Σάββατο, Νοεμβρίου 02, 2019

Κόμπο τον κόμπο, Δήμητρα Λουκά


Πρόκειται για 22 σπαραχτικές αφηγήσεις  από την περιοχή της Πρέβεζας, στα σκληρά μεσοπολεμικά χρόνια οι περισσότερες, μέχρι και τον εμφύλιο. Με έντονο το στοιχείο της προφορικότητας, όχι μόνο γιατί έχουμε αυτούσιο -υποθέτω- το ιδίωμα της περιοχής, αλλά και γιατί η δομή της αφήγησης ακολουθεί τις τεχνικές του προφορικού λόγου: το ενδιαφέρον υψώνεται εξαρχής κάθετο μέσα από ένα κεντρικό συναίσθημα (π.χ. αφού επιμένεις να με ρωτάς για τον πατέρα μ’, θα σου πω ότι περήφανος δεν είμαι/τι τα θέλεις μωρέ παιδάκι μ’ και τα σκαλίζεις τώρα; Ήταν άτυχος ο αδερφός μ’, και κάθε φορά που τον θυμιέμαι μου λιγώνεται η καρδιά/στην κηδεία του άντρα της του Θωμά, η Φρόσω έμοιαζε σα να θέλει κι εκείνη να πεθάνει) που ξεδιπλώνεται από τις πρώτες πρώτες αράδες προς τον κεντρικό πυρήνα της αφήγησης. Συνήθως υπάρχει ένα β΄ενικό («παπά μ΄», «Θοδωρούλα μ’», «παιδάκι μ’», «Διονυσούλα μ’»), ένα πρόσωπο στο οποίο εξομολογείται ο εκάστοτε αφηγητής/τρια. Κυρίως όμως, όπως ακριβώς και στον προφορικό λαϊκό λόγο, δεν υπάρχει παραστατικότητα θεατρική, ανάλυση ή αναστοχασμός αλλά γεγονότα που πολλές φορές μάλιστα απλώνονται σε μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ τα συναισθήματα αποδίδονται λιτά και σύντομα, όμως με δυνατές μεταφορές (έλεγα ότι η σιωπή θα ημερέψει σιγάσιγά τον πόνο, αλλά εκείνη τον θέριεψε σαν τον ασπάλαθρα την άνοιξη κι όλο μ’ αγκυλώνει την καρδιά). «Κόμπο τον κόμπο» αφηγείται κάθε φορά το πρόσωπο-πρωταγωνιστής, που τον πνίγουν ο πόνος και οι αναμνήσεις, και νομίζω ότι δεν θα μπορούσε να υπάρχει πιο εύστοχος τίτλος: από κόμπο σε κόμπο προχωρά στέκεται η μνήμη, η αφήγηση, η ματιά, η ψυχή. Η αφήγηση επομένως γίνεται πολλές φορές συνοπτική σε χρόνο όπως ακριβώς λειτουργεί η ανάμνηση, με ελάχιστους διαλόγους, ενώ σταλάζουν στον αναγνώστη εικόνες ανεξίτηλες, εικόνες  που μέσα απ την διάφανη σκληρότητά τους υποδηλώνουν κάθε φορά το απύθμενο  βάθος μιας ανώνυμης -πάντα όμως προσωπικής- τραγωδίας.  Απ΄αυτές τις αμέτρητες, που σκηνοθετεί η σκληρή ζωή της ελληνικής επαρχίας, ιδιαίτερα  στα «πέτρινα χρόνια». Κι όταν πρόκειται για μια περιοχή με ιδιαίτερη ιστορία όπως η περιοχή της Πρέβεζας, όπου δεσπόζουν τα Τζουμέρκα με την ιστορική παράδοση στην κλεφτουριά, σχετικά κοντά στα σύνορα με την Αλβανία, με μειονότητες όπως οι Τσάμηδες και με φουντωμένα τα πάθη του εμφυλίου στα ηπειρωτικά βουνά, οι μαρτυρίες είναι καυτή λάβα.
Κάθε διήγημα λοιπόν, ακόμα κι αυτά που εκτείνονται σε 2-3 σελίδες, σηματοδοτεί κι από μια τραγωδία, αγγίζοντας από τη μια τα περιθώρια της επίσημης ιστορίας, κι απ την άλλη το βάθος της ανθρώπινης ζωής στην υπαρξιακή μοναξιά της. Και οι συνθήκες είναι μοναδικές κι ανεπανάληπτες:
·         Η κόρη που περιμένει την επίσκεψη της μάνας, η οποία  τους είχε εγκαταλείψει μαζί με τον αδερφό, όταν ήταν πολύ μικρά για να κάνει μεγάλη ζωή με άντρα σταφιδέμπορο απ’ την Πάτρα. Κι όταν έρχεται σαν την άνοιξη, είναι «η ομορφιά της καλύτερη κι απ’ το λουλούδι τα’ άσπρο», μα έμεινε τρία βράδια και δεν ξαναγύρισε ποτέ. Η ζωή προχωρά «κόμπο τον κόμπο» για να καταλήξει στην έσχατη γνώση (τότε κατάλαβα που ο άνθρωπος άμα αλέθεται με τούτο και με κείνο, θέλει δε θέλει, λησμονάει τους πεθαμένους, λησμονάει και τους ζωντανούς που, χει χρόνια πολλά να τους δει, γιατί και κείνοι πεθαμένοι λογαριάζονται μέσα τ’. Έτσι, τη συχώρεσα τη μάνα μ’, και με τη συχώρεση τη δική της γίνηκε το κλάμα μ’ τραγούδι, και από τότες πορεύτκα στη ζωή αχόλευτη ως τα σήμερα)
·         Το μακελειό στο σπιτικό του Ραχάμ του εβραίου στη διάρκεια του πολέμου , που «ψυχή σαν αυτού δεν ηύρε» (τη νίλα που είδαμε στο αραγώι την έχω αγκίδα στην καρδιά να με τρυπάει ως τα σήμερα)
·         Το κρίμα του πατέρα που ο γιος του βρήκε παράδες και μας το κρατάει κρυφό, και  κείνος καλύπτει το φονικό με την πρόφαση ότι ο γιος ατίμαζε την αδερφή (ήρθα να σε βρω και να στα πω παπά μ’, γιατί οι αράχνες μου δαγκάνουν τώρα το κορμί και να τις ξεπαστρέψω δεν μπορώ)
·         Το φευγιό μέσα στη νύχτα απ’ τους «αμίτες» (ΕΑΜίτες) της μάνας με τα παιδιά και τα μωρά στην αγκαλιά και τη μηχανή SINGER (βάλε σημάδι, κοπέλα μ’, να τη βρούμε πάλε όταν περάσει ο χαλασμός)
·         Η νύφη που την είχαν σαν δούλα και δεν την άφησαν ούτε το παιδί της να μεγαλώσει
·         Οι Τουρκαλβανοί/Τσάμηδες[1] που δέχτηκαν στην περιοχή της Πρέβεζας τα κύματα των προσφύγων του ’22 (οι Τσάμηδες δεν περιλήφθηκαν στην ανταλλαγή πληθυσμών), αλλά ζούσαν πάντα με φόβο γιατί ήταν μουσουλμάνοι και δεν τους ήθελαν ούτε στην Τουρκία (ο φόβος κερί αναμμένο έκαιε μέρα νύχτα απάνου στο σοφρά). Η αφηγήτρια είναι Τσάμισα  και μιλά στο δάσκαλο του χωριού (Σπαθαραίους) για το «κακό το μεγάλο» (όποιος σέρνει το χορό , δάσκαλε, θέλει και κάποιον να του κρατά τα ίσια, κνένας δε χορεύει μοναχός τ’): με αφορμή διακόσια πρόβατα γίνεται μεγάλο φονικό Τσάμηδων (δε ρίχνω το βάρος όλο στους χριστιανούς/έκαμαν κι οι δικοί μας πολλά/εκεί απάνου απ΄το κορμί μ’ το σακατεμένο, ορκίστκα να κρατήσω το παιδί).
·         Ο αψίθυμος Σπύρος, που από πληγωμένο φιλότιμο σκότωσε άνθρωπο και κρύφτηκε για ένα χρόνο στα βουνά γίνεται αφορμή για νέο φονικό απ’τον αφηγητή, όταν μαθαίνει ότι τον ξεγέλασε αυτός που τον φυγάδευσε απ’ την Πάργα (αλλά τι τα θέλεις, Μήτσο μ’, τα πλούτη έρχονται και φεύγουν σαν τα περατάρικα τα πουλιά)
Δεν είναι φυσικά σκόπιμο να αναφερθώ και στις 22 τραγωδίες της συλλογής, αν και όλες ανεξαιρέτως έχουν κάτι μοναδικό και ιδιαίτερο. Το  πρόχειρο δείγμα παραπάνω δείχνει  τον σπαραγμό ψυχής που κρύβεται πίσω απ’ αυτές τις ανώνυμες εξιστορήσεις, όπου κοινός τόπος είναι οι στερήσεις, η σκληρή αγροτική ζωή, το αναποδογύρισμα της μοίρας με εύκολη λύση το φονικό, το φευγιό, η εκδίκηση, ο ολοφυρμός των γυναικών (το φευγιό δε σβήνει το μνημονικό, μόνο ο Χάρος το ξεριζώνει). Κι ο θάνατος, φυσικός σαν κεραυνός, βιώνεται με διαφορετικό τρόπο σ’ αυτό το πλαίσιο: συγκλονιστικό το διήγημα «Πηγαδούσες» όπου μιλά η κόρη που έπεσε στο πηγάδι και την πήραν οι πηγαδούσες, εκειές οι έρμες που γλυκαίνουν τις κοπέλες με τη φωνή τους και τις παίρνουν στον κόσμο τον άλλο, αλλά και οι συμβουλές της αφηγήτριας για να γυρίσει ο αποθαμένος στο «Ο γυρισμός» (Σώπα, με το μοιρολόι δεν έρχεται πίσω/Τίποτα δε γένεται αν δεν προσεύχεται πρώτα η ψυχή και μετά το στόμα. Όταν ακούω ελαφρά τα πατήματά τα’ στις πλάκες της αυλής, σκώνομαι και του ανοίγω σιγανά την πόρτα. Το καντήλι σβήνει, οι άγιοι σφαλίζουν τα μάτια (…) τα ματάκια τ’ θολά, τα χείλια τ’ μπλάβα, τα μαλλάκια τ’ άσπρα τούφες τούφες και λιγοστά. Το κουστούμι τ’ έχει πάρει να πρασινίζει και να ξεφτίζει τόπους τόπους. Δε γίνεται να στ’ αλλάξω, σταυραϊτέ μ’ του λέω).
Ξεχωριστό είναι το σχετικά εκτεταμένο τελευταίο διήγημα, «Η εξαφάνιση της κεφαλής του Λάμπρου Γκαμέρα», ο οποίος εμφανίζεται ως ιστορικό πρόσωπο, ληστής που σκοτώθηκε στην Κρυοπηγή των Τζουμέρκων μετά από συμπλοκή με τη χωροφυλακή το 1931. Η υπόθεση  ξεφεύγει από το ιστορικό ενδιαφέρον κι αποκτά αστυνομική πλοκή με στοιχεία μεταφυσικής, εφόσον η κεφαλή και το μαχαίρι του Γκαμέρα έχουν εξαφανιστεί μυστηριωδώς απ΄ τη θέση τους στο Ιατροδικαστικό Τμήμα. Με θαυμαστό τρόπο ξεδιπλώνεται η τραγική ιστορία του ήρωα από την κόρη του, προς τον αφηγητή/ερευνητή του μυστηρίου:
-Μη με τηράς έτσι, σου’ πα απ’ την αρχή ότι, αν δεν πιστεύεις σαν το παιδί τα’ απονήρευτο ετούτα που σου λέω, να φύγεις.
Δεν ήθελα να τη θυμώσω. Της εξήγησα ότι
άλλο πράγμα είναι η έκπληξη κι άλλο η πίστη σ’ όσα ακούω.

Το θηλυκό στοιχείο
Όπως είδαμε και στα διηγήματα που προαναφέρθηκαν, σ’ αυτόν τον κόσμο της σκληρής ζωής και του θανάτου, η γυναίκα αγκαλιάζει τον πόνο με απαντοχή, θρηνεί σιωπηλά και καρτερικά (εξαιρετικό και το «Σαρκό» όπου η «θειά» αντιμετωπίζει την αρρώστια «σαν έτοιμη από καιρό»: Όσο να’ ρθεις πάλι, μπορεί να την έχω χάσει τη λαλιά μ’ Σοφούλα μ’. Ε, τότες θα πούμε κι εκειά που δε λέγονται). Γιατί ακόμα πιο τραγική είναι η θέση της γυναίκας στην κοινωνία αυτή, που είναι φτιαγμένη στα μέτρα των αντρών. Μια κοινωνία όπου τη στέρφα γυναίκα την επιστρέφουν στο πατρικό της, όπου ο πατέρας γκαστρώνει την κόρη του εν γνώσει της μάνας και η λύση βέβαια είναι να τη δώσουν σε σακάτη άνδρα, όπου ο σύζυγος νομιμοποιεί στη διαθήκη το παιδί που έκανε με την οικιακή βοηθό, όπου ο αδερφός («αλλάδελφος» για την ακρίβεια) προσπαθεί να «ρίξει» την αδερφή στα κληρονομικά («Στον τάφο τ’ να χορέψω» είναι ο καταπληκτικός τίτλος), όπου η γιαγιά πενθεί όλη της τη ζωή το θάνατο του πρώτου της παιδιού.
Κι η μάνα, που το παιδί  της γεννήθηκε παράλυτο, «ξεψυχάει για να το βλέπει να βαριοκοιμάται και να γέρνει το κεφαλάκι τ’ αδέξια σαν το λουλούδι το μαραμένο», του μιλάει και του τραγουδάει, και δίνει τη νύχτα όσα δίνει στα άλλα δυο τη μέρα, κι ενώ ο «πόνος τ’ της πλακώνει την καρδιά», φτάνει στη μεγαλύτερη σοφία που μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη καρδιά:
Μη βαρυγκομάς, καρδούλα μ’, έλεγα από μέσα μ’, πουλί του θεού είναι κι αυτό, θέλει να κουρνιάσει στη φωλιά της μάνας τ’.
 Χριστίνα Παπαγγελή


[1] Τσάμηδες(από την Wikipedia): Με την ενσωμάτωση της Ηπείρου στο ελληνικό κράτος το 1913, η Ελλάδα αναγνώρισε την ύπαρξη μουσουλμάνων Τσάμηδων στη Θεσπρωτία, στην Πρέβεζα και στα Ιωάννινα. Το αλβανικό κράτος έκανε λόγο για ύπαρξη επίσης χριστιανών Τσάμηδων και διεκδικούσε εδάφη από την Ελλάδα, τα οποία αποκαλούσε Çamëria (Τσαμουριά στα ελληνικά). Στο διάστημα της κατοχής της Ελλάδας από τον Άξονα, το 1941 με 1944, ένα μέρος των Τσάμηδων συνεργάστηκε με τις δυνάμεις κατοχής και διέπραξαν εγκλήματα σε βάρος Ελλήνων στη Θεσπρωτία. Η Ιταλία, η οποία αναγνώριζε χριστιανούς Τσάμηδες και πλειοψηφία των Αλβανών στη Θεσπρωτία, εισηγήθηκε στον Άξονα να δοθούν κομμάτια της Ηπείρου στην Αλβανία, το σχέδιο όμως απορρίφθηκε από τη Γερμανία. Με την αποχώρηση των Ναζί από την Ελλάδα, ο ελληνικός στρατός εκδίωξε το μεγαλύτερο μέρος΄των μουσουλμάνων Τσάμηδων.


Τετάρτη, Οκτωβρίου 23, 2019

Έχων σώας τας φρένας & άλλες τρελές ιστορίες, Αργύρη Χιόνη


Στο δρόμο, πάλι στο δρόμο,
κουβαλώντας μέσα μας το δρόμο,
οδοιπόροι και πορείες,
διανύοντας τον εαυτό μας,
χαμένοι μες στον εαυτό μας.

Πρόκειται για 11 διηγήματα του αγαπημένου συγγραφέα και  -πιο αγαπημένου ακόμα- ποιητή, εκ των οποίων άλλα έχουν αναδημοσιευτεί, άλλα ήταν ολοκληρωμένα προς έκδοση με σημειώσεις του συγγραφέα, και  άλλα σχεδόν ολοκληρωμένα, που δημοσιεύονται σ’ αυτή τη συλλογή με σχόλια, σημειώσεις κι επιμέλεια της Γιώτας Κριτσέλη. Η πολύ προσεγμένη από φιλολογική άποψη έκδοση μπερδεύει λίγο τον αναγνώστη με τα πολλά σχόλια (σχόλια του συγγραφέα, σχόλια της επιμελήτριας), τις σημειώσεις (συγγραφέα και επιμελήτριας), τις εισαγωγές, διευκρινίσεις και επίμετρα ανάλογα με την κατηγορία των διηγημάτων (ολοκληρωμένα, μη ολοκληρωμένα, παράρτημα κειμένων), αλλά οφείλω να παραδεχτώ με την ιδιότητα του φιλολόγου ότι αυτό ήταν δεοντολογικά απαραίτητο.
Και δεν μας διαψεύδει ο συγγραφέας ως προς το περιεχόμενο, γιατί όντως πρόκειται για «τρελές» ιστορίες, γιατί, όπως γράφει και ο ίδιος στην έκδοση που σχεδίαζε (αλλά δυστυχώς έφυγε απ’ τη ζωή), το κοινό θέμα των ιστοριών είναι το παράλογο της ύπαρξης και η ασάφεια των ορίων μεταξύ τρέλας και λογικής. Επίσης, στην ίδια σημείωση (στην αίτησή του προς το ΕΚΕΒΙ) καταγράφει ρητά αυτό που αντιλαμβάνεται κι ο αναγνώστης και που αποτελεί και πρωτοτυπία των διηγημάτων: οι σημειώσεις που «επεξηγούν» τα στοιχεία  κάποιων διηγημάτων   είναι  «μικρά αφηγήματα», συμπληρώνουν το διήγημα, κι εντέλει  αποτελούν ουσιαστικά μέρη του διηγήματος.
Ανάμεσα στα 11 διηγήματα/αφηγήματα ο αναγνώστης -που δεν ενδιαφέρεται και τρελά για τα πραγματολογικά στοιχεία- ξεχωρίζει αυτά που είναι πιο προσωπικά, κι αυτά που εξιστορούν ήθη και πάθη τρίτων προσώπων.  Στα της πρώτης κατηγορίας (που είναι έξι), δεν υπάρχει συνήθους τύπου «εξιστόρηση»∙ ο συγγραφέας ξεδιπλώνει ουσιαστικά την προσωπική του σχέση με ζώα και αντικείμενα που συντρόφευαν τη μοναχική του ζωή (γάτα, τραπέζι, σόμπα κ.α.), και σ’ αυτά μιλά σε α΄ενικό, όπου αφηγητής και συγγραφικό εγώ συμπίπτουν. Στα δεύτερα (που όλα κι όλα είναι τέσσερα) ο συγγραφέας αποστασιοποιείται, γίνεται και «παντογνώστης» σε γ΄ενικό, και τα τρία απ’ αυτά έχουν θέμα έναν μοναδικής ποιότητας έρωτα. Μοναδικό στο είδος του (ή ίσως προσεγγίζει στην πρώτη κατηγορία) είναι «Τα κόλλυβα» όπου ο συγγραφέας κάνει μια πραγματεία σε ιλαρό πάντα ύφος για τα συστατικά του αγαπημένου αυτού εδέσματος, με ύφος γευσιγνώστη αντιμετωπίζει τις διαφορές ανάλογα με την ταξική… προέλευση  και τέλος σχολιάζει ως γαστριμαργικό μεταμοντερνισμό τη διαφήμιση Έλληνα σεφ όπου παρουσιάζει τα κόλλυβα ως… ντεσέρ.
Το παιγνιώδες ύφος («μπορχεσιανού τύπου», σημειώνει κάπου η Κριτσέλη) είναι ο κοινός παρανομαστής, στοιχείο που διακρίνεται και στους τίτλους:  Ο «έχων σώας τα φρένας» είναι ο αφηγητής-συγγραφέας  που συντάσσει την διαθήκη του και, αφού απαριθμήσει τις αρετές του… τραπεζιού του, καθιστά «την τράπεζάν του» (το προσφιλέστερο των τετραπόδων του) γενικήν κληρονόμον όλης της κινητής και ακινήτου περιουσίας, διευκρινίζοντας ρητά ότι έχει σώας τας φρένας Το «Δούρειον Θήλυ» έχει σαφή υπαινιγμό ως τίτλο, ενώ το «Πώς χτίζεται ένα σπίτι» έχει ως θέμα τη σχέση του συγγραφέα με τη Φρόσω, τη γάτα και προφανώς ο τίτλος είναι σχόλιο για το πώς το μικρό αυτό «πατσαβουράκι» άλλαξε τη ζωή του άρδην: οι απαιτήσεις της Φρόσως για μονοπώλιο στην αγάπη του τον ανάγκασαν να πάψει τα ξενύχτια και τις διαδρομές από ταβέρνα σε μπαρ, και  να συγκεντρωθεί στα μακρόπνοα σχέδιά του (με κάποια μικρή καθυστέρηση άρχισε το δεύτερο επιτυχημένο αυτή τη φορά και, ως εκ τούτου οριστικό πενταετές πρόγραμμα, κατά τη διάρκεια του οποίου ετέθησαν τα θεμέλια και άρχισε η οικοδόμηση του σπιτιού μου στο Θροφαρί, συνέθεσα και εξέδωσα τα «Εσωτικά τοπία» συγκέντρωσα υλικό..., μετέφρασα…, διάβασα… κλπ)
Την δηλωμένη -απ’ το πρώτο κιόλας διήγημα- αδυναμία του συγγραφέα σε κάθε είδους τετράποδο (τραπέζι, καρέκλα, κρεβάτι, γάτα, σκύλο) την εκδηλώνει ακόμα περισσότερο λοιπόν όχι μόνο στο διήγημα με πρωταγωνίστρια τη -φιλόμουση, παρεμπιπτόντως- Φρόσω μπαίνοντας βαθιά μέσα στην γατοψυχολογία  του οικόσιτου που «κάνει μούτρα», που έχει ένα σωρό καπρίτσια όταν έχει οίστρο, και που με τον τρόπο της επιβάλλει  στο αφεντικό της δεκάδες υποχωρήσεις και παραχωρήσεις. Η προσήλωσή του αυτή κορυφώνεται στο τελευταίο διήγημα που η επιμελήτρια επέλεξε μάλλον σκόπιμα να μπει τελευταίο, στο παράρτημα κειμένων. Πρόκειται για το «Τότε που η Χίμαιρα». Πρόκειται για ένα φανταστικό πλάσμα,  σχεδόν τέρας, ανάμεσα σε γάτα και σκύλο, που το βρήκε τραυματισμένο και το υιοθέτησε. Κι εδώ το παράξενο ον μονοπωλεί τον συναισθηματικό κόσμο του μοναχικού συγγραφέα, συμμετέχει με τον τρόπο της στην έμπνευση και την τέχνη του (ποτέ στη ζωή μου δεν βρήκα ακροατή πιο προσεχτικό, πιο προσηλωμένο απ’ την Χίμαιρα/η συγκίνησή της εκφραζόταν, συνήθως, με δάκρυα, ναι, αληθινά δάκρυα που κυλούσαν απ’ τα τεράστια εκστατικά μάτια της).
Ανάλογα «ερωτική» σχέση περιγράφει ο αφηγητής (αυτή τη φορά έχει όνομα, Ευτυχίδης) και με τα «όντως όντα(!)» μαχαίρια του, που τα λατρεύει ως συλλέκτης (δίχως ν’ αρθρώνουμε μια λέξη, συνομιλούσαμε, επί ώρες, μόνο δια της αφής και της οράσεως). Υπάρχει μάλιστα στο διήγημα μια εκτενής εισαγωγή με περιεχόμενο την εξελικτική ιστορία του μαχαιριού («ψευδοδοκίμιο» χαρακτηρίζει η Κριτσέλη στο Επίμετρο), πάντα σε ύφος παιγνιώδες, ενώ σε μια γκροτέσκο-θρίλερ  εξέλιξη της υπόθεσης, του τα κλέβουν για να ανακαλύψει ότι τα έχει στην κατοχή του ο ψυχίατρος στον οποίο καταφεύγει. Η αφήγηση γίνεται σπαρταριστή μέσα απ την παράκρουση του αφηγητή, σαν να πρόκειται για όνειρο, για εφιάλτη, μια παράκρουση που τον οδηγεί στο ψυχιατρικό τμήμα των φυλακών.
Ακόμα θερμότερη είναι η σχέση του αφηγητή-συγγραφέα με τη… σόμπα του, που ονομάζει «Μπουμπού» (είναι κοντή, χοντρή, μαυριδερή κι ελαφρώς κουτσή, αλλά -γιατί να σας το κρύψω;- εγώ την αγαπώ). «Ομιλεί» για έρωτα, αλλά «μη φανταστείτε περιπτύξεις, κλινοπάλες κι άλλα τέτοια πονηρά». Ούτε όμως και καθαρά πλατωνική σχέση, εφόσον υπάρχει θέρμη! Άλλωστε, όπως λέει ο συγγραφέας, "λατρεύουμε κι οι δυο τη φωτιά (του έρωτα ή τη φωτιά φωτιά), αλλά τη θέλουμε κι οι δυο μας ελεγχόμενη, (…), μέσα μας, μονάχα μέσα μας, γιατί μονάχα τότε είναι η φωτιά ζωοποιός".  
Το «τριακοστό πέναλτι» είναι μια ιστορία από την αγορίστικη ενηλικίωση, με τον ψηλό, αθλητή  στίβου Λεωνίδα που τα παιδιά της γειτονιάς τον ανάγκασαν να κάνει τον τερματοφύλακα (τότε που το ποδόσφαιρο στις γειτονιές παιζόταν με κάλτσες παραγεμισμένες με κουρέλια), ένας θρύλος στην παιδική μνήμη που επιβεβαίωσε τη φήμη του στο επεισόδιο με τον ανταγωνιστή Νικηφόρο. Θεωρώ ότι είναι το πιο «κλασικό» από τα αφηγήματα της συλλογής, με «αρχή, μέση, τέλος».
Όσο αφορά τα τρία διηγήματα με άξονα κάποιον έρωτα, υπάρχει …ποικιλία:
Το «Δούρειον θήλυ» αναφέρεται σαν σε παρωδία σε ιστορία του μεσαίωνα, όπου οι βασιλιάδες των γειτονικών βασιλείων Corn και… Horn βρίσκονται συνέχεια σε εμπόλεμη κατάσταση και μήλον της έριδος είναι το δούρειον θήλυ  (καθοριστικής σημασίας η μαντινάδα που προτάσσεται ως motto: Η αγάπη κάστρα καταλεί/μπεντένια ρίχνει κάτω/και παλληκάρια του σπαθιού/τα ρίχνει του θανάτου).
Το «απομεσήμερο ενός φαύνου» καταπιάνεται με το υπέροχο θέμα της γεροντικής λαγνείας (εκείνη 23 χρόνων με πρωτόλειο ποιητικό έργο, εκείνος 60, καταξιωμένος ποιητής/κριτικός). Γλαφυρή, χωρίς ιδιαίτερο χιούμορ αυτή τη φορά, η περιγραφή της αντίθεσης κορμιού νεανικού και γεροντικού (η σύγκριση του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος τον τζάκιζε/ Μα πώς τολμάς, πώς τολμάς να είσαι τόσο νέα, τόσο ωραία;).
Κάπως πιο σύνθετη, μια και απλώνεται σε 7 χρόνια, είναι και η Cavalleria Cretese [1], όπου ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής αναφέρεται σε επεισόδιο που εκτυλίχτηκε όταν ήταν 10-17 ετών. Πρόκειται για μια πραγματικά εξαιρετική (με την έννοια της εξαίρεσης) ιστορία απ’ αυτές που μόνο στην Κρήτη μπορεί να συμβούν… Η πανέμορφη ξαδέρφη γίνεται φονιάς του πεθερού της μετά από ερωτική εγκατάλειψη. Το τέλος είναι απροσδόκητο[2] αλλά αξίζει να αναφερθούμε στη σκηνή που η κοπέλα βγαίνει απ΄ τη φυλακή και η κουβέντα που ακολούθησε ήταν κυριολεκτικά περί ανέμων και υδάτων, ένα συνονθύλευμα κοινοτοπιών και ασήμαντων πληροφοριών, με άλλα λόγια, της βγάλαμε γλυκό, της βγάλαμε και μέντα, μα για το φονικό δεν είπαμε κουβέντα.
Κλείνοντας την ανάρτηση που αφορά τα τελευταία κείμενα που μας άφησε ο συγγραφέας, παραθέτω τα τελευταία του λόγια, από το τελευταίο διήγημα της συλλογής («Τότε ου η Χίμαιρα»), γιατί ίσως εκφράζουν και την πιο μύχια «τρέλα» του:
Τώρα που η Χίμαιρα δεν είναι πια εδώ, (…)  και νιώθω σα να είμαι χτισμένος  ως το βαθύτερο είναι μου, ως τα μύχια της ψυχής μου, το μόνο που μου απομένει, η μοναδική άξια λόγου πράξη της ζωής μου, είναι να σηκώνομαι τα ξημερώματα, γυμνός, ξυπόλυτος, και να προστρέχω εκεί στη μουσμουλιά, με την ελπίδα να ξανάβρω εκείνη την αιμάσσουσα πληγή, τη Χίμαιρα, τη Χίμαιρα της ζωής μου.
Χριστίνα Παπαγγελή


[1] Κώδικας κρητικής τιμής, κατά το Cavaleria rusticana (κώδικας αγροτικής τιμής)
[2] Ο συγγραφέας λέει στο ίδιο διήγημα: «Όσοι αγαπούν τη δουλειά μου λένε ότι τα καταφέρνω αρκετά καλά στην ανατροπή που επέρχεται, σχεδόν πάντα, στο τέλος των ποιημάτων μου ή των ιστοριών μου. Σ’ αυτήν όμως εδώ την ιστορία, η μαστόρισσα της ανατροπής είναι η ίδια η ζωή».

Δευτέρα, Οκτωβρίου 14, 2019

Νόμος περί τέκνων, Ίαν Μακ Γιούαν


Ένα μυθιστόρημα που, με εγγύηση τον αγαπημένο και καταξιωμένο Άγγλο συγγραφέα, ανιχνεύει με λογοτεχνικό τρόπο ζητήματα φιλοσοφικής ηθικής: Τι αξίζει περισσότερο, η ανθρώπινη ζωή ή η πίστη; Η ζωή ή η αξιοπρέπεια του ατόμου; Κατά πόσο είναι ηθικό με την απόφασή σου να δώσεις ζωή σε κάποιον -αν όμως αυτό σημαίνει ότι χάνεται  η ζωή κάποιου άλλου  (ενώ η εναλλακτική είναι να πεθάνουν κι οι δυο); Επιστήμη ή πίστη; Μέχρι ποίου σημείου πρέπει να σέβεται ο πολίτης και κατ’ επέκταση ο νόμος  τις διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις του «Άλλου»; Ποιες συνθήκες καθιστούν κάποιον «ενήλικα», δηλαδή κύριο του εαυτού του; Τέλος, πόσο άτεγκτος συναισθηματικά πρέπει να είσαι για να εξασκήσεις το επάγγελμά σου, σε ποιο βαθμό δηλαδή δεν πρέπει να επιτρέπεις στο συναίσθημά σου να εισχωρεί στον επαγγελματικό στίβο;
Πόσο μάλλον όταν το επάγγελμα αυτό είναι δικαστής σε Ανώτατο Δικαστήριο, στο τμήμα Οικογενειακών Υποθέσεων. Γιατί η πρωταγωνίστριά μας, η Φιόνα Μέι είναι δικαστίνα, επομένως χειρίζεται στον ανώτατο βαθμό δύσκολες περιπτώσεις όπου βασικό εργαλείο της πρέπει να είναι, όχι βέβαια το συναίσθημα, αλλά ο Νόμος.
Και η Φιόνα Μέι είναι μια πανέξυπνη γυναίκα, υποδειγματική στη δουλειά της, αφοσιωμένη στο καθήκον, με κρίση, ευαισθησία και πολύ δυνατό λόγο (οι δικαστές συνάδελφοί της την επαινούσαν για την κοφτή και σταράτη της γλώσσα, για την εντυπωσιακή εξισορρόπηση ειρωνείας και ζεστασιάς, για τα σφιχτοδεμένα επιχειρήματα με τα οποία διευθετούσε μια αντιδικία). Ο συγγραφέας αφιερώνει πολλές σελίδες όπου παρατίθενται συνοπτικά οι δύσκολες περιπτώσεις που αναλαμβάνει η δικαστική λειτουργός, κι έτσι παρακολουθούμε στενά τις επαγγελματικές έγνοιες της, την αδιάκοπη εργασία, τα ηθικά διλήμματα αλλά και την πεζή της καθημερινότητα που προσφέρει ελάχιστες αποδράσεις. Αποκορύφωμα, η υπόθεση με τα σιαμαία νεογέννητα των οποίων η ζωή είναι επισφαλής εκτός αν πεθάνει το ένα απ’ τα δύο, μια υπόθεση που φαίνεται ότι πολύ την βασάνισε και την επηρέασε.
 Παράλληλα με τις δύσκολες και καταιγιστικές υποθέσεις (νομίζω ότι ο συγγραφέας υπερέβαλε σε νομικές λεπτομέρειες), παρακολουθούμε και την οικογενειακή της ζωή: σε πρώτο πλάνο η πίεση που της ασκεί ο σύζυγός της Τζακ, που νιώθει απηυδισμένος και παραγκωνισμένος απ’ αυτούς τους εντατικούς ρυθμούς, ζητά εξηγήσεις για το ότι έχουν πολλές βδομάδες να κάνουν σεξ και αφήνει να υπονοηθεί ότι αν δεν υπάρξει κάποια εξέλιξη, θα φύγει με μια νεότερη συνάδελφό του. Η Φιόνα αντιδρά σπασμωδικά, μη αφήνοντας περιθώριο συνεννόησης, οπότε επιλέγει ουσιαστικά τον δρόμο της μοναξιάς. Άλλωστε, δεν φαίνεται και πολύ προοδευτική η Φιόνα στο θέμα των οικογενειακών υποθέσεων όταν πρόκειται για διάλυση γάμου («Απλό κυνήγι της απόλαυσης. Ηθικό κιτς»). Το κεφάλαιο όμως αυτό δεν λήγει εδώ. Όσο εξελίσσεται η πλοκή του βιβλίου, ο Τζακ επιστρέφει μετανιωμένος και προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα, ενώ εκείνη παραμένει σταθερά με το συναίσθημα της προδοσίας. Αυτό που πρέπει να τονιστεί, είναι ότι ο συγγραφέας αποδίδει με πολύ αληθοφανή και γλαφυρό τρόπο τις σκηνές των έντονων διαλόγων, αλλά και τα σιωπηρά συναισθήματα των δυο χαρακτήρων που είναι κάθε άλλο παρά συνηθισμένοι.
Δεν κρύβω ότι ο χαρακτήρας της Φιόνας μου φάνηκε αντιπαθητικός, παρόλο που σκιαγραφείται με αληθοφάνεια και συνέπεια. Ίσως εκφράζει μια διαφορετική κουλτούρα από τη δική μας (όπου το συναίσθημα παίζει πιο κυρίαρχο ρόλο), ενώ η σκέψη της Φιόνα δεν αφιερώνει ούτε ένα πεντάλεπτο για να ακούσει πραγματικά και να αναστοχαστεί τη σχέση της με τον Τζακ. Πρόκειται για μια ώριμη κυρία που επέλεξε να μην κάνει οικογένεια, βλέποντας τις δεκαετίες να περνούν, για να μην αφήσει την επαγγελματική της καριέρα. Μόνη της απόδραση η μουσική, όπου κι εκεί είναι προσκολλημένη στην παρτιτούρα, σε αντίθεση με τον Τζακ που αγαπά την ελεύθερη τζαζ. Ακόμα, στη σύγκρουση αυτή, όπου επιφανειακά εκείνη είχε κάποιο δίκιο  -εφόσον ο Τζακ είχε ήδη μια «έτοιμη» εξωσυζυγική σχέση- η αδιαφορία της και η έλλειψη ανταπόκρισης στο κάλεσμά του μου φάνηκε ναρκισσιστική κι εγωιστική, με πινελιές «αυτοοικτιρμού»: Θλίψη και διογκούμενη αίσθηση αδικίας, ενώ ο πραγματικός θυμός καραδοκούσε. Μια εγκαταλειμμένη πενηνταεννιάχρονη γυναίκα, στη νηπιακή ηλικία των γηρατειών, που μόλις είχε μάθει να μπουσουλάει. Και αλλού: Η μουσική στο κεφάλι της είχε ξεθωριάσει, όμως τώρα την κατέκλυσε ένα άλλο παλιό θέμα: η αυτοκατάκριση. Ήταν εγωίστρια, δύστροπη, ψυχρά φιλόδοξη. Στοχοπροσηλωμένη, υποδυόμενη ότι η καριέρα της δεν ήταν στην ουσία αυτοϊκανοποίηση, αρνούμενη την ύπαρξη σε δύο ή τρία θερμά και ταλαντούχα πλάσματα. 
Παρόλ’ αυτά δέχομαι ότι είναι υπαρκτοί τέτοιοι χαρακτήρες κι η συμπεριφορά αυτή άλλωστε συνάδει με την άτεγκτη στάση της και στην πολύ σοβαρή υπόθεση που την απασχόλησε στη συνέχεια, και αποτελεί και το κεντρικό περιστατικό του μυθιστορήματος. Ο συγγραφέας ζωγράφισε έναν τέτοιο χαρακτήρα, ώστε να αναδειχθεί καλύτερα το μεγάλο ζήτημα με το οποίο καταπιάστηκε, και που όπως είπαμε πριν, άπτεται φιλοσοφικών δυσεπίλυτων ερωτημάτων.
Ο δεκαοκτάχρονος (παρά τρεις μήνες) Άνταμ είναι βαριά άρρωστος με καλπάζουσα λευχαιμία, όμως είναι Μάρτυρας του Ιεχωβά και αρνείται, εκείνος και οι δικοί του, να υποστεί μετάγγιση αίματος που θα του σώσει τη ζωή. Το νοσοκομείο που έχει αναλάβει τη θεραπεία ακολουθεί τη δικαστική οδό, κάνοντας αγωγή κατά των γονέων και επισημαίνοντας το πόσο επιτακτικό είναι για τη σωτηρία του Άνταμ να προβεί στη θεραπεία άμεσα. Η δικαστική διαδικασία  δίνεται με πολλές λεπτομέρειες από τον συγγραφέα, παρουσιάζονται εκτεταμένα όλοι οι εμπλεκόμενοι με το σκεπτικό τους, με αποτέλεσμα να παρακολουθεί ο αναγνώστης πολύ αναλυτικά τα υπέρ και τα κατά. Πρώτα πρώτα, βέβαια, το υπαρξιακό δίλημμα των γονέων που το δόγμα τους και η βαθιά τους πίστη έρχεται σε αντίθεση με τη βαθύτερη επιθυμία τους, να ζήσει το παιδί τους (-Και αν η άρνηση της μετάγγισης προκαλέσει τον θάνατό του; -Θα έχει κάνει το σωστό και το αληθινό, αυτό που ο θεός προστάζει/το να αναμειγνύεις το αίμα σου με το αίμα ενός ζώου ή ενός άλλου ανθρώπινου πλάσματος είναι ρύπανση, μόλυνση). Το πρόβλημα πίστη/αξιοπρέπεια ή ζωή είναι και νομικό, είναι και ηθικό.
Η οριακή ηλικία του Άνταμ (δεκαοχτώ χρονών παρά τρεις μήνες) μεταθέτει το πρόβλημα στο κατά πόσο είναι ο ίδιος υπεύθυνος στο να παίρνει αποφάσεις για τον εαυτό του. Η σκηνή του νοσοκομείου, όπου η Φιόνα επισκέπτεται τον Άνταμ για να διαπιστώσει την πνευματική του ωριμότητα είναι κατά τη γνώμη μου από τις πιο ωραίες του βιβλίου. Η προσέγγιση σ’ αυτήν την πολύ ιδιαίτερη συνάντηση ανάμεσα σε δυο πανέξυπνους ανθρώπους με υψηλό δείκτη ΚΑΙ συναισθηματικής ευφυΐας είναι αριστουργηματική. Η Φιόνα υπερβαίνει τον εαυτό της και βρίσκει έναν άμεσο και αβίαστο τρόπο να αγγίξει τις ευαίσθητες χορδές του καχύποπτου -αρχικά- νεαρού,  , ενώ ο «πνευματικά μικρομέγαλος» νεαρός ανοίγει τον εαυτό του με αυθορμητισμό, μην έχοντας τίποτα να χάσει (σιγά σιγά  -η Φιόνα- αντιλαμβανόταν ότι το βασικότερο χαρακτηριστικό του ήταν η αθωότητα, μια δροσερή και αψίθυμη αθωότητα, μια παιδική ευθύτητα που ενδεχομένως είχε κάποια σχέση με την κλειστή φύση της αίρεσης).
Η Φιόνα, με εξαιρετική σοφία, στρέφει το ενδιαφέρον της συζήτησης και σε περιφερειακά θέματα διακρίνοντας τη δημιουργική φύση του νεαρού(ποίηση, βιολί κ.α.), όμως δεν αποφεύγει, όταν σπάει πια ο πάγος, να θέσει και με ευθύ τρόπο τον Άνταμ μπροστά στην αλήθεια (χωρίς μετάγγιση μπορεί να πεθάνεις. Το καταλαβαίνεις αυτό). Του επισημαίνει ότι θα μπορούσε να ζει ανάπηρος, χωρίς ποιότητα ζωής (θα το σιχαινόμουν κάτι τέτοιο). Η ψυχική σύγκρουση ανάμεσα στη λαχτάρα της ζωής που είναι έκδηλη και στην επιταγή του κοινωνικού και θρησκευτικού περίγυρου είναι συγκλονιστική (-Γιατί δεν θέλεις να σου γίνει μετάγγιση αίματος; -Επειδή είναι λάθος. –Γιατί είναι λάθος; -Γιατί κάτι είναι λάθος; Επειδή το γνωρίζουμε. Τα βασανιστήρια, ο φόνος, το ψέμα, η κλοπή, ξέρουμε ότι είναι λάθος). 
Εξίσου παραστατικά με την πρώτη εκδίκαση παρακολουθούμε και την τελική ετυμηγορία που μας αιφνιδιάζει, γιατί ενώ η δικαστίνα παραδέχεται, ακόμα και μπροστά στον Άνταμ, ότι έχει πλήρη αντίληψη της κατάστασής του (αν και ποτέ κανείς δεν έχει πλήρη εικόνα των δεινών που τον περιμένουν σε μια εκφυλιστική ασθένεια), παρόλο λοιπόν που ως ενήλικος σχεδόν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί τη θεραπεία, δεν θα προάγει την ευημερία του το να υποστεί έναν βασανιστικό, μη αναγκαίο θάνατο κι έτσι να γίνει μάρτυρας της πίστης του. Η ευημερία του παιδιού λοιπόν προτάσσεται σαν ανώτερη αξία,  όπως προβλέπει το άρθρο 1(α), (Νόμος περί τέκνων), ή όπως εκφράζει η ίδια η Φιόνα στη μεγαλειώδη καταληκτική της φράση: Κατά την κρίση μου, η ζωή του είναι πολυτιμότερη από την αξιοπρέπειά του.
Η θεραπεία και ανάρρωση του Άνταμ φέρνει καινούριες εξελίξεις. Γιατί πρόκειται για έναν έφηβο ιδιαίτερα ευφυή, ευαίσθητο και γεμάτο λαχτάρα κι έρωτα για τη ζωή που παρά λίγο να στερηθεί. Και τα μοναδικά του βιώματα οδηγούν σε μοναδική αίσθηση αυτογνωσίας και συνειδητότητας (όταν είδα τους γονείς μου να κλαίνε και ταυτόχρονα να ξεφωνίζουν από χαρά, τα πάντα κατέρρευσαν. Όμως αυτό είναι το θέμα. Κατέρρευσαν για να φανερώσουν την αλήθεια. Ασφαλώς και δεν ήθελαν να πεθάνω! Με αγαπούν. Τότε ήταν που είδα την αντίδρασή τους σαν ένα φυσιολογικό ανθρώπινο πράγμα. Φυσιολογικό και καλό. Δεν είχε καμία σχέση με το θεό. Όλα αυτά ήταν ανοησίες. Σαν να είχε μπει ένας ενήλικος σε ένα δωμάτιο γεμάτο παιδιά, που το ένα βασάνιζε το άλλο, και να είπε: «Ελάτε, σταματήστε αυτές τις ανοησίες, είναι ώρα για τσάι!»)
 Έτσι, με τον αυθορμητισμό που κινεί τα πηγαία συναισθήματα, στέλνει επιστολές στη δικαστίνα, όπου ξεδιπλώνει σκέψεις, βιώματα και συναισθήματα σε ρυθμό καταιγίδας, ενώ η Φιόνα κουμπώνεται όλο και περισσότερο (δεν ήταν η ασθενική του όψη που επανερχόταν στο νου της, αλλά το πάθος του, η ευάλωτη αθωότητά του. Ακόμα και η λέξη «ανορεξία» στα χείλη του ηχούσε σαν σύντομη, αισιόδοξη εκδρομή). Η γνήσια πνευματική επικοινωνία γίνεται ανάγκη και εξάρτηση, ο Άνταμ επιδίδεται σ’ ένα περιπετειώδες κυνηγητό, ο ρομαντισμός και η ποίηση καταλήγουν σ΄ένα φευγαλέο φιλί (η αίσθηση της επιδερμίδας πάνω σε επιδερμίδα εξάλειψε κάθε δυνατότητα επιλογής. Αν υπήρχε μια πιθανότητα να τον φιλήσει αγνά στα χείλη, ήταν αυτή ακριβώς. Μια φευγαλέα επαφή, όμως κάτι παραπάνω από την ιδέα ενός φιλιού/διάστημα αρκετό για να αισθανθεί την απαλότητα των χειλιών του που κάλυπτε τη σφριγηλότητά τους, για να νιώσει όλα τα χρόνια, όλη τη ζωή που τη χώριζε από κείνον).
Πανικός, τρόμος για την αποκοτιά… Η αλήθεια «σκληρή και σκοτεινή σα χαλασμένος σπόρος» στοιχειώνει τη Φιόνα που κλείνεται ακόμα περισσότερο και δεν απαντά σε κανένα από τα απελπισμένα καλέσματα του Άνταμ. Μέσα στην απόγνωσή του επιστρέφει με τον τρόπο του στους κόλπους της θρησκείας που τον ανέθρεψε, ενώ στέλνει ποιήματα και γράμματα. Και η Φιόνα, ως συνήθως άτεγκτη κι επαγγελματική, προσπαθεί ζήσει «φυσιολογικά», να προχωρήσει τη σχέση με τον Τζακ, να ανταποκριθεί στη συναυλία μουσικής όπου παίζει πιάνο. Όμως τα γεγονότα σαν καταιγίδα την προλαβαίνουν και της δείχνουν μέσα σ’ έναν καθρέφτη τον αληθινό της εαυτό.
Πόσο ντρεπόταν τώρα για τους ουτιδανούς φόβους μήπως πληγεί η υπόληψή της. Η παράβασή της βρισκόταν πέρα απ’ το πεδίο οποιασδήποτε πειθαρχικής επιτροπής. Ο Άνταμ είχε έρθει αναζητώντας την κι εκείνη δεν του πρόσφερε τίποτα στη θέση της θρησκείας, καμία προστασία, παρόλο πουο νόμοςήταν σαφή, η υπέρτατη μέριμνά της έπρεπε να είναι η ευημερία του. (…) Μα πώς ήταν δυνατόν; Ο Άνταμ είχε σπεύσει να την αναζητήσει, προσδοκώντας εκείνο που όλοι προσδοκούν, 
εκείνο που μόνο οι ελευθερόφρονες και όχι οι υπεράνθρωποι μπορούν να δώσουν
Το νόημα.
Χριστίνα Παπαγγελή

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 30, 2019

Άνθρωπος στη σκιά, Νικόλας Σεβαστάκης


Τολμηρό το θέμα που επέλεξε ο συγγραφέας, όχι μόνο γιατί είναι απολύτως σύγχρονο (παρακολουθούμε τους ήρωες μέχρι το 2015), αλλά και άκρως «πολιτικό»:  ο «άνθρωπος στη σκιά» είναι ο άνθρωπος που κυκλοφορεί μεν ανάμεσά μας, μέσα στις πόλεις, ταγμένος από τα χρόνια της νιότης του στις ιδέες της ελευθερίας και της ισότητας, όμως στην κρίσιμη ηλικία που όλες οι ιδεολογίες υποτάσσονται στην εργασία, όταν δηλαδή μπαίνοντας στην παραγωγή η ανάγκη τον σπρώχνει να κάνει κάποιους συμβιβασμούς, εκείνος αποφασίζει να υπηρετήσει τις ιδέες του από το μετερίζι της τρομοκρατίας (με τη σύγχρονη σημασία: βία στη βία της εξουσίας).
Η προσφυγή στη βία της εξουσίας είναι αναγκαία; Σε ποιο βαθμό νομιμοποιείται η «επαναστατική» βία; ποιο είναι το όριο πέρα απ’ το οποίο γίνεται κατάχρηση; Κι όταν αυτού του είδους η αντίσταση απαιτεί προσωπικές θυσίες, μέχρι και την αυτοθυσία, πώς αποτιμάται αυτό ηθικά; Το να θυσιάζει κανείς τον εαυτό του για το συλλογικό «καλό», όπως το εννοεί πάντα ο καθένας, είναι ένα φαινόμενο στο οποίο σκοντάφτουμε στην εποχή μας (και όχι μόνο), ξεκινώντας από τους διαδηλωτές που αυτοπυρπολούνται μέχρι τους μάρτυρες του ISIS.
Έτσι, το μυθιστόρημα εισχωρεί βαθιά σ’ έναν προβληματισμό που φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα την πολιτική σκέψη τις τελευταίες δεκαετίες, όπως επισημαίνει και ο Χρήστος Βασματζίδης στο άρθρο του «Οικεία δεινά», όπου παρουσιάζει το βιβλίο[1]: «Για μία μορφή πολιτικού στοχασμού, η βία που στρέφεται κατά της κρατικής εξουσίας, όταν αυτή εκλαμβάνεται με τη βεμπεριανή αντίληψη άσκησής της, πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μία νομιμοποιημένη μορφή αντίστασης. Ο Χέρμπερτ Μαρκούζε στο «Τέλος της ουτοπίας», έγραφε ότι «πολλές φορές το συμφέρον της ανθρωπότητας είναι συνδεδεμένο με την προσφυγή στη βία», γιατί κάθε άλλη ειρηνική εναντίωση στους ήδη υπάρχοντες θεσμούς, όπως υποστήριζε ο Λοκ, είναι «αθώα τελετή που μας χαρίζει καλή συνείδηση...».  Δεδομένου ότι ο συγγραφέας είναι  καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ, γνωστός για το δοκιμιακό του έργο και τις μελέτες του πάνω σε σύγχρονα ζητήματα πολιτικής θεωρίας, έχουμε ένα μυθιστόρημα που εισχωρεί με γνώση, βάθος και τόλμη στην ανατομία ενός «οικείου κακού»…
Ο «άνθρωπος στη σκιά», ο Φάνης/Θεοφάνης, ή Αυγερινός, ή Μαύρος, τον Φεβρουάριο του 2015 βρίσκεται απαγχονισμένος σε μια πλαγιά του Υμηττού. Είναι φανερό ότι πρόκειται για αυτοκτονία και μ’ αυτήν τη σκηνή ξεκινά και το μυθιστόρημα, ενώ  πουθενά σ’ όλο το βιβλίο δεν ακούμε την εσωτερική φωνή του Φάνη. Ό, τι μαθαίνουμε γι αυτόν είναι από τις μαρτυρίες όσων τον γνωρίζουν: των φίλων του, των φιλενάδων, των συγγενών, των συνεργατών του, είτε σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, είτε στο γ΄ενικό του παντογνώστη αφηγητή (πιο σπάνιο). Έτσι, το βιβλίο όλο είναι δομημένο με βάση τον/την εκάστοτε αφηγητή/τρια, που μιλούν σαν να απολογούνται σε κάποιον που ερευνά την ιστορία (ομολογώ ότι αυτή η εναλλαγή  τόσο πολλών προσώπων, ήταν λίγο κουραστική για τον αναγνώστη), ενώ υπάρχουν φυσικά και πολλά φλας μπακ, που μας πηγαίνουν από το σήμερα στην εποχή του Πολυτεχνείου, αλλά και στη δεκαετία του ‘50.
Όλοι αυτοί οι «μάρτυρες» συνιστούν έναν πολυποίκιλο κόσμο, μια μικρογραφία της κοινωνίας, και μαθαίνουμε την ιστορία ενός ενός ξεχωριστά. Μέσα στην κοινωνία αυτή όμως ο Φάνης  ξεχωρίζει από μικρό παιδί για την ωριμότητά του, την τόλμη και την πολιτική του σκέψη: ο παιδικός φίλος Κώστας Μάντακας, που αγαπούσε το ποδόσφαιρο κι έγινε ταξιτζής, ο άλλος φίλος της παρέας Αντρέας Γαλιαθρής, ποιητής που νωρίς αρρώστησε από λευχαιμία, η καλοκάγαθη μάνα Θεοδώρα, ο πατέρας Σέργιος βασανισθείς στη Μακρόνησο που υπέγραψε δήλωση μετανοίας, η πρώτη ερωτική σύντροφος η Ζωή που σκοτώθηκε πολύ νέα σε τροχαίο, η φίλη της η Ξανθούλα με την κόρη της Ελίνα, η Κατερίνα ερωμένη, με κατάρτιση, πολιτική κρίση και ταλέντο στο… πιάνο, ο ξάδερφος Μπράλος ναυτικός, κ.α., όλοι μιλούν για τον Φάνη είτε με θαυμασμό είτε με απορία, γιατί ο Φάνης εξαφανίστηκε κάποια στιγμή απ’ το προσκήνιο (μεταφερόταν μακριά και δεν μπορούσε να χορτάσει με αυτό που μπορούσαμε να του προσφέρουμε εμείς). Οι φίλοι του τον ζηλεύουν ή τον θαυμάζουν (τον ζηλεύαμε. Από την τρίτη γυμνασίου μας τριγύριζε ο κρυφός πόνος εκείνων που τους αφήνουν πίσω οι εξελίξεις και νιώθουν την υπεροχή του άλλου/τραβούσε τα καθέκαστα σα μαγνήτης), τους καθοδηγεί με φυσικό τρόπο, τους επιβάλλεται, ενώ από ένα σημείο και μετά τραβάει τον δρόμο του χωρίς δισταγμούς και χωρίς να ρωτάει κανέναν. Γιατί τον κερδίζει ολοφάνερα η πολιτική σκέψη και δράση, και γρήγορα ξεφεύγει απ τον παιδικό κύκλο αθωότητας της Ζωής, του Κώστα, του Αντρέα. Επηρεάζεται κυρίως από τους ενεργά πολιτικοποιημένους, «παλαίμαχους αγωνιστές», τον θείο της Κατερίνας πενηντάχρονο Άρη Πάικο ή Γίρζι, μια φιγούρα αγωνιστή του εξωτερικού, για χρόνια πολιτικός πρόσφυγας στην Τσεχοσλοβακία (Ένα σου λέω Κώστα. Πολύ δυνατό μυαλό. Κοντεύει τα πενήντα και καταλαβαίνει τη γενιά μας καλύτερα από εμάς τους ίδιους), τον φίλο του συναγωνιστή Στέφανο Παπατζίμα ή «Κρύπτη» (παλιά τηλεγραφητής στον ΕΛΑΣ), την ακτιβίστρια-μαχήτρια- ακατάταχτη- πανέμορφη Ολλανδέζα Δάφνη Λεμέρις, ενώ μέσα στην ίδια παρέα εμφανίζεται κάποια στιγμή κι ο  «Πατρινός», που φαίνεται ότι γίνεται ο καθοδηγητής του μέχρι τέλους.
Οι ιδέες και οι δράσεις του Πάικου προσελκύουν και την Κατερίνα (στα πολιτικά ο θείος μου έγινε σταδιακά κάτι σαν πατέρας μου, αφού οι δικοί μου ήταν δυο φοβισμένοι ψηφοφόροι του γέρου Παπανδρέου). Γρήγορα όμως ο Φάνης αποκόπτεται ιδεολογικά, γίνεται επικριτικός και φαρμακερός απέναντι στον Άρη/Γίρζι και τον φίλο του Στέφανο (ο «μαθητής» έβγαινε μπροστά, βιαζόταν, κατανάλωνε  κι έφτυνε τις θεωρίες με ταχύτητα αστραπής, ετώντας στα σκουπίδια όσες απόψεις δεν τον ικανοποιούσαν). Για τον Φάνη, ο Πάικος «κουβαλάει όλη την ηττοπάθεια του ‘50». Δεν παύει να κριτικάρει έντονα κάθε σύντροφο και κάθε τάση της αριστεράς, καταφεύγει σε καταστροφολογίες, και φυσικά, χωρίζει με την Κατερίνα (κι όταν τον αγκάλιασα κι ένιωσα το σκληρό μεταλλικό μαραφέτι στην τσέπη του μπουφάν του, ούτε καν τότε σκέφτηκα να ζητήσω εξηγήσεις).
Μέσα από τις εξομολογήσεις όσων γνωρίζουν τον Φάνη, διαπιστώνει γρήγορα κι ο ίδιος ο αναγνώστης ότι το όνομα του ήρωά μας είναι μπλεγμένο με τη δολοφονία του Στάθη Μαζαράκη, συνταξιούχου δικηγόρου και αδερφού του πρώην εφέτη και συμβούλου στο Υπουργείο της χούντας, Μιχάλη Μαζαράκη, που έγινε το 1977. Ο «μικρός» όμως έκανε γκάφα, κατά λάθος σκότωσε τον αδερφό του υποψήφιου θύματος (θέλει επιδέξιο κώλο η παρανομία παιδιά μου!)

Η βαθιά ανατομία όμως ξεδιπλώνεται στο δεύτερο μέρος («Κληρονομιές και αποκληρώσεις»). Εδώ πρωταγωνιστούν οι «καθοδηγητές», ενώ τα κεφάλαια που αφορούν τον Στέφανο και τον Πατρινό είναι γραμμένα σε γ΄ ενικό, όχι σαν απευθείας μαρτυρίες (εσωτερική εστίαση, παρόλ’ αυτά). Έτσι, βλέπουμε την ψυχολογία του μετριοπαθέστερου Άρη, του θυμωμένου Στέφανου (ο Στέφανος ένιωθε πως τον είχαν προδώσει. Του τσάκιζαν τα νεύρα. Ναι, αυτοί οι ίδιοι πρώην συντρόφοι τον πετούσαν στα σκουπίδια με τη μανία τους να τους αποδοθούν τιμές απ’ αυτό το σάπιο κράτος/καμιά φορά, σαν φευγαλέα ανεπιθύμητη σκέψη, περνούσε απ’ το μυαλό του η ιδέα πως ο θυμός ήρθε και τον άρπαξε τη στιγμή που οι άλλοι της γενιάς του άρχιζαν να βάζουν τα καλά τους και κοκκίνιζαν από χαρά για τα τιμητικά λόγια που άκουγαν. Για τις θυσίες τους. Αυτό δεν τους το συγχωρούσε. Δεν συγχωρούσε τον ανυπόμονο καλπασμό κάποιων συντρόφων προς την κάλπικη ευτυχία, την ευζωία των ισοπεδωμένων ψυχών). Βλέπουμε τα κίνητρα των δύο διαφορετικών ηλικιών να συγκρούονται, και να αλληλοκατηγορούνται μετά την αποτυχία της επιχείρησης, για την ανεπάρκεια των επιχειρημάτων αλλά και των δυνάμεών τους. Οι αναφορές στην τρομοκρατία και στο μεταπολιτευτικό κλίμα  είναι περισσότερες και πιο απροκάλυπτες, ενώ  σιγά σιγά εξυφαίνεται το μυστήριο της αυτοχειρίας του Φάνη μετά από τόσα χρόνια, και εφόσον έχει ήδη ξεπεράσει την -ασυγχώρητη-  νεανική γκάφα να σκοτώσει άλλον άνθρωπο. Τι ήταν άραγε αυτό που τον έσπρωξε στην πράξη απελπισίας μετά από τόσα χρόνια; Το βιβλίο υποβάλλει κάποιες υποθέσεις, χωρίς να δίνει απάντηση (άλλωστε ποτέ στην αυτοκτονία δεν υπάρχει οριστική απάντηση στο «γιατί»).
Βλέπουμε ακόμα και τη Ρόζα, την κοπέλα που βρήκε τον νεκρό Φάνη που μπλέκεται στην εξιχνίαση του μυστηρίου, βλέπουμε και τους συγγενείς του δολοφονημένου Μαζαράκη, που ανασκαλεύουν τα κίνητρα του φόνου. Κυρίως όμως εμφανίζεται πάλι στο προσκήνιο ο «εγκέφαλος» που κίνησε τα νήματα, ο Πατρινός, που ξανασυναντιέται μετά τόσα χρόνια με τον Φάνη, σε ένα εκπληκτικό και μοιραίο διάλογο όπου εναλλάσσονται στο ρόλο θύτη και θύματος (άρχισαν να μιλούν για τη θλίψη και τον ζόφο των ημερών/οι δυο φωνές γίνονταν ένα σφιχτοπλεγμένο χαλί που κάποιος τρίτος θα μπορούσε να το μπερδέψει με προσευχή ή με τη ρομαντική εξομολόγηση δυο ερωτευμένων ψυχών και το βραδινό αγκάλιασμα δυο πρώην αντιπάλων που με τις αμοιβαίες εκμυστηρεύσεις τους λύνουν μια παλιά παρεξήγηση).

Ο συγγραφέας προχωρά βαθιά στην ψυχολογία όλων των ηρώων, πρωταγωνιστών και μη, δίνοντας όχι μόνο ένα μωσαϊκό ιδεών αλλά ανθρώπινων χαρακτήρων και νοοτροπιών. Κυρίως όμως ζωντανεύει (χωρίς να τοποθετείται ηθικά) ηψυχολογία του ανθρώπου που καταφεύγει στη βία, δίνοντας συναισθηματική και ανθρώπινη διάσταση στα αδιέξοδα όπου οδηγεί η «ιδεολογική καθαρότητα» των ανθρώπων που νιώθουν ότι είναι ταγμένοι να υπηρετούν μια ιδέα.
Ο «άνθρωπος στη σκιά» δεν είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Δεν παντρεύτηκε, δεν προβλήθηκε, δεν ωφελήθηκε απ΄το σύστημα, κι όλοι έλεγαν ότι ήταν ένας έντιμος συνδικαλιστής, όχι απ’ τους διεφθαρμένους (τη σόκαρα όταν της είπα ότι μακάρι να ήταν διεφθαρμένος). Κι όπως έλεγε και η ανιψιά του δολοφονημένου Μαζαράκη,
Εγώ, κοπέλα μου, έχασα τον θείο μου από κάποιον που πίστευε πως σκότωνε τη διαφθορά αυτοπροσώπως! Κατάλαβες γιατί μπορώ να πω μακάρι να ήταν απ’ τους συνηθισμένους απατεώνες της χώρας μας; Γιατί θα ήταν σαν κι εμάς,-απλώς άνθρωπος (ή ένας απλός άνθρωπος).
Χριστίνα Παπαγγελή

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 23, 2019

Αναψηλάφηση, Βασίλη Γκουρογιάννη


Πολλά βιβλία έχουν γραφτεί για τη χούντα[1], διηγήματα-νουβέλες-μυθιστορήματα ή και αυτούσιες μαρτυρίες, αλλά ο Βασίλης Γκουρογιάννης -όπως και στο «Κόκκινο στην πράσινη γραμμή», που αναφέρεται στο κυπριακό-, προσεγγίζει το θέμα από μια πολύ ιδιαίτερη σκοπιά. Στην «Αναψηλάφηση», χωρίς να προδίδει καθόλου το ιστορικό πλαίσιο, αξιοποιεί το υλικό του όχι για να κάνει ιστορικό μυθιστόρημα ή να παραθέσει συγκλονιστικά - έτσι κι αλλιώς- βιώματα, αλλά εστιάζει στη σχέση βασανισμένου και βασανιστή, δείχνοντας δηλαδή με γλαφυρότητα, ρεαλισμό, χιούμορ και αναστοχαστική διάθεση την βιοπολιτική εξουσία που χαρακτηρίζει τη χούντα, όπως κι όλα τα δικτατορικά καθεστώτα. Παράλληλα, θίγει το θέμα της αυτοεξορίας και του «σοκ» του επαναπατρισμού, που γίνεται αφορμή για την ψυχική «αναψηλάφηση»[2] (να επισημάνω εδώ, μέσα σε παρένθεση, ότι ο τίτλος του έργου είναι πολύ εύστοχος, γιατί σηματοδοτεί αφενός τον πολιτικό χαρακτήρα όλου του βιβλίου, αφετέρου την ανάγκη του ήρωα να αναδιευθετήσει τα γεγονότα μέσα στη συνείδησή του).
Αυτός είναι ο νοηματικός πυρήνας, και η βασική σύλληψη της υπόθεσης με την οποία προσεγγίζεται είναι σχετικά απλή: ο πρωταγωνιστής  συλλαμβάνεται μεν ως αντιστασιακός μαζί με τους συμφοιτητές/τριες και συναγωνιστές/τριές του και βασανίζεται με σκληρή φάλαγγα στη Μπουμπουλίνας, αλλά αμέσως μετά την ανάρρωσή του στο στρατιωτικό νοσοκομείο, τοποθετείται στην ΕΑΤ/ΕΣΑ για να κάνει τη θητεία του (όταν η χούντα μάς διέκοψε την αναβολή σπουδών, εσένα σε έστειλαν στην ΕΣΑ, κάποιο σατανικό μυαλό το σκέφτηκε για να σε κάψει, άλλους αλλού, τέσσερις μας έκαναν ημιονηγούς κλπ )!  Κάτω δε από μυστηριώδεις συνθήκες (που ο ίδιος δε θυμάται) αχρηστεύεται το δεξιό του χέρι. Έτσι, είναι και ήρωας και αντι-ήρωας, δεδομένου ότι αμέσως μετά την αποστράτευσή του φεύγει για την Ισπανία, χωρίς να δώσει σημεία ζωής ούτε στην οικογένειά του ούτε να καταθέσει στις δίκες των χουντικών  (αν και υπήρξε ολοφάνερα θύμα βασανισμού) ρίχνοντας μαύρη πέτρα πίσω του, για να γυρίσει μισόν αιώνα μετά, σε μια «άλλη χώρα», που τον ξενίζει και τον απογοητεύει. Από αυτό το χρονικό σημείο ξεκινά και η αφήγηση.
Μαθαίνουμε λοιπόν εξαρχής ότι ο απόδημος πρωταγωνιστής  μας, που έχει σπουδάσει νεοελληνική φιλολογία, είναι διακεκριμένος ομηριστής  και ιδιαίτερα ευαίσθητος στα γλωσσικά θέματα (η γλώσσα έχει αρχίσει ήδη να εκπορνεύεται), επιστρέφει στον τόπο του… εγκλήματος, στο κτίριο δηλαδή της οδού Μεσολογγίου, όπου τον είχε συλλάβει «τότε» η στρατιωτική αστυνομία με όλη την αντιστασιακή, φοιτητική του ομάδα («Ελεύθεροι αγωνιστές»).  Σύντροφός του στην επανασύνδεση αυτή ο φίλος Περικλής Πετρογιάννης, που τον προσγειώνει ανελέητα, ενώ το κτίριο είναι τώρα οδοντιατρείο ενός άλλου συντρόφου από την πάλαι ποτέ αντιστασιακή περίοδο.
Στην οδό Μεσολογγίου λοιπόν, στο Περιστέρι, έγινε τότε η σύλληψη, και κει ακούστηκαν  και οι  δυο «μοιραίες» φράσεις του ήρωα, αυτές που τον ξεχώρισαν απ’ όλους τους υπόλοιπους κι έριξαν τους φακούς της ανάκρισης πάνω του. Ποιος ήταν αυτό που τόλμησε, στις σπαραξικάρδιες παρατηρήσεις του «διαβασμένου, φιλόσοφου, πολιτειολόγου» συνταγματάρχη της ΕΑΤ ΕΣΑ, Θεόφιλου Ζήση, που δεν έχανε ευκαιρία, με ραγισμένη απ τη συγκίνηση φωνή, να κάνει κήρυγμα πατριδολατρείας -διανθισμένο συνήθως με σεξουαλικά υπονοούμενα («Είστε ακαδημαϊκοί πολίτες και οφείλετε να συναισθάνεστε  τι εστί Μεσολόγγι  (…) Ξέρετε πόσο αίμα χύθηκε για να γίνει το Μεσολόγγι πινακίδα;), ποιος λοιπόν τόλμησε να αντιτάξει με σεμνή και σταθερή φωνή: «Και μεις είμαστε απόψε ελεύθεροι πολιορκημένοι σαν τους Μεσολογγίτες»; (η φωνή ήταν αντρική και το ηχόχρωμα δεν είχε μέσα του κάτι το ηρωικό και προκλητικό, αλλά το χρώμα μιας κάποιας φωνής όταν κάνει ανακοινώσεις ρουτίνας).
Η σαστιμάρα που ακολούθησε έβγαλε στο φως των εισβολέων τον πρωταγωνιστή μας, τον τότε φοιτητή φιλολογίας με καταγωγή από τα Γιάννενα, και αποτέλεσε βέβαια τροφή για τον φιλόσοφο-καραβανά Θεόφιλο Ζήση. Ο διάλογος διατήρησε αυτήν την απίστευτη αντίθεση συγκινησιακού λόγου επιθετικότητας και νηφάλιου λόγου αμυντικότητας, μέχρι που έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία η δεύτερη απίστευτη φράση: «Να πείτε στον κύριο ταξίαρχο[3] ότι χωρίς να το θέλω, κάνω εμετό όταν ακούω το όνομά του», φράση που καθόρισε όλη την μετέπειτα πορεία και ταλαιπωρία του ήρωα. Γιατί, μην ξεχνάμε ότι  σύμφωνα με μαρτυρίες από τις στρατιωτικές δίκες, το δόγμα της ΕΣΑ ήταν "ή φίλος ή σακάτης βγαίνει όποιος έρχεται εδώ μέσα".
Όπως ακριβώς στο «Αστείο» του Κούντερα  το μοιραίο σημείωμα-αστείο καθόρισε όλη τη ζωή του πρωταγωνιστή, έτσι και δω οι ντόμπρες μέχρι αφέλειας απαντήσεις του ανώνυμου (μέχρι το τέλος του βιβλίου) Γιαννιώτη αντιστασιακού φοιτητή, τον ξεχώρισαν απ’ το «κοπάδι» (μάλιστα τον θεώρησαν και «αρχηγό»), τον ακολούθησαν σαν σημάδι σε όλη του τη διαδρομή από τους χώρους βασανισμού μέχρι το στρατιωτικό νοσοκομείο όπου έχαιρε άκρας φροντίδας. Θα κάνει τη θητεία του  στην ΕΑΤ/ΕΣΑ (εκεί θα γνωρίσει και ως θαλαμοφύλακας τον Παναγούλη), θα φτάσει μάλιστα ως και στο Πεντάγωνο, στη θέση του γραφέα του ταξίαρχου Ιωαννίδη, όπου τοποθετήθηκε προφανώς λόγω της επίμαχης φράσης, προκαλώντας όλων την έκπληξη. Τότε ήταν όμως που παρέλυσε μυστηριωδώς το χέρι του, κι έτσι απέφυγε τις μοιραίες επιπτώσεις της απόφασής του να ρίξει στον ταξίαρχο… ποντικοφάρμακο.
Κινούμαστε λοιπόν σε δύο κυρίως χρονικά επίπεδα, στο «τότε», δηλαδή στους πρώτους μήνες της χούντας, και στο «σήμερα», δηλαδή στο 2017 (υπάρχει κι ένα κεφάλαιο που επιγράφεται «Γράμμος, η πικρή ρίζα», μια υπόμνηση της διχασμένης ελληνικής κοινωνίας μετά τον εμφύλιο, όπου αποκαλύπτεται και η διχασμένη καταγωγή του πρωταγωνιστή: ο πατέρας στον ΕΔΕΣ, η μάνα αριστερή με αδερφό που σκοτώθηκε ως αντάρτης στα βουνά). Ο παντογνώστης αφηγητής παρακολουθεί κατά πόδας τον ανώνυμο ήρωα, ενώ η εστίαση θα λέγαμε ότι παρόλ' αυτά είναι εσωτερική, γιατί μαθαίνουμε και μεις οι αναγνώστες ακριβώς αυτά που εκείνος αισθάνεται και σκέφτεται. Ταυτόχρονα όμως μεταφερόμαστε στην εποχή αυτή με όλο το κιτς και την καραβανοφιλοσοφία της χούντας, που εκπροσωπείται από τον μορφωμένο -σχετικά-  Ζήση (κράμα Θεοφιλογιαννάκου και Χατζηζήση), που έχει ψώνιο με τον Ηράκλειτο αλλά διανθίζει και το χειμαρρώδες κήρυγμά του με άπειρα σεξουαλικά υπονοούμενα -κι αυτός γνώριμο στοιχείο  στον μηχανισμό της βιοπολιτικής εξουσίας. Ο λόγος του Ζήση γίνεται μέχρι και... απολαυστικός (αν δεν είχαν την κόπωση της ταλαιπωρίας, την αγωνία του αγνώστου, την αγωνία της αγωνίας των δικών τους ανθρώπων που δεν ήξεραν πού βρίσκονται, θα μπορούσαν και να διασκεδάσουν με όλη αυτήν τη προφορική, άμεση λογοτεχνικότητα με την οποία ανέπτυσσαν οι ασφαλίτες τα θέματά τους, καλύτερα κι απ΄τον Ζαν Ζενέ, καλύτερα κι από τον Μίλεςρ, καλύτερα κι απ’ τον μαρκήσιο Ντε Σαντ).
 Είναι πράγματι σπαραξικάρδιες οι σκηνές αλλά και αφοπλιστική και η αφέλεια των ηρώων (τίποτα δεν εξελίχθηκε ατό το βράδυ όπως τα είχαν φανταστεί, ούτε οι ΕΣΑτζήδες περίμεναν ότι θα συλλάβουν κότες σε κοτέτσι κομμουνιστές χωρίς ένα μπαμ, ούτε οι κομμουνιστές ότι θα συλληφθούν από τους φασίστες κατ’ αυτόν τον άδοξο τρόπο και θα τελειώσει δια παντός η επαναστατική πορεία που ονειρεύτηκαν). Οι γλαφυρές περιγραφές, οι συναισθηματικές διακυμάνσεις και των μεν και των δε, και οι κωμικοτραγικές λεπτομέρειες της σκηνής στη γιάφκα (π.χ. ο ρόλος του ραδιοφώνου, η αντιπαλότητα μεταξύ ασφαλιτών της αστυνομίας και ΕΣΑτζήδων), κυρίως όμως τα χαρισματικά διεστραμμένα λόγια του Ζήση, μεταφέρουν στον αναγνώστη όχι μόνο κάποια αληθοφανή γεγονότα, αλλά εισχωρούν ανατομικά στον μηχανισμό της βιοεξουσίας. Δηλαδή της εξουσίας που δεν επιβάλλεται μόνο με τη βία αλλά διεισδύει βαθιά στο σώμα και στην ψυχή των ανθρώπων (δεν χτυπούσαν τον ίδιο, χτυπούσαν την κοινή λογική μέσω του δικού τους σώματος. Και γίνεται αυτό με ύφος εσωτερικό, ρεαλιστικό και ανάλαφρο.
Ο μετέπειτα (από τους Ισπανούς συναδέλφους του) επονομαζόμενος Θερβάντες, όμως, φαίνεται απόρθητος από την πολιορκία των βασανιστηρίων, οπλισμένος μάλλον από κάποια αφέλεια (π.χ. φοβόταν ότι στην έρευνα του σπιτιού του θα ανακαλύψουν ένα άσεμνο περιοδικό που δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει στην… αδερφή του!). Αντέχει την φάλαγγα κλίνοντας το ρήμα «ειμί» (φρόντιζε να νανουρίζεται με αυτό το νοερό, μονότονο μπεγλέρι μέχρι να έρθει η ευλογημένη στιγμή της λιποθυμίας), κι η έγνοια του είναι να μη φανεί δειλός, να περάσει με αξιοπρέπεια ό, τι περνάνε όλοι (αν περνούσε καλά αυτό θα τον τρέλαινε περισσότερο). Κάποια στιγμή όμως συνειδητοποιεί ότι ούτε η προστασία του σώματος ούτε της ανθρώπινης αξιοπρέπειας έχουν τόση σημασία όση η αγωνία για την τύχη της κοινής λογικής: Βεβαιώθηκε ότι σκοπός τους είναι η συντριβή της κοινής λογικής. Αν αυτή καταρρεύσει, είναι σα να πέφτει μια βαριά στέγη σπιτιού και ό, τι υπάρχει μέσα σε αυτό σε καταπλακώνει και το διαλύει/είχε πίσω του μια μηχανή βασανισμού ή φροντίδας που ούτε να της ζητήσει κάτι μπορούσε, ούτε να της διαμαρτυρηθεί, ή να της υπερηφανευτεί για την ανδρεία του – τι να πει στη μπουλντόζα, εσύ με πατάς αλλά εγώ σου αντιστέκομαι γενναία! Ήταν μάταιο να αγωνιστεί.

Ο μετέπειτα Θερβάντες βγαίνει «ήρωας αλλά νικημένος» από την περίοδο αυτή και όσο περνούν τα χρόνια το καταλαβαίνει περισσότερο. Άλλωστε, γενικότερα λιποτάκτησε από την ιστορία, αρνούμενος να έρθει, όχι μόνο στις δίκες της χούντας, όπου θα μπορούσε να στηρίξει την αντιδικτατορική του δράση και να στηρίξει την οικογένεια, αλλά ούτε και στις κηδείες των γονιών του (δεν ήξερε πώς μπορούν να συμπεριφερθούν οι συγκεκριμένοι νεκροί, διότι ακόμη ήταν άταφοι μέσα του). Και ιδιαίτερα τις μέρες που βρίσκεται ξανά στην Αθήνα, 50 χρόνια μετά, δε νιώθει καθόλου ήρωας (κάποτε έγινε κάτι άλλο, τότε που έγινε πίθηκος για να γλυτώσει). Δυσκολεύεται να προσαρμοστεί γλωσσικά ακόμα και στην προφορά (-Πες μαλάκας. -Μαλάχαθ), ενώ η νεοελληνική παιδεία του τον ωθεί σ’ ένα γλωσσαμυντορισμό κάπως παρωχημένο αλλά δικαιολογημένο από την απουσία τόσων χρόνων, κι από τις σπουδές του (έχουμε σε εκτεταμένο βαθμό αρκετές γνώριμες απόψεις ότι η «γλώσσα καταστρέφεται", με διάφορων ειδών συλλογισμούς και καθημερινά παραδείγματα). Όμως εντέλει, όπως ο ίδιος επισημαίνει και μάλιστα γραπτώς, δεν υπάρχουν χυδαίες λέξεις αλλά χυδαίοι άνθρωποι∙ οι χυδαίοι άνθρωποι, όποιες λέξεις και να χρησιμοποιήσουν, ακόμα και τις πιο ιερές, αυτομάτως τις εκχυδαΐζουν.
Πέρα όμως από τη «γλωσσική φτώχεια» που διαπιστώνει, βρίσκει μια Ελλάδα εξαθλιωμένη απ’ τα μνημόνια: έχει ερωτικό μίσος για την Ελλάδα, αλλά όσο μπορεί το προφυλάσσει να παραμένει αγανάκτηση και μίσος, να μην του ξεφύγει και γίνει σιχασιά. Η σιχασιά δε μαζεύεται, είναι τελειωμένη υπόθεση, δεν έχει επιστροφή, ενώ το μίσος και η αγανάκτηση κάποιες φορές ενδέχεται να μεταλλαχθούν και να γίνουν συμπάθεια ή και κάτι πολύ περισσότερο. Ο πάλαι ποτέ σύντροφος στην αντίσταση και τώρα βολεμένος οδοντίατρος τον προσγειώνει ανώμαλα στο σήμερα, όπου πίσω απ’ τις «επαναστατικές προσωπίδες» οι περισσότεροι κατάντησαν «καρναβάλια και κοτούλες», αυτοί που σκότωναν τους εχθρούς του λαού σκοτώνονται τώρα μεταξύ τους (και για τούτα τα νέα επαναστατημένα παιδιά, τι να πεις; (…) εμάς μας ξέσκισαν οι φασίστες για να έχουν αυτά τα μαλακισμένα πανεπιστημιακό άσυλο και να χτίζουν τους πρυτάνεις στα γραφεία κλπ κλπ). Όμως ο γιατρός τού αποκαλύπτει και τι έγινε «εκείνο το βράδυ στης Μπουμπουλίνας», από το οποίο ο ήρωάς μα δεν θυμάται πολλά πράγματα ( του λέει μάλιστα "εκεί θα σε κατατάσσαμε και σένα αν δεν βλέπαμε με τα μάτια μας τι έπαθες").
Η «αναψηλάφηση» λοιπόν (τίτλος και ομώνυμου κεφαλαίου- κάθαρσης) είναι απαραίτητη διαδικασία για να αποτιμήσει και να βάλει σε κάποια θέση όλες αυτές τις  -ψυχικές- κυρίως εκκρεμότητες. Στις τελευταίες 150 περίπου σελίδες, ο «έντρομος σημερινός Έλληνας» (όπως υπογράφει ο ίδιος την επιστολή προς τον διευθυντή του στην Ισπανία) κλείνει σιγά σιγά όλα τα κεφάλαια που είχε αφήσει «ανοιχτά» πίσω (φωτογραφίες, σχέση με γονείς, σχέσεις με ΚΚΕ, με παλιό σπίτι, αδερφή, βαλίτσα με προσωπικά αντικείμενα κλπ).
 Μέσα στη γενικότερη σύγχυση όμως, θεωρώ ότι σημαντικότερο θέμα που θίγεται είναι η σχέση βασανιστή-με-βασανισμένο, μια σχέση πολλές φορές  διολισθαίνει (βλ. σύνδρομο της Στοκχόλμης)[4]. Δεν έχουμε βέβαια εδώ αισθήματα συμπάθειας του βασανιζόμενου προς τον βασανιστή, αλλά μάλλον το αντίθετο, μια εμπάθεια που φτάνει στα όρια της αδυναμίας, που εκδηλώνεται από τον Ζήση προς τον ήρωά μας. Τον ξανασυναντάει λοιπόν, «τυχαία», σ’ αυτήν την σύντομη διαμονή του στην Αθήνα μετά 50 χρόνια, γέρο αδύναμο, κουρελή  και αγνώριστο, τον αναγνωρίζει όμως με αλάθητο κριτήριο, και του γίνεται έμμονη η ιδέα της κάθαρσης (το σώμα δεν κάνει τα μοιραία λάθη του μυαλού. Ήξερε την οσμή του, εφόσον παρά τη θέλησή του τον συναναστράφηκε κάποιο διάστημα, σε σχέση αξιωματικού με στρατιώτη, φιλόλογου με αυτοδίδακτο φιλόσοφο). Αναγνωρίζει άλλωστε και τον πάντα παραληρηματικό του λόγο, όταν  πυροδοτήθηκε πάλι η κουβέντα για την Ελλάδα και τη μοίρα της (εδώ εξερράγη βόθρος, ένας τεράστιος βόθρος η Ελλάς, πενήντα χρόνια μαζεύει σκατό χωρίς βιολογικό καθαρισμό και ήρθε και έσκασε, επόμενο).
Χρόνια μετά τη δικτατορία της Ελλάδας και της Ισπανίας, βασανισμένοι και βασανιστές συμμετείχαν σε μια κοινή συνέντευξη, στο πλαίσιο μιας έρευνας της ισπανικής εφημερίδας ότι πολλοί διαβόητοι βασανιστές αλλά και βασανισμένοι κατέφυγαν στην Ισπανία (το ζωολογικό παράδοξο πώς αρνιά και λύκοι ζητούν ασφαλές καταφύγιο στο ίδιο μαντρί). Όλοι δήλωναν βασανισμένοι! Χωρίς συναίσθηση του κακού που προξένησαν(και να τους βασάνιζε κανείς, και να εκτελούσε αιμοβόρα σαρκοφάγα, αυτά πεθαίνοντας θα αναρωτιόνταν, μα τι έχουμε κάνει και μας σκοτώνουν; )
Θολωμένος  ο ήρωας από την επανεμφάνιση του τρελαμένου πια βασανιστή στη ζωή του, θολωμένος κι απ την ανισότητα στον πόνο και στη μεταχείριση, απ’ τη μνήμη που άλλα τα σβήνει κι άλλα τα ισοπεδώνει,  προχωρά στη δική του προσωπική, ιδιωτική και μάταιη κάθαρση, με τα δικά του μέσα, νιώθοντας
εδώ παρών, μια ασήμαντη ψηφίδα που συγκροτεί το ψηφιδωτό του βασανιστή και του βασανισμένου Κανένα μαζί με τις αμέτρητες άλλες ψηφίδες εχθρών, φίλων, συντρόφων, συγγενών, γονέων.
 Μέσα σε αυτούς και η δική του μορφή, 
όλοι μαζί σε μια φωτογραφία selfie.
Χριστίνα Παπαγγελή



[1] Περικλή Κοροβέση "Ανθρωποφύλακες", Άρη Φιορέτου "Μαίρη", Πέπη Ρηγοπούλου "Θάλαμος ανανήψεως"κ.α.
[2] Ο όρος είναι δικανικός που αφορά συνήθως τις πολιτικές δίκες και σημαίνει «η εκ νέου εξέταση μιας δικαστικής υπόθεσης που είχε θεωρηθεί ότι είχε τελεσιδικήσει» https://xkarampagias.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=2346:2017-11-08-15-36-50&catid=65:2013-01-23-11-51-20&Itemid=209
[3] Τον Δημ. Ιωαννίδη
[4] Το σύνδρομο της Στοκχόλμης είναι ένα ψυχολογικό φαινόμενο κατά το οποίο όμηροι εκφράζουν συμπάθεια και συμπόνοια και έχουν θετικά συναισθήματα προς τους απαγωγείς τους, μερικές φορές σε σημείο που να υπερασπίζονται και ταυτίζονται με τους απαγωγείς. Αυτά τα συναισθήματα γενικά θεωρούνται παράλογα υπό το πρίσμα του κινδύνου ή ρίσκου που υπέστησαν τα θύματα, τα οποία θεωρούν ουσιαστικά, την έλλειψη κακοποίησης από τους απαγωγείς ως μια πράξη καλοσύνης.Το Σύστημα Βάσεων Δεδομένων Ομήρων του FBI δείχνει ότι περίπου 8 τοις εκατό των θυμάτων παρουσιάζουν ενδείξεις συνδρόμου της Στοκχόλμης.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 18, 2019

Το χρέος που ξεπληρώθηκε αργά, Στέφαν Τσβάιχ


Πολύ απολαυστικό, συναρπαστικό και με ρέοντα λόγο, το γράψιμο του Τσβάιχ -ιδιαίτερα αν έχεις προηγουμένως εντρυφήσει στον… Κορτάσαρ. Κλασικός και διεισδυτικός όπως πάντα, εφόσον το βασικό του αντικείμενο είναι η ανθρώπινη ψυχή  με όλες της τις αδυναμίες και τα πάθη, ο συγγραφέας δεν χαρακτηρίζεται μόνο απ’ την εντυπωσιακά περίτεχνη πλοκή, αλλά ψυχογραφεί με ρεαλισμό κι ευαισθησία λεπτές αποχρώσεις του ψυχισμού των ηρώων του, ακόμα κι όταν ο ήρωας αυτός είναι… σκύλος.
Πρόκειται για πέντε εκτεταμένα διηγήματα/νουβέλες που αναδημοσιεύτηκαν πρόσφατα από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο». Από την πρώτη παράγραφο το ενδιαφέρον του αναγνώστη εγείρεται, όχι μόνο από την πρωτοτυπία της αφηγούμενης «συνθήκης» αλλά από τα συναισθήματα που υπονοούνται.
Όλα τα διηγήματα, όπως άλλωστε απαιτούσε η εποχή που γράφτηκαν, έχουν πλοκή, με αρχή μέση και τέλος, δηλαδή δεν αποτελούν «στιγμιότυπα» όπως είθισται στα νεότερα χρόνια, αλλά έχουν εξέλιξη, ωρίμανση, αλλιώς «δέση-λύση/κάθαρση».

Το χρέος που ξεπληρώθηκε αργά
Το ομώνυμο του βιβλίου διήγημα είναι μια επιστολή «εποχής» (ποιος γράφει τώρα τόσο εκτενή γράμματα;) της ενήλικης Μάργκαρετ στην παιδική φίλη της Έλεν για να της εκμυστηρευτεί, όπως παλιά, το περιστατικό συνάντησής της με τον ήρωα των παιδικών τους χρόνων.
Εισχωρούμε σε μια από αυτές τις κοριτσίστικες, αθώες και ανεπανάληπτες φιλίες, όπου τα 15χρονα κορίτσια ανοίγουν διάπλατα την καρδιά τους η μια στην άλλη, εμπιστεύονται κάθε είδους τρέλα και μυστικό, ορκίζονται εχεμύθεια, ερωτεύονται τον ίδιο άντρα, συνωμοτούν, ονειροπολούν κι ενθουσιάζονται ή απογοητεύονται κοινωνώντας από το ίδιο ποτήρι της συγκινησιακής μέθης (νομίζω πως ο έρωτάς μας πήρε τόσο υπερβολικές και παράλογες διαστάσεις ακριβώς επειδή ορκιστήκαμε, οι ανόητες, να τον αγαπούμε και οι δυο. Αυτό προϋπέθετε ότι η μία ήθελε να ξεπεράσει την άλλη σε ερωτική έξαψη, ότι μέρα τη μέρα ωθούσαμε η μία την άλλη όλο και πιο μακριά και επινοούσαμε διαρκώς καινούρια στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι δεν υπήρχε ούτε στιγμή που να ξεχνάμε αυτόν τον θεό των ονείρων μας).
Η αφήγηση της επιστολογράφου είναι περιγραφικότατη, ακριβής και γλαφυρή καθώς κάνει σύντομα ένα φλας μπακ στο παρελθόν, και στη συνέχεια εκμυστηρεύεται όλα με τη σειρά τα συναισθήματα καθώς ξανασυναντά το κοινό τους ίνδαλμα, τον ηθοποιό και πρωταγωνιστή του δημοτικού θεάτρου της πόλης τους,  που τις είχε κατασαγηνεύσει και τους είχε προκαλέσει πληθώρα συναισθηματικών εξάρσεων και συγκρούσεων.
Μόνο που στο σκληρό παρόν, ο άνθρωπος αυτός είναι αγνώριστος. Ένα από τα αγαπημένα θέματα του Τσβάιχ ξεδιπλώνεται εδώ, η εξαθλίωση και η παρακμή του ανθρώπου καθώς γερνά και δέχεται τα χτυπήματα από τη μοίρα, από την κοινωνία, από την αρρώστια και τα γηρατειά (αυτός ο ξεπεσμένος, μεθυσμένος μισο-παράλυτος γέρος απ’ το πτωχοκομείο δεν μπορούσε να είναι κανένας άλλος από τον θεό των νεανικών μας χρόνων, τον κύριο των ονείρων μας).
Η Μάργκαρετ συγκλονίζεται παρακολουθώντας αυτήν την κατάρρευση που αντανακλά στα περιφρονητικά σχόλια και στην αδιαφορία των θαμώνων της μπιραρίας όπου κατέφυγε το ανθρώπινο ράκος, και βέβαια  ομολογεί: «Δεν μπορούσα να τον βοηθήσω πραγματικά, το ήξερα. Δεν μπορούσα να τον ξανακάνω νέο, αυτόν τον καταρρακωμένο, κουρασμένο άντρα. Μπορούσα όμως να τον προστατεύσω, ίσως, από τον πόνο αυτής της περιφρόνησης».
    Αυτός ήταν;
   «Προσωπικά είμαι σχεδόν βέβαιος ότι εκείνος ήταν ο δολοφόνος, μου λείπει όμως η τελευταία, η αδιάσειστη απόδειξη». Αυτή είναι η πρώτη φράση του διηγήματος, που απευθύνει η αφηγήτρια στον σύζυγό της, ένα δείγμα γραφής που ξεσηκώνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη να διαβάσει παρακάτω. Υπάρχει λοιπόν έγκλημα, προφανώς ανεξιχνίαστο, και κάποια μάρτυρας που διατείνεται ότι έχει καταλάβει τον δράστη και τα κίνητρα.
Η αφήγηση, πάλι πρωτοπρόσωπη, γίνεται με σκοπό να περιγραφεί και να αναλυθεί όλο το σκηνικό που οδήγησε σ’ αυτήν την τόσο μυστηριώδη απόφανση. Μόνο που ο αναγνώστης δεν μαθαίνει, παρά στις τελευταίες σελίδες ποιος πέθανε. Το κουβάρι ξετυλίγεται από 6 χρόνια πίσω, όταν στο διπλανό σπίτι της πρωταγωνίστριας αφηγήτριας, μετακόμισε ένα νεαρό ζευγάρι. Κυριαρχικό ρόλο όμως από άποψη ψυχογράφησης έχει ο άντρας Τζον Τσάρλεστον Λίμπλεϊ, που εκπροσωπεί έναν γνώριμο ανθρώπινο τύπο αλλά στο υπερβολικό: είναι ο τύπος του ενθουσιώδους, καλοκάγαθου, χειμαρρώδους  ανθρώπου, του πάντα καλοδιάθετου και πρόθυμου να βοηθήσει ή να επαινέσει, που όμως πνίγει με την καλοσυνάτη κυριαρχικότητά του όποιον τον πλησιάζει, και πρώτα πρώτα την εξουθενωμένη γυναίκα του (ήταν ανίκανη πια να νιώσει ξεκάθαρα το οτιδήποτε, αυτή η αμετροεπής ζωντάνια του την είχε παραλύσει, την είχε εξαντλήσει).
Η περιγραφή αυτού του ανθρώπου είναι σπαρταριστή, και σπαρταριστή είναι και η περιγραφή του σκύλου τον οποίο υιοθέτησε το άκληρο ζευγάρι, η δε σχέση των δύο (σκύλου και Τζον) προκαλεί αμίμητη θυμηδία στον αναγνώστη: ο υπερενθουσιώδης Τζον πέφτει με τα μούτρα στην περιποίηση και φροντίδα του σκύλου, ο οποίο, σαν κακομαθημένο παιδί, κάποια στιγμή τους σέρνει όλους απ΄ τη μύτη.
Όμως, η άφιξη νέου μέλους στην οικογένεια  (μωρό) διαταράσσει όχι μόνο τις ισορροπίες αλλά και τη συναισθηματική γαλήνη, όλων, και ιδιαίτερα του σκύλου. Για άλλη μια φορά ο Τσβάιχ αποδεικνύει όχι μόνο ότι είναι τεχνίτης της γραφής αλλά και της -όχι μόνο ανθρώπινης- ψυχής.

Καλοκαιρινή νουβέλα
Αφηγητής σ’ αυτήν τη «νουβέλα» είναι ένας ηλικιωμένος, αριστοκρατικός ευγενής κύριος, άπατρις, φιλότεχνος και απροσδιορίστου επαγγέλματος, που συναντά τον συγγραφέα (μάλλον) σε κάποιο τουριστικό θέρετρο και του εκμυστηρεύεται μια ιστορία, σε α΄ενικό, που σύμφωνα με τη γνώμη του αφηγητή αποτελεί πρόσφορο υλικό για να εμπνεύσει τον συγγραφέα (θέλω να σας διηγηθώ κάτι σήμερα, που πιστευω ότι θα μπορούσε να γίνει μια ωραία νουβέλα).
Ήδη το σκηνικό του ενδιαφέροντος έχει στηθεί: στο ίδιο ξενοδοχείο, πριν χρόνια, ο κύριος αυτός συνάντησε ένα νεαρό δεκαεξάχρονο κορίτσι συνοδευόμενο από δυο μεγάλης ηλικίας γυναίκες. Δεν ήταν όμορφο, αλλά τα μάτια της ήταν μεγάλα και γεμάτα από ένα σκοτεινό φως, πάντα όμως ήταν αμήχανα, σκορπίζοντας τη λάμψη τους σε φευγαλέα φώτα. (…) κι έτσι ήταν αυτό το κορίτσι, τόσο ξέχειλο από τη λαχτάρα που άστραφτε μέσα στα μάτια του. Είναι φανερό ότι διψάει για επικοινωνία, για περιπέτεια, για ζωή. Αυτήν την ευάλωτη διάθεση παγιδεύει ο ήρωάς μας, στέλνοντας ανώνυμες επιστολές θυελλώδους πάθους, χωρίς αιδώ και χωρίς φόβο ότι θα τον προδώσει η κοπέλα  (υπάρχουν κορίτσια που η συστολή τους είναι τόσο μεγάλη, που θα τολμούσε μαί τους τα πιο ακραία πράγματα επειδή ακριβώς είναι τόσο αμήχανα που προτιμούν να υποστούν το χειρότερο παρά να εμπιστευτούν έστω και μια λέξη σε κάποιον).
Η μεταμόρφωση του κοριτσιού, που βιώνει ένα «πραγματικό» όνειρο, είναι ακαριαία, και μας μεταφέρεται αυτούσια και γλαφυρή, σαν να μας τα αφηγείται ο  ίδιος ο… Τσβάιχ. Φυσικά, όμως, υπάρχει και το απρόοπτο, που είναι αρκετά μη αναμενόμενο (για πρώτη φορά είχε εισχωρήσει κάτι παράξενο στο παιχνίδι, η μαριονέτα δεν υπάκουε και χόρευε διαφορετικά απ’ ό, τι ήθελα).
Δεν είναι φυσικά σκόπιμο να προδώσω το τέλος της εγκιβωτισμένης ιστορίας, αλλά θα ήθελα μόνο να επισημάνω ότι το διήγημα κλείνει με την συζήτηση πάνω στο μυθιστορηματικό τέλος που θα έδινε ο συγγραφέας, αν έπαιρνε αυτό το «πραγματικό βίωμα» για να πλάσει την ιστορία του. Εδώ υπάρχει διαφωνία: ο συγγραφέας μας «θα πήγαινε την ιστορία μέχρι τέλους» (θα προσπαθούσα να δείξω πως το παιχνίδι άρχισε να σοβαρεύει, πως –ενώ εκείνος πίστευε ότι έλεγχε το παιχνίδι – τελικά το παιχνίδι έλεγχε εκείνον).

Το χρονικό μιας κατάρρευσης
Η μαντάμ ντε Πρι, ερωμένη του δούκα του Μπουρμπόν και ευνοούμενη στην βασιλική αυλή, πέφτει σε δυσμένεια. Εκείνη λοιπόν, την εθισμένη να δίνει διαταγές, να ασκεί κάθε λεπτό την εξουσία της, να γλεντάει όλα τα βράδια και να έχει όποιον εραστή γούσταρε η καρδιά της, την αναγκάζουν να αποχωρήσει και να ζήσει μόνη και άγνωστη  σε κάποια απομονωμένη περιοχή της Γαλλίας (Κουρμπεπίν της Νορμανδίας).
Έτσι βλέπουμε το χρονικό των συναισθηματικών μεταπτώσεων, πάντα ζωγραφισμένο εξαίρετα από τον συγγραφέα: στην αρχή αδιαφορία και αξιοπρέπεια που υποθάλπεται από μια δόση αισιοδοξίας ότι τα πράγματα θα αλλάξουν. Απόλαυση  της «κρυστάλλινης καθαρότητας μιας καλοκαιρινής μέρας στην εξοχή», δυσθυμία, οδύνη, πλήξη (η κακομαθημένη της περιέργεια ανήκε σε κείνο το είδος που χανόταν γρήγορα). Η σιωπή και η λησμονιά από ανθρώπους που περίμενε ότι θα την θυμούνται την ωθεί να προκαλέσει σε ερωτικά παιχνίδια έναν αφελή, δειλό νεαρό χωρικό για να αναπληρώσει το κενό (για πρώτη φορά ένιωθε πάλι αυτήν την ηδονή, ανάκατη με μια ελαφριά περιφρόνηση, να βλέπει έναν άνθρωπο να χάνει μπροστά της όλη του τη δύναμη).
Φυσικά κι αυτή η παρηγοριά αποδείχτηκε πρόσκαιρη (κάτι σαν μίσος άρχισε να γεννιέται μέσα της, επειδή όλα αυτά εκείνος τα είχε κερδίσει από τη δυστυχία της, από τη μοναξιά της, επειδή εκείνος ήταν υγιής, επειδή καταβρόχθιζε το φαγητό του με απόλυτη ευχαρίστηση ενώ η ίδια, από τον θυμό και την προσβολή που είχε υποστεί, έτρωγε όλο και λιγότερο, αδυνάτιζε και έχανε τις δυνάμεις της).
Όταν «έσπασε η ίδια το τελευταίο της παιχνίδι», κατέφυγε στην ύστατη λύση, γεμίζοντας τις μέρες της με την τελεσίδικη αυτή απόφαση. Η υστεροφημία της όμως σκόνταψε πάνω στην Ιστορία, γιατί
η ιστορία δεν δέχεται εισβολείς, επιλέγει η ίδια τους ήρωές της και απορρίπτει με τρόπο αδιάλλακτο τους απρόσκλητους, όσο σκληρά κι αν προσπαθήσουν.

Ταξίδι στο παρελθόν
Το διήγημα ξεκινά σε έντονο συναισθηματικό ύφος, που προδίδει μια μοιραία σχέση άντρα γυναίκα ς («ήρθες λοιπόν!»). Φως, τρυφερότητα, ανυπομονησία να μείνουν μόνοι, κρυμμένη στοργή απλώνονται στο «παρόν» των πρώτων σελίδων.
Μια ξανα- συνάντηση στο σήμερα, μετά από εννέα χρόνια. Από την άλλη, παρελθόν γεμάτο πάθος, μέσα σε πολύ ιδιόμορφες συνθήκες. Το φλας μπακ είναι απαραίτητο, μια σκιαγράφηση ουσιαστικά των δύσκολων παιδικών/νεανικών χρόνων του άντρα, που αναγκάστηκε παρά τη θέλησή του να δουλεύει ως γραμματέας στο σπίτι του μυστικοσύμβουλου εργοδότη του, του συζύγου της μοιραίας γυναίκας. Παρόλη την απέχθειά του στην αστική νοοτροπία, ερωτεύτηκε αμέσως τη γυναίκα αυτή, χωρίς να μπορεί/θέλει να το παραδεχτεί (όλα αυτά φυσικά τα παρακολουθούμε με τη γραφή του Τβάιχ, αλλιώς γίνονται άνετα και ροζ λογοτεχνία).
Η αγάπη ή μάλλον η έλξη αυτή αργεί πολύ να κατονομαστεί σαν αυτό που ήταν στη συνείδηση του πρωταγωνιστή (έρωτας, φλογερός, αδέσμευτος, παθιασμένος), κι αυτή είναι η ομορφιά όλου του διηγήματος. Εκατοντάδες μικρές τρεμάμενες αναμνήσεις, ασήμαντα περιστατικά στα οποία δεν είχε δώσει παρά ελάχιστη σημασία, ξεχύνονταν τώρα ορμητικά στο νου του, στο αίμα του, σαν να περνούσαν μέσα από υδατοφράχτες που είχαν τιναχτεί στον αέρα, για να συναντηθούν πάλι όλα κατευθείαν στην καρδιά του.
 Αυτό το αργό, βασανιστικό ωρίμασμα, ένα συναίσθημα που ήταν ακόμη ανώνυμο, είχε όμως διαμορφωθεί πλήρως προ πολλού και έκαιγε μέσα στο προστατευτικό του περίβλημα.
(…)
Όσο επίμονα κι αν αυτό το συναίσθημα κρύβεται στο κουκούλι του, πάντα έρχεται μια στιγμή που σκίζει ξαφνικά τον μπερδεμένο ιστό και, ορμώντας ψηλά στα μεγαλύτερα βάθη, πέφτει με διπλάσια ορμή στην τρομαγμένη καρδιά.
Η αφορμή να εκδηλωθεί, να φανερωθεί να ομολογηθεί η θύελλα του πάθους δεν άργησε να δοθεί. Τα συναισθήματα που συσσωρεύονταν τόσο καιρό ξεχείλισαν σαν μετά από μια έκρηξη, όμως λίγες ώρες πριν από τον αναγκαστικό χωρισμό στον οποίο τους έριξε η μοίρα.
Ο συγγραφέας για άλλη μια φορά αναδεικνύεται μεγάλος ψυχογράφος του πάθους που κυλάει στο αίμα, στο βλέμμα, στα χέρια, στα μάτια, στα χείλη. Κι ύστερα του χωρισμού, και όσων σημαδιών αυτός ο αναγκαστικός χωρισμός αφήνει, της «παράφορης εσωτερικής έντασης που αρχίζει και χαλαρώνει» γιατί δεν είναι στον χαρακτήρα της ανθρώπινης φύσης να ζει μόνο με αναμνήσεις, ή, όπως γράφει λίγο παρακάτω, κουράζεται από την αιώνια σιωπή, από την άσκοπη κουβέντα με μια σκιά που δεν απαντούσε ποτέ.
Έτσι λοιπόν, ο κεντρικός πυρήνας αυτού του διηγήματος δεν είναι το αχαλίνωτο πάθος, όπως φαίνεται με την πρώτη ματιά, αλλά το τότε και το τώρα, το αιώνιο αυτό παρόν στο οποίο η μνήμη στέλνει προφητικές φωνές για να αποκαλύψουν το νόημά του…