Κυριακή, Απριλίου 22, 2007

Μακ Κορτ Φρανκ, Ο δάσκαλος

Συναρπαστικό από τις πρώτες σειρές και ως προς το γράψιμο, αλλά και ως προς το περιεχόμενο, ιδιαίτερα για τους εκπαιδευτικούς, εφόσον πρόκειται για την άμεση καταγραφή των βιωμάτων τoύ ιρλανδικής καταγωγής συγγραφέα, ως καθηγητή της αγγλικής σε διάφορα δημόσια –κυρίως- λύκεια της Νέας Υόρκης. «Είναι μακρύς ο δρόμος της παιδαγωγίας» επιγράφεται το πρώτο κεφάλαιο, και δεν ξέρω αν είναι σκόπιμα μεταφρασμένο έτσι, πάντως είναι χαρακτηριστικός ο τίτλος για να δηλώνει την οπτική γωνία. Για του λόγου το αληθές, οι πρώτες γραμμές:
Έρχονται.
Και δεν είμαι έτοιμος.
Πώς θα μπορούσα;
Είμαι καινούριος δάσκαλος και τώρα μαθαίνω τη δουλειά.

Την πρώτη μέρα της διδασκαλικής μου σταδιοδρομίας, λίγο έλειψε να με απολύσουν επειδή έφαγα το σάντουιτς ενός μαθητή. Τη δεύτερη μέρα λίγο έλειψε να με απολύσουν επειδή αναφέρθηκα στο ενδεχόμενο φιλίας μ’ ένα πρόβατο. Κατά τα’ άλλα, δεν υπήρξε τίποτα αξιοπρόσεκτο στα τριάντα χρόνια που πέρασα μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας των λυκείων της Νέας Υόρκης. Συχνά αμφέβαλλα αν έπρεπε να βρίσκομαι εκεί. Στο τέλος, απόρησα πώς άντεξα τόσο πολύ.
Ακολουθεί η ξεκαρδιστική περιγραφή των επεισοδίων αυτών σε προσωπικό, εξομολογητικό τόνο, σαν κάποιος που μιλά βέβαια για τα βιώματά του όπως τα θυμάται μετά από τριάντα χρόνια. Η χρονική αυτή απόσταση, επιτρέπει στον ήρωα ν’ αυτοσατιρίζεται ή να σαρκάζει τις εξωφρενικές καταστάσεις που αντιμετωπίζει, [που ισχύουν ανά τον κόσμο στα σχολεία, και δή στα δημόσια σχολεία και μάλιστα τα επαγγελματικά](Για τον θεό άνθρωπέ μου. Δεν χρειάζεσαι παραγράφους σ’ ένα μηχανουργείο αυτοκινήτων). Έτσι, oi ξεκαρδιστικές πρώτες 50 σελίδες είναι απλώς η εισαγωγή σε μια γλυκόπικρη θεώρηση του θέματος, εφόσον ο συμπαθέστατος Φρανκ Κορτ είναι ένας «loser», ένας εκ γενετής περιθωριακός (διαφωτιστικό το αυτοβιογραφικό του έργο «Οι στάχτες της Άντζελα» που γυρίστηκε και ταινία) και δεν κάνει τίποτα για να μας πείσει ότι είναι σωστός ή δικαιολογημένος, γιατί κι ο ίδιος φαίνεται να «μαθαίνει», να κοινωνικοποιείται μέσα σ΄έναν κόσμο που του φαίνεται παράλογος, ξένος. Έτσι τον βλέπουμε να αποκλίνει από την πεπατημένη, να καθηλώνει την τάξη με το να αφηγείται ιστορίες από τη ζωή του και να μην κάνει το προβλεπόμενο μάθημα.
(σελ. 103):
Αν υψώσεις τον τόνο της φωνής ή τους αποπάρεις, τους χάνεις. Αν σου ανταποδώσουν το χτύπημα με τη σιωπή τους, έχεις ξοφλήσει μέσα στην τάξη. Οι εκφράσεις αλλάζουν κι έχουν έναν μοναδικό τρόπο να σκληραίνουν τα μάτια τους. Πες τους ν’ ανοίξουν τα τετράδιά τους. Καρφώνουν το βλέμμα τους στο άπειρο. Δεν βιάζονται. Καλά, θ’ ανοίξουν τα τετράδιά τους. (…)Εσύ ρωτάς, Υπάρχουν απορίες; Κι ολόγυρά σου στην αίθουσα αντικρίζεις εκείνο το αθώο βλέμμα. Στέκεσαι όρθιος και περιμένεις. Ξέρουν ότι είναι μια αναμέτρηση σαράντα λεπτών, εσύ εναντίον αυτών, τριάντα τεσσάρων Νεοϋρκέζων εφήβων, των μελλοντικών μηχανικών και τεχνιτών της Αμερικής.

Η βροχή αλλάζει την ατμόσφαιρα του σχολείου, σιγάζει τα πάντα. Οι μαθητές της πρώτης ώρας μπαίνουν σιωπηλοί. Ένας δυο λένε καλημέρα. Τινάζουν τα μπουφάν τους να διώξουν τις σταγόνες. Είναι σε κατάσταση ονείρου. (…) Κανένας δεν παραπονιέται, δεν προκαλεί, δεν αντιμιλά. Η βροχή είναι μαγική. Η βροχή είναι βασιλιάς. Αφέσου στον ρυθμό της δάσκαλε. Μη βιάζεσαι. Χαμήλωσε τη φωνή σου. Ούτε που να το σκεφτείς να διδάξεις αγγλικά. Ξέχνα τις παρουσίες. Αυτό είναι το κλίμα που επικρατεί σ’ ένα σπίτι ύστερα από κηδεία. Σήμερα δεν έχει πομπώδεις τίτλους. Η βροχή κροταλίζει πάνω στα τζάμια. Κάθισε στην έδρα σου κι άσε την ώρα να κυλήσει. Ένα κορίτσι σηκώνει το χέρι του. Λέει, Κύριε Μακ-Κορτ ερωτευτήκατε ποτέ σας; Είσαι καινούριος στο επάγγελμα, αλλά ήδη ξέρεις πως όταν κάνουν τέτοιες ερωτήσεις σκέφτονται τον εαυτό τους. Λες, ναι.
Έτσι, λοιπόν, από μια έμφυτη ταπεινοσύνη (;), μια αν-αρχική αντίληψη για τη ζωή αλλά και μια γνήσια αίσθηση του ουσιαστικού, ο Κορτ «προσαρμόζεται» στο ρυθμό, δε βιάζεται. Δεν προβάλλεται, δεν υπερασπίζεται τίποτα, ζει τα λάθη του, κάνει σκληρή κριτική μερικές φορές στον εαυτό του (Δεν υπάρχει σεβασμός για τους δασκάλους που σε στέλνουν στο γραφείο του διευθυντή ή καλούν τους γονείς σου. Αν δεν μπορείς να χειριστείς μόνος σου τα προβλήματα της τάξης, ας μη γινόσουν δάσκαλος) και τις αντιφάσεις του, παραδέχεται πολλές φορές ότι «είναι ένας ηττημένος». Κάνει ένα μάθημα αντισυμβατικό, όχι γιατί διατυμπανίζει καμιά θεωρία, αλλά γιατί … δεν μπορεί να κάνει αλλιώς! Η ζωή αλλά και ο ίδιος του ο εαυτός τον φέρνουν προ εκπλήξεων, ή τουλάχιστον έτσι τα προσλαμβάνει.
(σελ. 61):
-Γιατί ο Σαίξπηρ έπρεπε να γράφει σ’ εκείνη την παλιά γλώσσα που κανένας δεν μπορούσε να την καταλάβει; Γιατί;
Δεν μπορούσα ν’ απαντήσω. Οι μαθητές μου ξαναρώτησαν, Γιατί; Ένιωθα παγιδευμένος, αλλά το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να τους πω ότι δεν γνώριζα. Αν περίμεναν, θα προσπαθούσα να βρω την απάντηση. Κοιτάχτηκαν. Ο δάσκαλος δεν γνωρίζει; Πώς γίνεται αυτό; Είναι πραγματικός; Πώς κατάφερε να γίνει δάσκαλος;
Και στη σελίδα 285:
Ίσως σε παίρνει να ξεγελάσεις κάποια απ’ τα παιδιά για λίγο, όμως, σε γενικές γραμμές, ξέρουν πότε φοράς μάσκα, κι εσύ ξέρεις ότι το ξέρουν. Σε αναγκάζουν να είσαι αληθινός. Αν φάσκεις και αντιφάσκεις, φωνάζουν, Ε, άλλα μας έλεγες την προηγούμενη βδομάδα. Βρίσκεσαι αντιμέτωπος με χρόνια πείρας και με τη συλλογική τους αλήθεια, κι αν επιμείνεις να κρύβεσαι πίσω από τη μάσκα του δασκάλου, τους χάνεις. Ακόμα κι αν οι ίδιοι κοροϊδεύουν τον εαυτό τους και τον κόσμο, από τον δάσκαλο περιμένουν ειλικρίνεια.
Όταν γνώρισε τον συγγραφέα Έντουαρτ Ντάλμπεργκ με την προσδοκία (της φιλενάδας του) να τον βοηθήσει να πάρει διδακτορικό:
(σελ. 153):
Ήμουν μπερδεμένος κι αναρωτιόμουν γιατί έπρεπε να φερθεί έτσι ο Ντ. Ήταν ανάγκη να εξευτελίσει ένεα άγνωστο; Και γιατί εγώ το ανέχτηκα;
Επειδή είχα λιγότερη αυτοπεποίθηση κι από το τσόφλι ενός αυγού. Εκείνος ήταν εξήντα χρονών, εγώ τριάντα. Ήμουν σαν κάποιον που μόλις έφτασε στον πολιτισμό από τη ζούγκλα. Ποτέ δεν θα αισθανόμουν άνετα στους λογοτεχνικούς κύκλους. Ήμουν σαν το ψάρι έξω από το νερό και υπερβολικά αδαής για ν’ ανήκω σε κείνην την ομάδα θαυμαστών που μπορούσαν με τόση ευκολία να ξεφουρνίζουν ονόματα του λογοτεχνικού στερεώματος στον Ντ.
(σελ. 229):
Είχα ζαλιστεί απ’ την σαμπάνια κι όταν το πλοίο άρχισε ν’ απομακρύνεται από την προβλήτα κουνούσα το χέρι χωρίς να ξέρω τι χαιρετάω. Αυτή ήταν η ζωή, μου, συλλογίστηκα. Να κουνάω το χέρι χωρίς να ξέρω τι χαιρετάω.
Τα επεισόδια όμως της σχολικής ζωής του δασκάλου δεν είναι μόνο ιστορίες ηττοπάθειας. Μέσα στην αμηχανία και την προσπάθεια προσαρμογής, επινοεί μοναδικούς τρόπους «παιδαγωγίας», όπως η εξάσκηση στο να γράφουν τα παιδιά δικαιολογητικά σημειώματα και η μουσική επένδυση των συνταγών μαγειρικής στο μάθημα της δημιουργικής γραφής! Η περιγραφή της τελικής εκδήλωσης είναι εκπληκτική (Υπήρχε κάτι στα χοιρινά μπριζολάκια που ζητούσε τη συνοδεία της φυσαρμόνικας, και ήταν εκπληκτικό, τώρα που τον σκέφτονταν, το πώς μπορούσες να σκεφτείς ένα μουσικό όργανο που να ταιριάζει με το κάθε φαγητό. Μάγκα μου, αυτή η εμπειρία σε καλούσε ν’ αναπτύξεις έναν νέο τρόπο σκέψης).
Παρακάτω:
Μην ανησυχείτε για το «πραγματικό» νόημα του ποιήματος. Ακόμα κι ο ποιητής δεν θα ξέρει ποιο είναι. Όταν διαβάσατε αυτό το ποίημα, ή κάτι συνέβη ή δεν συνέβη τίποτα.
(σελ. 348):
Μου υπενθύμισε ότι θα χρησιμοποιούσε τη γλώσσα του δρόμου και μήπως είχα πρόβλημα;
Εγώ είπα, Τίποτα από τα ανθρώπινα δεν μου είναι ξένο, και πρόσθεσα ότι δεν μπορούσα να θυμηθώ από ποιον Ρώσο συγγραφέα το είχα πάρει.

Καθώς το βιβλίο προχωρά προς το τέλος του, νιώθουμε ότι κι ο Φρανκ έχει πια ωριμάσει, έχει αποκτήσει αυτοπεποίθηση, και οι αποκλίνουσες επιλογές του είναι πιο συνειδητές. Αποκορύφωμα οι σελίδες 352-4:
Οι σοβαροί μαθητές σηκώνουν το χέρι και ρωτάνε πώς θ’ αξιολογήσω την απόδοσή τους για να τους βάλω βαθμό. Στο κάτω-κάτω, δεν τους βάζω τα συνηθισμένα τεστ: ούτε ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής· ούτε ασκήσεις με δυο στήλες λέξεων κλπ (…)
Εγώ λέω στους σοβαρούς μαθητές, Ν’ αξιολογείτε μόνοι σας τον εαυτό σας.
Το κάνετε όλη την ώρα. Όλοι το κάνουμε. Τελούμε σε συνεχή διαδικασία αυτοαξιολόγησης. Έλεγχος συνειδήσεως, λέτε στον εαυτό σας, ειλικρινά, Έμαθα τίποτα διαβάζοντας συνταγές μαγειρικής σαν να ήταν ποίηση, συζητώντας τη Μικρή Μπο Πηπ σαν να ήταν στροφή από ποίημα του Έλιοτ, κλπ (…)
Οι σοβαροί μαθητές δεν είναι ικανοποιημένοι. Αντιτείνουν ότι σε άλλες τάξεις ο δάσκαλος σου λέει ό, τι υποτίθεται πως πρέπει να ξέρεις. Ο δάσκαλος σου το διδάσκει κι εσύ υποτίθεται ότι το μαθαίνεις. Ύστερα ο δάσκαλος σου βάζει ένα τεστ και παίρνεις τον βαθμό που σου αξίζει.
Οι σοβαροί μαθητές λένε ότι νιώθεις ικανοποίηση όταν γνωρίζεις εκ των προτέρων τι πρέπει να ξέρεις, ώστε να μπορείς να στρωθείς στη μελέτη και να το μάθεις. Λένε, Σ’ αυτήν την τάξη ποτέ δεν ξέρεις τι πρέπει να ξέρεις, οπότε πώς μπορείς να μελετήσεις και πώς είναι δυνατόν να αξιολογήσεις τον εαυτό σου; Σ’ αυτήν την τάξη ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου προκύψει απ’ τη μια μέρα στην άλλη.
(…)
Εδώ είναι που ο δάσκαλος σοβαρεύει και θέτει το Μέγα Ερώτημα: Τι είναι μόρφωση, σε τελευταία ανάλυση; Τι κάνουμε σ΄ αυτό το σχολειό; Μπορείτε να πείτε ότι προσπαθείτε ν’ αποφοιτήσετε, ώστε να πάτε στο κολλέγιο και να προετοιμαστείτε για μια επαγγελματική σταδιοδρομία. Όμως, φίλοι μου, και συνοδοιπόροι μου στο δρόμο της γνώσης, η μόρφωση είναι κάτι περισσότερο απ’ αυτό. Χρειάστηκε κι εγώ να θέσω στον εαυτό μου το ερώτημα τι στην ευχή κάνω μέσα σ’ αυτή την αίθουσα. Επεξεργάστηκα μια εξίσωση, για προσωπική μου χρήση. Στην αριστερή πλευρά του μαυροπίνακα γράφω ένα κεφαλαίο Φ, στη δεξιά ένα κεφαλαίο Ε. τραβάω ένα βέλος από τα’ αριστερά προς τα δεξιά, από το ΦΟΒΟ προς την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.
Δεν νομίζω ότι κανένας μας κατορθώνει ποτέ να φτάσει στην τέλεια ελευθερία, όμως αυτό που εγώ προσπαθώ να κάνω μαζί σας είναι να ξορκίσω τον φόβο και να τον διώξω σε μια απόμερη γωνιά.
Ο κίνδυνος σ’ αυτά τα βιβλία, όπου πρωταγωνιστεί ένας δάσκαλος και καταθέτει τις εμπειρίες του (όπως και τα ψυχολογικά βιβλία με αφηγητή κάποιον ψυχαναλυτή ή ψυχίατρο, φερειπείν του Γιάλομ) είναι ότι είναι πολύ δύσκολο να μην υπάρχει, έστω κι έμμεσα, κάποιος διδακτισμός. Αυτό πιστεύω ότι το πέτυχε ο Κορτ, ως δάσκαλος και ως συγγραφέας, λόγω του αντι-ηρωικού του χαρακτήρα, κι αν προς το τέλος το απόσταγμα της εμπειρίας του παρουσιάζεται σαν θέσφατο (μιλώ για το τελευταίο απόσπασμα που παρέθεσα), ωστόσο προκύπτει «επαγωγικά», δηλαδή ήδη έχει πειστεί ο αναγνώστης για το κύρος των λόγων του.

Χριστίνα Παπαγγελή

1 σχόλιο:

Κατερίνα Π. είπε...

παρηγοριά για τους δασκάλους αυτό το βιβλίο!