Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα το όραμα της μεγάλης. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα το όραμα της μεγάλης. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Μαΐου 09, 2008

489 λέξεις για «Το όραμα της ''μεγάλης Μακεδονίας'', παρατηρήσεις στα νέα σχολικά εγχειρίδια των Σκοπίων», του Ευάγγελου Κωφού

Το βιβλίο του Ε. Κωφού εκδόθηκε το 1994 στη Θεσσαλονίκη από το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα και αποτελεί την πρώτη συστηματική προσπάθεια να μελετηθούν τα σχολικά βιβλία της γειτονικής χώρας. Ο υπότιτλός του είναι σαφής: «παρατηρήσεις στα νέα σχολικά εγχειρίδια των Σκοπίων». Δώδεκα χρόνια μετά η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών εξέδωσε το «Μακεδονισμός, ο ιμπεριαλισμός των Σκοπίων 1944-2006» που ήδη παρουσιάστηκε στο http://anagnosi.blogspot.com/2008/05/717-1944-2006.html

Η μελέτη του Ε. Κωφού φαίνεται να χαρακτηρίζεται από διαφορετικό πνεύμα, είναι ενδεικτικό ότι ο συγγραφέας ανάμεσα στα άλλα, καταλήγει: «Μακάρι, επίσης, οι επισημάνσεις αυτές να διαπεράσουν τα τείχη της αδιαλλαξίας που ορθώνονται ολοένα και πιο ψηλά από όλες τις κατευθύνσεις, ακόμα και στο εσωτερικό της δικής μας χώρας, συρρικνώνοντας ατραπούς επικοινωνίας και διαλόγου, με αποτέλεσμα το έδαφος να μένει ανεξέλεγκτο σε όσους αρέσκονται σε κραυγές και συνθηματολογίες. Το θέμα όμως της διάπλασης και της ενημέρωσης των νέων γενεών –είτε μέσα από τα σχολικά εγχειρίδια είτε με τη μορφή μαζικών κινητοποιήσεων και διαδηλώσεων μαθητών-είναι πολύ σοβαρό για να αφεθεί σε χέρια φανατικών. Όπου κι αν βρίσκονται αυτοί». (σελ. 34)

Το βιβλίο είναι μικρό (μόλις 35 σελίδες) αλλά ουσιώδες. Γίνεται προσπάθεια να διερευνηθεί η διαδικασία συγκρότησης εθνικής συνείδησης μέσα από τη διδασκαλία εγχειριδίων ιστορίας και γεωγραφίας, επίσης (να διερευνηθεί) η σχέση αυτής της διαδικασίας με την καλλιέργεια Μεγάλης Ιδέας και αλυτρωτικών διαθέσεων. Δεν τίθεται, όμως, το ερώτημα πόσο αναγκαία είναι η ύπαρξη Μεγάλης Ιδέας κατά τη διαδικασία εθνογένεσης.

Πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με τον συγγραφέα τα σχολικά εγχειρίδια προωθούν την ιδεολογία του ''μακεδονισμού'' σε δύο επίπεδα. Κατά πρώτο λόγο εμπεδώνεται η ιδέα του οικείου γεωγραφικού χώρου με αναπαραγωγή ''γεωγραφικών-εθνικών'' συνόρων που εύκολα μπορούν να εκληφθούν ως κρατικά σύνορα. Ακολούθως έχουμε την καλλιέργεια ιστορικού και πολιτιστικού μεγαλοϊδεατισμού. Αυτό επιτυγχάνεται με την ιδιοποίηση του παρελθόντος, αυτή ξεκινά από τα αρχαία χρόνια. Η Ελλάδα περιορίζεται έως τη Θεσσαλία και την Ήπειρο και ο πολιτισμός που αναπτύχθηκε στο γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας θεωρείται κάτι διαφορετικό. Στη συνέχεια έχουμε το δεύερο στάδιο του εκσλαβισμού της Μακεδονίας με την έλευση των Σλάβων κατά τον 6ο – 7ο αι. μΧ. Τότε τίθενται οι βάσεις του ''μακεδονικού'' λαού. Στην τρίτη ιστορική περίοδο έχουμε τη παρουσίαση των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, περίοδο κατά την οποία διαμορφώνεται η ''μακεδονική'' εθνική συνείδηση. Όλα τα γεγονότα που εκτιλύχθηκαν στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας ''μακεδονοποιούνται''. Η οπτική που προωθείται είναι κοινή με την βουλγαρική ή , αργότερα κατά τον 19ο αι. απόλυτα ''μακεδονική'' χωρίς να αναγνωρίζεται κανείς Βούλγαρος σε μακεδονικό έδαφος. Η πολιτισμική παρουσία των Eλλήνων αποσιωπάται με το τέχνασμα της ''μακεδονικής κουλτούρας'' χωρίς αναφορά στους ανθρώπους που είναι φορείς της. Τέλος, η τελευταία περίοδος μετά τον Β’ π. π. είναι η πορεία προς την ανεξαρτησία. Ο τρόπος παρουσίασης γίνεται με εμβόλιμα κεφάλαια για το ''Αιγαιατικό τμήμα της Μακεδονίας'' και το ''τμήμα Πιρίν της Μακεδονίας'' . Αυτό και μόνο καταδεικνύει την καλλιέργεια αλυτρωτικών αισθημάτων στους μαθητές.

Το ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη μελέτη είναι μεγαλύτερο αν λάβουμε υπόψη ότι ο συγγραφέας υπήρξε για περισσότερο από τριάντα χρόνια εμπειρογνώμονας του Υπουργείου Εξωτερικών για ζητήματα σχετικά με την Μακεδονία.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 18, 2014

Επιχείρηση ζάχαρη, Ίαν Μακ Γιούαν (Sweet tooth)

Δεν ήταν, ή δεν ήταν μόνο μια ολέθρια προδοσία, μια προσωπική καταστροφή. Η προσβολή με είχε απασχολήσει τόσο ώστε δεν είχα διακρίνει αυτό που πραγματικά ήταν – μια ευκαιρία, ένα δώρο.  Ήμουν ένας μυθιστοριογράφος χωρίς μυθιστόρημα  και τώρα η τύχη μου είχε ρίξει στον δρόμο μου, ένα νόστιμο κόκαλο,
το γυμνό περίγραμμα μιας απίστευτης ιστορίας.
Κι εμείς, οι αναγνώστες του βιβλίου διαβάζουμε αυτή την απίστευτη ιστορία; Την ιστορία δηλαδή που γράφει πυρετωδώς ο νεαρός εξαπατημένος συγγραφέας, εραστής της πρωταγωνίστριας/αφηγήτριας, μόλις αποκάλυψε την απροσμέτρητη προδοσία σε βάρος του; Μάλλον, τουλάχιστον ένα μέρος της! Μόνο που αυτό το ανακαλύπτουμε κι εμείς στο τέλος, γιατί στις τελευταίες σελίδες ο πραγματικός συγγραφέας, ο Μακ Γιούαν δηλαδή, μας επιφυλάσσει μια μεγάλη ανατροπή.
Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί τεκμηριωμένα ότι πρωταγωνιστής είναι ουσιαστικά η λογοτεχνία∙  το πάθος για διάβασμα, το πάθος για γράψιμο. Η πρωταγωνίστρια και αφηγήτρια  είναι μια νεαρή αποτυχημένη μαθηματικός που ουσιαστικά ήθελε να σπουδάσει αγγλική φιλολογία. Μια «ταχυαναγνώστρια» που αγαπά  τη λογοτεχνία και ρουφά κυριολεκτικά τα βιβλία. Δε βλέπει φιλολογικά όμως το πράγμα, η αναγνωστική της δίψα είναι μια ανάγκη πιο άμεση, πιο ζωτική (οι ανάγκες μου ήταν απλές. Δε με πολυαπασχολούσε το θέμα ή οι εύστοχες φράσεις και πηδούσα τις εκλεπτυσμένες περιγραφές του καιρού, των τοπίων ή των εσωτερικών χώρων. Ήθελα χαρακτήρες πειστικούς και ήθελα ο συγγραφέας να μου εξάπτει την περιέργεια για το τι επρόκειτο να τους συμβεί). Μάλιστα οι φίλες της που σπούδαζαν φιλολογία γελάνε με τις επιλογές της, όμως, όπως λέει η ίδια, εκείνα τα βιβλία προετοίμασαν την καριέρα της στις μυστικές υπηρεσίες.
Πώς η πηγαία αγάπη της Σερίνα για τη λογοτεχνία την οδηγεί στη μυστική ασφάλεια των βρετανών, τη Μ15, όπου προσλαμβάνεται μετά από την παρότρυνση του αρκετά μεγαλύτερου σε ηλικία ερωτικού της συντρόφου Τόνυ Κάννινγκ; Κατά το «εικός και αναγκαίον»! Ο Γιούαν βάζει την ηρωίδα του -ένα έξυπνο και εντυπωσιακό σε εμφάνιση αλλά άπραγο κορίτσι-  να αφηγείται με εξομολογητική διεισδυτικότητα όλα τα βήματα που την οδήγησαν σε μια καταστροφική αυτοπαγίδευση: τη συμμετοχή της σε μια φοιτητική φυλλάδα με κριτικές σε βιβλία, απ όπου την έδιωξαν επειδή τα βιβλία που διάβαζε (π.χ. Το μηδέν και το άπειρο του Άρθουρ Καίστλερ, Το αρχιπέλαγο Γκουλάγκ, του Σολζενίτσιν, Η επικίνδυνη στροφή του Ναμπόκοφ, το 1984 του Όργουελ) είχαν «παρασοβαρέψει», το ίδιο  και οι κριτικές της∙  τις ερωτικές της σχέσεις και κυρίως τη σχέση της με τον Τόνυ, καθηγητή ιστορίας , που, πεισμένος για την αντισοβιετική και ψυχροπολεμική ιδεολογία της Σερίνα, την ωθεί στο να ασχοληθεί με τα προβλήματα της εποχής, να έχει άποψη, και να δώσει εξετάσεις στη Μυστική Υπηρεσία∙ την πρόσληψή της στη Μ15 που της εξασφαλίζει μια σταθερή δουλειά (μπορούσα να ανακοινώσω στους γονείς μου ότι είχα μια αξιοπρεπή δημοσιοϋπαλληλική θέση στο τμήμα Υγείας και Κοινωνικής Ασφάλισης∙ τη συμμετοχή της στην «Επιχείρηση ζάχαρη», ένα σχέδιο των μυστικών υπηρεσιών για να προωθήσουν την κουλτούρα και να καλλιεργήσουν το σωστό είδος διανοουμένων (!)∙ τον έρωτα ανάμεσα σ εκείνη και τον υποψήφιο νεαρό συγγραφέα/ θύμα, τον Τομ Χάλεϋ (πώς μπορείς ν αγαπήσεις έναν άνθρωπο μέσα από τα διηγήματά του;),  τα ψέματα που αναγκάζεται να λέει. Και ύστερα ο… γκρεμός, το αδιέξοδο, η καταστροφική ντροπή μπροστά στη γελοιοποίηση και των δύο όταν γίνεται γνωστό ότι το βραβείο Όστεν, που ποτέ δεν είχε δοθεί σε πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα, δόθηκε σε κάποιον που έπαιρνε επιχορήγηση από τη μυστική ασφάλεια! Η προδοσία που σκοτώνει τον έρωτα…
Τέλος,  ποιος είπε ότι η ποίηση δεν προκαλεί κανένα γεγονός;

Το ενδιαφέρον που προκαλεί στον αναγνώστη η μυθιστορηματική πλοκή  (σε συνδυασμό βέβαια με το εγγυημένο ύφος του Μακ Γιούαν) είναι πολυδιάστατο:
·              Αρχικά, μας μεταφέρει στην καρδιά της δεκαετίας του ’70, κάτω από μια… ασυνήθιστη οπτική (την οπτική των στελεχών της Μ15, φιλτραρισμένη βέβαια μέσα από τα μάτια μιας καλοπροαίρετης συνηθισμένης κοπέλας) είναι η δεκαετία όπου φτάνει στο αποκορύφωμα ο ψυχρός πόλεμος, η δεκαετία των απεργιών, των διαδηλώσεων  και των εξεγέρσεων του ΙΡΑ. Της σοβιετικής/κομμουνιστικής απειλής αλλά και του πολέμου του Γιομ Κιπούρ στο Ισραήλ, των ερυθρών ταξιαρχιών, της πυρηνικής απειλής, των μπητλς, των χίππις. Η νέα απειλή ήταν η τρομοκρατία. Δεν ήταν μόνο ο ΙΡΑ, ή οι διάφορες παλαιστινιακές ομάδες. Οι παράνομες αναρχικές   οργανώσεις και οι αριστερίστικοι πυρήνες στην ηπειρωτική Ευρώπη ήδη έβαζαν βόμβες και απήγαν πολιτικούς και βιομηχάνους. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες, η Ομάδα Μπάαντερ Μάιχοφ, οι Τουπαμάρος και αντίστοιχες οργανώσεις στη Λατινική Αμερική, ο Συμβιωτικός Απελευθερωτικός Στρατός  στις ΗΠΑ- αυτοί οι διψασμένοι για αίμα μηδενιστές και ναρκισσιστές ήταν πολύ καλά διασυνδεδεμένοι διεθνώς και σύντομα θα αντιπροσώπευαν και εδώ μια εσωτερική απειλή.
            Βλέπουμε το μηχανισμό των Μυστικών Υπηρεσιών, που ανταγωνίζονται η μια την άλλη (αρχής γενομένης από τις ΗΠΑ) όχι μόνο να επιβληθούν στρατιωτικά μέσα στο ψυχροπολεμικό κλίμα, αλλά να επιβάλουν μια κουλτούρα. [1] Μέσα σ αυτό το κλίμα, η μικρή χλωμή τσιλιβίθρα φιλοδοξεί να σώσει το ετοιμόρροπο κράτος. Βέβαια, αρχικά δεν προσλαμβάνεται σε κάποια θέση αξιωματούχου, όπως ήλπιζε… Όπως ακριβώς ένας νεοσύλλεκτος υποχρεώνεται να αποδεχτεί την καινούρια του ζωή ξεφλουδίζοντας πατάτες και τρίβοντας το προαύλιο με οδοντόβουρτσα, έτσι κι εγώ πέρασα τους πρώτους μου μήνες συνθέτοντας καταλόγους των μελών των επαρχιακών οργανώσεων του Κομμουνιστικού Κόμματος της Μεγάλης  Βρετανίας και φακελώνοντας όποιον δεν είχε ήδη φακελωθεί.
Η Σερίνα όμως, λόγω της σχέσης της με τη λογοτεχνία και της εντυπωσιακής της εμφάνισης,  γρήγορα κρίνεται ότι είναι το κατάλληλο άτομο να παγιδεύσει τον Τομ και να φέρει σε πέρας την «Επιχείρηση ζάχαρη» (Sweet tooth). Η ιδέα ήταν να δελεάσουν τους αριστερότερα του κέντρου Ευρωπαίους διανοούμενους και να τους απομακρύνουν από τη μαρξιστική προοπτική. Να εστιάσουν σε πρόσφορους νέους συγγραφείς που έχουν ανάγκη από οικονομική ενίσχυση… Ο συγγραφέας δε χρειάζεται να είναι κανένας φανατικός του Ψυχρού Πολέμου. Απλώς να βλέπει με σκεπτικισμό τις ουτοπίες της Ανατολικής Ευρώπης ή την επικείμενη καταστροφή της Δύσης/η ΥΕΠ στο απόγειό της δεν υπέδειξε στον Όργουελ ή στον Κέσλερ τι να γράψουν στα βιβλία τους. Όμως έκανε ό, τι μπορούσε για να διασφαλίσει ότι οι ιδέες τους θα κυκλοφορήσουν ευρύτατα σ όλον τον κόσμο. Ο  Τομ Χάλεϋ γράφει διηγήματα και δημοσιογραφικά κείμενα όπου φαίνεται να είναι «καθαρός», δηλαδή φιλοατλαντικός…  Η πρωταγωνίστρια θα παρουσιαστεί στον πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα Τομ Χάλεϋ σαν εκπρόσωπος του φορέα «Ίδρυμα Διεθνούς Ελευθερίας»  και θα του προσφέρει γενναία επιχορήγηση ώστε να τον ενθαρρύνει να γράψει μυθιστόρημα, που είναι καλύτερο μέσο διάδοσης της κυρίαρχης ιδεολογίας απ  ό, τι το διήγημα.
·              Το συναισθηματικό βάθος που δίνει στην πλοκή ο συγγραφέας είναι απαράμιλλο. Η Σερίνα, άλλωστε, πριν από τη σχέση της με τον Τομ, έχει δοκιμάσει ποικίλες ερωτικές σχέσεις που τις γευόμαστε με την αφήγηση της ηρωίδας, αλλά αυτή που τη σημάδεψε περισσότερο είναι η τραγική ιστορία με τον Τόνυ Κάννινγκ,  τον αρκετά μεγαλύτερό της άντρα που την προέτρεψε να δώσει εξετάσεις για τη Μυστική Ασφάλεια. Είναι καταπληκτικές οι αναφορές στο πώς βλέπει ένα νέο κορίτσι τον πενηνταπεντάρη εραστή της. Οι αποχρώσεις της ερωτικής επιθυμίας αλλά και της σεξουαλικής επαφής ξεφεύγουν απ όλα τα συνήθη κλισέ…
Ποικίλες διακυμάνσεις έχει η φιλία με τη συνάδελφο στη Μ15, την Σίρλεϋ, μια κοπέλα ταπεινής καταγωγής που δε δίστασε να συγκρουστεί με την υπηρεσία, με τίμημα την απόλυσή της. Ενδιαφέρον έχει η σκηνή όπου οι δυο φίλες συγκρούονται ιδεολογικά (ενάντια σε τι αγωνιζόμαστε;/ ενάντια σ ένα παρανοϊκό μονοκομματικό κράτος χωρίς ελευθερία του τύπου, χωρίς ελευθερία να ταξιδεύεις. Ενάντια σ ένα έθνος όμοιο με στρατόπεδο συγκέντρωσης/ το δικό μας κράτος είναι μονοκομματικό. Ο τύπος μας είναι της πλάκας. Και οι φτωχοί δεν μπορούν να ταξιδέψουν πουθενά. Το κοινοβούλιο είναι το μοναδικό μας κόμμα. Ο Χιθ και ο Γουίλσον ανήκουν στην ίδια ελίτ).
Όμως  το μεγαλύτερο βάρος, πιστεύω όλου του μυθιστορήματος, είναι η εξέλιξη της σχέσης με τον Τομ. Κι εδώ συνυφαίνεται και η σχέση με τη λογοτεχνία. Γιατί πριν ακόμα τον συναντήσει  π.χ., βλέπουμε ότι η Σερίνα ερωτεύεται…  τα διηγήματά του, που αναγκάζεται να διαβάσει! Καθώς πληροφορείται κι ο αναγνώστης  το περιεχόμενο των διηγημάτων και παράλληλα τον αντίκτυπό τους στην παθιασμένη αναγνώστρια, αρχίζει να αισθάνεται κι αυτός περιέργεια για τον συγγραφέα (είχα βρεθεί μέσα στο μυαλό ενός άγνωστου. Μια χυδαία περιέργεια μ έκανε να αναρωτιέμαι αν κάθε πρόταση επιβεβαίωνε , αρνιόταν ή μεταμφίεζε μια μυστική προαίρεση. Ένιωθα πιο κοντά στον Τομ Χάλεϋ απ ό, τι αν ήμουν συνάδελφός του στο Μητρώο τους περασμένους εννιά μήνες. Όμως, μολονότι αισθανόμουν κάποια οικειότητα, ήταν δύσκολο να πω τι ακριβώς είχα κατανοήσει από κείνον. Χρειαζόμουν ένα εργαλείο, κάποιον μηχανισμό μέτρησης, το αφηγηματικό ανάλογο των κινούμενων σκελών με το οποίο θα μπορούσα να υπολογίσω την απόσταση ανάμεσα στον Χάλεϋ και τον Έντμουντ (ήρωας του Χάλεϋ)). Παρακολουθούμε έτσι από κοντά κι άλλα διηγήματα του συμπρωταγωνιστή (την πλοκή, αποσπάσματα, αλλά κυρίως την « ανάγνωση» της Σερίνα), όπως και το εκτενέστερο φυσικά μυθιστόρημα που θα υποβληθεί για το βραβείο Όσκαρ, το οποίο όπως βλέπουμε δεν τηρεί τις προβλεπόμενες προδιαγραφές (ιδού η καταδικασμένη δυστοπία που δεν επιθυμούμε, ένας αποκαλυψιακός εφιάλτης του συρμού, που καταγγέλλει και απορρίπτει όλα όσα επινοήσαμε, οικοδομήσαμε ή αγαπήσαμε ποτέ, ένα χιλιαστικό όραμα που απολαμβάνει την κατάρρευση του πολιτισμού μας).  
Όμως η ερωτική επικοινωνία εξελίσσεται ραγδαία κι ανάλογα μεγαλώνει η αγωνία για το τι πρόκειται να γίνει αν αποκαλυφθεί η απάτη.  Η αγάπη δεν μεγαλώνει με σταθερό ρυθμό, αλλά προελαύνει κατά κύματα, με αιφνίδια σκιρτήματα και ξέφρενα άλματα.(…) Όμως πάντα στα κατάβαθα του μυαλού μου υπήρχε εκείνη η μικροσκοπική κηλίδα.  Γενικά προσπαθούσα να την αγνοώ και βρισκόμουν σε τέτοια υπερδιέγερση, ώστε συχνά το κατάφερνα. (…) όμως ήταν πια πολύ αργά. Η αλήθεια ήταν πολύ βαριά, θα μας κατέστρεφε. Θα με μισούσε για πάντα. Βρισκόμουν στην άκρη του γκρεμού και ήταν αδύνατον να γυρίσω πίσω.

Ποιος είπε ότι η ποίηση δεν προκαλεί κανένα γεγονός;
Η βράβευση του Τομ και το ξεγύμνωμα της αλήθειας μπήγει το μαχαίρι πολύ βαθιά (κρίνω ότι ο εγγλέζικος τίτλος «sweet tooth = γλυκό δόντι δεν είναι τυχαίος∙  ο πόνος είναι βαθύς και γλυκός). Η Σερίνα ταξιδεύει ολοταχώς προς την καταστροφή(ένιωσα και πάλι εκείνο το αόριστο μείγμα νοσταλγίας και ματαίωσης που συμπορευόταν με την ιδέα ότι ζούσα λάθος ζωή). Βλέπουμε την ηρωίδα να προσπαθεί να πιαστεί μέσα από τη συναισθηματική θύελλα όλων των αντιφάσεων που βιώνει, και στις τελευταίες σελίδες αναρωτιόμαστε μαζί με κείνη, ποια θα είναι η «λύση», ποια θα είναι η κατάληξη…
Τη λύση τη δίνει η… γραφή:
τώρα που ξέρω όσα ήξερες, όσα είχες να κρύψεις, προσπαθούσα να φανταστώ ότι είμαι εσύ, ότι είμαι σε δυο μέρη ταυτόχρονα, ότι και αγαπούσα και… έδινα αναφορά. Πώς θα μπορούσα να βρίσκομαι εκεί και ταυτόχρονα να δίνω αναφορά; Κι αυτό ήταν. Το κατάλαβα. Τόσο απλό. Αυτή την ιστορία ήταν αδύνατον να την πω εγώ. Έπρεπε να την πεις εσύ. Η δουλειά σου ήταν να δίνεις αναφορά για μένα. Έπρεπε να βγω από το πετσί μου, να μπω στο δικό σου. Ήταν ανάγκη να μεταποιηθώ, να παρενδυθώ, να γλιστρήσω μέσα στις φούστες σου και στα ψηλοτάκουνά σου, να φορέσω τα εσώρουχά σου, να περάσω στον ώμο το λουρί εκείνης της λευκής, γυαλιστερής σου τσάντας.
Ήταν δυνατόν και να σε θέλω και να σε παρατηρώ.
(…)
Ήξερα ότι όλα αυτά ήταν σε βάρος μου αλλά δεν με ένοιαζε, φερόμουν αψήφιστα και παράτολμα, είχα κυριαρχηθεί από την έμμονη ιδέα μου,
ήθελα να δω τι θα συμβεί.
Χριστίνα Παπαγγελή




[1] Ενδεικτικά, η CIA είχε χρηματοδοτήσει τον Μάλβιν Λάσκυ, πρώην τροτσκιστή και αντισταλινικό αριστερό, ο οποίος πολιτικοποίησε το περιοδικό Encounter προς την κστεύθυνση μιας αντι- κομουνιστικής , αντι- ολοκληρωτικής αριστεράς». Στη Βρετανία, η Υπηρεσία Έρευνας Πληροφοριών έχει συνεργαστεί με τη Μ15 και Μ16 προάγοντας συγγραφείς, εκδότες, εφημερίδες. Ο Τζορτζ Όργουελ λίγο πριν πεθάνει το 1949 είχε συντάξει την περίφημη « λίστα του Όργουελ» με 38 συγγραφείς και καλλιτέχνες που ήταν «κρυπτοκομμουνιστές» https://athens.indymedia.org/post/330871/! Με το αζημίωτο φυσικά! 

Σάββατο, Μαΐου 22, 2010

Για να κατανοήσουμε τον κόσμο μας, Immanuel Wallerstein

Εισαγωγή στην Ανάλυση Κοσμοσυστημάτων

Μπορεί να καταλήξουμε σε ένα σύστημα καλύτερο από τον καπιταλισμό,
ή μπορεί και να οδηγηθούμε σε ένα σύστημα χειρότερο από τον καπιταλισμό.
Το μόνο πράγμα που δεν μπορούμε να έχουμε
είναι το καπιταλιστικό σύστημα
.

Ένα πολύ μεθοδευμένο βιβλίο που, όπως φαίνεται ξεκάθαρα κι από τον (υπό)τιτλο, αποτελεί μια εισαγωγή στην «ανάλυση κοσμοσυστημάτων», μια ιστορική και πολιτική μέθοδο θεώρησης του πολιτισμού που άρχισε να διαμορφώνεται λίγα χρόνια μετά τον Μάη του ’68, και χαρακτηριστικό της είναι ότι εξετάζει «ολιστικά» τους κοινωνικούς σχηματισμούς. Διακεκριμένος πολιτικός/ιστορικός κοινωνιολόγος στο Κέντρο Φερνάν Μπρωντέλ, ο συγγραφέας κάνει σύντομη και πολύ σαφή αναφορά στο περιεχόμενο των όρων που χρησιμοποιεί (κοσμοσύστημα, συστημικός, κοσμοοικονομία, κοσμοκρατορία, γεωκουλτούρα), προχωρά σε μια αναδρομή στις «ιστορικές καταβολές της ανάλυσης κοσμοσυστημάτων» και στη συνέχεια ανατέμνει το σήμερα, υποστηρίζοντας ότι διανύουμε μια περίοδο συστημικής κρίσης· όχι απλά μια «δύσκολη περίοδο», αλλά μια φάση μετάβασης, όπου το σύστημα αντιμετωπίζει τόσα προβλήματα, ώστε δε μπορεί να τα λύσει μέσα στο ίδιο το σύστημα (αυτό που συμβαίνει τότε είναι ότι το σύστημα διακλαδίζεται, δηλαδή βρίσκει ότι οι βασικές του εξισώσεις μπορούν να λυθούν με δυο τρόπους εντελώς διαφορετικούς (…) αλλά το ποια επιλογή θα κάνουν συλλογικά όλοι αυτοί που συμμετέχουν στο σύστημα, είναι κάτι το εγγενώς απρόβλεπτο. Η διαδικασία της διακλάδωσης είναι χαοτική (…) αυτό που παρατηρούμε είναι ότι σε τέτοιες συνθήκες ένα σύστημα ταλαντεύεται βίαια).
Η συστημική ανάλυση που εισηγείται ο Ιμμάνουελ Βαλλερστάιν θεωρεί ότι ο πολιτισμός μας -ο σημερινός κόσμος -που τον ονομάζει «νεωτερικό κοσμοσύστημα», έχει τις καταβολές του στον 16ο αι. και ενώ αρχικά αφορούσε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή/ ζώνη του κόσμου (Ευρώπη/Αμερική), τώρα έχει καλύψει όλη την οικουμένη. Πρόκειται για την καπιταλιστική κοσμοοικονομία, μια εκτενή δηλαδή γεωγραφική ζώνη που λειτουργεί ως μονάδα καταμερισμού εργασίας, ανταλλαγών βασικών αγαθών, ροών κεφαλαίου κι εργασίας. Το κοσμοσύστημα αυτό , όρος βάσει του οποίου μπορεί να κατανοηθεί ο κόσμος μας, χαρακτηρίζεται από το ότι δεν έχει ενιαία πολιτική δομή. Αυτό που «συγκρατεί» τα μέρη, που προσδίδει δηλ συνοχή, είναι η αποτελεσματικότητα του καταμερισμού εργασίας (η κοσμοοικονομία και το καπιταλιστικό σύστημα πηγαίνουν χέρι χέρι). Το νεωτερικό κοσμοσύστημα - δηλαδή το καπιταλιστικό-, περιλαμβάνει πολλές πολιτικές μονάδες, πολλές κουλτούρες και ομάδες ανθρώπων. Δημιουργούνται ωστόσο κοινά πολιτισμικά πρότυπα των λαών, που ο Βαλλερστάιν τα ονομάζει γεωκουλτούρα.

Είναι πολύ ξεκάθαρη η δομή του βιβλίου, που προαναγγέλλεται άλλωστε και στο εισαγωγικό κεφάλαιο: στο πρώτο κεφάλαιο βλέπουμε τις ιστορικές καταβολές του τρόπου αυτού ανάλυσης (έχει σημασία για τον συγγραφέα η μέθοδος απόκτησης της γνώσης (η ανάγκη να γνωρίζεις πώς γνωρίζεις)). Στα τρία επόμενα κεφάλαια παρουσιάζονται οι μηχανισμοί του νεωτερικού κοσμοσυστήματος, γίνεται δηλαδή μια προέκταση και δημιουργική αξιοποίηση της μαρξιστικης αντίληψης στη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη εκδοχή/φύση του καπιταλισμού, ενώ στο πέμπτο και τελευταίο κεφάλαιο γίνεται εκτίμηση της σημερινής κρίσης (οι κανονικοί μηχανισμοί εξόδου από την κρίση είναι ατελέσφοροι) και προτείνονται τρόποι χειρισμού της. Ακολουθεί η δημοσίευση μιας πολύ διαφωτιστικής συνέντευξης του Βαλλερστάιν στον καθηγητή Γιεζούνγκ Σου, στη συνέχεια μια ομιλία που έκανε στην Ατλάντα με θέμα «Μια αριστερή πολιτική για τον 21ο αι.» κι ένα επίσης καίριο επίμετρο του καθηγητή Σπύρου Μαρκέτου που επιμελήθηκε την έκδοση. Πολύ πρακτικό επίσης για κάποιον που δεν έχει εξειδικευμένες γνώσεις είναι το γλωσσάριο που παρατίθεται στο τέλος.
Εξίσου ξεκάθαρο με τη δομή είναι και το ύφος, σε λόγο απλό, λιτό, κατανοητό αλλά κυρίως τεκμηριωμένο με επάρκεια.

Οι ιστορικές καταβολές της "ανάλυσης κοσμοσυστημάτων"

Δεδομένου του «διαζυγίου» της φιλοσοφίας από την επιστήμη τον 18ο αι., τέθηκε το ζήτημα πού θα ενταχτούν οι κοινωνικές επιστήμες (η μελέτη της κοινωνικής πραγματικότητας, γράφει ο Βαλερστάιν). Αν όντως, όπως «δίδαξε» η γαλλική επανάσταση, οι κοινωνικο/πολιτικές αλλαγές έχουν μια κανονικότητα, τότε οι κοινωνικές επιστήμες διχάζονται: από τη μια ρέπουν προς μια «επιστημονικιστική» θεώρηση κι από την άλλη, εξαιτίας του παράγοντα της ανθρώπινης θέλησης που διαμορφώνει τις αλλαγές, ρέπουν προς μια «ανθρωπιστική» θεώρηση.
Ποιο ήταν το αντικείμενο της μελέτης όσων μελετούσαν την κοινωνική πραγματικότητα;
Στα πρώτα αυτά βήματα, όσο αφορά το αντικείμενο μελέτης, παγιώνεται ο εξής καταμερισμός: οι ιστορικοί περιορίζονται στη μελέτη του παρελθόντος καταγράφοντας τα «γεγονότα» της χώρας τους (όπως καθορίζονταν τα σύνορα τον 19ο αι.), ή άλλων «ιστορικών εθνών», ενώ τη μελέτη του παρόντος αναλαμβάνουν οι νεοσύστατες επιστήμες «οικονομία», «πολιτική επιστήμη»και «κοινωνιολογία» (που αντιστοιχούν στις τρεις χωριστές σφαίρες της ζωής: αγορά, κράτος και κοινωνία των πολιτών). Τρεις κλάδοι που αναζητούν επιστημονικούς νόμους (νομοθετικοί κλάδοι), σε αντίθεση με τον ιδιογραφικό κλάδο που φιλοδοξούσε να είναι η ιστορία.
Προσπαθώντας όμως να κατανοήσουν την κοινωνική πραγματικότητα, οι κοινωνικοί επιστήμονες του 19ου αι. αναγκάστηκαν να στραφούν να μελετήσουν και λαούς που δεν ανήκαν –τότε- στο νεωτερικό σύστημα, όπως πρωτόγονους λαούς που υποτάχτηκαν στην αποικιοκρατική εξουσία, ή λαούς της ανατολής π.χ. , που δεν είχαν στρατιωτική ή τεχνολογική ισχύ αλλά είχαν αναπτύξει μια σύνθετη κουλτούρα. Έτσι, εμφανίζονται οι εθνογράφοι και οι ανατολιστές.

Το 1945 και το 1968 ήταν δυο ιστορικοί σταθμοί που επηρέασαν την πορεία των ιστορικών και κοινωνικών σπουδών. Μετά το 1945 οι ΗΠΑ ασκούν την ηγεμονία τους και «επιβάλλουν» ως αυτονόητη τη θεωρία των «σταδίων», δηλαδή την αντίληψη ότι όλα λίγο πολύ τα κράτη αναπτύσσονται με διαφορετικούς ρυθμούς αλλά προς την ίδια κατεύθυνση. Τη θεωρία των αναπτυξιακών σταδίων υιοθέτησε και η Σοβιετική Ένωση. Στην ίδια περίοδο αρχίζει και γίνεται διάκριση ανάμεσα σε «πυρήνα» και «περιφέρεια», εφόσον έγινε φανερό ότι το διεθνές εμπόριο επέτρεπε τη ροή του κεφαλαίου από τις πιο φτωχές χώρες στις πιο ισχυρές. Η υπανάπτυξη άρχισε να θεωρείται συνέπεια του καπιταλισμού (η ίδια διαδικασία που γεννούσε τον πλούτο στις ευρωπα»ικές μητροπόλεις, φτώχαινε τις περιοχές που ενσωματώνονταν στο σύστημα, η μια μετά την άλλη, ως περιφέρειες). Παράλληλα, πρόβαλε έντονη η ανάγκη της πολιτικής επανάστασης. Τότε γεννιέται και η αντίληψη ότι σε κάθε κράτος, εξωγενείς παράγοντες (κυρίως εμπορικές ροές) και όχι ενδογενείς (σχέσεις παραγωγής) καθορίζουν την οικονομική κατάσταση (Σουήζυ), αντίληψη που πατά στο μαρξισμό αλλά διαφοροποιείται απ' αυτόν, οδηγώντας σιγά σιγά στην ανάλυση κοσμοσυστημάτων.
Αυτά τα πρώτα βήματα ακολούθησαν οι οπαδοί της σχολής των Αννάλ στη Γαλλία, θεμελιώνοντας την αρχή ότι ως μονάδα όπου πρέπει ν’ αναλύεται η κοινωνική δράση είναι μια ευρύτερη ζώνη κι όχι κάθε κράτος χωριστά. Εισηγείται την «ολική»/ολιστική θεώρηση για την ιστοριογραφία, που εξετάζει την ιστορική εξέλιξη σε συνάφεια με τα κοινωνικά πεδία, με τη συνεργασία των «νομοθετικών κλάδων» των κοινωνικών επιστημών. Ο Φερνάν Μπρωντέλ (συνεργάτης του οποίου ήταν ο Βαλερστάιν) ήταν ο αυτός που μελέτησε την κοσμοοικονομία της Μεσογείου του 16ου αι. χρησιμοποιώντας την έννοια του δομικού χρόνου και των κυκλικών διαδικασιών.
Ανάλογες τομές έκαναν και οι εξεγέρσεις του 1968, αμφισβητώντας την ηγεμονία των ΗΠΑ, την ηγεμονία της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και την παραδοσιακή αριστερά.

Η συστημική κρίση

Σύμφωνα με τον Βαλερστάιν, η κρίση του ιστορικού κοσμοσυστήματος του 21ου αι. δεν είναι παροδική, αλλά δομική, θεμελιώδης. Οι μηχανισμοί με τους οποίους επιβίωνε κι εξαπλωνόταν το καπιταλιστικό μοντέλο, ξεπερνώντας μέχρι τώρα τις επί μέρους κρίσεις, αναλύονται πολύ μεθοδικά από τον συγγραφέα, για να αναφανεί ότι δεν επαρκούν πλέον για την αναπαραγωγή του συστήματος: ενσωμάτωση νέων περιοχών στην κοσμοοικονομία με σκοπό πρώτες ύλες, νέες αγορές, φτηνά εργατικά χέρια (ή πλήρης μετακίνηση βιομηχανικών μονάδων εκεί όπου το κόστος παραγωγής είναι χαμηλότερο), ιδιωτικοποίηση του πρώην δημόσιου πλούτου, αύξηση μισθών με σκοπό την αύξηση της αγοραστικής δύναμης ή, αντίθετα, συμπίεση των μισθών εκεί που το επιτρέπει το εισόδημα που παράγεται στα πλαίσια του νοικοκυριού- (δηλαδή εισόδημα από ενοίκιο, ιδιοκατανάλωση, μικροεμπορευματική παραγωγή κλπ.), ελαχιστοποίηση του κόστους απόθεσης των απόβλητων, φορολογικές διευκολύνσεις, εξωτερικός δανεισμός, συνεργασία με το χρηματοπιστωτικό σύστημα, όλα αυτά είναι τρόποι συσσώρευσης κεφαλαίου ώστε το χρήμα να παράγει χρήμα. Παρόλο που το αντίθετο είναι γενικά αποδεκτό, ο καπιταλισμός δε χρειάζεται απόλυτα ελεύθερη αγορά (laissez faire-laissez passer), αλλά πολύ περισσότερο τα «ολιγοπώλια», για να μπορεί μέσα στους νόμους της ανταγωνιστικότητας να κοντρολάρει το κέρδος. Κατά παρόμοιο τρόπο δεν ευνοείται από την ύπαρξη μιας κοσμοκρατορίας, μια ενιαίας δηλαδή πολιτικής εξουσίας (σελ. 110: όπως συμβαίνει με τα οιονεί μονοπώλια- δηλαδή ολιγοπώλια- στο χώρο της παραγωγής, έτσι και στις ηγεμονίες η οιονεί απόλυτη δύναμη αυτοκαταστρέφεται (…) Η καπιταλιστική κοσμοοικονομία χρειάζεται τα κράτη, χρειάζεται το διακρατικό σύστημα (μεγάλη αγορά, πληθώρα κρατών), και χρειάζεται την περιοδική ανάδυση ηγεμονικών δυνάμεων). Η συμπίεση των κερδών, που αρχίζει να περιορίζεται πια σε παγκόσμια κλίμακα λόγω της αύξησης του «παγκόσμιου κόστους», απειλεί την ικανότητα των καπιταλιστών να συσσωρεύουν κεφάλαιο. Απειλεί επομένως το ίδιο το σύστημα.
Όλοι αυτοί οι μηχανισμοί λοιπόν δεν είναι πια αποτελεσματικοί, οι αντιφάσεις του συστήματος δε μπορούν πλέον να εξουδετερωθούν. Με άλλα λόγια, η ίδια η «άνοδος» στρέφει προς τα πάνω τις τρεις βασικές της καμπύλες, και τις στέλνει πιο κοντά στην ασύμπτωτη. . Βρισκόμαστε σαφώς στη Φάση Β΄των κύκλων Κοντράτιεφ[1], σε μια φάση όχι «επέκτασης» αλλά «στασιμότητας», την οποία ακολουθεί μια «χαοτική περίοδος συστημικής μετάβασης». Ο μηχανισμός των δανείων ήταν αυτό που οδήγησε στο αποκορύφωμα της κρίσης, στη «χρηματοπιστωτική κρίση», γιατί όλο και περισσότερο οι καπιταλιστές άρχισαν να αναζητούν το κέρδος στο πεδίο της χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας κι όχι της παραγωγής, και κυρίως γιατί πέρα απ’ όλα τα’ άλλα, όταν φτιάχνεις τέτοια χρέωση, κάποια στιγμή η φούσκα σκάει, αφού τα δάνεια πρέπει πάντα να ξεπληρωθούν.

Αντισυστημικά κινήματα

Δίπλα στους συντηρητικούς και τους φιλελεύθερους του 19ου αι, μετά την επανάσταση του 1848, αρχίζει να γεννιούνται και τα αντισυστημικά κινήματα, όπως ονομάζει ο Βαλλερστάιν όσα κινήματα υπονόμευαν το κατεστημένο, διεκδικώντας εκείνη την εποχή κοινωνικά(=εργασιακά) δικαιώματα ή εθνική ανεξαρτησία. Το παράδοξο είναι ότι τα κινήματα αυτά, σε όποιο βαθμό πέτυχαν τους στόχους τους, συνέβαλαν ώστε να ενισχυθεί σημαντικά το σύστημα, παρέχοντας δικλείδες εκτόνωσης στις κοινωνικές πιέσεις. Κι αυτό γιατί τα περισσότερα κατέληξαν στο πρόγραμμα δράσης «πρώτα κατακτούμε την εξουσία και στη συνέχεια μεταμορφώνουμε τον κόσμο». Ωστόσο, το δεύτερο στάδιο απείχε από την πραγμάτωσή του πολύ περισσότερο απ’ ό, τι περίμενε ως τότε ο περισσότερος κόσμος. (…) Το χάσμα ανάμεσα σε πυρήνα και περιφέρεια γινόταν μεγαλύτερο παρά ποτέ.
Η «παγκόσμια επανάσταση του 1968» εξέφρασε την απογοήτευση από την ανικανότητα των τότε αντισυστημικών κινημάτων ν’ αλλάξουν τον κόσμο (οι καταπιεσμένοι λαοί έπαψαν να είναι βέβαιοι πως η ιστορία είναι με το μέρος τους). Όπως γράφει και παρακάτω, οι κάθε λογής παραγωγοί της καπιταλιστικής κοσμοοικονομίας έχασαν τον κυριότερο αλλά κρυφό σταθεροποιητή του κοσμοσυστήματος, την αισιοδοξία των καταπιεσμένων.
Ωστόσο ο Βαλλερστάιν είναι αισιόδοξος, εφόσον βρισκόμαστε σε μια περίοδο μετάβασης από ένα κοσμοσύστημα σε άλλο, σε μια φάση συστημικής διχάλωσης όπου όλα είναι δυνατά και εφικτά, όπου μετά από πεντακόσια χρόνια έχουμε μια προοπτική θεμελιακής αλλαγής που θα μπορούσε να είναι προς την κατεύθυνση της προόδου:
Η περίοδος της μετάβασης από ένα σύστημα σ’ ένα άλλο είναι μια περίοδος μεγάλων αγώνων, μεγάλης αβεβαιότητας και μεγάλης αμφισβήτησης των δομών της γνώσης. Πρέπει πρώτα απ’ όλα να καταλάβουμε καθαρά τι είναι αυτό που συμβαίνει.

Αλλά η ανάλυση δεν είναι δράση, και η δράση θέλει οργάνωση
.
Στο τέλος του βιβλίου δίνονται κάποιοι άξονες δράσης μέσα από την παγκόσμια αριστερά, π.χ. να φτιάξουμε και να δυναμώσουμε μια συγκεκριμένη κουλτούρα συντροφικής κι όχι ιεραρχικής πολιτικής δράσης, να εντάξουμε τις παραγωγικές δραστηριότητες σε μεσαίας κλίμακας αποκεντρωμένες και μη κερδοσκοπικές δομές, να προχωρήσουμε σε απεμπορευματοποίηση των οικονομιών διεργασιών παγκόσμια. Να αφήσουμε πολλές κουλτούρες να ανθίσουν, εγκαταλείποντας το «γιακωβινικό όραμα» κι ενδυναμώνοντας το τοπικό στοιχείο, με τρόπο που να το απελευθερώνει από την εμπορευματοποίηση της ζωής.

Η μάχη δεν είναι πώς θα σωθούν οι τράπεζες, ούτε πώς θα παρατείνουμε τη ζωή ενός ετοιμοθάνατου συστήματος βάζοντάς το σε τεχνητή αναπνοή. Η πραγματική μάχη γίνεται για το ποιο νέο ιστορικό παγκόσμιο σύστημα θ’ αντικαταστήσει την παγκόσμια καπιταλιστική κοσμοοικονομία. Έχουμε δυο αντίπαλα στρατόπεδα που οραματίζονται διαφορετικούς κόσμους – το ένα ζητά να αναπαράγει τη σημερινή άνιση κατανομή της εξουσίας και της παραγωγής, το άλλο οραματίζεται έναν κόσμο διαφορετικό, πιο δημοκρατικό και πιο εξισωτικό.

Δε συνηθίζω ν’ αναφέρομαι στο χώρο αυτό, στο anagnosi, σε βιβλία «θεωρητικού χαρακτήρα», περιορίζομαι κατά κανόνα στα λογοτεχνικά. Ένιωσα όμως την ανάγκη, καθώς διάβαζα το βιβλίο αυτό στους «χαλεπούς» καιρούς που διανύουμε, να κρατήσω σημειώσεις και να ανατρέχω ξανά και ξανά σ’ αυτές, γυρεύοντας απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει η επικαιρότητα.
Κι ένιωσα την ανάγκη να μοιραστώ αυτές τις απαντήσεις.

Χριστίνα Παπαγγελή



[1] Κύκλοι Κοντράφτιεφ: πρόκειται για τους βασικούς κύκλους της καπιταλιστικής κοσμοοικονομίας, στους οποίους εναλλάσσονται επέκταση και στασιμότητα. Κάθε τέτοιος κύκλος περιλαμβάνει δυο φάσεις, φάση Α και φάση Β, και διαρκεί περίπου 50 με 60 χρόνια.

Τρίτη, Μαΐου 01, 2012

Το όνειρο του Κέλτη, Μάριο Βάργκας Λιόσα

Οι απίστευτες περιπέτειες και η τραγική προσωπικότητα  του Ρότζερ Κέισμεντ, υπαρκτού προσώπου, είναι το βασικό θέμα του πρόσφατου μυθιστορήματος του Μάριο Βάργκας Λιόσα, κι επομένως διαβάζοντάς το μπαίνουμε στην καρδιά της αποικιοκρατίας στις αρχές του 20ου αιώνα.

Ο Ρότζερ Κέισμεντ, Ιρλανδός στην καταγωγή, ήταν ένας από τους πρώτους Ευρωπαίους που ερεύνησαν και αποκάλυψαν τις φρικαλεότητες των αποικιοκρατών στο Βελγικό Κονγκό και στις χώρες του Περουβιανού Αμαζονίου.  Πέρα απ’ αυτό, προς το τέλος της σύντομης ζωής του αναμείχτηκε ενεργά στον ιρλανδικό αγώνα εναντίον των Βρετανών, κάνοντας το μοιραίο λάθος όμως να πολεμήσει τον βρετανικό ιμπεριαλισμό στο πλευρό των Γερμανών κατά τη λεγόμενη «Πασχαλινή εξέγερση» του 1916, επιδιώκοντας την ίδρυση ανεξάρτητου ιρλανδικού κράτους. Αυτό το γεγονός ήταν και η υπογραφή της καταδίκης του. Παράλληλα, το ίδιο αυτό στοιχείο ίσως προκαλεί και το ξεχωριστό ενδιαφέρον στο βιβλίο αυτό, που λόγω της πρωτότυπης δομής του (κεφάλαιο παρά κεφάλαιο η εναλλαγή δύο διαφορετικών αφηγήσεων σε άλλο χρονικό επίπεδο), δείχνει εξαρχής ότι η εξιστόρηση δεν είναι μια ακόμα ιστορία καταγραφής των θηριωδιών σε βάρος των ιθαγενών της Αφρικής και της Αμερικής, αλλά πρόκειται για ένα πολιτικό βιβλίο με την ευρεία σημασία της λέξης, όπου τίθενται διαχρονικά οι έννοιες της εκμετάλλευσης, του ανθρωπισμού, της πατρίδας, του ανθρώπου ως πολιτικού όντος κ.α.
Παρότι πρόξενος των βρετανών, ο Κέισμεντ είχε επαφή και με την ιρλανδική παράδοση και ιστορία, κυρίως μέσω της ιστορικού Άλις Στόπφορντ Γκρην που του συμπαραστάθηκε μέχρι τις τελευταίες του στιγμές στη φυλακή και του εμφύσησε την αγάπη στις παραδόσεις και τους θρύλους της Ιρλανδίας, την «κελτική περηφάνεια». Ως μέντορας και πνευματική οδηγός του, τον μύησε στον αγώνα για αυτοδιάθεση της Ιρλανδίας αρχικά (“Home rule movement”/ κίνημα για καθεστώς αυτονομίας) και στη συνέχεια στις πιο ριζοσπαστικές θέσεις των εθνικιστών που ζητούσαν πλήρη ανεξαρτησία. Έτσι ο Κέισμεντ συνδέεται με την ιρλανδική Λίγκα, που προωθεί την ιρλανδική γλώσσα και κουλτούρα (αγώνας με νόημα, δεδομένου ότι μέχρι τότε μόνο έξι βιβλία είχαν εκδοθεί στα ιρλανδικά!!!), κι έχει σύνθημα «Σιν Φέιν» (= εμείς μόνοι).

Το έργο είναι δομημένο σε δυο χρονικά επίπεδα. Το «σήμερα» είναι τοποθετημένο στο 1916, και βρίσκουμε τον Ρότζερ πεταμένο σ’ ένα κελί των φυλακών Πέντονβιλ στο Λονδίνο, καταδικασμένο σε θανατική ποινή, να προσδοκά αίτηση χάριτος. Μαθαίνουμε ότι οι κατηγορίες δεν αφορούν μόνο εσχάτη προδοσία προς τη Βρετανική αυτοκρατορία (συμμετοχή στον απελευθερωτικό αγώνα των Ιρλανδών), αλλά και «αίσχη» στην ιδιωτική του ζωή, που αποκαλύφθηκαν μέσα από προσωπικά του ημερολόγια (τα «μαύρα ημερολόγια», των οποίων η αυθεντικότητα αμφισβητείται μέχρι σήμερα).
Το δεύτερο επίπεδο είναι τοποθετημένο λίγα χρόνια πίσω, το 1903, όταν ο Ρότζερ αποφασίζει να μπαρκάρει για την Αφρική ως Βρετανός πρόξενος. Ήδη από είκοσι χρονών και ορφανός από μητέρα, είχε εγκαταλείψει τη δουλειά που του είχαν βρει οι θειοι του και είχε αρχίσει, με τον ενθουσιασμό και το πάθος του εξερευνητή, τα ταξίδια στην Αφρική. Αποστολή του τώρα είναι να συντάξει μια έκθεση σχετικά με την κατάσταση των ιθαγενών στο Ελεύθερο Κράτος του (Βελγικού) Κονγκό στις ζούγκλες και τις φυλές του Μέσου και Άνω Κονγκό. Στις περιοχές αυτές η  εκμετάλλευση αφορούσε το καουτσούκ, το «μαύρο χρυσό», και υπήρχαν ήδη καταγγελίες για αίσχη που διαπράττονταν κατά των ιθαγενών από τους Βέλγους[1], που ήταν οι «νόμιμοι» κάτοχοι μιας μεγάλης περιοχής της γης αυτής ήδη από το 1896[2] και σύμμαχοι των Βρετανών (οι οποίοι με τη σειρά τους ανταγωνίζονταν τους Γερμανούς).

Παρακολουθούμε με ενδιαφέρον εξερευνητή το οδοιπορικό του Κέισμεντ πρώτα στο Βελγικό Κονγκό (σύντομη σύγκριση της Λεοποντβίλ με τη λιγότερο ασφυκτική Μπραζαβίλ, πρωτεύουσα του γαλλικού Κονγκό), την προετοιμασία του ποταμόπλοιουHenry Reed και το ταξίδι προς το εσωτερικό της χώρας. Πέρα όμως από το ταξιδιωτικό ενδιαφέρον, τα ιστορικά στοιχεία και οι λεπτομέρειες γεγονότων που λίγο ως πολύ βέβαια είναι γνωστά σήμερα, συναρπάζουν, συγκινούν και ευαισθητοποιούν. Από τις πρώτες κιόλας μέρες του ταξιδιού, όσο απομακρυνόμαστε από την πρωτεύουσα, είναι όλο και περισσότερο εμφανή τα σημάδια βασανισμού των ιθαγενών από τους Ευρωπαίους  εκμεταλλευτές (μαστίγιο, ακρωτηριασμοί, χεριών και γεννητικών οργάνων, εκβιασμοί παντός είδους, φόρτος εργασίας πέρα από την ανθρώπινη αντοχή, παιδική κακοποίηση, βασανισμός γυναικών, διεστραμμένα βασανιστήρια κλπ).  Κάθε χωριό ήταν επιφορτισμένο να παραδώσει ορισμένη ποσότητα τροφίμων ή πρώτων υλών ή καουτσούκ, κι αν οι κάτοικοί του δεν κατάφερναν να ανταποκριθούν στην καθορισμένη ποσόστωση, βασανίζονταν. Στο κέντρο κάθε χωριού υπήρχε ένας ειδικός χώρος βασανισμού, το maison dotages, όπου η κατάσταση είναι απαράδεκτη. Ο Ρότζερ επιδιώκει την επαφή με όλο και περισσότερους ανθρώπους (κρατικούς υπαλλήλους, αποίκους, επιστάτες, ιθαγενείς κλπ.) και ενημερώνεται για τις αδικίες και τα εγκλήματα, νιώθοντας βέβαια ανήμπορος να βοηθήσει, πέρα από το να ενημερώσει τις βρετανικές αρχές. Κρατά σημειώσεις σε άπειρες καρτέλες και σημειωματάρια, με το φόβο μήπως χάσει όλα αυτά τα χαρτιά. Χάνει όμως τον ύπνο του, την όρεξη για φαγητό, την σωματική και ψυχική του υγεία.
Αργότερα, όταν εκείνο το ταξίδι είχε τελειώσει, κι αυτός έγραψε την έκθεσή του κι έφυγε από το Κονγκό, και τα είκοσι χρόνια στην Αφρική έγιναν μόνο μια ανάμνηση, ο Ρ. είπε μέσα του πολλές φορές ότι αν υπήρχε μία και μόνη λέξη που να ήταν η ρίζα όλων των φρικτών πραγμάτων που συνέβαιναν εδώ, η λέξη αυτή ήταν απληστία.
(…)
Έκλεινε τα μάτια του και σ’ έναν ιλιγγιώδη ανεμοστρόβιλο εμφανίζονταν ξανά και ξανά εκείνα τα εβένινα κορμιά με τις κοκκινωπές ουλές σαν φιδάκια  που έσκιζαν τις πλάτες, τους γλουτούς και τα πόδια τους, τα κολοβωμένα χέρια των παιδιών και των γέρων, τα κάτισχνα πρόσωπά τους σκελετωμένα, από τα οποία έμοιαζε να είχε χαθεί η ζωή, το λίπος, οι μύες, αφήνοντάς τους μόνο το δέρμα, το κρανίο κι εκείνη τη μόνιμη έκφραση ή γκριμάτσα που έδειχνε μάλλον απέραντη έκπληξη για όσα είχαν υποστεί παρά πόνο. Και ήταν πάντα τα ίδια, γεγονότα που επαναλαμβάνονταν ξανά και ξανά σε όλα τα χωριά και τους οικισμούς όπου πήγε ο Ρ. με τα σημειωματάρια, τα μολύβια και τη φωτογραφική του μηχανή.
Το χειρότερο όμως είναι ότι ο Ρότζερ συνειδητοποιεί ότι την οργή διαδεχόταν η απαισιοδοξία, τη θέληση να ολοκληρώσει τη δουλειά του το προαίσθημα ότι η έκθεσή του δε θα έχει κανένα αποτέλεσμα, γιατί, στο Λονδίνο, οι γραφειοκράτες του Υπουργείου Εξωτερικών και οι πολιτικοί της Υπηρεσίας της Αυτού Μεγαλειότητας θα αποφάσιζαν ότι δεν ήταν φρόνιμο να αποξενώσουν έναν σύμμαχο, όπως ο Λεοπόλδος Β΄, ότι η δημοσίευση μιας έκθεσης με τέτοιες σοβαρές κατηγορίες θα είχε αρνητικές συνέπειες για τη Βρετανία, καθώς θα ισοδυναμούσε με ενθάρρυνση του Βελγίου να πέσει στην αγκαλιά της Γερμανίας. Μήπως δεν ήταν τα συμφέροντα της αυτοκρατορίας πιο σημαντικά από τις θρηνητικές καταγγελίες μερικών ημίγυμνων αγρών και ανθρωποφάγων που λάτρευαν τα αιλουροειδή και τα φίδια;
Μια αστραπή ελπίδας ήταν η πληροφορία ότι ο δημοσιογράφος Έντμουντ Μορέλ, (ο μοναδικός Ευρωπαίος που έχει πλήρη επίγνωση της ευθύνης της Γηραιάς ηπείρου για τη μετατροπή του Κονγκό σε κόλαση) έχει ήδη κάνει σοβαρές καταγγελίες και πολύ αυστηρή κριτική στο Ελεύθερο Κράτος του Κονγκό. Ο Λιόσα αναφέρεται αρκετά εκτεταμένα στη σχέση του Κέισμεντ  με τον Μορέλ, εφόσον μαζί υλοποίησαν  την ιδέα της δημιουργίας του Ιδρύματος Ένωση για τη Μεταρρύθμιση του Κονγκό. Η ανταπόκριση ήταν μεγάλη. Ακόμα, είχε επαφή και με  τον Μπέρναρντ Σω αλλά και τον γνωστό συγγραφέα Τζόζεφ Κόνραντ, ο οποίος όμως, ενώ ανταποκρίθηκε στη μεταρρυθμιστική προσπάθεια του Κονγκό, δε φαίνεται να υποστήριξε τον ήρωά μας στη δίκη που τον οδήγησε στην καταδίκη.

Αντίστοιχη είναι και η κατάσταση στην Αμαζονία της Λατινικής Αμερικής όπου αποστέλλεται ο Κέισμεντ τον Αύγουστο του 1910, για να δώσει πάλι αναφορά σχετικά με την εκμετάλλευση των ιθαγενών που συλλέγαν καουτσούκ. Κι εδώ γίνεται παραστατικότατη περιγραφή, σχεδόν σαν να παρακολουθούμε στενά τις σημειώσεις του Ρότζερ. Ικίτος, Πουτουμάγιο, Μπαρμπάντος. Οι καταθέσεις των Μπαρμπαντίνων (όσων τολμούν να είναι ειλικρινείς) είναι κι εδώ συγκλονιστικές. Στα γνωστά μαρτύρια προστίθεται το μαρτύριο του κύφωνα (μεγάλο όργανο βασανισμού, pillory).
Οι υπεύθυνοι των Εταιρειών ασφαλώς νίπτουν τας χείρας τους, ενώ οι προσπάθειες εξέγερσης καταστέλλονται με διεστραμμένες μεθόδους. Οι τοπικές αρρώστιες διαδέχονται τις κρίσεις κατάθλιψης κι ο Ρ. νιώθει ότι το μυαλό του δεν είναι καθαρό.
Αργότερα, ο Ρ. θα θυμόταν αυτές τις οκτώ βδομάδες που πέρασε στο Ικίτος σαν ένα αργό ναυάγιο, σα μια διαδικασία βύθισης, χωρίς να έχει τις αισθήσεις του, σε ια θάλασσα από ίντριγκες, κραυγαλέα ψέματα ή ανατροπές, αντιφάσεις, έναν κόσμο όπου κανείς δεν έλεγε την αλήθεια, γιτί θα του δημιουργούσε έχθρες και προβλήματα ή, και πιο συχνά, επειδή οι άνθρωποι ζούσαν μέσα σ’ ένα σύστημα στο οποίο ήταν σχεδόν αδύνατο να διακρίνεις το ψέμα απ’ την αλήθεια, την πραγματικότητα από την απάτη. Έξερε από τα χρόνια του στο Κονγκό αυτό το αίσθημα απελπισίας σαν να είχε πέσει σε κινούμενη άμμο, σε λάσπη που τον κατάπινε και που οι προσπάθειές του τον μόνο ου έκανα ήταν να τον βουλιάζουν  ακόμα περισσότερο σ’ αυτήν την πηχτή ύλη που τελικά θα τον κατάπινε ολόκληρο. Έπρεπε να φύγει μια ώρα αρχύτερα από δω!
Η αφορμή δίνεται σύντομα εφόσον απ’ ό, τι φαίνεται κινδυνεύει πια η ζωή του: δεν θα κατάφερνε τίποτα, εκτός από το να τον σκοτώσουν και, ίσως, με σαδιστική απόλαυση, να χρησιμοποιούσαν ιδιαίτερα σκληρό τρόπο, όπως είχαν δει κατά την περιοδεία τους στις φυτείες του καουτσούκ. Ο Ρότζερ, όταν επιστρέφει πια στις ΗΠΑ, βιώνει τον ακόλουθο διχασμό: από τη μια δέχεται τιμές σαν επίσημος απεσταλμένος του βρετανικού στέμματος, που θα έπειθε την αυτοκρατορία να απαιτήσει από την περουβιανή κυβέρνηση τον τερματισμό του αίσχους του Αμαζονίου. Από την άλλη, ήταν ένας Ιρλανδός που ονειρευόταν την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας. Θα μπορούσε να παρουσιαστεί στο Λευκό Οίκο (όπου έγινε δεκτός από τον πρόεδρο Ταφτ) ως ειδικός απεσταλμένος της νεοσύστατης δημοκρατίας της Ιρλανδίας.  
Στο διάστημα αυτό συντάσσει την έκθεσή του προς το Φορέιν Όφις. Σε μια κρίση εξάντλησης τελείωσε τη Γαλάζια Βίβλο  (Blue book) σχετικά με το Πουτουμάγιο, που δημοσιεύτηκε το 1912, προκαλώντας μεγάλο σάλο στην Ευρώπη, την Αμερική και κυρίως στη Βραζιλία, το Περού, την Κολομβία. Ακολουθεί η δημιουργία μιας ειδικής επιτροπής στη Βουλή των Κοινοτήτων, για τη διερεύνηση των ευθυνών της Εταιρείας Περουβιανού Αμαζονίου για τις ωμότητες στο Πουτουμάγιο. Κράτησε 15 μήνες και κλήθηκαν 27 μάρτυρες. Η «παράσταση» που έδωσε ο Ρότζερ μπροστά στα έκπληκτα μάτια των βουλευτών ήταν πολύ αποκαλυπτική: αναλυτικές περιγραφές των βασανιστηρίων, μαρτυρίες, φωτογραφίες, ντοκουμέντα εκατοντάδων σελίδων. Έδειξε πώς ξεζούμιζαν τους Ινδιάνους εργάτες, στους οποίους, για να τους έχει πάντα οφειλέτες, η εταιρεία πουλούσε επί πιστώσει , σε τιμές πολύ ψηλότερες απ’ ό, τι στο Λονδίνο, εργαλεία, σκεύη και μπιχλιμπίδια. Όλα αυτά αποτέλεσαν ένα σθεναρό κατηγορητήριο απέναντι στη βασική εταιρεία εκμετάλλευσης του καουτσούκ της περιοχής, του Χούλιο Αράνα. Οι καταθέσεις των μαρτύρων, με κορυφαία την κατάθεση του Ρότζερ, ήταν  μοιραίες για τις εταρείες αυτές που κατέρρευσαν εν μια νυκτί.

Τελικό στάδιο της πορείας του Κέισμεντ, η Ιρλανδία. Ο Λιόσα μας δίνει την ευκαιρία να δούμε "εκ των έσω" τις ιδιαιτερότητες και τις αντιφάσεις που βίωσαν οι Ιρλανδοί σ’ αυτή τη δύσκολη φάση της ιστορίας τους: τη λεπτή γραμμή που χώριζε τους μετριοπαθείς αυτονομιστές από τους εθνικιστές (ο Χέρμπερτ Ουόρντ ποτέ δεν πήρε σοβαρά τη σταδιακή στροφή του Ρότζερ προς τον εθνικισμό. Συνήθιζε να τον κοροϊδεύει, με τον τρυφερό του τρόπο, προειδοποιώντας τον κατά του σατέν πατριωτισμού –σημαίες, ύμνοι, στολές- ο οποίος, όπως του έλεγε, εκπροσωπούσε πάντα μια κάποια οπισθοδρόμηση προς τον επαρχιωτισμό, τη στενομυαλιά και τη διαστρέβλωση των οικουμενικών αξιών). Ο ρομαντισμός της Πασχαλινής εξέγερσης, που πέτυχε την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας για μια βδομάδα αλλά πνίγηκε στο αίμα κι έστειλε στο βρετανικό ικρίωμα τους πρωταγωνιστές της -όπως ήταν ο Πιρς, ο Κόνολι,  ο Κλαρκ, ο Πλάνκετ (αναδεικνύοντάς τους βέβαια σε σύμβολα ηρωισμού), δίχασε τους Ιρλανδούς αλλά κι ενδυνάμωσε το πνεύμα της αντίστασης. Η πιστή σύντροφος του Ρότζερ, η Άλις, του περιγράφει πολύ παραστατικά αυτές τις στιγμές ελευθερίας μέσα στο κελί του.
Όμως εκείνος είναι καταδικασμένος από τις δυνάμεις της αντίφασης της ιστορίας. Δυνάμεις που τις αναστοχάζεται τις άπειρες ώρες του εγκλεισμού του, δίνοντας ένα υπαρξιακό περιεχόμενο  καθώς βρίσκεται υπό τη σκια του θανάτου. Το «κέλτικο όνειρό του», το όραμα μιας ελέυθερης Ιρλανδίας  δε θα ζήσει για να το δει να πραγματοποιείται.  

Ο Ρ.Κ. αφαιρέθηκε. Κοίταζε το μικρό παράθυρο με τα κάγκελα στον τοίχο. Έβλεπε μόνο ένα μικροσκοπικό τετράγωνο γκρίζου ουρανού και σκεφτόταν το μεγάλο παράδοξο: δικάστηκε και καταδικάστηκε επειδή μετέφερε όπλα για μια απόπειρα βίαιης απόσχισης της Ιρλανδίας, και, στην πραγματικότητα, είχε κάνει εκείνο το τόσο επικίνδυνο και ίσως παράλογο ταξίδι από τη Γερμανία ως τις ακτές του Τραλί, προσπαθώντας να αποφύγει αυτήν την εξέγερση, για την οποία, από τότε που έμαθε ότι είναι στα σκαριά, ήταν σίγουρος ότι θα αποτύγχανε. Να ήταν έτσι όλη η ιστορία; Αυτή που μάθαιναν στο σχολείο; Αυτή που γράφεται από τους ιστορικούς; Ένα λίγο πολύ ειδυλλιακό κατασκεύασμα, ορθολογικό και συνεκτικό, για κάτι που στη σκληρή και ωμή πραγματικότητα ήταν ένα χαώδες μίγμα από σχέδια, πιθανότητες, ίντριγκες, ατυχήματα, συμπτώσεις, πολλαπλά συμφέροντα, τα οποία είχαν προκαλέσει αλλαγές, ανακατατάξεις, πρόοδο και οπισθοδρόμηση, πάντα απρόσμενες και εκπληκτικές σε σχέση με όσα περίμεναν και βίωναν οι πρωταγωνιστές τους.

Χριστίνα Παπαγγελή



[1] Βασιλιάς ο Λεοπόλδος Β΄ και το Ελεύθερο Κράτος του Κονγκό το «μακιαβελλικό δημιούργημά του». Ο Ανταμ Χότσιλντ, συνιδρυτής του περιοδικού Mother Jones και καθηγητής της Δημοσιογραφίας στο Berkeley, χρησιμοποιεί ένα πλήθος πηγών για να περιγράψει τις απίστευτες βιαιότητες που διαπράχθηκαν στο έδαφος της χώρας που αποτελεί σήμερα τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό: μεταξύ 1885 και 1908 πέντε ως οκτώ εκατομμύρια Αφρικανοί που ήταν υποχρεωμένοι να συλλέγουν καουτσούκ για λογαριασμό του βέλγου βασιλιά Λεοπόλδου Β' πέθαναν από τις επιδημίες, την πείνα και την αποικιακή βία. Το Ελεύθερο Κράτος του Κονγκό, με έκταση 76 φορές μεγαλύτερη από αυτήν του Βελγίου, αποτελούσε προσωπικό φέουδο (ή μάλλον προσωπική εταιρεία) του Λεοπόλδου. Τα εγκλήματα του ιδιωτικού στρατού του βέλγου μονάρχη στην περιοχή, τονίζει ο συγγραφέας, είναι «διαστάσεων Ολοκαυτώματος»· ενός ολοκαυτώματος όμως που αγνοήθηκε από μελετητές, περιθωριοποιήθηκε στα ιστορικά βιβλία και τελικά λησμονήθηκε. Ο Χότσιλντ πιστεύει ότι τα όσα υπέφερε το ίδιο το Βέλγιο από τους ναζιστές συνέβαλαν αποφασιστικά σε αυτή τη συλλογική αμνησία.
[2] 250.000 χιλιόμετρα γης πλούσιας σε καουτσουκόδενδρα παραχωρήθηκαν στις ιδιωτικές εταιρείες με σκοπό να τις εκμεταλλευτεί ο ίδιος ο μονάρχης, ο Λεοπόλδος Β΄, Η προσωπική αποικία του Λεοπόλδου είχε έκταση 2,5 εκατ. τετραγωνικών χιλιομέτρων, διασχιζόταν από 2.700 χιλιόμετρα πλωτών ποταμών και διέθετε εκπληκτικούς φυσικούς πόρους: ελεφαντόδοντο, φοινικέλαιο, ξυλεία και χαλκό. Και πάνω από όλα στο Κονγκό κατοικούσαν 10.000.000 άνθρωποι που επρόκειτο να κληθούν να συμβάλουν στην «οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη» της περιοχής.
[3] Τα εγκλήματα των ανθρώπων του Λεοπόλδου έγιναν γνωστά στη Δύση χάρη στη δράση τριών Ευρωπαίων: του ιρλανδού διπλωμάτη Ρότζερ Κέισμεντ, του πολωνού συγγραφέα Γιόσεφ Κόνραντ και του γάλλου επιθεωρητή φορτίων πλοίων Εντμουντ Μορέλ. Οι τρεις, με τη βοήθεια βρετανών ιεραποστόλων, αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος μιας διεθνούς εκστρατείας εναντίον του Λεοπόλδου, την πρώτη εκστρατεία υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην ιστορία του 20ού αιώνα. Οι μεταρρυθμιστές αυτοί συγκέντρωσαν μαρτυρίες και δημοσιοποίησαν τις σφαγές και τους ακρωτηριασμούς που διαπράττονταν από τους υπαλλήλους του Λεοπόλδου. Ο Χότσιλντ υπογραμμίζει τη μεγάλη σημασία της τεχνολογίας αναφερόμενος στις σύγχρονες επικοινωνίες που οι ακτιβιστές χρησιμοποίησαν για να μεταβιβάσουν το μήνυμά τους στην Ευρώπη: ο τηλέγραφος και οι φωτογραφίες ακρωτηριασμένων Αφρικανών έπαιξαν ουσιαστικό ρόλο στην κινητοποίηση της δυτικής κοινής γνώμης. Χάρη στις πιέσεις της τελευταίας, συμπεραίνει ο συγγραφέας, ο βασιλιάς Λεοπόλδος υποχρεώθηκε να παραδώσει το 1908 τον έλεγχο του Ελεύθερου Κράτους του Κονγκό στη βελγική κυβέρνηση.

Τρίτη, Οκτωβρίου 04, 2016

Τα μωρά της Αθηνάς, Πάνος Ιωαννίδης

Ένα σύγχρονο, ελληνικό νουάρ μυθιστόρημα, που ξεκινά με την… ατμοσφαιρική δολοφονία του «νεαρού, όμορφου, πρωτοπόρου επιχειρηματία» Γρηγόρη Μπέη στον καταρράκτη του Λειβαδίτη Δράμας τον Μάρτιο του 2013, δεν μπορεί παρά να προσελκύσει κάποιον που μένει στη Δράμα, και όχι μόνο… Τα ερωτηματικά εγείρονται από το πρώτο δισέλιδο, όπου in medias res (κυριολεκτικά στη μέση των αφηγούμενων γεγονότων, αν τα βάλουμε σε χρονική σειρά) απεικονίζεται η βασικότερη σκηνή του μυστηρίου, χωρίς ονόματα, ενώ οι λεπτομέρειες του όλου σκηνικού είναι τέτοιες που αναρωτιέσαι αν η λύση θα είναι αξιοπρεπής, ή τουλάχιστον αληθοφανής!
Το μυθιστόρημα κινείται αριστοτεχνικά γύρω από αυτό το βασικό επεισόδιο. Σε τρεις ενότητες -που αφορούν το μετά, το πριν και πάλι το μετά- χωρισμένες σε κεφάλαια με άξονα τις μέρες του ημερολογίου, παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα το οικονομικό θρίλερ που επινόησε ο συγγραφέας, ένα  σενάριο-παιδί της κρίσης. Το στίγμα της εποχής, της εποχής της «γενιάς της αλλαγής» που μεγαλύτερή τους μπίζνα ήταν το μνημόνιο, δίνεται από τις πρώτες σελίδες, που τοποθετούν την πλοκή έξι μήνες μετά τη δολοφονία -όταν η αδερφή του θύματος Αντιγόνη Μπέη ζητά από τον ντετέκτιβ Πέτρο Ριβέρη την εξιχνίαση του εγκλήματος. Είναι φανερό στον αναγνώστη αυτό που επισημαίνει και ο ίδιος ο συγγραφέας σε συνέντευξή του:  Έγραψα «Τα Μωρά της Αθηνάς» ως έναν μικρό φόρο τιμής στη γενιά μου, τα παιδιά που γεννηθήκαμε στα πρώτα χρόνια της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας[1], και που οι περισσότεροι από εμάς πίνουμε το πικρό ποτήρι της κρίσης, δίχως να έχουμε ιδιαίτερη ευθύνη για τα περισσότερα που μας συμβαίνουν.
Οι οικονομικές δραστηριότητες του Γρηγόρη Μπέη, που χαρισματικά αρπάζει τα μηνύματα των καιρών για να επωφεληθεί όχι μόνο οικονομικά αλλά και πολιτικά, είναι όντως πρωτοποριακές. Πέρα από τη διαφημιστική και την ασφαλιστική εταιρία που διευθύνει, επινοεί κι ένα επιχειρηματικό σχέδιο που θα το ζήλευε οποιοσδήποτε καπιταλιστής προσπαθεί να σώσει τον εαυτό του στις μέρες μας: ένα δίκτυο επιχειρήσεων διαφόρων κλάδων  παραγωγής (π.χ. τράπεζες, σούπερ μάρκετ, αναπτυξιακές εταιρίες, φροντιστήρια κ.α.), που θα πουλάει σε άνεργους, ανασφάλιστους και γενικά οικονομικά ασθενείς… «πακέτα ζωής»(!)˙ ασφαλιστικά συμβόλαια δηλαδή, που θα εξασφαλίζουν όχι μόνο τις συνήθεις υπηρεσίες μιας ασφάλειας, αλλά στέγη, δουλειά, φροντιστήρια στα παιδιά, σίγουρη πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο, πάρκινγκ, ψώνια πιο φτηνά κ.α.!!! Μια «επιχείρηση επιχειρήσεων», που θα εκμεταλλεύεται την ανασφάλεια που γεννά στους νέους (και όχι μόνο) η κρίση (ασφαλιστικές υπηρεσίες για πολίτες χωρών που εντάσσονται στο μηχανισμό στήριξης της τρόικας). Λανσάρεται φυσικά σαν μια συλλογική, προοδευτική προσπάθεια που βγάζει από το αδιέξοδο τον σύγχρονο άνθρωπο και συντηρεί το -αμερικανικό- όνειρο της «γενιάς του ‘50, όνειρο του homo consumens με το οποίο γαλουχήθηκαν και οι επόμενες γενιές (σταθερή δουλειά, ευθύγραμμη καριέρα, μόνιμη εγκατάσταση, μόρφωση, εξοχικό, καταναλωτικά αγαθά): «το Green Sea Network συνιστά μια καινοτομική συλλογική προσπάθεια ανθρώπων με πρωτοποριακές ιδέες. Πρόκειται για ένα δίκτυο επιχειρήσεων και οργανισμών που έχει ως βασικό στόχο την αύξηση της παραγόμενης προστιθέμενης αξίας του τόπου», θα αναφέρει η γραμματέας («general manager») του Μπέη! Κι όπως αναφέρει και ο πατέρας Μπέης (πρώην βουλευτής, υπουργός και γενικώς διαπλεκόμενος), ο γιος του απαρνήθηκε μεν την πολιτική καριέρα, αλλά κατάλαβε πολύ έγκαιρα τη σημασία που αποδίδει ο σύγχρονος άνθρωπος στην ασφάλεια. Τα προϊόντα που πουλούσε ήταν καινοτομικά και άμεσα συνδεδεμένα με τις τρέχουσες εξελίξεις.
Απλό στη σύλληψη, φτάνει να υπάρχουν τα κατάλληλα άτομα, αρκούντως διαπλεκόμενα,  στις κατάλληλες θέσεις. Η Green Sea Network συστάθηκε βασικά από τον Γρηγόρη Μπέη -που εκτός από βασικός ιδιοκτήτης των δύο εταιριών (ασφαλιστικής και διαφημιστικής) ήταν γιος βουλευτή, τέως υπουργού. Απαραίτητη όμως ήταν και η συνεργασία κάποιων ακόμη φορέων: η συμμετοχή του μεγαλοεργολάβου και κατασκευαστή Κεμπαπίδη-ιδιοκτήτη της «Δομοκατασκευαστικής» (που πουλούσε τα διαμερίσματα στον Μπέη και κείνος  τα μεταπουλούσε στους ασφαλισμένους)˙ του ιδιοκτήτη μεγάλης αλυσίδας σούπερ μάρκετ (Πάντσερας Μάρκετ), Χρήστου Πάντσερα˙ του μεγαλοδικηγόρου Παύλου Δραγουμάνου που θα «αναλάμβανε τη νομική στήριξη», δηλαδή τη νομική γραφειοκρατία (προσλήψεις, συμβάσεις που θα αλυσοδένουν τους προσληφθέντες κλπ)˙ ακόμη, η εύρυθμη συνεργασία της Δημοτικής Αναπτυξιακής Εταιρίας,  δηλαδή η συμμετοχή του φιλόδοξου Γιάννη Καδή, δ/ντή αναπτυξιακής εταιρίας, ανθρώπου χωμένου για τα καλά στο «βαθύ κράτος» (με πολύ καλές σχέσεις με τα περισσότερα κεφάλια του κόμματος), ο οποίος ουσιαστικά έχει αναλάβει και τον ρόλο του συντονιστή.
Η πιο αναγκαία όμως συνεργασία ήταν αυτή που θα εξασφάλιζε την εγγύηση των χρηματιστικών συναλλαγών (χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, δάνεια, εκθέσεις- μελέτες για τις επισφαλείς επιχειρήσεις, εγγυήσεις), στην περίπτωσή μας τον διευθύνοντα σύμβουλο της Περιφερειακής Τράπεζας Άλκη Χρυσοστόμου (παλιά καραβάνα κι αυτός). Ο Μπέης από την τράπεζα βασικά αγόραζε οικονομικές αναλύσεις υψηλού επιπέδου που τον βοήθησαν στην απορρόφηση ορισμένων επιχειρήσεων, έμπαινε όμως κι ο ίδιος εγγυητής για να κτίσει τα σπίτια ο Κεμπαπίδης. Δεν είναι τυχαίο που στον τραπεζικό χώρο οι άνθρωποι του Μπέη είναι περισσότεροι: η ερωμένη του τυγχάνει να είναι νομική σύμβουλος της Π.Τ., ενώ διορισμένος απ’ τον ίδιο είναι και ο συντάκτης των οικονομικών αναλύσεων  της «Περιφερειακής Τράπεζας», που τυχαίνει να είναι και μεσίτης και διαφημιστής («τρία σε ένα»), Άλκης Χρυσοστόμου:
Ο κοινωνικός του ρόλος μπερδευόταν με τον επαγγελματικό, αλλά τόσα χρόνια στο μανατζεριλίκι είχε συνηθίσει. Πουλούσε και αγόραζε οτιδήποτε ήταν χρήσιμο για το δίκτυο ενώ παράλληλα διαφήμιζε την κοινωνική χρησιμότητά του. Έτσι έδινε μόνιμα την εικόνα του μονίμως διαθέσιμου να εξυπηρετήσει και να εξυπηρετηθεί, ενώ μεταδιδόταν παράλληλα το μήνυμα προς τον πληθυσμό ότι τα πάντα πωλούνται και αγοράζονται, αφού διαφημιστούν και προωθηθούν με επάρκεια. Ήταν μέρος του συμβολαίου που είχε υπογράψει και του προϊόντος που είχε αγοράσει. Πουλούσες χρόνο και αγόραζες τόσα καλούδια.
Όλοι αυτοί βέβαια πλαισιώνονται από δορυφόρους (σύμβουλους, γραμματείς, ερωμένες κλπ), που ενίοτε είναι διορισμένοι με «πακέτο ζωής» και συμμετέχουν λίγο ως πολύ στην όλη επιχείρηση, ενώ δεν λείπουν και οι «μπράβοι», άνθρωποι δηλαδή που από έσχατη ανάγκη αγόρασαν το πακέτο, με αντάλλαγμα να αναλαμβάνουν και να φέρνουν σε πέρας καθήκοντα «προστασίας» της επιχείρησης (π.χ. ο «Στέκας» κι ο «Ντουλάπας»).
Γιατί δεν αρκεί φυσικά το χρήμα του πελάτη που δίνεται εφάπαξ, έναντι όλων αυτών των «προϊόντων» που παρέχονται τόσο πλουσιοπάροχα! Οι ωφελούμενοι θα είναι δια βίου προσδεμένοι στο άρμα της επιχείρησης, θα υπακούουν και θα υπηρετούν τα αφεντικά που τους τάισαν, προσφέροντας ακόμα και υπηρεσίες παντελώς άσχετες προς το επάγγελμα με το οποίο διορίστηκαν… Ήδη, τη μέρα που έγινε το έγκλημα είχαν απορροφηθεί από το δίκτυο 17 μικρομεσαίες επιχειρήσεις που κινδύνευαν να κλείσουν, με την προϋπόθεση να έχουν αγοράσει κάποια υπηρεσία της Green Sea (χρηματοοικονομική, ασφαλιστική κλπ). Αφ ης στιγμής συμμετέχουν στο δίκτυο, σώζονται μεν αλλά χάνουν την κυριότητα της εταιρίας για δέκα χρόνια, ενώ τα κέρδη τους πηγαίνουν στον όμιλο με… ποσοστά! Πολλοί από τους εργαζόμενους στις εταιρίες αυτές με την απειλή της απόλυσης στρατολογούνται στα πακέτα ζωής και μετατίθενται σε άλλες θέσεις- κλειδιά που εξυπηρετούν τα συμφέροντα του δικτύου! Σύντομα δε, θα συμμετείχε στο δίκτυο και πολιτιστικός φορέας της πόλης, η Αργώ («σκοπός μας είναι να δημιουργήσουμε ισχυρές συνθήκες για την εδραίωση και την ανάπτυξη της κοινωνικής δικτύωσης. Χρειαζόμαστε έναν πολιτιστικό οργανισμό που θα εμφορείται από τις ίδιες ιδέες με μας και θα προσδεθεί στο άρμα μας»). Κοινώς, η Αργώ θα γινόταν μια νέα, «βολική δεξαμενή εκμετάλλευσης νέων ανέργων», με σκοπό να διαμορφώνει την κουλτούρα του κόσμου προς το συμφέρον της εταιρίας(!!!).

Μεγαλοφυές; Οπωσδήποτε! Η ουσία του άγριου καπιταλισμού που τρώει τα παιδιά του για να επιβιώσει! Ένα μικρής εμβέλειας κύκλωμα διαφθοράς και διαπλοκής απ’ αυτά που γέννησαν την κρίση ή γεννήθηκαν μέσα σ’ αυτήν… Εξίσου ευφυείς όμως είναι και οι τέσσερις νεαροί αντιεξουσιαστές που παίρνουν εγκαίρως χαμπάρι όλο αυτό το σατανικό σχέδιο και ψάχνουν τρόπο να το ανατρέψουν, όχι μόνο αποκαλύπτοντας το κύκλωμα της απάτης, αλλά σχεδιάζοντας να ιδρύσουν έναν κοινωνικό συνεταιρισμό, μια συλλογικότητα που θα αποτελεί μοντέλο αυτοδιαχείρισης και δημοκρατικών σχέσεων! Το σύστημα γεννά τρόπους για να επιβιώσει, τρέφει όμως και στα σπλάχνα του την αντίθεση!
Πρόκειται για τέσσερις φίλους, δυο ζευγάρια νέων στην ηλικία των τριάντα πάνω κάτω, για τους οποίους η προοπτική της ανεργίας είναι έτσι κι αλλιώς πανταχού παρούσα. Αστικής καταγωγής, απόφοιτοι πανεπιστημίων πολλές φορές με δύσκολες οικογενειακές συνθήκες, φιλόλογος με μάστερ γλωσσολογίας η Νεφέλη, οικονομολόγος με κόπους και στερήσεις ο Στέφανος που τώρα πια βρίσκει  περιστασιακά δουλειά ως κειμενογράφος σε site, ο Νικόλας με αντιεξουσιαστική δράση ήδη από το Δεκέμβρη του 2008, κομπιουτερίστας (δύσκολα θα στέριωνε σε μια δουλειά, μόνο τα κομπιούτερ τον ηρεμούσαν), και η Μαριλένα πτυχιούχος φυσικός με σποραδική απασχόληση, κόρη γιατρού. Δεν απέχουν πολύ από τη γενιά του Γρηγόρη Μπέη αλλά τα παιδιά αυτά έχουν άλλους προσανατολισμούς, είχαν ανοιχτούς λογαριασμούς με την επανάσταση. Και πώς να μην είχαν, με όλα αυτά που τους κάνουν; σκέφτεται η μάνα της Νεφέλης, η κυρά Ζωή. Μια γενιά καταστρεφόταν, για να συνεχίσουν οι πλούσιοι να γίνονται πλουσιότεροι, ενώ από πίσω ερχόταν κι άλλες. Αν δεν αντιδρούσαν ήταν σαν να συμφωνούσαν με όσα τους κάνουν.
Οι χαρακτήρες των τεσσάρων φίλων και οι σχέσεις τους παρουσιάζονται ανάγλυφα, σε σκηνές σκόρπιες που περιλαμβάνονται στη βασική ημερολογιακή δομή. Μην ξεχνάμε όμως ότι η πρώτη ενότητα μας τοποθετεί μετά το έγκλημα, οπότε βρίσκουμε τον Στέφανο χτυπημένο να βρίσκεται στο εξωτερικό, τη Μαριλένα να θέλει να του συμπαρασταθεί, και όλη την παρέα γενικά να έχουν αιφνιδιαστεί με τη δολοφονία του Μπέη! Ήδη από τη σελίδα 51 ο αναγνώστης καταλαβαίνει ότι οι κύριοι ύποπτοι για τη δολοφονία δεν είναι η ομάδα αυτή (εκτός αν είναι κάποιος που έδρασε από μόνος του)! Τα ερωτηματικά πολλαπλασιάζονται καθώς συμπληρώνεται το παζλ των χαρακτήρων και της πλοκής, και καθώς προσπαθεί να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα που δημιουργεί αυτή η αντίστιξη γεγονότων.
Έχουμε λοιπόν το μαύρο έχουμε και το άσπρο, θα λέγαμε με χοντροκομμένο τρόπο τους κακούς και τους καλούς, όπου βέβαια και οι «καλοί» φτάνουν στα άκρα, όπως άλλωστε συμβαίνει συνήθως στα νουάρ … Μέσα όμως στο πλήθος αυτών των κεντρικών ηρώων, κινούνται κι άλλοι, δευτερεύοντες χαρακτήρες, που βρίσκονται στο ενδιάμεσο, και κοινωνικά και ιδεολογικά. Η τριτοπρόσωπη γραφή του παντογνώστη αφηγητή διεισδύει πολλές φορές αβίαστα και στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων, στις σκέψεις τους, επιτρέποντας στον αναγνώστη να σχηματίσει σταδιακά μια σύνθετη εικόνα με διασταυρούμενες αναπάντεχες σχέσεις. Οι σχέσεις αυτές μετασχηματίζονται, ωριμάζουν, διαβρώνονται, διαλύονται, μετεξελίσσονται. Και βέβαια εξελίσσονται και οι σχέσεις ανάμεσα στους ίδιους τους συνέταιρους, αποκαλύπτοντας αντιθέσεις, αγεφύρωτα χάσματα και…. βεβαίως βεβαίως διαφορετικά συμφέροντα! Έτσι, γρήγορα ο αναγνώστης αρχίζει να ψάχνει τον/τους  δολοφόνο/ους ανάμεσα στους συνεργάτες του Γρηγόρη Μπέη.
Δεν είναι σκόπιμο φυσικά να αποκαλυφθεί εδώ ποιος είναι… ο δολοφόνος. Σιγά σιγά, άλλωστε, αποκαλύπτεται ότι σε βάθος χρόνου υπήρξαν κι άλλα εγκλήματα  που δεν είχαν έρθει στο φως. Η σύνθετη εικόνα που λέγαμε συμπληρώνεται με κινημτογραφική ταχύτητα μέχρι τις τελευταίες σελίδες, δίνοντας μια όχι και τόσο απλή λύση, ωστόσο αξιοπρεπή και αληθοφανή. 

Αλλά «Τα μωρά της Αθηνάς» δεν είναι από τα αστυνομικά που το ενδιαφέρον εξαντλείται στο ποιος είναι ο δολοφόνος και πώς θα αποκαλυφθεί (που σημειωτέον δεν πρέπει να τον βρει μόνο ο αναγνώστης αλλά και ο… ντετέκτιβ, ο Πέτρος Ριβέρης!). Το έγκλημα που διαπράττεται είναι πρώτιστα οικονομικό, δηλαδή και κοινωνικό και πολιτικό, και περιγράφει σε μικρογραφία το αντίστοιχο έγκλημα που χαρακτηρίζει την εποχή μας σε παγκόσμια κλίμακα. Το κύκλωμα του Γρηγόρη Μπέη επενδύει τις δραστηριότητές του με έναν ιδεολογικό μανδύα «σωτηρίας» εκβιάζοντας ουσιαστικά και εκμεταλλευόμενο τις ανάγκες των ανθρώπων- θυμάτων της κρίσης και των μνημονίων (μας θυμίζει τίποτα;). Η γλώσσα με την οποία παρουσιάζουν οι συνέταιροι το πρόγραμμά τους στους «ωφελούμενους», η γλώσσα της εξουσίας, είναι τρομακτική: «Μπαίνουμε σε μια νέα εποχή», «πρέπει να αντιμετωπίσουμε τις νέες προκλήσεις», «η επιχειρηματικότητα μπαίνει σε νέα βάση» είναι τα συνήθη μπλα μπλα. Άλλωστε, στη «σπουδαία αυτή επένδυση» απασχολείται κόσμος, ενώ ο Μπέης έσωσε πολλές επιχειρήσεις από λουκέτο. Ή : Τα πακέτα ζωής αποτελούν μια καινοτομική υπηρεσία που σχεδιάστηκε σήμερα για να καλύψει τις ανάγκες του μέλλοντος. Βασικός σκοπός τους είναι να ενισχύσουν τη θέση της κοινωνικής δικτύωσης στην τοπική ανάπτυξη, δημιουργώντας θετικές συνθήκες αλληλεπίδρασης ανάμεσα σε δρώντες διαφορετικών καταβολών. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα διευκολύνουν τους άριστους (!). Είναι αυτή η ίδια αντίληψη περί «δικαιοσύνης»  που αναφέρεται πιο λαϊκά και πιο κυνικά από τον Χρυσοστόμου: «Κάθε χρησιμότητα που λαμβάνει το άτομο να συνδέεται άμεσα και γραμμικά με τον χρόνο που παρέχει για να το αποκτήσει. Πρόκειται για την πλέον δίκαιη θεωρία κατανομής πόρων και των αγαθών μεταξύ των ανθρώπων. Ό, τι δίνεις παίρνεις»! Όσοι ωφελούνται λοιπόν, πρέπει να παρέχουν «εγγυήσεις» που ονομάζεται «κοινωνική συνεισφορά» (στη γλώσσα της εξουσίας «ευελιξία», που είναι μια «δυναμική διαδικασία»), πουλώντας στην ουσία χρόνο, ενώ οι συμβάσεις όχι μόνο παύουν να είναι αορίστου χρόνου αλλά όσοι αγοράζουν πακέτο δεν θα έχουν δικαίωμα για συμμετοχή σε κάποια πολιτική παράταξη ή κόμμα!
Ο αντίλογος στο σατανικό αυτό καπιταλιστικό εγχείρημα δεν προέρχεται  μόνο από την επαναστατική ομάδα. Επιχειρήματα αμφισβήτησης που φτάνουν μέχρι την οργή διατυπώνονται διάσπαρτα από διάφορους λίγο ως πολύ εμπλεκόμενους, ιδιαίτερα όταν τα πράγματα αρχίζουν να αγριεύουν (απροκάλυπτα παρακολουθούν νέους υποψήφιους στο διαδίκτυο, απειλούν με απολύσεις όσες εταιρίες φέρνουν αντιρρήσεις κλπ). Ο καθένας από τη δική του οπτική γωνία, π.χ. ο Αραμπατζίδης, ιδιοκτήτης της εταιρίας που αρνήθηκε την αφομοίωση, εξηγεί πώς και γιατί οι όροι για να μπουν στην Green Sea Network ήταν δυσβάσταχτοι και από οικονομικής και από ανθρωπιστικής πλευράς, ενώ η κυρά Ρηνιώ, η μάνα του Καράτσαλη παραπονιέται που ο Μπέης δεν κράτησε στη δουλειά μια γνωστή της γιατί αρνήθηκε να μετατραπεί η σύμβασή της από ιδιωτικού αορίστου χρόνου σε σύμβαση έργου. Ακόμα και ο συνεργάτης του Μπέη, ο δικηγόρος Δραγουμάνος αποστασιοποιείται κάποια στιγμή, λέγοντας ότι θα συμβάλλουν στο να θεμελιωθούν οι προϋποθέσεις για μια κοινωνία δούλων.
Την πιο εμπεριστατωμένη ωστόσο αντίθεση, που αναπτύσσεται διαλεκτικά και ολοκληρωμένα, προβάλλουν οι συνειδητοποιημένοι νεαροί. Μορφωμένοι αλλά και υποψιασμένοι-με όραμα να φτιάξουν έναν δημοκρατικό κοινωνικό συνεταιρισμό (βιβλιοπωλείο και κόμβο εναλλακτικής ηλεκτρονικής πληροφόρησης)- απέκτησαν πρόσβαση στα αρχεία της Green Sea Network και κατάλαβαν γρήγορα ότι είχαν να κάνουν με μια τράπεζα χρόνου, όχι από μια συνεταιριστική οπτική, αλλά από την εντελώς καπιταλιστική της πλευρά. Βασικά ο Στέφανος, που είναι και οικονομολόγος, το διατύπωσε πιο εύστοχα: πρόκειται για μαύρη αγορά χρόνου. Καθώς συμπληρώνουν κι αυτοί το δικό τους παζλ με τα στοιχεία που συλλέγουν, καταλήγουν σε απίστευτα συμπεράσματα που συνοψίζονται σε ολοκληρωμένο κείμενο που συνέταξε ο Στέφανος: Η ομάδα πακέτων ζωής συνιστά χαρακτηριστικό δείγμα σύγχρονων κοτζαμπάσηδων, οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι τις τρέχουσες ιστορικές συνθήκες δημιούργησαν αυτό το αίσχος, στοχεύοντας στην πρόσθετη αύξηση του υπέρογκου πλούτου τους, εις βάρος των πολλών… Πόσο πιο ξεκάθαρα να εξηγήσει κανείς την υπεραξία που παράγεται από ανθρώπους που, λόγω ανάγκης,  πουλάνε όσο όσο τον χρόνο τους, και με οποιοδήποτε τίμημα; Όπως λέει (ή μάλλον σκέφτεται) και η Μαριλένα, την εξόργιζε ότι στόχος ήταν η γενιά της και οι ερχόμενες γενιές, στο όνομα μιας χρεοκοπημένης αντίληψης για την ανάπτυξη, που απλούστατα ήθελε να κάνει τους πλούσιους πλουσιότερου και τους φτωχούς φτωχότερους.

Είναι ξεκάθαρο λοιπόν ότι το βιβλίο αυτό, χωρίς να υστερεί σε τίποτα από τα αστυνομικά όσο αφορά τη δαιδαλώδη πλοκή, το μυστήριο, τους γρήγορους και έξυπνους διαλόγους, αποτελεί κι ένα πολύπλευρο σχόλιο-καταπέλτη απέναντι στο σύστημα, την κρίση, το σύγχρονο κατεστημένο. Μάλιστα προχωρά ακόμα πιο βαθιά στα αίτια του κοτζαμπασισμού, δια στόματος του πατέρα Μπέη, του Αραμπατζίδη, που ανήκουν στην προηγούμενη γενιά, τη «γενιά της αλλαγής». Ο πρώην βουλευτής Κώστας Μπέης, πατέρας του θύματος, έχει την άνεση να παραδεχτεί ότι η γενιά του έχει τη μεγαλύτερη ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση. Ήταν την εποχή μετά τη μεταπολίτευση, όπου η πολιτική ήταν ο πλέον δυναμικός κλάδος της αγοράς. Ενώ ο ίδιος, μαζί με όλους τους δικούς του, ξεκίνησε με όνειρα να καταπολεμηθεί ο ενδημικός κοτζαμπασισμός, σύντομα αντιλήφθηκε ότι είχε να κάνει με τσανακογλύφτες και προύχοντες, που επεδίωκαν να δημιουργήσουν τις δικές τους συμμορίες, με στόχο τη νομή του κράτους και των παραδομών του. Παραδέχεται ότι αφομοιώθηκε, συνήθισε, «τα είχε κι αυτός μέσα του», όπως λέει χαρακτηριστικά. Η εξουσία ενδιαφέρεται για τη συντήρησή της, καταλήγει κυνικά, εξοργίζοντας τον Ριβέρη που ανταπαντά: Υπάρχει και η κοινωνία, η οποία έχει τις δικές της ανάγκες (…) η κοινωνία σάς δίνει την υπεραξία της και σεις τη μοιράζεστε μεταξύ σας. Αφού κοινωνικοποιήσετε τις ζημιές και ιδιωτικοποιήσετε τα κέρδη.

…γιατί μέσα σ’ όλο αυτό το πλήθος των ηρώων, ξεχωρίζει φυσικά ως κεντρικός ο ντετέκτιβ, και, όπως συνήθως συμβαίνει στα αστυνομικά/νουάρ, ο Πέτρος Ριβέρης φαίνεται να απηχεί ως alter ego την οπτική του συγγραφέα. Εραστής κι αυτός της λογοτεχνίας, καθοδηγείται από μια φράση και μια αφίσα του Τσίρκα σε μια βασική αποκάλυψη…  Πέρα όμως από την ιδεολογική συγκρότηση, ο συγγραφέας μόνο σ’ αυτόν παρουσιάζει και πιο ανάγλυφα τον βαθύτερο συναισθηματικό κόσμο, σε τρία σύντομα ιντερμέτζο («γονότυπο κάτοπτρο», «φαινότυπο κάτοπτρο», «ορμέμφυτο κάτοπτρο»). Λυρικά και μελαγχολικά, διαπερνούν την τραγωδία της ζωής του ανοίγοντας έναν εσωτερικό διάλογο με τη χώρα του υποσυνείδητου και φτάνοντας από την έσχατη απώλεια στην ωρίμανση.
Τέλος, δεν μπορώ να μην αναφερθώ στο σκοτεινό τίτλο του βιβλίου, στα «Μωρά της Αθηνάς», που είναι και οι πραγματικοί πρωταγωνιστές. Πρόκειται για τη γενιά αυτή των μορφωμένων και ανέργων, που γεννήθηκαν μέσα στην πλαστή ευημερία με όνειρα και προοπτικές, για να αντικρίσουν ένα κόσμο- φυλακή, πόρτες κλειστές και ελευθερία ανάπηρη. Είναι τα παιδιά της αντίστασης, της σοφίας, της γνώσης, απ’ όπου αφήνεται ένα παραθυράκι ότι θα έρθει η ελπίδα και για τα οποία ο Ιωαννίδης γράφει ένα ποίημα που έντεχνα εντάσσεται στη μέση του βιβλίου. Ένα ποίημα που τελειώνει με την πετυχημένη παράφραση του ποιήματος του Σεφέρη:
εμείς που μάθαμε να χάνουμε θα σας διδάξουμε στη μάχη
Χριστίνα Παπαγγελή 




[1] Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία ονομάζεται η περίοδος διακυβέρνησης του Ελληνικού κράτους από τη μεταπολίτευση (1974) μέχρι σήμερα και διαχωρίζεται ιστορικά από την περίοδο της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών (1967-1974). Θεωρείται τρίτη περίοδος της Ελληνικής Δημοκρατίας, με τη δεύτερη περίοδο να αφορά το πολιτικό καθεστώς της Ελλάδας από το 1924 ως το 1935 και ως πρώτη περίοδο τα χρόνια της επανάστασης του 1821 μέχρι την εγκαθίδρυσης της Βασιλείας του Όθωνα το 1832 (Wikipedia).

Τετάρτη, Ιουνίου 24, 2015

Αδριανού απομνημονεύματα, Marguerite Yourcenar

Όλα μας ξεφεύγουν, όλοι, και μεις οι ίδιοι.
Η ζωή του πατέρα μου, μου είναι πιο άγνωστη από τη ζωή του Αδριανού.
Αν έπρεπε να γράψω την ίδια την ύπαρξή μου, θα την ξανάπλαθα απ έξω, κοπιαστικά, σα ζωή κάποιου άλλου. Θάπρεπε να καταφύγω σε γράμματα, σε αναμνήσεις τρίτων, για να καθορίσω αυτές τις αβέβαιες μνήμες.
Δεν είναι παρά σωριασμένα τείχη, παραπετάσματα σκιάς.
Να τα φέρω έτσι ώστε τα χάσματα του κειμένου μου σε ό, τι αφορά τη ζωή του Αδριανού,
να συμφωνήσουν μ αυτά που θάχε η δική του η λησμονιά.
Μαργκερίτ  Γιουρσενάρ


Ο γνωστός από την ιστορία αυτοκράτορας Αδριανός, τρίτος στη σειρά στη δυναστεία των Αντωνίνων (117- 138 μ.Χ.), «φιλόσοφος -βασιλιάς» σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία (στην Wikipedia καταχωρείται όχι μόνο ως αυτοκράτορας αλλά ως στωικός και επικούρειος φιλόσοφος), γράφει εν είδει επιστολής προς τον δεκαεπτάχρονο Μάρκο Αυρήλιο (έναν από τους καθορισμένους διαδόχους του),  μια γραπτή εξομολόγηση για τη ζωή, το έργο του, τη φιλοσοφία του. Είναι ένας άνθρωπος ταξιδιώτης αλλά ταυτόχρονα και αφέντης, απόλυτα ελεύθερος να δει, να μεταρρυθμίσει, να δημιουργήσει, αλλά στην ουσία ένας άνθρωπος που, στα εξήντα του χρόνια, περιμένει τον θάνατό του (από υδρωπικία της καρδιάς).
Για ασφάλεια, συνέταξα  πέρυσι, μία αναφορά που θεωρείται η επίσημη αναφορά των πράξεών μου. Ο γραμματέας μου, ο Φλέγονας, έβαλε το όνομά του στη σελίδα του τίτλου. Λέω σ αυτήν, όσο το δυνατόν λιγότερα ψέματα. Τα δημόσια συμφέροντα, όμως, και η αξιοπρέπεια, δεν έπαυαν να με αναγκάζουν ν’ αναταξινομώ ορισμένα γεγονότα. (…) Εδώ σου προσφέρω, σαν μια επανόρθωση, μιαν αφήγηση απαλλαγμένη από προμελετημένες ιδέες και αφηρημένες αρχές, φτιαγμένη από την εμπειρία ενός μόνου ανθρώπου, που είμαι εγώ. Αγνοώ σε ποια συμπεράσματα θα με παρασύρει αυτή η αφήγηση. Βασίζομαι πάνω σ αυτή την επιθεώρηση των γεγονότων για να προσδιοριστώ, να κριθώ ίσως, ή να γνωρίσω τουλάχιστον καλύτερα τον εαυτό μου προτού πεθάνω.
Έτσι, το κύριο βάρος σ αυτήν την αφήγηση δεν είναι τα έργα του δραστήριου και πολυπράγμονα αυτοκράτορα, αλλά  το εσχατολογικό περιεχόμενο με το οποίο επενδύει κάθε του ανάμνηση, τώρα που «οι ευτυχίες τον εγκαταλείπουν σιγά σιγά» (απ όλες τις ευτυχίες που μ εγκαταλείπουν σιγά σιγά, ο ύπνος είναι μια από τις πιο πολύτιμες, από τις πιο καθημερινές επίσης). Αναστοχάζεται συνεχώς κάθε νέα πτυχή των ανθρώπινων, τώρα ιδιαίτερα που είναι ευάλωτος (η αρρώστια και η ηλικία έχουνε κι εκείνες τα θαύματά τους). Κυρίως όμως, όπως γράφει ο Ναυτίλος, ο Αδριανός δεν αφηγείται τη ζωή του με στόχο την ανασύσταση του παρελθόντος. Είναι το μέσον που χρησιμοποιεί για να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του πριν πεθάνει, το λέει άλλωστε και ο ίδιος ως μυθιστορηματικό πρόσωπο.
Το μυθιστόρημα αυτό, έργο ζωής της μεγάλης συγγραφέα, δεν είναι βασικά ιστορικό μυθιστόρημα. Όπως σημειώνει η Γιουρσενάρ στο τέλος του βιβλίου:  πιο πολύ θέλησα να διαλέξω τη στιγμή που ο άνθρωπος που έζησε αυτήν την ύπαρξη, τη ζύγιασε, την εξέτασε, στάθηκε, έστω για μια στιγμή, ικανός να την κρίνει. Να βρεθεί αντιμέτωπος με τη ζωή του. Η συγγραφέας θέλησε ν αγκαλιάσει με μια μονάχα ματιά ολόκληρη την καμπύλη. Ακόμα πιο συγκεκριμένα  θέλησε να διεισδύσει στην προσωπικότητα ενός «σχεδόν σοφού ανθρώπου» που αν δεν είχε διατηρήσει την ειρήνη του κόσμου, αν δεν είχε  αναζωογονήσει την οικονομία της αυτοκρατορίας, οι προσωπικές ευτυχίες και δυστυχίες του θα την είχαν απασχολήσει πολύ λιγότερο.
Εδώ ας σημειώσω ότι ταυτίζομαι απόλυτα με την άποψη του Ναυτίλου για τη γνωστή μεταφράστρια των έργων της Γιουρσενάρ, Ιωάννα Χατζηνικολή. Η τεκμηριωμένη κριτική του ναυτίλου ήταν και το έναυσμα για προσέξω και γω κάποιες μεταφραστικές ατέλειες (κι ας μην είχα το πρωτότυπο) που επιβεβαιώνουν την κρίση του.
  
Η ζωή του μυθιστορηματικού Αδριανού μέσα στο ιστορικό πλαίσιο
Να θυμίσουμε με λίγα λόγια ότι εκείνη την εποχή (2ος αι. μ.Χ.) το αυτοκρατορικό αξίωμα δεν ήταν κληρονομικό αλλά είχε θεσπιστεί ο θεσμός της υιοθεσίας.  Ο αυτοκράτορας ορίζεται από τον προηγούμενο με κριτήριο ίσως τις διοικητικές και στρατιωτικές ικανότητες που δοκιμάζονται στους ατέλειωτους πολέμους, κι έχει να παλέψει σκληρά για να στερεώσει τη θέση του έναντι των αντιπάλων.
Ο τρόπος με τον οποίο βάζει η Γιουρσενάρ τον αφηγητή να παρουσιάζει τη ζωή του είναι αφαιρετικός και αντιστικτικός. Άλλωστε, ο Αδριανός απευθύνεται σε σύγχρονό του, δεν έχει νόημα να εξιστορήσει όλο του τον βίο. Ξεπερνά με επιδεξιότητα τις αντιφάσεις σχετικά με τη γενέτειρα (άλλες πηγές αναφέρουν την Ρώμη και άλλη την Ιτάλικα, πόλη της Ισπανίας):  ο μύθος έχει και τα καλά του. Μαρτυράει πως οι αποφάσεις του πνεύματος και της θέλησης είναι εκείνες που υπαγορεύουν τις περιστάσεις. Πραγματικός τόπος της γέννησής μας είναι κείνος στον οποίο βλέπουμε για πρώτη φορά με καθαρό μάτι τον εαυτό μας. Πρώτες μου πατρίδες ήτανε τα βιβλία.
Με λιγοστές αναμνήσεις από τους γονείς (ο πατέρας μου ήταν ένας άνθρωπος τσακισμένος από την αρετή/από το μακρουλό πρόσωπό της Σπανιόλας, το ποτισμένο με μια γλύκα λίγο μελαγχολικιά, κρατάω μιαν ανάμνηση κλπ), όταν τον κάλεσε ο κηδεμόνας του ο Καίλιος Αττιανός (κηδεμόνας του ήταν κι ο ξάδερφός του, Τραϊανός)  έφυγε για τη Ρώμη. Τον παρακολουθούμε ως χιλίαρχο (μ έσωσε η επιστροφή στον στρατό), να απομακρύνεται από τη Ρώμη προς μεγάλη του ευτυχία, γιατί την θεωρούσε κέντρο διαφθοράς. Ήταν εικοσιδύο χρόνων, μόλις πέθανε ο Δομιτιανός κι ο Νέρβας όρισε διάδοχο τον Τραϊανό. Έτσι, ο ήρωάς μας συμμετείχε ενεργά στις εκστρατείες του αυτοκράτορα εναντίον των Δακών και των  Πάρθων περιγράφοντας γλαφυρά όλα τα συναισθήματα της «εξαιρετικής έξαψης»:
Όσο διαρκούσε ο κίνδυνος, κυνισμός ή καθήκον παραχωρούσαν αστραπιαία τη θέση τους σ ένα ντελίριο τόλμης, σ ένα είδος περίεργου οργασμού του ανθρώπου που ενώνεται με το πεπρωμένο του. Στην ηλικία που ήμουνα τότε, αυτό το μεθυσμένο κουράγιο ήταν παντοτινό. Ένα πλάσμα μεθυσμένο από τη ζωή δεν προβλέπει τον θάνατο.
Με τον θάνατο του Τραϊανού (μεγαλειώδης η περιγραφή) και με μια διαδικασία κάπως σκοτεινή (σύνηθες αυτό, βέβαια) αναλαμβάνει το αξίωμα του αυτοκράτορα χτίζοντας σιγά σιγά και με προσοχή ένα λιτό, φιλοσοφικό, στοχαστικό προφίλ. Οι μηχανορραφίες που απαιτούνται για να στεριώσει κανείς το ηγετικό αυτό αξίωμα μέσα σε μια αυτοκρατορία με τόσες αντιφάσεις συνδυάζονται με τον φιλοσοφικό στοχασμό ενός ανθρώπου που προσπαθεί, τώρα στο τέλος της ζωής του να προσδώσει νόημα.  Σ αυτό το πνεύμα διατρέχει η συγγραφέας μέσω του αφηγητή τα γνωστά εξωτερικά γεγονότα. Ένας αυτοκράτορας που ελάχιστα στάθηκε στη Ρώμη∙  πέρα από τον πόλεμο εναντίον των Δακών (κράτησε έντεκα μήνες κι ήταν αλύπητος) και τα επεισόδια στα σύνορα των Πάρθων, τις εκστρατείες εναντίον των Ιουδαίων  επισκέφτηκε ως κατακτητής τη Γερμανία, τη Βρετανία, την Ελλάδα, Μικρά Ασία, Βιθυνία, Νικομήδεια, Εύβοια, Δήλο, Ρόδο, Σικελία πάντα με απώτερο σκοπό να γνωρίσει τους διαφορετικούς πολιτισμούς, να καταλάβει τους ανθρώπους, να ομορφήνει τις πόλεις (τώρα δεν είχα πια το χρόνο ούτε να ενδιαφερθώ ούτε να αδιαφορήσω για τον εαυτό μου. Το άτομό μου είχε αρχίσει πια να σβήνει, ακριβώς γιατί είχαν αρχίσει να υπολογίζονται οι απόψεις του. Αυτό που ενδιέφερε, ήταν το να βρεθεί κάποιος που θα εναντιωνότανε στην πολιτική των κατακτήσεων αντιμετωπίζοντας τις συνέπειες και την κατάληξή τους, και να ετοιμαστεί, αν ήτανε δυνατόν, να επανορθώσει τα σφάλματα).

Προσωπικότητα
Η συγγραφέας, βασισμένη σε πηγές που τις παρουσιάζει πολύ αναλυτικά στο τέλος του βιβλίου, δίνει το πορτρέτο ενός ανθρώπου που παρόλο που έχει τεράστια εξουσία, αγωνίζεται να καταλάβει την ανθρώπινη φύση, αγωνίζεται για ειρήνη και ισότητα (δεν περιφρονούσα τους ανθρώπους. Αν το έκανα, δεν θα είχα δικαίωμα ούτε κανένα λόγο να δοκιμάσω να τους κυβερνήσω. (…) Οι διαφορές που αντιλαμβάνομαι ανάμεσα σε μένα και τους άλλους είναι πολύ μηδαμινές για να μετρήσουν στο τελικό άθροισμα. Γι αυτό πασχίζω να κρατάω μια στάση όσο μπορεί πιο ξένη προς την ψυχρή ανωτερότητα του φιλοσόφου και προς την αλαζονεία του Καίσαρα). Επί ηγεμονίας του προσπάθησε να μειώσει τους κατακτητικούς πολέμους (αυτό που ενδιέφερε, ήταν να βρεθεί κάποιος που θα εναντιωνότανε στην πολιτική των κατακτήσεων αντιμετωπίζοντας τις συνέπειες και την κατάληξή τους, και να ετοιμαστεί, αν ήτανε δυνατόν, να επανορθώσει τα σφάλματα).  Έχει επίγνωση, ότι ακόμα κι αν συντρίψει όλους τους εχθρούς, άλλες ορδές θα ρχονταν, άλλοι ψευδοπροφήτες. Απευθύνεται στον Μάρκο Αυρήλιο (ο οποίος, ας μην ξεχνάμε, έχει μείνει στην ιστορία σαν «φιλόσοφος αυτοκράτορας») με όρους φιλοσοφικούς, μιλώντας για  την ελευθερία και τη δύναμη (όσο για μένα, αναζήτησα την ελευθερία πιο πολύ από τη δύναμη, και τη δύναμη μόνο γιατί ως ένα σημείο ευνοεί την ελευθερία). Βλέπει καθαρά τα πολλά, διαφορετικά πρόσωπα με τα οποία κυβερνά το κράτος (μέσα μου βασιλεύουν, με τη σειρά τους, διαφορετικά πρόσωπα. Κανένα για πολύ καιρό, κάθε φορά όμως ο πεσμένος τύραννος ξαναρπάζει γρήγορα την εξουσία. Μέσα μου φιλοτέχνησα και το λεπτολόγο αξιωματικό, τον φανατικό για την πειθαρχία, που όμως μοιράζεια χαρούμενα με τους άνδρες του τις στερήσεις του πολέμου. Τον μελαγχολικό ονειροπόλο των Θεών. Τον εραστή που είναι έτοιμος για τα πάντα για μια στιγμή ιλίγγου. Τον αλαζονικό νέο αξιωματικό που δεν κρύβει από τους φίλους του την περφιφρόνησή του για την πορεία του κόσμου. Τον μέλλοντα πολιτικό άντρα κλπ κλπ).
Δεν αρνείται τις αναπόφευκτες αδικίες και εκτελέσεις στις οποίες κατέφυγε για να στεριώσει την εξ ορισμού επισφαλή -σε τέτοιο κράτος -εξουσία (ένα κύμα τρόπου απλώθηκε πάνω στη Ρώμη/ο δημόσιος βίος μου είχε κιόλας ξεφύγει από τα χέρια μου/κάθε μετάβαση από την μια ηγεμονία στην άλλη, συνοδεύεται από τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της). Παρόλο που οι εκτελέσεις των επικίνδυνων στοιχείων ήταν κάτι σύνηθες, ξέρει καλά ότι «αυτήν την κατάχρηση εξουσίας θα του την καταλόγιζαν όταν θα έκανε σκοπό του την επιείκεια, την ευλάβεια, τη δικαιοσύνη. Θα τις μεταχειρίζονται για να αποδείξουν ότι οι υποτιθέμενες αρετές του δεν ήταν άλλο από μια σειρά προσωπεία». Παρόλο, που όπως λέει, «ασπαζόταν την κοινοτοπία που θέλει το έγκλημα να καλεί το έγκλημα», γιατί, καταλήγει, το παρθένο χρυσάφι του σεβασμού θα ήταν πολύ μαλακό δίχως κάποιο κράμα φόβου.
Έχει ενδιαφέρον, λοιπόν, πώς ένας τέτοιου ήθους και συνειδητότητας άνθρωπος, με τέτοια δύναμη, αντιμετωπίζει τις προκλήσεις της εξουσίας του. Τις κολακείες, τους εκθειασμούς, τις συνωμοσίες(οι ήρεμες χαρές της ανθρώπινης φιλίας δεν είναι για μένα πια. Με λατρεύουν. Με τιμούν πάρα πολύ για να με αγαπούν ), αλλά και την έχθρα, το μίσος, την ίντριγκα.  Αρνήθηκε όλους τους τίτλους παρόλο που, όπως λέει,  η εποχή  διψάει για θεούς.

Παιδεία-  όραμα
Τρία «μέσα» επικαλείται ο ίδιος για να αποτιμήσει την ανθρώπινη ύπαρξη: την παρατήρηση του εαυτού του (τίποτα δεν με εξηγεί), την παρατήρηση των άλλων, και τα βιβλία (ο γραπτός λόγος μ έμαθε ν ακούω την ανθρώπινη φωνή, ακριβώς όπως οι μεγαλοπρεπείς ακίνητες στάσεις των αγαλμάτων με μάθανε να εκτιμώ τις κινήσεις, και αντίστροφα, στη συνέχεια, η ζωή μού φώτισε τα βιβλία). Μεθούσε με τις ασκήσεις της ρητορικής, γιατί ένιωθε πως εισχωρεί μέσα στη σκέψη των ανθρώπων. Τον μάγεψε και η αστρονομία, αλλά περισσότερο τον συγκινούσε η ποίηση (με είχε μεταμορφώσει/δεν είμαι σίγουρος αν η ανακάλυψη της αγάπης στάθηκε πιο υπέροχη από την ανακάλυψη της ποίησης). Άλλωστε, είναι γνωστό ότι έχει γράψει και ο ίδιος ποιήματα[1]. Μελέτησε με πάθος τα ελληνικά∙ η αγάπη του εξελίχθηκε σε «ελληνομανία» (λατινικά κυβέρνησα την αυτοκρατορία μου, αλλά ελληνικά έχω σκεφτεί και ζήσει). Ένας από τους δασκάλους που επικαλείται είναι ο γιατρός Λεωτυχίδης (αυτός ο πικρός Έλληνας μου είχε διδάξει τη μέθοδο). Αγαπά την ελληνική τέχνη, όχι μόνο γιατί περιορίζεται στο ανθρώπινο, αλλά γιατί οι ¨Έλληνες αγάπησαν τόσο την ομορφιά, που δεν ασχολήθηκαν με τα διαφορετικά πρόσωπα των ανθρώπων (σε αντίθεση με τα ρωμαϊκά πορτρέτα που αξίζουν μόνο σαν χρονικά).
Ομορφιά, Δύναμη, Δικαιοσύνη. Η δύναμη είναι η βάση της ομορφιάς, η αυστηρότητα χωρίς την οποία δεν υπάρχει ομορφιά, η σταθερότητα χωρίς την οποία δεν υπάρχει δικαιοσύνη.
Αισθανόμουνα υπεύθυνος για την ομορφιά του κόσμου. Ήθελα τις πόλεις να είναι υπέροχες, ευάερες, ποτισμένες με γάργαρα νερά, κατοικημένες από ανθρώπινα πλάσματα που τα κορμιά τους δεν θα παραμόρφωναν ούτε τα σημάδια της φτώχειας και της αλλοτρίωσης, ούτε τα οιδήματα κάποιου χυδαίου πλούτου.
Η ελληνολατρία του είναι τόσο έντονη που επισκιάζει κάθε αίγλη της Ρώμης, παρόλο που την έχει αποκαλέσει «αιώνια». Θέλει να επεκτείνει τη Ρώμη της εποχής της δημοκρατίας στα άλλα κράτη, να γίνει τάξη του κόσμου, τάξη πραγμάτων. Αγωνίζεται γι αυτό το όραμα, γι αυτό και δεν έχει σταθερή διαμονή∙ όπως εξομολογείται και στην επιστολή αυτή προς τον Μάρκο Αυρήλιο, ποτέ δεν έχει το συναίσθημα ότι ανήκει απόλυτα σ ένα μέρος (ξένος παντού, δεν ένιωθα ιδιαίτερα αποξενωμένος σε κανέναν τόπο). Αλλάζει τα διάφορα προσωπεία  εξασκώντας τα διάφορα επαγγέλματα απ τα οποία αποτελείται το επάγγελμα του αυτοκράτορα. Προσπαθεί να αποποιηθεί τις εθελοντικές προσφορές που κάνουν οι πόλεις στον αυτοκράτορα  και που δεν είναι παρά μια μεταμφιεσμένη ληστεία. Πέρα από τη σύνταξη του edictum perpetuum που αφορά την διοίκηση στην ιταλική χερσόνησο, μια σειρά από μέτρα που αφορούν όλη την αυτοκρατορία, τους αγρότες, τον στρατό (δεν δίστασα να ιθαγενοποιήσω τον στρατό/ο στρατός γινόταν ένας συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους λαούς του δάσους και της στέπας, των βάλτων και των εκλεπτυσμένων κατοίκων των πόλεων), εξυπηρετούν ένα όραμα για το οποίο –η Γιουρσενάρ βάζει τον ήρωά της να- μιλάει αναλυτικά στον Μάρκο Αυρήλιο. Μιλάει για πρότυπο κτήμα αγροτικής εκμετάλλευσης, για άνοιγμα δημοσίων σχολείων μέσης εκπαίδευσης, για πάταξη της δικαστικής σκληρότητας. Για τη θέση της γυναίκας. Humanitas, Felicitas, Libertas: αυτά τα όμορφα λόγια που φαντάζουν πάνω στα νομίσματα της ηγεμονίας μου δεν τα εφεύρα εγώ. Και παρακάτω: πρέπει να το ομολογήσω, δεν πιστεύω πολύ στους νόμους. Πολύ σκληρούς, τους παραβαίνουμε, και με το δίκιο μας. Πολύ περίπλοκους, η ανθρώπινη εφευρετικότητα βρίσκει εύκολα τρόπους να ξεγλιστρήσει μες από τις θηλιές αυτής της σουρνάμενης και λεπτεπίλεπτης παγίδας.
(…) Αμφιβάλλω αν ολόκληρη η φιλοσοφία του κόσμου θα φτάσει ποτέ να καταργήσει τη δουλεία. Θα της αλλάξουν το πολύ πολύ το όνομα. Μπορώ να φανταστώ μορφές δουλείας, χειρότερες από τη δική μας, γιατί θα είναι πιο δόλιες.

Έρωτας- θάνατος
Μια εικόνα, μια ανταύγεια, μια αδύναμη ηχώ θα πλανιέται για μερικούς έστω αιώνες. Δεν μπορεί κανείς να κάνει τίποτα παραπάνω για την αθανασία.

Οι ομορφότερες σελίδες του βιβλίου έχουν γραφτεί για τον έρωτα. Δεν θεωρεί καμιά ηδονή χυδαία. Η ηδονή είναι ένα μέσο κατανόησης του κόσμου: απ όλα τα παιχνίδια μας, είναι το μόνο που κινδυνεύει να αναστατώσει την ψυχή μας, το μόνο στο οποίο ο παίκτης παραδίνεται στο ντελίριο του κορμιού του/ο εραστής που διατηρεί τα λογικά του δεν υπακούει ως το τέλος στο θεό του.
Δεν θα αναφερθώ σ όλες τις ερωτικές σχέσεις του Αδριανού, ούτε στη σχέση του με τη γυναίκα του, που ήταν καθαρά τυπική. Αλλά στον γνωστό, μεγάλο έρωτα για τον Έλληνα έφηβο Αντίνοο, που έμεινε και στην Ιστορία∙ ένα ξεγύμνωμα ισοδύναμο με του θανάτου. Οι αναφορές στο νεαρό αυτό όμορφο λαγωνικό είναι σκέτη ποίηση (οι μορφές που ζητάμε απελπισμένα, μας ξεφεύγουνε. Δεν ζούνε παρά ένα λεπτό. Ξαναβλέπω ένα κεφάλι γερμένο τη νύχτα (…), εκείνο το τρυφερό κορμί άλλαζε αδιάκοπα σαν ένα φυτό). Ζουν συνέχεια μαζί επί δυο χρόνια (ο νεαρός βοσκός μου γινόταν ένας νεαρός πρίγκιπας) και η σχέση αλλάζει, ωριμάζει. Η σχέση ενός μεσήλικα μ ένα παιδί  (ένας σχεδόν αδικαιολόγητος φόβος είχε φωλιάσει μέσα σ εκείνη τη σκοτεινή καρδιά). Ανησυχίες νεανικές, πείσματα μελαγχολίες. Ανάγκη να πληγωθεί αυτή η συννεφιασμένη τρυφερότητα που κινδύνευε να καταπλακώσει τη ζωή του αυτοκράτορα. Η γραφή της Γιουρσενάρ αναδεικνύει  όχι μόνο την σωματική έλξη αλλά την πνευματική αναστάτωση που προκαλεί αυτή η σωματική σαγήνη.

Ο θάνατος του Αντίνοου είναι άλλη μια πρόκληση για το πνεύμα. Ένας θάνατος προφανώς αποφασισμένος, που εξηγούσε την αταραξία του, τη μανία του στην ηδονή τη θλίψη του, την απόλυτη αδιαφορία του για οποιοδήποτε μέλλον.
Ο Αντίνοος πεθαίνει με τη θέλησή του, πνίγεται στη θάλασσα.
Όλα κατέρρεαν. Όλα μοιάζαν να σβήνουν. Ο Ολύμπιος Δίας, ο Παντοκράτορας, ο Σωτήρας του κόσμου, είχαν σωριαστεί, και δεν έμενε παρά ένας ψαρομάλλης άνθρωπος που έκλαιγε με λυγμούς πάνω στη γέφυρα μιας βάρκας.
Κι αν οι σελίδες για τον έρωτα είναι οι πιο όμορφες, οι σελίδες για τον θάνατο του αγαπημένου είναι σπαρακτικές (σε ποια ομάδα λέξεων ν αντιστοιχούσε άραγε η αγωνία του;/φορές η εικόνα ξεπηδούσε μονάχη της. Μ΄έπαιρνε τότε ένα ποτάμι γλυκύτητας/όλα μου λείπανε).
Όμως η ζωή συνεχίζεται…
Ακόμα και γω ο ίδιος, πίστευα πως είχα λίγο ηρεμήσει. Σχεδόν κοκκίνιζα στη σκέψη. Δεν ήξερα πως ο πόνος κλείνει παράξενους λαβύρινθους μέσα του, στους οποίους δεν είχα πάψει να περιπλανιέμαι.

Αρρώστια- γηρατειά
Αντίστοιχα  οδυνηρά διαγράφονται και τα συναισθήματα της σαρκικής αδυναμίας που οδηγεί στην αρρώστια και σιγά σιγά στο προσδοκώμενο τέλος. Ένας άνθρωπος που έχει συμβιώσει αρμονικά με το κορμί του, σε αντίξοες και οριακές καταστάσεις, βλέπει τις δυνάμεις του σιγά σιγά να τον εγκαταλείπουν (το κορμί μου με φοβόταν/αυτό το μεγάλο κορμί πετούσε στο κενό). Παραδομένος στο πένθος και την αρρώστια, μαθαίνει να αποδέχεται αυτό το φυσικό φαινόμενο, να χάνει σιγά σιγά τις δυνάμεις του.
Η Γιουρσενάρ, με την ευκολία που διακρίνει την ευαισθησία της, διεισδύει στα απίστευτα δαιδαλώδη μονοπάτια που ακολουθεί η ψυχή που αποχαιρετά τον κόσμο.
Χριστίνα Παπαγγελή


[1] Ένα μικρό δείγμα:
Μικρή ψυχή, περιπλανώμενη και γητεύτρα
Φιλοξενούμενη και σύντροφε του σώματος
Που σύντομα θα αναχωρήσεις για τόπους
Σκοτεινούς, παγωμένους και ομιχλώδεις
Ένα τέλος σε όλα σου τα αστεία...