποτε μέλλον.
Ο Αντίνοος πεθαίνει με τη θέλησή του, πνίγεται στη θάλασσα.
Όλα κατέρρεαν. Όλα μοιάζαν να σβήνουν. Ο Ολύμπιος Δίας, ο Παντοκράτορας, ο Σωτήρας του κόσμου, είχαν σωριαστεί, και δεν έμενε παρά ένας ψαρομάλλης άνθρωπος που έκλαιγε με λυγμούς πάνω στη γέφυρα μιας βάρκας.
Κι αν οι σελίδες για τον έρωτα είναι οι πιο όμορφες, οι σελίδες για τον θάνατο του αγαπημένου είναι σπαρακτικές (σε ποια ομάδα λέξεων ν αντιστοιχούσε άραγε η αγωνία του;/φορές η εικόνα ξεπηδούσε μονάχη της. Μ΄έπαιρνε τότε ένα ποτάμι γλυκύτητας/όλα μου λείπανε).
Όμως η ζωή συνεχίζεται…
Ακόμα και γω ο ίδιος, πίστευα πως είχα λίγο ηρεμήσει. Σχεδόν κοκκίνιζα στη σκέψη. Δεν ήξερα πως ο πόνος κλείνει παράξενους λαβύρινθους μέσα του, στους οποίους δεν είχα πάψει να περιπλανιέμαι.

Αρρώστια- γηρατειά
Αντίστοιχα  οδυνηρά διαγράφονται και τα συναισθήματα της σαρκικής αδυναμίας που οδηγεί στην αρρώστια και σιγά σιγά στο προσδοκώμενο τέλος. Ένας άνθρωπος που έχει συμβιώσει αρμονικά με το κορμί του, σε αντίξοες και οριακές καταστάσεις, βλέπει τις δυνάμεις του σιγά σιγά να τον εγκαταλείπουν (το κορμί μου με φοβόταν/αυτό το μεγάλο κορμί πετούσε στο κενό). Παραδομένος στο πένθος και την αρρώστια, μαθαίνει να αποδέχεται αυτό το φυσικό φαινόμενο, να χάνει σιγά σιγά τις δυνάμεις του.
Η Γιουρσενάρ, με την ευκολία που διακρίνει την ευαισθησία της, διεισδύει στα απίστευτα δαιδαλώδη μονοπάτια που ακολουθεί η ψυχή που αποχαιρετά τον κόσμο.
Χριστίνα Παπαγγελή


[1] Ένα μικρό δείγμα:
Μικρή ψυχή, περιπλανώμενη και γητεύτρα
Φιλοξενούμενη και σύντροφε του σώματος
Που σύντομα θα αναχωρήσεις για τόπους
Σκοτεινούς, παγωμένους και ομιχλώδεις
Ένα τέλος σε όλα σου τα αστεία...

Τετάρτη, Ιουνίου 17, 2015

Μακάρι να ήσουν εδώ, Γκράχαμ Σουίφτ

κάποια πράγματα δεν γίνονται με ωραίο τρόπο

Μια σκοτεινή, καταθλιπτική οικογενειακή ιστορία ξετυλίγεται στις σελίδες αυτού του βιβλίου από τον Γκράχαμ Σουίφτ[1]. Είναι η ιστορία μιας οικογένειας κτηνοτρόφων αγελάδων, στην κομητεία Ντέβον της νοτιοδυτικής Μ. Βρετανίας, την εποχή που εξαπλώθηκε η εγκεφαλοπάθεια των τρελών αγελάδων (δεκαετία ‘ 90) και κάποια χρόνια αργότερα, ο αφθώδης πυρετός (2001), οδηγώντας εκατομμύρια -υγιή φαινομενικά- ζώα στην πυρά.
Ο πρωταγωνιστής Τζακ και η γυναίκα του (κόρη του γείτονα, κι αυτή από οικογένεια κτηνοτρόφων),  έρχονται να αντιμετωπίσουν μια σειρά από καταστάσεις που ακολουθούν αυτήν την απρόβλεπτη περίσταση. Στο «σήμερα» έχουν εγκαταλείψει την κτηνοτροφία και με την πρωτοβουλία της δυναμικής Έλλης ασχολούνται με… τροχόσπιτα, επιτρέποντας στον εαυτό τους ένα μεγάλο ταξιδάκι αναψυχής κάθε χρόνο στην Καραϊβική. Όμως το σκοτεινό παρελθόν, η αυτοκτονία του πατέρα του Τζάκ, ο θάνατος του πατέρα της Έλλης αμέσως μετά, η μυστήρια απόφαση του αδερφού Τομ να καταταγεί στον ιρακινό στρατό, η εξαφάνισή του, όλα αυτά  τούς στοιχειώνουν.
Η συμπλήρωση του παζλ γίνεται με αλλεπάλληλα φλας μπακ και προοικονομίες. Σε πολλές περιπτώσεις προτάσσεται το συναίσθημα, και μετά από κάποιες παραγράφους έχουμε την αιτία που το προκαλεί,πολλές φορές με υπαινιγμούς (π.χ. το γράμμα το πήραν πριν από εννιά μέρες/τώρα μ αυτό το γράμμα οι λέξεις ήταν σαν μαχαιριές: δεν ολοκληρώνονται οι απαντήσεις στα ερωτηματικά που θέτουν αυτές οι φράσεις, παρά πολύ μετά, και με πολλές παρεκβάσεις). Υπάρχει συναισθηματική ένταση που σου προκαλεί την περιέργεια, αλλά το υπερβολικά γριφώδες ύφος κουράζει. Άλλωστε, δεν φαίνεται να εξυπηρετεί καμιά σκοπιμότητα. Μερικές φορές, μάλιστα, αισθάνεσαι ότι η ένταση είναι δυσανάλογη των περιστάσεων, κοινώς ότι γίνεται «πολλή φασαρία για το τίποτα»∙ υπερβολική έμφαση σε σχέση με το γεγονός, υπερβολική ένταση ανάμεσα στις σχέσεις.  Στη σχέση του Τζακ με τον πατέρα του, με την Έλλη (ειδικά στο τέλος η ένταση κορυφώνεται, οι συμπεριφορές  δημιουργούν ερωτηματικά που δεν απαντιούνται επαρκώς), του Τζακ με τον αδερφό του Τομ. Αλλά και ο επαναπατρισμός του νεκρού Τομ, η όλη τελετή και τα συναισθήματα του Τζακ μου φάνηκαν υπερβολικά… υπερβολικά. Σαν να στέκονται στον αέρα, το πολύ πολύ να υποθέσει κάποιος ότι το ζευγάρι είχε κάποιες αόριστες τύψεις απέναντι στον Τομ…
Η φράση «μακάρι να ήσουν εδώ» είναι σημαδιακή εφόσον οριοθετεί την απαρχή της σχέσης του Τζακ και της Έλλης. Την αναφέρει όμως κι ο Τομ σε κάποιο πρωτοπρόσωπο μονόλογο που παραθέτει ο συγγραφέας (ελάχιστα πρωτοπρόσωπα αποσπάσματα έχουμε):  Έτσι κατατάχτηκα στο στρατό, Τζακ. Και να με τώρα στην ηλιόλουστη Μπάσρα. Μακάρι να ήσουν εδώ. Όχι, δεν το εννοώ. Χαιρέτα μου την Έλλη.
Το σκοτεινό τοπίο του Ντέβον, η θάλασσα, η ομίχλη, οι σιωπές επιτείνουν αυτήν την ατμόσφαιρα μυστηρίου που διατηρεί βέβαια κάποια γοητεία. Η όλη ατμόσφαιρα αφήνει την αίσθηση ότι ίσως έχουν πειραχτεί και οι άνθρωποι από την αρρώστια των ζώων, από την εμμονή του θανάτου.


Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Δεν πρόκειται για τον συγγραφέα του Γκιούλιβερ  -αυτός είναι Τζόναθαν- αλλά του περίφημου «Το φτερωτό μπαλάκι» και του «Υδάτινη χώρα»

Τρίτη, Ιουνίου 09, 2015

Η καρδερίνα, Donna Tartt

Υπερβολικά… χορταστικό μυθιστόρημα μυστηρίου, όχι μόνο επειδή είναι 1000 περίπου πυκνογραμμένες σελίδες, αλλά γιατί ικανοποιεί πολλές… ορέξεις εφόσον το χαρακτηρίζουν: θυελλώδης πλοκή, μυστήριο-αγωνία, ψυχογραφικό ενδιαφέρον, επιμονή στη λεπτομέρεια, έμφαση στο συναίσθημα∙  μετρημένη  χρήση κάποιων τεχνικών που κάνουν την πλοκή συναρπαστική  -όπως απότομη μεταβολή της τύχης (κοινώς απρόοπτα), τραγική ειρωνεία∙ και το ύφος είναι εύληπτο, καθημερινό, γοργό (μερικοί θα διαφωνήσουν), αβίαστο. Το γράψιμο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί βιωματικό, «κλασσικό» (θυμίζει λίγο τις λεπτομερειακές περιγραφές των συγγραφέων του 19ου αι.)∙ κάποιοι παραλληλίζουν τον κύριο ήρωα- αφηγητή με τον Ντέηβιντ  Κόπερφιλντ  (anagnostria)  ή τον Χάρι Πότερ, εγγυημένα αγαπητούς ήρωες. Το ότι η συγγραφέας είναι τέκνο της δημιουργικής γραφής μάς βάζει σε υποψίες,  βέβαια, ότι το τόσο ισορροπημένο αποτέλεσμα είναι προϊόν «συνταγής», όμως, κατά τη γνώμη μου… όχι μόνο! Μέσα από γνώριμες φόρμουλες αναγνωρίζει κανείς κάτι πηγαίο, περιεχόμενο αξιόλογο, την αίσθηση ότι η συγγραφέας «έχει κάτι να πει».  Δεν είχα επίσης την αίσθηση που είχαν άλλοι φίλοι και μπλόγκερς, ότι υπάρχουν περιττά φλύαρες περιγραφές, ατέλειωτες λεπτομέρειες.  Για μένα ήταν τόσο συμπαθητικός ο ήρωας, τόσο ιδιαίτερες οι συνθήκες που είχε να αντιμετωπίσει και τόσο «ταυτιστική» η γραφή (δηλαδή γραφή που ωθεί τον αναγνώστη να ταυτιστεί με τον κεντρικό αφηγητή), που δεν με ενόχλησε καθόλου η λεπτομερειακή  παρουσίαση/αφήγηση- άλλωστε το ύφος το χαρακτήρισα γοργό γιατί δεν υπάρχει επιβράδυνση του πραγματικού χρόνου όπως συμβαίνει σε πολλούς συγγραφείς. Ούτε οι περιγραφές αποτελούν επίδειξη γνώσεων ή παράθεση πληροφοριών. Είναι λεπτομέρειες  που η σημασία τους εντάσσεται στην αξία του βιώματος, αξίζει δηλαδή να ειπωθούν για να υπογραμμιστεί η σημασία που είχε ο τρόπος που βίωσε κάποια πράγματα ο αφηγητής.
Επίσης, τα πλούσια και βαθιά συναισθήματα που αφορούν τις σχέσεις των ηρώων, δεν περιγράφονται  άμεσα αλλά υποβάλλονται μέσα από τα αντικείμενα, τα γεγονότα, την πλοκή∙ κατά τη γνώμη μου αυτή είναι μια σπάνια μυθιστορηματική αρετή, που προϋποθέτει μεγάλη συνθετική ικανότητα και τέχνη.

Ο εικοσιεπτάχρονος λοιπόν πρωταγωνιστής  Θίο Ντέκερ ξεκινάει την αφήγησή του από το κεντρικό γεγονός που σημάδεψε τη ζωή του και την πορεία του, όταν ήταν δεκατριών χρονών (η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη και μόνο στην αρχή γίνεται αναφορά στο «σήμερα»). Μαθαίνουμε ότι τότε ζούσε με την όμορφη κι ενδιαφέρουσα μητέρα του, ενώ ο πατέρα ψυχρός, απόμακρος, τους  είχε παρατήσει εδώ και καιρό. Το δυστύχημα (έκρηξη στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης) που γίνεται η αιτία να χάσει ο Θίο τη μητέρα του και να βρεθεί σχεδόν κατά τύχη μ έναν πολύτιμο πίνακα στα χέρια, εκτείνεται σε εκατό περίπου σελίδες. Είναι τόσο ιδιαίτερες οι συνθήκες κι έντονα τα συναισθήματα, που κυριολεκτικά σου κόβεται η ανάσα. Σ αυτό βέβαια υποβοηθούν  και φράσεις όπως «τα πράγματα θα είχαν εξελιχθεί καλύτερα αν εκείνη είχε ζήσει»/ κάποτε ήταν μια απόλυτα συνηθισμένη μέρα, τώρα όμως εξέχει από το ημερολόγιο σαν σκουριασμένο καρφί/ εγώ ευθυνόμουν για τον θάνατό της που προτάσσονται της αφήγησης των γεγονότων και σου δημιουργούν ερωτηματικά (in medias res).
Ο Θίο βρίσκεται πια στα χέρια της Πρόνοιας, που τον παραδίδει σε μια ανάδοχη οικογένεια φίλων, ενώ οι συγγενείς πρώτου βαθμού (πατέρας και παππούδες) είναι άφαντοι. Το πώς αντιμετωπίζει ένα δεκατριάχρονο αγόρι μια τέτοια συγκυρία νομίζω αποδίδεται εκπληκτικά. Τίποτα πολύ κραυγαλέο. Προσπάθεια να ενταχτεί σε μια καινούρια καθημερινότητα με τρόπο σχεδόν παιδικό (μα είναι παιδί!). Ωστόσο διαρρέουν, όπως είναι φυσικό,  στιγμές ακραίου πένθους (ξανά και ξανά αναβίωνα τη βροχή να ραντίζει τα πρόσωπά μας. Αυτό που είχε συμβεί ήταν αμετάκλητο, το ήξερα, κι ωστόσο την ίδια στιγμή ένιωθα ότι έπρεπε να υπάρχει κάποιος τρόπος να γυρίσω πίσω στο βροχερό δρόμο και να αλλάξω τη ροή των γεγονότων/κάθε μέρα της υπόλοιπης ζωής μου θα με οδηγούσε πιο μακριά από κείνην/ το άσχημο κομμάτι αυτών των ονείρων δεν ήταν το να πασχίζω να τη βρω, αλλά το να ξυπνάω και να θυμάμαι ότι ήταν νεκρή).

Το επεισόδιο όμως της έκρηξης στο Μουσείο δεν ήταν καθοριστικό μόνο γιατί έχασε ο Θίο τη μητέρα του. Ένας μικρός, σπάνιας αξίας πίνακας  -η περίφημη «Καρδερίνα» του Φαμπρίσιους (K. Fabritious), το αγαπημένο έργο της μητέρας - φτάνει σχεδόν τυχαία στα χέρια του, κι από ένα σημείο και μετά δεν ξέρει πώς να χειριστεί αυτό το μυστικό (δυστυχώς είχα καθυστερήσει υπερβολικά να πω κάτι σε οποιονδήποτε, με αποτέλεσμα να νιώθω πλέον ότι ήταν πολύ αργά για να το τολμήσω), εφόσον η κλοπή του πίνακα είναι βαρύτατο αδίκημα. Μαζί με τον πίνακα, το δαχτυλίδι του κυρίου Χόμπαλτ, που του το εμπιστεύτηκε τελευταία στιγμή λίγο πριν πεθάνει κι εκείνος από την ίδια έκρηξη στο Μουσείο, τον οδηγεί κάποια στιγμή στον οίκο Μπλάκγουελ και Χόμπαρτ, ένα περίφημο παλαιοπωλείο όπου συντηρούνται ή επισκευάζονται αντίκες. Το βασικότερο όμως είναι ότι ο ήρωάς μας γνωρίζει τον αντικέρ και συντηρητή παλαιών επίπλων Χόμπι (Τζέιμς Χόμπαρτ), ένα πρόσωπο που θα καθορίσει με πολλούς τρόπους την μετέπειτα πορεία του.
Ήταν αναζωογονητικό να κουβεντιάζω μ έναν ενήλικα που φαινόταν να ενδιαφέρεται για μένα πέρα από την κακοτυχία μου, χωρίς να προσπαθεί να αποσπάσει πληροφορίες ή να αραδιάζει ατάκες από τη λίστα με Αυτά που Πρέπει να Πεις σε ένα Διαταραγμένο Παιδί.
Και:
Το χέρι του Χόμπι βαθύ και καθησυχαστικό στον ώμο μου, μια άγκυρα που με έκανε να αισθάνομαι πως όλα είναι εντάξει. Είχα να νιώσω τέτοιο άγγιγμα από τότε που πέθανε η μητέρα μου –φιλικό, σταθερό εν μέσω κυκεώνα γεγονότων-, και, σαν αδέσποτο σκυλί που διψάει για λίγη τρυφερότητα, ένιωσα να συντελείται μέσα μου μια βαθιά, σχεδόν εσώψυχη μετατόπιση της αφοσίωσης, που αποκρυσταλλώθηκε στην ξαφνική, ταπεινωτική, σπαρακτική πεποίθηση ότι «αυτό το σπίτι είναι ασφαλές, αυτός ο άνθρωπος είναι αξιόπιστος, μπορώ να τον εμπιστευτώ».
Στον ίδιο χώρο, το κατάστημα επίπλων,  έρχεται σε επαφή με την -επίσης  θύμα της έκρηξης- κοκκινομάλλα Πίππα, που θα γίνει ο έρωτας της ζωής του. Είναι βαριά τραυματισμένη, όμως ένα φιλί προτού χωρίσουν για πολλά χρόνια οι δυο ήρωες, σφραγίζει μια σχέση αδιάβλητη.

Η ζωή του Θίο δεν είναι ευθύγραμμη… Οι ανατροπές  αναπροσδιορίζουν συνέχεια τη ζωή του όχι μόνο γιατί τα γεγονότα είναι θυελλώδη, αλλά και γιατί οι σχέσεις με κάποιους ανθρώπους (τον πατέρα του, τον Μπόρις, τον Χόμπι, την Πίππα) είναι όχι μόνο καθοριστικές αλλά περνάν από σαράντα κύματα, εξελίσσονται, ωριμάζουν.
 Κάποια στιγμή εμφανίζεται ο απόμακρος, ανεπιθύμητος, αλκοολικός κι απατεωνίσκος πατέρας με την Ζάντρα, μια εξίσου άξεστη τύπισσα που αντικατέστησε την μητέρα του, και τον παίρνουν μακριά από τη Νέα Υόρκη, στο Λας Βέγκας (πίσω στη Νέα Υόρκη όλα μου θύμιζαν τη μητέρα μου, κάθε ταξί, κάθε γωνιά του δρόμου, κάθε σύννεφο που αρμένιζε στον ουρανό, αλλά εδώ έξω, σε αυτό το καυτό, ανόργανο κενό, ήταν λες κι εκείνη δεν είχε υπάρξει ποτέ). Η συμβίωση με το μη συμβατικό αυτό ζευγάρι γονέων (συνήθως απουσίαζαν, δεν υπήρχε καθόλου επιτήρηση, τσακώνονταν φωναχτά μεταξύ τους/ ξενύχτια/ αλκοόλ/ κοκαΐνη/ τζόγος  κλπ), σε μια περιοχή  που δεν έχει σινεμά, ντίσκο, κοσμική ζωή, αναδιατάσσουν όλον τον ψυχισμό του Θίο. Σιγά σιγά ωστόσο, μέσα από τρομερές αντιξοότητες χτίζεται η μέχρι τότε ανύπαρκτη σχέση γιου- πατέρα σε μια βάση εμπιστοσύνης και  - σχετικής-  κατανόησης (έκανα ένα τεράστιο λάθος, μικρέ. Δεν έπρεπε ποτέ να αφήσω τη σχέση μου με τη μητέρα σου να επηρεάσει τη σχέση μου μαζί σου/ δεν κατηγορώ τη μαμά σου για τίποτα, έχω ξεπεράσει προ πολλού τη φάση. Απλώς… σε αγαπούσε τόσο πολύ, που ένιωθα πάντα κάπως παρείσακτος όταν ήμουν μαζί σας. Σαν να ήμουν ξένος μέσα στο ίδιο μας το σπίτι. Οι δυο σας ήσασταν τόσο δεμένοι, ώστε δεν έμενε χώρος για τρίτο). Δεν παύει βέβαια ο πατέρας να είναι ένα ρεμάλι που τον κυνηγάνε πιστωτές, που προσπαθεί να φάει τα χρήματα του Θίο, που γίνεται βίαιος όταν πνίγεται στα πάθη του αλκοόλ και του τζόγου.

Ανατρεπτική και καθοριστική στη ζωή του είναι και η γνωριμία- φιλία με τον μοναδικό Μπόρις, συμμαθητή του στο Λας Βέγκας, σχέση σημαδιακή και στη συνέχεια. Ο Μπόρις είναι ο ορισμός του μη συμβατικού: από πατέρα Ουκρανό αλκοολικό και βίαιο, μάνα από Πολωνία που αυτοκτόνησε τύφλα από το μεθύσι∙ έχει ζήσει σε έξι εφτά χώρες (κυρίως Αυστραλία, Πολωνία, Ρωσία), μιλάει τρεις τουλάχιστον γλώσσες… Ο Μπόρις είχε πολύ πιο ενδιαφέρουσα ζωή απ όσους συνομηλίκους μου είχα γνωρίσει/ήταν το μοναδικό άτομο στο Λας Βέγκας στο οποίο είχα πει πώς είχε πεθάνει η μητέρα μου –πληροφορία που, προς τιμήν του, άκουσε με απόλυτη απάθεια. Η δική του ζωή υπήρξε τόσο άστατη και γεμάτη βία, ώστε δε φάνηκε να σοκάρεται και πολύ απ την ιστορία μου. Η φύση του είναι τυχοδιωκτική, ριψοκίνδυνη, απερίσκεπτη.
Η φιλία με τον Μπόρις είναι μοναδική. Βασισμένη σε μια ειλικρίνεια και ωμότητα που σπάει όλα τα φράγματα. Έχοντας να αντιμετωπίσουν ουσιαστική εγκατάλειψη εφόσον ανήκουν ο καθένας σε διαλυμένη οικογένεια, με πατεράδες λούμπεν, αλκοολικούς, (τον Μπόρις τον ξυλοφορτώνει άγρια ο πατέρας του)-, ζουν μαζί, πίνουν, «φτιάχνονται», μεθάνε, κάνουν κοπάνα, καπνίζουν, ξερνάνε, χτυπιούνται, μαλώνουν, κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι. Μέρες και νύχτες κραιπάλης (όμως όταν ξυπνούσαμε βογκώντας το επόμενο πρωί, ξαπλωμένοι μπρούμυτα στις δυο άκρες του κρεβατιού, τα πάντα είχαν ξεθωριάσει σε μια σειρά από φευγαλέες εικόνες, αποσπασματικά και κακοφωτισμένα στιγμιότυπα σαν καρέ πειραματικής ταινίας/ παρόλ αυτά πολλές φορές αναρωτήθηκα μήπως θα έπρεπε να μαζέψω το κουράγιο μου και να πω κάτι, να θέσω κάποια όρια, να ξεκαθαρίσω τα πράγματα, έστω και μόνο για να σιγουρευτώ πως δεν είχε λάθος εντύπωση. Αλλά δεν είχε ποτέ εμφανιστεί η κατάλληλη ευκαιρία).

Ο Θίο όμως, σε ηλικία δεκαπέντε μισό αναγκάζεται να φύγει σαν κυνηγημένος από το Λας Βέγκας λόγω του αιφνίδιου θανάτου του πατέρα του (μάλλον τον «φάγανε»). Ξέρει καλά ότι, όντας ανήλικος, θα καταλήξει πάλι στο έλεος της υπηρεσίας ανηλίκων κι έτσι αναχωρεί άρον άρον για Ν.Υ. Ο χωρισμός με τον Μπόρις είναι σπαρακτικός (περισσότερο απ ο τιδήποτε άλλο ένιωθα ανακούφιση που, μέσα στην ασυνήθιστη λογοδιάρροια που με είχε πιάσει, συγκρατήθηκα και δεν ξεφούρνισα αυτό που είχα στην άκρη της γλώσσας μου, αυτό που δεν είχα ξεστομίσει ποτέ, παρότι ήταν κάτι που ξέραμε πολύ καλά και οι δυο χωρίς να είναι απαραίτητο να του το πω εκεί στη μέση του δρόμου. Και αυτό ήταν, βεβαίως, το Σ’ αγαπώ), δεδομένου ότι κι οι δυο είναι «βίος και πολιτεία», χωμένοι στα τριπάκια, στα κόλπα, στην έκσταση, στις απατεωνιές, αλλά κυρίως μετέωροι σε μια ζωή χωρίς μέλλον.
Ο Θίο, επιστρέφοντας στη Ν.Υ. βρίσκεται σε υπαρξιακή απόγνωση∙ καταφεύγει στον αντικέρ και συντηρητή επίπλων Χόμπι, ο οποίος μάλιστα  αναλαμβάνει και επίσημα την κηδεμονία του. Ο Χόμπι είναι μια σταθερή αξία (ήταν αφηρημένος και καλοσυνάτος∙ ήταν ξεχασιάρης και αιθεροβάμων και αυτοσαρκαστικός και ευγενικός), ήρεμος, έντιμος, καλλιτέχνης όχι επιχειρηματίας. Υποκαθιστά το πατρικό πρότυπο στην ψυχή του Θίο αλλά ζει στον αδιατάρακτο κόσμο της τέχνης του και δεν τον κλονίζει ούτε η είδηση ότι ο Θίο τον εξαπατά (θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι αντέδρασε σαν κάποιος πατέρας που αγαπά υπερβολικά τον γιο του). Γιατί,  καθώς  ο Θίο ενηλικιώνεται, και τελικά συνεργάζεται στην επιχείρηση του Χόμπι ως έμπορος επίπλων, εξαπατά ασύστολα τον συνεργάτη του πουλώντας τις απομιμήσεις αντικών που φτιάχνουν σαν γνήσια έργα τέχνης, εν αγνοία βέβαια του Χόμπι (το όλο πράγμα δεν είχε να κάνει τόσο με τα λεφτά∙ μου άρεσε το παιχνίδι). Οι απίστευτου μεγέθους  κομπίνες κάνουν την επιχείρηση να ανακάμψει, αλλά τελικά μπλέκουν άσχημα τον Θίο που γίνεται αντικείμενο εκβιασμών.

Στη Νέα Υόρκη ξανασυναντά και τον μεγάλο, πάντα ανικανοποίητό του έρωτα, την Πίππα. Οι ερωτικές σουβλιές (καθώς η Πίππα είναι αρραβωνιασμένη) είναι απίστευτης έντασης και οι σελίδες που αφορούν αυτή τη γωνιά του συναισθηματικού κόσμου του Θίο, από τις ωραιότερες το βιβλίου (τα συναισθήματά μου με εξόργιζαν. Δεν άντεχα να περιφέρομαι με την «καρδιά ραγισμένη» (αυτές οι λέξεις, δυστυχώς, ήταν οι πρώτες που μου’ ρχονταν στο μυαλό), ήταν βλακώδες, ήταν γλυκανάλατο και αξιολύπητο και μίζερο. Αλλά η σκέψη της μου προκαλούσε τέτοια οδύνη, ώστε δεν μπορούσα να την ξεχάσω/(…) κι όμως, όλες αυτές οι ατέλειες ήταν για μένα τόσο τρυφερές και ιδιαίτερες, ώστε με έριχναν σε βαθιά απελπισία).
Αυτό όμως που διατρέχει όλες αυτές τις περιπέτειες και τις ανατροπές όλα αυτά τα χρόνια, είναι η συντροφιά της καρδερίνας, του περίφημου πίνακα του Φαμπρίσιους. Ο Θίο, από δεκατριών χρονών, παρόλο το νεαρόν της ηλικίας, φυλάει το μυστικό του πολύ προσεκτικά. Έχει μάθει και από τη μητέρα του να εκτιμά τα έργα τέχνης (και μόνο με την κίνηση να απλώσω το χέρι μου για να τον πάρω, με κατέκλυζε μια αίσθηση διεύρυνσης, ανάδυσης και ανύψωσης/και αλλού: εξέπεμπε μια δύναμη, μια ακτινοβολία, μια φρεσκάδα σαν το πρωινό φως στο παλιό μου σπίτι στη Νέα Υόρκη, γαλήνιο αλλά ευφρόσυνο, ένα φως που έκανε τα πάντα πιο διαυγή, αλλά ταυτόχρονα και πιο τρυφερά και πιο όμορφα απ όσο ήταν στην πραγματικότητα).  Έχει μάθει κι από τον Χόμπι πώς να φροντίζει  ένα έργο τέχνης. Τον κρύβει βέβαια επιμελώς  και πάντα έχει τον νου του. Κάποια στιγμή γίνεται θέμα η κλοπή πινάκων από τη συγκεκριμένη έκρηξη στο Μουσείο Τέχνης της Ν.Υ. Ο πανικός οδηγεί τον νεαρό έμπορο αντικών πια, Θίο, να καταφύγει σε αποθήκη φύλαξης και να ησυχάσει μια και καλή από το καθημερινό άγχος αν θα βρεθεί ο πίνακας ή αν θα καταστραφεί.
Αυτό είναι και το ουσιαστικό μυστήριο που κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη, όσο αφορά την πλοκή. Τι θα απογίνει με την καρδερίνα, πώς θα ξεμπλέξει ο ήρωας.
Περίπου στις 700 του βιβλίου (από τις 1000) γίνεται μια μεγάλη ανατροπή. Μια εξέλιξη τελείως απροσδόκητη που αφορά την εξαφάνιση του πίνακα, αν θεωρήσει κανείς ότι το αναμενόμενο ήταν να ανακαλύψουν κάποιοι επιτήδειοι την κλοπή και να κυνηγήσουν τον Θίο.  Το βιβλίο ξεφεύγει πια από το ψυχογραφικό περιεχόμενο, γίνεται καθαρά  -καλό- αστυνομικό, με πολλές ακόμα ανατροπές (όπως  σχετικά με τον αρραβώνα του Θίο), με πλούσια δράση και αγωνία. Η κάθαρση επέρχεται με… αξιοπρέπεια, σε όλα τα επίπεδα. Η σχέση του Θίο με τους συμπρωταγωνιστές (Χόμπι, Μπόρις, Πίππα) κλείνει έναν αντίστοιχα κύκλο, ενώ το βιβλίο κλείνει με κάποιες σελίδες αναστοχασμού, κατά τη γνώμη μου λίγο φλύαρες και περιττές, αλλά που υπογραμμίζουν  το περιεχόμενο με συνέπεια:
Ανάμεσα στην «πραγματικότητα» από τη μια πλευρά και στην αντίληψη της πραγματικότητας από το μυαλό υπάρχει μια ενδιάμεση ζώνη, μια άκρη του ουράνιου τόξου όπου γεννιέται η ομορφιά, όπου δυο πολύ διαφορετικές επιφάνειες εφάπτονται και συγχωνεύονται για να προσφέρουν αυτό που δεν προσφέρει η ζωή: και αυτός είναι ο χώρος όπου υπάρχει όλη η τέχνη και όλη η μαγεία.
Και θα πρόσθετα επίσης, όλη η αγάπη. Ή, ακριβέστερα, αυτή η ενδιάμεση ζώνη αντικατοπτρίζει τη θεμελιώδη ανακολουθία της αγάπης. (…) Η ίδια η Πίππα είναι το παιχνίδισμα ανάμεσα σε αυτά, αγάπη και μη αγάπη ταυτόχρονα, παρούσα και απούσα. (…) Ο χώρος μέσα στον οποίο υπάρχω και θέλω να συνεχίσω να υπάρχω –και για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, εύχομαι να πεθάνω μέσα σε αυτόν-  είναι αυτή ακριβώς η ενδιάμεση ζώνη: εκεί όπου η απελπισία συναντάει την απόλυτη ετερότητα και δημιουργεί κάτι θεσπέσιο
Χριστίνα Παπαγγελή 

Υ.Σ. Εξαιρετικού ενδιαφέροντος, όπως πάντα, και οι αναγνώσεις της Λέσχης Ανάγνωσης του "Degas" και της anagnostria . Στο συγκεκριμένο βιβλίο οι γνώμες μάλιστα αποκλίνουν.

Παρασκευή, Ιουνίου 05, 2015

Το χαμόγελο της Αντζέλικα, Αντρέα Καμιλλέρι

«Μια ακόμη υπόθεση του επιθεωρητή Μονταλμπάνο», με το τυπικό των αγαπημένων αστυνομικών ιστοριών.  Μια ιστορία με αλλεπάλληλες διαρρήξεις που καλείται ο συμπαθητικός ντετέκτιβ να εξιχνιάσει, μαζί με τους γνωστούς του συνεργάτες (τον Φάτσιο, τον γραφικό Καταρέλλα κ.α.), ενώ στην υπόθεση μπλέκεται η μυστηριώδης Αντζέλικα που με το… χαμόγελό της διαλύει κάθε αυτοπεποίθηση του αστυνομικού (πρώτον, η όρασή του θόλωσε ελαφρά∙ δεύτερον, ένιωσε τα πόδια του να τρέμουν και τρίτον, του κόπηκε η ανάσα).
Η τεχνική των διαρρήξεων που περιγράφεται στο μυθιστόρημα είναι παρμένη από την πραγματικότητα, από μια σειρά διαρρήξεων που έγιναν στη Ρώμη, όπως επισημαίνει ο Καμιλλέρι.  Ο δράστης επικοινωνεί με την αστυνομία ενώ κυκλοφορεί ένας περίφημος κατάλογος υποψήφιων θυμάτων, μέσα στα οποία περιλαμβάνεται και η Αντζέλικα. Η υπόθεση εξελίσσεται σ ένα κυνηγητό γάτας με ποντίκι.
Πέρα από τις χιουμοριστικές καταστάσεις που δημιουργούνται με τον αμίμητο Καταρέλα, ο Καμιλλέρι εδώ σατιρίζει και την ερωτική ψυχοσύνθεση του κεντρικού του ήρωα, του αστυνόμου Μονταλμπάνο. Πρώτα πρώτα σκηνές ζηλοτυπίας με την αρραβωνιαστικιά του Λίβια που καταλήγουν σε φιάσκο. Στη συνέχεια, το σκίρτημα ψυχής στη συνάντηση με την Αντζέλικα, που του θυμίζει την αντίστοιχη Αντζέλικα στον Ορλάνδο Μαινόμενο του Αριόστο, έτσι όπως την είχε φανταστεί και ποθήσει ζωντανή, με σάρκα και οστά, στα δεκάξι του χρόνια, κοιτώντας κρυφά τις εικόνες του Γκυστάβ Ντορέ που η θεία του του απαγόρευε να δει.

Οι φαντασιώσεις, ο πόθος, η αμοιβαία πρόκληση μπλέκονται με την πραγματικότητα και με το ρεαλισμό που πρέπει να επιδείξει ο αστυνόμος για να λύσει το μυστήριο.
Χριστίνα Παπαγγελή

Δευτέρα, Μαΐου 25, 2015

Ερωτοτροπίες, Χαβιέρ Μαρίας

Το συναίσθημα είναι αδύνατον να το ξεγελάσεις ή να το παραβλέψεις,
ακόμα κι αν είναι σχεδόν φανταστικό.
Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι
να συμφιλιωθείς μαζί του και να το κατευνάσεις.

Πολύ πρωτότυπη η ιστορία, πολύ ιδιαίτερες οι ψυχικές  διεργασίες στους πρωταγωνιστές και συμπαθέστατη η κεντρική ηρωίδα και αφηγήτρια! Τρία χαρακτηριστικά που σε κάνουν να αντέξεις το υπεραναλυτικό γράψιμο του Χαβιέρ Μαρίας το οποίο επιβραδύνει ώρες ώρες απελπιστικά την πλοκή (για την οποία… καίγεσαι να μάθεις τη συνέχεια) και προσδίδει αναληθοφάνεια στους ήρωες, εφόσον όλοι μιλάνε και σκέφτονται με τον ίδιο, αναστοχαστικό τρόπο. 
Δεν νομίζω ότι ο όρος «ερωτοτροπίες» είναι εύστοχος για τίτλο της συγκεκριμένης υπόθεσης[1]. Αν και το περιεχόμενο αφορά ουσιαστικά εκφάνσεις του έρωτα, θεωρώ ότι η λέξη ερωτοτροπία προσδίδει κάποια επιπολαιότητα, είναι κάτι σαν φλερτ. Θα ταίριαζε μια λέξη που θα υποδήλωνε τον ανεκπλήρωτο έρωτα, τον ανικανοποίητο, ή την ανικανοποίητη επιθυμία για πληρότητα. Ίσως και η λέξη « ξελόγιασμα» -του έρωτα-  που επαναλαμβάνεται πολλές φορές μέσα στο βιβλίο για να υποδηλώσει την αδυναμία μπροστά σε κάποιον/α που μας προκαλεί έντονη έλξη, είναι πιο κατάλληλη. Ας πούμε, όσο αφορά την πρωταγωνίστρια και αφηγήτρια Μαρία Ντολθ, εκείνη αδίστακτα προσχωρεί σε μια ερωτική σχέση που ξέρει εκ των προτέρων ότι είναι με ημερομηνία λήξης, εφόσον το αντικείμενο του πόθου, ο Χαβιέρ, δεν κρύβει ότι περιμένει να ωριμάσει ο έρωτας μιας άλλης γυναίκας γι αυτόν, όσο περνάει ευχάριστες στιγμές παράλληλα, με την Μαρία. Η Ντολθ απολαμβάνει αυτό που έχει χωρίς να απαιτεί κανένα είδος δέσμευσης και «ρουφάει» κάθε ενέργεια που της δίνουν οι περιστασιακές  συναντήσεις (κοίταζα τα χείλη του καθώς φλυαρούσε, τα κοίταζα επίμονα και αδιάντροπα, φοβάμαι, άφηνα τα  λόγια του να με λικνίζουν και δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από την πηγή που ξεπηδούσαν, λες κι ήταν όλος ένα στόμα για φίλημα). Η «εγγυημένη» μάλιστα αυτή προσωρινότητα  δίνει μια άλλη γοητεία στην ερωτική έλξη, ένα διαφορετικό βάθος στην επιθυμία, που είναι σίγουρα απαλλαγμένη από σκοπιμότητες και επενδύσεις για το μέλλον (γάμος, ασφάλεια κλπ).  Το ίδιο ξελόγιασμα, ίσως και πιο έντονο απλώς δεν το παρακολουθούμε από κοντά, πρέπει να νιώθει και ο Χαβιέρ για τη γυναίκα του νεκρού του φίλου.
Ο ψυχισμός της αφηγήτριας ξεδιπλώνεται σε πρώτο πρόσωπο, με εξονυχιστικές λεπτομέρειες, που πάντα όμως έχουν  -ψυχογραφικό- ενδιαφέρον. Είναι παραδομένη στα ψίχουλα του έρωτα χωρίς καμία προσδοκία, συμβιβασμένη σε μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αρνηθεί (δεν μπορούμε να αξιώνουμε να είμαστε οι πρώτοι, ή οι πιο προσφιλείς, είμαστε απλά ό, τι είναι πιο διαθέσιμο, τα απομεινάρια, τα περισσεύματα, οι επιζήσαντες/ σαν μας παγιδέψει το δίχτυ της αράχνης, φαντασιωνόμαστε δίχως όρια και ταυτόχρονα ικανοποιούμαστε με κάθε ψίχουλο, με το να τον ακούμε, να τον μυρίζουμε, να τον διακρίνουμε, να τον προαισθανόμαστε, με το να βρίσκεται ακόμη στον ορίζοντά μας και να μην έχει χαθεί εντελώς, με το να μη φαίνεται ακόμη στο βάθος το σύννεφο σκόνης πίσω από την άτακτη φυγή του). Δεν δίνει ωστόσο τον αέρα της ηττοπάθειας. Άλλωστε έχει μια παράλληλη σχέση, όπου οι ρόλοι δύναμης- αδυναμίας είναι αντεστραμμένοι (κράτησε όσο και ο Χαβιέρ στη ζωή μου –όπως συμβαίνει συχνά όταν συμπίπτουν χρονικά δυο σχέσεις, η μία δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς την άλλη, όσο διαφορετικές και αντίθετες κι αν είναι)!
Η Μαρία παρατηρεί με μεγάλη προσοχή τους άλλους κι έχει διεισδυτική ματιά. Ερμηνεύει τα σημεία, κι από μια μικρή λεπτομέρεια οδηγείται σε γοητευτικές κρίσεις και παράδοξους συσχετισμούς.  Όταν, π.χ. ξεφεύγει ένα μικρό, αληθινό γελάκι από τα χείλη της βαρυπενθούσας Λουίζας:
            Υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, όχι όμως πολλοί, που ανυπομονούν και πλήττουν στη δυστυχία, και η δυστυχία δεν βαστάει πολύ κοντά τους, κι ας έχει για ένα διάστημα ξεσπάσει πάνω τους με λύσσα, ολοφάνερα και αντικειμενικά. (…) Ναι, υπάρχουν άνθρωποι που δεν αντέχουν τη δυστυχία. Όχι επειδή είναι επιπόλαιοι ή κουφιοκέφαλοι. Υποφέρουν όταν τους πλήττει, ασφαλώς, ίσως περισσότερο από κάθε άλλον. Όμως, τείνουν να την αποτινάζουν γρήγορα και δίχως να καταβάλλουν ιδιαίτερη προσπάθεια, από ένα είδος ασυμβατότητας. Είναι στη φύση τους να είναι ανάλαφροι και χαρωποί και δεν βρίσκουν γοητεία στα βάσανα, σε αντίθεση με το μεγαλύτερο μέρος της καταθλιπτικής ανθρωπότητας.

Οι διεισδυτικές παρατηρήσεις στον εσωτερικό μονόλογο της Μαρίας  αφορούν όχι μόνο τον έρωτα, αλλά και τον θάνατο, κι ακόμα, τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αντιμετωπίζει  τον θάνατο του αγαπημένου προσώπου (δεν μπορώ να βγάλω απ το μυαλό μου αυτή τη στιγμή, αυτά τα δευτερόλεπτα ώσπου εκείνος να σταματήσει να αμύνεται και να μην καταλαβαίνει πια τίποτα, ώσπου να χάσει τις αισθήσεις του και να μην μπορεί να βιώνει πια τίποτα, ούτε απελπισία, ούτε πόνο/ αυτό κάνει όλος ο κόσμος με τους νεκρούς του. Προσπαθεί να ξεχάσει το πώς, κρατά την εικόνα του ζωντανού, ίσως και του νεκρού, αλλά προσπαθεί να μην σκέφτεται το σύνορο, τη μετάβαση, την αγωνία, την αιτία). Άλλωστε, όχι μόνο το κεντρικό επεισόδιο με το οποίο ξεκινά το βιβλίο και φέρνει κοντά τους δυο ήρωες αφορά κάποιο θάνατο, αλλά μια σχετική αποκάλυψη ανατρέπει στη μέση του βιβλίου όλες τις σχέσεις, και βέβαια, έχει άμεση σχέση και με τον έρωτα, και με τον θάνατο. Στη σκηνή τότε μπαίνει πιο δυναμικά και ο Χαβιέρ, ο οποίος και ανοίγει διάλογο με τη Μαρία (να ναι σύμπτωση που τα δυο ονόματα των πρωταγωνιστών συνθέτουν το όνομα του συγγραφέα;) πάνω σε ζητήματα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και φιλοσοφικά, πάντα όμως σε αναφορά με τα γεγονότα.
Ζητήματα που αφορούν το πώς αλλάζει η συνείδηση με το πέρασμα του χρόνου, τη φοβερή δύναμη του παρόντος που συντρίβει το παρελθόν όλο και πιο πολύ καθώς απομακρύνεται απ αυτό, και μάλιστα το παραποιεί.
Αυτό που σήμερα φαντάζει σαν μια τραγική ανωμαλία θα θεωρείται μια ανεπανόρθωτη φυσιολογική κατάσταση, ακόμα κι επιθυμητή, εφόσον θα έχει συμβεί.
Και:
Το πέρασμα του χρόνου ξεσηκώνει και τινάζει την όποια καταιγίδα, ακόμα κι αν στην αρχή δεν υπήρχε το παραμικρό σύννεφο στον ορίζοντα. Αγνοούμε το τι θα μας κάνει ο χρόνος με τις λεπτές, αδιόρατες στρώσεις του που επικαλύπτουν η μία την άλλη, σε τι είναι ικανός να μας μεταμορφώσει.
Όλα, επομένως είναι ζήτημα πώς τακτοποιούνται στη συνείδησή μας, και όλα γίνονται «αφήγηση».  Μ αυτή την βαθιά συνειδητοποίηση ως εφόδιο, φαίνεται ότι η πανέξυπνη πρωταγωνίστρια  βιώνει  το τέλος της ιστορίας, μια κάθαρση όπου είναι αμφιλεγόμενος ο δικός της ρόλος… Γιατί,  τα πάντα μετασχηματίζονται σε εξιστόρηση και τελικά αιωρούνται στην ίδια σφαίρα, και τότε μετά βίας διαφοροποιείται ό, τι έχει συμβεί απ ό, τι έχει επινοηθεί. Τα πάντα καταλήγουν να είναι αφηγήσεις και επομένως να ηχούν το ίδιο, ως μυθοπλασία, ακόμα κι όταν είναι αλήθεια.  



[1] Έψαξα στο google την ακριβή μετάφραση του ισπανικού τίτλου « Los enamoramientos», αλλά βρήκα τη μετάφραση… «συνθλίβει»!