Τρίτη, Οκτωβρίου 13, 2020

ἐρᾶν, Βυζαντινά αμαρτήματα, Γιάννης Καλπούζος

 Μεσ’ απ’ τον έρωτα ο άνθρωπος αγγίζει τη μέθη της ζωής και την αγιοσύνη

   Τη δύσκολη εποχή της Α΄φάσης της εικονομαχίας (726-787)[1] και λίγα χρόνια μετά (μέχρι το 796) διάλεξε ο Γιάννης Καλπούζος για να ξετυλίξει ένα πλούσιο ιστορικό μυθιστόρημα, ιδιαίτερα ελκυστικό για όσους  αγαπούν την ιστορία και την  -υποθετική πάντα- αναπαράστασή της στις καθημερινές λεπτομέρειες. Με σεβασμό στο ιστορικό πλαίσιο, οι ήρωες είναι μεν αληθοφανείς για την εποχή (καλά, τόσο εξωπραγματικό για τα σύγχρονα δεδομένα!) αλλά σαφώς είναι πρόσωπα μυθιστορηματικά. Η μυθιστορηματική πλοκή βέβαια μπορεί να μοιάζει ακραία, έχει όμως αρχή, μέση, τέλος χωρίς να αφήνει ερωτηματικά ή μισοτελειωμένες ιστορίες∙ πιστός στο πνεύμα της εποχής, ο συγγραφέας αποδίδει «δικαιοσύνη»  σύμφωνα με τα πεπραγμένα κάθε ήρωα (τα «βυζαντινά αμαρτήματα» που λέει κι ο τίτλος) και η ουσία είναι ότι μεταφέρει τον μέσο αναγνώστη -πάντα κατά το δυνατόν- στην ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής, ενός άλλου πολιτισμού. Και λέγοντας «μέσο» αναγνώστη, εννοώ τον αναγνώστη που αναζητά περισσότερο την απόλαυση του κειμένου (χωρίς ωστόσο  να διαστρεβλώνονται τα ιστορικά στοιχεία), κι όχι τόσο την ιστορική ακριβολογία που απαιτεί η επιστήμη. Έτσι, προς διευκόλυνση, ο Καλπούζος διατηρεί το σημερινό χρονολογικό σύστημα, τα σημερινά μέτρα και σταθμά, ενώ διευκρινίζει κάποιους  βυζαντινούς όρους δίνοντας τη σημερινή αντίστοιχη ονομασία.

Όπως και σε άλλα του βιβλία (Ιμαρέτ, Εις τάν πόλιν, Σέρρα), ο συγγραφέας μπαίνει στην καρδιά της εποχής όπου τοποθετεί την πλοκή, συγκεκριμένα εδώ της βυζαντινής, διαλέγοντας ήρωες των οποίων ο ρόλος είναι καθοριστικός στην πορεία των γεγονότων , αλλά και χαρακτηριστικός της ιστορικής συγκυρίας. Η βυζαντινή εποχή, συγκεκριμένα ο 8ος αιώνας μ.Χ. είναι μια δύσκολη περίοδος για να έχει κανείς εποπτεία του όλου. Οι ανθρώπινοι τύποι και χαρακτήρες  αλληλοπλέκονται δίνοντας μια σύνθετη εικόνα απ’ όλο το κοινωνικό φάσμα της εποχής: εικονολάτρες, εικονομάχοι, βασιλικοί, δούλοι και σκλάβοι από σκλαβοπάζαρα, συνωμότες, πόρνες, μοναχοί, στυλίτες, προδότες, «μιμάδες» και «ορχηστρίδες» (ηθοποιοί και χορεύτριες) κ.α. Και οι περισσότεροι απ’ αυτούς δεν παρελαύνουν απλώς, αλλά ψυχογραφούνται με όλα τους τα πάθη, τις επιθυμίες, τις αδυναμίες, μικρές και μεγάλες αμαρτίες∙  τιμωρούνται/αυτοτιμωρούνται  ή ανταμείβονται.

Η πρώτη σκηνή του βιβλίου, βάζει τον αναγνώστη κατευθείαν στο κλίμα του θρησκευτικού και δογματικού φανατισμού της εποχής αλλά και σε περιέργεια. Οι δυο από τους τρεις πρωταγωνιστές, η Λυγινή και ο Υάκινθος,  έχουν συρθεί από τα μοναστήρια όπου ο καθένας είχε καταφύγει για δικούς του λόγους, διαπομπεύονται ως εικονόφιλοι μοναχοί στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης και αναγκάζονται να παντρευτούν με πολιτικό γάμο παρά τη θέλησή τους, μαζί με άλλα 200 περίπου  ζευγάρια καλόγερων και καλογριών. Ήδη έχει υπογραφεί η σύνοδος της Ιέρειας το754 μ.Χ που απαγορεύει τη λατρεία των εικόνων και πυροδοτεί το μυστικό κίνημα των εικονομάχων, που συσπειρώνονται σε μυστικές οργανώσεις και τιμωρούν ανελέητα όποιον παραβιάζει το νόμο.

Σε μια τέτοια μυστική οργάνωση δέκα ατόμων, τους «10 λέοντες» με αρχηγό τον πατρίκιο Φωκά, ανήκει κι ο Ροδανός, ο τρίτος πρωταγωνιστής, που επιπλέον κατέχει το «Ιερόν Στιχάριον», ένα ιερό κειμήλιο που προέρχεται από τα χρόνια του Χριστού και θα ήταν πολύτιμο τεκμήριο για τους εικονολάτρες. Επομένως ένα από τα ιερά καθήκοντα των «10 λεόντων», είναι να κρύψουν από τους εικονολάτρες αλλά και να διαφυλάξουν το Ιερόν Στιχάριον, εφόσον έχει απαράμιλλη ιερή αξία. Γενικότερα όμως, υπηρετούν την πολιτική του Λέοντα Γ΄ γιατί «οι εικόνες αποτελούν το πρόσχημα στην προσπάθεια να ισχυροποιήσουμε την πατρίδα και να βελτιώσουμε τις συνθήκες ζωής των υπηκόων της».  

Το ιστορικό πλαίσιο, ξεκινάει από την εποχή του εικονομάχου Κωνσταντίνου του Ε΄ του Κοπρώνυμου (γιου του πρώτου εικονομάχου Λέοντα του Γ΄), κυριαρχείται όμως από τα έργα και τις ημέρες της κρυφά εικονόφιλης Ειρήνης της Αθηναίας[2] («Σαρανταπήχαινας», γνωστής για την αναστήλωση των εικόνων), ορφανής που μεγάλωσε στην Αθήνα, της οποίας παρακολουθούμε ως φόντο την πορεία, από την εποχή που διαγωνίστηκε -σε εξυπνάδα και ομορφιά- για να γίνει σύζυγος του Λέοντα του Δ΄ το 769  και να βασιλεύσει άλλοτε σαν αυτοκράτειρα άλλοτε σαν αντιβασιλέας μέχρι την μονοκρατορία που επέβαλε και την αναστήλωση των εικόνων στη Νίκαια της Βιθυνίας το 787 μ.Χ. Παρακολουθούμε επίσης έμμεσα τις απειλές και τους πολέμους που διεξήγε σ’ αυτό το διάστημα η αυτοκρατορία ενάντια στους εχθρούς- γείτονές της (Βούλγαρους, Σλάβους, Άραβες). Μια περίοδος γεμάτη μυστικά, δολοπλοκίες και σκευωρίες για το ποιος θα επικρατήσει. Άλλωστε ο χώρος είναι άλλοτε η Κωνσταντινούπολη κι άλλοτε η Αθήνα, κι έτσι έχουμε την ευκαιρία να ξεναγηθούμε στον χώρο  και στον χρόνο, στις δυο αυτές σημαντικές της εποχής πόλεις. Παράλληλα, βλέπουμε τις απίστευτες κοινωνικές διαφορές, τη φτώχεια και τη μιζέρια δίπλα στα αξιώματα και τον πλούτο (συνάμα αντίκριζαν το σμάρι της φτωχολογιάς με μπαλωμένα ιμάτια, βρόμικα, ξεσχισμένα, κοντά, που άφηναν γυμνά τα καλάμια τους,/πολλοί άντρες πορεύονταν ξυπόλυτοι και ξεσκούφωτοι κλπ κλπ) , τους τρόπους διασκέδασης, τα παιχνίδια τους, τα… μπουρδέλα τους («μιμαρεία»), τους απίστευτους τρόπους διαπόμπευσης των μοιχαλίδων (κόψιμο μύτη, αφορισμός, διαπόμπευση στην αγορά, ακόμα και θάνατος), ενώ επιτρέπεται θεσμικά ο γάμος του άντρα με πολλές γυναίκες (παλλακεία).

Τρεις  είναι οι βασικοί άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η πλοκή: η μοναχική ζωή του Υάκινθου που για λόγους δικούς του αποφασίζει να ζήσει στην αρχή ως «πυλίτης» στην Πύλη του Αδριανού και στη συνέχεια ως «στυλίτης», απαρνούμενος κάθε τι το εγκόσμιο (και, περνώντας από τα χίλια μύρια κύματα αγιάζει)∙ ο μοιραίος και καταλυτικός έρωτας της -παντρεμένης με τον Υάκινθο, Λυγινής με τον Ροδανό, που ενδίδει αμέσως στα θέλγητρα του Ροδανού εφόσον με τον Υάκινθο ζουν ως «συνείσακτοι» ∙ και τέλος, η μυστική δράση της ομάδας των 10 λεόντων όπου ο Ροδανός έχει πρωτεύουσα θέση ως κάτοχος του «Ιερού Στιχαρίου». Κι ο μεν έρωτας είναι τόσο θυελλώδης που οδηγεί τη Λυγινή σε πολλαπλά «βυζαντινά αμαρτήματα», να μοιχεύσει, να γεννήσει και να εγκαταλείψει το παιδί της μέχρι και να συνοδεύσει στον πόλεμο τον Ροδανό υποδυόμενη τον άντρα, μέχρι και να εκπορνευτεί  όταν εκείνος την έδιωξε κλπ κλπ («κούρβα», «πολιτική», «σκηνική»), ενώ ο Ροδανός ασυγκράτητος εραστής αλλά και πολεμιστής (κατ’ εμέ ο άντρας είναι γεννημένος για τον πόλεμο, να μεθά στις φωτιές των κορμιών των γυναικών και να χορεύει λεβέντικους χορούς), βουτάει σε όλες τις αμαρτίες (φόνο, βασανισμό, παλλακεία, προδοσία) θυσιάζει τα πάντα για την ιδέα του για «την πατρίδα» με κόστος φρικτά βασανιστήρια από εκδίκηση, που του αλλοιώνουν το πρόσωπο. Πλήγμα μοιραίο και ειρωνικό: ο άνθρωπος που μάχεται την εικονολατρία με όλο του το είναι (και με αρκετά στιβαρά επιχειρήματα, δεδομένου ότι είχε λάβει σπάνια μόρφωση),  χάνει το μεγαλύτερο πόλο έλξης του «εράν», το «οράν» («λάτρεψες την ομορφιά σου και συνάμα πολέμησες τις εικόνες. Εκείνες αναστηλώθηκαν ενώ η δική σου καταστράφηκε…»/ «γκρεμίστηκε ο έσω και ο έξω κόσμος μου. Η εξωτερική εικόνα υπέσκαψε την εσωτερική»/«ο έρωτας πέθανε μαζί με το πρόσωπό μου. Εκ του οράν το εράν»).

Ο φανατισμός, οι ίντριγκες, οι τιμωρίες, τα μαστιγώματα, οι βασανισμοί και οι εκβιασμοί εκατέρωθεν  (και από εικονομάχους και από εικονολάτρες) εκδηλώνονται με αδιανόητο για τη σημερινή εποχή τρόπο: η τύφλωση είναι μέσα στα πρώτα και πιο ανώδυνα μέτρα ποινής ή εξουδετέρωσης του εχθρού (μαθαίνουμε ότι η μονοκρατόρισσα Ειρήνη  τύφλωσε μέχρι και τον γιο της αλλά και πάρα πολλά μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας τυφλώθηκαν ως τιμωρία για την προσπάθεια σφετερισμού της εξουσίας). Γλωσσοκοπήσεις, καυλοκοπήσεις, μαστιγώματα  αλλά και αποκεφαλισμοί είναι τρόποι εκδίκησης μέσα στο ημερήσιο πρόγραμμα, αλλά και απίστευτα μαγικά φίλτρα, απίθανες δοκιμασίες και ιεροτελεστίες μύησης, κωδικοποιημένα μηνύματα, φέρνουν τους ανθρώπους σε μυστικές συνεννοήσεις. Μέσα από τρομερά νατουραλιστικές περιγραφές η φρίκη και η διαφθορά συμπλέκονται, με αποκορύφωμα τη μυστική τελετή «μαγική λαμπάδα», στην οποία κατέφυγε ο Ροδανός για να αποκαταστήσει τη χαμένη του ομορφιά.

Καθώς περνούν τα χρόνια κι οι ήρωες ωριμάζουν, ο καθένας παίρνει το δρόμο του έχοντας αποκτήσει μεγαλύτερη αυτοσυνειδησία και υπευθυνότητα. Δεν είναι τυχαίο που στις τελευταίες σελίδες οι κύριοι ήρωες προβαίνουν σε εξομολογήσεις και αμοιβαίες συγνώμες από βάθους καρδιάς, κλείνοντας μεγάλους κύκλους «βυζαντινών αμαρτημάτων». Κι ο Ροδανός, ο πιο σκοτεινός και αποτρόπαιος, ο πιο παθιασμένος και ακραίος χαρακτήρας  που βούτηξε σ’ όλα τα «αμαρτήματα» όπου μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη ψυχή, εκφράζει μια μεγάλη αλήθεια, που θαρρώ είναι και το πιο βαθύ σημείο που μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη συνείδηση για να αντέξει τα σκοτάδια της ύπαρξης:

Μόνη ελπίδα σ’ ετούτη τη σύρραξη είναι να είσαι ολόφωτος.

 Χριστίνα Παπαγγελή

[1] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CF%87%CE%AF%CE%B1

[2] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%B9%CF%81%CE%AE%CE%BD%CE%B7_%CE%B7_%CE%91%CE%B8%CE%B7%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CE%B1

Πέμπτη, Οκτωβρίου 08, 2020

Η πιο πολύτιμη πραμάτεια. Ένα παραμύθι Jean-Claude Grumberg

 Ορίστε, αυτό είναι το μόνο πράγμα που αξίζει να υπάρχει

στις ιστορίες και στην αληθινή ζωή.

Η αγάπη,

η αγάπη που δίνουμε στα παιδιά, τα δικά μας και των άλλων.

Η αγάπη που κάνει, παρόλα όσα υπάρχουν και δεν υπάρχουν,

η αγάπη που κάνει τη ζωή να συνεχίζεται.

 Αυτό είναι το τέλος αλλά και το απόσταγμα της σύντομης αυτής ιστορίας, σκληρής κι αληθινής, που μας δίνεται από τον Γκρανμπέρ σε μορφή παραμυθιού. Γιατί σκληρή είναι κάθε ιστορία που αναφέρεται στη μεταφορά των Εβραίων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, με τα τρένα που όπως ξέρουμε ξεκινούσαν απ’ όλες τις χώρες της Ευρώπης ως «εμπορικά», μεταφέροντας «πραμάτειες».

Όμως δεν είναι το ύφος του παραμυθιού που κάνει πιο ανάλαφρη την τραγική αυτή ιστορία του πατέρα  που, με κόστος εκτός των άλλων το μίσος της γυναίκας του, "αναγκάζεται" από την απελπισία να πετάξει σαν ανεπιθύμητο δέμα το ένα από τα δυο δίδυμα νεογέννητά του έξω από το παράθυρο του τρένου, καθώς αυτό διέσχιζε από το στρατόπεδο του Ντρανσύ την Γαλλία για να φτάσει στην Γερμανία.

Ο συγγραφέας, γιος και εγγονός Εβραίων που εκτοπίστηκαν  από το συγκεκριμένο στρατόπεδο εμπνεύστηκε από τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα για να δώσει ένα παραμύθι για μεγάλους, με φτωχό-ξυλοκόπο-που-δεν είχε-παιδιά, με γυναίκα-που θέλει-να κάνει-παιδιά, με φτώχεια, άγνοια και καρτερία. Αδρές γραμμές χωρίζουν το καλό απ το κακό όπως γίνεται συνήθως στον μυθικό λόγο, υπάρχουν όμως μεταστροφές, και μέσα απ’ τον πόνο και τις δυσκολίες προβάλλει πολλή-πολλή, απλή, φυσική και μεταφυσική αγάπη.

 Χριστίνα Παπαγγελή

Παρασκευή, Οκτωβρίου 02, 2020

Το κουαρτέτο του Χάρλεμ, James Baldwin («Just above my head»)

 Η αγάπη δεν βρίσκεται στο έλεος του χρόνου και δεν αναγνωρίζει τον θάνατο,

η αγάπη κι ο θάνατος είναι δυο ξένοι.

Όσο γερασμένο, τσακισμένο ή σημαδεμένο κι αν είναι το πρόσωπο που αγαπάς,

πάντα θα κρύβει το πρόσωπο του παιδιού που ήταν κάποτε

–και που θα είναι πάντοτε για σένα.

Είναι το πρώτο βιβλίο που διάβασα του διάσημου Αφροαμερικανού συγγραφέα[1], που εκτός από μυθιστοριογράφος ήταν και θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος, δοκιμιογράφος, ποιητής και ακτιβιστής. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες είναι αισθητή η πολύπλευρη προσωπικότητά του, καθώς και η ιδιοφυής και χαρισματική γραφή του, νιώθεις παράλληλα γιατί είναι τόσο σημαντικός και διάσημος ο συγγραφέας αυτός. Άλλωστε, διαβάζοντας το πλούσιο βιογραφικό του καταλαβαίνουμε ότι παρόλα τα δύσκολα παιδικά χρόνια (φτώχεια, ρατσισμός, κακοποίηση, ομοφυλοφιλία κλπ) ο Μπάλντουιν είχε το θάρρος, την ευαισθησία και το πάθος να εκφράσει και να αγωνιστεί για τα προβλήματα των φυλετικών-σεξουαλικών-ταξικών διακρίσεων, της ομοφυλοφιλίας και γενικότερα του κοινωνικού ρατσισμού, να υπερασπιστεί τα πολιτικά και ανθρώπινα δικαιώματα σε μια δύσκολη για τους μαύρους εποχή, και θαυμάζουμε το απίστευτο εύρος των ενδιαφερόντων και της ακτιβιστικής του δράσης.

Αρχικά θα έλεγε κανείς ότι το «Κουαρτέτο του Χάρλεμ» είναι οικογενειακή ιστορία, με κύριο πρωταγωνιστή τον Άρθουρ Μοντάνα, έναν χαρισματικό τραγουδιστή γκόσπελ[2] από το Χάρλεμ («αυτοκράτορας της Σόουλ» αναδείχτηκε προς το τέλος), που ουσιαστικά τον παρακολουθούμε από μικρό παιδί μέχρι τον θάνατό του σε πολύ νεανική ηλικία, 39 ετών. Ο αφηγητής είναι ο αδερφός του, Χαλ, κατά 7 χρόνια μεγαλύτερος, που με απίστευτη ευαισθησία και σπάνια αδερφική αγάπη παρακολουθεί την τεθλασμένη πορεία του Άρθουρ και της παρέας του (του περίφημου κουαρτέτου: Κόκκινου, Τραγανού και Φιστίκη, όλα παρατσούκλια), με τάσεις προστατευτικές και με έκδηλη ανησυχία για το επισφαλές μέλλον, μια και ο ρατσισμός στα μέσα του 20ου αιώνα ζει και βασιλεύει (στα χρόνια που μεγάλωσα, τα πάντα -τα πάντα!- μπορούν ν’ αλλάξουν σε κλάσματα δευτερολέπτου), ιδιαίτερα στις νότιες επαρχίες των ΗΠΑ. Καθώς ξεδιπλώνονται οι σχέσεις και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, βλέπουμε σε δεύτερο πλάνο και μια άλλη φιλική οικογένεια  των οποίων τα παιδιά, Τζούλια και Τζίμι, δρουν καταλυτικά στον ψυχισμό των δυο βασικών συμπρωταγωνιστών.

Αυτό είναι το πλαίσιο, αλλά αυτό που εντυπωσιάζει δεν είναι τόσο η «πλοκή», όσο η ατμόσφαιρα∙  πλούσια συναισθήματα με πολλές αποχρώσεις -μέσα σε συνθήκες ακραίες, υψηλή ενσυναίσθηση, βαθιά αγάπη και φιλία, έρωτας, πένθος. Και η ερωτική επικοινωνία όπου και όπως εκφράζεται, που υπογραμμίζεται από το λυρισμό και τους στίχους των γκόσπελ και τις παρατηρήσεις του αφηγητή πάνω σε λεπτά ζητήματα τέχνης και αισθητικής, ζητήματα που δεν αγγίζουν τον νου αλλά την καρδιά. Ατμόσφαιρα μελαγχολική και νοσταλγική, όπως τα τραγούδια γκόσπελ, που όμως υμνούν τη ζωή, την αγάπη και τον έρωτα. Παράλληλα θίγονται θέματα καυτά όσο αφορά τις κοινωνικές ανισότητες και τον ρατσισμό ενάντια στους μαύρους και τους ομοφυλόφιλους.

Το σκάνδαλο του θανάτου, του θανάτου του αγαπημένου του αδερφού είναι η πρώτη εικόνα που μάς παραθέτει ο Χαλ∙ για την ακρίβεια μάς περιγράφει την αποφράδα στιγμή που εκείνος έμαθε ότι ο Άρθουρ βρέθηκε νεκρός στην τουαλέτα ενός ξενοδοχείου στο Λονδίνου, μέσα σε μια λίμνη αίματος. Η βαθιά ταραχή της ψυχής που δεν μπορεί να συλλάβει το αδιανόητο (όλες οι απαντήσεις μένουν αναπάντητες, όλες οι ερωτήσεις είναι ακατάληπτες, όταν βρίσκεσαι αντιμέτωπος με ένα γεγονός πιο αδιανόητο ακόμα κι από τον δικό σου θάνατο. Γιατί είναι ο δικός σου θάνατος, που συμβαίνει πέρα απ’ τα όρια της φαντασίας σου) φαίνεται όχι μόνο άμεσα αλλά και έμμεσα, από τις εμμονικές επαναλήψεις της ταραγμένης ψυχής. Ο χείμαρρος συναισθημάτων εναλλάσσεται με τις τύψεις που νιώθουμε συνήθως απέναντι στο αγαπημένο πρόσωπο που φεύγει οριστικά, για όσα δεν κάναμε, δεν προλάβαμε, δεν έφτασαν σε κείνο.

Αυτή η πικρή γεύση του τέλους φορτίζει τον Χαλ, που δυο χρόνια αργότερα αποφασίζει να γράψει αυτήν την -τραγική- οικογενειακή ιστορία, ιστορία που συνοψίζει όλη την τραγική ζωή των μαύρων της Νέας Υόρκης. Θέλει να εκφράσει την αλήθεια για τον αδερφό του, να μην την κουκουλώνει πια, να διαφυλάξει τη μνήμη του. Την ιστορία του αδερφού του, τον οποίο όχι μόνο αγάπησε παράφορα  παρόλο μερικές φορές μού την έδινε τόσο, που μου ερχόταν να τον πνίξω απ’ τα νεύρα μου. Έκανε τόσο δύσκολη τη ζωή του!), αλλά που του επέτρεπε να βλέπει καθαρά και τον ίδιο του τον εαυτό.

Έχουμε επομένως αναδρομική αφήγηση, αλλά με αναστοχασμούς ενδιάμεσα, ενός προσώπου που πάσχει να βάλει σε τάξη τις αναμνήσεις και τις σκέψεις του, που εμπλέκεται συναισθηματικά, ωριμάζει και εντέλει ίσως είναι και σημαντικότερο πρόσωπο από τον ίδιο τον Άρθουρ. Γιατί ο αφηγητής Χαλ όχι μόνο περιγράφει τα απίστευτα πάθη του Άρθουρ και της Τζούλια, έχει επομένως την ευαισθησία να διακρίνει τις δυο αυτές άπιαστες προσωπικότητες, αλλά πάσχει μαζί τους και αποδεικνύει άμεσα και έμμεσα ότι έχει τη δύναμη να καταλάβει, να αγκαλιάσει, να συγχωρέσει κάθε ανθρώπινη αδυναμία/στραβοπάτημα/αντίφαση, γιατί είναι φανερό ότι αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η αλήθεια της ανθρώπινης ψυχής. Του Άρθουρ, της Τζούλια, του Τζίμι.

 Τζούλια

Τότε δεν μπορούσα φυσικά να ξέρω ότι, κάποια στιγμή, χρόνια μετά,

θα εγκατέλειπε τον άμβωνα, θα γινόταν πόρνη και, αργότερα,

ερωμένη ενός Αφρικανού φυλάρχου στο Αμπιτζάν.

Οι δυο οικογένειες είχαν πολύ στενούς δεσμούς μεταξύ τους αρχικά, γιατί και ο Άρθουρ τραγουδά από 11 χρονών στην εκκλησία ξεσηκώνοντας τους πιστούς, αλλά και η Τζούλια ήταν παιδί-θαύμα: ήταν παιδί-ιεροκήρυκας (!), «δέχτηκε το κάλεσμα» στην ηλικία των 7 χρονών και συνέχισε μέχρι τα δεκατέσσερα. Είχε δηλαδή το χάρισμα του κηρυγματικού λόγου, με όσες δεισιδαιμονίες μπορεί να συνεπάγεται αυτό (όταν π.χ. αρρώστησε βαριά η μητέρα, δεν πήγαιναν στο νοσοκομείο πιστεύοντας ότι θα την σώσει ο λόγος του θεού). Ήταν ένα αντιπαθέστατο κοριτσάκι με αναμφισβήτητο ταλέντο, όμως υπεροπτικό και κακομαθημένο που έσερνε τους δικούς του απ’ τη μύτη, όπως κακομαθημένο και γκρινιάρικο ήταν και το πολύ μικρότερο αδερφάκι της, ο Τζίμι. Έτσι, τα συναισθήματα αντιπάθειας του Χαλ (και όλων της οικογένειας, λίγο-πολύ) προς την οικογένεια Μίλλερ ήταν βαθιά και δικαιολογημένα (η Έιμι και ο Τζόελ μ’ έκαναν να βαριέμαι μέχρι θανάτου, η Τζούλια ήταν σαλεμένη και μου έσπαγε τα νεύρα με τα καμώματά της. Μόνο για τον Τζίμι νοιαζόμουν λιγάκι, αλλά και πάλι μόνο επειδή ήταν μικρό παιδί).

Επειδή όμως η αναδρομική αφήγηση διακόπτεται από αναφορές στο παρόν, γρήγορα εμείς οι αναγνώστες μαθαίνουμε ότι στο σήμερα υπάρχει ακόμα, όχι μόνο επικοινωνία με την Τζούλια αλλά και βαθύς δεσμός (σελ.40: «μια σχέση αληθινής ελευθερίας και αγάπης που γεννήθηκε μέσα από πάθη και δοκιμασίες»). Η Τζούλια του σήμερα είναι μια γυναίκα όμορφη, με μια ομορφιά που τη βλέπεις μόνο στα πρόσωπα όσων έχουν υποφέρει τόσο πολύ, ώστε κανένας πόνος πλέον δεν τους ξαφνιάζει. Είναι μια ομορφιά τρομακτική, επειδή δεν μπορείς να την αρνηθείς, αλλά ούτε και να την κατανοήσεις/είχε μάθει τόσο καλά τι θα πει φόβος, που πλέον ήταν πολύ δύσκολο να φοβηθεί ξανά. Είχε μάθει τι θα πει να ανήκεις σε κάποιον άλλο, πολύ πριν τολμήσει να ονειρευτει καν τι θα πει αγάπη. 

Η μεταστροφή είναι καθολική, καθώς και η μεταστροφή των συναισθημάτων της οικογένειας Μοντάνα απέναντί της. Και το ενδιαφέρον του αναγνώστη κορυφώνεται.

Λίγο μετά τον θάνατο της μητέρας της ένα βαρύ πλέγμα συναισθημάτων την οδήγησε  στο να παρατήσει τον άμβωνα (έχασα την πίστη μου… Δεν πιστεύω πια, δεν πιστεύω…), παρά την θέληση και τη μωροφιλοδοξία του πατέρα της που επέμενε να την «προωθήσει», γιατί νόμιζε ότι είχε βρει τη χήνα με τα χρυσά αυγά. Το τελευταίο της κήρυγμα στην ηλικία των 14 χρόνων («τακτοποίησε τα του οίκου σου») σηματοδοτεί την «κατρακύλα» της Τζούλια: η Τζούλια είχε γίνει  σκιά του εαυτού της, όμως ο θάνατος αρνούνταν να επιλέξει εκείνη αντί για τη μητέρα της. Από κει και πέρα σηκώνει έναν πολύ βαρύ σταυρό, που απλώνεται από σεξουαλική και σωματική κακοποίηση από τον πατέρα («κάθε άντρας θέλει να κάνει την κόρη του γυναίκα»), εκβιασμό, μέχρι εγκυμοσύνη/αποβολή, πορνεία, αγώνα επιβίωσης ενώ τη βασανίζει το  αίσθημα ευθύνης απέναντι στον εξαφανισμένο αδερφό της που τη σιχαίνεται, τον Τζίμι. Έχουμε δηλαδή μια απίστευτη ιστορία δύναμης, ψυχικού θάρρους αλλά και βαθιάς αγάπης προς πατέρα και αδερφό, που τη λυτρώνει και την κάνει  σοφή και τρυφερή.

Δεν γίνονται βέβαια όλα αυτά γνωστά παρά πολύ χρόνια αργότερα, όπως κι εμείς οι αναγνώστες τα μαθαίνουμε αργά και σταδιακά, μέσα απ’ την αφήγηση του Χαλ. Γιατί όταν η παρέα ανταμώνει μετά από χρόνια, η αλλαγή της Τζούλια είναι απίστευτη: πολύ αδύνατη, μαυροφορεμένη με τακούνια, με αλλόκοτη και απερίσκεπτη γενναιότητα/ψηλόλιγνο, φλεγόμενο, μαυροφορεμένο κορίτσι/σαν να μην είχε ηλικία/ο Άρθουρ διέκρινε εκείνο το τρομαγμένο πείσμα που αποτελεί το κλειδί τηςομορφιάς/ο τρόμος την έκανε αληθινή.

Η επανασύνδεση της Τζούλια με τον Τραγανό, τον Άρθουρ, και πολύ αργότερα με τον Χαλ, της δίνει τη δύναμη να λυτρωθεί από τα θηρία που την καταδυναστεύουν, που δεν είναι άλλα από την τρέλα, την απόγνωση, τον θάνατο. Αυτό που την κρατάει ζωντανή, όπως εκμυστηρεύεται, είναι η υπόσχεση που έδωσε στη μητέρα ότι θα προσέχει τον αδερφό της. Προς το παρόν όμως υποφέρει σιωπηλά (προς το παρόν, αυτή είναι η ζωή μου). Κι αυτό που διαφοροποιεί αυτήν την ιστορία από τις συνήθεις ιστορίες εκμετάλλευσης και κακοποίησης πατέρα προς κόρη είναι ότι ενώ πεθαίνει καθημερινά από αγωνία, τρόμο και αντιφατικά συναισθήματα, προστατεύει και τον πατέρα και τον αδερφό με τη σιωπή της∙ στιγμές στιγμές νιώθει συνένοχη, αλλά ενώ είναι έτοιμη να το βάλει στα πόδια και να φωνάξει, ήξερε πως, αν συνέχιζε να φωνάζει, θα έπαιρναν τον πατέρα της μακριά της και θα τον έχανε. Έτσι οι φίλοι της νιώθουν ότι έχουν να κάνουν μ’ ένα αίνιγμα, ένα γρίφο. 

Ο έρωτας με τον Τραγανό, στον οποίο εκφράζει με υπαινιγμούς τα μαρτύριά της, τη λυτρώνει. Μα και με τον Άρθουρ έχει βαθιά επικοινωνία, αν και δεν μπορούσαν να γκρεμιστούν τα τείχη που η Τζούλια ύψωνε ανάμεσά τους (Άρθουρ: ήταν ένα μυστήριο, ένα πολύ βασανιστικό κι ευχάριστο μυστήριο, που το μυαλό του δεν μπορούσε να το αγνοήσει, αλλά ούτε και να το κατανοήσει). Όταν όμως τα γεγονότα κορυφώνονται, η φρικτή αλήθεια γίνεται γνωστή σε όλους, πρώτα στη μαμά των Μοντάνα, τη Φλόρενς (Μαμά Μοντάνα, μαμά Μοντάνα! Έλα γρήγορα σε παρακαλώ, τρέξε, πεθαίνω).

Ο Χαλ αργεί να δει τη μεταμόρφωση της Τζούλια γιατί λείπει στον πόλεμο στην Κορέα (ο συγγραφέας δεν δίνει λεπτομέρειες για τα βιώματα των ηρώων σ’ αυτόν τον πόλεμο). Μαθαίνει τα νέα της από τους τρίτους κι όταν πια την επισκέπτεται καταπλήσσεται. Είναι πλέον μια γυναίκα που έχει βρει τον εαυτό της, φωτεινή κι ευάλωτη, αληθινή και συνειδητή. Έρχονται τόσο κοντά που ξεκινά αργά και σταδιακά μια σχέση αγάπης και έρωτα που θα τον βασανίσει για χρόνια (ήταν κάτι τρυφερό και τρομακτικό συνάμα).

Αυτό που δίνεται όμως αριστοτεχνικά, και είναι και η αιτία που επιμένω τόσο στην παρουσίαση τη ιστορίας της Τζούλια είναι ότι αποδίδεται με λεπτομέρεια, βιωματικά και αβίαστα, το βαθύ αίσθημα αγάπης που διαποτίζει την Τζούλια και την έκανε να νικήσει τους δαίμονές της. Όπως συνειδητοποιεί και ο Χαλ, αργότερα βέβαια, η «χαλύβδινη αποφασιστικότητά της να μην καταδικάσει τον πατέρα της», οφειλόταν στο ότι έτσι προστάτευε και τον αδερφό της (που ήταν πολύ μικρός και δεν ήθελε να μάθει για την κακοποίηση) αλλά υπήρχε κι ένα είδος ενσυναίσθησης (το ξέρω ότι φοβάται. Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημά του, ότι πάντα φοβόταν). Δεν λέει ποτέ κακό για τον βασανιστή της, αλλά η πιο μεγαλειώδης ήταν η φράση της που αφορούσε τον Τραγανό, στον οποίο ποτέ δεν αποκάλυψε ότι ήταν δικό του το παιδί που απέβαλε:  «Δεν ήθελα να το εκμεταλλευτώ αυτό για να τον κάνω να νομίζει ότι μ’ αγαπούσε» (σχόλιο Χαλ: Δεν κατάλαβε ότι αποκάλυψε πολύ περισσότερα από όσα είπε/ Η Τζούλια μού είχε μόλις πει ότι ήξερε πως μπορεί να νοιαζόταν για τον Τραγανό περισσότερο από ό, τι θα νοιαζόταν ποτέ ο Τραγανός γι’ αυτήν, και μου είχε πει επίσης πόσο πολύ αγαπούσε -ή είχε αγαπήσει- τον πατέρα της»).

Γιατί όταν η Τζούλια γίνεται ο «εαυτός της», η ώριμη Τζούλια, είχε ένααν βαθύ, σχεδόν παθολογικό φόβο μήπως προκαλέσει πόνο σε κάποιον.

 Αγάπη-έρωτας

Αυτό είναι που κάνει ο ένας εραστής για τον άλλο,

βρίσκοντας το θάρρος να απογυμνωθεί,

προσφέροντας στον άλλον τη δύναμη

να μην κρατήσει τίποτα κρυφό

Παρά τη ζοφερή ατμόσφαιρα και τις δύσκολες περιστάσεις, το βιβλίο είναι διαποτισμένο από το συναίσθημα, ένα συναίσθημα φωτεινό και θετικό, έρωτα, αγάπης, επικοινωνίας, κατανόησης. Αγάπη στον αδερφό, στον πατέρα, πατέρα προς γιο, αγάπη προς τον φίλο, αγάπη στην ερωμένη ή στον εραστή… Βαθιά και διεισδυτική κι όχι δεδομένη, αγάπη στο συγκεκριμένο πρόσωπο, γι’ αυτό που είναι, μ’ όλες τις αντιφάσεις που συνεπάγεται η βαθιά αγάπη (οι πιο άγνωστοι άνθρωποι είναι εκείνοι που έχουμε γνωρίσει κι έχουμε αγαπήσει/Οι άνθρωποι που γνωρίζουμε λιγότερο απ’ όλους είναι εκείνοι τους οποίους αναγνωρίζουμε όχι με τις αισθήσεις μας αλλά με την ψυχή μας –οι άνθρωποι δηλαδή που είναι τελείως απαραίτητοι για το ταξίδι μας στη ζωή).  Οι σκηνές του έρωτα είναι καταπληκτικές σ’ όλο το βιβλίο (ακόμα και οι σκηνές του βιασμού), όχι μόνο γιατί η περιγραφή είναι πολύ ζωντανή, αλλά γιατί  εντάσσονται σ’ όλο το συναισθηματικό κλίμα και αποτελούν την κορύφωση δυο ψυχών που συναντιούνται, με όλες τις υποδηλώσεις και τις συνυποδηλώσεις, με τις αγωνίες, τις σιωπές, τις ανασφάλειες, τις χαρές που συνοδεύουν την ερωτική πράξη. Μα αυτό που ορίζει την ερωτική επικοινωνία δεν είναι το σεξ (αν και οι σεξουαλικές σκηνές είναι μοναδικές), αλλά αυτό που κάνει ο ένας εραστής στον άλλον είναι το θάρρος να απογυμνωθεί, προσφέροντας στον άλλον τη δύναμη να μην κρατήσει τίποτα κρυφό. Και πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ο συγγραφέας εστιάζει στο συναίσθημα, άλλωστε οι ήρωες είναι έφηβοι/νέοι και γυρεύουν τη συναισθηματική πλήρωση, είναι άνθρωποι με ανησυχίες και έντονη δράση.

 Η ιστορία μου είναι τραγούδι αγάπης για τον αδερφό μου

Κανείς δεν ξέρει πολλά πράγματα για τη ζωή του άλλου.

Και η άγνοια αυτή γίνεται ακόμα πιο έντονη όταν αγαπάς κάποιον.

Ας μην ξεχνάμε όμως ότι η όλη αφήγηση ξεκίνησε από την ανάγκη του Χαλ να εκφράσει το πένθος για τον πρώιμο θάνατο του Άρθουρ. Τον αδερφό στον οποίο τρέφει μια παθολογική αδυναμία και λατρεία (η φωνή του είναι παντού, μα ούτε αυτή μπορεί να γεμίσει τον χώρο που γέμιζε ο Άρθουρ με τις κινήσεις του και με το περπάτημά του, με τους αναστεναγμούς και τις κουβέντες του, τον χώρο που γέμιζε όταν κλαψούριζε και έκλαιγε και θρηνούσε, κι όταν γελούσε). Του μυστήριου, μοναχικού, χαρισματικού Άρθουρ, που κάποια στιγμή στα 13 του αντιλήφθηκε, με επίπονο τρόπο, ότι νιώθει ερωτική έλξη για τους άντρες, και στην ίδια ηλικία αναφώνησε γελώντας «Τελικά, μάλλον πρέπει να ζήσω τη ζωή που τραγουδάω στα τραγούδια μου». Είναι το1957, η εποχή της πρώτης του εμφάνισης, που σχηματίζεται το περίφημο κουαρτέτο «οι Σάλπιγγες της Σιών», εποχή που σηματοδοτεί την είσοδο του Άρθουρ σ’έναν κόσμο σκληρό (ποτά, χασίς, γυναίκες/άντρες, μαριχουάνα) και σ’ έναν αγώνα δύσκολο εφόσον εγκαινιάζει μια σειρά συναυλιών για τα πολιτικά δικαιώματα, σε μια κοινωνία όπου το ξύλο, οι κραυγές και οι προσευχές ακούγονταν από το Μισισίπι μέχρι το Χάρλεμ.

Είναι λοιπόν δικαιολογημένη η ανησυχία του μεγάλου αδερφού, γιατί ο Χαλ έβλεπε τον τρόπο με τον οποίο σπαταλιόταν ο Άρθουρ, έβλεπε πόσο δεν ευχαριστιόταν με τίποτα και άντεχε τα πάντα, ότι βυθιζόταν στη μοναξιά γιατί είχε μάθει να ζει μ’ αυτήν, και δεν ήταν σε θέση να προστατέψει τον εαυτό του (μπορούσε να τραφεί με τη σιωπή της πέτρας). Αλλά και η στάση του πράου και συνετού πατέρα τους, Πολ (μουσικός κι αυτός, πιανίστας), ήταν σοφή: δεν ενθάρρυνε ιδιαίτερα τον Άρθουρ στο τραγούδι(δεν τον αποθάρρυνε κιόλας), γιατί καθώς εξομολογήθηκε στον Χαλ  που τον ρώτησε ποιο είναι το πρόβλημά του αν ο Άρθουρ ασχοληθεί με τη μουσική, απάντησε «κανένα πρόβλημα δεν υπάρχει, εκτός απ’ το ότι αυτό το πράγμα θα τον ξεκάνει. Αυτό το πράγμα, φίλε, θα τον κάνει κομμάτια, θα τον διαλύσει». Και βέβαια,  δεν έπεσε έξω… ενώ συνέχισε, δίνοντας μια από τις πιο βαθιές σκέψεις για τα γκόσπελ:

«Η μουσική μπορεί να γίνει τραγούδι, όπως πάντα γεννιέται από μια κραυγή. Αυτό είναι όλο. Μπορεί να είναι το κλάμα ενός νεογέννητου παιδιού, η στριγκιά φωνή του χοίρου όταν τον σφάζουν ή το αγκομαχητό ενός άντρα που του μπήγουν το μαχαίρι στα αχαμνά. Κι ο ήχος αυτός είναι παντού. Υπάρχουν άνθρωποι που σπαταλάνε ολόκληρη τη ζωή τους παλεύοντας να πνίξουν αυτόν τον ήχο».

Μα κι ο ίδιος ο Άρθουρ πολύ μικρός συνειδητοποιεί ότι όταν τραγουδάς, δεν μπορείς να τραγουδάς έξω απ’ το τραγούδι. Κι όλο το πάθος που νιώθει όταν από πολύ μικρός τραγουδά, εκφέροντας  τους υπέροχους στίχους που κι εμείς απολαμβάνουμε, διαισθάνεται ότι το πάθος αυτό θα το ζήσει στη ζωή του με καημό και δάκρυ («πρέπει να ζήσω τη ζωή που τραγουδάω στα τραγούδια μου»). Τα γκόσπελ, ως θρησκευτικοί ύμνοι, μεταφέρουν έντονα συναισθήματα, δέος, έκσταση: οι νέγροι τραγουδούν τα γκόσπελ όπως κανείς άλλος επειδή δεν τραγουδούν τα γκόσπελ –καταλαβαίνετε, ελπίζω (…) δε μιλάει για πράγματα αλλότρια: μιλάει για πράγματα που συνέβησαν σήμερα στον ίδιο και θα συμβούν αύριο σε σένα.

Μαθαίνουμε ακόμα, πολύ πρώιμα σε σχέση με τον κύριο σκελετό της γραμμικής αφήγησης  (που όπως είπαμε ξεκινά από τα παιδικά χρόνια) ότι ο Τζίμι αγαπούσε παράφορα τον Άρθουρ και το πένθος του για τον νεκρό εραστή του είναι πολύ βαρύ.

 Στο πρώτο τους ταξίδι στον Νότο έχουν κι ατζέντη, τον αχώνευτο Γουέμπστερ. Έχουμε την ευκαιρία να ταξιδέψουμε μαζί με το κουαρτέτο στο Τενεσί  (Νάσβιλ), Μπέρμινχαμ  (Αλαμπάμα), Ατλάντα, Ουόσινγκτον (αργότερα), βλέποντας τις διαφορετικές συμπεριφορές των νότιων αυτών πολιτειών απέναντι στους μαύρους. Στο ταξίδι ο Άρθουρ θα γνωρίσει και τον πρώτο, παρθενικό, βαθύ έρωτα στο πρόσωπο του Τραγανού (κι εδώ o Baldwin δίνει από τις πιο ωραίες ερωτικές προσεγγίσεις). Η Κορέα τούς απομακρύνει οριστικά, για να βυθιστεί ο Άρθουρ σε μια παράξενη μοναξιά, μην έχοντας δίπλα του ούτε τον αδερφό του, το μόνο ίσως άτομο απόλυτης εμπιστοσύνης.

Στη νέα περιοδεία στο Νότο, ατζέντης του Άρθουρ είναι ο Χαλ. Το ενδιαφέρον σ’ αυτό το επεισόδιο του βιβλίου δεν είναι μόνο γεωγραφικό αλλά και ιστορικό και ανθρωπολογικό. Προβλήματα ασφάλειας που στη Νέα Υόρκη ούτε μπορούσαν να τα φανταστούν. Η συγκέντρωση στο Μπέρμινχαμ της Αλαμπάμα(«η πιο αποκρουστική πόλη») ήταν για να «βγάλουν τα παιδιά τους από την φυλακή», αλλά η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη και καταλήγει σε σύγκρουση. Στην Ατλάντα τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα (είναι τρομακτικό να σκέφτεσαι πόσες συγκεντρώσεις είχε κάνει η Κου Κλουξ Κλαν εδώ γυρω, καθώς και τι επεδίωκε να πετύχει). Τρώνε ξύλο, τραγουδούν μέσα στην εκκλησία με τον φόβο στο στόμα, ενώ στο τέλος της εκδήλωσης ο Φιστίκης (ο πιο πολιτικοποιημένος) έχει εξαφανιστεί (ακόμα κι αν ήταν φόβος αυτό που ένιωθα, ήταν ένας φόβος αλλιώτικος, ο φόβος της τρέλας, ο φόβος ότι, ανά πάσα στιγμή, μπορεί να πεταγόταν από μέσα μου κάτι τόσο βίαιο όσο ένας σεισμός, τόσο ολέθριο όσο ένας λοιμός). Δεν τον ξαναείδανε ποτέ, και η εξαφάνιση αυτή τους «έκανε κομμάτια».

Δεν έχει καμιά σημασία τι ξέρουν οι λευκοί και τι όχι.

Το μόνο που μετράει είναι τι κάνουν –κι ο μαύρος ξέρει καλά τι θα κάνουν:

Ή θα τον σκοτώσουν ή θα τον αφήσουν να πεθάνει.

Στα ταξίδια του ο Άρθουρ, και όσοι τον συνοδεύουν, αναμετριούνται με την ιστορία. Καναδάς, Βορράς, Νότος, Ευρώπη. Ο καθένας, όπως λέει κι ο Χαλ θα προτιμούσε να ζήσει τη ζωή του χωρίς να χρειάζεται να παλεύει με την Ιστορία. Γιατί η ρατσιστική βία είναι παρούσα, σε άλλες περιοχές λιγότερο και σε άλλες απροκάλυπτα, κι έχει πολλές μορφές και πολλά συμπτώματα (δεν μπορούσε να καταλάβει για ποιο λόγο προσπάθησα να τον σκοτώσω/διόλου δεν θα με πείραζε να μην καθίσω ποτέ στο ίδιο τραπέζι με τους λευκούς).

Σε κάποιες περιοχές φοβούνται πράγματι για τη ζωή τους, και συνειδητοποιούν ότι τίποτα, μα τίποτα δεν έχει για κάποιους ανθρώπους σημασία γιατί το μόνο που μετρούσε ήταν ότι ήταν μαύροι «σε τούτη τη χώρα που τόσο πολύ αγάπησα, τούτη τη χώρα που έβαλα κι εγώ ένα λιθαράκι να κτιστεί», λέει ο Χαλ.

Χαλ

Όποιος αναμετριέται με τους βαθύτερους, τους πιο σκοτεινούς φόβους του,

αναμετριέται  και με τις επουράνιες δυνάμεις

Όπως κι ο ίδιος ο Χαλ επαναλαμβάνει πολλές φορές, χωρίς να το συνειδητοποιήσει η ζωή του είχε αρχίσει να καθορίζεται από τον ρόλο που έμελλε να παίξει στη ζωή του αδερφού του. Η ανησυχία του γίνεται μερικές φορές προβληματική (τρόμο ένιωθα μα κι ελπίδα ότι θα κατάφερνα να αναμετρηθώ με αυτό που σπανίως βρίσκω το θάρρος να αναμετρηθώ: τον εαυτό μου –τον εαυτό μου μέσα σ’ όλ’ αυτά, τον εαυτόν εκείνον που ήταν εγκλωβισμένος στον αδερφό που τόσο δικαιολογημένα λάτρευα. Είναι άραγε η λατρεία βλασφημία ή μήπως είναι το μυστικό της ζωής;)

Ο Χαλ αρχικά δεν έχει φίλους, ζει κάπως στη σκιά. Είναι μετριοπαθής, συνετός, διακριτικός αλλά έχει σπάνια διεισδυτικότητα κι ενσυναίσθηση που φαίνεται σε κάθε γραμμή της αφήγησής του, από το πώς περιγράφει τον ψυχισμό των τεσσάρων φίλων του κουαρτέτου, μέχρι πώς προσεγγίζει την Τζούλια, τον Άρθουρ, τον πατέρα του. είναι βέβαια και αρκετά μεγαλύτερος.

Ο Χαλ, στο σήμερα, είναι παντρεμένος κι ευτυχισμένος με τη γυναίκα του κι έχει και δυο μεγάλα παιδιά, κι όλες αυτές τις σχετικές ιστορίες τις μαθαίνουμε μέσα από την εξαιρετικά συγκινησιακή του αφήγηση (ζούσαμε ο καθένας στο αδιανόητο παρόν του). Γιατί η ψυχογραφική του ικανότητα εν περιορίζεται στο να διεισδύει στον ψυχισμό των άλλων, αλλά και στην αυτοπαρατήρηση.

Δεν είναι βέβαια σκόπιμο να παραθέσουμε εδώ όλη την ιστορία του Χαλ, τις ερωτικές του περιπέτειες, το πώς χειρίστηκε την απόρριψη της γυναίκας που περίμενε να συναντήσει μετά την Κορέα (η οποία τα έφτιαξε με τον μοναδικό του φίλο), ή την εξαφάνιση της Τζούλιας. Μόνο να πούμε ότι ένα κεντρικό στοιχείο στον χαρακτήρα του, αυτό που του δίνει αυτήν την αποδοχή και κατανόηση με την οποία φωτίζει όλα τα πρόσωπα που αγαπά, είναι αυτό που λέει και για τον Άρθουρ και είναι φανερό ότι επεκτείνεται σ’ όλους τους αγαπημένους:

Κατάλαβέ το φίλε, δεν έχω κανένα πρόβλημα με ό, τι κάνεις στη ζωή σου. Το μόνο που θέλω είναι να είσαι ευτυχισμένος.

Χριστίνα Παπαγγελή



[2] Με τον όρο γκόσπελ (αγγλικάgospelευαγγέλιο) αναφερόμαστε στη μουσική η οποία προήλθε από την παράδοση της εκκλησιαστικής λειτουργίας προτεσταντικών εκκλησιών στην Αμερική, και αναπτύχθηκε γύρω στα 1870, με σαφείς μουσικές επιρροές από τα σπιρίτσουαλς και τα μπλουζ. Χαρακτηριστικό της μουσικής γκόσπελ είναι οι εκφραστικοί αυτοσχεδιασμοί σε στιλ ρετσιτατίβο (είδος μουσικής απαγγελίας), το μελισματικό τραγούδι και η πληθωρική εκφραστικότητα.

 

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 09, 2020

Η τελευταία σελίδα, Γκαζμέντ Καπλάνι

                                                                                       Στον ανθρώπινο κόσμο
το φως και το σκοτάδι είναι το ένα μέσα στο άλλο,
σ’ ένα πολύχρωμο, μπλεγμένο κουβάρι.
Δυο ισχυρούς λόγους έχει ο αναγνώστης  για να διαβάσει αυτό το βιβλίο του Αλβανού συγγραφέα: ο πρώτος είναι ότι το κύριο θέμα είναι η αναζήτηση της ταυτότητας στην εποχή της τωρινής κρίσης, όπου τα εθνικά σύνορα στα εθνικά κράτη σιγά σιγά καταρρέουν κάτω από τις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης, και ο δεύτερος ότι το κράτος για το οποίο γίνεται λόγος είναι το γειτονικό μας, η Αλβανία. Πέρα όμως απ’ αυτούς τους άξονες ενδιαφέροντος, πρόκειται για ένα μυθιστόρημα συναρπαστικό στην πλοκή και στη δομή, με πινελιές νουάρ, που ικανοποιεί και τον αναγνώστη που δεν ενδιαφέρεται για το πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο. Με τη διαφορά ότι οι απαντήσεις/λύσεις που δίνονται προϋποθέτουν αυτό ακριβώς το ιστορικά προσδιορισμένο πλαίσιο.
Ήδη από την πρώτη σελίδα μαθαίνουμε ότι ο πρωταγωνιστής Μέλσι, αλβανικής καταγωγής αλλά κάτοικος της Αθήνας πια με σύντροφο Ελληνίδα, αισθάνεται ότι γεννήθηκε σε «λάθος χώρα» (και, όπως θα δούμε λίγο παρακάτω, θα αναφωνήσει  κι ότι ζει επίσης σε «λάθος χώρα»). Στην πρώτη επίσης σελίδα τον βλέπουμε να σημειώνει στο σημειωματάριό του μισές λέξεις στα ελληνικά, μισές στα αλβανικά (τα ελληνικά ήταν μια μεγάλη πολυταξιδεμένη κοσμοπολίτικη κυρία, ξεπεσμένη πια, και τα αλβανικά ένας σκληροτράχηλος, απίστευτα συντηρητικός και θεοπάλαβος βουνίσιος, μάστορας της επιβίωσης). Ο ήρωάς μας είναι όχι μόνο «άπατρις» αλλά και άθρησκος (άθεος μάλιστα, όχι μόνο επειδή είχε γεννηθεί στην Αλβανία την εποχή της αθεΐας, αλλά κι επειδή έκανε το λάθος να μεταναστεύσει στην Ελλάδα, όπου η ορθόδοξη θρησκεία τον απωθούσε, γιατί ήταν κάτι μεταξύ εθνικιστικού μελοδράματος και κρατικής πνευματικής δικτατορίας). Η αθεΐα του άλλωστε του κόστισε και την ελληνική υπηκοότητα (νόμιζα ότι ζούμε σε κοσμικό κράτος και όχι σε θεοκρατία).
Το  βασικό σκηνικό στήνεται στις πρώτες σελίδες, όπως ταιριάζει σε μια καλή, αστυνομικής υφής ιστορία: ο Μέλσι, μόλις έμαθε ότι πέθανε ο πατέρας του ο Αλί στην… Κίνα (στοιχείο έκπληξης και για τον ίδιο), ταξιδεύει στα Τίρανα για να παραλάβει, μετά από τη σχετική πολύπλοκη διαδικασία, τη σορό του. Τα ερωτήματα που τον κυριεύουν είναι και τα βασικά ερωτήματα γύρω απ’ τα οποία στήνεται το στοιχείο μυστηρίου: τι γύρευε ο πατέρας του στη Σαγκάη; Ήταν μόνος του ή με παρέα; Και πηγαίνοντας πιο πίσω, τι έκανε τον πατέρα του να αφήσει τις αγαπημένες του ασχολίες και να αρχίσει τα ταξίδια;
 Οι σχέσεις με τον πατέρα ήταν από καιρό ψυχρές (ο Μέλσι τον θεωρεί υπεύθυνο για τον θάνατο της μητέρας), η ξαφνική απώλεια ωστόσο αναγκάζει τον Μέλσι να ανιχνεύσει την προσωπικότητα του θανόντος και το παρελθόν του, σκαλίζοντας βαθιά, αναβιώνοντας εκ των υστέρων και επαναπροσδιορίζοντας την τραυματισμένη σχέση πατέρα-γιου. Μ’ αυτήν την έννοια, μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει και ψυχαναλυτική διάσταση στο μυθιστόρημα.
Η επιστροφή του Μέλσι στην Αλβανία δίνει την αφορμή για πολλές ανασκοπήσεις στα παιδικά χρόνια, και έμμεσα στο ανάμεικτο σύστημα κοινωνικών παροχών, μιζέριας και ανελευθερίας που χαρακτήριζε το αλβανικό καθεστώς. Έχουμε μια αρχετυπική σκηνή «επιστροφής» στα πάτρια με εικόνες από το ανεξίτηλο παρελθόν, που εναλλάσσονται με τις εικόνες του σήμερα, τις εικόνες της μετακομμουνιστικής Αλβανίας. Στην  υποτυπώδη έρευνα που έκανε ο ήρωας στο πατρικό σπίτι «σκοντάφτει» πάνω σ’ ένα τετράδιο του πατέρα «Η Αλλόκοτη Ιστορία ενός Κρυπτοεβραίου –Προσχέδιο για Βιβλίο».  Αιφνιδιάζεται όταν ανακαλύπτει ότι όλη η αφήγηση, που παρατίθεται αυτούσια και στον αναγνώστη, κομμάτι-κομμάτι,  ταιριάζει απόλυτα με τα στοιχεία της οικογένειας, αν εξαιρέσουμε τα διαφορετικά ονόματα. Η μυστική ιστορία που κατέγραψε ο Αλί είναι προφανώς η κρυφή, άγνωστη για τον Μέλσι ιστορία της οικογένειας. Μια ιστορία μετακινήσεων και διωγμών, όπως αυτοί που υπέστησαν χιλιάδες άλλοι κάτοικοι των Βαλκανίων την ίδια χρονική περίοδο.
Γενικότερα, μεταφερόμαστε σε ατμόσφαιρα που θυμίζει την αντίστοιχη της ελληνικής επαρχίας στη δεκαετία του 50, που έμεινε καθηλωμένη στο χρόνο λόγω του περάσματος του κομμουνισμού: παλιές και κακάσχημες πολυκατοικίες χωρίς ασανσέρ (οι περισσότερες πολυκατοικίες στην πόλη τους έμοιαζαν με χαλασμένα δόντια. Η πόλη έμοιαζε με το στόμα των κατοίκων και τα στόματα των κατοίκων με την πόλη)∙ περίεργα ονόματα στα παιδιά που γεννούνται (αυτή η χώρα, στα ονόματα, είναι η πιο μεταμοντέρνα του κόσμου)∙ χαλασμένα δόντια λόγω έλλειψης… οδοντόπαστας∙  απαλλαγή φοιτητών από στρατιωτική θητεία κλπ κλπ.
Η αφήγηση είναι έτσι δομημένη που αποκαλύπτει  τη ζωή, μεταπολεμική αι σύγχρονη, και στις δυο χώρες:  εκείνον τον καιρό η Αλβανία έμοιαζε με ξεκοιλιασμένο άνθρωπο που έδειχνε τα εντόσθιά του, τα οποία ανέδιδαν μια φοβερή δυσοσμία. Η παράλληλη αφήγηση όπου ο κεντρικός ήρωας είναι ο Μέλσι, αναδεικνύει την πολλαπλότητα και τη σύγχυση της σύγχρονης Αλβανίας και Ελλάδας. Γιατί και η ζούγκλα της Αθήνας περιγράφεται όλες αυτές τις δεκαετίες, κυρίως όμως την εποχή όπου έχει τις ρίζες της η σύγχρονη κρίση (άνοιγμα συνόρων Αλβανίας, ζήτημα με Μακεδονία, γιγάντωση της ακροδεξιάς: χαρακτηριστικό το επεισόδιο εμπρησμού πέντε Πακιστανών από δυο εφήβους).
Η μέθοδος του εγκιβωτισμού δεν είναι πολύ ασυνήθιστη, αλλά στο μυθιστόρημα αυτό οι δύο παράλληλες ιστορίες συνυφαίνονται με αριστοτεχνικό τρόπο, καθώς οι αφηγήσεις του πατέρα ανασύρουν αναμνήσεις από τον αυτοεξόριστο Μέλσι. Μεταφερόμαστε στη Θεσσαλονίκη του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, στους διωγμούς των Εβραίων, σε αλλαγές ονομάτων για την επιβίωση, στην Καβάγια (μικρή αλβανική πόλη) για ένα διάστημα, στα Τίρανα. Παίρνουμε γεύση από το αλβανικό αντάρτικο, αλλά κι απ’ τον θρίαμβο του κομμουνιστικού καθεστώτος όταν διώχτηκαν οι Γερμανοί.
 Οι δεσμοί με το παρελθόν, όταν πια τα σύνορα έχουν κλείσει ερμητικά, είναι ανύπαρκτοι. Ο μικρός Ισά (ο Αλί) μιλά αλβανικά και μαθαίνει στο σχολείο και ρωσικά, ενώ όταν έρχεται το πλήρωμα του χρόνου αποφασίζει να σπουδάσει ιστορία (σε κάθε περίπτωση, ήταν ειρωνικό κάποιος σαν κι αυτόν, που είχε σβήσει ένα κομμάτι της προσωπικής του ιστορίας, να σπουδάσει ιστορία. Αλλά σε τελευταία ανάλυση, δεν ήταν όλη η ζωή του μια ατέλειωτη αλυσίδα τραγικής ειρωνείας;). Η ευθύγραμμη πορεία ολοκληρώνεται με τον διορισμό του στο Τμήμα Απαγορευμένων Βιβλίων (!) στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Τιράνων, τον έρωτα προς τη Μπόρα και τη γέννηση του παιδιού (του ήρωά μας) το 1968, μέσα στην καρδιά του κομμουνιστικού καθεστώτος που ονόμασε Μέλσι (από τα αρχικά των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Στάλιν!).
Το πολιτικό θρίλερ αρχίζει και στήνεται περίπου στη  μέση του βιβλίου, γύρω από το «θανάσιμο» -για τα κομμουνιστικά καθεστώτα- σφάλμα του Ισά/Αλί να κάνει κρυφά και βεβιασμένα έρωτα με μια Κινέζα στα πλαίσια μιας επαγγελματικής συνάντησης «για ανταλλαγή εμπειριών ανάμεσα στους εργάτες των δύο φίλων κομμουνιστικών χωρών», Κίνας- Αλβανίας. Η υπόθεση ως προς αυτό θυμίζει το μυθιστόρημα «Το Αστείο» του Κούντερα. Ασυγχώρητο το ολίσθημα και για τα δύο καθεστώτα, που παρακολουθούν τις συναναστροφές με πανταχού παρόντες χαφιέδες. Οι επιπτώσεις  συσσωρεύονται σα χιονοστιβάδα: προσαγωγή στο τμήμα, ανάκριση (ανακριτής ο παλιός αντίζηλος, Ακίλ Ο.), ψυχικός εκβιασμός, απομάκρυνση από οικογένεια, δυσμενής μετάθεση κλπ κλπ (το ότι η ζωή του δεν θα ήταν πλέον η ίδια το καταλάβαινε κάθε μέρα όταν πήγαινε στη δουλειά του, που δεν ήταν πια δουλειά του). Η συναισθηματική σύγκρουση  (κάτι μεταξύ αφόρητης ηδονής και αβάσταχτης τύψης) κυριαρχεί στην καθημερινότητα, ενώ ο φόβος και οι τύψεις μετατρέπονται σιγά σιγά σε τρόμο μπροστά στον ανελέητο μηχανισμό του κράτους (δεν ήταν απλώς η σκιά του εαυτού του, αλλά μια κακιά σκιά του εαυτού του). Ενός  κράτους που ασκεί βιοπολιτική εξουσία εισδύοντας σε όλες τις εσώτερες πτυχές της ζωής του ανώνυμου πολίτη. Ο τρόμος και το μίσος κατευθύνουν πια τον απελπισμένο Αλί/Ίσα σε απονενοημένες σκέψεις και πράξεις, που οδηγούν την πλοκή σε απρόσμενο «κρεσέντο». Είναι το κρεσέντο στο οποίο καταλήγει η «τελευταία» σελίδα του χειρόγραφου, όπου κλείνει ο τραγικός κύκλος.
Αυτήν την ιστορία καλείται ο ήρωάς μας να ανασυστήσει, ενώ παράλληλα κατακλύζεται  από τη συναισθηματική φόρτιση του γιου που αναζητά το πραγματικό πρόσωπο του πατέρα…  (Στον ανθρώπινο κόσμο το φως και το σκοτάδι είναι το ένα μέσα στο άλλο, σ’ ένα πολύχρωμο, μπλεγμένο κουβάρι. «Εκείνο που μ’ αρέσει είναι να ξετυλίγω αυτό το κουβάρι», έλεγε αυτάρεσκα). Μοιρασμένος συναισθηματικά ανάμεσα σε δυο χώρες αλλά και σε δυο γυναίκες, ζει λυτρωτικά σχεδόν την «έξοδο» αυτού του τραγικού προσώπου που υπήρξε ο πατέρας του βιώνοντας την κάθαρση που αντιστοιχεί σε τέτοιου είδους ενδοσκοπήσεις.
Χριστίνα Παπαγγελή
Υγ. 1. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Οροπέδιο", το καλοκαίρι του 2019
Υγ. 2. Αξίζει κανείς να δει το βιογραφικό του συγγραφέα, όπω και μια συνέντευξή του του 2018: https://www.lifo.gr/articles/sunenteukseis_articles/212854/gkazment-kaplani-oi-ellines-kai-oi-alvanoi-einai-prota-ksaderfia-poy-toys-emathan-na-mi-xoneyontai-metaksy-toys

Κυριακή, Αυγούστου 23, 2020

Τίποτε δε χάνεται, Cloé Mehdi

 Απροσδόκητα ενδιαφέρον και επίκαιρο το μικρό αυτό βιβλίο «νουάρ», που περιστρέφεται γύρω από τη δολοφονία ενός νεαρού μουσουλμάνου μικροαπατεώνα, του Σαΐντ Ζαϊντέ, από αστυνομικό στη Γαλλία της σύγχρονης, μεταποικιακής εποχής. Έτσι, το μυθιστόρημα παίρνει πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις, καθώς περιγράφεται αφενός μια περίπτωση κατάχρησης εξουσίας τύπου Γρηγορόπουλου/ Φλόιντ, που φαίνεται ότι είναι πολύ πιο συχνή απ’ όσο μπορούμε να φανταστούμε, και αφετέρου ο μηχανισμός περιθωριοποίησης  όσων δεν μπορούν να αφομοιωθούν απ’ το σύστημα, που ξετυλίγεται με αριστουργηματικό τρόπο. Επίσης, η ανεπάρκεια της δικαιοσύνης και η ατιμωρησία των υπευθύνων αστυνομικών  συμπληρώνουν και στηρίζουν αυτό το κοινωνικό πλέγμα που χαρακτηρίζει τις σύγχρονες κοινωνίες, και οδηγούν το προσβεβλημένο αίσθημα δικαίου σε αυτοδικία.

Ωστόσο, αυτό είναι ένα μόνο επίπεδο. Το βιβλίο έχει και ψυχολογικό ενδιαφέρον εφόσον οι χαρακτήρες διαγράφονται γλαφυρότατα, συγκρούονται, συμπληρώνονται και ωριμάζουν καθώς τρέχει η πλοκή, ενώ όσο αφορά τη δομή η αποκάλυψη του μυστηρίου γίνεται σταδιακά καθώς  ο αφηγητής είναι -βασικά- ένας 11χρονος νεαρός που βρίσκεται σε μια δίνη προβλημάτων, βασανίζεται από δεκάδες ερωτηματικά και προσπαθεί να καταλάβει  τη συμπεριφορά, την παραφορά και τον σκληρό κόσμο των μεγάλων.

Η αφήγηση μάς εντυπωσιάζει από την αρχή. Μέσα στις πρώτες σελίδες καταλαβαίνουμε ότι ο Ματιά ζει με τον 24χρονο (!!) κηδεμόνα του τον Ζε, ότι η φιλενάδα του τελευταίου, η Γκαμπριέλ, νοσηλεύεται στην ψυχιατρική πτέρυγα του νοσοκομείου Σαρκό γιατί προσπάθησε κατ’ επανάληψη να αυτοκτονήσει. Ότι ο Ζε δουλεύει νυχτοφύλακας σε σούπερ μάρκετ, αγαπά υπερβολικά την Γκαμπριέλ κι αγαπά και την ποίηση (διαβάζει με πάθος Λαμαρτίνο, Αραγκόν, Καμύ, Μπωντλαίρ, Ρεμπώ). Γρήγορα ωστόσο καταλαβαίνουμε ότι δεν είναι «ξέμπαρκος», όπως θα περίμενε κανείς. Ο Ζε είναι γιος ανώτερων δικαστικών, είναι μορφωμένος, αλλά κρύβει κι ένα επώδυνο παρελθόν, που αποκαλύπτεται περίπου στη μέση του βιβλίου, και που τον τοποθετεί στο κοινωνικό περιθώριο. Καθώς η αφήγηση του Ματιά ξετυλίγεται, μαθαίνουμε ότι ο πατέρας του, που ήταν ειδικευμένος κοινωνικός παιδαγωγός και παθιασμένος με τη δουλειά του (βλακωδώςπεπεισμένος για τη δύναμή του να αλλάξει τα πράγματα) έχει αυτοκτονήσει, η μητέρα του και η αδερφή του Τζίνα έχουν εξαφανιστεί,  ενώ ο ετεροθαλής του αδερφός Στέφανο, γιατρός, έχει αποστασιοποιηθεί εδώ και χρόνια από την οικογένεια.

Έτσι, μας αιφνιδιάζει αυτή η ιδιαιτερότητα στις οικογενειακές σχέσεις του Ματιά, που θεωρεί  -δικαίως- ως οικογένειά του τον Ζε και την Γκαμπριέλ. Αισθάνεται τον Ζε σαν πατέρα, τον θαυμάζει, τον πονάει, τον ζηλεύει, θέλει  «να είναι μόνος μαζί του», ταυτόχρονα όμως είναι τόσο κοντά οι ηλικίες τους που οι ρόλοι φιλίας-κηδεμονίας συγχέονται. Απ’ την άλλη οι επισκέψεις της Γκαμπριέλ στο ψυχιατρείο, στον ίδιο χώρο όπου αυτοκτόνησε ο πατέρας του, τον  ωριμάζουν πρόωρα, τον κάνουν εύστροφο κι ετοιμόλογο. Οι καταστάσεις που ζει και που χρειάζεται να αντιμετωπίσει είναι εξαιρετικές (κοιμάται π.χ. στο νοσοκομείο για να προσέχει την αυτοκτονική Γκαμπριέλ, χάνει μαθήματα, ξέρει ότι τον κατασκοπεύουν δυο τύποι, απανωτές διαρρήξεις στο διαμέρισμα κλπ, κλπ) ενώ, επειδή κι ο ίδιος είχε αποπειραθεί να φύγει απ’ τη ζωή στα 7 του χρόνια,  τον εποπτεύει μια συμπαθέστατη ψυχολόγος, που δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη να παρακολουθήσει κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες ψυχολογικές επισημάνσεις ή εξομολογήσεις. Είναι σε μια ηλικία που έχει ανάγκη την αγάπη και την προσοχή, όμως από την άλλη είναι πολύ έξυπνος και με πολύ υψηλή ενσυναίσθηση, και  αντιλαμβάνεται  με μεγάλη οξυδέρκεια ότι ο κηδεμόνας του και η αγαπημένη του έχουν πάρα πολλά προβλήματα, ότι πολλές φορές πελαγώνουν, τον παραμελούν, παρόλο που απ’ την άλλη τον αγαπούν. Άλλωστε ο Ζε είναι σχεδόν παιδί, και μας παραξενεύει το ότι είναι επισήμως ο κηδεμόνας του Ματιά, ενώ η μητέρα του τελευταίου είναι εν ζωή. Επίσης, ο Ζε αγαπά τρελά την Γκαμπριέλ (Ματιά: σύμφωνα με την ψυχολόγο μου, αυτό το λένε συγχωνευτική σχέση/αγαπιούνται παράφορα κι είναι δυστυχισμένοι κι οι δυο), κι η προβληματική ψυχοπαθολογία της Γκαμπριέλ -που οδηγεί σε ακούσια νοσηλεία, και γενικότερα σ έναν φαύλο κύκλο- τον κάνει  να παραμελεί πολλές φορές τον κηδεμονευόμενό του (π.χ. να ξεχνά να τον πάρει απ’ το σχολείο) με αποτέλεσμα την παρέμβαση των κοινωνικών λειτουργών που φτάνει στην απειλή ότι θα χάσει την επιμέλεια.

Οι ιδιαίτερες συνθήκες οδηγούν σε «παιδαγωγικά ραντεβού» με τους κηδεμόνες στο σχολείο, σε υποβολή του Ματιά σε «τεστ νοημοσύνης», σε εφιάλτες, σε επώδυνες αναμνήσεις με τον πραγματικό πατέρα, σε βαθιά μοναξιά (είμαι συνηθισμένος, ευτυχώς, και προσπαθώ να γεμίσω τη συνήθη σιωπή μου με μικρές καθημερινές ομορφιές, όπως αυτό το χιόνι που σκεπάζει την άσφαλτο). Ένα χαστούκι σε στιγμή έντασης του Ζε προς τον Ματιά οδηγεί τις κοινωνικές υπηρεσίες σε αμφισβήτηση της καταλληλότητας του Ζε ως κηδεμόνα, και στην απειλή του δικαστηρίου ανηλίκων.

Όλα αυτά που αναφέρθηκαν ήδη αρκούν για να γεμίσουν ερωτηματικά τον αναγνώστη, που μαζί με τον Ματιά προσπαθεί να βρει τις απαντήσεις. Το χιούμορ και η ειρωνεία της παιδικής (Ματιά)  και νεανικής ψυχής (Ζε, Γκαμπριέλ) διανθίζουν την αφήγηση και αποδυναμώνουν το φορτισμένο κλίμα (π.χ. το να είσαι παιδί, έστω αι αόρατο, έχει τα πλεονεκτήματά του/ για ένα πράγμα είμαι σίγουρος: τα προβλήματα σε βρίσκουν χωρίς να νοιάζονται για την ηλικία σου/διαπίστωσα πόσο αδύναμη είναι η γλώσσα μπροστά στο βάθος, στην πολυπλοκότητα των πραγμάτων ).

Η αφήγηση εξελίσσεται και με κάποια φλας μπακ, που παρατίθενται με πλάγια γράμματα. Με πλάγια γράμματα επίσης εκφράζονται αναμνήσεις και βαθύτερες σκέψεις /συναισθήματα του κεντρικού ήρωα (όπως η οδυνηρή σκηνή που η μάνα του 7χρονου Ματιά του ανακοινώνει ότι δεν μπορεί άλλο να ζει μαζί του), ενώ υπάρχουν κεφάλαια όπου δεν είναι αφηγητής ο Ματιά, αλλά είναι αφιερωμένα σε δευτερεύοντα πρόσωπα όπως  η αδερφή του Σαΐντ, ο αδερφός της Γκαμπριέλ, ο δολοφόνος αστυνομικός κλπ.

 Γρήγορα καταλαβαίνει κι ο αναγνώστης, μέσα δηλ. στις πρώτες 50 σελίδες, ότι όλες οι απαντήσεις σχετίζονται με τη δολοφονία του 15χρονου Σαΐντ πριν ακόμα γεννηθεί ο Ματιά∙ τις εκκλήσεις για τιμωρία του ενόχου για κατάχρηση εξουσίας, την απονομή «δικαιοσύνης» που έθεσε απλώς τον μπάτσο σε διαθεσιμότητα.  Όλοι οι ήρωες, συμπεριλαμβανομένης της αδερφής του Ματιά Τζίνας, που έρχεται σαν κομήτης και ξαναφεύγει δημιουργώντας στον αδερφό της αντικρουόμενα συναισθήματα, σχετίζονται με το περιστατικό αυτό του παρελθόντος που καθόρισε την πορεία τους και τις σχέσεις μεταξύ τους.

Ο κόσμος μέσα στον οποίο κινείται το βιβλίο είναι σκληρός και, κάποιες φορές αποτρόπαιος. Παρόλ’ αυτά η φρέσκια ματιά του 11 χρονου ήρωα αλλά και του 24χρονου συμπρωταγωνιστή, κυρίως όμως τα πλούσια συναισθήματα (αγάπη, στοργή, απελπισία, συγχώρεση), εξισορροπούν αυτήν την ζοφερή πλευρά της κοινωνίας (διωγμοί περιθωριακών, αυτοκτονίες, ψυχιατρεία) κλπ, ενώ όλα τα ερωτηματικά βρίσκουν αξιοπρεπείς για να μην πω εξαιρετικές απαντήσεις σ’ αυτό το πολύ αξιόλογο νουάρ βιβλίο της νεαρής, πολλά υποσχόμενης Cloe Mehdi.

Χριστίνα Παπαγγελή


Κυριακή, Αυγούστου 02, 2020

Ο ανθρώπινος παράγοντας, Γράχαμ Γκρην


Κλασικό κατασκοπευτικό ή μάλλον αντι-κατασκοπευτικό μυθιστόρημα  που, γραμμένο -το 1978- από τον Γκράχαμ Γκρην, αποτελεί εγγύηση υψηλής ποιότητας και απαράμιλλου ύφους. Ο κόσμος της κατασκοπείας, πολύ γνώριμος για τον συγγραφέα εφόσον έχει εργαστεί κι ο ίδιος ως πράκτορας στις μυστικές υπηρεσίες της Μ. Βρετανίας, παρουσιάζεται σε όλο του το «μεγαλείο», με την μυστικότητα, την καχυποψία, την ανασφάλεια, τις προδοσίες, τον αμοραλισμό μπροστά στο «εθνικό συμφέρον», τις υποσχέσεις, τις απειλές, τους εκβιασμούς, τις μυστικές επικοινωνίες, τους συνθηματικούς κώδικες. Παράλληλα, ενσωματώνεται αβίαστα το συναισθηματικό στοιχείο -σ’ έναν κόσμο όπου κυριαρχεί η στεγνή λογική-, κι όπως προσδιορίζει και ο τίτλος, «ο ανθρώπινος παράγοντας». 

Ο κεντρικός ήρωας, ο συμπαθητικός Μορίς Κάσελ, δούλευε στην Ν. Αφρική, όταν το απαρτχάιντ ήταν στο ζενίθ του. Ερωτεύτηκε τη  Σάρα (Ν. Αφρικανικής καταγωγής) και την παντρεύτηκε αφού κατάφερε να τη φυγαδεύσει εκείνην και το  -μαύρο- αγόρι της, τον Σαμ στην Αγγλία. Επιστρέφοντας στη Μεγάλη Βρετανία έγινε πράκτορας χαμηλής βαθμίδας, υπεύθυνος στο να διαφυλάσσονται τα συμφέροντα της χώρας στη Ν. Αφρική (που όπως ξέρουμε είναι πολλά: πετρέλαιο, χρυσός, αδαμαντωρυχεία, ουράνιο). Καθώς κινείται στα γραφεία της Μ16, βλέπουμε να ξεδιπλώνεται ένας φιλήσυχος χαρακτήρας, διακριτικός  και ευθύς, ενώ είναι φανερό ότι θέλει να αποχωρήσει από την υπηρεσία και να αφοσιωθεί στην οικογένειά του. 

Ο Κάσελ, ο βοηθός του  Ντέιβις, ο γιατρός Πέρσιβαλ και ο συνταγματάρχης Ντέιτρι  είναι τα κύρια πρόσωπα που δουλεύουν για χάρη της Μ16 (των μυστικών υπηρεσιών της Μεγάλης Βρετανίας), την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Υπάρχει και ο αντιπαθητικός Μίλερ, αρχηγός της BOSS (Υπηρεσία Κρατικής Ασφάλειας της Νότιας Αφρικής από το 1969 ως το1980), ρατσιστής κι εθνικιστής, θεματοφύλακας των φυλετικών νόμων της Νοτιοαφρικανικής Ένωσης, που στο παρελθόν προσπάθησε να εκβιάσει τον Κάσελ και να τον εμποδίσει να συνδεθεί με την Σάρα. 

Η πλοκή περιστρέφεται γύρω από την υποψία ότι στο τμήμα όπου δουλεύει ο Κάσελ υπήρξε διαρροή απόρρητων στοιχείων προς το «αντίπαλο δέος». Η υποψία πέφτει εναλλάξ πάνω σ' όλους τους εμπλεκόμενους και είναι αμείλικτη. Βλέπουμε να χτίζονται κατά τη διάρκεια της αστυνομικής  πλοκής ανάγλυφα οι χαρακτήρες των ηρώων, μέσα από τις πράξεις τους-τα λόγια τους-τα αισθήματά τους- τις συνήθειές τους-την καθημερινότητά τους, και πάντα μέσα από τον φακό του παντογνώστη αφηγητή. Πέρα απ’ αυτό όμως, βλέπουμε πώς διατηρούνται οι πολιτικές ισορροπίες σε διεθνές επίπεδο και τον ρόλο που παίζουν οι μεγάλες δυνάμεις στις αποικιοκρατούμενες, πολλαπλά τραυματισμένες περιοχές του κόσμου. 


Τρίτη, Ιουλίου 28, 2020

Σάνσετ παρκ, Paul Auster

Όπως πάντα συναρπαστικό κι αυτό το βιβλίο του αγαπημένου συγγραφέα, πληθωρικό, χορταστικό και πολυσύνθετο. Μια γεύση του «American way of life», με τη θετική έννοια, δηλαδή με όλες τις πτυχές αρνητικές και θετικές, με όλες τις αντιφάσεις, τις δυσκολίες αλλά και τις δυνατότητες της σύγχρονης ζωής στον δυτικό κόσμο και ιδιαίτερα στη Νέα Υορκη. 
Η πλοκή περιστρέφεται γύρω από πέντε- έξι πρόσωπα, που τα γνωρίζουμε εκ των έσω από τον παντογνώστη αφηγητή (τα περισσότερα βιβλία του Όστερ είναι γραμμένα στο γ΄ενικό), εφόσον η δομή είναι χωρισμένη σε κεφάλαια που το καθένα τους παρακολουθεί κι από έναν ήρωα. Πρόκειται κυρίως για τέσσερις μοναχικούς νεαρούς/ές, δυο γυναίκες και δυο άντρες, που η συγκυρία τους έφερε να συγκατοικήσουν σε ένα υπό κατάληψη σπίτι, προκειμένου να λύσει ο καθένας τα συγκεκριμένα προβλήματά του. Το σπίτι αυτό, εγκαταλελειμμένο και σε άθλια κατάσταση, ούτε προαστιακό, ούτε ιστορικό, είναι απλώς μια παράγκα, ένα εγκαταλελειμμένο δείγμα αρχιτεκτονικής ανοησίας που δεν ταίριαζε πουθενά. Απέναντι από ένα νεκροταφείο, έμοιαζε σα να το έκλεψε κάποιος από φάρμα σε λιβάδι της Μινεσότα και να το άφησε κατά λάθος στη μέση της Νέας Υόρκης. Είναι το Σάνσετ Παρκ -ο τίτλος του βιβλίου-, ο τόπος όπου οι τέσσερις συγκάτοικοι θα ωριμάσουν για ένα διάστημα μαζί, θα γίνουν ομάδα, θα δοκιμάσουν μια σειρά από συναισθήματα που θα τους ωθήσουν σε μια βαθύτερη αυτογνωσία, μέχρι που το ένταλμα δικαστικής έξωσης θα τους σκορπίσει και πάλι,για να πάρει ο καθένας το δρόμο του χωριστά. Όλοι όμως θα είναι λίγο «πιο σοφοί», λίγο πιο συνειδητοί.
Δεν είναι φοιτητές, δεν είναι ακριβώς περιθωριακοί. Εμπνευστής της συγκατοίκησης και ίσως ο συνδετικός κρίκος είναι ο Μπινγκ Νέιθαν, ένας αγαθός γίγαντας, (ένας πελώριος τύπος που θυμίζει ατσούμπαλη αρκούδα), παίζει ντραμς και κρουστά περιστασιακά σε κάποια μπάντα και απασχολείται στην επιχείρηση που έχει στήσει «Νοσοκομείο Σπασμένων αντικειμένων». Η Έλεν Μπράις, ψιλοκαταθλιπτική, με έντονες ερωτικές φαντασιώσεις, με ελαφρύ αίσθημα μειονεξίας  και ροπή στις κρίσεις πανικού ψάχνει τον εαυτό της ζωγραφίζοντας αρχικά νεκρές φύσεις και αστικά τοπία, μάλλον ανέμπνευστα. Η Άλις, μια ψηλή και γεροδεμένη κοπέλα δουλεύει κάνοντας παράλληλα τη διατριβή, της, έχει μια χλιαρή σχέση με τον συγγραφέα Τζέικ Μπάουμ, ενώ δεν είναι συμφιλιωμένη με το σώμα της, που το βρίσκει απωθητικό. 
Κεντρικότερος όμως όλων και ίσως και πιο σημαντικός είναι ο Μάιλς Χέλερ, όχι μόνο γιατί δρα καταλυτικά  στην εξέλιξη των τριών συγκατοίκων, αλλά και γιατί κρύβει ένα μεγάλο μυστικό, που τον καθορίζει, που τον αναγκάζει να απομακρυνθεί από την οικογένειά του για επτάμισι χρόνια χωρίς να δώσει σημεία ζωής, και που διαμορφώνει τις ιδιαίτερες σχέσεις και με τον πατέρα, με τη μητέρα και με την μητριά του. Έτσι, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνει η προσωπικότητα του Μάιλς, του οποίου ο συναισθηματικός κόσμος είναι πλούσιος σε μυστικά και σιωπές, και γεμάτος συγκρούσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αναφορές στον Μάιλς είναι αναλογικά περισσότερες, αλλά μαζί με τον Μάιλς ψυχογραφούνται και ο πατέρας και η μητέρα του, σε χωριστά κεφάλαια. 
Η γραφή του Όστερ σκαννάρει τους ήρωες δίνοντας αρχικά ένα περίγραμμα και στη συνέχεια μέσα από τις επιλογές τους αρχικά, μέσα από τις σκέψεις και τα συναισθήματα στη συνέχεια παίρνουμε μια ιδέα του εσωτερικού τους κόσμου, που είναι γεμάτος αντιφάσεις, φόβους, ανασφάλειες, σιωπές, επιθυμίες αλλά και  λαμπερές στιγμές ψυχικού μεγαλείου. Το πληθωρικό ύφος (πολλές αναδρομές, σύντομη αναφορά στο παρελθόν, περιεκτικές επισημάνσεις, έντεχνος εγκιβωτισμός σχετικών ιστοριών, ανάλυση έργων ή βιβλίων, αναφορές στο μπέιζμπολ) δίνει κοινωνικές προεκτάσεις, μας δίνει την ατμόσφαιρα της εποχής, παίρνουμε μια γεύση του κόσμου των νέων  -και όχι μόνο- που βρίσκονται σε πολλαπλά αδιέξοδα, όχι μόνο όσο αφορά το επάγγελμα, την απασχόληση, τη στέγαση αλλά και τις ανθρώπινες σχέσεις (με αδέρφια, με γονείς, με πατριούς), την φιλία, την ταυτότητα, τον σεξουαλικό προσδιορισμό, τη σχέση με την τέχνη. Οι παράπλευρες «πληροφορίες» αυτές δεν κουράζουν, γιατί ο Όστερ καταφέρνει πάντα να τις εντάσσει κατά το «αναγκαίον» μέσα στη ροή της κεντρικής αφήγησης. 
Ο πατέρας του Μάιλς είναι εκδότης -κι έτσι παίρνουμε μια γεύση και του κόσμου των συγγραφέων. Η μητέρα του είναι διάσημη ηθοποιός -κι έτσι βλέπουμε εκ των έσω άπειρες μικρές πτυχές και λεπτομέρειες του κόσμου των ηθοποιών. Είναι όμως χωρισμένοι, η μητέρα κυκλοθυμική και απρόβλεπτη στα μάτια του μικρού Μάιλς (χθες ήμουν το αγγελούδι σου, σήμερα είμαι ένα αγγούρι. Για να είμαι ειλικρινής, δε νομίζω πως είμαι τίποτα απ’ τα δυο), εγκατέλειψε πολύ νωρίς τους δυο, αφήνοντάς τον στο σκοτάδι, εφόσον ο πατέρας μόνο μια φορά ανοίχτηκε μιλώντας γλυκά και συγκαταβατικά για την πρώτη του σύζυγο (με είχε τυφλώσει το ταλέντο της. Για να παίξει έναν τόσο απαιτητικό και γεμάτο αποχρώσεις ρόλο, θα έπρεπε να διαθέτει μεγάλη καρδιά και να νιώθει περισσότερα συναισθήματα από όλες τις γυναίκες που είχε γνωρίσει στο παρελθόν). Ο Μάιλς-παιδί δεν μπορεί να καταλάβει τον κόσμο των μεγάλων αν και ο πατέρας του τού εξηγεί ότι η Μέρι-Λι Σουάν δεν ήταν έτοιμη να γίνει μητέρα (ο κόσμος των ενηλίκων φαινόταν εντελώς ακατανόητος εκείνη τη στιγμή της ζωής του, και του ήταν αδύνατον να συλλάβει το παράδοξο της συνύπαρξης αγάπης και διχόνοιας).
Ο παιδικός κόσμος του Μάιλς, παιδιού χωρισμένων γονιών, με μητριά, αδερφό-γιο της μητριάς με τον οποίο η σχέση είναι αμφίσημη κλπ κλπ, είναι γεμάτος πληγές∙ καθώς ενηλικιώνεται επώδυνα και καθώς φεύγει οριστικά κουβαλάει και το μυστικό του, ερωτεύεται παράφορα μια πολύ μικρότερη κοπέλα, ανήλικη και ορφανή με τρεις αδερφές εκ των οποίων η μεγαλύτερη τον εκβιάζει. Έτσι, έχοντας στην πλάτη του ΔΥΟ μυστικά φεύγει από την Φλόριντα κι εμφανίζεται στο Σάνσετ Παρκ (δεν επέλεξε. Την επιλογή την έκανε μια μεγάλη γροθιά ου τον έριξε κάτω και τον ανάγκασε να φύγει από τη Φλόριντα και να πάει σ’ ένα μέρος που λέγεται Σάνσετ Παρκ).
Η φυγή του Μάιλς απ το σπίτι χωρίς να ειδοποιήσει κανέναν  προκαλεί έντονα συναισθήματα πρώτα απ’ όλα στον πατέρα, Μόρις Μάιλς, και δεύτερον στον Μπινγκ που, εν αγνοία του Μάιλς, αποτελεί τον σύνδεσμο επικοινωνίας με τους γονείς (η ηθοποιός μάνα αδιαφορεί). Καθώς ο φακός του συγγραφέα εστιάζει στον τραγικό πατέρα (που έχασε και τον προγονό του)  βλέπουμε την σχέση πατέρα-γιου από μέσα, δηλαδή υπό το πρίσμα και των δύο. Όχι, δεν είναι σκληρός, αυστηρός ή αδιάφορος πατέρας, μάλλον το αντίθετο∙ σε δεδομένη στιγμή εντυπωσιάζεται από τον 11χρονο γιο του και τον επαινεί  με «καρδιά» (μονάχα ένας άνθρωπος με μεγάλη καρδιά θα μπορούσε να σκεφτεί κάτι τέτοιο). Ο Μόρις Χέλερ είναι αρκετά ευαίσθητος ώστε να καταλάβει τα αίτια που ο γιος του την κοπάνησε (και που εγκαταλείποντας τις σπουδές του εξακολουθεί να αυτοϋπονομεύεται), αλλά ένα είδος εγωισμού τον εμποδίζει να αντιμετωπίσει την κατάσταση ενεργητικά (εκείνος είναι που έφυγε, εκείνος είναι που πρέπει να επιστρέψει). Προσπάθησε πολλές φορές να τον βρει, τον παρακολούθησε χωρίς ο Μάιλς να το ξέρει, μπήκε στον πειρασμό να εμφανιστεί και να πει κάτι, να τσακωθεί μαζί του, να του ρίξει μια μπουνιά, να τον αγκαλιάσει, να πάρει το αγόρι στην αγκαλιά του και να το φιλήσει. Η απελπισία του γίνεται τραγική όταν φαντάζεται να παρουσιαστεί μεταμφιεσμένος, στα ρούχα, στο πρόσωπο στη φωνή, να γίνει π.χ. ο «άντρας με τα Ντενεκεδένια κουτάκια», ένας από κείνους τους ηλικιωμένους, τους τσακισμένους ανθρώπους που ψάχνουν μέσα στους σκουπιδοτενεκέδες  και τους κάδους ανακύκλωσης με μπουκάλια και ντενεκεδένια κουτάκια κι έτσι, όντας ένας «άλλος», να βλέπει τον γιο του
Μέσα σ’ όλα έχει ν’ αντιμετωπίσει και την υστερία της δεύτερης γυναίκας του που είναι πολύ αρνητική με την μεταστροφή του Μάιλς (ο Μάιλς είναι άρρωστος. Ο Μάιλς δεν είναι καλά. Ο Μάλις τους κατέστρεψε).  Και σ’ αυτήν τη περίπτωση όμως, ο Μόρις  δείχνει σπάνια ενσυναίσθηση: είναι εντελώς φυσικό για κείνη να δείχνει αυτή τη θλίψη, αυτό το αίσθημα απώλειας). Η αποκάλυψη όμως μιας περιπέτειας της μιας νύχτας του Μόρις είναι το κερασάκι στην τούρτα που θέτει τον γάμο του σε κρίση. 
Αντίθετα η αδιάφορη μάνα αντιδρά με εντυπωσιακό τρόπο∙ αντέδρασε με ηρεμία, συμπόνια και σύνεση, προσπαθώντας όχι τόσο να κρίνει τον Μάιλς, όσο να τον καταλάβει. (…) Η αδιάφορη, ανεύθυνη μητέρα ήταν πολύ πιο δεμένη με τον γιο της απ’ ό, τι μπορούσε να φανταστεί. Ο Όστερ φωτίζει κι αυτήν την προσωπικότητα, στο «σήμερα» που είναι 54 χρονών, πετυχημένη και καταξιωμένη ηθοποιός -που μάλιστα ετοιμάζεται να παίξει τις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ-, αλλά λόγω ηλικίας δεν έχει πια την επιπόλαιη κι επιφανειακή ψυχοσύνθεση που είχε στα νιάτα της. Η επαναπροσέγγιση του γιου έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, βλέπει σιγά σιγά την ευθύνη και τη δική της συμμετοχή (ή μάλλον έλλειψη συμμετοχής!) στην διαμόρφωση του Μάιλς, κι εν πάση περιπτώσει τον θέλει πίσω, θέλει η ιστορία να ξεκινήσει απ’ την αρχή. Όταν τον ξαναβλέπει μετά από τόσα χρόνια, τον βλέπει πιο αυστηρό αλλά και πιο τρυφερό, με βλέμμα πιο δοτικό, μάτια που κοιτάζουν τα μάτια της.Οι δυο είναι πια ώριμοι να διεισδύσουν μέσα σε μια πραγματικότητα που τους ξεπερνούσε και δεν μπορούσαν να τη διαχειριστούν παρά με την εξαφάνιση και τη σιωπή. Έτσι επέρχεται ένα είδος κάθαρσης, εφόσον και οι δυο άλλοι ήρωες του δράματος (ο πατέρας και η μητριά) αντικρίζουν αυτή τη νέα πραγματικότητα με μεταλλασσόμενα συναισθήματα. 
Και οι συγκάτοικοι  του Μάιλς στο Σάνσετ Παρκ, στο σύντομο αυτό διάστημα που έμειναν μαζί, γοητεύονται ο καθένας  χωριστά από τη μυστηριώδη προσωπικότητα του Μάιλς, γνωρίζονται καλύτερα μεταξύ τους  κι εξελίσσονται σαν προσωπικότητες: η Έλεν βρίσκει όχι μόνο τον καλλιτεχνικό της εαυτό αλλά και μια νέα αυτοπεποίθηση, που την ωθεί σε μια μικρή επανάσταση σε σχέση με το σώμα της, με την εμφάνισή της και τη σεξουαλικότητά της. Η Άλις ξεκαθαρίζει τη σχέση της με τον Τζέικ κι αποφασίζει να αφιερώσει τον εαυτό της στον ακτιβισμό εργαζόμενη στην ΠΕΝ (οργάνωση προστασίας ανθρώπινων δικαιωμάτων υπέρ της προάσπισης συγγραφέων που κινδυνεύουν λόγω των πεποιθήσεών τους). Τέλος ο πιο ενδιαφέρων, ο Μπινγκ, αναζητά την σεξουαλική του ταυτότητα υπερβαίνοντας τον εαυτό του και ξεδιπλώνει πολλές πλευρές κρυμμένες. 
Όπως συμβαίνει πολλές φορές στα βιβλία του Όστερ, στις τελευταίες σελίδες υπάρχει μια απροσδόκητη τροπή που ανατρέπει όλους τους συσχετισμούς, κι αφήνει τον αναγνώστη σ’ ένα κενό μυστηρίου. Προσωπικά όμως, θεωρώ ότι οι «υποθέσεις» που έθεσε το μυθιστόρημα έχουν κλείσει, και η πορεία των ηρώων απλώς αλλάζει κεφάλαιο.

Χριστίνα Παπαγγελή