Κυριακή, Μαρτίου 01, 2020

4 3 2 1, Paul Auster


Πόσο ενδιαφέρουσα σκέψη, είπε από μέσα του ο Φέργκιουσον∙
να φαντάζεται πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα γι’ αυτόν
 παρόλο που ήταν ο ίδιος.
Το ίδιο αγόρι σε διαφορετικό σπίτι με διαφορετικό δέντρο.
Το ίδιο αγόρι με διαφορετικούς γονείς.
Το ίδιο αγόρι με τους ίδιους γονείς που δεν έκαναν τα ίδια πράγματα με τώρα.
Κι αν είχε πέσει απ’ το ίδιο δέντρο κι είχε σπάσει και τα δυο πόδια;
Κι αν είχε σκοτωθεί;
(σελ. 82)
Δεν θα διάβαζα το τεράστιο αυτό βιβλίο αν δεν ήταν δώρο, παρόλο που ο Πολ Όστερ είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς (δε νομίζω να υπάρχει δικό του γραπτό που να μην το έχω αγοράσει/διαβάσει), και παρόλο που τα μεγάλα μυθιστορήματα είναι για μένα πιο δελεαστικά. Πρόκειται για 1217 (!) σελίδες μεγάλου μεγέθους γεμάτες ονόματα και συγγένειες, κι αυτό ήταν αρκετό για να με αποθαρρύνει. Πήρα ωστόσο βαθιά ανάσα, κι αν εξαιρέσουμε τις φλύαρες 100 πρώτες σελίδες (αυτό που εγώ ονομάζω «αμερικανική» φλυαρία, δηλαδή περιγραφικές λεπτομέρειες-παρενθέσεις  που αναδεικνύουν -ναρκισσιστικά-  έναν τρόπο ζωής, τον αμερικάνικο!), το μυθιστόρημα αυτό ρούφηξε κυριολεκτικά το ενδιαφέρον μου, και από την σελίδα 150 και μετά δεν ήθελα να τελειώσει!
Όλα στηρίζονται σε ένα «αν», ή μάλλον σε κάποια «αν», και το αποτέλεσμα είναι τέσσερις βασικές εκδοχές, τέσσερις βιογραφίες δηλαδή του ίδιου προσώπου, του Άρτσι Φέργκιουσον, κι αυτό ακριβώς υποδηλώνει και ο τίτλος «4 3 2 1». Τέσσερις διαφορετικές πορείες της ίδιας προσωπικότητας που εξελίσσονται διαφορετικά  καθώς διαφορετικά, «τυχαία» γεγονότα τέμνουν τη γραμμική συνέχεια του βίου του (και ποιος δεν έχει αναρωτηθεί, για τη δική του ζωή, πώς θα εξελίσσονταν τα πράγματα αν είχε π.χ. διοριστεί σε άλλη πόλη, αν είχε συναντήσει άλλους ανθρώπους κλπ κλπ;). Έτσι, βλέπουμε ότι ο Πολ Όστερ κάνει πράξη ένα πιθανολογικό παιχνίδι, δίνοντας ίσως μια «μεταμοντέρνα»  λύση στο αδιέξοδο όπου φτάνει κάποτε κάποτε ο συγγραφέας, πώς δηλαδή θα συνεχίσει με τον ήρωα/ήρωές του και πώς θα στριμώξει όλες τις πιθανές εκδοχές που κατακλύζουν τη φαντασία του. 
Είναι λίγο δύσκολο αλήθεια να θυμάσαι τις διαφορετικές συνθήκες κάθε χωριστής βιογραφίας∙ προσωπικά κρατούσα στοιχειώδεις σημειώσεις, διευκολύνει όμως και η δομή, που πέρα από το πρώτο κεφάλαιο (1.0) όπου δίνονται τα πρώτα και βασικά βιογραφικά στοιχεία της οικογένειας, οι 6 ενότητες χωρίζονται σε 4 υποκεφάλαια κάθε μια (1.1,1.2 -1.4, 2.1, 2.3, 2.4, 3.1 κλπ) για να συνεχίζει ο αναγνώστης το νήμα κάθε βιογραφίας από κει που το άφησε. Έτσι βλέπουμε τους 4 διαφορετικούς Φέργκιουσον να μεγαλώνουν από την ηλικία των πέντε μέχρι περίπου τα 22 (ένας απ’ όλους πεθαίνει στα 15), τέσσερις λοιπόν ενδεχομενικές ιστορίες «ενηλικίωσης». Κάποιοι Φέργκιουσον μάλιστα σκοτώνονται.
Δεν είναι όμως αυτό το «εύρημα» που κάνει ξεχωριστό το βιβλίο (που δεν είναι και τόσο πρωτότυπο, απλώς ο Όστερ πραγματικά εξαντλεί τα όριά του)…  Δεν είναι καν η πληθωρική γραφή  (γιατί η πληθωρικότητα τις περισσότερες φορές είναι κουραστική)∙ αυτό που συναρπάζει είναι η ουσιαστική εμβάθυνση στα διλήμματα, ηθικά και διανοητικά, που ανοίγουν οι διαφορετικοί δρόμοι που συναντά το συγκεκριμένο πρόσωπο/χαρακτήρας στη ζωή του. Ο συγγραφέας δίνει ζωντάνια και βάθος στον ήρωα, που ακολουθώντας σε κάθε εκδοχή τις διαφορετικές επιλογές που του παρουσιάζονται, κάτω από διαφορετικές συνθήκες/απρόοπτα γεγονότα και περιορισμούς, ξεδιπλώνει τους πολλούς «εαυτούς» που κρύβονται μέσα του (όπως βέβαια θα συνέβαινε σε όλους μας) βρίσκοντας εντέλει τον «αληθινό του εαυτό», έναν κοινό παρονομαστή. Έτσι, βλέποντας την υπόθεση μακροσκοπικά  νιώθεις αυτήν την αντίθεση του μόνιμου (της «μόνιμης προσωπικότητας», των πιο σταθερών στοιχείων/προτιμήσεων/ηθικών επιλογών) και του τυχαίου, του περιστασιακού, του εξωτερικού, παράγοντα.
Επίσης, το ενδιαφέρον έγκειται στο ότι ο Φέργκιουσον είναι ένα έξυπνο, ευαίσθητο και… γενικότερα συμπαθητικό άτομο (ευτυχώς!) και απολαμβάνουμε τις μεταλλαγές του  στην πιο ευαίσθητη ηλικία διαμόρφωσης, την παιδική- εφηβική και πρώτη νιότη. Τον παρακολουθούμε στενά δηλαδή, ενώ είναι -ακόμα- ιδιαίτερα ευάλωτος, εύπλαστος, με ορμή και πάθος. Τέλος, δεδομένου ότι γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου του 1947 (μεταπολεμικά δηλαδή, σε μια Αμερική που «βράζει» από ιδέες και γεγονότα, βλέπουμε με περισσό ενδιαφέρον μια ολόκληρη κοινωνία που σπαράσσεται από αντιφάσεις (δολοφονίες, πολέμους, φυλετικές διακρίσεις, καταστολή στα πανεπιστήμια) και τους «διαφορετικά ίδιους» τρόπους με τους οποίους ο ήρωάς μας χειρίζεται κάθε φορά αυτές τις αντιφάσεις.
Ο Άρτσι Φέργκιουσον, λοιπόν, γεννημένος στο Νιούαρκ, μοναδικός γιος και καρπός μεγάλου έρωτα  του Στάνλεϊ Φέργκιουσον (Εβραϊκής καταγωγής, ο παππούς μετανάστης) και της όμορφης και πανέξυπνης Ρόουζ Άντλερ, πολωνορωσικής καταγωγής, χαρακτηρίζεται από ερευνητικό και παρατηρητικό πνεύμα, από την αγάπη αλλά και το χάρισμά του στον αθλητισμό (μπέιζμπολ και μπάσκετ), για τη λογοτεχνία και τα βιβλία γενικότερα, για την ποίηση και τη δημοσιογραφία, ενώ σε όλες τις λοξοδρομήσεις της ζωής του δεν είναι αδιάφορος στα πολιτικά, εφόσον εκδηλώνεται με μετριοπάθεια μεν, αλλά με προοδευτικές και αντιπολεμικές πάντα τάσεις. Αυτά δεν αλλάζουν ενώ δεν αλλάζουν τα μοναδικά σε ένταση ερωτικά συναισθήματά του Φέργκιουσον για την Έιμι, την εγγονή του προϊσταμένου της μάνας του. Επίσης, δεν αλλάζουν τα περισσότερα πρόσωπα και κάποιες εξ αίματος συγγένειες (θείες, θείοι, ξαδέρφια κλπ), παρά μόνο αν και όταν οι διαφορετικές συνθήκες, π.χ. πυρκαγιά, θάνατος πλήττουν κι αυτούς. Ο πατέρας ασχολείται με επιχειρήσεις, η ταλαντούχα μάνα με τη φωτογραφία.  Αυτές είναι κάποιες σταθερές, όπως και άλλα πρόσωπα βεβαίως, αλλά και οι χαρακτήρες και τα συναισθήματα ανάμεσά τους σε γενικές γραμμές είναι πάνω κάτω τα ίδια.
Ποια είναι λοιπόν αυτά τα «αν» που φέρνουν τεθλασμένες στη γραμμική πορεία της ζωής, και, καμιά φορά, τα πάνω κάτω; Αν καταστραφεί με πυρκαγιά η επιχείρηση του πατέρα, αν πεθάνει και ο πατέρας μέσα στην πυρκαγιά, αν χωρίσουν οι γονείς, αν χτυπήσεις σε τροχαίο και χάσεις δυο δάχτυλα ενώ είσαι αστέρι στο μπέιζμπολ, αν πεθάνει ο καλύτερός σου φίλος την ώρα του παιχνιδιού από ανεύρυσμα, αν η μητέρα σου παντρευτεί τον πατέρα της αγαπημένης σου κλπ κλπ. Άπειρα μοιραία συμβάντα, αλλά  και  «μικρές» λοξοδρομήσεις που κάνουν τους βίους του ίδιου προσώπου να αποκλίνουν σε απίστευτο, αντιδιαμετρικό κάποτε βαθμό, ενώ όπως πάντα ο συναισθηματικός ψυχοσωματικός πυρήνας παραμένει ο ίδιος! Γιατί, διαφορετικά ξεδιπλώνεται η ζωή σου αν έχεις χρήματα να πληρώσεις το Κολούμπια, και διαφορετικά αν είσαι φτωχός.
Έτσι, π.χ., σε κάποια από τις εκδοχές η οικογένεια είναι ζάπλουτη («αναπτυσσόμενη αυτοκρατορία» από υποκαταστήματα) και ζει με υπερβολική πολυτέλεια (εδώ η μητέρα-καλλιτέχνις-φωτογράφος δεν δουλεύει), ένα οικογενειακό στάτους που φέρνει  δυσφορία στον Άρτσι που δεν θέλει καν να αλλάξουν σπίτι. Σε κάποια άλλη είναι φτωχοί και δύσκολα τα βγάζουν πέρα (ιδιαίτερα σε κείνην κατά την οποία μένει ορφανός, αν και γρήγορα η μάνα ξαναπαντρεύεται). Ανάλογα με τον δεύτερο γάμο της Ρόουζ, στη μια περίπτωση με την ποθητή κι ανεπανάληπτη  Έιμι είναι αδέρφια (εξ αγχιστείας φυσικά) ενώ σε κάποια άλλη είναι… ξαδέρφια («γλυκοφίλητα», εφόσον εκδηλώθηκε κάποιος πρώιμος έρωτας που αποσοβήθηκε).  Σ’ αυτήν μάλιστα την τελευταία περίπτωση, οι συνθήκες τον σπρώχνουν να ανακαλύψει την τρανσέξουαλ ταυτότητά του, ζει την πρώτη του σεξουαλική επαφή με άντρα (στην περίπτωση «σεξ χωρίς έρωτα») ενώ σε κάποια φάση νιώθει ότι είναι τρελά ερωτευμένος και με την Έιμι (το μόνο κορίτσι με το οποίο το σεξ θα σήμαινε και έρωτα!) και με τον Τζιμ, τον αδερφό της!!! Δεν διστάζει μάλιστα να κάνει και στους δυο παθιασμένη εξομολόγηση το ίδιο βράδυ! (παίρνοντας στην αγκαλιά του τον Τζιμ και την Έιμι είχε ξεκλειδώσει το μυστικό του σύμπαντος). Σε άλλη πάλι λοξοδρόμηση της τύχης, ο Άρτσι συνάπτει σχέση με κάποια γυναίκα μεγαλύτερη που ζητά απεγνωσμένα να κάνει παιδί, κι έτσι έχει την ευκαιρία να ανακαλύψει ότι είναι στείρος!
Δεν είναι δυνατόν βέβαια, αλλά ούτε και σκόπιμο, να ξετυλίξω αυτά τα τέσσερα κουβάρια με γραμμικό τρόπο ώστε να αναφανεί η απρόσκοπτη ροή και η «συνέπεια» που υπάρχει στις  τέσσερις αυτές διαφορετικές πορείες του βίου. Άλλωστε, όπως είπαμε, δύσκολα και ο αναγνώστης αποκτά εποπτεία του «όλου» γιατί το μυθιστόρημα είναι πολύ εκτενές. Θα ήθελα όμως να επισημάνω ότι το αποτέλεσμα είναι ένα εκπληκτικό πλέγμα από βιώματα, συναισθήματα και σκέψεις πάνω στην εφηβεία και τις κυκλοθυμίες της, στον έρωτα, τη φιλία, τη σχέση με τους γονείς και τους συγγενείς (π.χ. αγαπημένη θεία, αγαπημένη ξαδέρφη, παππού), στον αθλητισμό. Δεδομένου μάλιστα ότι ο Φέργκιουσον από πολύ μικρός αγαπά το διάβασμα, τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο αλλά και τη δημοσιογραφία, έχουμε απαράμιλλες σελίδες με προβληματισμούς καίριους πάνω στην τέχνη, ενώ και οι επιλογές σπουδών, ανάλογα κάθε φορά με τις συνθήκες, μπορεί να είναι διαφορετικές αλλά πάντα μέσα στα πλαίσια αυτών των προτιμήσεων (λογοτεχνία, ποίηση, δημοσιογραφία).  Ο θάνατος επίσης (ιδιαίτερα του πατέρα, του φίλου του Άρτι Φέντερμαν, αλλά και του παππού σε δυο διαφορετικές εκδοχές) καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις σκέψεις και τις επιλογές του Άρτσι. Τέλος, όπως είπαμε και παραπάνω, τα πολιτικά γεγονότα στην Αμερική στο διάστημα 1947 -1971 που ήταν τόσο καθοριστικά για την Ιστορία του 20ου αιώνα, αποτυπώνονται  στις δράσεις και στις σκέψεις των νεαρών φοιτητών, του Άρτσι και των φίλων του, και αντανακλούν  το πνεύμα της σύγχρονης ζωής.
ΠΙΟ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ
   Θάνατος
   Η αναλυτική γραφή του Όστερ δίνει εκπληκτικές σελίδες της παιδικής ψυχολογίας ενός φιλοπερίεργου μικρού αγοριού, που π.χ. 6 χρονών μαθαίνει εκστατικό την εκτέλεση των Ρόζενμπεργκ (εκεί έξω υπήρχε ένας μεγάλος κόσμος, ένας κόσμος με βόμβες και πολέμους και ηλεκτρικές καρέκλες και ήξερε από λίγα έως τίποτα γι αυτόν) και αποφασίζει να μάθει να διαβάζει και να γράφει πριν πάει στην πρώτη τάξη αλλιώς θα καταδίκαζε τον εαυτό του σ’ ένα ακόμα καλοκαίρι άγνοιας.
Έξι χρονών είναι ο Άρτσι Φέργκιουσον όταν το 1953 καίγεται η επιχείρηση του πατέρα, κάθε φορά κάτω από κάπως διαφορετικές συνθήκες, και 6 χρονών είναι όταν ο Φέργκιουσον-3 χάνει και τον πατέρα του απ’ αυτήν την πυρκαγιά. Η ψυχοσύνθεση του μικρού ορφανού αγοριού που ζει τη θλίψη και την οικογενειακή αναστάτωση είναι απρόβλεπτα ώριμη, όσο ώριμες μπορεί να είναι οι σκέψεις και τα συναισθήματα ενός ενήλικα που δεν έχει ακόμα αλλοτριωθεί από τις ηθικές επιταγές της κοινωνίας: ο φιλομαθής και φιλοπερίεργος Άρτσι γίνεται τεμπέλης απαθής και αδιάφορος μισώντας τον εαυτό του και απογοητεύοντας φρικτά τη μητέρα του. Όπως αποκαλύπτεται λίγο αργότερα, συμμετέχει σ’ ένα «πείραμα»! Γιατί, το ερώτημα ήταν: γιατί είχε σταματήσει ο θεός να του μιλά; Κι αν ο θεός τώρα σιωπούσε, αυτό σήμαινε ότι θα σιωπούσε για πάντα ή τελικά θα ξανάρχιζε να μιλάει; Γιατί, αν ο θεός δεν τον τιμωρούσε αυτό σήμαινε ότι δεν… υπήρχε! (καταλάβαινε ότι ο μόνος τρόπος να απαντήσει στο ερώτημα ήταν να μην τηρεί τη δική του πλευρά της συμφωνίας όσο συχνότερα μπορούσε, να μην τηρεί τη δική του πλευρά της συμφωνίας όσο συχνότερα μπορούσε, να αψηφά την προσταγή της τήρησης των θεϊκών εντολών και μετά να περιμένει να τον τιμωρήσει ο Θεός/ο Φέργκιουσον δεν ζητούσε κάποια μεγαλειώδη, βιβλική αποκάλυψη (…), όχι θα του αρκούσε κάτι μικρό). Ένα δείγμα πώς η παιδική ψυχή μεταστοιχειώνει όχι μόνο το τραύμα αλλά και τις ενοχές που προκαλεί ο πρώιμος θάνατος του πατέρα.
Τέτοιου είδους «παιχνίδια» ψυχικής εξισορρόπησης, συναισθηματικά «στοιχήματα» που αγγίζουν το όριο της εμμονής, έχουν κι οι άλλοι Φέργκιουσον (νομίζω χαρακτηρίζει και την ηλικία), όπως ο Φέργκιουσον-4,  που όταν στα 13 του χρόνια χάνει τον φίλο του στο μπέιζμπολ στην κατασκήνωση από ανεύρυσμα, παρατάει το αγαπημένο του άθλημα (μου είναι σημαντικό να τον έχω στο μυαλό μου όσο περισσότερο γίνεται, κι ο καλύτερος τρόπος να το κάνω, συνειδητοποίησα, ήταν να εγκαταλείψω κάτι προς τιμήν του, κάτι για το οποίο νοιάζομαι, κάτι σημαντικό για μένα, οπότε διάλεξα το μπέιζμπολ, το μπέιζμπολ επειδή σ’ αυτό ήταν καλύτερος κι ο Άρτι). Αργότερα, θα τον δούμε να έχει ανάλογη εμμονή με την αδερφή του Άρτι, την Σίλια (είχε κάτι τρελό αυτή η υπόθεση, τη σαθρή λογική μιας σκέψης που σου’ ρχεται τα ξημερώματα, η ιδέα ότι μπορούσε να αναιρέσει την κατάρα του θανάτου του Άρτι αν ερωτευόταν  την αδερφή του νεκρού του φίλου).
Όταν πεθαίνει ο πατέρας του Φέργκιουσον -4  στα 54 του χρόνια, ο Φέργκιουσον είναι 21 χρονών, σπουδάζει στο Μπρούκλιν και μαθαίνει τον πρόωρο θάνατο από τον -άγνωστο- γιο της μητριάς του. Οι σχέσεις πατέρα-γιου είναι ανύπαρκτες, από καιρό διαταραγμένες (πρόκειται για την εκδοχή των πλούσιων γονέων): όταν είναι ακόμα παιδί ο Άρτσι, δυσφορεί με τον πλούτο και  ασκεί κριτική στην καταναλωτική μανία, και με οξυδέρκεια παρατηρεί «μόνο και μόνο επειδή έχουμε λεφτά για κάτι, δεν σημαίνει ότι πρέπει και να τ’ αγοράσουμε». Συνειδητοποιεί ότι ενώ οι θείοι του δούλευαν για να ζήσουν, ο πατέρας του έμοιαζε να ζει για να δουλεύει. Και στα 13 του χρόνια, με σπυράκια και ασταθή φωνή πάνω στη μεταφώνηση, ζητά με επισημότητα απ’ του γονείς να τον βάλουν σε οικοτροφείο για το γυμνάσιο μόνο και μόνο για να φύγει «απ’ τον τέλειο κόσμο όπου ζούσε» και επειδή ο Φέργκιουσον δεν ήθελε να προσβάλει τους γονείς του ομολογώντας ότι ο λόγος που ήθελε να φύγει ήταν εκείνοι, ότι του είχε γίνει ανυπόφορη η ζωή μαζί τους κάτω απ την ίδια στέγη, είπε ψέματα (…) Καταλάβαινε πόσο γελοίος πρέπει να τους ακουγόταν με την ανεξέλεγκτη, απρόβλεπτη φωνή του (…) τα αισθήματα όμως ήταν αισθήματα, και δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον εαυτό του και να μην αισθάνεται θυμό κι απογοήτευση, διότι καμιά ηθελημένη πράξη δεν μπορούσε να αλλάξει το πώς αισθάνεται κάποιος.        
Όταν οι γονείς  χωρίζουν (σε ό, τι με αφορά, είναι η καλύτερη είδηση που έχω ακούσει εδώ και καιρό), η σύγκρουση συνεχίζεται καθώς όλες οι επιλογές του Άρτσι αφήνουν τον φιλόδοξο πατέρα αδιάφορο. Η σύγκρουση με τον πατέρα της 4ης εκδοχής, η σύγκρουση ουσιαστικά με τον μεσοαστικό τρόπο ζωής, είναι τόσο χαρακτηριστική της μεγάλης κοινωνικής σύγκρουσης στην αμερικανική κοινωνία (αυτής που οδήγησε στις τεράστιες φοιτητικές εξεγέρσεις, στο νεολαιίστικα κινήματα των παιδιών των λουλουδιών, στις διαδηλώσεις για ισότητα, για ελευθερία στις φυλετικές και στις ερωτικές σχέσεις, επιστροφή στη φύση κλπ και με τη σειρά της επεκτάθηκε στα αντίστοιχα κινήματα όλου του δυτικού κόσμου στις δεκαετίες του 60 και 70), που αντιγράφω αυτούσιο κάποιο σχετικό απόσπασμα:  
Ο Φέργκιουσον ήξερε πως ο πατέρας του δεν έβγαζε άκρη μαζί του. Όχι μόνο επειδή του ήταν αδύνατον να καταλάβει γιατί να θέλει να ασχοληθεί με έναν τομέα τόσο αβέβαιο όπως η συγγραφή βιβλίων κάτι που του έδινε  την εντύπωση μιας παραισθητικής τρέλας, ενός σχεδόν βέβαιου κατήφορου κλπ κλπ, αλλά και επειδή ο καθωσπρέπει αναθρεμμένος γιος του, που είχε εκτεθεί στα οφέλη της παραδοσιακής, αυτοδημιούργητης αμερικάνικης επιχειρηματικότητας από τη μέρα που γεννήθηκε, τώρα σνόμπαρε τις ευκαιρίες που του είχαν δοθεί για πρόοδο και επιτυχία στη ζωή για να χαραμίσει τα καλοκαίρια του δουλεύοντας σαν ανειδίκευτος εργάτης, μοχθώντας για έναν ηλίθιο που είχε παρατήσει τα κολέγιο κι έκλεβε την εφορία.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο «καβαντζωμένος επιχειρηματίας» όχι μόνο δεν πληρώνει διατροφή αλλά έχει σταματήσει να δηλώνει τον γιο του ως εξαρτώμενο μέλος στη φορολογική του δήλωση, κοινώς τον έχει αποκληρώσει κι έτσι σταματούν κάθε επαφή.
Ο θάνατος λοιπόν αυτού του άγνωστου, ή μάλλον ανύπαρκτου πατέρα πέφτει σαν κεραυνός στον 21χρονο Άρτσι μα δεν μπορούσε να νιώσει τίποτα πέρα από ένα τεράστιο βάρος να πιέζει το κεφάλι του, έναν δεκάτονο βράχο να τον ακινητοποιεί ως τους αστραγάλους και τις πατούσες του, και έπειτα λίγο λίγο το βάρος στράφηκε προς τα μέσα και παραγκωνίστηκε από τον τρόμο, έναν τρόμο  που σερνόταν στο σώμα του και βούιζε στις φλέβες του, και μετά τον τρόμο, μια εισβολή σκοταδιού, σκοτάδι μέσα του και γύρω του και μια φωνή στο κεφάλι του να του λέει πως ο κόσμος δεν ήταν πια αληθινός.

Αγάπη- Φιλία- Έρωτας
Ένα από τα παράξενα του να είναι ο εαυτός του, είχε ανακαλύψει ο Φέργκιουσον, ήταν πως φαινόταν να υπάρχουν πολλοί εαυτοί του, ότι δεν ήταν απλώς ένα άτομο αλλά μια συλλογή από αντιφατικούς εαυτούς, και κάθε φορά που βρισκόταν με διαφορετικό άτομο ήταν διαφορετικός κι αυτό ο ίδιος.
Όλο το βιβλίο είναι ποτισμένο απ’ την αναζήτηση του συναισθήματος, γιατί είναι και χαρακτηριστικό της ενηλικίωσης, αλλά και γιατί ο ευαίσθητος στην έκφραση Φέργκιουσον προσπαθεί κάθε φορά να φιξάρει  στη συνείδησή του την ιδιαιτερότητα της εκάστοτε σχέσης (δεν είναι τυχαίο που τον συγκινεί η γλώσσα, η συγγραφή κλπ), είτε είναι φίλος, είτε συγγενής, είτε απλώς γνωστός (σημειώνω ότι το μυθιστόρημα είναι γραμμένο στο γ΄ενικό, παρόλ αυτά η εστίαση μοιάζει πολύ με εσωτερική γιατί ακολουθούμε στενά το βίωμα του πρωταγωνιστή). Η σχέση με τη μάνα, τη Ρόουζ είναι πάντα –σε όλες τις εκδοχές- σταθερή και δεδομένη, χωρίς να φτάνει στα όρια της αδυναμίας.
Βλέπουμε από κοντά δυνατές φιλίες  σε διαφορετικά επίπεδα και με τη δροσιά της ηλικίας που κάθε φορά είναι διαφορετική. Άπειρες αποχρώσεις ερωτικών σκιρτημάτων και αποκλίσεων, από διστακτικά άγουρα φιλιά στα 12 χρόνια, μέχρι προεφηβικά ειδύλλια (όπου η μέση σχέση κρατούσε δυο βδομάδες και το να είσαι ζευγάρι δυο μήνες ισοδυναμούσε με δέκα χρόνια γάμου), από πληγωμένες ηρωίδες που ερωτεύεται στα 15 του (η εφηβεία τρέφεται με το δράμα, είναι στα καλύτερά της όταν ζει in extremis/τη γοητεία των κοριτσιών όπως η Ανν Μαρί την τροφοδοτούσε ακριβώς η δυστυχία τους) μέχρι προσήλωση (που μπορούμε να την πούμε αγάπη) στην  πόρνη Τζούλι, σχέση με μαύρη (που η μάνα της δεν θέλει τον Άρτσι γιατί είναι λευκός!) και διάφορες διαβαθμίσεις σε ομοφυλοφιλική σχέση μέχρι «εξυπηρέτηση» επί πληρωμή, σκηνικό όμως που τον γέμισε τόση αηδία που πέταξε τα λεφτά απ’ το μπαλκόνι. Ίσως δεν είναι τυχαίο που ο Φέργκιουσον-3 και μόνο, αυτός δηλαδή που έχασε τον πατέρα του από οικτρό θάνατο στα 6 του χρόνια, δυσκολεύτηκε να βρει τη σεξουαλική του ταυτότητα και ήταν αμφιφυλόφιλος, βασικά όμως ομοφυλόφιλος.
Όμως ο μόνιμα αξεπέραστος έρωτας ήταν η Έιμι, κι ας εμπόδιζαν κάποιες φορές οι κοινωνικές συνθήκες να συνευρεθούν. Ο ερωτισμός είναι βαθύς και ασυγκράτητος σ’ όλες τις εκδοχές, ιδιαίτερα απ’ την πλευρά του Άρτσι, και πάντα η επικοινωνία είναι οριακή ανάμεσα στον έρωτα και στην αγάπη αλλά μόνο ο Φέργκιουσον-2 ολοκληρώνει  τον τρελό έρωτά του με την Έιμι (γιατί στην μια εκδοχή ο Άρτσι πεθαίνει 13 χρονών, ενώ στις άλλες δύο είναι αδέρφια ή ξαδέρφια εξ αγχιστείας). Ο Όστερ μάς χαρίζει υπέροχες σελίδες της προσέγγισης, ψυχικής και σωματικής, δυο παρθένων και πολύ παθιασμένων εφήβων και στη συνέχεια νεαρών φοιτητών, με πολλά όνειρα και ποικίλες δραστηριότητες, που δεν χάνουν την ευκαιρία να ζήσουν το πάθος τους, ένα πάθος που καταλήγει στο τροχαίο που στοίχισε τα δύο δάχτυλα του Άρτσι. Η υποδειγματική στάση της Έιμι στα συμπλέγματα που αναπτύχθηκαν στον Άρτσι λόγω της αναπηρίας του, τους έφερε πολύ κοντά, άλλο αν στα φοιτητικά χρόνια οι διαφορετικοί τους χαρακτήρες έβγαλαν στην επιφάνεια αντιθέσεις που οδήγησαν στον χωρισμό.
Λογοτεχνία, δημοσιογραφία, ποίηση, κινηματογράφος
Ο Φέργκιουσον κατάλαβε ότι ο κόσμος ήταν φτιαγμένος από ιστορίες.
Ο Φέργκιουσον-1-2-3-4  είναι ανήσυχο πνεύμα, φιλοπερίεργο και δημιουργικό. Δυο μεγάλες αγάπες τον διαμορφώνουν, που κάθε φορά τον συναντούν με διαφορετικό τρόπο: η λογοτεχνία και η δημοσιογραφία. Τον βλέπουμε από την πολύ παιδική ηλικία ακόμα να διαβάζει με πάθος (διάβαζε τα βιβλία που του έστελνε η θεία Μίλντρεντ με μια λαχτάρα που έμοιαζε με σωματική πείνα) και να κάνει παιχνίδια με τις λέξεις, με τη γλώσσα, ενώ με τον φίλο του Χάουαρντ που έχει ταλέντο στο σκίτσο φτιάχνουν απίθανα παιχνίδια με λέξεις (τον συναντά και ο Φέργκιουσον-4, μεγάλο πια, και πάλι έχουν απίστευτη επαφή). Πέρα όμως από το διάβασμα -κυρίως λογοτεχνίας, τον προσελκύει και η ανάγνωση της επικαιρότητας», η δημοσιογραφία.   
Η λατρεία του προς τις εφημερίδες τον σπρώχνει σε στοχασμούς και συνειδητοποιήσεις από μαθητή ακόμα, που διαβάζει κάθε πρωί εφημερίδα (η γοητεία των εφημερίδων ήταν τελείως διαφορετική από τη γοητεία των βιβλίων. Τα βιβλία ήταν συμπαγή και μόνιμα, και οι εφημερίδες ήταν σαθρά, εφήμερα αναλώσιμα, με το που τα πετούσες με το που τα τέλειωνες. (…) Τα βιβλία προχωρούσαν σε μια ευθεία γραμμή από την αρχή ως το τέλος, ενώ οι εφημερίδες πάντα ήταν σε πολλούς τόπους ταυτόχρονα, ένα συνονθύλευμα συγχρονισμού και αντίφασης, με πολλαπλές ιστορίες να συνυπάρχουν στην ίδια σελίδα, η καθεμιά να παρουσιάζει μια διαφορετική πτυχή του κόσμου (…) και κάθε πρωί ο Φ. αγαλλίαζε με το όλο χάλι, διότι αυτός ήταν ο κόσμος, ένιωθε, ένα μεγάλο συγχυσμένο χάλι, με εκατομμύρια διαφορετικά πράγματα να συμβαίνουν την ίδια ώρα).
Ο Φέργιουσον-1 μάλιστα, εκδίδει μόνος του σχολική εφημερίδα (μια ευκαιρία να δημιουργήσει το δικό του χάλι, τον δικό του κόσμο). Εδώ έχουμε αρκετά σπαρταριστά επεισόδια, όπου ξεδιπλώνονται άπειρα ηθικά διλήμματα στην παιδική φιλόδοξη ψυχή: να μοιραστεί τη δόξα του με τον Τίμερμαν, ένα έξυπνο και δημοφιλές αγόρι, που τον πολιορκεί για να συμμετέχει στην έκδοση (ο Μαχητής ήταν εξαρχής προορισμένος να είναι παράσταση για έναν ρόλο, δική του παράσταση); πώς να χειριστεί την κατάσταση εφόσον ο Τίμερμαν είναι φίλος του; πώς να χειριστεί το ότι ο Τίμερμαν έγραψε ένα δοκιμαστικό άρθρο που δεν ήταν φρικτά άσχημο, σε κάθε περίπτωση, του έλειπε όμως το κέφι στο οποίο ήλπιζε ο Φέργκιουσον, εκείνη η στάλα του χιούμορ που θα έκανε το τετριμμένο του θέματος αξιανάγνωστο; Τέλος, επηρεασμένος από τα γεγονότα των εφημερίδων (όχλος στη Βενεζουέλα επιτίθεται στον Ρίτσαρντ Νίξον: ΚΟΥΤΣΟΥΚΕΛΑ ΣΤΗ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ!) βουτάει στα βαθιά νερά της πολιτικής δημοσιογραφίας, γράφει φαρδιά πλατιά τις αιρετικές του απόψεις για να κάνει απανωτά «λάθη» και να βρει φυσικά τον μπελά του και από τον φίλο του αλλά και από τη διοίκηση του σχολείου!
Ο Φέργκιουσον-2 διαβάζει κι αυτός πολλή λογοτεχνία αλλά πιάνει δουλειά στους Montclair Times (θεωρούσε εαυτόν άνθρωπο της λογοτεχνίας, έναν άνθρωπο του οποίου το μέλλον θα ήταν αφιερωμένο στη συγγραφή βιβλίων, και όση σημασία κι αν είχαν οι εφημερίδες, ήταν βέβαιο πως το να γράφεις σε αυτές καμιά σχέση δεν είχε με την τέχνη), στη συνέχεια στη φοιτητική εφημερίδα Spectator (του Κολούμπια), για να παραιτηθεί όταν, μετά τα γεγονότα καταστολής του φοιτητικού κινήματος στο Κολούμπια, συνειδητοποίησε ότι  η πιο σημαίνουσα εφημερίδα της Αμερικής Times New York), είχε ηθελημένα παραποιήσει την κάλυψη των γεγονότων του Κολούμπια. Ξαναζεί δηλαδή, ως Φέργκιουσον-2 σε πιο «ώριμη» ηλικία και σε πιο μεγάλη κλίμακα, τη διαστροφή της εξουσίας που θέλει να ελέγχει την ΕΙΔΗΣΗ.
Σε όλες τις διαφορετικές πορείες ζωής βλέπουμε τον Φέργκιουσον να κινείται σαν το εκκρεμές ανάμεσα στη λογοτεχνία και την δημοσιογραφία∙ γράφει διηγήματα (το πιο πρωτόλειο που έγραψε στα σχολικά χρόνια παρατίθεται ολόκληρο), γράφει ποίηση, μεταφράζει ποίηση, γράφει την αυτοβιογραφία του, σπουδάζει σε κάποια περίπτωση (Μπρούκλιν, Πρίνστον), δεν σπουδάζει και ακολουθεί τον δύσκολο δρόμο της αυτομόρφωσης, εκδίδει βιβλία, γράφει σε εφημερίδες φοιτητικές, δουλεύει. Ο Όστερ μάς δίνει την ευκαιρία να δούμε πρακτικά και βιωματικά τις ιδιαιτερότητες κάθε τομέα, ακόμα και τα κίνητρα που σπρώχνουν να ασχοληθείς με όλα αυτά, μέσα απ’ το παρθένα οξυδερκή ματιά του νεαρού ήρωα: τα προσωπικά γράμματα, σκέφτεται, ή οι εκθέσεις στο σχολείο ήταν μια ομάδα λέξεων που ανταποκρίνονταν σε άλλη ομάδα λέξεων, όπως ίσχυε με σχεδόν όλα τα ακαδημαϊκά εγχειρήματα: λέξεις που αποκρίνονται σε λέξεις. Εν αντιθέσει, ένα άρθρο εφημερίδας ήταν μια ομάδα λέξεων που αποκρίνονταν στον κόσμο, και για να πεις την ιστορία ενός γεγονότος που είχε συμβεί στον πραγματικό κόσμο έπρεπε παραδόξως να αρχίσεις με το τελευταίο πράγμα που είχε γίνει παρά με το πρώτο, με το αποτέλεσμα παρά με την αιτία κλπ κλπ. Και το δίπολο ποίηση/δημοσιογραφία όμως τον προβληματίζει: η πρόζα της δημοσιογραφίας τον είχε βγάλει από το αδιέξοδο, ένα κομμάτι του όμως είχε επιθυμήσει τη βραδύτητα του ποιητικού μόχθου, την αίσθηση πως έσκαβε στο χώμα και γευόταν το χώμα στο στόμα του.
Και αλλού: Η δουλειά για την εφημερίδα ήταν ταυτόχρονα μια ενασχόληση με τον κόσμο και μια απόσυρση από τον κόσμο. Η απαίτηση να παραμένεις στην καρδιά των πραγμάτων, κι ωστόσο να παραμένεις στο περιθώριο ως ουδέτερος παρατηρητής.
Ο Φέργκιουσον-3 μάλιστα, που ο πρώιμος θάνατος του πατέρα τον έκανε να βλέπει πολλές ταινίες με τη μητέρα αλλά και με τον πατριό του,  αγαπά παθιασμένα τον κινηματογράφο, και στρέφεται προς την κριτική ταινιών, ενώ παράλληλα αποφασίζει να μη σπουδάσει αλλά να «αυτομορφωθεί» στο Παρίσι. Παρακολουθούμε τα δειλά του βήματα στην κριτική της τέχνης γενικότερα (του άρεσαν και οι δυο ταινίες για διαφορετικούς λόγους, η τέχνη είναι ένα συμπόσιο, κατέληγε, και όλα τα πιάτα στο τραπέζι μας καλούν ζητώντας να τα φάμε και να τα ευχαριστηθούμε), τη συμμετοχή του στην φοιτητική εφημερίδα Spectator όταν παραιτήθηκε από δημοσιογράφος της επικαιρότητας.
Η αγάπη στη λογοτεχνία δεν εξαντλείται μόνο στην ανάγνωση αλλά και στην συγγραφή.  Γράφει ποίηση αλλά και λογοτεχνία ως Φέργκιουσον-3, αλλά ο δρόμος του συγγραφέα ανοίγει ουσιαστικά στον Φέργκιουσον-4 που εκδηλώνει την κλίση από 13χρονος μαθητής ακόμα, όταν γράφει το «Αδερφοί εκ δέρματος». Και, όταν 15 χρονών πια διαβάζει κάποια βιβλία (π.χ. «Έγκλημα και τιμωρία») το αστροπελέκι έπεσε απ’ τον ουρανό και τον έσπασε σε χίλια κομμάτια, κι όταν πια συνήλθε, ο Φ. δεν αμφέβαλλε πλέον για το μέλλον, διότι αν ένα βιβλίο μπορούσε να είναι αυτό, αν ένα μυθιστόρημα μπορούσε να κάνει αυτό στην καρδιά και στο μυαλό και στα ενδόμυχα αισθήματα του ανθρώπου για τον κόσμο, τότε το να γράφει μυθιστορήματα ήταν το καλύτερο που είχε να κάνει ένας άνθρωπος στη ζωή του. Από την ηλικία των 17 ασχολείται συστηματικά με τη συγγραφή διηγημάτων που σε κάποιες περιπτώσεις παρατίθενται ολόκληρα ή ως προσχέδια –πάντα συναρπαστικά (συνηθισμένη πρακτική του Όστερ να εγκιβωτίζει ιστορίες). Βλέπουμε την απήχηση αυτών των προσπαθειών, τις διαφορετικές οπτικές και κριτικές, τους σκοπέλους και τους υφάλους απ’ όπου περνάνε οι προσπάθειες των συγγραφέων, βλέπουμε να καταφέρνει να εκδώσει δυο τρία βιβλία μέχρι την ηλικία των 20 ενώ μια σειρά σκέψεων προς το τέλος του βιβλίου τον εμπνέουν να γράψει το μυθιστόρημα που… κρατάμε στα χέρια μας!
Μα δεν αποφεύγει να νιώθει πού και πού ότι είναι ένας «καλαμαράς», ένας άνθρωπος που είτε ως δημοσιογράφος είτε ως συγγραφέας στέκεται λίγο παράμερα από την «αληθινή» ζωή: έτσι έπρεπε να ζεις, αυτού του είδους την ορμητική ζωή ήθελε για τον εαυτό του, μια ζωή που χόρευε, είχε όμως επιλέξει το καθήκον αντί της περιπέτειας κλπ κλπ.
Μεταπολεμική Αμερική και πολιτική ζωή
Ο Φέργκιουσον σ’ όλες τις εκδοχές αλλά και η Έιμι, με την οποία τις περισσότερες φορές συμπορεύεται, είναι άκρως πολιτικοποιημένοι και ευαίσθητοι στις προκλήσεις της εποχής. Και δεν είναι λίγες: είναι η εποχή του Ψυχρού Πολέμου, της «μαύρης λίστας» και του «κόκκινου τρόμου», είναι η εποχή των δολοφονιών των Κέννεντι, της δολοφονίας του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, του πολέμου στο Βιετνάμ, του Κάστρο, της CIA, της εισβολής στην Κορέα, στη Δομινικανή Δημοκρατία κ.α., ο πόλεμος των 6 ημερών, τέλος εποχή  των μεγάλων και πολύνεκρων φοιτητικών εξεγέρσεων. Βλέπουμε τον απόηχο των γεγονότων αυτών σε όλες τις διαφορετικές πορείες του Άρτσι, που, όπως είπαμε διαβάζει εφημερίδα από μαθητής κι ενημερώνεται πολύπλευρα έχοντας σταθερές αξίες και απόψεις. Έτσι, η πολιτική ζωή της Αμερικής, που γνωρίζουμε μέσες άκρες, διαπερνά τις σελίδες μέσα από την καθημερινότητα των ηρώων της κι αυτό προσθέτει πολλαπλό ενδιαφέρον στο βιβλίο.
Η Έιμι μάλιστα, πιο αναρχική και πιο ενεργοποιημένη, ήδη από το Γυμνάσιο γνωρίζει την Έμμα Γκόλντμαν[1]που την επιλέγει για εργασία στο σχολείο (ενώ που ο Φέργκιουσον επιλέγει τον μπεϊζμπολίστα Τζάκι Ρόμπερτσον), όμως το πρώτο βραβείο το παίρνει η υποδεέστερη εργασία του Άρτσι, για πολιτικούς βέβαια λόγους (ο μόνο λόγος για τον οποίο δεν είχε πάρει το πρώτο βραβείο ήταν ότι τα σχολείο δεν μπορούσε να απονείμει τη γαλάζια κορδέλα σε μια έκθεση για μια αναρχική επαναστάτρια, ένα πρόσωπο τόσο ριζοσπαστικό κι επικίνδυνο για τον αμερικανικό τρόπο ζωής, που είχε απελαθεί απ΄ την ίδια της τη χώρα)...
Βρισκόμαστε στην δεκαετία του ’60, και καθώς οι βασικοί ήρωες ενηλικιώνονται, αρχίζει μια περίοδος μικρών και μεγάλων αγώνων.  Η Έιμι θέλει να πάρει μέρος στο «Καλοκαίρι της Ελευθερίας» στον Μισισιπή, πρωτοβουλία της SNCC[2] που αγωνίζεται για τα δικαιώματα των νέγρων. Κι όταν γενικεύτηκε ο πόλεμος στο Βιετνάμ και δολοφονήθηκε και ο Μ.Λ. Κινγκ (1965) οι ήρωές μας είναι 18 χρονών, πάνω στο ζενίθ της ορμητικότητας και των προβληματισμών. Οι αντιδράσεις για τις φυλετικές διακρίσεις πολλαπλασιάζονται (Ματωμένη Κυριακή 7-3-65, δολοφονίες νέγρων εδώ κι εκεί) ενώ οι αντιπολεμικές εκδηλώσεις πνίγονται στο αίμα.
Η ευφυής επινόηση του Όστερ να δώσει τέσσερις παράλληλους βίους, μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε σχεδόν αντιστικτικά τα φοιτητικά αυτά κινήματα και την άγρια καταστολή των χρόνων αυτών («τύφλα» να’ χει το Πολυτεχνείο) που ακολούθησε τις μαζικές φοιτητικές εξεγέρσεις. Γιατί σε κάθε εκδοχή βίου, διαφορετικά πανεπιστήμια επιλέγονται όχι μόνο από τον Άρτσι, αλλά κι απ την Έιμι, απ’ τον αδερφό της, του φίλους του Άρτσι κλπ, με διαφορετικά κάθε φορά κριτήρια, κι αποκτούμε μια συνολική εικόνα των επιλογών αλλά και των διαφορών που έχουν αυτές οι δημοσιοιδιωτικές εκπαιδευτικές μονάδες. Μάλιστα το Πρίνστον, που θεωρείται πιο δημοκρατικό, κόβει την υποτροφία στον Φέργκιουσον-4 για ιδεολογικούς λόγους!
Έτσι, όταν π.χ. ο Φέργκιουσον φοιτά στο Κολούμπια, παρακολουθούμε πολύ στενά όλες τις φοιτητικές οργανώσεις αλλά και τα επεισόδια στις εξεγέρσεις όπου συμμετέχουν ενεργά (η Έιμι είναι στο SDS και σε φεμινιστικές οργανώσεις, ο Άρτσι όχι – η Έιμι πάει στο Γουισκόνσιν, η Έιμι θέλει να πιάσει δουλειά σε εργοστάσιο «για να διαδώσει ο αντιπολεμικό μήνυμα στην εργατική τάξη, η Έιμι πάει στην Καλιφόρνια απ’ όπου επιστρέφει ενθουσιασμένη απ’ το πολιτικό κλίμα, στον «Κήπο της Εδέμ»[3] -χώρα των χίπιδων/καλοκαίτι της αγάπης). Το 1963 οι περισσότεροι πρωτοετείς στο Κολούμπια αρνούνται να φορέσουν τον «σκούφο τους» («η μάχη του σκουφιού»), πηγαίνοντας κόντρα σε μια παράδοση δεκαετιών. Το 1964 οι δυο ερωτευμένοι συμμετέχουν στην πρώτη αντιπολεμική διαδήλωση, ενώ οι στρατεύσιμοι νέοι καίνε τα δελτία επιστράτευσης. Το 1966 γίνονται καυτά επεισόδια βίας απέναντι στους μαύρους στο Νιούαρκ  με νεκρούς, τραυματισμούς, συλλήψεις, πυρκαγιές-εμπρησμούς (ολόκληρα τετράγωνα κατεστραμμένα,, καμένα, διαλυμένα κτίρια. Το τέλος ενός μέρους του κόσμου)∙ σε μια από τις εκδοχές βίου μάλιστα αναγκάζονται οι γονείς του Άρτσι να μετακομίσουν προς το Νότο. Όλα αυτά τα παρακολουθούμε αναλυτικά και βιωματικά γιατί αφορούν τον ήρωά μας, αλλά η πιο κρίσιμη χρονιά της δεκαετίας γνωρίζουμε καλά ότι είναι το 1968, οπότε κορυφώνονται όλα τα κινήματα (ενάντια στον πόλεμο, ενάντια στις φυλετικές διακρίσεις, ενάντια στην καταστολή) ακολουθώντας, ή μάλλον προαναγγέλλοντας το αντίστοιχο στη Γαλλία, Μάη του ΄68. Ο Φέργκιουσον-3, είναι αυτός που σπουδάζει στο Κολούμπια και ζει από κοντά όλα τα δραματικά γεγονότα από το 1966 μέχρι την άνοιξη του 1968, στα οποία ο Όστερ αφιερώνει 60 περίπου σελίδες, δίνοντας ανάγλυφα το κλίμα μιας πολύ ταραγμένης εποχής, μιας πολυπληθούς εξέγερσης που κράτησε μια βδομάδα μέχρι την καταστολή, με 720 συλληφθέντες και 150 τραυματίες. Συχνά επικαλείται τον «Κανέμπαμπα», μια συμβολική φιγούρα του Γουίλιαμ Μπλέικ που για τον ήρωά μας εκπροσωπεί τους παράλογους άντρες που έχουν τεθεί επικεφαλής του κόσμου.
Μετά την εισβολή στην Καμπότζη (1970) ακολουθούν ιδιαίτερες αγριότητες στο Πανεπιστήμιο του Κεντ. Ο Φέργκιουσον-2 που δουλεύει τώρα σε αριστερή εφημερίδα στο τμήμα των εθνικών ειδήσεων,  καλείται να καλύψει την αποκάλυψη μιας συγκαλυμμένης επιχείρησης κατασκοπείας του FBI, την COINTELPRO που κατασκόπευαν όλες τις προοδευτικές οργανώσεις(ενάντια στο Βιετνάμ, φεμινιστικές, αριστερές, SDS (δεν τους κατασκόπευαν απλώς αλλά διείσδυαν στις τάξεις τους με πληροφοριοδότες και προβοκάτορες για να τις αναστατώσουν και να τις απαξιώσουν).
Έτσι , καθώς ξαναζωντανεύουν οι ιστορικές αυτές συγκυρίες μέσα από τα βιώματα πάντα των ηρώων, βλέπουμε μηχανισμούς που εγκαινιάζονται τόσα χρόνια πριν, μοντέλα εξουσίας και διακυβέρνησης  που ταλαιπώρησαν και ταλαιπωρούν τον δυτικό τρόπο εξουσίας (και όχι μόνο).

Κλείνοντας,
το πολυδιάστατο αυτό βιβλίο κινείται παράλληλα σε όλα τα επίπεδα (συναισθηματικό, καλλιτεχνικό, πολιτικό κλπ), προχωρώντας και σε βάθος και σε πλάτος  συμπυκνώνοντας στις σελίδες του έναν ολόκληρο κόσμο, έναν κόσμο που το επίκεντρό του είναι η γενιά που γεννήθηκε αμέσως μετά τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο, μια γενιά που σήκωσε μεγάλο βάρος και ευθύνη στις πλάτες της μετά τα λάθη των προηγούμενων:
Τα μεταπολεμικά παιδιά που είχαν γεννηθεί το 1947 ελάχιστα κοινά είχαν με τα παιδιά του πολέμου που είχαν γεννηθεί μόλις δύο ή τρία χρόνια νωρίτερα, ένα χάσμα γενεών είχε δημιουργηθεί σε κείνο το σύντομο διάστημα, και ενώ οι περισσότεροι από τους τριτοετείς και τεταρτοετείς ακόμη κατάπιναν αμάσητα όσα είχαν μάθει τη δεκαετία του ’50, ο Φέργκιουσον και οι φίλοι του καταλάβαιναν ότι ζούσαν σ’ έναν παράλογο κόσμο, μια χώρα που δολοφονούσε τους προέδρους της και νομοθετούσε εναντίον των πολιτών της, κι έστελνε τους νέους της να πεθάνουν σε ανούσιους πολέμους, πράγμα που σήμαινε ότι ήταν καλύτερα εναρμονισμένοι με τις πραγματικότητες του παρόντος.  
Χριστίνα Παπαγγελή

[3] Τον Ιανουάριο του 1967, το Human Be-In στο Κόλντεν Γκέιτ Παρκ (Golden Gate Park) στο Σαν Φρανσίσκο γνωστοποίησε κι έκανε δημοφιλή την κουλτούρα των χίπις, οδηγώντας στο θρυλικό Καλοκαίρι της Αγάπης (Summer of Love) στην δυτική ακτή των Η.Π.Α, και το 1969 στο Φεστιβάλ Γούντστοκ στην ανατολική ακτή.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 11, 2020

Χρονικόν ενός προαναγγελθέντος θανάτου, Γκάμπριελ Γκαρσία Μαρκές


«Εμπρός», της είπε τρέμοντας από λύσσα, «πες μας ποιος ήταν!»
Εκείνη καθυστέρησε ίσα ίσα όσο χρειάστηκε για να προφέρει το όνομα.
Το αναζήτησε μες στα σκοτάδια.
Το βρήκε αμέσως  ανάμεσα στα τόσα και τόσα μπερδεμένα
ονόματα τούτου του κόσμου και του άλλου
και το άφησε καρφωμένο στον τοίχο
σαν μια πεταλούδα καταδικασμένη απ’ τη μοίρα της.  
Μια ιστορία συνηθισμένα… ασυνήθιστη για τα αυστηρά παραδοσιακά ήθη των κλειστών κοινωνιών, γίνεται συναρπαστική (και όχι μόνο για τον πικάντικο χαρακτήρα της) χάρη στον αξεπέραστο συγγραφέα. Γιατί είναι πια γνωστό στον μέσο αναγνώστη που αγαπά τη λογοτεχνία, ότι στην τέχνη του λόγου δεν έχει -μόνο- σημασία το «τι» αλλά -κυρίως- το «πώς». Και το «τι»  είναι μια αληθινή ιστορία σε χωριό της Κολομβίας[1], που σίγουρα έχει επαναληφθεί πολλές φορές στον χώρο και στον χρόνο, κι έδωσε την αρχική έμπνευση στον Κολομβιανό συγγραφέα: ο γαμπρός δεν βρήκε παρθένα τη νύφη, την στέλνει κακήν κακώς στο πατρικό της την πρώτη νύχτα του γάμου, και τα αδέρφια της νύφης ορκίζονται να σκοτώσουν  τον διακορευτή. Υπόθεση τριών σειρών που υπόσχεται πολλά κουτσομπολιά και κοινωνικά σχόλια, αλλά που ο Μαρκές με την μαγικά υπερβολικό του ρεαλισμό και με κάποιες βασικές ανατροπές την μετέπλασε σε μια πυρηνική αφήγηση 100 σελίδων όπου τέμνονται όλες οι βασικές συνισταμένες της ανθρώπινης τραγωδίας: έρωτας, πάθος, θάνατος, προδοσία, φιλία, μητρική στοργή, φόνος, ενοχή, αθωότητα. Κι όλα αυτά στο στενό κοινωνικό πλαίσιο ενός χωριού της Κολομβίας, σ’ ένα «θέατρο» περίπου 60 ατόμων  που καθένα τους αντιλαμβάνεται και συμμετέχει με τον δικό του τρόπο στο συμβάν.
Ο αφηγητής, φίλος του δολοφονημένου Σαντιάγο Νασάρ, προσπαθεί 27 χρόνια μετά να εξιχνιάσει το έγκλημα σε όλες του τις λεπτομέρειες, παίρνοντας στοιχεία απ’ όλους τους μάρτυρες, κύριους και δευτερεύοντες και αναπαριστώντας στην αφήγησή του όλο το σκηνικό. Με συστηματική έρευνα που θα τη ζήλευε ντετέκτιβ μεταφέρει κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια που αναπαριστά τη μέρα εκείνη, κάποιες φορές σε στυλ αστυνομικής αναφοράς, ή καλύτερα, θεατρικού σεναρίου ενώ σχολιάζει και ερμηνεύει, εφόσον υπάρχουν και αρκετές ψυχογραφικές επισημάνσεις. Έτσι σε λίγες σελίδες σκιτσάρονται όχι μόνο βασικοί χαρακτήρες που πλαισιώνουν τον δολοφονημένο, αλλά ένα ολόκληρο πλέγμα κοινωνικών σχέσεων, ένα χωριό-κύτταρο της κοινωνίας με τις αγκυλώσεις της και τον παραλογισμό των κοινωνικών συμβάσεών της.
Οι συνθήκες είναι τόσο ασυνήθιστες (κοινώς «κουφές») που θα έλεγε κανείς ότι συνωμότησε το σύμπαν εκείνο το πρωινό για να δολοφονηθεί ο 21χρονος, ευκατάστατος και ευυπόληπτος Σαντιάγο (κι αν δεν γνωρίζαμε από εμπειρία ότι η πραγματικότητα πολλές φορές ξεπερνά τη φαντασία, θα κατηγορούσαμε τον συγγραφέα για τερατώδεις υπερβολές). Γιατί, όχι μόνο έχει προαναγγελθεί ο φόνος αμέσως μετά την «ατίμωση» (ποτέ δεν υπήρξε έγκλημα που να έχει προαναγγελθεί περισσότερο!), κι επομένως το θύμα θα’ πρεπε να προφυλαχτεί, όχι μόνο ΟΛΟΙ σχεδόν γνωρίζουν τον φονιά (για την ακρίβεια τους φονιάδες, που είναι οι δύο δίδυμοι αδερφοί της νύφης) αλλά ήταν γνωστό τοις πάσι από πριν ότι το πρωινό μετά τον γάμο, οι δυο δίδυμοι γύρευαν τον Σαντιάγο για να αποδώσουν τη δικαιοσύνη. Γιατί οι δυο χρισμένοι δολοφόνοι κυκλοφορούσαν με τα χασαπομάχαιρα (καθότι χασάπηδες) κι έκαναν ό, τι ήταν δυνατόν για να διαδώσουν τις προθέσεις τους και (όπως ισχυρίζεται ο οξυδερκής αφηγητής) να τους σταματήσει κάποιος χριστιανός από το προαναγγελθέν και υποχρεωτικό φονικό. Άλλωστε, όπως μαθαίνουμε αργότερα, ο Σαντιάγο ήταν φίλος τους κι έτσι εξηγείται και η σχετική απροθυμία.
Η «ιστορική» συγκυρία του γάμου, που είναι ένα αξιοσημείωτο γεγονός εφόσον ο ξενόφερτος γαμπρός, ο αλλόκοτος Μπαγιάρδο Σαν Ρομάν είναι ιδιαίτερη περίπτωση («όταν ξυπνήσω, θύμισέ μου να την παντρεφτώ») συμπίπτει με τον ερχομό του «επισκόπου» στο χωριό, γεγονός πολύ τιμητικό που αναστατώνει όλη τη μικρή κοινωνία (ο Μαρκές είναι ανελέητος εδώ, γιατί γελοιοποιεί τον επίσκοπο, αλλά και όλο το χωριό, εφόσον όλοι προετοιμάζονται μα ο επίσκοπος δεν καταδέχεται να κατέβει καν απ’ το πλοίο (είχαν ξαπλώσει τους αρρώστους στα κατώφλια για να δεχτούν το γιατρικό του θεού κι οι γυναίκες έβγαιναν τρέχοντας απ΄ τις αυλές με γαλοπούλες και γουρουνάκια γάλακτος κι όλων των ειδών τα τρόφιμα). Όλοι όμως με την αφορμή του γάμου, το γλέντι αλλά και την επίσκεψη, βρίσκονται στο δρόμο. Η κοινωνία είναι όλη επί σκηνής, με την ετοιμότητα και την αναστάτωση που επιφέρουν τα δυο σημαντικά γεγονότα, ο δε μέγιστον η αναμονή του φονικού.
 Από τα πολλά πρόσωπα που παρελαύνουν στο έργο, που όλα έχουν το ενδιαφέρον όπως οι ψηφίδες που κάθε μια έχει τη θέση της στη μεγάλη εικόνα, και καμιά δεν εξαίρει ο ίδιος ο αφηγητής αφιερώνοντας ισόποσα σχόλια και περιγραφές, ξεχωρίζουν κατά τη γνώμη μου δυο προσωπικότητες: η μια είναι της νύφης, της Άνχελα, που η ιδιαιτερότητά της ανατρέπει τα αναμενόμενα (ενδεικτικά, δεν δέχεται να ξεγελάσει τον γαμπρό όπως τη συμβούλευαν οι φίλες της, ερωτεύεται κεραυνοβόλα τον Μπαγιάρδο  κι αρχίζει μια αδιέξοδη αλληλογραφία (ραβασάκια παράνομης ερωμένης, χρωματιστά μπιλιετάκια πρόσκαιρης φιλενάδας, εμπορικά δελτάρια, ερωτικά πειστήρια, τέλος αξιοθρήνητα γράμματα εγκαταλειμμένης συζύγου που επινοούσε αρρώστιες για να τον αναγκάσει να γυρίσει, 2000 γράμματα) τα οποία εκείνος δεν άνοιξε ποτέ (!)). Μια γυναίκα που 23 χρόνια μετά την ατίμωση είχε τελικά καταφέρει να βρει νόημα στη ζωή της.
Και η άλλη είναι η μάνα του αφηγητή, η Λουίσα Σαντιάγα .
Η μάνα το αφηγητή θαρρείς ενσαρκώνει όλο τον διαισθητικό κόσμο αυτής της τόσο διαφορετικής από τη δική μας κουλτούρας, έχει σπάνια διεισδυτικότητα κι ενσυναίσθηση. Άλλωστε, αυτήν τη διαίσθηση, ή μάλλον την έλλειψη της διαίσθησης που συνήθως την διέκρινε, επισημαίνει πρώτη πρώτη ο αφηγητής: ήταν παράξενο που η αδερφή μου δεν το ήξερε (ότι επρόκειτο να τον σκοτώσουν)  αλλά ακόμη πιο παράξενη ήταν η άγνοια της μάνας μου, που μάθαινε τα πάντα πριν απ’ οποιονδήποτε άλλον στο σπίτι, παρόλο που από χρόνια δεν έβγαινε έξω, ούτε καν για να πάει στη λειτουργία. (…) Έμοιαζε να έχει νήματα μυστικής επικοινωνίας με τον κόσμο του χωριού και προπαντός με τους συνομηλίκους της και μας κατέπλησσε καμιά φορά αναγγέλλοντάς μας νέα που δεν θα μπορούσε να γνωρίζει παρά μόνο με τη μαντική. Σαν να «ξέρει από πριν το τέλος», κι όταν μαθαίνει τις προθέσεις των διδύμων βγαίνει να ειδοποιήσει τη μάνα του Σαντιάγο μ’ εκείνη την αποφασιστικότητα που είχε όταν κινδύνευε μια ζωή («πρέπει να είσαι πάντα με το μέρος του νεκρού», είπε). Η μάνα του αφηγητή, ήταν η μόνη που θεώρησε θαρραλέα πράξη τη στάση της Άγχελα να μην ξεγελάσει τον γαμπρό («Εκείνη την εποχή ο Θεός τα καταλάβαινε αυτά τα πράγματα», εξήγησε)!
Οι κριτικοί συμφωνούν ότι απ’ όλα τα έργα του Μαρκές, το συγκεκριμένο δεν είναι δείγμα μαγικού ρεαλισμού, ύφος που χαρακτηρίζει τη γραφή του συγγραφέα. Θα έλεγα όμως, ότι οπωσδήποτε υπάρχει η υπερβολή του μαγικού ρεαλισμού (όπως στο πάθος της Άνχελα για τον Μπαγιάρδο, αλλά ιδιαίτερα στην τελική εικόνα, τη λεπτομερή  περιγραφή των χτυπημάτων με τους μπαλτάδες που ενώ κατακόψαν τον δύστυχο Σαντιάγο, εκείνος περπατούσε «με αξιοπρέπεια» εκφωνώντας  το τραγικά μοιραίο στην αθωότητά του «με σκότωσαν, Βαβέ»), μια υπερβολή που ίσως όμως απεικονίζει την ίδια την κοινωνία της Κολομβίας και γενικότερα της Λατινικής Αμερικής. Μια κοινωνία βίας, έντασης, πάθους, που η ίδια αναπαράγεται αυτόματα στη γραφή του συγγραφέα της, με όλα τα συνακόλουθα: τραγική ειρωνεία, τραγικές συμπτώσεις, μοιραία πάθη  αλλά και σοφία που εκπορεύεται μέσα από τα ακραία βιώματα, στις εσχατιές του έρωτα και του θανάτου.  
Χριστίνα Παπαγγελή

[1] https://tetragwno.gr/vivlio/kritiki-vivliou/diavasame-to-xroniko-enos-proanaggelthentos-thanatou-tou-gabriel-garcia-marquez: Το βιβλίο «βασίστηκε σε ένα έγκλημα που σημειώθηκε την δεκαετία του ’50 στην Κολομβία, όπου ο Καγετάνο Χεντίλε, συγχωριανός και φίλος του αείμνηστου συγγραφέα δολοφονήθηκε, επειδή έκλεψε την παρθενιά της γυναίκας τού Μιγκέλ Παλένσια»

Τετάρτη, Ιανουαρίου 29, 2020

συζητήσεις με φίλους, Σάλλυ Ρούνεϋ


Ο δεσμός μπορεί να τέλειωσε, σκέφτηκα,
αλλά το ότι τέλειωσε κάτι είναι τελείως διαφορετικό
από το «δε συνέβη ποτέ»

   Δροσερό, βαθύ και… νεανικό το βιβλίο αυτό, εφόσον σε ύφος καθαρά εξομολογητικό η 21χρονη ηρωίδα και αφηγήτρια Φράνσις ξεδιπλώνει όλο της τον εαυτό, με τις αλήθειες και τις αντιφάσεις του, με τις αδυναμίες και τις μεγαλειώδεις στιγμές, που η συνειδητοποίησή τους οδηγεί σε προσωπική ανέλιξη και ωρίμανση (αυτό το είδος που λένε κάποιοι «μυθιστόρημα ενηλικίωσης»; Ναι, με κάποια επιφύλαξη: δεν είναι παιδί ούτε καν έφηβη –ωστόσο περιπλανιέται συναισθηματικά «χτίζοντας» την δική της αλήθεια πάνω στις αντιφατικές της ροπές). Η αγνή νεανική ψυχή, που με κλειδί μόνο την ειλικρίνεια ψάχνει την ταυτότητά της, δοκιμάζεται στον έρωτα, τη φιλία, την τέχνη και δεν κρύβεται απ’ τον εαυτό της. Η προδοσία, η μοιχεία, τα λάθη, η σωματική αδυναμία, ο χωρισμός αποτελούν την άλλη όψη του νομίσματος στην οποία «σκοντάφτει» η προσωπικότητα που τολμά να ακολουθήσει την καρδιά.  
Οι δυο πρωταγωνίστριες, η Φράνσις και η Μπόμπι, δεν είναι συνηθισμένα  κορίτσια. Η αφηγήτρια είναι ένα πολύ έξυπνο και προικισμένο πλάσμα («παιδί-θαύμα») που σπουδάζει στο Δουβλίνο, με ταλέντο στην ποίηση, που από καπρίτσιο δεν την γράφει αλλά την… απαγγέλλει σε συγκεντρώσεις με τη συμμετοχή και της φίλης της, Μπόμπι (χαιρόμουν που απλώς τα ποιήματα παρουσιάζονταν επάνω σε μια σκηνή και ποτέ δεν εκδίδονταν. Ο ήχος απ’ τα χειροκροτήματα τα έπαιρνε μακριά μ’ έναν αιθέριο τρόπο). Είναι παιδί χωρισμένων γονιών με τελείως παρακμιακό πατέρα (αλκοολικό, παραιτημένο κλπ) και με οικονομικά προβλήματα, ενώ παράλληλα με τις σπουδές κάνει πρακτική σ ένα λογοτεχνικό πρακτορείο.
Με τη Μπόμπι, μια προκλητική κοπέλα που ως μαθήτρια στην τάξη ήταν αντιπαθής και φιγουρατζού (είχε κακή διαγωγή, κάπνιζε, μπορούσε να γίνει σκληρή και αχαλίνωτη με έναν τρόπο που έφερνε σε δύσκολη θέση τους άλλους) την ενώνει από τα σχολικά χρόνια μια βαθιά φιλία που κάποτε ήταν ερωτική, ζουν σχεδόν συνέχεια μαζί και μοιράζονται κάθε πάθος, κάθε σκέψη, κάθε αδυναμία. Μαζί ανακαλύπτουν τον κόσμο αλλά και τους εαυτούς τους (η Μπόμπι πίστευε ότι δεν είχα «αληθινή προσωπικότητα» αλλά τόνισε ότι το εννοούσε σαν φιλοφρόνηση), ενώ ως ασυνήθιστοι χαρακτήρες έχουν ιδιαιτερότητες (απολαυστικές για τον αναγνώστη) αλλά και πολλές αντιθέσεις και διαφορές μεταξύ τους.
Το άμεσο γράψιμο κατάφορτο από συναισθήματα, χιούμορ και φρεσκάδα αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο η Φράνσις συνειδητοποιεί τη ζωή, και μέσα από εικόνες και λεπτομέρειες σκηνοθετικές μας μεταφέρει σ’ έναν κόσμο γεμάτο αποχρώσεις, ζωντάνια, όνειρα, έρωτα και πάθη.
Και τα νέα πάθη των νεαρών κοριτσιών αφορούν το ζευγάρι Νικ (ηθοποιός, σιωπηλός και κάπως νωθρός) και Μελίσσα (φωτογράφος, εύθυμη και δυναμική) με τους οποίους γνωρίζονται και συναναστρέφονται στενά. Η Μπόμπι προσκολλάται φανερά στην Μελίσσα δείχνοντας ακόμη και ερωτικό ενδιαφέρον ενώ η Φράνσις γοητεύεται  απ’ τον Νικ, που αν και σαγηνευτικά όμορφος φαίνεται αρκετά παθητικός. Η προσέγγιση των δύο είναι αργή και βασανιστική και το πάθος αρχικά σιγοβράζει μέχρι να φουντώσει σε ερωτικό παραλήρημα. Έτσι, η παρθένα (από ερωτική σχέση με άντρα Φράνσις) ανακαλύπτει ότι είναι αμφιφυλόφιλη (Ναι, είπα. Είμαι κάπως σαν παμφάγο).
Τα έντονα συναισθήματα προκαλούν στην ποιητική ψυχή διάφορες κυκλοθυμικές καταστάσεις, κρίση ταυτότητας(δεν ήμουν αυτή που παρίστανα πως είμαι), σκιές στη σχέση με τη Μπόμπι, ενοχές, ανακατάταξη αξιών (ανέκαθεν περιφρονούσαμε με την Μπόμπι τη σχεδόν λατρευτική επιδίωξη της αρσενικής σωματικής κυριαρχίας). Η δυνατή μα πληγωμένη Μπόμπι μισεί τους άντρες που «μάλλον διαβάζουν άρθρα που έχουν ως τίτλο “ένα παράξενο κόλπο για τέλειους κοιλιακούς” και τους φαίνεται και φυσιολογικό», και «την κοροϊδεύει όποτε έχει ρομαντικά αισθήματα», ενώ η Φράνσις  εσωτερικεύει διάφορες τέτοιου τύπου συγκρούσεις προσπαθώντας να σταθεροποιήσει τον εαυτό της και να ξεκαθαρίσει αυτό που βαθιά αισθάνεται και πιστεύει (σίγουρα δε γινόταν να της πω τι εύρισκα τόσο ελκυστικό πάνω του, το οποίο ήταν ότι τον έλκυαν απλές και συναισθηματικά ψυχρές γυναίκες σαν εμένα).   Όλη αυτή η ενδοσκόπηση προχωρά σε βάθος καθώς προχωρά η σχέση και γίνεται αμοιβαία, οι ερωτικές σκηνές είναι απογειωτικές, λυρικές και… πειστικές (ότι δεν είναι ασκήσεις γυμναστικής), ενώ φυσικά υπάρχουν τα απαραίτητα σκαμπανεβάσματα (ανασφάλειες, αναγκαστικοί χωρισμοί, παρεξηγήσεις, πικρά λόγια που πληγώνουν, μούτρα, ζήλειες, ανεξήγητες απομακρύνσεις κλπ), τόσο, μα τόσο χαρακτηριστικές των έντονων παθών. Ιδιαίτερη χροιά αποδίδεται και με την παράθεση αυτούσιων τσατ, ένας νέος κώδικας η διαδικτυακή επικοινωνία με τους περιορισμούς και τις συμβάσεις της.
Αρχικά βλέπουμε εκ των ένδον πώς διαχειρίζονται και ο ένας και η άλλη το γεγονός ότι ο Νικ είναι παντρεμένος (παρόλο που η Μελίσσα δεν έχει μονοσήμαντη αντίληψη αποκλειστικότητας για τον γάμο, και η ίδια είχε σχέσεις στο παρελθόν ούσα παντρεμένη). Κατά δεύτερον βλέπουμε πώς τα διαχειρίζεται αυτά και η Μελίσσα όταν το μαθαίνει (στέλνει καταπληκτική επιστολή) αλλά και η παράφορη/απρόβλεπτη Μπόμπι (ομοφυλόφιλη) που τρέφει ακόμα αδυναμία στην Φράνσις και με την οποία κάποτε κάποτε μοιράζονται τους προβληματισμούς (Μπορείς ν’ αγαπάς περισσότερους από έναν ανθρώπους, είπε/Ποια η διαφορά από το να έχεις περισσότερους από έναν φίλο; Εσύ είσαι φίλη μου κι έχεις κι άλλους φίλους. Αυτό σημαίνει ότι δεν μ’ εκτιμάς;).
Έπειτα, έχει ενδιαφέρον ότι η Φράνσις γίνεται… σπαστικιά και άδικη, και με τον Νικ αλλά και με την Μπόμπι. Η συναισθηματική της ψυχρότητα, που όπως είδαμε παραπάνω παραδέχεται κι η ίδια) μπορεί να έχει βάσεις στις οικογενειακές της καταβολές, αλλά την καθρεφτίζει στον Νικ, ο οποίος, όπως συνήθως οι άντρες απέναντι στις πολύ «χειραφετημένες» γυναίκες, κάποιες φορές ευνουχίζεται μεταφορικά. Και εκείνος αμφισβητεί κάποιες στιγμές ότι η Φράνσις έχει αισθήματα (δικαιολογημένα), και κάνει πίσω. Ο ένας δοκιμάζει τον άλλον, γίνεται παράφορος, γίνεται άδικος, γίνεται παιδί, αυτοεξευτελίζεται, ταπεινώνεται, συγχωρεί.
Είναι ένα βιβλίο γεμάτο αλήθειες και αντιφάσεις για τις ανθρώπινες σχέσεις, για τη φιλία αλλά κυρίως για τον έρωτα. Το μεγαλείο και τα τρωτά του. Τον έρωτα που απογειώνει, τον έρωτα που λαβώνει, που εκμηδενίζει, που ταπεινώνει, που βγάζει την καλύτερη πλευρά του ανθρώπου, που βγάζει τον πιο ποταπή, και κυρίως, ωθεί τον άνθρωπο να δει τη σκοτεινή και τη φωτεινή πλευρά της σελήνης∙ να καταλάβει και να συνειδητοποιήσει καλύτερα τον εαυτό του.
Χριστίνα Παπαγγελή

Δευτέρα, Ιανουαρίου 13, 2020

Στη ζωή νωρίς νυχτώνει, Ελένη Πριοβόλου


Σαν ο έρωτας σε μαγέψει, ακολούθα τον.
Όσο κι αν οι δρόμοι του είναι τραχιοί και απότομοι.
Κι όταν οι φτερούγες του σε τυλίξουν,
γείρε πάνω του,
όσο κι αν το σπαθί που κρύβει το φτέρωμά του μπορεί να σε πληγώσει.
Χαλίλ Γκιμπράν

Πρόκειται για ένα πολυσύνθετο βιβλίο, πολύ συναρπαστικό και πολύ ενδιαφέρον, που αναφέρεται στη σύγχρονη εποχή  (1963-2015),  ξεχειλίζει από συναίσθημα, έχει ιστορικό υπόβαθρο και κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις. Η δομή εξαιρετική, γιατί παρά τα συνεχή φλας-μπακ στις ζωές των δυο πρωταγωνιστριών, ο φακός στρέφεται κάθε φορά σε διαφορετικές χρονικές περιόδους για να γίνει κατανοητό το παρόν, διατηρώντας μια εσωτερική ροή που είναι αξιοθαύμαστη. Τέλος, πέρα από την ολοκληρωμένη ψυχογράφηση των δύο φίλων που είναι οι κεντρικές ηρωίδες, πλήθος από χαρακτήρες συμπλέκονται σε μια σύνθεση πολύχρωμη, όπου ο καθένας προσδιορίζεται με βάση τις οπτικές των άλλων, και ωριμάζει καθώς προχωρά ο παροντικός χρόνος και οι… (500) σελίδες.
Αυτό που γοητεύει τον αναγνώστη είναι ότι κάπου μέσα στο βιβλίο, είτε στη γενιά των 60άρηδων, είτε στη γενιά των 25-30άρηδων, θα αναγνωρίσει τον εαυτό του. Είναι ένα βιβλίο που μιλά για… μας, για τη γενιά που έζησε τη χούντα ως παιδί ή έφηβος/η, σ’ ένα μεγάλο αστικό κέντρο, και την επόμενη γενιά, της τεχνητής-ευημερίας-οικολογικού-συναγερμού της δεκαετίας του ‘90. Στις σελίδες θα παρελάσουν μικρά και μεγάλα προβλήματα της εποχής, κι ο κάθε ήρωας  θα δοκιμαστεί, όχι μόνο στην προσωπική του ζωή, αλλά και στην επαφή του με την πολιτική ιστορία της Ελλάδας, κρατώντας διαφορετική στάση. Παράλληλα όμως με τα «οικεία» κακά, παρακολουθούμε και την πολιτική εξέλιξη του Λιβάνου[1], αυτής της πολύπαθης χώρας  όπου έζησε τα περισσότερα χρόνια της η Οριάν,  μία απ τις πρωταγωνίστριες (η αλήθεια της πόλης δε βρίσκεται στη βιτρίνα, αλλά στις πληγές της, στα αθώρητα βάθη της. Πολύ πιο πέρα από την Κορνίς, τη Ράμλετ αλ-Μπάιντα και τον τουριστικό ναργιλέ).
Έτσι, βλέπουμε την τυπική συντηρητική οικογένεια της Άριας, της πιο κεντρικής από τις δυο βασικές ηρωίδες, που μεγάλωσε εγκλωβισμένη μέσα στα αυστηρά ήθη της μεταπολεμικής Αθήνας, με τις μικρές καθημερινές της επαναστάσεις που τη διαφοροποιούν από τη συμβατική και υπάκουη αδερφή της. Μέσα στις «επαναστάσεις» αυτές ήταν να σπουδάσει νομική κι όχι φιλολογία όπως ήθελε πιεστικά η «επιλοχίας» μητέρα της, να μείνει μόνη στο σπίτι (κάτω όμως απ΄ το πατρικό), και τέλος να σαγηνευτεί από την πιο ανεξάρτητη και πολυτάραχη  Οριάν, που τη γνώρισε  σε φοιτητικό σπίτι-στέκι την εποχή της δεξιάς του 1963  (εποχή που οι θυρωροί είναι χαφιέδες, παρακολουθούν και καρφώνουν).
Στο «σήμερα» η Άρια έχει χωρίσει τον καριερίστα Σέργιο, που παλιά ήταν πολιτικοποιημένος, αγωνιστής στους Λαμπράκηδες. Μια εξηνταπεντάρα γυναίκα με τη μοναξιά της, την «προσκόλληση στα πράγματά της», τις μικροσυνήθειές της, το παρελθόν και το σκοτεινό μέλλον δεδομένου ότι μπαινοβγαίνει στο νοσοκομείο για χημειοθεραπείες. Οι έγνοιες της μοιράζονται και στα τρία  παιδιά της που είναι πια μεγάλα, έχουν τις δικές τους οικογένειες, τις δουλειές τους και τις απαιτήσεις τους.  Αντίστοιχα η Οριάν που έζησε όλα τα χρόνια της στο Λίβανο, είναι χήρα με μία κόρη στη Δανία και μία εγγονή στην Αθήνα, κι έρχεται στο «σήμερα» στην Αθήνα.
Αυτό είναι το περίγραμμα μα φυσικά δεν αποκαλύπτονται όλα αμέσως. Στην αρχή χτίζεται το σημερινό πορτρέτο της Άριας και ο κόσμος της, στο παρελθόν και στο παρόν. Μιας γυναίκας που χαρακτηρίζεται από κρυφό δυναμισμό, άσχετο αν αυτός ο δυναμισμός στο «σήμερα» εκδηλώνεται στο να προασπίσει τα πράγματά της (την «αισθηματική της περιουσία») που φυλάει στο υπόγειο, ενώ ο μεγάλος της γιος απαιτεί να τα πετάξει (τις βαριεστημένες στιγμές που την επισκέπτονται, δεν χάνουν την ευκαιρία να της υπενθυμίσουν –να την ψέξουν, για την ακρίβεια- ότι μαζεύει μια ζωή σκουπίδια και οφείλει σιγά σιγά να αραιώνει το χώρο γύρω της). Περήφανη, άσχετο αν αυτή η περηφάνια εξαντλείται στο να μη ζητάει συνοδεία στη δοκιμασία της χημειοθεραπείας, όταν καταλαβαίνει ότι τα παιδιά της δυσκολεύονται να τη συνοδεύσουν, παρόλο που θα δοκίμαζε ένα καινούριο φάρμακο. Η συγγραφέας μάς οδηγεί να διεισδύσουμε στον ψυχισμό της ηλικιωμένης κυρίας που μπροστά στο φάσμα της αρρώστιας και της φθοράς αναθεωρεί όχι μόνο το παρελθόν αλλά και τη σχέση της με τον κόσμο και τον εαυτό της. Καλλιεργεί παλιές και καινούργιες σχέσεις (π.χ. με τον βιβλιόφιλο ταξιτζή με τον οποίο ανοίγει έξοχες κουβέντες, ή με τη νεαρή γιατρό που της κάνει τη θεραπεία), κάνει το κλασικό κυριακάτικο τραπέζι μαζεύοντας όλη την οικογένεια,  ενώ εξελίσσεται και η σχέση με τα παιδιά της, που είναι χαρακτηριστική. Γιατί καθένας τους εκπροσωπεί μια τάση της σύγχρονης αστικής ζωής: 
Ο μεγάλος, ο επιχειρηματίας (γυμναστήριο) Ντίνος, που με τη γυναίκα του Τζο («τηλεπερσόνα»)βγάζουν λεφτά με ουρά, ο πιο γκρινιάρης και απαιτητικός, με εναλλαγές ενοχών και διεκδικήσεων στη σχέση με τη μητέρα, ο δεύτερος, ο Τάσος πιο αποστασιοποιημένος και αφοσιωμένος στην καριέρα του τραπεζικού ενώ η μικρότερη, η Όλια εξαφανισμένη σε κάποια χώρα της Αφρικής δουλεύοντας σε κάποια ανθρωπιστική οργάνωση. Μια οικογένεια -κύτταρο της σύγχρονης εποχής που βέβαια προοδευτικά μεταστοιχειώνεται, αφού ακόμα και το πιο σταθερό σημείο αναφοράς, η μάνα, αλλάζει σταδιακά αντίληψη, και συνολικά αλλά και στη σχέση της με τα παιδιά της (ήταν  επικριτική, γίνεται υποχωρητική, βάζει όρια, σαρκάζει, αρνείται, έρχεται σε σύγκρουση γιατί την ενοχλεί που δεν καταλαβαίνουν ότι έχει δική της ζωή). Της λείπουν αλλά δεν τους το λέει για να μην έχουν τύψεις (τι χαρακτηριστικό!)
Ανατρέχοντας στο παρελθόν, κομβικό σημείο στη ζωή της Άριας ήταν η επεισοδιακή γνωριμία με την Οριάν, το 1963 («η Οριάν ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της μεταστροφής της»). Η θυελλώδης μοδίστρα με τη μακριά λουλουδάτη φούστα που σπούδαζε στην καλών τεχνών άνοιξε έναν καινούριο  κόσμο στη συμβατική Άρια∙ πιο εναλλακτικό, πιο ριζοσπαστικό και πιο ελεύθερο ως προς όλα: ντύσιμο, τρόπο ζωής, τραγούδια, βιβλία∙ ναργιλές, πολιτικές κουβέντες, ξενύχτια. Ένας επαναστατικός κόσμος που την έφερε σε αντίθεση με τον αυταρχισμό της μητέρας της  ό, τι τρόμαζε τη μητέρα. «Μαλλιάδες, χίπις, γιεγιέδες». «Εκπρόσωποι της κόλασης») κι έτσι παρακολουθούμε κλασικές σκηνές κόντρας και έντασης. Οι δυο φίλες γίνονται για ένα διάστημα (μικρό λόγω των γεγονότων) αχώριστες και συμπληρωματικές φίλες 69
Η ζωή και των δύο εκτρέπεται όταν η αστυνομία συλλαμβάνει την παρέα της Οριάν ενώ η Άρια ξεγλιστράει προδίδοντας τη σχέση της με τηΟριάν («είμαι πελάτισσα. Ναι, μόνο ράβομαι εδώ»/την άφησαν ελεύθερη /έφυγε τρέχοντας για να γλυτώσει, ενώ πίσω της όλοι φορούσαν χειροπέδες). Η Οριάν οδηγείται στην ασφάλεια, τής εμπιστεύεται τα πράγματά της αλλά χάνονται τα ίχνη της για πάρα πολλά χρόνια (η Άρια βασανιζόταν από την αγωνία, αλλά κυρίως απ’ την ενοχή. Από την ανελέητη αίσθηση ότι πρόδωσε την ήδη προδομένη από τον έρωτα φίλη της).
Η Άρια είναι συμβατική και δε συγχωρεί τον εαυτό της που πρόδωσε όχι μόνο τη φίλη της, αλλά κι αργότερα, στα Ιουλιανά θα το βάλει στα πόδια  «για να σώσει το τομάρι της». Παρόλ’ αυτά, κάνει και κείνη με μικρά μικρά βήματα την επανάστασή της. Άλλωστε η δεκαετία του ’60 για την Ελλάδα είναι η δύσκολη εποχή  της αντιπαροχής, της εκμετάλλευσης, της καριέρας. Η εποχή του Λαμπράκη και του Πέτρουλα, της ΕΔΑ και της ΕΡΕ. Η ιστορία απλώνει τα πλοκάμια της και μέσα στην οικογένεια, αναγκάζοντας τον καθένα να πάρει θέση: η υπάκουη κόρη Μαργαρίτα «ξεπουλιέται» εκβιαστικά στον εργολάβο και χαφιέ της ασφάλειας Μηνά, που γλυκοβλέπει την περιουσία της οικογένειας και πιέζει με κάθε γλοιώδη τρόπο. Η «επιλοχίας» αρχίζει και χάνει τον έλεγχο ενώ ο ήπιος πατέρας της Άριας δεν διστάζει να εκφράσει την προτίμησή του στην ΕΔΑ και στους Λαμπράκηδες.
Ζωντανεύει λοιπόν ανάγλυφα μια ολόκληρη εποχή που καταλήγει στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, με την Άρια σε διαρκείς συγκρούσεις με την πατρική οικογένεια, αλλά ερωτευμένη με τον Σέργιο  (ο έρωτας είχε μπει στη ζωή της. Έρωτας νεογέννητος μέσα στην τρυφεράδα του. Ζεστός μέσα σε σταγόνες φωτιάς. Ζούσε σε ρυθμούς άγνωρων ήχων και υπάκουε πλέον μόνο στο κέλευσμά τους).
Αλλά και η Οριάν, που μετά τη σύλληψη και τον εξευτελισμό στην ελληνική ασφάλεια παράτησε τις σπουδές και κατέφυγε πανικόβλητη στον Λίβανο όπου βρισκόταν ο χήρος πατέρας της, γνώρισε σφοδρό έρωτα  στο πρόσωπο του Εμίλ, (τον διπλό Εμίλ. Τον Εμίλ της ποίησης και της μουσικής και τον μαχητή του εξοντωτικού πολέμου). Η Οριάν επουλώνει τις πληγές της «αργά και βασανιστικά» μέχρι που γνώρισε τον κεραυνοβόλο έρωτα (όμως σα να μην ήταν στο χέρι της, έμεινε εκεί καρφωμένη, θέτοντας μια άλλη εκδοχή ως αντίδοτο, πως ό, τι έμοιαζε ανίερο, το καθιστούσε ιερό η μουσική. Στάθηκε  ακίνητη, λαμβάνοντας συνειδητά το ρόλο της στη μονομαχία των ματιών, μέχρι που η μαγεία και η λαγνεία την καθήλωσαν στο βράχο/καμιά ανάδρομη σκέψη δεν την έκανε να ολιγωρήσει. Ρίχτηκε μέσα στη δίνη τη φωτιάς, που άνοιγε μύριες γλώσσες να την καταπιεί).
Οι σελίδες αφιερωμένες στον έρωτα είναι γεμάτες λυρισμό και ποίηση. Όμως παράλληλα, καθώς η συγγραφέας εστιάζει στο παρελθόν της Οριάν, έχουμε την ευκαιρία να βυθιστούμε βιωματικά στην τραγική ιστορία του Λιβάνου, που ξεκινά από τον αγώνα κατά Τούρκων (παππούς που πολέμησε) και κατά των αποικιοκρατών Άγγλων (θείος που εκτελέστηκε), που με τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο (1952), έγινε καταφύγιο των Παλαιστινίων και  σπαρασσόταν από εμφύλιο πόλεμο (1958). Στα επόμενα χρόνια η κύρια αντίθεση ήταν ανάμεσα στους Χριστιανούς Μαρωνίτες και τους παναραβιστές, που αναγνωρίζουν δικαιώματα στους μουσουλμάνους, στους Παλαιστίνιους πρόσφυγες και ταυτίζονται με τη διεθνιστική αριστερά. Στους πρώτους ανήκει ο Εμίλ, που είναι «μαχητής», Μαρωνίτης «με την πολιτική έννοια του όρου»  (Φαλαγγίτης) και δογματικός, που τρέφει μίσος για τους Δρούζους[2] και τους Άγγλους, βαθιά έχθρα για τους Σιίτες (επειδή βοήθησαν τους Παλαιστίνιους) και υιοθετεί φιλοδυτική πολιτική υπέρ των Αμερικανών. Είναι τρυφερός, ερωτικός και λυρικός, αλλά και σκληρός και άκαμπτος σε θέματα ιδεολογίας (ο Εμίλ εξέφραζε απόλυτες θέσεις. Η πρόοδος δεν μπορεί ποτέ να έρθει ειρηνικά. Σκοτώνεις ή πέφτεις στο πεδίο της μάχης).
Μαζί με την Οριάν γνωρίζουμε και μεις την οικογένεια του Εμίλ και τις αποχρώσεις στις θρησκευτικές και πολιτικές τάσεις της εποχής. Στον αντίποδα όμως των χριστιανών Μαρωνιτών ήταν οι μουσουλμάνοι εθνικιστές αλλά και οι παναραβιστές, εκπρόσωπος ενεργητικός των οποίων ήταν ο πατέρας της Οριάν, Γιώργος Αργυριάδης, που δουλεύει στην ελληνική πρεσβεία (τον βλέπουμε μάλιστα να έχει σχέσεις με Φενταγίν[3] και Αραφάτ). Οι συγκρούσεις ανάμεσα στους δύο άντρες πολλές φορές είναι έντονη (παρά τον ήπιο χαρακτήρα του Αργυριάδη), φέρνοντας σε εσωτερική σύγκρουση ή αμηχανία την Οριάν.
Το παζλ που σχηματίζεται σιγά σιγά με τις αναδρομικές αφηγήσεις, είτε στην Ελλάδα είτε στον Λίβανο μάς δίνει μια σύνθετη εικόνα με ιστορικό βάθος γιατί και στις δυο χώρες τα γεγονότα είναι καταιγιστικά: μετά τα Ιουλιανά έρχεται το χουντικό πραξικόπημα, που διώχνει το ζευγάρι  Άρια- Σέργιος στον Καναδά (τους «έσωσε» εγκαίρως ο χαφιές γαμπρός Μηνάς για να μην καταδώσει την αγωνιστική τους δράση). Στον Καναδά καταφεύγει κατά σύμπτωση και ο πρεσβευτής Αργυριάδης όπου συνεχίζει τον αντικτατορικό αγώνα, ενώ αντίστοιχα η Οριάν, γυναίκα ενεργού πολεμιστή με την πλευρά των Ισραηλινών στον πόλεμο των 6 ημερών, μένει έγκυος και γεννά μόνη της εφόσον ο Εμίλ πηγαινοέρχεται στο βουνό, και ζει δραματικά όλη την ένταση του Λιβάνου διχασμένη ανάμεσα σε σύζυγο και πατέρα (-Εσείς τι θεωρούσατε πραγματικά δίκαιο; -εγώ πιστεύω στο δικαίωμα του κάθε λαού για αυτοδιάθεση, αφού ζούμε σε κοινωνίες οργανωμένες, με σύνορα, συμφέροντα, εθιμικά δίκαια, ειδικές νομοθεσίες. Αν με ρωτάτε προσωπικά, θεωρώ πως κανονικά δεν θα έπρεπε να υπάρχουν σύνορα/στον πόλεμο δεν υπάρχουν παρά μόνο ηττημένοι).
Τα γεγονότα στον Λίβανο (αυτή η θέση όπου βρεθήκαμε είναι η ευχή και η κατάρα μας) κλιμακώνονται και μετά τη μεταπολίτευση της Ελλάδας: Η Βηρυττός του 1975 είναι ένα καζάνι που βράζει. Στα πρόθυρα του εμφυλίου, τα σαμποτάζ και οι δολοφονίες εκατέρωθεν (π.χ. επιθέσεις φαλαγγιτών σε λεωφορεία με Παλαιστίνιους) όπου προφανώς εμπλέκεται και ο Εμίλ ως πολέμαρχος αναστατώνουν την Οριάν, ενώ η 15χρονη κόρη Φαρίντα είναι ερωτευμένη με μαχητή φοιτητή ενάντια στην επέμβαση των Ισραηλινών στον Λίβανο (!). Ο εμφύλιος που ξεσπάει για άλλη μια φορά βρίσκει την Οριάν μόνη, με χιλιάδες ερωτήματα: ποιοι δεν θα αφήσουν το καράβ να πιάσει λιμάνι, Καμάλ; Το κράτος; Η αστυνομία; Ο στρατός; Το παρακράτος; Εσείς; Οι άλλοι; Οι χριστιανοί; Οι μουσουλμάνοι; Οι Εγγλέζοι, οι Γάλλοι οι Αμερικάνοι, οι Ισραηλινοί, οι Σύροι; Ποιος κυβερνάει τον Λίβανο, Καμάλ; Και ποιος είναι επιτέλους ο Εμίλ; Είναι ο ηθικός αυτουργός όλης αυτής της αιματοχυσίας; Τα λεφτά που στέλνει είναι από πλιάτσικο; Και γιατί, γιατί, γιατί τους Παλαιστίνιους;;;(για μένα ο ηθικός αυτουργός είναι το ίδιο ένοχος με τον εκτελεστή).
Η κατάσταση κορυφώνεται και ανάμεσα σε γαμπρό-πεθερό αλλά και σε επίπεδο λαών, η χρονολογία 1982 είναι καθοριστική: η σφαγή αμάχων Παλαιστινίων στη Σάμπρα και Σατίλα φέρνουν τις αντιθέσεις στο διεθνή στίβο (τότε είναι που ο Ανδρέας Παπανδρέου προσφέρει καταφύγιο στον Αραφάτ), και ο ήρωάς μας ο Αργυριάδης ως πρεσβευτής συμμετέχει σ΄αυτήν την προσπάθεια αναγνώρισης της ΟΑΠ.
Τις απίστευτες αγωνίες της η Οριάν (για τον άντρα της, για την κόρη της, για τον πατέρα της) προσπαθεί να τις ξεπεράσει με την τέχνη. Κρυμμένη σε καταφύγιο εφόσον η νίκη είναι με το μέρος των Αράβων, προσπαθεί να βρει μέσα στο σκοτάδι πηγή φωτός, και σ’ αυτήν την φάση η συγγραφέας μας χαρίζει απίστευτες σελίδες.
Δεν θα αποκαλύψω στην ανάρτηση φυσικά την κατάληξη όλων των μικροϊστοριών, όλων αυτών των προσώπων που κάποια στιγμή ξανασυναντιούνται στο «σήμερα», όσοι επέζησαν φυσικά. Οι δυο φίλες είχαν χάσει τα ίχνη η μια της άλλης (είπα πως κάποια στιγμή θα σε αναζητούσα, μα όλο το ανέβαλλα. Μπορεί και να πίστευα πως είχα άπλετο χρόνο. Τώρα συνειδητοποιώ πως στη ζωή νυχτώνει νωρίς), όμως μια σειρά από αποκαλύψεις και συμπτώσεις (μάλλον περισσότερες από το αναμενόμενο) οδηγούν στα 2015, τις δυο πρωταγωνίστριες σε μια καινούρια συνάντηση, με πολλή συγκίνηση και θέρμη, όπου μοιράζονται όλο το παρελθόν με τους έρωτες και τους θανάτους (η Οριάν συνεχίζει να χαμογελάει με έναν τρόπο απλανή, σαν να παραδίδεται στους μετεωρισμούς της φαντασίας της. Πιάνει το νήμα της αφήγησης χωρίς διάθεση να ερμηνεύσει. Την ερμηνεία την αφήνει για τους άλλους).
Το  χορταστικό μυθιστόρημα κλείνει όλες τις «ανοιχτές υποθέσεις», ακόμα και των παιδιών των δύο ηρωίδων, μέσα σε μια γλυκιά ατμόσφαιρα αγάπης και ανθρωπιάς.
Χριστίνα Παπαγγελή


[1] Λίγα λόγια για την ιστορία του Λιβάνου, από την Wikipedia: Το 1914, ο Λίβανος περιήλθε στη γαλλική σφαίρα επιρροής μέχρι το 1926, οπότε αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητη δημοκρατία, με την ουσιαστική όμως διακυβέρνηση των Γάλλων. Από το 1940, οι Λιβανέζοι άρχισαν να διεκδικούν την ανεξαρτησία τους και το 1944 κατάφεραν να την αποκτήσουν. Κατά τον Αραβοϊσραηλινό πόλεμο του 1967 έγινε στόχος ισραηλινών επιθέσεων, επειδή ήταν τόπος συγκέντρωσης των Παλαιστινίων και των προσφύγων.
Στις 13 Απριλίου 1975 ξέσπασε στο Λίβανο εμφύλιος πόλεμος μεταξύ φαλαγγιτών (δεξιών χριστιανών) και αριστερών Μουσουλμάνων Παλαιστινίων που κράτησε ως τις 18 Οκτωβρίου 1976, οπότε υπογράφτηκε ανακωχή στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας. Οι συνέπειες του πολέμου αυτού, που επιδεινώθηκε με την επέμβαση συριακών και άλλων αραβικών δυνάμεων που υποστήριζαν τους Φαλαγγίτες, ήταν δυσμενείς. Ο πόλεμος αυτός κόστισε 6.000 νεκρούς, χιλιάδες τραυματίες και καταστροφή πόλεων. Τον Ιούνιο του 1982 έγινε εισβολή Ισραηλινών, που κατέλαβαν το νότιο τμήμα της χώρας με σκοπό την εξόντωση των Παλαιστινίων. Οι ισραηλινές δυνάμεις αποχώρησαν το 2000.
Ο Λίβανος βρισκόταν υπό συριακή κατοχή μέχρι το 2005, όταν ο συριακός στρατός αποχώρησε. Πρωθυπουργός του Λιβάνου είναι ο Φουάντ Σινιόρα. Μία οργάνωση που χαίρει μεγάλης ισχύος εντός του Λιβάνου είναι η Χεζμπολλάχ. Το καλοκαίρι του 2006, η Χεζμπολλάχ απήγαγε δύο Ισραηλινούς στρατιώτες, προκαλώντας την έκρηξη ενός πολέμου ανάμεσα στο Ισραήλ και την οργάνωση ο οποίος διήρκεσε αρκετούς μήνες και προκάλεσε μεγάλες καταστροφές.
 [2] Οι Δρούζοι (μουσουλμάνοι) φεουδάρχες, εξοπλισμένοι απ’ τους Τούρκους, τον 19ο αιώνα νίκησαν τους Μαρωνίτες  https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%B6%CE%BF%CE%B9