Τότε σκέφτηκε ότι ίσως δεν είχαν χαθεί τα πάντα.
Αν κάθε του επόμενη στιγμή τη ζούσε με όλη του την καρδιά
σαν να ήταν η μοναδική και τελευταία,
ίσως στο τέλος να το πίστευε ότι έζησε όσο έπρεπε.
Πρόκειται για ένα ασθματικό «χρονικό» μιας παράλογης ολιγόωρης καταδίωξης που ξεκίνησε σαν παιχνίδι, στα βουνά του Μαυροβουνίου, σε δύο παράλληλες αφηγήσεις που αποδίδονται αντιστικτικά, δηλαδή εναλλάξ, και ενώνουν αλληγορικά δυο αντίθετους κόσμους: τον ατομικό/υπαρξιακό/μεταφυσικό που αναδύεται κάτω από το πρίσμα του επικείμενου θανάτου, και τον ζωώδη -των ενστίκτων επιβίωσης, του κοινωνικού φόβου και της ανάγκης για κυριαρχία όταν απειλείται η ασφάλεια. Σε πολύ μικρές ενότητες, σχεδόν κινηματογραφικά, παρακολουθούμε τους «διώκτες» από τη μια, και από την άλλη τον κεντρικό ήρωα, που παραμένει ανώνυμος μέχρι τέλους (άλλωστε δεν έχει σημασία το όνομά του). Θα λέγαμε αλλιώς, είναι το θύμα και οι θύτες, το θήραμα και οι κυνηγοί. Το «παράλογο και ανελέητο» κυνηγητό, όπως γράφεται στο οπισθόφυλλο, χτίζεται και κορυφώνεται σιγά σιγά, καθώς οι διώκτες στην αρχή είναι δύο, δύο φιλήσυχοι κατασκηνωτές στο βουνό, που αναστατώνονται από την ανεξήγητη παρουσία του άγνωστου και μυστηριώδους ανθρώπου που τάραξε τη σιωπηλή γαλήνη της νύχτας (αυτός ο άνθρωπος μας φαινόταν σχεδόν σαν πνεύμα, μια οπτασία, ένας σκούρος λεκές /ένα τεράστιο έντομο). Στην αρχή τον ακολουθούν απλώς, χωρίς διάθεση επιθετική, πιστεύοντας μάλιστα ότι μπορούν και να τον βοηθήσουν αν χρειάζεται κάτι, όμως η σιωπή του και η αδιαφορία του τους ταράζει, τον θεωρούν ύποπτο, επικίνδυνο· Αυτός ο «γελοίος άνθρωπος που συνεχίζει να τρέχει με το κορμί κορδωμένο» νιώθουν να τους απειλεί… Τον θεωρούν φυγά, λιποτάκτη, δολοφόνο μέχρι και κατάσκοπο, καθώς η φαντασία καλπάζει. Μπαίνουν λοιπόν σ’ έναν ρόλο κυνηγού, αδικαιολόγητο ουσιαστικά, με τη βεβαιότητα ωστόσο ότι απειλείται η ίδια η ύπαρξή τους από έναν ακατανόητο εχθρό. Τα συναισθήματα βέβαια αλλάζουν (περιέργεια, κίνδυνος, γινάτι, οργή, μίσος). Κάποιον άραγε κυνηγάει, ή από κάποιον προσπαθεί να ξεφύγει;
Η αφήγηση γίνεται πρωτοπρόσωπη όταν μιλούν οι διώκτες (βασικά ο ένας από τους δύο, ανώνυμος κι αυτός -μόνο για τον σύντροφό του μαθαίνουμε ότι λέγεται Γιάκοβ), στην πορεία όμως τους συντροφεύουν κι άλλοι, όπως ένας τσοπάνης, ο δασονόμος, οι οποίοι προστίθενται σαν τα σκυλιά σ’ αυτό το ζωώδες κυνηγητό του ήρωά μας, ο δε δασονόμος επεμβαίνει σθεναρά, με το κύρος της εξουσίας: «αυτός ο άνθρωπος ανήκει μόνο σε μένα»!!!
Όταν όμως γίνεται αναφορά στον κεντρικό πρωταγωνιστή, δηλαδή το θύμα/θήραμα/διωκόμενο, η αφήγηση γίνεται απρόσωπη, δηλαδή τριτοπρόσωπη, αυτή που ονομάζεται του «παντογνώστη αφηγητή», παρόλο που εδώ αυτός ο παντογνώστης συγγραφέας εισχωρεί βαθιά μέσα στον προσωπικό, συναισθηματικό κόσμο του ευάλωτου υποκειμένου. Μαθαίνουμε λοιπόν ότι ο ήρωας είναι σχετικά ηλικιωμένος, κι επιστρέφει με το τρένο στο Μαυροβούνιο, στην Ποντγκόριτσα (πατρίδα του συγγραφέα, παρεμπιπτόντως), μετά από πολλά χρόνια, τόσα πολλά που δεν περιμένει ότι θα υπάρχει κάποιος εκεί για να τον θυμάται… Είναι όμως η ιδιαίτερη πατρίδα του... και οι τρεις «ψυχρές λατινικές λέξεις» που του πρόφερε ο γιατρός του και του έδωσαν πολύ στενό περιθώριο ζωής, τον ώθησαν να πάρει την απόφαση να πεθάνει στη γενέτειρά του. Γρήγορα ωστόσο αποφασίζει να κατέβει απ’ το τρένο μέσα στη νύχτα, στο σκοτάδι και στην ερημιά και να πάρει με βιάση τον δρόμο προς το βουνό της, τις κορφές της Πρεκόρνιτσα (δεν ήξερε ούτε πού βρισκόταν ούτε προς τα πού θα πήγαινε, μα ούτε και τι θα έκανε. Ήξερε μονάχα ότι δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά εκείνα τα μικρά χωριά του Μαυροβουνίου, στα οποία κάποτε έτυχε να υποφέρει κα να νιώσει ευτυχισμένος).
Ο «φυγάς», μόλις αντιλαμβάνεται τους δύο κατασκηνωτές ότι τον κυνηγούν σκόπιμα, διατρέχεται από διάφορα συναισθήματα, από ανησυχία, πανικό μέχρι αδιαφορία που του δίνουν το θάρρος να σταματήσει και να τους ρωτήσει (με ποιο δικαίωμα επεμβαίνουν στη ζωή του, δηλαδή στον θάνατό του), όμως τελικά η δύναμη της αδράνειας τον σπρώχνει προς το δάσος όπου είναι πιο προστατευμένος αντλώντας δύναμη από την πιο βαθιά και πιο όμορφη απόγνωση που ένιωσε ποτέ. Έχει σποραδικά την πολυτέλεια χρόνου να συνειδητοποιήσει τη ζωή του, πόσες μέρες, ώρες και λεπτά του απομένουν και αποφασίζει ότι αυτό δεν ήταν και τόσο λίγο, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι θα ζούσε καθεμιά απ’ αυτές τις στιγμές με όλο του το είναι…
Η πρώτη αλήθεια είναι ο θάνατος.
Απομένει να μάθουμε ποια είναι η τελευταία.
Οδυσσέας Ελύτης, «Ανοιχτά χαρτιά»
Δεν αργεί ο αναγνώστης να αντιληφθεί ότι αυτό που καταδιώκει τον κεντρικό μας ήρωα είναι ουσιαστικά το νόημα της ζωής του, η ιδέα του θανάτου, τέλος ο ίδιος ο θάνατος· κι έτσι καθώς το ζωώδες ένστικτο της επιβίωσης τον ωθεί όλο και πιο μακριά, στο οριακό μεταίχμιο της ζωής, η συνείδηση διανοίγεται και η αίσθηση του χώρου και του χρόνου διευρύνονται. Όχι, δεν θέλει να το σκάσει από τον κόσμο αλλά να αποδράσει απ’ όλα όσα συνέδεαν ακόμα την ψυχή του με τη ζωή/στην πραγματικότητα προσπαθούσε να αποδράσει από τον ίδιο του τον εαυτό. Οι μεταλλαγές της συνείδησής του καθώς τρέχει, κρύβεται, σταματά και αφουγκράζεται, ή τέλος καταφέρνει να ξεφύγει από τους παράδοξους διώκτες του, αρχίζουν και τον οδηγούν σε ένα επίπεδο πιο μεταφυσικό. Από ένα σημείο και μετά βλέπουμε την αγωνία ή μάλλον τη γαλήνη της ψυχής του, όταν πια «μαθαίνει» να αποδέχεται τον επικείμενο θάνατο. Μια λαχτάρα για τη ζωή και τις ομορφιές της, τη θάλασσα, τα κύματα, τα βράχια τις μυρωδιές τον κατακλύζουν, και φυσικά, έτσι που βρίσκεται πια σε άλλο επίπεδο, έχει ξεχάσει πια το αλλοπρόσαλλο έξαλλο τσούρμο που τον αναζητά. Ένα χαμόγελο απλώνεται στο πρόσωπό του καθώς εικόνες από την παιδική ηλικία, από την οικογένεια κι απ’ τη ζωή του όλη έρχονται απρόσκλητες, ενώ καινούργια έντονα συναισθήματα, πρωτόγνωρα τον καταλαμβάνουν, μια καινούρια προγονική δύναμη. Η μοναχική πορεία του ανώνυμου, κεντρικού ήρωα καταλήγει σ’ ένα απίθανο κρεσέντο και συνιστά μια αλληγορία του Ανθρώπου (με άλφα κεφαλαίο), που όταν χτυπά η καμπάνα του θανάτου παίρνει τον δρόμο χωρίς επιστροφή, ένα δρόμο που αναπόφευκτα τον διατρέχει μέσα από ένα ευρύ φάσμα συναισθημάτων και ακραίων συνειδητοποιήσεων:
Ξαφνικά αντικατοπτρίστηκε με τρομακτική σαφήνεια, και σαν να επρόκειτο για κάποιον πίνακα πολύ κοντά του, με λάθος γραμμές και αταίριαστα χρώματα, τρεμόπαιξε μπροστά στα μάτια του, αποκαλύπτοντάς του αναπάντεχα ότι το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης βρισκόταν πρωτίστως στην αγάπη και στην ομορφιά, δηλαδή σε όλα εκείνα που δεν υπήρχαν στην ήδη θολή και άσχημη εικόνα της ζωής του.
Χριστίνα Παπαγγελή
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου