Κυριακή, Ιούλιος 05, 2009

Το κίτρινο σπίτι, Martin Gayford

Στις 23 Οκτωβρίου του 1888 ο Πωλ Γκωγκέν, ύστερα από πρόσκληση του Βίνσεντ Βαν Γκογκ, φτάνει στην Αρλ όπου φιλοξενείται στο «Κίτρινο σπίτι»· οι δυο ζωγράφοι συμβιώνουν και συνεργάζονται για δυο περίπου μήνες στη βρόμικη αυτή πόλη του νότου που επέλεξε ο Βίνσεντ «χωρίς ιδιαίτερο λόγο», ή γιατί ένιωθε πως τα «χρώματα του πρίσματος ήταν καλυμμένα από την ομίχλη του νότου». Ήταν μια πρωτότυπη ιδέα, δεδομένου ότι η βόρεια Ευρώπη είχε γεμίσει κοινότητες μποέμ ζωγράφων, δεν υπήρχε όμως κάποια τέτοια κοινότητα στο νότο. Ο Βίνσεντ αποκαλούσε τη φανταστική του ομάδα ζωγράφων άγνωστων και πρωτοποριακών«οι καλλιτέχνες της Petit Boulevard», μια κοινότητα όπου θα ζούσαν και θα δούλευαν όλοι μαζί στο λαμπερό, καθαρό φως του νότου.
Πολλές επιστολές (τέσσερις αποστολές με το τρένο καθημερινά) ανταλλάσουν οι δυο φίλοι με τους φίλους τους και τον αδελφό του Βίνσεντ, τον Τεό, (που ως γνωστόν προστάτευε οικονομικά τον Βίνσεντ) κι αυτές είναι η βασική πηγή απ’ όπου αντλεί το υλικό του ο συγγραφέας του βιβλίου/ κριτικός τέχνης M. Gayford για να περιγράψει και να μεταφέρει τον τρόπο ζωής, το πνεύμα και το έργο των δυο μεγάλων ζωγράφων κατά την περίοδο αυτή.
Κάπως επιφανειακή και πληροφοριακή η προσέγγιση, γραμμική στον άξονα του χρόνου, αλλά με ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για τη ζωή και τις συνήθειες των δυο ζωγράφων, και με στοιχειώδη σχόλια για τους πίνακες που φιλοτέχνησαν κατά την περίοδο αυτή (που παρατίθενται στο βιβλίο κι ο αναγνώστης μπορεί να τους μελετήσει).
Έτσι, βλέπουμε τον τρόπο ζωής των δυο καλλιτεχνών, τις συνήθειές τους και τον διαφορετικό χαρακτήρα τους: πιο οργανωτικός, σκληρός κι αποφασιστικός ο Γκωγκέν, πιο ευάλωτος, ταπεινός, αγχώδης και α-ταχτος ο Βαν Γκογκ. Παρακολουθούμε και τις σκέψεις τους, όπως αυτές παραδόθηκαν μέσα από τις επιστολές τους. Καταλαβαίνουμε τι είναι αυτό που διαφοροποιεί την καλλιτεχνική τους έκφραση από αυτή των σύγχρονών τους ζωγράφων, όταν βλέπουμε ότι ο Βαν Γκογκ φερειπείν, αναζητά να «εκφράσει τα τρομερά πάθη των ανθρώπων» στα καφενεία, ανάμεσα στις πόρνες και τους μπεκρήδες. Παρόλες τις αντιθέσεις τους, υπάρχουν και βαθιές αναλογίες στον τρόπο που βλέπουν την πραγματικότητα (Γκωγκέν: οτιδήποτε ολοκληρωμένο και τέλειο παραπέμπει στο άπειρο, και η απόλαυση οποιουδήποτε όμορφου πράγματος είναι, όπως η σαρκική επαφή, μια στιγμή του απείρου). Όπως παρουσιάζεται μέσα από τις επιστολές, ο Βαν Γκογκ καθησυχάζεται από την παρουσία του Γκωγκέν τον οποίο θαυμάζει, αλλά διακατέχεται από τη μόνιμη ανασφάλεια ότι θα φύγει. Ο Γκωγκέν ήδη είχε αρχίσει να κάνει μεγάλη εντύπωση στον Βίνσεντ με έναν πίνακά του που είχε φέρει από τη Καραϊβική, που απεικόνιζε τέσσερις μαύρες γυναίκες – ένας δάσκαλος των πλούσιων χρωμάτων και των θερμών, παραδεισένιων τόπων. Έχοντας ήδη αποδράσει από το παριζιάνικο πνεύμα («εσύ είσαι ένας αληθινός Παριζιάνος. Άσε με εμένα στην εξοχή. Εδώ ανακαλύπτω τους βάρβαρους και τους πρωτόγονους. Όταν τα ξύλινα παπούτσια μου χτυπούν το γρανιτένιο έδαφος, ακούω τον πνιχτό, υπόκωφο τόνο, επίπεδο και δυναμικό, που προσπαθώ να πετύχω στους πίνακές μου»[1]), συναρπάζει τον Βαν Γκογκ με τις ιστορίες του από τους τροπικούς, επηρεάζοντάς τον σε τέτοιο βαθμό, που ο τελευταίος θεωρεί ότι "το μικρό κίτρινο σπίτι εδώ στην Αρλ θα παραμείνει ένας ενδιάμεσος σταθμός ανάμεσα στην Αφρική, τους Τροπικούς και τους ανθρώπους του Βορρά".

Οι δυο τους διαβάζουν πολλά βιβλία, συζητούν, κάνουν περιπάτους· ο Γκωγκέν ήταν δεινός ξιφομάχος, έπαιζε πιάνο και μαντολίνο. Η επικοινωνία τους είναι γνήσια, συμπληρωματική αλλά και αντιθετική, αμιά φορά και ανταγωνιστική. Ζωγραφίζουν με το δικό του τρόπο ο καθένας το ίδιο θέμα, θέματα που ανλούν από την καθημερινότητα και το περιθώριο. Βλέπουμε ακόμα έμμεσα και τις σχέσεις των ζωγράφων με τους άλλους καλλιτέχνες της εποχής, το θαυμασμό π.χ. του Γκωγκέν προς τον Σεζάν και την αντιπαράθεσή του με τον Σερά (ο πουαντιγισμός για τον Γκωγκέν ήταν υπερβολικά λογικός, επιστημονικός κι επιφανειακός), σε αντίθεση με τον Βαν Γκογκ που τον θαυμάζει. Εντυπωσιακές είναι και οι συνειδητές προσπάθειες συσχετισμού της ζωγραφικής με τη μουσική (σελ.177, 184), της πολυχρωμίας π.χ. με την πολυφωνία (η συναισθησία, η έκφραση μιας αίσθησης διαμέσου μιας άλλης), στο κεφάλαιο «Ζωγραφίζοντας σαν μουσικοί»:
σελ.186:
Ο Βίνσεντ πρόσθεσε τον Βάγκνερ στον Monticelli, στον Ντελακρουά και τον εαυτό του σε μια λίστα τρελών, μεθυσμένων και μανιωδών καπνιστών. Όλοι αυτοί είχαν όλο το πάθος του ποτού ή του καπνού, θεωρούσε ο Βίνσεντ, λόγω της διανοητικής εξουθένωσης που τους προκαλούσε η επινόηση πολυσύνθετων αρμονιών, σημειώσεων ή χρωμάτων.
Εξάλλου, όπως ο ίδιος γράφει στον Τεό:
Ο θεατής πρέπει να καταλαβαίνει ότι είμαι στο κέντρο ενός περίπλοκου υπολογισμού πολύ νωρίτερα. Έτσι λοιπόν τώρα, που όλοι λένε ότι κάνω τα έργα μου βιαστικά, μπορείτε να απαντήσετε ότι και κείνοι τα κοιτάζουν βιαστικά.

Η δομή του βιβλίου είναι λίγο ακατάστατη. Ενώ τα κεφάλαια είναι χωρισμένα με ημερολογιακή σειρά (κατά βδομάδες σχεδόν), γίνονται ξαφνικά κάποιες σύντομες αναδρομές στο παρελθόν, προκειμένου να ερμηνευτούν πρόχειρα κάποιες συμπεριφορές. Έτσι, πληροφορούμαστε σύντομα για το διαλυμένο γάμο του Γκωγκέν αλλά και τη γεύση οικογένειας που είχε ο Βίνσεντ συζώντας για λίγα χρόνια με την πόρνη Sien και το παιδί της (γεγονός που υπήρξε αιτία πολλών επιθέσεων). Αναφορά γίνεται και στα πρώιμα επεισόδια αποκλίνουσας συμπεριφοράς του, που ερμηνεύτηκαν από την οικογένεια του ως ψυχική νόσος, με αποτέλεσμα ο πατέρας του να θέλει να τον κλείσει σε ψυχιατρείο.
Η πολυκύμαντη σχέση του Γκωγκέν με τον Βαν Γκογκ ίσως αποτελεί και το κλειδί της ψυχικής διαταραχής του τελευταίου, η οποία άρχισε να εκδηλώνεται έντονα ήδη από την αρχή της συνεύρεσης των δυο καλλιτεχνών, κατά την περίοδο του «κίτρινου σπιτιού», και κορυφώθηκε με τον αυτοακρωτηριασμό του. Ο συγγραφέας κάνει σχεδόν μια μικρή έρευνα, βασιζόμενος σε πηγές και μας δίνει πολλά στοιχεία αυτού του καθοριστικού σταθμού για την ψυχική ζωή του ζωγράφου. Το επεισόδιο ήταν και η αφορμή που γύρευε ο Γκωγκέν για ν’ αναχωρήσει από την Άρλ, Δεκέμβριο του 1888.
Στον επίλογο του βιβλίου που έχει τον τίτλο «Τα επακόλουθα», διατρέχει ο συγγραφέας σύντομα την σύντομη περίοδο μέχρι το θάνατο του Βαν Γκογκ Γκογκ (αυτοτραυματισμός/ αυτοκτονία; βλ. "Ποιος σκότωσε τον Βαν Γκογκ;" του Pierre Cabane)
τον Ιούλιο του 1890. Η μελέτη των πηγών οδηγεί τον συγγραφέα στην πεποίθηση ότι η ψυχική νόσος του Βαν Γκογκ ήταν «διπολική ψύχωση», που συμβαίνει σχεδόν στο 1% του σύγχρονου Δυτικού κόσμου, αλλά το ποσοστό ανεβαίνει κατά πολύ σε δημιουργικούς ανθρώπους, όπως είναι οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες. Όπως όμως επισημαίνει και ο ίδιος ο συγγραφέας παρακάτω,
Εκείνοι που ζουν στην κόψη του ξυραφιού έχουν και την ικανότητα να βλέπουν πιο μακριά. Οι γρήγορες σκέψεις, οι συσχετισμοί μεταξύ πραγμάτων που κανένας άνθρωπος σε κανονική πνευματική κατάσταση δεν μπορεί να κάνει, η οξύτητα των συναισθημάτων και των οδυνών- όλα αποτελούν τα καύσιμα για ένα δημιουργικό ταξίδι. Η παράνοια των καλλιτεχνών δεν είναι απόλυτα μυθική.
Στο ερώτημα που τίθεται στο τέλος του βιβλίου, “Αν λοιπόν ο Βίνσεντ είχε εξεταστεί απ' τους γιατρούς μετά από έναν αιώνα, θα υπήρχε έτοιμη διάγνωση. Θα υπήρχε επίσης και θεραπεία. Στα μέσα του εικοστού αιώνα ανακαλύφθηκε πως οι απότομες εναλλαγές της διάθεσης μπορούν να ελεγχθούν με φάρμακα, όπως το λίθιο. Θα δεχόταν, όμως, ο Βίνσεντ μια τέτοια θεραπεία;», δίνεται η απάντηση:
«Τα χάπια θα μείωναν τον ψυχικό του πόνο, αλλά πολλοί διπολικοί συγγραφείς και καλλιτέχνες που έκαναν την θεραπεία, γρήγορα τη σταμάτησαν. Τους έλειπε η έξαψη των “ανεβασμένων” συναισθημάτων όπως το έθεσε ο Hugo Wolf, ένας ακόμη παθών-, όταν “το αίμα μετατρέπεται σε φλογοβόλο δύναμη”. Η λογική ήταν γι' αυτούς μια πολύ επίπεδη κατάσταση».

Πρόκειται συνολικά για μια προσεκτική και συνεπή μελέτη, με παράθεση πηγών και βιβλιογραφίας στο τέλος του βιβλίου, με αξιόλογες παρατηρήσεις και τεκμηρίωση. Είναι μια ακαδημαϊκή προσέγγιση, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνεπάγεται αυτό. Σίγουρα όμως δεν έχει το πάθος και τη φλόγα της προσέγγισης του Αντονέν Αρτώ, στο βιβλίο του «Ο αυτόχειρας της κοινωνίας», που μπορεί να είναι ακραία και υποκειμενική, αλλά μεταδίδει τους παλμούς του μεγάλου καλλιτέχνη.


[1] από γράμμα του Γκωγκέν στον Πιερ Λοτί, από τη Βρετάνη




Χριστίνα Παπαγγελή

Δευτέρα, Ιούνιος 22, 2009

Το νησί, Βικτόρια Χίσλοπ

Ένα χορταστικό μυθιστόρημα για …ξεκούραση, για καλοκαίρι, για μαμάδες, για γιαγιάδες· με αρχή- μέση – τέλος, χαρακτήρες, συναισθηματικό σασπένς · στα όρια κάπως του «εμπορικού» βιβλίου, αλλά κατά τη γνώμη μου αξιοπρεπές, χωρίς δηλαδή να ξεπέφτει στις παραχωρήσεις του «αγοραίου».
Το «νησί» είναι η Σπιναλόγκα, κι εδώ έγκειται και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μέσα από τους συμπαθητικούς κεντρικούς ήρωες αναφαίνεται αυτή η ιδιαίτερη πτυχή της ελληνικής ιστορίας των μέσων του 20ου αι., η ιδιόμορφη κοινωνία που αναπτύχθηκε στο νησί αυτό των βορείων παραλίων της Κρήτης όπου έστελναν όσους έπασχαν από λέπρα από τις αρχές του 20ου αι. μέχρι το 1957, οπότε ανακαλύφθηκε η θεραπεία.
Δυο χρονικά επίπεδα βλέπουμε στο βιβλίο. Το 2001 η Αλέξις (ελληνικής καταγωγής από Αγγλία) επισκέπτεται την Κρήτη με τον αρραβωνιαστικό της και, παρακινημένη από τη σιωπή της μητέρας της σχετικά με το παρελθόν και την καταγωγή της, αναζητά τη φίλη της γιαγιάς της, τη Φωτεινή. Εκείνη αναλαμβάνει να της αφηγηθεί την ιστορία της προγιαγιάς της, της γιαγιάς της Άννας και της αδερφής της τελευταίας που είναι και η βασική πρωταγωνίστρια, της Μαρίας. ‘Ετσι, ξεκινά μια εγκιβωτισμένη αφήγηση που μας γυρίζει πίσω, στην περίοδο όπου η λέπρα θέριζε, κι έστελνε –απ’ όλη την Ελλάδα- τα θύματά της στη Σπιναλόγκα.
Αυτό που προοικονομείται κι αναδεικνύεται στη συνέχεια μέσα από την αφήγηση της Φωτεινής, είναι ότι οι άνθρωποι που έζησαν εκεί έκαναν κάτι περισσότερο από το να κάθονται και να λυπούνται τον εαυτό τους. Μια ολόκληρη κοινωνία στήνεται σιγά σιγά από ανθρώπους σε οριακή κατάσταση που η μόνη τους ελπίδα είναι να στηρίζει ο ένας τον άλλον. Παράλληλα, παρακολουθούμε από κοντά το δράμα της προγιαγιάς που αφήνει τα δυο κορίτσια της προσβεβλημένη από αρρώστια βαριάς μορφής, καθώς και τους αντίθετους χαρακτήρες των δυο κοριτσιών. Η σκιαγράφηση της φιλόδοξης Άννας και του Μανόλη θυμίζει τους νατουραλιστικούς ήρωες του Καραγάτση, παραδομένους στα ένστικτα και στα πάθη τους, ενώ η Μαρία είναι πιο «χαμηλών» τόνων. Πάθη παράφορα, έντονα συναισθήματα και μεταπτώσεις, αφ ης στιγμής προσβάλλεται και η Μαρία από την αρρώστια (ενώ είναι έτοιμη ν αρραβωνιαστεί το Μανόλη, με τον οποίο είναι μοιραία ερωτευμένη η … Άννα)!
Ωστόσο, λίγο καιρό μετά την άφιξή της στο νησί, η Μαρία γνώριζε με απόλυτη βεβαιότητα ότι ο Μανόλης δεν ήταν παθιασμένα ερωτευμένος μ’ αυτήν, αλλά με την ιδέα ότι ήταν παθιασμένα ερωτευμένος. Αυτό είναι και το πιο δυνατό σημείο του βιβλίου, και το μόνο που σημείωσα ως γραφή.
Αιφνιδιάζει ευχάριστα επίσης η άρνηση του γιατρού –αρχικά- να παντρευτεί τη γιατρεμένη Μαρία όταν πια άδειασε η Σπιναλόγκα, κάτι που «έσωσε» το βιβλίο από το να γίνει "εύκολα προβλέψιμο". Παρόλ' αυτά, ο αναγνώστης που ταυτίζεται συνήθως σ' αυτές τις ιστορίες, κλείνει το βιβλίο ...ευχαριστημένος!

Δευτέρα, Ιούνιος 08, 2009

Η σπηλιά, Ζοζέ Σαραμάγκου

Ένα καταπληκτικό βιβλίο για όποιον είναι εξοικειωμένος με το πολύ ιδιαίτερο ύφος του Σαραμάγκου, αλλά ίσως και το πιο πρόσφορο για να ξεκινήσει κανείς να προσεγγίζει τον ιδιότυπο αυτόν συγγραφέα.
Πρωταγωνιστής είναι ένας ηλικιωμένος κεραμοποιός που ζει με την κόρη του σ’ ένα «παραδοσιακό» σπίτι, κοντά σ’ ένα σύγχρονο εμπορικό Κέντρο, που κατονομάζεται με το συμβολικό όνομα «Κέντρο». Η πλοκή είναι απλή: ο κεραμοποιός παραδίδει μια φορά τη βδομάδα πιατικά και κεραμικά στο Κέντρο για να πουληθούν, αλλά κάποια μοιραία στιγμή αρνούνται πια οι έμποροι ν’ αγοράσουν τα βαριά κι εύθραυστα σκεύη, γιατί προτιμούν τα πλαστικά, φτηνά και βιομηχανοποιημένα. Τότε η κόρη του σκέφτεται να φτιάξουν πήλινες κούκλες, η αγορά δέχεται, αρχίζουν να φτιάχνουν μια υπεράριθμη ποσότητα, τελικά δεν προχωρά η δουλειά κι αναγκάζεται ο ήρωάς μας να παραιτηθεί. Τέλος, ο γαμπρός του ορίζεται φύλακας στο κέντρο και παρασύρει όλη την οικογένεια στο γιγαντιαίο εμπορικό οικοδόμημα.
Σαφώς δεν έχει τόση σημασία η απλή και συμβολική αυτή υπόθεση, όσο το βάθος: τα συναισθήματα, οι σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους, ανθρώπων και πραγμάτων, οι οπτικές γωνίες. Η σχέση του ανθρώπου με το χρόνο και τον «πολιτισμό», με την προσωπική δημιουργία και με την «αγορά».
Όπως υπαγορεύει και το «στυλ» του Σαραμάγκου, οι διάλογοι καταγράφονται σαν παραλήρημα, χωρίς παύλες και παραγράφους, διακόπτονται από ένα κόμμα, ενώ ενδιάμεσα παρεμβάλλονται οι μύχιες σκέψεις των ηρώων αλλά και του συγγραφέα-παρατηρητή. Ο παντογνώστης συγγραφέας είναι διαρκώς παρών, αλλά δεν ερμηνεύει, δεν κάνει παρεκβάσεις του συνηθισμένου τύπου, είναι παρούσα η «ματιά» του. Όλα έχουν νόημα και ουσία, καμιά φράση δε φαίνεται να είναι περιττή, αν και θα περίμενε κανείς μια τέτοια λιτή υπόθεση να αναπτύσσεται φλύαρα εφόσον πρόκειται για ένα βιβλίο περίπου 350 σελίδων. Δεν μπορείς να διαβάσεις τον Σαραμάγκου «διαγωνίως», όπως κάνουμε σε άλλα βιβλία όπου η σκέψη αφαιρείται πού και πού, αλλά μπορούμε και παρακολουθούμε τον βασικό κορμό. Η γραφή του σου επιβάλλει ένα ρυθμό, κάπως πιο αργό αλλά πολύ μεστό. Παρόλο που οπτικά (συνεχές κείμενο, χωρίς παραγράφους, χωρίς τελείες) σου δίνει την εντύπωση ότι θα διαβάσεις περιγραφές και στοχασμούς, τα συναισθήματα και οι σκέψεις δεν προβάλλονται σε πρώτο πλάνο, δεν υπογραμμίζονται, αλλά διαφαίνονται μέσα από λόγια και πράξεις.
Αν μπορούσα, θα τα’ αντέγραφα όλο· όποια σελίδα και ν’ ανοίξω, κάθε φράση που διαβάζω έχει κάτι μοναδικό:
Σελ. 13:
Ο γαμπρός του είναι ένας συμπαθητικός νεαρός, χωρίς αμφιβολία, μα είναι νευρικός, απ’ αυτούς τους εκ γενετής ανήσυχους που πάντα αδημονούν με το χρόνο, ακόμα κι όταν τους περισσεύει, οπότε δεν ξέρουν τι να βάλουν μέσα, μέσα στο χρόνο εννοούμε (…)
Σελ. 26:
Έχετε πρόβλημα, θέλετε βοήθεια, να δώσω ένα σπρωξιματάκι, μπορεί να είναι η μπαταρία. Κι αφού κι οι πιο δυνατές ψυχές έχουν στιγμές ακαταμάχητης αδυναμίας, τότε δηλαδή που το σώμα δεν καταφέρνει να φερθεί με τη συστολή και τη διακριτικότητα που χρόνια ολόκληρα του δίδασκε το πνεύμα, γιατί να μας παραξενέψει που η προσφορά βοήθειας, προερχόμενη μάλιστα από έναν άνθρωπο με κοψιά κοινού σαλταδόρου, άγγιξε την πιο ευαίσθητη χορδή του Σιπριάνο Αλγκόφ σε σημείο ν’ ανέβει ένα δάκρυ στην άκρη του ματιού του (…) μ’ αυτό (…) θέλουμε να πούμε πως θα ξέραμε πολύ περισσότερα για τις περιπλοκές της ανθρώπινης ζωής αν στρωνόμασταν να μελετήσουμε με επιμονή τις αντιφάσεις της αντί να χάνουμε τόσο καιρό με τις ταυτότητες και τις συνοχές, γιατί αυτές είναι υποχρεωμένες να εξηγούνται από μόνες τους.
Σελ.31:
Παρατήρησε τον εαυτό του στο καθρέφτη, δεν βρήκε καμιά επιπλέον ρυτίδα στο πρόσωπο, Την έχω σίγουρα μέσα μου, σκέφτηκε.
Σελ.34:
Δεν είμαι σε ηλικία για ελπίδες, Μαρσάλ, χρειάζομαι βεβαιότητες, και μάλιστα άμεσες, που δεν περιμένουν μέχρι το αύριο, που ίσως να μην είναι δικό μου.
Σελ.203:
Αγαπημένη μου κόρη, πολύ πιθανόν η απερισκεψία να είναι για τους νέους καθήκον, για τους γέρους όμως είναι ένα απολύτως σεβαστό δικαίωμα.

Όλη η υπόθεση του γιγαντιαίου Κέντρου που καταπίνει τη φυσική ζωή και αλλοτριώνει την προσωπικότητα, είναι μια αλληγορία που παραπέμπει κατευθείαν στην αλληγορία του σπηλαίου, του Πλάτωνα. Άλλωστε, το motto της αρχής είναι:

-Πόσο περίεργη η σκηνή που περιγράφεις
Και τι περίεργοι φυλακισμένοι,
-Όμοιοι μ΄εμάς
.

(Πλάτων, Πολιτεία, Βιβλίο Ζ΄)
Σ’ όλα τα βιβλία του Σαραμάγκου μπορεί κανείς ν’ ανιχνεύσει το αλληγορικό στοιχείο, κάπως «μακροσκοπικά». Ενώ δηλαδή εστιάζει πολύ στη λεπτομέρεια, και μάλιστα την αφανή, δυσδιάκριτη λεπτομέρεια, ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι στο σύνολό της η υπόθεση είχε μια βαθιά αλληγορική σημασία. Δεν υπογραμμίζει όμως (σύνηθες στον αλληγορικό λόγο), δε διδάσκει, δεν διακηρύσσει ο συγγραφέας. Είναι πάντα παρών, σαν ένας γέρος που αφηγείται σε ακροατήριο και παραθέτει εικόνες, χρωματίζοντας τες με τη δική του ματιά.
Έτσι και δω, όταν πια παρακολουθείς την τραγική σκηνή όπου ο συμπαθής και ταπεινός Σ. Αλγκόρ αποφασίζει να μην πετάξει τα άχρηστα πια πιατικά, αλλά τα κουβαλάει προσεκτικά και τα φυλάει στη σπηλιά, νιώθεις ότι όλο το βιβλίο γράφτηκε για να αναδείξει αυτή την εικόνα (σελ 161):
Θα, ναι λοιπόν γελοίος, σε ύψιστο βαθμό, τούτος ο Σ. Αλγκόρ που εξαντλεί τον εαυτό του κατεβαίνοντας αιωρούμενος στη σπηλιά κουβαλώντας στα χέρια του τα ανεπιθύμητα πιατικά αντί να τα πετάξει απλώς από πάνω στη τύχη και να τα μετατρέψει in continenti σε θρύψαλα, όπως υποτιμητικά τα ταξινόμησε όταν περιέγραψε στην κόρη του τη διαδικασία και τα επεισόδια της τραυματικής επιχείρησης της εκκένωσης (…). Αρκεί να δει κανείς με πόση προσοχή εναποθέτει στο χώμα τα διαφορετικά κομμάτια κεραμικών, πώς τα τακτοποιεί ανά οικογένεια, πώς τα στοιβάζει, όταν αυτό είναι εφικτό και σώφρον, αρκεί να δούμε την καταγέλαστη σκηνή που μας προσφέρεται για να επιβεβαιώσουμε πως δεν έσπασε ούτε ένα πιάτο, ότι κανένα χερούλι φλιτζανιού δεν κόπηκε, καμιά τσαγέρα δεν έμεινε χωρίς στόμιο. (+++)

Μια εικόνα απ' αυτές που σημαίνουν όσα δε λένε χίλιες λέξεις...

Κυριακή, Μάϊος 31, 2009

έρωτας στα χρόνια της ειρωνείας, Αγγέλα Καστρινάκη

Τον είχε δει μία μόνο φορά- οπόταν δεν την είχε άλλωστε εντυπωσιάσει· κι έπειτα διαμόρφωσε μια εικόνα στηριγμένη στο πιο φτωχό μέσο που εφηύρε ποτέ ο άνθρωπος, όπου δε βλέπεις τον άλλον, δεν ακούς τη φωνή του, δεν γνωρίζεις ούτε καν τον γραφικό του χαρακτήρα. Διαβάζεις μόνο μηνύματα που σε μεγάλο βαθμό τα υπαγορεύει το ίδιο το μέσο. Είχε παρατηρήσει ότι και άλλοι πολλοί αλληλογράφοι της καλλιεργούσαν τη χιουμοριστική γραφή· τα μηνύματά τους είχαν μια ειρωνική ελαφράδα, κάτι που μάλλον θα απουσίαζε αν επρόκειτο για κανονικά συμβατικά γράμματα. Το χιούμορ λοιπόν ήταν ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του μέσου, όχι του προσώπου. Ακόμα και ο τόνος ξεγελάει: τον τόνο τον προσδιορίζει ο παραλήπτης, όχι ο αποστολέας· μα άλλα λόγια, ο αναγνώστης μπορεί να φανταστεί ό, τι του καπνίσει.

Πρόκειται για ένα «ηλεκτρονικό ρομάντσο», τη σχέση μεταξύ μιας παντρεμένης γυναίκας, της Μέλπως, με τον επίσης παντρεμένο Μάριο, σχέση που γεννιέται και τροφοδοτείται αρχικά με τα e-mail (στον επίλογο η ίδια η συγγραφέας γράφει: είναι φανερό πως με το συμβατικό ταχυδρομείο η σχέση δεν θα εξελισσόταν με την ίδια ταχύτητα. Ένα γράμμα κάθε δεκαήμερο είναι κάτι πολύ διαφορετικό από ένα γράμμα κάθε δίωρο. Η ιδιάζουσα ποιότητα της σχέσης ανάμεσα στον Μάριο και στη Μέλπω (αυτή η υστερία του «είμαι μαζί σου κάθε στιγμή») δεν θα μπορούσε να είχε αναπτυχθεί με άλλο μέσο. Το μέσο προσδιόρισε λοιπόν σε κάποιο βαθμό τη σχέση ).
Τα χρόνια της ειρωνείας (κατά το «έρωτας στα χρόνια της χολέρας», του Μαρκές) είναι τα δικά μας, τα σύγχρονα χρόνια· τα χρόνια όπου με το κομπιούτερ, τα email και τα chat η επικοινωνία είναι άμεση κι ας υπάρχει η απόσταση, και η προσέγγιση των ερωτευμένων γίνεται πιο «ταχύρρυθμα».
Η ειρωνεία είναι ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται (αρκετά διακριτικά) σε διάφορες περιστάσεις, π.χ. στη σχέση της Μέλπως με τον άντρα της Στέφανο, (όπως αυτή εξελίχτηκε προς το τέλος του βιβλίου), ο οποίος την εξέπληξε με την αντίδρασή του στη μοιχεία, και σιγά σιγά την ξανακέρδισε (διαθέτουμε κι οι δυο ένα ειδικό χαρακτηριστικό και το διαθέτουμε μάλιστα σε μεγάλη δόση: είμαστε σε θέση να παίρνουμε απόσταση από τον εαυτό μας, να τον βλέπουμε, να τον ζυγίζουμε, να ζούμε και να σκεφτόμαστε ταυτόχρονα. Καταλαβαίνεις τι εννοώ: αυτή την απόσταση, που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε και ειρωνεία…). Η φθίνουσα σχέση με τον Μάριο την κάνει ν’ αναπολεί το «πόσο τέλεια» τη θεωρούσε ο Μάριος, αλλά η επιστροφή στην αλήθεια αποτελεί μια επιστροφή στην «απόσταση» (δυστυχώς ή ευτυχώς ήταν καταδικασμένη στην ειρωνεία ).

Αυτή η σύλληψη, που υποδηλώνεται και στον τίτλο, είναι ό, τι άξιζε για μένα από το βιβλίο. Γιατί, πέρα από κάποια έξυπνα σημεία και παρατηρήσεις που αφορούν τη σύγχρονη καθημερινότητα, με κούρασε και με εκνεύρισε. Χάριν της προαναγγελθείσης ειρωνείας, υποθέτω, ο έρωτας προσεγγίζεται μόνο ως προς τα συμπτώματά του, όχι ως προς τα βαθύτερα κίνητρά του. Δε μαθαίνουμε ποτέ π.χ. τι ήταν αυτό που έκανε τη Μέλπω να δυσφορήσει τόσο με τον Μάριο προς το τέλος· υποθέτουμε ότι ήταν η «πολιτισμένη» αντίδραση του Στέφανου (της εξιστορεί τη ζωή του, τις αποτυχίες του, τα λάθη του, παραδέχεται ακόμα και τα πιο δυσβάσταχτα ελαττώματά του, και φέρεται σαν μικρος θεός), ίσως ακόμα κι ο ανταγωνισμός με τη φιλεναδίτσα του. Η «προκατάληψη» επίσης της συγγραφέως υπέρ της Μέλπως με απώθησε γιατί εγώ τη βρήκα …εγωίστρια και αντιπαθητική!
Κυρίως όμως, αυτό που βρήκα ως αδυναμία γραφής, ήταν η υπερβολική, μέχρι φλυαρίας, «αυτοαναφορικότητα». Η πλήξη του αναγνώστη όταν ο συγγραφέας αποφασίζει να του εξομολογηθεί με κάθε λεπτομέρεια το πώς σκέφτηκε για να ονομάσει τον ήρωα έτσι κι όχι αλλιώς, να του δώσει αυτό το επάγγελμα ή αυτή την ιδεολογία· προς τι αλήθεια; μου φαίνεται ανούσιο, ίσα για να γεμίζει κανείς σελίδες ή για να δίνει μια «μεταμοντέρνα» χροιά.

Τέλος, υποκειμενικά και προσωπικά, ίσως η όλη αρνητική αίσθηση να οφείλεται στο ότι μου φαίνεται ασύμβατο το ειρωνικό/εξυπνακίστικο και το ερωτικό/λυρικό στοιχείο. Εκτός αν έχει κάποιος πολλή μαστοριά.

Χριστίνα Παπαγγελή

Τρίτη, Μάϊος 19, 2009

Το Σαββατοκύριακο, Bernhard Schlink

Η Ντόρλε ξέσπασε σε γέλια:
«Fighting for peace is like
fucking for virginity»

Τολμηρό κι αυτή τη φορά - όπως και στο «Διαβάζοντας στη Χάννα»- το θέμα του Μπέρναρντ Σλινκ, κι ως εκ τούτου συζητήσιμο το αποτέλεσμα: ο Γιοργκ, μέλος της ακροαριστερής και αντιεξουσιαστικής οργάνωσης RAF της Γερμανίας (γνωστής και ως Μπάαντερ Μάινχοφ), με τέσσερις φόνους κι άλλες εγκληματικές πράξεις στο ενεργητικό του, αποφυλακίζεται μετά από 20 χρόνια φυλάκισης, κι όταν πια όλοι οι σύντροφοι έχουν διασκορπιστεί. Η αδελφή του, Κριστιάνε, οργανώνει ένα Σαββατοκύριακο με τους παλιούς φίλους τους σε εξοχικό σπίτι, ώστε να ενταχτεί κάπως ομαλά ο Γιοργκ στη νέα ιστορική πραγματικότητα. Μέσα από τη διαφορετική ιδιοσυγκρασία του καθένα βλέπουμε τις διαφορετικές οπτικές γωνίες ενός κοινωνικού φαινομένου που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη κοινωνία, της τρομοκρατίας.
Φιλόδοξη η πρόθεση του συγγραφέα να «χωρέσει» όλες τις ιδεολογικές αντιθέσεις και τις κοινωνικές συνισταμένες σ’ ένα σαββατοκύριακο· να κάνει μια τομή στο κρίσιμο θέμα του αντάρτικου των πόλεων, του ένοπλου αγώνα, της βίας ως απάντηση στην κρατική βία· να κάνει μια κριτική εκ των έσω, δηλαδή μέσα από τους ίδιους τους δράστες υπό το πρίσμα του χρόνου, μέσα από τα διαμορφωμένα τους συναισθήματα, τις σχέσεις τους, τους συμβιβασμούς και τις εμμονές τους. Τέλος, να δείξει το «κόστος» που έχει αυτή η ιδεολογία στην ίδια τους τη ζωή.
Και τα καταφέρνει, σ’ ένα μεγάλο βαθμό.
Η δυσκολία ενός τέτοιου εγχειρήματος έγκειται στο ότι η παραμικρή απόφαση του συγγραφέα στο πώς θα ζωγραφίσει τους ήρωές του μπορεί να εκληφθεί ως ιδεολογικό μήνυμα. Έτσι, όταν ο κεντρικός ήρωας Γιοργκ ζωγραφίζεται κάπως αδύναμος, δυσανάλογα αδύναμος προς το επαναστατικό του διαμέτρημα και πάντως απόλυτα εξαρτημένος από την Κριστιάνε, αναρωτιέσαι αν αυτό είναι σκόπιμο. Αυτή η αίσθηση της εξάρτησης γίνεται αισθητή από την αρχή ακόμα του βιβλίου, όταν «στήνεται» το σκηνικό, όταν δηλαδή η Κριστιάνε ανακοινώνει στον κατάπληκτο Γιοργκ ότι αποφάσισε να προσκαλέσει (ερήμην του) τους παλιούς φίλους, (τον τάδε, τάδε, τάδε κλπ), γιατί, όπως λέει και παρακάτω εδώ θα εξασκηθείς ένα Σαββατοκύριακο με τους φίλους μας και μετά, όταν πάμε στην πόλη, θα τα καταφέρεις (!).
Η Κριστιάνε είναι αυταρχικός χαρακτήρας, οργανώνει το διήμερο, δίνει εντολές, παίρνει πρωτοβουλίες και «προστατεύει» σε κάθε στιγμή τον Γιοργκ σα να είναι μικρό παιδί κι ανώριμο. Η σχέση Κριστιάνε –Γιοργκ δείχνει εξαρχής προβληματική και παρόλο που στη συνέχεια αυτό εξηγείται, δεν παύει να ενοχλεί η κυριαρχική προσωπικότητα της Κριστιάνε. Ο θάνατος των γονιών τους όταν ο Γιοργκ ήταν πολύ μικρός έκανε την μεγαλύτερη αδελφή του να παίζει το ρόλο της μητέρας. Τα δυο αδέλφια είχαν ερωτική σχέση, και η αδυναμία της Κριστιάνε ήταν τέτοια που - πασχίζει να κρύψει αλλά στο τέλος το ομολογεί - η ίδια κατέδωσε τον αδελφό της για να μη …τον σκοτώσουν.
Όσο αφορά τα πρόσωπα που συμμετέχουν στην προσπάθεια «ανάνηψης» του Γιοργκ, οι συγκρούσεις ανάμεσα στις διαφορετικές προσωπικότητες (ένας δημοσιογράφος, μία …πάστορας, ένας οδοντοτεχνίτης, δικηγόροι, μια δασκάλα κ.α.) είναι αναπόφευκτη. Ο Ούλριχ, π.χ., θέτει από την πρώτη στιγμή το ερώτημα που σκορπίζει την αμηχανία: «Πώς αισθάνθηκες όταν έκανες τον πρώτο σου φόνο;» (περιττό να πω ότι η Κριστιάνε έσπευσε να προστατεύσει τον αδελφό της). Ο Μάρκο πιστός στο όραμά του ότι ο αγώνας πρέπει να συνεχιστεί, πιέζει τον Γιοργκ να υπογράψει μια σχετική δήλωση που θα κοινοποιηθεί στα κανάλια. Μια δήλωση δηλαδή που θα γελοιοποιήσει τον πρόεδρο, γιατί πώς να δικαιολογήσει ότι απονέμει χάρη σ’ έναν τρομοκράτη, που πρώτη του δουλειά είναι να κηρύξει τον πόλεμο στο κράτος;
Ο Γιοργκ όμως δείχνει χαμένος και κουρασμένος, αδιάφορος στα ερωτικά καλέσματα της κόρης τού Ούλριχ, αδύναμος ν’ αντιδράσει δυναμικά στις προκλήσεις (π.χ. στο περιφρονητικό σχόλιο ότι καταδέχτηκε να ζητήσει χάρη από το κράτος). Η αδυναμία του κορυφώνεται όταν δέχεται την επίθεση του γιου του, του Φερντινάντο, που εμφανίζεται αιφνιδιαστικά (κανένας δεν τον έχει δει μέχρι τότε, εφόσον μεγάλωσε με γιαγιά- παππού, η μητέρα του πέθανε όταν ήταν ενός). Η επίθεση του Φερντινάντο φανερώνει την άλλη πλευρά του νομίσματος : "δεν είσαι ούτε μια στάλα καλύτερος από τους ναζί- ούτε όταν δολοφονούσες ανθρώπους που δε σου’ χαν φταίξει σε τίποτα, ούτε κατόπιν, όταν δεν κατάλαβες τι είχες κάνει. Είχατε θυμώσει με τη γενιά των πατεράδων σας, με τη γενιά των δολοφόνων, αλλά γίνατε κι εσείς ακριβώς το ίδιο. Θα ‘πρεπε να ξέρεις τι σημαίνει να είσαι παιδί δολοφόνου, κι έγινες πατέρας δολοφόνος, ο δικός μου πατέρας δολοφόνος. Έτσι όπως φαίνεσαι και μιλάς, δε μετανιώνεις για τίποτε απ’ όσα έχεις κάνει. Το μόνο που σε στενοχωρεί είναι ότι η υπόθεση πήγε στραβά και ότι σ’ έπιασαν και πήγες φυλακή. Δε στενοχωριέσαι για τους άλλους, στενοχωριέσαι μόνο για τον εαυτό σου".
Και στη συνέχεια:
Όμως μη μου λες εμένα ότι πλήρωσες για όλα. Είκοσι τέσσερα χρόνια για τέσσερις φόνους; Μια ζωή αξίζει μόνο έξι χρόνια; Δεν πλήρωσες γι’ αυτά που έκανες, απλώς συγχώρεσες τον εαυτό σου. Κατά πάσα πιθανότητα πριν καν τα διαπράξεις. Όμως μόνο οι άλλοι μπορούν να συγχωρήσουν. Κι αυτοί δε συγχωρούν.
Ο Γιοργκ παραμένει σιωπηλός μπροστά στην έκρηξη του γιου του (ο γιος που δικάζει τον πατέρα/ο γιος που δεν επιτρέπει στον εαυτό του τον πόνο και ο πατέρας που δεν επιτρέπει στον εαυτό του την αδυναμία). Όλα γίνονται για τον Γιοργκ και γύρω απ’ αυτόν, αλλά εκείνος παραμένει παραζαλισμένος και αδρανής. Μόνο στην αρχή αμύνεται αδύναμα στο ερώτημα του Ούλριχ (μην αρχίσεις να μου λες ότι η γυναίκα δεν είχε πόλεμο μ’ εμένα κι ότι εγώ δεν είχα πόλεμο μ’ εκείνη. Το ξέρεις καλά, όπως κι εγώ, ότι στον πόλεμο δεν πεθαίνουν μόνο οι στρατιώτες) αλλά προς το τέλος του Σαββατοκύριακου παίρνει δυναμικά το λόγο (παρόντος του Φερντινάντο) και ξεδιπλώνει την ιδεολογία του δικαιώνοντας τον μαχητικό Μάρκο και τις προσδοκίες του (ήμασταν υποχρεωμένοι ν’ αγωνιστούμε. Οι γονείς μας προσαρμόστηκαν κι απέφυγαν την αντίσταση από δειλία/απλώς δε μας επιτρεπόταν να μένουμε αδρανείς όταν στο Βιετνάμ έκαιγαν τα παιδιά με ναπάλμ, στην Αφρική πέθαιναν από την πείνα, στη Γερμανία τα τσάκιζαν μέσα στα άσυλα. Πώς το κράτος έδειχνε με όλο και μεγαλύτερο θράσος το απαίσιο προσωπείο της εξουσίας, της καταπίεσης των διαφωνούντων, των δυσπροσάρμοστων, των αχρηστεμένων).
Πιο ξεκάθαρος εκφραστής της ακροαριστερής ιδεολογίας ο Μάρκο:
«Σίγουρα νομίζεις ότι η ενδεκάτη Σεπτεμβρίου ήταν ένα τρελό μουσουλμανικό εγχείρημα. Κι όμως, χωρίς την ενδεκάτη Σεπτεμβρίου δε θα είχε συμβεί τίποτα απ’ όλα τα καλά που έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια. (+++…) Ο κόσμος χρειάζεται πότε πότε ένα τράνταγμα για να έρθει στα συγκαλά του. Όπως και οι άνθρωποι. Ο πατέρας μου μετά το πρώτο του έμφραγμα ζει επιτέλους τόσο λογικά όπως έπρεπε να είχε ζήσει πάντα. Άλλοι χρειάζονται γι’ αυτό δυο και τρία εμφράγματα».
«Μερικοί πεθαίνουν κιόλας από έμφραγμα».
«Όποιος πεθαίνει σήμερα από έμφραγμα ευθύνεται ο ίδιος. Καληνύχτα.»

Το βιβλίο δε δίνει απαντήσεις στα επίμαχα αυτά ζητήματα. Προσωπικά, πιστεύω ότι πρόθεση του συγγραφέα ήταν να «ζωγραφίσει», να περι-γράψει με την πρώτη σημασία της λέξης, το κοινωνικό φαινόμενο της «βίας στη βία των ισχυρών». Θέτει τα ερωτήματα με όλες τους τις αποχρώσεις, και μόνο έμμεσα θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει μια ιδεολογική τοποθέτηση του Σλινκ, δεδομένου ότι τονίζεται η ανθρώπινη πλευρά, η καθημερινότητα, τα συναισθήματα. Γι’ αυτό και η ασήμαντη μέσα στην παρέα του Γιοργκ δασκάλα που φιλοδοξεί να γίνει συγγραφέας, η Ίλζε, έχει ωστόσο μια σημαντική θέση στο βιβλίο. Είναι η «συγγραφική» ματιά, ένα alter ego του συγγραφέα. Ένας σιωπηλός παρατηρητής που προσπαθεί να κατανοήσει τα βαθύτερα κίνητρα των ηρώων, τα συναισθήματά τους, τη «φωτεινή και τη σκοτεινή» πλευρά. Αφορμώμενη από τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου επεξεργάζεται το υποθετικό σενάριο ότι "ένας άντρας αργεί να πάει στο γραφείο όπου δουλεύει, σ’ έναν από τους δυο πύργους, και βρίσκει την ευκαιρία, καθώς θα λογαριάζεται νεκρός απ’ όλον τον κόσμο, να ξεφύγει από την παλιά του ζωή και ν’ αρχίσει μια καινούρια". Αυτή η σκέψη τής δίνει την έμπνευση να μυθιστοριοποιήσει τη ζωή του παλιού σύντροφου Γιαν, που υποτίθεται ότι αυτοκτόνησε επισύροντας την περιφρόνηση (δεν πετάει κανείς τη ζωή του για αστικούς ψευτοσυναισθηματισμούς, όταν μπορεί να την αφιερώσει στον μεγάλο αγώνα), αφήνοντας όμως πίσω του ένα πυκνό μυστήριο.
Μέσα από τα γραπτά κείμενα της Ίλζε, που παρατίθενται αυτούσια, βλέπουμε την πιο «σκληρή» όψη του θέματος. Παρακολουθούμε τον Γιαν, έστω υποθετικά, βήμα -βήμα (μπορούσε –η Ίλζε- με τη δική του ιστορία να διηγηθεί τη γνωστή ιστορία της τρομοκρατίας στη Γερμανία/θα μπορούσε επίσης να εξιστορήσει και ό, τι δεν είχε ερευνήσει, αλλά έπρεπε να το φανταστεί/τι τέλος θα έπρεπε να δώσει στην ιστορία; Θα συλληφθεί ο Γιαν; Θα σκοτωθεί;).

Είναι ένας πολύ έξυπνος τρόπος του Σλινκ να καταπιαστεί με το θέμα στην πιο ακραία του διάσταση διασώζοντας τη υποκειμενικότητα και, μέσω της αμηχανίας της συγγραφικής ματιάς της Ίλζε, τη σχετικότητα της «ιστορίας». Τις «πολλές ματιές». Έτσι, η Ίλζε, και μέσα απ’ αυτήν ο ίδιος ο Σλινκ προσπαθεί να ερμηνεύσει τον ψυχισμό του Γιαν, ο οποίος σκορπάει μεν τη φρίκη, αλλά όταν ξυπνάει πια από τη νάρκωση δραπετεύοντας σε μια νέα ταυτότητα,

οι παλιοί του φόβοι είχαν χάσει το αντικείμενό τους, ένιωθε ανάλαφρος κι ελεύθερος. Τέρμα πια στους ψεύτικους συμβιβασμούς της παλιάς του ζωής. Επιτέλους ζούσε μέσα στην αυταπάρνηση, στην απολυτότητα, στη μοναδικότητα του αγώνα. Ήταν ελεύθερος, δε χρωστούσε σε κανέναν, δεν είχε υποχρέωση σε καμιάν αγάπη, σε καμιά φιλία, σε κανένα σεβασμό, το μόνο του καθήκον ήταν ν’ αφοσιωθεί στην αποστολή. Τι ευτυχία! Τι μεθύσι ελευθερίας!

Όλα τα παραπάνω τα σημειώνω ως αξιόλογα στοιχεία του μικρού αυτού βιβλίου. Γιατί υπάρχουν αντίστοιχα στοιχεία που παραξενεύουν, για να μην πω κουράζουν: υπερβολικά φορτωμένες οι σχέσεις (ο αδελφός αγαπά την αδελφή, αλλά η αδελφή έχει και σχέσεις με τη φίλη, η αδελφή καταδίδει τον αδελφό και παρακαλεί αυτόν που είναι ερωτευμένος με τη φίλη να πει ότι αυτός πρόδωσε, κλπ. –έλεος! Γιατί τόσο πολύπλοκα;). Παραξενεύει επίσης η στρατιωτική πειθαρχία με την οποία ζουν την καθημερινότητά τους οι αντισυμβατικοί -έστω πρώην -επαναστάτες (μόλις έπαψε ο ήχος του σαξοφώνου και η Κριστιάνε πάτησε το κουμπί στη μικρή φορητή της συσκευή, οι περισσότεροι την αποχαιρέτησαν. «Καληνύχτα». –«Καλόν ύπνο» (!!!!!)). Δέχομαι βέβαια ότι πρόκειται για μια νοοτροπία έξω από το μεσογειακό μας ταμπεραμέντο, αλλά μήπως είναι λίγο υπερβολικό; αξιοπρόσεκτο επίσης το πόσο ψυχρή και μηχανική παρουσιάζεται η πράξη του έρωτα σε δυο περιπτώσεις, αλλά ακόμα πιο αξιοπερίεργη η πειθήνια προσέλευση στην πρωινή προσευχή της πάστορος Κάριν. Ακόμα και το γεγονός ότι μέσα στους φίλους υπάρχει μία επίσκοπος αναρωτιέσαι αν έχει κάποια σημασία. Γιατί μόνο στο στόμα της Κάριν θα μπορούσε ο Σλινκ να βάλει τα παρακάτω λόγια, που ίσως εκφράζουν τις βαθύτερες πεποιθήσεις του:
Όταν οι αλήθειες είναι οδυνηρές και δεν μπορούμε να τις αντιμετωπίσουμε, όλοι έχουμε τα ζωτικά μας ψεύδη και το σωστό είναι να βλέπουμε και να σεβόμαστε την αλήθεια και τις οδύνες του άλλου, που αποκαλύπτουν τα ζωτικά του ψεύδη. Από την άλλη μεριά τα ζωτικά ψεύδη δεν αποκαλύπτουν μόνο οδύνες αλλά και τις προκαλούν. Όπως μας εμποδίζουν να δούμε τον εαυτό μας, μπορούν να μας εμποδίσουν να δούμε τον άλλο και ν’ αφήσουμε τον άλλον να μας δει. Η πάλη για την αλήθεια είναι αναγκαία.
Χριστίνα Παπαγγελή

Τρίτη, Μάϊος 12, 2009

Eros, Helmut Krausser

Κάποια στιγμή η ζωή μετατρέπεται σε διήγηση
αλλά δεν υπάρχει κανείς που να μπορείς να του διηγηθείς,
που να ακούει

Η ιστορία ενός έρωτα παράφορου, ακραίου και μονόπλευρου, επομένως απεγνωσμένου. Ενός έρωτα που ακολούθησε ως εμμονή όλη την ταραχώδη ζωή του Αλεξάντερ φον Μπρύκεν, μέχρι τον θάνατό του· που παρέμεινε ανεκπλήρωτος και θερμάνθηκε σ΄όλη τη διάρκεια των 70 χρόνων (από τη στιγμή που εκδηλώθηκε) μόνο από δυο τρία εκβιαστικά φιλιά, το πρώτο μάλιστα μετά από συναλλαγή 50 μάρκων! (ποσό τεράστιο, δεδομένου ότι βρισκόμαστε στον β΄ παγκόσμιο πόλεμο).
Ο παθιασμένος ήρωας είναι πια στο τέλος της ζωής του, πάμπλουτος αλλά απομονωμένος και καλεί στη βίλα του τον συμπρωταγωνιστή/ αφηγητή, νεαρό συγγραφέα, παραγγέλλοντάς του να συγγράψει την προσωπική του ιστορία. Έτσι ξεκινά ένας κύκλος αφηγήσεων του Αλεξάντερ, που διακόπτεται από τα σχόλια και τα συναισθήματα του συμπρωταγωνιστή. Έχουμε δηλαδή δυο συγγραφικά «εγώ», μια πρωτότυπη δομή που διασφαλίζει την …υποκειμενικότητα του αρρωστημένου έρωτα, ενώ το ύφος είναι προφορικό αλλά μεστό, ευχάριστο, γλαφυρό. Όλ’ αυτά κρατούν τον αναγνώστη σ’ ενδιαφέρον, παρόλο που το περιεχόμενο, ιδιαίτερα προς το τέλος, είναι λίγο τραβηγμένο.
Ο Αλεξάντερ αναλώνει όλη του τη ζωή στο «απόλυτα μεγάλο παιχνίδι». Από τη στιγμή που γνώρισε τη Σόφι, στο καταφύγιο όπου κρύβονταν ως παιδιά κατά τη διάρκεια των αεροπορικών επιδρομών, νιώθει να τον τρελαίνει ο έρωτας, και σχεδιάζει κάθε του κίνηση με τόλμη και απίστευτο κόστος, για να τη φέρει κοντά του. Ένας έρωτας παραλυτικός, τον οποίο καταφέρνει ο ήρωας με τον λυρισμό του να τον κρατήσει ανέπαφο, να τον μεταφέρει και σε μας, παρόλη την απόλυτη άρνηση που συναντά, άρνηση που γίνεται πολλές φορές και απέχθεια. Τα πενήντα μάρκα που ζήτησε η Σοφία για να δεχτεί το φιλί του Αλεξάντερ εκείνος τα έκλεψε από τον πατέρα του, ευχόμενος «να αντιληφθεί τη κλοπή, θέλοντας να με δείρει για το κακούργημά μου, σαν μια μεγάλη, μεγάλη απόδειξη της αγάπης μου γι’ αυτήν». Το φιλί ήταν μοιραίο όχι μόνο γιατί άναψε τον αγιάτρευτο πόθο στον Αλεξάντερ, αλλά και γιατί μεταβίβασε τον ιό της ανεμοβλογιάς στη Σόφι, κι όλοι κατάλαβαν την παράδοξη σχέση τους (δεν έκανε και καμιά προσπάθεια ο ήρωας να την κρύψει!). Ύστερα απ’ αυτό η μοίρα τούς απομάκρυνε για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.

Γόνος πλούσιας οικογένειας εργοστασιαρχών, με επαφές με υπουργούς και ανώτατα στελέχη των ναζί, ο Αλεξάντερ μένει μόνος μετά από μια τρομερή οικογενειακή καταστροφή, με διαλείψεις στη μνήμη (αρχικά) αλλά και με μια τεράστια περιουσία. Χωρίς κανένα είδος κοινωνικής συνείδησης (αντίθετα με τη Σόφι, που λόγω της κοινωνικής της τάξης συναναστρέφεται προοδευτικά και ριζοσπαστικά στοιχεία της μεταπολεμικής Γερμανίας), θύμα του ανελέητου πάθους του, αφιερώνει όλο του το είναι στο να την ξαναβρεί και να ακολουθήσει τα ίχνη της.
Την ψάχνει απεγνωσμένα, την παρακολουθεί κρυφά, την ξανασυναντά μετά από πολλά χρόνια κλαμένη για έναν άτυχο έρωτα κι αποτολμά να χτυπήσει το κουδούνι της:
Δεν ξέρω πώς να το περιγράψω για να το καταλάβετε, θα έπρεπε να ανατρέξουμε σε μυθικές υπερβολές. Έτσι πρέπει να ένιωσε ο Ορφέας όταν ξαναείδε την Ευρυδίκη στον Άδη (…)· έτσι ένιωσα τότε, στο τέλος ενός μεγάλου ταξιδιού. Μέσα στο κεφάλι μου ατελεύτητα πυροτεχνήματα, το νόημα της ύπαρξής μου με σάρκα και οστά βρισκόταν μπροστά μου, συμφιλιωμένος με κάθε πόνο, προικισμένος με τη βαθύτερη γνώση του κόσμου, (…) για να το πω τετριμμένα: τόσο μεγάλη ανάταση ένιωσα μέσα μου.
Την παρηγορεί, την καλεί σπίτι του όπου για να πάνε έχει ήδη …ναυλωμένο αεροπλάνο (όπως καταλαβαίνετε, είχα τρελαθεί τελείως, μόνο στα πιο τολμηρά μου όνειρα είχα την προσδοκία να βγάλω τη Σόφι από δω μέσα και να την πάρω σπίτι μαζί μου). Κι εκείνη, γιατί άραγε δέχεται; (Αυτό ήταν πάντα το πρόβλημά μου. Οι άνθρωποι που συναντούσα, το πρώτο πράγμα που έβλεπαν σε μένα ήταν οι ευκαιρίες που τους παρείχε η περιουσία μου, μετά εμένα, τον άνθρωπο, ήμουν ένα πλάσμα με κεραίες ευκαιριών, ένα είδος δένδρου των επιθυμιών, ένας υπηρέτης που πραγματοποιεί όνειρα ).

Ο Αλεξάντερ, τώρα πια που αφηγείται τα περιστατικά, έχει επίγνωση, λίγο καθυστερημένα βέβαια, της απίστευτης αφέλειάς του (μα ήμουν αξιαγάπητος, ήμουν γενναιόδωρος, ήμουν καλόκαρδος, ικανός να μάθω, δεν ήμουν άσχημος! Ήμουν όμως και νέος και βλάκας και ασυγκράτητος. Και φυσικά εκτός εαυτού). Την οδήγησε λοιπόν σ’ έναν παραμυθένιο πύργο, όπου την υποδέχτηκαν με τρομακτική επισημότητα ( υπηρέτες με μαύρα κουστούμια, τεράστιο τραπέζι κλπ.). Η Σόφι φυσικά φρίκαρε (εσύ θέλεις να με αγοράσεις σαν άλογο…), έδωσε το δεύτερο εκβιαστικό φιλί και έφυγε πανικόβλητη. Μα δεν έχει εδώ σημασία το τι ακριβώς συνέβη, όσο ο τρόπος που βιώνει ο αφηγητής το πάθος, την ήττα, την ταπείνωση τα αλλεπάλληλα λάθη του. Όλο του το μίσος στρέφεται στον εαυτό του, όχι στη Σόφι, κι αυτό είναι το μεγαλείο του.
Μετά από αυτό το περιστατικό δεν ξανατολμά να εμφανιστεί πια μπροστά της. Στέλνει όμως τον έμπιστό του οικογενειακό οικονόμο, τον Λούκιαν στο Βούπερταλ όπου μένει η Σόφι, να την παρακολουθεί και να τη γνωρίσει. Ο Λούκιαν δένεται μ’ έναν περίεργο τρόπο με τη Σόφι, και δίνει συνέχεια πληροφορίες στον Αλεξάντερ, ο οποίος έχει χάσει πια κάθε έλεγχο (Κάποια στιγμή δεν γελούσα πια, μόνο έκλαιγα. Από αυτολύπηση. Γιατί δεν ήμουν ικανός να κάνω στη ζωή μου κάτι λογικό, γιατί; Θα ξόδευα όλες τις δυνατότητες που μου είχαν δοθεί σ’ ένα πρόσωπο που δεν αισθανόταν τίποτα για μένα; Κάτι που είχε νομιμοποιηθεί ως σαγηνευτική τρέλα, ως διασκεδαστικό παιχνιδάκι, αναπτυσσόταν όλο και περισσότερο σε ξόδεμα μιας ζωής).
Οι δρόμοι από κει και πέρα αποκλίνουν περισσότερο για να συγκλίνουν με διαφορετικό τρόπο (χαρακτηριστικός ο τίτλος του κεφαλαίου «Στο άπειρο οι παράλληλες συγκλίνουν»). Η Σόφι μπλέκεται σε φοιτητικές οργανώσεις και σε διαδηλώσεις, ενώ ο Αλεξάντερ, που έχει βάλει ανθρώπους να την παρακολουθούν βήμα βήμα, φτάνει στο σημείο να μεταμφιεστεί για να τη …σώσει από την επίθεση των αστυνομικών δυνάμεων σε μια φοιτητική διαδήλωση. Σ’ αυτή τη φάση μάλιστα, της …κράτησε για λίγα λεπτά το χέρι!(Δεν ήθελα το κακό της, δεν ήθελα να εισβάλω στη ζωή της, μόνο πότε πότε να τη βοηθάω λίγο, να την προστατεύω, να τη φροντίζω. Είναι κατακριτέο αυτό; Είναι; Έχει η αγάπη ηθική;)
Η κοινωνική αντίθεση φτάνει στο αποκορύφωμά της: ο Αλεξάντερ γίνεται σταδιακά σημαίνον πρόσωπο με μεγάλη επιρροή και πλούτο αλλά πάντα ιδιόρρυθμος (η φήμη μου, ενός λοξού ιδιότροπου που, κρυμμένος από τον κόσμο, υπάρχει ως σκοτεινή θεότητα, έγινε θρύλος/ το όνομά μου, που ήταν από παλιά μισητό, έγινε η ενσάρκωση του καπιταλιστή δικτάτορα κλπ.), ενώ η Σόφι, χώνεται όλο και πιο βαθιά σε φεμινιστικές και αριστερίστικες οργανώσεις ώσπου καταζητείται ως ύποπτη για σοβαρές εγκληματικές πράξεις! Όταν μπαίνει για τα καλά στην παρανομία (Ερυθρές Ταξιαρχίες) καταζητείται. Δίνεται εδώ η ευκαιρία στον Krausser να σκιαγραφήσει την κατάσταση στη Γερμανία της Μπάαντερ Μάινχοφ αλλά και της Στάζι. Ο Αλεξάντερ νομίζει για χρόνια ότι η Σόφι έχει πεθάνει και φυτοζωεί, μεγαλοπρεπώς πάντως. (Η ευτυχία έχει να κάνει και με την αυταπάτη +++, σελ. 323).
Η υπόθεση μπερδεύεται με τραγελαφικό τρόπο, γιατί η παράνομη οργάνωση χρησιμοποιεί τη Σόφι ως δόλωμα για ν’ απαγάγουν τον Αλεξάντερ, η Σόφι του τηλεφωνά για να τον αποτρέψει, κι εκείνος, θύμα της έκπληξης και του έρωτά του έρχεται πειθήνια στο ραντεβού μαζί με το υπέρογκο ποσό των λύτρων! Η εξέλιξη γελοιοποιεί ακόμα περισσότερο τον ήρωα, γιατί κανείς δεν ήρθε ποτέ στο ραντεβού… (έχετε το ελεύθερο να με περιγράψετε ως έναν τρελό. Μην κάνετε οικονομία στην κωμικότητα)
Μετά την αυτοκτονία της Ουλρίκε Μάινχοφ, η Σόφι φυγαδεύεται στην Ανατολική Γερμανία. Αλλάζει το όνομά της και ζει στην αφάνεια, όλοι χάνουν τα ίχνη της. Ο Krausser περιγράφει με πολύ χαρακτηριστικές σκηνές το ιδιόμορφο πολιτικό σκηνικό των δυο Γερμανιών. Οι ήρωες ξανασυναντιούνται μετά πολλά χρόνια, όταν ο Αλεξάντερ ανακαλύπτει την αγαπημένη του και με χίλιες δυσκολίες καταφέρνει να τη φυγαδεύσει με τη μέθοδο «ψητό κατάψυξης» (πτώμα ανθρώπου που έχει πεθάνει από βαριά εγκαύματα, και δεν αναγνωρίζεται). Ο μεταμφιεσμένος Αλεξάντερ καταφέρνει να της δώσει το τρίτο φιλί της ζωής του (ακόμα και σήμερα δεν ξέρω αν με αναγνώρισε εκείνη τη στιγμή, υπήρχε μια ελαφριά λάμψη στο πρόσωπό της, σκέφτηκα ότι ίσως, δεν ξέρω, το φιλί όμως θεέ μου,το φιλί-)
Φυσικά η Σόφι εξαφανίζεται. Δεν την κυνηγά άλλο πια ο Αλεξάντερ. Αποσύρεται στον πύργο του και αναμασά τα συναισθήματά του: (σελ. 437) Είναι ωστόσο ευχαριστημένος, αν και κατηγορεί για κάποια πράγματα τον εαυτό του. Τη ζωή του την καθόρισε ο έρωτας , αυτή είναι μια περίπλοκη, πολύπλευρη δύναμη, που στο τέλος σε διαλύει, με το συναίσθημα όμως ότι δεν είσαι ολομόναχος και ασήμαντος.

Ήταν λίγο τραβηγμένη η ιστορία, ίσως όχι πολύ αληθοφανής, όπως κρίνει και ο librofilo. Ο αθεράπευτος, μονόπλευρος έρωτας θυμίζει το «Παλιοκόριτσο» του Λιόσα, ή τον «Έρωτα στα χρόνια της χολέρας» του Μαρκές. Όμως, η εξομολογητική «φωνή» του Αλεξάντερ δίνει όλες τις διαστάσεις, τη γελοιότητα και το μεγαλείο αυτού του ταπεινωτικού και αδιέξοδου έρωτα. Τόσο πολύ καταξιώνεται όλη του η ζωή μέσα απ’ αυτόν, που αισθάνεται την ανάγκη να τον διαιωνίσει μέσα από τη συγγραφή. Ο νεαρός συγγραφέας είναι ελεύθερος να διασκευάσει όπως εκείνος θέλει το πρωτογενές υλικό (αφηγήσεις, ντοκουμέντα, μαγνητοταινίες), αλλά αποφασίζει να μην «εξωραΐσει», να μην αλλοιώσει τα λεγόμενα του ήρωα, να καταγράψει απλώς τα λόγια και τις αντιδράσεις, καθώς κι όλες τις «πηγές» που του παρέχει ο Αλεξάντερ. Όπως άλλωστε ο ίδιος ο – μυθιστορηματικός- συγγραφέας εκμυστηρεύεται στον Λούκιαν,
«η εξουσία που θα ασκήσω εγώ ως συγγραφέας είναι αντίστοιχη με εκείνη που άσκησε ο Αλεξάντερ πάνω στην πραγματικότητα». Στην απάντηση του Λούκιαν «με τη βοήθειά σας (ο Αλεξάντερ) θα μετατρέψει τα πάντα σ’ ένα έργο τέχνης», εκείνος απαντά:
Τα έργα τέχνης είναι ένα ψέμα. Ίσως θα ήταν καλύτερα να έμενε η ιστορία αποσπασματική · μόνο τα αποσπάσματα διατηρούν, με την έννοια του ρήματος, μια οπτική της αλήθειας.
Χριστίνα Παπαγγελή
Υ.Γ. Πολύ αξιόλογη η παρουσίαση της anagnostrias εδώ.

Πέμπτη, Μάϊος 07, 2009

στη σκιά της πεταλούδας, Ισίδωρος Ζουργός

Πρωτότυπο κι ελκυστικό φάνηκε το θέμα αρχικά: ένας άντρας και μια γυναίκα εγκλωβίζονται στο ασανσέρ ενός δημόσιου κτιρίου, παραμονές 15αύγουστου. Αποκλείονται εκεί μέσα για τρεις μέρες χωρίς να μπορούν να ειδοποιήσουν κανέναν. Παρακολουθούμε τις αντιδράσεις τους, τα συναισθήματά τους, τη γνωριμία τους, τη σχέση τους. Παράλληλα, φαίνεται να εξιστορεί ο καθένας τη δική του οικογενειακή ιστορία, από προπάππου προς πάππο (για να περνά και η ώρα, μια που πάντα ο εγκιβωτισμένος χρόνος περνάει αργόσυρτα και τυραννικά), αν κι εντέλει η αφήγηση είναι απρόσωπη, χωρίς την οπτική γωνία κάποιου αφηγητή. Έτσι, μ’ αυτό το τέχνασμα, βλέπουμε να «εγκιβωτίζονται» πολλές διαφορετικές ιστορίες, από την οικογένεια της Ελένης και από την οικογένεια του Μάρκου. Αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί διατρέχουμε μια καυτή ιστορική περίοδο ενός περίπου αιώνα, όπου βλέπουμε την τύχη μιας οικογένειας προσφύγων (από Ανατολική Ρωμυλία/περιοχή Αδριανούπολης) και μιας οικογένειας ντόπιων από το Βελβεντό της επαρχίας της Κοζάνης.
Το ύφος του συγγραφέα είναι συναρπαστικό σε γενικές γραμμές, και τις περισσότερες ιστορίες τις παρακολουθεί κανείς με ενδιαφέρον. Ιδιαίτερα η ιστορία των προπαππούδων που καταδεικνύει την ασάφεια στα σύνορα, την έλλειψη αυτού που σήμερα ονομάζουμε «εθνική συνείδηση», τη ρευστή ταυτότητα σε περιοχές όπου το ελληνικό στοιχείο συμβίωνε με άλλες εθνότητες (εκείνα τα χρόνια της σφαγής οι ένοπλοι στο βουλγαρικό κομιτάτο τους έλεγαν Γραικομάνους όλους αυτούς που ήταν κουβάρι ανάμεσα σε δυο γλώσσες/ αυτοί όμως δεν προλάβαιναν να ονοματίσουν τον εαυτό τους, καθώς πάλευαν να επιβιώσουν μέσα στις παγωνιές των βουνών και στα μαχαιρώματα κλπ.). Έχουμε την ευκαιρία να δούμε μυθιστορηματικά μια ιστορική περίοδο σκοτεινή για τη βόρεια Ελλάδα, εφόσον ο θρυλικός προπάππος του Μάρκου (ο «δολοφόνος του λύκου»), το σκάει και από τον τουρκικό αλλά και το βουλγαρικό στρατό, από την Αδριανούπολη περνά στην Ανατολική Ρωμυλία για να βρει κάτι χαμένους συγγενείς (Καβακλή, Τσικούρκιοϊ), και να καταλήξει τελικά σ’ ένα χωριό κοντά στη Θεσσαλονίκη (η ζωή του όλο νύχτες), ενώ η γιαγιά της Ελένης, η Ζώικα (η πιο ενδιαφέρουσα κι ολοκληρωμένη μορφή όλου του βιβλίου), διασώζεται μ’ έναν απίστευτο τρόπο από την πυρκαγιά που βάλαν οι εξαρχικοί στο χωριό της, το Βελβεντό, και αφού περιπλανήθηκε και δούλεψε σα «δουλικό» εφτά χρόνια στη Λάρισα επέστρεψε στο χωριό για να βρει μόνο τον ένα της αδελφό και τη μάικα (Κωνσταντή, τι αστεία είναι αυτά; -και δε μπορεί κανείς στη στιγμή αυτή, της συνάντησης μάνας και κόρης να μη σκεφτεί το τραγούδι του νεκρού αδερφού). Διατρέχουμε στη συνέχεια την περίοδο του πολέμου, βλέποντας παράλληλα πολλούς τύπους ανθρώπων (από τη μια ο Παναγιώτης φυλακίζεται στην Ακροναυπλία για τις αριστερές του ιδέες, απ’ την άλλη ο Νίκος γίνεται φαλαγγάρχης στην ΕΟΝ), ενώ δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στον ασυμβίβαστο, αντιφασίστα και «φονιά» Ηλία (άλλη έντονη προσωπικότητα), τον θείο του Μάρκου. Η αγωνία αυξάνεται όσο προχωράει το βιβλίο καθώς φτάνουμε στην προσωπική ιστορία των πρωταγωνιστών, για τους οποίους αναρωτιόμαστε αν θα διασωθούν εντέλει.
Πρωτότυπη η δομή (τρεις παράλληλοι άξονες αφήγησης, κατά συμμετρικό τρόπο γύρω από το «τώρα») και καλοστημένη. Μέσα στις αρετές του συγγραφέα η δημιουργία ατμόσφαιρας, μια ευκολία να περιγράφει ρευστές, συγκεχυμένες καταστάσεις, γεύσεις, μυρωδιές, να στήνει σκηνικά «παρακμιακά». Πάμπολλοι χαρακτήρες παρελαύνουν, πέρα από τους πρωταγωνιστές, χαρακτηριστικοί τύποι όπως η «αηδονολαλούσα μάικα» (ένας στρόβιλος τα λόγια της από τρυφερές προσταγές, νανουρίσματα, τραγούδια και ταχταρίσματα), η «ξυλοχέρα» Χρυσούλα, η υποταγμένη αλλά τίμια και μαχητική με τον τρόπο της Κασσιανή, η Αγγελική, ο Παναγιώτης, η Αντωνία κ.α. ένα «κοινωνικό μωσαϊκό» ανθρώπινων τύπων, των οποίων βλέπουμε ολοκληρωμένη τη ζωή από όταν είναι μικρά παιδιά μέχρι που αποβιώνουν, καθώς η ιστορία τού ενός μπλέκεται με την ιστορία της επόμενης γενιάς.

Παρόλ’ αυτά με κούρασε, ίσως το ότι το διάβασα αμέσως μετά την «αηδονόπιτα» ήταν η αιτία να αναφανούν πιο έντονα κάποιες αδυναμίες γραφής. Όπως λέει κι ο ίδιος ο συγγραφέας στη δεύτερη κιόλας σελίδα, «θα σας πω την ιστορία αυτού του άντρα και μαζί κάμποσες άλλες παλιές, κιτρινισμένες σαν κεντήματα ξεχασμένα στα μπαούλα, ίσως και γιατί αξίζει τον κόπο να ειπωθούν, καμιά φορά με ανοικονόμητο στόμφο». Αυτός ο στόμφος δεν είναι έντονος ούτε χαρακτηριστικός, αλλά κάποιες φορές χρωματίζει την αφήγηση χωρίς λόγο. Είναι δηλαδή κάπως φλύαρο το γράψιμο, λέει περισσότερα απ’ όσα θα έπρεπε, χωρίς ν’ αφήνει κάποια πράγματα να εννοηθούν. Π.χ. η αναφορά στη σκιά της πεταλούδας γίνεται πολλές φορές, ενώ στο επίμετρο ο συγγραφέας κάνει σχεδόν ανάλυση. Αλλά και η υπόθεση είναι φλύαρη, δηλαδή λίγο φορτωμένη, λίγο μπαρόκ: ενώ η λεπτομέρεια είναι όμορφα δουλεμένη κι ένα ένα στοιχείο είναι κομψοτέχνημα, το σύνολο είναι παραφορτωμένο. Από κάποιο σημείο και μετά νιώθεις ότι το άγχος του συγγραφέα να τα «περιλάβει όλα», να συμπληρώσει το μωσαϊκό είναι εις βάρος της αυθόρμητης έμπνευσης.
Μια τέτοια αφήγηση (για την ακρίβεια πρόκειται για δυο διαφορετικές γραμμικές αφηγήσεις που ουσιαστικά δε συναντιούνται) παρουσιάζει αναγκαστικά την εξής αδυναμία: κάποιες «νεκρές περίοδοι» αποτυπώνονται συνοπτικά, δηλαδή ο χρόνος συμπυκνώνεται. Δε ξέρω αν πρόκειται για αδυναμία στην αφήγηση, πάντως εμένα δε …μ’ αρέσει. Μου αρέσει ο χρόνος όπως ξεδιπλώνεται μέσα από το ρυθμό αφήγησης, να είναι «ίδιος», να μην υπάρχουν πολλές εναλλαγές (δηλαδή να μην περνάει μια μέρα σε 15 σελίδες και 10 χρόνια σε μία), γιατί είναι σαν ένα μουσικό κομμάτι ν’ αλλάζει συνέχεια ρυθμό.
Τέλος, όσο αφορά το «σήμερα», δηλαδή την ιστορία που εξελίσσεται μέσα στο ασανσέρ, στην αρχή η περιγραφή της κατάστασης και των συναισθημάτων ήταν συναρπαστική, αλλά στη συνέχεια η ελευθερία των δύο ηρώων (π.χ. την πρώτη βραδιά η γυναίκα κοιμήθηκε …γυμνή!) και η ερωτική τους προσέγγιση μου φάνηκε παρατραβηγμένη. Η όλη ιστορία, ο τρελός έρωτας και η κατάληξη του πρωταγωνιστή να ζητήσει την κηδεμονία του γιου της Ελένης (ευτυχώς δεν έγινε) δεν ήταν καθόλου πειστικά.

Χριστίνα Παπαγγελή

Παρασκευή, Μάϊος 01, 2009

906 λέξεις για τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου

Για τον Επιτάφιο είναι δύσκολο να γράψει κανείς. Δύσκολο, γιατί πρόκειται για το πένθος και κανείς δε μπορεί να καθορίσει τη σχέση του άλλου με αυτό το οριακό συναίσθημα. Ο Ρίτσος μοιρολόγησε με τρόπο απόλυτα βιωματικό και μας έδωσε μοναδικούς στίχους συναίσθησης. Εικόνες μιας ζωής που χάθηκε ή καλύτερα που δεν πρόλαβε να βιωθεί χορταστικά. Τα συνεχή ερωτηματικά στους στίχους θέτουν ζητήματα για το θάνατο, για την αδικία, για τη στέρηση, για τον καημό, για τη θλίψη, για τον πόνο. Κυριαρχεί το παράπονο για την απώλεια του αγαπημένου γιου και οι συγκινήσεις κορυφώνονται, εναλλάσσονται με το χρόνο των ρημάτων να δίνει τη δική του ποιητική έκφραση στο χρόνο της ζωής. Το παρόν της οδύνης, το παρελθόν της ζωής και το μέλλον της απώλειας. Οι εικόνες είναι καθημερινές, από τη ζωή του απλού ανθρώπου της δουλειάς, από τη φύση στην πιο «ταπεινή» έκφρασή της, από όλα αυτά τα πεζά πράγματα που δε δίνουμε σημασία και που δύσκολα γίνονται ποίηση. Τυχαία ανθολογώ ένα δίστιχο από κάθε ένα ποίημα του Επιτάφιου.

1. Πουλί μου εσύ που μούφερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σα καλάμι;
2. Πώς μ’ άφησες να σέρνουμαι και να πονώ μονάχη
χωρίς γουλιά, σταλιά νερό και φως κι ανθό κι αστάχυ;
3. Μάτια γλαρά που μέσα τους αντίφεγγαν τα μάκρη
πρωινού ουρανού, και πάσκιζα να μη θαμπώσει δάκρυ,
4. Γιε μου, ποια Μοίρα στόγραψε και ποια μου τόχει γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιά στα στήθεια μου ν’ ανάψει;
5. Η μπλε σου η μπλούζα της δουλειάς στην πόρτα κρεμασμένη
6. Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκεια
τόσα όσα μήτε του γυαλιού δε φτάνουν τα χαλίκια.
7. Κανείς μη γγίξει απάνω του, παιδί μου είναι δικό μου.
Σιωπή· σιωπή κουράστηκε, κοιμάται το μωρό μου.
8. Να ταΐζω σε στη φούχτα μου σπιρί – σπιρί τη ζωή μου
και μες στον ίσκιο σου να ζω, καμαρωτό δεντρί μου.
9. Ω, Παναγιά μου, αν είσουνα, καθώς εγώ, μητέρα
βοήθεια στο γιο μου θάστελνες τον Άγγελο από πέρα.
10. Και νάσου, ένα ανοιξιάτικο πουρχόταν συγνεφάκι
στα γόνατά σου να τριφτεί σαν άσπρο προβατάκι.
11. Ένιωθα πάνω μου βαθύς ο θόλος ν’ ανασαίνει
και τ’ άστρα ως να με χτένιζαν με σιντεφένιο χτένι,
12. Και πάλι η έρμη ντρέπουμαι, γιόκα μου, εσύ να λείπεις
κι ακόμα εγώ νάχω φωνή – ξόμπλι φτηνό της λύπης
13. Σαν το λιοντάρι δυνατός, κ’ ήρεμος σαν πιτσούνι
κ’ η ανάσα σου ως αποσπερνό του κοπαδιού κουδούνι.
14. Και μόνο τα δυο μάτια μου σε παίρναν το κατόπι
σα δυο πιστά, πικρά σκυλιά που τάσκιαζαν οι ανθρώποι.
15. Το φύκι σπάει κι ο ωκεανός με σέρνει στα νερά του
κι ουδέ γνωρίζω τώρα ποιο το πάνου, ποιο το κάτου.
16. Τι έκανες, γιε μου, εσύ κακό; Για τους δικούς σου κόπους
Την πλερωμή σου ζήτησες απ’ άδικους ανθρώπους.
17. Την άχνα απ’ την ανάσα σου νιώθω στο μάγουλό μου,
αχ, κ’ ένα φως, μεγάλο φως, στο βάθος πλέει του δρόμου.
18. Πουλί μου, χίλιες δυο ζωές με σένανε με δένουν,
κι όσοι αγαπιούνται, και νεκροί, ποτέ τους δεν πεθαίνουν.
19. Να δεις, να πεις, να το χαρείς ακέριο τ’ όνειρό σου
να στέκεται ολοζώντανο κοντά σου, στο πλευρό σου.
20. Γλυκέ μου, εσύ δε χάθηκες, μέσα στις φλέβες μου είσαι.
Γιέ μου, στις φλέβες ολουνών, έμπα βαθιά και ζήσε.

Γενικότερα, η σχέση μου με το Γιάννη Ρίτσο είναι παράξενη. Ας μη φανεί ιεροσυλία, αλλά μου γίνεται λίγο κουραστικός. Και τώρα που το έγραψα θα πρέπει να το δικαιολογήσω και μετά να το «διορθώσω», πράγμα δύσκολο, γιατί η πρώτη κουβέντα σηκώνει το βάρος των εντυπώσεων.
Λοιπόν, μου έρχεται στο μυαλό μια κουβέντα του Ηλία Πετρόπουλου, ο φλύαρος Γιάννης Ρίτσος γραφεί, το θυμάμαι, όταν το διάβασα μου φάνηκε ότι εξηγεί με τον πιο απλό και κατανοητό τρόπο την ποίηση του Ρίτσου. Ο ποιητής ερμηνεύει τον εαυτό του, δε μένει τίποτα να εννοήσεις ή να φωτίσεις με το δικό σου τρόπο, αυτό ένιωθα όταν τον πρωτοδιάβασα. Απουσιάζει η πυκνότητα των νοημάτων, των εικόνων και των συγκινήσεων. Αυτό βέβαια έχει και την άλλη πλευρά. Ο Ρίτσος δεν κρύφτηκε, στρατεύτηκε στον δικό του αγώνα και στην κομμουνιστική ιδεολογία. Η φιγούρα του στα μεταπολιτευτικά μπαλκόνια των συγκεντρώσεων του Κ.Κ.Ε ήταν παρούσα. Ο Ρίτσος χρέωσε με τιμιότητα όλη του τη ζωή στον αγώνα που πίστεψε, χρέωσε και την ποίησή του. Και είναι σπάνια μια τέτοια στάση στους καιρούς που σωπαίνουν οι ποιητές.
Ο Ρίτσος μάλλον δημιουργεί συγκίνηση της θλίψης που προκαλεί η κοινωνική αδικία, η αίσθησης του αδικημένου που τυραννιέται ενώ δικαιούται να χαίρεται. Αγωνίζεται για τις προϋποθέσεις της χαράς, αλλά η χαρά απουσιάζει από τους στίχους του. Ο κοινωνικός χαρακτήρας της ποίησής του είναι φανερός και δε γίνεται να παραγνωριστεί, πολύ περισσότερο δε γίνεται να αποσιωπηθεί. Μέσα στους στίχους του βρίσκεται ο καθημερινός άνθρωπος που παλεύει για τη ζωή του. Απέναντι στην ελληνικότητα της αστικής ιδεολογίας ή τη λογοπαικτική διαφοροποίηση του ελληνισμού που διαμορφώνει ο Σεφέρης, ο Ρίτσος αντιτάσσει τη Ρωμιοσύνη του και συνδέει το μίτο των στίχων του με τα βαθύτερα λαϊκά στοιχεία του πολιτισμού. Μοιάζει σαν οι άλλοι να ντρέπονται για την αλήθεια αυτού του τόπου, την οποία ο Ρίτσος κάνει ποίηση ακόμα και στους τίτλους των έργων του: τρακτέρ, το τραγούδι της αδελφής μου, οι γειτονιές του κόσμου, η αρχιτεκτοική των δέντρων, οι γειτόνισσες και η θάλασσα, το παράθυρο, κάτω από τον ίσκιο του βουνού… Όμως, όλα αυτά ξεκινούν από θέση ήττας, αποπνέουν την αίσθηση ενός χαμένου παιχνιδιού που τους όρους του διαμορφώσαν άλλοι. Και ο Ρίτσος γίνεται συνώνυμο της σύγχρονης ιστορίας μας.

Κυριακή, Απρίλιος 26, 2009

Στον παλιό καταρράκτη, Στάθη Τσαγκαρουσιάνου

«Κείμενα από ταξίδια» της περιόδου 1999-2003, μικρά δισέλιδα ως τετρασέλιδα «στιγμιότυπα» δημοσιογραφικού χαρακτήρα από μια εποχή περιπλανήσεων (ταξίδια μανιακά, ασθματικά) του συγγραφέα· μια εποχή επαγγελματικής επιτυχίας και προσωπικής ευφορίας που ο ίδιος χαρακτηρίζει «ανέμελα χρόνια». Γραμμένα σχεδόν όλα στο πόδι, στη διάρκεια του ταξιδιού, μέσα στο αεροπλάνο, στο σταθμό ή στο λεωφορείο, σε κουβεντιαστό και εξομολογητικό ύφος· αυθόρμητα και ανεπεξέργαστα, «εικονογραφούν εκείνη τη μικρή ντόλτσε βίτα». Έχει ενδιαφέρον η επίγνωση του συγγραφέα ότι υπάρχει ένα είδος «ψωνίσματος» που σοκάρισε ακόμα και τον ίδιο όταν τα ξαναδιάβασε, αλλά εντέλει σκύβει με αγάπη σ’ αυτά τα «θραύσματα» ζωής:
Σελ. 11:
δεν ήταν ταξίδια βαθιά, στοχαστικά, όπως των ταξιδιωτών που έχω θαυμάσει, ήταν ένα κυνηγητό της ηδονής, της έξαψης, του σεξ. Που αργότερα με κούρασε. (…) Εικόνες που με μεθάνε ακόμα κι όταν τις διαβάζω και είναι βασικό συστατικό της προσωπικής μυθολογίας μου. Η έρημος, η δοτικότητα της ανατολής, τα σώματα στο Ρίο, η μυθική ένταση της Ισταμπούλ.
Δεν είναι τουρίστας, είναι ταξιδευτής, ή τουλάχιστον θέλει να είναι. Μισεί τους τουρίστες, τα γκρουπ, τις αγέλες, τις βαλίτσες βουνό στα αεροδρόμια κλπ. Έχει όμως επίγνωση ότι «είναι γνήσιο παιδί της Άπληστης Δεκαετίας», νιώθει σε κάποιες περιπτώσεις «αδιάβροχος και φλώρος». Ενώ π.χ. ξεκινά βραδιάτικα κι απροετοίμαστα με μια διάθεση φυγής για το Ναύπλιο επειδή «είναι ωραίο το Ξενία», καταλήγοντας με την παρέα του στην Κόρινθο, κι από κει στον ζεστό μικρό καταρράκτη απέναντι στις Θερμοπύλες…
…η εξάτμιση αφήνει μιαν ασημένια κλωστή που μας τυλίγει. Όσο πιο πολύ φεύγουμε, τόσο πιο πολύ κάτι μας δένει. Αλλά έχει πλάκα αυτή η αιχμαλωσία. Γιατί δεν είναι αληθινή. Εγώ και οι φίλοι μου προσποιούμαστε τους drifters απόψε, τους δεμένους στην περιπλάνηση και τη μελαγχολία – αλλά στην πραγματικότητα είμαστε μερικά προνομιούχα φλωράκια, από αγαθές μικροαστικές οικογένειες, που αγαπούν το αυτοκίνητο και τα έπιπλά τους όσο περίπου τα αγαπάει και η μαμά τους. Το δράμα απλώς προσθέτει λίγο από το μπιτ στην απλωσιά που εκτείνεται μπροστά μας.
Ίσως αισθάνεται έτσι ο συγγραφέας επειδή αυτή η «αλητεία» δεν είναι αναγκαστική αλλά είναι επιλογή, μια κουλτουριάρικη επιρροή από τη γενιά των μπήτνικ, ένας απόηχος από το «Στον δρόμο» του Κέρουακ, ή από αντίστοιχα βιβλία της Σώτης Τρανταφύλλου. Αυτό όμως δε μειώνει την αξία αυτής της περιπλάνησης σε τόπους και ανθρώπους, ούτε της καταγραφής της. Στη συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα, η σημασία της είναι ακόμα μεγαλύτερη: δεν πρόκειται για κλασικές ταξιδιωτικές περιγραφές αλλά για συναισθηματικά στιγμιότυπα με αφορμή την, άσκοπη τις περισσότερες φορές, περιήγηση σε διάφορα μέρη. Κάθε κείμενο «έχει κάτι να πει», μια μικρούλα σκέψη, μια συναισθηματική απόχρωση· αυτό που προσωπικά με γοήτευσε ήταν η κίνηση και η συν-κίνηση του ήρωα μέσα σε διαφορετικά τοπία και περιστάσεις, εκεί όπου τον οδηγούσαν τα απρογραμμάτιστα βήματά του. Ένα σχεδόν τυχαίο δείγμα, όπου ακόμα και στην περιγραφή εμπλέκεται το συναίσθημα (το βιωματικό και υποκειμενικό συναίσθημα που μας κάνει να γνωρίζουμε τον συγγραφέα ως άνθρωπο και να μετέχουμε μιας προσωπικής οπτικής), είναι από το αφήγημα Εκδρομή στη Σαλαμίνα (σελ. 157):
Υπάρχει ένα ταβερνάκι στη Σαλαμίνα πάνω σ’ ένα καρνάγιο που έχει κάτι μυστικό. Πήγα εκεί πριν λίγες μέρες, όταν μια αιφνίδια καλοσύνη είχε απλωθεί στην έρημη Αθήνα - ή έτσι μου φαινόταν. Δεν θέλει πολύ ο άνθρωπος για να χαρεί- ένιωθα ελεύθερος (δεν ήμουν απολύτως) ένιωθα ενδιαφέρων (δεν ήμουν). Όλα δουλεύανε αρμονικά για μια ωραία ψευδαίσθηση. Δεν ξέρω τι με τράβηξε σε κάτι τόσο άδοξο. Μάλλον η ταπεινότητά του. Σε έναν κόσμο που σε τραβάει από το μανίκι να τον προσέξεις, υπάρχουν μερικοί τόποι και άνθρωποι που σωπαίνουν, κρυφοί κι απόμακροι. (…) Και δεν αισθάνεσαι ρομαντικά –διότι τίποτα δεν είναι εδώ μεγαλύτερο από τον εαυτό του. Έρχεσαι στα ίσα σου με τη δέουσα ησυχία που σου παρέχει η οπισθοφυλακή του κόσμου.

Σκέψεις που ακολουθούν την κίνηση του ταξιδιού, σκέψεις φευγαλέες και αληθινές, πάνω στον έρωτα, την αγάπη, τη φιλία, τη ζωή. Βιώματα που καταλήγουν σε διαπιστώσεις όπως «το να σ’ αρέσουν τα εκλεκτά πράγματα δεν είναι θέμα χρημάτων αναγκαστικά», «πόσο αβάσταχτο είναι το πέρασμα του χρόνου», «οι μεγάλες διαδρομές έχουν πάντα κάτι καλό, καίνε τα σκουπίδια της μνήμης», «ερωτικός είναι ο άνθρωπος που δίνεται άφοβα, σέξι ο άνθρωπος που αρπάζει», «η γαλήνη της καρδιάς είναι μια τέχνη και μια απόφαση- απ’ τη στιγμή που τη θες, την κατακτάς», «πλούσιος είναι, ίσως, αυτός που έχει την πολυτέλεια να παραμερίζει ό,τι τον δυσαρεστεί χαμογελώντας», «μερικοί άνθρωποι είναι πλούσιοι εκ γενετής», «δεν ξέρω τίποτα για τον έρωτα κατά τη διάρκεια που συμβαίνει. Τον αναγνωρίζω μόνο από την πλάτη του- όταν φεύγει».
Και, «αν με ρωτήσετε τι είναι αυτό που ομορφαίνει έναν άνθρωπο, θα σας πω: τον ομορφαίνει η αποτυχία(…) Θα την αφήσεις να σε σκοτώσει ή να σε κάνει πιο δυνατό; Είναι η πιο μεγάλη ώρα της ζωής σου, η ώρα που αποφασίζεις τι θα την κάνεις την αποτυχία σου».
Σκέψεις που φαίνονται αποφθεγματικές όταν απομονώνονται, αλλά δεν είναι· προκύπτουν μέσα από τον διαλογισμό που συνοδεύει τον οδοιπόρο, τον ταξιδευτή, την κίνηση σε διαφορετικά μήκη κύματος, αλλά και στις φευγαλέες «συναντήσεις» με άλλους ανθρώπους όπως τον μεσιέ Αλαίν στην Τύνιδα (άνθρωποι σαν κι εμένα είναι σχεδιασμένοι να ζούνε μόνοι) ή τη Τζούλια Τσακίρη, συνιδρύτρια των εκδόσεων «Ροδακιό».
Η πόλη
Συναντάμε τον ταξιδευτή μας μακριά από τουριστικά θέρετρα, σε περιοχές ερημικές, παρακμιακές. Δε φαίνεται ωστόσο να αναζητά τη φύση. Αντίθετα, υιοθετεί τη φράση του Παβέζε από το «Ένα ωραίο καλοκαίρι», αρκεί να διασχίσω το δρόμο μιας πόλης για να παλαβώσω. Στην ίδια σελίδα: Τρώω τους ανθρώπους με τα μάτια (τι υπερθέαμα!), διαβάζω με λαχτάρα τις εφημερίδες, ψιλομεθάω σε παραθαλάσσιες καντίνες. Η ζωή είναι μια γιορτή, ούτως ή άλλως, και στο βουνό και στον κάμπο, αλλά ίσως είναι λίγο νωρίς για αποσύρσεις. Μ’ αρέσουν οι πόλεις! Το μάλε βράσε των χαρακτήρων. Το χάος. Τα μάτια των αγνώστων… Η πόλη με θέλει, η φύση δε με χρειάζεται.
Και αλλού:
Εκείνο που ξανάβρισκα στα σκονισμένα σοκάκια της Σούμπρα είναι αυτό που έζησα παιδί στο νησί μου, είναι η αργή ζωή.(…) Με γοητεύει, όποτε τη σκέφτομαι, εκείνη η παλιά σπατάλη της ήσυχης, αργής, επαρχιακής ζωής. Ξέρω ότι εκεί θα επιστρέψω, αλλά παρακαλώ, θα μπορούσα να πάρω μια μικρή αναβολή; Έχω ακούσει για κάτι καταπληκτικά πάρτυ στην πισίνα του Gellert, στη Βουδαπέστη, και προλαβαίνω ίσως να βγάλω εισιτήριο…

θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη (Μαγκρ/ Ν. Καββαδίας)

Ο συγγραφέας δηλώνει ότι εστιάζει στη «χαρά» των ταξιδιών, στην έξαρση (-που γίνεται και έπαρση, αλαζονεία): Η χαρά είναι καλλιτέχνις- πάει μόνο σε όσους ξέρουν να τν τραγουδούν. Και το τραγούδι είναι χάρισμα- μια ειδική φιλοσοφική στάση. Μέσα σ’ αυτά τα αφηγήματα ωστόσο, που προφανώς είναι κατά χρονική σειρά, παρατηρεί κανείς μια μια ωρίμανση,μια διαφοροποίηση στα συναισθήματα. Το ερώτημα «γιατί ταξιδεύω», ή μάλλον η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα έρχεται ξανά και ξανά- για να κορυφωθεί στο τελευταίο κεφάλαιο το οποίο αφιερώνεται εξ ολοκλήρου.
· Σ’ όλα μου τα ταξίδια αισθάνομαι ότι σκορπιέμαι κάπως (έρχεται κάποια στιγμή που το fun εξαντλείται), ότι πετάω βέλη χωρίς να ξέρω πού να σημαδέψω. Είναι όμως ωραίο να βλέπεις κάποιοι να κερδίζουν το στοίχημα. Παίρνεις κουράγιο, παίρνεις πίστη, έστω ετερόφωτη.
· Φοβάμαι ότι δεν πιστεύω ούτε καν στην ίδια τη χαρά, που επίτηδες επαναλαμβάνω χρόνια τώρα πως είναι ο μόνος σκοπός και η δόξα της ζωής- αφού συνήθως η χαρά γεννιέται από γελοίους λόγους.
· Έχω φορτώσει πολύ, και πολύ θα’ θελα κι εγώ να αδειάσω. Το είπα χαριτολογώντας, αλλά το εννοώ. Έχω χορτάσει από περιποιημένους τρόπους και διαβολική ευφυΐα και φλυαρίες- χρειάζομαι την αμνήμονα στέγνια της Αραβίας, που τελικά δεν είναι αμνήμων, αλλά λακωνική και αρχαία όσο και τα άστρα- αυτά τα άστρα απόψε.
· Γιατί ταξιδεύω; Πολλές φορές αναρωτήθηκα (…) κατ’ αρχάς γιατί είμαι περίεργος/ έπειτα εκλιπαρώ να μου συμβεί κάποιο θαύμα. Να στρίψω σε μια γωνιά του δρόμου και να δω αγγέλους/ παλιά πίστευα ότι ταξιδεύω από ανία. Ή από μια τάση φυγής, όταν σφίγγουν τα πράγματα. Άλλοι νομίζουν ότι ταξιδεύω όπως οι ηδονοθήρες του Grand Tour. Αλλά τίποτα απ’ αυτά δε συμβαίνει πια.
· Έπειτα από λίγο το είχα καταλάβει: σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό- ο ήλιος, ο πλούτος και η θρησκεία απλώς τους αλλάζουν το στάιλινγκ. Γιατί λοιπόν εξακολουθώ να ταξιδεύω;
· Ο κάθε άνθρωπος είναι ένα ταξίδι σ’ αυτό που ήταν. Ένα ταξίδι πίσω στο χώμα του. Ένα ταξίδι πίσω στο χώμα.

Χριστίνα Παπαγγελή


Τετάρτη, Απρίλιος 15, 2009

Στον κήπο του Επίκουρου, Ίρβιν Γιάλομ

«Μολονότι η σωματική διάσταση του θανάτου μάς καταστρέφει, η ιδέα (=όψη, θέαση) του θανάτου μάς σώζει», φαίνεται να είναι η βασική «φιλοσοφία» αυτού του βιβλίου του Γιάλομ που, προκειμένου να διερευνήσει το άγχος του θανάτου, ανατρέχει στην «ιατρική φιλοσοφία» του Επίκουρου. Τον Επίκουρο αναγνωρίζει ως τον πρώτο υπαρξιακό ψυχοθεραπευτή, θεωρώντας όπως κι εκείνος, ότι η ρίζα του κακού στην ανθρώπινη δυστυχία είναι ο αδιάλειπτός μας φόβος για τον θάνατο.
Ο φόβος του θανάτου φυσιολογικά λειτουργεί από τα έξι περίπου χρόνια αλλά οπωσδήποτε, στη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου έχει κορυφώσεις και υφέσεις, για να «εγκατασταθεί» στη σκέψη μας στις τελευταίες δεκαετίες της ζωής μας.
Δεν είναι εύκολο να ζει κανείς κάθε στιγμή έχοντας ολοκληρωτική συνείδηση του θανάτου. Είναι σα να προσπαθείς να γυρίσεις τα μάτια σου στον ήλιο: για πολύ λίγο μπορεί να τ’ αντέξεις. Το «άγχος θανάτου» είναι πάντα παρόν, αλλά ο Γιάλομ πιστεύει ότι ο άνθρωπος μπορεί ν’ αναπτύξει δυνάμεις και να συγκροτήσει έτσι τη συνείδησή του ώστε να το αντιμετωπίσει· πιστεύει επίσης στη θεραπευτική βοήθεια που μπορεί να προσφέρει η ψυχοθεραπεία. Πολλές φορές π.χ. ο φόβος είναι συγκαλυμμένος και παρουσιάζεται με διάφορες απροσδόκητες μορφές, τις οποίες μπορούμε ν’ αναγνωρίσουμε, ή υπάρχουν εμπειρίες «αφυπνιστικές», που ωθούν τον άνθρωπο σε μια ζωή πιο πλήρη:
Σελ. 45:
Ο Χάιντεγκερ πρότεινε δυο τρόπους ύπαρξης: τον καθημερινό τρόπο και τον οντολογικό τρόπο. Στον καθημερινό μας τρόπο είμαστε εντελώς απορροφημένοι από το περιβάλλον μας και απορούμε για το π ώ ς είναι τα πράγματα στον κόσμο. Στον οντολογικό τρόπο αντίθετα εστιάζουμε την προσοχή μας και αξιολογούμε το θαύμα της «ύπαρξης» αυτό καθεαυτό, και απορούμε που τα π ρ ά γ μ α τ α ε ί ν α ι, π ο υ ε μ ε ί ς ε ί μ α σ τ ε (…) Στον οντολογικό τρόπο όχι μόνο έχουμε μεγαλύτερη επίγνωση της ύπαρξης, της θνητότητας και των άλλων απαρασάλευτων χαρακτηριστικών της ζωής αλλά και μεγαλύτερο άγχος και είμαστε πιο έτοιμοι να προχωρήσουμε σε σημαντικές αλλαγές. Παρακινούμαστε να αναλάβουμε τη θεμελιώδη ευθύνη μας να κατασκευάσουμε μια αυθεντική ζωή κλπ. κλπ.

…γιατί, όπως λέει σε άλλο σημείο του βιβλίου,

πεθαίνεις τόσο άσχημα επειδή έζησες τόσο άσχημα

Δεν πρόκειται για μυθιστόρημα, όπως κάποια από τα προηγούμενα έργα του Γιάλομ, αλλά ούτε για βιβλίο θεωρητικό. Με βάση κάποιες γενικές διαπιστώσεις ή φιλοσοφικές στάσεις (εφόσον το θέμα του θανάτου είναι κατεξοχήν θέμα που απασχόλησε τη φιλοσοφία) ο συγγραφέας περιγράφει και σχολιάζει κλινικές περιπτώσεις που στηρίζουν το βασικό πυρήνα της θεωρίας. Έτσι, συγκεκριμενοποιείται ο «πανικός του θανάτου», βλέπουμε μέσα από εξατομικευμένα περιστατικά πολλές διαφορετικές οπτικές και συναισθήματα. Η δομή του βιβλίου είναι ξεκάθαρη, και μάλιστα μας προετοιμάζει ο ίδιος ο Γιάλομ για τις θεματικές ενότητες που θα ακολουθήσουν, ήδη από τις πρώτες σελίδες. Άλλωστε οι τίτλοι των επί μέρους κεφαλαίων είναι οδηγοί για το περιεχόμενο, όπως «το άγχος για το τίποτα είναι στην πραγματικότητα άγχος για το θάνατο», «το πένθος/τα ορόσημα της ζωής/τα όνειρα/το τέλος της θεραπείας κ.α. ως αφυπνιστικές εμπειρίες», «το φαινόμενο των κυματισμών εν δράσει» κ.α.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ουσιαστική στήριξη προσφέρει το 3ο κεφάλαιο, «Η δύναμη των ιδεών», όπως το υποκεφάλαιο «Ο Επίκουρος και η άχρονη σοφία του». Πέρα όμως από το γνωστό «τρίπτυχο» του Επίκουρου σχετικά με το θάνατο (η θνητότητα της ψυχής, το υπέρτατο τίποτα του θανάτου, το επιχείρημα της συμμετρίας/μετά το θάνατο-πριν τη γέννηση) παρατίθενται και στοχασμοί κι άλλων μεγάλων διανοητών, του Νίτσε, του Σοπενχάουερ κ.α. Όπως γράφει και στο βιβλίο, «μερικές γραμμές γεμάτες ουσία ή ένα απόφθεγμα γραμμένο από έναν φιλόσοφο ή κάποιον άλλον στοχαστή μπορούν πολλές φορές να μας βοηθήσουν να κάνουμε ωφέλιμες σκέψεις γύρω από το δικό μας άγχος θανάτου και τον τρόπο με τον οποίο εμείς πραγματώνουμε τη ζωή μας».
Τέτοιες φράσεις:
«Οι επιλογές αποκλείουν», στο μυθιστόρημα του John Gardner Γκρέντελ (είναι ο αφανής λόγος για το οποίο πολλοί άνθρωποι αποδιοργανώνονται μπροστά στην αναγκαιότητα να πάρουν μιαν απόφαση/ για κάθε ναι πρέπει να ειπωθεί ένα όχι και κάθε θετική επιλογή σημαίνει ότι είσαι υποχρεωμένος να παραιτηθείς από άλλες). Έτσι διστάζεις να «ζήσεις» προκειμένου να μη χάσεις οριστικά κάποιες άλλες ευκαιρίες.
«Όταν είμαστε κουρασμένοι μας επιτίθενται ιδέες τις οποίες είχαμε πριν από πολύ καιρό κατατροπώσει» (Νίτσε)
«Να ξαναζείς μια πανομοιότυπη ζωή πάλι και πάλι στους αιώνες των αιώνων», στο «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» του Νίτσε. Πρόκειται για την ιδέα της «αιώνιας επανάληψης», ή της «αιώνιας επιστροφής», που ο Νίτσε θεωρεί την πιο «μεγαλόπνοη σκέψη του», κατά τον Γιάλομ. (Η ιδέα ότι θα ξαναζείς πανομοιότυπη τη ζωή σου πάλι και πάλι στους αιώνες των αιώνων μπορεί να είναι συνταρακτική, μπορεί να είναι και ένα είδος μικρής θεραπείας υπαρξιακού συγκλονισμού. Λειτουργεί συχνά σαν ένα διανοητικό πείραμα που μπορεί να μας συνεφέρει, να μας οδηγήσει ν’ αναλογιστούμε σοβαρά πώς πραγματικά ζούμε). Στο ίδιο πνεύμα της σκέψης του Νίτσε: Καμιά θετική αλλαγή δε μπορεί να επέλθει στη ζωή μας, όσο παραμένουμε προσκολλημένοι στη σκέψη ότι ο λόγος που δε ζούμε καλά βρίσκεται έξω από εμάς τους ίδιους.
«Γίνε αυτός που είσαι», φράση που αποδίδεται στο Νίτσε και προβληματισμός που έχει ήδη απασχολήσει τον Αριστοτέλη, τον Σπινόζα, τον Λάιμπνιτς, τον Γκαίτε, τον Ίψεν, την Karen Horney κ.α. φτάνοντας στη σύγχρονη έννοια της αυτοπραγμάτωσης. «Ανάλωσε τη ζωή σου» και «πέθανε τη σωστή στιγμή», συναφείς φράσεις του Νίτσε.
«Ό, τι δε με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό» του Νίτσε και
«Ορισμένοι άνθρωποι αρνούνται το δάνειο της ζωής, για ν’ αποφύγουν το χρέος του θανάτου», φράση του Otto Rank, που αντικατοπτρίζει το ότι ορισμένοι άνθρωποι αποφεύγουν να ζήσουν, ν’ αγαπήσουν, να απολαύσουν επειδή τους τρομοκρατεί η ιδέα ότι θα χάσουν πάρα πολλά.
Τέλος, με βάση μια τριάδα δοκιμίων που έγραψε ο Σοπενάουερ, σημασία δεν έχει «αυτό που κατέχουμε», ούτε βέβαια «αυτό που αντιπροσωπεύουμε στα μάτια των άλλων» αλλά «αυτό που είμαστε». Η ποιότητα της ζωής μας προσδιορίζεται από το πώς ερμηνεύουμε τις εμπειρίες μας, όχι από τις ίδιες τις εμπειρίες, ένα θεραπευτικό δόγμα που ανάγεται στην αρχαιότητα.
Όλες αυτές οι σκέψεις δεν παρατίθενται μόνο με διδακτικό και αποφθεγματικό χαρακτήρα (πράγμα που είναι ελαφρώς απωθητικό), αλλά με πολλά παραδείγματα από την ψυχοθεραπευτική εμπειρία του Γιάλομ. Άλλωστε, όπως λέει και ο ίδιος στο τέλος αυτού, του τρίτου κεφαλαίου, "η δύναμη όλων αυτών των ιδεών ενισχύεται από ένα άλλο στοιχείο, τη στενή σύνδεση με τους άλλους ανθρώπους". Η ανθρώπινη μοναξιά μπορεί να είναι διαπροσωπική αλλά και υπαρξιακή. Η δεύτερη μορφή μοναξιάς, η υπαρξιακή απομόνωση είναι πιο βαθιά και πηγάζει από το αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στο άτομο και τους άλλους ανθρώπους. Το χάσμα αυτό είναι συνέπεια όχι μόνο του γεγονότος ότι ο κάθε άνθρωπος βρίσκεται πεταμένος μόνος του μέσα στην ύπαρξη κι είναι υποχρεωμένος να βγει απ’ αυτήν μόνος, αλλά προκύπτει από το γεγονός πως ο καθένας από μας κατοικεί έναν κόσμο, τον οποίο γνωρίζει πλήρως μόνο ο εαυτός μας.
Ο Γιάλομ, ως υπαρξιακός ψυχοθεραπευτής αναγνωρίζει ως σημαντικό «εργαλείο» για ν’ αντέξει κανείς το «πιο μοναχικό γεγονός της ζωής, το θάνατο», την ενσυναίσθηση, αυτό που μας επιτρέπει να αισθανθούμε, σ’ ένα βαθύτερο επίπεδο, αυτό που αισθάνεται κάποιος άλλος. Όπως γράφει στη σελ. 134, η προθυμία να βιώσουμε τη δική μας οδύνη σε συμφωνία με τον άλλον έχει αποτελέσει μέρος των ιαματικών παραδόσεων, κοσμικών, και θρησκευτικών, εδώ και αιώνες.
Ο Γιάλομ αναγνωρίζει ότι λίγα ψυχοθεραπευτικά συστήματα ασχολούνται με το αμήχανο θέμα του άγχους του θανάτου· η τρέχουσα αντίληψη είναι ότι θα πρέπει κανείς να ζει μια θλιβερή ζωή όταν ασχολείται τόσο πολύ με τόσο σκοτεινά ζητήματα (…και προσπαθώ να μεταδώσω ξανά το μήνυμα ότι το να κοιτάξεις κατάματα τον θάνατο, διαλύει κάθε τι μακάβριο). Έτσι, αφού αφιερώνει ένα κεφάλαιο εξομολογούμενος τη δική του, προσωπική αναμέτρηση με το άγχος του θανάτου, απευθύνεται στους ψυχοθεραπευτές για να τονίσει ότι η ανθρώπινη απόγνωση δεν πηγάζει μόνο από απωθημένα ένστικτα, διαταραγμένους τρόπους σκέψης, τραυματικές μνήμες κλπ. αλλά και από μια κατά πρόσωπο συνάντηση με την ύπαρξή μας. ξεκαθαρίζει λοιπόν τις βασικές του θέσεις ότι η υπαρξιακή του κοσμοθεωρία βασίζεται στον ορθολογισμό, απέχει από τις υπερφυσικές πίστεις (εδώ έχει ενδιαφέρον η διαλεκτική σύγκρουση του Γιάλομ με τον πολύ θρήσκο Τζέημς, που τον ρωτά «πώς μπορείς να ζεις δίχως νόημα; πώς βρίσκεις νόημα χωρίς τη θρησκεία;»)και υποστηρίζει ότι η ζωή είναι αποτέλεσμα τυχαίων γεγονότων. Ότι βρισκόμαστε πεταμένοι σ’ αυτήν την ύπαρξη μόνοι και ότι πρέπει ν’ αποφασίσει καθένας πώς να ζήσει όπως γίνεται πληρέστερα. Στην ψυχοθεραπευτική του μέθοδο μεγάλη σημασία έχει το «εδώ και τώρα», και αναδεικνύεται αυτό με πολλά παραδείγματα. Τον πόνο και τη μοναξιά του τελευταίου ταξιδιού μπορεί να τον απαλύνει και η πεποίθηση ότι ένας άνθρωπος μπορεί να συνεχίσει να ζει μέσα από τις αξίες του, τις πράξεις του και τις συνέπειές τους ακόμα κι όταν έχει αποχωρήσει από τη ζωή (δεν μπορείς να πάρεις απ’ αυτόν τον κόσμο τίποτα απ’ όσα σου δόθηκαν. Μπορείς να πάρεις μαζί σου μόνο όσα έδωσες). Αυτή η θετική επίδραση στους άλλους, που διατηρείται και μετά θάνατον, ονομάζεται από τον Γιάλομ «κυματισμοί».
Έτσι, βλέπουμε ότι στην εποχή μας, όπου ατονεί η συλλογικότητα, η τελετουργικότητα, η άμεση αναφορά στο θάνατο, στους νεκρούς, το θρηκευτικό συναίσθημα κλπ. (στοιχεία που «λειτουργούσαν» στο παρελθόν μέσα από δημοτικά τραγούδια, αναπαραστάσεις, μοιρολόγια ή διάφορα έθιμα), το ρόλο της ενσυναίσθησης- το μόνο ίσως παρήγορο στήριγμα στην αμετάκλητη μοναξιά μπροστά στο θάνατο- τον παίζουν σιγά σιγά οι ομάδες, τα κέντρα θεραπείας, οι διαδικτυακές ομάδες και οι ειδικοί επαγγελματίες.
Τελειώνω την αναφορά μου στο πολύ ενδιαφέρον αυτό βιβλίο με μια μαρτυρία που με συγκίνησε, της Άλις (σελ 137) που, παρόλες τις ψυχοθεραπευτικές μεθόδους, δε φαινόταν να μπορούσε να απαλύνει το παραλυτικό άγχος τής ιδέας του θανάτου. Ο πανικός της Άλις απροσδόκητα υποχώρησε μετά από την «εκτονωτική» συνεδρία γιατί τη βοήθησε η παρουσία και η ενσυναίσθηση του Γιάλομ. Ωστόσο, οι κουβέντες της είναι χαρακτηριστικές της απόγνωσης και της αδυναμίας για παρηγοριά: (Θέλεις να μάθεις τι φοβάμαι; Είναι απλό: δεν είμαι πια εγώ!/Με κυκλώνει ο θάνατος, ο θάνατος είναι παντού/ μου έρχεται να ουρλιάξω/ το αίσθημα αυτό είναι πάρα πολύ δυνατό, Ίρβ, δε μπορούν να το λυγίσουν οι ιδέες. Δεν το αγγίζουν καν/ αυτός ο τρόμος με πνίγει/είναι μια απειλή που δεν μπορώ να την ονομάσω/απλώς δε θέλω ν’ αφήσω τη ζωή/ θέλω να είμαι εδώ )

Γιατί, όπως παραφράζει κι ο Γούντυ Άλλεν τη θέση του Επίκουρου,
«Δεν φοβάμαι τον θάνατο, απλώς δε θέλω να είμαι εκεί όταν θα έρθει»

Χριστίνα Παπαγγελή

Παρασκευή, Απρίλιος 10, 2009

Η πλατιά θάλασσα των Σαργασσών, Τζην Ρυς

Όλα προοιωνίζονταν ξωτικά στο βιβλίο αυτό, και πιο πολύ ο …τίτλος που αναφέρεται στη θάλασσα των Σαργασσών στον ατλαντικό ωκεανό, γνωστή σε μένα μόνο από το ποίημα του Καββαδία «Μαρέα» (!)
Γραμμένο από Δομινικανή στα τέλη του 19ου αι., κόρη κρεολής και Ουαλού, με πολύ ταραχώδη και καλλιτεχνικό βίο, μου τράβηξε το ενδιαφέρον η τόλμη –για την εποχή- και η πρωτοτυπία της σύλληψης: η συγγραφέας Τζην Ρυς θέλησε να «αποκαταστήσει» μια αδικημένη μυθιστορηματική ηρωίδα, τη γυναίκα του Ρότσεστερ, την Μπέρθα, στο έργο της Σαρλότ Μπροντέ «Τζέην Έυρ»! Όπως σημειώνει κι η ίδια, πάντα την ενδιέφερε η τρελή πρώτη σύζυγος του Ρότσεστερ γιατί πίστευε ότι η Σαρλότ Μπροντέ είχε ένα είδος προκατάληψης έναντι των Δυτικών Ινδιών, γι’ αυτό και παρουσίασε ως τέρας τη γυναίκα αυτή. Έτσι, η Τζην Ρυς γράφει αυτό το βιβλίο από την οπτική γωνία της ηρωίδας (εκείνη αφηγείται και στο μεγαλύτερο μέρος) δίνοντάς της μάλιστα άλλο όνομα, το οποίο εν συνεχεία υποτίθεται ότι άλλαξε βάναυσα ο Άγγλος σύζυγός της.
Η συγγραφέας μάς μεταφέρει με αδρές γραμμές το πνεύμα στη Τζαμάικα- και όλου του συμπλέγματος των νησιών αυτών της Καραϊβικής- όπου ζει και μεγαλώνει η ηρωίδα της, Αντουανέτ, ξένη ανάμεσα σε λευκούς, μιγάδες και μαύρους, μέσα σε μια περίοδο ταραχών λόγω της αγγλικής κατοχής. Δεν ανήκει στους λευκούς οι οποίοι ποτέ δε δέχτηκαν την κρεολή μητέρα της, δεν τη δέχονται όμως και οι ντόπιοι:
Σελ.40:
Οι μαύροι δε μας μισούσαν και τόσο πολύ όταν ήμασταν φτωχοί (πριν η μητέρα της παντρευτεί λευκό). Ήμασταν λευκοί αλλά δεν το είχαμε σκάσει και σύντομα θα πεθαίναμε γιατί δε μας είχαν μείνει καθόλου λεφτά. Είχαμε κάτι να μας μισούν;
Τώρα το μίσος είχε ξαναρχίσει, και χειρότερα από πριν, η μητέρα μου το ξέρει αλλά δε μπορεί να το πιστέψει.
Σελ. 116:
Ήταν ένα τραγούδι για μια άσπρη κατσαρίδα. Αυτή είμαι εγώ. Έτσι αποκαλούν όλους εμάς που ήμασταν εδώ πριν οι δικοί τους στην Αφρική τους πουλήσουν στους δουλέμπορους. Και άκουσα και κάποιες αγγλίδες να μας αποκαλούν λευκούς νέγρους. Γι΄ αυτό κι εγώ, που βρίσκομαι ανάμεσα σ’ αυτούς και σε σας, αναρωτιέμαι για το ποια είμαι και πού είναι η πατρίδα μου και πολύ ανήκω και για ποιο λόγο γεννήθηκα τελικά.
Σιωπηλή, νωχελική, απόμακρη η ηρωίδα, με μόνη της συντροφιά τη μαύρη νταντά της Κριστοφίν, φορέα του πνεύματος της ντόπιας παράδοσης (μάγια, βασκανίες κλπ.), δίνει με ποιητικές πινελιές την ατμόσφαιρα της ζωής της στο πρώτο μέρος του βιβλίου. Στη συνέχεια, την «πουλάνε» στον κ. Ρότσετστερ, ο οποίος ποτέ δεν την αγάπησε. Θαμπωμένος για ένα διάστημα από τη ομορφιά της (όλη τη μέρα ήταν σαν όλα τα κορίτσια, χαμογελούσε στον εαυτό της μέσα στον καθρέφτη της, προσπαθούσε να μου μάθει τα τραγούδια της, αυτά που με στοίχειωναν), γρήγορα ενέδωσε στις συκοφαντίες και τα κουτσομπολιά σε βάρος της, ότι δηλαδή η μητέρα της νεαρής συζύγου του καθώς και ο αδερφός της πάσχουν από ψυχασθένεια, επομένως έχει κληρονομική προδιάθεση στην τρέλα. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου βλέπουμε την οπτική γωνία του Ρίτσαρντ, ο οποίος κάνει κάποιες φιλότιμες προσπάθειες αρχικά να την καταλάβει, αλλά δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στο ντόπιο πνεύμα και κρατά απόσταση από τη γυναίκα του. Στο τρίτο μέρος, την αφήγηση αναλαμβάνει ξανά η Αντουανέτ, αυτή τη φορά από τη σοφίτα του σπιτιού στην Αγγλία, όπου είναι έγκλειστη. Από δω συνεχίζει (εν αγνοία της!) την ιστορία η Σαρλότ Μπροντέ.
Κάπως χαλαρή η συνοχή στο βιβλίο και χωρίς δραματικότητα ή έντονα πάθη. Στις τελευταίες σελίδες μόνο βλέπουμε κάτι από την εσωτερική σύγκρουση των ηρώων, όπως τα αντιφατικά συναισθήματα του Ρίτσαρντ απέναντι στην όμορφη γυναίκα του, τις προσπάθειες της Αντουανέτ να τον αγαπήσει (της έκανες έρωτα, μέχρι να τη μεθύσεις, κανένα ρούμι δε θα τη μεθούσε έτσι, μέχρι να μη μπορούσε να ζει χωρίς αυτό). Το μίσος που γεννιέται μέσα της για ό, τι την παίρνει μακριά από τον τόπο με τον οποίο είναι δεμένες οι αναμνήσεις της, μίσος που γεννά την ψυχρότητα, την αδιαφορία, την τρέλα (το είπα και την κοίταξα διακρίνοντας το μίσος στα μάτια της και νιώθοντας το δικό μου μίσος να αναβλύζει για να συναντήσει το δικό της. Γι άλλη μια φορά η ιλιγγιώδης αλλαγή, η ανάμνηση, η ναυτία που συνοδεύει την επιστροφή του μίσους). Τέλος, στο τρίτο και μικρότερο μέρος παρακολουθούμε τις ασύνδετες σκέψεις της παράφρονος πλέον ηρωίδας που το σκάει από τη σοφίτα και μέσα σ’ ένα παραλήρημα βάζει φωτιά στις κουρτίνες του σπιτιού (δηλαδή έχουμε τη γνωστή σκηνή από το «Τζέην Έυρ»).[1]
Όλα αυτά είναι δοσμένα με μια ποιητικότητα θα έλεγε κανείς ιμπρεσσιονισική. Πινελιές ποίησης:
Σελ. 69:
Ήταν όπως εκείνο το πρωί που είχα βρει το νεκρό άλογο. Μην πεις τίποτα και τότε μπορεί να μην είναι αλήθεια.

Σελ. 90:
«Αληθεύει», ρώτησε, «πως η Αγγλία μοιάζει με όνειρο»;
«Λοιπόν» απάντησα ενοχλημένος, «έτσι περίπου μοιάζει και το δικό σου όμορφο νησί σε μένα, αρκετά εξωπραγματικό και ονειρικό».
«Ναι, αλλά πώς γίνεται να είναι εξωπραγματικά τα ποτάμια, τα βουνά, η θάλασσα
«Και πώς γίνεται τα εκατομμύρια ανθρώπων, τα σπίτια τους και οι δρόμοι τους να είναι εξωπραγματικά;»
«Ευκολότερο», είπε, πολύ ευκολότερο. Είναι φυσικό μια μεγάλη πόλη να μοιάζει με όνειρο».
«Όχι, αυτό εδώ είναι εξωπραγματικό και σαν όνειρο».

Σελ. 96 (για την Κριστοφίν):
«Αναμφίβολα είναι άξια γυναίκα. Αλλά δεν μπορώ να πω πως μου αρέσει ο τρόπος που μιλάει. Και δείχνει τόσο τεμπέλα. Τριγυρίζει χασομερώντας».
«Έχεις άδικο, για άλλη μια φορά. Δείχνει αργή, αλλά όλες οι κινήσεις της είναι σωστές, οπότε στο τέλος το αποτέλεσμα είναι γρήγορο».

Η Τζην Ρυς μέσα σ’ αυτό το βιβλίο θίγει ένα ενδιαφέρον κοινωνικό θέμα, τη ρευστή κοινωνική κατάσταση στις αποικίες για τους λευκούς δεύτερης και τρίτης γενιάς, και ιδιαίτερα τη μοίρα των κρεολών, κληρονόμων συνήθως μιας μεγάλης περιουσίας που μετά την απελευθέρωση αυτών των περιοχών μένουν χωρίς πατρίδα και βιώνουν ένα μίσος για τους λευκούς αλλά και για τους ντόπιους, παράλληλα με μια μεγάλη νοσταλγία για τον τόπο όπου μεγάλωσαν. Θέλησε να υποδείξει ότι αυτή η ρομαντική ιστορία του Ρότσεστερ που παντρεύτηκε στο τέλος την Τζέην Έυρ κρύβει πίσω της τη δυστυχία ενός ανθρώπου που έχασε σταδιακά τη χαρά της, την ομορφιά της, τα λεφτά της, την αγάπη, μέχρι και το … όνομά της. Που οδηγήθηκε μοιραία στη σκλαβιά και την τρέλα. Όπως έχει τονίσει και η Penny Boumelha[2], «Όταν η Τζην Ρυς άρχισε να γράφει για να δικαιώσει «την τρελή», έδωσε έμφαση στο ρόλο της ως «το κληροδότημα του ιμπεριαλισμού που φωλιάζει κρυμμένο στην καρδιά του κάστρου κάθε Άγγλου τζέντλεμαν».
Είναι έξυπνη η σύλληψη και αρκετά ποιητικό το ύφος, αλλά δε μπορώ να πω ότι με συνάρπασε.

[1] Πολύ αναλυτική και κατατοπιστική η παρουσίαση του βιβλίου από τον librofilo εδώ
[2] Εισαγωγή στο βιβλίο, του Hilary Jenkins

Χριστίνα Παπαγγελή

Τρίτη, Απρίλιος 07, 2009

1356 λέξεις για τις ταυτότητες στη Μακεδονία, συλλογικό έργο

Τα προβλήματα ή καλύτερα οι νέες συνθήκες που διαμορφώνονται στις σύγχρονες κοινωνίες διέπονται από το χαρακτηριστικό της πολύ-πολιτισμικότητας της οποίας οι φορείς αναμειγνύονται μεταξύ τους και συνυπάρχουν στα πλαίσια του ίδιου εθνικού κράτους. Αυτές οι συνθήκες συνύπαρξης έχουν τον ιδεολογικό αντίκτυπο και θέτουν επιτακτικά το ζήτημα του προσδιορισμού ή του αυτοπροσδιορισμού της ταυτότητας.

Αν το ζήτημα των ταυτοτήτων τεθεί ως ζήτημα εθνικής ταυτότητας τότε η ιστορία καλύπτει το σύνολο του 20ου αιώνα και κυρίως από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και μετά. Τα κριτήρια της εθνικής ταυτότητας σε πολλές περιπτώσεις αποδείχθηκαν ανεπαρκή και σχετικά αφήνοντας ως μόνο αναμφισβήτητο αυτό του αυτοπροσδιορισμού. Και αυτό όμως πολλές φορές δεν αναγνωρίστηκε ως δικαίωμα, κυρίως όταν αφορούσε τις μειονότητες.

Σήμερα οι πιέσεις που ασκούνται είναι μεγαλύτερες επειδή η ομοιογένεια των εθνικών κρατών έχει διαταραχθεί εξαιτίας της έλευσης προσφύγων και οικονομικών μεταναστών στις χώρες της Δύσης και στην Ελλάδα. Η έννοια της εθνικής ταυτότητας – ιδωμένη στατικά – δέχεται πιέσεις που την καθιστούν ξεπερασμένη, αναχρονιστική. Η λύση που παρουσιάζεται δεν είναι καινούργια, έρχεται από την αρχαιότητα με τη ρήση του Ισοκράτη ότι Έλληνες είναι οι μετέχοντες της ελληνικής παιδείας (μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας, Ισοκράτους Πανηγυρικός, παρ. 50)

Εδώ τίθεται ξανά το ζήτημα με αριστοτελικό τρόπο, δηλαδή θα πρέπει να διερευνήσουμε το βάθος και το πλάτος της έννοιας εθνική ταυτότητα και ίσως πρέπει να θέσουμε το ζήτημα της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Συνήθη χαρακτηριστικά που αποδίδονταν στην εθνική ταυτότητα ήταν (και είναι σε ένα βαθμό) η γλώσσα, η θρησκεία, τα έθιμα, η καταγωγή κλπ (σχετικά με αυτό είναι ενδιαφέρουσα η παρουσίαση του βιβλίου της Ελπίδας Κ. Βόγλη, «Έλληνες το γένος» (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Όμως καθένα από αυτά αίρεται όταν έχουμε περιπτώσεις όπως οι παλινοστούντες – που δε γεννήθηκαν στην Ελλάδα, οι θρησκευτικά αλλόδοξοι των Κυκλάδων – που δεν υιοθετούν το Ορθόδοξο δόγμα, οι μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς στην Αμερική, την Ευρώπη ή αλλού – που δε γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα, κλπ.

Μειώνοντας το βάθος, δηλαδή τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται για να προσδιορίσουμε κάποιον με την έννοια της εθνικής ταυτότητας, αυτομάτως, αυξάνουμε το πλάτος της, μπορούμε δηλαδή να συμπεριλάβουμε περισσότερες πληθυσμιακές ομάδες που παρουσιάζονται πολιτισμικά και εθνοτικά διαφοροποιημένες. Αρκεί να έχουν την απαιτούμενη παιδεία ώστε να αυτοπροσδιορίζονται εθνικά με έναν συγκεκριμένο τρόπο.

Στο περιθώριο (ή στο κέντρο;) αυτής της συζήτησης έχει ενδιαφέρον να μελετήσουμε τη γένεση της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Αυτό θα μας οδηγούσε σε μεγάλη κουβέντα, αλλά νομίζω ότι όλη η προσπάθεια συγκρότησης ευρωπαϊκής ταυτότητας γίνεται γύρω από την υιοθέτηση ορισμένων εννοιών - αξιών όπως η δημοκρατία ή τα δικαιώματα των μειονοτήτων. Κάτι τέτοιο αμβλύνει την έννοια «ευρωπαίος» και επιτρέπει την ένταξη σε αυτή ομάδων με διαφορετικό χρώμα, διαφορετική μητρική γλώσσα από αυτές των ευρωπαϊκών, διαφορετικών τελικά εθνοτικών ομάδων.

Αυτή η ευρωπαϊκή πρακτική πιέζει και την πρακτική των κρατών σχετικά με την έννοια της εθνικής ταυτότητας τα χαρακτηριστικά της οποίας ορίζει το καθένα. Διαμορφώνονται και δυναμικοί συσχετισμοί μεταξύ των μειονοτικών πολιτισμικών χαρακτηριστικών, των εθνοτικών και εθνικών ταυτοτήτων ως συνέπεια των συσχετισμών μεταξύ εθνικών ταυτοτήτων και της ευρωπαϊκής ταυτότητας.

Νομίζω ότι η διεθνής κοινότητα ήδη τοποθετείται σχετικά με αυτά τα ζητήματα για παράδειγμα στη Διάσκεψη για την Ανθρώπινη Διάσταση, Κοπεγχάγη 1990, στη Συνάντηση της Γενεύης του 1991 και του Ελσίνκι 1992. Ενδεικτικά μπορεί να δει κανείς τους συνδέσμους 1.http://www.lawnet.gr/pages/eofn/2/meion.asp,
2.http://www.greekhelsinki.gr/bhr/greek/articles_2002/pr_30_03_02.doc
και 3. http://archive.enet.gr/1999/08/02/on-line/stiles/analisi.htm

Νομίζω ότι σε αυτά τα πλαίσια πρέπει να μελετήσουμε το συγκεκριμένο βιβλίο ή προς αυτά θα οδηγηθούμε.

Το βιβλίο είναι μια πολυεπίπεδη και πολύπλευρη προσέγγιση του ζητήματος των ταυτοτήτων στην Μακεδονία Πιο συγκεκριμένα είναι προσέγγιση στον προσδιορισμό και αυτοπροσδιορισμού των ντόπιων κατοίκων, στην ιστορική, κοινωνική, πολιτική, εθνοτική, πολιτισμική διάσταση των ταυτοτήτων και στις εκφάνσεις που αυτή αποκτά ως ψήφος, ως αντιπαράθεση με κατοίκους που προσδιορίζονται διαφορετικά (όπως οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν μετά το 1922 στη Μακεδονία), ως πολιτική και πολιτιστική δραστηριότητα, κλπ. Κοιτά με τόλμη την πραγματικότητα στην ελληνική Μακεδονία και προσπαθεί να ανταποκριθεί στις σύγχρονες συνθήκες που διαμορφώνονται διεθνώς και αφορούν τόσο την επιστήμη της ιστορίας όσο και τη θέση ομάδων ή μειονοτήτων με πολιτισμικά χαρακτηριστικά διαφορετικά από τα κυρίαρχα στα πλαίσια μιας επικράτειας. Έτσι διερευνώνται πολύπλευρα τα χαρακτηριστικά εκείνα που διαφοροποίησαν ή διαφοροποιούν ακόμη ομάδες δίγλωσσων/σλαβόφωνων κατοίκων της ελληνικής Μακεδονίας.

Το βιβλίο χαρακτηρίζεται από νηφάλια και αποστασιοποιημένη προσπάθεια να προσεγγίσει όλα αυτά τα φλέγοντα και συγκινησιακά φορτισμένα θέματα και από μια γλώσσα ιδιαίτερα προσεγμένη. Η χρήση ορολογίας είναι ιδιαίτερα προσεκτική, αφού όπως επισημαίνεται και στην εισαγωγή του Β. Γούναρη οι όροι που κατά καιρούς χρησιμοποιήθηκαν είναι αναγκαστικά φορτωμένοι με ιδεολογικές και πολιτικές σκοπιμότητες. Εκδόθηκε το 1997 και οι έκδοσή του στις γενικότερες συνθήκες της δεκαετίας το 1990 το καθιστά περισσότερο σημαντικό, δηλαδή εκτός από το περιεχόμενό του είναι και η κυκλοφορία του ίδιου, ως εκδοτικού συμβάντος που έχει σημασία.

Το στίγμα και τις προθέσεις του βιβλίου δίνει εξ’ αρχής ο πρόλογος του Θ. Βερέμη που καταλήγει στην αναγκαιότητα διαμόρφωσης μιας εθνικής ελληνικής συνείδησης, χωρίς τις αγκυλώσεις του παρελθόντος, μιας τέτοιας συνείδησης που θα μπορέσει να εντάξει το διαφορετικό έτσι όπως παρουσιάζεται στην πολυπολιτισμική πραγματικότητα των ημερών μας. Νομίζω ότι αποτελεί σταθμό στην εξέλιξη της επιστημονικής προσέγγισης που επιχειρείται στη χώρα μας. Κατά συνέπεια, η μελέτη του είναι απαραίτητη για τη διαμόρφωση ρεαλιστικής και σύγχρονης αντίληψης για το μακεδονικό ζήτημα.
Κάθε μία από τις οκτώ εργασίες του βιβλίου διατηρεί την αυτονομία της και όλες μαζί συγκλίνουν στο ίδιο ζήτημα της διαμόρφωσης ταυτοτήτων.

Χωρίς να υποτιμώ τις άλλες εργασίες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο θα ήθελα να σταθώ σε τρεις. Του Βλάση Βλασίδη, «η αυτονόμηση της Μακεδονίας, από τη θεωρία στην πράξη». Παρουσιάζει το μακεδονικό ζήτημα από τα χρόνια της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου (Μάρτιος 1878). Σύμφωνα με όσα αναφέρονται το αίτημα αυτονόμησης της Μακεδονίας τίθεται για πρώτη φορά το 1876 από τον Αυστριακό αυτοκράτορα Φραγκίσκο Ιωσήφ. Το 1893 ιδρύεται η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ) της οποίας η δράση θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις. Το 1895 έχουμε την ίδρυση του Ανώτατου Μακεδονικού Κομιτάτου και το 1903 τη σημαντική για τους βόρειους γείτονες εξέγερση του Ίλιντεν. Ο συγγραφέας παρακολουθεί την πολιτική και ένοπλη δράση. Αρχικά η ΕΜΕΟ ήταν προσανατολισμένη στην αυτονομία της Μακεδονίας. Το κομιτάτο όμως στόχευε στην ενσωμάτωση της στο Βουλγαρικό κράτος. Η ΕΜΕΟ διασπάστηκε και έτσι άφησε ελεύθερο πεδίο για να εμφανιστούν και ένοπλα ελληνικά σώματα στη Μακεδονία που αποτελούσε, ακόμη, μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Είναι ξεχωριστά ενδιαφέρουσα αυτή η πρώτη φάση του Μακεδονικού ζητήματος γιατί συνήθως επικεντρώνουμε την προσοχή μας στην μεταπολεμική περίοδο.

Ο Ιάκωβος Μιχαηλίδης μελετά τις σχέσεις Σλαβόφωνων και Προσφύγων, ένα ακανθώδες θέμα. Η διαφοροποίηση των δύο πληθυσμιακών ομάδων και η αντιπαράθεσή τους εκφράζεται και πολιτικά ως τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Οι πρόσφυγες ήταν προσκολλημένοι στους Φιλελεύθερους γιατί από εκεί προσδοκούσαν την αποκατάστασή τους και γιατί είχαν αντιμετωπίσει την έχθρα των «Λαϊκών» και των άλλων φιλοβασιλικών κομμάτων. Αυτή η αντιπροσφυγική πολιτική των δεύτερων έσπρωξε την πλειοψηφία των σλαβόφωνων στα δεξιά κόμματα. Ωστόσο κάποιοι από τους σλαβόφωνους συμπορεύτηκαν με το ΚΚΕ που υποστήριξε την αυτονόμηση της Μακεδονίας. Μετά τον πόλεμο και σε κάθε περίπτωση μετά την μεταπολίτευση δεν παρατηρούνται σημαντικές διαφοροποιήσεις, αν και έχουμε διαπιστωμένη τη μαζική περιχαράκωση και τη διοχέτευση των ντόπιων ψήφων προς συγκεκριμένα κάθε φορά κόμματα. Η εργασία βασίζεται στη διδακτορική διατριβή του συγγραφέα.
Για το ίδιο θέμα έχει συμπληρωματικό ενδιαφέρον ένα δημοσίευμα του Ιου στις 15/3/1998 σχετικά με την ιστορία και την αντιπαλότητα των χωριών Αγίου Παντελεήμονα και Βεγόρας.

Τρίτη εργασία αυτή του Άγγελου Χοτζίδη για την «Άρθρωση και Δομή του μειονοτικού λόγου». Μελετάται εκ των έσω η ιδεολογία που αναπτύσσουν οι σλαβόφωνοι με την έκδοση των περιοδικών «Μογλενά» και «Ζόρα». Αποτελεί προσέγγιση της πιο σύγχρονης εποχής. Η προώθηση εθνοτικών χαρακτηριστικών από το 1991 με την εμφάνιση της ΜΑΚΙΒΕ και την ευρωπαϊκή προοπτική της υπόθεσης με την οργάνωση «Ουράνιο Τόξο». Εξετάζονται το όνομα και οι ασαφείς διακηρύξεις μιας ομάδας που έχει ιδιαίτερα εθνοτικά χαρακτηριστικά αλλά όχι τα χαρακτηριστικά μιας εθνικής μειονότητας.

Κατά δεύτερο λόγο η κατάδειξη της διαφορετικότητας των σλαβόφωνων γίνεται μέσω της ιστορίας με αναφορές κυρίως στην εξέγερση του Ίλιντεν το 1903. Επίσης εξετάζεται η ξεχωριστή πολιτιστική ταυτότητά τους σε σχέση με την προσπάθεια ίδρυσης «Στέγης Μακεδονικού Πολιτισμού» στη Φλώρινα.

Σε όλα αυτά κεντρικό είναι το ζήτημα της γλώσσας και της γραφής, όπως επίσης και η κοινωνική διαφοροποίηση αφού οι ντόπιοι νιώθουν να βρίσκονται σε υποδεέστερη μοίρα συγκριτικά με τους πρόσφυγες.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1997 από τις εκδόσεις Παπαζήση

Υ.Γ. Πρόσφατα εκδόθηκε το "Μακεδονικές ταυτότητες στο χρόνο: Η διαχρονική τους πορεία".

Δευτέρα, Απρίλιος 06, 2009

930 λέξεις αναλφαβητοτακτοποίητες για το τέχνη, γλώσσα και εξουσία του Μάριου Πλωρίτη

Πρόκειται για εννέα κείμενα που δημοσιεύτηκαν στο Βήμα από το 1983 και εξής. Σε αυτά ο συγγραφέας ασχολείται με τρία θέματα. Κατά πρώτο λόγο με ζητήματα τέχνης. Εξετάζει τη σχέση του καλλιτέχνη με την εξουσία, η οποία σε κάθε περίπτωση στέκεται περιφρονητική απέναντί του. Ευνοεί τους καλλιτέχνες που την υπηρετούν, αγνοεί όσους δε τη θίγουν και διώκει όσους την ενοχλούν. Ο καλλιτέχνης διεκδικεί λόγο και έκφραση, όμως η τέχνη είναι στο περιθώριο. Αυτό είναι φανερό από την απουσία της τέχνης στην Παιδεία που καθίσταται έτσι άγονη και παραγωγή ημιμάθειας. Η ανάγκη ελεύθερης έκφρασης των καλλιτεχνών είναι αδιαμφισβήτητη. Ο Πλωρίτης τεκμηριώνει τις απόψεις του με συγκεκριμένες αναφορές. Ο Μπρέχτ έγραφε: «κανένας ζωγράφος δε μπορεί να ζωγραφίσει όταν τρέμουν τα χέρια του από το φόβο για την ετυμηγορία κάποιου κομματικού αξιωματούχου». Υπερασπίζεται την ανάγκη ελευθερίας και αυτονομίας της Τέχνης με αναφορές και σε κείμενα του Τρότσκι και θεσμών του Σοβιετικού Κράτους όπου διατυπώνεται ότι η τέχνη είναι ένας χώρος από αυτούς που το κόμμα δεν πρέπει να ελέγχει. Στο ίδιο πνεύμα εξετάζει το θέμα της στράτευσης του καλλιτέχνη και της πνευματικής ελευθερίας που είναι ταυτόσημη με τη δημιουργία.

Το δεύτερο θέμα είναι η γλώσσα. Αντικρούει την κινδυνολογία για τη φτώχεια της γλώσσας. Είναι φυσικό να αχρηστεύονται και να χάνονται τύποι που δεν την υπηρετούν. Ας πούμε η απώλεια του δυικού αριθμού, της ευκτικής, της δοτικής δε συνεπάγεται πρόβλημα, αλλά είναι συνυφασμένη με την εξέλιξη της γλώσσας όπως αυτή διαμορφώνεται από το λαό που τη μιλά και τη διαμορφώνει. Το ίδιο συμβαίνει και με τα ζητήματα ορθογραφίας. Οι απλοποιήσεις της γραφής, η καθιέρωση του μονοτονικού δε βλάπτουν τη γλώσσα. Οι σχετικές κινδυνολογίες μάλλον κρύβουν άλλες σκοπιμότητες.

Από την άλλη, όμως, η γλώσσα δεν «πλουταίνει» με τη εισροή ξένων λέξεων. Στην ελληνική γλώσσα αυτό το φαινόμενο εξηγείται και από την υψηλή διάσταση που έχει η εκμάθηση ξένων γλωσσών. Βέβαια πολλές λέξεις ξένες έχουν υιοθετηθεί κατά την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας, λέξεις που αφομοιώθηκαν και τώρα πια δεν ξεχωρίζουν. Για το συγγραφέα το πρόβλημα υπάρχει σήμερα γιατί οι εισροή ξένων λέξεων είναι μαζική και έχουμε ταυτόχρονα παραγωγή λεκτικών τύπων με μίμηση ξενικών, όπως σπορτέξ.

Ο Πλωρίτης καταλήγει ότι είναι ευθύνη μας να φροντίζουμε το λεξιλογικό πλόυτο της γλώσσας και να μη περιοριζόμαστε στη χρήση μερικών εκατοντάδων που εξυπηρετούν οριακά την καθημερινή επικοινωνία. Δε θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε όλες τις παλιότερες λέξεις σα νεκρές, αλλά σα ξεχασμένες. Επικαλείται τον Ψυχάρη για το δικαίωμα να αναζητά λέξεις στην αρχαία γλώσσα ώστε να καλύψει σημερινές ανάγκες. Αρκεί βέβαια να τις προσαρμόζει στο τυπικό της δημοτικής. Αν οι λέξεις αυτές ξαναπεράσουν σε γενική χρήση είναι ζήτημα που θα κρίνει το κοινό γλωσσικό αίσθημα.

Το επόμενο κείμενο είναι αυτό που εισηγήθηκε στην «ημερίδα του Μίλωνα», τον Ιανουάριο του 1895. Στη σύγκρουση απόψεων που εκφράστηκε εκεί, ο Πλωρίτης προσπαθεί να κρατήσει ίσες αποστάσεις. Αυτό, κατ’ ουσίαν, δεν είναι εφικτό. Γράφει για κακοπάθεια της Δημοτικής που οφείλεται σε αμέλεια και δόλο. Διαπιστώνει ότι η δημοτική δε μελετήθηκε όπως και όσο θα έπρεπε και αφέθηκε να οδηγηθεί σε λαϊκιστικό κράμα. Κατά δεύτερο λόγο είναι πολλοί αυτοί που κρύβουν την αμάθεια και την αγραμματοσύνη τους πίσω από τη δημοτική. Ο περιορισμός του λεξιλογίου και ο εντυπωσιασμός των νέων γλωσσικών τύπων είναι κακοποίηση της γλώσσας και είναι υποκριτικό πίσω από κηρύγματα πολιτισμού να βρίσκεται η αμέλεια και η υποτίμηση της αξίας που έχει η γλώσσα. Σε κείνη την ημερίδα, μάλλον, ο λόγος του Πλωρίτη δικαίωνε τους κινδυνολόγους νεογλωσσαμύντορες. Βέβαια, είναι φανερό ότι η πρόθεση του δεν ήταν αυτή.

Τρίτο και συναφές άμεσα με το δεύτερο θέμα είναι το ζήτημα του μαθήματος των αρχαίων ελληνικών. Η σκέψη του Πλωρίτη τεκμηριώνεται με συχνές και σαφείς αναφορές. Στο Βηλαρά, στο Γληνό, κλπ. Συμφωνεί για την «άψυχη και τυπολογική αρχαιογνωσία» που συνιστούσε το μάθημα. Αλλά νομίζω ότι κάνει ένα λογικό σφάλμα. Θεωρεί τη γλώσσα ευρύτερο πολιτισμικό αγαθό από τον αρχαίο κόσμο. Στη σελίδα 67 γράφει: «... στάθηκε η ρίζα της αποστροφής των ‘‘ελληνοπαίδων’’ όχι μόνο για την αρχαία γραμματεία, αλλά και για την ελληνική γλώσσα, γενικότερα: ....». Αυτό είναι νομίζω το σημείο που θα τον οδηγήσει σε άλλα ιδεολογικοποιημένα συμπεράσματα και εξηγεί τον υπότιτλο του άρθρου, «κατάργηση ενός μαθήματος ή κατάργηση του μέγιστου μαθήματος». Είναι εντυπωσιοθηρικό και δίνει ψευδή εικόνα της εκπαιδευτικής πραγματικότητας. Τα αρχαία ελληνικά, η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας ποτέ δεν καταργήθηκε στην εκπαίδευση. Αυτό που είχε γίνει ήταν να γίνεται η διδασκαλία της από μεταφράσεις. Το ξέρει βέβαια καλά ο Πλωρίτης. Αυτό που ζητά μέσα στο κείμενό του είναι να υπάρχει παράλληλα με τη μετάφραση και η παράθεση του αρχαίου κειμένου. Είναι ένα λογικό και παιδαγωγικά σωστό αίτημα. Ούτε τότε έγινε, ούτε τώρα. Τώρα (εδώ και 17 χρόνια κρατά αυτό το τώρα) που επανήλθε η διδασκαλία της αρχαιοελληνικής γλώσσας στα Γυμνάσια. Όμως, για τον Πλωρίτη, όπως και για πολλούς άλλους, η αρχαία ελληνική γλώσσα και η παράθεση των κειμένων στο πρωτότυπο αποτελεί πρότυπο για την καλλιέργεια της γλώσσας και του ύφους των μαθητών (σελ. 71) και εδώ μάλλον διατυπώνει μία ιδεοληψία παρά μια γλωσσολογική ή εκπαιδευτική κρίση.

Τα δύο τελευταία άρθρα γράφονται το 1985 και το 1987. Ο Πλωρίτης επισημαίνει την λεξιλογική φτώχεια και τη δυσκολία σύνταξης του λόγου που έχουν οι νέοι, επιστρατεύει επιχειρήματα που ο ίδιος είχε αναιρέσει, όπως το ζήτημα της ορθογραφίας – ανορθογραφίας. Τεκμηριώνει το σκεπτικό του σε δημοσιεύματα του Ταχυδρόμου και «πειράματα» που κάνει ο ίδιος. Επιτίθεται στην πολιτική που «καταργεί τα Αρχαία Ελληνικά και καταρρακώνει τα Νέα» (σελ. 78) και εν τέλει υπηρετεί την αντιμεταρρύθμιση που εκδηλώθηκε κατά τη δεκαετία του ’80. Και στο τελευταίο άρθρο (1987) ούτε μια «καλή κουβέντα» για την εκπαιδευτική πραγματικότητα που για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού κράτους ήταν συνδεμένη με τον εκπαιδευτικό δημοτικισμό.


αΒδεηηίίλμνσςΣςυω αλφαβητοτακτοποιημένος

Κυριακή, Απρίλιος 05, 2009

1515 λέξεις αναλφαβητοτακτοποίητες για το Δημόσιο Διάλογο για τη Γλώσσα (συλλογικό)

Πρόκειται για τα κείμενα των ομιλιών για τη γλώσσα στη σχετική «ημερίδα του Μίλωνα» που οργάνωσε το ΚΚΕ εσωτερικού στις 19 Ιανουαρίου 1985. Περιλαμβάνονται επίσης οι δευτερομιλίες και οι παρεμβάσεις των συνέδρων. Το βιβλίο αποτελεί, πλέον, ντοκουμέντο όπου καταγράφονται οι έντονες συζητήσεις για τα γλωσσικά ζητήματα και κυρίως οι δύο – κατ’ ουσίαν – διαφορετικές στάσεις απέναντι στη γλώσσα. Αυτή που θεωρεί ότι η γλώσσα κινδυνεύει και έχει ανάγκη τη ρυθμιστική παρέμβαση των ειδημόνων και την αναγωγή της σε παλιότερες και «ενδοξότερες» μορφές της και αυτή που υπερασπίζεται τη ζωντάνια της και θεωρεί ότι η γλώσσα αντιμετωπίζει μόνη της τα αδιέξοδα και τις δυσκολίες και χρέος των μελετητών αποτελεί η καταγραφή και η διδασκαλία της με βάση τη δική της εξέλιξη καθώς χρησιμοποιείται καθημερινά. Βέβαια αυτή παρουσίαση των δύο τάσεων είναι πολύ σχηματική και αδικεί την προσωπική ματιά των ομιλητών, αλλά...

Η ιστορική συγκυρία των κειμένων είναι συνυφασμένη με την εξέλιξη της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης που ξεκίνησε το 1976 και την αναγνώριση ή επιβολή της δημοτικής στην εκπαίδευση και στις υπόλοιπες εκφράσεις του Κράτους. Οι λέξεις «αναγνώριση» και «επιβολή» δείχνουν ακριβώς τις δύο διαφορετικές οπτικές που αναφέρθηκαν. Καθώς λοιπόν η μεταρρύθμιση δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί, δεν είχε κάνει ούτε τον πρώτο εννιαετή κύκλο της υποχρεωτικής φοίτησης ενός παιδιού στο σχολείο, καθώς η διδασκαλία της δημοτικής αντιμετώπιζε τα προβλήματα που προέρχονταν κυρίως από το γεγονός ότι πρώτη φορά διδάσκονταν – αν εξαιρέσουμε τις βραχύχρονες μεταρρυθμίσεις του 1917 και 1964 – και μάλιστα μετά την δύσκολη περίοδο της δικτατορίας, καθώς η καθιέρωση της ως επίσημης γλώσσας της Πολιτείας είχε ακόμα νηπιακή ηλικία και έπρεπε να αντιμετωπίσει δυσκολίες όπως η νομική ιδιόλεκτος και η απόδοσή της στη νεοελληνική, εμφανίστηκε ο αντίλογος, η νοσταλγία του γλωσσικού παρελθόντος, η ενοχοποίηση της γλωσσικής εξέλιξης με την κατάδειξη των αδυναμιών και των αδόκιμων προσπαθειών να ανταποκριθεί η «επίσημη» πλέον δημοτική στα καθήκοντα της γλώσσας που υπηρετεί την εκπαίδευση και την εξουσία. Επίσης, πολλές φορές, η ιδεολογική υπεράσπιση των παλιότερων μορφών της γλώσσας σε βάρος της ομιλούμενης οδηγούσε σε στρέβλωση της γλωσσικής πραγματικότητας, για να αντλήσει αντεπιχειρήματα.

Τώρα, σχεδόν 25 χρόνια μετά, τα κείμενα αυτά έχουν εκτός από γλωσσολογική αξία και ιστορικό ενδιαφέρον. Οι νεοσυντηρητικές απόψεις κυριάρχησαν. Ενδεικτικά, επανήλθε η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στα Γυμνάσια. Οι εξελίξεις ακολούθησαν το πνεύμα των απόψεων που εκφράσανε κυρίως ο Γ. Μπαμπινιώτης και ο Γ. Καλιόρης. Έχει ενδιαφέρον να διαβάσει κάποιος τις κριτικές και τις διακηρύξεις, ώστε να τις συγκρίνει με τη σημερινή γλωσσική πραγματικότητα όπως εμπειρικά – έστω – την αντιλαμβάνεται. Πρώτο θέμα του βιβλίου είναι το ερώτημα αν υπάρχει γλωσσικό πρόβλημα σήμερα, ήταν το πρώτο θέμα και της ημερίδας.

Συγκεκριμένα, στο κείμενο του Γ. Μπαμπινιώτη βρίσκουμε τη διαπίστωση ότι η γλώσσα εξαιτίας της ξενομανίας που συνιστά και γλωσσική εξάρτηση ρυπαίνεται και αλλοιώνεται η ταυτότητά της (20), η ξενομανία αυτή αφήνει αφύλαχτο το κάστρο της γλωσσικής μας ρωμιοσύνης και αποτελεί Εφιάλτη που παραδίνει τη γλώσσα μας στο γλωσσικό οδοστρωτήρα των ξένων γλωσσών (27). Για την αντιμετώπιση της γλωσσικής υποβαθμίσεως, ανάμεσα στα άλλα, θα πρέπει να διδαχτεί και πάλι στα σχολεία ο αρχαίος ελληνικός λόγος. (37) εδώ βρίσκεται μια από τις εσκεμμένες στρεβλώσεις που ανέφερα.

Προφανώς ένας γλωσσολόγος ξέρει καλά ότι είναι διαφορετικό πράγμα ο λόγος (κοινωνικό παράγωγο, γενική υπερ-ατομική γλώσσα των μελών μιας γλωσσικής κοινότητας 58) από ο,τι η γλώσσα που βέβαια ορίζεται πολυσύνθετα και δύσκολα 15, βασικά ως κύριο μέσο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων 25. Ο λόγος είναι η εσωτερική συστηματική πλευρά της γλώσσας, η κατ’ εξοχήν γλώσσα 45 και είναι ενδιάθετος, πρόκειται για κώδικα που μαθαίνει το άτομο από τα πρώτα έτη της ηλικίας του ... και που διαρκώς συμπληρώνει και βελτιώνει 59. Εξωτερική εφαρμογή της γλώσσας αποτελεί η ομιλία 45 που είναι φωνούμενη και χωρίζεται σε προφορική και γραπτή 89. (Η παράγραφός αυτή βασίζεται στο βιβλίο του Γ. Μπαμπινιώτη, Θεωρητική Γλωσσολογία, Αθήνα 1980, το οποίο είναι εξελιγμένη μορφή της Εισαγωγής εις την Γενικήν Γλωσσολογίαν, εν Αθήναις 1974, του ιδίου. Οι χρονολογίες των βιβλίων είναι αυτές των οποίων την έκδοση έχω υπόψη μου. Και τα δύο χρησιμοποιήθηκαν ως πανεπιστημιακά συγγράμματα. Οι αριθμοί παραπέμπουν στις σελίδες του πρώτου βιβλίου).

Τι εννοεί λοιπόν να διδαχτεί και πάλι στα σχολεία ο αρχαίος ελληνικός λόγος;
Στάθηκα στο Γ. Μπαμπινιώτη γιατί η ιστορία τον ανέδειξε επιφανέστερο από τους ομογνώμονες του. Να μην αδικήσω τους υπόλοιπους. Ο Γ. Καλιόρης ζητά ήδη από τον τίτλο μία ευρύχωρη δημοτική. Εκεί βρίσκω την παλιότερη καταγραφή της «λεξιπενίας» (41). Υπερασπίζεται την ονοματουργία των λογίων και της καθαρεύουσας που βαρύμοχθα πρόσφεραν στη γλώσσα πλήθος λέξεων (51). Και ίσως δε θα διαφωνούσε κάποιος, αλλά «στην καθαρεύουσα δημιουργήθηκαν μερικά από τα πιο υψηλά επιτεύγματα του λόγου, που ισάξιά τους η δημοτική δεν μπόρεσε ακόμα να δώσει». (51) ...

Ακολουθεί ο Ανδρέας Λεντάκης με ιστορική αναφορά στο γλωσσικό ζήτημα και την περιγραφή της σημερινής κατάστασης όπου μέμφεται τη δημοτικιστική ρυθμιστική επιβολή που επηρεάζει με διατάγματα τη γλώσσα κλπ.

Η άλλη οπτική εκφράζεται από το Β. Φόρη. Δηκτικός για όσους βλέπουν γλωσσικά λάθη μόνο στους άλλους, επισημαίνει ότι μόλις βγήκαμε από το χάος της διγλωσσίας και τονίζει τους παραλογισμούς της καθαρεύουσας και το αλληθώρισμα προς την αρχαία γλώσσα. Οι παρεμβάσεις των συνέδρων έχουν το δικό τους ενδιαφέρον καθώς απηχούν ένα γενικευμένο αντιμεταρρυθμιστικό κλίμα. Εξαίρεση σε αυτό είναι η παρέμβαση του Α. Μπελεζίνη.

Το δεύτερο θέμα είναι σχετικό με τη γλώσσα στην εκπαίδευση. Ο Μανόλης Ανδρόνικος εκφράζει με διαύγεια και με λακωνικό λόγο την πεποίθηση ότι η καθιέρωση της δημοτικής από την πολιτεία ήταν νομοτελειακή συνέπεια ιστορικών αιτιών. Η καθαρεύουσα δέχτηκε το τελειωτικό της χτύπημα από τη γλώσσα των συνταγματαρχών που τη γελοιοποίησαν άθελα τους. Η γλωσσική μεταρρύθμιση βρίσκεται ακόμα στα πρώτα της βήματα καθώς τη δημοτική διδάσκουν δάσκαλοι που δεν την έχουν διδαχτεί οι ίδιοι. Αναδεικνύει την πολιτική διάσταση των εκπαιδευτικών ζητημάτων και το καίριο ζήτημα να αγαπήσουν οι νέοι τη γλώσσα τους.

Ο Δ. Τομπαΐδης εξετάζει περισσότερο πρακτικά προβλήματα που έχει η διδασκαλία της δημοτικής στο σχολείο, πώς αντιμετωπίζονται και πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν καλύτερα.

Στον αντίποδα ο Κ. Γεωργουσόπουλος. Με θολό σκεπτικό που παρουσιάζεται κριτικό προς όλες τις κατευθύνσεις γίνεται σαφής στο τέλος όταν διατυπώνεται την κρίση ότι χωρίς την αρχαία και μεσαιωνική φάση της γλώσσας μας δεν μπορούμε να διδάξουμε γλώσσα στο σχολειό. Και, επίσης, όταν υποθέτει ότι το 2010 αν μία πολιτική εξουσία θεσπίσει ως γλώσσα της εκπαίδευση τη γλώσσα της βιογραφίας του Βαμβακάρη (!) θα μείνει έξω από την εκπαίδευση ο Ελύτης, ο Εμπειρίκος, ο Ταχτσής κλπ (!).

Ο Τάσος Λιγνάδης, τέλος, εστιάζει στην ανάγκη επαναφοράς της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών στο Γυμνάσιο. Προφανώς ως Αρχαία Ελληνικά εννοεί μόνο τη διδασκαλία τους στην πρωτότυπη γλώσσα. Απαξιώνει τη μετάφραση τους, θεωρεί την ηλικία των 12 -15 ετών ως την προσφορότερη και ζητά μία παιδεία που θα στον Έλληνα πολίτη πρώτα από όλα την συνείδηση της ιθαγένειάς του.

Ιδιαίτερη αξία έχει η άμεση παρέμβαση του Ανδρόνικου που αξίζει να παρατεθεί.

Το γενικό κλίμα επιβεβαιώνεται και πάλι προς την ίδια αντιμεταρρυθμιστική κατεύθυνση. Ανάμεσα στις παρεμβάσεις είναι και του Ταχτσή που ζητά «ούτε καθαρεύουσα, ούτε δημοτική, αλλά μια νεοελληνική που να τα περιέχει λίγο –πολύ όλα». Πέρα από αυτό είναι ίσως μια αυθεντική ιδιόμορφη οπτική ενός ιδιόμορφου λογοτέχνη.

Ανδρόνικος και Τομπαΐδης προχωρούν σε δευτερολογίες στις οποίες τα λεγόμενά τους μάλλον δείχνουν την ψυχαναγκαστική επίδραση της μαζικής αντιμεταρρυθμιστικής ιδεοληψίας που κυριαρχεί.

Τρίτο θέμα: γλώσσα και πολιτική, γλώσσα και πολιτισμός. Ο Μάριος Πλωρίτης διεισδυτικός και κριτικός φροντίζει να κρατήσει ίσες αποστάσεις. Το κείμενό του είναι από τα ενδιαφέροντα και τεκμηριωμένα κείμενα το βιβλίου.

Ο Δ. Μαρωνίτης γίνεται περισσότερο πολιτικός προσπαθώντας να εξηγήσει και να κατηγοριοποιήσει όσους αντιδρούν και κινδυνολογούν. Ξεκινά από την επισήμανση ότι είναι αναγκαία η ιστορική προσέγγιση του ζητήματος και ότι για πρώτη φορά η δημοτική γίνεται γλώσσα της εξουσίας. Επιτίθεται στο Γλωσσικό Όμιλο και κάνει τη διαπίστωση ότι στα χρόνια της δικτατορίας όπου η γλώσσα δεινοπαθούσε δε θα μπορούσε να γιορτάσει τα γενέθλιά του. Εντοπίζει επτά αιτίες που εξηγούν την καταγγελία εναντίον της «εξουσιαστικής δημοτικής». Τα συμφραζόμενα στο κείμενο το Μαρωνίτη είναι πολλά. Ζητά σαφώς να αναγνωριστεί γενναία το πολιτικό, πολιτιστικό και ιδεολογικό φορτίο της γλώσσας και να ομολογήσουν όλοι με ποιο συγκεκριμένο πολιτικό και ιδεολογικό οπλισμό προτείνουν να ξεπεραστεί η κρίση της δημοτικής γλώσσας.

Η παρουσία του Δ. Σαββόπουλου εντυπωσίασε, αλλά επέσυρε και έντονη κριτική και ο Σ. Ράμφος προσέγγισε με το δικό του ιδεολογικό και θρησκευτικό τρόπο τα γλωσσικά ζητήματα. Ουσιαστικότερη γλωσσολογική αξία έχουν οι παρεμβάσεις που ακολουθούν. Ο Κ. Ζουράρις που αυταναγορεύεται ως περίπου αρμόδιος να κρίνει την εγκυρότητα των απόψεων που άπτονται της πολιτικής επιστήμης. Ο Β. Φόρης που αποδομεί την παρουσίαση του Σαββόπουλου κλπ. Τα πνεύματα είναι μάλλον οξυμμένα. Ο Μπελεζίνης σαρκάζει ζητώντας να τον καλέσουν να αναλύσει μουσικά και θεολογικά θέματα (που προφανώς αγνοεί, υπονοώντας την ακαταλληλότητα του Σαββόπουλου και του Ράμφου να μιλήσουν για γλωσσικά ζητήματα). Ο Φωστιέρης μιλά για κρατική επιβολή του μονοτονικού αντιστρέφοντας την ιστορική πραγματικότητα, κάτι που δεν αφήνει ασχολίαστο ο Πλωρίτης. Ο Μαρωνίτης χαρακτηρίζει αυτό που έδωσε ο Σαββόπουλος επιστημονικοφανή φάρσα και αντιπαραθέτει στο Μπαμπινιώτη την ανάγκη να τεθεί το ζήτημα με όλα τα «υπονοούμενά» του και αρνείται στο Ζουράρι την αξίωση να αντιμετωπιστεί η γλώσσα ως ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο όπως ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο δεν είναι ούτε ο ελληνικός λαός. Ο Σαββόπουλος θα επανέλθει, το ίδιο και ο Ράμφος.

Και όλα γίναν ιστορία, μία ενδιαφέρουσα και επίκαιρη ιστορία...

Τρίτη, Μάρτιος 31, 2009

Το παλιό σχολείο, Τομπάιας Γουλφ

Βρισκόμαστε στη δεκαετία του ’60, σ’ ένα αριστοκρατικό αμερικανικό σχολείο με παράδοση λογοτεχνική. Ένα ιδιότυπο σχολείο, εφόσον οι μαθητές όχι μόνο διδάσκονται λογοτεχνία αλλά ασκούνται και στο να γράφουν, ενώ όλες τους οι προσπάθειες κορυφώνονται στους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς που διοργανώνει το σχολείο κάθε τρίμηνο. Το έπαθλο σ’ αυτούς τους διαγωνισμούς είναι μια κατ’ ιδίαν συνάντηση μ’ έναν καταξιωμένο λογοτέχνη (π.χ. Φροστ, κ.α.), ο οποίος κρίνει τα έργα, τα αξιολογεί και επιλέγει τον νικητή, ενώ παράλληλα όλοι οι μαθητές έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν και ν’ ακούσουν το λογοτέχνη από κοντά.
Πρόκειται δηλαδή για ένα κλειστό σύστημα, έναν ιδιαίτερο μικρόκοσμο πολύ ξένο για τα ελληνικά δεδομένα: ένα ιδιωτικό κολλέγιο/οικοτροφείο όπου οι μαθητές έχουν όντως ζήλο να γίνουν μουσικοί, τραγουδιστές, αθλητές, παλαιστές, θεατρίνοι, αλλά προπαντός «γραφιάδες». Ένα μοναδικό σχολείο όπου οι φιλόλογοι χαίρουν άκρας εκτίμησης (!), όπου η γνώση φαίνεται να είναι ουσιαστική, αλλά και οι παιδαγωγικές μέθοδοι εμπνευσμένες. Οι περισσότεροι μαθητές είναι επιφανών οικογενειών, ωστόσο το σύστημα τούς προστατεύει ώστε να μη γνωρίζουν μεταξύ τους την οικονομική κατάσταση του καθένα, αντίθετα, γινόσουν δέσμιος ενός συστήματος αξιών που σε εκτιμούσε για ό, τι πετύχαινες μόνος σου.
Όλα αυτά ακούγονται εξωπραγματικά και ουτοπικά, ωστόσο περιγράφονται μέσα από το πρίσμα ενός πάλαι ποτέ μαθητή του σχολείου, που τώρα πια είναι ενήλικας και μέσα από την απόσταση του χρόνου και της εμπειρίας απαντά καίρια στα ερωτήματα του αναγνώστη: είναι ένα «σνομπ» σχολείο; Πώς κατάφερναν οι φιλόλογοί μας να εμπνέουν τόσο σεβασμό και δέος; Σε σύγκριση με όσους δίδασκαν φυσική ή βιολογία τι πραγματικά γνώριζαν για τον κόσμο; (σε αντίθεση με τους μαθηματικούς και τους καθηγητές των φυσικών επιστημών εκείνοι έτειναν προς την ευρυμάθεια. Όσο ικανοί κι αν ήταν στην ανάλυση ενός κειμένου, δεν άφηναν ποτέ ένα ποίημα ή ένα μυθιστόρημα τεμαχισμένο, σαν σφαγιασμένο βάτραχο που βρομάει φορμελδαΰδη· το ξαναέραβαν με Ιστορία και ψυχολογία, με φιλοσοφία και θρησκευτικά, ακόμα και κάποιες φορές με φυσικές επιστήμες. Χωρίς να σου κολακεύουν την επιθυμία να ταυτιστείς με τον ήρωα μιας ιστορίας, σ’ έκαναν να νιώσεις ότι αυτό που είχε σημασία για τον συγγραφέα, ήταν σημαντικό για σένα). Και, κυρίως, γιατί τόσο πολλοί από μας θέλαμε να γίνουμε συγγραφείς; (ίσως να νόμιζαν, όπως κι εγώ, ότι με το να γίνεις συγγραφέας, αποφεύγεις τα προβλήματα που έχουν να κάνουν με την κοινωνική τάξη και την καταγωγή. Οι συγγραφείς ζούσαν σε μια δική τους κοινωνία, έξω από την κατεστημένη ιεραρχία, κι αυτό τους έδινε μια εξουσία που δεν πήγαζε από κανένα προνόμιο· την εξουσία να πλάθουν εικόνες του συστήματος εκτός του οποίου παρέμεναν, και, επομένως, να το κρίνουν).
Ο ανώνυμος ήρωας- αφηγητής είναι υπότροφος, ταπεινής καταγωγής, εβραίος και παιδί χωρισμένων γονιών· κοινωνικά χαρακτηριστικά που υποσυνείδητα και συνειδητά αποσιωπά (εφόσον άλλωστε το σύστημα το «επιτρέπει»). Έτσι, δεν τολμά ή δε θέλει να αμφισβητήσει ένα σχολείο που είναι περήφανο για το ιεραρχικό του σύστημα, βασισμένο στο χαρακτήρα του ατόμου και τις πράξεις του. Πίστευε (το σχολείο) ότι το σύστημα αυτό ήταν ανώτερο από εκείνο που ίσχυε στον έξω κόσμο, κι ότι μας δίδασκε να υπερηφανευόμαστε και ν’ απαιτούμε την αναγνώριση, μονάχα όταν το αξίζουμε. Ωστόσο, αντιλαμβάνεται, έστω κι ενστικτωδώς -χωρίς να το ομολογεί ούτε στον εαυτό του- ότι είναι ένα ωραίο όνειρο, που παρουσιάζει ρωγμές. Αποκαλυπτικό π.χ. για την ψυχοσύνθεση του ήρωα είναι το επεισόδιο με τον εβραίο επιστάτη τον οποίο ο ήρωας προσβάλλει άθελά του σφυρίζοντας αφελώς μπροστά του ένα ναζιστικό τραγούδι (του είχε «κολλήσει» από την κατασκήνωση όπου δούλευε το καλοκαίρι…). Παρόλη την κατσάδα, δεν αποκαλύπτει την εβραϊκή του ταυτότητα, πράγμα που θα τον «έσωζε», ούτε «αξιοποιεί» τη συναισθηματική κατάσταση για να γράψει το διήγημα που σκέφτηκε. Πέρα απ’ το ότι οι αναγνώστες αποκτούν ένα πρώτο δείγμα της ουσιαστικής ταυτότητας του πρωταγωνιστή, που θ’ αποτελέσει το μοιραίο στοιχείο για τη συνέχεια, ο τρόπος αφήγησης είναι γλαφυρός και διασκεδαστικός.
Μια δεύτερη ένδειξη του μυστικού ψυχικού κόσμου του ανώνυμου ήρωα είναι το ποίημα που εμπνέεται από τη φωτιά, το ποίημα με ήρωα τον πυροσβέστη που μετά από μια μεγάλη πυρκαγιά γυρίζει στο μίζερο σπίτι του κι όλα τον ενοχλούν:
Νόμιζα ότι το γράψιμο μ’ ευχαριστούσε, και συνήθως έτσι συνέβαινε. Όμως το γράψιμο εκείνου του ποιήματος δεν το χάρηκα (…). Πάντως μιλούσε για κάτι πολύ οικείο· μιλούσε για το σπίτι μου, για τη μητέρα μου που είχε φύγει, για τον πατέρα μου (αν και δεν ήταν πυροσβέστης) που τον πλήγωνε η αδιαφορία μου, για μένα που η ανάγκη του για τρυφερότητα με τρόμαζε, (…+++), για μια ατμόσφαιρα ενυδρείου όπου όλα είναι κλειστά και κυκλικά. Άκουγα κι έβλεπα τα πάντα μέσα σ’ εκείνο το διαμέρισμα, ακόμα και το μοτίβο στη φορμάικα. Έβλεπα κι εμένα μέσα και δεν ήθελα να με βλέπω. Ούτε ήθελα να με δει κανένας άλλος.
Κρατώντας λοιπόν κρυμμένο έναν ολόκληρο κόσμο, ο αφηγητής μάς παρουσιάζει τη ζωή του, τα συναισθήματά του και τις αγωνίες του στην προσπάθεια να προσαρμοστεί στο κλειστό σύστημα του σχολείου αλλά και να διακριθεί στο διαγωνισμό, στοχεύοντας ιδιαίτερα στη συνάντηση με τον Έρνεστ Χεμινγουαίη τον οποίο υπερθαυμάζει. Υιοθετεί ένα «άνετο» στυλ, κατασκευάζει μια εικόνα ανέμελου νεαρούλη καλής οικογενείας, ειρωνικά εγκάρδιου επιμελώς αχτένιστου κλπ. Πέρα από τις γνήσιες λογοτεχνικές ανησυχίες (εγώ δε διάβαζα μόνο συγγραφείς, διάβαζα και για συγγραφείς (…). Οι επιδιώξεις μου ήταν μυστικιστικού χαρακτήρα· ήθελα ν’ αγγίξω χέρια που είχαν γράψει ζωντανά διηγήματα και ποιήματα, χέρια που είχαν αγγίξει χέρια άλλων συγγραφέων. Ήθελα το χρίσμα τους), πειθόμαστε για την έφεσή του στο λόγο, από τον τρόπο που παρατηρεί, βιώνει και μετασχηματίζει την πραγματικότητα. Είναι ένας μοναδικός παρατηρητής, με ευαισθησία και χιούμορ. Επίσης, δίνεται αφορμή στον αφηγητή/συγγραφέα, μέσα από την παρουσίαση των «ανταγωνιστών» του και των έργων τους, να μπει στην «ουσία της γραφής», να εκφράσει ένα σωρό πολύ καίριες παρατηρήσεις για τα έργα τους αλλά και για τη γλώσσα της λογοτεχνίας.
Ωστόσο, αυτό που παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο βιβλίο αυτό δεν είναι η- πάντα συναρπαστική- σχολική ζωή και οι σχέσεις της, ούτε οι διαπιστώσεις σχετικά με το λογοτεχνικό λόγο. Προχωρά σε περισσότερο βάθος και εστιάζει γύρω από το πολυσυζητημένο θέμα της σχέσης ζωής και έργου ενός συγγραφέα, αλλά αυτή τη φορά από μέσα. Δηλαδή, ο ίδιος ο πρωταγωνιστής, χωρίς να το συνειδητοποιεί αρχικά τουλάχιστον, αντιστέκεται σθεναρά στο να αποκαλύψει τον εαυτό του στους άλλους αλλά και στα διηγήματα του. Τα δυο επεισόδια που προαναφέρθηκαν είναι χαρακτηριστικά. Όσο περνά ο καιρός όμως και πλησιάζει η προθεσμία να υποβάλει το διήγημα στο διαγωνισμό (με επικείμενη την επίσκεψη του Χεμινγκουέι) η έμπνευσή του παγώνει, δε γράφει, δε μπορεί να γράψει τίποτα (ήμουν κι εγώ τόσο εξουθενωμένος, περιμένοντας με το χέρι απλωμένο να με ελεήσουν οι λέξεις, ώστε πραγματικά μπήκα στον πειρασμό να του πω την αλήθεια- ότι δεν είχα γράψει τίποτα, ότι δεν μπορούσα να γράψω τίποτα).
Κι όμως, ο ήρωας ανυπομονεί να βγάλει τη μάσκα του. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που λατρεύει τον Χεμινγουαίη:
Σελ. 130:
Μπήκα στον κόσμο του αναζητώντας εικόνες δύναμης, αυτάρκειας, απελευθέρωσης από τα δεσμά του σχολείου, (…) τώρα όμως διάβαζα έναν διαφορετικό συγγραφέα. Μπορεί να συμβαίνουν σκληρά πράγματα σ’ αυτά τα διηγήματα, αλλά οι άνθρωποι δεν είναι σκληροί, τα νιώθουν τα χτυπήματα. (…) Ο άνθρωπος που ζούσε μέσα σ’ αυτά τα διηγήματα, δεν ήταν ο ατσάλινος πολεμιστής που η εικόνα του είχε θολώσει τόσο πολύ τις πρώτες εντυπώσεις μου. Από πολλές απόψεις ήταν ένας ασήμαντος, σχεδόν κοινός άνθρωπος που έκανε λάθη, που έπασχε από νευρικότητα και φόβο- φόβο ακόμα και για τα ίδια του τα πνευματικά δημιουργήματα- και που μερικές φορές δεν ήξερε πώς να συμπεριφερθεί.
Αυτή είναι η ψυχολογία του ήρωα όταν πέφτει στο «μοιραίο σφάλμα». Ένα σφάλμα μεγάλο για το σχολείο, για το διαγωνισμό και για τους άλλους, αλλά για τον ίδιο μια προσωπική υπέρβαση: ανοίγει από περιέργεια ένα περιοδικό με λογοτεχνικά διηγήματα της Ακαδημίας Θηλέων και το ειρωνικό μειδίαμα σβήνει με την πρώτη αράδα ενός διηγήματος μιας κοπέλας:
«Ελπίζω να μη με είδε κανείς να μαζεύω τη γόπα από κάτω, αλλά έχω ξεμείνει και θέλω να φουμάρω…»
Η αποκάλυψη για τον ήρωα είναι συγκλονιστική. Το διαβάζει ολόκληρο με κομμένη ανάσα και σχολιάζει:
«Όλα εντάξει». Αυτή ήταν η τελευταία φράση του διηγήματος, μιας ιστορίας όπου τίποτα δεν ήταν εντάξει. Το ξαναδιάβασα από την αρχή, αργά αυτή τη φορά, νιώθοντας ότι κάποιος είχε διαρρήξει και λεηλατήσει το θησαυροφυλάκιό μου, κι ότι όλα μου τα μυστικά ήταν τώρα εκτεθειμένα σ’ εκείνες τις σελίδες. Από την πρώτη φράση, έβλεπα κατάφατσα τον εαυτό μου.
(..) Πώς αρχίζει κανείς να γράφει την αλήθεια;
Δε νιώθει καμιά ενοχή να το αντιγράψει και να το υποβάλει αυτούσιο στο διαγωνισμό, γιατί αισθάνεται ότι «είναι δικό του» (ολόκληρο το διήγημα ήταν σα να’ χε από το ημερολόγιο που δεν κράτησα ποτέ).
Το αντέγραψε όλο με την ικανοποίηση και τη σιγουριά ότι «όποιος διάβαζε αυτό το διήγημα, θα μάθαινε ποιος ήμουν στ’ αλήθεια».
Τα γεγονότα εξελίσσονται ραγδαία, η ουσία άλλωστε του βιβλίου έχει ειπωθεί: ο Χεμινγκουέι εντυπωσιάζεται, στέλνει εκτενή κριτική την οποία σχολιάζει ο ήρωας με μεγάλη οξυδέρκεια, αλλά όταν γίνεται αντιληπτή η απάτη, φυσικά αποβάλλεται από το σχολείο. Τον παρακολουθούμε με αξιοπρέπεια να αποδέχεται την τιμωρία και να παίρνει το τρένο της αποχώρησης, λίγες μέρες πριν το ίνδαλμά του επισκεφτεί το σχολείο.
Το βιβλίο ωστόσο δεν τελειώνει, μας επιφυλάσσει κάποιες ανατροπές:
Ο ήρωας χρόνια μετά γίνεται καταξιωμένος συγγραφέας και τον προσκαλούν, ως συγγραφέα πια, στο σχολείο. Αρνείται όμως- κι έχουν ενδιαφέρον τα συναισθήματα που τον οδήγησαν σ’ αυτήν την απόφαση. Στην τυχαία του συνάντηση μ’ έναν καθηγητή του, μαθαίνει κάποια καθοριστικά παρασκήνια των γεγονότων που δεν τα ήξερε, και το βιβλίο τελειώνει με την ιστορία του Άρτς, ενός άλλου καθηγητή που παραιτήθηκε για παρόμοιους λόγους και εντέλει επέστρεψε ως άσωτος υιός (μάλιστα η τελευταία φράση του βιβλίου είναι «ο πατέρας του, μόλις τον είδε να’ ρχεται, έτρεξε να τον προϋπαντήσει». Ένα τέλος λίγο άστοχο, ακόμα κι αν δει κανείς τον Άρτς σα μια διαφορετική περσόνα του πρωταγωνιστή.

Κατά τη γνώμη μου πάντως, η πιο αξιόλογη –και κωμικοτραγική- ανατροπή είναι όταν συναντιέται λίγο καιρό μετά την αποβολή του από το σχολείο με τη Σούζαν, την κοπέλα που έγραψε το διήγημα. Η συνάντηση είναι «καθαρτική». Δεν ήταν τυχαίο που το διήγημα της Σούζαν μίλησε τόσο στην ψυχή του ήρωα. Η Σούζαν είναι άμεση, αυθόρμητη, διεισδυτική, νομίζει ότι η απάτη με το διήγημα της είναι μια καλοστημένη φάρσα που γελοιοποιούσε το κυριλέ εκτροφείο επιβητόρων, τον Χενινγκουέι και την ιδέα της λογοτεχνίας ως μεγάλης φαλλοκρατικής (!) επιχείρησης. Η συνάντησή τους είναι μια ακόμα αφορμή κατάπληξης για τον ήρωα, ο οποίος εκδηλώνει το θαυμασμό του για το θάρρος και την ειλικρίνεια του διηγήματος (Σούζαν: Πώς το ξέρεις ότι δε είναι απάτη, απ’ την αρχή ως το τέλος;) και τελειώνει όχι βέβαια με ρομάντζο, αλλά με τη σοκαριστική της δήλωση ότι δε γράφει πια γιατί είναι ανούσιο, γιατί απλώς σε αποκόβει από τον κόσμο, σε κάνει εγωιστή και, γενικά, δε σε ωφελεί σε τίποτα. Αμέσως μετά ο ίδιος σημειώνει: «ξέρουμε τι είναι ιερό για μας όταν αποστρεφόμαστε έντρομοι το βέβηλο, κι αυτήν ακριβώς την επίδραση είχε πάνω μου η άνεση με την οποία η Σούζαν πρόδιδε το χάρισμά της».


Χριστίνα Παπαγγελή

Τετάρτη, Μάρτιος 25, 2009

7414 χαρακτήρες για τον Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή της Μαρίας Γεωργιάδου

Ξαναδιάβασα το βιβλίο από την οπτική μιας ήδη σχηματισμένης γνώμης, ότι ο Κ.Κ, αν και δεν ήταν Ναζί, εξυπηρέτησε τα συμφέροντά τους. Είχα ξεφυλλίσει το εμπεριστατωμένο, πολύπλευρο και πληρέστατο βιβλίο την Άνοιξη του 2008. Και τώρα βέβαια (Ιανουάριος 2009) δε μπορώ να ισχυριστώ ότι στάθηκα στις πάρα πολλές λεπτομέρειες και τεκμηριωμένες αναφορές σχετικά με τη ζωή του και περισσότερο με το έργο του. Ιδίως για το έργο του απαιτούνται εξειδικευμένες μαθηματικές γνώσεις.

Έτσι η ανάγνωσή μου ήταν μια τομή που έψαχνε να βρει συγκεκριμένα στοιχεία για τον πολιτικό βίο του Καραθεοδωρή. Βρήκα την απάντηση που ζητούσα στην αντίθετη στάση του Μπορ και κυρίως του Αϊνστάιν. Περισσότερο βρήκα, στη σελίδα 852, την πιο εύστοχη λακωνική διατύπωση του H. Mehrtens σχετικά με τον Καραθεοδωρή: «ανεύθυνη καθαρότητα».

Το ερώτημα τίθεται ως εξής: δικαιούται ο επιστήμονας ή γενικά ο «άνθρωπος των γραμμάτων» να επικαλείται το διαχωρισμό επιστήμης και κοινωνικής ευθύνης; Μπορεί να μιλάμε για ουδέτερη επιστήμη, ανεξάρτητη από κοινωνικές και ιστορικές συνισταμένες; Μπορεί να υπάρξει τέτοιος διαχωρισμός χωρίς να δημιουργήσει πλήθος ερωτήματα και αντινομίες;

(Καθώς «ξεφύλλιζα» τις 1100 σελίδες εξελίσσονταν ένας διάλογος σχετικά με τα γεγονότα του Δεκέμβρη 2008. Αφορμή ήταν η επικριτική στάση του Απ. Δοξιάδη και άλλων για τις δράσεις που διέκοπταν θεατρικές παραστάσεις και πολιτιστικές εκδηλώσεις).

Επανέρχομαι στον Καραθεοδωρή και τη ζωή του.

Στις σελίδες 170-172, παντρεύεται με την Ευφροσύνη Καραθεοδωρή, θεία του, μικρότερη κατά έντεκα χρόνια. Αυτό θα ήταν κουτσομπολιό, αν ο πεθερός του Κωνσταντίνου δεν ήταν ο Αλέξανδρος Καραθεοδωρή Πασά που ήταν ανώτερος διπλωμάτης στην υπηρεσία του Σουλτάνου. Συμμετείχε στη Συνδιάσκεψη Κωνσταντινούπολης (Δεκ ’76 – Ιαν ’77) και στο Συνέδριο του Βερολίνου 1876.
Στη σελίδα 250 ο Καραθεοδωρή δεν υπογράφει την «Έκκληση προς τον κόσμο του πολιτισμού» που δικαιώνει τη γερμανική επιθετικότητα και τον πόλεμο ως υπόθεση πολιτισμού. Υπογράφουν ενενήντα τρεις διανοούμενοι τον Οκτώβριο 1914, ανάμεσά τους ο Μαξ Πλάνκ. Δεν υπογράφει ο Χίλμπερτ, αν και είναι Πρώσος. Στις 22-4-1915 οι Γερμανοί χρησιμοποιούν δηλητηριώδη αέρια. Ο Καραθεοδωρή δεν υπογράφει το «Υπόμνημα των καθηγητών» που δικαιολογεί την επεκτατική πολιτική των Γερμανών. Υπογράφουν 1347 διανοούμενοι.

Συνεχίζω το ξεφύλλισμα με πιο κωδικοποιημένο τρόπο, παραθέτω τις σελίδες και τα γεγονότα.
251, το 1914 ο Hans Reichenbach αναρωτιέται για την απουσία των πανεπιστημιακών από τα κοινωνικά ζητήματα. «Στα πανεπιστήμιά μας δε συναντούμε παρά καθηγητές». Ο Fritz Haber θέτει την έρευνα σχετικά με τα δηλητηριώδη αέρια στην υπηρεσία του γερμανικού στρατού. Ο Einstein υπογράφει την πρώτη του έκκληση για ειρήνη.
535, το 1931 ο Καραθεοδωρή εργάζεται ως Κυβερνητικός Επίτροπος, χωρίς να αφήσει τη θέση του στη Γερμανία, για την αναδιοργάνωση των ελληνικών πανεπιστημίων
552, στις 21/5/1933 εισάγεται από το Σύνδεσμο Γερμανικών Πανεπιστημίων, χωρίς εξωτερική πίεση, η «αρχή του ηγέτη». Στις 11/11/1933 επτακόσιοι από τους δύο χιλιάδες καθηγητές υπογράφουν όρκο πίστης στο Χίτλερ.
555 – 579, συνεχείς διώξεις επιστημόνων φίλων του Καραθεοδωρή. Ο Max Born αναγκάζεται να πάρει άδεια σε ηλικία 51 ετών. Ο Otto Neugebauer αρνήθηκε να δώσει όρκο πίστης στο Χίτλερ και αναγκάστηκε να φύγει από το Γκέτιγκεν όπου έγινε διευθυντής του Μαθηματικού Ινστιτούτου για μία μέρα. Ο Einstein δηλώνει: «χαρακτηρίζω την κατάσταση στην τωρινή Γερμανία σαν μια κατάσταση ψυχικής ασθένειας των μαζών», φεύγει από την Πρωσική Ακαδημία και διαγράφεται από τη Βαυαρική την ίδια στιγμή που «πολλοί στερούνται την ελευθερία να εργάζονται και να κερδίζουν τη ζωή τους». Ο Καραθεοδωρή σιωπά. Διώκεται ο Χούσερλ και ανακαλείται ο τίτλος του καθηγητή, είναι 77 χρονών. Ο Καραθεοδωρή αποφασίζει να μείνει στη Γερμανία. Από δω και πέρα η ελευθερία των επιλογών του συνεχώς μειώνεται...
603, ο Καραθεοδωρή διορίζεται σε επιστημονικές επιτροπές και εκπροσωπεί τη Γερμανία σε διεθνείς επιστημονικές συναντήσεις και συνέδρια
598 και 683, τη νύχτα της 9ης προς 10η Νοεμβρίου 1938 γίνονται επιθέσεις με στόχο τους Εβραίους όλης της χώρας, είναι γνωστή ως «Νύχτα των Κρυστάλλων».
682, το 1938 απονέμεται στον Καραθεοδωρή τίτλος επίτιμου Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Στις σελίδες 881 – 891 υπάρχει χρονολογικό παράρτημα. Σταχυολογώ:
887, στις 28 Αυγούστου 1934 δίνει όρκο πίστης στο Χίτλερ.
888, στις 28 Μαΐου 1935 εκλέγεται μέλος της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών και στις 13 Ιουνίου 1935 διορίζεται στη Διεθνή Επιτροπή Μαθηματικών με διάταγμα του Βαυαρικού υπουργείου παιδείας. Στις 28 Οκτωβρίου 1936 γίνεται «παπικός ακαδημαϊκός».
889, το Σεπτέμβριο του 1938 συμμετέχει στην ετήσια συνέλευση της Γερμανικής Ένωσης Μαθηματικών.

Στις σελίδες 843 – 862 βρίσκεται ο ενδιαφέρων και πυκνός επίλογος. Στέκομαι επιλεκτικά στη διαπίστωση ότι οι ιστορικοί των μαθηματικών είναι ελάχιστοι και κατά συνέπεια υπάρχει μεγάλο κενό σε αυτόν τον τομέα. Επιστρέφω στην αρχική οπτική μου που καθόρισε την «ανάγνωση». Ο Καραθεοδωρή απόφυγε ή προσπάθησε να αποφύγει την ανάληψη ευθυνών απέναντι στα γεγονότα του καιρού του. Δέσμιος της επιλογής του να μείνει στη Γερμανία ήταν αναγκασμένος να σωπαίνει και να υπηρετεί. Ενδεικτικό είναι ότι δεν ανέφερε ποτέ το ολοκαύτωμα των Εβραίων ή τα ναζιστικά εγκλήματα στην Ελλάδα. Όμως δεν υπηρέτησε την ουδετερότητα της επιστήμης αλλά την «ανεύθυνη καθαρότητα» της.

Γνωρίζω ότι η ανάγνωση που έκανα είναι «προκατειλημμένη». Νομίζω, όμως, ότι δικαιώνεται. Επίσης νομίζω ότι δεν αδικεί το βιβλίο, δηλαδή τις σελίδες εκείνες που έχουν βιογραφικό χαρακτήρα. Δε στάθηκα καθόλου σχεδόν στις υπόλοιπες. Θέλω να πιστεύω ότι τα ζητήματα της επιστημονικής προόδου θα είχαν υπηρετηθεί αποτελεσματικότερα χωρίς τους φραγμούς της ιστορικής συγκυρίας. Αν δηλαδή δεν ίσχυε ότι επιστήμονες «πολλοί στερούνται την ελευθερία να εργάζονται και να κερδίζουν τη ζωή τους».

Για να «ισορροπήσω» τα πράγματα παραθέτω απόσπασμα από τον επίλογο (σελ. 851-852):
«Ο Einstein παρατηρούσε σχετικά: «Είναι πράγματι παράδοση της γερμανικής διανόησης να μη νοιάζεται για τις δημόσιες υποθέσεις. Ως προς αυτό, οι Γερμανοί διανοούμενοι διαφέρουν από τους συναδέλφους τους στις ΗΠΑ και στην Αγγλία. [...] Υποτάχθηκε η μεγάλη μάζα των Γερμανών διανοούμενων στις διαθέσεις των Ναζί; [...] Ήταν αρκετά πρόθυμοι να λένε: «Χάιλ Χίτλερ» και να αγνοούν πολλά από όσα συνέβαιναν γύρω τους, όσο μια τέτοιας μορφής υποταγή τους επέτρεπε να συνεχίζουν τη μελέτη τους για το ηλεκτρόνιο ή, ας πούμε, για την πρώιμη ιστορία της ισπανικής γλώσσας. Οι περισσότεροι από τους συναδέλφους μου στο Βερολίνο υιοθέτησαν αυτήν τη στάση και όχι στάση θετικής αποδοχής του Χιτλερισμού, ούτε ανησυχούσαν υπερβολικά για το εισόδημά τους. Δεν χρειάζεται να τονίσω ότι η στάση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Εδώ ελλοχεύουν πραγματικά οι μέγιστοι κίνδυνοι της εξατομικευμένης ειδίκευσης των διανοουμένων. [...] Ανεξάρτητα από το πόσο άνετα αισθάνονται στον γυάλινο πύργο οι επιστήμονες, υπάρχουν, ασφαλώς, στοιχεία που συνηγορούν σε αυτό. Η δυσκολία είναι να βρει κανείς την κατάλληλη ισορροπία».

Χωρίς να αμφισβητεί κάποια αυτονομία της επιστήμης, ο Einstein υπεδείκνυε ότι υπό ναζιστική κυριαρχία το καθετί ήταν πολιτικό και η προσδοκία ότι η επιστήμη θα μπορούσε να κρατηθεί αλώβητη από τις προκλήσεις των καιρών, να διατηρήσει την αγνότητά της σε συνθήκες πλήρους κατεδάφισης και της παραμικρής ανθρωπιστικής αξίας ήταν τραγική πλάνη. Αυτό που ο H. Mehrtens αποκαλεί «ανεύθυνη καθαρότητα» ισοδυναμούσε με οικτρή αυταπάτη.


silisav sidinoemis καθρεφτιζόμενος
(ένα κείμενο του Τ. Καμπύλη απο την Καθημερινή) για το βιβλίο της Μ. Γεωργιάδου)

Σάββατο, Μάρτιος 21, 2009

4801 χαρακτήρες για «την Κωνσταντίνα και τις αράχνες της», της Άλκης Ζέη

«Δανείστηκα» το βιβλίο από την Κωνσταντίνα. Όταν το διάβασε το σχολίασε, χωρίς να θυμάμαι πώς ακριβώς, κάτι που δε συνηθίζει.
Είναι ένας τρόπος να μιλήσει κανείς για ένα δύσκολο θέμα όπως τα ναρκωτικά. Ένα θέμα για το οποίο φαίνεται να επικρατεί σιωπή, ένοχη σιωπή ή ίσως αμηχανία εξαιτίας άγνοιας και τόσης ιδιομορφίας που το χαρακτηρίζει. Κι όμως, την ίδια στιγμή που δαιμονοποιείται ο καπνός, αναμφίβολα εθιστικός και τοξικός, δε γίνεται ανάλογη κουβέντα για τις άλλες ουσίες που προκαλούν εθισμό και κίνδυνο για την υγεία και τη ζωή των χρηστών.
Η Άλκη Ζέη «στήνει» ένα μυθιστόρημα χωρίς δραματοποιήσεις και ηθικοπλαστική διάθεση κηρύγματος. Για αυτό το λόγο ίσως είναι και πιο αποτελεσματικό. Μέσα από τη ζωντάνια της αφήγησης τίθεται το ζήτημα των ναρκωτικών, οι κοινωνικοί και ψυχολογικοί παράγοντες του μικρο-περιβάλλοντος και τα εφηβικά αδιέξοδα που προέρχονται από την πίκρα της βίωσης ενός κόσμου που παρουσιάζεται «τελεσίδικος». Οι εμμονές των ενήλικων να ερμηνεύουν ή να μην ερμηνεύουν τα συμβάντα γύρω τους και να εθελοτυφλούν είναι χαρακτηριστικό αυτού του κόσμου.
Ο προβληματισμός και η ισχυροποίηση των μηχανισμών της κριτικής σκέψης είναι τα κέρδη που αποκομίζει ο νέος αναγνώστης. Η διαπίστωση ότι υπάρχει ένας κόσμος στον οποίο δε σκύβουμε για να τον κατανοήσουμε είναι το κέρδος για μας τους ενήλικες.
Το βιβλίο έχει όλες τις αρετές του μυθιστορήματος και της καλλιεργημένης γραφής της Ζέη. Αποτελεί έργο που δεν απευθύνεται μόνο σε παιδιά. Ή καλύτερα, σέβεται τόσο τα παιδιά ώστε είναι και για μεγάλους κυρίως αν το δούμε ως μια κριτική ματιά και ως αυτοκριτική, εστιάζοντας στο ρόλο των γονέων και στο χαρακτήρα της γιαγιάς. Η «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» που κατεξοχήν απευθυνόταν σε μεγάλους μου είχε αρέσει τόσο για τη γραφή του όσο και για την επαφή του με την ιστορική πραγματικότητα. «Η Κωνσταντίνα και η αράχνες της» μου άρεσαν για τη γραφή και τη μυθοπλασία.
Όμως ποια είναι η ιστορία; Το ζευγάρι αποκτά ένα καχεκτικό παιδί, την Κωνσταντίνα που η γιαγιά της από την πρώτη στιγμή χαρακτηρίζει «λειψανάκι», ίσως πικραμένη και επηρεασμένη από το άλλο της εγγονάκι που έχασε. Οι καταστάσεις οδηγούν τους δασκάλους γονείς να φύγουν στη Γερμανία για να εργαστούν εκεί. Εκεί θα αλλάξει και η ζωή τους και θα οδηγηθούν στο χωρισμό. Ο πατέρας είναι αυτός που θα ανακοινώσει εύσχημα στη μικρή Κωνσταντίνα το «τελεσίδικο» γεγονός. Η λέξη αυτή όπως και η λέξη «δεδομένο», ακατανόητες για το παιδί, θα χαραχτούν στη μνήμη του. Οι νέες καταστάσεις και το πρόβλημα υγείας με τα βρογχικά που έχει η Κωνσταντίνα θα υποβάλουν την απόφαση να γυρίσει στην Ελλάδα για να ζήσει ένα χρόνο με τη γιαγιά της. Σύμφωνα με τα εκπαιδευτικά συστήματα θα πάει στην πρώτη Γυμνασίου. Η γιαγιά, η φάρμπουρ, όπως την προσφωνεί η εγγονή θα είναι το σημαντικό πρόσωπο στη ζωή της. Η αδυναμία της να υποκαταστήσει τους γονείς παρουσιάζεται δεδομένη. Είναι και η εμμονή της γιαγιάς στο παρελθόν με την αντίσταση και τους Γερμανούς που επέφεραν τόσα δεινά εκείνα τα χρόνια. Η ζωή για τη φάρμπουρ σταμάτησε τότε. Η Κωνσταντίνα έχοντας τη δυσπιστία προς τη γιαγιά της, που – ενδεικτικά – δεν της έδινε κλειδί από το σπίτι, ενώ στο Άαχεν είχε από πολύ μικρή, θα φύγει μια μέρα κρυφά με δυο τουρίστες Γερμανούς στον Προυσό. Είχε βρεθεί στο Καρπενήσι μαζί με τη γιαγιά και τις φίλες της για να δουν τα μέρη της καταγωγής και της «ελεύθερης Ελλάδας» της Κατοχής. Εκεί για πρώτη φορά θα δοκιμάσει ένα γαλάζιο χαπάκι που θα την κάνει να νοιώσει όμορφα. Στο σχολείο είναι ένας μεγαλύτερος συμμαθητής της, ο Λουμίνης, που θα γίνει ο κρίκος με τον κόσμο των «ουσιών». Η παρόμοια προσωπική τους ιστορία είναι ένα κοινό σημείο. Με το Λουμίνη, θα γνωρίσει και τη Λαίδη Ντ. που αποτελεί τον σκοτεινό και αδιευκρίνιστο κόσμο που δεν πρέπει να επισκεφτεί μόνη της. Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής θα έχει ένας καθηγητής, ο Μπένος, που θα προσεγγίσει συναισθηματικά την Κωνσταντίνα και θα αντιληφθεί την εμπλοκή της με τον κόσμο των «ουσιών».
Η Κωνσταντίνα θα οδηγηθεί από τις περιστάσεις, δηλαδή τη ματαίωση της φυγής στη Γερμανία, στο σπίτι της Λάιδης Ντ. Εκεί θα κάνει για χρήση ενδοφλέβια. Ο Λουμίνης θα είναι αυτός που θα τη μεταφέρει στα σκαλιά του σπιτιού της γιαγιάς. Ο Λουμίνης θα έχει το οριστικό τέλος εξαιτίας ενδοφλέβιας χρήσης. Η Κωνσταντίνα θα σωθεί.
Σε όλη αυτή την περιπέτεια η Άλκη Ζέη στέκεται με αγάπη και τρυφερότητα κοντά στην παιδική ψυχή και τις πίκρες που βιώνει από τον κόσμο των ενηλίκων. Αυτή η προσέγγιση είναι, ίσως, που κερδίζει τον μικρό αναγνώστη. Η συγγραφέας είναι κάποιος που τον καταλαβαίνει και δίνει αξία στις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Του δίνει χρόνο.
Συζητώντας το βιβλίο με την Κωνσταντίνα ρώτησα δυο πράγματα. Το πρώτο ήταν τι ακριβώς συμβαίνει στο βιβλίο και το δεύτερο γιατί η Ζέη έγραψε ένα τέτοιο βιβλίο. Και η συζήτηση είχε περισσότερο ενδιαφέρον από όσο φανταζόμουν...

silisav sidinoemis καθρεφτιζόμενος

Δευτέρα, Μάρτιος 16, 2009

Σαν τη βροχή πριν πέσει, Τζόναθαν Κόου

-Εμένα μου αρέσει η βροχή πριν πέσει.
-Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, δηλ η βροχή πριν πέσει. Πρεπει να πέσει,
αλλιώς δεν είναι βροχή.
- Γι΄αυτό είναι το αγαπημένο μου είδος.

Πεθαίνοντας, η ηλικιωμένη θεία Ρόζαμοντ αφήνει έξι μαγνητοταινίες και ένα άλμπουμ με φωτογραφίες· επιθυμία της να επιδοθούν σε μια τυφλή κοπέλα, την Ίμοτζεν, για την οποία οι συγγενείς της (της Ρόζαμοντ) ξέρουν ελάχιστα πράγματα. Μέσα στις μαγνητοταινίες η μυστηριώδης ηρωίδα/αφηγήτρια ξεδιπλώνει όλη την απίστευτη ιστορία της μοναχικής ζωής της καθώς και το μυστήριο που καλύπτει τη ζωή, την καταγωγή και την αναπηρία της Ίμοτζεν· μέλημα της Ρόζαμοντ είναι να μάθει η Ίμοτζεν την αλήθεια. Η ανηψιά της, Τζιλ, ανακαλύπτει μετά θάνατον τις μαγνητοταινίες και ακούει εμβρόντητη με την οικογένειά της την αφήγηση της θείας της· μαζί παρακολουθούμε και μεις την ιδιόρρυθμη αυτή αφήγηση που αφορμάται κάθε φορά από την περιγραφή μιας φωτογραφίας.
Ένα πρωτότυπο βιβλίο του Τζόναθαν Κόου, πρώτα- πρώτα γιατί έχει καταπληκτική δομή (τι ωραία ιδέα να αφηγείσαι όλη σου τη ζωή μέσα από φωτογραφίες! ποιες θα διάλεγε άραγε ο καθένας μας;). Είναι διαφορετικό από τα υπόλοιπα βιβλία του Κόου επίσης, γιατί δεν είναι διαποτισμένο από την πικρή –πολιτική- σάτιρα που χαρακτηρίζει τα περισσότερα έργα του, αλλά και γιατί είναι ένα βιβλίο μόνο με …γυναίκες! Πρόκειται για μια περιήγηση, μια διερεύνηση θα έλεγε κανείς σε συναισθηματικές σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα σε γυναίκες, μάνα- κόρη, φίλη με φίλη, ερωμένη προς ερωμένη. Η αφήγηση της γριάς κυρίας έχει τη φρεσκάδα του προφορικού λόγου, του λόγου που προσπαθεί να διασώσει το παρελθόν, του λόγου που είναι πολλές φορές αμήχανος και που άλλοτε πνίγεται στο συναίσθημα.
Οι συναισθηματικές σχέσεις είναι πολύ μπλεγμένες αλλά τόσο τρυφερά και εξομολογητικά δοσμένες μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός ανθρώπου που βρίσκεται στα πρόθυρα του θανάτου, δεν έχει τίποτα πια να χάσει ή να κερδίσει, δεν έχει τίποτα να κρύψει παρά ψάχνει το νόημα όλων αυτών που έζησε. Μια ζωή γεμάτη λάθη και πάθη, αλλά γεμάτη. Μια ζωή ασφαλώς αποκλίνουσα, όχι μόνο γιατί δεν υπήρξε γάμος και παιδιά αλλά και γιατί οι συναισθηματικές/ερωτικές σχέσεις (με γυναίκες) ήταν αδιέξοδες και τραυματικές.
Πρώτη μεγάλη φιλία η Μπέατριξ (γιαγιά της Ίμοτζεν). Λίγο μεγαλύτερη σε ηλικία (κι εκείνη όμως ήταν σκληρή μαζί μου στην αρχή/ ήταν κι αυτή μόνη κι είχε ανάγκη μια φίλη/ μπορούσε να γίνει κατά διαστήματα πολύ εγωίστρια/ ταυτόχρονα όμως ήταν και άνθρωπος ικανός ν’ αγαπήσει/ ήταν ευάλωτη στην αγάπη, βαθιά και μοιραία ευάλωτη). Μαζί το σκάνε από την αδιαφορία των μεγάλων.
Σελ. 73:
Το καθήκον της Μπέατριξ, βλέπεις, ήταν να παραμένει αόρατη· όπως και το δικό μου δηλαδή. Ο κόσμος της ‘Αιβι (μάνας της Μπέατριξ) περιστρεφόταν γύρω από τον εαυτό της (…). Η Μπέατριξ δεν φαινόταν στο ραντάρ της. Αυτό εννοούσε μάλλον η Μπέατριξ όταν μου έλεγε ότι η μτέρα της «ήταν σκληρή μαζί της». Η σκληρότητα της Άιβι ήταν η σκληρότητα της αδιαφορίας.
Η σκληρότητα που εισπράττει η Μπέατριξ από τη μητέρα της είναι η κληρονομιά που θα μεταβιβάσει και η ίδια στην κόρη της, στην Τέα, ενώ αντίστοιχα η Τέα θα την κληροδοτήσει στο υπερδιπλάσιο στη δική της κόρη, την Ίμοτζεν. Η Ρόζαμοντ είναι ένας «σιωπηλός μάρτυρας» σ’ όλες τις εξωφρενικές αντιφάσεις της Μπέατριξ, ενώ η ίδια εμπλέκεται στον μεγαλύτερο έρωτα της ζωής της, τη Ρεμπέκα. Μαζί θα αναθρέψουν την εγκαταλειμμένη Τέα μέχρι να έρθει η Μπέατριξ από το κυνήγι του νέου της έρωτα, ενώ αντίστοιχα μετά από χρόνια, θα είναι μάρτυρας της τρομακτικής σκληρότητας της ίδιας της Τέας απέναντι στην δική της κόρη, την Ίμοτζεν.
Δε χρειάζεται κανείς να’ χει ασχοληθεί επιστημονικά με την ψυχολογία για να αντιληφθεί το ψυχολογικό σύνδρομο που επαναλαμβάνεται στην τραυματισμένη θηλυκότητα και στην κακοποίηση μάνας προς κόρη από γενιά σε γενιά. Σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο εκφράζονται όλα αυτά σ’ αυτό το πολύ τρυφερό κείμενο. Άλλωστε, η ίδια η Ρόζαμοντ τα φιτλτράρει ως ένας πολύ ευαίσθητος δέκτης με απεριόριστη αγάπη. Με απεριόριστη αγάπη δέχεται τις εκρήξεις της Μπέατριξ, κι όλες τις συναισθηματικές εντάσεις που δημιουργούν οι περίπλοκες σχέσεις. Γυναίκες πεινασμένες για αγάπη, που βιώνουν τις απανωτές διαψεύσεις (ο καλύτερος τρόπος για να το θέσω είναι ότι η ζωή είχε πάψει να έχει γεύση).
Αναρωτιέται βέβαια κανείς ποια δύναμη να ώθησε τη Ρόζαμοντ ν’ αποκαλύψει στην Ίμοτζεν, έστω και τόσο αργά, τη φρικτή «αλήθεια» της ύπαρξής της, δηλαδή της πραγματικής της μητέρας, των συναισθημάτων που η ίδια έτρεφε απέναντι στην κόρη της (γιατί στο καλό στα λέω τώρα αυτά; Το μόνο που θα κατορθώσω είναι να σε πληγώσω), την αλήθεια πίσω από την αναπηρία της που απέκτησε περίπου στην ηλικία των τριων χρόνων. Βέβαια, αν διαβάσει κανείς με προσοχή όλη την ιστορία της Τέα, από τη γέννησή της ως το τέλος, θα «τη συγχωρούσε», πράγμα δύσκολο αλλά όχι απίθανο για μια κακοποιημένη κόρη, δεδομένου ότι η λύτρωση αυτή αποτελεί, τις περισσότερες φορές, το ζητούμενο μιας ολόκληρης ζωής. Πάντως, η Ρόζαμοντ ένιωσε ως προσωπικό της «χρέος» την αποκατάσταση της αλήθειας, ίσως λόγω της μητρικής αγάπης που έτρεφε για την Τέα και της αγάπης της προ της Μπέντζαμιν. Το σύμπλεγμα είναι ένας σφιχτός κόμπος που ο Κόου χειρίζεται κατά τη γνώμη μου με μεγάλη ευαισθησία.

Όταν κοιτάζω αυτόν τον πίνακα, η άποψή μου επιβεβαιώνεται, τι εξαιρετική ζωγράφος ήταν η Ρουθ. Και ναι, θα την επαναλάβω τη φράση –έχει συλλάβει το αναπόδραστο της ύπαρξής σου. Όταν κοιτάζω αυτόν τον πίνακα, περνάει απ’ το μυαλό μου ολόκληρη η ιστορία (…+++) και όλα αυτά, όλα αυτά τα πράγματα που ήταν τόσο στραβά, όλες εκείνες τις ακατάλληλες σχέσεις και τις λάθος επιλογές… Ναι, είναι αλήθεια πως τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έπρεπε να έχει συμβεί, πώς ήταν όλα λάθη τρομερά λάθη, κι ωστόσο, δες, πού κατέληξαν. Κατέληξαν σε σένα, Ίμοτζεν! Και όταν βλέπω το πορτρέτο που σου ζωγράφισε η Ρουθ, είναι προφανές ότι έπρεπε να υπάρξεις. Η ύπαρξή σου έχει κάτι τόσο σωστό. Η ιδέα να μην υπήρχες, να μην είχες γεννηθεί ποτέ, μου φαίνεται ένα πελώριο λάθος, τερατώδες, αφύσικο… Δεν εννοώ πως η ύπαρξή σου διορθώνει ή αναιρεί όλα εκείνα τα λάθη. Ούτε δικαιολογεί τίποτα. Αλλά σημαίνει- σου το είπα και πριν αυτό; Νομίζω πως σου το είπα , ο ίδιο ή κάτι παραπλήσιο- ή μάλλον με κάνει να καταλαβαίνω το εξής: ότι η ζωή αρχίζει να βγάζει νόημα μόνο αφού συνειδητοποιήσεις πως μερικές φορές – αρκετές, ή μάλλον πάντα- είναι δυνατόν να αληθεύουν ταυτόχρονα δύο εντελώς αντιφατικές ιδέες μεαξύ τους.
Όλα όσα οδήγησαν σε σένα ήταν λάθος. Συνεπώς δεν έπρεπε να γεννηθείς.
Αλλά τα πάντα επάνω σου είναι σωστά: έπρεπε να γεννηθείς.
Ήσουν αναπόδραστη.

Χριστίνα Παπαγγελή

Τετάρτη, Μάρτιος 11, 2009

2695 χαρακτήρες για τη σημαία και το έθνος της Σώτης Τριανταφύλλου και του Ηλία Ιωακείμογλου

Πρόκειται για δυο διεισδυτικά πολιτικά δοκίμια που καταγράφουν κριτικά και αναλύουν με κοινωνιολογική και ιστορική ματιά ένα συγκεκριμένο σύμβολο και μια αφηρημένη έννοια, τα οποία καθορίζουν την σημερινή πραγματικότητα.
Ο Ιωακείμογλου εστιάζει στην ελληνική πραγματικότητα και στην αφηρημένη και δύσκολα προσδιορίσιμη έννοια του έθνους. Το κείμενό του επανέρχεται στον ίδιο κριτικό άξονα που θεωρεί το έθνος δημιούργημα των νεότερων ιστορικών συνθηκών και της εθνικιστικής ιδεολογίας. Αυτή η επανάληψη σκέψεων, που ήδη έχουν διατυπωθεί, μπορεί να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για κείμενο προχειρογραμμένο και ανεπεξέργαστο. Ή μήπως αποτελεί χαρακτηριστικό διαλεκτικής σκέψης που καθορίζει και τη δομή του λόγου, έτσι ώστε να διαφαίνεται διαρκώς ή αφετηρία της κριτικής;
Η Τριανταφύλλου γράφει για την αμερικανική σημαία και αναλύει τους συμβολισμούς και τη λειτουργία της αποφεύγοντας το σκόπελο να μιλήσει άμεσα για τα δικά μας. Η αμερικανική ιστορία είναι κάτι που γνωρίζει καλά, αφού είναι διδάκτωρ αμερικανικής ιστορίας. Τα πολυσχιδή ενδιαφέροντά της είναι αξιοπερίεργα, τουλάχιστον. Από τη φαρμακευτική και τη γαλλική φιλολογία ως τις μεταφράσεις και τη συγγραφή. Ο δοκιμιακός κριτικός λόγος είναι καινούρια έκφραση των ανησυχιών της.
Τα δυο κείμενα συγκλίνουν. Πώς φτάνουμε στο σημείο ένα σύμβολο να είναι τόσο φορτισμένο συναισθηματικά, ώστε να προκαλεί συγκινήσεις ακόμα και δάκρυα μόνο στη θέασή του; Πώς ένα πανί αποκτά εκείνα το ιδεολογικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά που το ιεροποιούν; Πώς ο εθνικισμός κατασκευάζει το έθνος και διαμορφώνει την ψευδαίσθηση ότι συμβαίνει το αντίθετο; Οι συγγραφείς ισχυρίζονται ότι το σύγχρονο κράτος δημιουργεί την έννοια του έθνους και του λαού γιατί απαιτεί έναν ομογενοποιημένο πληθυσμό ο οποίος χαρακτηρίζεται και προσδιορίζεται κοινά και αναγνωρίσιμα.
Αυτή η προσέγγιση είναι διαφορετική από την κυρίαρχη. Αξιοποιεί τη μαρξιστική και διαλεκτική σκέψη για την ιστορία. Η αστική τάξη κατέχει την εξουσία και έχει τη δύναμη και τους μηχανισμούς να παράγει την εθνικιστική ιδεολογία ή ηπιότερους εθνικισμούς που γίνονται η ψυχοκοινωνική βάση για τη συγκρότηση των εθνών. Η σκέψη των συγγραφέων θυμίζει τη σχολή της Φρανκφούρτης που συνδύασε τη σκέψη του Μαρξ και την ψυχαναλυτική διείσδυση του Φρόιντ.
Έτσι, οι κοινωνικές δομές και το ιστορικό γίγνεσθαι, όπως καθορίζονται από τις υλικές δυνάμεις και τις σχέσεις που αυτές καθορίζουν, αντανακλώνται στη συνείδηση η οποία διαμορφώνεται ψευδώς και παράγει ιδεολογία. Με τη συνεισφορά της ψυχολογίας ερμηνεύονται κριτικά τα φαινόμενα της ιεροποίησης και της συναισθηματικής επένδυσης των συμβόλων όπως η σημαία. Η σημαία αποτελεί το συγκεκριμένο υλικό σύμβολο της αφηρημένης ιδέας του έθνους.


silisav sidinoemis καθρεφτιζόμενος

Τρίτη, Μάρτιος 10, 2009

2770 χαρακτήρες για τη διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας του Δημήτρη Ε. Τομπαΐδη

Αποτελεί εξέλιξη εγχειριδίου σημειώσεων για τη ΣΕΛΜΕ. Σαφές και κατανοητό, χωρίς επιστημονισμούς, αλλά με επιστημονική εγκυρότητα. Γραμμένο στο πνεύμα που δηλώνει ο τίτλος, όταν δηλαδή η διδασκαλία της νεοελληνικής αντιμετώπιζε τα πρακτικά προβλήματα που ανέκυπταν από τη σχολική τάξη. Ο συγγραφέας ήταν από αυτούς που «στρατεύτηκαν» για την αποτελεσματική διδασκαλία της δημοτικής.
Το βιβλίο έχει τόσο τα απαραίτητα θεωρητικά στοιχεία γενικής γλωσσολογίας, όσο και συγκεκριμένα για τη συγχρονία και τη διαχρονία της νεοελληνικής. Με συνοπτικό τρόπο παρουσιάζονται οι πρώτες επιστημονικές προσεγγίσεις και οι βασικές έννοιες που θεμελιώθηκαν από τον Φερντινάντ ντε Σωσσύρ (Ferdinand de Saussure) και οι δομιστικές / στρουκτουραλιστικές (structuralism) σχολές που ακολούθησαν στη γλωσσολογική επιστήμη. Να σημειωθεί ότι ο Νόαμ Τσόμσκι (Noam Chomsky) και η Γενετική Μετασχηματιστική Γραμματική της οποίας είναι εισηγητής κατατάσσεται στις στρουκτουραλιστικές θεωρίες. Αυτά στις πρώτες σαράντα σελίδες.
Ακολουθούν παρατηρήσεις γραμματικής φύσης με σαφή επισήμανση ότι πρόκειται για ιστορική, διαχρονική προσέγγιση της γλώσσας. Ο Μιχάλης Οικονόμου, ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ο Γεώργιος Χατζιδάκης είναι συνηθισμένες αναφορές του συγγραφέα. Η κριτική προσέγγιση που κάνει είναι το ενδιαφέρον αυτών των σελίδων. Όπως, για παράδειγμα, η τεκμηριωμένη διαπίστωση ότι στη νεοελληνική γλώσσα δεν έχουμε απαρέμφατο και απαρεμφατική σύνταξη. Ότι η ποντιακή διάλεκτος δεν έχει παρακείμενο (σελ. 151). Ότι η προφορά των φωνηέντων δε διαφοροποιείται σε μακρά και βραχεία, αλλά μπορεί να την αντιληφθεί κανείς στα βόρεια γλωσσικά ιδιώματα της χώρας μας, ειδικότερα στα τονιζόμενα φωνήεντα (βρέχει, που ακούγεται βρέεχει), όπου βέβαια, κατά τη «γραμματική» το έψιλον είναι βραχύχρονο.
Επίσης, κριτικά και συγκριτικά με πίνακες παρουσιάζονται, στις σελίδες 124-130 τα συστήματα κλίσης των ονομάτων σύμφωνα με α) τον Τριανταφυλλίδη, β) τον Τσομπανάκη και γ) τον Μπαμπινιώτη.
Σχετικά με το λεξιλόγιο της νεοελληνικής ο συγγραφέας παρουσιάζει την άποψη του Τριανταφυλλίδη από τις σελ. 90-103 της Γραμματικής του. Διακρίνονται τρία στρώματα λέξεων. Λέξεις που μπήκαν εξαρχής, από την αρχαιότητα στην ελληνική γλώσσα, λέξεις που μπήκαν από τη χριστιανική εποχή ως περίπου το 1800 και τρίτο, λέξεις που μπήκαν από το 1800 και εξής. Μπορείτε να βρείτε τις σελίδες 190 – 196 από το βιβλίο του Τομπαΐδη ΕΔΩ. Αυτή η περιγραφική παρουσίαση του νεοελληνικού λεξιλογίου έχει σημασία γιατί είναι σαφώς αποϊδεολογοποιημένη, όταν στη δεκαετία του ’80 η αρχαία ελληνική άρχισε να ξαναπαρουσιάζεται ως λεξιλογικός πλούτος από όπου πρέπει να αντλεί η νεοελληνική.
Τέλος σε δέκα περίπου σελίδες ο συγγραφέας δίνει χρηστικές συμβουλές για τη διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας. Συμβουλές χρήσιμες και σήμερα. ΕΔΩ

silisav sidinoemis καθρεφτιζόμενος