Τρίτη, Ιανουαρίου 24, 2017

Το σχέδιο, Κατερίνα Μαλακατέ

Ένα ευδιάκριτο «σχέδιο», ένα νοητικό πείραμα πολιτικής φαντασίας αποτελεί σε τελική ανάλυση το μυθιστόρημα της αγαπητής γνωστής blogger, βιβλιόφιλης και συγγραφέα: μια επινοημένη, φανταστική κοινωνικοπολιτική συνθήκη διαμορφώνει -για να μην πούμε ανατρέπει- τις ανθρώπινες σχέσεις επηρεάζοντας όχι μόνο τις δομές της κοινωνίας, αλλά και της οικογένειας. Η εξέλιξη αυτή παρουσιάζεται κατά κάποιον τρόπο σχηματικά γιατί μέσα στα στενά περιθώρια του μυθιστορήματος παρουσιάζεται με αδρές γραμμές η περιγραφή μιας υποθετικής κατάστασης, που τεντώνει τις (σημερινές) πολιτικοκοινωνικές συνθήκες στα άκρα για να φανούν οι  σκοτεινές συνέπειες. Αυτή η βασική σύλληψη θυμίζει τις αντίστοιχες στον Χάξλεϋ, στον Όργουελ αλλά και στα βιβλία του Σαραμάγκου όπως π.χ. στο «Περί τυφλότητος», όπου η βασική «τι-θα-γινει-αν» συνθήκη ήταν η επιδημία που καθιστούσε τυφλούς όλους τους πολίτες που κοιτάζονταν στα μάτια.
Ποια είναι λοιπόν η υποθετική πολιτική αλλαγή που φέρνει τα πάνω κάτω;
Στην Ελλάδα του 2015, σχετικό δημοψήφισμα (του 2011) έχει επαναφέρει τη δραχμή και έχει οδηγήσει την Ελλάδα έξω από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η φτώχεια και ο αποκλεισμός που ακολούθησαν την έξοδο δίνουν την ευκαιρία σε ακραία φασιστική  δικτατορία  να εγκαθιδρυθεί  (μετά από οδομαχίες 5 ημερών) και να επιβάλει ένα οργουελικό καθεστώς, που κρατά  υποταγμένους τους πολίτες στις πόλεις σε… συρματοπλέγματα (αφού εξαφανίσει τους αλλοδαπούς), έχει εκκενώσει παντελώς την ύπαιθρο εκτός από ορισμένες περιοχές ορεινές και προσφέρει σε όλους φαγητό, νερό και «ασφάλεια» στους «εντός των συνόρων». Ο Κυβερνήτης, ο «Αόρατος Ένας» που κανένας δεν τον βλέπει κατάματα, έχει καταφέρει χωρίς «να ανοίξει ρουθούνι» να κλείσει τα σύνορα, και να εδραιώσει «Τάγματα» νεοφώτιστων με τα οποία ελέγχει απόλυτα τους πολίτες στους οποίους έδωσαν την επιλογή να τους κάνουν δούλους (δέχτηκαν να σκλαβωθούν για το ρεύμα, το νερό, και το φαγητό).
Δεν έχει σημασία αν συμφωνούμε στο πόσο ολέθριο είναι για την Ελλάδα να… φύγει από το ευρώ ή από την ευρωπαϊκή ένωση, γιατί δεν είναι -νομίζω- και το κεντρικό θέμα του βιβλίου. Είναι πολιτικό το σενάριο αυτό, βέβαια, αλλά την συγγραφέα, όπως είπαμε και στην αρχή, είναι φανερό ότι την ενδιαφέρει πώς διαμορφώνονται οι διαπροσωπικές σχέσεις μέσα σε περιβάλλον απόλυτης στέρησης (όχι μόνο ελευθερίας και δικαιωμάτων, αλλά και νερού, φαγητού, ρεύματος, καυσίμων κλπ):  το απόλυτο «ξεγύμνωμα» του ανθρώπου όταν περιπέσει σε συνθήκες απόλυτης ανάγκης, δηλαδή ένα ακραίο σενάριο άσκησης βιοπολιτικής εξουσίας.
Άλλωστε, η πολιτική αλλαγή δεν φτάνει στον αναγνώστη παρά έμμεσα (μέσα από τους διαλόγους), κι ούτε καν απ’ την αρχή του βιβλίου. Καταλαβαίνουμε βέβαια ότι κάτι έκτακτο συμβαίνει, αλλά μόλις στη σελίδα 23 γίνεται κάποια αναφορά στην «πρώτη εκκαθάριση», τότε που θα «ξεβρώμιζε ο τόπος από τους ξένους»ˑ τότε επισημαίνεται η σκληρή πείνα που περιμένει τους ήρωες και ότι καταστάσεις σαν αυτές που ζούσαν ξεγύμνωναν τους ανθρώπους, άφηναν τον χαρακτήρα τσιτσίδι. Η δε κυβέρνηση κατονομάζεται «φασιστική» για πρώτη φορά στη σελίδα 46. Ακόμη, ούτε οι ίδιοι οι πολίτες, ούτε καν οι ήρωες του βιβλίου έχουν απόλυτη επίγνωση του τι συνέβη, γιατί, απλούστατα, δεν υπάρχει ενημέρωση.
Οι πρωταγωνιστές είναι οι εξαιρετικές περιπτώσεις που αντιστέκονται με τον τρόπο τους. Είναι ο  παππούς και ο πατέρας της δεκαπεντάχρονης Ευγενίας -της τρίτης κατά τη γνώμη μου βασικής ηρωίδας. Γύρω από τους δυο πρώτους περιστρέφεται εναλλάξ η αφήγηση σ’ ένα σπάνιο συνδυασμό εσωτερικής εστίασης με γ΄ ενικό. Αυτό που τους ενώνει είναι η αγάπη για το βιβλίο, για το διάβασμα (φιλόλογος ο παππούς, συγγραφέας ο πατέρας), όμως διακρίνονται δυο αντιθετικές πορείες: Ο παππούς συμφιλιώνει, αγαπά, έχει θετική αύρα, ζει στο χωριό, θυμάται τη γυναίκα του με αγάπη, βοηθά την κόρη, τα εγγόνια. Δεν έχει αλλοτριωθεί, δεν έχει φτάσει μέχρις αυτόν η αλλαγή. Ο πατέρας (Χάρης), ο γιος, πνίγεται στην Αθήνα και σπάει τα δεσμά. Ρίχνει μαύρη πέτρα στην Ελλάδα για να καταφύγει στη Γαλλία, αφήνοντας κόρη και γυναίκα πίσω του. Η αποστροφή του για όλα τα μέλη της οικογένειας μού τον έκανε στην αρχή εξωπραγματικό ή, τουλάχιστον, αντιπαθητικό (ενώ μου θύμιζε την αντίστοιχη αψυχολόγητη ηρωίδα της Δημητρακάκη στο Αεροπλάστ): όπου η απόλυτη άρνηση για την άρνηση και μόνο, δηλητήριο και περιφρόνηση αναγορεύονται ως αναπόφευκτη στάση ζωής.
Καθώς όμως ξετυλίγεται η αφήγηση βλέπουμε ότι μάλλον το αντίθετο συμβαίνει: η μάνα, ο πατέρας και σε βαθμό κακουργήματος η -χωρισμένη- γυναίκα του, με το φαρμάκι που τον έχουν ποτίσει, είναι αυτοί που έχουν φέρει σε απομόνωση τον Χάρη (δεν ήταν δυνατόν να μείνει περισσότερο, δεν είχε τίποτα να πει με όλους αυτούς, δεν είχε κανέναν να τον αγαπήσει/ Αν ήταν αναίσθητος, ένας αχρείος, αυτό θα τους το χτυπούσε συνέχεια, που δεν τον μπορούσαν να τον καταλάβουν ούτε μια στάλα. Αλλά δεν ήταν, και γι’ αυτό δε μιλούσε. Κρατούσε την αλήθεια για τον εαυτό του, δεν είχε λόγο να τις πληγώνει. Αυτές τον πλήγωναν, συστηματικά και αδιάλειπτα. Ζητούσαν αντί να αγαπάνε, έπαιρναν αντί να δίνουν). Η ύψιστη μορφή αντίδρασης γι’ αυτόν, λοιπόν, ήταν να φύγει, όχι μόνο για να ξεφύγει από τα φαντάσματα της οικογένειας, αλλά και για να υπηρετήσει την τέχνη του, τη γραφή (τα πράγματα δεν ευνοούσαν πλέον την τέχνη).
Στη Γαλλία παρακολουθούμε τις δειλές προσπάθειες του Χάρη να μαζέψει τα κομμάτια του, να ξαναβρεί τον εαυτό του. Παρακολουθούμε την αγωνία του συγγραφέα να εκφραστεί (το βασικό εμπόδιο ήταν ότι δεν έγραφε, δεν είχε τίποτα να πει, να νιώσει τη μέθεξη/ νόμιζε, τότε που ήταν έφηβος, πως τη γραφή την ευνοούσαν τα μεγάλα πάθη/δεν είχε λογική ούτε προγραμματισμό, πάντα έγραφε με σπασμούς), τις σκέψεις του για τη λογοτεχνία και τον ρόλο της στην «πραγματική ζωή»[1]. Βρίσκει την έμπνευσή του  μετά από ένα καταλυτικό επεισόδιο με κάποιον άστεγο Έλληνα, «λαθρομετανάστη» (η συγγραφέας αφιερώνει ολόκληρο κεφάλαιο σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, με την οποία παίρνουμε και κάποιες πληροφορίες για το ιδιότυπο φασιστικό καθεστώς στην Ελλάδα). Επιδίδεται στο γράψιμο αργά, σχεδόν βασανιστικά. Ερωτεύεται την Βιβιέν (απίστευτη…βιβλιοφάγο!) με αργά βήματα, αποφασίζει να συζήσει, και βασικά να ζήσει. Σιγά και σταδιακά, ενσταλάζουν στον Χάρη θετικά συναισθήματα, αρχίζει και χτίζει μια νέα ζωή. Αποκαλύπτει, ακόμα, ότι υπάρχει μέσα του η έγνοια για την κόρη του την Ευγενία (ήθελε η κόρη του να είναι ερωτεύσιμη), που γίνεται ανησυχία όταν η Ευγενία εξαφανίζεται.
Την Αθήνα εγκαταλείπει και η Ευγενία με τα πόδια, και διασχίζοντας μια Ελλάδα-κρανίου-τόπο φτάνει εξουθενωμένη στον παππού στο ορεινό χωριό, όπου βρίσκει καταφύγιο. H σχέση παππού- εγγονής διαγράφεται ζεστή και ωριμάζει δειλά δειλά, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού από το χωριό στην Αθήνα. Χαρακτηρίζεται από σπάνια τρυφερότητα και αποτελεί μια όαση στη σκληρότητα των συνθηκών που συναντούν στη διάρκεια αυτής της περιπετειώδους «επιστροφής» στην πάτρια γη. Ωστόσο, η μικρή κρύβει καλά τα μυστικά των απίστευτων βιωμάτων της στην Αθήνα, των βιωμάτων μιας ζωής απογυμνωμένης. Έχει ξεφύγει από έναν κόσμο βιασμών και οργίων που σοκάρουν (τρία εμβόλιμα κεφάλαια σε πρωτοπρόσωπη εξομολόγηση συνθέτουν τον εφιάλτη από τον οποίο ξέφυγε η Ευγενία, τον εφιάλτη του εκμηδενισμού του ανθρώπινου σώματος και της ανθρώπινης ταυτότητας π.χ.: σαν χάθηκε η μάνα δεν είχα καμιά ελπίδα σωτηρίας. Την έβλεπα να μαραζώνει, να γίνεται κάθε μέρα μια σούφρα κι ήθελα να ουρλιάξω σε αυτόν τον γαμιόλη τον Φάνη, κάνε κάτι, ηλίθιε μαλάκα, κάνε κάτι ανθρωπάκι, εσύ την κράτησες έξω από τα Συρματοπλέγματα, εσύ την αφήνεις να πεθάνει από την πείνα, να τη γαμάει ο καθένας. Αλλά δεν μπορούσα, γιατί ήμουν μικρή).
Δεν είναι τυχαίο που όλες οι -υπόλοιπες- σχέσεις καταλήγουν σε διάλυση, είναι αρρωστημένες (του παππού με την κόρη-αδερφή του Χάρη, της Ευγενίας με τη μάνα της, των χωριανών μεταξύ τους κλπ). Όλα αυτά είναι απόρροια της παθογένειας του συστήματος, ενός συστήματος που διαμορφώνει τον «γυμνό άνθρωπο», τον άνθρωπο χωρίς ταυτότητα, χωρίς κυρίαρχο σώμα, τον homo sacer (=άγιος/καταραμένος, άσπιλος/μιαρός) του ρωμαϊκού δικαίου, που, όπως κατέδειξε ο Agamben ανήκε σε μια ζώνη δυσδιάκριτη ανάμεσα στο πολιτικό και το θρησκευτικό δίκαιο: χωρίς πολιτική υπόσταση, ζωή εκτεθειμένη στον θάνατο («φονεύσιμος», μπορούσε κάποιος να τον σκοτώσει χωρίς τιμωρία) και «άθυτος» (δεν απολάμβανε την τυπική τελετή ταφής). Είναι ο παρίας, ο άνθρωπος ο αναθεματισμένος, ο απαγορευμένος. Έτσι, η γυμνή ζωή φέρνοντάς την στη σημερινή εποχή, αφορά τους μετανάστες, τους πρόσφυγες κλπ , αλλά και όλους  τους πολίτες γιατί κατά μια έννοια είμαστε όλοι «προσφυγοποιήσιμοι»[2].
Δεν είναι λοιπόν μακριά απ’ την πραγματικότητα η συγγραφέας όταν βάζει τους ήρωες στην φανταστική αυτή, δυστοπική κοινωνία να λιντσάρουν ο ένας τον άλλον, να διώκουν, να (παρα)βιάζουν κάθε ιερό και όσιο˙ να κινούνται στο ανάμεσα, ακόμα κι αυτοί που αντιδρούν/αντιστέκονται.  Έτσι, ο άστεγος Νίκος λέει «Δεν υπάρχω, αλλά η αυτοκτονία δεν είναι στα άμεσα σχέδιά μου. Μπορείς να το κατανοήσεις αυτό;». Και αλλού: Ο μέσος άντρας δεν υπάρχει, δεν υπάρχουμε. Ο Χάρης, παρότι ήταν στην Γαλλία αυτοεξόριστος δεν ανήκε πουθενά. Δε ήταν οικογενειάρχης, δεν ήταν Έλληνας, δεν ήταν συγγραφέας, ήταν πολίτης του Τίποτα. Η πείνα για όσους είναι εκτός των συνόρων είναι απόλυτη, εφόσον  όλα είναι λεηλατημένα και καμένα, τόσες γαμημένες απώλειες μαζεμένες, και η πείνα είναι μια μορφή καταδυνάστευσης πιο απλή από οποιοδήποτε άλλο βασανιστήριο (και αλλού: όποιος ελέγχει το φαγητό και το νερό είναι κυρίαρχος). Έτσι, η καταδυνάστευση του Αόρατου Κυβερνήτη  στηρίζεται στον έλεγχο των βασικών αναγκών, οδηγώντας τους ανθρώπους στην απόλυτη τρέλα και στην υποταγή. Η αλλοτρίωση προχωρά σε τέτοιο βαθμό που δεν ξέρει κανείς αν είναι δυσάρεστο το μάντρωμα, αν είναι κακό να σ’ τα έχουν όλα έτοιμα, στο πιάτο. Το τρομακτικό στο σύστημα που περιγράφεται στο βιβλίο, είναι ότι η χούντα αυτή δεν στηριζόταν στη βία, πως αυτό που την εδραίωνε ήταν βαθύτερο και πιο ανησυχητικό από μπουντρούμια βασανιστηρίων. Δεν χρειάζεται ακριβώς αστυνόμευση, γιατί έξω από την περίφραξη υπάρχει πείνα, δίψα, θάνατος, σκοτάδι και σιωπή. Οι εντός του «στρατοπέδου» άλλωστε, έχουν ήδη αρχίσει να μιλούν για ανάπτυξη!
Ωστόσο, υπάρχει και η Αντίσταση, η συλλογική, η οργανωμένη. Ένα δίκτυο ανθρώπων που στέκονται και εντός και εκτός, και ψηλαφούν τα τρωτά του συστήματος. Εδώ εντάσσεται και το «Σχέδιο» του τίτλου στο οποίο εμπλέκονται και οι τρεις πρωταγωνιστές, και που δεν είναι σκόπιμο φυσικά να περιγράψω στην ανάρτηση. Η συγγραφέας, με τον δικό της, πρωτότυπο τρόπο αφήνει ανοιχτό το ερώτημα «αρκούν οι διανοούμενοι για να αλλάξουν τον κόσμο;», προδίδοντας για μια ακόμη φορά την εμπιστοσύνη της στο «Προπύργιο της διανόησης»:
Αλλά έπειτα θυμήθηκε τα βιβλία. Τα βιβλία, παραδόξως, τα είχαν προβλέψει όλα. Τα βιβλία προέβλεπαν τα προβλήματα του πρώτου κόσμου όταν γινόταν δεύτερος ή τρίτος. Αυτό ήταν το μεγάλο τους πλεονέκτημα.  
Χριστίνα Παπαγγελή 



[1] Σημειώνω εδώ παρενθετικά ότι στα κεφάλαια όπου ο Χάρης ψάχνει την έμπνευσή και την έκφρασή του, νιώθουμε να διαρρέει η αγάπη της συγγραφέα για τα βιβλία και τη γραφή. Δεν ξέρω αν είναι επίσης τυχαίο, ότι καθώς διαβάζεις το βιβλίο έχεις την αίσθηση πολύ «καλοδουλεμένων παραγράφων» για να συναντήσεις στη σελίδα 126(!) τη φράση: Πάντοτε έγραφε με μονάδα την παράγραφο, ποτέ τη λέξη ή το κεφάλαιο (!).
[2] Αγκάμπεν, Homo sacer, Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή (σελ. 184-5): Αν αληθεύει ότι η μορφή που μας προτείνει η εποχή μας είναι εκείνη μιας άθυτης ζωής, η οποία ωστόσο κατέστη φονεύσιμη σε ανήκουστο βαθμό, τότε η γυμνή ζωή του homo sacer μας ενδιαφέρει ιδιαιτέρως. Η ιερότητα (σημ. η λέξη «ιερότητα» είναι μέση λέξη, δηλαδή μπορεί να είναι αγιότητα, μπορεί να είναι και κατάρα) συνιστά μια γραμμή φυγής η οποία είναι ακόμη και σήμερα παρούσα στη σύγχρονη πολιτική και, ως τέτοια, μετακινείται συνεχώς προς ολοένα και πιο ευρείες και σκοτεινές περιοχές, μέχρι να ταυτιστεί με την ίδια τη βιολογική ζωή των πολιτών. Αν σήμερα δεν υφίσταται πλέον μια εκ των προτέρων προσδιορίσιμη φιγούρα του homo sacer είναι, ίσως, γιατί είμαστε όλοι ανεξαιρέτως δυνάμει homines sacri.  

Παρασκευή, Ιανουαρίου 20, 2017

Ούτου (από τη σάγκα Μαορί), Caryl Férey

Ο Μαορί που στερείται το μάνα
δεν έχει πλέον λόγο ύπαρξης,
δεν έχει σημεία αναφοράς, ούτε τουρανγκάουεουε,
δηλαδή κανέναν τόπο όπου να μπορεί να σταθεί όρθιος…

Η γη είναι ταπού, ιερή.

Πολύ σκληρό κι αυτό το αστυνομικό/νουάρ βιβλίο του Φερέ, που είναι πιο γνωστός στην Ελλάδα από το «Μαπούτσε» (γράφτηκε το 2012). Με πολιτικοκοινωνικές προεκτάσεις επίσης, με τη δράση του έργου αυτή τη φορά όμως όχι στην Αργεντινή, αλλά στη Ν. Ζηλανδία (μια περιοχή που τον κέρδισε, εφόσον κι ο ίδιος έζησε τυχοδιωκτικά εκεί μεγάλο μέρος της ζωής του). Στη Ν. Ζηλανδία, άλλωστε τοποθετείται και το πρώτο βιβλίο της σάγκα Μαορί, το «Χάκα» (γράφτηκε το 1998), του οποίου το «Ούτου» αποτελεί, τρόπον τινά, συνέχεια.
Ο αξιόλογος Γάλλος συγγραφέας φαίνεται ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένος όσον αφορά την καταστροφή των αυτόχθονων πολιτισμών (Ζουλού στην Αφρική, Μαπούτσε στην Αργεντινή, Μαορί στη Ν. Ζηλανδία), και αναδεικνύει, με τα στυγνά μέσα του πολιτικού θρίλερ, μεγάλα κοινωνικά ζητήματα και άγνωστες πτυχές της ιστορίας, δικαιώνοντας τον απεγνωσμένο αγώνα αυτών των λαών. Η Νέα Ζηλανδία ( Αοτεαρόα στη Μαορί γλώσσα, ή Γη του Μακριού Λευκού Σύννεφου), γη της επαγγελίας για τους Δυτικούς, αποτέλεσε χώρα μετανάστευσης, όπου η κυριαρχία των Βρετανών επικράτησε ποδοπατώντας όμως και ισοπεδώνοντας τον πολιτισμό των αυτόχθονων (Μοριορί και Μαορί).
Από τις πρώτες σελίδες η ωμή βία της εκδίκησης (ούτου σημαίνει εκδίκηση στη γλώσσα των μαορί), της εκδίκησης που παίρνει ο πρωταγωνιστής- αστυνομικός για ένα παλιό του τραύμα, μάς βάζει σ’ έναν κόσμο αποτρόπαια φρικιαστικό και σκληρό. Είναι ο κόσμος όπου και οι «καλοί», αυτοί δηλαδή που αγωνίζονται για τους φτωχούς, τους αδικημένους και, γενικότερα για μια πιο δίκαιη κοινωνία, μπορούν να γίνουν αδυσώπητοι όταν έχουν απέναντί τους τους «κακούς».
Τέτοιος είναι και ο ήρωάς μας, ο πρωταγωνιστής Πωλ Όσμπορν, που είχε παραιτηθεί χρόνια από το πόστο του για να εξαναγκαστεί, λόγω πολύ προσωπικών λόγων (την αιτία της παραίτησης τη μαθαίνουμε προς τη μέση του βιβλίου), να επανέλθει στο αξίωμα του αστυνομικού. Η προσωπική- οικογενειακή του ιστορία είναι (κλασικά) θλιβερή: νόθο παιδί μιας χλιαρής μητέρας, αποφάσισε να γνωρίσει τον πατέρα του για να εισπράξει ένα «δεν έχω ανάγκη από κανέναν γιο». Μια έντονη ερωτική περιπέτεια με τη Μαορί Χάνα με ταπεινωτική κατάληξη (ο συγγραφέας την αποκαλύπτει σταδιακά, κάνοντας φλας-μπακ σε διαφορετική γραμματοσειρά) εξηγεί το πάθος του για την αποκατάσταση της δικαιοσύνης και το κίνητρό του για να γίνει «μπάτσος» (μπήκε στη δικαιοσύνη όπως μπαίνει ορισμένες φορές κανείς στην πολιτική: από αηδία…).  Ακόμα κι όταν είναι μπαρουτοκαπνισμένος από τις επιθέσεις και το ξύλο, είναι γοητευτικός (μάτια κίτρινα, αυτό κι αν ήταν, γαμώτο), στοιχείο καθοριστικό στη συνεργασία του με… τις γυναίκες, όπως την ιατροδικαστίνα της υπόθεσής μας (η Αμέλια τον έβρισκε όμορφο, φλογερό, σκοτεινό, αισθησιακό, επικίνδυνο). Ξέρει μαορί και ήταν προσωπικός φίλος του Τζακ Φιτζέραλντ, του αστυνομικού που αυτοκτόνησε αινιγματωδώς, δυο ακόμα στοιχεία που τον κάνουν κατάλληλο να ασχοληθεί με τα καινούρια εγκλήματα (στην τελευταία του επικοινωνία μέσω ραδιοπομπού, ο Φιτζέραλντ μίλησε για έναν λάκκο με αναρίθμητα πτώματα μέσα στο δάσος, βόρεια του Ώκλαντ).
Καθώς ξετυλίγεται το νήμα της υπόθεσης, στα τέσσερα αρχικά πτώματα προστίθεται ένα… κλεμμένο τσεκούρι κειμήλιο της φυλής Μαορί (ανήκε στον αρχηγό Τέ Χοατέουα, της φυλής Καχουνγκούνου), ο μυστηριώδης θάνατος μιας γυναίκας στη θάλασσα της οποίας το σώμα βρέθηκε ακρωτηριασμένο  από τους καρχαρίες, ο αποτρόπαιος θάνατος ενός διαφημιστικού μοντέλου (μιας ακόμη μιγάδας που έμοιαζε με την Χάνα), επιθέσεις και εκβιασμοί προς τον πρωταγωνιστή μας, ξεκαθαρίσματα λογαριασμών, και, καθώς οδεύουμε προς το παρανάλωμα του τέλους, έχουμε ένα ρεσιτάλ θανάτων και γενικότερα φρίκης. Οι σπασμένες μύτες, οι ευφάνταστοι βιασμοί μέσα σε λάσπες και εμετούς, τα ομαδικά όργια με παραισθησιογόνα, η χρήση ουσιών κάθε είδους κ.α., όσο προχωρά το βιβλίο δίνουν τη θέση τους σε ακόμα πιο  αποτρόπαιες σκηνές όπως αποκεφαλισμένα σώματα, τεμαχισμό πτώματος, έρευνα σε εσωτερικό τάφου κλπ, όλα αυτά πολύ παραστατικά και βιωματικά παρουσιασμένα... Η φρίκη είναι συστατικό του νουάρ μυθιστορήματος, βέβαια, αλλά εδώ ξεπερνά κάθε προηγούμενο, καθώς συνδυάζεται και με το «ούτου» των μαορί, την εκδίκηση δηλαδή για την καταστροφή του πολιτισμού τους (να χάσουν τη γη τους ήταν ό, τι χειρότερο μπορούσε να τους συμβεί. Το ούτου θα ήταν ανάλογο με τη ζημιά που είχαν υποστεί). Έτσι, στην πολύ εμπεριστατωμένη «λύση» του μυστηρίου οι απαντήσεις είναι μέν ικανοποιητικές, αλλά η ανατροπή είναι βαθιά εφόσον οι «κακοί» γίνονται «καλοί», ή μάλλον αυτοί που προσπαθούν να αποκαταστήσουν την «διαταραγμένη ισορροπία» του κόσμου (τους).
Το βιβλίο, πέρα από το αστυνομικό ενδιαφέρον που έχει (τα ερωτήματα προκύπτουν απανωτά) αλλά και το… αισθηματικό (παρά τον αμοραλισμό του ήρωα και τις βίαιες σκηνές σεξ, υπάρχει κι ο παθιασμένος/απελπισμένος ίσως έρωτας, όπως και ο ρομαντικός της Αμέλια), πέρα απ’ αυτά τα δυο στοιχεία λοιπόν που κρατούν τον αναγνώστη σε εγρήγορση, το μυθιστόρημα αποτελεί και μια βαθιά ανατομία στον πολιτισμό των Μαορί και την πονεμένη ιστορία της Ν. Ζηλανδίας, μια ιστορία στυγνής -κι εδώ- αποικιοκρατίας και κυριαρχίας του κέρδους. Ο Καρύλ Φερέ, σεβόμενος απόλυτα την Ιστορία με γιώτα κεφαλαίο, κατάφερε να συνδυάσει τη θυελλώδη πλοκή της αστυνομικής του ιστορίας με πτυχές της Ιστορίας της Ν. Ζηλανδίας[1].   Ψάχνοντας στο διαδίκτυο διαπίστωσα όχι μόνο απόλυτη συνέπεια στα ιστορικά γεγονότα αλλά και πληρότητα. Καθοριστικόγεγονός για τις σχέσεις των αποίκων με τους Μαορί ήταν η Συνθήκη Γουαϊτάνγκι, που όμως δεν έγινε δεκτή από κάποιος ακτιβιστές- σαμάνους Μαορί, ούτε τηρήθηκε όπως θα έπρεπε, αντίθετα αποτέλεσε πεδίο διαφωνιών και διμαρτυριών. Στο μυθιστόρημα αναφέρεται και αρκετά εκτενώς η εξέγερση στο Μπάστιον Πόιντ [2]όταν η φυλή Νγκάτι Ουάτου είχε καταλάβει τη γη των προγόνων της, γη πάνω στην οποία παιζόταν ένα ολόκληρο οικοδομικό σχέδιο. Μπορεί μάλιστα κάποιος να ισχυριστεί ότι όλο το νουαρ/πολάρ μυθιστόρημα στηρίζεται στον μηχανισμό εκμετάλλευσης της γης των αυτόχθονων (π.χ. εκτινάσσουν ολόκληρα χωριά Μαορί), ίντριγκες για «βρώμικο χρήμα», που γίνονται με τη συνεργασία των πολιτικών και αστυνομικών δυνάμεων.
Ακόμη, βλέπουμε και πτυχές της ζωής των διαφόρων φυλών Μαορί, της καθημερινότητάς τους, της γλώσσας τους, της κουλτούρας τους. Ο συγγραφέας εντάσσει  π.χ. στην πλοκή τον τελετουργικό χορό χάκα ή, ακόμα περισσότερο στο βιβλίο αυτό, το μόκο -την περίφημη τέχνη των τατουάζ στο πρόσωπο κυρίως αλλά και στο σώμα, δηλωτικά της προσωπικότητάς τους και της θέσης τους στην ιεραρχία της φυλής (π.χ. οι ακτιβιστές σαμάνοι είχαν συγκεκριμένο μόκο (ένα μόκο ήταν σαν μια υπογραφή, μια πανοπλία που σκιαγραφούσε τις αρετές που είχε ένα άτομο). Επίσης, την παλιά πολεμική πρακτική μοκομοκάι (όπως και σε άλλες αυτόχθονες φυλές, το να έχεις στην κατοχή σου το κεφάλι ενός αρχηγού του εχθρού ή να κρατήσεις και του δικού σου προγόνου ήταν σημάδι ισχύος, σεβασμού, ένα αντικείμενο λατρείας που ανύψωνε το μάνα)
Η ιδεολογία που ενστερνίζονται οι σύγχρονοι σαμάνοι, ακτιβιστές Μαορί εκφράζεται απερίφραστα μέσω της Χάνα, του μεγάλου έρωτα του Όσμπορν, και απηχεί ασφαλώς την άποψη του συγγραφέα:
Πόσες φορές να σας το πούμε; Κατακτήσατε τους αυτόχθονες λαούς όπως δαμάζει κανείς ένα άγριο ζώο. Οι εξερευνητές σας, οι μεγάλοι σας εφευρέτες, οι δήθεν ήρωές σας λεηλάτησαν όχι μόνο τις οικονομικές πηγές μας αλλά επίσης τις τέχνες μας, τον ίδιο μας τον πολιτισμό! Τα μουσεία σας είναι γεμάτα από τους πιο ιερούς μας θησαυρούς, κλέψατε την ιστορία μας, τις γλώσσες μας, τα ήθη μας, για να επιβάλετε τον δικό σας τρόπο ζωής, τις θρησκείες σας, τον πολιτισμό σας, τα καραγκιοζιλίκια των καθυστερημένων εφήβων, αυτά που ονομάζετε αξίες σας: το δικαίωμα να εκμεταλλεύεστε τα πάντα και για πάντα, μόνο και μόνο για να αδειάσετε τη γη από το περιεχόμενό της, από τη ζωή της.
Χριστίνα Παπαγγελή



[1] (από την Wikipedia)Το ενδιαφέρον για την εκμετάλλευση των Μαορί από Ευρωπαίους, πιέσεις από την Church Missionary Society και το Γαλλικό ενδιαφέρον στην περιοχή οδήγησαν τους Βρετανούς να προσαρτήσουν τη Νέα Ζηλανδία με Βασιλική Προκήρυξη τον Ιανουάριο του 1840. Για να νομιμοποιηθεί η Βρετανική προσάρτηση είχε αποσταλεί το 1839 ο Βοηθός Κυβερνήτη Γουίλλιαμ Χόμπσον.[15]Βιαστικά, μετά την άφιξή του, διαπραγματεύτηκε την Συνθήκη Γουαϊτάνγκι με τις βόρειες iwi. Η Συνθήκη υπογράφηκε τον Φεβρουάριο και τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να θεωρείται ως το ιδρυτικό ντοκουμέντο της Νέας Ζηλανδίας. Η Μαορί μετάφραση της συνθήκης υποσχόταν στις φυλές Μαορί "tino rangatiratanga" πως θα διατηρούνταν με αντάλλαγμα την παύση kawanatanga, που οι Αγγλικές εκδοχές μεταφράζουν ως "αρχηγία" για "εθνική κυριαρχία/αυτονομία". Το πραγματικό νόημα είναι σήμερα αντικείμενο διαφωνιών. Διαφωνίες για πωλήσεις γης και εθνική κυριαρχία προκάλεσαν τους Πολέμους γης της Νέας Ζηλανδίας που έλαβαν χώρα μεταξύ του 1845 και 1872.[16] Το 1975 η Συνθήκη της Πράξης Γουαϊτάνγκι εγκαθίδρυσαν το Δικαστήριο Γουαϊτάνγκι, στο οποίο ανατέθηκε να ακούει ισχυρισμούς για παραβιάσεις από το Στέμμα της Συνθήκης του Γουαϊτάνγκι που χρονολογούνται από το 1840. Κάποιες φυλές Μαορί και οι Μοριορί δεν υπέγραψαν ποτέ την συνθήκη.
Η Νέα Ζηλανδία έγινε ανεξάρτητη επικράτεια στις 26 Σεπτεμβρίου 1907 με βασιλική αναγγελία.[21][22] Με το Θέσπισμα του Γουεστμίνστερ το 1931 της παραχωρήθηκε πλήρης ανεξαρτησία από το Κοινοβούλιο του Ηνωμένου Βασιλείου. Η ανεξαρτησία ξεκίνησε με την υιοθεσία του Θεσπίσματος από το Κοινοβούλιο της Νέας Ζηλανδίας το 1947. Από τότε η Νέα Ζηλανδία είναι μια ανεξάρτητη Βασιλευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία στα πλαίσια της Βρετανικής κοινοπολιτείας ή Κοινοπολιτείας των Εθνών.[18]

[2] In 1976 the government proposed selling part of the Bastion Point reserve for luxury housing. It was on ancestral land that Ngāti Whātua hoped to get back. The tribe mounted a 506-day occupation of the site in 1977–78. The protest ended when the government sent in police to clear the protesters and demolish their makeshift homes. The new housing was never built and under a Treaty of Waitangi settlement much of the land was returned to Ngāti Whātua. 

Σάββατο, Ιανουαρίου 14, 2017

Αριθμός 11 ή Ιστορίες που μαρτυρούν τρέλα, Τζόναθαν Κόου

Κάθε γενιά βιώνει μια στιγμή που χάνει την αθωότητά της.
Την πολιτική της αθωότητα.
Και αυτό αντιπροσώπευε ο θάνατος του Ντέιβιντ Κέλλυ
για τη δική μας γενιά. Ένας άνθρωπος είχε πεθάνει
και τον είχαν σκοτώσει τα ψέματα που είχαν ειπωθεί για τον πόλεμο.
Κανένας μας δεν μπορούσε να συνεχίσει να υποκρίνεται
ότι μας κυβερνούσαν έντιμοι άνθρωποι. 

Δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε το τελευταίο αυτό βιβλίο του Τζόναθαν Κόου, παρόλο που θεωρώ ότι ο διάσημος Βρετανός συγγραφέας είναι σταθερή, εγγυημένη αξία. Συνεχίζει βέβαια, με το γνώριμο καυστικό του ύφος να σατιρίζει την κακοδαιμονία  της σύγχρονης παγκοσμιοποιημένης Βρετανίας, με πολιτικά και κοινωνικά σχόλια. Όμως, αυτή τη φορά το βιβλίο του μου φάνηκε κάπως εγκεφαλικό και, θα πω με το θράσος του μέσου αναγνώστη, προχειρογραμμένο. Φαίνεται π.χ. σχετικά ξεκάθαρα ότι «τραβάει» κάποιες ιστορίες για να αναδείξει συγκεκριμένα κοινωνικά προβλήματα.
Το έργο είναι σπονδυλωτό αλλά η σύνδεση ανάμεσα στις διαφορετικές ιστορίες είναι  εκνευριστικά χαλαρή (π.χ. ένα όνομα, μια ηρωίδα). Προκύπτουν διάφορα μυστήρια ενώ, το σαρκαστικό ύφος του Κόου δίνει έναν χαρακτήρα γκροτέσκο αστυνομικού/θρίλερ, εφόσον το μυστήριο και το έγκλημα είναι τόσο συνδεδεμένα με την βρετανική κουλτούρα. Βασικά εξωτερικό κοινό στοιχείο είναι ο «αριθμός 11», ένα εύρημα κατά τη γνώμη μου χωρίς ιδιαίτερο νόημα (για να μη γράψω α- νόητο), κούφιο, επιφανειακό. Στον αριθμό 11 σκοντάφτει με διαφορετικό τρόπο κάθε ήρωας κεφαλαίου, π.χ. μπορεί να είναι ο αριθμός του τραπεζιού στο οποίο έχει κάνει κάποιος κράτηση, ο αριθμός ταχυδρομικής διεύθυνσης, ή ο αριθμός του λεωφορείου με το οποίο πάει καθημερινά στη δουλειά του˙ μέχρι που ανακαλύπτει ο αναγνώστης ότι το 11 ο Κόου το διάλεξε γιατί είναι ένα κλικ από το εμβληματικό «10» της Ντάουνινγκ Στριτ[1], δηλαδή της διεύθυνσης της κατοικίας του/της Πρωθυπουργού, σήμα κατατεθέν της βρετανικής πολιτικής. Ίσως μάλιστα να μη γνωρίζει ο αναγνώστης, όπως δεν γνώριζα κι εγώ, ότι η νέα πρωθυπουργός της Βρετανίας Τερέζα Μέι, όπως κι τρεις προκάτοχοί της (Μπλερ, Μπράουν, Κάμερον) επέλεξαν να μείνουν στο διπλανό διαμέρισμα, του αριθμού 11, επειδή είναι μεγαλύτερο και πιο άνετο, πάνω ακριβώς από το Υπουργείο Οικονομικών. Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, η αναφορά στον «αριθμό 11 της οδού Ντάουνινγκ»  γίνεται άμεσα, ενώ η πιο απερίφραστη διατύπωση για το ποιος είναι ένοχος στο επίμαχο έγκλημα είναι η εξής: «Ο αριθμός 11 είναι το κλειδί, στο λέω. Τόσο απλά». Έτσι, αιωρείται η υποψία ότι ο Κόου ήθελε να δώσει αυτού του είδους τη συμβολική διάσταση στο βιβλίο, τη μετατόπιση δηλαδή της πολιτικής στο πεδίο των οικονομικών δυνάμεων που χειραγωγούν τον κόσμο. Άλλωστε, είναι γνωστή η εμμονή  του Κόου με τον Μπλερ, τον οποίο δεν σταματά σε κάθε ευκαιρία  να καυτηριάζει.
Το πρώτο κεφάλαιο, «Ο Μαύρος πύργος»[2] παραπέμπει άμεσα σε βρετανικές ιστορίες μυστηρίου με στοιχειωμένους πύργους, παιδιά που χάνονται, αλλόκοτους ανθρώπους  (βλ. «Τρελή Γυναίκα με το Πουλί»), μυστηριώδη τραπουλόχαρτα, δυο αδέρφια (αγόρι- κορίτσι) που χάνονται/κλειδώνονται νύχτα σ’ ένα αβαείο κλπ. Αφού καθώς διάβαζα τις πρώτες 50 σελίδες, γύριζα και ξαναγύριζα στο εξώφυλλο να δω το όνομα του συγγραφέα, μήπως ήταν κάποιος άλλος, άγνωστος Κόου, μήπως πρόκειτο για συνωνυμία. Οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες που συνιστούν την αγωνία και το μυστήριο γρήγορα αποδομούνται, απομυθοποιούνται μέσα σ’ ένα πνεύμα Σέρλοκ Χολμς που οικειοποιείται μια από τις μικρές ηρωίδες. Μόνο η αίσθηση ότι ο Κόου ήθελε να χωρέσει σ’ ένα βιβλίο την ταυτότητα του βρετανού πολίτη -όπως διαμορφώνεται μέσα στην κλειστή του κοινωνία-, μπορεί να δικαιολογήσει αυτά τα αυτοτελή επεισόδια που φαίνονται ξεκάρφωτα, παρατάσσονται απλώς, χωρίς φανερή σύνδεση με την όλη αφήγηση. Γρήγορα δηλαδή διαπιστώνουμε  με ανακούφιση ότι το κέντρο εστίασης είναι «αλλού».
Ο συγγραφέας εξετάζει την παθογένεια της νεωτερικής κοινωνίας (του ανταγωνισμού, της αγοράς, του νεοφιλελευθερισμού) που κορυφώνεται σε μια καφκικού τύπου κάθαρση (με ολίγον από τέρας του Λοχ Νες). Όλα αυτά με την πάντα ξεχωριστή, πρωτοπόρα  βρετανική σφραγίδα. Δεν είναι τυχαίο που σ’ αυτό το βιβλίο συναντάμε πάλι το όνομα της οικογένειας Γουίνσο (βλ. «Τι ωραίο πλιάτσικο! , υπάρχει και κεφάλαιο στο βιβλίο «τι ωραία κομπίνα!), της δυναστείας που μεσουρανούσε την δεκαετία του ’90 και είχε διακλαδώσεις και προσβάσεις σε όλου τους νευραλγικούς τομείς (εμπόριο όπλων, βουλή, τράπεζα, ΜΜΕ, βιομηχανίες, χρηματιστήριο κλπ), δεδομένου ότι κι εκεί ο Κόου σχολίαζε καυστικά την μεταπολεμική, θατσερική, νεοφιλελεύθερη  Βρετανία.  Την εποχή που ο συγγραφέας τοποθετεί το νέο του μυθιστόρημα, στα μέσα της δεκαετίας του 2000, συναντάμε βέβαια τους απογόνους της οικογένειας διάσπαρτα, σαν σύμβολα του πλιάτσικου, όμως τα  πράγματα τώρα έχουν μεταστοιχειωθεί. Βλέπουμε βέβαια πάλι τον ρατσισμό, (μια από τις βασικές ηρωίδες, που εμφανίζεται μάλιστα στις περισσότερες ιστορίες είναι μαύρη, ανάπηρη και ομοφυλόφιλη!!), την ακαταμάχητη δύναμη των ΜΜΕ/ίντερνετ στη ζωή των ανθρώπων και στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, αλλά και τη σύγχρονη αγριότητα των ριάλιτι σόου, την κυριαρχία της «κάμερας ασφαλείας», τη σύγχρονη σκλαβιά στον χώρο της εργασίας, τις ακρότητες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (για να το πω ευθέως, κάθε χρόνος μιας ανθρώπινης ζωής δεν έχει την ίδια αξία για όλους)˙ τις άθλιες εταιρείες παραγωγής και διανομής τροφίμων που καταστρατηγούν όλους τους κανόνες υγιεινής, την κυριαρχία της αγοράς σε εξωφρενικούς τομείς. Βλέπουμε την κατασκόπευση των προσωπικών στιγμών μέσω των κοινωνικών μέσων δικτύωσης (π.χ. φέισμπουκ), τις τραγελαφικές παρεξηγήσεις όταν οι ήρωες κάνουν snap ή chat, τον πολλαπλασιασμό της εικόνας παρά τη θέληση του εικονιζόμενου σε σημείο που να καταστρατηγείται όχι μόνο η προσωπική ζωή αλλά και η αξιοπρέπεια του Άλλου. Ακόμη, τον νέο τρόπο χρηματισμού, την λεγόμενη «διαχείριση φόρων», (ευφημισμός για την αποφυγή φόρων μέσω offshore κλπ). Βλέπουμε το ένστικτο του ντέντεκτιβ, τόσο στενά δεμένο με την παράδοση της Αγγλίας (Σέρλοκ Χολμς, Τζέημς Μποντ κλπ) να μετατρέπεται σε εμμονή  της έρευνας στο διαδίκτυο. Κι όλα αυτά φυσικά με το ειρωνικό, φλεγματικό, πολλές φορές γκροτέσκο στυλ του Κόου (αηδιαστικότατη π.χ. η σκηνή με το τεράστιο έντομο στο στόμα της λιγότερο δημοφιλούς παίκτριας στο ριάλιτι της ζούγκλας).  
Το πρόβλημα της «επαιτείας», της «στρατιάς των ανεπιθύμητων» που απολαμβάνουν το επίδομα της κοινωνικής πρόνοιας, όπως και η «τράπεζα τροφίμων» είναι φαινόμενα των τελευταίων δεκαετιών, και βέβαια αποτελούν σημείο αιχμής για όσους θεωρούν ότι οι κρατικές δαπάνες της πρόνοιας πρέπει να μειωθούν (η Βρετανία παρασυρόταν από μια κατώτερη τάξη χασομέρηδων, οι οποίοι ζούσαν με την κουλτούρα «πληρώνομαι-δίχως-να-κάνω-τίποτα» και η «μαύρη, μονοπόδαρη λεσβία που παίρνει επίδομα» μπορούσε ακόμη να υποστηριχθεί ως υπόδειγμα για τις σύγχρονες παροχές). Το «φιλελεύθερο αριστερό καθεστώς» των Εργατικών του Μπλερ είναι ένας εφιάλτης για τους υπερσυντηρητικούς: ήταν ένα ολισθηρό, ασαφές σύμπλεγμα θεσμών, δημιουργημένο από φορείς επιχορηγήσεων, οργανισμούς ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπηρεσίες νομικής προστασίας, ΜΚΟ, συγκεκριμένα παρακλάδια της Εκκλησίας της Αγγλίας και του δικαστικού συστήματος και φυσικά, κυρίαρχο όλων, πιο ισχυρό, πιο ύπουλο, πιο δηλητηριώδες από κάθ άλλον κοινωνικό φορέα του Βασιλείου ήταν το ίδιο το British Broadcasting Corpration (BBC). Η καυστική πένα του Κόου αγγίζει ακόμα και τον «φόρουπνοδωματίου» που επέβαλε ο Κάμερον! 
Ο πόλεμος στο Ιράκ είναι ένα από τα αγαπημένα θέματα που γυρίζει ξανά και ξανά κι αποτελεί  άλλωστε background (δεν είχαμε επιλογή αυτή τη φορά. Έπρεπε να πάμε σε πόλεμο, γιατί το Ιράκ είχε πυρηνικά όπλα που μας σημάδευαν και θα μπορούσαν να μας ισοπεδώσουν μέσα σε σαρανταπέντε λεπτά). Ο συγγραφέας σίγουρα δεν μπορεί να συγχωρήσει την ανάμειξη της Βρετανίας στον πόλεμο το 2003, επί Τόνι Μπλερ. Μάλιστα, κάνει εκτεταμένη αναφορά στην περίπτωση του Ντέιβιντ Κέλλι, του επιθεωρητή όπλων των Ηνωμένων Εθνών που είχε ισχυριστεί ότι ο Σαντάμ Χουσεΐν δεν είχε στην κατοχή του όπλα μαζικής καταστροφής, ότι ο κυβερνητικός φάκελος είχε «πειραχτεί», προκειμένου να ενισχύσει τα επιχειρήματα υπέρ του πολέμου και βρέθηκε νεκρός.
Ο Κόου δεν αρκείται στη σάτιρα -στη διόγκωση προς το γελοίο- θεσμών όπως η θέσπιση γελοίων βραβείων (αποκορύφωμα το βραβείο των βραβείων!!!) ή το «Ινστιτούτο Αποτίμησης της Ποιότητας» (που παρεμπιπτόντως αποτιμά το… συναίσθημα!) ή απίστευτες ειδικότητες ή διατριβές στον εκπαιδευτικό κλάδο («Καθηγήτρια Σύγχρονης Σκέψης» κ.α). Η θέση του πάνω σε πολιτικά θέματα πολλές φορές γίνεται άμεσα, όπως η σκληρή πολιτική στο Κόμμα των Εργατικών, η σύντομη αναφορά στον πνιγμό των μεταναστών στον κόλπο του Μόρκαμπ,  ή η καταγγελία της φυλάκισης για παράνομη λήψη επιδόματος (όταν  το πλιάτσικο της ανώτερης τάξης  είναι ανεξέλεγκτο) και δεν μπορεί κανείς παρά να χαρακτηρίσει αυτήν την επιλογή του Κόου ως πολιτική πράξη άξια επαίνου.
Και η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων περιγράφεται σ’ όλες της τις διαστάσεις: οι απέραντες, άχρηστες, έρημες επαύλεις στο Τσέλσι (δεν είναι σπίτια υπό καμιά έννοια που να μπορώ τουλάχιστον να συλλάβω. Το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου παραμένουν άδεια. Ή, τουλάχιστον, νομίζεις πως είναι άδεια, αλλά μέσα υπάρχει κάποιου είδους ζωή. Μια ζωή- φάντασμα. Μέλη του προσωπικού –καθαρίστριες και μάγειρες και οδηγοί- κατά τη διάρκεια της μέρας ξεσκονίζουν στοιχειωμένα δωμάτια)˙  απίστευτα συστήματα με συναγερμούς και κάμερες ασφαλείας˙ οικογένειες με 5 αυτοκίνητα και δυνατότητα να πηγαίνουν για σαφάρι στην… Σκουκούζα της Ν. Αφρικής και διήμερο διακοπών στη Λωζάνη. Από την άλλη, ουρές στην τράπεζα τροφίμων και ποινές για στοιχειώδη επιδόματα που δόθηκαν καταχρηστικά.

Παρόλο το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η θεματολογία του βιβλίου, θα ήταν ανυπόφορα μονοδιάστατο αν μέσα στο κυρίαρχα καυστικό ύφος δεν υπήρχαν και διαλείμματα τρυφερότητας, αληθινών συναισθημάτων, ανθρώπινων  στιγμών. Αν δεν υπήρχαν συμπαθητικοί ήρωες, που να βλέπουν αυτόν τον κόσμο του παράλογου και να σκέφτονται, να αντιδρούν, να αγαπούν αληθινά. Έτσι, έχουμε τις δυο «φυσιολογικές» κοπέλες Ρέιτσελ και Άλισον που από μικρές χτίζουν μια πολυκύμαντη φιλία (έναν δεσμό που δεν θα έσπαζε εύκολα), και πρωταγωνιστούν σε πολλές «ιστορίες τρέλας». Έχουμε τρυφερές σκηνές με τη γιαγιά και τον παππού της Ρέιτσελ, όπου ο Κόου μας δείχνει με ευαισθησία τον εύθραυστο κόσμο των ηλικιωμένων. Έχουμε τον «αξιολάτρευτο» Τζέιμι (που στο στριπτιζάδικο, όταν κάθισε μια μισόγυμνη κοπέλα στα γόνατά του τη ρώτησε αν… ανήκει σε κάποιο συνδικάτο!), να πραγματεύεται το αόρατο ως μεταφορά για να μιλήσει για την πολιτική, για τον τρόπο που οι άνθρωποι γίνονται αόρατοι, όταν το σύστημα παύει να τους βλέπει.
Τέλος, ορμώμενος από το σύνθημα του νεοφιλελευθερισμού «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΕΠΙΛΟΓΗ», ο συγγραφέας αναδεικνύει το ζήτημα της «επιλογής», ή μάλλον της ψευδαίσθησης της επιλογής ως θεμελιακό στη σύγχρονη κουλτούρα, σε αντίθεση με την  αντίστοιχη κουλτούρα της δεκαετίας του ’60 και ’70: υπήρχε ευημερία, υπήρχε ένα δίχτυ ασφαλείας, και πάνω απ’ όλα… δεν σε βάραινε διαρκώς η ανάγκη να επιλέγεις. (Ο Ρότζερ) λάτρευε την ιδέα να εμπιστεύεται κανείς τους άλλους ώστε να κάνουν τις επιλογές για λογαριασμό του. Όχι όλες. Ορισμένες μόνο. Απλώς αρκετές για να έχει την ελευθερία να ζει άλλα κομμάτια της ζωής του όπως θα ήθελε.

Χριστίνα Παπαγγελή




[1] Ακολουθώντας το παράδειγμα των τριών προκατόχων της, η νέα πρωθυπουργός της Βρετανίας Τερέζα Μέι επέλεξε να μείνει στον αριθμό 11 της Ντάουνινγκ Στριτ, σε ένα μεγαλύτερο διαμέρισμα σε σύγκριση με τη διάσημη πρωθυπουργική κατοικία του αριθμού 10.
Ο «αριθμός 10» θα παραμείνει ο χώρος εργασίας της Μέι. Εκείνη εντούτοις θα κατοικεί σε ένα διαμέρισμα που βρίσκεται πάνω το υπουργείο Οικονομικών, στον αριθμό 11.
Ο Τόνι Μπλερ ήταν ο πρώτος επικεφαλής της βρετανικής κυβέρνησης που εγκαινίασε αυτήν την αλλαγή το 1997.
http://www.huffingtonpost.gr/2016/07/18/diethnes-dowing-street-teresa-may_n_11058828.html
[2] Παρεμπιπτόντως, ο Μαύρος Πύργος είναι η κατοικία των Γουίνσο του βιβλίου «Τι ωραίο πλιάτσικο!», που περιήλθε στην υπηρέτρια του σπιτιού, τη μυστηριώδη γυναίκα με το πουλί. 

Σάββατο, Ιανουαρίου 07, 2017

Δύο νουβέλες του Στέφαν Τσβάιχ

Α. Σκακιστική νουβέλα 


Δεν είναι τυχαίο που η «Σκακιστική νουβέλα» είναι από τα πιο αγαπητά και πολυδιαβασμένα βιβλία του συγγραφέα, στην Ελλάδα τουλάχιστον. Το γνώριμο, ψυχογραφικό και διεισδυτικό ύφος του Τσβάιχ είναι εξ ορισμού καθηλωτικό, ενώ η πλοκή συναρπάζει από την αρχή, δημιουργώντας στον αναγνώστη την δίψα να μάθει τη… συνέχεια: στο καράβι από τη Νέα Υόρκη προς το Μπουένος Άυρες ο αφηγητής με την παρέα του συνταξιδεύει με τον περίφημο εκκεντρικό Σλάβο σκακιστή-θρύλο Μίρκο. Ο Μίρκο, ορφανός από τα δώδεκα ήταν ανεπίδεκτος οποιασδήποτε μάθησης, πλην όμως ξεχώρισε αιφνίδια για την δεξιότητά του στο σκάκι, και με αφετηρία μια μικρή κωμόπολη της -τότε- Γιουγκοσλαβίας αναδείχτηκε σύντομα πρωταθλητής της Ουγγαρίας στα 18 σαρώνοντας βραβεία και πρωτιές, και παγκόσμιος πρωταθλητής στα 20 (ακόμα και οι πιο τολμηροί αντίπαλοι, που σε φαντασία, εξυπνάδα και θάρρος ξεπερνούσαν αφάνταστα τον Τσέντοβιτς, υποχωρούσαν στην ακατάβλητη και ψυχρή λογική του, όπως ο Ναπολέων είχε νικηθεί από τον αργοκίνητο και αδέξιο Κουτούζωφ, όπως ο Αννίβας είχε ταπεινωθεί από τον Φάβιο τον Μελλητή, ο οποίος στην παιδική του ηλικία είχε παρουσιάσει ευδιάκριτα δείγματα ηλιθιότητας και διανοητικής καθυστέρησης, όπως αναφέρει ο ιστορικός Λίβιος).
Έτσι, μέσα στις πρώτες σελίδες έχει ήδη στηθεί το ψυχολογικό ενδιαφέρον και αγωνιούμε για την εξέλιξη, εφόσον μάλιστα ξέρουμε ότι ο Τσβάιχ είναι μάστορας στη διερεύνηση της ανθρώπινης ψυχής (είναι γνωστό πια στην επιστημονική κοινότητα ότι πολλές φορές άτομα με «βαριά νοητική στέρηση» διακρίνονται εξαιρετικά σε κάποιους πολύ εξειδικευμένους τομείς)[1] . Αναρωτιόμασττε μαζί με τον συγγραφέα, π.χ. πώς είναι δυνατόν η ραγδαία επιτυχία να μη μεθύσει ένα τόσο αδειανό κεφάλι, πώς να μη μεθύσει ένα εικοσάχρονο χωριατόπουλο όταν βλέπει ότι σπρώχνοντας πιόνια πάνω σε μια σανίδα κερδίζει σε μια βδομάδα περισσότερα απ’ όσα βγάζουν όλοι μαζί οι συγχωριανοί του κόβοντας ξύλα κλπ κλπ. Όντως, η αποστασιοποίηση και το αλαζονικό ύφος αυτής της σκακιστικής μηχανής όταν οργανώνονται διάφορες παρτίδες στο πλοίο αποτελεί αφορμή για ποικίλες ψυχολογικές αντιδράσεις.
Όμως η μεγάλη ανατροπή έρχεται όταν εμφανίζεται ο δεύτερος κύριος πρωταγωνιστής (άλλος από τον αφηγητή), ο δρ Μπ.,  του οποίου παρακολουθούμε την προσωπική ιστορία με κομμένη την ανάσα. Ο επιβάτης αυτός του πλοίου έχει φανερά μεγάλη άνεση στο σκάκι και μπορεί να αντικρούσει ισότιμα τον αλαζόνα σκακιστή μας, δημιουργώντας προσδοκίες στους υπόλοιπους (όλοι μας είχαμε το συναίσθημα ότι έπρεπε κάτι να κάνουμε ή να πούμε, για να αφήσουμε ελέυθερη την τρομαγμένη χαρά μας), έχει όμως  κι ένα βαθιά κρυμμένο μυστικό… Ο συγγραφέας έχει την ευκαιρία εδώ να μιλήσει για τα βασανιστήρια που υπέστησαν όσοι ήταν νοσταλγοί της «παλιάς φρουράς», δηλαδή της αυτοκρατορίας  (μετά τον θάνατο του Φραγκίσκου Ιωσήφ το 1916 και το τέλος του α’ παγκοσμίου πολέμου η τύχη της Αυστρίας εξαρτήθηκε άμεσα από την Γερμανία)[2].  Ο ήρωάς μας, δικηγόρος στο επάγγελμα, γόνος παλιού βουλευτή και ανιψιός του προσωπικού γιατρού του αυτοκράτορα, μετά την αλλαγή του καθεστώτος περιορίστηκε στην ιδιότητα των νομικών συμβούλων των μεγάλων μοναστηριών των οποίων διαχειρίζονταν την περιουσία. Επίσης, διαχειριζόταν και την περιουσία των μελών της αυτοκρατορικής οικογένειας. Η κατάσταση έγινε ακόμα πιο δύσκολη όταν ο Χίτλερ πήρε στα χέρια του το πηδάλιο της Γερμανίας, κι άρχισε να λεηλατεί την εκκλησία και τον κλήρο (…). Πολύ πριν οι εθνικοσοσιαλιστές οπλίσουν τις στρατιές τους εναντίον όλης της ανθρωπότητας, είχαν ήδη αρχίσει να οργανώνουν ένα στρατό εκπαιδευμένο κι εξίσου επικίνδυνο στις κοντινές χώρες, μια λεγεώνα των αδικημένων, των παραγκωνισμένων από την κοινωνία, των δυσαρεστημένων. Σ’ αυτή την ιστορική φάση ο δρ Μπ. συλλαμβάνεται από την Γκεστάπο αλλά απολάμβανε στην φυλακή ιδιαίτερης μεταχείρισης, γιατί οι γκεσταπίτες πίστευανότι μπορούν να αποσπάσουν πολύτιμα μυστικά ή ακόμα και κρυμμένες περιουσίες από κρατούμενους «αυτής της κατηγορίας».
Όμως, σαφώς και η πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι να κάνει ιστορία ούτε καν να ξεδιπλώσει τις πολιτικές του πεποιθήσεις (οι οποίες είναι φανερά αντιναζιστικές αλλά δεν είναι  ξεκάθαρο αν, όπως ο Γιόζεφ Ροτ, είναι κι αυτός νοσταλγός της παλιάς αυτοκρατορίας). Το περιεχόμενο αποκτά καθαρά ψυχογραφικό, ίσως και υπαρξιστικό ενδιαφέρον εφόσον διερευνά, μέσα από ένα πολύ έξυπνο εύρημα στην πλοκή, τις δυνατότητες του ανθρώπινου πνεύματος, τα όρια της ελευθερίας και το νόημα που μπορεί να δώσει ο άνθρωπος στη ζωή του.

Β. Ταξίδι στο παρελθόν

Μια ρομαντική ιστορία διαγράφει σύντομα η νουβέλα αυτή, χωρίς κατά τη γνώμη μου να διεισδύει στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων. Ένα ζευγάρι νέων ερωτεύονται παράφορα ο ένας τον άλλον παρά τις εξωτερικές δυσκολίες (η γυναίκα είναι παντρεμένη), τους χωρίζει ο πόλεμος και ξαναβρίσκονται μετά από εφτά χρόνια (εννιά γράφει στο οπισθόφυλλο, προφανώς λάθος) για να διαπιστώσουν ότι τίποτα δεν παραμένει ίδιο.
Αυτή είναι η βασική σύλληψη που αποδίδεται εύστοχα στον τίτλο, και είναι φανερό ότι έτσι λειτούργησε ο συγγραφέας: δεν άφησε τους ήρωες να αυτονομηθούν, αλλά προσπάθησε να επεξεργαστεί σύντομα αυτή την πυρηνική ιδέα. Κατά τη γνώμη μου, η μικρή έκταση σε συνδυασμό με το γ΄ ενικό του παντογνώστη αφηγητή, δεν επιτρέπουν στην αφήγηση να προχωρήσει στο επιθυμητό βάθος, ώστε ο αναγνώστης να οδηγηθεί μόνος του στις διαπιστώσεις. Έτσι, υπάρχει ένα είδος «πλάγιου λόγου», κάποια έτοιμα συμπεράσματα για χαρακτήρες που δεν έχουν την ευκαιρία να ξεδιπλωθούν, μια νοσταλγία που δεν αναγνωρίζουμε ακριβώς για ποιο πράγμα, πέρα από το αόριστο «παρελθόν». Η υπόθεση δεν «ξετυλίγεται» μπροστά μας, κάποιος την διηγείται εν συντομία σε μας. Μόνο λίγες σελίδες ζωντανής αναπαράστασης δίνονται προς το τέλος, δηλαδή όταν επανερχόμαστε στο αφηγηματικό «παρόν», μετά το αναλογικά εκτενές φλας μπακ.
Έτσι, έμμεσα προδίδω την προτίμησή μου στα εκτενέστερα αφηγήματα, ή αλλιώς διατυπωμένο, την επιφύλαξή μου απέναντι στη νουβέλα -πολλώ μάλλον στο διήγημα- που κατά τη γνώμη μου δεν πρέπει να αποτελεί περίληψη μιας φυσιολογικά πιο μακροσκελούς ανάπτυξης, αλλά ξεδίπλωμα ενός σημείου, «ανάπτυξη ενός επιφωνήματος». Παρόλο λοιπόν που ο Τσβάιχ είναι μάστορας του είδους (και του λόγου, φυσικά), παρόλο που υπήρχαν σποραδικές εξαιρετικές πινελιές με ανάλυση συναισθημάτων κλπ., η συγκεκριμένη νουβέλα με απογοήτευσε (ευτυχώς ήταν σύντομη!). Αλλά, περί… ορέξεως ουδείς λόγος!
Χριστίνα Παπαγγελή


[1] βλ. κεφ. «Christopher ο Πολύγλωσσος» στο βιβλίο του γλωσσολόγου Φοίβου Παναγιωτίδη «Μίλα μου για γλώσσα» 
[2] Στις 21 Οκτωβρίου του 1918, τα εκλεγμένα γερμανόφωνα μέλη της βουλής της αυτοκρατορικής Αυστρίας, Ράιχρατ, συναντήθηκαν στη Βιέννη ως εθνική συνέλευση για τη Γερμανική Αυστρία, και στις 30 του ίδιου μήνα ίδρυσαν το κράτος της Γερμανικής Αυστρίας με το διορισμό της κυβέρνησης, γνωστής ως Στάατσρατ. Στις 11 Νοεμβρίου, ο αυτοκράτορας από τις κρατικές υποθέσεις και στις 12 Νοεμβρίου, η Γερμανική Αυστρία ανακηρύχθηκε με νόμο ως δημοκρατικό κράτος και μέλος της νέας Γερμανικής Δημοκρατίας.
Με τη Συνθήκη του Αγίου Γερμανού το 1919, και για την Ουγγαρία με τη Συνθήκη του Τριανόν το 1920, επιβεβαιώθηκε και καθιερώθηκε η νέα τάξη στην κεντρική Ευρώπη, με τη δημιουργία νέων κρατών και τις αλλαγές συνόρων. Παρ´όλα αυτά, περισσότεροι από 3 εκατομμύρια γερμανόφωνοι Αυστριακοί βρέθηκαν εκτός των συνόρων της νέας Αυστρίας, στα νεοσύστατα επίσης κράτη της Τσεχοσλοβακίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Ουγγαρίας και της Ιταλίας. Μεταξύ του 1918 και του 1919, η Αυστρία ήταν επίσημα γνωστή ως το Κράτος της Γερμανικής Αυστρίας. Οι δυνάμεις της Αντάντ δεν επέτρεψαν την ένωσή της με τη Γερμανία, αλλά αγνόησαν πλήρως και το όνομα Γερμανική Αυστρία στις συνθήκες ειρήνης που υπογράφησαν. Συνεπώς, στα τέλη του 1918, το όνομα άλλαξε σε Κράτος της Αυστρίας.
Η πρώτη Αυστριακή δημοκρατία διήρκεσε μέχρι το 1933, όταν ο καγκελάριος Ένγκελμπερτ Ντόλφους, καθιέρωσε ένα αυταρχικό καθεστώς που προσομοίαζε τον ιταλικό φασισμό. Τα δύο μεγάλα κόμματα της περιόδου, οι Σοσιαλδημοκράτες και οι Συντηρητικοί, είχαν παραστρατιωτικές οργανώσεις, και ξέσπασε ένας εμφύλιος πόλεμος. Το Φεβρουάριο του 1934, εκτελέστηκαν πολλά μέλη του στρατού των σοσιαλδημοκρατών, ενώ αρκετοί ανακηρύχτηκαν παράνομοι και φυλακίστηκαν ή εξορίστηκαν. Το Μάιο του ίδιου έτους, οι φασίστες καθιέρωσαν ένα νέο σύνταγμα, το οποίο ενίσχυε τη δύναμη του Ντόλφους, ο οποίος όμως δολοφονήθηκε τον Ιούλιο σε μία απόπειρα πραξικοπήματος από τους Ναζί. Ο διάδοχός του, Κουρτ Σούσινγκ, προσπάθησε να διατηρήσει την ανεξαρτησία της χώρας, ως ένα "καλύτερο γερμανικό κράτος", αλλά στις 12 Μαρτίου του 1938, η Αυστρία καταλήφθηκε από γερμανικά στρατεύματα, ενώ Αυστριακοί Ναζί κατέλαβαν την εξουσία. Στις 13 Μαρτίου ανακηρύχθηκε επίσημα η Άνσλους, η Ένωση, δηλαδή, της Αυστρίας με τη Γερμανία, και δύο μέρες μετά ο Χίτλερ, Αυστριακός στην καταγωγή, ανακοίνωσε την επανένωση των δύο κρατών στη Βιέννη. Με ένα οργανωμένο δημοψήφισμα η ένωση επικυρώθηκε τον Απρίλιο του 1938.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 30, 2016

Η αλεπού της σκάλας και άλλες ιστορίες, Ηλίας Παπαμόσχος

Μου είπες: «Οι αναμνήσεις είναι η ζωή»
Μ. Αναγνωστάκης
Διαβάζοντας αυτά τα πολύ μικρής έκτασης διηγήματα (1-3 σελίδων το πολύ) συνειδητοποίησα πόσο διαφορετική σχέση με τη γραφή έχουν όσοι γράφουν εκτενή μυθιστορήματα από τους διηγηματογράφους. Ο περιορισμός της έκτασης στο διήγημα επιβάλλει -συνήθως- είτε συμπύκνωση του χρόνου είτε ανάλυση ενός στιγμιότυπου (συνήθως το ύφος εδώ γίνεται ποιητικό), δηλαδή είτε διαστολή είτε συστολή του συνηθισμένου χρόνου. Η αφαίρεση γίνεται αρετή, πάντα όμως με την προϋπόθεση ότι «έχεις κάτι να πεις» (αλλιώς το κείμενο εντάσσεται στην κατηγορία «ασκήσεις ύφους»). Συνήθως αυτό που έχεις να πεις είναι ηθογραφικού χαρακτήρα, ή μια πτυχή της καθημερινότητας που χάνεται, μια πολύτιμη ανάμνηση κλπ.
Όμως τα διηγήματα αυτά ξεχωρίζουν για το περιεχόμενό τους που θα το ονόμαζα «εσχατολογικό». Αυτό που ανιχνεύει κανείς στα 23 πολύ διαφορετικά θραύσματα είναι η ματιά του ανθρώπου που βλέπει τον κόσμο από τη «σκοπιά της αιωνιότητας». Σαν να μιλάει κάποιος που φέρνει στη μνήμη του ό, τι είναι πιο πολύτιμο να κρατήσει κανείς σ’ έναν κόσμο φευγαλέο, να ψάχνει το έσχατο νόημα, αυτό που μένει από τη φθορά και τον θάνατο. Ίσως, κι αυτό που εγγράφεται εθελούσια ή όχι στη μνήμη (θεμελιακό το διήγημα «Το πουπουλένιο μάτι του θεού» με τα δυο κοράκια, το κοράκι που συμβολίζει τη σκέψη και το κοράκι που συμβολίζει τη μνήμη: ο μονόφθαλμος θεός ανησυχεί μη δε γυρίσουν πίσω και τα δυο, όμως πιο πολύ φοβάται για της μνήμης το κοράκι).
Δεν είναι ωστόσο αφηγήματα στοχαστικά/φιλοσοφικά. Πατούν γερά στην πραγματική ζωή, σε στιγμές και απ’ αυτές που χαράζονται στη συνείδηση ανεξίτηλα: π.χ. το βλέμμα του φίλου (που έχει τώρα πια πεθάνει), όταν έκανε βαρκάδα στη λίμνη: κάποια στιγμή απορροφήθηκαν να κοιτούν κάτι. Μέσα στη λίμνη ήταν, στους λόφους, στον ορίζοντα, δεν καταφέραμε να ξεδιαλύνουμε τι και πού. Εκείνος ειδικά έμοιαζε αιχμαλωτισμένος από αυτό και συνέχιζε να κοιτά, ενώ ο φίλος του άρχισε πάλι το κουπί. (…)Λίγο ψηλότερά μας και πάνω απ’ τα νερά, δεμένο με πετονιά απ’ τα κλαριά μιας λεύκας, κρεμόταν ένα λευκό και άδειο τενεκεδένιο φανάρι. Έμοιαζε με σταματημένο εκκρεμές.

Προτού προχωρήσω στο «τι;» που είναι και το πιο ουσιώδες, θα μιλήσω λίγο για το «πώς», δηλαδή για το ύφος, έχοντας βέβαια συνείδηση ότι «το μέσον είναι το μήνυμα», δηλαδή ο τρόπος εμπεριέχει και το περιεχόμενο. Ωστόσο, ξεχωρίζει εντυπωσιακά η μοναδική γραφή του συγγραφέα˙ η χρήση της γλώσσας έχει ιδιαίτερα εκφραστική δύναμη ενώ προκύπτει αβίαστα, χωρίς εκζήτηση. Το ύφος γίνεται σε πολλές περιπτώσεις υποβλητικό και ποιητικό, συνήθως με δυνατές μεταφορές όταν αφορά συναισθήματα ( π.χ. έσφιξε σαν τριχιά ο φόβος τα σπλάχνα, λυγμός πνιγμένος μου οργώνει την κοιλιά/ ο τόπος μέσα στα μάτια της μαύρισε σαν ώριμο σταφύλι).
Έντονη είναι η παρουσία της φύσης, του νερού, του ζωικού βασιλείου δίνοντας μια αρχετυπική/μυθική/συμβολική διάσταση στην στοιχειώδη πλοκή. Ιστορίες σύντομες όπου πρωταγωνιστούν ο σκύλος, το κοράκι («περίλυπος ψυχοπομπός»), η αλεπού, η πέρδικα. Και ο άνθρωπος, σε πολλά διηγήματα είναι ο άνθρωπος- κυνηγός, με όλη την κτηνωδία που μπορεί αυτό να συνεπάγεται (π.χ. σχετικά μ το κυνηγόσκυλο που, όταν γέρασε το πλήγωσε στο πρόσωπο το αφεντικό του: κάτι άντρες, ίδιο φύραμα με τον μακελάρη, δεν απέστρεψαν το βλέμμα τους και σχολίαζαν χαιρέκακα το κουράγιο του σκυλιού, την πίστη του περιγελούσαν). Ο συγγραφέας μιλά -έμμεσα- για το κυνήγι της αλεπούς στο ομώνυμο του βιβλίου διήγημα (γνωρίζω σε ποιο χωριό ο πατέρας τη σκότωσε), για την «βίαιη τελετουργία» του κυνηγιού των ψαριών  στο εκπληκτικό «Η γαλανή σαγήνη» (παρά την απόσταση, μπορούσες να δεις στο βλέμμα του πηδαλιούχου, αλλά ιδίως σ’ εκείνου που χτυπούσε τα νερά, το πάθος και τη σκληρότητα, του θηρευτή τη μανία.  Η βίαιη αυτή τελετουργία εκτελούνταν κι από τους δυο με ηρεμία τρομακτική). Η εικόνα των παγιδευμένων ψαριών που λαμπυρίζουν στο νερό κάτω από τον ήλιο γίνεται συγκλονιστική γιατί στον δρόμο οι άνθρωποι ξεκινούσαν τη μέρα τους ανίδεοι γι’ αυτό που γινόταν πίσω τους ή κοιτώντας το αδιάφορα(…) τόσο αθώοι όλοι, τόσο ανυποψίαστοι.
Το διήγημα όπου εμφανίζεται ο άνθρωπος πιο κοντά στην ενστικτώδη, πρωταρχική του φύση είναι το διήγημα με τον ειρωνικό τίτλο «Κλιμάκιο στωικών», όπου μέσα στο δάσος ο ήρωας αντικρύζει ανθρώπους καθισμένους ανακούρκουδα να τρώνε χωρίς να απαντούν στις ερωτήσεις των νεοφερμένων, ρουφώντας ηχηρά τα κόκκαλα από το κυνήγι(…): ένα στόμα, πολλά στόματα, σαν φαράσια φαρδιά, συνέχιζαν να κατασπαράζουν.  

Ο βασικός όμως συνδετικός ιστός, όπως είπαμε, είναι η φθορά, ο θάνατος ή αλλιώς, η διαλεκτική ζωής -θανάτου. Οι εικόνες ζωής μέσα στον θάνατο/φθορά είναι τόσο καθημερινές, τόσο γειωμένες, που αναρωτιέσαι αν το μόνο που τους λείπει για να είναι δικές μας-προσωπικές, είναι η ματιά που τους δίνει νόημα… Ποιος δεν έχει μια φλύαρη θεία που την αποφεύγει στο τηλέφωνο γιατί τον εξοντώνει με την πολυλογία της (αργότερα είδα την πολυλογία της διαφορετικά, σαν την απέλπιδα προσπάθεια ανθρώπου να μιλήσει όσο ακόμα θυμάται); Ποιος δεν έχει ζήσει τη θλίψη του ασθενή στο διπλανό κρεβάτι του νοσοκομείου, στον οποίο η τύχη προφανώς δεν χαμογελά (στο διπλανό κρεβάτι, ο τριαντάχρονος Γιάννης άνοιξε τα μάτια, με ρώτησε: «Δεν έκανες;» (εγχείρηση) «Πήγε για την άλλη βδομάδα», είπα. Τα’ κλεισε, σφιχτά. Είχα στο χέρι το εξιτήριο, το δικό του δεν ησύχαζε, σαν ζώο στο δόκανο). Πόσο γνώριμη είναι η εικόνα του παππού που καθόταν σ’ ένα βράχο και ήταν γυρτός, με τα χέρια στα γόνατα, και κοιτούσε κάτω˙ κοιτούσε λες κι έβλεπε μέσα στο χώμα, στην τελευταία του κυνηγετική εξόρμηση για πέρδικες...
Το περιστέρι που κουρνιάζει δίπλα στην κορνίζα με τα δίδυμα παιδιά της Αλβανίδας καθαρίστριας, χρόνια προτού τα καταπιούν τα κυματάκια της Αδριατικής στη μεγάλη έξοδο του ’94 (και παρακάτω: αποφεύγω να τη ρωτήσω για τα πουλί, κι αυτή όμως δε λέει, μιλούν τα τσιγάρα κι όλα τα παίρνει ο καπνός), είναι εικόνα χαρμολύπης που μιλάει μόνη της. Προβληματίζει ο διπλός θάνατος της «αλεπούς της σκάλας» ενώ ακόμα πιο βαθιά αγγίζει η εικόνα του πρόχειρου ξωκκλησιού που έστησαν φίλοι και συγγενείς στο πλατάνι όπου άφησε την τελευταία του πνοή ο νεαρός του διηγήματος «Το πλατάνι» σε ατύχημα (έγινε το δέντρο εκκλησάκι. Ανθοβολούσαν τα κλαριά κι έλαμπαν τα φύλλα, λες κι η ρώμη του νέου τα πότισε. Ανέβαζε τον πόνο των γονιών ως τα ουράνια). Η κορύφωση στα διηγήματα όπου η αναφορά στον θάνατο είναι άμεση και τραγική, αγγίζει την ιερότητα: οι γονείς επισκέπτονται το δέντρο, αργοπορεί, λες, του νέου η ψυχή, παλεύει να ξεσφίξει απ’ τον κορμό τα ναύλα της. Κι εκεί ψηλά, σαν ανάσας λαχάνιασμα το θρόισμα των φύλλων ακούγεται, γλώσσες μυριάδες μουρμουρίζουν το μυστικό της ζωής.

Και η ζωή υμνείται έμμεσα (μέσω του θανάτου) αλλά και άμεσα, όπως στο διήγημα  «Κοτσύφι» (είναι το ρόδι, λες, που μιλάει μέσα απ’ το λαρύγγι του κότσυφα, λέει για τον καημό του Πλούτωνα, τον πόνο και την αγάπη μάνας και κόρης, είναι του δέντρου η φωνή)˙ στον ερωτικό χορό στο διήγημα «Οι λιμπελούλες»˙ στο «Η καρέκλα του Γκλεν Γκούλντ» όπου παίρνει πνοή ένα άψυχο αντικείμενο, μια… καρέκλα: ίσως στο όνειρό της η ράχη και τα πόδια, το κάθισμά της και πάλι κλαριά να γίνονται/όπου η ενότητα των κύκλων που μαρτυρούν την ηλικία των δέντρων έχει αποκατασταθεί, όπου οι ασάλευτοι κύκλοι προς τον ουρανό σαν δόξα σοι υψώνονται πλάι στους άλλους, τους πάλλοντες, τους στολισμένους με ηλιαχτίδες.
Ξεχωρίζω όμως και κάνω ιδιαίτερη μνεία σε δύο διηγήματα, που κατά τη γνώμη μου έχουν καθαρά αρχετυπική λειτουργία. Το ένα είναι «Η σπηλιά», όπου η πρώτη φράση είναι τόσο ξεκάθαρη, που νοηματοδοτεί όλη την αφήγηση: γι’ αυτόν δεν ήταν μια συνηθισμένη επίσκεψη, ήταν μια επιστροφή. Η σπηλιά, όπου δεν είχε ούτε κρύο ούτε ζέστη είναι λοιπόν η επιστροφή στον εαυτό, ή καλύτερα στην αρχική μήτρα, όπως κατονομάζεται άλλωστε από τον ίδιο τον συγγραφεα στο εξίσου διάφανο τέλος: και είδε το μακρινάρι του νερού κατά το βάθος του σπηλαίου να τραβάει, μίτος που’ βγαζε στο φως, κι υγρό αμνιακό μιας μήτρας άλλης, γιγάντιας –της φύσης ναός καθεδρικός-, πουάπειρες μέσα της γεννήσεις κλώθει, και δρόμος, που σ’ άλλους κόσμους, νέους κι ανεξερεύνητους, τον καλούσε.
Το δεύτερο είναι και το τελευταίο (και το πιο εκτενές) του βιβλίου, «Τα χείλη της Παναγίας» και πρωταγωνιστεί η γιαγιά του αφηγητή, που την Παναγία τη λάτρευε. Μέσα από τη λαϊκή αυτή φιγούρα ο συγγραφέας αναπτύσσει το επιφώνημα μιας προσευχής, όπως αυτή που έβαζε η γιαγιά τον εγγονό της να απευθύνει στη Θεοτόκο, με "θέμα ελεύθερο". Αγάπη σωματική νιώθει ο ήρωας, αφού κοιμούνται πλάι πλάι με τη γιαγιά, ενώ τα χρόνια εκείνα τα παιδικά, τα μαγικά, βίωνε μια αίσθηση αιώρησης σαν άγγελος.
Η μνήμη της γιαγιάς, στον ενήλικα πια αφηγητή είναι ένας διαρκής αποχαιρετισμός μέσα σ’ ένα τοπίο χιονισμένο. 
Τίποτα δεν της λέω, μα θα φαίνεται στα μάτια μου ο δισταγμός. Φοβούμαι μην με πάρει μαζί της, μην πάω ως εκεί και δεν μπορώ να επιστρέψω (…).
Είσαι πάλι παιδί, αλλά δεν σκύβεις να πιάσεις το χιόνι, το κοιτάς μόνο, κι η γιαγιά με έγνοια σε επιτηρεί, ο χρόνος είναι σαν να μην υπάρχει, χιόνι σεντόνι πετρωμένο, μαρμαρένιο σύννεφο.

Χριστίνα Παπαγγελή 

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 26, 2016

David Leavitt, Ο υπάλληλος από την Ινδία

Η αληθινή τραγωδία όσον αφορά τον Ραμάνουτζαν
δεν ήταν ο πρόωρος θάνατός του.
Η τραγωδία δεν είναι ότι πέθανε νέος, αλλά ότι
στη διάρκεια των πέντε τελευταίων χρόνων της ζωής του
η ιδιοφυΐα του έχασε τον δρόμο της,
αποπροσανατολίστηκε και
ως ένα βαθμό παραμορφώθηκε.

Πρόκειται για τον περίφημο Ινδό μαθηματικό Σρινιβάσα Ραμάνουτζαν που κατέπληξε τη μαθηματική αφρόκρεμα της Βρετανικής κοινότητας στις αρχές του αιώνα με τις προχωρημένες του ανακαλύψεις πάνω σε προβλήματα της  θεωρίας των αριθμών και στις απειροστικές σειρές. Παρόλο που στα πρώτα του βήματα ήταν όχι μόνο αυτοδίδακτος αλλά δεν είχε καν ευκαιρίες να έρθει σε επαφή με τη μαθηματική σκέψη των συγχρόνων του, και παρόλο που στο σχολείο είχε τόσο χαμηλές επιδόσεις που μετά βίας περνούσε την τάξη, θεωρείται ο σπουδαιότερος μαθηματικός της Ινδίας, «ίσως καλύτερος από τον Χίλμπερτ, ισάξιος του Γκάους και του Όιλερ»!
Έχουμε επομένως τη μυθιστορηματική απόδοση της αληθινής ιστορίας του Σρινιβάσα Ραμάνουτζαν, της τραγικής πορείας ενός κορυφαίου πνεύματος που  πέθανε πριν καν κλείσει τα 33 του χρόνια (το 1920), ενός ανθρώπου που τάραξε τα νερά της στεγνής επιστημονικής κοινότητας του Κέμπριτζ στις αρχές του 20ου αι. με τη διαφορετικότητά του σε όλους τους τομείς. Η συγκινητική του προσωπικότητα ενέπνευσε και άλλον συγγραφέα, τον Robert Kanigel  («Ραμάνουζαν, ο Ινδός μαθηματικός»), τον σεναριογράφο θεατρικού έργου Ira Hauptman (Partition = διαμέριση), ενώ η ζωή του γυρίστηκε σχετικά πρόσφατα σε ταινία (The man who knew infinity, 2015). Η περίπτωση του Ραμάνουτζαν, συγκλονίζει ακόμα γιατί ανακάλυψε μόνος του θεωρήματα σύγχρονων κορυφαίων μαθηματικών χωρίς να ακολουθεί τους ορθόδοξους δρόμους απόδειξης (δίχως ίχνος εκπαίδευσης ξαναανακάλυψε ολομόνaχος τη μισή ιστορία των μαθηματικών), και παράλληλα διατύπωσε και δικά του θεωρήματα («ραμανουτζάνεια εξίσωση) στα οποία βασίστηκαν πάρα πολλές μετέπειτα έρευνες.
Το βιβλίο περιστρέφεται σχεδόν ισοδύναμα γύρω από δύο ήρωες, τον Ραμάνουτζαν φυσικά, και τον καταξιωμένο Άγγλο μαθηματικό από το Τρίνιτι Γκόντφρεϊ Χάρντι, που τον «ανακάλυψε», αγωνίστηκε να τον εντάξει στην πανεπιστημιακή κοινότητα, συνεργάστηκε κατά το δυνατόν και βοήθησε στην έκδοση κάποιων εργασιών του. Ο συγγραφέας όμως μας δίνει εκ παραλλήλου και την εικόνα δύο εντελώς διαφορετικών κόσμων με αντιδιαμετρική σχεδόν κουλτούρα: από τη μια της Αγγλίας του Α΄ παγκοσμίου Πολέμου, του ανταγωνιστικού κλειστού κύκλου των διανοούμενων (Ράσελ, Κέινς, Λώρενς κ.α.) με τις κολεγιακές συνήθειες, τους αυστηρούς κανόνες, την επιστημονική ιεραρχία και τις ομοφυλοφιλικές ανησυχίες (που σε ορισμένες περιπτώσεις περιγράφονται σαν ανόητες εφηβικές τσιριμόνιες). Την κοινωνία που αρνιόταν να υιοθετήσει το σύστημα του Λάιμπνιτς για τον απειροστικό λογισμό και αποδεχόταν το απαρχαιωμένο σύστημα του Νεύτωνα, γιατί ο Λάιμπνιτς ήταν Γερμανός και ο Νεύτων Άγγλος, και η Αγγλία είναι η Αγγλία(!). Από την άλλη την βαθιά θρησκευόμενη κοινωνία της (νότιας κυρίως) Ινδίας, με την μακρά παράδοση και την πίστη στους κανόνες της κάστας (π.χ. αυστηρή χορτοφαγία/στον ινδουισμό η τήρηση των κανόνων είναι πολύ σημαντικότερη από την πίστη), αλλά και σε λαϊκές προλήψεις και δοξασίες.
Ο Ραμάνουτζαν γεννήθηκε στην Ν.Α. Ινδία, στο Κουμπακόναμ. Ήταν εξαιρετικά φτωχός αλλά  πήγε σχολείο γιατί ανήκε σε υψηλή κάστα. Το άκαμπτο όμως εκπαιδευτικό σύστημα της αγγλοκρατούμενης Ινδίας ήταν σχεδιασμένο για να  παράγει τους γραφειοκράτες και τους τεχνοκράτες που θα διοικούσαν την Ινδική αυτοκρατορία υπό την εποπτεία των Άγγλων. Οι εκπληκτικές ικανότητές του με τους αριθμούς δεν αναγνωρίστηκαν επαρκώς ώστε να του εξασφαλίσουν θέση στο Πανεπιστήμιο του Μαδράς. Έγινε λογιστής στο λιμεναρχείο του Μαντράς, και ζούσε φτωχικά αφιερώνοντας ώρες από τον προσωπικό του χρόνο στις σειρές, στα αθροίσματα, στα συνεχή κλάσματα, με μοναδικό του σύμβουλο την πεπαλαιωμένη «Σύνοψη των καθαρών και εφαρμοσμένων μαθηματικών», του Carr (που δεν περιείχε αποδείξεις, μόνο τίτλους και αποτελέσματα!).  Ήταν ινδουιστής, από κάστα ορθόδοξων βραχμάνων με πολύ αυστηρούς κανόνες, ένας από τους οποίους ήταν ότι θεωρούσαν το πέρασμα του ωκεανού μια μορφή μόλυνσης. Έτσι, όταν ο Χάρντι ξεπέρασε τις δυσκολίες του Τρίνιτι (έξοδα, αποδοχή του διαφορετικού κλπ) και τον προσκάλεσε στο Τρίνιτι για να συνεργαστούν, ήταν εντελώς απροετοίμαστος για το εμπόδιο που θα συναντούσε: την άρνηση του «υπάλληλου της Ινδίας» να φύγει από τη χώρα του. Χρειάστηκε ειδική αποστολή για να ξεπεράσει ο Ραμανουτζάν τα ηθικά εμπόδια και να καταφτάσει, λίγο πριν το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στο πανεπιστήμιο Τρίνιτι του Κέμπριτζ (του Νεύτωνα και του Μπάιρον) όπου του επιφυλασσόταν αμφίσημη υποδοχή. Κι εκεί, βέβαια, θα αντιμετωπίσει αξεπέραστες δυσκολίες προσαρμογής (να φοράει παπούτσια, να κοιμάται σε κρεββάτι, αλλά κυρίως, όσο αφορά τη διατροφή), το βασικό όμως εμπόδιο ήταν οι δυσκολίες να ακολουθήσει τους αυστηρούς κανόνες της θρησκείας του. Ωστόσο, παρόλες τις αντίξοες συνθήκες που τον οδήγησαν σε σοβαρή ασθένεια (που μάλιστα δεν μπόρεσε να διαγνωστεί), σχεδόν πάντα είχε τη διάθεση να αφιερωθεί σε  προβλήματα θεωρητικών μαθηματικών.
Ο Χάρντι[1], από την άλλη, ήταν ακριβώς το αντίθετο (ήμουν ακριβώς το αντίθετο: ένα αγόρι που είχε κερδίσει όλα τα βραβεία –παρόλο που η μέρα απονομής των βραβείων μου προκαλούσε απέχθεια τόσο έντονη όσο μια θρησκευτική τελετή)! Από αστική οικογένεια, ορθολογιστής, «ομοφυλόφιλος μη ενεργός», αντικληρικαλιστής και… φανατικά άθεος (επανάσταση για τα δεδομένα του Τρίνιτι!). Παιδί δασκάλων (σε αντίθεση με τους περισσότερους στο κολέγιο που ήταν «παιδιά της αφθονίας»), πήρε την παραδοσιακή βασική δημόσια εκπαίδευση της Αγγλίας και ανέβηκε σκαλοπάτι σκαλοπάτι μέχρι το Τρίνιτι του Κέμπριτζ, που ήταν η έδρα των εφαρμοσμένων μαθηματικών. Έχουμε εδώ την ευκαιρία να απολαύσουμε την βρετανική κουλτούρα με τις αδελφότητες (στους «Απόστολους» ανήκε ο Ράσελ, ο Κέινς κ.α.), τα βασιλικά βραβεία και τους παράλογους διαγωνισμούς όπως τα περίφημα «τρίποδα»  (στα εφαρμοσμένα μαθηματικά, εξέταση  άχρηστων δεξιοτήτων, μαθηματικής απομνημόνευσης μεγάλης λογιστικής δυσκολίας που σου εξασφάλιζε θέση «ράνγκλερ», εταίρου κλπ). Ο Χάρντι αγωνίστηκε σκληρά και για την κατάργηση των απεχθών «τριπόδων» (τα τρίποδα είχαν κάτι από τον χαρακτήρα αθλητικών αναμετρήσεων/ είχαν καταντήσει βιομηχανία «ιδιωτικών προγυμναστώ»/η μεταρρύθμιση των τριπόδων έγινε η σταυροφορία του/ ήξερα πως το παιχνίδι ήταν στημένο για να ανταμείβει τους πλούσιους, τους χορτάτους, τους προνομιούχους) και αγωνίστηκε επίσης για να στραφεί η έρευνα στα καθαρά μαθηματικά.
Ο συγγραφέας με πολύ έξυπνο τρόπο (η "διάλεξη που δεν έδωσε", η «φωνή της συνείδησής του»  που την εκπροσωπεί ο πεθαμένος εραστής φίλος του, Γκάι) μάς παρουσιάζει εξίσου ολοκληρωμένα τον κόσμο του Χάρντι, τις εκκεντρικότητές του, τους έρωτές του, τα μυστικά του. Είναι μοναχικός, πονεμένος (ο Γκάι, που έχει αυτοκτονήσει, εμφανίζεται τακτικά σαν οπτασία και τον «συμβουλεύει»), λάτρης του κρίκετ και φυσικά των «καθαρών μαθηματικών».
Ο Ραμάνουτζαν, ως μαθηματικό κεφάλι, κατάφερε από την αρχή να επισύρει την προσοχή του Χάρντι και δυο τριών ακόμη επιστημόνων της κοινότητας, αλλά υστερούσε στον τομέα της απόδειξης (αυτό το περίπλοκο αράδιασμα αριθμών, γραμμάτων και συμβόλων υποδεικνύει κάποια εξοικείωση, αν όχι άνεση, με τη γλώσσα των μαθηματικών). Η έλλειψη τυπικών προσόντων και η υστέρησή του στην τεκμηρίωση αναγκάζουν τον Χάρντι να καταβάλλει διαρκώς υπεράνθρωπες προσπάθειες, όχι μόνο για να αντιμετωπίσουν τον νεοφερμένο σαν εταίρο, αλλά και για να τον αφήσουν να εκθέσει τις σκέψεις του (πού είναι οι αποδείξεις ότι ο τύπος είναι ιδιοφυΐα;). Ασφαλώς, στην απομόνωση αυτή ρόλο παίζει και ο ρατσισμός (δεν πρόκειται να φέρω τον κάθε αράπη στο Τρίνιτι). Ωστόσο, παρά την ανορθόδοξη μέθοδο που ακολουθεί (χωρίς λεπτομέρειες, χωρίς αποδείξεις/δεν μοιάζουν καθόλου με τα μαθηματικά που έχει δει ως τώρα), τα αποτελέσματα των εργασιών του καταπλήσσουν. Ο ισχυρισμός π.χ. 1+2+3+4+… = - ⅟12, παρόλη τη φαινομενική παραδοξότητά του, έχει νόημα ως επέκταση μιας συνάρτησης , ενώ οι ασυμπτωτικοί  του τύποι είναι εκατό τοις εκατό πρωτότυποι.  Έχει εμμονή με τα αθροίσματα, βρήκε δική του μέθοδο για επίλυση εξίσωσης δ΄ βαθμού, ενώ το πάθος του είναι οι άπειροσειρές, οι αποκλίνουσες σειρές, τα συνεχή κλάσματα, οι ελλειπτικές συναρτήσεις, η κατανομή των πρώτων αριθμών, οι υπερσύνθετοι  αριθμοί (κανένας από όσους είχε γνωρίσει δεν ξέρει τόσο καλά τους αριθμούς όσο ο Ραμάνουτζαν). Αγαπά τους αριθμούς και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τα συνεχή κλάσματα (μπορεί να γίνει ένας καινούριος Γκρέις. Θα μπορούσε να αποδείξει την υπόθεση Ρίμαν). Αυτό όπως στο οποίο επιδόθηκε ακόμα κι όταν ήταν βαριά άρρωστος ήταν οι διαμερίσεις, που τις μελετά καθώς μετρά τις….φακές που μαγειρεύει ή τα σπίτια σ’ έναν δρόμο .
Ο συγγραφέας κατορθώνει μέσα από τους ήρωές του να μεταφέρει στον αναγνώστη την ομορφιά και την υπεροχή των θεωρητικών μαθηματικών, αυτής της επιστήμης που η αχρηστία της είναι το μεγαλείο της (ό, τι ισχύει για την τέχνη, ισχύει και για τα μαθηματικά. Η ενασχόληση μαζί τους θα πρέπει να παραμείνει αμόλυντη, τόσο από τη θρησκεία όσο και από τη χρησιμοθηρία/αναπτύσσονται καθαρά πάνω στις δικές τους γραμμές/η αχρηστία τους αποτελεί απόδειξη της απουσίας οποιουδήποτε περιορισμού τους. Και αλλού: όταν ένας μαθηματικός εργάζεται -όταν, όπως το βλέπω, «βυθίζεται στη δουλειά»-, εισέρχεται σ’ έναν κόσμο που, παρά την απόλυτη αφαίρεση, του φαίνεται πιο πραγματικός από τον κόσμο μέσα στον οποίο τρώει, μιλά ή κοιμάται. Εκεί δεν χρειάζεται σώμα).
Ο Ραμάνουτζαν οδηγείται στα συμπεράσματά του με ένα είδος ενόρασης, που ο ίδιος αποδίδει στη βοήθεια της θεάς Ναμαγκίρι. Μάταια ο Χάρντι έκανε υπερπροσπάθειες να πείσει τον Ραμάνουτζαν για την αναγκαιότητα της έρευνας σύμφωνα με την αυστηρή επιστημονική μεθοδολογία (αξιώματα, θεώρημα/υπόθεση, απόδειξη, εφαρμογή). Μάταια προσπαθεί να τον πείσει για την «θρησκεία» ή καλύτερα, την ομορφιά της απόδειξης (πιστεύω ότι μια απόδειξη οφείλει να είναι ωραία και, στο μέτρο του δυνατού, συνοπτική). Η προσοχή του Ρ. είναι στραμμένη αλλού/ το μυαλό του κινείται προς είκοσι διαφορετικές κατευθύνσεις ταυτόχρονα και, παρόλο που ο Χάρντι προσπαθεί να τον επαναφέρει στον σωστό δρόμο, δεν τολμά να διακόψει τις πτήσεις της φαντασίας του, που ενδέχεται να τον οδηγήσουν σε απροσδόκητες ανακαλύψεις. Καταλαμβάνεται από την έμπνευση, ακόμα και με υψηλό πυρετό, και σημειώνει τις σειρές του και τις εξισώσεις του σε σκισμένες εφημερίδες και κουρελόχαρτα. Σαν να καταλαβαίνει ότι δεν έχει πολύ χρόνο μπροστά του. Ίσως γιατί ο -σχετικός-  ορθολογισμός του τον ώθησε να παραβιάσει τους κανόνες της θρησκείας του (διέσχισε τον ωκεανό, έφαγε άθελά του αυγό κλπ κλπ) μπορεί να μην τον ακολουθήσει πια η Ναμαγκίρι.

Σχέση Χάρντι- Ραμάνουτζαν

Ο συγγραφέας επινοεί ένα ευρηματικό τέχνασμα για να περι- γράψει τη σχέση του Χάρντι με τον Ραμάνουτζαν: παρακολουθούμε αποσπασματικά την διάλεξη που έδωσε σχετικά με τον φιλοξενούμενό του εκ των υστέρων το 1936, αλλά και αποσπάσματα από την «διάλεξη που δεν έδωσε ποτέ», όπου εκμυστηρεύεται, σαν σε εσωτερικό μονόλογο όλες τις μύχιες σκέψεις και τα συναισθήματα του για την «ανακάλυψή» του. Βλέπουμε έτσι την ανθρώπινη, γεμάτη πάθη, αδυναμίες, δειλία (στάση «μεσοβέζικη» στον πόλεμο, ούτε ξεκάθαρα αντιπολεμική όπως του Ράσελ, ούτε εθελούσια κατάταξη) αλλά κυρίως την ανταγωνιστική νοοτροπία του εκκεντρικού ήρωα, που παρόλη τη βρετανική του φλεγματικότητα και αλαζονεία δεν γίνεται αντιπαθής γιατί έχει την τόλμη να έρθει σε σύγκρουση με το αποστειρωμένο περιβάλλον του, αλλά και γιατί η απόδοση του εσωτερικού του κόσμου σε α΄ ενικό επιτρέπει την ταύτιση του αναγνώστη μ’ αυτόν τον μοναδικό χαρακτήρα (ο συνάδελφός του Λίτλγουντ λέει γι’ αυτόν: όλοι οι άνθρωποι είναι μοναδικοί, αλλά κάποιοι είναι μοναδικότεροι από άλλους).
Για τον Χάρντι ο Ραμάνουτζαν ήταν «ανακάλυψη» (σκέφτεται πως η λέξη «εντυπωσιακά» είναι πολύ φτωχή για να περιγράψει τα αποτελέσματα που ο νεαρός ισχυρίζεται ότι πέτυχε). Έχει απόλυτη συναίσθηση ότι υπάρχει μια τάση να παρουσιάζεται ο Ραμάνουτζαν ως ένα μυστικιστικό σκεύος στο οποίο η ανεξιχνίαστη Ανατολή έχει φυλάξει όλο της το άρωμα. Ότι τον αντιμετωπίζουν λες κι είναι δικός τους, ένας έξυπνος κατοικίδιος πίθηκος που τον εκπαιδεύουν γιανασυμπεριφέρεται όπως εκείνοι θέλουν. Κι ο ίδιος όμως φέρεται να τον αντιμετωπίζει σε κάποιες περιπτώσεις (π.χ. όταν ο Ρ. είναι βαριά άρρωστος ή όταν έχει ανάγκη διασκέδασης) σαν ένα είδος μαθηματικής μηχανής που πρέπει να προλάβει να την αρμέξει. Σε κάποια από τις φερόμενες εξομολογήσεις του («διάλεξης που ποτέ δεν έδωσε») λέει ο ίδιος: η κυρία Νέβιλ άδικα με κατηγόρησε ότι αδιαφορούσα για τη δυστυχία του Ρ., θέτοντάς τον έτσι σε κίνδυνο. Δεν επέδειξα τον πρέποντα σεβασμό για τη δυστυχία του. Αρκέστηκα να ανέχομαι τις εξαφανίσεις του, την κακή του διάθεση, τις περιόδους ξεροκεφαλιάς του/αργότερα συνειδητοποίησα ότι τσακίζαμε κι εμείς τον Ρ., τον επισκευάζαμε και τον τσακίζαμε ξανά, ώσπου τον ξεζουμίσαμε εντελώς και του πήραμε ό, τι μπορούσαμε.

Στο Τρίνιτι βρίσκει  τον Ινδό μαθηματικό και ο πόλεμος (α΄ παγκόσμιος), που ταράζει τα νερά της κοινότητας της υψηλής διανόησης, καθώς οδηγεί στη διάλυση της αδελφότητας. Έχει ενδιαφέρον για τον αναγνώστη να παρακολουθήσει την καθημερινότητα στην πολεμική Αγγλία (η κυβέρνηση στην αγωνιώδη προσπάθεια να πείσει τον κόσμο ότι ο πόλεμος εξελισσόταν θαυμάσια και ότι το μέτωπο δεν ήταν παρά ένα αγροτικό θέρετρο για σκληραγωγία, είχε σκάψει «χαρακώματα επιδείξεως» (!) που το κοινό μπορούσε να περιεργαστεί. Αυτά τα χαρακώματα είχαν γίνει ανέκδοτο), τις αντιδράσεις όσων καλούνταν να προσφερθούν εθελοντικά, ενώ δεν λείπουν οι αντιπολεμικές φωνές, οι «αντιρρησίες συνείδησης», όπως βέβαια αυτή του γνωστού για τις φιλειρηνικές του πεποιθήσεις Μπέρτραντ Ράσελ (έχουμε φυσικά και σχετικές συζητήσεις). Σύμφωνα με το «σχέδιο Ντέρμπι», οι άνδρες κάτω των 41 ετών μπορούσαν να «επιβεβαιώσουν» εθελοντικά την ετοιμότητά τους να καταταγούν, χωρίς να καταταγούν αμέσως. Το Τρίνιτι αδειάζει (ο Κέυνς είναι στο υπουργείο Οικονομικών, ο Ράσελ περιοδεύει βγάζοντας λόγους εναντίον του πολέμου, ο Βιτγκενστάιν στην Αυστρία εθελοντής), ενώ ο Χάρντι δηλώνει μεν φιλειρηνιστής, αλλά κατατάσσεται τις τελευταίες μέρες, εξαντλώντας την προθεσμία.
Η αλήθεια είναι ότι το βιβλίο γίνεται κάπως κουραστικό όταν υπεραναλύει τις σχέσεις και τις ιδιαιτερότητες των βρετανών διανοουμένων. Μετά τη μέση όμως, όταν αρχίζει να μετέχει ο αναγνώστης στα προβλήματα υγείας του Ραμάνουτζαν, τις απόπειρες προσαρμογής του, τις ατελέσφορες προσπάθειες να μαγειρέψει τα ινδικά φαγητά με τον τρόπο που είναι ο «σωστός», τις φιλοδοξίες, τις απογοητεύσεις του αλλά και τα οικογενειακά του προβλήματα στην Ινδία (η γυναίκα του -14 ετών- δεν απαντά στα γράμματα, όπως αποδείχτηκε λόγω «πανουργίας» της πεθεράς της), το ενδιαφέρον κορυφώνεται. Η βιωματική αυτή περιγραφή τονίζει το πόσο «ξεκάρφωτος» ήταν ο δυτικός κόσμος γι’ αυτό το εξαιρετικό ανήσυχο πνεύμα, που τάραξε βαθιάτα στάσιμα νερά της διανόησης χωρίς να το συνειδητοποιεί. Αφού ο Ραμάνουτζαν πέρασε μια πολύ δύσκολη περίοδο (ήταν ακόμα βαριά άρρωστος όταν έμαθε ότι εντέλει εκλέχτηκε εταίρος στο Τρίνιτι), φάνηκε να συνέρχεται και αποφάσισε να επιστρέψει στην Ινδία, όπου άφησε την τελευταία του πνοή, ένα χρόνο μετά, σε ηλικία 32,5 χρονών.
Όπως λέει κι ο Χάρντι, κάποιος μη μαθηματικός θα παραξενευτεί αν πω ότι, όποτε θυμάμαι τον Ραμάνουτζαν, πέρα από το κακαριστό του γέλιο, τα μαύρα μάτια και το άρωμά του, θυμάμαι και ότι μάζευε τις παράξενες ισότητες σαν βιολογικά είδη, για να τις φυλάξει και να τις μελετήσει˙ κι ύστερα, με επινοητικότητα που πάντοτε με εξέπληττε, τις έβγαζε από το μανίκι του και αποδεικνυόταν ότι ήταν τα κομμάτια που έλειπαν από μια περίπλοκη απόδειξη η οποία, εκ πρώτης όψεως, δεν είχε καμιά σχέση μαζί τους.
Ο Ραμάνουτζαν είχε μπει στον κόσμο τους, και για ένα διάστημα η ζωή τους περιστρεφόταν γύρω του, όπως οι μακρινοί πλανήτες περιφέρονται γύρω από ένα άστρο που δεν διακρίνουν παρά μια αδύναμη παρασκιά του.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] WikipediaO Χάρντι θεωρείται από τους σημαντικούς Άγγλους μαθηματικούς, γνωστός για την συμβολή του στην θεωρία αριθμών και την μαθηματική ανάλυση. Στο ευρύ κοινό είναι κυρίως γνωστός για το δοκίμιο "Η Απολογία ενός Μαθηματικού", μία από τις πιο προσβάσιμες αναλύσεις όσον αφορά τον τρόπο σκέψης ενός μαθηματικού.
Από τις αρχές του 1914 υπήρξε ο πνευματικός πατέρας του Iνδού μαθηματικού Σρινιβάσα Ραμανούτζαν, την ξεχωριστή διάνοια του οποίου αναγνώρισε σχεδόν αμέσως. Στα πλαίσια συνέντευξης που παραχώρησε στον Πολ Έρντος, στην ερώτηση ποια ήταν η μεγαλύτερη του συνεισφορά στα μαθηματικά, ο Χάρντι απάντησε «η ανακάλυψη του Ραμανούτζαν».