Τρίτη, Απριλίου 21, 2015

Ανθρωποφύλακες, Περικλή Κοροβέση

Όταν καίγεται, έτσι που καίγεται εδώ με πυρωμένο σίδερο η σάρκα, όλα τα’ άλλα σωπαίνουν. Έχουν να λένε πως κανένας πόνος δε μπορεί να είναι ισοδύναμος με τον ηθικό πόνο. Αυτά τα λένε οι σοφοί και τα βιβλία. Όμως, αν βγεις στα τρίστρατα και ρωτήσεις τους μάρτυρες, αυτούς που τα κορμιά τους βασανίστηκαν ενώ πάνω τους σαλάγιζε ο θάνατος –και είναι τόσο εύκολο να τους βρεις, η εποχή μας φρόντισε και γέμισε τον κόσμο- αν τους ρωτήσεις, θα μάθεις πως τίποτα, τίποτα δεν υπάρχει πιο βαθύ και πιο ιερό από ένα σώμα που βασανίζεται.
Ηλίας Βενέζης, Το νούμερο 31328


Πρόκειται για ένα μικρό σχετικά βιβλιαράκι που κυκλοφόρησε  πρώτη φορά στη Γαλλία το 1969, γραμμένο από το νεαρό  -τότε- ηθοποιό και νυν συγγραφέα και αρθρογράφο Περικλή Κοροβέση, όταν κατάφερε να δραπετεύσει στο εξωτερικό. Αποτελεί  μια συγκλονιστική και αληθινή μαρτυρία των μηχανισμών που κινητοποιούσε η χούντα για να ανακρίνει και να βασανίσει πολίτες που «προσπάθησαν να παραμείνουν πολίτες» (μετά την 21η Απριλίου 1967, το δικαίωμα να υπάρξεις σαν πολίτης ήτανε αντίσταση/ από το Επίμετρο 1). Από την Ασφάλεια (ταράτσα στη Μπουμπουλίνας), στο στρατιωτικό νοσοκομείο και ξανά στην Ασφάλεια.
Παρόλο που οι δεκαπέντε λέξεις που έχει αφιερώσει σ αυτό το βιβλίο ο φίλος συν-μπλόγγερ ἅς ἐῶν (Βασ. Συμεωνίδης) είναι αποστομωτικές, κι αυτό γιατί, πράγματι,  τα πολλά λόγια που αναφέρονται στον σωματικό βασανισμό αποτελούν φλυαρία, θα αφιερώσω … 2041  λέξεις ακόμα. Γιατί  νομίζω ότι πρέπει να επισημανθούν και οι άλλες διαστάσεις αυτής της συγκλονιστικής μαρτυρίας. Διαστάσεις που άλλωστε δίνονται κι από τον ίδιο τον συγγραφέα, ο οποίος δεν αρκείται στην εξονυχιστική περιγραφή, αλλά προσπαθεί να δείξει πρώτα απ όλα και τον αντίθετο μηχανισμό∙ τον μηχανισμό που κινητοποιεί ο βασανιζόμενος όχι μόνο για να αντέξει αλλά και για να διασώσει την ακεραιότητα και την αξιοπρέπειά του. Ο ίδιος ο συγγραφέας επίσης αναδεικνύει τη διάσταση που έχουν τα βασανιστήρια από την οπτική της βιοπολιτικής, τονίζοντας ότι δεν ήτανε η μανία ενός διεστραμμένου βασανιστή αλλά μια επίσημη, συγκεκριμένη πολιτική ενέργεια, που είχε σαφή και καθορισμένο στόχο. Αυτές οι σκέψεις γίνονται πιο συνειδητές και ώριμες στα επίμετρα των εκδόσεων που ακολούθησαν, 30 και 40 χρόνια μετά, όταν ο συγγραφέας επισημαίνει ότι τα βασανιστήρια παντού και πάντα ήταν ένα εργαλείο της εξουσίας για να εξουδετερώνει όσους την απειλούν. Τέλος, νομίζω ότι  το βιβλίο αυτό, που η τελευταία του έκδοση  στη χώρα μας είναι από την αυτοδιαχειριζόμενη  εκδοτική ομάδα «Οι εκδόσεις των συναδέλφων», είναι μια χειροπιαστή απόδειξη του ότι η λογοτεχνία μπορεί να είναι πολιτική πράξη.

Ο μηχανισμός της εξουσίας
Το μαρτύριο

Όπως γράφει ο συγγραφέας, το βιβλιαράκι αυτό περιέχει ένα κομματάκι της σύγχρονης ιστορίας μας. Είναι μια προσωπική κατάθεση ενός αυτόπτη μάρτυρα. Βλέπουμε όλα τα γεγονότα όπως τα έζησε από τη στιγμή της σύλληψής του κι όπως, με πολλή προσπάθεια κάποιες φορές, τα κράτησε στη μνήμη του με σκοπό να τα αναπαράγει αυτούσια. Δεν θα αναφερθώ βέβαια εδώ σε λεπτομέρειες. Γνωρίζουμε όλοι πάνω κάτω τι περίμενε τους πολίτες όταν τους πήγαιναν στην Ασφάλεια, στην οδό Μπουμπουλίνας και μάλιστα όταν τους οδηγούσαν στην ταράτσα. Δεν θα αναφερθώ στην αδυναμία της σάρκας, αν κι ο Κοροβέσης   -και καλά κάνει-  δίνει ανατριχιαστικές  (και… χρήσιμες ίσως) λεπτομέρειες όσο αφορά τα βασανιστήρια, σωματικά και ψυχικά. Το οργανωμένο σχέδιο πάντως της χούντας φαίνεται να περιλάμβανε την «πολιτισμένη ανάκριση» (αξιοσημείωτη η «βλακεία» κάποιων ανθρωποφυλάκων) και την «επιστημονική». «Πολιτισμένη»,  δηλαδή νουθετήσεις -κηρύγματα -«καλοπιάσματα» (κάποιες φορές με καφέ και τσιγάρο)- λεκτικούς εκφοβισμούς, και αποστάγματα αμπελοφιλοσοφίας (Ο έξυπνος άνθρωπος στη Μόσχα είναι Γκεπεού. Ο έξυπνος άνθρωπος, στην Ουάσινγκτον, είναι σtην CIA[…]Δεν υπάρχει περιθώριο να αλλάξετε τον κόσμο. Ο κόσμος είναι ήδη φτιαγμένος και είναι αυτός που είναι).  Αντίθετα η «επιστημονική» περιλάμβανε  γροθιές -κλωτσιές σε δεμένο σώμα  -φάλαγγα (ο φάλαγγας είναι μια υπερβολικά μεγάλη δύναμη που ενεργεί πάνω σου. Σου δίνει την εντύπωση πως γλιστράς σε μια μεγάλη, επικλινή γυαλιστερή επιφάνεια και πέφτεις πάνω σ ένα σκληρό, γρανιτένιο τοίχο. Αν δεν ήξερες πως σε χτυπάνε στα πόδια, θα σου ήταν αδύνατον να προσδιορίσεις από πού έρχεται)-βρώμικα σφουγγάρια στο στόμα -ψυχικά σοκ (τρομοκρατία, απειλές κλπ). Γύμνια, βιασμό. Ξύλο μέχρι λιποθυμίας. Και φυσικά όλα αυτά εν μέσω βρισιών και ταπεινώσεων.
Την Ασφάλεια τη διαδέχεται το Στρατιωτικό Νοσοκομείο όπου οδηγούν μισοπεθαμένο πια τον Κοροβέση∙  κύριο μέσο νουθέτησης τα ηλεκτροσόκ (Το μαξιλαράκι, τα ηλεκτρόδια, τα λουριά, το στηθοσκόπιο. Είναι φανερό πως είμαι αιχμάλωτος. Βρίσκομαι εντελώς ανέτοιμος να αντιμετωπίσω τον αιώνα μας). Οι γιατροί-ανακριτές (είδος που παραπέμπει στις ναζιστικές μεθόδους και όχι μόνο) φροντίζουν τον κρατούμενο να φτάσει στα όριά του χωρίς να αφήσουν τα βασανιστήρια απτά σημάδια.
Το τρίτο στάδιο, ανακρίσεις εξαντλητικές, όταν πια ο οργανισμός βρίσκεται στη μικρότερη δυνατή ανθεκτικότητα. Δεν ήξερες τι άλλο μπορούσανε να σου κάνουνε ακόμα, αλλά ήξερες πως έχουνε ακόμη πολλά. Και το άγνωστο σε πάγωνε.
Το κελί είναι παρηγοριά. Στο τρίτο αυτό στάδιο, ο κρατούμενος βρίσκεται μαζί με άλλους. Πολιτικούς και ποινικούς. Αρχίζει η νέα μου ζωή με τους άλλους. (…) Το βασανιστήριο δεν είναι πια ατομικό, αλλά ομαδικό. Αυτό από μόνο του δίνει δύναμη, χώρια που έχουν περάσει ήδη δια πυρός και σιδήρου.
Η διεισδυτική περιγραφή του Κοροβέση σκιαγραφεί ανθρώπινους τύπους και χαρακτήρες, όχι μόνο ανάμεσα στους κρατούμενους αλλά ανάμεσα και στους δεσμοφύλακες. Ο Γκραβαρίτης, ο Λάμπρου, ο Καραπαναγιώτης και άλλοι, γνωστοί και άγνωστοι. 

Ο μηχανισμός της αντίστασης
Τρώε το φαΐ σου, αγάπα το κελί σου, διάβαζε πολύ…

Μετά την 21η Απριλίου1967, το δικαίωμα να υπάρξεις σαν πολίτης ήταν αντίσταση. Όπως γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας στον πρόλογο της έκδοσης του 1994, το δικαίωμα να είσαι πολίτης ήταν απόδειξη της ενοχής σου, αλλά αυτό στάθηκε ως επιχείρημα λίγο πειστικό. Γι αυτό επεξηγεί ότι το να έχει κανείς απόψεις που δεν είναι αποδεκτές από την εξουσία είναι πολύ πιο επικίνδυνο απ όσο μπορεί να υποθέσει κανείς. Απόψεις, που όπως διευκρινίζει μπορεί πριν σαράντα χρόνια να μην ήταν τόσο συγκροτημένες, αλλά ήταν πιο επικίνδυνες.
Απέναντι στη βία, απέναντι στον σωματικό πόνο υψώνεται ο ανθρώπινος λόγος. Αυτό στο οποίο επικεντρώνεται η προσοχή του ήρωα την ώρα του μαρτυρίου είναι η προσπάθεια να θυμάται. Να θυμάται πρόσωπα, κινήσεις, λόγια, μηχανισμούς∙ ώστε να μπορέσει να τα ανασυστήσει, να τα αναπαράγει, να τα αναλύσει, να τα γνωστοποιήσει. Πολλή επεξεργασία στον άπλετο χρόνο μοναξιάς, ώστε να υπάρξει η επιθυμητή συναισθηματική απόσταση και να μπορέσει να δει νηφάλια αυτό το διαχρονικό φαινόμενο του ανθρώπινο βασανισμού (είχα ανασυνθέσει όλα τα γεγονότα και είχα μπορέσει σχεδόν αν τα εξηγήσω). Ήδη ο τίτλος είναι αποτύπωμα μιας τέτοιας νηφάλιας επεξεργασίας: όχι ανθρωποειδή, ούτε ανθρωποφάγοι, αλλά  ανθρωποφύλακες∙ κυριολεκτικό και τραγικό μαζί: άνθρωποι που «φυλάνε» ανθρώπους…
Πώς μπορεί να αντισταθεί ο άνθρωπος που του κλέβουν τα πάντα;
Τι μπορώ να κάνω, όμως, έτσι ακίνητος; Μπορώ να φανταστώ. Μπορώ να σκεφτώ ό, τι θέλω, να πάω όπου θέλω. Πήγα να σιάξω ένα τραπέζι και κοπάνησα με το σφυρί το δάχτυλό μου. Άρχισαν διάφοροι συνειρμοί. Τελικά κατέληξα, δεν ξέρω πώς, να κουρεύω χορτάρι με τη μηχανή. Ίσως από ένα σημείο και μετά ξανάπεσα σε λήθαργο. Είχα βρει όμως έναν τρόπο να ξεφεύγω. Το καταλάβαινα πως είναι σημαντικό. (…) Έφευγα, έφευγα μέσα σ ένα καταφύγιο λήθαργου. Μόλις που άκουγα τη φωνή του από πολύ μακριά, μέχρι που χάθηκα εντελώς. Είχα μια αίσθηση ελευθερίας. Σαν να’ χα ξεφύγει από κάτι πολύ τρομερό. Η νέα ποιότητα τώρα ήταν πως αυτή τη δύναμη της ελευθερίας σχεδόν τη χειριζόμουνα.

Όπως  επισημαίνει εύστοχα ο Δημ. Ραυτόπουλος στην εισαγωγή της τελευταίας έκδοσης, ο κρατούμενος δεν πέφτει στην παγίδα να απαντήσει στην ίδια, ζωώδη γλώσσα των ανθρωποφυλάκων: ο κρατούμενος μιλάει στους δήμιους ως άνθρωπος πολιτικός, με συνείδηση δικαιωμάτων του πολίτη, μεταξύ των οποίων είναι και η αντίσταση κατά της παρανομίας, αλλά και ως πολιτικός με την πανάρχαια έννοια: φορέας πολιτισμού, κάτοχος του λόγου.
Όταν τον ρωτούν «αν ξέρει τι είναι», απαντά «πολιτικός κρατούμενος», σκορπώντας θυμηδία. Όταν οι γιατροί στο στρατιωτικό νοσοκομείο τον ρωτούν «τι είναι αυτοί που τον ρωτάνε», απαντά απερίφραστα  «ανακριτές». Επικαλείται επί ματαίω (εν γνώσει του) τα δικαιώματά του, το δικαστήριο, τον Ερυθρό Σταυρό, το διεθνές δίκαιο. Λέει ότι θα τους καταγγείλει. Όταν τον ρωτούν για το Πατριωτικό Μέτωπο δίνει τη μεγαλειώδη απάντηση: «είναι μια οργάνωση που έγινε μετά την 21η Απριλίου και ‘θέτει εμπόδια εις το έργον της Κυβερνήσεως’, αντιγράφοντας τα λόγια του Σάββα Κωνσταντόπουλου, του διευθυντή του Ελεύθερου Τύπου! Στις πιέσεις να παραδεχτεί «τα πράγματα που ξέρει η υπηρεσία», απαντά με ψυχραιμία «ο μόνος λόγος που βρισκόμουν εκεί ήταν το γεγονός πως δεν ήμουν με την κυβέρνηση της 21ης Απριλίου».

Στο τρίτο στάδιο  της κράτησής του, ο Κοροβέσης δεν είναι πια μόνος. Είναι με «τους άλλους».
Χαίρεσαι που υπάρχουν κι άλλοι. Κλεισμένος τόσον καιρό, έχεις αρχίσει και πιστεύεις πως είσαι μόνος. Οι περισσότεροι πολιτικοί κρατούμενοι, φοιτητές, τρεις γυναίκες. Μοιράζεται τα βάσανα αλλά και τους τρόπους εσωτερικής αντίστασης. Το μεσημέρι είναι η ώρα που μαζεύεται όλη η οικογένεια. Είναι μια ιερή στιγμή, είναι η ώρα που μαθαίνεις την ιστορία σου, τις ρίζες σου, γιατί υπάρχεις. Ιστορίες που τις παραθέτει, συγκλονιστικές, καθημερινές, απίθανες, ιστορίες κρυφές, ιστορίες ανώνυμων.
Ο Σ., όταν   μιλούσε, είχε μια ενοχή, που όμως κατέληγε σε μια συγκλονιστική ευθύνη. Ζητούσε περισσότερα από μας. «Εσείς», μας έλεγε, δεν είδατε τίποτα ακόμη∙ δεν πάθατε τίποτα. Το λεπίδι δεν έπεσε ακόμη. Εμάς μας θέρισε. (…) Όσο πιο πολύ αγαπάς, τόσο πιο πολύ δίνεις. Υπάρχουνε σύντροφοι σ άλλες χώρες που νίκησαν, το ξέρω. Αυτός τελικά είναι ο σκοπός: να νικήσουμε κι όχι να πεθάνουμε. Αλλά, για να νικήσουμε, πρέπει να πεθάνουμε και για να πεθάνουμε, πρέπει να αγαπάμε τη ζωή.

Βιοπολιτική

Σχεδόν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας υπήρχε μια χωροφυλακή ή μια ασφάλεια ή ένα σώμα στρατού που συστηματικά βασάνιζε μέχρι θανάτου καθέναν που μπορούσε, έστω και μελλοντικά, να γίνει «επικίνδυνος». Ο συγγραφέας όταν βρίσκεται πια με άλλους μαζί στην Ασφάλεια (3ο στάδιο), συγκεντρώνει εμπειρίες απ όλες τις πόλεις της Ελλάδας. Εικονικές εκτελέσεις, συγκεντρώσεις, παντού. Κοινό γνώρισμα όλων των σχολών και των βασανιστών, να μην αφήνουν σημάδια. Ιδιαίτερα βέβαια στους επώνυμους.
Όπως ειπώθηκε και παραπάνω, δεν επρόκειτο απλώς για τη μανία  κάποιων διεστραμμένων (χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπάρχει διαστροφή), αλλά για επίσημη, συγκεκριμένη πολιτική ενέργεια, που είχε σαφή και καθορισμένο στόχο. Το αρχικό κείμενο μας δίνει αρκετά στοιχεία που συγκροτούν την «ιδεολογία» των δήμιων, την επίσημη ιδεολογία της δικτατορίας.  Όμως κι αυτή η «ιδεολογία» εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, μια γενικότερη «φιλοσοφία». Στα επίμετρα των εκδόσεων που ακολούθησαν, με αποκορύφωμα την έκδοση του 2013, ο ίδιος ο συγγραφέας αναστοχάζεται πάνω στο ρόλο που έχουν τα βασανιστήρια, και μάλιστα η «επιστημονικοποίηση» των βασανιστηρίων με συνεργασία γιατρών, από την Ιερά Εξέταση μέχρι τις μέρες μας (βλ. απόρρητο σύγγραμμα της CIA για τα βασανιστήρια, με συγγραφείς καθηγητές πανεπιστημίου, κοινωνιολόγους, ψυχίατρους, ψυχαναλυτές και, φυσικά, ανακριτές, με το κωδικό όνομα KUBARK). Ο στόχος είναι να γίνει ο άνθρωπος  ένα άγραφο χαρτί, να χάσει τελείως την προσωπικότητά του και να γίνει αυτό που θέλουν οι βασανιστές. Τα βασανιστήρια γίνονται οργανικό μέρος της ανάκρισης, με σκοπό να αποδομηθεί η ταυτότητα του κρατούμενου.
Κι όλη αυτή η ιδεολογία προϋποθέτει την αποδοχή της θεωρίας του «τέλους της ιστορίας»∙ τα πράγματα είναι δεδομένα και κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να τ αλλάξει. Ο άνθρωπος μπορεί να υπάρξει εκτός Ιστορίας, αλλά εντός αγοράς. Κατ επέκταση, λοιπόν, η Ιστορία τελειώνει μπροστά στην εξουσία και μαζί της τελειώνουν και οι ιδεολογίες που στηρίζονται σε μη εξουσιαστικές ιδέες.

Η λογοτεχνία ως πολιτική πράξη

Η μαρτυρία αυτή του Κοροβέση πρωτοκυκλοφόρησε το 1969 στη Γαλλία, από τις εκδόσεις Seuil.  Στη συνέχεια στην Αγγλία, τη Σουηδία, τη Φινλανδία και στην Ελλάδα(1970) από τους Rabén & Sjörgen. Στη  Νορβηγία, την Τουρκία, Γερμανία, Αμερική. Η δημοσιότητα που πήρε το συγκλονιστικό ντοκουμέντο σε συνδυασμό με συνεντεύξεις στο εξωτερικό τάραξε τα νερά και η στήριξη των άλλων χωρών στον αγώνα κατά της χούντας ήταν σημαντική.
Ο συγγραφέας,  στα επίμετρα των τελευταίων εκδόσεων θέτει το ερώτημα «τι νόημα έχει η επανέκδοση ενός τέτοιου βιβλίου, όταν οι συνθήκες που το γέννησαν δεν είναι πια οι ίδιες».  Η απάντηση που δίνει ο ίδιος δεν είναι η κλασική και αναμενόμενη, ότι αποτελεί ένα κομμάτι της ιστορίας μας, μια πολύτιμη μαρτυρία κλπ. Γιατί το νόημα της ερώτησης είναι αν τα βασανιστήρια σήμερα είναι εξίσου επίκαιρα όπως την εποχή της χούντας. Δυστυχώς η απάντηση είναι πρόδηλη∙ η παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων σ όλο τον κόσμο, μέσα σ αυτά και ο βασανισμός είναι στην ημερήσια διάταξη. Έτσι,
Το γεγονός ότι το βιβλίο επανεκδίδεται για πολλοστή φορά είναι απογοητευτικό. Σημαίνει πως, κανονικά, θα έπρεπε να είχαμε πάει πενήντα χρόνια μπροστά, και το βιβλίο αυτό να ήταν ακατανόητο, αν τα βασανιστήρια είχαν εξαφανιστεί. Αλλά η εξουσία χρειάζεται πάντα αυτό το εργαλείο. Και όσο οι άνθρωποι αφήνονται να εξουσιάζονται, με τον δικό τους τρόπο θα συμβάλλουν στη διαιώνιση των βασανιστηρίων. Η άγνοια και η αδιαφορία είναι συνενοχή.
                                                                                                         (Επίμετρο 2013)
Χριστίνα Παπαγγελή 

Παρασκευή, Μαρτίου 27, 2015

’55, Θωμά Κοροβίνη

Με πολύ άμεσο και πρωτότυπο τρόπο μάς μεταφέρει ο Θωμάς Κοροβίνης όχι μόνο στα «Γεγονότα» του 1955 στην Κων/πολη, δηλαδή στους άγριους διωγμούς που υπέστησαν Ρωμιοί και άλλες μειονοτικές ομάδες,  αλλά μάς δίνει και όλο το πνεύμα της εποχής∙ πρόκειται για ένα είδος ταξιδιωτικού στο χώρο και στο χρόνο, στην ιστορία αλλά και στον παλμό των μικρογεγονότων που συνθέταν τη σφύζουσα ζωής της πολυπολιτισμικής  και κοσμικής μεγαλούπολης.
Η πρωτοτυπία έγκειται στην αποσπασματικότητα και την αυτοτέλεια κάθε -μικρού-κεφαλαίου. Κι αυτό γιατί ο συγγραφέας υποτίθεται ότι ανακάλυψε, στο μαγαζί που κληρονόμησε από μια παράξενη θεία, δυο φαρδιά, καπλαντισμένα με κόκκινη κόλλα τεφτέρια με τα γραπτά της, που είχαν κάτι από ημερολόγια, μα δεν ήταν. (…) Ήταν σαν ένα μεγάλο λαϊκό μυθιστόρημα που έτρεχε μέσα στα χρόνια και φώτιζε με τον φακό του μπρος πίσω πολλά σκοτεινά και απόκρυφα της ιστορίας της Πόλης του 20ου αι., δίνοντας κι ένα σωρό πληροφορίες για τη ζωή, τις συνήθειες, τα γεγονότα, διανθισμένες με παρατηρήσεις, προσωπικές κρίσεις και διαλόγους με διάφορα πρόσωπα και με όλες, που λέει ο λόγος, τις φυλές του Ισραήλ, που ζούσανε στην Πόλη.
Έχουμε, επομένως, ένα είδος πλαστοπροσωπίας. Διαβάζουμε τα κείμενα που έγραψε δήθεν η περίφημη, «λατρεμένη» θεία Μαρίκα, γεννημένη το 1900∙ μια πολίτισσα της οποίας οι ρίζες χάνονται αιώνες πίσω, της οποίας οι πρόγονοι είχαν την τύχη να τους επιτρέψει ο  Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής να κατοικήσουν στα Ταταύλα, διατηρώντας εξαιρετικά προνόμια. Απόφοιτος του Ζαππείου Παρθεναγωγείου, διορίστηκε δασκάλα και στη συνέχεια διευθύντρια στο Καντίκιοϊ και έχοντας χάσει τον μοιραίο έρωτά της,  έζησε μόνη της, χωρίς να παντρευτεί, στην Πόλη ακόμα και μετά τους διωγμούς του ’55. Υπήρξε γυναίκα μερακλού και σεβνταλού και στην εποχή της ήξερε την Πόλη απέξω σπιθαμή προς σπιθαμή αλλά και την ιστορία της την είχε διαβασμένη μέσα από πάμπολλα βιβλία, καθώς έπασχε από ισόβια φιλομάθεια. (…)Όπως λέει όμως και η ίδια, η μεγάλη της μανία ήταν να «οργώσει την Πόλη και να ανακαλύψει τα μυστικά της».  
«Τύπος» λοιπόν η θεία Μαρίκα, μοναδική περίπτωση γιατί συνδύαζε τα ασυνδύαστα: από τη μια την αρχοντοπρέπεια, τη φιλομάθεια και τη λογιοσύνη με την οποία είχε γαλουχηθεί, κι από την άλλη μια λαϊκή κουλτούρα και έναν τσαμπουκά, στοιχεία επιλήψιμα εκείνη την εποχή για οποιαδήποτε γυναίκα, πολλώ δε μάλλον για μια Ρωμιά αρχοντοπούλα και διδασκάλισσα. Ανακατευόταν με διάφορους λαϊκούς τύπους, με νταήδες αλλά και με αλανιάρες γυναίκες, καθώς και με άλλα κοινώς θεωρούμενα ύποπτα στοιχεία. Απ την άλλη κυνηγά τα βιβλία, κυρίως τα… απαγορευμένα  (η βιβλιοφιλία μου και η βιβλιοθηρία μου είναι ανίατες). Αυτός ο συνδυασμός εξηγεί και πώς τα γραπτά κείμενα έχουν τόση αρτιότητα, από άποψη γραφής, και τόσο διεισδυτική ματιά.
Αλλά και στην προσωπική της ζωή, οι επιλογές της δείχνουν ότι είναι ανυπότακτη∙ μια γενναία ψυχή (-Δεν κατάλαβες Φάνη μου, τίποτα δεν κατάλαβες, εγώ είμαι καπετάνιος στο καΐκι μου, στη ζωή μου το δικό μου μπαϊράκι σηκώνω. Να εύρεις μια γυναίκα υποταχτική να σου κάνει τα χουσμέτια, λέει στον υποψήφιο γαμπρό που της υποδεικνύει να μη μιλά με λαϊκούς ανθρώπους). Παρόλα τα αυστηρά ήθη της εποχής, δεν δίστασε στιγμή να δοθεί ολοκληρωτικά στον μεγάλο της έρωτα, τον Δημητράκη, ο οποίος όμως είχε μπλέξει με τα ανθρώπινα κατακάθια της Σταμπούλ και τον φάγανε νέο, με τριάντα μαχαιριές. Αργότερα θα μαθευτεί ότι ήταν μπλεγμένος μ έναν «λαϊκό ληστή» τύπου τσακιτζή, τον Χρύσανθο, τον «μεγαλύτερο καμπάνταη της Πόλης».
Η Μαρίκα δεν παντρεύτηκε ποτέ, όμως είχε φλογερό ερωτικό ταμπεραμέντο (θαρρείς μάνα μου και γεννήθηκα τσιγγάνα! Τον έρωτα τον βλέπω σαν παυσίλυπο. Στα βαριά μου σεκλέτια, στις απώλειες αγαπημένων λατρεμένων συγγενών και φίλων ήθελα πάντοτε έρωτα να κάνω). Παράφορα δόθηκε και στον Τούρκο Αρίφ (ερωτική πυραλγία θα χαρακτήριζα την κατάσταση που έζησα μ αυτό το παλληκάρι. Ο έρωτάς μου ήταν ακαταμάχητος, γκιονούλ μπελασί) παρότι ήταν «Ανατολίτης».
Κεντρική τραγωδία στη ζωή της η δολοφονία του αδερφού της, του Ακύλα, ο οποίος βρήκε φρικτό θάνατο λίγο μετά τα Γεγονότα.

«Τούρκος είσαι Μουσταφά; Τούρκος μα την παναγιά»

Επειδή τα Ταταύλα κατοικούνταν αποκλειστικά από  Έλληνες (ένα αυτοτελές ξένο σώμα σε μια πολυεθνική και πολυθρησκευτική πολιτεία), η Μαρίκα δεν χρειαζόταν να μιλά τουρκικά, μέχρι το 1929, όταν η Μαρίκα από Ταταυλιανή έγινε Κουρτουλουσιανή (Κουρτουλούς μετονομάστηκαν τα Ταταύλα). Γιατί με τη νέα πληθυσμιακή σύνθεση, άλλαξε και η αντίληψη για τα τουρκικά∙ τα’μαθε φαρσί  -ακόμη και μαθήματα στα οσμανλίδικα/κι έγινε μάλιστα φανατική αναγνώστρια των τουρκικών εφημερίδων, περιοδικών και βιβλίων.
Την γοητεύουν οι διάφοροι λαοί που κατοικούν με τις ιδιαιτερότητές τους ο καθένας∙  η φυλή των Ζαζά (ο Γκιουνέι ήταν Ζαζάς), οι Νταντάς (παρακλάδι Κουρδικό), οι Αλεβίτες, διάφορες φυλές των Γιουρούκων νομάδων, φυλές Κούρδων που οι διαβολικές κεφαλές των οθωμανών επιτελείων έστρεψαν εναντίον των Αρμενίων, αργότερα κι εναντίον των Ελλήνων. Αυτούς, που αργότερα δεν τους άφησαν να διουν άσπρη μέρα. Οι Κούρδοι υπέστησαν τέτοιον άγριο διωγμό απ το 1937 έως το 1939 (40.000 εξαφανίστηκαν, αλλά πολλοί εκτουρκίστηκαν ή εξελληνίστηκαν), που αγγίζει τη γενοκτονία. Αλλά και οι κρυπτοχριστιανοί, οι εξισλαμισμένοι, οι ντονμέδες (εξισλαμισμένοι εβραίοι): άλλος μπερδεμένος, σκέφτηκα μέσα μου, άλλος ένας βγαλμένος από αναμεμειγμένα αίματα. Δεν βγάζεις άκρη με την καταγωγή κανενός σ αυτή τη χώρα. Ανεξάρτητα από θρησκευτική ή εθνική συνείδηση. Ο ένας είναι φανατικός Οθωμανός κι έχει παππού Πόντιο απ την Αμισό και γιαγιά Αρμένισα από το Βαν. Ο άλλος είναι φανατικός μουσουλμάνος μα μπορεί να κάνει και κρυφά το σταυρό του. Ο τρίτος λατρεύει σαν θεό του τον Στάλιν αμά απ την άλλη κάνει αυστηρώς τα νομάζια του και τηρεί επιμελώς το ορούτς.
Μα πιο πολύ την συγκινούν τα «παιδιά της ανατολής», οι καινούριες φουρνιές που γέννησε  καλπάζουσα εσωτερική μετανάστευση. Συλλογιέμαι τον πόνο αυτού του παράδοξου ξενιτεμού μέσα στην ίδια τους τη χώρα.

Μέσα σ αυτό το ανακάτεμα φυλών η Μαρίκα ξεδιπλώνει πτυχές της κοινής ζωής κάνοντας ταυτόχρονα ιστορία και λαογραφία. Μιλά π.χ. για το ποδόσφαιρο σε αυτοσχέδια γήπεδα με μπάλα τόπια από πολύχρωμα κουρέλια, ή κουκουνάρες. Για τους θεριακλήδες του τσιγάρου, το χασίσι, τον καφέ. Για τους «ληστές» όπως ο γνωστός Εφέ Τσακιτζής ή ο περιβόητος νταής (καμπάνταης) Χρύσανθος, κι άλλοι παλικαράδες που προστάτευαν τους μαγαζάτορες της περιοχής. Το ψάρεμα στο Βόσπορο, τον καραγκιόζη στο Σισλί με τον σπουδαίο καραγκιοζοπαίχτη Μπαχαττίν (το καύχημα της Προύσας, ο εξέχων των παραδοσιακών μαΐστρων αυτής της τέχνης). Τις πυρκαγιές που φέρνει ο καρα γελ, (Καράγιαλης =μαύρος άνεμος), ο άγριος βοριάς, αλλά και για τις μεγάλες πυρκαγιές που έβαζαν οι ίδιοι οι τουλουμπατζήδες  π.χ. στα Ταταύλα ή στο Πέρα γιατί, σύμφωνα με το νόμο, όποιος γλύτωνε ένα κτίριο από φωτιά, καρπωνόταν ό, τι τυχόν διασωζόταν.
Έχει κεφάλαια χωριστά, σαν μικρές εκθέσεις για ένα σωρό υποθέματα, όπως το τάγμα δερβίσηδων Ρουφαή που είναι γνωστοί και ως Ωρυόμενοι, όπου ανήκε ο «παράδοξα θρησκευόμενος» Σελαχαντίν μπαμπά. Τα παζάρια, τα φαγητά, τους μεικτούς γάμους, τα χαμάμ (όσοι δυσφημούν την Τουρκία κατακρίνοντάς την αβασάνιστα ότι είναι μια χώρα βρόμικη και παραμελημένη, την αδικούν άκριτα. Γιατί δεν παίρνουν υπόψη τους ότι η βρομιά που αντικρύζουν δεν οφείλεται σε κάποια έξη του λαού προς την ακαθαρσία. Οι συνθήκες φταίνε γι αυτήν την κατάσταση). Για τον «θεό του γραμμοφώνου», τον Νταλγκά (=κύμα, γιατί η φωνή του κάνει ωραίους κυματισμούς και τσακίσματα), τον Νούρο, το σάζι, τη λατέρνα. Και μέσα σε όλα παροιμίες, ποιήματα, τραγούδια, διάφορες ανατολικές συνήθειες.
Ταξιδεύουμε μαζί με την αφηγήτρια, που αρέσκεται στο να σεργιανάει, στο  Πέρα, στον Γαλατά, στο Μπαλούκ παζάρι, στο Μπακίρκιοϊ, στο Νισάντασι, το Φερίκιοϊ, το Σισλί, το Μπεσίκτας, τη Μαύρη Θάλασσα. Μπαίνουμε σε σοκάκια, σε μαγαζάκια, γνωρίζουμε  απλούς ανθρώπους αλλά και απίστευτες ιστορίες που έχουν να διηγηθούν.

Η Ιστορία μέσα στην ιστορία
Παρόλο που η Μαρίκα ήταν μια γυναίκα που έζησε ολομόναχη, είχε έντονη κοινωνική δραστηριότητα και κοινωνική συνείδηση. Τα ιστορικά γεγονότα σε εθνικό αλλά και διεθνές επίπεδο δεν την αφήνουν αδιάφορη (μ ενδιαφέρουν όλα, τι γίνεται στο Νιου Γιορκ, μα και τι γίνεται στους Ζουλού). Με την πρωτότυπη ματιά της αναφέρεται π.χ. στο πογκρόμ εναντίον των Εβραίων το 1934, στις βιαιότητες των ναζί, στην κοσμοκρατορία των αμερικάνων, στα γεγονότα της Σαλανίκ που δυναμίστισαν τις θηριωδίες στην Πόλη (προβοκάτσια- έκρηξη  στο σπίτι του Κεμάλ). Σχολιάζει τον Κεμάλ (ήταν επαναστάτης, κακά τα ψέματα/αυτή η εκρηκτική και αντιφατική προσωπικότητα), τον Ινονού (και τι δεν τραβήξαμε απ αυτόν τον κερατά, μανίτσα μου/το ’42 οργάνωσε ο δαιμόνιος ο «Κουφός» και πρότεινε στην τουρκική βουλή την επιβολή του κεφαλικού φόρου, του βαρλίκ βεργκισί, διατάσσοντας στανικώς την αυστηρή εφαρμογή του), τον Μεντερές (σε ηλικία είκοσι ετών καθοδήγησε τον σχεδιασμό της αποτρόπαιης σφαγής τριανταενός μικρών Ελλήνων προσκόπων και του τοπικού τους εφόρου), τον Αθηναγόρα για την αντικομμουνιστική του δράση και τον αμφίσημο  ρόλο του στα Γεγονότα. Εξυμνεί και τον Αζίζ Νεσάν, το σύμβολο της αριστερής τουρκικής διανόησης.

Πόλη, Σεπτέμβρης 1955
Αλλά βέβαια, σε όλο το βιβλίο πέφτει βαριά η σκιά των «Γεγονότων», στις 6 του Σεπτέμβρη του 1955. Σαρανταπέντε  ρωμαίικες κοινότητες υπήρξαν τότε σε μεγαλύτερο ή σε μικρότερο βαθμό θύματα της μεγάλης συμφοράς. Διάσπαρτα τα κεφάλαια σε όλο το βιβλίο με κορύφωση προς το τέλος, συνθέτουν τις φοβερές καταστροφές και τους βανδαλισμούς που βίωσαν οι Ρωμιοί σε όλες τις ελληνικές κοινότητες. Αναφέρεται σε μικρές ιστορίες-προμηνύματα των Γεγονότων, με βασικό αυτό που έπρεπε να εκλάβουν ως «προάγγελο» του ολέθρου: λεηλασίες και βανδαλισμούς από 20 Τσέτες σε δυο βοσπορινές εκκλησίες, στις 28 Αυγούστου. Πολλά σημάδια εξηγήθηκαν εκ των υστέρων με τα γεγονότα που ακολούθησαν την 6η Σεπτεμβρίου.
Μετά τις επτά άρχισε ένας θόρυβος υπόκωφος, σαν να βούιζε από μακριά ένα κοπάδι μέλισσες που όλο πλησίαζε. Ύστερα, αρά σιρά, έσχιζαν τον αέρα απότομες κραυγές χωρίς περιχόμενο, ένιωθες μόνο ότι είναι ιαχές αγανάκτησης και απειλής.
Η Μαρίκα, παρά τις εκκλήσεις των δικών της ανθρώπων, βιώνει όλη την καταστροφή σφιχτομανταλωμένη στο σπίτι της.  Ενδεικτική η περήφανη στάση της του χαρακτήρα της.
Όσα έζησα στο πετσί μου και όσα με αφηγήθηκαν άλλοι για τα Σεπτεμβριανά, όλα, τα ιστορώ καταλεπτώς όχι τόσο για να ανακουφιστώ από το βάρος τους, ούτε για να βγάλω το άχτι μου, αλλά για να μείνουν. Πιστεύω τα λόγια της Βιρτζίνια Γουλφ, «ό, τι δεν έχει γραφτεί δεν έχει συμβεί».

Έτσι, μέσα από τις σύντομες αυτές αναφορές, τα μικρά αυτά κεφάλαια, ο συγγραφέας μας δίνει μια πολύ ζωντανή και βιωματική εικόνα των αγριοτήτων. Εξαναγκασμοί χριστιανών σε περιτομές, βιασμοί, μικρές τραγωδίες, μαρτυρίες γνωστών, γειτόνων. Με σχόλια και συναισθήματα. Δεν διστάζει όμως να αναφερθεί και σε περιπτώσεις Τούρκων, όπως του ουλεμά (=ιεροδιδάσκαλος)  Μουσταφά μπαμπά που καταδίκασαν με κατηγορηματικό τρόπο όλες αυτές τις καταστροφές και τους φόνους.

Δεν αρκείται το ανήσυχο πνεύμα της Μαρίκας στις περιγραφές, αλλά παραθέτει σκέψεις και για τα αίτια των γεγονότων.  Σαρανταπέντε χρόνια αργότερα εμφανίζεται ο ναύαρχος Φαχρί Τσοκέρ, στον οποίο είχε ανατεθεί η σε βάθος διερεύνηση των αιτίων και των αποτελεσμάτων των Σεπτεμβριανών και η σύνταξη της συνολικής δικογραφίας της υπόθεσης. Ίσως από τύψεις συνειδήσεως ο Τσοκέρ χάρισε στο βακούφι Ιστορίας της Ισταμπούλ το ανεκτίμητο αρχείο του (φωτογραφίες, έγγραφα κλπ). Εκεί αποκαλύπτεται η ενεργός σύμπραξη αστυνομίας και στρατού αλλά και ο ρόλος των μυστικών υπηρεσιών.

Η ευθύνη αποδίδεται και στους Εγγλέζους, αλλά και στους Αμερικανούς. Ο Κοροβίνης δεν κάνει βέβαια, μέσω του πλαστού προσώπου, εμβριθή ιστορική ανάλυση. Μεταφέρει ζωντανά διαλόγους και συζητήσεις των ρωμιών που έζησαν τα γεγονότα, μεταφέρει το λαϊκό αίσθημα που χάνει την εμπιστοσύνη του στην εξουσία και γυρεύει τη δικαίωση στην αυτοδικία.
Χριστίνα Παπαγγελή 

Παρασκευή, Μαρτίου 20, 2015

Περιμένοντας τους βαρβάρους, J.M. Coetzee

Επώδυνο το θέμα που επιλέγει να αναπτύξει στο βιβλίο αυτό ο νομπελίστας συγγραφέας, ένα κεντρικό θέμα που απασχολεί ανέκαθεν την ανθρωπότητα κι αποτελεί και πυρηνικό ζήτημα στην εποχή μας: η εξουσία, τα όριά της, ο βασανισμός του ανθρώπινου σώματος, ο εξευτελισμός που σκοτώνει γονατιστούς τους ανθρώπους, σαστισμένους και καταφρονεμένους από τον ίδιο τους τον εαυτό.
Παρόλο που οι αναφορές παραπέμπουν σαφώς στον  «δυτικό» πολιτισμό, ο Κουτσί δεν «κάνει ιστορία». Τοποθετεί την πλοκή σε μια φανταστική ακριτική κωμόπολη, στη μέση της ερήμου, μακριά από την πρωτεύουσα μιας υποθετικής αυτοκρατορίας. Γύρω από αυτήν την πόλη μετακινείται μια νομαδική φυλή «βαρβάρων»  που «απειλεί» την πόλη, ενώ κάθε καλοκαίρι έρχονται στις παρυφές και πουλούν τα λιγοστά τους εμπορεύματα. Ενώ οι ενδείξεις  οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για ένα φιλειρηνικό λαό εκ των οποίων οι περισσότεροι είναι ποταμίσιοι (σκόρπιες κοινότητες/ψαρεύουν και στήνουν παγίδες για τα ζώα/πιάνουν σαλιγκάρια για να τα ξεράνουν κλπ),  οι πολίτες της υποθετικής κωμόπολης «περιμένουν τους βαρβάρους» και προετοιμάζονται για την αντιμετώπισή τους σαν να τους απειλεί μια πολεμική, εχθρική φυλή.
Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσονται οι σχέσεις εξουσίας∙ η στρατιωτική εξουσία σταλμένη έκτακτα από το διοικητικό κέντρο της αυτοκρατορίας (το «Τρίτο Γραφείο» της Αυτοκρατορίας, γνωστό για τη σκληρότητά του), με αρχηγό τον αδίστακτο συνταγματάρχη Τζολ∙ ο δικαστικός επίτροπος που εκπροσωπεί την -αδύναμη- πολιτική εξουσία της πόλης, και είναι ο πρωταγωνιστής και αφηγητής του βιβλίου∙ οι φοβισμένοι κάτοικοι που άγονται και φέρονται. Τέλος, ο «αόρατος κίνδυνος» στο όνομα του οποίου γίνονται όλες οι υπερβάσεις του νόμου», οι βάρβαροι,  που εμφανίζονται μόνο ως απειλή. Μια απειλή που από μόνη της είναι αρκετή για να διαλύσει, σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία, την κοινωνία αυτή (σαφής η διακειμενικότητα με το ποίημα του Καβάφη).
Ο δικαστικός επίτροπος του οποίου παρακολουθούμε την πρωτοπρόσωπη αφήγηση είναι ένας μεσήλικας φιλήσυχος  πολίτης, με μοναχικές ασχολίες (διαβάζω τους κλασικούς, συνεχίζω την καταγραφή των διαφόρων αντικειμένων που έχω συλλέξει, εξετάζω τους χάρτες της νότιας περιοχής κλπ). Εκδηλώνει κι ένα αδιόρατο ενδιαφέρον για την ιστορία του τόπου (ανιχνεύει τα σημάδια των παλιότερων πολιτισμών, μαζεύει μικρά επίπεδα κομμάτια ξύλο όπου είναι ζωγραφισμένα «ψηφία μιας γραφής άγνωστης, που όμοιά της δεν είχε δει ως τότε»). Ατενίζει με φιλειρηνική διάθεση τις διαφορές των πολιτισμών και τις αλλαγές με το πέρασμα του χρόνου.  Δεν αντιτίθεται αρχικά στις παράλογες παρεμβάσεις του στρατού (όχι, δεν είχα καμιά διάθεση να μπλέξω. Είμαι ένας επαρχιακός επίτροπος, ένας υπεύθυνος αξιωματούχος στην υπηρεσία της Αυτοκρατορίας, που υπηρετεί εκτελώντας καθημερινά το χρέος του σε τούτη τη νωχελική παραμεθόρια περιοχή, περιμένοντας να βγει στη σύνταξη). Η συνάντησή του με τον συνταγματάρχη Τζολ («περιπλανώμενο δήμιο» τον αποκαλεί) τού σκορπάει μια αδιόρατη ανησυχία, τον κάνει να αναρωτιέται πώς νιώθει ο βασανιστής όταν βασανίζει ανθρώπους (κοιτώντας τον αναρωτιέμαι πώς θα ένιωσε την πρώτη πρώτη φορά∙  μήπως, όταν  τον κάλεσαν σαν μαθητευόμενο να στρίψει την τανάλια ή να σφίξει τη βίδα ή ό, τι άλλο. Μήπως αισθάνθηκε κάποιο ρίγος, έστω για μια στιγμή, ανακαλύπτοντας πως εκείνη τη στιγμή διάβαινε το χώρο του Απαγορευμένου;). Αρχίζει όμως πραγματικά να συγχύζεται όταν οι στρατιώτες φέρνουν και βασανίζουν ως αιχμάλωτους αθώους ψαράδες της «βαρβαρικής» φυλής, που βρίσκονταν αμέριμνοι όπως πάντα, στις παρυφές της πόλης.
Ο μοναχικός μας ήρωας βιώνει όλον αυτόν τον παραλογισμό σωματικά. Οι αντιδράσεις του είναι  πέρα από το όριο του συνειδητού, γίνεται ένας μονόδρομος που δεν μπορεί παρά να ακολουθήσει.  Η παρουσία της  -βάρβαρης-  νεαρής ζητιάνας με τα σακατεμένα από το ξύλο πόδια και το απλανές από τα βασανιστήρια της πυράς βλέμμα τον ζαλίζει, όπως το φως ζαλίζει την πεταλούδα. Την παίρνει σπίτι παρά τις εντολές των στρατιωτικών και τη φροντίζει ώρες, τρίβοντάς της τα πόδια. Κοιμάται δίπλα της αλλά όχι μαζί της και χτίζεται σιγά σιγά και σιωπηλά μια πολύ περίεργη αισθησιακή/σωματική σχέση που προβληματίζει τον ίδιο και  -αυτό το μαθαίνουμε αργότερα- που πληγώνει την κοπέλα, ίσως  γιατί δεν ενυπάρχει η σεξουαλική επιθυμία (μα την αλήθεια, αντί να τη διασκεδάσω, την έπνιξα στη μελαγχολία). Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι δεν την αποκαλεί με το όνομά της, δε μαθαίνουμε το όνομά της. Αλλά ούτε και του αφηγητή το όνομα βρίσκεται πουθενά.
Η επιλογή του να συνοδεύσει την κοπέλα πίσω στους δικούς της, μέσα από μια πολύ δύσκολη κι επικίνδυνη διαδρομή στην έρημο, είναι ασφαλώς μοιραία. Όταν πια ο ίδιος ο πρωταγωνιστής αποφασίζει να αλλάξει «όχθη» συνειδητά, μπαίνει σ ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή (μπήκα στο κελί μου με το κεφάλι ψηλά, σίγουρος πως η στάση μου σε τούτο τον αγώνα ήταν σωστή, όσο κι αν ήμουν, και παραμένω, ανήμπορος να καταλάβω ποιος είναι αυτός ο αγώνας (…) /Να βρίσκεσαι στην αγκαλιά μιας γυναίκας σ  ένα κανονικό κρεβάτι, να τρως καλομαγειρεμένο φαγητό, να περπατάς στον ήλιο –πόσο πιο σημαντικά φαντάζουν όλα τούτα απ το δικαίωμα ν αποφασίζεις δίχως την άδεια της αστυνομίας ποιοι είναι οι φίλοι σου και ποιοι οι εχθροί σου!).

Ο αφηγητής μάς περιγράφει τις πράξεις στις οποίες τον οδηγεί η ανάγκη∙ η φύση, το σώμα, αλλά πάνω απ αυτά, το αίσθημα αξιοπρέπειας. Δεν διστάζει να φτάσει στα άκρα, και οι επιλογές του δεν είναι εγκεφαλικές. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι στο βιβλίο αυτό συμπρωταγωνιστεί το σώμα. Το ανθρώπινο σώμα και τα όριά του δεν διερευνώνται μονάχα ως μέσα βασανισμού, ταπείνωσης. Δεν αναφέρεται δηλαδή αποκλειστικά στα βασανιστήρια και τον εξευτελισμό, τη στέρηση τροφής, ύπνου, τον σωματικό και ψυχικό πόνο. Μιλά και για την επιθυμία, όχι πάντα ερωτική- της ανθρώπινης επαφής. Τη δύναμη της σωματικής επαφής και τη φθορά του σώματος(αυτή θέλω ή τα ίχνη μιας ολόκληρης ιστορίας που φέρει το κορμί της;). 

Η απειλή των βαρβάρων δρα καταλυτικά στις σχέσεις των πολιτών και διαλυτικά στο ρόλο του κράτους, το οποίο ξεδιπλώνει το πιο σκοτεινό του πρόσωπο, δίνοντας τη λαβή να αναρωτηθούμε ποιος είναι εντέλει ο πραγματικός κίνδυνος που αποκτηνώνει τους ανθρώπους.

Χριστίνα Παπαγγελή

Σάββατο, Μαρτίου 07, 2015

Χάρις και εξιλέωση (Some kind of grace), Robin Jenkins

Από τα μυθιστορήματα που αναδεικνύουν τις πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα Ανατολή και Δύση, γραμμένο το 1960 από τον Σκωτσέζο συγγραφέα, που, όπως και ο πρωταγωνιστής του, έζησε στο Αφγανιστάν  (όπως επίσης και στη Μαλαισία) συνολικά έξι χρόνια. Όπως γράφει και ο librofilo, «τα βιβλία που περιγράφουν τις διασταυρώσεις των πολιτισμών, είναι πάντα γοητευτικά, όταν δε ο συγγραφέας είναι ικανός να αφηγηθεί μια πειστική και ωραία ιστορία τότε πολλές φορές γίνονται ακαταμάχητα». Έχω επίσης τη βεβαιότητα ότι αυτή ακριβώς η υπόθεση έχει γυριστεί και σε ταινία, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ ποια, αν κάποιος έχει κάποια ιδέα ας το σημειώσει.
Βρισκόμαστε λοιπόν στο Αφγανιστάν, πολύ πριν τους Ταλιμπάν, πολύ πριν και από την εγκατάσταση του φιλοσοβιετικού καθεστώτος του καθεστώτος Ταράκι. Η αγγλική κατοχή έχει ακόμα τα ίχνη της, εφόσον η αφγανική ανεξαρτησία από τη βρετανική κυριαρχία επιτεύχτηκε το 1919. Υπάρχει σχετική αντιπάθεια λοιπόν για τους Άγγλους, κι έτσι μπορεί κανείς να εξηγήσει την εξαφάνιση του Κεμπ και της συντρόφου του Μάργκαρετ σ αυτήν τη βασανισμένη και αφιλόξενη χώρα. Ο Σκωτσέζος πρωταγωνιστής Τζον Μακλάουντ, κάτοχος της αφγανικής γλώσσας γιατί έχει διατελέσει στο παρελθόν διπλωμάτης,  επιστρέφει στη χώρα για να βρει το χαμένο του φίλο και τη σύντροφό του. Ίσως όμως οι λόγοι είναι και βαθύτερα συναισθηματικοί, τα ίχνη μιας παλιάς, αγιάτρευτης αγάπης, της Καρίμα.
Η επίσημη άποψη της κυβέρνησης ότι το ζευγάρι των δύο Άγγλων δολοφονήθηκε σ ένα απομακρυσμένο χωριό του βορρά πέφτοντας θύματα ληστείας έρχεται σε σύγκρουση με τη διαίσθηση του Μακλάουντ, ο οποίος, γνωρίζοντας καλά τα έθιμα, τις συνήθειες, τη νοοτροπία των κατοίκων, νιώθει ότι «κάτι δεν πάει καλά». Έτσι, παρακολουθούμε τις κινήσεις του στην προσπάθεια να αποκωδικοποιήσει τα ήθη και τα λόγια ενός λαού πολύ διαφορετικού από αυτούς της Ευρώπης και να ακολουθήσει τα ίχνη των φίλων του, στην προσπάθειά του δε αυτή, μπαίνει όλο και πιο βαθιά στο εσωτερικό της χώρας και της… νοοτροπίας. Έρχεται σε επαφή με παλιούς γνωστούς (πρόξενους, πάστορες, διοικητές, στρατηγούς ), με ανθρώπους της εξουσίας, έμπορους  αλλά και ταπεινούς χωρικούς που ζουν απομονωμένοι στα βουνά. Βλέπουμε απίστευτα έθιμα (πράγματα που στη Δύση θα ξεσήκωναν επιφωνήματα φρίκης, εδώ προκαλούσαν μόνο θυμηδία: οι άνθρωποι έδιναν στα σκυλιά δηλητηριασμένα εντόσθια κι ύστερα διασκέδαζαν με την επιθανάτια αγωνία τους/σε αυτή τη χώρα, κύριε Μακλάουντ, έχουν ακόμα το απεχθές έθιμο να παραδίδουν το δολοφόνο στην οικογένεια του δολοφονημένου, τα μέλη της οποίας τον ξαπλώνουν στο δρόμο και του κόβουν το λαιμό δημοσίως, υπό την επίβλεψη και την προστασία της αστυνομίας) που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν το χαρακτηρισμό «βάρβαρα», ωστόσο ο συγγραφέας τα περιγράφει με κριτική ματιά, μη διστάζοντας να ειρωνευτεί και τη «δήθεν πολιτισμένη» Δύση. Καθώς ο πρωταγωνιστής μπαίνει όλο και πιο πολύ στο δύσβατο σχεδόν απρόσιτο εσωτερικό της χώρας  αντιμετωπίζει διάφορες περιπέτειες (ακόμα κι αν επιβεβαιωνόταν ότι ο Ντόναλντ και η Μάργκαρετ είχαν δολοφονηθεί, υπήρχαν πράγματα που ήδη τον αποζημίωναν για το ταξίδι. Αυτά θυμόταν τώρα με ευγνωμοσύνη: τον κεφάτο γέροντα με τον καρκίνο στον οισοφάγο, τη νεαρή γυναίκα με το νεκρό της μωρό, το συνταγματάρχη στο Μαζαράτ, το γεράκο που φρόντιζε να μη σηκώνεται σκόνη στο σχολείο κλπ). Ιδιαίτερα σπαρταριστή η όλη φάση στο σχολείο (που παρεμπιπτόντως βρισκόταν στα πόδια των τεράστιων αγαλμάτων του όρθιου Βούδα, αγάλματα που ανατίναξαν το 2001 οι Ταλιμπάν!), όπου τον υποδέχονται σαν  Αμερικάνο επιθεωρητή της διδασκαλίας της αγγλικής!  
Μια από τις κορυφαίες σκηνές του βιβλίου, απ όλες τις απόψεις (κοινωνικοπολιτιστικού ενδιαφέροντος, πλοκής, αγωνίας, λαογραφικού ενδιαφέροντος, ψυχογραφίας) είναι η επίσκεψη του ήρωα στις φυλακές όπου βρίσκονται οι δυο ύποπτοι δολοφόνοι. Η σκληρότητα της περιγραφής ξεπερνά κάθε φαντασία δυτικοευρωπαίου, εφόσον ο εκμηδενισμός της ανθρώπινης ύπαρξης θεωρείται κάτι φυσικό, ακόμα κι απ τα ίδια τα θύματα. Ο Μακλάουντ , παρόλες τις διαβεβαιώσεις όλων ότι οι φίλοι του είναι νεκροί, συνεχίζει, και μάλιστα κρυφά, το απέλπιδο ταξίδι του. Οι εκπλήξεις διαδέχονται η μια την άλλη- η ανάμειξή του όμως στο «πραξικόπημα» μιας φυλής γνωστής για την εχθρότητά της προς τους Βρετανούς τον οδηγεί στην απόφαση να επιστρέψει…
Ωστόσο, ο ήρωας οδηγείται σχεδόν αυτόματα στο πολύπαθο «χωριό» (απίστευτες περιγραφές) και διεισδύει στα άδυτα των αδύτων-στην οικογένεια των δυο εκτελεσμένων… Η «συνάντηση» με τη γιαγιά -ένα πλάσμα με αναμφίβολα «πνευματικά» χαρίσματα-  και τα «τσεκουράτα» της λόγια (είδες πως είμαστε πάμφτωχοι και δυστυχισμένοι κι ευχαριστήθηκες γι αυτό. Δεν είναι αρκετή τιμωρία;) φέρνουν σε αμηχανία τον Μακλάουντ. Τα ερωτηματικά πληθαίνουν  και το ταξίδι συνεχίζεται…
Οι ανατροπές μέχρι το τέλος του βιβλίου είναι πολλές, και το ενδιαφέρον του αναγνώστη είτε αγαπά την περιπέτεια, είτε το κοινωνικό μυθιστόρημα δεν μειώνεται. Κι από άποψη όμως ψυχογραφίας, ο συγγραφέας  περιγράφει με μεγάλη διεισδυτικότητα τον ψυχισμό των ηρώων, και μάλιστα σε συνθήκες οριακές. Γιατί, όπως άλλωστε υπαινίσσονται όσοι αντάμωσαν το ζευγάρι κι απ την αρχή του βιβλίου ακόμα, η σχέση τους είχε πολλά προβλήματα. Μέσα στη θυελλώδη πλοκή λοιπόν, έχουμε και την εξέλιξη μιας σχέσης που δημιουργεί συνεχή ερωτηματικά, καθώς και τον πρωταγωνιστή που καλείται συνέχεια να απαντήσει και να πράξει ανάλογα, κάνοντας κάθε φορά μια αποφασιστικής σημασίας επιλογή.

 Χριστίνα Παπαγγελή

Σάββατο, Φεβρουαρίου 21, 2015

Σερενάτα, Ζουλφί Λιβανελί

Αυτή ήταν η Τουρκία: η χώρα των αντιφάσεων.
Μπορούσε κανείς να βρει τα πάντα,
από τον πιο αβανγκάρντ τρόπο ζωής μέχρι το φεουδαρχικό σύστημα.
Μερικές φορές είχα την εντύπωση ότι ζούσα στη Νέα Υόρκη
κι άλλες στο Κανταχάρ.

Ευχάριστο και αξιόλογο βιβλίο εντέλει, παρόλο που αρχικά δίνει την εντύπωση μιας επιφανειακής εξιστόρησης. Γιατί πρόκειται πράγματι για την άμεση και κάπως ανεπεξέργαστη αφήγηση μιας νεαρής  -μυθιστορηματικής- ηρωίδας, Τουρκάλας, που αναγγέλλει όμως εξαρχής ότι έχει να διηγηθεί μια εκπληκτική ιστορία, και βιάζεται να την καταγράψει στον υπολογιστή της όσο ταξιδεύει  με το αεροπλάνο από την Αμερική στο… Ιστανμπούλ (αυτό δεν φιλοδοξεί να είναι ένα βιβλίο γραμμένο με μαεστρία, αλλά μία εξομολόγηση, μία ομολογία, μία λαχτάρα να μοιραστώ όσα έζησα. Επομένως, δεν χρειάζεται να επιμεληθεί κάποιος το κείμενο για να γίνει τέλειο, δεν υπάρχει λόγος να διορθωθούν τα γλωσσικά και τα ορθογραφικά λάθη. Μου φαίνεται πως τότε η προσπάθεια θα γίνει επαγγελματική, θα χάσει κάτι από τον αυθορμητισμό της). 
Πράγματι η ιστορία αυτή είναι εξαιρετική, με την έννοια της σπανιότητας, της εξαίρεσης. Η Μάγια Ντουράν βιώνει μια μοναδική εμπειρία που της ανατρέπει όλη της τη ζωή, και δεν μας διαψεύδει ως προς αυτό. ΕΧΕΙ όντως κάτι να πει… (εγώ αυτή την ιστορία δεν την αφηγούμαι επειδή είναι ωραία, αλλά επειδή αξίζει να ακουστεί). Η ηρωίδα δεν συμφωνεί με τον Πέρση Φιντερβσί ότι «ό, τι ήταν να λεχθεί, έχει λεχθεί, πως δεν υπάρχει πλέον κάτι που αξίζει να λεχθεί, οπότε αυτό που έχει σημασία είναι, όχι τι λέγεται, αλλά το πώς λέγεται) και έχει ενμέρει δίκιο, γιατί δεν είναι δυνατόν η μορφή να εκμηδενίζει το περιεχόμενο.
Ασφαλώς, παίζει ρόλο και η μορφή, εν προκειμένω δηλαδή το ύφος. Η αφήγηση, σκόπιμα ενδεχομένως,  έχει τις αδυναμίες της προφορικής εξιστόρησης, παρεκβάσεις τύπου «ό, τι θυμάμαι χαίρομαι», επαναλήψεις, μικρές νοηματικά παραγράφους, παρεμβολή σκέψεων, συνειρμούς. Τίποτα πολύ ενοχλητικό ωστόσο. Γιατί, πρώτιστα, η πρωταγωνίστρια/ αφηγήτρια είναι… ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΗ!!! Είναι μια μοντέρνα κοπέλα που, έχοντας ευαισθησία και κοινωνική συνείδηση, βιώνει  έντονα την ανδροκρατική κοινωνία της Τουρκίας παρόλο που  βρίσκεται στο εξευρωπαϊσμένο περιβάλλον του Πανεπιστημίου της Ιστανμπούλ (ως υπεύθυνη των δημοσίων σχέσεων)∙ είναι χωρισμένη, μ’  έναν έφηβο γιο που δεν μπορεί να τον ξεκολλήσει από τον υπολογιστή κι έχει προβλήματα στην επικοινωνία μαζί του∙ με γνήσιο ενδιαφέρον για την ιστορία του τόπου της, για τον τρόπο με τον οποίο αλλάζει η γραφή της ιστορίας  και για τη… γεωγραφία (ναι, η Γεωγραφία ήταν πεπρωμένο, αλλά και η Ιστορία το ίδιο). Ψάχνει πίσω από τα φαινόμενα,  τους μηχανισμούς που κινούν τα γεγονότα, διερευνά, μαθαίνει, σχολιάζει (ενώ ακόμα σκεφτόμουν αν υπάρχει άλλη χώρα που να ορίζει διαρκώς εκ νέου το παρελθόν της, έφτασα στην οδό Άκντογαν). Φαντάζεται ιστορίες γιατί, όπως λέει η ίδια, οι ιστορίες που φαντάζομαι με βοηθούν να αντέξω τη σκληρότητα της ζωής, μέχρι που θέλει να γράψει μυθιστόρημα αλλά δεν της επιτρέπουν οι συνθήκες (ο άνθρωπος ζητά αυτό που μπορεί να πετύχει). Πέρα από το ότι είναι ξύπνια και θαρραλέα/ανοιχτή στις προκλήσεις, καταγράφει άμεσα και αυθόρμητα και με μια δόση χιούμορ, κυρίως όμως εύστοχα, τις πιο εσωτερικές της σκέψεις ( π.χ. η καταπιεσμένη οργή στην πραγματικότητα είναι η πιο επικίνδυνη. Αυτό το μάθαινε κανείς από πολύ μικρός. Η εκδηλωμένη οργή προκαλούσε προσωρινό μόνο πρόβλημα. Αλλά πρέπει να είμαστε προσεκτικοί όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε καταπιεσμένη οργή).

Αυτό που ανατρέπει τη ζωή της Μάγια είναι μια «συνάντηση ψυχών», και μάλιστα μ έναν Γερμανό καθηγητή 87 χρονών! Είναι ο «ξένος», φιλοξενούμενος του Πανεπιστημίου όπου εργάζεται η Μάγια ως τιμώμενο πρόσωπο για την θητεία του στο παρελθόν, και το επαγγελματικό της καθήκον τής επιβάλλει να τον παραλάβει από το αεροδρόμιο και να φροντίσει για την φιλοξενία του. Ο άνθρωπος αυτός της κινεί σταδιακά το ενδιαφέρον, ιδιαίτερα όταν μαθαίνει ότι  είχε ζήσει στην Ιστανμπούλ  από το 1939 ως το 1942∙ στην – εξαναγκαστική- επαφή μαζί του μαθαίνει ότι στην Πόλη υπήρχε ολόκληρη Γερμανική κοινότητα από Εβραίους Γερμανούς αλλά και επιστήμονες που αυτοεξορίστηκαν λόγω ναζιστικού καθεστώτος. Μέσα από τα βιώματα του Βάγκνερ (αυτόνομη αφήγηση κατά το πρότυπο της παράδοσης της λογοτεχνίας της ανατολής), μαθαίνει λεπτομέρειες για το ρόλο της Τουρκίας στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, την «ΥπόθεσηΚικέρων», τον περίφημο πρέσβη της Γερμανίας στην Τουρκία Φραντς Φον Πάπεν  κι άλλα στοιχεία που τη βάζουν σ ένα μυστηριώδη, κατασκοπευτικό κόσμο.

Το μυστικό που περιβάλλει ολοφάνερα  τον Μαξιμίλιαν Βάγκνερ αποκαλύπτεται σιγά σιγά  στην Μάγια, ανοίγοντάς της νέους ορίζοντες, διευρύνοντας τις γνώσεις της για την ιστορία, ενώ παράλληλα ξετυλίγεται μπροστά της και το μυστήριο που κάλυπτε την ιστορία των δικών της προγόνων. Ο «καθηγητής των καθηγητών»  είναι ένας πέρα για πέρα αξιόλογος άνθρωπος, που μάλιστα την «εισάγει»  και στον κόσμο της μουσικής (παίζει βιολί – για ποιον λόγο ορισμένοι άνθρωποι επηρεάζονται περισσότερο από τα μουσικά έργα;). Η σχέση μαζί του έχει και… σωματικό χαρακτήρα, χωρίς να είναι ακριβώς «σεξ», πράγμα που βέβαια βάζει την ηρωίδα σε μπελάδες και της ανατρέπει όλη της την μέχρι τότε πορεία…   Ο χαρακτήρας της, έτσι όπως μας τον έχει δώσει ο συγγραφέας, είναι τέτοιος ώστε δεν μας ξαφνιάζει ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται τις ανατροπές στη ζωή της∙ η νέα «ρότα» στην οποία βάζει τον εαυτό της έρχεται σχεδόν αβίαστα (τι περίεργο πράγμα είναι η ζωή. Το ρεζίλεμα που έγινε αιτία να χάσω τη δουλειά μου έκανε ευτυχισμένο το γιο μου και βελτίωσε τις σχέσεις μου μ αυτόν).
 Ίσως να είναι κάποιες φορές εμβόλιμες οι ιστορικές αναφορές , έχεις δηλαδή την αίσθηση ότι ο Λιβανελί έψαχνε ευκαιρία για να κάνει γνωστά κεφάλαια  της μικρο- ιστορίας με στόχο να προβάλει την ανθρωπιστική του ιδεολογία , αλλά νομίζω η επικοινωνιακή περίσταση (αφήγηση κάποιου απλού ανθρώπου που λαχταρά να μεταδώσει την εμπειρία του) το επιτρέπει, ίσως το επιβάλλει. Άλλωστε, έχουν πράγματι πολύ μεγάλο ενδιαφέρον τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται κι όμως περικλείουν τόσο ανθρώπινο πόνο αλλά και μεγαλείο. Γεγονότα  που η ιστορία έχει αφήσει αναγκαστικά στο περιθώριο, όπως το τραγικό ναυάγιο του πλοίου Στρούμα[1], στο οποίο 768 Εβραίοι αφέθηκαν στη μοίρα τους σ ένα σαπιοκάραβο στο Β.Α. Βόσπορο, μετά από περιπέτειες 71 ημερών,  ιστορικό γεγονός που είχε ιδιαίτερη βαρύτητα στην προσωπική ιστορία του συμπρωταγωνιστή (έτσι μαθαίνουμε τα σοκαριστικά παρασκήνια απ αυτήν την υπόθεση, τα οποία προφανώς ο συγγραφέας άντλησε από τον μοναδικό επιζώντα).  Ανάλογης σημασίας στο έργο έχει ένα ακόμα ιστορικό γεγονός, η ιστορία του «Γαλάζιου Συντάγματος», Τούρκων της Κριμαίας που αυτομόλησαν και έδρασαν στο πλευρό των Γερμανών αλλά όταν υπερίσχυσαν οι συμμαχικές δυνάμεις τούς μετακίνησαν μαζί με τις οικογένειές τους στην Αυστρία, και, προκειμένου να μην πέσουν στα χέρια των Σοβιετικών τρεις χιλιάδες άνθρωποι προτίμησαν να πέσουν στα παγωμένα νερά του ποταμού Ντράου, με γυναίκες και παιδιά (δεν βρήκα πληροφορίες που να διασταυρώνουν αυτή τη μαρτυρία, παρά μόνο την περίληψη μιας τουρκικής ταινίας) https://www.facebook.com/note.php?note_id=621333541266368.
Τέλος, αυτό που αξίζει στο βιβλίο αυτό είναι η ποικιλία των ανθρώπινων σχέσεων και οι αποχρώσεις της επικοινωνίας που φτάνει κάποιες φορές σε βαθιά αγάπη, στοιχεία που τα συναντάμε σχεδόν σε κάθε σελίδα, άμεσα ή έμμεσα.

Χριστίνα Παπαγγελή

Πέμπτη, Ιανουαρίου 29, 2015

Η σκιά του ανέμου, Carlos Ruiz Zafón

Ένα ακόμα βιβλίο μυστηρίου έγραψε ο γνωστός από το «Παιχνίδι του αγγέλου» συγγραφέας, ένα «βιβλίο για τα βιβλία», όπου ο πρωταγωνιστής Ντανιέλ προσπαθεί να εξιχνιάσει το μυστήριο που περιβάλλει τον συγγραφέα του βιβλίου «Η σκιά του ανέμου», τον Χούλιαν Καράξ! Πέρα από την αστυνομικού τύπου υπόθεση που συναρπάζει σε μεγάλο βαθμό τους λάτρεις των μυστηρίων, είναι ένα βιβλίο για τη σαγήνη της λογοτεχνίας∙ και εδώ θα συμφωνήσω με την αγαπητή βιβλιόφιλη φίλη Κ.Β. που επισήμανε ότι υπάρχει μια διακειμενική συγγένεια με το βιβλίο αυτό και το «Νυχτερινό τρένο για τη Λισαβόνα» του Πασκάλ Μερσιέ, εφόσον κι εδώ ο κεντρικός ήρωας μαγεύεται σε τέτοιο βαθμό από κάποιο βιβλίο, ώστε αναζητά απεγνωσμένα τον -εξαφανισμένο κι εδώ- συγγραφέα, πράγμα που καθορίζει τη ζωή του και τις επιλογές του.
Η βασική σύλληψη είναι πρωτότυπη και ελκυστική: Ο εντεκάχρονος πρωταγωνιστής και αφηγητής Ντανιέλ είναι ένα έξυπνο αγόρι ορφανό από μητέρα, που αγαπά ιδιαίτερα τα βιβλία (γιος του περιθωριακού παλιοβιβλιοπώλη Σεμπέρε που είναι δευτερεύων χαρακτήρας στο «Παιχνίδι των αγγέλων»). Βρίσκουμε κι εδώ, όπως και στο προηγούμενο βιβλίο το εύρημα του υποβλητικού «Κοιμητηρίου των λησμονημένων βιβλίων», ενός  χώρου όπου συγκεντρώνονται ένα αντίτυπο από όλα βιβλία που ήταν καταδικασμένα να καταστραφούν και να σιωπήσουν για πάντα, βιβλία που διατηρούν τη μνήμη και την ψυχή χρόνων και θαυμάτων που δε θυμάται πια κανείς. Εκεί  οδηγεί ο πατέρας τον γιο του στα ενδέκατά του γενέθλια για να διαλέξει βιβλίο -και οι συμβολισμοί είναι σημαδιακοί. Το μοιραίο βιβλίο που διαλέγει «κατά τύχη» ο Ντανιέλ (η «Σκιά του ανέμου»),  θα το διεκδικήσουν κι άλλοι αλλά ο Ντανιέλ  δεν το αποχωρίζεται ακόμα κι όταν τον εκβιάζουν.
Από κει και πέρα κλιμακώνεται το μυστήριο. Ποιος είναι ο μυστηριώδης ξένος, που προσομοιάζεται με τον διάβολο (κάτι τέτοιες νύξεις μ έκαναν λίγο να ξενερώσω, αλλά ευτυχώς δεν υπάρχει καθόλου μεταφυσικό στοιχείο), για ποιο λόγο  παρακολουθεί τον Ντανιέλ, για ποιο λόγο επιμένει να αποκτήσει το βιβλίο, ποιος είναι αλήθεια ο συγγραφέας Χούλιαν Καράξ και ποια η πραγματική του βιογραφία∙ στην αναζήτηση αυτή εμπλέκονται κι άλλα μικρότερης κλίμακας μυστήρια, ενώ οδηγός και βοηθός του Ντανιέλ είναι ο πολύ γραφικός, ιδιόρρυθμος και έντονα συναισθηματικός  Φερμίν Ρομέρο δε Τόρες, που τον περιμάζεψαν ως ζητιάνο και με τις σφαιρικές του γνώσεις, την τόλμη και την εξυπνάδα του διεισδύει  και ξεκλειδώνει τα μυστικά στα οποία σκοντάφτει.
Ο Ντανιέλ για να προστατεύσει το βιβλίο το ξανακρύβει στο «Κοιμητήριο των λησμονημένων βιβλίων», αλλά γι αυτόν είναι πια μονόδρομος το να αποκαλύψει το μυστήριο της ζωής και του θανάτου του συγγραφέα Καράξ.  Η ιστορία είναι πράγματι σαγηνευτική αν και κάπου προς τη μέση «κάνει κοιλιά», με την έννοια ότι στην προσπάθειά του ο Θαφόν να απαντήσει σε όλα τα ερωτήματα του αναγνώστη, περιπλέκει υπερβολικά την υπόθεση, κοινώς το «παρατραβάει», παραθέτει δε μια ιδιαίτερα εκτεταμένη παρέκβαση.  Εξίσου τραβηγμένη βρήκα την τελική-τελική έκβαση, που κατά τη γνώμη μου προσβάλλει και την αληθοφάνεια.
Παρόλες αυτές τις αδυναμίες σε επίπεδο πλοκής, το ύφος είναι συναρπαστικό, ιδιαίτερα όσο αφορά τις αποχρώσεις του έρωτα, που είναι άλλωστε κυρίαρχος στο βιβλίο: αρχικά η «γυναίκα με τα άσπρα», η τυφλή αλλά πανέμορφη, διάφανη Κλάρα, δημιουργεί αναστάτωση στον εντεκάχρονο ήρωα (ο σφυγμός μου χτυπούσε σαν τρελός κι ευγνωμονούσα τη θεία πρόνοια για το ότι δεν υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες για να αντιληφθούν το φλόγισμα στα μάγουλά μου/είχα μείνει πλέον άφωνος, στο έλεος αυτού του πλάσματος στου οποίου τα λόγια και τη γοητεία δεν είχα τρόπο, αλλά ούτε και διάθεση να αντισταθώ). Ο έρωτας του ενήλικα πια Ντανιέλ με τη Μπέα, όπου η εφηβική ειρωνεία και το μίσος γίνεται αγάπη με βήματα σταδιακά (μας προστάτευε το λυκόφως κι εκείνη η σιωπή της εγκατάλειψης, που φέρνει κοντά τους άγνωστους, κι ένιωσα την τόλμη να πω οτιδήποτε, κι ας ήτανε η τελευταία φορά/κάποιος είπε ότι από τη στιγμή που σταματάς για να σκεφτείς αν αγαπάς τον άλλον, δεν τον αγαπάς πια/ο πιο σοφός άνθρωπος στον κόσμο, ο Φερμίν, δεν μου είχε πει τίποτα γι αυτό το παράξενο τρέμουλο των χεριών που καθιστούσε κάθε κουμπί, κάθε φερμουάρ, ένα έργο υπεράνθρωπο/δεν μου είχε πει τίποτα γιατί ήξερε πως το θαύμα συμβαίνει μόνο μια φορά, πως όταν συνέβαινε, μιλούσε τη δική του, μυστική γλώσσα, που μόλις αποκαλυπτότανε χανότανε για πάντα)∙ τέλος, οι μοιραίοι έρωτες της Πενέλοπε και της Νούρα Μονφόρτ με τον συγγραφέα, τον Χούλιαν Καράξ, περιγράφονται εσωτερικά και πολύ πειστικά, σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα παίζουν λειτουργικό ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης.
Εξίσου κυρίαρχο ρόλο έχει και το θέμα της φιλίας, και μάλιστα σε διαφορετικές φιλικές σχέσεις: Φερμίν-Ντανιέλ, Ντανιέλ-Τομάς (παρατήρησα αυτόν τον ντροπαλό και σιωπηλό γίγαντα που τριγυρνούσε μέσα στις τάξεις και στους διαδρόμους του σχολείου σαν μια αδέσποτη ψυχή). Δεν βλέπουμε μόνο τις εκδηλώσεις φιλίας όπως είναι η αυτοθυσία του Μικέλ από την αγάπη του στον Χουλιάν, αλλά ο Θαφόν κάνει τον αναγνώστη να καταλάβει/νιώσει και ποιοι είναι οι ενδότεροι λόγοι που συνδέουν τους δυο φίλους.

Ενδιαφέρον έχει και το ιστορικό πλαίσιο, αλλά δε νομίζω ότι δικαιολογείται ο όρος «ιστορικό μυστήριο», όπως αναφέρει η Biblionet . Οι πινελιές αυτές αφορούν αναφορές στον ισπανικό εμφύλιο, στο φρούριο του Μοντζούικ στη Βαρκελόνη όπου θανατώθηκαν πολλοί δημοκρατικοί (και πρόσωπα του βιβλίου) και η απειλητική παρουσία του επιθεωρητή Φερμέρο, του οποίου οι μέθοδοι παραπέμπουν στη σκοτεινή αυτή περίοδο της ισπανικής ιστορίας. Τέλος, θα δανειστώ από τον librofilo το σχόλιο που έκανε για το «Παιχνίδι του αγγέλου», ότι το γκόθικ στοιχείο του μυθιστορήματος ενισχύεται από την έντονη παρουσία της Βαρκελώνης στην δράση.
Χριστίνα Παπαγγελή

Παρασκευή, Ιανουαρίου 09, 2015

Αναμνήσεις ενός επαναστάτη, Βικτόρ Σερζ (2ο μέρος)

(συνέχεια της παρουσίασης )

5.     Η Ευρώπη σε σκοτεινή στροφή (1922-26)
Μπορούμε άραγε να προσδιορίσουμε από πριν
την ημερομηνία μιας επανάστασης;

Ο συγγραφέας εξακολουθεί να υπερασπίζεται το μπολσεβικικό όραμα, συγκρίνοντας το με την συμβιβαστική πολιτική των σοσιαλδημοκρατών∙ ήταν η μόνη θεραπεία μέσα σ ένα αστικό σηπόμενο κόσμο. Όμως, όπως λέει παρακάτω, σχεδόν κανείς δεν κατάλαβε, μέσα στη Διεθνή, την πορεία στη Ρώμη και την άνοδο του Μουσολίνι. Η γνώμη των διοικούντων ήταν ότι αυτή η μπουφόνικη φιγούρα θα φθειρόταν σύντομα.
Με άλλους εκπρόσωπους και πράκτορες της Διεθνούς, με τη γυναίκα του και το γιο του, με την ταυτότητα αρχικά Πολωνού και στη συνέχεια Λιθουανού, καταλήγει στο Βερολίνο όπου ετοιμάζεται η εξέγερση της 25ης Οκτωβρίου (τελικά ξεκίνησε την 23η Οκτωβρίου) στο Ράιχ. Εκεί η Ρωσική επανάσταση διατηρούσε όλο το φωτοστέφανο της καινούριας δικαιοσύνης, της νέας οργάνωσης της παραγωγής, της άγνωστης δημοκρατίας. Ο Σερζ παρακολουθεί από πολύ κοντά όλα τα γεγονότα, μιλά για την καταστολή και την ήττα του κομμουνισμού και της γερμανικής εργατιάς. Η κρίση της αστικής τάξης και οι όροι της συνθήκης των Βερσαλλιών ρίχνουν τη γερμανική  εργατική τάξη στη μιζέρια και την πείνα. Μιλά  και για τον Αδόλφο Χίτλερ: «ένας αδύνατος αγκιτάτορας ενός μικροσκοπικού κόμματος που αναπτύσσεται στη Βαυαρία, επιχειρεί τη γελοία πραξικοπηματική του ενέργεια στο Μόναχο... (Νοέμβρης 1923, πραξικόπημα μπυραρίας).
         
Το πρωινό της αναγγελίας της δικτατορίας του φον Σέεκτ, ο Σερζ παίρνει το εξπρές για την Πράγα, μια όαση ευημερίας και ευγένειας. Τα γεγονότα είναι καταιγιστικά. Αποτυχημένη εισβολή στην Εσθονία, καταστολή της εξέγερσης στη Γεωργία, θυελλώδης άνεμος στα Βαλκάνια. Βρίσκεται στην καρδιά της Ευρώπης, στην καρδιά του μεσοπολέμου… Με αφορμή το θάνατο του Λένιν, ο συγγραφέας παραθέτει ένα συγκλονιστικό ελεγείο (μαζί με μερικούς άλλους, ο άνθρωπος αυτός έφερε σε ένα τεράστιο κίνημα από διστακτικές μάζες την πιο φωτεινή και την πιο καθοριστική πολιτική συνείδηση). Ενδιαφέρεται για το κίνημα της Βαλκανικής Ομοσπονδίας (μαθαίνουμε την ύπαρξη της ORIM, μακεδονικής εθνικιστικής και τρομοκρατικής οργάνωσης από το 1893), γύρω απ τη μεγάλη ιδέα της οποίας βρίσκονταν μυρμηγκιές πρακτόρων. Ο συγγραφέας παραθέτει με λεπτομέρειες την επαφή του με πολλούς «ρομαντικούς επαναστάτες» που τους γνώρισε προσωπικά, όπως η Αγγέλικα Μπαλαμπάνοβα, ο Μπέλα Κουν (μιλά αρνητικά) και ο Γκέοργκ Λούκατς. Αρχίζει και διαβλέπει την αρχή της πολεμικής ενάντια στον Τρότσκι με το μέρος του οποίου τάσσεται, τουλάχιστον στα χρόνια αυτά. Η επανάσταση βρίσκεται πια σε αδιέξοδο (επειδή κάποιοι έδωσαν δείγματα πολιτικής γενναιότητας ζητώντας να ενημερωθούν σχετικά με τις ρωσικές υποθέσεις, διώχτηκαν).
Όπως τον συμβουλεύει και ο Λούκατς, οι ταπεινώσεις δεν έχουν τόση μεγάλη σημασία για μας. Μην εξοριστείτε για το τίποτα. Ας οργανώσουμε τις δυνάμεις μας. Η ιστορία θα μας χρειαστεί ξανά.

6.     Η επανάσταση σε αδιέξοδο (1926-28)
Γιατί αυτή η παρατεινόμενη συντριβή στη ρώσικη γη μας;

           Η επιστροφή στη ρώσικη γη είναι σπαραξικάρδια. Πολλοί σύντροφοι, πολύ αξιόλογοι (όπως η Ευγενία Μπογδάνοβα Μπος, ο ποιητής Εσένιν/ ο μεγάλος λυρικός μας ποιητής, ο ποιητής της ρωσικής υπαίθρου, των καμπαρέ της Μόσχας, των μποέμ τραγουδιστών της εποχής της επανάστασης, και πολλοί άλλοι που αναφέρονται με λεπτομέρειες) δίνουν τέλος στη ζωή τους. Διωγμένοι από το κόμμα, διότι είχαν προτείνει την «καινούρια πορεία», οι νέοι άνδρες προτίμησαν για τον εαυτό τους το πιστόλι. Και ως γνωστόν ο Μαγιακόφσκι αυτοκτόνησε σύντομα, με μια σφαίρα στο στήθος∙ αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία. Συγκλονιστικός και ο θάνατος του Γιόφφε (η χώρα δεν άκουσε τον ήχο του πιστολιού του Γιόφφε που το ύστατο μήνυμά του παρέμεινε κρυφό).
Πώς να ζήσεις όταν το κόμμα σού αρνείται το δικαίωμα να το υπηρετήσεις; Η φτώχεια, η πείνα, ο πληθωρισμός έχουν φτάσει σε δυσβάσταχτα όρια…  Όμως η χυδαία στάμπα του χρήματος έχει εμφανιστεί πάνω σε όλα τα πράγματα. Μιλάει για το «βρόμικο εμπόριο», που προκύπτει από ψεύτικες κοοπερατίβες, με κλεμμένα λεφτά (δωροδοκίες κλπ), με διαφθορά. Απ αυτήν την άποψη η ΝΕΡ είναι αναμφισβήτητα μια ήττα.
Σ αυτό το κεφάλαιο ο Σερζ μιλά με σκληρότητα και πικρία όχι μόνο για τις αυτοκτονίες ένα σωρό διαψευσμένων αγωνιστών αλλά και γιατί ο αγώνας αυτός βυθίστηκε στη σιωπή της Ιστορίας (όλα είναι προδομένα, θα ομολογήσει ευθαρσώς κάποιος άνθρωπος της Τσεκά που 10 χρόνια πριν διέταξε νυχτερινή εκκαθάριση, δηλαδή σφαγή εκατοντάδων υπόπτων). Μιλά για τη γέννηση της αντιπολίτευσης, που θα εγκαινιάσει μια εποχή εσωτερικών εκκαθαρίσεων με επιστέγασμα τη δίωξη του Τρότσκι.
Ο Σερζ τοποθετεί στη χρονιά αυτή, το 1926, την απαρχή μιας ψύχωσης, ένα μοναδικό ψυχολογικό φαινόμενο μέσα στην ιστορία. Μέσα στα αδιέξοδα αυτής της ψύχωσης (άλλοι αυτοκτονούν, άλλοι οδηγούνται σε σεξουαλική διαστροφή/μου γεννήθηκε μια ακατανίκητη επιθυμία να γνωρίσω την κόλαση της κοινωνίας μας) γεννιέται η « Αντιπολίτευση του Λένινγκραντ» (επιμένω σ ένα σημείο της ιστορίας: δεν υπήρξε ποτέ κανένα άλλο Κέντρο της Αριστερής Αντιπολίτευσης στο Λένινγκραντ). Είναι οι τροτσκιστές, που είχαν δημιουργήσει την ομάδα τους από το 1923 και βρίσκονταν σε αναμονή. Ο Σερζ είναι μέλος της διεθνούς Επιτροπής του Κέντρου της αντιπολίτευσης στη Μόσχα. Στο Σπίτι του Τύπου, στο Λένινγκραντ, συναντά τον ρεαλιστή και οξυδερκή Βασίλι Τσαντάγεφ (ο Τσαντάγεφ έγινε φίλος μου. Ήταν ο πρώτος ανάμεσά μας που σκοτώθηκε/ο μόνος από μας που τόλμησε να θέσει το πρόβλημα ενός δεύτερου κόμματος- στον ιδιωτικό τομέα. Αυτός μόνο είχε προβλέψει τις μεγάλες δίκες της απάτης)  με τον οποίο θα δέσει τη μοίρα του μέχρι τη δίωξη του Τρότσκι και τη σύλληψή τους, ενώ το τραγικό τέλος του φίλου του θα τον καταρρακώσει.
 Πολλά συμβαίνουν στη διάρκεια των ταραγμένων αυτών χρόνων. Ο Τρότσκι εξακολουθούσε παρά τις καταγγελίες να είναι αισιόδοξος, αλλά η θύελλα ξέσπασε τελείως απρόσμενα. Ο Ζινόβιεφ και ο Καμένεφ, «εξέχουσες προσωπικότητες του Πολιτικού Γραφείου μετά τον θάνατο του Λένιν», απομονώνονται κι έρχονται σ επαφή με την Αντιπολίτευση. Περίπου πεντακόσια με εξακόσια άτομα είναι παράνομα οργανωμένα αλλά αρχίζει παράλληλα και μια διαδικασία στρατολόγησης. Οι κατηγορίες απέναντι  στην επίσημη γραμμή του κόμματος (στραγγαλισμός δημοκρατίας, περίπου δύο εκατομμύρια άνεργοι, ανεπάρκεια αγαθών, εκκαθαρίσεις, καταστολές) κωδικοποιούνται στην  «Πλατφόρμα», που υπογράφεται από μέλη της Κεντρικής επιτροπής, με σκοπό να μαζέψουν… τριάντα χιλιάδες υπογραφές. Η ιδεολογική μάχη είχε αφιερωθεί σε τρία προβλήματα για τα οποία γινόταν λόγος όσο το δυνατόν λιγότερο: για την κατάσταση στη γεωργία, για τη δημοκρατία μέσα στο κόμμα, και για την Κινεζική επανάσταση.
Η Κινεζική εξέγερση πνίγεται στο αίμα από τον αντικομμουνιστή Τσανγκ Κάι Σεκ ενώ οι Ζινόβιεφ, Τρότσκι, Ράντεκ κλπ θεωρούν ότι μια αλλαγή πολιτικής της Κεντρικής Επιτροπής θα έσωζε την επανάσταση. Η στάση του Στάλιν οξύνει τα πνεύματα, και η σύγκρουση πια του Πολιτικού Γραφείου με τις αντιπολιτευτικές ομάδες είναι δεδομένη (Φώναζα: « Συλλαμβάνετε τον Νετσάγεφ. Θα πρέπει αύριο να μας συλλάβετε κατά χιλιάδες. Μάθετε ότι είμαστε έτοιμοι και φυλακή να πάμε και εξορία και στα νησιά Σολόφσκι για να υπηρετήσουμε την εργατική τάξη. Τίποτε δεν θα μας κάνει να πάψουμε να μιλάμε).
Δεν πίστευα στη νίκη μας, ήμουν μάλιστα βέβαιος, βαθιά μέσα μου, για την ήττα μας.
Και παρακάτω:
Το σοβιετικό Θερμιδόρ ολοκληρώνεται τον Νοέμβριο του 1927, τις πρώτες μέρες της ανάληψης της εξουσίας. Μέσα σε δέκα χρόνια, η εξαντλημένη επανάσταση στράφηκε ενάντια στον εαυτό της).
Παρακολουθούμε βήμα βήμα την απομόνωση του Τρότσκι στην Άλμα Άτα, την απομάκρυνση εκατοντάδων αγωνιστών σε μακρινούς τόπους εξορίας, την ταπεινωτική συνθηκολόγηση των Ζινόβιεφ- Μπουχάριν (η συνθηκολόγηση του Ζινόβιεφ και του Κάμενεφ μας φάνηκε πολιτική αυτοκτονία και ταυτόχρονα θλιβερή παλινωδία. Οι Ρακόφσκι, Ράντεκ, Μουράλοφ διαβεβαίωσαν για τελευταία φορά την πίστη των διαγραφέντων στο κόμμα. Και το σχίσμα έγινε μέσα σ αυτήν την έξαρση πίστης).  Μέσα στα θύματα είναι κι ο Τσαντάγεφ, ενώ ο Σερζ περνά 7-8 βδομάδες απομόνωσης αλλά «το Παρίσι (Μπαρμπύς, Ρόζενταλ) ενδιαφέρθηκε γι αυτόν» και ελευθερώθηκε.

7.     Τα χρόνια της αντίστασης  (1928- 1933)
είδα και άκουσα τόσα πράγματα για το δράμα αυτών των σκοτεινών χρόνων που θα μου χρειαζόταν ένα ολόκληρο βιβλίο για να αφηγηθώ τα γεγονότα

Ο Σερζ δε συμμερίζεται την ψευδαίσθηση που έχουν οι περισσότεροι στην αντιπολίτευση, ότι πρέπει να δημιουργήσουν μια ισχυρή παράνομη οργάνωση με σκοπό την κομματική ένταξη κάποτε. Είναι υπέρ μιας νόμιμης, διάφανης και αδιάλλακτης αντιπολίτευσης.  Ωστόσο, η καταστολή είναι τόσο μεγάλη που οι μόνοι ελεύθεροι αντιπολιτευόμενοι στο Λένινγκραντ είναι.. ο ίδιος και η γυναίκα του Τρότσκι, στη Μόσχα ο Αντρές Νιν και λιγοστοί ακόμα. Η γραφειοκρατική αντεπανάσταση είχε φτιάξει ένα δεσποτικό  κράτος, περιορίζοντας τη χώρα σε απόλυτη σιωπή, κανείς μα κανείς ανάμεσά μας δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Η ταπείνωση όμως δεν έχει τελειωμό, γιατί όσους αποκηρύσσουν τη συμμετοχή τους στην αντιπολίτευση τους αναγκάζουν να καταδώσουν συντρόφους, και όχι μια φορά αλλά δέκα φορές, ασταμάτητα.
Η κρίση του σιταριού οδηγεί σε άπειρες κατασχέσεις από αποσπάσματα νεαρών κομμουνιστών που αρπάζουν όχι μόνο σιτηρά, αλλά λινάρι, καπνό, βαμβάκι, κλπ. Η σύγκρουση με την αγροτιά  (αν το κράτος δημεύει τα σιτηρά, ποιος ο λόγος να τα σπείρουμε;) οδηγεί σε μια έκρυθμη κατάσταση που θυμίζει εμφύλιο. Η σιτοδεία και ο λιμός που ακολουθεί επιδεινώνουν τα προβλήματα, που οδηγούν σε μαζικές εξορίες και τρομοκρατία (με συρμούς ολόκληρους, έφευγαν οι εκτοπισμένοι χωρικοί προς τον παγωμένο βορρά, τα δάση, τις στέπες, τις ερήμους, πληθυσμοί ρημαγμένοι μη έχοντας τίποτε). Η κολεκτιβοποίηση μείωσε τα νοικοκυριά κατά πέντε εκατομμύρια οικογένειες (!!!) μέσα σε εφτά χρόνια…
Κρίση στη βιομηχανία. Κρίση κρέατος. Μαζικές δίκες, εκτελέσεις χωρίς δίκη. Η κατηγορία του σαμποτάζ σε χιλιάδες τεχνικούς, μια τερατώδης συκοφαντία με μοναδική δικαιολογία της την ανάγκη να βρεθούν υπεύθυνοι σε μια οικονομική κατάσταση που είχε καταντήσει ανυπόφορη. Οι φυλακίσεις και εξορίες κατέληξαν να γίνονται και μεταξύ αδερφών, ενώ το Πολιτικό Γραφείο ξαναπαίρνει υπόψη του τις ιδέες της απόβλητης αντιπολίτευσης (εκτός από την εργατική δημοκρατία) και τις εφαρμόζει με βιαιότητα! Ο Στάλιν ζητά… υποστήριξη αν επανεντάξει τους διωχθέντες στο κόμμα, ενώ ο Τρότσκι (εξόριστος στην Άλμα Άτα) τους προτρέπει να υποστηρίξουν τον Στάλιν για να μην επικρατήσει η «δεξιά»!!!

Αυτήν την περίοδο ο Σερζ, μετά από μια δύσκολη αρρώστια που τον έφτασε κοντά στον θάνατο, παίρνει την απόφαση να γίνει συγγραφέας! Μέχρι τότε θεωρούσε ότι η λογοτεχνία ήταν κάτι δευτερεύον, αλλά τη συγκεκριμένη εποχή συνειδητοποιεί ότι αξίζει τον κόπο (θα μπορούσα καθώς η συμπεριφορά μου ως αντιπολιτευόμενου είχε καταντήσει σε απραξία, να προσφέρω γι αυτούς τους καιρούς, χρήσιμες μαρτυρίες). Μιλά αρκετά εκτεταμένα για την προσωπική του εμπλοκή, τα μυθιστορήματα που γράφει με χίλιες δυσκολίες  αλλά και για τη γραφή γενικότερα:
Οι ποιητές και οι μυθιστοριογράφοι δεν είναι πολιτικά πνεύματα γιατί δεν είναι ουσιαστικά ορθολογιστές. Η πολιτική ευφυΐα ακόμη και στην περίπτωση του επαναστάτη είναι βασισμένη σε έναν βαθύ ιδεαλισμό, απαιτεί έναν επιστημονικό κι έναν πραγματιστικό εξοπλισμό και εξαρτάται στη συνέχεια από τους κοινωνικούς σκοπούς όπως αυτοί έχουν οριστεί. Ο καλλιτέχνης, αντίθετα, αντλεί ασταμάτητα το υλικό του από το ασυνείδητο, το προσυνειδητό, από την ενσυναίσθηση, από την εσωτερική λυρική ζωή που είναι αρκετά δύσκολο να την προσδιορίσει κανείς. (…) Θα μπορούσε άραγε ο ίδιος άνθρωπος να είναι ταυτόχρονα μεγάλος πολιτικός και μεγάλος μυθιστοριογράφος ως μια και μόνη προσωπικότητα; Αμφιβάλλω, βλέποντας σ αυτές τις υπάρξεις ριζικές ασυμβατότητες.
Έτσι, μέσα από αυτή τη νέα ασχολία, ο Σερζ μάς δείχνει  τα τεκταινόμενα στον χώρο των εκδόσεων, των βιβλίων κλπ. Ο Μαξ  Ήστμαν βρήκε τη σωστή διατύπωση: « ένστολοι συγγραφείς». Η στρατιωτικοποίηση των Ρώσων συγγραφέων κράτησε χρόνια∙ και η ελευθερία της δημιουργίας χάθηκε ταυτόχρονα με την ελευθερία της γνώμης, με την οποία είναι άρρηκτα δεμένη.
Το 1928-9 οι συγγραφείς στο Λένινγκραντ σκέφτηκαν να ξεσηκωθούν κατά της λογοκρισίας, τις εκστρατείες δυσφήμισης κλπ. Δεν είχαν ακόμη αρχίσει οι εξορίες. Όμως, σε διάφορες δίκες αρχίζουν και ψηφίζουν ενάντια στους συντρόφους τους, ενώ δεν το πιστεύουν. Η στάση του Σερζ είναι (ή, τουλάχιστον, την παρουσιάζει), παλικαρίσια, όπως δηλώνει δημόσια: σκέφτομαι ότι γίνεται τόση κατάχρηση με το περίστροφο, ώστε ο μόνος τρόπος να αποδώσει κανείς τιμή στην ανθρώπινη ζωή στην ΕΣΣΔ θα ήταν να ανακοινώσει την κατάργηση της ποινής του θανάτου, σύμφωνα με το σοσιαλιστικό πρόγραμμα του 1917).
Μια πολλαπλή λογοκρισία αλλοίωνε ή σκότωνε τα βιβλία. Ο Σερζ δίνει διάφορα δείγματα της λογοκρισίας αυτής, της «κριτικής» που αποστείρωνε κάθε αληθοφάνεια, αλλά όπως λέει και ο ίδιος, αυτό που δεν μπορεί να μεταφέρει είναι η εξουθενωτική, αποκαρδιωτική και ανόητη ατμόσφαιρα ορισμένων συγκεντρώσεων των συγγραφέων που είχαν ξεπέσει σε μια γεμάτη ζήλο υπακοή. Υπάρχουν ωστόσο και οι αντιφρονούντες, αλλά τα χέραι ήταν δεμένα… Το έγκλημά μας ήταν απλά το ότι υπήρχαμε, το ότι δεν αρνιόμαστε τον εαυτό μας, διατηρούσαμε τις φιλίες μας, και μιλούσαμε ελεύθερα μεταξύ μας…
Η συνεχή καταδίωξη όμως τρελαίνει τον κόσμο, άλλωστε το καθεστώς καταβρόχθιζε κάθε εξάμηνο και μια καινούρια κατηγορία θυμάτων (τροτσκιστές, κουλάκοι, τεχνικοί, έμποροι, κ.α.). Σιγά σιγά τρελαίνεται και η γυναίκα του συγγραφέα, εξουθενωμένη από μα τραγική οικογενειακή ιστορία με τον πατέρα της. Δεν είναι επίσης τυχαίο, ότι η νεαρή γυναίκα του Στάλιν, Ναντιέζντα Αλληλούγεβνα, αυτοκτόνησε στο Κρεμλίνο με μια σφαίρα στο στήθος.
Στο τέλος αυτής της περιόδου βρίσκουμε τον Σερζ να διακηρύσσει γραπτά τις βασικές αρχές του και τις ενστάσεις του, σε μήνυμα που στάλθηκε στο Παρίσι (ένα γράμμα- διαθήκη) ζητώντας να δημοσιευτούν σε περίπτωση εξαφάνισής του. Πιστεύει ότι ήταν ο πρώτος που ονόμασε απολυταρχικό το σοβιετικό καθεστώς.

8.      Τα χρόνια της αιχμαλωσίας (1928-1933)
Δεν υπήρχε τίποτα, δεν μπορούσε εδώ να υπάρχει τίποτα για να με ψέξουν
εκτός αν ήταν έγκλημα γνώμης, η οποία όμως υπήρχε εδώ και χρόνια,
και εύκολο να την κρίνεις όπου κι αν βρισκόμουν

1933. Η γυναίκα του Σερζ πάσχει από μανιοκαταθλιπτική ψύχωση (σχιζοφρένεια έλεγε η διάγνωση) και τον συγγραφέα τον συλλαμβάνουν  καθώς βγήκε να της πάρει φάρμακα… Γίνεται «έρευνα για εγκληματικότητα» που θα κρατήσει για δέκα μόνο λεπτά∙ φυσικά συλλαμβάνεται, φυλακίζεται, στέλνεται στη Μόσχα κι από κει στο  Όρενμπουργκ όπου θα ζήσει αυτά τα πέντε χρόνια της αιχμαλωσίας. Είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά  κεφάλαια του βιβλίου, από την άποψη ότι συμμετέχει ο αναγνώστης στην αγωνία του ήρωα, που δεν ξέρει κάθε στιγμή τι θα του ξημερώσει, γιατί γνωρίζει πολύ καλά ότι γίνονται μυστικές εκτελέσεις χωρίς δίκη και μαζικές εκτοπίσεις για πολύ πιο ασήμαντη δράση.
Οι λεπτομέρειες όλης της πεντάχρονης αυτής περιπέτειας δίνονται βιωματικά.  Οι πολύ ουσιαστικές φιλίες, ακόμα και με άτομα της δεξιάς αντιπολίτευσης. Άπειρες ανθρώπινες τραγωδίες με ονοματεπώνυμο, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν ξεχωριστό κεφάλαιο η καθεμιά. Οι ατέλειωτες ανακρίσεις δείχνουν  στον συγγραφέα όλο το μηχανισμό τον οποίο  θα ακολουθήσουν αργότερα οι μεγάλες δίκες. Αντιστέκεται με γενναιότητα, με λόγια που σφάζουν.  Έτσι κι αλλιώς έχει διαγραφεί ως μέλος της αντιπολίτευσης, δεν έχει νόημα να δηλώσει αφοσίωση στην Κεντρική Επιτροπή ή στο κόμμα. Παρόλ αυτά, τις μέρες αυτής της απόλυτης απομόνωσης που διαρκεί η ανακριτική διαδικασία (80 μέρες με έξι ανακρίσεις) κοιμόταν όσο περισσότερο μπορούσε, βάδιζε, έκανε γυμναστική, έκανε μαθήματα στον… εαυτό του, έγραφε νοερά νουβέλες ή δράματα…
Μελετούσα το πρόβλημα της ζωής και του θανάτου. Είχα την αίσθηση, και την έχω ακόμα, ότι έφθανα σε μια θέαση των πραγμάτων σχεδόν ανέκφραστη με φιλοσοφικούς όρους, αλλά σωστή, πλατιά, καθησυχαστική. Εν πάση περιπτώσει, απέκτησα πραγματική γαλήνη. Και η ανάμνηση αυτών των ημερών παραμένει μέσα μου μια ανάμνηση πνευματικής υπέρβασης και συνταρακτικής δύναμης.
Η μετάβαση στο Όρενμπουργκ, την «πρωτεύουσα των στεπών», αυτήν την Κιργισιανή πόλη του Καζακστάν, συμπίπτει μ έναν φοβερό λιμό στην περιοχή. Η άθλια κοινωνική ζωή  σ αυτήν την απομακρυσμένη περιοχή στον Ουράλη ποταμό περιγράφεται με πολλή γλαφυρότητα. Τρομερό κρύο τον χειμώνα, απίστευτη ζέστη το καλοκαίρι, ελονοσία χωρίς φυσικά κινίνη.
Οι εξόριστοι, που είναι περίπου το 10% των κατοίκων, πρέπει να βρουν δουλειά και να βολευτούν όπως μπορούν, χωρίς να φύγουν από την πόλη (η εξορία είχε στην πραγματικότητα πολλές διαβαθμίσεις). Πρέπει να παρουσιάζονται κατά περίπτωση, καθημερινά, ή κάθε τρεις μέρες, ή κάθε δέκα λεπτά στην Γκεπεού. Για να βρεις δουλειά πρέπει να στο επιτρέψει η Γκεπεού, πρέπει να επανενταχτείς στο κόμμα. Δεν ετίθετο βέβαια τέτοιο θέμα, όσον αφορά τον Σερζ. Βιοπορίζεται με τις εκδόσεις του στο Παρίσι.
Εδώ θα ξαναβρεθεί με τη γυναίκα του και τον γιο του, οι οποίοι φέρανε και τα χειρόγραφα, και τη γραφομηχανή. Αποφάσισα να εργαστώ σα να είχα μπροστά μου μέλλον∙ στο τέλος τέλος μπορεί και να είχα. Υπήρχε μια πιθανότητα στις δυο να επιβιώσω, η άλλη ήταν να χαθώ στις φυλακές. Με κάθε τίμημα, αμετάκλητα, θα διατηρήσω, ενάντια στο δεσποτισμό αυτό το ελάχιστο των δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας∙ το δικαίωμα να σκέφτομαι ελεύθερα.
Η διεύθυνση του σχολείου στο Όρενμπουργκ κάλεσε τον Σερζ για να τον « επιπλήξει» για το «αντισοβιετικό» πνεύμα με το οποίο μεγάλωνε το αγόρι του, κι αυτό με αφορμή την παρατήρηση του παιδιού ότι στη Γαλλία τα συνδικάτα λειτουργούν ελεύθερα!
Ο συγγραφέας παραθέτει πάλι με ονοματεπώνυμο σύντομα τις ιστορίες πολλών συντρόφων από την περίοδο εκείνη, μικρές τραγωδίες τις περισσότερες φορές.
Ο χειμώνας του 1934-35 ήταν τρομερός, γιατί αφενός η γυναίκα του είχε πάει για θεραπεία στο Λένινγκραντ, αφετέρου η Γκεπεού του έκοψε ξαφνικά τα τρόφιμα. Η ντιρεκτίβα εναντίον του είναι πια γεγονός, μέχρις ότου αρρωσταίνει βαριά και περνά βδομάδες στη χειρουργική κλινική του Όρενμπουργκ, στο τμήμα «πυωδών νόσων», που ήταν γεμάτο από αρρώστους των οποίων η αληθινή αρρώστια, το πραγματικό ατύχημα ήταν ο υποσιτισμός.
Ο Σερζ, αντίθετα από τις προβλέψεις, επέστρεψε σπίτι του αντί να εξαφανιστεί: αυτό έγινε γιατί είχε αναπτυχθεί μια πεισματάρικη μάχη στη Γαλλία γύρω από το όνομά μου. Αγωνιστές και διανοούμενοι απαιτούσαν ή την ελευθέρωσή μου ή την δικαιολόγηση της εξορίας μου. Είναι η εποχή της περιβόητης δίκης του Σεργκέι  Κίροφ[1], γραμματέα της Κομματικής Οργάνωσης του Λένινγκραντ, και της δολοφονίας του από τον Λεονίντ  Νικολάγεφ, η οποία εγκαινιάζει τις μεγάλες μαζικές εκτοπίσεις και εκκαθαρίσεις δεκάδων χιλιάδων κατοίκων του Λένινγκραντ, και, ως γνωστόν, τις Μεγάλες Δίκες και τις απροκάλυπτες, μαζικές διώξεις.
Η «υπόθεση Βικτόρ Σερζ» ενοχλεί τους κύκλους των διανοουμένων στο Παρίσι.  Στο Παρίσι, τον Ιούνιο του 1935 γίνεται ένα « διεθνές συνέδριο συγγραφέων για την υπεράσπιση της κουλτούρας» (Ρ. Ρολάν, Μαλρώ, Μπαρμπύς, Ζιντ). Ο Ρομαίν Ρολλάν, μάλιστα, επισκέφτηκε γι αυτόν τον λόγο τον Στάλιν, ο οποίος υπόσχεται ότι θα του δοθεί άδεια να εγκαταλείψει την ΕΣΣΔ μαζί με την οικογένειά του.
Ήξερα μόνο ότι η πολιτική εξορία ήταν κάτι που δεν τελειώνει ποτέ για αυτούς που έχουν σταθερές πεποιθήσεις.

9.     Η ήττα της Δύσης (1936- 1941)

Το τρένο μπήκε στην ουδέτερη ζώνη των γκρίζων συνόρων. Οι εξόριστοι διασχίζουν την Πολωνία, τη ναζιστική Γερμανία και καταλήγουν στις Βρυξέλλες, τη γενέτειρα του συγγραφέα. Το σοκ της σύγκρισης της ζωής στη σοβιετική ένωση με τη ζωή στη δύση είναι μεγάλο (αυτός ο πλούτος που τον άγγιζες απλώνοντας το χέρι σου, το χέρι ενός ανέργου σε έναν εργατικό δρόμο, χωρίς σοσιαλισμό ούτε πλάνο! Ήταν εκνευριστικό. Τα ήξερα όλα αυτά από πριν, αλλά η πραγματικότητα με κατέπληξε σαν να μην ήξερα τίποτα απολύτως/ σου ερχόταν να κλαις από ταπείνωση και πόνο για την επαναστατική μας Ρωσία). Ιδιαίτερα ο υιός Σερζ, που δεν έχει γνωρίσει τον δυτικό τρόπο ζωής, δεν μπορεί να διανοηθεί ότι κάποιο μαγαζί, φερειπείν, ανήκει σ έναν μόνο άνθρωπο!
Οι επαναστάτες εδώ, οι αριστεροί, είναι «χορτασμένοι», πηγαίνουν σαν μπουρζουάδες στη σοσιαλιστική γιορτή της πρωτομαγιάς, και προτρέπουν τον Σερζ να μη γράψουν τίποτα για τη Ρωσία, γιατί βρίσκονται στην αρχή ενός καταπληκτικού λαϊκού κινήματος ενθουσιασμού, με διαδηλώσεις, ζυμώσεις, συναντήσεις… Το Μάη του ‘ 36, όντως, ξεσπάνε απεργίες σε Γαλλία και Βέλγιο, με ταυτόχρονη κατάληψη εργοστασίων.
Ενώ αφαιρούν από την οικογένεια Σερζ τα διαβατήρια και τη σοβιετική ιθαγένεια, και οι αριστεριστές πιστεύουν ότι έχουν χάσει κάθε ευκαιρία, κι ενώ ξεσπάει η Ισπανική επανάσταση, δημοσιοποιούνται οι αναρίθμητες συλλήψεις και δίκες, εκτελέσεις κλπ των γνωστών κομμουνιστικών στελεχών στην ΕΣΣΔ (Ζινόβιεφ, Κάμενεφ,κα.), και όλων των γνωστών και φίλων (ήταν αδύνατον να δολοφονήσεις αυτούς και να αφήσεις να ζήσουν οι άλλοι, τα αδέρφια τους, αδύναμοι μάρτυρες, μάρτυρες ωστόσο οι οποίοι καταλάβαιναν τα πάντα στο βάθος).
Ιδρύθηκε στο Παρίσι μια «Επιτροπή έρευνας για τις δίκες της Μόσχας – και για την υπεράσπιση της ελευθερίας τη γνώμης μέσα στην επανάσταση».  Ήταν ο απελπισμένος αγώνας μιας «χούφτας συνειδήσεων» ενάντια στην πλήρη κατάπνιξη της αλήθειας στην παρουσίαση των εγκλημάτων που χαντάκωναν την ΕΣΣΔ και προετοίμαζαν την ήττα της Ισπανικής Δημοκρατίας». Γιατί είναι γνωστό πια, ότι, όπως λέει κι ο ίδιος ο συγγραφέας, η υπερβολή του πιο ασύστολου ψεύδους που θα μπορούσε να συλλάβει κανείς ήταν ολοφάνερη στα μάτια μας, εμάς των μαρτύρων που ήμασταν σχεδόν φιμωμένοι. Ο παραλογισμός φτάνει στο ζενίθ: οι Μυστικές Υπηρεσίας μπερδεύονται με τη Γκεστάπο, η Ιαπωνία μπαίνει στη σκηνή, κατηγορούνται οι τροτσκιστές για το λιμό της κολεκτιβοποίησης, ενώ βρίσκονται στη φυλακή! Η σοβιετική εξουσία εξαφανίζει οποιονδήποτε είχε γίνει μάρτυρας οποιουδήποτε εγκλήματος, ώστε το χαλκευμένο ψεύδος να γίνει πιστευτό.
Το «μυστήριο των ομολογιών», που δεν καταλαβαίνουν οι δυτικοί διανοούμενοι επικαλούμενοι την ατομική συνείδηση, εξηγείται από τον Σερζ με «ρωσική εξήγηση». Δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι οι επαναστάσεις και τα απολυταρχικά καθεστώτα διαμορφώνουν μια άλλη ατομική συνείδηση και ότι βρισκόμαστε σε μια εποχή σύγχυσης της ανθρώπινης συνείδησης. Ο Αντρέ Ζιντ, πρόθυμος να κάνει «πολλά για τα θύματα της Μόσχας» ανακόπτεται (δυο φορές προσπάθησε να με πλησιάσει ο Μπουχάριν και τον εμπόδισαν… δεν θέλω ωστόσο να υπάρχει ούτε ίχνος πεσιμισμού στο βιβλίο μου… Τι βρισιές έχω να εισπράξω! Και θα υπάρχουν πολιτοφύλακες της Ισπανίας που θα με θεωρήσουν πραγματικά προδότη!)
Η αντίθεση των αναρχικών ομάδων στην Ισπανική Επανάσταση με το κομμουνιστικό κόμμα είναι γεγονός το 1937 (προετοιμάζουν στη Βαρκελώνη την εξολόθρευση κάποιων χιλιάδων αναρχικών και στρατευμένων στην POUM). Οι αρχηγοί του POUM συλλαμβάνονται, οδηγούνται σε άγνωστο προορισμό, όχι από την κανονική αστυνομία αλλά από την αστυνομία του κομμουνιστικού κόμματος. Ήξερα ότι αν ο Αντρές Νιν [2]έπεφτε στα χέρια των Ρώσων, δεν θα έβγαινε ζωντανός.
Και αργότερα:
« Η Ισπανική Δημοκρατία χάθηκε! « Αδυνατώντας να νικήσει τον φασισμό, εγκατέστησε στο εσωτερικό ένα καθεστώς στρατοπέδων συγκέντρωσης και δολοφονιών ενάντια στους πιο δραστήριους και τους πιο σίγουρους αντιφασίστες και έχασε έτσι το ηθικό κύρος της δημοκρατίας.
Τα εγκλήματα αυτά διαπράττονται με το γνήσιο ύφος των δικών της Μόσχας. (…) Παρακολουθούσαμε τη γέννηση των συλλογικών ψυχώσεων όπως αυτές που είχαν διαπραχθεί τον Μεσαίωνα, καθώς και τη δημιουργία μιας μεθοδικής καταστολής της κριτικής σκέψης που με τόσο κόπο είχε κατακτηθεί μέσα από τον σύγχρονο στοχασμό. (…) Για τον απολυταρχισμό ο μεγαλύτερος εχθρός είναι η κριτική σκέψη- γι αυτό αγωνίζεται με πείσμα να την εξαφανίσει. Δεν μπορεί να υπάρξει συζήτηση ανάμεσα στους επίσημους κομμουνιστές και τους κομμουνιστές της αντιπολίτευσης, μόνο βρισιές, απειλές, καταγγελίες.
Το κίνημα διεθνούς αλληλεγγύης υπέρ των καταδιωγμένων της Ισπανίας που οργανώθηκε αυτήν την εποχή, φαίνεται ότι είχε ένα αποτέλεσμα. Την άνοιξη του 1937, ωστόσο, ο Σερζ την χαρακτηρίζει «μαύρη». Έχει εξολοθρευθεί η εξέγερση της Βαρκελώνης κι έχει αρχίσει η δεύτερη από τις έξι μεγάλες δίκες της Μόσχας. Τα εγκλήματα διαδέχονται το ένα το άλλο (πάλι ο συγγραφέας δίνει ονοματεπώνυμο στις άπειρες τραγωδίες γύρω του)∙ μέσα σ αυτά και η μυστηριώδης εξαφάνιση του γιου του Τρότσκι, Λέων Σέντοφ.
Το αισιόδοξο και λαμπερό Παρίσι της Παγκόσμιας Έκθεσης του 1937, απομακρυνόταν στο παρελθόν. Ο αντίκτυπος της Ισπανικής και της ρωσικής τραγωδίας στη Γαλλία είναι άμεσος. Η πανωλεθρία της Ισπανίας προκάλεσε πραγματικά ηθική καταστροφή στη Γαλλία. Με την εισβολή του Φράνκο στη Μαδρίτη και στη συνέχεια στη Βαρκελώνη εκατοντάδες χιλιάδες καταδιωγμένοι διασχίζουν τα Πυρηναία. Η γενναιοδωρία εξαφανίζεται, οι μάζες απλώς απομακρύνονταν από τους ηττημένους και από τα προβλήματα που αυτοί σιωπηλά έθεταν. (…) Θα άκουγα αργότερα, στην πορεία για την ήττα της Γαλλίας, εξαιρετικούς ανθρώπους να μιλούν με περιφρόνηση για τους «Ισπανούς καταδιωγμένους».
Άλλωστε, και σε επίπεδο πολιτικής η συμφωνία του Μονάχου αφήνει ξεκρέμαστους τους Τσεχοσλοβάκους εφόσον Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία και Γερμανία συμφωνούν να παραχωρηθεί η Σουδητία στη Γερμανία και με εδαφικές συνέπειες γενικότερα υπέρ της Γερμανίας[3].  Είναι φανερό πια ότι ο γαλλικός λαός δεν μπορεί να αγωνιστεί, κι αυτό έχει επιπτώσεις στην πορεία του γαλικού εργατικού κινήματος.
Την ίδια εποχή ο Σερζ έρχεται σε ρήξη με τον Τρότσκι, που είναι εξόριστος στη Νορβηγία (τον έβλεπα να μπερδεύει μέσα στη λάμψη μιας υψηλής ευφυΐας τις σχηματικές μεθόδους του παλιού μπολσεβικισμού, για τον οποίο πίστευε ότι θα ερχόταν η αναπόφευκτη ανάσταση, σε όλες τις χώρες). Το πρόβλημα της ελευθερίας δεν μπόρεσε να το θέσει η Κόκκινη επανάσταση, καταλήγει ο συγγραφέας. Ο συκοφαντημένος, εκτελεσμένος, δολοφονημένος τροτσκισμός αποτελούσε εδώ απόδειξη μιας νοοτροπίας συμμετρικής προς τη νοοτροπία του σταλινισμού που η ίδια πολεμούσε. Η Αριστερή Αντιπολίτευση, κατά τον Σερζ, ήταν ένα κίνημα προσκολλημένο στην υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Και ο πόλεμος πλησιάζει… Ενώ η Ισπανία θα μπορούσε να νικήσει το φασισμό βοηθούμενη κι απ τους Μαροκινούς αυτονομιστές, η ΕΣΣΔ σαν να προσπαθούσε να τραβήξει σε μάκρος την αντίσταση στον φασισμό με μοναδικό σκοπό να κερδίσει χρόνο. Το Γενάρη του 1939 ο Φράνκο μπαίνει στη Βαρκελώνη χωρίς αντίσταση. Τα παρασκήνια της σχέσης Γερμανίας Ρωσίας, που κατέληξαν στο σύμφωνο Ρίμπεντροπ- Μολότοφ δίνονται με σχετικές λεπτομέρειες. Η αλλαγή κατεύθυνσης στην πολιτική βρετανών και γάλλων κατάφερε να αποθαρρύνει την εργατική τάξη και τη λαϊκή αριστερά γενικότερα. Στην πραγματικότητα σήμαινε την εγκατάλειψη του πολωνικού λαού και των Εβραίων της Πολωνίας στο ναζισμό, την εγκατάλειψη των δημοκρατιών που απειλούνταν από τον ολοκληρωτισμό, τη συγκατάθεση της ΕΣΣΔ για την απαρχή του πολέμου.
Ο Σερζ βιώνει την παράδοση του Παρισιού στους Γερμανούς τον Ιούνιο του 1940. Κανείς δεν θέλει τον πόλεμο, κανείς δεν θέλει να αντιδράσει. Το κόμμα της αντίστασης (Ρεϋνώ, Νταλαντιέ, Λεόν Μπλουμ) έχει διαιρεθεί. Οι ξένοι που δεν είναι νόμιμοι οδηγούνται στην αστυνομία ενώ οι φυγάδες αντιναζιστές και αντιφασίστες θα γνωρίσουν καινούριες φυλακές: τις φυλακές της Δημοκρατίας που ήταν το τελευταίο τους άσυλο σ αυτή την ήπειρο και που τώρα χαροπαλεύει και έχει χάσει τα μυαλά της. Τους Ισπανούς και τις διεθνείς ταξιαρχίες που νίκησαν τον φασισμό στη Μαδρίτη τους συμπεριφέρονταν σα να ήταν πανουκλιασμένοι…
Η «κατάσταση της αποσύνθεσης» έχει προχωρήσει. Θα μπορούσαν να πολεμήσουν όλοι οι επαναστάτες όπως κι όλος ο γαλλικός λαός, αλλά κανείς δεν πίστευε σε τίποτε. Παρόλ αυτά, ο συγγραφέας διακρίνει την ιστορική αίσθηση που έχουν κάποιοι άνθρωποι που διαφεύγουν μαζί τους, ότι «αυτό θα συνέβαινε…»: λίγοι άνθρωποι έχουν αυτή τη νέα αίσθηση που ο σύγχρονος άνθρωπος ετοιμάζεται να αποκτήσει με κόπο: την ιστορική αίσθηση. (…) Μεγάλωσα μέσα σε ρώσους επαναστάτες εξορισμένους, οι οποίοι ήξεραν ότι η επανάσταση ερχόταν, αδυσώπητα  προς αυτούς, από τα βάθη του μέλλοντος. Μου δίδαξαν χωρίς λέξεις την πίστη στον άνθρωπο και τη βέβαιη αναμονή των αναγκαίων κατακλυσμών.
Όλοι τρέπονται σε φυγή, καθώς ο Χίτλερ απαιτεί την αλλαγή καθεστώτος. Αισθάνομαι αιφνιδίως αυτή την οδυνηρή αποκάλυψη: ότι είμαστε εμείς, πολιτικοί πρόσφυγες, διωκόμενοι επαναστάτες, τριπλά ηττημένοι στην παρούσα κατάσταση γιατί ορισμένοι από «εμάς» δεν είναι πια «με μας», έχοντας ηττηθεί στο βάθος της ψυχής τους και αποθαρρυνθεί. Και ότι μια άθλια μάχη ξεκινά ανάμεσά μας για τις θέσεις στην τελευταία λέμβο που βυθίζεται.
Μασσαλία, μια «πόλη κόκκινη», με ένα κόκκινο όμως σε απόχρωση καμπίνας. Η ύπαρξη κρέμεται σε ένα τεντωμένο σκοινί. Κάποιους όλες οι αστυνομίες τους κυνηγούν με λύσσα. Ο Σερζ γράφει, όχι από «αγάπη» για τη λογοτεχνία, αλλά γιατί έπρεπε να καταγράψει κάποιος αυτούς τους καιρούς. Η δυστυχία είναι ταπεινωτική. Είναι η εποχή της αυτοκτονίας του Μπένγιαμιν και της δολοφονίας του Τρότσκι.
  Ο αμερικάνος Μακντόναλντ, κι άλλοι ομοεθνείς του υπόσχονται βίζες. Για μία μόνο απόδραση θα μπορούσε να γραφεί ένα ολόκληρο μπαλζακικό βιβλίο, γεμάτο με απρόσμενα επεισόδια και σκοτεινά παρασκήνια…
Ο  Σερζ φεύγει για τη Μαρτινίκα μαζί με το γιο του. Περνά από τον Άγιο Δομίνικο του Τρουχίλιο (ήμασταν παράξενα ελεύθεροι), από το Μεξικό, για να καταλήξει στην Αβάνα (η σαρκική ομορφιά της λάμπει κάτω από το ηλεκτρικό φως). Είναι η εποχή όπου αρχίζει η μάχη στο Λένινγκραντ, κι αν και βρίσκεται μακριά, δεν παύει να είναι σε επιφυλακή. Σταματά αυτές τις αναμνήσεις, όπως λέει ο ίδιος, στο κατώφλι του Μεξικού.

10.      Σε πλήρη αναμονή

Αναστοχαστικό αυτό το σύντομο κι επιλογικό κεφάλαιο. Ο πενηντάχρονος πια συγγραφέας , κλείνοντας έναν μεγάλο κύκλο αγώνων, αιχμαλωσιών, απελάσεων, φυλακίσεων συνοψίζει τη δράση του και τις εμπειρίες του, τις διαψεύσεις και τις προσωπικές αποτυχίες του καταλήγοντας στο ότι «ο αγώνας συνεχίζεται». Έχει συνείδηση του ότι έζησε σε μια εποχή που σηματοδοτεί το τέλος ενός κόσμου, την αρχή ενός άλλου. Το στίγμα που δίνει στον εαυτό του είναι αυτό του συγγραφέα: είναι μάλλον στα βιβλία μου που βασίζομαι περισσότερο, αλλά έγραψα πολύ λιγότερο απ όσο ήθελα, βιαστικά, χωρίς να μπορέσω να τα ξαναδιαβάσω, αγωνιζόμενος. Αγωνιζόμενος έναν αγώνα που, σαν κατηγορική προσταγή, υπαγορεύει την υπεράσπιση του ανθρώπου ενάντια στα συστήματα που προγραμματίζουν την εκμηδένιση του ατόμου.
Χριστίνα Παπαγγελή




[1] Στο 17ο Συνέδριο του κόμματος, τον Ιανουάριο του 1934, μολονότι αναγνωρίστηκε ο "θρίαμβος της σταλινικής πολιτικής", μεταξύ των παλαιότερων στελεχών γινόταν συζητήσεις για αντικατάσταση του Στάλιν με τον Κίροφ. Στην ψηφοφορία δε για την εκλογή των μελών της νέας Κεντρικής Επιτροπής, το 10% των συνέδρων καταψήφισε τον Στάλιν. Στις 10 Ιουλίου του ίδιου έτους το Κόμμα χάνει τον έλεγχο της υπηρεσίας ασφαλείας που εντάσσεται στο Υπουργείο Εσωτερικών Υποθέσεων (NKVD). Η δολοφονία του Κίροφ την 1η Δεκεμβρίου του 1934 θα αποτελέσει την αφορμή για την εκκαθάριση από τον Στάλιν των αντιπάλων του μέσα στο Κόμμα.Την ίδια μέρα τέθηκε σε ισχύ διάταγμα που προέβλεπε τη διερεύνηση υποθέσεων με ταχύτατο και απλοποιημένο τρόπο και απαγόρευε την έφεση και την αίτηση χάριτος. Το Σεπτέμβριο του 1936 ο υπουργός Εσωτερικών Υποθέσεων Χένρικ Γιάκοντα αντικαταστάθηκε από τον Νικολάι Γιεζόφ με το όνομα του οποίου συνδέθηκε η περίοδος των μαζικών διώξεων.
[2] Αξίζει κανείς να διαβάσει το βιογραφικό του http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%AD%CF%82_%CE%9D%CE%B9%CE%BD
[3] http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%85%CE%BC%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9C%CE%BF%CE%BD%CE%AC%CF%87%CE%BF%CF%85