Παρασκευή, Απριλίου 13, 2007

Χατζόπουλου Κωνσταντίνου, Φθινόπωρο

Δυσκολεύτηκα πάρα πολύ να ξεκαθαρίσω τα πρόσωπα και τους ρόλους στις πρώτες σελίδες (γιαγιά- Μαρίκα (πρωταγωνίστρια)- Ευανθία- Στέφανος κρυφά ερωτευμένος με Ευανθία αλλά δεσμευμένος με Μαρίκα- ανεπιθύμητη για την Αγλαϊα η Κατίγκω που δε θυμάμαι ποιο συγγενικό ρόλο είχε- νομάρχης ελεύθερος για γάμο- στρατηγός επίσης κ.λ.π.)
Η ατμόσφαιρα υποβλητική, πολύ υπαινικτική, με κρυφές εντάσεις, ανομολόγητες επιθυμίες και πάθη που αποκαλύπτονται σε ανεπαίσθητες κινήσεις. Χειρονομίες, βλέμματα, ήχοι, φως. Ανάλογο και το – συμβολικό- ύφος του Χατζόπουλου: παραστατικότητα, διάλογοι, σιωπές μακρές και έμφαση στις λεπτομέρειες των κινήσεων (δραματικότητα), όπου δεν κατονομάζονται τα συναισθήματα, αλλά φανερώνονται σιωπηλά μέσα απ’ αυτές. Σε κάθε σχεδόν σελίδα υπάρχει κάποια αναφορά στο φως ή στον ίσκιο ενός βλέμματος, σε αχτίδες, σε «φέγγος», αστραποβόλημα κ.ο.κ., πράγμα που κάνει γοητευτική την αφήγηση αλλά γίνεται υπερβολή (μανιέρα).
Το περιβάλλον είναι το κλειστό επαρχιακό περιβάλλον του 19ου αι., με τον συντηρητισμό του, τη ματαιοδοξία του, τις λιγοστές διεξόδους (ποίηση- μουσική- περίπατος), τη μιζέρια του. Ξεχωριστή, νεανική ζωντανή, δραστήρια, ξεφεύγοντας απ’ το νεκρικό πνεύμα, είναι η παρουσία της Ευανθίας, που παίζει με όλα και ιδιαίτερα με τ’ απολιθώματα του συντηρητισμού.
Το ποιητικό ύφος του Χατζόπουλου αποδίδει πολύ εύστοχα τη ρευστότητα κάποιων καταστάσεων και κάποιων στιγμών:
(σελ. 160):
Καθώς στάθηκαν και κοίταζαν, η Μαρίκα πρόσεξε πως πουθενά δεν έριχνε ίσκιο η θολή μέρα· και ο Στέφανος είδε πως τα μάτια της Μαρίκας ήταν χωρίς ίσκιο- χωρίς άλλον ίσκιο απ’ τους μαύρους κύκλους γύρω τους. Στιγμές- στιγμές σαν να χάνονταν μάλιστα κι αυτοί στο φως που έχυνε το βλέμμα της. Αλλά το φως αυτό δεν ήταν φέγγος· ήταν ήμερο, γαληνό φως θαμπό, όμοιο μ’ εκείνο που έχυνε η συννεφιασμένη μέρα ολόγυρα.
Ιμπρεσιονισμός;
Χριστίνα Παπαγγελή,

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Μόλις τελείωσα κι εγώ το ''Φθινόπωρο''.Ομολογώ πως με κούρασε αλλά μου άσκησε μια κάποια γοητεία.Υποβλητική ατμόσφαιρα και ποιητική διάθεση με εύκολα διακρινόμενους συμβολισμούς όπως ο κρυφός έρωτας του Στέφανου για την Ευανθία υποδηλώνεται με το κόκκινο - πορφυρό- χρώμα. Ωστόσο η συνεχής επανάληψη των ονομάτων, οι σχεδόν επιφανειακοί καθημερινοί διάλογοι των ηρώων βαραίνουν το έργο. Όσο για το τέλος,απογοητευτικό....

Χριστίνα Π είπε...

Δε θυμάμαι, ανώνυμε, το τέλος, αλλά μου' χει μείνει η αίσθηση , η ατμόσφαιρα μιας τρυφερής μελαγχολίας και μιας παραίτησης.

Αυτή είναι η γοητεία του αλλά μπορεί και να κουράζει. Ας μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στον 21ο αι...

Ανώνυμος είπε...

Παιδια μιλάμε για νατουραλισμό. Το συγκεκριμενο δε είναι και συμβολικό. Όλα αυτά συνεπώς είναι φυσιολογικά. Ο χατζόπουλος είναι χαρακτηριστική μορφή της συγκεκριμένης εποχής αν και το φθινόπωρο δεν είναι το πιο αντιπροσοπευτικό του έργο. Μάλλον θα έλεγα ότι είναι χαρακτηριστικά διαφορετικό από τα άλλα του έργα.