Πέμπτη, Μαΐου 26, 2016

η αυτοκινητιστική λέσχη της Αιγύπτου, Αλάα Αλ- Ασουάνι

Αγαπώ τα βιβλία αλλά σπάνια πια νιώθω την παιδική λαιμαργία τού να μη μπορείς ν’ αφήσεις  το βιβλίο απ’ τα χέρια σου. Αυτό το μυθιστόρημα του Αιγύπτιου συγγραφέα όμως με συνεπήρε τόσο πολύ, που το απόλαυσα μονορούφι…
Δε νομίζω ότι το ύφος είναι που έχει κάτι ξεχωριστό. Είναι βέβαια γλαφυρό, απλό-λιτό-περιγραφικό και μεστό˙ χωρίς περιττά στοιχεία και παρενθέσεις, αλλά εύστοχο και διεισδυτικό. Αυτό όμως που νομίζω ότι είναι η υπέρτατη αρετή του βιβλίου είναι το ενδιαφέρον που ξεπηδά από κάθε σελίδα, η αγωνία που πετυχαίνει ο συγγραφέας να μας μεταδώσει καθώς καταφέρνει να ταυτιζόμαστε με τους ήρωες, που παρεμπιπτόντως είναι πολύ ενδιαφέροντες, και που η ζωή τους είναι γεμάτη ένταση και ανατροπές. Κατά το «εικός και αναγκαίον», χωρίς τρελές συμπτώσεις και φωσκολικά τεχνάσματα. Και πάνω απ’ όλα, αυτό που κεντρίζει είναι το θέμα, το θέμα που είναι για άλλη μια φορά η κατεχόμενη απ’ τους Άγγλους Αίγυπτος με τις αντιφάσεις της: η καταπίεση των ντόπιων πληθυσμών, ο ρατσισμός των λευκών που θεωρούν απόλυτα φυσιολογική την ανωτερότητά τους και φυσικά οι προσπάθειες αντίστασης στον φόβο και την υποταγή.
Στοιχείο που χαρακτηρίζει τα μυθιστορήματα του Ασουάνι (π.χ. το «σικάγο» και το «Το μέγαρο Γιακουμπιάν») είναι η πολυφωνία, η πολυχρωμία όπως επισημαίνεται στο οπισθόφυλλο. Οι κεντρικοί χαρακτήρες είναι… πολλοί, ανάγλυφοι και ισοδύναμα παρουσιασμένοι και σχετίζονται με την πορεία της οικογένειας του δίκαιου και υπομονετικού Αμπντελαζίζ Χαμάμ, χρεωκοπημένου προύχοντα της άνω Αιγύπτου που ήρθε στο Κάιρο με την οικογένειά του, και δουλεύει ως βοηθός αποθηκάριου στην αυτοκινητιστική λέσχη (Είχε πείσει τον εαυτό του πως η δουλειά, όσο ταπεινή και να είναι, είναι τιμή γι’ αυτόν που την κάνει. Όμως, μια αλήθεια τον έκανε να πλημμυρίζει με επώδυνες σκέψεις: ταπεινωνόταν, έχανε την αξιοπρέπειά του). Οι διαφορετικές αφηγήσεις του παντογνώστη αφηγητή, που παρακολουθούν την παράλληλη πορεία των περισσότερων ηρώων εναλλάσσονται με τις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις του «ποιητή» Κάμελ και της Σαλιχά, και οι δυο παιδιά του Αμπντελαζίζ. Η αγωνία συνήθως κορυφώνεται στο τέλος κάθε μικρής ενότητας/αφήγησης, για να παραδοθεί η σκυτάλη στην επόμενη ιστορία που είχε διακοπεί πιο πριν. Η τεχνική αυτή, δοκιμασμένη τεχνική που τονώνει το ενδιαφέρον, είναι στοιχείο… σαπουνόπερας (παράλληλες ιστορίες που διακόπτονται όταν υπάρχει αγωνία για την έκβαση, και αφήνουν ερωτηματικό στον θεατή/αναγνώστη), αλλά, ως συνήθως σημασία δεν έχει μόνο το πώς αλλά και το τι. Και αυτό που πραγματεύεται το συγκεκριμένο βιβλίο είναι αναμφίβολα ποιοτικό.
Η Σαλιχά και ο Κάμελ είναι οι πιο ενδιαφέροντες ήρωες, ίσως γι’ αυτό ο συγγραφέας δανείζεται τη δική τους φωνή. Έχουν τις μεγαλύτερες μεταπτώσεις, τις περισσότερες ανατροπές στη ζωή τους, αναλαμβάνουν τα μεγαλύτερα ρίσκα- είναι έξυπνοι, ευαίσθητοι και υπεύθυνοι. Εξίσου ολοκληρωμένα βέβαια παρουσιάζονται και τα άλλα δυο παιδιά της οικογένειας, ο ιδιοτελής Σαΐντ και ο ευάλωτος Μαχμούντ που ξεπουλά το κορμί του σε μεγάλες γυναίκες, αλλά οι χαρακτήρες τους είναι πιο επίπεδοι, πιο προβλέψιμοι. Δυνατή αποδεικνύεται η μητέρα αλλά δυναμικά επεμβαίνει στα γεγονότα και η «γήινη», ερωτιάρα γειτόνισσα Αΐσα. Κι άλλοι ήρωες, ανθρώπινοι τύποι αλλά και ολοκληρωμένοι χαρακτήρες συμπληρώνουν μια κοινωνία όπου οι κυρίαρχοι ξένοι επιβάλλονται στους ντόπιους σαν να είναι ζώα, όπου τα ντόπια ήθη συγκρούονται με τις νεωτεριστικές ιδέες, όπου σπερματικά γεννιέται η αντίσταση στην καταπίεση των ξένων.
Η αυτοκινητιστική λέσχη ιδρύθηκε το 1924 από ξένους και Τούρκους, όπου οι Αιγύπτιοι έχουν μέσα μόνο θέση υπηρετικού προσωπικού. Είναι ο χώρος όπου διασκεδάζουν οι ξένοι αξιωματούχοι, όπου μπεκρουλιάζει και χαρτοπαίζει ο βασιλιάς… Είναι επομένως κέντρο διαφθοράς και κέντρο υποταγής, όπου όλα όμως πρέπει να πηγαίνουν «ρολόι». Τον υψηλό έλεγχο έχει ο τρομερός και φοβερός θαλαμηπόλος του βασιλιά Ελ Κούο, από τη Νουβία του Σουδάν (Ελ Κούο στα νουβιακά σημαίνει μέγας, αρχηγός, είναι παρατσούκλι βέβαια)˙ είναι η πόρτα που οδηγεί κατευθείαν στον βασιλιά/ο μεγάλος αρχηγός του υπηρετικού προσωπικού όλων των βασιλικών ανακτόρων. Κάνει κουμάντο στα πάντα, επιβάλλοντας τρομακτικές σωματικές τιμωρίες για ψύλλου πήδημα στους υπαλλήλους της λέσχης (ξύλο, μαστίγωμα, κλπ), καμιά φορά και χωρίς κανέναν απολύτως λόγο. Η παρουσία του  σπέρνει τον τρόμο και την δουλοπρεπή υποταγή, πολύ περισσότερο από τον ανώτερό του διευθυντή της λέσχης, Άγγλο Τζέημς Ράιτ, που είναι τυπικός μεν, αλλά ιδιοτελής και ρατσιστής (οι Αιγύπτιοι είναι τεμπέληδες, ψεύτες και βρωμιάρηδες/ η δικαιοσύνη τους διαφθείρει).
Οι αντιθέσεις και οι συγκρούσεις λοιπόν προκύπτουν από τις προσωπικές αντιπαραθέσεις με τον Ελ Κούο και τον Ράιτ, και όσους τους φοβούνται και υπακούουν με δουλοπρέπεια. Οι ήρωες που εκφράζουν την πλευρά τις αντίστασης (σε οποιαδήποτε μορφή) είναι ποικίλοι. Έχουμε π.χ. την κόρη του Ράιτ, τη Μίτσι, που δεν έχει καμιά σχέση με τον πατέρα της, και με αφορμή ότι ο Ράιτ την προωθεί για φιλενάδα του βασιλιά (!) φεύγει από το σπίτι της (όλα είναι πλαστά, είναι απάτη. Θέλω να ζήσω την πραγματική ζωή, με πραγματικούς ανθρώπους. Γι’ αυτό σκέφτηκα να πάω στις λαϊκές συνοικίες). Η ερωμένη επίσης του Ράιτ, η Οντέτ, χειραφετημένη απ’ όλες τις απόψεις, κομμουνίστρια, είναι τόσο συνειδητοποιημένη πολιτικά που συμμετέχει, κρυφά βέβαια, σε  μυστική οργάνωση ανατροπής του βασιλιά. Αυτή προωθεί, μέσω του Ράιτ και τον Αμπντούν στην αυτοκινητιστική λέσχη, έναν δυναμικό άντρα που με τον τρόπο του υποδεικνύει στους εργαζόμενους «έναν άλλο δρόμο», και δεν διστάζει να εναντιωθεί μέτωπο με μέτωπο με τον Ελ Κούο και βέβαια πρωταγωνιστεί στη μυστική οργάνωση που περιλαμβάνει οπαδούς του Εθνικιστικού Κόμματος και κομμουνιστές. Τέλος, αρχηγός της μυστικής ομάδας είναι ο πρίγκηπας Σάμελ, που παρόλη την αριστοκρατική του καταγωγή διαφέρει ριζικά απ’ τους άλλους και, βρίσκεται σε βαθιά επικοινωνία με τον Κάμελ, που ήδη έχει σχέσεις με το εθνικιστικό Κόμμα (ξαφνικά, η ζωή μου πήρε άλλη πορεία. Τι παράξενο, η ζωή ενός ανθρώπου να μεταβάλλεται ολοκληρωτικά από ένα δευτερεύον γεγονός, από μια φευγαλέα λέξη… το πεπρωμένο μας μπορεί να αλλάξει απλά επειδή περάαμε από έναν δρόμο κάποια συγκεκριμένη ώρα, επειδή στρίψαμε δεξιά αντί να στρίψουμε αριστερά). Αντίσταση όμως προβάλλουν οι ήρωες και όσο αφορά την καταπίεση της γυναίκας, η ανυπότακτη Μίτσι, η Σαλιχά (που την «πουλάει» ως σύζυγο ο αδερφός της Σαΐντ για λόγους οικονομικούς), και όσοι τους συμπαραστέκονται.

Όλες αυτές οι αντιθέσεις εξελίσσονται και ωριμάζουν, χαρίζοντάς μας καταπληκτικούς διαλόγους  σύγκρουσης του βάναυσου με το ανθρώπινο, του ρατσισμού με τον αντιρατσισμό, του φόβου και της δουλοπρέπειας με το θάρρος, πάντα μέσα σε μια αβίαστη συναρπαστική αφήγηση που κόβει την ανάσα στον αναγνώστη.
Χριστίνα Παπαγγελή 

Σάββατο, Μαΐου 21, 2016

Expo 58, Τζόναθαν Κόου

Expo 58: πρόκειται για τα τη Παγκόσμια Έκθεση («Exposition Universelle et Internationale de Bruxelles 1958), που διοργάνωσαν οι Βέλγοι μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου πολέμου κι  ένα χρόνο μετά την ίδρυση της ΕΟΚ, στα πλαίσια της ειρηνικής συνεργασίας των χωρών. Κάθε χώρα που συμμετείχε θα εξέθετε σε αντίστοιχο περίπτερο τα τεχνολογικά της επιτεύγματα, και στοιχεία χαρακτηριστικά της ιδιαίτερης κουλτούρας της. Βρισκόμαστε ωστόσο  στο αποκορύφωμα του Ψυχρού πολέμου, με τις μεγάλες δυνάμεις να ανταγωνίζονται στην οικονομία, στην τεχνολογία, στους εξοπλισμούς, στην πολεμική βιομηχανία και στα επιτεύγματα των πυρηνικών επιστημών. Τέλος, οι μηχανισμοί προπαγάνδας και κατασκοπείας, ο ιδεολογικός και ψυχολογικός πόλεμος ξεπερνούν κάθε φαντασία.
Ατόμιουμ, Βρυξέλλες
Μέσα στο πλαίσιο αυτών των μεγάλων αντιφάσεων, με αφορμή το -πραγματικό- γεγονός της Έκθεσης (καρπός της οποίας είναι το έμβλημα των Βρυξελλών, το «Ατόμιουμ»)[1], ο Τζόναθαν Κόου «ζωγραφίζει» κυριολεκτικά, με το σύνηθες φλεγματικό εγγλέζικο χιούμορ του που στο βιβλίο αυτό φτάνει στο απόγειό του. Κεντρικός ήρωάς του είναι ο Τόμας Φόλεϊ, ένας όμορφος άντρας μισός Βέλγος, οικογενειάρχης, που εργάζεται στην Κεντρική Διεύθυνση Πληροφοριών, και αποδεικνύεται το καταλληλότερο πρόσωπο για να εκπροσωπήσει τη Βρετανία στην έκθεση αυτή. Εκτός όμως από το περίπτερο Βρετανικής Βιομηχανίας της βασικής έκθεσης, οι επισκέπτες θα χρειάζονταν φαγητό και ποτό, και αν επρόκειτο όντως να εκφραστεί ο εθνικός χαρακτήρας, τότε έπρεπε με κάποιον τρόπο, δίπλα στο περίπτερο, να ανεγερθεί μια βρετανική παμπ. Και προκειμένου να μη διαφύγει το μήνυμα από κανέναν, η ονομασία της παμπ δεν θα άφηνε κανένα περιθώριο παρερμηνείας: η παμπ θα ονομαζόταν «Μπριτάνια». Σ’ αυτήν την παμπ, λοιπόν, ορίζεται η θέση του Τόμας, θέση που στα μάτια της γυναίκας του και των φίλων τους θα του εξασφαλίσει το ποθητό κύρος…
Η διακριτική σάτιρα που χαρακτηρίζει το ύφος του Κόου βρίσκει πρόσφορο έδαφος σ’ αυτό το σκηνικό, αν και σε πολλές περιπτώσεις γίνεται γκροτέσκο, όπως στον ξεκαρδιστικό διάλογο για τη συμβολή της Βρετανίας στην αποχέτευση των ανθρώπινων απεκκρίσεων που… ουδέποτε αναγνωρίστηκε επαρκώς (!). Αμερική, Ρωσία, Γαλλία, Βρετανία και οι εκπρόσωποί τους περνούν απ’ το λεπτό κόσκινο του καυστικού σχολιασμού, ενώ ο αθώος μεσοαστός Τόμας, περήφανος που εκπροσωπεί τη χώρα του σε μια τόσο σημαντική υπόθεση («Είναι ο άνθρωπός μας στις Βρυξέλλες»), έρχεται συνέχεια προ εκπλήξεων: παράξενοι συνοδοί-κολλητσίδες (με ρεπoύμπλικες και καμπαρντίνες, σαν καρικατούρες) που εμφανίζονται από το πουθενά, τον ακολουθούν παντού και βασικά τον ελέγχουν˙ όμορφες, σαγηνευτικές γυναίκες με σκοτεινό ρόλο, γυναίκες που τον απομακρύνουν ψυχικά όλο και περισσότερο από τη Σύλβια, τη γυναίκα του, με την οποία ήδη τους τελευταίους μήνες ο άξονας της σχέσης του είχε μετατοπιστεί˙ ο επιστημονικός σύμβουλος του βρετανικού περιπτέρου με τον οποίο συγκατοικεί, ξαφνικά εξαφανίζεται παίρνοντας μαζί του και τη βρετανική εφεύρεση «ΖΕΤΑ» για τα πυρηνικά˙ η περίεργη συμπεριφορά του Ρώσου δημοσιογράφου Τσέρσκι (συντάκτη του «Σπούτνικ» (!)), που εισβάλλει αδιάκριτα στις παρέες, ενώ όλοι οι υπόλοιποι Ρώσοι είναι κλεισμένοι στο ξενοδοχείο κλπ κλπ. Ο Τόμας γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των Βέλγων για «ανταλλαγές ιδεών», οι Σοβιετικοί και οι Γιάνκηδες ανταγωνίζονται ακόμα και στο επίπεδο της έκθεσης, προσπαθώντας να ξεσηκώσουν τεχνικά μυστικά. Και βέβαια, η Βρετανία δε μένει πίσω…
Οι πολιτιστικές ανταλλαγές, οι αντιπροσωπείες από κουφά Συνέδρια (π.χ. “Συνέδριο για τη Φθορίωση και την Πρόληψη της Τερηδόνας”!), οι ατέλειωτες συναινετικές συζητήσεις για τη σχέση Ανατολής και Δύσης που καταλήγουν σε τρομερά μεθύσια, δεν παύουν να κινούνται στα όρια του φυσιολογικού... από τη μέση του βιβλίου όμως αρχίζει το γκροτέσκο: εξαφανίσεις, απαγωγές, μυστηριώδεις προειδοποιήσεις, στημένα φλερτ, προσπάθειες αποπροσανατολισμού του Τόμας. Παιχνίδια κατασκοπείας και προπαγάνδας με πινελιές Τζέημς Μποντ, όπου δεν γνωρίζει κανείς (ούτε ο αναγνώστης) πια, τι είναι στημένο και τι γνήσιο. Ο ίδιος ο Τόμας, χαμένος ανάμεσα στις ίντριγκες, στην έλξη για την Άννεκε, την αποστολή που έχει αναλάβει για να σώσει τις βρετανικές εφευρέσεις από τους Ρώσους και… την προδοσία της γυναίκας του, αναρωτιέται: Πού ήταν,στο κάτω κάτω, η πραγματικότητα σε όλα αυτά γύρω του; Η «Μπριτάνια» ήταν πλαστή: μια πλαστή παμπ, που προέβαλλε μια πλαστή εικόνα της Αγγλίας, τοποθετημένη σ’ ένα σκηνικό όπου και άλλες χώρες προέβαλλαν πλαστές εικόνες της εθνικής τους ταυτότητας. Το Χαρωπό Βέλγιο –ναι καλά! Πλαστό! Όπως και το «Ομπεργιάρνεν»! Πλαστό! Ζούσε σ’ έναν κόσμο φτιαγμένο από ομοιώματα. Και όσο το σκεφτόταν, τόσο πιο φασματικά κι ρευστά τού φάνταζαν όλα γύρω του. Η λύση των μικρομυστηρίων που ξεδιπλώνουν απερίφραστα οι δυο καρικατούρες- συνοδοί στον Τόμας (πολύ αργότερα, μετά την επιστροφή του στο Λονδίνο πια), είναι τόσο τραβηγμένη, που είναι πραγματικά για γέλια.
Όσο αφορά τον συναισθηματικό κόσμο του ήρωα, είναι πλούσιος και γεμάτος εκπλήξεις. Πρώτα πρώτα, ο προβληματισμός του για τη σχέση του με τη γυναίκα του, μια τελείως συμβατική και χλιαρή σχέση, που πήρε ανάσες με την απομάκρυνση του Τόμας από το Λονδίνο. Ο συγγραφέας περιγράφει με λεπτή ειρωνεία (όχι όμως αποδομητικά) την προσπάθεια των δύο να δείξουν στον άλλον ότι όλα είναι φυσιολογικά και τίποτα δεν έχει αλλάξει, παρόλο που κι οι δυο προφανώς τρέφουν συναισθήματα για τρίτα πρόσωπα, η Σύλβια για τον γείτονά της και ο Τόμας για την Άννεκε (απολαυστικές οι σελίδες όπου ο αναγνώστης μαθαίνει τα γεγονότα μέσα από αλλεπάλληλες επιστολές). Μια τραγελαφική παρεξήγηση θα απομακρύνει τον Τόμας ψυχικά, θα αποφασίσει να χωρίσει, πράγμα που τον κάνει να νιώθει πιο ελεύθερος (μήπως έβλεπε τελικά αυτήν την εξέλιξη μάλλον σαν ευκαιρία παρά σαν αναποδιά; Εδώ και μήνες, μέσα του, μυστικά, δυσανασχετούσε με τα δεσμά του έγγαμου βίου˙ είχε αρχίσει να νώθει σαν φυλακισμένος στο μεσοαστικό κελλί που είχε ο ίδιος χτίσει). Η απελευθέρωση αυτή τον ρίχνει χωρίς τύψεις σε εξωσυζυγικές περιπέτειες.
Παρόλο το φλεγματικό και σατιρικό ύφος όλου του βιβλίου, ο συγγραφέας δεν αποδομεί το ερωτικό συναίσθημα. Υπάρχουν σημεία πολύ δυνατά και «σοβαρά», και ο αναγνώστης μπορεί να καταλάβει τι είναι αυτό που πράγματι συγκινεί τον Τόμας (που άλλωστε πουθενά δεν παρουσιάζεται σαν καρικατούρα, όπως οι άλλοι). Ακόμα και στην αναγκαστική σχέση του με τη μυστηριώδη Έμιλι, υπάρχουν εξομολογήσεις που πάνε σε βάθος και πρωτότυπες σκέψεις που τον επηρεάζουν. Ακόμα, όμως, περισσότερο συναρπαστική και βαθιά είναι η σύντομη ερωτική επαφή με την Άννεκε, σχέση που κρύβει κάτι γνήσιο, αληθινό (έμειναν έτσι πολλή ώρα, ατενίζοντας ο ένας τον άλλο, απολαμβάνοντας τη στιγμή, την ηλεκτρισμένη χαρά της προσδοκίας/γύρισε και κοίταξε ξανά την Άννεκε, μ’ ένα κύμα στοργής να τον κατακλύζει γι αυτή τη γυναίκα που έκανε τα πάντα τόσο απλά, που απόψε του δόθηκε τόσο ελεύθερα και γενναιόδωρα).
Οι τελευταίες σελίδες, μετά τη λήξη πια της Expo 58, επιφυλάσσουν πολλές εκπλήξεις και για τον Τόμας και για τον αναγνώστη…
Χριστίνα Παπαγγελή


[1]
https://upload.wikimedia.org/wikipedia/en/1/11/Atomium_320_by_240_CCBY20_flickr_Mike_Cattell.jpg

Τρίτη, Μαΐου 17, 2016

σέρρα / Η ψυχή του Πόντου, Γιάννης Καλπούζος

Στο επίπεδο του «Ιμαρέτ» και του «Εις ταν πόλιν» βρήκα το επίσης ιστορικό αυτό μυθιστόρημα του Καλπούζου, με ειδικό ενδιαφέρον την ιστορία του Πόντου από τον ξεριζωμό των Αρμενίων μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60, και με επίκεντρο την περιοχή της Τραπεζούντας. Ο ίδιος συγγραφέας βέβαια δηλώνει πως «δε θεωρεί τα βιβλία του ιστορικά μυθιστορήματα, αλλά μυθιστορήματα σε ιστορικό φόντο. Ένα φόντο όμως κατακτημένο με επίμονη μελέτη που καταλήγει ως βιωματική εναπόθεση μέσα από τη μέθεξη του συγγραφέα με το θείο πυρ τη έμπνευσης», όπως επισημαίνεται από την Ευδοκία Φανερωμένου (http://www.bookia.gr/index.php?action=Suggestions&book=208909). 
Πράγματι, αν εξαιρέσουμε κάποιες αυτούσια ιστορικές-σύντομες-αφηγήσεις/παρεκβάσεις- απαραίτητες για την κατανόηση της υπόθεσης, η θυελλώδης πλοκή, που από βιωματική/προσωπική άποψη κρατά τον αναγνώστη σε αγωνία, συνυφαίνεται με τα ιστορικά γεγονότα. Για άλλη μια φορά επιβεβαιώνεται η ευκολία με την οποία ο συγγραφέας διαπλέκει ιστορικά και γεωγραφικά στοιχεία καθώς αφηγείται ουσιαστικά τη  ζωή του κεντρικού ήρωά του, στη συγκεκριμένη περίπτωση του δασκάλου Γαληνού Φιλονίδη. Οι διωγμοί, οι κακουχίες, οι μετακινήσεις πληθυσμών (Ρώσοι, Τούρκοι, Αρμένιοι, Έλληνες) στην περιοχή όπου διασταυρώνονται ουσιαστικά τρεις πολιτισμοί σε μια πολύ κρίσιμη ιστορική φάση (Ρωσική επανάσταση, Νεότουρκοι, Α΄ παγκόσμιος, Μικρασιατικός πόλεμος), δεν μπορεί παρά να σημαδεύει και τη ζωή των ηρώων με σημάδια ανεξίτηλα.
Έτσι, άλλοτε σε γ΄ ενικό και άλλοτε σε α΄ ενικό, ξεδιπλώνεται η ζωή του νεαρού Γαληνού Φιλονίδη, καταγόμενου από την Κρώμνη αλλά μόνιμου κατοίκου της Τραπεζούντας, ξεκινώντας από τον Ιούνιο του 2015, τότε που εξαπολύθηκαν οι μεγάλοι διωγμοί εναντίον  των Αρμενίων.  Μια  πανέμορφη μικρή Αρμένισσα που κρύβεται στο σπίτι του θα του ραγίσει κάθε βεβαιότητα και θα του αλλάξει τη ζωή, εφόσον σ’ όλη του τη ζωή από δω και μπρος θα διχάζεται συναισθηματικά ανάμεσα στην Ταλίν και τη Φιλάνθη, την αρραβωνιαστικιά του από την Ορντού που στη συνέχεια παντρεύεται και με την οποία θα κάνει δυο παιδιά. Οι ανακατατάξεις πληθυσμών στην περιοχή εκείνη από το 1915 και μετά (1916-18 ρωσική κατοχή του ανατολικού Πόντου με αποτέλεσμα πολλούς τουρκόφωνους μωαμεθανούς πρόσφυγες, αποχώρηση των Ρώσων με την Ρωσική επανάσταση, ανακατάληψη της πόλης από τους Τούρκους), δημιουργούν αστάθεια που φυσικά επηρεάζει την οικογένεια του Γαληνού και την τύχη της Ταλίν. Η Φιλάνθη, έγκυος στο πρώτο παιδί, μένει στην τουρκοκρατούμενη Ορντού και αποκόπτεται για χρόνια από τον Γαληνό, που παραμένει στην κατεχόμενη απ’ τους Ρώσους Τραπεζούντα χωρίς να γνωρίσει ούτε το φύλο του πρωτότοκου παιδιού του. Λεηλασίες, δολοφονίες, λιποταξίες, φρικαλεότητες Ελλήνων και Τούρκων, εκτοπίσεις, φυλακίσεις, εξορίες. Ο «λευκός» θάνατος (γνωρίζετε τι συμβούλεψε τους Τούρκους ο Γερμανός επιτελάρχης του οθωμανικού στρατού Λίμαν φον Σάντερς για ν’ αποκτήσουν συμπαγή ομοιογένεια; Να προβαίνουν σε εξορισμούς, ώστε οι παγωνιές του χειμώνα, οι βροχές, ο τύφος και η χολέρα ν’ αποδεκατίσουν τη μισητή ράτσα των Ελλήνων. Να μην μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει για άμεσες σφαγές) ξεκληρίζει την πατρική οικογένεια της Φιλάνθης, ενώ η τραγωδία κορυφώνεται στην αποβάθρα της Ορντού, όπου επαναλαμβάνεται η τραγωδία της Σμύρνης: χιλιάδες Έλληνες προσπαθούν να επιβιβαστούν στα πλοία για να μεταβιβαστούν στην Τραπεζούντα, φοβούμενοι την εκδίκηση των Τούρκων. Ο μικρός γιος του Γαληνού καταφέρνει να φτάσει στον πατέρα του, ενώ η Φιλάνθη μένει πίσω…
Το Φεβρουάριο του 1918 η Τραπεζούντα καταλήφθηκε και πάλι από τον τουρκικό στρατό και χιλιάδες Έλληνες Πόντιοι, φοβούμενοι τα αντίποινα, έφυγαν πρόσφυγες προς τις συνοριακές ρωσικές πόλεις και από εκεί αρκετοί κατέληξαν στην Ελλάδα. Η ανακατάληψη των εδαφών από την Τουρκία,  το ξέσπασμα της σοβιετικής επανάστασης τον Οκτώβριο του 1917, η άνοδος του κεμαλικού «Ένωση και Πρόοδος», το όραμα για ανεξάρτητο ποντιακό κράτος, οι αντιστασιακές ομάδες που φουντώνουν ξανανακατεύουν την τράπουλα… Ο συγγραφέας βάζει τους ήρωές του να είναι ενεργά μέλη της κοινωνίας, άλλοι στρατεύονται, άλλοι διαφωνούν έντονα για το ρόλο των Ρώσων και για το όραμα του κομμουνισμού, για τον εθνικισμό, για τον Βενιζέλο. Μέσα στο καζάνι που βράζει υπάρχουν και οι προσωπικές αντεκδικήσεις. Ο Γαληνός απειλείται από τον Τούρκο ρωσικής καταγωγής χωροφύλακα Χαμζά Χαφίζ (σ’ όλο το βιβλίο εκπροσωπεί την εκδικητική απειλή) που κεραυνοβολήθηκε από την Ταλίν και τον παρακολουθεί μυστικά. Οι υποχρεωτικές μετακινήσεις γίνονται ανελέητοι διωγμοί, ενώ τον Οκτώβρη του 1921 οι τουρκικές αρχές εκδίδουν απόφαση για τους Έλληνες να εξοριστούν στην ενδοχώρα.
Στην εξαντλητική πορεία προς την ενδοχώρα (Ερζερούμ), η οικογένεια με τα δυο παιδιά και πάλι χωρίζεται με βάναυσο τρόπο (ο Γαληνός κρατά τον γιο του Όμηρο), ενώ η πρόσωπο με πρόσωπο συνάντηση του Γαληνού με τον εκδικητικό Χαμζά Χαφίζ «χαρίζει» στον αναγνώστη τις πιο σκληρές σελίδες του βιβλίου. Ο φρικτός θάνατος του Όμηρου καταρρακώνει τον Γαληνό που στη συνέχεια, μαζί με τον στρατευμένο αδερφό του Νικηφόρο ορκίζεται να εκδικηθεί και προσχωρεί σε επαναστατική ομάδα. Σαν ένας σύγχρονος Οδυσσέας περνά με τον αδερφό του κρυφά από τα πάτρια εδάφη (Κρώμνη) χαιρετώντας την πατρική οικογένεια. Εκεί, στο γλέντι της εκκλησίας της Μεταμόρφωσης, ο Νικηφόρος με άλλους τρεις αντάρτες τραβά το χορό, την εντυπωσιακή «σέρρα» (ταίριαζαν οι βηματισμοί τους με το άγριο των βουνών, το άγριο της ζωής τους και με τα πολεμικά τεχνάσματα που παρίστανε ο πυρρίχιος, ο αρχαίος χορός, κι ας μη βαστούσαν ασπίδες και δόρατα. Επίθεση, άμυνα, παραφύλαξη, απειλή, οπισθοχώρηση, ελιγμό, κάλυψη, όλα τα περιέκλειε ο χορός τους). Η σκηνή λειτουργεί σαν ένα σύντομο στάσιμο, στα καταιγιστικά γεγονότα που ακολουθούν…
Ντυμένοι… Κούρδοι οι αντάρτες μαθαίνουν για τη μικρασιατική καταστροφή. Ο Γαληνός με επεισοδιακό τρόπο καταφεύγει στην Σουχούμ, στην Αμπχαζία (όπου το ελληνικό στοιχείο άνθιζε), και ορίζεται δάσκαλος σ’ ένα χωριό. Παρακολουθώντας τα  15 χρόνια της ζωής που έζησε ο ήρωας στην περιοχή, μαθαίνουμε και για την τύχη της ρωσικής Αμπχαζίας -έμμεσα και της κομμουνιστικής Ρωσίας- όλα αυτά τα χρόνια: τις γενναίες προσπάθειες του τοπικού ηγέτη Λακόμπα (που δολοφονήθηκε αργότερα από τον Μπέρια) να σώσει την Αμπχαζία από τις βλέψεις των Γεωργιανών˙ την αντικατάσταση της GPU από την τρομερή NKVD. Τον θάνατο του Λένιν, την πολιτική του Στάλιν, την εκτέλεση των Ζηνόβιεφ και Καμένεφ (και όχι μόνο), τους εκτοπισμούς και τις εκκαθαρίσεις του Στάλιν, τον θάνατο του «βλογιοκομμένου» (Στάλιν) και τον απόηχό του. Κι ο ίδιος ο Γαληνός θα απολυθεί από δάσκαλος, θα πάρει μέρος σε μυστική αποστολή, θα κατηγορηθεί για συνωμοσία και με τις μαζικές διώξεις των Ελλήνων θα τον στείλουν σε σοβχόζ στο Παχτά Αράλ του Καζακστάν για πολλά χρόνια. Εκεί ξεκίνησε μια διαφορετική ζωή, ενώ για την Ελλάδα θα ταξιδέψει  με την νόμιμη γυναίκα του το 1957 πια.
Εξίσου  περιπετειώδης είναι και η συναισθηματική ζωή του ήρωα όσο αφορά τις δυο μοιραίες γυναίκες που αγαπά. Ο μεγάλος έρωτάς του βέβαια παραμένει η Ταλίν, που επιδεικνύει ιδιαίτερο ήθος και καρτερία (η αλήθεια μου ταυτίζεται με τη βαθιά αγάπη. Δε σχεδιάζει κι ας ποθεί. Καταλαγιάζει και την προσδοκία. Ανατέλλει δίχως να ξανοίγεται κανένας ορίζοντας μπροστά της./η αγάπη λυτρώνει από μόνη της).  Ίσως το παράκανε ο συγγραφέας στις συμπτώσεις, τους αποχωρισμούς, τις αναγνωρίσεις… Δεν θα αναφερθώ όμως στην τελική έκβαση, για να μη χαλάσω την αγωνία σε όσος διαβάζουν αυτήν την ανάρτηση (αν και συνήθως απευθύνεται σε όσους έχουν διαβάσει το βιβλίο). Υπάρχουν πολλές ανατροπές, η περιγραφή τους είναι αρκετά αληθοφανής, αλλά συνολικά αγγίζει τα όρια της υπερβολής… Απ’ την άλλη, πολλές φορές έχουμε δει την πραγματικότητα να υπερβαίνει κάθε φαντασία, και οι συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες ευνοούσαν απίστευτες ιστορίες (όπως το να χάνεται κανείς από τον σύντροφό του δεκαετίες και να τον ξανασυναντά απροσδόκητα). Το δε τέλος του βιβλίου επιφυλάσσει στον αναγνώστη μια πολύ μεγάλη έκπληξη.
Τέλος, νομίζω ότι ο συγγραφέας κράτησε καλές ισορροπίες όσο αφορά τα ιδεολογικά ζητήματα -κυρίως το περίφημο ζήτημα της «γενοκτονίας» των Ποντίων και τη στάση απέναντι στο σταλινικό καθεστώς. Δεν αναφέρεται πουθενά η λέξη «γενοκτονία», συνάδοντας με την επιστημονικά τεκμηριωμένη άποψη ότι, παρόλο που οι εκτοπισμοί ήταν ανελέητοι, δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον ιστορικό όρο για τον διωγμό των Ποντίων (http://www.efsyn.gr/arthro/genoktonies-kai-genoktonologoi). Βέβαια το θέμα του βιβλίου αφύπνισε κάποιους πατριώτες που θέλουν να εκμεταλλευτούν το μυθιστόρημα για να προπαγανδίσουν τις «ανιστόρητες» κατά τη γνώμη μου απόψεις τους (βλ (http://www.presspublica.gr/%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%83-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%B6%CE%BF%CF%83-%CF%83%CE%AD%CF%81%CF%81%CE%B1-%CE%B7-%CF%88%CF%85%CF%87%CE%AE-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CF%8C), αλλά κάπως  προβληματικές είναι πάνω σ’ αυτό το θέμα και οι απαντήσεις του συγγραφέα στην ίδια συνέντευξη.
Στο μυθιστόρημα ο συγγραφέας δεν αποσιωπά επίμαχα θέματα της επικαιρότητας (π.χ. για την απλοποίηση της γλώσσας, ή για την απόβαση των Ελλήνων στην Κριμαία επί Βενιζέλου), αντίθετα βάζει τους ήρωές του να διαλέγονται έντονα˙ υπαινίσσεται εμμέσως πλην σαφώς ότι και οι Έλληνες όπως κι όλες οι εθνότητες διέπραξαν φρικαλεότητες. Ο Γαληνός μιλά για τον εθνικισμό και το ρόλο του στην εξόντωση των φυλών αλλά διατυπώνεται και η «άλλη άποψη», ότι το έθνος είναι «κατασκευή» (δεν χύνονταν ωκεανοί αίματος και προτού φανούν τα έθνη και τα κράτη;). Στους διαλόγους περί  κομμουνιστικής θεωρίας προβάλλεται εντονότερα η αμφισβήτηση, όσο αφορά δε την επιβολή του κομμουνιστικού καθεστώτος, οι ήρωες βιώνουν όλα τα βήματα του σοβιετικού κράτους (φυσικά οι ακρότητες το σταλινισμού είναι σήμερα ιστορικό γεγονός), διαλέγονται και διχάζονται καθώς η Ιστορία έχει άγνωστη γι’ αυτούς έκβαση -πράγμα από μόνο του πολύ ενδιαφέρον.
Κρατώντας λοιπόν ίσες αποστάσεις από ιδεολογικές τοποθετήσεις, το «σέρρα» είναι ένα μυθιστόρημα όπου ζωντανεύει με λεπτομέρειες μια δύσκολη ιστορική εποχή σε όλες τις διαστάσεις της καθημερινότητας, χαρίζοντας στον αναγνώστη γνώσεις, αγωνία, και κυρίως... απόλαυση!
Χριστίνα Παπαγγελή

Τρίτη, Μαΐου 10, 2016

Γιασμίνα Χαντρά, Πληγωμένοι άγγελοι (Οι άγγελοι πεθαίνουν απ' τις λαβωματιές μας)

Ένα ακόμα συναρπαστικό βιβλίο του Αλγερινού συγγραφέα, ξεχωριστό και ως προς το περιεχόμενο και ως προς το ύφος. Μόνη παραφωνία ο τίτλος (ιδιαίτερα στην ελληνική μετάφραση), τίτλος που θυμίζει ευπώλητο βιβλίο εμπορικών εκδόσεων...  Ο γαλλικός τίτλος: "Les anges meurent de nos blessures", δηλ. "Οι άγγελοι πεθαίνουν απ' τις πληγές μας" είναι φυσικά πιο κοντά στο θέμα, άλλωστε γίνεται σχετική αναφορά προς το τέλος του μυθιστορήματος οπότε ο πρωταγωνιστής Τυραμπό αναστοχάζεται:  μετά τις τρομερές του περιπέτειες συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχουν πια "άγγελοι", δεν υπάρχει χώρος για τον έρωτα, χώρος για το όνειρο... ναι, εσύ, ο σκοτεινός δίδυμος αδερφός  μου, ξέρεις γιατί δεν είμαστε πια παρά η ενσάρκωση των παλιών μας δαιμόνων; Επειδή σκοτώσαμε τους αγγέλους με τις λαβωματιές μας. Κι όταν πια έχεις διαβάσει το βιβλίο, νιώθεις και καταλαβαίνεις πόσο δίκιο έχει ο ήρωας -αφηγητής.
Οι καταπληκτικότερες  σελίδες κατά τη γνώμη μου είναι οι πρώτες είκοσι... εφάμιλλες του αντίστοιχου αποσπάσματος του Ντοστογιέβσκι. Βλέπουμε ανάγλυφα την ψυχή του ανθρώπου που οδηγείται στη γκιλοτίνα. Η γραφή του Χαντρά καρφώνει τον αναγνώστη, ζούμε την επιθανάτια αγωνία του ήρωα, τον οποίο συμπαθούμε εκ προοιμίου μέσα από την οξυδερκή και συγκλονιστική του αφήγηση, που δείχνει υψηλή συνειδητότητα. Και παράλληλα, καιγόμαστε από την περιέργεια/αγωνία πώς έφτασε ως εδώ, και ποια θα είναι η τελική έκβαση.
Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τρεις ενότητες που τιτλοφορούνται με ονόματα γυναικών: Νόρα, Αΐντα, Ιρέν -οι τρεις μοιραίοι έρωτες του Τυραμπό, τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις του άπιαστου, του εκρηκτικού, της έκστασης. Δεν είναι λοιπόν άστοχο να υποθέσει κανείς ότι αυτοί είναι οι "άγγελοι" του Τυραμπό. Η πρώτη παραμένει άπιαστο όνειρο, η Αΐντα δένεται μαζί του αλλά αρνείται να αφήσει την πορνεία για να τον ακολουθήσει, και η Ιρέν, κόρη κι αυτή πυγμάχου, δρα καταλυτικά στην πλήρη αποδόμηση της προσωπικότητάς του…
Όμως το βιβλίο δεν είναι ερωτικό, ή δεν είναι μόνο ερωτικό. Είναι βαθιά κοινωνικό, κι επομένως είναι και πολιτικό. Και μόνο τα βιώματα και οι προσπάθειες του ήρωα να επιβιώσει και να ορθοποδίσει στην Αλγερία του μεσοπολέμου ξεκινώντας από το μηδέν, προσδίδουν κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα στην πλοκή.
Γεννημένος στην αθλιότητα και τη μιζέρια λίγο μετά τον "Μεγάλο Πόλεμο", σ ένα ταπεινό χωριό που εξαφανίστηκε από τις κατολισθήσεις, ο Τυραμπό  (παρατσούκλι από το όνομα του χωριού όπου ο χρόνος έμοιαζε να' χει σταματήσει χωρίς καμιά χαρά και καμιά προοπτική) μεγάλωσε ουσιαστικά μετά τα έντεκα χρόνια στην Γκράμπα, γκέτο του Σιντί Μπελ Αμπές, σ' έναν σκουπιδότοπο με τρώγλες και ξυπόλυτα/ξεβράκωτα παιδιά (η Γκράμπα ήταν ένα απέραντο παραλήρημα. Θαρρείς κι ένα παλιροικό κύμα, αφού πρώτα είχε σαρώσει την ενδοχώρα, είχε πετάξει σ' αυτόν τον τόπο όπως όπως, σε πλήρες χάος, τόνους συντρίμμια κι ανθρώπινα απομεινάρια. Υποζύγια και κακομοίρηδες στριμώχνονταν δίπλα δίπλα. Η χωματερή αυτή έβριθε από σακατεμένους στρατιώτες κι από κατάδικους). Μετά την εξαφάνιση του πατέρα (έτσι κι αλλιώς, όντας απόμαχος του α' παγκόσμιου πολέμου, ο χαμός του απλώς επιβεβαίωνε την απουσία του),  στην ακέφαλη οικογένεια αυτοανακηρύσσεται αρχηγός ο Μεκκί, ο δεκαπεντάχρονος ξάδερφός του.
Ο κοινωνικός κύκλος του Τυραμπό (που προσπαθεί να βρει δουλειά εντωμεταξύ) αποτελεί ήδη μια καταγραφή της ευρείας κοινωνίας του περιθωρίου... Απίστευτοι τύποι, άντρες και γυναίκες που διαγράφονται γλαφυρά (χωρίς να κόπτεται η κύρια αφήγηση) -παράξενοι "φίλοι" και φίλοι, τσιγγάνοι (οι τσιγγάνοι ήταν έντονες προσωπικότητες, παθιασμένοι και θεότρελοι, με θρησκευτική προσήλωση στην οικογένεια), οι τρομεροί αδερφοί Ντάχο που εξουσίαζαν ολοκληρωτικά όλους τους πιτσιρικάδες της περιοχής (δώδεκα και δεκατριών χρονών!). Δοκιμάζει διάφορες δουλειές όπως "του παιδιού για όλες τις δουλειές", του λούστρου, του λαντζέρη (σε "ταβέρνα"/πορνείο πολυτελείας), του βοηθού σε χαμάμ τον φέρνουν κοντά με διάφορους τύπους ανθρώπων, συνήθως μικροαπατεώνων, όπως ο τρομερός Ζάνε (οι πράξεις του Ζάνε δε με πιτσιλούσαν απλά, με περιέλουζαν ολόκληρο/στη σκια του Ζάνε, κολυμπούσα στη χολή και στον θυμό απ' το πρωί ως το βράδυ˙ τον ύπνο μου τον είχαν στοιχειώσει ζητιάνοι, κάφροι, κλέφτες, ατιμασμένες γυναίκες αναμαλλιασμένες μάγισσες, τύραννοι που γελούσαν κι έβγαζαν απ' το στόμα τους περιστρεφόμενες φλόγες). Αυτή την εποχή όμως αποκτά κι έναν κύκλο "παιδικών φίλων", όπως τους ονομάζει στο τέλος που τους νοσταλγεί: είναι ο θαρραλέος Ραμντάν (είχε τσαγανό αυτό το παιδί/έβαζε μια δόση εντιμότητας στον συλλογικό μας ξεπεσμό), ο Γκόμρι, αλλά οι περισσότερες σελίδες είναι αφιερωμένες στον άπαιχτο... "θεομπαίχτη", αδίσταχτο Σιντ Ρόχο.

Το όνειρο είναι ο κηδεμόνας του φτωχού και συνάμα ο δήμιός του
Το όνειρο να φύγει απ' τη μιζέρια στεριώνεται όλο και περισσότερο απ' τη στιγμή που παρέα με τον Σίντ γεύεται τη μεγάλη πόλη (αυτή η ανακάλυψη παρέμεινε χαραγμένη στη μνήμη μου σαν προφητική αποκάλυψη). Θέλει να ξεφύγει, να ξεφύγει από τούτο το κοτέτσι από λινάτσα και τσίγκο... Η κατάπληξη όταν βλέπει τη Σιντ Μπελ Αμπές περιγράφεται τόσο άμεσα που νιώθει κι ο αναγνώστης αυτό που περιγράφει ο ήρωας:  βρισκόμουν αντιμέτωπος με μια πρόκληση. Να ζει κανείς ή να μη ζει; Να αποφασίσει να ζήσει ή να μην το αποφασίσει; Η πόλη αυτή με προκαλούσε με αυθάδεια, με αφύπνιζε, μου έβγαζε τις παρωπίδες αποκαλύπτοντάς μου νέες προοπτικές˙ ήξερα ήδη τι ήταν αυτό που δεν ήθελα πια. Και παρακάτω: Η φιλοδοξία μου ήταν μεγάλη σαν την πείνα μου και ωμή σαν τη γύμνια μου.  
Όμως, η προσωρινή διαμονή στη Γκράμπα δεν είχε τελειωμό... Ο Τυραμπό δουλεύει σκληρά, λιώνει σιγά σιγά χωρίς να καταφέρνει να μετακινηθεί ρούπι από την κοινωνική του κατάσταση (μετά από έξι μήνες σκληρής δουλειάς, δεν είχα στην άκρη αρκετά ούτε για να αγοράσω παντελόνι/ έλιωνα σιγά σιγά στο ερημονήσι μου αφήνοντας την άμμο να ρέει στα δάχτυλά μου). Μετά τον τρομερό χειμώνα του 1925 όμως, όταν όλη η οικογένεια αποφάσισε να μετακομίσει στην Μεντίν Τζντίντα, συνοικία στο Οράν (με Άραβες και Βέρβερους/ το «Νέγρικο χωριό»), η ζωή του Τυραμπό αρχιζει να αποκτά άλλο νόημα… Η μεγάλη πόλη ανοίγει άλλους ορίζοντες στα όνειρα του ήρωα, το Οράν ήταν μια περιπέτεια που σου έκοβε την ανάσα, ένα σταυροδρόμι όπου συναντιόνταν διάφορες εποχές/ήταν ο κόσμος μου που ανακτούσε τα σύμβολά του, οι δικοί μου άνθρωποι έτσι όπως ήτα προτού τους κατατροπώσει η συμφορά, το στοιχείο μου, που το ξανάβρισκα μετά από τόσες εξορίες και ναυάγια.

Το αριστερό κροσέ
Ο συγγραφέας μάς έχει προετοιμάσει ότι ο Τυραμπό έχει ένα ξεχωριστό ταλέντο: έχει απίστευτο… αριστερό κροσέ! Ήδη από την εφηβική ηλικία, χωρίς τεχνική, η γροθιά του εκσφενδονίζεται με εντυπωσιακό τρόπο δημιουργώντας βέβαια τα προβλήματα που περιμένει κανείς σ’ έναν Άραβα της γαλλικής αποικίας… Όμως γρήγορα τον “ανακαλύπτουν”, πρώτα ο όμιλος του Ντε Στέφανο (ξεπεσμένο μεγάλο αφεντικό) και στη συνέχεια ο πολύς Δούκας Μισέλ Μπολόκ. Μετά την πρώτη ερωτική απογοήτευση, για τον Τυραμπό το ρινγκ είναι μονόδρομος. Δούκες, σύμβουλοι, προπονητές κλπ. έχουν βαλθεί να «χτίσουν το μέλλον του», επενδύοντας στον επίδοξο πρωταθλητή με τα χίλια. Η σταδιοδρομία είναι ένας τρόπος για να ξεφύγει ο ήρωας από τη μιζέρια όπου βρίσκεται καταδικασμένος, με πολύ σκληρό τίμημα όμως… Παρακολουθούμε από κοντά, στο εξομολογητικό α΄ενικό πάντα, κάθε απόκλιση της σκέψης και των συναισθημάτων του, στην κρίσιμη αυτή στροφή της ζωής του˙ κάθε ελπίδα και κάθε διάψευση (π.χ. σε αγώνα σικέ), και ταυτόχρονα τη σκληρή συνειδητοποίηση ότι ο ίδιος σαν άνθρωπος αποτελεί ένα είδος «επένδυσης», ότι βρίσκεται δέσμιος σε πολύ στενά δεσμά. Ο κατάπληκτος Τυραμπό δεν έρχεται μόνο αντιμέτωπος με το αμείλικτο ευρωπαϊκό πνεύμα και  τον εμπορευματοποιημένο πρωταθλητισμό, αλλά και με τον ρατσισμό, τη δύναμη των παλιοφυλλάδων που διαστρεβλώνουν τα πάντα, κι εντέλει τον αποκλεισμό από την κοινωνική ελίτ μόνο και μόνο επειδή είναι Άραβας (π.χ. τον εμποδίζουν να πλησιάσει συγκεκριμένες γυναίκες). Παρότι καταξιωμένος δεν τον θέλουν ούτε στον οίκο ανοχής (είναι άνθρωποι ανωτέρας τάξεως, καταλαβαίνετε;) όπου συναντά τη δεύτερη μεγάλη αγάπη, την Αΐντα (τη σεβόμουν/ήταν γενναιόδωρη, ευαίσθητη, δε χρησιμοποιούσε κατεργαριές και πονηριές. Είχε την ίδια αξία με τις σεβάσμιες γυναίκες μπροστά στις οποίες έβγαζε κανείς το καπέλο του στο δρόμο). Το όνειρο όμως να απαλλάξει την Αΐντα από το πληχτικό μέχρι θανάτου αδιέξοδο πάνω στο πρόστυχο κρεβάτι δεν προσκρούει μόνο στην αντίσταση του κοινωνικού περίγυρου, αλλά και στην ίδια την Αΐντα:
«Επάγγελμα το λες να πουλάς το κορμί σου;»
«Κι οι εργάτες δεν πουλάνε μήπως τα μπράτσα τους, οι ανθρακωρύχοι δε βάζουν σε κίνδυνο το κορμί τους» … κλπ κλπ. «Κι εσύ; Το βρίσκεις αξιοπρεπές να σου σπάνε τα μούτρα π΄νω στο ρινγκ; Κιεσύ δεν πουλάς το κορμί σου λοιπόν;»

Ήξερα πως ήμουν ευάλωτος γιατί λειτουργούσα με το συναίσθημα
Αυτή όμως που θα κλονίσει ολότελα την αυτοπεποίθηση και τη σιγουριά σε σχέση με το επάγγελμα του πυγμάχου είναι η τρίτη, μοιραία γυναίκα, κόρη πυγμάχου και πολύ δυναμική, η Ιρέν. Η προσέγγιση της ατίθασης αυτής γυναίκας είναι αριστουργηματική, αλλά ακόμα πιο αριστοτεχνικοί είναι οι διάλογοι, οι διάλογοι όπου βασικά τίθεται σε αμφισβήτηση η όλη σύλληψη του συγκεκριμένου αθλήματος (πρέπει να είναι κανείς πειραγμένος για να επιλέξει ως καριέρα να τον χτυπάνε στο κεφάλι και να γεμίζουν τα μούτρα του αίμα/στην πυγμαχία, οι θεοί πρέπει να είναι εφήμεροι, για να ανακυκλώνεται το πάθος), επομένως και η ζωή του Τυραμπό. Τα λόγια της Ιρέν λειτουργούν και μακροπρόθεσμα στην ψυχή του ήρωα, κι ας είναι προορισμένος να γίνει πρωταθλητής Β. Αφρικής. Ξεστρατίζει περνώντας μαγικές νύχτες με την Ιρέν, κάνοντας τους παράγοντες να αφηνιάσουν, ενώ το δίλημμα της ζωής του γίνεται ολοένα και πιο σκληρό: ζωή με την Ιρέν χωρίς πυγμαχία, ή ζωή χωρίς την Ιρέν με δόξα και χρήμα. Η απόφασή του να παραιτηθεί αμέσως μετά την απίστευτη νίκη του απέναντι στον θρυλικό Μαρσέλ Μπονό τους τρελαίνει όλους, ενώ τα γεγονότα ακολουθούν καταιγιστικά και απίστευτα τραγικά…
Χριστίνα Παπαγγελή

Παρασκευή, Απριλίου 15, 2016

Ρόζα, Jonathan Rabb

Ένα αστυνομικό -noir- μυθιστόρημα, με θέμα τη δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ… πόσο αξιόπιστο μπορεί να είναι; Ποια ευρήματα και τεχνικές πρέπει να επινοηθούν ώστε να μην παραχαραχτεί η ιστορία, και παράλληλα να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις μιας αστυνομικής πλοκής; Η αλήθεια είναι ότι ήμουν πολύ επιφυλακτική στην επιλογή αυτού του βιβλίου, όμως δεν με απογοήτευσε, αντίθετα θαύμασα την ευφάνταστη πλοκή και την εφευρετικότητα του Τζόναθαν Ραμπ, ενώ, όσο μπόρεσα να διασταυρώσω, δεν υπήρχε καμία διαστρέβλωση ιστορικών στοιχείων (χωρίς να σημαίνει βέβαια ότι αυτά που γράφονται εδώ συνέβησαν!). Έψαξα, ερειπείν, να διασταυρώσω αν υπήρξε πράγματι Σπαρτακιστής… αρχηγός αστυνομίας (που, τι περίεργο, δολοφονήθηκε) και πράγματι, πρόκειται για τον Άισνερ. Στην διάκριση των ιστορικών στοιχείων από τη μυθοπλασία, συντελούν και οι πολύ αναλυτικές σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου. 
Τι γνωρίζουμε από  την Ιστορία
Είναι γνωστό ότι τον Γενάρη του 1919 πνίγηκε στο αίμα η εξέγερση της Ένωσης των Σπαρτακιστών.[1] Στις 15 Ιανουαρίου 1919, η νεαρή Γερμανική επανάσταση αποκεφαλίστηκε και  σφραγίστηκε με το διπλό φόνο του Κάρλ Λίμπκνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Ο Λίμπκνεχτ, τον οποίο αναγνώρισαν και κατέδωσαν, συνελήφθη σ’ ένα προάστιο του Βερολίνου, στην Mannheimerstrasse 43, στο Βίλμερσντορφ. Στις 17 Ιανουαρίου την αυγή, οι εργάτες του Βερολίνου έμαθαν από τις εφημερίδες τους την τρομερή τραγωδία που δεν τους έλεγαν για 48 ώρες. Για 48 ώρες ο Καρλ και η Ρόζα[2] ήταν νεκροί «θύματα του εμφύλιου πολέμου που οι ίδιοι ξεκίνησαν» έγραψε το ανώνυμο μέλος της συντακτικής επιτροπής του Vorwats που ορίστηκε για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα μετά το φόνο. Η επίσημη ανακοίνωση από το αρχηγείο της αστυνομίας – την ονόμασαν Polizeiprasidium – περιέγραψε το έγκλημα με όρους τέτοιας διοικητικής τρέλας που ντρέπεσαι για τους δολοφόνους, γράφει ο Βικτόρ Σερζ τέσσερα χρόνια αργότερα.
Γύρω από τη δολοφονία της Ρόζας υπάρχει ένα πέπλο μυστηρίου (τη δολοφόνησαν στο ξενοδοχείο ή τη «λύντσαρε» το πλήθος, όπως γράφει ο Βικτόρ Σερζ;). Σύμφωνα με τον Πάουλ Φρέλιχ[3], «η Ρόζα Λούξεμπουργκ σύρθηκε έξω από το ξενοδοχείο από τον υπολοχαγό Φόγκελ. Μπροστά στην πόρτα την περίμενε ο υπολοχαγός Ρούγκε, ένας πνευματικά έκφυλος, που είχε πάρει διαταγή από τους υπολοχαγούς Φόγκελ και Πφλουγκ - Χάρτουνγκ να χτυπήσει τη Ρόζα. Με δυο χτυπήματα του υποκόπανου έσπασε το κρανίο τη Ρόζας. Σχεδόν άπνους ρίχτηκε μέσα σε ένα αυτοκίνητο. Μερικοί αξιωματικοί πηδήσανε στο όχημα. Ενας χτύπησε τη Ρόζα με τη λαβή του περιστρόφου του. Ο υπολοχαγός Φόγκελ την πυροβόλησε στο κεφάλι. Το πτώμα μεταφέρθηκε μέσω του Τιέργκαρντεν και από εκεί ρίχτηκε από ψηλά, από τη γέφυρα του Λιχτενστάιν στο κανάλι Λάνβεχρ. Το Μάη του 1919 το πτώμα βγήκε στην όχθη».
Το σώμα της πάντως αναδύθηκε τέσσερις μήνες αργότερα στην επιφάνεια του Λάντβερ Κανάλ, σχεδόν αγνώριστο μετά από τόσο καιρό στο νερό.

Το μυθιστόρημα
Ο συγγραφέας επινόησε μια περίπλοκη αλλά αληθοφανή ιστορία, που βασίζεται στον ανταγωνισμό ανάμεσα στην Εγκληματολογική Αστυνομία («Κρίπο») και την Πολιτική Αστυνομία («Πόλπο»), ανταγωνισμός που αποδίδεται σ όλο το βιβλίο με καυστική ειρωνεία εκατέρωθεν (Ο Νικολάι δεν είχε καταφέρει ποτέ να καταλάβει αν είχαν φτιαχτεί για να καταπολεμούν ή να υποθάλπουν την εσωτερική κατασκοπεία). Η Πόλπο είχε κάθε λόγο να θολώσει τα στοιχεία για να μην αποκαλυφθεί ότι η δολοφονία των δύο Σπαρτακιστών ήταν προγραμματισμένη  πολιτική πράξη, ότι ήταν δηλαδή καθαρά πολιτική δολοφονία (αυτό συνάδει με την ιστορική αλήθεια ότι το σώμα της Ρόζας βρέθηκε στα νερά του ποταμού τέσσερις μήνες αργότερα, και αποδόθηκε ο θάνατος σε λιντσάρισμα του όχλου).
 Ο μυθιστορηματικός ήρωας (δεν είναι και αφηγητής) είναι ένας συμπαθητικός -όπως σε όλα τα αστυνομικά- αστυνομικός της εγκληματολογικής αστυνομίας («Κρίπο»), ο  Νικολάι Χόφνερ. Εβραϊκής καταγωγής με Ρωσίδα μητέρα, οπωσδήποτε δεν μπορεί να αφομοιωθεί ολότελα με τους Γερμανούς. Η προσωπικότητά του σκιαγραφείται και μέσα από τις οικογενειακές του σχέσεις που δεν είναι και οι καλύτερες… Με τη γυναίκα του είναι σε μόνιμη αντιπαράθεση, ενώ με το μεγάλο γιο υπάρχει έντονη σύγκρουση και εισπράττει έντονη αμφισβήτηση (Ε, λοιπόν, εγώ χαίρομαι που σκότωσαν τους Κόκκινους. Εγώ είμαι Γερμανός. Γερμανός. Δεν είμαι σαν αυτούς. Ποτέ δεν θα γίνω σαν αυτούς). Παράλληλα, βλέπουμε πώς χτίζεται και η ερωτική σχέση με τη Λίνα, πράγμα που τον απομακρύνει περιστασιακά από τον γραφικό -κλασικά- βοηθό του, Φίχτε.
Ο Χόφνερ από την αρχή μυρίζεται ότι οι κατά συρροήν δολοφονημένες/ακρωτηριασμένες γυναίκες που βρίσκονται στο νεκροτομείο της αστυνομίας ήταν ένας τρόπος για να καλυφθούν τα δυο πολιτικά εγκλήματα. Τα σημάδια στο σώμα της δολοφονημένης Ρόζας τον οδηγούν σε συγκρίσεις με τα αντίστοιχα σημάδια των άλλων γυναικών (που παρεμπιπτόντως όλες βρίσκονται δολοφονημένες σε υπόγειες στοές του σκοτεινού, μεταπολεμικού Βερολίνου), κι αυτά με τη σειρά τους σε νέες έρευνες, ιδιαίτερα όταν το συντηρημένο για έξι βδομάδες σώμα της Ρόζας… εξαφανίζεται και κρατείται κρυμμένο από την Πόλπο! Το γεγονός ότι εξακολουθεί ο -διεστραμμένος- δολοφόνος να σκοτώνει γυναίκες με τον ίδιο τρόπο (αφήνοντας πριονωτές αυλακιές/χαρακιές σε σχήμα δαντέλας στην πλάτη τους), δίνει το νήμα που οδηγεί τις έρευνες του Χόφνερ και του γραφικού νεαρού βοηθού του, του Φίχτε, στη ανίχνευση του μυστηρίου. Εύκολα αποκαλύπτεται χάρη στην παρατηρητικότητα του Χόφνερ ότι πρόκειται για δυο «μακελάρηδες», εκ των οποίων ο δεύτερος ήταν «βαλτός» και μιμήθηκε τα δαντελωτά σχέδια του πρώτου ύποπτου, και ότι η ουσία το υγρού με το οποίο συντήρησαν το σώμα της Ρόζας ήταν του στρατού! Έτσι σιγά σιγά μπαίνει στα χωράφια της Πόλπο αλλά και του στρατού, ενώ παράλληλα Πόλπο και στρατιωτικοί (κάποια στιγμή εμπλέκεται και το Υπουργείο Άμυνας) προσπαθούν να αποπροσανατολίσουν και να ανακόψουν τον αδίστακτο Χόφνερ.
Στην ερευνητική προσπάθεια του Χόφνερ και του βοηθού του, Φίχτε, εμφανίζεται αρωγός κάποια στιγμή και με μυστηριώδη τρόπο ο σύντροφος της Ρόζας και του Λίμπκνεχτ, ο Λέο Γιόγκισες, που κρύβεται από την αστυνομία αλλά γνωρίζει πολλά για τα εγκλήματα «από μέσα». Ο Γιόγκισες «οδηγεί» τον Χόφνερ στο σπίτι της Ρόζας, ενώ η συνάντηση μαζί του (εκπληκτικά ενδιαφέρουσα) του προσφέρει αποφασιστικής σημασίας στοιχεία που τον κάνουν να πλησιάσει την αλήθεια (τα προβλήματα αρχίζουν όταν κατακάθεται ο κουρνιαχτός, επιθεωρητά. Το Βερολίνο θέλει να υπαγορεύσει στην υπόλοιπη Γερμανία τι να κάνει, αλλά η υπόλοιπη Γερμανία δεν είναι ιδιαίτερα πρόθυμη να υπακούσει. Κομμουνιστές στη Βρέμη, σοσοαλδημοκράτες στο Αμβούργο, φιλομοναρχικοί στη Στουτγάρδη, ένας θεός ξέρει τι άλλο στο Βερολίνο, και τα λοιπά, και τα λοιπά. Η επανάσταση δεν τελείωσε. Απλώς περιμένει να δει ποιος έχει τα κότσια να συνεχίσει./-Και το Μόναχο;/-Το Μόναχο θα είναι ο απόλυτος καταλύτης, έστω κι αν το Βερολίνο δεν το έχει αντιληφθεί ακόμα).  Όπως γράφει και ο librofilo, «οι επαφές του Χόφνερ με τον Γιόγκισες γίνονται γνωστές στην Πολιτική Αστυνομία, η οποία προσπαθεί να κρατήσει κρυμμένο το σώμα της Ρόζας για δικούς της σκοπούς αλλά η ιστορία που του αφηγείται ο Γιόγκισες  είναι πολύ δυνατή και αποκαλυπτική για να κάνει τον Χόφνερ να σιωπήσει». Η ανάμειξη του στρατού γίνεται κάτι παραπάνω από βέβαιη, ενώ φαίνεται ότι οι εντολές δίνονταν από το Μόναχο. Η απαίτηση να συναντήσει τους στρατιωτικούς που μπλέχτηκαν στην υπόθεση και η ανάκριση του Πφλουνγκ- Χάρτουνγκ (που ξέρουμε ότι ήταν ένας από τους υπολοχαγούς που δώσαν τις εντολές για να δολοφονηθούν οι δυο επαναστάτες) έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί ο έξυπνος αστυνομικός μας… τον παγιδεύει και διαρρέει η πληροφορία ότι υπήρχε και τρίτος κρατούμενος, (γνωρίζουμε ότι ήταν ο Πικ), ενώ οι ανώτεροι τον διαψεύδουν. Τα γεγονότα δηλαδή δίνονται με αληθοφάνεια, στο βαθμό που είναι λίγο ως πολύ αποδεδειγμένα.
Η επιμονή του Νικολάι Χόφνερ να αποκαλύψει την αλήθεια παρά τις έγκαιρες προειδοποιήσεις της Πόλπο (που δεν θέλει να διαλευκανθεί η υπόθεση) έχει φυσικά μεγάλο κόστος. Από το σημείο όμως αυτό και μετά, η συμβουλή γίνεται απειλή απροκάλυπτη και πράξη αποτρεπτική. Η προσωπική ζωή και η οικογενειακή γαλήνη του Χόφνερ διαλύεται, ενώ αποκαλύπτεται ότι τα κίνητρα των δολοφονιών είναι πιο περίπλοκα απ’ ό, τι φαίνονται, πάντα βέβαια πολιτικά – προκειμένου να παγιδευτεί η «σοσιαλδημοκρατική» κυβέρνηση Έμπερτ. Στο σκηνικό αρχίζει και κυριαρχεί η «Εταιρία της Θούλης»[3]-το εκκολαπτήριο του ναζισμού στο Μόναχο- και τα Φράικορπς στις σκοτεινές ενέργειες των οποίων βρίσκεται και το κλειδί της υπόθεσης. 

Ιδεολογικές πινελιές
Δεν μπορώ να διαλέξω πότε ή πώς θα πεθάνω, επιθεωρητά,
μπορώ όμως να διαλέξω το γιατί.
Δεν περιμένει κανείς να βρει ούτε ιστορικά ούτε ιδεολογικά στοιχεία σ ένα νουάρ μυθιστόρημα, ούτε όμως είναι δυνατόν και να τα αποφύγει ο συγγραφέας, όταν πρόκειται για μια (δυο, βασικά) πολιτική δολοφονία. Τα απαραίτητα ιστορικά στοιχεία δίνονται αντικειμενικά, ενώ ο επιθεωρητής Χόφνερ εκδηλώνει μια αυξανόμενη συμπάθεια απέναντι στη Ρόζα, ιδιαίτερα μετά την ανακάλυψη των ημερολογίων και των γραμμάτων της, όπως και απέναντι στον Γιόγκισες. Ο συγγραφέας αναφέρεται σύντομα αλλά κριτικά και στην σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση του Έμπερτ που μπορεί να αυτοαποκαλούνταν σοσιαλιστές, αλλά ήταν μια περίεργη ράτσα, πρόθυμοι να επαναφέρουν τη μοναρχία -κατ’ όνομα μόνο- με την ελπίδα να αποκατασταθεί η τάξη, κθώς και στην αποτυχία της επανάστασης του Παγκόσμιου σοσιαλισμού..
Η προσωπική ζωή της Ρόζας φτάνει στα χέρια του Χόφνερ (όντως έχει αφήσει πολλά γράμματα, σημειώσεις  και ημερολόγια) που ομολογεί στον εαυτό του ότι η Ρόζα ήταν τελικά πολύ πιο συναρπαστική απ’ όσο είχε φανταστεί. Αρκετά στοιχεία από την προσωπική ζωή αλλά λίγα διάσπαρτα στοιχεία της πολιτικής της σκέψης γεύεται ο αναγνώστης, όμως συνολικά αποκτά μια σφαιρική εικόνα της σκοτεινής εποχής της Γερμανίας˙ μιας εποχής όπου αναπτύχθηκαν οι παρακρατικές οργανώσεις (Freikorps)  και οι μυστικές εταιρίες που ανέβασαν το Εθνικοσοσιαλιστικό Ναζιστικό Κόμμα στην εξουσία.

Χριστίνα Παπαγγελή



[1] Η Ένωση Σπάρτακος (γερμ., Spartakusbund, Σπάρτακουσμπουντ), γνωστή και ως Σπαρτακιστική Ομοσπονδία, ή απλά Σπαρτακιστές ήταν ένα αριστερό Μαρξιστικό επαναστατικό κίνημα που δημιουργήθηκε στη Γερμανία κατά τη διάρκεια του Α' Παγκόσμιου Πολέμου. Το κίνημα ονομάστηκε έτσι από τον Σπάρτακο, ηγέτη της μεγαλύτερης εξέγερσης δούλων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ιδρύθηκε από τον Καρλ Λίμπκνεχτ, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, την Κλάρα Ζέτκιν, και άλλους.
[2] «Το απειλητικό πλήθος που περικύκλωνε το ξενοδοχείο Έντιν είχε προσπαθήσει αρκετές φορές να πιάσει την κυρία Ρόζα Λούξεμπουργκ. Οι φρουροί της κατάφεραν να τη μεταφέρουν σχεδόν ως το αμάξι που είχαν ετοιμάσει γι’ αυτήν. Εκείνη τη στιγμή υπήρξε συμπλοκή. Η κυρία Ρόζα Λούξεμπουργκ διαχωρίστηκε από τη συνοδεία της και όταν την άρπαξαν ξανά από το πλήθος είχε χάσει τις αισθήσεις της. Την έβαλαν στην μπροστινή θέση του αμαξιού. Καθώς το αυτοκίνητο κινούνταν, ένας άγνωστος άντρας πήδηξε και πυροβόλησε εξ επαφής την αναίσθητη κυρία Ρόζα Λούξεμπουργκ. Το αυτοκίνητο κινήθηκε κατά μήκος του Kurfurstendamm προς το κέντρο του Βερολίνου. Όταν έφθασε στο κανάλι, άγνωστοι φώναξαν «Στοπ!». Ο οδηγός πιστεύοντας ότι ήταν περίπολος υπάκουσε. Το πλήθος περικύκλωσε το αυτοκίνητο φωνάζοντας: «Είναι η Ρόζα!». Το σώμα της κυρίας Ρόζας Λούξεμπουργκ το άρπαξαν και το έσυραν στο σκοτάδι». Τα υπολείμματα της δολοφονημένης γυναίκας τα έριξαν στο κανάλι.
Σε όλη τη σύγχρονη ιστορία, η οποία είναι γεμάτη ποικίλες φρικαλεότητες, υπάρχουν λίγες στιγμές τόσο φρικιαστικές όπως αυτή, αυτού του πλήθους των αστών, που είναι αποφασισμένοι να λιντσάρουν μία κρατούμενη, μία γυναίκα με γκριζαρισμένα μαλλιά που έχει λιποθυμήσει και που ήταν ένα από τα πιο δυνατά μυαλά του παγκόσμιου σοσιαλισμού. Θα πρέπει να επιστρέψουμε στην Παρισινή Κομμούνα για να βρούμε κάτι το συγκρίσιμο. Οι γυναίκες των Βερσαλλιών χρησιμοποιούσαν τις μύτες των ομπρελών τους – αναμφίβολα με μεγάλη αηδία – για να ακουμπήσουν εκείνα τα πτώματα των φρικτών Κομμουνάρων. Οι Βερολινέζοι του 1919 έσυραν τη Ρόζα Λούξεμπουργκ που ακόμη ζούσε κατά μήκος του πεζοδρομίου του καναλιού.
Την επόμενη μέρα η Vorwarts έγραφε: «Η σοσιαλδημοκρατία παρʼ όλες τις παρεκτροπές της δεξιάς και της αριστεράς, υπερασπίζεται την τάξη, την ανθρώπινη ζωή, την κυριαρχία της τάξης πάνω στη βία. Γι’ αυτό πολεμά! Κανένας δεν πιστεύει ότι μπορεί να αφοπλιστεί! Στο ίδιο τεύχος μπορούμε να δούμε τους ακόλουθους τίτλους και υπότιτλους: «Το τέλος του Μπολσεβικισμού», «Η Πετρούπολη μπροστά στο θάνατο» – «Αντεπανάσταση στη Ρωσία», «Φημολογείται ότι ο Γκόργκι το έσκασε για το Λονδίνο» (Βικτόρ Σερζ, Αναμνήσεις ενός επαναστάτη)
 [3] Προς το τέλος του 1917 ο Ρούντολφ φον Σεμπότεντορφ ίδρυσε την εταιρεία στην πόλη του Μονάχου, η οποία αποτελούσε ήδη κατά τη διάρκεια του πολέμου σημαντικό κέντρο της εθνικιστικής δραστηριότητας του Παγγερμανικού Συνδέσμου (Alldeutscher Verband). Στα μέλη της εταιρείας ανήκαν και δικηγόροι, δικαστές, πανεπιστημιακοί καθηγητές, αστυνομικοί, αριστοκράτες, γιατροί, όπως επίσης και πλούσιοι επιχειρηματίες. Εξωτερικά η εταιρεία παρουσιαζόταν ως "ομάδα μελέτης της γερμανικής αρχαιότητας", στην πραγματικότητα όμως ήταν μια βαυαρική οργάνωση του Γερμανικού Τάγματος, εσωτερικά οργανωμένη με μασονικά πρότυπα. Η Εταιρεία της Θούλης θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως συνωμοτικός μυστικός σύνδεσμος ρατσιστικής, και ειδικότερα αντισημιτικής φύσεως.[1] Ο σκοπός του συνδέσμου ήταν η απόκτηση πολιτικής δύναμης και η διάδοση ρατσιστικής προπαγάνδας μέσω της στρατολόγησης όσο το δυνατόν περισσότερων μελών με επιρροή στην κοινωνία. Στην ακμή της η εταιρεία είχε πιθανώς μόνο λίγες εκατοντάδες μέλη, τα οποία όμως είχαν αξιόλογη κοινωνική επιρροή. Η ρατσιστική ιδεολογία της Εταιρείας της Θούλης ήταν εμπνευσμένη από την αριοσοφία του Γκουίντο φον Λιστ (μέλος του Γερμανικού Τάγματος). Στην ιδεολογία αυτή βασίστηκε και ο Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ (μέλος της εταιρείας, αργότερα εθνικοσοσιαλιστής πολιτικός) στο περίφημο βιβλίο του "Μύθος του 20ού αιώνα" ("Mythus des Zwanzigsten Jahrhunderts"). Ως έμβλημα της εταιρείας ορίστηκε ο αγκυλωτός σταυρός με φωτοστέφανο, πίσω από σπαθί. Ο αγκυλωτός σταυρός ήταν στη Γερμανία της εποχής εκείνης ήδη χαρακτηριστικό σύμβολο εθνικισμού και αντισημιτισμού. -το εκκολαπτήριο του ναζισμού στο Μόναχο- και τα Φράικορπς  στις σκοτεινές ενέργειες των οποίων βρίσκεται και το κλειδί της υπόθεσης.

Παρασκευή, Μαρτίου 25, 2016

Γκιακ, Δημοσθένης Παπαμάρκος

Πήγαμε κείθε και τους καταστρέψαμε ρε Γούσια, το καταλαβαίνεις;  
Τους αναστατώσαμε, τους κάναμε ζημιά, και τώρα που πέσαν στην ανάγκη μας
τους κλωτσάμε σαν τα πατσαβούρια.   

Έκπληξη ήταν για μένα το μικρό αυτό βιβλιαράκι με τα 8 διηγήματα του Παπαμάρκου (+ μια παραλογή). Αν και δεν προτιμώ το διήγημα ως είδος, που το θεωρώ πολύ πιο απαιτητικό από το μυθιστόρημα (στο οποίο ευκολότερα ξεπερνά κανείς τις ατέλειες), έκανα το «τεστ της πρώτης σελίδας» και με ρούφηξε…
«Αφού με ρώτηξες θα σου πω Αντώνη. Κι έτσι είν’ και το πρεπό μιας κι ήρθα στο σπίτι σ’ μέσα και σου ζητάω ό, τι σου ζητάω. Θα μου δώσεις όμως μπέσα πως θα μείνει σε τούτο εδώ το τραπέζι κλπ κλπ». Η πρώτη-πρώτη εντύπωση λοιπόν: β΄ενικό, προφορικός λόγος. Η αμεσότητα της πρωτοπρόσωπης αφήγησης σε κάποιον έμπιστο, διαφορετικό κάθε φορά, η ιδιαιτερότητα της αρβανίτικης διαλέκτου, το λαϊκό ύφος, η εκμυστήρευση απίστευτων βιωμάτων είναι τα κοινά εξωτερικά χαρακτηριστικά σε όλα αυτά τα μικρά -ως επί το πλείστον- διηγήματα.
Γκιακ
Το βασικό όμως στοιχείο που ενώνει θεματικά τις σύντομες αυτές εξομολογήσεις είναι το «γκιακ»- μια αρβανίτικη λέξη που σημαίνει αίμα, δεσμό συγγένειας που προκύπτει από κοινή καταγωγή, συγγένεια εξ αίματος, αλλά κατ’ επέκταση και φόνο που γίνεται για λόγους εκδίκησης, εκδίκηση, αντεκδίκηση… Τα απίθανα βιώματα που εξιστορούνται (σε όλα τα αφηγήματα) από στρατιώτες, ιστορίες που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σχετίζονται τον Μικρασιατικό πόλεμο (αλλού είναι μακρινός ο απόηχος, αλλού είναι βίωμα, αλλού μελλοντική κατάσταση κι αλλού εγκιβωτισμένη αφήγηση), φαίνεται ότι έχουν χαράξει βαθιά τομή σε πρωταγωνιστές και αφηγητές. Κι αυτή η τομή/αυλακιά δεν είναι άλλη παρά το γκιακ, η επαφή με το «αίμα», που στον καιρό του πολέμου δίνει άλλη αξία στην ανθρώπινη υπόσταση, εκμηδενίζει την ανθρώπινη ζωή. Σκηνές σκληρότητας που δεν τις χωράει ο νους αναφέρονται με τη νηφαλιότητα της συνήθειας/εξοικείωσης σε πολλές περιπτώσεις, με αποκορύφωμα το διήγημα «Σα βγαίνει ο χότζας στο τζαμί», όπου ο μπαρμπα- Κώτσος εκμυστηρεύεται στον αφηγητή με ιδιαίτερο καμάρι τις αγριότητές του στη Μικρασία, και μάλιστα όχι σε φάση πολέμου. Απίστευτα αποτρόπαιες πράξεις που ανατρέπουν το ηρωικό στερεότυπο του παλληκαρά Έλληνα και του βάρβαρου Τούρκου (αυτά τα πράγματα δεν γίνονται με το σεις και με το σας/Αντώνη, ξεμάθαμε να’ μαστε άνθρωποι και βέβαια δεν θα μπορούσε να’ ναι αλλιώς, άλλωστε έχουν επιβεβαιωθεί από τεκμήρια. Η πιο συγκλονιστική όμως μαρτυρία είναι του «νόκερ» (εγκιβωτισμένη), στο τελευταίο διήγημα:
Εγώ ήμουν άμαθος, μου λέει ο Αργύρης, δέκα χρόνο πόλιεμο, είχα ξεχάσει καλά καλά πώς μιλάνε με τον κόσμο. Κι έτσ’ δε μου πέρασε απ’ το μυαλό και κάθισα και τους τα’ πα όλα. Με το νι και με το σίγμα. Ώρα πολλή τους έλεγα, πού είχα πάει, τι είχα κάνει, πόσους είχα σκοτώσει, πως είναι αλλιώς με τη ξιφολόγχη και αλλιώς με το μαχαίρι, αλλιώς είναι ο λιαιμός του άντρα κι αλλιώς του παιδιού, πώς ουρλιάζουνε οι Βουλγάρες και πώς οι Τουρκάλες, πώς κλωτσάει ο κρεμασμένος και πώς ο σφαγμένος, πώς ακόμα και τα μωρά τα μικρά που δεν καταλαβαίνουν κλιαίνε άμα μυρίσουν το αίμα και δουν το μαχαίρι, ακόμα και για τον Τούρκο τους είπα, που σαν τον σκότωσα έσκυψα και του έφαγα τη μύτη γιατί μ’ είχε βαρέσει με μπαμπεσιά, και για το κορίτσι που’ χα χαλάσει μπροστά στον πατέρα τ’ προτού τους πυροβολήσω και τους δυο στο κεφάλι. Κι εκεί που όλοι τους πριν γελάγανε και πίνανε, ήρθαν και τους μαραθήκανε όλα. Όχι σα σε κηδεία. Πιο χερότερα. Σαν τη μάνα που βλέπει το παιδί της να το πατάει το κάρο μπροστά στα μάτια της, έτσ’ ήταν όλοι τους (…) έρχεται ο πατέρ μ’ από κοντά κι ουδέ να μ’ ακουμπήσει, μόνο στέκει στο ένα μέτρο και μου λέει, Αργύρη, πόσο αίμα αθώων έχεις χύσει παιδάκι μ’; Τότες σα να μ’ ακούμπησε ο Άγιος στον ώμο έγινε μέσα μ’ μπουνάτσα και γυρνάω και του λέω, γι’ αυτό είναι το αίμα, πατέρα. Για να χύνεται. Σύρε μέσα τώρα κι άσε με να καπνίσω με την ησυχία μ’.
Δεν είναι όμως μόνο το «πάθος» για το αίμα του εχθρού που φουντώνει μέσα στη δίνητου πολέμου, αλλά και ο γδικιωμός, το κάλεσμα της αυτοδικίας για αποκατάσταση της τάξης του κόσμου, ή αλλιώς η «μπέσα»[1] (εγώ σου’ δωσα τη μπέσα μου και πίσω δεν την παίρνω). Βαρύς όρκος π.χ. δένει κάποιους απ’ τους ήρωες να εκδικηθούν είτε για την αδερφή του ο ένας, για τον πατέρα ή για τον βλάμη του ο άλλος. Η τρομερή βία που ξεσηκώνει το πάθος της εκδίκησης καταγράφεται λιτά, με την αποστασιοποίηση που κρύβει ο προφορικός αφηγηματικός λόγος, με συγκίνηση αλλά χωρίς συναισθηματισμούς- κάνοντας έτσι ακόμα πιο αιχμηρή την εξιστόρηση.
Έρωτας
Μέσα στις αντίξοες συνθήκες παρεισφρέει και το στοιχείο του έρωτα σε δυο διηγήματα- πάντα σαν αφήγηση- σε πλάγιο λόγο, πάντα σαν παρελθόν. Είναι παρόλ’ αυτά, μοιραίο για τους ήρωες (που δεν ταυτίζονται πάντα με τον αφηγητή): στο ένα, η Ανθή (λουλούδ’ άσπρο), μια Σμυρνιά αρχοντοπούλα που ξελόγιασε τον Κυριακούλη, έμεινε πίσω όταν σκώσαν το τάγμα και άρχισε η προέλαση στα ενδότερα του Οθωμανικού κράτους. Την ξαναβρίσκει αργότερα, προσφυγοπούλα πια στην Ελλάδα, ενώ εκείνος έχει πια οικογένεια (πρώτη φορά είδα τον Κυριάκο να κλαίει. Με τιμώρησε  θεός, Γούσια, μου είπε, γιατί ο άντρας δεν κάνει να δίνει δυο φορές λόγο για το ίδιο πράγμα). Ακόμα όπως πιο διεισδυτικό είναι το δεύτερο διήγημα (Το γυάλινο μάτι), όπου η σχέση είναι ανάμεσα σε δυο άντρες, μια σχέση όμως που εξελίσσεται αργά και ωριμάζει, μέσα από την αγριότητα, τον κίνδυνο και την παρανομία του έρωτα… Η δύναμη του συγγραφέα εδώ στοιχειοθετείται από το ότι οι δύσκολες συναισθηματικές εντάσεις προκύπτουν πειστικά, αβίαστα από τα γεγονότα.

Παραλογή
Σαν ξόρκι στο γκιακ/αίμα/θάνατο, στη μέση των οκτώ διηγημάτων στέκει η παραλογή, μια έντεχνη παραλογή με όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία του δημοτικού τραγουδιού. Πρωταγωνιστής εδώ ο Χάρος και μια νεαρή χήρα… Το ενδιαφέρον στηλώνεται κάθετο με τα αλλεπάλληλα ερωτήματα που τίθενται σταδιακά: γιατί σηκώνονται οι νεκροί και παίρνουνε τις στράτες; Γιατί φοβάται ο Χάρος; Ποιος είναι αυτός που θρηνεί στη βάση του γκρεμού και δεν είναι νεκρός; Ποια είναι η κόρη και ποιον θρηνεί;  
Η πρόκληση του χάρου είναι μεγαλειώδης, και βέβαια έχει στοιχεία από το Τραγούδι του νεκρού αδερφού (η σκηνή που ο νεκρός επανέρχεται στην νεαρή γυναίκα και τα άστοχα ερωτήματα είναι συγκλονιστικά)- με τη διαφορά ότι εδώ ο Χάρος φεύγει ντροπιασμένος, γιατί
Τούτο το χώμα είναι ντροπή και τούτη η γης κατάρα
Κι οι άνθρωποι που την πατούν και στ’ άγια αντάρτες

Απλά εδώ δε με λένε κίλλερ με λένε νόκερ
Τέλος, ξεχωρίζει κατά κοινή ομολογία (βλ. Λέσχη ανάγνωσης Δράμας) το τελευταίο διήγημα «Νόκερ». Και πάλι ο αφηγητής είναι διαφορετικός από τον πρωταγωνιστή˙ είναι ένας νεότερος στην ηλικία (το ‘51 απολύθηκε από φαντάρος) μετανάστης στην Αμερική, που πάει να συναντήσει έναν συχωριανό που είχε εξαφανιστεί από το χωριό, τον νόκερ (πρόκειται γι αυτόν του αποσπάσματος που προηγήθηκε, που αφηγήθηκε στους δικούς του την αλήθεια και δεν του μιλούσαν). Η προσέγγιση του αμίλητου κι απόμακρου αυτού ανθρώπου, που έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης και δεν άφησε ούτε φωτογραφία πίσω του, είναι επεισοδιακή, αλλά η αγνότητα και αφέλεια του αφηγητή σπάει τον πάγο. Το επάγγελμα του knocker δεν είναι άλλο παρά να… χτυπά τα μεγάλα ζώα στο κεφάλι με τη βαριά για να σφάζονται πιο εύκολα…
Πάλι, άμα ξέρανε τι είναι η δουλειά που κάνω, ότι σπάω κεφάλια, πάλε με σιχασιά θα με κοιτάγανε, παρόλο που την κάνω άξια. Αυτά που αηδιάζει ο κόσμος δεν τον πειράζει να γίνονται, αρκεί να μην τα βλέπουν και να τα κάνει άλλος. Να μπορούνε να βγούνε σενιαρισμένοι αλαμπρατσέτα με τις κυράδες τους και να μην βρωμάνε, να πιάνουνε τα μαχαιροπίρουνα με τα χέρια που δεν είναι πρησμένα απ’ το αίμα και να κόβουμε τη μπριζόλα χωρίς να λερωθούνε. Αυτό πάει να πει να’ σαι σιβιλάιζντ. Να πατάς στα σκατά με ψηλό τακούνι.
Ο κατάπληκτος αφηγητής, προσπαθώντας να χωνέψει αυτό που άκουσε, σχολιάζει: άσχημη δουλειά, σα να λέμε εσύ σε μια βάρδια σκοτώνεις χίλια ζωντανά. Και τι μου απαντάει δεν θα το ξεχάσω όσο να ζω, τόσο που μ’ ανατρίχιασε. Το να σκοτώνεις έχει κι αυτό ομορφιά. Αλλά είναι όμορφο μοναχά όταν είναι χρήσιμο. Πρέπει να το κάνεις χωρίς άχτι, χωρίς μίσος. Ο φονιάς δεν είναι ανάγκη να’ ναι και μπρούτος. Γι’ αυτό σου είπα δεν κάνεις για τη δικιά μ’ τη δουλειά. Δε θέλει μόνο μπράτσα. Θέλει να καταλαβαίνεις κι αυτό που σου’ πα.

Υ.Γ. Παραθέτω συμπληρωματικά α) την «ανάγνωση» του Βασίλη Δ. με τον οποίο μοιραστήκαμε τις εντυπώσεις μας στη Λέσχη ανάγνωσης της Δράμας β) μια ψυχαναλυτική διάσταση του τελευταίου διηγήματος http://www.oanagnostis.gr/gia-to-noker-tou-dimostheni-papamarkou


Χριστίνα Παπαγγελή



[1] Στην αλβανική, την αρβανίτικη, την ελληνική και άλλες βαλκανικές γλώσσες, η μπέσα (besa) αναφέρεται σε ένα εθιμοτυπικό κώδικα τιμής με ρίζες στο Μεσαίωνα. Η λέξη εντοπίζεται στο Kanuni (από το ελληνικό Κανών), μια συλλογή παραδοσιακών νόμων που αρχικά διαδίδονταν προφορικά, ενώ αργότερα καταγράφηκαν από τον πρίγκηπα Lekë Dukagjini μεταξύ άλλων. Η σύγχρονη ερμηνεία της μπέσας αποδίδεται και με τη λέξη αξιοπιστία. Η μπέσα καθορίζει ένα πρότυπο συμπεριφοράς με βάση τις αξίες μιας ομάδας ατόμων. Τα μέλη της θεωρούν τις προφορικές δεσμεύσεις απαραβίαστες, ενώ επιταγή αποτελεί η απόδοση τιμής σε συντοπίτες και συγγενείς, σύμφωνα με τα εκάστοτε συμφέροντα και τους ηθικούς κανόνες της εποχής. Στην ύπαιθρο, η συμμετοχή σε πρακτικές που σχετίζονται με τη μπέσα μπορούσε και μπορεί να οδηγήσει σε ακραίες καταστάσεις, όπως θανάτους αντιπάλων. Στην πράξη, λόγω της σύγχρονης αστικοποίησης το περιεχόμενο της μπέσας είναι συγγενικό με έννοιες όπως αξιοπιστία, αξιοπρέπεια και φιλότιμο. Για τα αναξιόπιστα άτομα, χρησιμοποιείται η λέξη μπαμπέσης (αλβανικά pabesë, από το pa+besë, δίχως μπέσα). (WIKIPEDIA, https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CF%80%CE%AD%CF%83%CE%B1)

Δευτέρα, Μαρτίου 21, 2016

Ο πότης, Hans Fallada

Η κατακόρυφη πτώση ενός ήσυχου επιχειρηματία, που «όταν άρχισε να στραβώνει η ζωή του» καταφεύγει στο ποτό, είναι το θέμα του βιβλίου που έγραψε στη διάρκεια της ζοφερότερης περιόδου της ζωής του[1] ο Γερμανός συγγραφέας Ρούντολφ Ντίτσεν, γνωστός με το συγγραφικό ψευδώνυμο Χάνς Φάλαντα[2] και επίσης γνωστός στην Ελλάδα από το εξαιρετικό «Μόνος στο Βερολίνο».
Ο ήρωας- αφηγητής εκμυστηρεύεται σε χαμηλόφωνο τόνο όλες τις ψυχικές διακυμάνσεις που τον έκαναν να απομακρυνθεί από την επαγγελματική και οικογενειακή ζωή, και να εξαρτηθεί απόλυτα από το ποτό. Ήδη από την πρώτη σελίδα αποδίδει όλη του την καθοδική πορεία στην αδύναμη  ιδιοσυγκρασία του: Ήμουνα εκ φύσεως χαρακτήρας αδύναμος, είχα ανάγκη να με συμπαθούν, να αναγνωρίζουν την αξία μου. Η δυναμικότητα της γυναίκας του, οι επιδέξιοι χειρισμοί της στην επιχείρηση και παράλληλα οι δικές του άστοχες ενέργειες δίνουν το αρχικό έναυσμα για να δοκιμάσει το αλκοόλ -το οποίο μέχρι τότε δεν τον συγκινούσε- και να κυλήσει σε μονοπάτια χωρίς επιστροφή. Κι ενώ οι αφορμές φαντάζουν ασήμαντες, σχεδόν σαν μικρά ολισθήματα, οι συνέπειες  είναι τερατώδεις και τον οδηγούν σε καταστάσεις καθοριστικές και αμετάκλητες.
Η βιωματική σχέση του συγγραφέα όχι μόνο με το ποτό, αλλά και με τις φυλακές, τα αναμορφωτήρια, τα ψυχιατρικά ιδρύματα ίσως ερμηνεύει την απίστευτη διεισδυτικότητα με την οποία ψυχογραφεί τον ήρωά του. Το παράδοξο είναι ότι, η αφήγηση (στο συμμετοχικό α ενικό) έχει τέτοια δύναμη, που ο αναγνώστης ταυτίζεται με τον αντι-ήρωα, τις παραξενιές και τον παραλογισμό του… Σχεδόν αντιπαθεί τη -λογική και καρτερική αντικειμενικά- γυναίκα του, γιατί την βλέπει μέσα από τον παραμορφωτικό φακό του αφηγητή, ο οποίος φυσικά βλέπει αυτό που θέλει να δει. Τα βήματα κατάπτωσης του Έρβιν Ζόμερ, οι μικρές αναλαμπές αισιοδοξίας, ελπίδας και νηφαλιότητας ανάμεσα στα κατρακυλίσματα αυτά αποδίδονται από τον συγγραφέα τόσο πειστικά, που φαίνεται σα να υπακούουν σε μια αναγκαιότητα. Δεν είναι όμως ακριβώς ρεαλισμός ούτε νατουραλισμός[3] αυτή η πειστική αναπαράσταση, παρόλο που η απεικόνιση της πραγματικότητας γίνεται με τρομερή ακρίβεια και λεπτομέρεια, και παρόλο που το θέμα της πτώσης των απόκληρων της ζωής και η οριστική τους καταστροφή είναι θέματα που αγαπούσαν οι νατουραλιστές. Το ύφος δεν καταγγέλλει την εξαθλίωση ούτε ασκεί με κραυγαλέο τρόπο (όπως ο νατουραλισμός) κοινωνική κριτική. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν περνουν, με λεπτό ειρωνικό τρόπο, κοινωνικά σχόλια.
Σύμφωνα με τις επισημάνσεις στο Επίμετρο, ο συγγραφέας συνειδητά υιοθέτησε το ύφος της «Νέας Αντικειμενικότητας» [4], ένα ρεύμα που χαρακτηρίζει τη λογοτεχνία της περιόδου της Βαϊμάρης, το οποίο αντιτάσσει τη ρεαλιστική αποτύπωση της πραγματικότητας στις υπερβολές και στην εκζήτηση του εξπρεσιονισμού. Οι μεγαλόστομες, εμφατικές διατυπώσεις παραχωρούν την θέση τους σε μια στάση νηφάλια, συχνά αποστασιοποιημένη απέναντι στα πράγματα. Η περιγραφή της κοινωνίας, φαινομενικά χωρίς συναίσθημα, έχει ακρίβεια ντοκουμέντου.
Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο πώς ο συγγραφέας καταφέρνει να αποδώσει με τέτοια νηφάλια ενάργεια ένα τόσο μοιραίο πάθος… Η πρωτοπρόσωπη γραφή παρασέρνει τον αναγνώστη σε μέθεξη με τον πρόσκαιρο ευτυχισμό του ήρωα (η ζωή είναι απίθανη! Τι ωραίο πράγμα κι αυτή η μέθη! Ν’ αφήνεις να σε παίρνει το ρεύμα της λησμονιάς, να βυθίζεσα στο λυκόφως, και πιο βαθιά ακόμα, σ’ ένα σκοτάδι βαθύ, χωρίς συναίσθημα- αποτυχία, τύψεις, όλα ξεμακραίνουν…). Οι άπειρες περιπέτειες στις οποίες έμπλεξε τον εαυτό του ο Έρβιν  ακολουθούν η μια την άλλη νομοτελειακά, εφόσον ο ήρωας παραδίδεται στο μόνο τρόπο με τον οποίο νιώθει ότι ανακτά τη ζωή του, τη δύναμή του, τα όνειρά του… Γιατί το ποτό (πρόσκαιρα βέβαια), καθαρίζει το μυαλό και φέρνει τον πότη αντιμέτωπο με τους φόβους του (Αχ Μάγδα! Είσαι τόσο ικανή, τόσο δυνατή, γι αυτό κι εγώ σε φοβόμουνα πάντα! Πίνω στην υγειά σου, Μάγδα, μια γουλιά, άντε κι άλλη μια!(…) Έχουμε ακόμη λεφτά, μπορώ να πουλήσω το μαγαζί. Σ εμένα ανήκει, εγώ είμαι το αφεντικό, ό, τι θέλω κάνω!), αλλά κι οι μεταπτώσεις μπορεί να είναι ακαριαίες, εφόσον λίγα δευτερόλεπτα μετά αποφαίνεται: Ήσουνα πάντα ψηλά, εγώ πάντα πιο χαμηλά, και τώρα κοντεύω να πιάσω πάτο. Δεν πειράζει όμως, να ξέρεις κι εδώ ζει ο άνθρωπος˙ ίσως είναι και καλύτερα να πέφτεις στην άβυσσο βαθιά, όλο και πιο βαθιά, στο Μηδέν.
Οι προσπάθειες του Έρβιν να επανενταχτεί στη «νορμάλ» ζωή του ασφαλώς καταρρέουν, μαζί καταρρέει κι ο ίδιος, ιδιαίτερα αφότου μπλέκει με τον απατεώνα Πολακόφσκι, (του οποίου η φυσική κατάσταση ήταν η κατάσταση του σκουληκιού). Η λαβυρινθώδης σκέψη του αναζητά τρόπους να εκδικηθεί τη Μάγδα, αλλά κυρίως να αποκαταστήσει τη δύναμή του- η αποτυχία τον οδηγεί σε σχέδια αποκατάστασης δικαίου, να κλέψει τα ασημικά, τα κοσμήματα, να σηκώσει τις καταθέσεις, πάντα με μια… μπουκάλα στο χέρι. Όλα αυτά βέβαια συμβαίνουν, αλλά όχι ευθύγραμμα˙ με πολλές τεθλασμένες, πισωγυρίσματα και διακυμάνσεις. Όμως η κατάληξη είναι ο εγκλεισμός του πρωταγωνιστή πρώτα στη φυλακή με την κατηγορία της απόπειρας δολοφονίας της γυναίκας του (άδικης και υπερβολικής), και στη συνέχεια σε ίδρυμα «αποτοξίνωσης».
Στο δεύτερο αυτό μέρος του βιβλίου η γραφή του Φάλαντα -και κατ’ επέκταση το ενδιαφέρον του αναγνώστη- κατά τη γνώμη μου απογειώνεται. Ο αδύναμος ήρωας, που πέφτει από λάθος σε λάθος κι από παγίδα σε παγίδα γιατί δεν ξέρει να υπερασπιστεί τον εαυτό του, είναι στο βάθος ένας έξυπνος άνθρωπος, παρατηρητικός και διεισδυτικός. Η αδυναμία του να κυριαρχήσει, είτε στη γυναίκα του, είτε στον γιατρό ή τον δικηγόρο, είτε στους διάφορους τρόφιμους της φυλακής και των ιδρυμάτων οι οποίοι ασκούσαν παντός λογής εξουσία, έχει σαν αντιστάθμισμα μια υπερβολικά νηφάλια αναγνώριση και αποδοχή κάθε ανθρώπινης παραξενιάς (προφανώς ο Έρβιν είναι μια persona του συγγραφέα, ο οποίος είχε επίσης ανάλογες ιστορίες με τη γυναίκα του, και τον «Πότη» τον έγραψε μέσα σε ίδρυμα). Δέχεται απτόητος τη μοίρα του ενώ η σκέψη/συνείδηση είναι ενεργή. Έχει πλήρη συναίσθηση ότι δύσκολα πια θα γλυτώσει από τον αποκλεισμό, ακόμα κι όταν το αδίκημά του από απόπειρα φόνου μετατράπηκε σε «απειλή» (δεν πίστευα πια πως θα τη γλυτώσω κι άρχισα να σκέφτομαι πως τώρα πια όλα ήταν πιθανά, κι ένιωθα παραδομένος στο έλεος δυνάμεων ισχυρών, ανάλγητων, ανελέητων, δυνάμεων απάνθρωπων, που δεν γνωρίζουν τι θα πει συμπόνια. Ήμουνα παγιδευμένος σε μια τεράστια μηχανή και δεν είχε πια σημασία τι έκανα ή τι ένιωθα˙ η μηχανή είχε πάρει για τα καλά μπροστά, και δούλευε ασταμάτητα – ερήμην μου).   
Σ’ αυτό, το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος λοιπόν, παρελαύνουν απίθανοι τύποι, μέσα σε απίθανες καταστάσεις, σύντροφοι στη δυστυχία που προβάλλουν δειλά απ’ το μισοσκόταδο, προχωρούν σκυφτοί με τα ξεθωριασμένα κουρέλια τους, θλιβερά απομεινάρια αναμνήσεων χαμένων σε σκοτάδι απόλυτο. Χειρότερο κολαστήριο κι από τη φυλακή αποδεικνύεται το άσυλο, το «ίδρυμα σωφρονιστικού χαρακτήρα», όπου όχι μόνο εκμηδενίζεται κάθε ανθρώπινη υπόσταση αλλά και κάθε ελπίδα ελευθερίας. Οι υπεύθυνοι τους άρρωστους τους έβλεπαν σαν σκουπίδια[5]  που δεν μπορούσαν να έχουν πια καμιά επίδοση, καμιά απόδοση σε τίποτα, άρα δεν είχαν λόγο ύπαρξης.
Ο αφηγητής περιγράφει με λεπτομέρειες τους περισσότερους τρόφιμους που παίζουν ρόλο στη ζωή του, παρουσιάζοντας συχνά ένα ολοκληρωμένο ψυχογραφικό πορτρέτο, που κεντρίζει το ενδιαφέρον για το πόσοι τρόποι υπάρχουν να αντέξει ή να αντιμετωπίσει κανείς τον ανθρώπινο εκμηδενισμό…  Καθένας σχετίζεται διαφορετικά με τον ήρωα, δεν υπάρχει ωστόσο «έλεος» από κανέναν… Οι μεταστροφές είναι κανόνας (από φίλος εχθρός και τανάπαλιν), φαινόμενο συχνό στη ζωή των ιδρυμάτων (είμαι μόνος, κατάμονος με τον εαυτό μου και με τη βεβαιότητα πως σ’ αυτό το μέρος θα είμαι πάντα μόνος με τον εαυτό μου. Είμαι στο μέρος εκείνο όπου η αγάπη και η φιλία είναι πράγματα άγνωστα. Είμαι στην κόλαση… Πόσο λίγο αμάρτησα στη ζωή μου και πόσο πληρώνω! – είναι τόσο φοβερό να απολαύσει κανείς λίγο σναπς;).
Και το σπαραχτικό:
Οι αστερισμοί μεταβάλλονται διαρκώς, και μόνο ένα πράγμα μένει αμετάβλητο: ο φθόνος και το μίσος όλων προς όλους, η ζωώδης εχθρότητα όλων εναντίον όλων. Στη φυλακή δεν υπάρχει πίστη ούτε φιλία ούτε ευπρέπεια. «Ή θα φας ή θα σε φάνε, Ζόμερ!» Δυσκολεύτηκα να την εμπεδώσω τη ρήση αυτή. Και δυσκολεύομαι ακόμα, και πάντα θα δυσκολεύομαι, όχι από ευπρέπεια, αλλά επειδή είμαι αδύναμος.

Παρόλη τη φρικτή μονοτονία των ημερών, υπάρχει εσωτερική εξέλιξη… Αρχικά, ο Έρβιν αρχίζει και συνηθίζει, βρίσκει τρόπους να απασχολείται (φτιάχνει… σκούπες, ξεκαρδιστική η περιγραφή εκμάθησης) και παύει να ελπίζει σε κάτι καλύτερο. Εκείνη η περίοδος είναι και η ευτυχέστερη, ίσως κι όλης του της ζωής. Όταν όμως άστραψε πάλι η ελπίδα της «φυσιολογικής» ζωής, κι ακόμα περισσότερο, όταν ξανασυνάντησε τη Μάγδα, τα γεγονότα άρχισαν πάλι να εξελίσσονται καταιγιστικά, και λίγο λίγο ξεφεύγουν από τον έλεγχο του ήρωα. Η πτώση τώρα είναι κάθετη… 
Το τέλος είναι εκπληκτικό, και από άποψη περιεχομένου αλλά και μορφής, εγώ όμως στην ανάρτησή μου για τέλος θα παραθέσω ένα απόσπασμα που το βρήκα κορυφαίο, γιατί προκύπτει αβίαστα από τα γεγονότα και αφορά την κορυφαία στιγμή συνειδητότητας στην οποία έφτασε ο ήρωας:
Είχα αρχίσει να νιώθω μια πρωτόγνωρη χαρά, ένα σχεδόν απολαυστικό αίσθημα αυτάρκειας με κατέκλυζε σιγά σιγά, το οποίο μου θύμιζε πολύ την περίοδο που δούλευα στο ξυλουργείο με τον Μ. και πριόνιζα ξύλα/Και κάθε φορά που καθόμουνα όρθιος στο πρεβάζι του παραθύρου κι έπαιρνα αυτές τις δέκα ή δώδεκα απολαυστικές ρουφηξιές με τη μικρή μου πίπα, ένιωθα πιο πλούσιος κι ευτυχισμένος από ποτέ. Ένιωθα, πράγματι, πως δεν είχα ευχαριστηθεί στη ζωή μου τόσο βαθιά, όσο στη θαλπωρή αυτού του κελιού. Φαίνεται πως η αυτάρκεια του συντρόφου μου Κβαλ, που κοιμόμασταν μαζί, στον ίδιο θάλαμο, αυτό το χάρισμα που είχε να παίρνει χαρά από τα μικρότερα πράγματα, είχε ήδη επιδράσει πάνω μου.
Χριστίνα Παπαγγελή



[1] Στο εξαιρετικό επίμετρο της μεταφράστριας Έμης Βαϊκούση επισημαίνεται η στενή σχέση της βιογραφίας του αλκοολικού συγγραφέα με του ήρωα του βιβλίου. Όπως γράφει η Βαϊκούση, «η συγγραφή του Πότη μέσα στο άσυλο και ειδικά η τραγική κατάληξη του ήρωα φαίνεται πως είχαν καθαρτήρια επίδραση στον συγγραφέα˙ λειτούργησαν, ας πούμε, ψυχοθεραπευτικά».
[2] Τα ονόματα ανήκουν στον κόσμο των αδερφών Γκριμ: Χανς ο τυχερός- άτυχος στο παραμύθι Ο τυχερός Γιάννης  και Φάλαντα το άλογο στο Κοριτσάκι με τις χήνες
[3] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82
[4] Είναι μια καλλιτεχνική τάση της δεκαετίας του 1920, η οποία ξεπηδάει από τον εξπρεσιονισμό, αλλά σε αντίθεση με αυτόν εκφράζει μια νέα ρεαλιστική, σκεπτικιστική αντίληψη των φαινομένων της ζωής, απαλλαγμένη πλήρως από συναισθηματισμούς, αποδίδοντας πιστά, παραστατικά, με έμφαση και καθαρές γραμμές, χωρίς προκαταλήψεις, θέματα που αντλούνται με ριζοσπαστικό τρόπο από την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα της εποχής. Ο καλλιτέχνης χαρακτηρίζεται από την επιθυμία μιας ψυχρής απεικόνισης της ανθυγιεινής και διεφθαρμένης μεταπολεμικής κοινωνίας και στρέφει το βλέμμα του προς κάθε τι το καθημερινό, το πεζό, μη έχοντας κανέναν ενδοιασμό να παρουσιάσει το σκληρό, το κυνικό, ”το άσχημο”. Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι οι   Ότο ΝτιξΜαξ Μπέκμαν και Τζορτζ Γκρος (Wikipedia).
[5] Balastaxistenzan, στη «ναζιστική» διάλεκτο. Πρόκειται για τη γνωστή τακτική της ναζιστικής ιδεολογίας να περιθωριοποιεί συλλήβδην τους τρόφιμους ασύλων και ιδιαίτερα τους ψυχοπαθείς, και να τους αποδίδει αυτόν τον χαρακτηρισμό (αργότερα θα τους «εξαφάνιζε» με μεθόδους σκοτεινές)