Πέμπτη, Μαρτίου 14, 2019

Άθος ο δασονόμος, Μαρία Στεφανοπούλου


Το παρελθόν δεν είναι για μένα ιστορία.
Είναι η παροντική ζωή μου.

Μια κατακόρυφη βουτιά στην καρδιά του ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων -με προεκτάσεις στα κάθε λογής ανάλογα τραυματικά επεισόδια της Ιστορίας που συνεχίζονται ως τις μέρες μας- επιχειρεί η συγγραφέας στο αποκαλυπτικό αυτό βιβλίο, δίνοντας και τον απόηχο του βιώματος του συλλογικού πένθους στις τρεις επόμενες γενιές. Ένα βιβλίο όπου πρωταγωνιστούν ο θάνατος και η σιωπή της φύσης, κι όπου κάθε ανθρώπινη παρουσία είναι σημαδεμένη από το ίχνος των πολλαπλών εγκλημάτων που διαπράχτηκαν τον Δεκέμβρη του 1943 στην περιοχή των Καλαβρύτων. Οι διαφορετικές στάσεις απέναντι στην απώλεια αλλά και οι διαφορετικές εκδοχές/ερμηνείες που κατάφερε η συγγραφέας να ενσωματώσει οργανικά στην αφήγηση δίνοντας σάρκα και οστά σε ποικίλους τύπους ανθρώπων, απογειώνουν το μυθιστόρημα, που δεν θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει «ιστορικό» (παρόλο που υπάρχει απόλυτος σεβασμός στα ιστορικά γεγονότα και παρατίθενται με πολλή συνέπεια οι πηγές). Κι αυτό γιατί η γραφή είναι ενδοσκοπική, με πολλά στοιχεία εσωτερικού μονόλογου που εστιάζει στη συναισθηματική πρόσληψη των «συμβάντων»˙  χτίζεται από προσωπικές εξομολογήσεις -de profundis-, ανθρώπων που η υπαρξιακή μοναξιά τούς ωθεί να μιλούν πολλές ώρες με τον εαυτό τους. Σ’ αυτές τις μαρτυρίες κυριαρχεί  η έκδηλη ανάγκη της συμπρωταγωνίστριας Λευκής (εγγονής του Άθου) να υπερβεί την τραγικότητα της ατομικής και συλλογικής απώλειας, και να νοηματοδοτήσει το πένθος διαφορετικά, πέρα από τους όρους «θυσία», «εκδίκηση», «μαρτύριο», «ηρωισμός»[1]. Συνθέτοντας τα βιώματα των δυο γενεών που προηγήθηκαν,  προσδίδει μια πιο διαλεκτική διάσταση, μια  εκδοχή ας πούμε «αντικειμενική», όπου το τραύμα έχει γίνει γνώση και δύναμη για ζωή (ένα νόημα πιο βαθύ και διαρκές απ’ το νόημα της αυτονόητης ζωής).   
Το ιστορικό πλαίσιο είναι δεδομένο, με εξακριβωμένα στοιχεία και εντάσσεται περίτεχνα και αβίαστα στην αφήγηση: τα αντίποινα των Καλαβρύτων στις 13 του Δεκέμβρη του 1943 (αντίποινα για την εκτέλεση των 78 Γερμανών αιχμαλώτων  στη μάχη της Κερπινής από τους αντάρτες λίγες μέρες πριν), άφησαν πίσω περίπου 480 νεκρούς άντρες από 14-67 χρονών και 13 επιζώντες, ενώ ξέρουμε ότι ακολούθησε ολοκαύτωμα των γυναικόπαιδων στο σχολείο του χωριού. Ανάμεσα σ’ αυτούς που διασώθηκαν ήταν η Μαριάνθη (γυναίκα του Άθου) και η Μαργαρίτα (κόρη). Από τους Γερμανούς είχαν εκτελεστεί στις 10 του Δεκέμβρη 78 άτομα εκ των οποίων επέζησαν τρεις[2], ενώ ήδη οι εκδικητές του θανάτου του γυμνασιόπαιδου Ντίνου Παυλόπουλου που απαγχόνισαν οι Γερμανοί, είχαν σκοτώσει τρεις τραυματίες Γερμανούς της μάχης της Κερπινής. Τα γεγονότα αυτά, σε σύγκριση τουλάχιστον με όσα περιγράφονται λεπτομερώς στην Wikipedia, αποδίδονται με αξιοπιστία και με πολλές λεπτομέρειες (και από διαφορετικούς αφηγητές) στον βαθμό που εξυπηρετούν το μυθιστόρημα πάντα, και ασφαλώς δεν παρουσιάζονται γραμμικά -άλλωστε δεν είναι ιστορικός ο πυρήνας του βιβλίου, όπως είπαμε και παραπάνω.
Η ιδιαίτερη δομή (εγκιβωτισμένες πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις που αλλάζουν χρονικό επίπεδο) και οι τίτλοι από τις τέσσερις διαφορετικές ενότητες γύρω απ’ τις οποίες σχηματίζεται το παζλ δείχνουν τις προθέσεις της συγγραφέα, που δεν γίνονται όμως άμεσα αντιληπτές απ’ τον αναγνώστη. Π.χ. Οι τρεις πρώτες ενότητες τιτλοφορούνται «Από τα κατάλοιπα της Λευκής» (η Λευκή μού ζητάει να μιλήσω, να σπάσω τη σιωπή μου. Να μιλήσω όμως για διαφορετικά πράγματα (…) να μιλήσω για τη ζωή, για τον έρωτα της Μαριάνθης, για τα όνειρά μου που τράφηκαν και αναλώθηκαν μέσα στη φύση, για το σπίτι μου στο δάσος). Είναι οι «φωνές» που ζωντανεύουν μέσα απ’ το φίλτρο της Λευκής, της εγγονής του Άθου. Επιπλέον, οι υπότιτλοι της β’ και γ’ ενότητας «Η θυσία στη καρδιά του δάσους» και «Το έγκλημα στην άκρη του δάσους» σηματοδοτούν την διαφορετική πρόσληψη (από την τρίτη γενιά) του τραυματικού γεγονότος, γυρεύοντας απάντηση στο ερώτημα: Τα αντίποινα των Γερμανών το ’43 στα Καλάβρυτα ήταν εντέλει θυσία ή έγκλημα; Κι άλλα διαχρονικά ερωτήματα στα οποία καλούνται οι επόμενες γενιές να απαντήσουν: Είναι καλό να ξεγράφεις τους νεκρούς σα να μην έζησαν ποτέ; Κι ακόμα, τι είναι αυτό που αναδεικνύει, ύστερα από χρόνια έναν «ιστορικό τόπο» ενώ κι άλλα -ανώνυμα- χωριά μπορεί να ξεκληρίστηκαν;
 Όλα αυτά ξετυλίγονται σε μικρά υποκεφάλαια, όπου αλλάζει ο αφηγητής κι επομένως η οπτική γωνία. Πέρα από των μελών της οικογένειας (Μαριάνθης, Μαργαρίτας, Λευκής, Ιοκάστης), ακούμε τις φωνές του Κουρτ (Γερμανού που διασώθηκε στο βουνό) της Άσπας, νεαρής αντάρτισσας, δασκάλας, του Επονίτη Κρυστάλλη, της γιατρού Ευδοκίας, και αργότερα (1954) της Γερμανίδας κυρίας Μπραμς υπεύθυνης για επαγγελματική εκπαίδευση των θυμάτων. Οι διαφορετικές αυτές αφηγήσεις αντανακλούν τις διαφορετικές εκδοχές της ιστορίας και συγχρονικά αλλά και με το διάβα του χρόνου. Γιατί αλλάζει φυσικά  και το χρονικό επίπεδο, ενώ κατακάθονται όλα όταν φτάνουμε πια στην τέταρτη γενιά (2008+), τη γενιά της Ιοκάστης (κόρης της Λευκής), στην τέταρτη και τελευταία ενότητα.

Η βία στη φύση είναι κάτι που εξηγείται.
Στην ανθρώπινη ζωή όμως φέρνει τον παραλογισμό.  
Η πρώτη φωνή που ακούγεται είναι του Άθου, δασονόμου της περιοχής, με καταγωγή από την Ευρυτανία. Όπως και όλοι οι ήρωες, μιλά απλά, απ’ τη θέση του παρόντος, σαν κάποιος που αναπολεί το παρελθόν. Δεν αντιλαμβάνεται εύκολα ο αναγνώστης αν ήταν ένας από τους επιζώντες ή μιλά η «φωνή» του μέσα απ’ τις καταγραφές της Λευκής, κάτι που εντέλει δεν έχει σημασία[3]δεν ζω, είμαι επιζών» αναφωνεί ο Άθος, γιατί όσοι είχαν διαφύγει τον θάνατο ήταν κάτι σαν ζωντανοί νεκροί). Το βέβαιο είναι ότι έχει γνωρίσει το θάνατο, ότι βιώνει το ανείπωτο συντροφιά με τα δέντρα, τα μυστικά της γης και τη σιωπή… γιατί ζωή και θάνατος σ’ αυτές τις οριακές καταστάσεις έχουν ασαφή διάκριση. Ο Άθος φέρεται να έχει χάσει τα λογικά του και τη μνήμη του για μεγάλο διάστημα μέχρι που τον ανακάλυψε η Μαριάνθη στο βουνό («φυγή στο βουνό ή στα βάθη του εαυτού μου»). Ακόμα όμως και μετά την επανάκτηση της μνήμης, εξακολουθεί να ζει στο βουνό μέχρι τα βαθιά γεράματα, απέχοντας συνειδητά από τις συγκρούσεις και τα πάθη που ακολούθησαν το ολοκαύτωμα, κατά την επόμενη τραυματική περίοδο της ιστορίας, τον εμφύλιο. Ο Άθος βλέπει τον κόσμο πια μέσα από ένα μεταίχμιο, αυτό που χωρίζει/ενώνει το ανθρώπινο με τη φύση.
Η εσωτερική επικοινωνία του Άθου με την εγγονή του προδιαγράφεται από τις πρώτες σελίδες. Η Λευκή αναγνωρίζει τη σοφία του δάσους, των δέντρων, τον πλούτο της σιωπής (τα δάση θα σε διδάξουν καλύτερα απ’ τα βιβλία που διαβάζεις/ στη βαθιά σιωπή μπορείς να ξεχωρίσεις τη θυσία από το έγκλημα. Τον ηρωισμό από την τυφλή υποταγή. Την τιμωρία από την στυγνή εκδίκηση. Ο πόλεμος, ο κάθε πόλεμος, είναι απεχθής και δεν θα’ πρεπε να εξυμνείται. Μοναδικός στόχος του είναι το σφαγείο). «Εγώ είμαι ο Άθος» αναφωνεί, και μόνο διαβάζοντας όλο το βιβλίο καταλαβαίνει ο αναγνώστης το βάθος των λόγων της αυτών. Είναι η φωνή της φύσης που δεν έχει ηθική, ούτε μίσος, ούτε ταπείνωση (ο κόσμος της φύσης είναι ένας. Η καταστροφή τον ανανεώνει, δεν τον κόβει στα δυο). Αντίθετα, κρύβει ευεργεσία, γονιμότητα, αναγέννηση. 
Η ενδιάμεση-εξωηθική στάση  που του υπαγορεύει η ιδιαίτερη σχέση με το δάσος, κάνει τον Άθο να αρνείται να ταχτεί με κάποια μερίδα, να αρνείται την εκδίκηση (αρνήθηκα τους ανθρώπους για να μη νιώσω την επιθυμία να εκδικηθώ) ενώ η γνώση του για τα βουνά και τα μονοπάτια (όσο αφορά τους άλλους) τον καθιστά απαραίτητο και στους μεν και στους δε. Ξένος άλλωστε στον τόπο χωρίς συμφέροντα και αντιδικίες με τους χωριανούς, βοηθά τους αντάρτες όταν ζητούν οδηγό για τα δάση χωρίς ποτέ να στρατολογηθεί, βοηθά όμως εξίσου και τους αντίπαλους (ήταν κατά κάποιο τρόπο υπεράνω όλων, αλλά σαφώς τασσόταν στο πλευρό της αντίστασης χωρίς να φοβάται τους δωσίλογους και τους κομμουνιστές. Το δασονόμο ποτέ δεν θα τον πείραζαν. Υπηρετούσε μια υπόθεση εκτός κοινωνικών νόμων, πολιτικά ουδέτερος, υπόλογος στους νόμους τη φύσης). Όπως θα πει και η κόρη του η Μαργαρίτα, ήταν δασικός, ταυτισμένος με το επάγγελμά του όπως άλλοι ταυτίζονται με το κόμμα τους. Δεν ήταν παρόλ’ αυτά αμέτοχος ούτε ουδέτερος. Αντίθετα, και πριν τα γεγονότα ακόμα, υπερασπιζόταν με πάθος τη μη εκδίκηση ψάχνοντας τους αντάρτες στο βουνό για να μη σκοτώσουν τους αιχμάλωτους Γερμανούς, ενώ στον εμφύλιο τον Απρίλη του 1948 φέρεται να συμβουλεύει τους αντάρτες να μην σκοτώσουν τους αιχμάλωτους του Εθνικού Στρατού (να τους δικάσετε δίκαια. Μην τους εκτελέσετε στα τυφλά/οι δεξιοί εκδικούνται σαν νικητές, με το νόμο του ισχυρού, διαπράττουν έγκλημα από τυφλό μίσος. Οι αντάρτες κάνουν, ή τουλάχιστον θα’ πρεπε να κάνουν, έναν πόλεμο τιμής, πέρα από τη νίκη και την ήττα/να σκοτώνεις έναν άνθρωπο εκτός μάχης δεν σημαίνει ότι υπερασπίζεσαι μια κοσμοθεωρία, σημαίνει ότι διαπράττεις φόνο). Με απαράμιλλο θάρρος θάβει τους νεκρούς που οι εκδικητές απαγορεύουν να ταφούν. Τον απελπίζουν όμως η παραπληροφόρηση, η κάλυψη λαθών, οι ψευτοηρωισμοί. Ασκεί σκληρή κριτική στην ηγεσία της αριστεράς, επισημαίνει τα αδιέξοδα της στράτευσης, δεν είναι απολιτίκ. Ακόμη, πολιτική είναι η στάση του όταν απεχθάνεται τα μουσεία, τις δημόσιες τελετές, τις επετείους, τα μνημεία,  τους συμβολισμούς (τα δημόσια αισθήματα, όπως και τις δημόσιες υπηρεσίες, είναι πολύ εύκολο να τα καταχραστεί κανείς για ιδίους σκοπούς). Σαν αντιστάθμισμα επικοινωνεί με την «κοινωνία των δέντρων», φυτεύει δέντρα στο βουνό και μελετά τις κοινωνικές σχέσεις που δημιουργούνται ανάμεσα στα δέντρα, σχέσεις «συνδαιτυμόνων» (η συγγραφέας έχει την επιδεξιότητα να οδηγεί τον αναγνώστη στον πυρήνα αυτού του διαφορετικό κόσμου του Άθου). Γιατί, για τον Άθο η φύση ενώνει, ο κόσμος της φύσης είναι ένας.
Ποιος ήταν λοιπόν ο Άθος; Ένας άνθρωπος μόνος: ούτε ένοχος, ούτε ήρωας. Ο τρίτος άνθρωπος. Εκείνος που αρνήθηκε τη θέση του θύματος. Όπως λέει και ο ίδιος ένα τίποτα είναι, ανήκει στον θάνατό του.

Συναντάμε κι άλλους δυο διασωθέντες, έναν Έλληνα κι έναν Γερμανό. Μια απ’ τις φωνές αυτές δίνει ιδιαίτερο βάθος στην προσωπικότητα του πρωταγωνιστή. Είναι ο Γερμανός στρατιώτης Κουρτ, ένας από αιχμαλώτους στην εκτέλεση στου Μαγέρου που διασώθηκαν κατ’ ανάλογο τρόπο με τους διασωθέντες τα Καλάβρυτα. Σύντροφος του Άθου στο βουνό για δυο χρόνια μετά την τραγωδία (1943-1945) αλλά και για μια δεκαετία αργότερα (1948-58), φωτίζει απ’ τη δική του ιδιαίτερη πλευρά την τραγωδία του πολέμου ενώ η «συνάντηση» με τον Άθο γίνεται μοναδική όταν συγκλίνουν πια οι αντιλήψεις τους για τον πόλεμο, τους θύτες και τα θύματα, τους νικητές και τους ηττημένους (δεν φτιάχνει κανείς ασφαλή κόσμο με αίμα/εκείνος είχε τη ντροπή του θύματος, εγώ το όνειδος του θύτη). Κι όμως, η προσωπική τραγωδία του Κουρτ είναι τόσο διαφορετική, όπως διαφορετική είναι και η προσωπική ιστορία της μετριοπαθούς Γερμανίδας Μπραμς (αν και εκτέλεσαν οι Γερμανοί την αδερφή της δεν είχε την τόλμη να εναντιωθεί), που αφιερώνει τη ζωή της στην βοήθεια των θυμάτων (Άθο, μήπως πιστεύετε ότι έρχομαι εδώ για να ξεπλύνω τις αμαρτίες των συμπατριωτών μου;) και μετεξελίσσεται καθώς συναναστρέφεται τους κατοίκους των Καλαβρύτων.

Ήθελα ο θάνατός μου και η διάσωσή μου να γίνουν εσωτερική ζωή
Το συλλογικό τραύμα διασχίζει με διαφορετικό αντίκτυπο τις τέσσερις γενιές, των οποίων οι εκπρόσωποι είναι γυναίκες, γυναίκες που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο μεγάλωσαν χωρίς πατέρα/σύζυγο: η Μαριάνθη η γυναίκα του Άθου, και οι μοναχοκόρες που ακολουθούν, η Μαργαρίτα του πολέμου, η Λευκή της ειρήνης και η Ιοκάστη του μέλλοντος. Το πένθος μεταφέρεται μέσα απ’ το θηλυκό στοιχείο («anima»), μεταμορφώνεται και ξορκίζεται μέσα από την κοινωνική δράση. Βλέπουμε με το  διαφορετικό πρίσμα της κάθε γενιάς τη μοναξιά που επέφερε η καταστροφή, αλλά και κάθε πρόσωπο μιλά με τον δικό του τρόπο για τους άλλους, π.χ. η Μαργαρίτα μιλά για τη μάνα και για την κόρη, η Λευκή για τη μάνα και τη γιαγιά κλπ.
Πρώτη η  Μαριάνθη, κατάπληκτη που επέζησε (κι ήταν σα να βρισκόμαστε ολομόναχες μπροστά σ’ ένα μυστήριο που μετέτρεπε το ζόφο του μαζικού θανάτου σε φως μιας ατομικής ζωής που σώθηκε, προδίδοντάς τον, περιφρονώντας τον, γυρίζοντάς του εντέλει την πλάτη) τρέφει το μίσος της προς τους αντάρτες που τους θεωρεί υπαίτιους για τα αντίποινα (όπως και όλες οι Καλαβρυτινές χήρες) και φυσικά, και για τους Γερμανούς (γέρασα με το μίσος του πολέμου. Μίσος για τους Γερμανούς, μίσος για τους αντάρτες/η δική μου γυναικεία μοναξιά έμοιαζε αίφνης με θεόσταλτη κατάρα. Δεν ακουμπούσε πουθενά). Την βασανίζει το κακό που έχει μείνει αδικαιολόγητο, ανεξιλέωτο. Το μίσος είναι αδιάλλακτο, το μίσος που είχε βγει από τις πυρκαγιές της πυρπολημένης πόλης.  Όπως λέει και η Άσπα (η επονίτισα δασκάλα) ήταν απαισιόδοξη, νευρική και μελαγχολούσε εύκολα. Κλεινόταν θυμωμένη στον εαυτό της, βέβαιη ότι δεν υπήρχε τρόπος να αντιμετωπιστεί το κακό. Θα αμφισβητήσει τη θυσία (δεν θέλω να συμφιλιώσω τον παραλογισμό του κακού με την παντοδυναμία της αγάπης), ξέροντας ότι και ο Άθος δεν δεχόταν τα περί θυσίας των αμάχων, το μάταιο θρήνο και τις μοιρολατρικές ρητορείες, το μεταφυσικό νόημα του ολέθρου, τις απατηλές υπερβάσεις. Στρέφεται στη φυγή, σχεδόν αμέσως το τραγικό συμβάν.
Η Μαριάνθη μένει μόνη καθώς επί τέσσερα χρόνια ο Άθος δεν την γνωρίζει καν, αλλά και όταν εκείνος συνέρχεται και παραμένει αφοσιωμένος  στα δέντρα, στα χώματα, στο βουνό, εξακολουθεί να είναι ένα πρόσωπο απρόσιτο, ανοίκειο για τη Μαριάνθη (Τρόμαζα. Ζούσε; Είχε πεθάνει;). Ο Άθος, όταν μιλά γι’ αυτήν, την χαρακτηρίζει εμπαθή και παρορμητική, ξέρει ότι το «μαυρόασπρο μυαλό» της δεν μπορεί να καταλάβει την δική του, σύνθετη εκδοχή για τον πόλεμο. Η Μαριάνθη ζει την οργή της και τη μνησικακία της αλλά υπερτερεί η αγάπη της για τον Άθο και την οικογένεια (Μαργαρίτα: η αγάπη της Μαριάνθης για μας και τον Άθο ήταν τόσο βαριά και πολύτιμη, που την ανάγκαζε να σκύβει διαρκώς από πάνω μας και να φροντίζει να μη μας λείψει τίποτα).
Η Μαργαρίτα (πρώτη γενιά), το «πληγωμένο γεράκι»,  ουσιαστικά αρνείται την πραγματικότητα, δείχνει αδιάφορη, χτίζει τη ζωή της σιωπηλά αλλά τρωγόταν κι από την επιθυμία να καταλάβει. Ήταν 11 χρονών όταν έχασε τον αδερφό και τον πατέρα της (Μαριάνθη: μου ήταν πολύτιμη η παιδική της ψυχρότητα και απάθεια απέναντι στο κακό για να αντέχω) και ακολουθεί αδιαμαρτύρητα τη μάνα της στη Θεσπρωτία,  ενώ επιστρέφει στα Καλάβρυτα το 1949 (17 ετών). Ξεχνά τον θάνατο (εγώ ήθελα να ζήσω χωρίς να θυμάμαι) κρατώντας ωστόσο μια ιδιαίτερη σχέση με τον μυστικισμό του Άθου (η πνοή του δάσους ήταν ένας εσωτερικός κόσμος, βαθύς και σιωπηλός, σαν τον πατέρα μου/σα να βρισκόταν αυτός ο άνδρας πάνω απ’ όλα εκείνα που συνθέτουν την πραγματικότητα). Βλέπουμε την προσωπικότητά της μέσα απ’ τα μάτια και της Μαριάνθης αλλά και της Λευκής, της κόρης της  που βλέπει ότι η γιαγιά της είχε έμμονες ιδέες που τις διατύπωνε ξεκομμένες σαν κομμάτια παραμυθιού, αποκόβοντάς τες απ’ την πραγματικότητα.
Η γενιά που μπορεί να δει πιο αποστασιοποιημένα τα γεγονότα, χωρίς όμως να έχει χαθεί το βιωματικό στοιχείο, είναι η γενιά της εγγονής, της Λευκής. Μπορεί κανείς βάσιμα να ισχυριστεί, μόνο απ’ αυτό το στοιχείο, ότι είναι και πρωταγωνιστικός ο ρόλος της μέσα στο βιβλίο. Μεγαλώνει μέσα στη ζωική απάθεια της Μαργαρίτας που, το μόνο εμφανές που της έχει αφήσει η μαζική εκτέλεση είναι η εμμονή «μια μέρα ίσως έρθουν πάλι οι γυναίκες και βρουν τον τάφο αδειανό», που την επαναλαμβάνει μηχανικά. Η Λευκή όμως ρωτάει ακατάπαυστα όλους με τη σειρά, για την αντίσταση, για ηρωισμό, δεν καταλαβαίνει το Μίσος της μάνας της. Γυρεύει όλες τις εκδοχές, κρίνει και συγκρίνει, ενώ επικοινωνεί μη λεκτικά με τον Άθο. Δεν  μεγαλώνει όμως στα Καλάβρυτα. Εγκαθίσταται εκεί μόνο το 1987, μετά από σπουδές αναισθησιολόγου στην Αμερική, με τη μικρή της κόρη την Ιοκάστη που μεγαλώνει κι αυτή χωρίς πατέρα. Στα Καλάβρυτα ιδρύει την Κλινική του Πόνου, όπου εξασκεί τη φυσιατρική –μια μέθοδο  για να ανακουφίσει τον πόνο των ανθρώπων που υποφέρουν (μιλάμε για μια εποχή που δεν αναγνωρίζονταν καλά καλά οι θεραπευτικές αυτές πρακτικές στην Ελλάδα). Πάσχει και αφοσιώνεται, και  η μοναξιά της είναι μια διαφορετική μοναξιά που μοιάζει με του Άθου, ένα υπαρξιακό διαρκές πένθος για τους νεκρούς, τους ζωντανούς που μένουν πίσω, αλλά και τους ζωντανούς- νεκρούς (ο θάνατος του ανθρώπου είναι πέρα από το καλό και το κακό, ένα απόλυτο ηθικό γεγονός, που κανένα κράτος, καμιά ιδεολογία, κανένας νικητής πολέμου δεν πρέπει να ατιμάζει). Όπως της λέει ο Βλαδίμηρος, η Λευκή τα παίρνει όλα τα πράγματα τοις μετρητοίς. Τα χρεώνεται ατομικά.
Και βλέπουμε και τη μικρή κόρη, την Ιοκάστη (που στην αρχή έβλεπε αρνητικά τον προπάππο της και το βαρύ παρελθόν της οικογένειας) να μεγαλώνει, να ωριμάζει δίπλα στη μοναχική Λευκή και το φιλολογικό της πάθος να την οδηγεί σε μια πιο διαχρονική θεώρηση όσο αφορά το νόημα της «θυσίας», του «ηρωισμού» και του «εγκλήματος» ˙ να βάζει μια άλλη τάξη, μια νέα αφήγηση στο ανείπωτο, που το έχει πια δαμάσει ο χρόνος.

Να θυμάστε και να νοιάζεστε για το τελευταίο έγκλημα
Τέλος, κορυφαία είναι η ενσωμάτωση που κάνει η συγγραφέας της σύγχρονης τραγωδίας, της δίωξης των μεταναστών στην κεντρική πλοκή. Το 1998, όταν πια η Λευκή και η Ιοκάστη είναι αρκετά μεγάλες, ένας νεαρός Αλβανός, μετά από μαζική εκτέλεση των συμπατριωτών του και αφού έχασε με απίστευτο τρόπο τους γονείς του φιλοξενήθηκε από τον Άθο, όμως σύντομα βρέθηκε νεκρός στο Δασοβούνι. Τα παρακάτω λόγια που φέρεται να είπε ο Άθος στη μοναδική φορά που καταδέχτηκε να μιλήσει δημόσια στην επέτειο του ολοκαυτώματος νομίζω είναι και το επιμύθιο που πρέπει να συνοδεύει κάθε ανάλογη τραγωδία:
(…) Δεν ήρθα να σας μιλήσω για τους Τούρκους και τους Γερμανούς που κάποτε αιματοκύλισαν την Ελλάδα, αλλά για μια βάρκα που οδηγεί σήμερα τους επιβάτες της στον θάνατο. Αυτές οι βάρκες, μόνο τούτο θα σας πω, θα πληθύνουν. Ξεχάστε τα γερμανικά αντίποινα. Να θυμάστε και να νοιάζεστε για το τελευταίο έγκλημα, γιατί αν μνημονεύετε, και μάλιστα, με τόσο ζήλο, μόνο το παλιό, δε θα έχετε μάτια και αυτιά για να μεριμνήσετε για το καινούριο, να ανανεώσετε τη θέλησή σας να αποτρέψει την επανάληψή του.


[1] Η ίδια η συγγραφέας Μαρία Στεφανοπούλου λέει σε συνέντευξή της:
«Μέχρι τώρα τα θύματα αυτής της σφαγής παρουσιάζονται ως επί το πλείστον σαν άνθρωποι που θυσιάστηκαν για μια δίκαιη υπόθεση. Στα δικά μου μάτια, ωστόσο, αυτό άλλο δεν κάνει από το να δημιουργεί νέα τραύματα οδηγώντας στην αυτοεξαπάτηση της ηρωοποίησης. Φυσικά και δεν πρόκειται, στην περίπτωση των Καλαβρύτων, για έναν ηρωικό θάνατο υπέρ της σωστής πλευράς, παρά για ένα έγκλημα πολέμου που διαπράχθηκε ως αντίποινα σε βάρος του άοπλου άμαχου πληθυσμού» (https://diablog.eu/el/logotechnia/maria-stefanopoulou-interview-kalavryta/).
[3] Δεν είναι παράξενο να είναι επιζών, ξέρουμε για πολλούς που επέζησαν από μαζικές εκτελέσεις, ακόμα και μετά τη χαριστική βολή. Στα Καλάβρυτα ήταν 13.

Σάββατο, Μαρτίου 02, 2019

Ντανιέλ Τσαβαρία, Είδα να φτάνει ένας γέρος

Από πολύ μικρός, πάντα προτιμούσα τις ωραίες αφηγήσεις
από την αντικειμενική αλήθεια 

Τη σπαρταριστή του αυτοβιογραφία παραθέτει σ’ αυτό το βιβλίο ο διάσημος Ουρουγουανός συγγραφέας (που πέθανε πέρσι σε ηλικία 85 χρονών), με γραμμική αφήγηση και με αρκετές λεπτομέρειες, που αν δεν μας μετέφεραν σ’ έναν απίστευτο και πολύ συναρπαστικό διαφορετικό κόσμο απ ΄τον δικό μας (στο χώρο και στον χρόνο, αλλά κυρίως στη νοοτροπία), θα ήταν αρκετά κουραστικές. Ωστόσο, το ενδιαφέρον υψώνεται  κάθετο, όχι τόσο από τη δεινότητα της γραφής, όσο από το περιεχόμενο, γιατί έχουμε να κάνουμε πράγματι με μια εξαιρετική (με την έννοια της εξαίρεσης) προσωπικότητα. Έναν άνθρωπο «παίχτη» (ας μην πω «θεομπαίχτη»),  που βουτάει στη ζωή με όλο τον ενθουσιασμό, τις δυνάμεις  της ύπαρξής του, και με αστείρευτη δίψα για γνώση και εμπειρίες. Έτσι λοιπόν, το παρακάτω κείμενο δεν είναι «κριτική παρουσίαση» του βιβλίου από λογοτεχνικής πλευράς, αλλά ουσιαστικά μια περίληψη, με την έννοια ότι περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία της αυτοβιογραφίας που μου έκαναν τρομερή εντύπωση (και ήταν πολλά… πολύ περισσότερα απ’ όσα καταγράφονται εδώ!).
Η βιογραφία ξεκινά ήδη από προπαππούδες και προγιαγιάδες, δίνοντας ένα μωσαϊκό της τότε Ουρουγουανικής κοινωνίας (πόλεμος Κόκκινων και Λευκών, πόλεμος ακρίδων, ωραίες γευστικές πινελιές από την ιταλική κουζίνα με το περίφημο ανεπανάληπτο «ταγιαρίν» και τον ακόμα πιο ανεπανάληπτο τρόπο παρασκευής και σερβιρίσματός του). Από τις προσωπικότητες αυτές, ο ίδιος  ο Τσαβαρία ξεχωρίζει τον Αρχιμήδη Σκιφίνο, τον προπάππο από τη μεριά της μητέρας του, γεννημένο στην Καλαβρία με χιλιάδες ιστορίες που τις μετέφερε η κόρη του με ολίγον αλατοπίπερο (ποτέ δε μ’ ένοιαξε αν η ιστορία ήταν αληθινή ή όχι∙ για μένα είχε την αξία της). Στην ενότητα ήδη αυτήν της αφήγησης, στις πρώτες σελίδες,  βρίσκουμε και τον  ελληνικό τίτλο του βιβλίου (με τον οποίο συμφώνησε ο ελληνομαθής συγγραφέας), κι αφορά τον τρελοπαππού του που κάποτε αποφάσισε να το σκάσει απ’ το τρελοκομείο και να  γυρίσει σπίτι. Ο ισπανικός τίτλος, όμως (Y el mundo sigue andando-Memorias), νομίζω είναι πιο εύστοχος: «Και ο κόσμος συνεχίζει- αναμνήσεις».
Έτσι, αρχίζει ένας χείμαρρος από αναμνήσεις, ενός ανθρώπου που τον χαρακτηρίζει η πολύ έντονη, αστόχαστη πολλές φορές δράση αλλά ταυτόχρονα και η ακόρεστη δίψα για διάβασμα και κλασική παιδεία (γλώσσες, φιλοσοφία, αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία).  Μέχρι και στον εσωτερισμό στρέφεται για ένα φεγγάρι! Με πρότυπο τον επαναστατικό διεθνισμό του Γκαριμπάλντι  και του Τσε, και με 500 δολάρια στην τσέπη περιπλανιέται από την ηλικία των 17 ανά τον κόσμο, ξεκινώντας από την Ευρώπη, χωρίς καν να έχει τελειώσει το σχολείο (το οποίο ωστόσο αποφασίζει να τελειώσει πολύ αργότερα, μελετώντας σκληρά). Το ταξίδι στο άγνωστο ξεκινά μ’ ένα… ναυάγιο (το πλοίο που θα τον οδηγούσε από το Μπουένος Άιρες στην Ευρώπη εμβόλισε ένα πετρελαιοφόρο), κι ενθουσιάστηκε τόσο με την περιπέτειά του που, χωρίς να συναισθανθεί τον κίνδυνο που διέτρεξε,  άρχισε να αφηγείται δεξιά και αριστερά το περιστατικό με δόση λογοτεχνικής υπερβολής. Φτάνοντας στην Ισπανία του Φράνκο, ρισκάρει από αστοχασιά διαβάζοντας δημόσια Πάμπλο Νερούντα, για να συνειδητοποιήσει την πολιτική της δικτατορίας και την κατάσταση της  μεταπολεμικής Ευρώπης (σ’ αυτήν και σε άλλες αποκοτιές που έχω κάνει στη ζωή μου, μια ευλογημένη καλοτυχία με προστάτεψε πάντα. Τρέμω και μόνο στη σκέψη των παραλείψεών μου και των κινδύνων που πέρασα στη ζωή μου εξαιτίας της επιπολαιότητάς μου και της αδεξιότητάς μου).
Η αφήγηση είναι τόσο γλαφυρή που δεν έχει πραγματικά σημασία  παράθεση των καταιγιστικών συμβάντων που ζει ο Ντανιέλ, όμως το ότι τον ακολουθεί ένας «φύλακας άγγελος» είναι γεγονός! Έχει μια δική του ηθική που ξεδιπλώνεται στην πράξη, εκ των υστέρων, καθώς βουτάει  στις περιπέτειες με νεανικό θράσος. Επίσης, όπως είναι φυσικό για έναν τέτοιο χαρακτήρα, ερωτεύεται αρκετές φορές παράφορα χωρίς να αρνείται και τις πρόσκαιρες περιπέτειες, ενώ κάποιες από τις σχέσεις του είναι από κωμωδία ως σκέτο παραμύθι. Δεν θα αναφερθώ όμως στις θυελλώδεις σχέσεις του με τις γυναίκες, προαναφέρω μόνο ότι παντρεύεται -εντέλει- δυο φορές και κάνει τέσσερα παιδιά με μεγάλη απόσταση τα δυο πρώτα από τα επόμενα.
 Από πολύ νωρίς, η φιλομάθειά του τον σπρώχνει ακόμα και ταξιδεύοντας να περνά ώρες διαβάζοντας και μελετώντας από το πρωί ως το βράδυ∙ π.χ. στο Πράδο της Μαδρίτης όλη μέρα στο Μουσείο και στη βιβλιοθήκη ώσπου στο τέλος αποτολμά να κάνει τον ξεναγό σε τρεις γλώσσες! Στη Γρανάδα μαθαίνει αραβικά ενώ στο Μαρόκο εκπλήσσεται με το αποικιοκρατικό πνεύμα που κυριαρχεί στους Ευρωπαίους και εκδηλώνεται για πρώτη φορά η αντιρατσιστική του στάση ζωής, όταν κάποιος υποστηρίζει ότι οι Μαυριτανοί είναι κατώτερη φυλή (χωρίς να έχουν διαβάσει λέξη από Πλάτωνα, οι λεγεωνάριοι και τα χαμένα κορμιά της Ταγγέρης μού έδωσαν να καταλάβω μια για πάντα ότι υπήρχε πολύ βαθιά σχέση ανάμεσα στην αρετή και τη γνώση).
Στην Ιταλία οι περιπέτειες γίνονται ξεκαρδιστικές γιατί με παρέα τον ανεκδιήγητο Λούτσο πάνε για… προσκύνημα!  Δηλαδή το παίζουν προσκυνητές για να τρώνε στα μοναστήρια, ενώ στη Γερμανία, (όπου φυσικά μαθαίνει πολύ γρήγορα ΚΑΙ Γερμανικά, σε τρεις μήνες διαβάζει Χέρμαν Έσσε), ψάχνει πια για δουλειά. Μετά από απερίγραπτη οδύσσεια με τη γερμανική γραφειοκρατία, καταφέρνει να δουλέψει πρώτα σ’ ένα στρατόπεδο του βελγικού στρατού κατοχής (τρύπες στο τσιμέντο για να περάσουν σωλήνες θέρμανσης) και στη συνέχεια ως ανειδίκευτος εργάτης σε χυτήριο της Fellten und Guillaume. Οι σελίδες αυτές όπου περιγράφονται οι σκληρές συνθήκες εργασίας, αλλά και η ιδιοσυγκρασία των Γερμανών είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες σελίδες γιατί ο Τσαβαρία, εντυπωσιασμένος και από τη γερμανική κουλτούρα, μας μεταφέρει με αντικειμενικό «καθαρό» πνεύμα τη θετική και την αρνητική όψη του γερμανικού status: σύμφωνοι, οι συνθήκες εργασίας σε 45ωρη εβδομαδιαία βάση ήταν παρόμοιες με των «Μοντέρνων Καιρών» (ποτέ δεν έχω δουλέψει περισσότερο στη ζωή μου/εκείνα τα απαρχαιωμένα μηχανήματα  που δούλευαν σε άψογο συντονισμό μεταξύ τους, με μεταμόρφωσαν σ’ έναν προλετάριο της εποχής των Μαρξ και Έγκελς). Ο συνάδελφός του Γιούργκεν, συνειδητοποιημένος εργάτης προλετάριος, μυεί τον 18χρονο Ντανιέλ  στις αριστερές ιδέες και στην απόκτηση ταξικής συνείδησης. Όμως απ’ την άλλη, και τα λεφτά ήταν καλά, αλλά και όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Γερμανία, του δόθηκαν πίσω όλα τα χρήματα που του είχε κρατήσει η ασφάλεια υγείας (αδύνατον να πιστέψει ότι κάποια υπηρεσία θα του ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ λεφτά, όταν σε όλη τη Λατινική Αμερική, τα ασφαλιστικά ταμεία ήταν παραδοσιακοί μηχανισμοί λεηλασίας του κόσμου για τον πλουτισμό των διεφθαρμένων πολιτικών).
Όσο αφορά το γερμανικό  πνεύμα, ο συγγραφέας εντυπωσιάζεται (όχι αναγκαστικά θετικά) από την τάξη, την πειθαρχία, τον ορθό λόγο (η γερμανική λατρεία στο τρίπτυχο «Πειθαρχία- Εργασία- Χρήμα» εκφραζόταν ακόμη και στα πάθη τους), και τεκμηριώνει αυτές του τις εντυπώσεις με γλαφυρό, όπως πάντα τρόπο (π.χ. οι εργάτες απολάμβαναν τον αυθεντικό καφέ μόνο τα σαββατοκύριακα ενώ η δική μου τακτική, όπως και των περισσότερων λατίνων, θα ήταν να ξεπαστρέψω τον πραγματικό καφέ μέσα σε δυο μήνες και μετά να καταλήξω να πίνω μόνο τον κρίθινο).
Η ουσιαστική κλασική μόρφωση του Ν. Τσαβαρία τού δίνει ένα εργαλείο να καταλαβαίνει αλλιώς τον κόσμο, κι αυτό δεν προβάλλεται μεν, αλλά είναι φανερό στη ματιά του. Λέει π.χ. για τους Γερμανούς, ότι προβάλλουν πολύ την αντρειοσύνη (αν ήθελες να πεις ότι κάποιος συνάδελφός σου είναι πολύ άντρας, έλεγες «αυτός μάλιστα μπορεί να δουλέψει». Τίποτα δεν είχε αλλάξει από την εποχή του Πηλείδη Αχιλλέα, όταν η αντρειοσύνη του πολεμιστή μετριόταν με βάση το ποσοστό των λαφύρων του).
Είκοσι χρονών και με 2000 μάρκα στην τσέπη βάζει πλώρη για Γαλλία. Βρίσκει τους Γάλλους άξεστους και αφιλόξενους σε σχέση με τους Γερμανούς, αλλά έρχεται σε επαφή με γάλλους τροτσκιστές, αναρχικούς και δογματικούς, και παρόλο που απομυθοποιεί τη βοναπαρτική Γαλλία (που λάτρευε η μητέρα του) αναγνωρίζοντας «όλη την κτηνωδία της γαλλικής μπουρζουαζίας», αποδίδει τη στροφή του προς τον κομμουνισμό και την εγγραφή του λίγο αργότερα στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Ουρουγουάης στην «Γαλλία του Βίκτορος Ουγκώ»,  αλλά και του Ρουσό, των ουτοπιστών Σεν Σιμόν και Φουριέ, του γαλλικού προλεταριάτου, των καλλιτεχνών,  των επαναστάσεων του 1830, 1845, της Παρισινής Κομμούνας  κλπ.
Από κει πάλι στην Ιταλία σε στυλ τουρίστα(Ρώμη, Φλωρεντία, Βενετία), ενώ στην Καλαβρία προσπαθεί να βρει το χωριό του περίφημου προπάππου, του Αρχιμήδη Σκιφίνο,  χωρίς επιτυχία (θα το ανακαλύψει μέσω ίντερνετ 40 χρόνια αργότερα, γράφοντας πάλι μια απίθανη ιστορία!). Μετά από σύντομο καλλιτεχνικό ταξίδι στο Λονδίνο όπου αφιέρωνε ώρες κάθε μέρα στα μουσεία και τα θεάματα (μην ξεχνάμε ότι είχε ως αυτοδίδακτος και την κλασική και την καλλιτεχνική παιδεία  επιστρέφει ξανά στη Γερμανία για να πιάσει δουλειά στα ορυχεία, αλλά όλα τα διακόπτει η πρώτη ιατρική διάγνωση (δισκοπάθεια) και η δεύτερη : νεανική παλαβομάρα (!).
Στο Αμβούργο συσχετίζεται με παραβατικούς τύπους (ξέμπαρκους Ισπανούς αντιφρανκικούς, λαθρέμπορους, νταβατζήδες) που του προτείνουν ψιλοληστείες αλλά, όπως γράφει ο Τσαβαρία, δεν είχε τις απαραίτητες ορμόνες για κάτι τέτοιο (με τον μηδαμινό σεβασμό που εγώ, ένας οπαδός του Γκράκο Μπαμπέφ, έτρεφα για την ατομική ιδιοκτησία, και πεπεισμένος ότι ήταν αξιοπρεπέστερο να ληστεύεις μια τράπεζα παρά να τη διευθύνεις, θα δεχόμουν μετά χαρά εκείνη την πρόταση, όμως, και πάλι, με πρόδωσαν οι ορμόνες μου). Τρομοκρατημένος μετά από ένα τραγελαφικό επεισόδιο με τον αδίστακτο -μαφιόζο στυλ- Νίνο, αποφασίζει να γυρίσει ως λαθρεπιβάτης μαζί με τον Μανόλο στη Λατινική Αμερική, να κάνει την εγχείρηση και να τελειώσει το σχολείο.
Απίστευτες οι  περιπέτειες όσο είναι κρυμμένος στο αμπάρι του «Λανσέρο» (αποκορύφωμα, προσέκρουσαν σε άλλο πλοίο, και κατάλαβαν ότι έφτασαν Αμερική από τα αποτσίγαρα!), όμως η σχέση του με τον Μανόλο κρυώνουν όταν μαθαίνει ότι ο τελευταίος  σκότωσε μια γκόμενα στο ξύλο (!). Το περιστατικό όλο είναι αφορμή για να καταθέσει ο συγγραφέας την ιδεολογία του,  ενός «νεοφώτιστου και πολύ ουτοπικού κομμουνιστή»: Έδειχνα υπερβολική περιφρόνηση για την ατομική ιδιοκτησία κι έβλεπα πολλούς εγκληματίες ως θύματα της κοινωνικής παθολογίας που επέβαλλαν οι κυρίαρχες τάξεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, όπως ήταν οι ληστές τραπεζών ή οι κλέφτες κοσμημάτων τους χειροκροτούσα κιόλας, τους ζήλευα και λυπόμουν που δεν είχα κότσια να τους μιμηθώ. Αλλά τους νταβατζήδες, τους εκμεταλλευτές και όσους βασάνιζαν πόρνες –το τελευταίο σκαλοπάτι κοινωνικής αδικίας- τους θεωρούσα περιττώματα του ανθρώπινου είδους (στη συνέχεια επεκτείνεται και σε δολοφόνους, βασανιστές, έμπορους ανθρώπων κλπ).
Η απότομη διακοπή των σχέσεων με τον Μανόλο, όταν πια φτάνουν στις ΗΠΑ ξεδιπλώνει ένα στοιχείο του χαρακτήρα του συγγραφέα, πολύ χαρακτηριστικό: όταν κάποιος φίλος του ξεπερνά τα ανεκτά όρια, κόβει κάθε σχέση μαζί του χωρίς εξηγήσεις ούτε προειδοποιήσεις. Αποχωρίζεται λοιπόν τον κατάπληκτο Μανόλο και αποφασίζει να… παραδοθεί στις αρχές, παίζοντας ένα απίθανο θέατρο προκειμένου να μην προδοθούν όσοι από το πλήρωμα του πλοίου τον βοήθησαν: μιλά μια ακατανόητη γλώσσα που επινόησε ο ίδιος, με κανόνες και λεξιλόγιο, ώστε κανένας να μην την καταλαβαίνει. Κερδίζοντας χρόνο, όταν πια η αστυνομία είναι πολύ κοντά στο να τον αποκαλύψει (με τα αποτυπώματα και το διαβατήριο, αν το έβρισκαν) σκαρφίζεται μια καινούργια παλαβομάρα, ένα ολόκληρο παραμύθι με… εξωγήινους που δήθεν τον απήγαγαν. Γύρω του ένας τεράστιος κύκλος θαυμαστών τον ξεσηκώνουν περισσότερο. Το πιο αστείο απ’ όλα είναι ότι συνεπαίρνεται από την περιπέτεια της γραφής, και νιώθει την ανάγκη να «γράψει το κατασκευάσμά του από την πρώτη στιγμή που το συνέλαβε». Παρόλ’ αυτά αποφασίζει να μην ολοκληρώσει (αν το διήγημα γινόταν επιτυχία θα ήμουν ένας ψεύτης συγγραφέας που έψαχνε μόνο το χρήμα). Έτσι, στριμωγμένος πια απ’ τα γεγονότα ομολογεί την αλήθεια  (όταν το Λανσέρο έχει πια αποπλεύσει), και απελαύνεται μέσω Νέας Υόρκης, αφού περνά απ’ το θρυλικό «Γουόλντορφ Παλέρμο», φυλακή  στο Μανχάταν. Τον ένα μήνα που έμεινε εκεί ρουφάει τις ιστορίες από λογής λογής γνωριμίες  -κάθε καρυδιάς καρύδι (περιθωριακούς, μετανάστες, ναρκομανείς, «παλαβούς»), ενώ συμπληρώνει την παιδεία του διαβάζοντας με τις ώρες στη Βιβλιοθήκη της φυλακής!  
Στο αεροδρόμιο Καράσκο τον περίμεναν καμιά 100ή φίλοι και συγγενείς! Γιατί, φορώντας μάλιστα και ωραία ρούχα κατά σύμπτωση από κάποιον… Ιταλό εγκληματία, γίνεται θρύλος! Οι Ουρουγουανοί συμπατριώτες του έχουν πληροφορηθεί τις περιπέτειές του και αφού ο ήρωάς μας απολαμβάνει τον ίλιγγο της διασημότητας, μπαίνει στον… γύψο! (αντιμετώπιση της δισκοκήλης). Η επιβαλλόμενη ακινησία τον στρέφει προς τα «μέσα»: γνωρίζει γλώσσες, είναι κομμουνιστής, έχει ευρεία γνώση πάνω στις τέχνες, ναι, αλλά δεν έχει τελειώσει το σχολείο! Η ανικανότητά του στα μαθηματικά είναι καλυμμένη τεμπελιά κι όχι ανικανότητα, κι όταν το ανακαλύπτει πέφτει με τέτοιο πάθος στη μελέτη που φτάνει να μελετά 10 ώρες την ημέρα! Απομονώνεται στο «Βρετανικό καφέ» και σε οκτώ μήνες περνά 31 μαθήματα! Είναι η εποχή που κάνει γιαπωνέζικη γιόγκα, διαβάζει λατινικά και ελληνικά! Ο ιδιόρρυθμος Ρ. Ροσινιόλ τον πείθει ότι τα ελληνικά δεν μεταφράζονται, και, βασικά, οι φιλοσοφικές έννοιες διαστρεβλώνονται (διαστρέφονταν οι σαφείς και μονοσήμαντες έννοιες των Ελλήνων και παραγέμιζε η σκέψη με μια ιδιόλεκτο νεολογισμών, αποχρώσεων και περίπλοκων αποκλίσεων, ανάλογα με τις φιλοσοφικές μόδες της εποχής. Συνεπώς, για να μην πέφτεις στις παγίδες, η λυδία λίθος ήταν η ελληνική γλώσσα, την οποία έπρεπε να κατέχεις απολύτως, ώστε να εισχωρήσεις με ασφάλεια στη φιλοσοφική σκέψη). Σημειώνω εδώ ότι ο Τσαβαρία μελέτησε για 25 χρόνια ελληνικά (αρχαία και νέα) και διάβαζε αρχαίους φιλοσόφους και τραγικούς απ’ το πρωτότυπο (από τα εβδομηνταπέντε μου χρόνια, λέω ότι άξιζε τον κόπο να μάθω ελληνικά. Με βοήθησε να ζήσω).
Ο γάμος με την Εβραία Έμπε και η γέννηση των δύο πρώτων αγοριών καθηλώνει τον συγγραφέα για λίγο καιρό στην Ουρουγουάη. Εντωμεταξύ όμως, γίνεται η επανάσταση στην Κούβα (1959) που αναστατώνει όλη την περιοχή, και ενδυναμώνει τα κομμουνιστικά κινήματα. Γρήγορα αρχίζουν τα προβλήματα στο γάμο και παρά τις τονωτικές ενέσεις (μια τέτοια ήταν η επεισοδιακή συγκατοίκηση με τον απίθανο Ρουξ), μετά από απολύσεις, χωρισμούς, εγκατάσταση στην Αργεντινή όπου ασχολείται με μεταφράσεις, χωρίζει οριστικά το 1963 (30 χρονών).
Ήδη έχει επιλέξει συνειδητά τον τροτσκισμό (σε Ουρουγουάη και Αργεντινή κομμουνιστές, τροτσκιστές, αναρχικοί τρώγονταν, όμως λόγω Τσε και Φιντέλ παίρνουν όλοι τον δρόμο της ένοπλης πάλης), και, έχοντας αποτύχει στην οικογενειακή ζωή, όνειρό του τώρα είναι να ενταχτεί στον αγώνα των ανταρτών του Ούγκο Μπλάνκο (Περού). Όμως, φτάνει στο Περού την ίδια μέρα που συνέλαβαν τον Μπλάνκο! Επειδή δεν θέλει να επιστρέψει στην οικογένεια, ψάχνει  άλλη επαναστατική ομάδα (το πιο έντιμο, για να είμαι συνεπής με τα παιδιά και τη συνείδησή μου, θα ήταν να ενταχθώ σε κάποιο άλλο αντάρτικο κίνημα)!!! Κι έτσι βάζει νέο στόχο, τον Βραζιλιάνο Ζουλιάο στο Περναμπούκο. Από ανέλπιστη τύχη, στη Λίμα βρίσκεται ξαφνικά με χρήματα, ζητώντας μια μικρή βοήθεια απ το προξενείο της χώρας του (προτιμούσα να φερθώ σκάρτα στον πρόξενο και στην προσωπική μου ηθική, προκειμένου να ενεργήσω σύμφωνα με τη συνείδησή μου. Μάρτυράς μου το γεγονός ότι είχα εγκαταλείψει τα παιδιά μου προκειμένου να πολεμήσω για όλα τα ορφανά της  ηπείρου μας)!!!
Κι ενώ ήδη έχει βγάλει εισιτήριο για το Περναμπούκο γνωρίζει την ιδιόρρυθμη πλούσια και… ξετσίπωτη Εμίλια, δεν την ερωτεύεται μεν αλλά γοητεύεται και… αιχμαλωτίζεται στα ίδια του τα ψέματα: δεν ομολογεί βέβαια τους αληθινούς λόγους που θέλει να πάει Βραζιλία (αντάρτικο), αλλά προφασίζεται ότι θέλει να μελετήσει την ιστορία για να γράψει μυθιστόρημα εποχής (άρχισε να μου αρέσει το ψέμα και σκέφτηκα να το πάρω στα σοβαρά (ίσως μια μέρα τα παιδιά μου να καμάρωναν περισσότερο για έναν πατέρα συγγραφέα, παρά για έναν άγνωστο στρατιώτη, σκοτωμένο κάπου στην Αμερική)!
Στη νέα του, πλούσια ζωή συναντά πολλούς ρατσιστές και γρήγορα όχι μόνο σιχαίνεται αυτό το περιβάλλον αλλά χωρίζει και την Εμίλια που αρνήθηκε να μεταφέρει στο νοσοκομείο  έναν «βρομοϊνδιάνο» που είχε χτυπήσει η ίδια με το αυτοκίνητο. Πανί με πανί, ψάχνει για δουλειά προκειμένου να μαζέψει λεφτά να πάει στον Ζουλιάο (Περναμπούκο Βραζιλίας), και τελικά  βρίσκει στο περιοδικό Vision, «ένα άθλιο δημιούργημα», μια «ρυπαρή φυλλάδα», του «σπηλαιάνθρωπου» Καμάργο, πρώην προέδρου της Κολομβίας, χρηματοδοτούμενο από τον ΟΑΚ, κοινώς το «Υπουργείο Αποικιών» των ΗΠΑ. Παρόλη την αηδία του, αποφασίζει να παραμείνει στη δουλειά χωρίς να αποκαλύψει τις αριστερές του ιδέες, με προμελετημένους και αθλιότατους σκοπούς.  Όντως, με θέατρα και ψέματα παίζει ένα απίστευτο παιχνίδι για να τη «φέρει» στα αφεντικά αλλά και για να το σκάσει για τη Βραζιλία. Στη Βολιβία μπλέκει σε αναπάντεχη ερωτική περιπέτεια με την Αουρόρα, πολύ ελκυστική περίπτωση για γάμο και μονιμότητα γιατί θα είχε και πολύ ελεύθερο χρόνο, όπου πάλι μπαίνει ιδεολογικό δίλημμα εφόσον ο πατέρας της εκμεταλλεύεται ιθαγενείς (δηλαδή θα παρατούσα τα παιδιά  και τις αρχές μου για να μείνω στη Βολιβία να εκμεταλλεύομαι φτωχούς; Ποτέ).
Και φτάνει στη Βραζιλία! Η δεκαετία του ‘60είναι καθοριστική, γιατί τότε διαμορφώθηκε η απόφαση να γίνει συγγραφέας (εκεί η παρόρμησή μου να γράψω έγινε επείγουσα ανάγκη/χωρίς το «σχολείο της ζωής» δεν θα είχα γράψει κάποια μυθιστορήματά μου). Είναι πια ένας ώριμος άντρας και βλέπουμε ότι τον απασχολούν και πιο θεωρητικά ζητήματα  π.χ. πώς ο Ντεκάρτ, που αμφισβήτησε τα πάντα ακόμα και την ίδια του την ύπαρξη στρέφεται στον καθολικισμό; Πώς το χαρισματικό πνεύμα του Πυθαγόρα πίστευε στους απλοϊκούς θεούς του Ολύμπου; Στην ουσιαστική του επαφή με τους «ιθαγενείς» βρίσκει κάποιες απαντήσεις: στην Μπαΐα έμαθα αυτό που κανείς πολυμαθής ελληνιστής δεν μπόρεσε να μου διδάξει ως τότε: τη σύνδεση της φαντασίας με την ανυποχώρητη ανθρώπινη τάση να ζητά προσωπική εύνοια από τους θεούς. Όμως, παρακάτω που γνωρίζει πάλι έξυπνους αλλά εύπιστους ανθρώπους θα δηλώσει: ο αθεϊσμός μου είχε υπερβολικά βαθιές ρίζες για να χωθώ σε κείνο το μαγικό σύμπαν.
Όμως ο Τσαβαρία είναι άνθρωπος της δράσης, πρώτα δρα και στη συνέχεια στοχάζεται. Και, όπως είπαμε και στην αρχή, η ηθική του ξεφεύγει απ τα συνηθισμένα όρια. Το 1964 στη Βραζιλία γίνεται στρατιωτικό πραξικόπημα και κρύβεται στον Αμαζόνιο, όπου ζει με χρυσοθήρες και προϊστορικούς ιθαγενείς. Απίστευτες, τερατώδεις ιστορίες από τους πλανόδιους τροβαδούρους  αλλά και από κάποιον… κομμουνιστή συνδικαλιστή γίνονται πιστευτές από αφελείς χωρικούς, γιατί απλούστατα όλοι πιστεύουν στους μύθους και αφήνουν άναυδο τον ήρωά μας.  Η Βραζιλία με την εκθαμβωτική της φύση και τους περίεργους ανθρώπους της ήταν, όπως λέει ο ίδιος ο συγγραφέας, η πηγή της συγγραφικής του έμπνευσης και η αιτία της στροφής του σ’ έναν ρεαλισμό εξαιρετικά εφικτό και πιστευτό.
Στη Βραζιλία επίσης γνωρίζει (ανάμεσα σε πολλές βέβαια ξεχωριστές προσωπικότητες) και τον Λουιζίνιο, μαρξιστή ΚΑΙ υπαξιωματικό στις ένοπλες δυνάμεις (αδιανόητος συνδυασμός για μας, αναφωνεί ο Τσαβαρία). Και, αναβάλλει και πάλι το κανονισμένο ταξίδι στο Περναμπούκο (δωρεάν πτήση με αεροσκάφος της FAB!), γιατί αυτήν τη φορά; Γιατί γοητεύεται από τη φιλοξενία των κομμουνιστών σμηνιών! Στρατεύεται στο ΚΚΒ και δηλώνει ευτυχισμένος, μέχρι το πραξικόπημα του στρατηγού Καστέλο Μπράνκο, οπότε επακολούθησε το κυνήγι των μαγισσών. Επικηρύσσεται σαν πράκτορας του… Κάστρο και αρχίζουν οι τρελές περιπέτειες. Κουρεύεται γουλί,  μεταμφιέζεται σε καλόγερο, αραδιάζει ένα κάρο απρονοησίες (σήμερα το αποδίδω σε κάποια παιγνιώδη παρόρμηση, αυτοκτονική, εκτός λογικού ελέγχου, ή μια ηλίθια απαρέσκεια), ανακατεύει γλώσσες,  κι όταν φτάνει στην πιο ασφαλή Μπελέμ, ο μαρξιστής λενινιστής μας, παρασυρμένος από τη θυελλώδη προσωπικότητα του καθηγητή Λόντι (περιπτωσάρα) τού προτείνει να σκάψουν μαζί για… χρυσό, να γίνουν δηλαδή, γκαριμπέιρος! Στην περίοδο αυτή της ζωής του ο Τσαβαρία έρχεται σε επαφή με απίστευτες προσωπικότητες, γι αυτό και υπάρχουν πολλές εγκιβωτισμένες ιστορίες, όπως του περίφημου καθηγητή εθνολόγου Αλμπουκέρκε («σοφού παλαβιάρη») που έπεσε με αλεξίπτωτο ολομόναχος στην περιοχή των Πιθηκοχέρηδων, προκειμένου να γνωρίσει έναν πολιτισμό ολότελα ανέπαφο από τον πολιτισμό των λευκών, και του Ολιβέιρα που πήγε να τον βρει!
Ακολουθούν γλαφυρές σελίδες από περιπέτειες κι εξαιρετικές συναντήσεις στη ζούγκλα όπου κρύβεται. Και που τελειώνουν όταν ένας επίμονος πυρετός τον αναγκάζει να μεταβεί στην Κολομβία. Βιοπορίζεται με διάφορους τρόπους, μπλέκει επεισοδιακά με διάφορες γυναίκες, αλλά το βασικότερο είναι ότι μπλέκεται στην επιχείρηση In bond στην Καρταχένα (της Κολομβίας)με όνειρα να κάνει κέρδη. Πρόκειται για μια επιχείρηση «διαμετακομιστικού εμπορίου»,  κοινώς λαθρεμπορίου καφέ, αλκοολούχων, και στη συνέχεια… γυναικών («καλοήθης πορνεία»)! Μαζί με τον Οράσιο στήνουν έναν μηχανισμό πολύ επικερδή, με διάφορους βέβαια επικίνδυνους ανταγωνιστές.
Κομβική είναι για τη ζωή του συγγραφέα η γνωριμία με την επίσης επεισοδιακή Ντόρα, ένα «ακατέργαστο διαμάντι», με μηδενική κουλτούρα («απύθμενη αμορφωσιά»)αλλά που αφηγούνταν καταπληκτικά συναρπαστικές ιστορίες. Ο δικός της βίος κι αυτός εξαιρετικός (>εξαίρεση), μέσα στα χρόνια της δικτατορίας της Κολομβίας (η ολιγαρχία της Κολομβίας, που κατά τη γνώμη μου είναι η πιο έξυπνη και εγκληματική όλης της Αμερικής, χωριζόταν σε Συντηρητικούς και Φιλελεύθερους). Κι άλλη μια εξαιρετική γνωριμία αξίζει να αναφερθεί, με τον ιερωμένο Μονσινιόρ, ανθρωπιστή και αγωνιστή, ένα είδος λαϊκού ήρωα,  που υποστηρίζει τον Φιντέλ Κάστρο κι έχει επαναστατική δράση με λαϊκό έρεισμα.
Ο συγγραφέας κάνει πολύ μεγάλη αναφορά στη «δαιμονοποίηση»  της Κούβας την δεκαετία του’60 και ’70, που είχε φτάσει στα όρια της παράνοιας. Η επιχείρηση «Πίτερ Παν» σκόρπισε σε όλη την αμερικανική Ήπειρο μια αντικομμουνιστική προπαγάνδα (από τον Β΄παγκόσμιο και μετά) που στα χρόνια του Κάστρο ασκούσε τρομοκρατία σε όλον τον κόσμο αραδιάζοντας αναρίθμητες φρικαλεότητες που δήθεν συνέβαιναν στην Κούβα, και έπειθε ιδιαίτερα τους αναλφάβητους. Η Ντόρα ήταν ένας απ’ αυτούς. Ο Μονσενιόρ όμως ήταν όλο εκπλήξεις. Ήταν ικανός να οργανώσει αντάρτικο «βαρβάτο», κι όταν ο Τσαβαρία άρχισε να τον εμπιστεύεται, εντάσσεται στο αντάρτικο αυτό. Άλλες περιπέτειες…
Απ’ τον Ιούλιο του 1968 μέχρι τον Οκτώβριο του 1969  ο συγγραφέας χρηματοδοτεί το αντάρτικο του Μονσινιόρ με τα κέρδη απ’ το λαθρεμπόριο! Στην επιχείρηση του αντάρτικου, μετά από πολλές απερισκεψίες αναγκάζεται να το σκάσει απ’ την Κολομβία γιατί κάποιος τους πρόδωσε (κάποιος ξέρασε στην DAS του Μεντεγίν όλα όσα ήξερε για το σχέδιο/δεν έπρεπε να μείνω ούτε ένα λεπτό στη Μποεναβεντούρα. Με το ιστορικό μου στην Ουρουγουάη και τη Βραζιλία, σίγουρα με περίμεναν τα μπουντρούμια της DAS, πολύχρονη φυλάκιση, και –ό, τι φοβόμουν περισσότερο στον κόσμο- τα βασανιστήρια).  
Ποια ήταν η λύση μπροστά στο αδιέξοδο;;; η αεροπειρατεία!!! Ήταν της μόδας τότε να γίνονται αεροπειρατείες με προορισμό την Κούβα! Το τραγελαφικό είναι ότι με κλάματα επιμένει να πάει μαζί του και η Ντόρα με την κόρη της! Οι σελίδες που περιγράφουν την αεροπειρατεία είναι από ξεκαρδιστικές μέχρι απίθανες σε συμπτώσεις! Φτάνοντας με τα πολλά στην Κούβα, τον περιμένει μια σειρά απογοητεύσεων. Είναι καλοδεχούμενος, βέβαια, γιατί η Κούβα «αγκαλιάζει» κάθε επαναστάτη. Όμως, η εξιδανίκευση του κουβανικού καθεστώτος μας έχει αποκρύψει τη βαθιά αθλιότητα στην οποία βρέθηκε ο πολύς λαός τα πρώτα εκείνα χρόνια. Απίστευτες πραγματικά καταστάσεις της καθημερινότητας ,πείνα, φρικτά ρούχα ή καθόλου ρούχα, αγένεια, ουρές για συσσίτια στα ξενοδοχεία (συνέφερε περισσότερο απ’ την αγορά τροφής), αμορφωσιά, προκαταλήψεις, ανδροκρατία, μισογυνισμός, δουλοπρέπεια. Όμως, το «θαύμα της λαϊκής» επανάστασης θα αποδώσει καρπούς, κι ο στόχος να ανέβει το επίπεδο του λαού από κάθε άποψη καθοδηγεί τους θιασώτεςτης επανάστασης.
Ο Τσαβαρία ζει τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του -μέχρι το 2008 τουλάχιστον που έγραψε το βιβλίο (πέθανε πέρσι)- στην Κούβα, αφιερώνοντας όλο του το δυναμικό στη χώρα που λάτρεψε παρά τις αντιφάσεις της. Έπιασε δουλειά αρχικά ως μεταφραστής στο INRA (Εθνικό Ινστιτούτο Αγροτικής Μεταρρύθμισης) και στη συνέχεια, στη Φιλοσοφική Σχολή δίδαξε Κλασική Φιλολογία (Λατινικά, Ελληνικά, Λογοτεχνία), ενώ το 1978 κυκλοφόρησε και το πρώτο του μυθιστόρημα. Η Κούβα και γενικότερα η Λατινική Αμερική, όπως την γνώρισε του πρόσφερε όλο το υπόβαθρο για το είδος των κοινωνικών μυθιστορημάτων που έγραψε (ήμουν ο πρώτος λατινοαμερικάνος συγγραφέας με ήρωες Κουβανούς, κομμουνιστές, μαύρους, μιγάδες, χορευτές σον που τρώνε ρύζι με φασόλια).
Η επαφή του με τον Κάστρο είναι αποκαλυπτική για την ψυχική δύναμη του Κουβανού ηγέτη. Το τέλος του βιβλίου είναι ένας ύμνος στην Κούβα του Κάστρο όπου είναι η μοναδική χώρα του κόσμου όπου αποφοιτούν γιατροί που πάνε να δουλέψουν μόνο για να προσφέρουν αλληλεγγύη μ’ έναν υποτυπώδη μισθό στα πλαγιές των Ιμαλαΐων, στις ζούγκλες της Λατινικής Αμερικής και σε φυλές της Αφρικής. Δεν ισχυρίζομαι ότι όλοι οι Κουβανοί γιατροί είναι σαν τον Φιντέλ και τον Τσε, όμως πάρα πολλοί απ’ αυτούς που πηγαίνουν στις διεθνιστικές αποστολές που οργανώνει η κυβέρνηση αποτελούν τον ανθό του ανθρώπινου είδους. (…)
Επίσης, όταν τελείωσαν την αποστολή τους νικώντας τον πανίσχυρο στρατό της Νότιας Αφρικής, οι Κουβανοί επέστρεψαν στην Κούβα χωρίς να πάρουν ένα διαμάντι, ούτε ένα λίτρο πετρέλαιο, κι ούτε ποτέ έστησαν καμιά επιχείρηση ή εμπόριο με την Αφρική. Το μόνο που έφεραν μαζί του ήταν δύο χιλιάδες (και παραπάνω) νεκρούς στρατιώτες από τα πεδία των μαχών (...)
Όσοι έρχονται εδώ με τις φωτογραφικές τους μηχανές να φωτογραφίσουν ξεφτισμένους τοίχους, αλάνες και ερείπια αναζητώντας τη βαθιά Κούβα, έχουν πάρει λάθος δρόμο. η αληθινή Κούβα βρίσκεται στα πανεπιστήμια, στις σχολές Καλών Τεχνών, στα επιστημονικά Ινστιτούτα, στους 35.000 γιατρούς της που υπηρετούν στον Τρίτο Κόσμο, στις χιλιάδες δωρεάν οφθαλμολογικές επεμβάσεις στους φτωχούς της γης από τις πιο μακρινές γωνιές της, στη διδασκαλία της αγάπης για τον συνάνθρωπο χωρίς ωφελιμισμό, σ' ένα μέλλον με ισότητα και αλτρουισμό.
Αν αυτό το απόσπασμα απ' την τελευταίασελίδα της αυτοβιογραφίας του αγαπημένου συγγραφέα είναι το απόσταγμα της ζωής του, τότε νομίζω ότι η πολυτάραχη ζωή του ήταν άξια να τη ζήσει κανείς. 
Χριστίνα Παπαγγελή

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 04, 2019

Μαρίνα, Κάρλος Ρουίθ Θαφόν


Ο Θαφόν θεωρείται κορυφαίος Ισπανός συγγραφέας (τα δυο του βιβλία, Το παιχνίδι του αγγέλου και Η σκιά τουανέμου, τα διάβασα μεν -δεν διαβάζω τίποτα ψυχαναγκαστικά- , είναι ενδιαφέροντα και καλογραμμένα, αλλά δεν ενθουσιάστηκα κιόλας με το αυθαίρετο μεταφυσικό στοιχείο που μπαίνει εμβόλιμα), ωστόσο αυτό το βιβλίο (που κι αυτό το τέλειωσα!) επιβεβαίωσε για μια ακόμα φορά πόσο κουραστική κι εντέλει προβλέψιμη είναι αυτό που λέμε «γκοθική λογοτεχνία».  Τρόμος, στοιχειά, κυνηγητά σε νεκροταφεία, σκοτάδι και μυστήρια (με συγκινούσαν στα 15-16 χρόνια που θέλαμε την αδρεναλίνη να ρέει στις φλέβες), και πάνω απ’ όλα μυστήριο τραβηγμένο απ’ τα μαλλιά κρατάν τον αναγνώστη, ακόμα και τον δύσπιστο όπως είμαι εγώ, επειδή υπάρχει και το έτερον στοιχείο του γκοθικού μυθιστορήματος, ρομαντισμός. Ναι, αυτό που λέμε «αίσθημα».
Βρισκόμαστε στη Βαρκελώνη, σε περιβάλλον με σπίτια απομονωμένα, παλιά ερειπωμένα θέατρα, αψίδες, γοτθικούς ναούς κλπ.  Ο δεκαπεντάχρονος ορφανός Όσκαρ το σκάει κάθε απόγευμα απ’ το ορφανοτροφείο και σε μία από τις περιπλανήσεις του έλκεται από μια όμορφη μελωδική, γυναικεία φωνή. Δεν διστάζει να μπει στο μυστηριώδες σκοτεινό σπίτι κι από κει και πέρα αρχίζει η περιπέτεια. Ονειρικές εικόνες εναλλάσσονται με εφιαλτικές: όμορφο κορίτσι ντυμένο στα λευκά, μυστηριώδεις γυναίκες με μαύρες κάπες, παράξενες οπτασίες, κόκκινα τριαντάφυλλα, σκοτάδια, σκιές απειλητικές στο φως των κεριών, σάπιες μυρωδιές, γυάλινα μάτια, επισκέψεις σε νεκροταφεία (μια και δυο φορές), σιλουέτες περίεργες που αποκαλύπτεται ότι είναι μαριονέτες, κ.α.
Το κορίτσι και το αγόρι ερωτεύονται, αλλά ο έρωτας αυτός έχει την ένταση της πρώτης έλξης, του άγουρου, εφηβικού πάθους. Κυνηγούν το μυστήριο, για να βρεθούν στα ίχνη  του Μιχαήλ Κολβένικ που μαζί με τη γυναίκα του την ταλαντούχα σταρ Εύα Ιρίνοβα μεσουρανούσαν στους καλλιτεχνικούς και επιχειρηματικούς κύκλους με κάθε κόστος, και ξαφνικά εν μια νυκτί κατέρρευσαν. Όπως στις ταινίες θρίλερ, γνωρίζεις ότι θα σωθούν αλλά οι καταστάσεις είναι οριακές, διακινδυνεύουν  αδιαλείπτως, και ιδιαίτερα ο ήρωάς μας. Τις επισκέψεις στο νεκροταφείο του Σαριά ακολουθούν επισκέψεις (νυχτερινές πάντα) σε παράξενα θερμοκήπια, ο δε μέγιστον η πλοκή κορυφώνεται στους υπονόμους της Βαρκελώνης όπου κορυφώνεται και ο προσωπικός κίνδυνος.  Θα συμφωνήσω με τον ΠάνοΤουρλή ότι «το γεγονός ότι κάποιες πτυχές του παρελθόντος τις αφηγούνται εν είδει μονολόγου κάποιοι από τους χαρακτήρες του βιβλίου κόβει κάτι από τη μαγεία της πένας του συγγραφέα», και θα πρόσθετα ότι υπάρχει αρκετή αναληθοφάνεια σ’ αυτές τις αφηγήσεις και στο πόσο πρόθυμα οι αφηγητές προχωρούν στην εκμυστήρευση των μυστικών τους, αν και προφανώς δεν έχει σημασία ο ρεαλισμός στις περιπτώσεις γκόθικ λογοτεχνίας (όπως ακριβώς και στα θρίλερ).
Η σχέση της Μαρίνας με τον Όσκαρ έχει ενδιαφέρον, άλλωστε ο τίτλος του βιβλίου προδίδει και τη πηγή έμπνευσης του ήρωα. Το τέλος συμβαδίζει με την αισθητική του ρομαντισμού, αλλά δεν είναι σκόπιμο να το αποκαλύψω…  
Χριστίνα Παπαγγελή

Κυριακή, Ιανουαρίου 27, 2019

ΟΛΓΑ


Τα πράγματα δεν χρειάζεται να τα προσέχουμε
για να είναι  όμορφα και αληθινά.
Ούτε τις πράξεις.

Συναρπαστικό κι ευρηματικό κι αυτό το μυθιστόρημα του μεγάλου Γερμανού συγγραφέα, στου οποίου τα βιβλία, όπως γράφει και η anagnostria, «σε όλα σχεδόν, όποιο κι αν είναι το κύριο θέμα, πάντα παρεισφρέει, άλλοτε λιγότερο άλλοτε περισσότερο, η αναφορά στο γερμανικό παρελθόν. Σαν να αισθάνεται να τον βαραίνει μια ενοχή για την οποία θέλει να εξιλεωθεί. Σαν να κουβαλάει τη συλλογική ευθύνη του έθνους του από την οποία θέλει να το απαλλάξει».
Η Όλγα, μια έξυπνη και αυτόνομη γυναίκα, υπήρξε κατεξοχήν θύμα των ιστορικών συγκυριών στις οποίες βρέθηκε. Οι δυο άντρες που αγάπησε, ο εραστής της και ο γιος της, ήταν αυτοί που κυνήγησαν με κόστος ζωής το «γερμανικό» όνειρο, το συλλογικό φαντασιακό αρσενικής κυριαρχίας που κυριαρχούσε στη γερμανική επικράτεια τον 20ο αιώνα, πριν ακόμα καλά καλά ανακηρυχθεί το Γερμανικό Ράιχ (1871) και ο Μπίσμαρκ συνενώσει σε μια εθνότητα τα σκόρπια γερμανικά φύλα. Έχοντας γερή συναισθηματική κράση, αποφασιστικότητα, θέληση  και εξυπνάδα που καλλιεργείται με την αγάπη της στη γνώση, κυρίως όμως «καθαρή ματιά», βρίσκει κάθε φορά το δρόμο της μέσα στις δύσκολες ανατροπές της ιστορίας, χωρίς να χάνει τον εαυτό της.
Η δομή έχει πρωτοτυπία που είναι οργανικά συνδεδεμένη με το περιεχόμενο. Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη, εκ των οποίων το πρώτο είναι «αντικειμενικό», περιγραφικό και αποστασιοποιημένο ενώ το δεύτερο και το τρίτο προχωρούν όλο και πιο βαθιά στην υποκειμενική, προσωπική, συγκινησιακή οπτική του βιώματος.
Στην αρχή λοιπόν, ο παντογνώστης συγγραφέας, στο απωθητικό τρίτο ενικό και με ύφος ιδιαίτερα «αναφορικό» μας δίνει το βιογραφικό των δύο ηρώων της Όλγας και του Χέρμπερτ που βιώνουν έναν εξαιρετικό, παιδικό/εφηβικό έρωτα, στις αρχές του 20ου αιώνα, στη σημερινή Β. Ανατολική Γερμανία (Πομερανία)[1]. Καθώς μεγαλώνουν διακρίνεται έντονη η ταξική διαφορά, εφόσον η Όλγα, ορφανή από πολύ μικρή μεγαλώνει φτωχικά με τη γιαγιά της, ενώ ο Χέρμπερτ, γιος παρασημοφορημένου στρατιώτη με το μετάλλιο του Σιδηρού Σταυρού, ανήκει σε οικογένεια γαιοκτημόνων που νιώθουν υπερήφανοι για τη Γερμανία, τη νεοσύστατη αυτοκρατορία[2] και τον νέο αυτοκράτορα. Ήδη από την περιγραφή του συγγραφέα νιώθουμε τις διαφορές που οδηγούν σε χάσμα ανάμεσα στους δυο ήρωες: η Όλγα θέλει να κρατήσει το σλαβικό της όνομα, θέλει να μορφωθεί, θέλει να γίνει δασκάλα, και διαβάζει με ακόρεστη φιλοπεριέργεια ό, τι βρεθεί στο δρόμο της εφόσον είναι αυτοδίδακτη. Ακολουθεί τον δρόμο της μόρφωσης έχοντας εμπόδιο τη γιαγιά της (θα ήθελα πολύ να την είχα αγαπήσει, αν με άφηνε να την αγαπήσω), και με απίστευτες στερήσεις (ήταν διατεθειμένη να διανύει κάθε πρωί με τα πόδια την απόσταση των επτά χιλιομέτρων μέχρι το Ανώτατο Παρθεναγωγείο  κλπ), ενώ ο ματαιόδοξος Χέρμπερτ, που δεν ήθελε να είναι απλώς ένας Σρέντερ ανάμεσα στους πολλούς, κάνει ασκήσεις ιπποτισμού, ακολουθεί κατ’ οίκον διδασκαλία, εκπαιδεύεται να είναι γαιοκτήμονας, και δεν του αρέσουν τα βιβλία. Κι όταν ενηλικιώνεται παρουσιάζεται στη Φρουρά του Συντάγματος Πεζικού.
Παρόλ’ αυτά, η επικοινωνία που άρχισε από την παιδική ηλικία και άνθισε μέσα στη μοναξιά της εφηβείας είναι αξιοζήλευτη. Οι συναντήσεις γίνονται στη φύση, στο βουνό, όπου η Όλγα καταφεύγει για να έχει ησυχία στο διάβασμα. Είναι δυο παιδιά με μεγάλα όνειρα για τη ζωή, πολύ διαφορετικά μεταξύ τους  αλλά αυτό είναι ίσα ίσα που τους δένει. Η επικοινωνία τους βασίζεται και στον διάλογο, και αποκτά και μεταφυσική διάσταση, εφόσον ο Χέρμπερτ δηλώνει ότι είναι άθεος κι αναρωτιέται για το άπειρο, προοιωνίζοντας έτσι την αγάπη του για την απεραντοσύνη και τα ταξίδια που εγκυμονούσε το μυαλό του.
Η ενηλικίωση τους συμπίπτει με την αλλαγή του αιώνα και τους βρίσκει σε διαφορετικά πόστα: η Όλγα μετά την φοίτηση στην Παιδαγωγική ακαδημία γίνεται δασκάλα κι εργάζεται (πρωτοποριακό για την εποχή), ενώ ο Χέρμπερτ είναι στη Φρουρά, γοητεύεται απ τις εθνικιστικές ιδέες (επιτέλους η Γερμανία καταλάμβανε στον κόσμο τη θέση που της άξιζε) και κατατάσσεται στη δύναμη προστασίας της Γερμανικής Νοτιοδυτικής Αφρικής. Πλαγιάζουν μαζί μετά από τρία χρόνια ερωτικών παιχνιδιών, παρόλο που η Όλγα αποδοκιμάζει την κατάταξή του στη δύναμη «προστασίας» (τι γύρευε λοιπόν εκεί; Τι κακό του είχαν κάνει οι Χερέρο;)[3]Εντωμεταξύ, με πρωτοβουλία της φθονερής αδελφής του Χέρμπερτ, η Όλγα μετατίθεται στο τέλος του κόσμου , στο Τιλσίτ, που βρίσκεται στην τότε Ανατολική Πρωσία, σημερινή ΒΔ. Πολωνία, σύνορα με Λιθουανία (!). Ενώ η Όλγα επιδίδεται με χαρά και προοδευτικό πνεύμα στη διδασκαλία και σε πάμπολλες δραστηριότητες (κήπος, χορωδία, μουσικά όργανα, κοντσέρτα), και δένεται με ένα μικρό αγοράκι του χωριού, τον Άικ, ο Χέρμπερτ είναι απών (γενοκτονία των Χερέρο). Η Όλγα βέβαια ταυτίζεται με την άποψη των σοσιαλδημοκρατών που απέρριπταν τις αποικίες, αλλά αρνιόταν να φανταστεί ότι ο Χέρμπερτ συμμετείχε σε «αναπόφευκτες» θηριωδίες. Δεν παραπονιέται που δεν βλέπει τον Χέρμπερτ: μέσα της έλεγε ότι αγάπη δεν σημαίνει μόνο παρουσία, αλλά και το να προσφέρει ο ένας στον άλλον τον εαυτό του.  
Οι συναντήσεις τους είναι λιγοστές, οι ιδεολογικές διαφορές κρέμονται στον αέρα, η Όλγα παραμένει ανεπιθύμητη στο περιβάλλον του Χέρμπερτ (οι οποίοι κλασικά του ετοιμάζουν κάποια άλλη για νύφη), κι ενώ αρχίζει ο αναγνώστης να διακρίνει  καθαρά πια το ιδεολογικό βάραθρο που υπάρχει ανάμεσα στους δυο ερωτευμένους, αν κι αυτοί βρίσκονται μέσα στη δίνη της ιστορίας, δεν γνωρίζουν τι θα ακολουθήσει και δεν μπορούν καν να το φανταστούν. Όμως, και για τον αναγνώστη υπάρχει ανατροπή. Γιατί δεν ακολουθεί τον δρόμο του εθνικισμού ο Χέρμπερτ, όπως θα υποψιαζόμασταν πολύ σωστά! Η μεγαλομανία του προχωρά ακόμα πιο πέρα, στη ρομαντική κατάκτηση της Αρκτικής κι έτσι δεν προλαβαίνει να ζήσει τον γερμανικό ιμπεριαλισμό (όπου ασφαλώς θα προσχωρούσε ασμένως). Μετά από αναγνωριστικά ταξίδια σε Αργεντινή, Βραζιλία, Σιβηρία (!) κ.α.,  όπου χάνεται μέσα σε αχανείς ερημικές εκτάσεις, του καρφώνεται η ιδέα να ηγηθεί μιας νέας αποστολής της Γερμανίας στην Αρκτική, εκπληρώνοντας το όνειρο της γερμανικής τόλμης, του γερμανικού ηρωισμού κλπ κλπ γιατί… Γερμανία, Γερμανία υπεράνω όλων (Όλγα: Εσύ τι γυρεύεις εκεί;).
Ο Χέρμπερτ ξεκινά το  ταξίδι τον Αύγουστο του 1913, με την υπόσχεση ότι θα έχει επιστρέψει ως τα Χριστούγεννα. Η Όλγα παρακολουθεί τις προσπάθειες διάσωσης απ’ τις ειδήσεις, συνεχίζει αδιάλειπτα τις δραστηριότητές της  και κυρίως στέλνει γράμματα στο Τρόμσο, ποστ ρεστάντ, χωρίς ποτέ να πάρει ούτε μια απάντηση. Εντω μεταξύ ξεκινά ο πόλεμος και όλα τα προβλήματα της πολύπαθης αυτής περιοχής.
Η αφήγηση στο τέλος αυτού το μέρους γίνεται αναφορική και συνοπτική, εφόσον καλύπτονται όλα τα χρόνια του μεσοπολέμου σε λίγες σελίδες. Αφήνουμε την Όλγα να έχει απολυθεί λόγω κώφωσης, και να έχει αποσυρθεί ασχολούμενη με ραπτική και με τον προστατευόμενό της, Άικ, ο οποίος μεγαλώνοντας προσχωρεί στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα και στις δυνάμεις των Ες Ες. Αυτό βέβαια προς μεγάλη απογοήτευση της Όλγας, που κόβει κάθε δεσμό μαζί του.

Και… επιτέλους το δεύτερο μέρος. Γιατί, πρέπει να ομολογήσω ότι ως αναγνώστρια είχα αρχίσει ελαφρώς να απογοητεύομαι από το ψυχρό ύφος της «εξωτερικής εστίασης», και από το όχι και τόσο πρωτότυπο περιεχόμενο. Στο δεύτερο λοιπόν μέρος η εστίαση είναι εσωτερική, εφόσον αφηγητής είναι ένας νεαρός, ο Φερντινάντ, που γνώρισε την Όλγα απ’ τα παιδικά του χρόνια, όταν εκείνη ήταν μοδίστρα. Παρόλα τα προβλήματα ακοής, η ζεστή της παρουσία, τα παραμύθια και οι διηγήσεις για τον Χέρμπερτ, οι σιωπές της, η διακριτική της στήριξη στις σχέσεις του Φερντινάντ με τους γονείς του καθώς έμπαινε στη δύσκολη περίοδο της εφηβείας δένουν τον νεαρό με τη μυστηριώδη αυτή δυναμική γυναίκα. Γιατί η Όλγα, τρυφερή και αποφασιστική μαζί, δεν έπαψε να αδράχνει τη ζωή και να αντλεί  ό, τι μπορούσε απ αυτήν: όταν εγκαταλείπει πια το ράψιμο, διαβάζει πολύ, πηγαίνει κινηματογράφο, παίζει μουσική, πηγαίνει σε εκθέσεις, κατεβαίνει στα συλλαλητήρια. Ο Φερντινάντ γοητεύεται από την πλούσια σε συναισθήματα αυτή γυναίκα, με την κοφτερή κρίση (δεν είστε καλύτεροι απ’τους άλλους, μου έλεγε. Αντί να κοιτάξτε να λύσετε τα προβλήματά σας, θέλετε να σώσετε τον κόσμο. Δεν βλέπετε ότι κι εσείς τελικά δεν αποφεύγετε τις υπερβολές;) που της αρέσουν οι ουσιαστικές συζητήσεις. Κι όσο μεγαλώνει ο αφηγητής, εισχωρεί όλο και περισσότερο στον εσωτερικό κόσμο της Όλγας: ήθελα να μάθω περισσότερα σχετικά με την αγάπη της για τον Χέρμπερτ, να μου εξηγήσει πώς συμβάδιζε η αγάπη της προς εκείνον με την απόρριψη των φαντασιώσεών του. Έμαθα λοιπόν ότι η αγάπη δεν αποτελεί το άθροισμα των καλών και κακών χαρακτηριστικών του άλλου (αχ, παιδί μου, δεν ορίζουν τα χαρακτηριστικά που διαθέτει κανείς το αν δυο άνθρωποι ταιριάζουν μεταξύ τους. Η αγάπη το αποφασίζει/δεν πενθώ τον Χέρμπερτ, ζω μαζί του).
Καθώς κι ο Φερντινάντ μεγαλώνει, σπουδάζει, παντρεύεται κλπ συναντά περιστασιακά την Όλγα, και, εφόσον αυτή έχει φτάσει πια στα 90, κάθε συνάντηση μπορεί να είναι πια η τελευταία. Το τέλος της είναι παράδοξο και άξιο της ζωής της, άλλωστε η ίδια λέει στον αφηγητή μας «καθόλου άσχημος τρόπος να πεθαίνει κανείς», μαθαίνουμε όμως λεπτομέρειες γι αυτό το τέλος που η ίδια η ηρωίδα επέλεξε, στο τρίτο, και συγκλονιστικό μέρος του βιβλίου.

Γιατί  στο τρίτο μέρος, με συγγραφικό τέχνασμα που δεν είναι σκόπιμο να περιγράψω εδώ, έχουμε την ίδια την Όλγα να μιλά μέσα από επιστολές, στον Χέρμπερτ  -αλλά κυρίως στον εαυτό της- από τη μέρα της εξαφάνισης του Χέρμπερτ, δηλαδή από το 1913. Βλέπουμε λοιπόν να ξεδιπλώνεται το μεγαλείο ενός ανθρώπου που αγαπάει, που αγαπάει τον σύντροφό της με όλες του τις αντιφάσεις, αλλά κυρίως αγαπάει τη ζωή. Έτσι, καθώς η εστίαση είναι ακόμα πιο εσωτερική, δηλαδή μέσα από το βίωμα της ίδιας της Όλγας κι όχι κάποιου που την γνώρισε, φωτίζονται ακόμα περισσότερο τα γεγονότα που στην ψυχρότητά τους τα ξέρουμε από πριν, και δεν έπαψαν να είναι συγκλονιστικά, αλλά τώρα τα βλέπουμε μέσα από την πάλλουσα υποκειμενικότητα αυτού που τα έζησε.
Βλέπουμε τις ψυχικές διακυμάνσεις του ανθρώπου που προσπαθεί να καταλάβει το ακατανόητο, που πάει να «γκρινιάξει», αλλά συμμαζεύεται στη σκέψη ότι ο άλλος μπορεί να υποφέρει (δεν το καταλαβαίνεις, το ξέρω, και ο νου μου μου λέει ότι δεν μπορώ να σου επιρρίψω ευθύνες. Η καρδιά μου όμως σε κατηγορεί). Τον άνθρωπο που αντλεί αισιοδοξία από κάθε λεπτομέρεια της σκέψης. Όπως λέει και στον Φερντινάντ, ΖΕΙ μαζί με τον Χέρμπερτ καθώς του περιγράφει τις έγνοιες της, τα καθημερινά σχέδιά της, τις χαρές της και τις ανησυχίες της, και με έκπληξη βλέπουμε να ωριμάζει μέσα από τα «κενά», αναπάντητα γράμματα. Είναι συγκλονιστική η συνάντηση του πατέρα του Χέρμπερτ με την Όλγα, όπως περιγράφει η ίδια τον αγέρωχο ηλικιωμένο άνδρα που λυγίζει απ’ τον πόνο.  Μιλώντας για την άνοιξη και για τη φύση, θυμίζει τα γράμματα της Ρόζας Λούξεμπουργκ από τη φυλακή, που ξεχειλίζουν αγάπη για τη ζωή.
Αλλά υπάρχουν και ενδείξεις ότι η Όλγα είναι ένα συνειδητοποιημένο «πολιτικό ζώον», με ιστορική συνείδηση, που βλέπει τις φαντασιοκοπίες των εθνικιστών, θυμώνει με τις αερολογίες που στηρίζουν έναν πόλεμο αλλά δικαιολογεί τον Χέρμπερτ. Για την ακρίβεια, «διορθώνει» την απόρριψη αυτών των κενών περιεχομένου στόχων με το να τονίζει, στο επόμενο γράμμα όλα αυτά που αγαπά στον Χέρμπερτ: λάμψη, αποφασιστικότητα, παιδικότητα,  αφοσίωση, άλλωστε είναι «εραστής γεμάτος πάθος». Και  βρίσκει τη δύναμη να αγαπήσει κι αυτό που δεν καταλαβαίνει: η καρδιά σου πρώτα και πάνω απ’ όλα χτυπά για τη γερμανία και μετά ενθουσιάζεσαι με τη γερμανίδα γυναίκα και τη γερμανική της πίστη. Τότε μου χαρίζεις ένα χαμόγελο και μου πιάνεις το χέρι.
Κι όσο ο χρόνος περνάει, και φτάνουμε στα 1915, οπότε η Όλγα παίρνει απόφαση ότι ο Χέρμπερτ δεν ζει πια, τα γράμματα  αποκτούν μια τραγικότητα, που κορυφώνεται συνήθως στην τελευταία παράγραφο:
·         Ξέρω πώς θα με κοιτούσες αν με άκουγες: νιώθοντας ανασφάλεια για το τι θέλω από σένα, αδικία επειδή δεν έκανες τίποτα που να δικαιολογεί τις κατηγορίες μου, ενοχή γιατί δεν με αγαπάς όσο σ’ αγαπώ εγώ, ελπίζοντας ότι σύντομα όλα θα φτιάξουν. Ένα παιδί είσαι Χέρμπερτ.
·         Σιβηρική φιγούρα της φαντασίας μου, όνειρο και εφιάλτη μου, τρελέ, χαμένε, παγωμένε, πεθαμένε μου άντρα, πατέρα του γιου μου ακατάλληλε, παράλογη ελπίδα κι έρωτά μου, δεν μπορώ, δεν θέλω να σε εγκαταλείψω. Μείνε δικός μου, όπως μένω εγώ δική σου.
·         Πρέπει να μάθω να μη σου γράφω για το καλοκαίρι, για τον πολύ θερμό Ιούνιο και για τον πολύ ψυχρό Ιούλιο, (…) για τους ρώσους αιχμαλώτους, (…), για τα παιδιά που καταλαβαίνουν ότι ο κόσμος καταρρέει, ότι οι νίκες δεν φέρνουν την ειρήνη, ότι ο Χάρος έχει εγκατασταθεί σα σπίτια μας σαν να είναι ο πνευματικός μας πατέρας, ότι οι έννοιες πατρίδα, ηρωικός θάνατος, τιμή, πίστη δεν είναι παρά μόνο λέξεις. Πρέπει να μάθω να μη σου μιλάω για τη ζωή μου. Έτσι κι αλλιώς το έκανα όλο και λιγότερο… όχι εγώ, αλλά κάτι μέσα μου που έχει αρχίσει από καιρό να συνειδητοποιεί ότι έχεις πεθάνει.
Χριστίνα Παπαγγελή



[1] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B5%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B3%CE%BF-%CE%94%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%A0%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1
[2] Μετά τον Γάλλο-Πρωσικό πόλεμο του 1871/72 ιδρύεται η Βόρεια Γερμανική Συνομοσπονδία με πρώτη δύναμη την Πρωσία και δίχως την Αυστρία. Το ίδιο έτος οι Γερμανοί ηγεμόνες ανακηρύσσουν στα ανάκτορα των Βερσαλλιών το Γερμανικό Ράιχ (το Ράιχ) και προσφέρουν το στέμμα στον Γουλιέλμο Α΄ της Πρωσίας. O Ότο φον Μπίσμαρκ ονομάζεται καγκελάριος της αυτοκρατορίας.
 [3] Η γενοκτονία των Χερέρο και των Νάμα είναι ομαδικό έγκλημα που διαπράχθηκε στη Ναμίμπια κατά τη διάρκεια της κατοχής της από τη Γερμανία η οποία την είχε περιλάβει στις κτήσεις της σαν προτεκτοράτο, υπό την επωνυμία Γερμανική Νοτιοδυτική Αφρική. Η γενοκτονία ξεκίνησε το 1904, διήρκεσε επί τουλάχιστον μια δεκαετία και ήταν η πρώτη στα παγκόσμια χρονικά. Οδήγησε στο σφαγιασμό εκατοντάδων χιλιάδων γηγενών των φυλών Χερέρο και Νάμα, ενώ πάρα πολλοί ακόμη ιθαγενείς πέθαναν από ασιτία, δίψα, καταναγκαστικά έργα, βασανιστήρια και άλλες στερήσεις που υπέστησαν κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους (wikipedia)