Τετάρτη, Οκτωβρίου 17, 2018

Η λήθη που θα γίνουμε, Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε

Τι σου λέει η συνείδηση σου; 
Να γίνεις αυτός που είσαι
 Φ. Νίτσε
Αυτοβιογραφικού περιεχομένου  το αποκαλυπτικό αυτό μικρό βιβλίο του Κολομβιανού συγγραφέα  (που πέρασε από ιατρική, φιλοσοφία, δημοσιογραφία, σπουδές σύγχρονης λογοτεχνίας, για να ασχοληθεί με μεταφράσεις από τα ιταλικά και τη συγγραφή). Αποκαλυπτικό γιατί ο συγγραφέας είναι φανερό ότι δεν επινοεί, απλώς καίγεται από την ανάγκη να αποκαλύψει, να διαιωνίσει, να  μεταφέρει  αυτό το εξαιρετικό που βίωσε, που είναι μοναδικό κι ανεπανάληπτο και  αρνείται  να το παραδώσει στη λήθη. Γιατί όταν «έχεις κάτι να πεις», δεν έχεις παρά να το ξεσκεπάσεις.
Αυτοβιογραφικό μεν, δεν έχει όμως ως κύριο άξονα τη δική του ακριβώς ζωή αλλά τον «βίο και την πολιτεία» του πατέρα του∙ το βιβλίο είναι ένας φόρος τιμής, ένα μνημόσυνο με την αρχική έννοια, στον καταπληκτικό ομολογουμένως αυτόν άνθρωπο. Δεν είναι τυχαίος λοιπόν ο τίτλος [1] παρμένος από τον Μπόρχες (κατά τον πατέρα Φασιολίνσε, στου οποίου την τσέπη βρέθηκε όταν δολοφονήθηκε) αμφισβητείται όμως από τον ίδιο τον συγγραφέα αν οι στίχοι αυτοί ανήκουν στον ποιητή: Είμαστε κιόλας η λήθη που θα γίνουμε/η στοιχειώδης σκόνη που μας αγνοεί…»,
Η αρχική εντύπωση είναι ευχάριστη: πρωτοπρόσωπη γλαφυρή αφήγηση ενός νέου αγοριού που περιγράφει τις οικογενειακές βασικά σχέσεις μέσα στη φλεγόμενη Κολομβία. Και όλα δείχνουν αρχικά ότι πρόκειται για ένα ακόμα «μυθιστόρημα ενηλικίωσης» όπως συνήθως λέγονται, που πάντα φυσικά έχουν ενδιαφέρον. Και αρχικά παραξενεύεσαι με την παθολογική αδυναμία που τρέφει ο νεαρός Έκτορ για τον πατέρα του, και αποδίδεις αυτή την εξάρτηση στον άβουλο χαρακτήρα του παιδιού (καθώς και ότι έχει 5 αδερφές κι είναι το μοναδικό αγόρι!). Όμως γρήγορα, δηλαδή στις πρώτες 50 σελίδες, συνειδητοποιείς ότι πράγματι ο πατέρας είναι μια περίπτωση εξαίρεσης, κι ότι η λαχτάρα του συγγραφέα να κρατήσει κάποιες σπίθες από αυτό το πνεύμα, είναι δικαιολογημένα ακατανίκητη.
Προσπαθώντας να μην τεκμηριώσω αυτή την αίσθηση της «εξαίρεσης» που μας μεταφέρει ο συγγραφέας με μια σειρά επιθέτων (αυθεντικός, ανεκτικός, γενναιόδωρος κλπ) θα τον χαρακτηρίσω μόνο με… ουσιαστικά, έννοιες που διαποτίζουν όλες τις πράξεις του: ενέργεια, αγάπη (που εκφράζεται και σωματικά), εμπιστοσύνη, ενσυναίσθηση. Τι πιο λυτρωτικό για ένα παιδί, που κινδυνεύει να μεγαλώσει αγκυλωμένο σε μια οικογένεια με καθολικές αρχές, μια πολύ δυναμική μητέρα  και 5 αδερφές εκ των οποίων οι 4 μεγαλύτερες, από το να έχει έναν πατέρα –πηγή χαράς και ζωής, αλλά και εκδηλωτικής αγάπης;
Με γέλια, με αγκαλιές, με χαχανητά και τραγούδια, επευφημώντας οποιαδήποτε ασυναρτησία, ο πατέρας χωρίς βία ξεκλειδώνει τον μικρό Έκτορ αγνοώντας κάθε κοινωνική σύμβαση: οι τρυφερές περιπτύξεις ανάμεσα σε πατέρα- γιο, π.χ.,  χαρακτηρίζονταν από  τους συμμαθητές «αδερφίστικος χαιρετισμός κακομαθημένου παιδιού».  Και, ναι, με τα συνήθη κριτήρια, ο συγγραφέας ήταν «παραχαϊδεμένος», άλλωστε η θεωρία ήταν η εξής: αν θέλεις το παιδί σου να γίνει καλό, κάνε το ευτυχισμένο, αν θέλεις να γίνει ακόμα καλύτερο, κάνε το πιο ευτυχισμένο. Η αγάπη ήταν υπερβολική, αν υπάρχει η υπερβολή στην αγάπη. Αλλά και πιο ακραίες αντιδράσεις αποκαλύπτουν μια ανεκτικότητα  που δεν χαρακτηρίζει ούτε τη σημερινή εποχή: όταν ο μικρός Έκτορ δυσφορεί να πάει σχολείο, η προτεινόμενη από τον πατέρα λύση είναι να αναβληθεί  ένα ολόκληρο χρόνο η φοίτηση! Το αποτέλεσμα είναι ότι την επόμενη χρονιά ο μικρός πάει  στο σχολείο με χαρά και δίψα για μάθηση.
Άπειρα τέτοια μικρά και μεγάλα επεισόδια δείχνουν την αστείρευτη αγάπη και την έμπνευση που δημιουργεί ο πατέρας σ όλα του τα παιδιά, κυρίως όμως στο αγόρι. Αυθόρμητος αλλά ιδανικός ο χειρισμός του φόβου του έφηβου γιου ότι μπορεί να είναι ομοφυλόφιλος, επιδέξιος ο τρόπος αντίδρασης στην εικόνα του αυνανισμού του (συγνώμη δεν ήξερα πως ήσουν απασχολημένος). Καθόλου και με κανέναν τρόπο δεν δημιουργεί ενοχές ή αίσθημα μειονεξίας (μου είπε να περιμένω λίγο καιρό, αλλά κι ότι το μόνο πρόβλημα που θα μπορούσα να έχω σε περίπτωση που θα αυτοπροσδιοριζόμουν ως ομοφυλόφιλος, θα ήταν κάποια κοινωνική διάκριση σ’ ένα περιβάλλον τόσο μικρόμυαλο όπως το δικό μας, αλλά κι αυτό θα μπορούσε ν’ αντιμετωπιστεί με ίσες δόσεις αδιαφορίας και περηφάνιας, διακριτικότητας και σαματά, και κυρίως με αίσθηση του χιούμορ, επειδή το χειρότερο στη ζωή είναι να μην είσαι αυτό που είσαι).
Αυτό που ένιωθα πιο έντονα ήταν πως ο μπαμπάς μου μου είχε εμπιστοσύνη, χωρίς να τον νοιάζει τι έκανα, κι επίσης ότι εναπόθετε πάνω μου μεγάλες ελπίδες, αν και πάντα έσπευδε να με διαβεβαιώσει πως δεν ήταν απαραίτητο να επιτύχω οτιδήποτε στη ζωή, πως και μόνο η ύπαρξή μου αρκούσε για την ευτυχία του (…)  κάθε αποτέλεσμα, ακόμα και το πιο ασήμαντο και γελοίο, τον ευχαριστούσε, οι πρώτες μου μουντζουρωμένες σελίδες τον ενθουσίαζαν, τις τρελές αλλαγές κατεύθυνσης που έκανα τις ερμήνευε ως εξαίρετη μέθοδο εξάσκησης, την αντιφατικότητά μου ως γενετικό σημάδι από το οποίο υπέφερε και ο ίδιος κλπ κλπ).
Η αγάπη του βέβαια στον Άνθρωπο επεκτείνεται και εκτός της οικογένειας. Είναι γιατρός, «κόντρα στον πόνο και τον φανατισμό» επιγράφεται το αντίστοιχο κεφάλαιο, και αφιερώνεται στους φτωχούς των παραγκουπόλεων του Μεγεδίν, αποδίδοντας  τα περισσότερα ιατρικά προβλήματα στις άθλιες συνθήκες και θυσιάζοντας άπειρο χρόνο για να προλάβει  ασθένειες, που οφείλονται σε μολυσμένο νερό, υποσιτισμό κλπ. Έκανε ποικίλες ενέργειες για να υπάρχει καθαρό  πόσιμο νερό, καλό αποχετευτικό σύστημα, εκστρατείες ενάντια στα εντερικά παράσιτα, ποιότητα στο γάλα και τα αναψυκτικά. Ένας «ακτιβιστής» επιστήμονας  θα λέγαμε σήμερα, που έκανε κυριολεκτικά ό, τι  περνούσε απ το χέρι του για να πετύχει το μίνιμουμ της αξιοπρεπούς διαβίωσης για όλους τους ανθρώπους. Τις αρχές της κοινωνικής ιατρικής, όπως την ονόμασε, τις εξέθετε σε εφημερίδες: ο καθηγητής γιατρός πρέπει να βρίσκεται στους δρόμους, παρατηρώντας, ψηλαφώντας, βλέποντας, ακούγοντας, αγγίζοντας, μοχθώντας να θεραπεύσει.
Φυσικά, αυτό το κοινωνικό έργο είχε το ανάλογο κοινωνικό κόστος: παπάδες και δεξιοί πολιτικοί αρχίζουν να παραληρούν για την επικινδυνότητα αυτού του «κομμουνιστή γιατρού» που μόλυνε τις συνειδήσεις των ανθρώπων στις λαϊκές συνοικίες της πόλης. Κι όταν η θέση του πανεπιστημιακού καθηγητή απειλείται από τις δραστηριότητες «ξένες προς αυτήν», η απάντηση είναι έτοιμη: ποτέ δεν αντιλήφθηκα την καθηγητική μου θέση ως αποποίηση  των δικαιωμάτων μου ως πολίτη και της ελεύθερης έκφρασης των ιδεών και των απόψεών μου με τρόπο που τον θεωρώ πρόσφορο.
Ιδιαιτερότητα έχει και η προσωπικότητα της μητέρας  που, παρόλο που κατάγεται από πολύ θρήσκα καθολική οικογένεια και τηρεί τις παραδόσεις της (σε αντίθεση με τον πατέρα που θεωρεί επικίνδυνο «αυτό το είδος ισπανικού καθολικισμού»), είναι ανοιχτό πνεύμα και λειτουργεί συμπληρωματικά  με τον πατέρα (ό, τι έλεγε ο καθένας τους μερικές φορές ήταν σαν να μην αντιστοιχούσε στις συμπεριφορές του στην πραγματική ζωή και ο αγνωστικιστής φερόταν σαν μυστικιστής και η μυστικίστρια σαν υλίστρια, και μερικές φορές το εντελώς αντίθετο, ο ιδεαλιστής σαν αδιάφορος ρατσιστής και η υλίστρια και ρατσίστρια σαν πραγματική χριστιανή για την οποία όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι). Κοινός παρονομαστής: η χαρά! Πιο φαλλοκράτης ο πατέρας στην πράξη, πιο ρατσίστρια εκείνη στη θεωρία, εργάζεται  παρά τις αντιρρήσεις, γιατί κατάφερε να επιβάλει τη θέλησή της με τον σταθερό κι επίμονο χαρακτήρα της, ανάμεικτο με μία ακατάλυτη χαρά στο υπόβαθρο που την κάνει απρόσβλητη στις μνησικακίες και τις μακροχρόνιες διενέξεις. Το να παλεύεις κόντρα στη σθεναρότητά της, μεταμφιεσμένη σε χαρά, ήταν πάντα αδύνατο. Η εργασία της μητέρας επιτρέπει στον πατέρα να είναι ανεξάρτητος ιδεολογικά , εφόσον δεν τον τρομάζει κανένας εργασιακός εκβιασμός.
Τα χρόνια της ευδαιμονίας, που συναρτώνται από τις σχέσεις των μελών της οικογένειας - γεμάτες χαρά, γέλιο, μουσική και διαβάσματα-  παίρνουν κάποτε τέλος  (η ευτυχία είναι φτιαγμένη από μια ουσία τόσο ανάλαφρη, ώστε εύκολα σβήνει στη θύμηση). Συμβαίνει όταν η αμέσως μεγαλύτερη αδερφή του Έκτορ, η Μάρτα, ένας προικισμένος άγγελος, αρρωσταίνει από επιθετικό καρκίνο και πεθαίνει μέσα σε λίγους μήνες. Η ζωή της οικογένειας κόβεται στα δυο, και τίποτα δε γίνεται όπως πριν. Φαίνεται ότι αυτό το γεγονός είναι που έδωσε την τελική ώθηση στον εξαιρετικό πατέρα να δοθεί αστόχαστα σε κάθε ουτοπία, με πάθος σε κάθε καταδικασμένο αγώνα που πίστευε ότι αξίζει τον κόπο, μέσα σε μια χώρα που οι πολιτικές δολοφονίες και οι εξαφανίσεις ήταν στην ημερήσια διάταξη (δεν ξέρω ποια στιγμή η δίψα για δικαιοσύνη περνάει εκείνο το επικίνδυνο σύνορο όπου μετατρέπεται καισε πειρασμό μαρτυρίου).  Επί δεκαπέντε χρόνια, μέχρι την τραγική του δολοφονία παρακολουθούμε μέσα απ’ τα μάτια του ενήλικα πια γιου, τις απέλπιδες μάχες σε κάθε επίπεδο. Αντιστάθμισμα ήταν η αναζήτηση της ομορφιάς, που έπαιρνε σάρκα και οστά στα… τριαντάφυλλα που καλλιεργούσε με πάθος κι επιστημονική φροντίδα.
Κόβεται το αίμα του αναγνώστη στη σύντομη αλλά περιεκτική σε συναισθήματα περιγραφή του πολιτικού κλίματος σε μια από τις πιο βίαιες χώρες του κόσμου, όπου η ανάμειξη στην πολιτική μοιάζει αυτοκτονία, κι όπου περιμένεις από στιγμή σε στιγμή τον θάνατο, τον δικό σου ή των δικών σου ανθρώπων. Το βιβλίο ολοκληρώνεται με την απόδοση τιμής στον δολοφονημένο πατέρα, αντίδοτο στην τρομερή λήθη, όπως ειπώθηκε και στην αρχή (το βιβλίο ετούτο είναι η προσπάθεια ν’ αφήσω μια μαρτυρία αυτού του πόνου, μια μαρτυρία ταυτόχρονα ανώφελη και απαραίτητη. Ανώφελη γιατί ο χρόνος δε γυρίζει πίσω ούτε αλλάζουν τα γεγονότα, αλλά απαραίτητη τουλάχιστον για μένα).
 Όμως εγώ θα τελειώσω την ανάρτηση κάνοντας στάση σε μια άλλη «δολοφονία», την  ανθρώπινη στιγμή που ο γιος νιώθει την ανάγκη να «σκοτώσει» τον τέλειο αυτόν πατέρα, που ποτέ δε ήταν επικριτικός, ποτέ δεν ήταν κατήγορος:
Δεν θέλω ν’ ακουστεί πολύ φροϋδικό, επειδή πρόκειται για λογοτεχνικό σχήμα. Ένας μπαμπάς τόσο τέλειος μπορεί να καταλήξει ανυπόφορος, παρόλο που ό, τι κάνεις του φαίνεται σωστό (ή μάλλον επειδή ό, τι κάνεις του φαίνεται σωστό), φτάνει κάποια στιγμή όπου μέσω μιας συγκεχυμένης και σχιζοφρενούς διαδικασίας, θέλεις αυτός ο ιδανικός θεός να μη βρίσκεται πια εκεί για να σου λέει πάντα ωραία, πάντα ναι, πάντα όπως θέλεις. Είναι λες και, εν πάση περιπτώσει, εκεί στα τέλη της εφηβείας, δε χρειάζεται κανείς ένα σύμμαχο αλλά έναν ανταγωνιστή.
Έτσι, βρίσκονται σχεδόν τυχαία σ ένα αυτοκίνητο που τρέχει ιλιγγιωδώς, όπου ο συγγραφέας δεν σταματά να πατά τέρμα το γκάζι θέλοντας να σκοτωθεί, μαζί με τον πατέρα του που κοιμόταν γεμάτος εμπιστοσύνη- ώσπου στο τρομακτικό φρενάρισμα που ακολούθησε ο τέλειος πατέρας έδειξε ότι επιτέλους, δεν ήταν τέλειος…
Χριστίνα Παπαγγελή



[1] Ο τίτλος του βιβλίου σας προέρχεται από τον Μπόρχες;
«Ο πατέρας μου, όταν τον δολοφόνησαν, είχε στην τσέπη του δύο χαρτιά. Το ένα ήταν μια λίστα με μελλοθάνατους, όσους επρόκειτο να σκοτώσουν οι παρακρατικοί, υπήρχε και το δικό του όνομα εκεί. Το άλλο, με το οποίο ήταν τυλιγμένη η λίστα, ήταν ένα χαρτί όπου είχε αντιγράψει ένα ποίημα που αποδιδόταν στον Χ.Λ.Μ. Η υπογραφή παρέπεμπε, ασφαλώς, στον Μπόρχες. Το σονέτο αυτό το χαράξαμε αργότερα επάνω στην επιτάφια πλάκα. Και όταν αποφάσισα να γράψω το βιβλίο, μια εικοσαετία αργότερα, το τιτλοφόρησα από το ποίημα, εκεί που λέει «Eίμαστε κιόλας η λήθη που θα γίνουμε». Βέβαια, το συγκεκριμένο ποίημα δεν το βρήκα πουθενά στα δημοσιευμένα έργα του Μπόρχες» (https://www.tovima.gr/2017/06/23/books-ideas/ektor-ampad-fasiolinse-i-adikia-eksorgize-ton-patera-moy/)
.



Τετάρτη, Οκτωβρίου 10, 2018

Τζουντ ο αφανής, Τόμας Χάρντυ


Πολύ καιρό έχω να νιώσω τέτοια εμπάθεια για βιβλίο που έχω διαβάσει, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν ψυχαναγκάζω ποτέ τον εαυτό μου να τελειώσω ένα μυθιστόρημα όταν δεν μου αρέσει. Αλλά εδώ τα πράγματα λειτούργησαν διαφορετικά, όχι γιατί θα το συζητούσαμε στη Λέσχη ανάγνωσης (έτσι κι αλλιώς έχασα την προθεσμία), αλλά αφενός για να ανιχνεύσω τα γούστα του συμπαθούς μέλους που το εκθείασε, κι αφετέρου γιατί η οργή μου κορυφώθηκε στις τελευταίες σελίδες κυρίως σελίδες, οπότε οπλίστηκα με υπομονή για να δω «πού το πάει»! Στο κάτω κάτω, ο Τόμας Χάρντυ είναι καταξιωμένος συγγραφέας, είπα ότι αξίζει να του δοθεί μια ευκαιρία... (!)
Όμως όχι. Και με τη φόρτιση του αναγνώστη που θα θελε να σκίσει τις σελίδες, δεν μπορώ παρά να μιλήσω συναισθηματικά, παραβιάζοντας κώδικες, δεοντολογίες, φιλολογικές αρχές κλπ.  Μα ήταν τόσο, τόσο αντιπαθητικοί οι ήρωες με προεξάρχουσα την πρωταγωνίστρια Σου (που στην αρχή σε κέρδιζε εφόσον την περιέγραφε ο συγγραφέας ως μια αιθέρια ύπαρξη, ερωτική και γεμάτη αισθησιασμό αλλά και κρυφή επαναστατικότητα), που αναρωτιέται κανείς για τις βαθύτερες προθέσεις του συγγραφέα, όπως φυσικά και για την ιδεολογία του. Γιατί δεν είναι απλώς αντιπαθητικοί οι ήρωες (και σ άλλα κορυφαία βιβλία έχουμε αντιήρωες), είναι χάρτινοι, εγκεφαλικοί, ψεύτικοι και «κατασκευασμένοι»  οι διάλογοι (ιδιαίτερα προς το τέλος) και τέλος, η όλη σύλληψη πάσχει από νοσηρότητα χωρίς νόημα. 
Αλλά ας αρχίσουμε από την αρχή. Το βιβλίο στο πρώτο του μισό έχει «ροή», παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον  (στοιχείο ευοίωνο) χωρίς όμως να υπάρχει ιδιαίτερο βάθος ή γοητεία στη γραφή (στοιχείο δυσοίωνο). Βρισκόμαστε στην Αγγλική επαρχία του 19ου αιώνα, και παρακολουθούμε τις συγκινητικές προσπάθειες του κεντρικού ήρωα του τίτλου, Τζουντ, να ξεφύγει από την καταδίκη της αγροτικής ζωής και να αυτομορφωθεί. Το όνειρό του είναι να πάει στη γειτονική πόλη Κράιστμίνστερ, κέντρο πανεπιστημιακής μόρφωσης, όπου έχε ήδη μετατεθεί ο αγαπημένος του δάσκαλος, για να σπουδάσει και ενδεχομένως να ακολουθήσει ιερατική καριέρα. Μέχρι να ενηλικιωθεί όμως και να πραγματώσει το όνειρό του, τον «τυλίγει» μια δόλια γυναίκα, παντρεύεται αλλά αμέσως σχεδόν τον εγκαταλείπει για να πάει στην Αυστραλία.
Δεν θα επεκταθώ σε λεπτομέρειες της υπόθεσης, αν και θα ήταν απαραίτητο για να φανεί η «πλαστή/εγκεφαλική» πλοκή. Σε αδρές γραμμές: στο Κραισμίνστερ όπου καταφέρνει κάποια στιγμή να πάει ο Τζουντ, όχι όμως ως σπουδαστής, αλλά ως εργάτης της πέτρας,  γνωρίζει κι ερωτεύεται ακαριαία την αιθέρια Σου, που όμως είναι ξαδέρφη του και μάλιστα είναι μέλος αντίπαλης οικογενειακής μερίδας, κι επομένως διπλά απαγορευμένος καρπός. Παρόλ αυτά, και οι δυο αντιστέκονται στις προλήψεις της εποχής κι αφήνουν χαραμάδες για να ανθίσει η εκτίμηση, που γίνεται έλξη, αγάπη, εξάρτηση, άντε κι ένα φιλί.
Μέχρι εδώ το βιβλίο κυλάει αβίαστα, με χλιαρή πλοκή και με κάποια διαλείμματα καλλιτεχνικού και λογοτεχνικού ενδιαφέροντος. Η τόλμη μάλιστα των δύο νέων που συναντιούνται παρά τις κοινωνικές προκαταλήψεις και τις οικογενειακές επιφυλάξεις, και ιδιαίτερα η αθώα τόλμη της Σου δίνουν έναν αέρα πρώιμης -για την εποχή- χειραφέτησης που κάνει την αφήγηση άξια λόγου.
Η αντιπάθεια προς τη Σου ξεκινάει όταν εξομολογείται στον Τζουντ ότι είναι λογοδοσμένη με τον καθηγητή  (που κι ο ίδιος γνωρίζει).  Όχι βέβαια εξαιτίας αυτού του γεγονότος, αλλά επειδή ξεδιπλώνει έναν χαρακτήρα εγωπαθή/εγωκεντρικό, που συνέχεια κατηγορεί τον εαυτό της και παίρνει το ρόλο του θύματος εκβιάζοντας τον δύστυχο ερωτευμένο άνδρα. Ούτε αυτό όμως με πρώτη ματιά ήταν πολύ βασική αιτία για να εξοργιστεί ο αναγνώστης, δηλ. εγώ. Θα έλεγε μάλιστα κάποιος  ότι ψυχογραφείται άριστα  αυτός ο συνήθης τύπος γυναίκας, κι ότι στην ουσία μπορεί να παραπαίει η αιθέρια ύπαρξη μεταξύ θύματος και  γόησσας, αλλά εντέλει έχει την τόλμη να αντισταθεί στις κοινωνικές νόρμες: μετά τον γάμο με τον καθηγητή, βρίσκει το σθένος να τον εγκαταλείψει (και κείνος από αγάπη της το επιτρέπει).
Ο πραγματικός εκνευρισμός ξεκινάει όταν το μοτίβο της αυτοτιμωρίας φτάνει σε ταύτιση με τον άκρο εγωισμό, και η  υποβολή του άλλου σε ψυχολογικά μαρτύρια γίνεται πια βασικό μοτίβο που εναλλάσσεται με το δίδυμο τύψεις/αυτομαστίγωμα. Όχι μόνο αψυχολόγητο αλλά και βαρετό. Ιδού ένα ελάχιστο δείγμα σχεδόν τυχαίο, όταν η Σου ζήτησε από τον Τζουντ να τη συνοδέψει στον γάμο της: Μήπως απλώς η Σου ήταν τόσο διεστραμμένη ώστε να προκαλεί εκούσια πόνο στον εαυτό της και σ’ εκείνον για χάρη της παράξενης και θλιβερής πολυτέλειας του να υποβάλλεται σε μαρτύρια και να νιώθει τρυφερό οίκτο προς τον ίδιο επειδή τον έκανε να συμπάσχει; (μπλιαχ!)
Το κουβάρι  άρνησης της φυσικής ορμής (ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα κλπ), πόνου χωρίς λόγο, τύψεων, αυτοτιμωρίας κλπ  δημιουργεί απίστευτα και πολύ κουραστικά ζιγκ ζαγκ στην πλοκή (έχει πλάκα: η Σου με τα πολλά εγκαταλείπει τον σύζυγο, ο Τζουντ χωρίζει με τα πολλά την πρώτη του γυναίκα, όταν σμίγουν τέλος πάντων οι δυο τους  φτάνουν στον γάμο αλλά, όχι, η Σου δεν τον θέλει, μετά τον θέλει, μετά υιοθετούν τον γιο του Τζουντ απ την πρώτη του γυναίκα που τον αποκαλούν με το ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ όνομα Πατέρα- Χρόνο! και ξανά προσπαθούν, και ξανά δεν ξέρει τι θέλει, όλη αυτή η πορεία έχει κόστος στο επάγγελμα και στην οικονομική κατάσταση, κλπ κλπ).
Εκεί όμως που θέλεις να πετάξεις το βιβλίο απ τα χέρια σου είναι το παραλήρημα του τέλους: όταν μετά από χρόνια και με δυο ακόμα παιδιά, εξαιτίας της αθλιότητας στην οποία ζουν, ο Πατέρας-Χρόνος σκοτώνει τα δυο αδέρφια του για να απαλλάξει τους γονείς απ τις έγνοιες (τι σύλληψη), η Σου φτάνει στο αποκορύφωμα της «αυταπάρνησης» χωρίζοντας  τον Τζουντ κι επιστρέφοντας στον πρώτο της γάμο για τον οποίο νιώθει αποστροφή! Οι παλινδρομήσεις και οι γυναικουλίστικες τζιριτζάντζουλες της Σου είναι άνευ προηγουμένου. Το μόνο υγιές αντιστάθμισμα είναι οι αρχικές αντιστάσεις του Τζουντ, που κοιτά από απόσταση αυτή τη μεταστροφή, αλλά δε βγαίνει απ τα ρούχα του όπως ο αναγνώστης (πιστεύω και του 19ου αιώνα)! Στο τέλος ενδίδει στα βίτσια της αγαπημένης του, «επειδή την αγαπάει».
Ποιο είναι το ιδεολογικό απόσταγμα; η παρακμιακή πορεία ανθρώπων που θέλησαν να πάνε "κόντρα στην εκκλησία και στην κοινωνία";;;; δηλαδή, δεν είναι εντέλει αντιδραστικό ένα βιβλίο που δείχνει τόσο μονόπλευρα την τιμωρία όσων πάνε κόντρα στην εκκλησία;;; Δεν αξίζει να  ψάξω "τι θέλει να πει ο ποιητής", είναι άσκοπο, ανούσιο. 
Δεν αξίζει καν να γράψω περισσότερα. Ούτε  το ύφος δε σώζει την κατάσταση.
Χριστίνα Παπαγγελή

Τρίτη, Οκτωβρίου 02, 2018

Έλενα Φερράντε, Η τετραλογία της Νάπολης-3

Βιβλίο 3: Αυτοί που μένουν κι αυτοί που φεύγουν

Η σκιά της με κέντριζε, με έθλιβε,
με έκανε να φουσκώνω από περηφάνια,
να ξεφουσκώνω, δίχως να με αφήνει σε ησυχία.
Σήμερα που γράφω, αυτό το κέντρισμα μου είναι πιο αναγκαίο.
Θέλω να υπάρχει, γι αυτό γράφω. Θέλω να σβήνει, να προσθέτει,
να συνεργάζεται στην ιστορία μας εμπλουτίζοντάς την,
ανάλογα με τον οίστρο της.

Κοινή εισαγωγή: (βιβλίο1: εδώ, βιβλίο2: εδώ
Σε πολλαπλά επίπεδα κινείται το μεγάλο αυτό μυθιστόρημα που η συγγραφέας του αναγκάστηκε να το επιμερίσει σε τέσσερα βιβλία. Και είναι σημαντική αυτή η διάκριση (κατά τη γνώμη μου, πάντα), ότι δηλαδή δεν πρόκειται για τέσσερα αυτόνομα βιβλία με χαλαρή συνέχεια το ένα του άλλου (όπως είναι συνήθως οι τετραλογίες), αλλά για ΕΝΑ βιβλίο με μεγάλη εσωτερική συνοχή. Αυτό είναι φανερό αν μπορέσει κάποιος να επισκοπήσει και τα τέσσερα βιβλία (πράγμα δύσκολο λόγω μεγέθους, αλλά και γιατί δεν κυκλοφόρησαν όλα μαζί), εφόσον υπάρχει ένας τέλειος «κύκλος» που ενώνει το πρώτο με το τέταρτο βιβλίο.
Η δομή άλλωστε παραμένει η ίδια: η μία από τις δυο βασικές ηρωίδες, η Έλενα, αφηγείται μετά από πολλά χρόνια (στο αφηγηματικό «σήμερα» είναι 66 χρονών) τη ζωή, τον βίο και την πολιτεία της ίδιας αλλά και της «άσπονδης» φίλης της, της Λίλας, η οποία έχει μυστηριωδώς εξαφανιστεί (σελίδα 22 του πρώτου βιβλίου: ελαχιστοποιούσε κάθε πιθανότητα αναζήτησης ίχνους της. Δεν ήθελε απλώς να εξαφανιστεί τώρα, στα εξήντα έξι της, αλλά και να διαγράψει όλη τη ζωή που άφηνε πίσω της). Ήδη προετοιμαζόμαστε για ένα είδος «ανταγωνισμού» ανάμεσα στις δυο φίλες, που φαίνεται στις αμέσως επόμενες σειρές: «εξοργίστηκα. Για να δούμε ποια θα νικήσει αυτή τη φορά, μονολόγησα. Άνοιξα τον υπολογιστή και βάλθηκα να γράφω κάθε λεπτομέρεια της ιστορίας μας, ό, τι είχε εντυπωθεί στο μυαλό μου). Ήδη η πρώτη, βασική αντίθεση έχει διαγραφτεί, στις πρώτες σειρές.
Τα γεγονότα λοιπόν, που είναι καταιγιστικά -με τόσα πρόσωπα που σε κάθε βιβλίο υπάρχει αρχικό υπόμνημα με τις συγγενικές σχέσεις και λίγα στοιχεία για κάθε πρόσωπο-, συναρπάζουν από μόνα τους και ικανοποιούν τον αναγνώστη που θέλει «πλοκή». Υπάρχει όμως και το ψυχογραφικό στοιχείο έντονο, το κοινωνικοπολιτικό, το υπαρξιακό αλλά και προβληματισμός πάνω στη «γραφή», όχι μόνο τη λογοτεχνική, αλλά και την καταγραφή της εμπειρίας με το Λόγο, που χτίζει τη μνήμη και γράφει Ιστορία.
Στο τρίτο αυτό βιβλίο η κύρια εστίαση είναι στην κοινωνικοποίηση και στη διαμόρφωση πολιτικής ταυτότητας -με την ευρεία έννοια- των δύο βασικών ηρωίδων, που πλέον είναι στην τρίτη δεκαετία της ζωής τους, και όχι μόνο έχουν μπει στην παραγωγή  αλλά δημιουργούν και τις βάσεις για οικογενειακή ζωή. Η Λίλα έχει ήδη έναν γιο από τον εξαφανισμένο Νίνο, που τον μεγαλώνει σε μια απομακρυσμένη γειτονιά με τον ευγενικό και αποστασιοποιημένο από συναισθηματική σχέση Έντσο (παιδικός φίλος, μαγκάκι που όμως από νωρίς έδειχνε αδυναμία στη Λίλα) και δουλεύει σε μια αλλαντοποιία ως εργάτρια. Την  Έλενα/Λενού την έχουμε αφήσει  αρραβωνιασμένη με τον Πιέτρο Αϊρότα, φιλόδοξο γιο Πανεπιστημιακού (γίνεται κι ο ίδιος καθηγητής Πανεπιστημίου), ενώ έχει γίνει ντόρος με το τολμηρό πρωτόλειό της έργο, που έγραψε αφηγούμενη τη δική της περιπέτεια «βιασμού» στην Ίσκια (βιβλίο 1).
Όπως ειπώθηκε και στις αναρτήσεις των πρώτων βιβλίων, ένας βασικός θεματικός άξονας που ξεδιπλώνεται σ όλη τη διάρκεια είναι η σχέση γραφής και ζωής (ίσως αυτό σηματοδοτεί και τη βασική αντίθεση ανάμεσα στις δυο γυναίκες: η Έλενα είναι «παρατηρήτρια» σε σχέση με τη Λίλα που ορμά κάθετα σ όλες τι προκλήσεις. Δεν είναι τυχαίο που η δεύτερη αρνείται πεισματικά την αφήγηση σαν μια μορφή έκπτωσης της πραγματικής ζωής όπως φαίνεται πολύ ξεκάθαρα προς το τέλος της τετραλογίας, ενώ αντίθετα, της Έλενας της γίνεται πάθος). Στις πρώτες σελίδες λοιπόν, γίνεται εκτεταμένη αναφορά στο πρώτο αυτό βιβλίο που έγραψε η Έλενα και στις εντυπώσεις που άφησε, αρνητικές και θετικές (η συγγραφέας  μας δίνει την ευκαιρία να δούμε τα δημοσιογραφικά τερτίπια που συνοδεύουν τέτοια  νεανικά κι αυθόρμητα εγχειρήματα, καθώς και την παντός είδους εμπορική και δημοσιογραφική «εκμετάλλευση»). Το συναισθηματικό ενδιαφέρον είναι ότι επανεμφανίζεται ο εξαφανισμένος Νίνο, δημιουργώντας πάλι ερωτικά ρίγη στην Έλενα, ενώ κατά την επαφή της με τον κύκλο των διανοουμένων στις περιοδείες για τη διακίνηση του βιβλίου επανέρχεται το παλιό αίσθημα κοινωνικής κατωτερότητας (η αλήθεια είναι πως αν θέλω, μπορώ να υποκριθώ την ειδήμονα, την παθιασμένη. Δεν μπορώ όμως να συνεχίσω έτσι, έχω μάθει ένα σωρό πράγματα που δεν έχουν την παραμικρή σημασία και ελάχιστα που είναι όντως σημαντικά). Η παρουσία του απρόβλεπτου Νίνο επαναφέρει τη βασική εσωτερική της σύγκρουση σχετικά με τη ζωή της και τις επιλογές της, πάντα έχοντας στο νου της «τι θα έκανε η Λίλα» (που όμως συνήθως έβγαινε έξω από τα περιθώρια, ήταν απρόβλεπτη για την Έλενα). Η ζυγαριά κλίνει προς την πλευρά του γάμου μ’ έναν άνθρωπο που δεν τον αγαπά τόσο, όπως ομολογεί η ηρωίδα, και με κοφτερή ειλικρίνεια παραδέχεται τα κίνητρά της (θα γλίτωνα από την καιροσκοπική συγκαταβατικότητα του πατέρα μου και τη χοντροκοπιά της μητέρας μου.
Ο γάμος της Έλενας, ωστόσο, είναι μια κοινωνική επανάσταση. Πρώτα πρώτα είναι πολιτικός, απόφαση μπροστά στην οποία οι γονείς χάνουν κάθε έλεγχο (για μια φορά αισθανόμουν πιο τολμηρή απ’ τη Λίλα). Έπειτα την απομακρύνει από τη φτωχογειτονιά της Νάπολης, την τοποθετεί σε άλλη κοινωνική τάξη, αυτή των διανοουμένων, ενώ η κοινωνική διαφορά ανάμεσα στις δύο οικογένειες είναι τέτοια που η  Έλενα δίνει καθημερινά μάχες στην οικογένεια και στον μικρόκοσμο της γειτονιάς για να γίνει αποδεκτή.
Και το βιβλίο όμως την ωθεί να ενταχτεί σε άλλη κοινωνική ομάδα. Αρχικά τη φέρνει σε θέση άμυνας, γιατί είναι προκλητικό και «χειραφετημένο» (σκηνές σεξ). Ο χειρισμός της «χυδαιότητας» εκ μέρους της Έλενας περνάει από πολλά στάδια, που έχουν πολύ ενδιαφέρον. Κατά κανόνα όμως, στα διάφορα ξένα για κείνη φοιτητικά περιβάλλοντα όπου απευθύνεται για να μιλήσει για το βιβλίο της, νιώθει σαν τη μύγα μες στο γάλα, καταχρηστικά παρούσα. για την οποία δεν έχει το υπόβαθρο, κι αυτό το έλλειμμα της δημιουργεί κόμπλεξ. Όταν μάλιστα συναντά γνωστά της πρόσωπα όπως τον Φράνκο, τη Μαριαρόζα, τη Σίλβια (πρώην φιλενάδα του Νίνο που έχει κι αυτή έναν γιο μαζί του!), θέλει να αποδείξει σε όλους ότι δεν είναι πια το άπραγο κοριτσάκι της φτωχογειτονιάς, και όχι μόνο δεν τα καταφέρνει (Φράνκο: έμεινες η ίδια μικροαστή), αλλά οι εσώτερες αντιθέσεις εντείνονται σε σχέση με τον κρυφό παιδικό έρωτα, τον Νίνο, που αποδεικνύεται άστατος, άπιαστος και αναξιόπιστος (έκανε τα δικά του, δεν υπήρχε εκμετάλλευση, δεν υπήρχαν ενοχές, μονάχα το δικαίωμα του πόθου).

Όλες αυτές οι εξελίξεις, όμως,  ωχριούν μπροστά στην τρικυμία που σαρώνει τη ζωή της Λίλας. Γιατί η Λίλα βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα της Έλενας: σ’ αυτή τη χρονική φάση  κινδυνεύει, έχει καταρρεύσει, η Λίλα φοβάται για τη ζωή της, και στέλνει σήματα βοήθειας προς την απούσα φίλη της (η Λίνα δεν είναι καλά και θέλει να σε δει/αν δε με βρουν ποτέ ξανά, να πάρεις τον Τζεννάρ, να τον κρατήσεις εσύ). Η Λίλα όχι μόνο δεν ανέρχεται κοινωνικά (ούτε την ενδιαφέρει, βέβαια), αλλά είναι εξαφανισμένη απ΄ όλο τον κόσμο, ζει τυπικά μ έναν άντρα έχοντας την ευθύνη ενός μικρού παιδιού που δεν ξέρει τον πατέρα του, και δουλεύει σε δύσκολες προλεταριακές συνθήκες στην αλλαντοποιία του παλιού φίλου του Νίνο, του Μπρούνο.
Όταν η Έλενα αποφασίζει να στρέψει την προσοχή της στη Λίλα, η Λίλα είναι βαριά άρρωστη με συνεχή πυρετό στην προσπάθεια να λύσει τις κοινωνικές αντιθέσεις που βιώνει: όταν το γλοιώδες αφεντικό της την πέφτει με εκβιασμούς και προστυχιές, φέρεται αλαζονικά, φοβάται την απόλυση, υφίσταται κάθε είδους πίεση. Κι όταν ο Πασκουάλε, παιδικός φίλος (κι αυτός ερωτευμένος τότε με τη Λίλα), κομμουνιστής και μάλιστα γραμματέας της κομματικής οργάνωσης βάσης την πλησιάζει με θαυμασμό, την παρασέρνει σε συνδικαλιστικές συνεδριάσεις όπου η Λίλα διακρίνει με ευστροφία τις αντιθέσεις εργατών και σπουδαστών, κατά προέκταση θεωρίας και πράξης. Όταν εκείνη παίρνει το λόγο από τους «καλοπροαίρετους» αγωνιστές με την ξύλινη γλώσσα, όλοι παθαίνουν σοκ με τον κοφτό και ουσιαστικό της λόγο (το συνδικάτο δεν έχει πάρει ποτέ θέση και οι εργάτες δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από φτωχαδάκια θύματα εκβιασμού, που υπόκεινται στο νόμο του αφεντικού, δηλαδή εγώ σε πληρώνω κι άρα σε κατέχω, κατέχω τη ζωή σου, την οικογένειά σου κι ό, τι σε περιβάλλει, κι αν δεν κάνεις ό, τι σου λέω θα σε καταστρέψω). Οι συνδικαλιστές χρησιμοποιούν τα λόγια της σε μπροσούρες, αλλά η ίδια κινδυνεύει, υφίσταται πιέσεις, αρνείται ότι τα είπε, την απειλούν. Κι ενώ ο πόλεμος συνεχίζεται με τους φασίστες («ξύλο στο ξύλο») γιατί δεν υπάρχει άλλος δρόμος, την κατηγορούν για κλέφτρα, νιώθει υπεύθυνη για τη σκληρή καταστολή που ακολουθεί (αρχηγός της οποίας είναι άλλος παιδικός φίλος), καταρρέει ξανά (συνεχής πυρετός), και βιώνει άλλο ένα κύμα της «εξαΰλωσης», όπως έχει ονομάσει η ίδια την εξωσωματική εμπειρία που έχει ήδη ζήσει αρκετές φορές (πόσο εύθραυστο ήταν το παρελθόν, κατέρρεε διαρκώς, ορμούσε πάνω της). Στην απελπισία της καταφεύγει στον κόσμο των διανοούμενων αγωνιστών (καθηγήτρια Γκαλιάνι) και νιώθει ξένη μέσα στο «επαναστατικό» περιβάλλον καλοβολεμένων νέων που αγωνίζονται από τον καναπέ. Το ότι εκείνη ρισκάρει τη δουλειά της μ’ ένα μικρό παιδί της αγκαλιάς, τη φέρνει σε σκληρή αντιπαράθεση (Λίνα, είναι λάθος να ανταγωνιζόμαστε ποιος ρισκάρει τα περισσότερα) ακόμα και με τον γραμματέα του Εργατικού Σωματείου. Την κάνει αυστηρή και επικριτική απέναντι στους «συντρόφους» (… Το συμπέρασμα, μεταξύ άλλων, ήταν πως η επιτροπή δεν μπορούσε να πάει απευθείας στον ιδιοκτήτη για να διαπραγματευτεί, χρειαζόταν η μεσολάβηση του συνδικάτου/ «Εγώ δεν είμαι συνδικάτο;», ξέσπασε εκείνη/Θέλετε να πείτε ότι εγώ έκανα όλον αυτόν τον κόπο, ότι ρισκάρω τη δουλειά μου για να μπορέσετε εσείς να κάνετε μια διευρυμένη συνεδρίαση και μια άλλη μπροσούρα;).
Το αποκορύφωμα είναι όταν αποκαλύπτεται ότι πίσω απ’ όλους είναι ο τρομερός καμορίστας Μικέλε, που έχει ένα είδος εμμονής με τη Λίλα («νομίζει ότι έχω κάποια δύναμη»), την εκθειάζει, προσπαθεί να την πείσει να συνεργαστεί μαζί του, την ταπεινώνει σ ένα κρεσέντο χυδαιότητας.
Όταν η Λίλα τέλος παραιτείται, βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση ανάγκης που ανατρέχει στην ψυχολογική στήριξη της Έλενας. Χωρίς δισταγμούς απογυμνώνει κάθε τρωτό της σημείο, μιλά στη φίλη της απλά και με απίστευτη ειλικρίνεια για τον εαυτό της, τις αδυναμίες της, τις σεξουαλικές εμπειρίες της. Κι εδώ φαίνεται η βασική διαφορά με την Έλενα, που αμέσως πέφτει στην παγίδα της σύγκρισης: στην ιδέα ότι έπρεπε να μιλήσω για μένα η δυσφορία μου φούντωσε, ξέχασα πως και για κείνη ήταν δύσκολη αυτή η εξομολόγηση, πως κάθε της λέξη, ακόμα και χυδαία, ήταν συνυφασμένη με την εξάντληση που φαινόταν στο πρόσωπό της, με το τρέμουλο των χειλιών της.
Μέσα στα θυελλώδη γεγονότα (γάμος Λενούς, αποκάλυψη ότι ο Αλφόνσο είναι ομοφυλόφιλος κλπ), ξεχωρίζω ένα περιστατικό πολιτικού αλλά και ηθικού προβληματισμού:  η Έλενα χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες της απευθύνεται στον Μπρούνο (το πρώην αφεντικό της Λίλας) απειλώντας τον, για να βοηθήσει τη φίλη της (να πληρωθεί τους μισθούς που της χρωστάνε). Πέρα απ αυτό, δημοσιεύει σχετικό άρθρο στην Ουνιτά, αντιγράφοντας ουσιαστικά τα γραφόμενα της Λίλας σχετικά με τις συνθήκες εργασίας στην αλλαντοποιία.  Οι αντιδράσεις είναι άμεσα θετικές (απολογητικό ύφος ο Μπρούνο, θαυμασμός ο δημοσιογράφος της εφημερίδας), όμως οι αγωνιστές φίλοι της (Πασκουάλε, Νάντια), που υφίστανται τις έμμεσες συνέπειες (επιθέσεις αστυνομικών και φασιστών) αντιδρούν… ανάποδα: Τέλεια. Θες να πεις ότι σε όλα τα εργοστάσια, σε όλες τις οικοδομές, σε κάθε γωνιά της Ιταλίας και όλου του κόσμου, μόλις το αφεντικό τα κάνει όλα μπουρδέλο και οι εργάτες κινδυνεύουν, καλούν την Έλενα Γκρέκο: εκείνη τηλεφωνάει στους φίλους της, στην Επιθεώρηση εργασίας, στους αγίους που έχει στον Παράδεισο και τα λύνει όλα/εξήγησέ μας τι σκατά νομίζεις ότι έκανες. Ξέρεις τι γίνεται στην Ιταλία; έχεις ιδέα τι είναι η πάλη των τάξεων; Στις δικαιολογίες που πάει να ψελλίσει η Λενού, η Λίλα επεμβαίνει με μια μόνο χειρονομία: Σταμάτα, Λενού, έχουν δίκιο.
Γιατί ξανά και ξανά η Λίλα βγαίνει έξω από τα προβλεπόμενα για τη Λενού όρια (δεν υπήρχε τρόπος να ηρεμήσει κανείς μαζί της, κάθε σταθερό νήμα της σχέσης μας αργά ή γρήγορα αποδεικνυόταν προσωρινό, κάτι μετατοπιζόταν στο μυαλό της και την αποσταθεροποιούσε, με αποσταθεροποιούσε).
Παρόλ’ αυτά η Λενού συνεχίζει να γράφει άρθρα που χαίρουν πολύ θερμής υποδοχής, και περνάει διάφορες φάσεις, από ενθουσιασμό μέχρι ανασφάλεια. Περιστασιακά νιώθει πληρότητα, η ρουτίνα όμως και η βαρετή σεξουαλική συνάφεια  την κάνουν να νιώθει άσκημη, γριά, ανήμπορη να συναγωνιστεί τους άλλους.  Περνάει διάφορες φάσεις: θέλει να είναι ποθητή (ήθελα να παρεκτραπώ), την κερδίζουν οι φεμινιστικές ιδέες της Μαριαρόζα, αδερφής του Πιέτρο (κανείς δε γνώριζε καλύτερα από μένα τι σημαίνει να προσπαθείς να σκέφτεσαι σαν άντρας, για να γίνεις αποδεκτή από την κουλτούρα του αντρικού κοινού), προσπαθεί να συγκεντρωθεί  στο καινούριο της βιβλίο (φεμινιστικού περιεχομένου), κι όταν γεννά και το δεύτερο παιδί η επιλόχια κατάθλιψη φτάνει στο αποκορύφωμα.  Κάτω από το πρίσμα της σύγκρισης με το αντρικό φύλο, η Έλενα ερνάει μια έντονη περίοδο αυτοκριτικής (το είχα παρακάνει, είχα βάλει τα δυνατά μου να αποκτήσω αντρικές ικανότητες. Νόμιζα ότι έπρεπε να ξέρω τα πάντα, να ασχολούμαι με τα πάντα. (…) Και τώρα, ύστερα απ’ όλο ετούτο τον σκληρό μόχθο να μάθω, έπρεπε να ξεμάθω/δεν είχα ούτε μια ιδέα χωρίς τη Λίλα/έπρεπε να δεχτώ πως ήμουν ένας μέσος άνθρωπος).
Και σ’ αυτήν τη δύσκολη φάση της ζωής τους, όπου συμπτωματικά και οι φασιστικές επιθέσεις φτάνουν κι αυτές στο αποκορύφωμα δυσκολεύοντας την καθημερινότητα, λαμβάνει χώρα και μία από τις πιο συγκλονιστικές και χαρακτηριστικές σκηνές της σχέσης των δύο κοριτσιών:
Η Λενού ζητά τη γνώμη της Λίλας για το δεύτερο βιβλίο (δεν γνωρίζει καν αν η Λίλα έχει διαβάσει το πρώτο) . Η Λίλα πάλι ξεπερνάει κάθε προσδοκία: μετά από προσπάθεια να είναι ευγενική και αποστασιοποιημένη, ξεσπάει σε αναφιλητά λέγοντας «δεν πρέπει να γράφεις τέτοια πράγματα Λενού, δεν είσαι εσύ αυτό, τίποτε απ’’ ό, τι έχω διαβάσει δε σου μοιάζει, το βιβλίο είναι κακό, κακό, κακό όπως και το προηγούμενο. Και η Έλενα των 66 χρόνων, που αναθυμάται εκείνο το κλάμα, λέει ότι ένιωσε μια «αντιφατική ικανοποίηση λες και κείνο το κλάμα, επιβεβαιώνοντάς μου τη στοργή της και την εμπιστοσύνη που έτρεφε για τις ικανότητές μου, συγχρόνως κατάφερε να διαγράψει την αρνητική της κριτική για τα δυο βιβλία)
Οι αντιθέσεις των δύο κοριτσιών  οδηγούν τη Λενού να πιστέψει ότι η Λίλα συμμετείχε στο βίαιο θάνατο του Μπρούνο και του Τζίνο, ότι δηλαδή εντάχτηκε σε αντάρτικη ομάδα πόλεων (είναι εποχή των Ερυθρών Ταξιαρχιών, της Πρίμα Λίνα, των Ένοπλων Προλεταριακών Πυρήνων). Όμως, αντίθετα, η Λίλα δουλεύει για… τους Σολάρα, κι αυτό γίνεται επίσης αφορμή σύγκρουσης, εφόσον η Λίλα τινάζει στον αέρα κάθε επαναστατική ιδεολογία («η επανάσταση, οι εργάτες, ο νέος κόσμος κι άλλες τέτοιες μαλακίες»). Η ανοχή και η συνεργασία με του καμορίστες έρχεται σε νέα δοκιμασία όταν η Λενού μαθαίνει ότι η αδερφή της θα παντρευτεί τον άλλον αδερφό Σολάρα, τον Μαρτσέλο, και μάλιστα ετοιμάζεται μεγάλο γλέντι όπου συμμετέχουν όλες οι οικογένειες, συμπεριλαμβανομένης και της Λίλας.
Τέλος, στη ζωή της Λενούς εισβάλλει αιφνιδιαστικά και κυριαρχικά, η πρώτη της μεγάλη αγάπη, ο απρόβλεπτος, σαν τη Λίλα, Νίνο. 
Χριστίνα Παπαγγελή 

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 17, 2018

Έλενα Φερράντε, Η τετραλογία της Νάπολης-2

(Η ανάρτηση αφορά το δεύτερο βιβλίο της τετραλογίας, το πρώτο εδώ)

Κοινή εισαγωγή:

Σε πολλαπλά επίπεδα κινείται το μεγάλο αυτό μυθιστόρημα που η συγγραφέας του αναγκάστηκε να το επιμερίσει σε τέσσερα βιβλία. Και είναι σημαντική αυτή η διάκριση (κατά τη γνώμη μου, πάντα), ότι δηλαδή δεν πρόκειται για τέσσερα αυτόνομα βιβλία με χαλαρή συνέχεια το ένα του άλλου (όπως είναι συνήθως οι τετραλογίες), αλλά για ΕΝΑ βιβλίο με μεγάλη εσωτερική συνοχή. Αυτό είναι φανερό αν μπορέσει κάποιος να επισκοπήσει και τα τέσσερα βιβλία (πράγμα δύσκολο λόγω μεγέθους, αλλά και γιατί δεν κυκλοφόρησαν όλα μαζί), εφόσον υπάρχει ένας τέλειος «κύκλος» που ενώνει το πρώτο με το τέταρτο βιβλίο.
Η δομή άλλωστε παραμένει η ίδια: η μία από τις δυο βασικές ηρωίδες, η Έλενα, αφηγείται μετά από πολλά χρόνια (στο αφηγηματικό «σήμερα» είναι 66 χρονών) τη ζωή, τον βίο και την πολιτεία της ίδιας αλλά και της «άσπονδης» φίλης της, της Λίλας, η οποία έχει μυστηριωδώς εξαφανιστεί (σελίδα 22 του πρώτου βιβλίου: ελαχιστοποιούσε κάθε πιθανότητα αναζήτησης ίχνους της. Δεν ήθελε απλώς να εξαφανιστεί τώρα, στα εξήντα έξι της, αλλά και να διαγράψει όλη τη ζωή που άφηνε πίσω της). Ήδη προετοιμαζόμαστε για ένα είδος «ανταγωνισμού» ανάμεσα στις δυο φίλες, που φαίνεται στις αμέσως επόμενες σειρές: «εξοργίστηκα. Για να δούμε ποια θα νικήσει αυτή τη φορά, μονολόγησα. Άνοιξα τον υπολογιστή και βάλθηκα να γράφω κάθε λεπτομέρεια της ιστορίας μας, ό, τι είχε εντυπωθεί στο μυαλό μου). Ήδη η πρώτη, βασική αντίθεση έχει διαγραφτεί, στις πρώτες σειρές.
Τα γεγονότα λοιπόν, που είναι καταιγιστικά -με τόσα πρόσωπα που σε κάθε βιβλίο υπάρχει αρχικό υπόμνημα με τις συγγενικές σχέσεις και λίγα στοιχεία για κάθε πρόσωπο-, συναρπάζουν από μόνα τους και ικανοποιούν τον αναγνώστη που θέλει «πλοκή». Υπάρχει όμως και το ψυχογραφικό στοιχείο έντονο, το κοινωνικοπολιτικό, το υπαρξιακό αλλά και προβληματισμός πάνω στη «γραφή», όχι μόνο τη λογοτεχνική, αλλά και την καταγραφή της εμπειρίας με το Λόγο, που χτίζει τη μνήμη και γράφει Ιστορία.

Βιβλίο 2: Το νέο όνομα

Η έκπληξη περιμένει τον αναγνώστη από τις πρώτες σειρές: γευόμαστε  -αρχικά- τις συγγραφικές δεξιότητες όχι της Έλενας αλλά της πηγής έμπνευσής της, της Λίλας. Στα 1966, δηλαδή στην ηλικία των 22 χρόνων, η Λίλα εμπιστεύεται οκτώ τετράδια στην Έλενα αποσπώντας τον όρκο ότι δεν θα τα διαβάσει. Εκείνη όμως τα άνοιξε αμέσως, μεταφέροντάς μας τη δύναμη της σαγήνης που η Λίλα σκόρπιζε γύρω της από παιδί ακόμα. Η αυθόρμητη αταξία στα γραπτά της, δίπλα στις κομψές εκφράσεις έμοιαζε σαν να μην άντεχε την τάξη που είχε επιβάλει στον εαυτό της -θαρρείς και κάποια ναρκωτική ουσία είχε εισβάλει στις φλέβες της. Πόνος, οργή, απογοήτευση, ενθουσιασμός εναλλάσσονται με ζωγραφικές, καταλόγους μαγαζιών ή ασκήσεις στα ελληνικά. Η Έλενα αποσβολώνεται/μαγεύεται από την ακτινοβολία της γραφής τόσο, που αφού αποστηθίζει όσα αποσπάσματα της άρεσαν, όσα τη συνάρπαζαν, όσα την υπνώτιζαν, ρίχνει το κουτί με τα οκτώ τετράδια στο ποτάμι!
Με το συγγραφικό αυτό τέχνασμα, μαθαίνουμε «εκ των έσω» τις ψυχικές διαδρομές της Λίλας:
Ο Στέφανο, ο άντρας της, τη μέρα του γάμου (εκεί μείναμε στο πρώτο βιβλίο) χαρίζει στον ορκισμένο εχθρό, σιχαμερό, μαφιόζο Μαρτσέλο τα παπούτσια σχεδιασμένα από τη Λίλα-παιδί. Αυτήν την προδοσία περιμένουμε πως θα εκδικηθεί με τον πιο αμείλικτο τρόπο η Λίλα (και η Έλενα περιμένει εναγωνίως να συμβεί). Όμως πάλι η Λίλα καταπλήσσει: δεν αντιδρά, πάει η πολυπόθητη ρήξη.
Κι ο ανταγωνισμός της Έλενας απέναντι στη φίλη της φουντώνει, εφόσον η Λίλα ζει μέσα στα πλούτη και τη χλιδή. Κάνει σεξ από αντίδραση, συνέχεια συγκρίνει τον εαυτό της με κείνην.  Κι όμως η Λίλα την πλησιάζει εκεί που δεν το περιμένει, ζητά τη βοήθειά της (δεν με νοιάζουν οι άλλοι, εσύ όμως ναι). Γιατί η ναπολιτάνικη ηθική του έμπορα Στέφανο δεν κολλάει με την ηθική της Λίλας, και ο Στέφανο δεν είναι παιδαρέλι. Την πιέζει, τη χτυπά, της επιβάλλεται (τα μάτια της Λίλας είχαν γίνει σαν σχισμές. Το μάγουλό της είχε αρχίσει να μελανιάζει, αλλά το υπόλοιπο πρόσωπό της ήταν κάτωχρο). Η «πρώτη νύχτα του γάμου» αναμενόμενα επεισοδιακή (-Δε σε θέλω. -Μη μου σπας τα αρχίδια). Η ψυχολογική κρίση που περνά η Λίλα (από εκείνη τη στιγμή που δέχτηκα τα χρήματα του δον Ακίλλε τα έκανα όλα λάθος) έχει φαίνεται αντίκτυπο και στην αυτοπεποίθηση της Λένας (είχα συνειδητοποιήσει το μέγεθος της ανεπάρκειάς μου) όσο αφορά τα διαβάσματα και το λύκειο.
Η ζωή της νιόπαντρης και μικροπαντρεμένης Λίλας είναι αλλοπρόσαλλη (όλα είναι ξεκάθαρα/χάλι μαύρο/ταπείνωση/κάνω ό, τι θέλει). Είναι ειλικρινής, είναι σκληρή, είναι μοχθηρή, είναι ευάλωτη. Mόλις μαθαίνει ότι οι αδερφοί Σολάρα και ο Στέφανο είχαν πάρε δώσε από παλιά (με το ίδιο μέσον απαλλάχτηκαν απ το στρατό), η αντίδρασή της είναι απροσδόκητη:  πηγαίνει  η ίδια στους Σολάρα, να ζητήσει χάρη γα τον Αντόνιο!!! Σπαταλά ασύστολα, κάνει σκηνές, δέχεται να λανσάρει ο Μαρτσέλο τα παπούτσια στην αγορά, βάζει τη φωτογραφία της στο μαγαζί των Σολάρα, τη σκεπάζει με… λουρίδες (και μάλιστα απ όλους θεωρείται πρωτοποριακή παρέμβαση!), μένει έγκυος, κάνει απόξεση, αγοράζει τα βιβλία της Β’ Λυκείου στην Έλενα, κ.α.  
Και η Λενού περνά δύσκολα, είναι σε σχέση με τον Αντόνιο που τον βασανίζει αλλά κρυφά ερωτευμένη με τον φευγάτο Νίνο. Η κοινωνική φιλοδοξία της όμως τη διαφοροποιεί, τη σπρώχνει να εισχωρεί σιγά σιγά στον κόσμο των διανοούμενων: διαβάζει εφημερίδες, πάει σε πορείες και επιστημονικές ομιλίες, επιτηδεύεται το λόγο. Η πρόσκληση της καθηγήτριας Γκαλιάνι να πάει στο πάρτι των παιδιών της, της δημιουργεί πανικό (πίσω από την ποδιά κρυβόταν η στέρηση, κρυβόταν η ανέχεια, η χωριατιά). Η απόφαση της Λίλας να τη συνοδέψει δυσκολεύει ακόμα περισσότερο τα πράγματα, γιατί η Λίλα μιλά με βαριές ναπολιτάνικες εκφράσεις και γίνεται άξεστη (όταν θέλω κάτι, γίνομαι λίγο τσούλα/ντρέπεσαι για μένα;). Το επεισόδιο γίνεται η αφετηρία κοινωνικών αντιθέσεων που μπαίνουν όλο και πιο εμφανώς ανάμεσα στα δυο κορίτσια: ο κόσμος των βιβλίων, των ανθρώπων, των γεγονότων, των ιδεών  ήταν ανεξάντλητος∙ σ’ αυτόν τον κόσμο η Έλενα είναι καλοδεχούμενη και προσπαθεί να ανταποκριθεί  με μεγάλο ενθουσιασμό, για τη Λίλα όμως είναι άνευρος και βαρετός, και αντιδρά εκ των υστέρων με απίστευτη μοχθηρία, λέγοντας για τους οικοδεσπότες ότι στο κεφάλι τους δεν έχουν ούτε μια δικιά τους σκέψη που να έκαναν τον κόπο να τη σκεφτούν μόνοι τους. Ξέρουν τα πάντα και δεν ξέρουν τίποτα. Μέσα από τα τετράδια της Λίλας η Έλενα μαθαίνει μετά από πολύ καιρό το πόσο κακό της είχε κάνει αυτή η βραδιά (ένιωσε πως δεν είχε τι να πει, πως ήταν άχαρη, χωρίς τρόπους, χωρίς ομορφιά/ένιωθε χαμένη για πάντα).
Η ρήξη και ο μακροχρόνιος χωρισμός που ακολούθησε στοίχισαν πολύ στην Έλενα αλλά το κοσμικό περιβάλλον της καθηγήτριας Γκαλιάνι, μέσα στον οποίο πρωτοστατεί ο εύστροφος και προκλητικός  Νίνο, γίνεται ο καινούριος κόσμος που η Έλενα θέλει να κατακτήσει.

Στη μέση περίπου του βιβλίου το ψυχολογικό ενδιαφέρον υψώνεται κάθετο. Είναι καλοκαίρι και μια μεγάλη παρέα πάει στην Ίσκια (μαζί κι η Λίλα για να δυναμώσει και να μείνει έγκυος), όπου βρίσκεται και ο Νίνο με την οικογένειά του. Οι ψυχικές διακυμάνσεις από τις οποίες περνά η ερωτευμένη με τον Νίνο Έλενα είναι  μεγάλες μια και δεν υφίσταται μόνο τις προκλήσεις του Νίνο αλλά και της Λίλας. Ήδη επικοινωνεί με τον Νίνο μέσω βιβλίων και περιοδικών, και νιώθει περήφανη που την έχει προσεγγίσει πνευματικά. Η φιλοδοξία της δεν την αφήνει να δει ότι ο Νίνο δεν εντυπωσιάζεται από τις ιδέες και τις γνώσεις της, αλλά είναι από τους ανθρώπους που έφερνε την κουβέντα εκεί που ήταν δυνατός (οι απογευματινές ώρες κυλούσαν κατά κανόνα με τις δικές του κουβέντες). Οι καίριοι κοινωνικοί προβληματισμοί μπλέκονται με τα διάφορα ρομάντσα και τις συναισθηματικές ανησυχίες των κοριτσιών της παρέας, όπως και οι αντιθέσεις ανάμεσα σ αυτούς που «παριστάνουν του διανοούμενους» με αυτούς που βαριούνταν. Ο αιώνιος ανταγωνισμός Λίλας και Έλενας που ξεδιπλώθηκε όχι μόνο όσο αφορά τις ιδέες π.χ. για το βιβλίο του Μπέκετ (επομένως και στο πνευματικό επίπεδο) αλλά και στο ερωτικό (εκείνη άδραχνε τα πράγματα, τα λαχταρούσε στ αλήθεια, παθιαζόταν μ’ αυτά, ρίσκαρε, ή όλα ή τίποτα, και δεν φοβόταν την περιφρόνηση, τον περίγελο, το φτύσιμο, το ξύλο). Η κρυψίνοια της Έλενας που δεν παραδέχεται στη Λίλα τα συναισθήματά της απέναντι στον Νίνο γίνεται μπούμεραγκ, έρχεται σε αντίθεση  με την αυθόρμητη ειλικρίνεια της Λίλας, που πρώτη και μοναδική φορά τη βλέπουμε να ποθεί χωρίς έλεγχο (τον… Νίνο) και να εξομολογείται στην Έλενα (τα λόγια της για κείνον διαγράφουν τη μνήμη της, σβήνουν από τούτα τα σεντόνια κάθε ίχνος συζυγικής αγάπης/δεν αισθάνεται καμία ανομία, καμία ενοχή/μου λέει πόσο ποθεί αυτόν τον άνθρωπο που εγώ ποθώ εδώ και μια ζωή και το κάνει σίγουρη ότι -λόγω της απάθειάς μου- αυτόν τον άνθρωπο εγώ δεν τον κατάλαβα ποτέ μου), κι όλο αυτό το μπλέξιμο δημιουργεί κωμικοτραγικές ψυχικές εντάσεις (ένιωσα αλυσοδεμένη σε μια ανυπόφορη συνθήκη φιλίας. Πόσο περίπλοκα ήταν όλα). Έτσι, έχουμε το γνώριμο φαινόμενο ανάμεσα σε δυο στενές φίλες, η μια να «σφετερίζεται» τα συναισθήματα της άλλης.
Οι σελίδες των τετραδίων της Λίλας, όπως μας μεταφέρει εκ των υστέρων η Έλενα- συγγραφέας, δίνουν μια απίστευτη διάσταση στη σχέση της με τον Νίνο: μιλά προφανώς με άλλον τρόπο για το γνωστό σε μας φαινόμενο της «εξαΰλωσης» (η αίσθηση πως τα πάντα κινούνταν βιαστικά για να φύγουν μακριά, ότι η ταχύτητα της οποιασδήποτε κίνησης ανθρώπων και πραγμάτων ήταν υπερβολική και τη σάρωνε, την πλήγωνε, της προκαλούσε πόνο στην κοιλιά και στα μάτια. Έλεγε πως όλα αυτά συνοδεύονταν από αμβλυμένες αισθήσεις (…)Ο Νίνο είχε ανατρέψει αυτήν την κατάσταση την είχε αρπάξει από τον θάνατο). Όλο αυτό η Λίλα το βιώνει σαν «εκστατική ανάταση», μια νεκρανάσταση που ήταν και επανάσταση μαζί.
Δεν έχουμε μόνο τα συναισθήματα της  Έλενας από κείνη την εποχή (ανταγωνιστικά φυσικά παρά την επιβεβλημένη βουβαμάρα), αλλά και τις ώριμες σκέψεις της όντας ώριμη γυναίκα, όταν πια συνειδητοποιεί ότι η Λίλα δεν έπαιζε ένα καλοκαιρινό παιχνιδάκι για να περάσει την ώρα της, μα έχτιζε μέσα της ένα βίαιο συναίσθημα που θα τη σάρωνε.
Το θέμα περιπλέκεται ακόμα περισσότερο όταν έρχεται στην Ίσκια και ο -μαφιόζος- Μικέλε (ο ορκισμένος εχθρός, σαγηνεμένος κι αυτός με τη Λίλα. Οι λεκτικές διαμάχες (λες και έπαιζαν ρακέτες με τις λέξεις) είναι  συναρπαστικές αλλά ακόμα πιο ακραία εξελίσσεται η υπόθεση όταν εμφανίζεται και ο Στέφανο, στον οποίο η Λίλα λέει με τέτοιο απερίσκεπτο θράσος την αλήθεια ώστε  Στέφανο… δεν την πιστεύει (διατρανώνει την αλήθεια σαν να ήταν ψέμα).
Μετά απ αυτό το καλοκαίρι η Έλενα αποστασιοποιείται από τη Λίλα (πόσο εύκολο είναι να μιλάω για μένα χωρίς τη Λίλα: ο χρόνος γαληνεύει κα τα σημαντικά γεγονότα γλιστράνε στο νήμα των ετών σαν βαλίτσες στον ιμάντα του αεροδρομίου).  Όμως η επίδραση της φίλης της είναι πάντα καθοριστική, ακόμα και μέσα από το μηχανισμό της διαίσθησης.  Οι  εκπλήξεις συνεχίζονται και αφού ξεκινά η νέα σχολική χρονιά. Τα δυο κορίτσια είναι 19 χρονών, η Λενού γράφεται στο Πανεπιστήμιο της Πίζας, ανεβαίνει σιγά σιγά κοινωνικά κάνοντας μεγάλα βήματα  και με αρκετές δυσκολίες (π.χ. δυσκολεύεται να συνηθίσει τη γλώσσα μια και τα ναπολιτάνικα είναι διάλεκτος υποβαθμισμένη).  Γνωρίζει κι ερωτεύεται τον στρατευμένο κομμουνιστή Φράνκο και χώνεται βαθιά στην πολιτική του αντισταλινισμού και του τροτσκισμού. Μέσα στα δυο χρόνια που περιγράφονται στο βιβλίο αυτό εξελίσσεται τόσο, που στη Νάπολη τη θεωρούν αμερόληπτη, χωρίς ίχνος αρνητικών αισθημάτων, αποστειρωμένη από διάβασμα. Έτσι, τη συμβουλεύονται σαν να είναι «κάποια μάντισσα», ανεβαίνει δηλαδή το κύρος της στη φτωχογειτονιά της, πράγμα που τη γεμίζει περηφάνια. Παρόλο που μέσα της νιώθει ανεπαρκής, ακαλλιέργητη. Κι όταν αργότερα γνωρίζει και συνδέεται με  τον Πιέτρο Αϊρότα (γιο πανεπιστημιακού καθηγητή) ομολογεί ότι δυσκολεύεται να συμμετέχει επί ίσοις όροις στους πολιτικούς διαξιφισμούς (αυτό που δεν είχα ποτέ μου και θα μου έλειπε πάντα. Τι ήταν αυτό; Δεν ήμουν σε θέση να πω επακριβώς: η εξάσκησή μου, ίσως, να νιώθω βαθιά μέσα μου τα ζητήματα του κόσμου ως δικά μου∙η ικανότητά μου να τα εκλαμβάνω ς κρίσιμα ζητήματα κι όχι ως απλή ενημέρωση που την επιδεικνύεις στις εξετάσεις για να πάρεις καλό βαθμό∙ μια πνευματική μορφή που δε μετέτρεπε καθετί σε προσωπική μάχη, στην προσπάθειά μου να καταξιωθώ).

Αλλά  γρήγορα η Έλενα (ανα)γνωρίζει ότι αυτή η πορεία είναι γραμμική σε σχέση με τις παλινδρομήσεις και την ταραγμένη ψυχική διαδρομή της Λίλας. Έτσι, όταν μαθαίνει πια τα νέα της δυο χρόνια αργότερα (1963-1965), πάλι νιώθει ότι η ίδια ζει σ’ έναν υπερπροστατευμένο κόσμο και γι αυτό καθόλα προβλέψιμο συγκριτικά με τον πολυτάραχο κόσμο τον οποίο, μέσα από τις συνθήκες τη γειτονιάς, η Λίλα κατάφερε να εξερευνήσει με τις βιαστικές αράδες της, πάνω σε στραπατσαρισμένες, λεκιασμένες σελίδες. Γιατί η Λίλα έχει φύγει με τον Νίνο, έχει παιδί μαζί του, με όλες τις συνέπειες που μπορεί αυτό να έχει στη φτωχική ναπολιτάνικη γειτονιά, κι όταν ο Νίνο εξαφανίζεται κι όλοι οι άντρες συμπεριλαμβανομένου του φθονερού Μικέλε τρελαίνονται με τη στάση της, εξαφανίζεται και κείνη. Όπως θα ανακαλύψει αργότερα η Έλενα, η πλούσια φιλενάδα της έχοντας απαρνηθεί κάθε σχέση με το παρελθόν, έχει πιάσει δουλειά, συζεί με τον σοβαρό Έντσο σαν αδερφή του, μεγαλώνει το παιδί της και ασχολείται με… γλώσσες προγραμματισμού!
Τα πάντα απομυθοποιούνται στο μυαλό της Έλενας και σε μια κρίση ταυτότητας, κάθεται και γράφει ξέφρενα την δική της ερωτική περιπέτεια στην Ίσκια. Το πόνημά της έχει καλή υποδοχή από τη μητέρα του Πιέτρο που θέλει να το εκδώσει, όμως όταν πέφτει στα χέρια της Έλενας το παιδικό μυθιστόρημα της φίλης της, «Η γαλάζια νεράιδα», συνειδητοποιεί για μια ακόμη φορά την πηγή της έμπνευσής της:
Όμως από την πρώτη σελίδα κιόλας άρχισε να με πονάει το στομάχι μου και πολύ σύντομα με έλουσε κρύος ιδρώτας. Μα μονάχα όταν έφτασα στο τέλος παραδέχτηκα αυτό που είχα καταλάβει από τις πρώτες κιόλας γραμμές. Οι παιδικές σελίδες της Λίλας ήταν η μυστική καρδιά του δικού μου βιβλίου. Όποιος ήθελε να μάθει από πού αντλούσα τη ζέση μου, πώς είχε γεννηθεί το σθεναρό μα αόρατο νήμα που ένωνε τις φράσεις, έπρεπε να ανατρέξει σ΄αυτό το παιδικό βιβλιαράκι: δέκα σελίδες τετραδίου, ένας σκουριασμένος συνδετήρας, ένα έντονο χρωματισμένο εξώφυλλο, ο τίτλος, μα ούτε μια υπογραφή.

Χριστίνα Παπαγγελή 




Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 10, 2018

Έλενα Φερράντε, Η τετραλογία της Νάπολης-1


Σε πολλαπλά επίπεδα κινείται το μεγάλο αυτό μυθιστόρημα που η συγγραφέας του αναγκάστηκε να το επιμερίσει σε τέσσερα βιβλία. Και είναι σημαντική αυτή η διάκριση (κατά τη γνώμη μου, πάντα), ότι δηλαδή δεν πρόκειται για τέσσερα αυτόνομα βιβλία με χαλαρή συνέχεια το ένα του άλλου (όπως είναι συνήθως οι τετραλογίες), αλλά για ΕΝΑ βιβλίο με μεγάλη εσωτερική συνοχή. Αυτό είναι φανερό αν μπορέσει κάποιος να επισκοπήσει και τα τέσσερα βιβλία (πράγμα δύσκολο λόγω μεγέθους, αλλά και γιατί δεν κυκλοφόρησαν όλα μαζί), εφόσον υπάρχει ένας τέλειος «κύκλος» που ενώνει το πρώτο με το τέταρτο βιβλίο.
Η δομή άλλωστε παραμένει η ίδια: η μία από τις δυο βασικές ηρωίδες, η Έλενα, αφηγείται μετά από πολλά χρόνια (στο αφηγηματικό «σήμερα» είναι 66 χρονών) τη ζωή, τον βίο και την πολιτεία της ίδιας αλλά και της «άσπονδης» φίλης της, της Λίλας, η οποία έχει μυστηριωδώς εξαφανιστεί (σελίδα 22 του πρώτου βιβλίου: ελαχιστοποιούσε κάθε πιθανότητα αναζήτησης ίχνους της. Δεν ήθελε απλώς να εξαφανιστεί τώρα, στα εξήντα έξι της, αλλά και να διαγράψει όλη τη ζωή που άφηνε πίσω της). Ήδη προετοιμαζόμαστε για ένα είδος «ανταγωνισμού» ανάμεσα στις δυο φίλες, που φαίνεται στις αμέσως επόμενες σειρές: «εξοργίστηκα. Για να δούμε ποια θα νικήσει αυτή τη φορά, μονολόγησα. Άνοιξα τον υπολογιστή και βάλθηκα να γράφω κάθε λεπτομέρεια της ιστορίας μας, ό, τι είχε εντυπωθεί στο μυαλό μου). Ήδη η πρώτη, βασική αντίθεση έχει διαγραφτεί στις πρώτες σειρές.
Τα γεγονότα λοιπόν, που είναι καταιγιστικά -με τόσα πρόσωπα που σε κάθε βιβλίο υπάρχει αρχικό υπόμνημα με τις συγγενικές σχέσεις και λίγα στοιχεία για κάθε πρόσωπο-, συναρπάζουν από μόνα τους και ικανοποιούν τον αναγνώστη που θέλει «πλοκή». Υπάρχει όμως και το ψυχογραφικό στοιχείο έντονο, το κοινωνικοπολιτικό, το υπαρξιακό αλλά και προβληματισμός πάνω στη «γραφή», όχι μόνο τη λογοτεχνική, αλλά και την καταγραφή της εμπειρίας με το Λόγο, που χτίζει τη μνήμη και γράφει Ιστορία.

Βιβλίο 1. Η υπέροχη φίλη μου
Η συναρπαστική αφήγηση-εξομολόγηση της μιας από τις δυο ηρωίδες με έμφαση στον συναισθηματικό κόσμο είναι το πρώτο επίπεδο, που απευθύνεται σε όλα τα γούστα: βρισκόμαστε στην φτωχή και υποκοσμική Νάπολη και παρακολουθούμε την ενηλικίωση (και όχι μόνο) των δύο μικρών κοριτσιών. Με κεντρικό άξονα τις δυο φίλες, παρακολουθούμε και τον ιδιαίτερο, μαφιόζικο κόσμο της Νάπολης, τους απίθανους χαρακτήρες που ευδοκιμούν στις συνθήκες ανταγωνισμού και μιζέριας. Σκανταλιές,  μαγκιές, υποβόσκοντα  πάθη (όπως του Έντσο), στο πρώτο αυτό βιβλίο. Παιδική ηλικία μέσα στη βία (έτσι ήταν η ζωή, τελεία και παύλα∙ μεγαλώναμε με το καθήκον να την κάνουμε δύσκολη στους άλλους, προτού οι άλλοι την κάνουν δύσκολη σε μας). Τσακωμοί, μαλλιοτραβήγματα, πετροπόλεμοι, δολοφονίες, μίσος, τρόμος. «Δοκιμασίες θάρρους» ήταν αυτό που έφερε κοντά τα δυο τόσο διαφορετικά κορίτσια εφόσον η «πάντα κακιά» Λίλα ήταν απίστευτα παράτολμη (η Λίλα μου κέντρισε αμέσως την προσοχή γιατί ήταν πολύ κακιά), με αποκορύφωμα  την επίσκεψη στο σπίτι του τρομερού «δράκου του παραμυθιού», του δον Ακίλλε, μια επίσκεψη που σφράγισε τη φιλία (άλλαξε τα πάντα μεταξύ μας). Το χαρακτηριστικό επεισόδιο με την Τίνα-κούκλα που κυριαρχεί στην αρχή (η Λίλα πετάει στον φωταγωγό του Ακίλε την κούκλα της Έλενας, και η Έλενα ανταποδίδει) και σηματοδοτεί την έναρξη της βαθιάς φιλίας έχει άμεση συνάφεια με την Τίνα-κόρη στα τελευταία κεφάλαια του τέταρτου βιβλίου. Λειτουργεί  σαν προοικονομία, αν και ο αναγνώστης, όταν πια φτάνει στο τέλος των 2000 σελίδων,  πιθανόν να το έχει ξεχάσει.
Και δίνονται οι πρώτες αδρές γραμμές του χαρακτήρα των δυο προικισμένων κοριτσιών, που αλληλοσυμπληρώνονται σαν τα συγκοινωνούντα δοχεία, αλλά ακόμα είναι αδιαμόρφωτες προσωπικότητες. Πάντα κάτω από το πρίσμα της Έλενας, που είναι μάλλον πιο ανταγωνιστική. Η ίδια, διαφοροποιείται από το πνεύμα παιδικής βίας της γειτονιάς (το να προκαλείς πόνο ήταν αρρώστια), όπου πρωτοστατεί με τον δικό της, πρωτότυπο τρόπο η Λίλα. Και  διακρίνονται γρήγορα ως δυο ξεχωριστές μαθήτριες, αλλά η Λίλα είναι άπιαστη. Όχι μόνο στις γνώσεις ή στην εξυπνάδα, αλλά στον τρόπο να υπάρχει, στις δοκιμασίες «θάρρους» (οποιαδήποτε απαγόρευση μπροστά της έχανε κάθε υπόσταση). Τα επεισόδια που δείχνουν την εξαιρετικότητα της Λίλας στο πνεύμα και στη συμπεριφορά (η πνευματική της ετοιμότητα έμοιαζε με γρύλισμα, με επίθεση, με θανατηφόρο δάγκωμα) είναι πολλά, σπαρταριστά, συναρπαστικά (η Λίλα απείχε παρασάγγας από οποιονδήποτε. Επιπλέον, δεν άφηνε κανένα  περιθώριο για καλοσύνες), και στηρίζουν στο ακέραιο όλους τους χαρακτηρισμούς της Έλενας -συγγραφέα. Η Λίλα ως παιδί ανέσυρε το μίσος κοριτσιών και αγοριών, όλων εκτός από της Έλενας που έτρεφε έναν φανερό θαυμασμό. Έχει  πηγαίο θράσος, π.χ. σε διαγωνισμό είχε το θράσος να πει ότι το πρόβλημα δεν είναι δυνατόν να λυθεί επειδή υπήρχε κάποιο λάθος στην εκφώνηση, μόνο που δεν ήξερε τι. Ακόμη, παρόλο που η Έλενα είναι η όμορφη (στρουμπουλή, ξανθιά με μπούκλες, ενώ η Λίλα «κοκαλιάρα και μαύρη σαν παστή αντζούγια»), της Έλενας τής φαίνεται πανέμορφη (όταν αποφάσισε να κατατροπώσει τον Έντσο, έλαμψε ολόκληρη σαν ατρόμητη πολεμίστρια). Ακόμα και στην ομορφιά λοιπόν η Έλενα νιώθει δεύτερη, και βιώνει έναν ανταγωνισμό που διατρέχει και τα τέσσερα βιβλία και δεν πρόκειται να τον ξεπεράσει ποτέ. Το αξιόλογο και ενδιαφέρον στην ψυχογράφηση των κοριτσιών είναι ότι καταγράφονται όλες οι αδυναμίες τους με ειλικρίνεια ημερολογίου. Κάνουν λάθη, έχουν και μικρότητες, και πάθη, και ζήλειες, και πολύ σκοτεινά σημεία. Και η Έλενα και η Λίλα.
Αυτή η σχέση έλξης-απώθησης, θαυμασμού-ανταγωνισμού, εξομολόγησης-μυστικοπάθειας, ζήλειας-συνταύτισης χαρακτηρίζει όχι μόνο τη βαθιά φιλία/αγάπη, αλλά οποιαδήποτε σχέση εξελίσσεται διαλεκτικά μέσα από το «έτερον», μέσα από το Άλλο, είναι  το πυρηνικό στοιχείο που λειτουργεί σαν άξονας σ αυτήν την πολυποίκιλη πλοκή. Γιατί μέσα από το γράψιμο πάντα της ηρωίδας, διαφαίνεται η ωρίμανση, η εξέλιξη/σύνθεση  που προκύπτει μέσα από την αντίθεση. Κι αυτό είναι το δεύτερο επίπεδο, που ξεφεύγει απ το μονοδιάστατο ενδιαφέρον των γεγονότων, του τι συνέβη, που δεν είναι βέβαια καθόλου ευκαταφρόνητο.
Και τα δυο κορίτσια λατρεύουν τα βιβλία. Παιδικό τους όνειρο, να γίνουν… πλούσιες και να γράψουν ένα μυθιστόρημα. Όμως η Λίλα είχε το χρόνο κι έγραψε μόνη της (κρυφά από την Έλενα) ένα μυθιστόρημα,  τη «Γαλάζια νεράιδα», που ανοίγει ολόκληρο κόσμο στην Έλενα. Έτσι, ξεκινά το τρίτο επίπεδο, ο τρίτος άξονας ενδιαφέροντος που είναι η γραφή, η συγγραφή, η σχέση με τη λογοτεχνία. Γιατί η Έλενα, καθώς θα δούμε παρακάτω, γίνεται συγγραφέας, κι αυτά τα πρώτα σκιρτήματα είναι καθοριστικά (για τη Λίλα: όχι μόνο ήξερε να λέει τα πράγματα με το όνομά τους, αλλά είχε αναπτύξει εκείνο το χάρισμα που ήδη ήξερα από παιδί.: μόνο που τώρα το έκανε ακόμα καλύτερα, έπαιρνε τα γεγονότα και με τελείως φυσικό τρόπο, τα διατύπωνε φορτισμένα με έντασηενίσχυε την πραγματικότητα αποδίδοντάς τη με λέξεις που τις μπόλιαζε με ενέργεια). Για την Έλενα, η Λίλα γίνεται πηγή έμπνευσης, η αγάπη της φιλίας παρά ένα κλικ γίνεται ζήλεια που αντιγράφει, παραδειγματίζεται, ταπεινώνει, εμπνέει.
Όταν πια τα δυο κορίτσια μπαίνουν στην εφηβεία, οι διαφορές στην εμφάνιση γίνονται εμφανείς και καθοριστικές. Η Λίλα μειονεκτεί σε σχέση με όλα τα κορίτσια, είναι κοντή, ξερακιανή, δεν έχει περίοδο, δεν αρέσει στα αγόρια.  Δεν φαίνεται να την απασχολεί τίποτα απ όλα αυτά, παρά μόνο το φαινόμενο που εκείνη αυθαίρετα ονόμαζε «εξαΰλωση» που της συμβαίνει για πρώτη φορά το 1958 (14 χρονών) και το εξομολογείται το 1980 στην Έλενα. Από τότε θα το παρακολουθήσουμε δυο τρεις φορές στην πορεία της ζωής της και φαίνεται είναι το μυστικό στοιχείο από το οποίο αντλεί τον ασυνήθιστο δυναμισμό, αλλά και τη μυστικοπάθεια, που την κάνει να διαφοροποιείται τόσο πολύ απ την εξωστρέφεια της Έλενας.
Είναι η ηλικία που αρχίζουν οι πρώιμοι έρωτες, τα ερωτήματα για τις αλλαγές στο κορμί, οι προτάσεις απ τα αγόρια. Οι κοινωνικές διαφορές γίνονται πιο εμφανείς ανάμεσα σ όλα τα παιδιά της γειτονιάς: η Έλενα συνεχίζει τις σπουδές, η Λίλα όχι, ωστόσο η Λίλα έχει τρομερό πάθος και πάντα φαίνεται να προπορεύεται  με τις απίθανες ασχολίες της (π.χ. μελετά… ελληνικά, σχεδιάζει παπούτσια κ.α.). Μαθαίνει με ζήλο να χορεύει, διαβάζει βιβλία (ακόμη κι αν η Λίλα έπαιρνε μόνο ένα βιβλίο τον χρόνο, στο βιβλίο αυτό θα άφηνε το αποτύπωμά της). Ο δε μέγιστον, καθώς μεγαλώνει αρχίζει να αρέσει στα αγόρια παρόλη την έλλειψη θηλυκότητας (έβλεπαν πολύ περισσότερα πράγματα από μένα/από μέσα της ανάβλυζε το κοσμικό υγρό το οποίο δεν ήταν απλώς σαγηνευτικό μα και επικίνδυνο), ενώ αιφνιδιάζει πάντα με τις απρόβλεπτες αντιδράσεις της, π.χ. χορεύοντας με τους «ορκισμένους εχθρούς», τους αδερφούς Σολάρα (μα είναι δυνατόν να μην κατάλαβε ότι χόρεψε με τον Μαρτσέλλο, και μάλιστα δυο φορές; Είναι και παραείναι, έτσι ήταν πάντα η Λίλα). Και ενώ η Έλενα πάντα νιώθει ότι η φίλη της «είναι πιο μπροστά από κείνη», η ίδια η Λίλα με πολύ σοβαρό και επίσημο ύφος τής ανακοινώνει: «Εγώ δε θα ερωτευτώ ποτέ κανέναν και ποτέ των ποτών δε θα γράψω ποίημα».
Αυτή η διπλή άρνηση θα καθορίσει, όπως βλέπουμε  σε όλα τα βιβλία, τη μυστήρια ψυχοσύνθεση της Λίλας: η βαθιά άρνηση να δοθεί, ακόμα κι όταν  καταπλήσσει τους πάντες συνάπτοντας σχέσεις με τους πιο άσχετους (αργότερα), και η άρνηση να εκφράσει με την τέχνη τα μύχια συναισθήματά της. Κι όμως, παρόλο που δε συνεχίζει στο γυμνάσιο, διαβάζει όλη την Αινειάδα που τη συναρπάζει (ενώ η Λενού διαβάζει «τυπικά», για το σχολείο). Είναι πάντα ανήσυχη, κάτι ψάχνει, κάτι πιο βαθύ την τρομοκρατεί. Το φαινόμενο που η ίδια ονομάζει εξαΰλωση είναι η μυστική της σύνδεση μ έναν κόσμο που δεν μπορεί να μοιραστεί με κανέναν (κάτι παραβίασε την οργανική δομή του αδερφού της, ασκώντας πάνω του τόση πίεση, που συνέθλιψε το περίγραμμά του και τότε η ύλη απλώθηκε σαν μάγμα, φανερώνοντας από τι ήταν πραγματικά πλασμένη).
Στο πρώτο αυτό βιβλίο έχουμε και το ξύπνημα της κοινωνικοπολιτικής συνείδησης, εφόσον στη γειτονιά υπάρχουν οι φασίστες, υπάρχουν οι κομμουνιστές, υπάρχουν οι μαφιόζοι και οι καμορρίστες. Καθώς μεγαλώνουν τα δυο κορίτσια, αρχίζουν και αναγνωρίζουν όλες αυτές τις στάσεις και ιδεολογίες στα καθημερινά πρόσωπα των γειτόνων, στην αρχή ενστικτωδώς, στη συνέχεια πιο συνειδητά. Αρχίζουν και βιώνουν στο πετσί τους τις κοινωνικές ανισότητες. Είναι το τέταρτο επίπεδο στο οποίο κινείται η όλη αφήγηση, που βέβαια ξεδιπλώνεται πιο εκτεταμένα στα επόμενα βιβλία.
Πρώτη «ξυπνάει» η Λίλα, που δείχνει ενδιαφέρον  για τις πολιτικές ιδέες του κομμουνιστή Πασκουάλε. Και πάλι η Λενού συνειδητοποιεί ότι κουβεντιάζοντας με τη Λίλα και τον Πασκουάλε μαθαίνει πιο ουσιώδη πράγματα απ’ ό, τι στο σχολείο. Εμπνέεται από τη Λίλα για να διατυπώσει τις ιδέες της για τη Διδώ του Αινεία, και είναι η πρώτη από τις φορές που θα παρακολουθήσουμε να «κλέβει» τις ιδέες της Λίλας και να τις διατυπώνει απλώς με ωραίο τρόπο (το πάθος μου δε θέριεψε δίπλα στην έξαψη του δικού της πάθους;). Κι όταν η Λίλα αρχίζει και αδιαφορεί για το διάβασμα και ρίχνεται με τα μούτρα στο να σχεδιάζει παπούτσια μαζί με τον αδερφό της (ο πατέρας της είναι τσαγκάρης), τη Λένα παύει να τη γοητεύει το σχολείο.
Το ζευγάρι παπούτσια που σχεδίασε η Λίλα αποτελεί κομβικό σημείο στην εξέλιξη της ιστορίας, εφόσον προκαλεί το ενδιαφέρον του μισητού Μαρτσέλλο Σολάρα (ερωτευμένου κι αυτού, φυσικά) και πλέκονται άπειρα επεισόδια που αναδεικνύουν γι άλλη μια φορά την ιδιαιτερότητα της Λίλας. Όμως οι ζωές των δυο κοριτσιών έχουν πάψει να συμβαδίζουν. Η Λένα πάει διακοπές, ερωτεύεται τον Νίνο Σαρατόρε, ανταλλάσσουν ένα ανάλαφρο φιλί και η Έλενα μάς χαρίζει πολλές όμορφες σελίδες περιγράφοντας έναν αγνό, παθιασμένο έρωτα. Δεν είναι τυχαίο, βέβαια, που η Έλενα βλέπει στον Νίνο στοιχεία της Λίλας: ο Νίνο έχει κάτι που τον τρώει μέσα του, όπως η Λίλα, και είναι χάρισμα αυτό και πόνος μαζί, δε χαίρονται με τίποτα, δεν αφήνονται, φοβούνται όσα συμβαίνουν γύρω τους/έδειχνε να απολαμβάνει την παρουσία μου μόνο εάν στεκόμουν βουβή να τον ακούω. Σ αυτές τις συναντήσεις ο Νίνο δείχνει κι ένα πρώιμο ενδιαφέρον για τη Λίλα, που σουβλίζει την Έλενα (ήταν τόσο έξυπνη, ήταν αδύνατον να τη συναγωνιστείς, μου θόλωνε το μυαλό).
Από τη μακαριότητά της την  Έλενα την βγάζει το παθιασμένο γράμμα της Λίλας: δεν την μαγεύει μόνο το θυελλώδες περιεχόμενο, αλλά και ο τρόπος γραφής, που της τροφοδοτεί τη συγγραφική ανάγκη:  η Λίλα ήξερε να μιλάει μέσα από τη γραφή∙ σε αντίθεση μ’ εμένα όταν έγραφα, εκείνη εκφραζόταν με προσεγμένες φράσεις, χωρίς το παραμικρόλάθος, παρότι δεν είχε συνεχίσει το σχολείο, και επιπλέον δε φαινόταν κανένα ίχνος προσπάθειας, δεν ένιωθες το τέχνασμα του γραπτού λόγου (…). Η φωνή της, αγκαλιά με τη γραφή της, ραφιναρισμένη από τα περιττά της ομιλίας, από τη θολούρα του προφορικού λόγου. Ενώ όλα τα εξωτερικά στοιχεία δείχνουν το αντίθετο, για άλλη μια φορά η Έλενα νιώθει ότι «ο κόσμος της Λίλας υπερκάλυπτε τον  δικό της», μιας και όχι μόνο η Λίλα βίωνε απίστευτους εκβιασμούς και διλήμματα, αλλά με τη δεινή γραφή της έκανε -άθελά της- την Έλενα να νιώθει ταπεινωτικά (αυτή η ευτυχία με έκανε να νιώθω δυστυχής). Οι έρωτες και τα αθώα της διαβάσματα εξανεμίστηκαν (έκανα χώρο για όσα συνέβαιναν στη Λίλα).
Με αφορμή το ζευγάρι τα παπούτσια (και όχι μόνο)η Λίλα μπαίνει στο κέντρο των αντρικών ανταγωνισμών με απάθεια και περιέργεια, δημιουργώντας πανικό στην Έλενα (δεν μπορεί να μην ήξερε ότι ξεκινούσε έναν σεισμό χειρότερο από εκείνον όταν έριχνε χάρτινα μπαλάκια βουτηγμένα στο μελάνι. Κι όμως ήταν πολύ πιθανόν να μη στόχευε σε τίποτα συγκεκριμένο. Πάντοτε έτσι ήταν, έσπαγε τις ισορροπίες μόνο και μόνο για να δει με ποιον άλλο τρόπο μπορούσε να τις ανασυνθέσει). Ο πλούτος του Στέφανο (άλλο είδος πλούτου) θαμπώνει τα δυο κορίτσια, και αναγκάζει τη Λίλα να φερθεί με «ψυχρή μοχθηρία» στον επικίνδυνο, μαφιόζο Μαρτσέλλο και τον αδερφό του Μικέλε , ενώνοντας τη ζωή της με τον ευγενικό, πλούσιο έμπορα, τον Στέφανο (ανθρώπους τέτοιας πάστας έπρεπε να τους πολεμάς κατακτώντας μια ανώτερη ζωή που εκείνοι δεν μπορούσαν ούτε καν να φανταστούν).
Η απόφαση της Λίλας να αλλάξει έτσι τη ζωή της την κάνει να αλλάξει κοινωνική τάξη (μήνες μετά είχε γίνει μια δεσποινίς που αντέγραφε τα μοντέλα των περιοδικών μόδας, τις κοπέλες της τηλεόρασης/μόλις την αντίκριζες, η λάμψη που την περιέβαλλε έμοιαζε με δυνατό χαστούκι στο πρόσωπο της φτωχογειτονιάς μας). Στα 16 της χρόνια η νευρική, επιθετική Τσερούλλο έχει καεί στην πυρά. Ο ερωτευμένος κομμουνιστής Πασκουάλε δεν αντέχει να τη βλέπει να αναλώνεται (έχει βολευτεί κι αυτή και οι δικοί της προτού καν παντρευτεί/θες να πεις ότι η Λίλα πουλήθηκε;). Όσο προχωράει η εφηβεία, οι κοινωνικές αντιθέσεις είναι εμφανέστερες. Η Έλενα με την ώθηση που της δίνει η γνωριμία της με τον πιο πολιτικοποιημένο Νίνο, αρχίζει να αποκλίνει από το πνεύμα της γειτονιάς, να «διανοουμενίζει», να εκθέτει τις απόψεις της και να εκτίθεται, με αποκορύφωμα τις «αιρετικές» απόψεις της  σ ένα θεολογικό θέμα (με αφορμή το μάθημα των θρησκευτικών). Το προκλητικό της κείμενο δημοσιεύεται εγείροντας διάφορες αντιδράσεις. Έτσι, διεισδύει κι αυτός ο άξονας στο πολυπρισματικό μυθιστόρημα της Φερράντε.
Ο γάμος της Λίλας, με τον οποίο ουσιαστικά τελειώνει το 1ο βιβλίο, ανατρέπει πολλές ισορροπίες στη σχέση τους αλλά η σελίδα που η Λενού βλέπει γυμνή τη Λίλα (τη βοηθάει να πλυθεί για το γάμο) είναι από τις πιο τρυφερές και χαρακτηριστικές δύο κοριτσιών αυτής της ηλικίας: 
...σήμερα μπορώ να πω ότι η ντροπή μου οφειλόταν επειδή άφησα το βλέμμα μου να πλανηθεί με τέρψη στο σώμα της/δεν μπορείς να τραβήξεις το χέρι σου χωρίς να παραδεχτείς την ταραχή σου, χωρίς να την υποδηλώσεις ξεμακραίνοντας κι άρα χωρίς να έρθεις σε ρήξη με την ατάραχη αθωότητα του ανθρώπου που σε ταράζει, χωρίς να εκφράσεις με την άρνησή σου το βίαιο συναίσθημα που σε αναστατώνει (…) Και συμπεριφέρεσαι σα να μη συμβαίνει τίποτα, κι όμως συμβαίνουν τα πάντα εκεί στο φτωχικό και κάπως σκοτεινό δωμάτιο, τριγύρω ένας άθλιος διάκοσμος, πάνω σ’ ένα ξεχαρβαλωμένο πάτωμα με λίμνες νερού, και η καρδιά σου σκιρτά, οι φλέβες σου φλέγονται.
Χριστίνα Παπαγγελή

Πέμπτη, Ιουλίου 19, 2018

Σαν μυθιστόρημα, Γιάννη Κιουρτσάκη (ΤΟ ΙΔΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟ)


Μ αυτόν τον τρόπο πλάθεις την ιστορία σου:
κοιτάζοντας πρόσωπα και πράγματα
όπως τα βλέπεις τώρα κι όπως μπορούσες τότε να τα δεις∙
 κοιτάζοντάς τα, όσο μπορείς,
συγχρόνως από έξω κι από μέσα-
και καθρεφτίζοντας αυτό το έξω πάνω στο μέσα,
αυτό το μέσα πάνω στο έξω

Ξαναδιάβασα το πρώτο αυτό  βιβλίο του αγαπητού συγγραφέα μετά από 23 χρόνια, έχοντας πια κάνει από κοντά γνωριμία με τον ίδιο και με τον κόσμο του, κι έχοντας διαβάσει το δεύτερο βιβλίο του (κυρίως) της τριλογίας («Εμείςοι άλλοι») όπως και πολλά από τα δοκίμιά του για τον Καραγκιόζη και τον λαϊκό πολιτισμό.
Όπως και το «Εμείς οι άλλοι», πρόκειται για ένα βιβλίο εσωτερικού μονόλογου (αν και εναλλάσσεται το α΄ενικό με το γ΄ενικό), αυτοβιογραφικό και εξομολογητικό, μιας ανήσυχης προσωπικότητας που ψάχνει με αγωνία την αληθινή της ταυτότητα ήδη από την ευαίσθητη αλλά καθοριστική παιδική ηλικία. Δεν πρέπει να περιμένει δηλαδή ο αναγνώστης κάποια πλοκή συναρπαστική, ή βιώματα μοναδικά και ανεπανάληπτα, όσο σκέψεις, εικόνες και γνώριμα συναισθήματα  που μεταλλάσσονται, ωριμάζουν, αντιφάσκουν με τον εαυτό τους και αποκρυσταλλώνονται σε λέξεις για να αυτοαναιρεθούν (όπως σπεύδει και ο ίδιος να διευκρινίσει στην πρώτη εισαγωγική σελίδα: να πεις τα ίδια πράγματα με άλλο τρόπο: όχι για να επαναλάβεις τον εαυτό σου, αλλά ακριβώς για να πεις το άλλο –το άλλο που φωλιάζει μέσα στο ίδιο). Θα έλεγε κάποιος κριτικός λογοτεχνίας ότι είναι ένα –«σαν», όπως λέει ο τίτλος- μυθιστόρημα «ενηλικίωσης», κυριολεκτικά και μεταφορικά∙  κυριολεκτικά εφόσον ο συγγραφέας μιλά για την παιδική του ηλικία μέχρι που έγινε 18 χρονών, αλλά και μεταφορικά εφόσον τότε ήταν που αυτοκτόνησε ο μεγαλύτερος αδερφός του, γεγονός καθοριστικό για το άλμα, το πέρασμα στην ωριμότητα και την αυτοσυνειδησία. Είναι ένα προσωπικό μυθιστόρημα, όπου ο βίος μετουσιώνεται σε κάτι άλλο χάρη στη γραφή.
Το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε ο Γιάννης Κιουρτσάκης και τον καθόρισε αποφασιστικά ήταν μεσοαστικό, κλειστό, συντηρητικό. Έζησε και μεγάλωσε στο κέντρο της Αθήνας με πολλές ανέσεις, με προσεγμένη μόρφωση και αυστηρό γονεϊκό έλεγχο. Ο πατέρας που καθόρισε τη ζωή και τις αξίες των δύο αγοριών (που είχαν ωστόσο τη μεγάλη διαφορά των 8 χρόνων μεταξύ τους) παντρεύτηκε με προξενιό σε μεγάλη ηλικία (55 χρονών όταν γεννήθηκε ο Γιάννης, ο μικρότερος), ήταν εισαγγελέας με ένα αξιοσέβαστο παρελθόν πίσω του προτού αφοσιωθεί  με πολλή φροντίδα στα αγόρια (ένας πατέρας γεμάτος μητρότητα). Ο Γιάννης, σαν μικρότερος με μεγάλη διαφορά από τον αδερφό του,  εσωτερίκευσε όλες αυτές τις επιταγές του περιβάλλοντος εις διπλούν… Όμως με διαρκή επεξεργασία των επιρροών διαμορφώνει σιγά σιγά τη δική του, μοναδική συγγραφική προσωπικότητα.
Δεν υπάρχει ακριβώς γραμμική σειρά στην παράθεση των γεγονότων και της εσωτερικής διευθέτησής τους στην ψυχή του ήρωα. Ο συγγραφέας πηγαινοέρχεται από το «σήμερα» (που είναι όταν γράφει το βιβλίο, δηλαδή τα διάφορα κεφάλαια που μπορεί να γράφτηκαν το 1986, 1990, 1991 κλπ  -το βιβλίο δημοσιεύτηκε το 1995) στο απώτερο παρελθόν, στον βίο των δικών του, στα περιστατικά που τον καθόρισαν∙ το βιβλίο ξεκινάει από το πιο σημαδιακό γεγονός που ήταν ο εκούσιος θάνατος του αδερφού του, του Χάρη στην ηλικία των 26 χρόνων (αυτό το τρελό αγόρι που τόσο διψούσε για ζωή, θα είχε δώσει άραγε ο ίδιος τέλος στη ζωή του εκείνο το βράδυ του Γενάρη στις Βρυξέλλες, αν όσα έζησε και σκέφτηκε εκείνες τις λίγες μέρες ή εκείνες τις λίγες ώρες είχαν εξελιχθεί ελάχιστα διαφορετικά;), για την ακρίβεια ξεκινάει από την αναφορά σ αυτό το πυρηνικό συμβάν, που έδωσε και το κίνητρο να γραφτεί το βιβλίο. Γιατί η ακραία συνειδητοποίηση «εγώ είμαι ο Χάρης» δεν γίνεται αμέσως κατανοητή από τον αναγνώστη στις πρώτες σελίδες, παρά μόνο αφού φανεί και η βαθιά σχέση των δύο αδερφών αλλά και οι αναλογίες στους δυο χαρακτήρες. Απ τις πρώτες σελίδες πάντως δίνεται το βάθος αυτής της καταβύθισης στον «εαυτό», στον ίδιο και στον Χάρη, με την εικόνα του «Δίκωλου», του προσώπου με το διπλό σώμα, στο λαϊκό θέατρο του ποντιακού καρναβαλιού του Δωδεκάμερου, το οποίο κουβαλάει μόνιμα στη ράχη του το σώμα του νεκρού αδερφού του. Και η αφήγηση απλώνεται σε κύκλους που επεξηγούν, περιγράφουν, ερμηνεύουν, θέτουν διαρκώς ερωτήματα εκ νέου, αναπτύσσοντας «το ίδιο και το άλλο», το «μέσα και το έξω». Και πέρα από τα φαινόμενα, κυριαρχεί ένα ερώτημα πολύ πιο βαθύ και θεμελιώδες, κυριολεκτικά αβυσσαλέο, το ερώτημα «ποιος είμαι». Μια διαρκής αναζήτηση του «εαυτού», που δεν μπορείς να τόνε βρεις γιατί αλλάζει ακατάπαυστα.
Όπως λέει και ο ίδιος από την αρχή του βιβλίου, από πολύ μικρός θησαυρίζει κάθε ερέθισμα, κάθε βίωμα μεγάλο ή ταπεινό, ψάχνει τις λέξεις και χτίζει τον εαυτό του, ή την εικόνα για τον εαυτό του. Και δεν είναι τυχαία αυτή η υπέρτατη καταξίωση κάθε μικρού και σχεδόν ανεπαίσθητου συναισθήματος, ίσως να έχει τη ρίζα της στη μεγάλη απώλεια, πρώτα του πατέρα και μετά του αδερφού, σε καθοριστική ηλικία αντίστοιχα∙ στη μεγάλη απώλεια που δίνει αξία σε κάθε τι που δίνει ζωή και νόημα στον κόσμο. Μέσα στη φθορά και την αλλαγή αποζητά το άφθαρτο, το αιώνιο, γιατί πατρίδα σου είναι ο άφθαρτος, αθάνατος, αιώνιος κόσμος μέσα στον πυρήνα του εαυτού σου. Πατρίδα σου είναι ο πρώτος σου εαυτός –και κάθε αναζήτηση του πρώτου σου εαυτού είναι ένας νόστος. Στην αρχή ακόμα του βιβλίου (σελ.50) ο συγγραφέας κωδικοποιεί με υπέροχο, ποιητικό τρόπο την ου-τοπία του «αδύνατου νόστου», την ουσία όχι μόνο της γραφής του αλλά και της ζωής του (άλλωστε, το λέει και προς το τέλος: ζω μέσα απ’ το γράψιμο):
Τώρα λοιπόν το καταλαβαίνεις:
Για να ξανάβρεις εκείνη την αιωνιότητα, πρέπει να απαρνηθείς την αιωνιότητα και να περάσεις από τον χρόνο.
Και για να ξανάβρεις εκείνη την αθανασία, πρέπει να περάσεις απ’ την παραδοχή του θανάτου.  
(…) Και για να βρεις τον εαυτό σου, πρέπει να βγεις απ’ τον εαυτό σου και να περάσεις από τον άλλον.
Και στο τέλος:
Μοναδική πατρίδα σου είναι ο έρωτας και ο θάνατος.

Έτσι, έχουμε το σπίτι, το «μέσα» και το «έξω», το Ίδιο και το Άλλο, τον έρωτα και τον θάνατο. Κι όλο το «χτίσιμο» της προσωπικότητας του συγγραφέα περιστρέφεται γύρω από τρεις σημαντικούς θεματικούς άξονες: πατέρας, το ταξίδι του Χάρη στη μυθοποιημένη «Ευρώπη» για σπουδές, η εθελοντική αποχώρηση του Χάρη από τη ζωή.
Κεντρική θέση στο σύμπαν των δυο αγοριών κατέχει ο πατέρας: δυναμικός, άτεγκτος και δυναμικός εισαγγελέας από τη μια, πατρικός/μητρικός και τρυφερός απ’ την άλλη. Στην επαγγελματική περιπλάνησή του ως αντεισαγγελέας και στη συνέχεια ως εισαγγελέας στα Γρεβενά, Κρήτη, Δράμα (π.χ. ήταν αντεισαγγελέας στη Δράμα κατά την εισβολή των Βουλγάρων το 1916), Βόλο,  κλπ. έχει πολλές φορές πρωταγωνιστικό ρόλο στην επίσημη Ιστορία, από την οποία τα παιδιά του, ως παιδιά μένουν προφυλαγμένα (από τι άλλο γύρευε να μας προστατέψει ανατρέφοντάς μας όπως μας ανέτρεφε μες στον κλειστό παράδεισο του σπιτιού μας, αν όχι απ τον εφιάλτη που είχε γίνει και γι αυτόν η Ιστορία –λες κι είχε την αφέλεια να πιστεύει ότι η Ιστορία μπορούσε να σταματήσει στο κατώφλι του σπιτιού μας;).  Η ιστορία του που την στοιχειοθετεί εκ των υστέρων ο Κιουρτσάκης, όταν πια είναι ενήλικας, του προκαλεί και κάποια «δαγκώματα» στην καρδιά, όπως ο σημαντικός του ρόλος στη δίκη του Παναΐτ  Ιστράτι, Νίκου Καζαντζάκη και Δημήτρη Γληνού που ήταν κατηγορούμενοι για «διέγερσιν ερεθισμού και διχονοίας και εχθροπαθείας μεταξύ των πολιτών» τον Φεβρουάριο του 1928. Η τάση του πατέρα να «αποστειρώνει» την Ιστορία αφήνοντάς την έξω απ’ το σπίτι, όπως λέει ο συγγραφέας, είχε το πλεονέκτημα ότι τον γλίτωσε από την αντικομμουνιστική υστερία που γνώρισαν πιθανώς άλλα παιδιά της γενιάς του και της τάξης του. Έτσι, όπως πολλά παιδιά της αστικής αθηναϊκής τάξης ζούσε σε μια συντηρητική «γυάλα», δεν γνώριζε καν για τον εμφύλιο, και η πολιτική του συγκρότηση ήταν στοιχειώδης. Ο συγγραφέας ανατέμνει την προσωπικότητα του αντιφατικού πατέρα και τη σχέση του με τη μάνα, ενώ είναι φανερό σε πολλαπλές περιπτώσεις ότι ο -αυστηρός κατά τ’ άλλα-  πατέρας κυριαρχούσε όχι με την επιβολή μιας ορατής πειθαρχίας, αλλά με την αγάπη, ή πιο σωστά το πάθος.  Ο γιος ψάχνει το παρελθόν του πατέρα του, τον τόπο όπου μεγάλωσε, ψηλαφεί κάθε χνάρι που θα μπορούσε να συμπληρώσει τη μεγάλη εικόνα (γίνομαι ο πατέρας μου ή ο πατέρας μου γίνεται εγώ/όταν παλεύεις να πλάσεις τη μορφή ενός άλλου, δεν σταματάς να πλάθεις τον εαυτό σου), όλες τις μορφές στις οποίες μεταμορφώνεται –ποιος ήταν ο πατέρας σου;
Οι σπουδές του Χάρη στο Gembloux του Βελγίου  ταράζουν τις ισορροπίες της οικογένειας, η οποία σύσσωμη συμμετέχει στα καινούρια πάθη. Η προσγείωση του Χάρη και έμμεσα και της οικογένειας είναι απότομη- οι εξευτελισμοί και οι ταπεινώσεις στο πανεπιστημιακό περιβάλλον απέναντι στους νεοφώτιστους κάνουν τον Χάρη πολύ δυστυχισμένο. Οι συγκρούσεις μέσα στην ψυχή του μεγάλου αδερφού σχετικά με την  πατρίδα, τον πολιτισμό, τη βαρβαρότητα , οι έρωτές του, οι αποτυχίες και οι επιτυχίες, ο φόβος της αποτυχίας, οι κοινωνικές και υπαρξιακές ανησυχίες γίνονται μέρος της ζωής όλων, αλλά ιδιαίτερα του  δωδεκάχρονου Γιάννη. Καταγράφοντας τώρα, εκ των υστέρων, αυτήν την εποχή, ο συγγραφέας προσπαθεί να εισχωρήσει στον τραγικό πυρήνα του προσώπου του αδερφού του (είναι κάτι πιο βαθύ και ριζικό, συνυφασμένο, φαίνεται, με τον πυρήνα του προσώπου μας και που δεν ξέρω πούθε ξεκινάει: αυτή η αδιάκοπη εναλλαγή ευφορίας και της κατάθλιψης, του σκοταδιού και του φωτός, του «πάνω» και του «κάτω» μέσα στην ψυχή μας). Και, όπως λέει σε άλλο σημείο, η «αυτοκτονική ροπή» ήταν μια άλλη μορφή της λαχτάρας του να αγαπήσει και να ζήσει.
Καθώς ο συγγραφέας μετέρχεται από την ήβη στην εφηβεία, παρακολουθούμε με αργά και σταδιακά βήματα το πέρασμα σ ένα δικό του, συναρπαστικό κόσμο (είχε αρχίσει η περίοδος της μεγαλομανίας μου). Τις πρώιμες φιλοδοξίες να γράψει ένα βιβλίο (να θρέψει το άπληστο εγώ του με όλο το άπειρο του κόσμου, ώστε να νιώσει πάλι ένα με τον κόσμο, όπως στα πρώτα χρόνια της ζωής του), την επαφή του με την τέχνη που τον απομόνωνε από τα άλλα παιδιά. Αλλά και η σχέση με τον Χάρη αλλάζει, έχουν ιδιαίτερη αλληλογραφία, ενώ ο Χάρης συμβουλεύει τον Γιάννη σαν ένας καινούριος νεανικός  πατέρας! Το αίσθημα του ξένου, του φυλακισμένου βασανίζει τον «μικρομέγαλο»  μοναχικό έφηβο, ενώ προσεγγίζει το «Άλλο» (του πατέρα, του αδερφού)  σαν μεταμορφώσεις μέσα απ’ τις οποίες «πλάθεις τον εαυτό σου».
Ο θάνατος του πατέρα γίνεται «ξύπνημα» (κάτι μέσα μου έχει κλονιστεί, κάτι έχει φύγει από τη θέση του, ύστερα από κείνον τον σεισμό του Νοεμβρίου), κι όλα φωτίζονται διαφορετικά. Όλες οι μύχιες σκέψεις αλλά και οι εικόνες από την καθημερινή, ζωή ρουτίνας του παράξενου έφηβου  χρωματίζονται με μοναδικό τρόπο, εφόσον δεν χρειάζονται πάντα εξαιρετικές (>εξαίρεση) συνθήκες για να εξυψωθεί η ψυχή. Ο θάνατος του αγαπημένου προσώπου αποτελεί το πιο κοινότοπο σκάνδαλο  κάθε ανθρώπου, μπροστά στο οποίο δοκιμάζεται  το πνεύμα και ψάχνει ερωτήματα και απαντήσεις. Ο μικρός Γιάννης αναρωτιέται για την ύπαρξη του θεού, ενώ μπορεί και αποφαίνεται με τη νεανική του αποκοτιά ότι ξέρει με απόλυτη βεβαιότητα ότι υπήρχε τ ο υ λ ά χ ι σ τ ο ν η ομορφιά
Μια «δεύτερη ζωή», πιο εσωτερική πιο πλούσια, τον οδηγεί να αδιαφορεί για το «έξω». Σημειώνει το παραμικρό θαύμα, όπως  π.χ. το τραγούδι ενός γρύλου, ενώ προσπαθεί να κρατήσει με τη γραφή όλα αυτά τα ερωτήματα και τα θαύματα (ξέρω πως η ανυπομονησία μου για ζωή σκοτώνει την τέχνη). Σχολιάζει τώρα, από την οπτική γωνία του μεσήλικα τα νεανικά αυτά θραύσματα γραφής (γράφω και ξαναγράφω το ίδιο κείμενο), κρίνει ότι βιαζόταν να «αιχμαλωτίσει τον εαυτό του». Κι όμως έχει σημασία ότι κάτι πολύ βαθύ να πει, πως υπάρχει μια ιερή φλόγα κατοικεί τον κόσμο, και πως
Αυτός ο κόσμος –είτε εμφανίζεται ως το απέραντο και ποικίλο έ ξ ω που μας περιβάλλει, είτε ως το αβυθομέτρητο και ανεξιχνίαστο μ έ σ α που χάνεται στα βάθη του εαυτού μας –είναι ένα είδος κρυπτικού κειμένου που πρέπει να αποκρυπτογραφηθεί, μια ανάκουστη μουσική που πρέπει να ακουστεί.
Ο θάνατος του Χάρη στα 26 του χρόνια, όταν ο Γιάννης ήταν 18, φοιτητής Νομικής στη Γαλλία, παρουσιάζεται αρχικά πολύ λιτά, σε 4 σειρές. Ξέρει τώρα, κάποιες δεκαετίες αργότερα, ότι αυτή η απουσία έκανε όλη του την εφηβεία μελέτη θανάτου. Ότι αυτός ο θάνατος τον έριξε στην αγκαλιά της ζωής (πάντα ο θάνατος σε φέρνει στον έρωτα, πάντα σε ξαναφέρνει στη ζωή από τον ένα ή τον άλλο δρόμο) ενώ η γραφή τον οδηγεί στο νέο, μαγικό παρόν. Ένα παρόν χωρίς πατρίδα, μια ιστορία ξενιτιάς, μια ιστορία αδύνατου νόστου.
Η αφήγηση γίνεται ένας τρόπος να νικήσει κανείς τη φθορά και τον θάνατο, ουσιαστικά τον χρόνο. Από πολύ μικρός ο Γιάννης, πλαισιωμένος απ τους δυο θανάτους των πιο κοντινών του προσώπων(του πατέρα και λίγα χρόνια αργότερα του Χάρη), ψάχνει καταφύγιο σ’ αυτό το συνεχές και αιώνιο παρόν όπου όλα ιστορούνται.
Κι αυτή είναι η πρώτη αλήθεια της ιστορίας: πως τίποτε απ’ όσα ξετυλίγονται μέσα στο χρόνο δεν τελειώνει ούτε μπορεί να έχει νόημα οριστικό, δοσμένο μια για πάντα, αφού το παρελθόν ζει πάντα μέσα σου και δεν παύει να αλλάζει όπως κάθε τι ζωντανό.
Χριστίνα Παπαγγελή