Κυριακή, Μαΐου 31, 2020

Το τελευταίο πέταγμα του φλαμίνγκο, MIA COUTO


Πάντως η γη είναι κι αυτή ένα ζωντανό πλάσμα:
έχει ανάγκη από μια οικογένεια,
από τον αργαλειό εκείνο που συνυφαίνει τις ανθρώπινες υπάρξεις,
που τον λέμε τρυφερότητα.
Αναμφίβολα πρόκειται για ένα βιβλίο παράξενο, που μας μεταφέρει σε μια πολύ διαφορετική κουλτούρα και που αρχικά ξενίζει τον αναγνώστη, ίσως και να τον απωθεί (π.χ. εμένα). Ο τίτλος του πρώτου κεφαλαίου, ας πούμε, («Ένα γεννητικό όργανο πολύ καρδαμωμένο κι απ’ τη ρίζα του κομμένο») ή άλλοι τίτλοι, όπως «Ο φαλλικός ανεμιστήρας», προδιαθέτουν για χιούμορ με υπερβολή και βαρετές χιλιοειπωμένες σπόντες που στην καλύτερη σαρκάζουν τη φαλλοκρατία. Δεν θα το επέλεγα λοιπόν ποτέ αν δεν ήταν απόφαση της Λέσχης ανάγνωσης να το διαβάσουμε.
Όμως, όχι. Υπάρχει βέβαια χιούμορ και σαρκασμός -συνεχής, αδιάλειπτος- αλλά καθόλου χοντροκομμένος. Σαρκασμός στην αποικιοκρατία, την ιεραρχία, τους κοινωνικούς ρόλους, την εξουσία, τον δυτικό πολιτισμό. Έφτασα στο σημείο να γελάω δυνατά, ενώ μετά τη μέση υπήρχε και η γλυκόπικρη αίσθηση που δίνει το ποιητικό, παράλογο μιας άλλης πραγματικότητας, καθώς και συγκίνηση για έναν ολόκληρο κόσμο που αποχαιρετά τον εαυτό του.
Αυτός ο κόσμος είναι της Μοζαμβίκης[1] (ομολογώ ότι άνοιξα τον χάρτη: Ν. Αφρική, δίπλα στη Ροδεσία). Μια χώρα με μοζαμβικανή ιστορία λίγων δεκαετιών εφόσον ήταν μια περιοχή πολυεθνική και πολυθρησκευτική  μέχρι που περιέπεσε στην αποικιακή κυριαρχία των Πορτογάλων, ένα κράτος αναγνωρισμένο από τη λεγόμενη διεθνή κοινότητα, χωρίς να έχουν προϋπάρξει ως έθνος, όπως γράφει ο μεταφραστής Νίκος Πρατσίνης στην εισαγωγή του βιβλίου.  Με  σπουδαία λιμάνια που εξυπηρετούσαν το εμπόριο με Ινδία, απέκτησε κοσμοπολίτικο χαρακτήρα από τα τέλη του 19ου αιώνα, οπότε οι Πορτογάλοι εκμίσθωσαν ολόκληρες περιοχές της βόρειας χώρας στους Άγγλους, οι οποίοι καθιέρωσαν ένα είδος δουλοπαροικίας (καταστρέφοντας τη μικρή αγροτική παραγωγή). Μια δεκαετία κράτησε ο αγώνας για ανεξαρτησία (1964-75) υπό την ηγεσία του FRELIMO που υποστηριζόταν από τη… Σοβιετική ένωση. Το 1975 επομένως, που κηρύχτηκε ανεξάρτητο κράτος, έχουμε μονοκομματισμό, ένα κράτος μαρξιστικό- λενινιστικό. Και μετά εμφύλιο, (1976-1992) με αντιπολίτευση από το  RENAMO (υποστήριξη Ροδεσίας/Η. Βασιλείου και Ν. αφρικανικής ένωσης) με εκατομμύρια νεκρούς  και  πρόσφυγες. Όταν στις πρώτες εκλογές (1994) νικάει το FRELIMO, δεν υπάρχει πια Σοβιετική ένωση.

Αυτή η σύντομη παράθεση ιστορικών στοιχείων (παρμένων από την εισαγωγή του μεταφραστή Νίκου Πρατσίνη) είναι απαραίτητη για να καταλάβει κανείς το αλαλούμ των κοινωνικών σχέσεων  και πολιτισμικών στοιχείων (μια κοινωνία «αρχαϊκή» -που ζει σε «ανιστορικό» χρόνο- όπου  εισβάλλουν  Πορτογάλοι, Άγγλοι, Σοβιετικοί, γειτονικές αφρικανικές χώρες), αλαλούμ  που καταντά τραγέλαφος  για τον ντόπιο που προσπαθεί να κρατήσει ή ίσως να ΒΡΕΙ την ταυτότητά του. Αυτόν τον τραγέλαφο νομίζω ότι αναπαριστά με εκπληκτικό τρόπο ο Μοζαμβικανός συγγραφέας (Πορτογάλος, δηλ. λευκός αλλά τρίτης γενιάς, επομένως σχετικά αφομοιωμένος με την κουλτούρα των ντόπιων), με αυθεντικό σουρεαλισμό και καυστική σάτιρα. Γι’αυτό και θα συμφωνήσω με τον εξαιρετικό μεταφραστή (που σεβάστηκε όλες τις ιδιαιτερότητες της «μεικτής», «βιωματικής»/»διαισθητικής» γλώσσας) ότι πρόκειται για ένα βαθιά πολιτικό μυθιστόρημα.
Ό δε μέγιστον, την εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία μας, έχει έρθει στη χώρα ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ (7.500 άνδρες) -βλ. Κόσσοβο. Άλλο ένα λιθαράκι στον πύργο του παραλογισμού. Και, ναι, όπως υπαγορεύει και ο προβληματικός τίτλος,  ένα «γεννητικό όργανο πολύ καρδαμωμένο κι απ’ τη ρίζα του κομμένο», κοινώς ένα πέος μοναχό εγκαταλελειμμένο στον δρόμο, αναστατώνει το μικροσύμπαν της Τιζανγκάρα, επινοημένης από τον συγγραφέα πόλης, στο νότιο μέρος της χώρας. Ένα πέος ξεκομμένο, ενώ το υπόλοιπο σώμα του ανθρώπου στον οποίο ανήκε έχει κυριολεκτικά εξαερωθεί μετά από έκρηξη. Ήταν μάλιστα η έκτη τέτοιου είδους έκρηξη. Όμως, όπως γράφει κι ο αφηγητής/μεταφραστής, «αυτό δεν ήταν ακόμη το γεγονός, αλλά οι προετοιμασίες για την έλευσή του». Η εξουσία συσπειρώνεται, οργανώνεται για να λύσει το μυστήριο: ο διοικητής Εστεβάου Ζόνας, ο υποδιοικητής Σουπάνγκα, ο Ιταλός εκπρόσωπος του ΟΗΕ Μάσιμο Ρίζι, αλλά και διάφοροι εμπλεκόμενοι: η εκρηκτική σύζυγος (η «αποτέτοια») του διοικητή Ντόνα Ερμελίντα, η Αχκαινά, πόρνη της περιοχής, και ο αφηγητής μας που είναι ο μεταφραστής του Ιταλού (Το πρόβλημα δεν είναι η γλώσσα. Αυτό που δεν κατανοώ είναι ο κόσμος εδώ πέρα). Όλοι αυτοί συστρατεύονται για τη διερεύνηση της υπόθεσης του «αποκοπέντος πέους»! 
Η παρουσίαση αυτών των τύπων είναι όχι μόνο ξεκαρδιστική, αλλά αποτελεί κοινωνικοπολιτικό σχόλιο: ο διοικητής («η Εξοχότης του») κατελάμβανε όλη την πόρτα κατά πλάτος(…) κατάφερνε να δείχνει ακόμα πιο καμαρωτός, με το στήθος κορδωμένο πιο πολύ κι από το στήθος του αγριοπερίστερου την εποχή του οίστρου∙ ο υποδιοικητής, σκέτη μύξα, δουλοπρεπής, τσανακογλείφτης με περικεφαλαία. Όπως κάθε νενέκος: υποταχτικός με τους μεγλόσχημους και υπερόπτης με τους παρακατιανούς. Η Ερμελίντα, συμφεροντολόγα, τσαούσω και καταφερτζού, η Αχκαινά (η πόρνη) αυθόρμητη, αυθεντική και καίρια («Πέθαναν χιλιάδες Μοαζμβικανοί και ποτέ δε σας πήρε το μάτι μας να’ ρχεστε κατά δω. Και τώρα που εξαφανίστηκαν πέντε ξένοι, κάνετε λες κι έχει έρθει η συντέλεια του κόσμου;»)
Ο αφηγητής που μετέγραψε σε «ορατά πορτογαλικά» όλα όσα συνέβησαν, ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, θεωρεί ότι οι πέντε κυανόκρανοι εξερράγησαν  (εγώ τώρα σας ερωτώ: εξερράγησαν πραγματικά, με όλη τη σημασία της λέξης; Έτσι λέγεται, ελλείψει ρήματος). Αυτή είναι η τελική του ετυμηγορία, που παρατίθεται στη δεύτερη σελίδα του μυθιστορήματος, κι από κει και πέρα ο καθένας λέει το μακρύ του και το κοντό του.
Ο ήρωάς μας λοιπόν έχει τοποθετηθεί από τον διοικητή ως μεταφραστής του εκπροσώπου του ΟΗΕ, του Ιταλού Μάσιμο Ρίζι (-Μιλάτε ιταλικά; -Εγώ όχι. –Θαυμάσια. Γιατί οι Ιταλοί δε μιλάνε ποτέ ιταλικά). Η σκηνή της υποδοχής των αντιπροσώπων «από το έθνος μας» κι από τα Ηνωμένα Έθνη, μαζί με υπουργό και τμηματάρχες υπουργείων, προκειμένου να δουν και να εξετάσουν το εύρημα, είναι σπαρταριστή (αυτό εκεί, στη μέση του δρόμου, τι να ήταν άραγε, όργανον ή οργανισμός; Και αν δεχτούμε πως ήταν όργανο: έτσι παράταιρο και δίχως ταίρι, από ποιον είχε αποκοπεί;): οι πολίτες είναι στοιχημένοι σαν σε παρέλαση, τα πανώ είναι από την εποχή της σοβιετοκρατίας («Ζήτω ο προλεταριακός διεθνισμός»!!), και το αποκορύφωμα, στο σκηνικό μπλέκεται κι ένα… κατσίκι.
Το ύφος, που συνοδεύει μια πραγματικότητα που προκαλεί σύγχυση απ’ την ίδια της τη φύση, θυμίζει το ύφος του Σκαρίμπα. Διανθισμένο με ακατανόητα γνωμικά («της Τιζανγκάρα») και λεκτικές ακροβασίες, συντελεί στο να χτιστεί ένας πύργος παραλόγου. Έτσι, πιο κατάλληλο άτομο για να αναγνωρίσει τον ιδιοκτήτη του  πέους θεωρούν ομόφωνα την πόρνη (άσε που ήταν και εμπειρογνώμων στην ιατροπαραδικαστική!):
-Καταλαβαίνετε, Εξοχότατε; Την Άνα Αχκαινά την καλούμε για να αναγνωρίσει το όλον εκ του μέλους.
-Εκ του μέλους;
-Εξ… αυτού εκεί του πράγματος… αναφέρομαι, δηλαδή στο εκκρεμές μας ζήτημα.
(…)
-Έκοψαν αυτό το πράγμα απ’ τον άνθρωπο, ή τον άνθρωπο απ’ αυτόν;
Αρχίζει λοιπόν η έρευνα όπου όλα ο υπουργός τα θέλει μαγνητοφωνημένα (κι όχι πολλά μπλα μπλα, μ’ έχει κουράσει πια το φολκλόρ).  
Σπαρταριστή και η εγκατάσταση του Ιταλού στην πανσιόν, μια πανσιόν που είναι ιδιωτική αλλά ανήκει στο Κόμμα, στο Κράτος δηλαδή, όπου όμως δεν υπάρχει πλάνο και σχεδιασμός όσο αφορά τις συνθήκες…  (δεν υπάρχει νερό, ρεύμα κλπ κλπ).

Εγώ νοσταλγούσα τους άλλους,
Τους ανθρώπους εκείνους που είχαν υπάρξει σ’ αυτόν τον τόπο.
Γιατί, στην τελική, ήταν πλούσιοι χωρίς κανέναν πλούτο.
Μετά τις 100 περίπου πρώτες σελίδες, όταν πια έχει στηθεί η πλοκή, το μαγικό στοιχείο, το υπέρλογο και το φανταστικό αρχίζουν και μπλέκονται με τρόπο που πράγματι ο Ιταλός μας, εκπρόσωπος της δυτικής κουλτούρας, να χρειάζεται μετάφραση του κόσμου στον οποίο βρέθηκε: αλογάκια της παναγίας που δεν πρέπει να τα σκοτώσεις γιατί ήταν ένας πρόγονος που επισκεπτόταν τους ζωντανούς∙ η Χρονίνα με τις δυο ηλικίες, γριά στο πρόσωπο με σώμα νέας (αυτή κυκλοφορεί μοναχά στο διάδρομο, ζει στα σκοτάδια, εδώ κι αιώνες), αίτηση άδειας για να μπεις στο σπίτι από νεκρό (για να δείτε πως στην Τιζανγκάρα δεν υπάρχουν δυο κόσμοι)κλπ, κλπ.
Καινούρια πρόσωπα εμφανίζονται και παίζουν σημαντικό ρόλο, όπως ο «θεομπαίχτης» πάτερ Μουάντου, ο μάγος Ζέκα Αντουρίνιου, ο κουτός αδερφός της Χρονίνα, κ.α. γιατί δίνουν ο καθένας τη δική του κουφή ερμηνεία. Ο αφηγητής παραθέτει την οικογενειακή του ιστορία (μάνα τυφλή που έχει πεθάνει αλλά επικοινωνεί μαζί της), αλλά το πιο ενδιαφέρον/βαθύ σημείο είναι όταν ξανασυναντά τον απομονωμένο και ιδιόρρυθμο πατέρα του, τον  πιο αυθεντικό εκπρόσωπο του αρχαϊκού πνεύματος. Είναι ο άνθρωπος που επειδή τον πονούσαν τα κόκαλά του κι ένιωθε φοβερή κόπωση, προτού πλαγιάσει ξεφορτωνόταν το σκελετό για να κοιμάται καλύτερα. Στέκεται με φυσικότητα κάτω απ’ τη βροχή , μένει κλειστός και σιωπηλός (κοίταζα το πείσμα του πατέρα και μου φαινόταν πως έβλεπα σ’ αυτό μια ολόκληρη ράτσα να παλεύει για να κάνει να στεριώσει ο χρόνος της κόντρα στο χρόνο των άλλων). Έχει βέβαια ένα μυστικό που διαρρέει μέσα απ την αινιγματική και γριφώδη συμπεριφορά του, ότι ήταν αστυνομικός την εποχή της αποικιοκρατίας, είχε συνεργαστεί με τους «ανθρώπους της Επανάστασης» αλλά σε δεδομένη στιγμή τον βασάνισαν και τον απέπεμψαν (μ’ έδεσαν σ’ αυτό το δέντρο. Μ’ έδεσαν με σκοινιά, έριξαν αλάτι στις πληγές/αυτοί που εσείς θέλετε τώρα να βοηθήσετε). Όταν αποσύρθηκε πια έγινε φαροφύλακας (είχε ανέβει και είχε καταλάβει έναν φάρο εκτός λειτουργίας)!!!
Καθώς οι εκρήξεις συνεχίζονται, συνεχίζονται και οι έρευνες. Οι  μαγνητοφωνημένες αποδείξεις που ζήτησε ο υπουργός ήταν ένα έξυπνο εύρημα του συγγραφέα να μας δώσει το ήθος κάποιων προσώπων με -επίσης σπαρταριστές- πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις! Έτσι, ο καθένας εκθέτει εγγράφως τη δική του -σουρεαλιστική- εκδοχή για τις εκρήξεις ώσπου ο Μάσιμο Ρίζι, ο Ιταλός εκπρόσωπος του ΟΗΕ, όταν πια είδε ακόμα και τις φωτογραφίες και τα αρχεία του, δηλαδή τα αποδεικτικά του στοιχεία, να έχουν γίνει λευκές σελίδες, νομίζει ότι θα του στρίψει (το τέλος της σταδιοδρομίας του, η κατεδάφιση της λογικής του)!  
Μέσα σ’ όλη αυτήν την τρέλα και το καυστικό χιούμορ διαρρέουν σχόλια και γλυκόπικρες αλήθειες που αφορούν την τύχη ενός ολόκληρου λαού, αν μπορούμε να πούμε λαό τις πολυάριθμες ντόπιες φυλές που συμβίωναν στο παρελθόν. Η ειρήνη μετά την ανεξαρτησία και τον εμφύλιο δεν φαίνεται να άλλαξε και πολύ τα πράγματα (πάντως υπήρχε τόση αδικία όση και την αποικιακή περίοδο). Γιατί, όπως λέει ο αφηγητής, «κατέκτησαν εμάς τους ίδιους, στρατοπέδευσαν μέσα στα κεφάλια μας».  Σχόλια πολλά και σκηνικά για το καθεστώς που κάνει κουμάντο σε βάρος ενός λαού, τρώγοντας με χρυσά κουτάλια. Το πριν και το τώρα.
Η πιο σπαραχτική αντίθεση ανάμεσα στο πριν και στο τώρα, αναδίνεται από την ομολογία του διοικητή: παλιά ήταν ανεπίτρεπτο να δείχνουμε το Έθνος να ζητιανεύει, να δείχνουμε φόρα παρτίδα τα πλευρά της Χώρας. Παραμονή κάθε επίσκεψης, όλοι εμείς, τα διοικητικά στελέχη, δεχόμασταν κατεπείγουσες διαταγές: κρύψτε τους κατοίκους, σκούπα στη φτώχεια! Εντούτοις, ένεκα οι δωρεές της διεθνούς βοήθειας, τα πράγματα είχαν αλλάξει. Τώρα η κατάσταση απαιτούσε τα αντίθετα. Ήταν ανάγκη να δείχνουμε τη χώρα με την πείνα της, με τις μεταδοτικές της ασθένειες:  η αθλιότητα είναι δι’ ημάς προσοδοφόρος.
Τέλος, το μοτίβο του φλαμίνγκο, ενδημικού πουλιού που συνδέεται με διάφορες αληθινές και μη ιστορίες,  έρχεται κι επανέρχεται μέσα στις αφηγήσεις της μάνας και του πατέρα. Η ιστορία του τελευταίου ταξιδιού του φλαμίνγκο, που κουράστηκε πια να κουρνιάζει «σε τούτη τη γη» και που γέννησε το πρώτο ηλιοβασίλεμα… 
Συνολικά, η αφήγηση του μεταφραστή, που βέβαια είναι ο κεντρικότερος ήρωας του βιβλίου, ξεδιπλώνει απίστευτη ευαισθησία, και βαθιά αγάπη για τον τόπο και τους ανθρώπους της. Έτσι, η σκηνή που περιγράφεται παρακάτω πιστεύω ότι συμπυκνώνει το νόημα όλης της ιστορίας:
Τώρα, κάτω από τη σκιά της ταμαρίνδου, με τα μάτια σφαλιστά, κάλεσα σε σύναξη τις νοσταλγίες όλες. Και τι λέτε πως μου έκανε την εμφάνισή του; μια αυλή, που δεν ήταν όμως εκείνη. Γιατί υπήρχε ένα παιδί σ’ εκείνο το χώρο. Στα χέρια του παιδιού αυτού η θύμησή μου μπορούσε να ψηλαφήσει απαλά κάποιες λύπες, μικροπράγματα βγαλμένα από κάτι σκουπίδια. Η παιδική ηλικία ήξερε να τα μαζώνει όλ’ αυτά για να φτιάξει ένα παιχνίδι. (…)
Τελικά, στα χέρια μου πια, κατάφερνα να μαντέψω το σχήμα του. Ήταν ένα φλαμίνγκο.
Χριστίνα Παπαγγελή



[1] Ο Πέδρο Καμπράλ είχε αποβιβαστεί στη Σοφάλα το 1500. Το 1531 ίδρυσαν δύο εμπορικές αποικίες στο εσωτερικό της χώρας και το 1544 ίδρυσαν ένα σταθμό στην ακτή του ποταμού Κελιμάνε. Από τα εμπορικά κέντρα που είχαν οι ίδιοι ιδρύσει, διακινούσαν τεράστιες ποσότητες χρυσού. Ο εποικισμός συνάντησε τη σκληρή αντίδραση των ιθαγενών. Οι Μουένε Ματάπα αναγνώρισαν τελικά την πορτογαλική κυριαρχία το 1629 και ο πρώτος αποικιακός κυβερνήτης των Πορτογάλων διορίστηκε το 1752. Στα τέλη του 19ου αιώνα η Πορτογαλία εκμίσθωσε το βόρειο τμήμα της Μοζαμβίκης σε βρετανικές εταιρείες, που κατάφεραν να θέσουν υπό τον απόλυτο έλεγχό τους τις αγροτικές καλλιέργειες, μετατρέποντάς τις σε φυτείες. Το 1948, επί πορτογαλικής διοίκησης, ξεκίνησαν πολιτικές αναταραχές. Το 1964 εγκαινιάστηκε ο ένοπλος απελευθερωτικός αγώνας κατά των αποικιοκρατών από το Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Μοζαμβίκης (FRELIMO), το οποίο είχε ιδρυθεί τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Έπειτα από την πτώση της δικτατορίας στην Πορτογαλία, η τελευταία κινήθηκε στην αποαποικιοποίηση. Η Μοζαμβίκη έγινε ανεξάρτητη από τους Πορτογάλους στις 25 Ιουνίου του 1975.
Αμέσως μετά, έγινε Λαϊκή Δημοκρατία, με Πρόεδρο τον Σαμόρα Ματσέλ. Ο τελευταίος εγκαθίδρυσε σοσιαλιστικό κράτος και στα τέλη της δεκαετίας του ' 70 έκλεισε τα σύνορα με τη Ροδεσία (σημερινή Ζιμπάμπουε), που υποστήριζε το κίνημα RENAMO (Εθνικό Κίνημα Αντίστασης της Μοζαμβίκης), πολέμιο του σοσιαλιστικού καθεστώτος. Η Μοζαμβίκη υποστήριζε τους αντάρτες της Ροδεσίας στον δικό τους αγώνα για ανεξαρτησία. Στις αρχές της δεκαετίας του ' 80 το RENAMO υποστηρίχθηκε από το καθεστώς της Νοτιοαφρικανικής Δημοκρατίας. Ωστόσο, το 1984 η τελευταία υπέγραψε συμφωνία με τη Μοζαμβίκη, με βάση την οποία δε θα έκανε επίθεση η μία στην άλλη και θα εμπόδιζαν τη δράση ανταρτών που θα στρέφονταν κατά του άλλου κράτους. Ο Ματσέλ σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα, στις 19 Οκτωβρίου του 1986 στη Νότια Αφρική, η οποία αρνήθηκε τη δική της ανάμειξη στο γεγονός εκείνο[5]. Το FRELIMO προχώρησε στον ορισμό νέου Προέδρου και αυτός ήταν ο Ζοακίμ Τσισάνο. Το 1990 ψηφίστηκε νέο Σύνταγμα και η χώρα μετονομάστηκε σε Δημοκρατία της Μοζαμβίκης. Το RENAMO δεν αναγνώρισε το Σύνταγμα και συνέχισε τον ανταρτοπόλεμο, από τα εδάφη της Νότιας Αφρικής. Τελικά, τον Οκτώβριο του 1992 στη Ρώμη υπογράφηκε ειρηνευτική συμφωνία και τερματίστηκε ο εμφύλιος πόλεμος, του οποίου ο απολογισμός ως εκείνη την εποχή ήταν 1 εκατομμύριο νεκροί και περίπου 1,3 εκατομμύρια πρόσφυγες σε άλλα κράτη. Παράλληλα, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ αποφάσισε την αποστολή διεθνούς επιχειρησιακής δύναμης 7.500 αντρών ονόματι ONUMOZ. Λίγα χρόνια μετά, το 1995 η δύναμη αυτή άρχισε να αποσύρεται, καθώς η κατάσταση στη χώρα εξομαλύνθηκε. Ωστόσο, κατάλοιπο του εμφυλίου πολέμου παρέμειναν οι νάρκες, που βρίσκονται ακόμη στο έδαφος της αφρικανικής χώρας και εξακολουθούν να ευθύνονται για θανάτους και ακρωτηριασμούς ανθρώπων και ζώων λόγω τυχαίας πυροδότησής τους.
Το 1994 διεξήχθησαν οι πρώτες γενικές εκλογές, στις οποίες συμμετείχε και το RENAMO, ως πολιτικό κόμμα πια. Πρόεδρος εξελέγη ο Τσισάνο, όπως και στις εκλογές του 1999. Το 2004 εξελέγη Πρόεδρος ο Αρμάντο Γκεμπούζα, νέος υποψήφιος του RENAMO.


Πέμπτη, Μαΐου 21, 2020

Πατρίδα, Φερνάντο Αραμπούρου


Παλεύουμε να δώσουμε ένα νόημα, ένα σχήμα, μια τάξη στη ζωή
Και τελικά η ζωή κάνει μαζί σου ό, τι γουστάρει
(…)
Είναι νόμος της ζωής. Στο τέλος πάντα κερδίζει η λήθη
  
   Συγκλονιστικό βιβλίο σε όλα τα επίπεδα, κυρίως όμως λόγω περιεχομένου: βαθιά τομή στον ιστορικό αγώνα  των Βάσκων[1] για ανεξαρτησία, στον τρόπο οργάνωσης και δράσης της ΕΤΑ και στην εκατέρωθεν τρομοκρατία που ασκήθηκε, μέχρι την πολιτική συμφωνία που υπογράφτηκε στη Λισάρρα της Ναβάρρας (2011), που έβαλε τέλος στην ένοπλη δραστηριότητά της, και έθεσε το θέμα της «αμοιβαίας συγχώρεσης και λήθης». Προχωρώντας όμως πέρα από το ιστορικό επίπεδο (που κι αυτό έχει βέβαια ενδιαφέρον), το βιβλίο διεισδύει σ’ ένα φαινόμενο που, αν και παλιό, χαρακτηρίζει τον 20-21ο αιώνα, "το πολιτικό έγκλημα":   νομιμοποιείται το πολιτικό έγκλημα εν ονόματι ενός ιερού σκοπού; Ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει αυτό το -όχι και τόσο ασυνήθιστο πια- θέμα ο Αραμπούρου είναι κατά τη γνώμη μου απαράμιλλος.
Ουσιαστικά παρακολουθούμε τη ζωή σ’ ένα μικρό βασκικό χωριό κοντά στο Σαν Σεμπαστιάν, και κυρίως τα πρόσωπα που αφορούν δυο οικογένειες που αρχικά τους ενώνει βαθιά φιλία. Ο Χοσίαν και η Μίρεν έχουν στενές σχέσεις με τον Τσάτο και την Μπιττόρι αντίστοιχα, ενώ τα παιδιά τους (Χοσέ Μάρι, Αράντσα, Γκόρκα και Σαμπίερ, Νερέα αντίστοιχα), όλα πάνω κάτω στην ίδια ηλικία, έχοντας μεγαλώσει στην ίδια γειτονιά, έχουν κοινά βιώματα, κοινές αναμνήσεις και την αδερφική οικειότητα που υπαγορεύει η συγκατοίκηση.
Όμως δεν μαθαίνει  αναγνώστης τα γεγονότα με γραμμικό τρόπο κι αυτή είναι η μεγάλη αρετή της αφηγηματικής τέχνης του Αραμπούρου. Γιατί, πέρα απ’ την πολύ διεισδυτική του ματιά στα γεγονότα αυτά καθαυτά, που τα προσεγγίζει απ’ όλες τις πλευρές, χτίζει την ιστορία με μικρά μικρά κεφάλαια κάνοντας άπειρα φλας μπακ, φωτίζοντας τους ήρωες και τις πράξεις τους και δημιουργώντας ερωτήματα που ζητάνε επιτακτικά να απαντηθούν. Αυτή η τεχνική δημιουργεί έντονα συναισθήματα στον αναγνώστη περιέργειας, αιφνιδιασμού, αγωνίας αλλά και ταύτισης με τα πρόσωπα του μυθιστορήματος, και ταιριάζει απόλυτα στο θέμα όπου ανατέμνονται πολύ αντιφατικές καταστάσεις και διαφορετικές στάσεις απέναντι στην ακραία ιδεολογία και δράση της ΕΤΑ. Βλέπουμε ανθρώπους που ζουν αρμονικά, και ενίοτε έχουν βαθιά φιλικές σχέσεις να μπαίνουν μέσα στη δίνη των ιστορικών συγκυριών και να υιοθετούν ένα ρόλο που αποβαίνει μοιραίος για τις σχέσεις τους με τους άλλους αλλά και για τη ζωή τους. Βλέπουμε ακόμα την εξουσία που ασκούν όσοι έχουν «ισχυρή» προσωπικότητα, αλλά και πόσο τραγικά καταλήγουν τα σφάλματά τους.
Το 714σέλιδο λοιπόν βιβλίο αποτελείται από περίπου 125 κεφάλαια (αν υπολόγισα σωστά), 5-6 σελίδων το καθένα, που μας πηγαίνουν μπρος πίσω στον χρόνο και στην προσωπική ιστορία κάθε ήρωα, ενώ πολλά επεισόδια εγκιβωτίζονται ως αναμνήσεις που καίνε. Η δράση είναι γρήγορη και το ύφος απλό και καθημερινό, χωρίς εκτενείς παραγράφους με εμβαθύνσεις και επεξηγήσεις. Κάποια κεφάλαια μπαίνουν σε λεπτομέρειες γεγονότων στα οποία έχει γίνει ήδη αναφορά. Και παρά τον φαινομενικά αφηγητή παντογνώστη, φτάνουν ως εμάς τα μύχια συναισθήματα/σκέψεις/όνειρα των πρωταγωνιστών σαν σε εσωτερικό μονόλογο, μόνο που δεν είναι πρωτοπρόσωπη η αφήγηση αλλά σε γ΄ενικό. Άλλωστε, οι συγκυρίες είναι τόσο εξαιρετικές, που δεν ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ περίτεχνο ύφος και λεκτικές αναλύσεις. Μια ιδιοτροπία του ύφους είναι ότι ενώ στο 99% είναι σε γ΄ενικό, υπάρχουν σποραδικά κι ελάχιστα σημεία -για μια ανάσα, για δυο τρεις σειρές- όπου το γ΄ενικό γίνεται πρωτοπρόσωπο.
Έτσι λοιπόν, στις πρώτες σελίδες μαθαίνουμε ότι η ΕΤΑ δεν θα ξανακάνει άλλες επιθέσεις (επομένως είμαστε στο αφηγηματικό «μηδέν», που είναι μάλλον το 2011, δεδομένου ότι τότε υπογράφτηκε η σχετική συμφωνία –το μυθιστόρημα εξελίσσεται κυρίως στο «πριν» αλλά και στο «μετά» την κατάπαυση των εχθροπραξιών). Ο συγγραφέας μάς βάζει στη μέση της ιστορίας και πληροφορούμαστε ότι η Νερέα, κόρη του Τσάτο και της Μπιττόρι, δεν τα πάει καλά με τον άντρα της, ότι ο Τσάτο έχει πεθάνει ή μάλλον δολοφονήθηκε, ότι η Μίρεν επισκέπτεται τον γιο της στη φυλακή, ότι η 44χρονη κόρη της, Αράντσα, είναι ανάπηρη στο καροτσάκι και επικοινωνεί μόνο με το ipad… Καταλαβαίνουμε επίσης ότι η οικογένεια του δολοφονημένου Τσάτο δεν μένει πια στο χωριό, γιατί εκεί είναι ανεπιθύμητοι. Κι όταν πια –όταν η ΕΤΑ πια έχει εξασθενήσει- η Μπιττόρι αποφασίζει να επισκέπτεται κρυφά το παλιό της σπίτι, αυτό αναστατώνει υπερβολικά την παλιά της φίλη, την Μίρεν (δυο νύχτες στη σειρά άυπνη και δεν χρειαζόταν να το πει. Το φώναζαν οι μαύροι κύκλοι. Ο λόγος; Το φως απ’ τις σχισμάδες του ρολού στο σπίτι αυτωνών). Υπάρχει επομένως μίσος και συγκρατημένη κακία, που ξεσπάει άναρχα στα κοντινά πρόσωπα. Κι όλα αυτά βάζουν τον αναγνώστη σε κατάσταση απορίας και… αναμονής.
Και ύστερα αρχίζουν τα ατέλειωτα flash back που επεξηγούν αυτές τις ακραίες καταστάσεις, αλλά και… forward, δηλαδή μεταπηδήσεις στον χρόνο και προς τα μπρος, που αυτές οι τελευταίες όμως πυκνώνουν προς το τέλος.
Σαν ανάμνηση παρατίθεται η αρχή της τραγωδίας στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, όταν βλέπουν οι δυο φίλες και γειτόνισσες τον 16χρονο Χοσέ Μάρι, κουκουλοφόρο με μαντήλι στο στόμα να πετάει πέτρες στους ερτσάινας (αστυνομικούς). Η Μίρεν  προσπαθεί αρχικά να τα βάλει με τον τρελαμένο γιο της, που μιλούσε με κραυγές για απελευθέρωση, για αγώνα, για ανεξαρτησία, τόσο επιθετικός που δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί: αυτός θα με βαρέσει. Δεν πέρασαν όμως πολλές μέρες και μετά από έντονες ενδοοικογενειακές συγκρούσεις ο Χοσέ Μάρι έφυγε οριστικά για τον κόσμο των φίλων του και δεν ξαναγύρισε ποτέ.
Δεν αργεί ο αναγνώστης να καταλάβει ότι ο Χοσέ Μάρι  γίνεται σκληροπυρηνικό μέλος της ΕΤΑ, περνώντας διάφορες δοκιμασίες που αποκαλύπτονται σιγά σιγά και αναταράσσοντας όλες τις σχέσεις με την οικογένεια, αλλά και με τους γείτονες Μπιττόρι, Τσάτο κλπ. Τα γεγονότα είναι καταιγιστικά και δίνουν τροφή στον συγγραφέα να χτίσει, ή μάλλον να μας αποκαλύψει τους διαφορετικούς χαρακτήρες και τη διαφορετική αντιμετώπιση της τραγωδίας του διχασμού στις, κατά τα γούστα μου με αριστοτεχνικό τρόπο γιατί δεν καταφεύγει σε περιγραφές αλλά κυρίως στη δράση τους.
Οι προσωπικές τραγωδίες
Δεν είναι βέβαια σκόπιμο να αποκαλύψω τα γεγονότα βάζοντάς τα σε γραμμική σειρά, αλλά θα επικεντρωθώ στην ψυχογράφηση των ηρώων, που αποκαλύπτει τη δεξιοτεχνία του συγγραφέα να πλάσει αληθοφανείς ήρωες μέσα σ’ αυτές τις μοναδικές ιστορικές στιγμές. Όχι μόνο μαύρους ή άσπρους αλλά με αποχρώσεις, με μεγαλείο αλλά και αδυναμίες, και κυρίως μας δείχνει πώς ωριμάζουν/αλλάζουν καθώς περνούν τα χρόνια. Όλοι ανεξαιρέτως ζουν την προσωπική τους τραγωδία.
Μίρεν, η μητέρα του Χοσέ Μάρι
Οι δυο γυναίκες των οικογενειών είναι και οι πιο σκληρές, οι πιο κυριαρχικές και οι πιο άτεγκτες/ξεροκέφαλες απ όλα τα υπόλοιπα μέλη. Ιδιαίτερα η Μίρεν, μητέρα του Χοσέ Μάρι, ενώ στην αρχή συγκρούστηκε με τον γιο της, όταν μαθαίνει ότι εντάχτηκε στον αγώνα παίρνει αβασάνιστα το μέρος του και φτάνει στο σημείο να φωνάζει συνθήματα για την ΕΤΑ, είναι ανελέητη απέναντι στην κόρη της γιατί δεν εγκρίνει τον γαμπρό της (δεν είναι Βάσκος, αλλά Ισπανός!)  κι αυτή την άσχημη σχέση την μεταφέρει και στα εγγόνια, που δεν την αγαπούν («κακιά αμόνα»). Όταν μαθαίνει ότι ο Κόλντο (ένας από τους δυο φίλους του Χοσέ Μάρι -και συναγωνιστές) μάλλον «κελάηδησε», ενώ ο τρίτος της παρέας, ο Χόκιν, σκοτώθηκε (αυτοκτόνησε;), αρχίζει και γίνεται πιο νευρική (εύχομαι να βουτήξει η αστυνομία τον Χοσέ Μάρι και να τελειώνει μια και καλή αυτή η ιστορία. Προσεύχομαι συνεχώς στον άγιο Ιγνάτιο. Να τον πιάσει η γαλλική αστυνομία. Όχι η ισπανική, ε; να μείνει λίγο καιρό στη φυλακή μακριά από τους μπελάδες και να μου τον φέρουν πίσω). Γίνεται σκληρή, τσιγκούνα και γκρινιάρα, και ιδιαίτερα καταπιεστική απέναντι στον πράο και χαμηλών τόνων Χοσίαν, τον άντρα της. Όμως, μετά την έρευνα στο σπίτι της από την ισπανική πολιτοφυλακή (πετάει από σιχαμάρα στα σκουπίδια όλα τα πράγματα που άγγιξαν οι πολιτοφύλακες), η στάση της υπέρ της ΕΤΑ γίνεται ακόμα πιο αμείλικτη, κι ο χαρακτήρας της άτεγκτος, γιατί ένιωσε «ταπείνωση», λέξη που χρησιμοποιεί και ο γλοιώδης δον Σεράπιο για να φανατίσει τους αγωνιστές της ΕΤΑ (Σεράπιο: βλέπεις; Την ίδια ταπείνωση που εσύ και η οικογένειά σου αναγκαστήκατε να υποστείτε, την περνούν καθημερινά χιλιάδες άνθρωποι στην Εσκουάλ Ερρία. Γι αυτό σου λέω, μέσα απ’ την καρδιά μου, πως ο αγώνας μας δεν είναι απλώς δίκαιος. Είναι απαραίτητος, σήμερα παρά ποτέ. Είναι αναγκαίος, δεδομένου ότι είναι αμυντικός και έχει στόχο την ειρήνη).
Ακόμα κι όταν ξέρουν ότι ο Χοσέ Μάρι το έσκασε στη Γαλλία και όλο το χωριό βουίζει περί τρομοκρατίας, η Μίρεν υποστηρίζει το παιδί της (Α, εγώ θα είμαι πάντα με το παιδί μου, ό, τι κι αν γίνει. Σκασίλα μου τι λέει ο κόσμος. Φυσικά προτιμώ να τον έχω κοντά μου και να δουλεύει και να κάνει οικογένεια∙ αλλά, αν δεν γίνει έτσι, πρέπει να αντιμετωπίσω ό, τι έρθει).
Όταν τα απειλητικά συνθήματα ενάντια στον φίλο -επιχειρηματία Τσάτο πυκνώνουν, η Μίρεν αλλάζει στάση απέναντι στην οικογένεια του τελευταίου, αποστασιοποιείται από την πρώην κολλητή της, Μπιττόρι, που τελείως ξαφνικά γίνεται ταξικός εχθρός (τα οικονόμησαν εκμεταλλευόμενοι την εργατική τάξη και τώρα τους έρχεται ο λογαριασμός). Γενικότερα γίνεται πολύ απαιτητική και πιεστική απέναντι στον Χοσίαν αλλά και στα παιδιά της και απόλυτα κυριαρχική. Αποκορύφωμα η απαράδεκτη στάση της απέναντι στην Αράντσα όταν παντρεύτηκε με πολιτικό γάμο τον Ισπανό Γκιγέρμο («ούτε τσιγγάνοι να’ ταν»), αλλά και απέναντι στον καλόκαρδο Χοσίαν, που ήταν συγκαταβατικός στον γάμο και χαρούμενος για τη χαρά της κόρης του (δείγματα κλασικής συζυγικής γκρίνιας: και το συναισθηματικό σου νουμεράκι; Τι έχεις να μου πεις για τα κλάματά σου μπροστά σε όλους; Σ’ αυτές τις περιπτώσεις βγαίνει κανείς στο δρόμο ή κλείνεται στην τουαλέτα, κι έτσι δε γίνεται θέαμα).
Η σύγκρουση της Μίρεν με την κόρη της για το βασκικό, αλλά και τον ρόλο του Χοσέ Μάρι  κρατάει πέντε χρόνια (ο γιος σου, για τον οποίο είσαι τόσο περήφανη, αποδείχτηκε πως έχει διαπράξει βίαια εγκλήματα. Για αυτό είναι στην φυλακή, ωςς τρομοκράτης), μέχρι δηλαδή που η Αράντσα χωρίζει τον Γκιγέρμο και αργότερα αρρωσταίνει. Σιγά σιγά απομονώνεται, ενώ η μόνη της διέξοδος γίνεται η επίσκεψή της στη φυλακή μια φορά τον μήνα, όπου εκμυστηρεύεται στον Χοσέ Μάρι όλους τους φόβους και τις ανησυχίες της. Η επανεμφάνιση της Μπιττόρι στο χωριό, μετά την κατάπαυση της ένοπλης δραστηριότητας της ΕΤΑ, τη χολιάζει και τη γεμίζει ξεσυνερισιό, αλλά ο χρόνος έχει πια αρχίσει να διαβρώνει τις αντιστάσεις της, ενώ οι άλλοι τραβάνε το δρόμο της καρδιάς τους (Αράντσα, Χοσίαν). Οι σχέσεις αρχίζουν και ξεφεύγουν απ’ τον έλεγχό της. Η απαράδεκτη συμπεριφορά της απέναντι στους δικούς της και γενικά σε όλο το χωριό δημιουργεί στον αναγνώστη συναισθήματα αντιπάθειας, που έρχονται σε αντίθεση με την συμπόνια για το ότι ο γιος της είναι κατάδικος ενώ η κόρη παράλυτη, κι εκείνη αγωνίζεται να περισώσει κάποιες «αξίες», αλλά κυρίως την αξιοπρέπεια της οικογένειας.
Χοσίαν
Σε αντίθεση με τη σύζυγό του, ο Χοσίαν δεν είναι καθόλου εμπαθής, και βλέπει πιο καθαρά, χωρίς όμως να τολμά να υπερασπιστεί πολύ πολύ τις απόψεις του. Δούλευε στο χυτήριο (χειριστής φούρνου) αλλά στο σημείον μηδέν είναι συνταξιούχος και η ενασχόλησή του με το μποστάνι και τα κουνέλια του είναι η μεγάλη του διέξοδος, ενώ παρακολουθεί με συγκατάβαση τις κυκλοθυμίες της γυναίκας του. Δεν εγκρίνει καθόλου τις ενέργειες του Χοσέ Μάρι αλλά δεν αντιδρά κιόλας, ενώ όταν η οικογένεια αντιλαμβάνεται ότι ο γιος έχει στρατευτεί στην ΕΤΑ, κρυφά μέσα του ο Χοσίαν θλίβεται . Αγαπά τον Τσάτο, είναι ο μόνος του φίλος που τον βοηθά και του συμπαραστέκεται(«ο Τσάτο ήταν γρήγορος στη σκέψη, είχε ιδέες. Σ’ αυτό συμφωνούσαν όλοι. Του Χοσίαν, αντίθετα, του έλειπε η ευστροφία. Τα πράγματα καθαρά»). Κι όταν όλο το χωριό απομονώνει τον Τσάτο και οι δυο οικογένειες απομακρύνονται, αυτό του στοιχίζει πολύ (θέλω να σου πω ότι λυπάμαι, ότι δεν μπορώ να σε χαιρετήσω επειδή αυτό θα μου δημιουργούσε προβλήματα), μετά δε τη δολοφονία είναι απαρηγόρητος (αλλά φυσικά δεν τολμά να εκδηλωθεί). Η σκηνή όπου ο Χοσίαν μαθαίνει τη δολοφονία του φίλου και γείτονά του και ο διάλογος με τη Μίρεν είναι από τις πιο χαρακτηριστικές της παραστατικής/θεατρικής τέχνης του Αραμπούρου αλλά και της βασικής σύγκρουσης που πραγματεύεται το βιβλίο (-«Ένας Βάσκος, ένας χωριανός όπως εσύ κι εγώ. Να πάρει αν έλεγες ένας αστυνομικός, αλλά ο Τσάτο! Δεν τον θεωρώ κακό άνθρωπο» / «Δεν πρόκειται για καλούς ή κακούς ανθρώπους. Παίζεται η ζωή ενός λαού. Είμαστε αμπέρτσαλες ή δεν είμαστε; Και μην ξεχνάς πως έχεις έναν γιο στον αγώνα»/ «αν κλαις γι’ αυτόν, θα πάω να κοιμηθώ σε άλλο δωμάτιο»/ «Κλαίω για όποιον σκατά μου κάνει κέφι»): τι αξίζει περισσότερο, ο συλλογικός αγώνας με τίμημα τη θυσία των προσώπων, ή ο σεβασμός στις ανθρώπινες αξίες και οι σταδιακές μεταρρυθμίσεις; Επανάσταση (με αθώα θύματα) ή ειρηνικοί αγώνες; Πόσο έγκλημα είναι το πολιτικό έγκλημα, στο όνομα μιας πατρίδας; (στο όνομα μιας πατρίδας όπου μια χούφτα ενόπλων, με την επαίσχυντη υποστήριξη ενός τμήματος της κοινωνίας, αποφασίζει ποιος ανήκει στην εν λόγω πατρίδα και ποιο πρέπει να την εγκαταλείψει ή να εξαφανιστεί, όπως αναφέρει ο δικαστής, στην Ημερίδα για τα Θύματ της Τρομοκρατίας και της Τρομοκρατικής Βίας που γίνεται πολύ αργότερα)
Άλλωστε και όταν μαθαίνουν ότι ο Χοσέ Μάρι έφυγε στο εξωτερικό και είναι πια στην παρανομία, ο Χοσίαν προτιμά να έχει καταφύγει στο Μεξικό παρά να δουλεύει για την οργάνωση ∙η νέα σύγκρουση με τη Μίρεν βάζει στο στόμα του Χοσίαν τα τραγικά λόγια: «εγώ δεν ανάθρεψα τον γιο μου για να σκοτώνει». Ο θάνατος του συνεργάτη και συγχωριανού τού Χοσέ Μάρι είναι ένα χτύπημα ακόμη, γιατί ο πατέρας του συμβουλεύει τον Χοσίαν: «Ούτε να σου περάσει απ’ το μυαλό να με παρηγορήσεις. Αν έχεις δυο δράμια μυαλό, τρέχα να βρεις τον γιο σου. Τον βουτάς, του σπας τα μούτρα και τον φέρνεις στο σπίτι ή τον παραδίδεις στην αστυνομία».  Κι όταν συλλαμβάνουν τον Χοσέ Μάρι πίνει και μεθάει (επιθυμία να θολώσει την πραγματικότητα, ένα αντάρτικο ξέσπασμα, μια τιμωρία που επιβάλλει στον εαυτό του επειδή δεν ήταν καλός πατέρας;)
Ο Χοσίαν  (και η Αράντσα) είναι τα ευάλωτα μέλη της οικογένειας, στα οποία διεισδύει αργά και σταθερά η βούληση της Μπιττόρι να δικαιωθεί ως προς την αδικία που υπέστη με τη δολοφονία του Τσάτο. Συναντά τον Χοσίαν στο νεκροταφείο και του εξομολογείται ότι πριν πεθάνει αποσπάσει τη συγνώμη ενός από τα μέλη της ΕΤΑ, που τώρα βρίσκονται σε αδράνεια, φυλακισμένα ή παροπλισμένα (μου ζήτησε (ο Τσάτο) να σου πω χαιρετίσματα/το χωριό είναι δικό μου όσο και δικό σου/ήσουν ο καλύτερος φίλος του άντρα μου/ κάποιος είδε τον Χοσέ Μάρι στο χωριό το απόγευμα που σκότωσαν τον Τσάτο/πες του πως αν μου ζητήσει να τον συγχωρέσω θα τον συγχωρέσω).
Ο Χοσίαν μπορεί να είναι αδύνατος χαρακτήρας, αλλά δεν υιοθετεί τη στάση και τις ιδέες της γυναίκας του. Όσο η Μίρεν δεν βλέπει την Αράντσα, εκείνος τους επισκέπτεται κρυφά, και  βλέπει κρυφά τα εγγόνια. Βρίσκει τη δύναμη να πει στον Γκόρκα (άλλος γιος): «ο αδερφός σου είναι δολοφόνος/αυτός εκεί έχει πολύ αίμα στα χέρια του», ενώ θεωρεί απερίφραστα ότι ο Σεράπιο είναι κάθαρμα, κι είναι αυτός που φουσκώνει τα μυαλά των νέων. Μέσα στη δίνη των τελευταίων γεγονότων ο Χοσίαν γίνεται μια ευαίσθητη χορδή που εξέπεμπε μια σιωπή καταθλιπτική, συλλογισμένη∙ μια σιωπή απ’ έξω προς τα μέσα, από το τότε στο τώρα.  Ένας άνθρωπος που παρά τους περιορισμούς, δεν απαρνιέται τα συναισθήματά του.

Τσάτο, το θύμα
Ο  Τσάτο μισοχαμογελούσε στη φωτογραφία με το πρόσωπο του δολοφονήσιμου ανθρώπου.
Δεν είχες παρά να τον κοιτάξεις, για να καταλάβεις πως κάποια φορά θα τον σκότωναν.

Αναμφίβολα ο Τσάτο είναι τραγικό πρόσωπο. Όχι μόνο γιατί εντέλει έγινε αθώο θύμα μιας καθαρά «εξορθολογιστικής» φανατικής ιδεολογίας, αλλά γιατί  τα τελευταία του χρόνια ξυπνούσε και κοιμόταν με τον φόβο του θανάτου. Παρακολουθούμε αυτήν την πορεία βήμα-βήμα, από τα πρώτα αδιόρατα σημάδια μέχρι τις πιο εξωφρενικές απειλές, με κομμένη την ανάσα. Στην αρχή εκμυστηρεύεται τους φόβους του στον φίλο του, Χοσίαν, ότι δηλαδή τον εκβιάζουν να δώσει χρήματα στην ΕΤΑ, κι ενώ την πρώτη φορά  έδωσε 1,6 εκ. πεσέτες (ένιωσε μια σουβλιά ενοχής, στη σκέψη πως τα λεφτά του μπορεί να χρησίμευαν για τη χρηματοδότηση εκρηκτικών και πιστολιών), του στέλνουν αλλεπάλληλα γράμματα με όλο και μεγαλύτερες απαιτήσεις. Δεν μπορεί να νιώσει τύψεις επειδή… δεν είναι φτωχός (έχει μεταφορική εταιρεία με 14 υπαλλήλους, αλλά με δάνεια και στερήσεις), φοβάται όμως για τα παιδιά του (Νερέα και Σαμπίερ)και όταν επεκτείνονται τα συνθήματα στους τοίχους και οι απειλές, αρχίζει και ζει μέσα στον τρόμο χωρίς να εξομολογείται σε κανέναν (εκτός απ’ τον Χοσίαν, όταν ακόμα επικοινωνούν) το σύμπλεγμα τρόμου και ενοχών. Θέλει να μιλήσει με τον Χοσέ Μάρι, να ζητήσει τη βοήθειά του ως μέλους της ΕΤΑ.
Όταν η Μπιττόρι μαθαίνει (από την Μίρεν!) ότι του στέλνουν απειλητικά γράμματα, έχουμε πάλι έναν συζυγικό διάλογο με «ένταση», δεδομένου ότι και σ’ αυτήν την οικογένεια, ο άντρας είναι φιλήσυχος και εσωστρεφής (και «ξεροκέφαλος», όπως λέει επανειλημμένα η Μπιττόρι), ενώ η γυναίκα του είρωνας και κυριαρχική (στον τάφο: εσένα σε σκότωσαν η ΕΤΑ και η ξεροκεφαλιά σου). Καθώς πληθαίνουν οι απειλές αλλάζει τις συνήθειές του και παίρνει διάφορες προφυλάξεις, και λίγο πριν το τέλος, όταν πια σφίγγει η μέγγενη, εκμυστηρεύεται τις ανησυχίες του στον Σαμπίερ, μυστικά απ’ όλους («Δεν τα βγάζω πέρα στο χωριό»). Προστατεύει και υπερασπίζεται την κόρη του απέναντι στη μάνα της (κοινό στοιχείο με τον Χοσίαν!)
Το πώς μεθοδεύτηκε η δολοφονία και ο απόηχός της στα πρόσωπα της οικογένειας -αλλά και των άλλων πρωταγωνιστών- χτίζεται σιγά σιγά απ τον συγγραφέα δημιουργώντας έντονα συναισθήματα στον αναγνώστη, που όχι μόνο συμπάσχει με τον συμπαθητικό ήρωα, αλλά βλέπει εκστατικός από μέσα πώς λειτουργούν αυτοί οι μηχανισμοί θανάτου. Όπου ο μηχανισμός δεν είναι απρόσωπος αλλά συμμετέχουν άνθρωποι με σάρκα, οστά, συναισθήματα, όνειρα, διαψεύσεις. 

Μπιττόρι, η γυναίκα του θύματος
-«είμαι μέρος αυτής της ιστορίας»
Με τον παραστατικό-θεατρικό τρόπο που επέλεξε ο συγγραφέας (χάρη στην ευρηματική δομή), παρακολουθούμε από κοντά την προσωπική τραγωδία της Μπιττόρι, που υπέστη κι αυτή την κοινωνική κατακραυγή και απομόνωση, τους φόβους όλους του Τσάτο, την έγνοια για τα παιδιά της, και φυσικά τον πόνο μετά τη δολοφονία του άντρα της. Είναι κι αυτή -όπως κι η Μίρεν- μια γυναίκα δυναμική και κυριαρχική σε σχέση με τον Τσάτο (αυτήν τη γυναίκα ούτε ο θεός δεν την καταλαβαίνει) αλλά και τα δυο της παιδιά. Οι πρώτες εικόνες που μας δίνει ο συγγραφέας για την Μπιττόρι, είναι μιας γυναίκας πενθούσας, που έχει τρομερό παράπονο από την κόρη –γιατί χωρίς αποχρώντα λόγο η Νερέα όχι μόνο δεν εμφανίστηκε στην κηδεία του πατέρα της, ούτε στην ταφή, ούτε καν στο πατρικό για συμπαράσταση. Αυτό όμως που την καίει, είναι η δικαίωση. Στις συμβουλές του πράου και μετριοπαθούς γιου της, Σαμπίερ, να μην ανασκαλίζει «παλιές ιστορίες», δίνει τη μεγαλειώδη απάντηση «είμαι μέρος αυτής της ιστορίας».
Μετά τον θάνατο του Τσάτο, η οικογένεια είναι ανεπιθύμητη, κι έτσι η Μπιττόρι με τον Σαμπίερ αναγκάζονται να μετακομίσουν στο Σαν Σεμπαστιάν (η Νερέα πηγαινοέρχεται). Καθώς όμως περνούν τα χρόνια και ο Χοσέ Μάρι είναι πια στη φυλακή ενώ η ΕΤΑ έχει αποδυναμωθεί, η Μπιττόρι αρχίζει κι επανεμφανίζεται στο σπίτι της στο χωριό και στο νεκροταφείο (Τσάτο μου, γκάνγκστερ μου, πιστολέρο μου, ποιον θα πυροβολούσες εσύ, που ήσουν ένας άγιος;), κρυφά στην αρχή και φανερά αργότερα, ενώ πλησιάζει πρώτα την Αράντσα και στη συνέχεια τον Χοσίαν, σαν πιο συμπονετικά μέλη της οικογένειας του Χοσέ Μάρι. Σκοπός της είναι να πλησιάσει τον Χοσέ Μάρι, να επικοινωνήσει μαζί του στη φυλακή, και να του αποσπάσει συγνώμη εκ μέρους της ΕΤΑ. Τα σταδιακά βήματα προσέγγισης και ο τρόπος που οι σκληρές μνήμες διαβρώνονται σιγά σιγά μπροστά στη συμπόνια ή καλύτερα την εν-συναίσθηση των δυο. Άλλωστε η συμπόνια είναι αμοιβαία, εφόσον η πανέμορφη αδερφή του Χ.Μ., η Αράντσα, είναι καθηλωμένη στο αναπηρικό καροτσάκι και επικοινωνεί μετά βίας με το ipad.   
Η πρώτη συνάντηση Μπιττόρι και Χοσίαν, είκοσι χρόνια μετά την απομάκρυνσή τους, είναι πολύ καθηλωτική (ό, τι έγινε έγινε… Ούτε εσύ, ούτε εγώ μπορούμε να το αλλάξουμε αυτό/τι έγινε; Εγώ ξέρω μόνο ένα τμήμα. Σκέφτηκα: ίσως ο Χοσίαν να μπορεί να μου συμπληρώσει την ιστορία/κάποιος είδε τον Χοσέ Μάρι στο χωριό το ίδιο απόγευμα που σκότωσαν τον Τσάτο/δεν τρέφω μνησικακία, πίστεψέ με. Δεν θα τον καταγγείλω. Το μόνο που δεν θέλω είναι να με θάψουν χωρίς να γνωρίζω. Και πες του, πως αν μου ζητήσει να τον συγχωρέσω, θα τον συγχωρέσω, πρώτα όμως πρέπει να μου το ζητήσει). Συνεχίζει ακάθεκτη τις επαφές με τη δεκτική Αράντσα που τη συμπονά και τη βοηθά.
Η Μπιττόρι είναι άρρωστη βαριά στο τέλος, και η μόνη της επιθυμία πριν τον θάνατο να μάθει την αλήθεια, να δικαιωθεί με μια συγνώμη. Είναι επομένως σπαραχτικές οι προσπάθειες επικοινωνίας με τον Χοσέ Μάρι (που τον υποπτεύεται αλλά τον θεωρεί -τουλάχιστον- εκπρόσωπο της ιδεολογίας που σκότωσε τον άντρα της), και η άμβλυνση του πόνου καθώς περνά ο καιρός, η μεταστροφή της σε ένα άτομο πιο σοφό και συμπονετικό. Μέσα απ’ αυτήν την πορεία βλέπουμε την κάθαρσή της βήμα βήμα καθώς  πλησιάζει προς την λύτρωση (εμένα με σκότωσαν πριν από πολύ καιρό. Από τότε δεν ήμουν παρά ένα φάντασμα. Το πολύ μισός άνθρωπος./γιατί νομίζεις ότι ζω ακόμη; Τη χρειάζομαι αυτή τη συγνώμη).

Νερέα και Σαμπίερ, τα παιδιά του Τσάτο
Δύο ακόμα διαφορετικοί χαρακτήρες διαγράφονται ολοκληρωμένοι μέσα από τη γραφή του Αραμπούρου, δυο πρόσωπα που πάσχουν κι αυτά αλλά με ξεχωριστό τρόπο ο καθένας με όσα συμβαίνουν στην κοινωνία που ζουν. Παρακολουθούμε στενά και την προσωπική τους πορεία αλλά και τη διαφορετική συμμετοχή τους στην οικογενειακή τραγωδία.
Ο Σαμπίερ είναι γιατρός, ψηλός, όμορφος αλλά συνεσταλμένος (έγραφε με ψευδώνυμο προστατευμένος από μια ψεύτικη ταυτότητα, για να νιώσει πως νικάει την αθεράπευτη δειλία του και να νιώσει κάποιος άλλος από τον μοναχικό άντρα των 48 χρόνων που ήταν), δεν τα καταφέρνει με τις γυναίκες -παρόλ’ αυτά είχε κάποιο ρομάντσο με την Αράντσα και παρακολουθούμε και την περίεργη αλλά ειδυλλιακή σχέση του με την Αράνσασου, βοηθό νοσηλευτή (εννοείται ότι η μάνα του δεν την εγκρίνει, σε αντίθεση με τον Τσάτο, που όπως ο Χοσίαν, σκέφτεται μόνο την ευτυχία του παιδιού του). Η σχέση είναι διακριτική και τρυφερή αλλά κρατάει λίγο (ο φόβος ότι δεν ήταν σε θέση να κρατήσει μια πραγματική, σταθερή συναισθηματική σχέση. Είναι όμως έξυπνος κι ευαίσθητος, είναι αυτός που συμπαραστέκεται στη μάνα του (στην περίπτωση που σκοπεύεις να αναζωπυρώσεις παλιές ιστορίες, θα σου ήμουν ευγνώμων αν με ενημέρωνες). Ο Σαμπίερ έχει περιθάλψει μέχρι και μέλος της ΕΤΑ, πιστός στον νόμο του Ιπποκράτη, έναν τρομοκράτη 23 χρονών, σιωπώντας μπροστά στις υποδείξεις της πολιτοφυλακής (αν ήξερε αυτός ο νεαρός τι έκαναν στον πατέρα μου άλλοι του φυράματός του/ ένας ασθενής. Αυτό έβλεπε ο Σαμπίερ σ’ εκείνον τον νεαρό. Ένα σώμα που χρειαζόταν ιατρική βοήθεια).
Η Νερέα σπουδάζει νομική στη Σαραγόσα όταν αρχίζουν οι απειλές, πράγμα που το επιδίωκε ο πατέρας της για να την προστατεύσει. Τα συναισθήματα με τον πατέρα είναι αμοιβαία (γαμώτο, πόσο την αγαπούσε. Ο αϊτά μου, ο γέρος μου). Είναι πιο ατίθαση, πιο ανεξάρτητη -έχει ρίξει μαύρη πέτρα- και, για να χρησιμοποιήσουμε και την έκφραση της μάνας της, πιο «ξεροκέφαλη», σαν τον πατέρα της. Μισεί τη νομική και κάνει ανέμελη κι έξαλλη ζωή και γεύεται όλους τους καρπούς της ελευθερία της φοιτητικής ζωής.  Γεμίζει πίκρα που φτάνει σε όριο κακίας την Μπιττόρι, γιατί λείπει από την τραγωδία, δεν έρχεται ούτε καν στην κηδεία, ερωτεύεται κάποιον Γερμανό και φεύγει ξαφνικά για Γερμανία χωρίς να δώσει λογαριασμό, ατυχεί στον έρωτα αυτό αλλά παντρεύεται τον Κίκε που δεν τον εγκρίνει η μητέρα κ.α. Και φυσικά, δεν είναι αναίσθητη… Όλες οι λεπτομέρειες των συμβάντων, μετά από χρόνια έχουν την επίδραση αναμμένου κάρβουνου μέσα στο σώμα της. Και πράγματι, βλέπουμε στιγμές μεγάλης ευαισθησίας εκ μέρους της Νερέα. Άλλωστε, είναι η μόνη που πολύ νωρίς επιθυμεί με αποφασιστικότητα  να πάρει μέρος σε «επανορθωτική συνάντηση στη φυλακή» (θέλω ένας απ’ αυτούς να μάθει τι μας έκαναν και τι περάσαμε/να σταματήσει η πληγή να πυορροεί)
Δεν είναι σκόπιμο να αναφερθούν εδώ όλες οι λεπτομέρειες των βίων αυτών των κάπως δευτερευόντων προσώπων, παρόλο που έχουν πολύ ενδιαφέρον, καθώς βιώνουν τις αντιφάσεις που τους έθεσε η ζωή κι έχουν βαρύ συναισθηματικό φορτίο. Ο αντίκτυπος των γεγονότων περιγράφεται με την θεατρικότητα της γραφής του συγγραφέα, που είναι πάντα συναρπαστική. Η σχέση τους είναι… διαλεκτική, εφόσον η αντίθεση των χαρακτήρων τους δεν οδηγεί σε πόλωση αλλά σε σύνθεση(Νερέα στον Σαμπίερ: από τότε που σκότωσαν τον αϊτά, γέλασες καμιά φορά;). η σχέση των δύο αδερφών γίνεται πολλές φορές συγκινητική: ο αδερφός της, ο δόκτωρ Θλιμμένος –ένας άντρας ψηλός και πιο αδύνατος, με φαβορίτες (από πότε;) γκριζαρισμένες, που περπατούσε κοιτάζοντας το έδαφος. (…)Καημένε Σαμπίερ, όλη του τη ζωή να παλεύει να αποκτήσει μια καλή κοινωνική θέση για να ευχαριστήσει τη μαμά του και τον μπαμπά του. Να τος που έφευγε, αυτός που ποτέ δεν έσπασε ένα πιάτο, αυτός που δεν ήξερε να αγοράσει ρούχα μόνος του, με το μπλε μαρέν πουλόβερ του απλωμένο στους ώμους. Υπάρχει μεγάλη μοναξιά σ’ αυτές τις πλάτες που απομακρύνονται.

Αράντσα, Γκόρκα, Χοσέ Μάρι, τα παιδιά της Μίρεν και του Χοσίαν

Ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχουν οι πορείες των  αδερφών του Χοσέ Μάρι, του τελευταίου όμως τον βίο και την πολιτεία θα την εξετάσουμε χωριστά, εφόσον είναι από πολύ μικρός στρατευμένος στον αγώνα «υπέρ της πατρίδας». Και η Αράντσα και ο Γκόρκα δεν εγκρίνουν τον δρόμο που διάλεξε ο αδερφός τους. Δεν αντιδρούν όμως με τον ίδιο τρόπο, άλλωστε έχουν και πολλά δικά τους, προσωπικά προβλήματα. Είναι όμως χαρακτηριστικό σ’ όλο το βιβλίο, ότι οι γυναίκες-ηρωίδες είναι  πιο ανεξάρτητες και πιο βέβαιες για τις πράξεις τους.
Η αλληλεγγύη της Αράντσα στην οικογένεια του Τσάτο είναι δεδομένη από την αρχή. Είναι η μόνη που χαρακτήρισε «παλιανθρωπιά» τα τρομοκρατικά συνθήματα στους τοίχους ενάντια στον Τσάτο, η μόνη από την οικογένεια που πήγε στην κηδεία του τελευταίου, επικοινωνεί πολύ φιλικά με τη Νερέα, και χαρακτηρίζει τον αδερφό της «δολοφόνο», στον Σαμπίερ με τον οποίο μιλά με ψυχρή τρυφερότητα, με τρυφερή ψυχρότητα. Θυμάται το δώρο- βραχιόλι που της έκανε ο Τσάτο όταν ήταν παιδί (θα το έδινα στην Μπιττόρι αλλά δεν τολμώ να την κοιτάξω στα μάτια). Αλλά και μετά το εγκεφαλικό που την άφησε παράλυτη κι εξαρτώμενη από τη μητέρα της, διατηρεί την αυτοκυριαρχία, της, την αξιοπρέπειά της, τη γνώμη της και κάνει τις επαναστάσεις της. Αρνείται να πάει στην κηδεία στελέχους της ΕΤΑ, ενώ όλοι π.χ. η Νερέα, πάνε από μόδα έχοντας σταθερά επιχειρήματα (ένας άνθρωπος εκδικητικός, αρχηγός δημίων, που αποφάσιζε για τη ζωή και τον θάνατο άλλων/ πηγαίνετε χωρίς εμένα. Εγώ δεν έχω το κουράγιο να παρευρεθώ σ’ αυτό το καρναβάλι του θανάτου).  Κι αυτή, όπως είπαμε,  παντρεύεται με πολιτικό γάμο κάποιον που δεν εγκρίνει η Μίρεν (δεν είναι Βάσκος) και κάνει δυο παιδιά ενώ, θυμίζω, δε μιλιέται για πέντε χρόνια με τη μάνα της. Νιώθει έντονη την αντίφαση να έχει αδερφό δολοφόνο, που επιτείνεται από τις προσβολές του Γκιγέρμο απέναντι στους Βάσκους. Παρακολουθούμε με αγωνία το πώς αρρώστησε, πώς αντέδρασαν οι αγαπημένοι της, πώς χώρισε τον Γκιγέρμο κλπ κλπ. όμως το σημαντικό είναι ο καταλυτικός ρόλος της στην «κάθαρση» της δολοφονίας, εφόσον ήταν η δίοδος που χρησιμοποίησε η Μπιττόρι για να φτάσει στον Χοσέ Μάρι. Είναι σπαραχτικός ο τρόπος που επαναστατεί το πεύμα σ’ ένα σώμα φυλακισμένο (ήταν αδύνατον να αγνοήσεις την αγωνιώδη αγωνία της, τον παράλυτο θυμό του μορφασμού της)
Ο Γκόρκα (κι άλλος «θλιμμένος αδερφούλης», όπως ο Σαμπίερ) είναι διανοούμενος. Όπως κι ο αδερφός της Νερέα, είναι ψηλός, αδύνατος, εύθραυστος, ντροπαλός και πράος. Όμως είναι αδερφός του Χοσέ Μάρι, ζουν σαν παιδιά στο ίδιο δωμάτιο, κι ας είναι η μέρα με τη νύχτα. Θέλει να γίνει συγγραφέας, γράφει ποιήματα και διηγήματα, είναι σιωπηλός και παθητικός μπροστά στον ενθουσιασμό του μεγαλύτερού του αδερφού. Αγαπάει τη μοναξιά και  τα βιβλία σε βαθμό που οι γονείς του ανησυχούν (ή είναι πολύ έξυπνος, ή είναι βλάκας). 
Καθώς μεγαλώνει, αναγκάζεται με βαριά καρδιά να ακολουθήσει τον Χοσέ Μάρι στις διάφορες διαδηλώσεις και αρχικά τον κοροϊδεύουν, αρχίζει όμως σιγά σιγά να αναδεικνύεται η υπεροχή του στις γνώσεις και στις γλώσσες (κατέχει ΚΑΛΑ τα βασκικά), και κερδίζει τον σεβασμό του αδερφού του και των φίλων του γιατί γνωρίζει πράγματα σε βάθος (εξήγησέ μου τι είναι αυτός ο μαρξισμός-λενινισμός). Δεν τολμά να αρνηθεί να παραστεί στις τιμητικές τελετές των αγωνιστών ΕΤΑ ή στις τραμπούκικες παρέες, παρόλο που κρίνει ότι ο Χοσέ Μάρι μπήκε στη ζώνη του σκέτου και σκληρού μίσους κι ενός επιθετικού φανατισμού. Ο Χοσέ Μάρι έφτασε στο σημείο να του μάθει να φτιάχνει κοκτέιλ μολότοφ, αλλά ο Γκόρκα δεν έχει την τόλμη να του πει ότι δεν έβλεπε μέσα στη στολή τον άνθρωπο που βγάζει έναν μισθό, που έχει γυναίκα και παιδιά.
Δεν αργούν φυσικά να τον μπλέξουν… μήνυμα να συναντήσει κρυφά τον Χοσέ Μάρι και τον Χόκιν- τους βοηθά να γλυτώσουν τη σύλληψη (Χοσέ Μάρι: είσαι αρχιδάτος τύπος, πάντα ήσουν, γαμωτοθεό μου). Όταν παίρνει  λογοτεχνικό βραβείο από το Επαρχιακό Ταμιευτήριο της Γκιπούσκοα, η Αράντσα ειδοποιεί τον αδερφό της να «προσέχει» (το καλύτερο είναι να γράφεις τα δικά σου και να μην αφήσεις κανένα να εκμεταλλευτεί το ταλέντο σου). Όντως, προσπαθούν να τον στρατολογήσουν και ο γλοιώδης παπάς αλλά και ο Πάτσι, της ταβέρνας όπου μαζεύονται οι επαναστάτες, του ζητά το χρηματικό βραβείο υπέρ της «πατρίδος».  Το αποκορύφωμα ήταν η «εκίντσα» (=ενέργεια, επίθεση) όπου τον εμπλέκουν, να βάλουν φωτιά στο φορτηγό του Τσάτο. Δεν μπορεί να φύγει γιατί χρησιμοποιούν τη λέξη «προδίδω» (κοίτα νεαρέ, σε μια ομάδα, όταν ξέρει κάποιος το σχέδιο δράσης, ακολουθεί μέχρι το τέλος και δεν προδίδει).
Τα συναισθήματα του Γκόρκα αυτήν την οριακή στιγμή ήταν καθοριστικά για τη μετέπειτα πορεία του (Ήταν ξαφνικά τόσο διαβρωμένος από ντροπή, που ένιωσε  σα να περπατούσε γυμνός στο δρόμο/στο λαιμό του σχηματίστηκε ένας κόμπος απέχθειας. Και ήταν απέχθεια για τον εαυτό του. ένιωσε κότα, αξιοκαταφρόνητος τύπος, ένα παράξενο ζώο, ψάρι έξω απ το νερό, ξεπουπουλιασμένο πουλί κλπ κλπ.). Δεν αντέχει λοιπόν αυτήν την καταπίεση να υποκρίνεται ότι συμφωνεί με την Εουσκάλ Ερρία, παρόλο που το να είναι αδερφός του Χοσέ Μάρι του έδινε κύρος (προτού κλείσει τα δεκαεφτά, έκανε τους υπολογισμούς του. Εμένα από αυτό το σκύψιμο του κεφαλιού θα με βγάλουν μόνο μια αλλαγή περιβάλλοντος και οι σπουδές). Βρίσκει δουλειά σε βιβλιοπωλείο, αρχίζει και δημοσιεύει περιλήψεις βιβλίων στα βασκικά, άρθρα πολιτιστικού χαρακτήρα σε περιοδικά, μικρές μεταφράσεις.  Τέλος η γνωριμία του με τον Ραμούντσο ήταν το επιστέγασμα της προσωπικής του πορεία για ανεξαρτησία και για συναισθηματική ολοκλήρωση, εφόσον με τον γλυκό και συγκαταβατικό Ραμούντσο στο τέλος παντρεύεται.
Ο θάνατος του Τσάτο βρίσκει τον Γκόρκα στο Σαν Σεμπαστιάν, με τον εραστή του (η ΕΤΑ δεν σκοτώνει χωρίς λόγο) κι ένα κύμα θλίψης τον κυριεύει, ενώ η άρνησή του (στον πατέρα του) να στείλει μια συλλυπητήρια κάρτα στην Μπιττόρι τον φέρνει σε θέση σκληρής αυτοκριτικής: «Είμαι τόσο δειλός όσο κι αυτός (ο Χοσίαν) και όσο τόσοι άλλοι αυτή τη στιγμή που στο χωριό μου θα λένε χαμηλόφωνα, για να μην τους ακούσουν, πρόκειται για κτηνωδία, για ανώφελη αιματοχυσία, δε χτίζεται έτσι μια πατρίδα». Δεν κρύβει την χαρά του όταν έμαθε ότι η πολιτοφυλακή συνέλαβε τον Χοσέ Μάρι (για το καλό του καλύτερα να τον αποσύρουν απ’ την κυκλοφορία) κι όταν αναγκαστικά γυρίζει στο χωριό για να συμπαρασταθεί στους δικούς του νιώθει πολύ άβολα κι αντιφατικά (αν ήξεραν οι ντίποιοι πόσοι απέχθεια μου προκαλούν όλ’ αυτά).
Η συνάντηση του Γκόρκα με τον Χοσέ Μάρι στη φυλακή, μετά από πολλά χρόνια που έχουν να ιδωθούν, είναι συγκλονιστική. Ο συνεσταλμένος αδερφός έχει βρει πια το σθένος να υπερασπιστεί το είναι του. Όταν όμως καταλαβαίνει ότι η αδερφή του, το μόνο άτομο που εμπιστεύεται, πρόδωσε  αυτήν την εμπιστοσύνη εφόσον είπε στον Χοσέ ότι είναι ομοφυλόφιλος, νιώθει προδομένος (Ραμούντσο: Το πρόβλημά σου είναι πως δεν ξέρεις να συγχωρείς/Γκόρκα: μεγαλύτερο πρόβλημα είναι για μένα να μη με σέβονται)

Χοσέ Μάρι, θύτης ή θύμα;
ή αλλιώς, ο μηχανισμός κατασκευής ενός ήρωα

Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι καράβι με ατσάλινη γάστρα.
Μετά περνούν τα χρόνια και δημιουργούνται ρήγματα.
Από κει μπαίνει το νερό της νοσταλγίας, μολυσμένο με μοναξιά,
και το νερό της συνείδησης ότι έκανε λάθος
και ότι δεν μπορεί να διορθώσει το λάθος. 
Ο Χοσέ Μάρι είναι ο κεντρικός ήρωας, ο πυρήνας του βιβλίου, αυτός του οποίου οι επιλογές καθόρισαν την πορεία και την μοίρα όλων των υπόλοιπων∙ χαρακτηριστική φιγούρα που ενσαρκώνει τον αγώνα των Βάσκων και αναμφίβολα το πιο τραγικό πρόσωπο. Με τον θραυσματικό τρόπο που επέλεξε να αφηγηθεί όλη την ιστορία ο Αραμπούρου, μαθαίνουμε ότι ήταν ένα ζωηρό αγόρι με μακριά μαλλιά, με ταλέντο στο χάντμπολ, που με τους δυο του φίλους στο χωριό τριγυρνούσαν όλη μέρα με τη σφεντόνα κυνηγώντας πουλιά, σπάζοντας μπουκάλια, τζάμια, κάνοντας ζημιές και σκανταλιές, εξασκούμενοι στο σημάδι με το αεροβόλο (κάπου τότε άρχισε ο ένοπλος αγώνας. Τον είχαμε στα γονίδιά μας). Σημάδευαν γάτες αλλά οραματίζονταν  ότι πυροβολούν και άνθρωπο.
Καθώς μεγαλώνουν, μεγαλώνουν και οι προκλήσεις: φωτιές σε οχήματα, κάψιμο ισπανικής σημαίας, τραμπουκισμοί, συνθήματα. Η συμμετοχή σε τρομοκρατικές ενέργειες γίνεται πλέον τρόπος ζωής, καθώς παράλληλα αρχίζουν και συμμετέχουν στις εκδηλώσεις της ΕΤΑ (είναι η εποχή που δημιουργήθηκε  η Λαϊκή Ενότητα, που αργότερα επανιδρύθηκε ως πολιτικό ισπανικό κόμμα  (Ερρί Μπατασούνα[2]) και υποστηρίζουν όλο και πιο φανατικά, και πιο απροκάλυπτα  τον αγώνα για αυτονομία. Θέλουν να γίνουν ήρωες (ο Χόκιν περιέγραφε το παραδεισένιο πανόραμα του σοσιαλισμού και της ανεξαρτησίας με τα εφτά εδάφη της Εσκουάλ Ερρία ενωμένα και χωρίς κοινωνικές τάξεις, όπου ακόμη και το χορτάρι, τι στοίχημα πας, θα μιλάει βασκικά). Μελετούν τον χάρτη που είχε καθορίσει η Αλτερνατίβα KAS[3], δίνοντας ιερούς όρκους (όποιος μπει στη μέση, παρεμποδίζοντας την επίτευξη του στόχου μας ως λαού, παρ’ τον κάτω. Ακόμα κι αν είναι ο αϊτά μου, γαμώ την τρέλα μου), αν και ο Χοσέ Μάρι δεν είναι πολύ πολύ της θεωρίας, δεν του αρέσει η πολιτική.
Η δράση των τριών φίλων περνά απ’ τα 40 κύματα, όμως δεν είναι σκόπιμη η παράθεση λεπτομερειών. Η ουσία είναι ότι οι τρεις φίλοι άρχισαν να καταζητούνται ως επικίνδυνοι τρομοκράτες κι άρχισε ένα κρυφτοκυνηγητό όπου μπλέκονταν φίλοι και συγγενείς. Στη Γαλλία όπου το έσκασαν τους περιέλαβε η οργάνωση, κρύβοντάς τους σε πτηνοτροφείο στη Βρετάνη. Μέρες και ώρες αναμονής (στην «εφεδρεία»)  μέχρι να τους δεχτούν οι ανώτεροι στην ιεραρχία, δοκιμασίες, εκπαίδευση, μαθήματα όπλων, πρώτη «σοβαρή αποστολή» -εκτέλεση με νεκρό (θυμήθηκε ένα ρητό του εκπαιδευτή: δε δολοφονούμε, εκτελούμε. Και δεν καταδέχτηκε να πάρει τα λεφτά της ταμειακής, δεν πήρε τίποτα, κι αυτή είναι η απόδειξη του δίκαιου του αγώνα…).
Τομή στη ζωή του Χοσέ Μάρι ήταν η σύλληψη του Σάντι Πότρος από τη Γαλλική συνοριακή αστυνομία (οπότε αποκαλύφθηκαν πολλά ονόματα) και η είδηση του θανάτου του Χόκιν (δε θυμόταν να είχε κλάψει τόσο ούτε όταν ήταν μικρός).  Ήταν οριακή η στιγμή γιατί μέσα του ορκίστηκε εκδίκηση στο όνομα του φίλου του, αλλά και γιατί τότε ενημερώθηκε ότι θα ενταχτεί ενεργά στον αγώνα (στο κράτος θα κοστίσει πολύ το αίμα του Χόκιν/αυτό είναι σα να αντιλαμβάνεσαι την ένοπλη πάλη ως προσωπική υπόθεση). Όταν πια έρχεται σε επαφή με τον αρχηγό, του αναθέτουν περιοχή όπου μπορούν να σκοτώσουν όποιον θέλουν (αστυνομικούς, πολιτοφύλακες, ερτσάινας, ό, τι βρείτε μπροστά σας. Πρέπει να χτυπάμε δυνατά μέχρι να καθίσει το κράτος να διαπραγματευτεί)! Ο Χοσέ τώρα είναι περίπου 24 χρονών, ανήκει σ έναν πυρήνα με τρία άτομα, και στην περιοχή που τους δόθηκε περιλαμβάνεται και το χωριό του. έχει ενδιαφέρον όλο το σκηνικό των επιθέσεων αλλά και των προφυλάξεων καθώς κρύβονται.
Ο αναγνώστης λοιπόν έχει εδώ την ευκαιρία να δει από μέσα πώς κατασκευάζεται ο επαναστάτης/τρομοκράτης/αντάρτης.
Στο «σήμερα» ο Χοσέ Μάρι είναι ήδη 17 χρόνια στη φυλακή, μετά από σκληρά βασανιστήρια, είναι 43 χρονών «γερασμένος» και με ελαφριά φαλάκρα… Έχει καταδικαστεί σε 126 χρόνια φυλάκισης και όλο το πρότερο σθένος έχει αρχίσει να διαβρώνεται (όλα συμβαίνουν πια χωρίς αυτόν). Τον τρώει η μοναξιά και οι αναμνήσεις -μόνο η μάνα τον επισκέπτεται μια φορά το μήνα. Έχει τον χρόνο πια να ανασκαλίζει τις μνήμες (τα χρόνια, οι σιωπηλοί τοίχοι, τα μάτια της μητέρας του στην αίθουσα επισκέψεων άρχισαν να τον κατατρώνε, ανοίγοντάς του μια εσωτερική κοιλότητα, όπως στον κορμό ενός δέντρου). Όχι, δεν τον συγκινεί ούτε ο πατέρας του, το «αδύναμο ανθρωπάκι» , που απλώς του προκαλούσε οίκτο. Εξακολουθεί να νιώθει μίσος, καθαρό και σκέτο, συνέπεια των χτυπημάτων που είχε δεχτεί, του αισθήματος ταπείνωσης, της βεβαιότητας πως ό, τι έκαναν σ’ αυτόν το έκαναν  στον λαό του. Το μίσος τον ενεργοποιεί, τον ανακουφίζει.  
Η εσωτερική διάβρωση αρχίζει σιγά σιγά, όταν η Μίρεν του εκμυστηρεύεται την επανεμφάνιση της Μπιττόρι στο χωριό. Κι ύστερα αρχίζουν τα γράμματα, που έρχονται στα χέρια του με τη βοήθεια της Αράντσα. Και οι δηλώσεις μετανοίας που υπογράφονται απ’ τους παλιούς συναγωνιστές (είναι το στοίχημα της «συμφιλίωσης»). Στις φωνές του μυαλού του εκείνος απαντά ότι εξακολουθεί να αντιστέκεται (η οργάνωση εγκαταλείπει τον αγώνα κι εμάς τους κρατούμενους μας αφήνει πεταμένους σαν άχρηστα σφουγγαρόπανα). Όμως τα χρόνια εγκλεισμού δίνουν πια άλλο βάρος στα γεγονότα (να η ζωή σου νεαρέ, πεταμένη σαν ένας σωρός σκουπίδια ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους του κελιού).
Τι τον έσπασε σαν ξερό κλαρί; Όχι ο χρόνος, αλλά τι; Όταν εμφανίστηκε η Αϊντσάνε, το κορίτσι απ΄την Οντάρροα, που τον θαύμαζε και τον αγκάλιαζε με το γέλιο της και την τρυφερότητά της, κατάλαβε αίφνης, και ήταν σαν να έπεφτε πάνω του το ταβάνι του κελιού, πως έχανε το καλύτερο κομμάτι της ζωής.
Δεν έχει σημασία ποια έκβαση είχε τελικά η εσωτερική του σύγκρουση (άλλωστε δεν είναι σωστό να αποκαλύψω) αλλά αυτή είναι η τραγωδία του Χοσέ Μάρι όπως και άλλων αγωνιστών που θυσιάζουν τα πάντα για μια ιδέα…
 Έτσι, σαν τέλος θα παραθέσω το παιδικό τραγούδι που τον κράτησε τις μέρες των σκληρών βασανιστηρίων, «τσορία τσόρι», που σημαίνει «το πουλί είναι πουλί»:
(Τον έπιασε ένα είδος ευφορίας, ίσως επειδή δεν ένιωθε μόνος, παρόλο που ήταν μόνος)
   ΤΟ ΠΟΥΛΙ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥΛΙ
Αν του είχα κόψει τα φτερά θα ήταν δικό μου,
δεν θα το είχε σκάσει.
Αν του είχα κόψει τα φτερά θα ήταν δικό μου,
δεν θα το είχε σκάσει.
Όμως έτσι θα είχε πάψει να είναι πουλί.
Κι εγώ… αγαπούσα το πουλί.
Κι εγώ… αγαπούσα το πουλί.
 Χριστίνα Παπαγγελή



[1] Το 1936, στις παραμονές του Ισπανικού εμφυλίου, στο μικρό εκείνο διάστημα που η Ισπανία έχαιρε ως δημοκρατία, οι Βάσκοι πρόλαβαν κι αυτοί να σχηματίσουν κυβέρνηση. Όταν όμως οι φασιστικές δυνάμεις κινήθηκαν κατά της νεοσύστατης δημοκρατίας των Ισπανών και άρχισε ο εμφύλιος, μπήκαν στον πόλεμο και πολλοί Βάσκοι -αυτή τη συμμαχία αξιοποίησε ο Φράνκο χαρακτηρίζοντας τους δημοκράτες και τους αριστερούς "εθνικούς προδότες". Ο Φράνκο ενισχύθηκε χωρίς καμία φειδώ από τον Χίτλερ στη Γερμανία και τον Μουσολίνι στην Ιταλία, καθώς και από τις ΗΠΑ (με πετρέλαιο, μεταφορικά μέσα) και τη Μεγάλη Βρετανία, αλλά και από τη χούντα της Πορτογαλίας. Ο πόλεμος αυτός στοίχισε πολύ στους Βάσκους, με τη Γκερνίκα τον πίνακα του Πικάσο να αναπαριστά τη φρίκη της ισοπέδωσης μιας πόλης γεμάτης αμάχους από την αεροπορία της Γερμανίας -η Γκουέρνικα ήταν και είναι βασκόφωνο χωριό δίχως στρατιωτικό στόχο, είχαν χαθεί τότε 170-300 παιδιά, γυναίκες και ηλικιωμένοι. Οι Βάσκοι εντούτοις δεν εγκατέλειψαν τον αγώνα τους. Στο πλαίσιο των προσπαθειών τους για εθνική ανεξαρτησία συνέστησαν την ΕΤΑ, Βασκική Εθνικιστική και Αυτονομιστική οργάνωση. Δημιουργήθηκε στο Μπιλμπάο σαν απάντηση στα μέτρα του Φράνκο το 1959 ως "οργάνωση για τη διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς των Βάσκων". Ήταν εξαρχής ή γρήγορα μεταβλήθηκε σε ένοπλη οργάνωση, μαρξιστικής ιδεολογίας με στόχο την αυτοδιάθεση και την ανεξαρτησία των Βάσκων. Της αποδίδονται 800 δολοφονίες και πολλές απαγωγές και έχει χαρακτηριστεί από τις ΗΠΑ και την ΕΕ ως τρομοκρατική οργάνωση. Το κόμμα Έρι Μπατασούνα (Batasuna) (παράνομο κι αυτό) σήμερα θεωρείται το πολιτικό σκέλος της οργάνωσης, ισχυρισμός που όμως το ίδιο το Έρι Μπατασούνα διαψεύδει. Το 2010 η ΕΤΑ ανακοίνωσε μονομερή κατάπαυση πυρός είτε εκτιμώντας το διεθνές και τοπικό πολιτικό κλίμα είτε επειδή είχε αποδυναμωθεί από τις εκατοντάδες συλλήψεις μελών της στη Γαλλία και στην Ισπανία. Το 2011 ανακοίνωσε την παύση της ένοπλης δραστηριότητάς της. Στις 21 Οκτωβρίου 2011, η ETA ανακοίνωσε την παύση της ένοπλης δραστηριότητας της οργάνωσης. Η ΕΤΑ έκανε γνωστή στις 2 Μαΐου 2018 μια επιστολή με ημερομηνία 16 Απριλίου 2018 σύμφωνα με την οποία "είχε διαλύσει τελείως όλες τις δομές της και τερμάτισε την πολιτική της πρωτοβουλία" (Wikipedia)

[3] Συλλογικό όργανο ενός μεγάλου μέρους της αμπέρτσαλε (=πατριωτικής)αριστεράς

Τρίτη, Απριλίου 28, 2020

Οι αγραυλούντες, Χρήστος Μαλεβίτσης

Πού πήγατε άγιες μέρες της ζωής μου;
Ποια ποτάμια σας παρέσυραν μακριά μου για πάντα;
Κρατώ τη μνήμη σας, επιστρέφω στα μεσημέρια σας,
 στις αρχαίες μέριμνες που σας εστόλισαν με τη φροντίδα τους,
νυφούλες του χαμού.
Μια νυχτερινή «αγραυλία», σε αμμόλοφο δίπλα στη θάλασσα μια αυγουστιάτικη βραδιά είναι το σκηνικό της συνάντησης πέντε φίλων, τεσσάρων ανδρών και μιας γυναίκας, που ξεδιπλώνουν διαλογικά τη διαφορετική τους θεώρηση απέναντι στο Νόημα της ζωής∙  στη Ζωή, στον Έρωτα και στον Θάνατο. Δεν είναι σκόπιμο να κατατάξει κανείς το βιβλίο σε κάποια από τις γνωστές κατηγορίες, αν όμως γνωρίζει το έργο και τη σκέψη του Χρήστου Μαλεβίτση, θα έλεγε ότι πρόκειται για ένα «φιλοσοφικό μυθιστόρημα» (κι αυτό για να προσανατολιστεί ο ανίδεος αναγνώστης), αποδίδει δηλαδή στο ακέραιο αλλά με πρωτότυπο τρόπο μια συγκροτημένη φιλοσοφική κοσμοθεωρία, και η λογοτεχνική-θεατρική σκηνή είναι το πιο κατάλληλο όχημα για να την μεταγγίσει.
Γιατί είναι το πιο κατάλληλο όχημα; Γιατί στο έργο αυτό συμμετέχουν πρόσωπα ως ιδιαίτερες και μοναδικές προσωπικότητες, και το πρόσωπο είναι ο φορέας του πνεύματος ή μάλλον στο Πρόσωπο γίνεται η αποκάλυψη του πνεύματος, όπως ακριβώς διευκρινίζεται  από τον φιλόσοφο στην πορεία του έργου. Θα ήταν επομένως πολύ πιο στείρο να διατυπωθούν σε στεγνό θεωρητικό λόγο οι διαφορετικές προσεγγίσεις στην Αλήθεια, παρά να ζωντανέψουν μπροστά μας μέσα στην αδρή ύλη –όπως και έγινε- από τις διαφορετικές συνειδήσεις που εκπροσωπούνται στο έργο αυτό∙ με ψυχική ορμή, με συγκίνηση, πάθος, ονειροπόληση, αλλά και με διαφωνίες/συγκρούσεις μεταξύ τους ∙ όπου φυσικά όχημα επικοινωνίας είναι και πάλι ο Λόγος στις διάφορες εκφάνσεις του (Ιωάννης: Δεν είναι λέξεις, είναι συμβαίνοντα), παρόλο που διευκρινίζεται απ’ όλους σχεδόν τους ομιλητές ότι ο λόγος δεν μπορεί να αποδώσει το «άρρητο». Μέσα από το Πρόσωπο μεταδίδεται άμεσα στον αναγνώστη η αγωνία του πάσχοντος ανθρώπου, που πασχίζει όχι μόνο να δώσει απαντήσεις στα υπαρξιακά ερωτήματα στα οποία σκοντάφτει η μοναδική ζωή του, αλλά και να διατηρήσει ακέραιη την εσωτερικότητά του (πράγμα που από μιαν άλλη οπτική, σημαίνει πιστότητα στην αποκάλυψη της ουσίας του, όπως επισημαίνει ο Χρύσιππος).
Έτσι λοιπόν, οι πέντε αυτές διαφορετικές προσωπικότητες εκφράζουν και διαφορετικές οπτικές του κόσμου, διαφορετικά βλέμματα, και καθεμιά υπερασπίζεται με σθένος τη δική της ματιά. Όπως λέει ο «φιλόσοφος» Χρύσιππος καθώς τους υποδέχεται γεμάτος χαρά «σ’ αυτό το ακρωτήρι του κόσμου», είτε είναι τα μάτια του Κέβη τα ερευνητικά, είτε είναι τα μάτια του Λάχη τα ποιητικά, είτε τα μάτια της Βιλιτώς τα αγαπητικά, είτε πρόκειται για τα μάτια του Ιωάννη τα μυστικά, δεν χορταίνουν να βλέπουν, να αγαπούν, να απορούν και να θαυμάζουν.
Ακούμε επομένως τον Κέβη τον επιστήμονα, τον Λάχη τον ποιητή, τον Χρύσιππο τον φιλόσοφο, τον Νικία τον προφήτη (γίνεται αναφορά αλλά είναι απών), και τον Ιωάννη τον μυστικό καθώς εξελίσσεται ο διάλογος μεταξύ τους, αλλά και όλων με τη Βιλιτώ που εκφράζει το θηλυκό στοιχείο, συμμετέχει όχι με μονολόγους αλλά με καίριες παρατηρήσεις και με τον χορό της, ενώ ξεσηκώνει ερωτικά συναισθήματα σχεδόν σε όλους. Εννοείται ότι αυτή η σχηματοποίηση είναι τυπική, εφόσον δεν υπάρχουν στεγανά μέσα στο ψυχικό ρευστό του καθένα (όλοι μας έχουμε τον ποιητή, τον φιλόσοφο ή το θηλυκό/αρσενικό στοιχείο κλπ μέσα μας σε μικρό ή μεγάλο βαθμό- έτσι θα δούμε τον Χρύσιππο π.χ. να μιλά και ποιητικά, ή τον Ιωάννη να μιλά και ορθολογικά).
Η δομή επίσης είναι αξιοπρόσεκτη, εφόσον  υπάρχει το στοιχείο του εγκιβωτισμού. Όλο το έργο είναι  το συγκεντρωμένο υλικό από την ολονυχτία, που το κατέγραψε ο Λάχης και το στέλνει μετά από χρόνια, μαζί με μια αρχική επιστολή στον Κέβη (ο Κέβης θα απαντήσει στο τέλος του βιβλίου). Ο Λάχης, δηλαδή ο συγγραφέας, επέλεξε  να χτισει το κείμενό του δίνοντας τη διάρθρωση του αρχαίου δράματος (τραγωδίας και κωμωδίας): έτσι έχουμε την «πάροδο» (ένα είδος «εισαγωγής»), τα «στάσιμα» (αντανάκλαση της «σκιάς» κάθε προσώπου στο θηλυκό στοιχείο, που το εκπροσωπεί η Βιλιτώ), τα «επεισόδια», όπου ουσιαστικά ξετυλίγεται ο φιλοσοφικός διάλογος και την "έξοδο".
Η έσχατη αλήθεια – το «συμπαγές νόημα»
Δεν είναι τυχαίες οι κουβέντες, δεν είναι ακυβέρνητος ο διάλογος. Υπάρχει κάποιο κεντρικό θέμα γύρω από το οποίο περιδινίζεται, και τίθεται εξαρχής απ’ τον φιλόσοφο της παρέας, τον Χρύσιππο: Προτείνω ο καθένας με τη σειρά του να αναπτύξει με τον τρόπο του το θέμα που ήδη αρχίσαμε, δηλαδή την αλήθεια σε σχέση με την ύπαρξη του ανθρώπου. Και αυτά υπό την προοπτική του εσχάτου. Έχοντας ήδη από τις πρώτες κουβέντες διαπιστώσει ότι ο καθένας διαφορετικά αντιλαμβάνεται την Αλήθεια (μετά τον έντονο διάλογο Ιωάννη –Χρύσιππου), ο Χρύσιππος σπεύδει να διευκρινίσει: ως έσχατο εννοώ τον τελευταίο όρο κάθε κοσμοαντίληψης, μέχρι και το άνευ όρων/όπου ο καθένας μας καλείται να προσκομίσει τα έσχατα επιχειρήματα που διαθέτει.
Για τον -επιστήμονα- Κέβη, η έσχατη αλήθεια είναι η αρράγιστη επιστημονική, και η κοσμοθεώρηση εμπειρική/υλιστική. Η αλήθεια είναι μια και αντικειμενική, μόνο που η επιστήμη δεν έχει προλάβει να διατυπώσει όλο το εύρος της πραγματικότητας, ενώ οντολογικώς έγκυρο είναι μόνο το εμπειρικό, το υλικό και ενεργειακό σύμπαν. Το  παν είναι μετρήσιμο, μόνο που ο άνθρωπος δεν μπόρεσε ακόμα να μετρήσει τα πάντα. Κάθε πίστη θρησκευτική, ή φιλοσοφική κλπ εξαρτάται από τις υλικές συνθήκες που τις γέννησαν, επιμένει, διατυπώνοντας έτσι ουσιαστικά τη μαρξιστική ή μάλλον υλιστική διαλεκτική φιλοσοφία. Οι ταξικές κοινωνίες μυστικοποιούν και ιεροποιούν τις παραγωγικές σχέσεις αλλοτριώνοντας τις συνειδήσεις για να χειραγωγούν τους πολίτες. Ο ορθολογισμός διαλύει όλες τις μυστικιστικές και θρησκευτικές/μεταφυσικές  αφέλειες και σκοπός του ανθρώπου είναι η ευτυχία, η σιγουριά κι η ασφάλεια που θα τις εξασφαλίσει ο επιστημονικός λόγος παρέχοντας όχι μόνο υλικά αγαθά για το σώμα, αλλά και την ψυχή και το πνεύμα του.
Αυτός που αντιδρά άμεσα στις θεωρίες του Κέβη περί αληθείας, είναι ο Χρύσιππος (δεν είναι τυχαίο που είναι ο «φιλόσοφος» της συντροφιάς):  Ωραία είναι η αλήθεια του Κέβη, κι εύχεται να «ζήσει αρκετές χιλιάδες χρόνια για να τη μάθει», αλλά εκείνος θέλει «να γνωρίζει την αλήθεια της ύπαρξής του προτού πεθάνει» (επειδή κάθε ύπαρξη ολοκληρώνεται νοηματικά όσο ζει/ο κόσμος διαθέτει ένα πλήρες νόημα στο βαθμό που η ζωή του κάθε ανθρώπου αποκτά ένα πλήρες νόημα). Αν το σύμπαν δεν συνειδητοποιείται, δεν υπάρχει. Ο πλούτος του Κέβη είναι καλοδεχούμενος αλλά δεν φέρνει οπωσδήποτε χαρά , φέρνει ευμάρεια -όχι όμως ευτυχία. Η αλήθεια του Κέβη δεν σώζει τον άνθρωπο από την υπαρξιακή ένδεια, από την αγωνία του ζην (σου αναιρεί η αλήθεια σου, Κέβη, το μηδέν που ροκανίζει την ύπαρξή σου από κάθε της πλευρά;). Η αλήθεια η επιστημονική δεν αγγίζει τα έσχατα όρια του ανθρώπου, ενώ εξετάζει την ηθική, τη φιλοσοφία, τη θρησκεία, την αισθητική σαν αντικείμενα της ιστορίας, όχι σαν αυτοτελή «υποκείμενα». Στη διαμαρτυρία του Κέβη ότι η επιστημονική αλήθεια υπερβαίνει τις άλλες γιατί τις ερμηνεύει, ο Χρύσιππος ανταπαντά  ότι η επιστημονική γνώση εξώθησε τον χώρο του μυστηριακού προς τα όριά του ή τον εξαφάνισε παντελώς. Ο 20ος αιώνας επέτρεψε την κυριαρχία του επιστημονισμού, και θεώρησε την υλικότητα του κόσμου αυτονόητη, αλλά ο ορίζοντας του πνεύματος δεν τη θεωρεί αυτονόητη, κι αυτή είναι για τον Χρύσιππο η κρίσιμη διαφορά. Η «βαθιά συναίσθηση μιας αιωνιότητας» είναι σημάδι της αποκάλυψης του πνεύματος, ενώ η τεχνολογική εξέλιξη αποστέρησε τον κόσμο από την ιερότητά του. Ωστόσο, ουσία μου είναι ό, τι αποκαλύπτει τα βαθύτερα στρώματα της ύπαρξής μου, που συνδέονται άμεσα και με το βαθύτερο νόημα του υπάρχοντος.  Σ’ αυτές τις κουβέντες ο Κέβης αντιδρά έντονα κατηγορώντας όλους για λεξιθηρία και λεξιλαγνεία (οι όροι που χρησιμοποιείς -αγκαλιά, διάνοιξη πνεύματος, άβυσσος- είναι χωρίς αντίκρισμα), ενώ γι’ αυτόν οι φιλόσοφοι είναι σαν τους μάγους της πρωτόγονη φυλής (φτιάχνετε ωραία αγάλματα. Ύστερα όμως τα ερωτεύεστε σαν τον Πυγμαλίωνα).
Για τον Χρύσιππο αλλά και για του υπόλοιπους εκτός του Κέβη, ο επιστημονισμός κινείται οριζόντια. Χωρίς να παραγνωρίζει τη σημασία της ταξικής διάρθρωσης και  των υλικών συνθηκών στη «διαύγαση» της συνείδησης, τονίζει ότι το ουσιώδες είναι άχρονο, αποκαλύπτεται στον άνθρωπο για μια μόνο στιγμή (μια κάθετη τομή στον οριζόντιο χρόνο) και διανοίγει τη συνείδηση έτσι, ώστε ωθεί τον άνθρωπο σε άλμα ποιοτικό. Άλλωστε, τα  δομικά στοιχεία της ανθρώπινης προσωπικότητας δεν περιλαμβάνουν μόνο το κοινωνικό αλλά και το μεταφυσικό στοιχείο (η ανάγκη του ανθρώπου για δικαιοσύνη, όχι μόνο κοινωνική αλλά και μεταφυσική, για ηθική ολοκλήρωση, για επαφή με την αιωνιότητα, για την υπέρβαση των ορίων της εγκοσμιότητας, η αίσθηση του ιερού, του ωραίου, του αληθινού, το σκάνδαλο του θανάτου του προσώπου, το αίτημα για αγάπη, η πνευματική κατάφαση της υπάρξεως του ανθρώπου και του κόσμου με οποιαδήποτε μορφή «σωτηρίας», η συναίσθηση των ορίων που δημιουργεί ροπές υπερβάσεως δια μέσου της φιλοσοφίας, της θρησκευτικότητας, της ποίησης –όλα αυτά είναι δομικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου ως ανθρώπου και όχι του «ταξικού» ανθρώπου∙ υπάρχουν όσο υπάρχει άνθρωπος).
Οι αντιπαραθέσεις- διαφωνίες οδηγούνται από τον ορθολογιστή Κέβη στο κοινωνικό επίπεδο (περί εξουσίας, περί παιδείας/εκπαίδευσης, περί ιδεαλισμού και αλλοτρίωσης, περί κοινωνικών ανισοτήτων) ωστόσο οι συνομιλητές του, που καίγονται περισσότερο απ’ τα υπαρξιακά προβλήματα συμπαρασύρουν τον πυρήνα της ομιλίας στην έννοια αγάπη.

Η μοναξιά του Προσώπου αναιρείται μέσα στην εσχατολογική αγάπη
Οι αντιπαραθέσεις γύρω από κρίσιμα θέματα που σχετίζονται πάντα με την έσχατη αλήθεια και το έσχατο νόημα της ύπαρξης, συνεχίζονται. Πάντα σε διάλογο μεταξύ δυο κυρίως διαλεγομένων (με παρεμβολές και των υπόλοιπων). Έτσι μετά τις πρώτες αυτές πινελιές για την Αλήθεια μεταξύ Κέβη και Χρύσιππου, η κουβέντα μετακυλίεται αβίαστα στην πνευματική αξία της αγάπης, με την αναφώνηση του Χρύσιππου: «Γι’ αυτό οι επιστημονικές σας κοινωνίες είναι και θα είναι παταγώδεις αποτυχίες, καθαρά ανοσιουργήματα. Πού είναι η αγάπη; Πού είναι ο σεβασμός του προσώπου του άλλου; Ο σεβασμός της ελευθερίας του, των μυστικών του, της μοναδικότητας της υπάρξεώς του; αυτά δεν έχουν τις ποσοτικές εξισώσεις τους!».
Η αγάπη είναι ένας πνευματικός όρος που έρχεται και ξανάρχεται καθώς κάθε ένας που παίρνει τον λόγο αγγίζει με τον δικό του τρόπο αυτήν την πνευματική κατάσταση. Η αγάπη αντικρίζει τον άνθρωπο ως μυστηριακή παρουσία στον κόσμο, και τον περιβάλλει και πάλι με τον υψηλό του μύθο, έναν μύθο που δεν είναι μύθευμα αλλά η πνευματική διάσταση του ανθρώπου ως όλου. Ο Χρύσιππος διευκρινίζει ότι δεν εννοεί ότι ο άνθρωπος είναι μυθοδίαιτος∙ αλλά ότι είναι ο ίδιος ένας ζωντανός μύθος: ολόκληρη η κρουστή πραγματικότητα, που τόσο διεισδυτικά την ερευνά η επιστήμη, θεμελιώνεται εντέλει σε έναν μύθο: στην ύπαρξη. Και η πιο υπαρκτή ύπαρξη είναι ο άνθρωπος. Διότι αυτός συνοψίζει την ύπαρξη συναιρώντας την εξωτερικότητα με την εσωτερικότητα -τον κόσμο, που είναι η έσχατη εξωτερικότητα, με τον Θεό/θείο, που είναι η έσχατη εσωτερικότητα. Γι’ αυτό, όταν είπαν πως ο άνθρωπος είναι ένας «μικρόκοσμος», εκστόμισαν κάτι πολύ βαθύ: ότι στον άνθρωπο συνοψίζεται ολόκληρο το υπάρχον. Γι αυτό έχει σημασία η ανθρώπινη ύπαρξη και η ανάδειξή της ως Προσώπου, δηλαδή ως  μιας μοναδικής κι αναντικατάστατης προσωπικότητας (το πρόσωπο ως ανυπόθετη παρουσία, πέρα απ’ τους όρους του, δηλαδή ως «μόνιμη προσωπικότητα»), όχι ως ατόμου. Το «πνεύμα» σχετίζεται με το Πρόσωπο γιατί ανάγεται στο ειδικό, αφορά τη μοίρα του π ρ ο σ ώ π ο υ έναντι του ανυπόθετου[1].
Ο όρος «Πρόσωπο», διευκρινίζεται λοιπόν καλύτερα από τον εκπρόσωπο της φιλοσοφικής ματιάς, Χρύσιππο, κι επειδή είναι κεντρικός στην κοσμοθεώρηση του Χρήστου Μαλεβίτση, ας επιμείνουμε λίγο περισσότερο στις σχετικές επισημάνσεις:
Το πρόσωπο είναι πάντα μοναχό. Είναι αυτό και η μοίρα του. Όχι η μοίρα του στα καθέκαστα του μοναχικού βίου, αλλά η μοίρα του έναντι του μηδενός –έναντι του θανάτου του. Το πρόσωπο πεθαίνει κατάμονο. Στις οριακές του στιγμές (όταν ερωτευόμαστε ΧΩΡΙΣ ΟΡΟΥΣ, όταν αποκτούμε παιδιά όταν κινδυνεύει αγαπημένο μας πρόσωπο, όταν κινδυνεύουμε εμείς),  το Πρόσωπο προ του μηδενός βιώνει τη Ζωή ως το απροσμέτρητο τραγικό βάθος της, αλλά και το μυστηριακό μεγαλείο της. Τότε αναδεικνύει τη μοναδικότητά του, το απαρομοίαστό του, το ανεπανάληπτό του. Τότε φανερώνεται. Αλλά είναι και μυστικό, επειδή το βάθος του παραμένει απροσπέλαστο. Γι αυτό θα έλεγα και αντίστροφα, πως το πρόσωπο είναι η μυστική φανέρωση.
Κάθε στιγμή στη ζωή του ανθρώπου γίνεται για μια και μοναδική φορά μέσα στον «σύμπαντα χρόνο», κάθε στιγμή έχει μιαν επισημότητα απροσμάχητη.  Το πρόσωπο καθώς βιώνει την τραγικότητα της ύπαρξής του, εκλέγει τη δουλεία του, προσδιορίζει τους προσδιορισμούς του και αξιώνει τη σωτηρία στο «ΤΩΡΑ» γιατί κάθε στιγμή μπορεί να πεθάνει. Γι αυτό η ελευθερία του ανθρώπου είναι τραγική. Αν απεμπολήσει την ευθύνη του και παραιτηθεί  από τις αξιώσεις του προσώπου του, τότε πραγματικά η εγκοσμιότητά του καθίσταται εύκολη –και περιττή. Και η βασική του αξίωση είναι από άτομο να γίνει Πρόσωπο. Έχει «χρέος» να ανακτήσει τον «χαμένο του εαυτό», από πεπερασμένο ον να γίνει «άπειρο»: από τις συνειδητοποιήσεις  που πραγματοποιεί, από τις αποφάσεις του, από τις αποκαλύψεις του, από τις εκστάσεις του, από τη μοναδικότητά του ως παράδοξη παρουσία στον κόσμο.
Σημασία για το πρόσωπο δεν έχουν οι απαντήσεις αλλά το βάθος των εμβιώσεων (η εμβίωση της ζωής υπό το φως τόσο της αιωνιότητας όσο και του θανάτου (…) τούτες οι δυο εμβιώσεις, αν είναι γνήσιες, μας μεταστοιχειώνουν σε όντα αγαπητικά). Το «άπειρο» επομένως εμβιώνεται στις οριακές στιγμές όπου καταργείται ο χρόνος, στην ποιότητα της ζωής και στον εξευγενισμό της, στην αποκατάσταση των ουσιαστικών προσωπικών σχέσεων. Όπως επισημαίνει ο Χρύσιππος, η σχέση των προσώπων είναι αποκαλυπτική του Όντος/η αποκάλυψη του προσώπου συμβαίνει  με τον έρωτα -χωρίς όρους[2]- και με τη σχέση αγάπης γονέως-παιδιού. Κι όταν ο Ιωάννης συμπληρώνει ότι αυτές οι σχέσεις παρά την αποκαλυπτικότητά τους έχουν βαθιές βιολογικές ρίζες, ο Χρύσιππος έχει την ευκαιρία να εκφράσει την πυρηνική ρήση «τούτο δείχνει την ενότητα του «σαρκικού» με το «πνευματικό», που συνοψίζεται στον όρο «ζωή» (το πνεύμα είναι πάντα ενσαρκωμένο). Όμως ο Ιωάννης έχει δίκιο, ο άνθρωπος μπορεί να κατακτήσει και την Αγάπη την πέρα από βιολογική προέλευση (οι σχέσεις υπό όρους είναι, κατά τον Ιωάννη, «ψεύτικες σχέσεις της εγκοσμιότητας»), που είναι η Αγάπη για όλους τους ανθρώπους, για τη Ζωή.  
Στην αγάπη λοιπόν την πνευματική /εσχατολογική  -πέρα απ τη σωματική, πέρα από τη βιολογική- όλοι οι άνθρωποι αποκαλύπτονται ως πρόσωπα. Πρόκειται για την έσχατη αποκάλυψη, που δεν είναι κενά λόγια, γιατί για να επιτευχθεί αυτού του είδους η αγάπη πρέπει να προηγηθούν πνευματικές μεταστοιχειώσεις κοσμικής σημασίας. Είναι έσχατη γιατί είναι απρόσιτη, απραγματοποίητη, γιατί η εγκοσμιότητα  χαρακτηρίζεται από  χωρισμό φύσεως και πνεύματος, χωρισμό ζωής και θανάτου, χωρισμό αγάπης και μίσους, χωρισμό χρόνου και αιωνιότητας. Γιατί, ο άνθρωπος για να πραγματωθεί και να προσωποποιηθεί, έχει ανάγκη την «κοινότητα»: Μέσα στην «κοινότητα» που συναιρεί οργανικά το κοινωνικό με το ατομικό, εξαίρεται τόσο η κοινή μοίρα όσο και η μοίρα του προσώπου. Μόνο μέσα στην κοινότητα ζει η αγαπητική σχέση των προσώπων. Για να σώσει κανείς τον κόσμο πρέπει πρώτα να σώσει τον εαυτό του, δηλαδή να μετατρέψει τις σχέσεις του από συμφεροντολογικές σε αγαπητικές, από κοινωνικές σε κοινοτικές.
Η μοναξιά του ανθρώπου αναιρείται μέσα στην εσχατολογική αγάπη, με τον συνάνθρωπό του και με τον Θεό του, ταυτοχρόνως. Μόνο αυτή είναι η τέλεια κοινωνία, η επικοινωνία με τον πλησίον.
Για να επικυρώσει την οπτική του γωνία του ο Χρύσιππος, που όπως πιστεύει έχει ισχυρότερο οντολογικό δείκτη από τον επιστημονισμό του Κέβη, παρομοιάζει το βάθος των εμβιώσεων που είναι αποκαλυπτικές με τα ερωτόλογα ενός ερωτευμένου. Όταν δεν είσαι ερωτευμένος, τα λόγια σου είναι του αέρα, όταν όμως πάλλεσαι από έρωτα κάθε χειρονομία, κάθε βλέμμα, κάθε χαιρετισμός, όλα αυτά τα καθημερινά είναι και σημεία κορυφώσεως μιας συνειδητοποίησης που εγγίζει τα έσχατα.
Έτσι, η «υπαρξιακή ένδεια» θεραπεύεται με μέσα πνευματικά, και δεν ακυρώνεται η οντολογική τους σημασία ακόμα κι αν τα απαρνηθούμε, όπως πάλι συμβαίνει με τον έρωτα: όταν αρνηθείς έναν έρωτά σου, δεν θα πει πως ήταν ψεύτικος απ’ την αρχή του –δεν θα πει πως οι υψηλές στιγμές που έζησες εξαιτίας του ήταν άκυρες εκ προοιμίου.
Τέλος, χαρακτηριστικό της φιλοσοφικής στάσης ζωής είναι η απάντηση του Χρύσιππου στις αιτιάσεις του Λάχη για διανοουμενισμό (τη ζωή την ΖΟΥΜΕ δεν τη διανοούμαστε), είναι η αξία όχι μόνο της γνώσης αλλά και της επίγνωσης:
Δεν πρέπει μόνο να ζεις κάτι, αλλά να γνωρίζεις ότι το ζεις/ο άνθρωπος μπορεί να είναι φυσικός χωρίς να το γνωρίζει, αλλά δεν μπορεί να είναι μεταφυσικός χωρίς να το γνωρίζει.

Ψυχρό «το ξίφος του μηδενός»
 «μηδέν»-αφανισμός νοηματισμού της υπάρξεως καθόλου
Ο Χρύσιππος, που ως φιλόσοφος εκφράζει ίσως το πλησιέστερο alter ego του συγγραφέα, ξεδιπλώνει σε μεγαλύτερη έκταση τις σκέψεις του απ’ ό, τι οι υπόλοιποι. Στις αντιρρήσεις και τις ενστάσεις του Κέβη δεν υψώνει κάθετες διαφωνίες∙ θέλει να  δείξει ότι οι διαφορετικές προσεγγίσεις τους δεν είναι αντίθετες αλλά κινούνται σε άλλο επίπεδο: τονίζω μόνο πως υπάρχουν άλλοι δρόμοι, ίσως μακρινότεροι, αλλά ασφαλέστεροι. Με τίποτα δεν πρέπει να ανταλλαγεί το ηθικό κριτήριο, στις πράξεις μας/πίσω από τις εξεγέρσεις υπάρχει ως κινητήρια δύναμη η αγωνία της υπάρξεως έναντι του μηδενός.
Ο άνθρωπος δεν αντέχει την  έλλειψη νοήματος, το μηδέν. Ως άτομο και ως σύνολο, εφόσον επισημαίνεται με έμφαση ότι η ανθρωπότητα –ως σύνολο, ως συλλογική συνείδηση- πρέπει να εξαντλήσει τις δυνατότητές της . Και ο βίος ο επιστημονικός, ο τεχνολογικός, ο έλλογος πρέπει να βιωθεί ως τις τελευταίες του συνέπειες.
Όμως φαίνεται ότι οι άνθρωποι όχι μόνο απομακρύνονται από την  πηγή, αλλά την απορρίπτουν. Ακριβώς στη συγκυρία που θα έπρεπε να πάρουν την πιο περιεσκεμμένη απόφαση. Διότι πρόκειται για την πιο ελεύθερη απόφαση/και αυτή η ελευθερία πρέπει να εντείνει τη συναίσθηση της ευθύνης[3]Ο Χρύσιππος αποφεύγει να μιλήσει ευθέως γι αυτήν την πηγή γιατί, όπως λέει, δεν μπορεί να μιλάει κανείς κατά τρόπο παρατακτικό για όλα τα επίπεδα του Όντος/πρέπει το πνεύμα μας να είναι κάπως διεγερμένο, να δονείται από άλλο πάθος, από τον έρωτα της μετοχής. Είναι κάτι που δεν πρέπει απλώς να νοηθεί αλλά να βιωθεί.
Ποια είναι αυτή η «Πηγή», το βαθύτερο κίνητρο όπου ωθεί τον άνθρωπο στις ακραίες εμβιώσεις; 
Πηγή είναι ο υπαρξιακός εκείνος συγκλονισμός, που είναι βαθύτερος από τη μεθοδολογική αμφιβολία ή τη γνωστική απορία, που είναι βαθύτερος ακόμη κι απ’ τον φιλοσοφικό θαυμασμό, που είναι η έρριζη συναίσθηση της θαυμασιότητας και της τραγικότητας του υπάρχειν στον κόσμο και του υπάρχειν του κόσμου- ως υπάρχειν και ως μη υπάρχειν.
Οι συνταρακτικές εμπειρίες δίνουν στον άνθρωπο το κίνητρο, είναι το ενεργό ηφαίστειο της ύπαρξης/αν ξεχνάς την πηγή δεν σε ξεχνάει αυτή (αν δηλαδή κάποιος περιφρονήσει το μεγαλείο του κόσμου, αν περιφρονήσεις την αγωνία του μηδενός αυτή θα λειτουργήσει ως δαιμονική δύναμη μέσα σου και μέσα στην ιστορία ή, αλλιώς, αν περιφρονήσεις τον θεό θα υποκλιθείς στον διάβολο ).

Ο κόσμος είναι το θαύμα -το ποιητικό βλέμμα του Λάχη
Καθώς σχεδόν ολοκληρώνει τις εξηγήσεις του ο Χρύσιππος, παίρνει ο Λάχης τη σκυτάλη αναπολώντας τη ζωή του, τις χρυσές στιγμές, τη μόνη μας περιουσία του κόσμου (πού πάνε οι στιγμές της δικής μου ζωής;  Για πού, κάθε λίγο, ξεκινάει αυτός ο μοναδικός θησαυρός μου με τα ποτάμια του χρόνου; Και μόνο εγώ μπορώ να ξαναθυμηθώ τις πατημασιές κου μέσα στα λιβάδια του παρελθόντος κλπ ).
Έτσι λοιπόν, ο Λάχης εκφράζει μ’ αυτόν τον τρόπο τον δικό του «σπαραγμό», τον συντριμμό της συνείδησης μπροστά  στο αμετάκλητο του χρόνου, για να αναφωνήσει όμως, πολλές φορές κατά τη διάρκεια της νύχτας και με πολλούς τρόπους, ότι «ο κόσμος είναι το θαύμα»: ο Κόσμος είναι ίσος με τον Κόσμο. Δηλαδή είναι αυτός που είναι/ο κόσμος δεν είναι ένα θαύμα για να το θαυμάσεις κι ύστερα να πέσεις σε συλλογισμό. Είναι ένα θαύμα για να θαυμασιωθείς και ο ίδιος και να μεθύσεις απ’ αυτό. Στις αντιρρήσεις του Χρύσιππου ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη την αισθητοποίηση της αφηρημένης ιδέας αντιδρά: αυτό το κρασί είναι κρασί. Σας πληροφορώ πως δεν πρόκειται για ταυτολογία. Αλλά πρόκειται για μια τόσο σημαντική πρόταση, όσο είναι και η πρόταση του Χρύσιππου για τον «υπαρξιακό συγκλονισμό» ή και η πρόταση του Ιωάννη για την «έσχατη μέριμνα».
Η λύτρωση είναι πλησμονή. Είναι πρόσθεση και όχι αφαίρεση.
Η ζωή κι ο θάνατος, η ανάσταση είναι στο εδώ και στο τώρα. Δεν υπάρχει άλλος κόσμος, γι’ αυτό ας μάθουμε να τιμούμε τη στιγμή, γιατί το «θαύμα» συντελείται κάθε στιγμή μπροστά στα μάτια μας (ρουφήξτε το δυνατό κρασί της ζωής τώρα και μεθύστε). Τον Χρύσιππο και τον Ιωάννη τους χαρακτηρίζει κάποια στιγμή «ιδεοληπτικούς», κι απαρνιέται την «ασκητεία του στοχασμού» και τον «κλοιό του μηδενός».  Πώς μπορεί όλα αυτά τα θαυμαστά πράγματα να περιπίπτουν στο μηδέν; Ίσως υπάρχουν άλλα κοσμικά επίπεδα, και αυτά δεν είναι απλώς η όψη τους, είναι η εσωτερική τους δημιουργική ενσυναίσθηση, που ο άνθρωπος την κορυφώνει σε ποίηση, σε τέχνη, σε μουσική.
Βέβαια, δε σημαίνει ότι ο Λάχης ζει σ έναν κόσμο γεμάτο ροδοπέταλα… Όπως λέει κι ο ίδιος με σπαραγμό, ζούμε σ’ έναν κόσμο που η πίσω πλευρά του μάς διαφεύγει παντελώς. (…) Ο καθένας μας φέρνει μέσα του ένα νυχτωμένο κόσμο, βαθύτατα πλούσιο αλλά ανεξερεύνητο, επειδή τον σκεπάζει η πολική νύχτα. Από κει έρχονται τα φαντάσματά μας, οι προφήτες μας, η ποίησή μας, οι νεράιδες μας –από κει μας έρχεται κι η ανασαιμιά του θεού.
Κι όταν πια, με την παράκληση όλων η Βιλιτώ  χορεύοντας ρίχτηκε στη θάλασσα, ο ερωτευμένος Λάχης αναφωνεί: δεν μ’ ενδιαφέρει καμιά αλήθεια. Μ’ ενδιαφέρει η αλήθεια της μυθικής ζωής. Πέστε την ψέμα. Ορθώστε μου τέτοια ψέματα, αν μπορείτε, αν είστε ποιητές, αν είστε προφήτες.

Το θηλυκό κέντρο της ζωής
Όλοι είναι ερωτευμένοι με τη Βιλιτώ, ακόμη κι ο ορθολογιστής Κέβης που είναι ο μόνος που δεν εκφράζει ρητά τον έρωτά του, στο τέλος όμως μαθαίνουμε ότι την παντρεύτηκε μετά από πολλά χρόνια. Η Βιλιτώ συμμετέχει με τον δικό της τρόπο στις συζητήσεις, χωρίς να παίρνει επί μακρόν το λόγο, εφόσον διερωτάται απ’ την αρχή μήπως ο λόγος δεν είναι το υψηλότερο που διαθέτει ο άνθρωπος, αφού στα πιο κρίσιμα σημεία η μουσική τον υπερβαίνει. Η μουσική βοηθά τη Βιλιτώ να νιώσει την μυθικότητα της παρουσίας του ανθρώπου στον κόσμο, κι αυτές οι μυστικές στιγμές είναι που «στηρίζουν όλον της τον ψυχισμό», είναι τα σημεία αναφοράς της (δεν είναι τυχαίο που τελικά ακολουθεί τον Ιωάννη). Στις προσπάθειές της να εξηγήσει ότι η μουσική κομίζει ατόφια την ουσία, την διακόπτουν ή την παρανοούν, μέχρι που ξεσπαθώνει έναντι στην ανδροκρατούμενη παρέα (καταλαβαίνετε τι συμβαίνει στον έβδομο ουρανό και δεν αντιλαμβάνεστε τι συμβαίνει σε μια γυναικεία καρδιά, δίπλα σας).
Οι  κουβέντες της επομένως είναι λίγες και συμπληρωματικές. Κάποια στιγμή μάλιστα ομολογεί ότι τους βαρέθηκε (μια σας θαυμάζω, μια σας λυπάμαι) και πάει «να χαθεί μέσα στη νύχτα», ώσπου κάποια στιγμή την παίρνει ο ύπνος. Όλοι εξομολογούνται τον έρωτά τους στη Βιλιτώ στα Στάσιμα (εδώ αναφαίνεται η «σκιά», η σκοτεινή πλευρά της σελήνης) όπου εκείνη αναδεικνύεται σκληρή μέσα στην τρυφερότητά της (προς τον Χρύσιππο: το μόνο που αγαπάς είναι ο εαυτός σου/είσαι ανεπίκαιρος ρομαντικός/χάνεις την ουσία Χρύσιππε, η ουσία είναι να ζεις –στον διαχυτικό Λάχη:  εσείς οι λογοτέχνες είστε οι περισσότερο εκτιμώμενοι ψεύτες του κόσμου. Είστε σπουδαίοι στο να σκηνοθετείτε εκδοχές θανάτων, αλλά ποτέ σας δεν θα ανεβείτε οι ίδιοι στον σταυρό).
Η Βιλιτώ σφραγίζει τη μυστικότητα της νύχτας με τον σαγηνευτικό της χορό, ενώ τραγουδά ο ποιητής. Στο σημείο αυτό υπάρχει αντίστιξη ανάμεσα στους ποιητικούς στίχους του Λάχη και τα ποιητικά λόγια του Χρύσιππου. Είναι το βαθύτερο και σκοτεινότερο σημείο της νύχτας και το συναίσθημα ξεχειλίζει. Μετά τον χορό ξεκλειδώνει τον έρωτά του και ο σκοτεινός Ιωάννης, έναν έρωτα που τον χαρακτηρίζει «όλεθρο» γιατί η ομορφιά είναι τρομερή, όπως λέει και ο Ρίλκε… (δεν ήξερα αν η ωραιότης σου ήταν το πρόσωπο της θειότητας ή ο μαυλισμός του δαιμονικού). Στην εξομολόγησή του ο Ιωάννης αποκαλύπτει ότι κλωτσάει την ευτυχία πληγώνοντας τους ανθρώπους γι’ αυτό «κάποια φωνή τον θέλει κατάμονο» (κάπου έχω να δώσω λόγο μόνο για τον εαυτό μου. Το μονοπάτι μου δεν χωράει άλλον. Και με καλεί να το ακολουθήσω. Με πάει ψηλά. Κι ίσως πέσω και συντριβώ).
Η Βιλιτώ δεν είναι ούτε απορριπτική, ούτε ειρωνική αυτή τη φορά. Θα τον ακολουθήσει από μακριά, θα τον περιμαζέψει, θα τον θρηνήσει.

Ο μυστικός Ιωάννης
                          Εσύ κοιμάσαι για να μην πεθάνεις∙ κι εγώ για να μην πεθάνω, ξαγρυπνώ.
Δεν είναι τυχαίο πως η τελευταία μεγάλη ρήση είναι του Ιωάννη. Ο ίδιος ο συγγραφέας, δια στόματος του Χρύσιππου ομολογεί: «Ιωάννη, αδερφέ μου. Αναγνωρίζω ότι ο τελευταίος λόγος είναι δικός σου. Αλλά χρειάζεται μεγάλη αποκοτιά για να τον δεχτείς. Εγώ δεν το μπορώ∙ υποχωρώ και παίρνω μαζί μου τους ενδοιασμούς μου. Εγώ δεν δύναμαι να υπερβώ τις αντιφάσεις του κόσμου», παρόλο που ο ίδιος ο Χρύσιππος αναγνωρίζει την «οντολογική σημασία των αντιθέσεων», επικαλούμενος μάλιστα τον Ηράκλειτο.
Σύμφωνα με τον φιλόσοφο, κάθε συνειδησιακό επίπεδο –επιστημονικό, φιλοσοφικό, ποιητικό, μυστικό- είναι ένας αναβαθμός όλο και πιο κοντά στην Αλήθεια, ή Θεό, ή όπως προτιμούν να ονομάζουν οι πέντε φίλοι, «θείο». Για τη μυστική συνείδηση η Αλήθεια είναι αποκαλυπτική, δεν είναι καν συνειδητοποίηση ή επίγνωση. Ο άνθρωπος κομίζει την αιωνιότητα, γιατί μπορεί να μαρτυρήσει (αποδείξει με τη ζωή του) την ύπαρξή της.
Αν η απορία (α+πόρος) είναι η αρχή της αναζήτησης της -επιστημονικής- αλήθειας, η απελπισία (α+ελπίδα) είναι το έναυσμα για κείνον που ζητά το έσχατο νόημα. Η αυθεντική στάση της ύπαρξης είναι η απελπισία, γιατί έσχατη μέριμνα είναι η σωτηρία, η απελπισία εκζητά το έσχατο νόημα. Και το έσχατο νόημα είναι στο πνεύμα του Προσώπου. Κι αν από τη μελέτη θανάτου προκύπτει η γνώση, από την αγωνία θανάτου προκύπτει η αγάπη, η αγάπη των ορίων, όχι της μέσης.
Η πορεία του ανθρώπου διέπεται από ελευθερία (το πνεύμα δε νοείται χωρίς ελευθερία), δηλαδή το πνεύμα δεν υπόκειται σε καμιά άλλη αρχή έξω από την α ρ χ ή τη δική του. Αυτή είναι η «αναγκαιότητά» του. Με άλλα λόγια, το πνεύμα άρχει αλλά και άρχεται από τον εσωτερικό του αυτοπροσδιορισμό. Καλείσαι δηλαδή να επιλέξεις το πεπρωμένο σου ελεύθερα (πάλι θα υπενθυμίσω το «θεός αναίτιος» του Πλάτωνα). Στην πνευματική πορεία συνυπάρχουν η ελευθερία και ο σκοπός.
Για να φτάσεις όμως σ’ αυτό το έσχατο σημείο, ο δρόμος περνάει μέσα από το «έσχατο όριο της απογοήτευσης και της απελπισίας» (προς τον θεό μόνο απογυμνωμένος μπορείς να πας/μόνο ο έσχατος απελπισμός θα απογυμνώσει τον άνθρωπο). Και στις ενστάσεις του Κέβη «τότε να εξαπολύσωμε κατά των ανθρώπων την ένδεια και τον απελπισμό», απαντά ότι πρόκειται για υπαρξιακή ένδεια, που είναι αθεράπευτη. Και η αγωνία δεν εννοείται με την έννοια του φόβου, του τρόμου ή της ηττοπάθειας, αλλά της οριακής εμβίωσης (μ’ αυτήν την αγωνία μπορεί να είσαι και χαρωπός). Ο Ιωάννης ΖΕΙ τις αντιφάσεις του, κάθε χαρά ακυρώνεται από τη θλίψη που ακολουθεί, από το μηδέν που την περιβάλλει. Όπως ομολογεί ο ίδιος, χάνει τη ζωή γιατί θέλει μια βαθύτερη ζωή, τη ζωή εν πνεύματι.  
Η θρησκευτική/μυστική συνείδηση πηγαίνει ακριβώς στη φωλιά του θηρίου, τον θάνατο. Ο θάνατος γίνεται η πηγή του πνεύματος, όχι μόνο ως πρόκληση αλλά και ως υπέρβαση. Όμως το πνεύμα, σύμφωνα πάντα με τον Ιωάννη δεν είναι το περιεχόμενο, είναι το περιέχον. Είναι αυτό το «Ανυπόθετο» που αναφέρθηκε παραπάνω, που προϋποτίθεται για όλη την ύπαρξη (πάλι η αναλογία γίνεται με τον έρωτα, ο έρωτας δεν είναι το αντικείμενο του πόθου αλλά η ενέργεια του ερωτευμένου).
Ο Ιωάννης  εκφράζει το αντίθετο της πλησμονής του ποιητικού Λάχη, όχι τη χαρά αλλά το σκότος και τη θλίψη του πνεύματος (τελούμε εν σκότει και εν θλίψει και προσδοκούμε το άκτιστο φως και την άκτιστη χαρά). Το πνεύμα είναι άρνηση του κόσμου ή καλύτερα όπως διορθώνει ο Ιωάννης, ο θεός δεν είναι ούτε πνεύμα, ούτε ιδέα, ούτε πρόσωπο, ούτε υπέρτατο ον, ούτε αγαθός, ούτε καλός, ούτε δίκαιος, ούτε άδικος, ούτε τίποτα που μπορούμε να σκεφτούμε.
Το θείο ισούται με το μηδέν. Είναι αρνητικότητα. Δεν μπορεί να είναι αντικείμενο της σκέψης μας, γιατί είναι το «περιέχον». Είναι ορίζοντας, είναι η άλλη πλευρά του υπάρχοντος, η αρνητική, από την οποία αναδύεται κάθε τι το θετικό, το ον. Είναι προϋπόθεση για να τον αρνηθείς. Γι’ αυτό κανείς δεν μπορεί να τον αρνηθεί. Επειδή δεν μπορεί να αρνηθεί την προϋπόθεσή του.
Δεν είναι εύκολο να κατανοήσει κανείς τον σκοτεινό λόγο του Ιωάννη. Άλλωστε ο ίδιος επισήμανε πολλές φορές την ανεπάρκεια των λόγων για να εκφράσει το άρρητο. Η πρόσβαση στους χώρους αυτούς δεν γίνεται νοητικά αλλά βιωματικά (μέθεξη τυραννική και όλβια). Προσωπικά καταλαβαίνω ότι μέσα από τις πεπερασμένες («θετικές» έννοιες) π.χ. την αγάπη που την αντιλαμβανόμαστε σε σχέση με το μίσος, τον χρόνο κλπ μπορούμε να  να ψυχανεμιστούμε την απειροσύνη εννοιών όπως συμπαντική αγάπη, αιωνιότητα κλπ (οι όροι που αναφέρονται στη θειότητα πρέπει να νοηθούν αρνητικοί και όχι θετικοί, δηλαδή άπειροι και όχι πεπερασμένοι).  
Η αρνητικότητα στα μυστικά/ασκητικά πνεύματα γίνεται στέρηση. Απάρνηση, απέκδυση, γύμνια κι ερημία. Αυτός είναι ο δρόμος του μυστικού. Στις αντιρρήσεις του Λάχη, που όπως είναι φυσικό θεωρεί ότι ο «λαμπρός και θεσπέσιος κόσμος» οδηγεί στη θειότητα και στην Αλήθεια, ο Ιωάννης απαντά ότι αυτά δεν ανάγονται άμεσα στο «έσχατο». Η αγωνία του μηδενός είναι που προκαλεί τον δημιουργικό οίστρο, η άρνηση/το μηδέν είναι που προκαλεί το άκτιστο φως, την άκτιστη χαρά. Θεωρεί ότι όλα αυτά -που λέει ο Λάχης- είναι προεικάσματα του «θεοτικού όλβου», αλλά δεν συμπεριλαμβάνουν τους «γκρεμούς», τις «βαθιές χαρακιές συμπαγούς αγνοίας».
Το δράμα όμως δεν είναι γραμμένο από πριν. Θα ήταν γραμμένο από πριν αν δεν υπήρχε η ελευθερία του μηδενός. Το Όν έχει τη δική του ευθύνη, και καθεμιά συνείδηση  έχει την ευθύνη του ρόλου της (πάλι αναγόμαστε στη ρήση του Πλάτωνα: αιτία ελομένου, θεός αναίτιος, δες παραπάνω). Κι εδώ ο Ιωάννης φαίνεται να κλονίζεται  έχοντας αμφιβολία για την έκβαση,  γιατί ο κόσμος μας από παντού χαίνει. Όπως διευκρινίζει κι ο Χρύσιππος, το τρίτο «πρόσωπο» στο δράμα του υπάρχοντος είναι το «κακό». Η ενότητα βρίσκεται από την πίσω πλευρά του κόσμου τούτου.
Η ουσία της μυστικής συνείδησης (της «θρησκευτικής εμβίωσης του υπάρχειν») όμως δεν είναι η Μεγάλη Άρνηση αλλά η Μεγάλη Κατάφαση που ακολουθεί. Η θειότητα είναι εσχατολογικώς αισθητή ως απουσία/παρουσία. Η παρουσία δεν είναι η απλή ζωική χαρά του Λάχη, αλλά η ύψιστη χαρά που περνά μέσα από την έσχατη απόγνωση. Αυτή η χαρά, ο βαθύς όλβος, αναθρώσκει από τις βαθύτερες και τις πιο κρυφές πηγές της ύπαρξης. Τη νιώθουν όλες οι μεγάλες συνειδήσεις, προπαντός οι δημιουργοί, και πάνω απ’ όλους οι προφήτες και οι μυστικοί. Ο Ιωάννης ως πρόσωπο ωθεί τον εαυτό του στα έσχατα, σα μονόδρομο που οδηγεί ή που προσδοκά/ευαγγελίζεται τη χαρά του υπάρχειν. Κάθε συνείδηση θα αναζητήσει μια δική της διάβαση προς τη θειότητα.

Ίων και Νικίας
Στα ακραία όρια των μυστικών έζησαν κι οι δυο απόντες φίλοι που αναφέρονται από τους συνομιλούντες, ο Ίων και ο Νικίας. Ο Ίων έχει πεθάνει, και ο Νικίας, «η βαθιά ψυχή», κήρυκας του θείου λόγου σε εκκλησίασμα, αποσύρθηκε στην τέλεια σιωπή. Παίρνοντας τα μηνύματα των καιρών (πάσχουμε σ’ έναν κόσμο χωρίς θεό) κόντεψε να παραφρονήσει και διάλεξε την πρακτική ζωή για να μην τρελαθεί: έγινε μαρμαράς (σφράγισε τους ουρανούς και τους θεούς κι έγινε λιθοξόος, κι όπως είπε κάποτε ο ίδιος: «κατασκευάζω τον λιθέο πολιτισμό. Και εννοούσε ταυτοχρόνως «ληθαίο», τον πολιτισμό της λήθης»). Δυο κηρύγματά του μάλιστα παρατίθενται στο βιβλίο με την τεχνική του εγκιβωτισμού από τον Χρύσιππο, που τα θυμάται απ’ έξω. Ο Νικίας πάσχει γιατί οι θεοί πέθαναν (το αιώνιο παρόν είναι η δόξα του λιθαριού), κλείνει τον Ναό αποχαιρετώντας τους πιστούς του με την συμβουλή «δεν έχετε άλλη εκλογή από το ν’ αγαπήσετε το πεπρωμένο σας».

Έξοδος ευχές στον ήλιο
Η νύχτα φτάνει στο τέλος της. Ήδη, καθώς μιλούσε ο Ιωάννης, έχει περάσει το πιο σκοτεινό σημείο της κι αρχίζει να γλυκοχαράζει. Όπως τονίζει ο Χρύσιππος, καθένας με τον τρόπο του ξετύλιξε ως συνείδηση τη δική της αλήθεια και τώρα ο καθένας απευθύνει στον ανερχόμενο ήλιο τον δικό του χαιρετισμό.
Κέβης: «Νου του ανθρώπου! Προβαίνεις πάνω απ’ τον ουρανό του κόσμου όπως ο φωτερός ήλιος∙ φεγγοβόλος, αδάμαστος –δαμαστής των πάντων».
Λάχης: «Τα αστέρια μάς αποχαιρετούν με την τελευταία στίλβη τους και ένα ένα χάνονται. Ο ήλιος μας και η εγκοσμιότητά μας. Το αστρώο όνειρο της βραδιάς έσβησε σαν άχνα».
Χρύσιππος: «Τελούμε καθ’ οδόν και μονήρεις. Η οδοιπορία μας κατάντησε η ουσία μας. Απόψε βγήκαμε σεργιάνι στο σύμπαν. Πραγματοποιήσαμε ό, τι ουσιαστικότερο μπορούσαμε.
Τούτα τα λόγια ας θεωρηθούν ως ο δικός μου «έπαινος» για την οδοιπορία και την απορία του ανθρώπου».
Ιωάννης: «Ω φως ιερό! Αν είσαι ο πρώτος όρος της ζωής μου είσαι και ο έσχατος του πνεύματός μου»
Την τελευταία όμως λέξη έχει η Βιλιτώ, αφήνοντας τη γεύση του αναπόφευκτα τραγικού πεπρωμένου του πάσχοντος ανθρώπου:
"…ο ύπνος μου ήταν βαθύς∙ τόσο που δεν μπορώ να συνέλθω ακόμη. Ωστόσο, ένιωθα πως γύρω μου ξαγρυπνούν κάτι φωνές, σαν ομιλίες αγραυλούντων ποιμένων. Και μέσα στη γλυκιά ευδαιμονία του ύπνου μια ζοφερή σκέψη γυρόφερνε το νου μου: αλλοίμονο σε μένα που θα θρηνήσω∙ δύστυχοι όσοι αγρυπνούν∙ γιατί αυτοί θα σταυρωθούν".
Χριστίνα Παπαγγελή
Υ.Γ. Το βιβλίο "Οι αγραυλούντες" χάρισε στον συγγραφέα του το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 1978.


[1] Ανυπόθετο, όπως εξηγεί ο Ιωάννης, είναι η αρράγιστη βεβαιότητα που δεν στηρίζεται σε καμιά υπόθεση (όπως η αγάπη της μάνας παρόλα τα ψεγάδια του παιδιού της): η βασική περιουσία της συνείδησης είναι δ ω ρ ε ά. Και η αφετηρία της είναι α ν υ π ό θ ε τ η. Για τα πάντα προϋποτίθεται αυτή η ανυπόθετη δωρεά. Η συνείδηση δεν επινοεί το λογικό, το ωραίο, το ιερό, το ηθικό∙ αυτά προϋποτίθενται, αλλιώς δεν θα λειτουργούσε.
[2] Διότι άμα τελεί υπό όρους δεν πρόκειται για πραγματικό, γνήσιο έρωτα.
[3] Δεν μπορεί εδώ να μη θυμηθεί κανείς το απόσπασμα του Πλάτωνα όπου προσεγγίζεται η ισορροπία ανάμεσα στην ελευθερία του ανθρώπου (ελεύθερη βούληση;) και την αναγκαιότητα: «Αιτία ελομένου, θεός αναίτιος»: η ευθύνη είναι του ανθρώπου (που επιλέγει τη ζωή του), ο θεός δεν είναι υπεύθυνος (Πολιτεία, μύθος του Ηρός).