Παρασκευή, Ιουνίου 26, 2026

Οι χυδαίες ορχιδέες, Έλενα Μαρούτσου

     Πρόκειται για μια σειρά από 11 διηγήματα, τα περισσότερα αρκετά εκτεταμένα, που καθένα προσελκύει με διαφορετικό τρόπο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, εφόσον ένα από τα κοινά στοιχεία είναι ο αιφνιδιασμός, η έκπληξη, η παραδοξότητα. Η αγαπημένη συγγραφέας («Θηριόμορφοι», «Το εξιλαστήριο θαύμα») σκαρφίζεται συνέχεια ελκυστικές ιστορίες κι έχει πάντα έναν πολύ πρωτότυπο τρόπο να αφηγείται, με έντονες εικόνες και ύφος παιγνιώδες, εισχωρώντας παρόλ’ αυτά βαθιά μέσα στον ψυχισμό των ηρών/ίδων της. Παρά το ανάλαφρο, καθημερινό ύφος δηλαδή, που φτάνει μερικές φορές στο χιούμορ ή στον σαρκασμό, και παρά τις πολύ παράδοξες (αλλά αληθοφανείς) περιστάσεις, παρά τα ευφάνταστα σκηνικά, το περιεχόμενο δεν εξαντλείται στην πρωτοτυπία και τα λεκτικά σχήματα. Αντίθετα, διαγράφονται χαρακτήρες, έντονα συναισθήματα, κοινώς η συγγραφέας έχει κάτι να πει. Και οι ήρωες/ίδες, πολλές φορές σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, επεξεργάζονται τα συναισθήματα, τις μνήμες τους, τη φαντασία τους χαρίζοντας στον αναγνώστη υπέροχες σελίδες με αποχρώσεις των σύγχρονων ανησυχιών και αναζητήσεων.
     Μια άλλη διάσταση που διαποτίζει όλα τα διηγήματα είναι η «συνομιλία», δηλαδή το διακειμενικό/διαχρονικό παιχνίδι με λογοτεχνικούς ήρωες, φράσεις ή μοτίβα γνωστών και κλασικών λογοτεχνικών έργων. Εδώ θα αντιγράψω το απόσπασμα από την κριτική παρουσίαση της Μαρίας Γιαγιάννου[1](καθότι εγώ, από άγνοια, δεν αναγνώρισα όλες τις αναφορές σε έργα άλλων συγγραφέων): «Η συγγραφέας συνομιλεί με την μεγάλη λογοτεχνία, αξιοποιώντας ένα μεταμοντέρνο εύρημα, που κάνει το βιβλίο σύγχρονο και ταυτόχρονα το κρατά σε ανοιχτή συνομιλία με διαχρονικές λογοτεχνικές σταθερές. Ο εραστής της Λαίδης Τσάτερλυ του Λώρενς, η Σαλώμη του Όσκαρ Ουάιλντ αλλά και της Βίβλου, το Κοράκι του Πόε, η σκοτεινή πλευρά του Καβαφικού βίου, ο Βασιλιάς Ληρ του Σαίξπηρ, το Ένα δικό μου δωμάτιο της Γουλφ, η Σύλβια Πλαθ ως σκυλίτσα που ονομάστηκε έτσι «επειδή ανοίγει μόνη της τον φούρνο και βάζει το κεφάλι μέσα» (δεν λείπει το ούτε το μαύρο χιούμορ), το Στρίψιμο της Βίδας του Χένρι Τζέιμς (όπου το Screw παραπέμπει στη βίδα αλλά και στο σεξ στην απεχθέστερη εν προκειμένω εκδοχή του), το Έρωτας στα Χιόνια του Παπαδιαμάντη, αλλά και το πορνογράφημα της Ε.Λ. Τζέιμς, 50 αποχρώσεις του γκρι – όλες οι παραπάνω αναφορές διατρέχουν το σώμα του κειμένου ως φλέβες. Δίνουν κίνηση στην ιστορία. Δίνουν τροφή στη φαντασία, αφού γαργαλάνε τη συγγραφέα να δημιουργήσει νέες εκδοχές των πρωτοτύπων, νέες εφαρμογές για το κεντρικό θέμα του κάθε βιβλίου. Η φαντασία των άλλων γονιμοποιεί την ιδία φαντασία κι έτσι προκύπτει ένα ακόμα είδος ορχιδέας που μέχρι τώρα δεν το είχαμε ξαναδεί». Αλλά και ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος[2] ανίχνευσε διακειμενικές αναφορές που παραπέμπουν άμεσα ή έμμεσα σε δημοφιλή βιβλία: «Όλα τα διηγήματα του βιβλίου συνομιλούν με ποικίλους τρόπους με γνωστά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας: τον «Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι», τη «Σαλώμη» του Όσκαρ Ουάιλντ, τον «Έρωτα στα χιόνια» του Παπαδιαμάντη, τον «Βασιλιά Ληρ», το δημοτικό τραγούδι «Του γιοφυριού της Άρτας», το μικρό πεζό του Κάφκα με τον τίτλο «Γέφυρα», το «Ένα δικό σου δωμάτιο» της Βιρτζίνια Γουλφ και άλλα ακόμη».        Ο τίτλος του πρώτου, που δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο, σηματοδοτεί κι ένα ακόμα στοιχείο που υποβόσκει ή φανερώνεται σχεδόν σε όλα τα διηγήματα, έναν προκλητικό ερωτισμό που μπορεί να είναι πηγαίος, βαθύς, κεραυνοβόλος, μοιραίος αλλά γίνεται και αποκλίνων, χυδαίος, πρόστυχος με την έννοια του ανήθικου, άσεμνου, αποκλίνοντος από το καθιερωμένο. Δεν είναι τυχαίο που το διήγημα «Οι χυδαίες ορχιδέες» ανακαλεί/απηχεί ή μάλλον φέρνει σε σύγχρονη εκδοχή το «ερωτικό» μυθιστόρημα «Ο εραστής της Λαίδης Τσάτερλι» του Ντ. Λώρενς [3], που στην εποχή του τάραξε τα ήθη και μάλιστα ήταν απαγορευμένο για πολλά χρόνια. Στο διήγημα αναπαράγεται ο βασικός σκελετός, δηλαδή η ηρωίδα, εγγονή τής Κονστάνς (Κονστάνς λένε και τη Λαίδη Τσάτερλι ηρωίδα του Λώρενς) ερωτεύεται τον Νιγηριανό κηπουρό, τον Φιλ. Οι λογοτεχνικές αναφορές δεν έχουν βέβαια απόλυτη αντιστοιχία, άλλωστε το πραγματικό όνομα της γιαγιάς δεν είναι Κονστάνς ούτε του παππού Μέλορς (όπως είναι αντίστοιχα στο βιβλίο του Λώρενς), απλώς η κόρη τους η Μέλανι «κυοφορήθηκε μέσα στις σελίδες του Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι». Έτσι, η 37χρονη ηρωίδα μας, η Λίλη, που μεγάλωσε χωρίς πατέρα, γαλουχήθηκε μέσα σ’ ένα μυθιστορηματικό περιβάλλον ενώ οι δύο κηπουροί (του Λώρενς και της Μαρούτσου) έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Το μοιραίο πάθος εξελίσσεται σταδιακά, ευρηματικά, μοναδικά και φαίνεται η σχέση με τη λογοτεχνία να καθορίζει τη ζωή της ηρωίδας (μέχρι σήμερα σκεφτόμουν πως ο άντρας μου είχε κάποια κοινά με τον κηπουρό: τη ρώμη, την απλότητα, την ευθύτητα του χαρακτήρα. Του έλειπαν όμως το μυστήριο, το σκοτεινό παρελθόν και η λαγνεία που πότιζαν κάθε κίνηση του εραστή της Λαίδης Τσάτερλι).

Η μνήμη μου είναι τρύπια.
Τις τρύπες τις σκεπάζω με σελίδες από βιβλία, σκηνές από ταινίες,
ήρωες από σίριαλ που βλέπω τα απογεύματα
     Τους ίδιους ήρωες τους συναντάμε από άλλη οπτική, σε ένα από τα τελευταία διηγήματα, το «Γιατί ήταν πριν γιοφύρια», όπου η αφηγήτρια είναι η Μέλανι (μητέρα της ηρωίδας στις «Χυδαίες Ορχιδέες», που είναι πια 90χρονη γιαγιά (σχεδόν απούσα στο πρώτο διήγημα) και μιλά για το παρελθόν της στην εγγονή της, τη Φιόνα, την κόρη τής Λίλη η οποία (Λίλη) μαθαίνουμε ότι έχει πεθάνει). Ο μπαμπάς της, ο πραγματικός, όπως η ίδια αφηγείται, είναι ο… κηπουρός Μέλορς (συνώνυμος εραστής της λαίδη Τσάτερλι), ενώ ο σερ Κλίφφορντ ο ανάπηρος -σε καροτσάκι- πατριός της, είναι κι αυτός αντίστοιχος ήρωας του Ντ. Λώρενς. Η Μέλανι είναι ποτισμένη από τη λογοτεχνική τρέλα, και βιώνει την πραγματικότητα μέσα από τη φαντασία και τις εμμονές της (μικρή σημασία έχει για μένα τι είναι βγαλμένο απ’ τη ζωή μου και τι απ’ τα βιβλία. Τα φαντάσματά μου, ανακατεμένα με τους ανθρώπους μου, είναι πραγματικά, γιατί όλοι τους με κάνουν να στριφογυρνώ γύρω απ’ τον εαυτό μου όπως στο «στρίψιμο της βίδας» όταν ήμουν μικρή). Επίσης, μοτίβα από το «Στρίψιμο της βίδας» έρχονται κι επανέρχονται, εφόσον η Μέλανι ως μικρό κοριτσάκι βλέπει… φαντάσματα (η συγγραφέας φυσικά μάς αιφνιδιάζει όταν αποκαλύπτει τι ακριβώς ήταν αυτές οι φασματικές φιγούρες). Το στοιχείο του χυδαίου ερωτισμού σ’ αυτό το διήγημα πηγάζει από τις άνομες ορέξεις του παπά, που εκμεταλλεύεται την αθωότητα του μικρού κοριτσιού… Παράλληλα, η Μέλανι γνωρίζεται με τον εγγονό του παπά, τον Τομ (Τομ Σώγερ, τους λέω γιατί ξέρω πως περιμένουν να τα μπερδέψω πάλι με κάποιο βιβλίο και δεν θέλω να τους χαλάσω το χατίρι). Μυστικά τραύματα, απωθημένες αναμνήσεις κι έντονα συναισθήματα ανακυκλώνονται καθώς η Μέλανι ενηλικιώνεται, συνδέεται με τον Τομ, ο Τομ επιστρατεύεται κι επιστρέφει με παντελή αμνησία, ενώ ο «καταραμένος παπάς» πεθαίνει (ήθελα να υπάρχει γιατί όσο υπήρχε, ζούσε μαζί του η αόριστη ελπίδα μιας επανόρθωσης). Η πληγωμένη Μέλανι αποφασίζει να μην παντρευτεί αλλά να υιοθετήσει (η κόρη μου, καρπός της απόφασής μου να μην ξαναερωτευτώ, πάντα με κατέκρινε για τη θωρακισμένη αυτή στάση απέναντι στη ζωή και τους ανθρώπους. Θα προτιμούσε μια πιο υγρή, πιο κυματιστή μορφή αγάπης, όμως ο καθένας μπορεί να δώσει μόνο αυτό που του έχει δοθεί).
     Τη Φιόνα, την εγγονή, την έχουμε ήδη συναντήσει στο διήγημα «Η μοναδική απόχρωση του μαύρου» (δεν μπορεί κανείς να μη σκεφτεί τις «50 αποχρώσεις του γκρι»), ένα διήγημα όπου γίνεται σαφώς ένα παιχνίδι με τα χρώματα, κυρίως του… δέρματος. Η Φιόνα είναι χορεύτρια και συμμετέχει σ’ ένα φεστιβάλ με θέμα «Έχουν σώμα οι λέξεις;» όπου οι καλλιτέχνες εμπνέονται από το περί ου ο λόγος βιβλίο της Ε.Λ.Τζέιμς… Κάποια στιγμή καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για την κόρη της Λίλη και του Φιλ, του πρώτου διηγήματος (του κηπουρού και όχι του συζύγου, και το καταλαβαίνουμε γιατί είναι μαύρη). Η Φιόνα, 17 χρονών, νεοφώτιστη κι ενθουσιώδης, συμμετέχει ως χορογράφος σε μια ομάδα που φτιάχνει σχετικό ντοκιμαντέρ, ενώ αφηγητής είναι ο μπαμπάς της (προφανώς ο θετός, δηλαδή ο επίσημος σύζυγος της Λίλη: ένας λευκός με κόρη έγχρωμη ήταν ένα θέαμα), ο οποίος έχει μεταβεί στη Ρόδο για να παρακολουθήσει την εκδήλωση. Εδώ το ερωτικό/προκλητικό/αποκλίνον στοιχείο εκφράζεται μέσω του έρωτα της Φιόνας για τη Ντάλια, τη «γυναίκα-κλεψύδρα» (η γυναίκα που συνουσιαζόταν με τους θαυμαστές της στα παρασκήνια), μια γυναίκα που ουσιαστικά εκδίδεται (Φιόνα: είναι σκέτη υποκρισία να παριστάνουμε ότι δεν υπάρχει αυτή η πτυχή του πολιτισμού μας), ενώ το αποκορύφωμα είναι ο προκλητικός χορός της Ντάλιας στο μπαρ «Ιδού η Ρόδος», όπου ξεκινώντας από τον ρόλο της «άτακτης» μαθήτριας που την κυνηγά ξέφρενα η… δασκάλα, καταλήγει κατηγορούμενη δικαστικά γιατί προκάλεσε… έμφραγμα σε κάποιο -ανάπηρο- θαμώνα (τον Λούκας που θα τον δούμε σε επόμενο διήγημα!)! Η Φιόνα θέλει φυσικά να βοηθήσει την Ντάλια που κινδυνεύει (πέρα απ’ όλα τα’ άλλα είναι και παράνομη μετανάστρια), ενώ ο δόλιος ο πατέρας εμπλέκεται όλο και περισσότερο (να πείτε ένα μικρό ψέμα για να φανεί η μεγάλη αλήθεια). Στην υπόθεση αναφέρεται και η «Σαλώμη» του Όσκαρ Ουάλντ (απ’ τη βιβλιοθήκη της γιαγιάς, δηλαδή της Μέλανι), που μιλάει για την εκμετάλλευση της γυναίκας!!!
     Ο συνδυασμός λογοτεχνία-ερωτισμός, με άλλη πρωτότυπη ένδυση υπάρχει και στο ευφάνταστο διήγημα «Σελιδοδείκτης από μαλλιά» όπου μια τυχαία συνάντηση στην παραλία με μια νεαρή κοπέλα δημιουργεί πόθους ανομολόγητους (το σώμα της είχε την ηρεμία και την εγρήγορση που βλέπει κανείς στις γάτες/δίπλα στο κεφάλι της αποκαλύφθηκε ένα βιβλίο. Μέσα απ’ τις σελίδες του εξείχε σαν σελιδοδείκτης μια τούφα απ’ τα μαλλιά της). Το βιβλίο ήταν η Σαλώμη του Όσκαρ Ουάιλντ, και η ξαπλωμένη κοπέλα η Σκιαδενή ή Νίτσα (δεν είναι κακό, θυμίζει όμως λίγο κομμωτήριο/η μαμά μου έχει κομμωτήριο), μαθήτρια του προσώπου που αφηγείται, στο μάθημα των Νέων Ελληνικών -ένα πρόσωπο του οποίου την ταυτότητα δεν μαθαίνουμε, αλλά εκδηλώνει άμεσα τις άνομες σκέψεις που του γεννά η επαφή με τη Σκιαδενή (πώς θα ήθελα να βάλω το δάχτυλο στα μαύρα σου νερά)-, ενώ το αθώο κορίτσι, με αμφίσημες διαθέσεις, τον ωθεί στο κομμωτήριο όπου ο ερωτισμός κορυφώνεται μ’ έναν απίστευτα πρωτότυπο τρόπο. Στο τέλος, η έκπληξη!

Η αλήθεια ήταν πως οι καλλιτέχνες κάθε είδους μού γεννούσαν πάντα μια μικρή επιφύλαξη. Πίστευα πως καταστρατηγούσαν την άμεση σχέση που μας δένει με τη ζωή και τα αισθήματα, αναγορεύοντας την τέχνη σε διερμηνέα.

     Η σχέση τέχνης-ζωής, είναι μια ακόμη παράμετρος στα διηγήματα του βιβλίου, και νομίζω ότι το διήγημα όπου ξετυλίγεται αυτή η διάσταση πιο χαρακτηριστικά, είναι το «Κορδέλα στο στόμα» (η γυναίκα μου με έλεγε ψεύτη γιατί δεν έβλεπε τη βαθύτερη φύση μου, αυτήν του διασκεδαστή. Έλεγε πως παίζω θέατρο παντού εγώ όμως ήθελα να κάνω τη ζωή λιγότερο πληκτική). Ο αφηγητής Διονύσης, σκηνοθέτης, παντρεμένος/χωρισμένος/απελπισμένος που ψάχνει για σπίτι, εμπλέκεται σε μια ιστορία με κωμικοτραγικές συμπτώσεις. Βρίσκει όντως σπίτι σε συμφέρουσα τιμή, αλλά πρέπει να περιμένουν οι τρεις κόρες να πεθάνει ο γηραιός ιδιοκτήτης. Η συνάντησή του με τον μεσίτη ήταν και η αιτία της καθυστέρησής του στην ομάδα «Διάπλους» όπου δούλευε εθελοντικά παραδίδοντας μαθήματα θεάτρου σε άτομα εξαρτημένα (Όποιος δεν μπορεί να παίξει σκηνοθετεί, κι όποιος δεν μπορεί να σκηνοθετήσει διδάσκει). Η Ξένια, ένα απ’ αυτά τα άτομα, γνωστή για τη μυθομανία της, προτείνει στον ήρωα να τον συνοδεύσει στο σπίτι με τον γέρο, για να τον γνωρίσει, λέγοντας (αλήθεια ή ψέμα;) ότι έμενε εκεί κοντά και γνώριζε τις αδερφές, ιδιαίτερα όμως τη μικρότερη την Αγγελική. Ο γηραιός κύριος Σταύρος, ένας καλοστεκούμενος εβδομηντάρης (όταν μας κοίταξε όμως, κάτι στα μάτια του μαρτυρούσε την έλλειψη βάθους που προσφέρει η μνήμη) δέχεται την επίσκεψη της… κόρης του Κορδέλιας (Κορδέλια ονομάζεται η μικρότερη και αγαπημένη κόρη του Βασιλιά Ληρ στην ομώνυμη τραγωδία του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ), όπως συστήθηκε η Ξένια. Με τον ευφάνταστο τρόπο της Μαρούτσου, η πραγματικότητα συγχέεται με τη φαντασία, εφόσον η θεατρική ομάδα του Διάπλου ετοιμάζει αποσπάσματα από τον «Βασιλιά Ληρ» (ήταν σαν ν’ άκουγα μέσα απ’ το σώμα της Κορίνας τη φωνή της Ξένιας), ένα έργο που ο ίδιος ο αφηγητής ομολογεί ότι ήταν επηρεασμένο από την ιστορία της Αγγελικής και της Ξένιας, ενώ όπως σχεδόν σε κάθε διήγημα στο τέλος υπάρχει κάποια ανατροπή.

Πάντα ένα κρεβάτι έχει ενδιαφέρον
     Το κρεβάτι της Τρέισι Έιμιν[4] φαίνεται να είναι η αφετηρία της έμπνευσης για το διήγημα «Ένα δικό σου δωμάτιο πάνω στο κρεβάτι μου», που εκτέθηκε στην Tate gallery, από την καλλιτέχνιδα που ως γνωστόν, είχε αυτοκτονικές τάσεις. Δεν είχε μόνο βέβαια η συγγραφέας έμπνευση από το συγκεκριμένο έργο, αλλά και η αφηγήτρια/ηρωίδα της, η Μαριλένα, που παίρνει μαθήματα φωτογραφίας κι ετοιμάζει την εργασία της, εφόσον η ιδέα της βασίζεται στο έργο που είδε και θα ονομαστεί «A room on my bed» (αντί να εκθέσω το κρεβάτι μου, όπως έκανε η Τρέσι Έιμιν, με ίχνη από τις εκκρίσεις μου, θα το ζωγράφιζα με ίχνη από τις βραδινές μου αναγνώσεις)!!!. Η Γιώτα, γνωριμία στην ίδια έκθεση κάνει διδακτορικό στο έργο της Βιρτζίνια Γουλφ «Ένα δικό σου δωμάτιο» (και δεν μπορεί να μην προσέξει ο αναγνώστης τα διαρκή λογοπαίγνια και την ανακύκλωση μοτίβων στην οποία επιδίδεται με μαεστρία η Μαρούτσου). Τα κρεβάτια και τα δωμάτια (π.χ. το δικό της έχει παράθυρο στο… ταβάνι) αποτελούν το μοτίβο που χτίζει το σκηνικό σ’ αυτό το διήγημα, εφόσον η Γιώτα προσκαλεί την Μαριλένα στο σπίτι της (όπου συγκατοικεί με άλλες… έξι γυναίκες) για να φωτογραφίσει το δικό της δωμάτιο (από τις αρχές του εικοστού αιώνα η γυναίκα πάλευε για ένα δωμάτιο δικό της και τώρα, στην εκπνοή του αιώνα(είναι 1999), παλεύει να βγει απ’ αυτό). Είναι πολλές οι ευκαιρίες που δίνονται σ’ αυτό το διήγημα να εισχωρήσει η αφήγηση στην ουσία της τέχνης: η Γιώτα που αφηγείται τα της έκθεσης με τρόπο που να ακούγεται πραγματικά μοναδική, χωρίς να έχει συμβεί κάτι πραγματικά αξιομνημόνευτο· η φράση ότι «ίσως η υπερβολή να είναι η αληθινή μας φύση»· η συνειδητοποίηση της ηρωίδας ότι χρησιμοποιεί συνέχεια παρομοιώσεις «γιατί δεν σκέφτεται με λέξεις αλλά με εικόνες. Ίσως γι’ αυτό έγινε φωτογράφος»· η βιβλιομαντεία (αγαπημένο παιχνίδι, ν’ ανοίγεις μια τυχαία σελίδα και το απόσπασμα που πέφτει στα μάτια σου να έχει μια μοιραία σημασία)· οι «σπασμωδικές και ασύνδετες προσπάθειες να έχουν οι φωτογραφίες της ένα συνολικό όραμα»· η γύμνια, το χασίς, το τρίτο φιλί, κι οι σουρεάλ φωτογραφίσεις.
     Και φυσικά υπάρχει και το ερωτικό στοιχείο, ή μάλλον το αισθησιακό, μέσα από αλλόκοτες συνθήκες (θερμόμετρο στο στόμα, ή το αιφνίδιο φιλί από γυναίκα στο ταξί –σα μαλάκιο που πάλευε να τρυπώσει σε ξένη σπηλιά). Το δεύτερο φιλί στη Γιώτα πιο συνειδητό πιο αισθησιακό (κι ας υπάρχει κι ένας Πέτρος που την αγαπά, και ψάχνουν μαζί τη χαμένη σκυλίτσα τους, τη… Σύλβια Πλαθ)!
     Όνειρα: δοσολογία, αντενδείξεις, παρενέργειες
Τα όνειρα είναι μηνύματα απ’ αυτό το τέρας
που βρίσκεται στο βάθος, στο σκοτάδι
     Ευρηματικό, πρωτότυπο και ανατρεπτικό κι αυτό το εκτενές 50σέλιδο διήγημα- νουβέλα, με ιδιαίτερο ψυχολογικό ενδιαφέρον, όπου όλα τα αγαπημένα θέματα (ερωτισμός, ανημπόρια, τέχνη-ζωή) ανακινούνται, ενώ κάποιοι από τους ήρωες «κάτι μας θυμίζουν»: ο -πρώην τσελίστας- Λούκας στο αναπηρικό καροτσάκι, ο ήρωας στις «50 αποχρώσεις του γκρι», αυτός που έπαθε έμφραγμα με τον χορό της Ντάλιας, του οποίου όλες τις κινήσεις τις καταγράφει με την «αναθεματισμένη κάμερα», μια γυναίκα (με σαδιστική αποστασιοποίηση). Τη γυναίκα αυτή λοιπόν, τη Ρεβέκκα, βλέπουμε εδώ ως πρωταγωνίστρια, ενώ ο αφηγητής είναι ψυχοθεραπευτής σε κέντρο αποκατάστασης ανθρώπων με ρευματικές παθήσεις κυρίως. Το όνειρο ως εργαλείο ψυχοθεραπείας πρωταγωνιστεί κι αυτό με τον τρόπο του, καθώς ο αφηγητής προσπαθεί να μπει στον ψυχισμό των θεραπευόμενων (η Άννα, ο κρυφός έρωτας του Λούκας π.χ., βλέπει συχνά ότι είναι στο κρεβάτι ανάσκελα και παρακολουθεί το σώμα της να γυψοποιείται). Το όνειρο, αυτό το πολύτιμο μέσον κατανόησης του εαυτού μας, που σε άλλο σημείο του βιβλίου αναφέρεται σοφά ότι έχει να κάνει με το σκοτεινό κουκούτσι της ύπαρξής μας. Δεν είμαστε εμείς υπεύθυνοι γι’ αυτό. Είμαστε υπεύθυνοι για τη συνειδητή ζωή μας.
     Η Ρεβέκκα, αν και δεν είναι ασθενής αλλά συνοδός, προκαλεί κι αυτή ψυχογραφικό ενδιαφέρον (σε κάθε ομαδική συνεδρία αναλυόταν σε δάκρυα). Βιντεοσκοπούσε τον Λούκας για να παρατηρεί εκείνος την εξέλιξή του στο τσέλο, όταν όμως αρρώστησε η βιντεοσκόπηση τού είχε γίνει εμμονή, ενώ ουσιαστικά αυτό που παρατηρούσε ήταν η επιδείνωση της αρρώστιας. Ωστόσο, αποκαλύπτεται ότι κατά βάθος, ο Λούκας ήθελε να απαθανατίζει τις στιγμές του με την Άννα (ο έρωτάς τους δεν ζούσε με την ελπίδα μιας κοινής ζωής στο μέλλον, αλλά τρεφόταν με τα πολύτιμα ψίχουλα του παρόντος).
     Η ιστορία ξεφεύγει από το τρίγωνο Λούκας-Ρεβέκκα-Άννας και στο δεύτερο μέρος εστιάζει στον ίδιο τον αφηγητή, την σκανδαλώδη περιπέτεια του (επιεικώς άβολη αλλά ερεθιστική) με μια νεαρή νοσοκόμα (νύχτα, πισίνα, μπάνιο μετά βίας, λιποθυμία κλπ κλπ). Οι παράξενες σκηνές εναλλάσσονται δημιουργώντας μια κατάσταση μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, ενώ η «οδυνηρή μεταμόρφωση» του σώματος των ηρώων Λούκας και Άννας παραπέμπει στην αρχή του « Η μεταμόρφωση» του Κάφκα (αναποδογυρισμένο σκαθάρι: καθήλωση, δυσκινησία), που άλλωστε αποτελεί και το περιεχόμενο των ονείρων τους.
     Ανατροπές υπάρχουν και στα τρία-τέσσερα μικρά διηγήματα όπου ο αναγνώστης αιφνιδιάζεται γιατί τον αφηγηματικό λόγο κρατούν ένα πουλί (κοράκι ή παπαγάλος;), μια γέφυρα, το χιόνι… Στο «Mange mon ange» (τρώγε άγγελέ μου, η ηρωίδα είναι μια κοπέλα ορφανή από μητέρα (που φαντάζεται τη μαμά της σαν την Κατρίν Ντενέβ, σεμνή μαζί και πρόστυχη), που πάσχει από νευρική ανορεξία γιατί αρνείται ότι η ζωή τρέφεται με θάνατο.
      Τελειώνοντας, έχω επίγνωση ότι είναι πολύ δύσκολο να μεταφέρει κανείς το πνεύμα ενός τόσο πληθωρικού βιβλίου, όταν μάλιστα πρόκειται για διηγήματα. Η επινοητικότητα της συγγραφέα, η παιχνιδιάρικη φαντασία, το διεισδυτικό βάθος και το υποβόσκον χιούμορ, που θυμίζει λίγο γλυκόπικρο παραμύθι, συναρπάζουν, γοητεύουν, ξεσηκώνουν καθώς ακροβατούν ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη δημιουργική, υποκειμενική πρόσληψη του αφηγητή (εδώ θέλω να τονίσω ότι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση χαρίζει πολύ στην εντύπωση αυτής της υποκειμενικότητας).
     Δεν είναι τυχαία η επιλογή βέβαια της ορχιδέας, αυτού του λουλουδιού που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή των αισθαντικών αυτών διηγημάτων. Όπως λέει κι η ηρωίδα στο ομώνυμο διήγημα: ονομάστηκαν έτσι επειδή τα δύο κάτω πέταλά τους μοιάζουν με όρχεις. Εγώ όμως νομίζω πως τα άλλα δύο, αυτά που λέμε σέπαλα, μοιάζουν με χείλη γυναικείου αιδοίου.
      Θα τελειώσω λοιπόν, δίνοντας ένα μικρό δείγμα της καλπάζουσας φαντασίας με μερικά απ’ τα ονόματα που έδινε η ηρωίδα (Λίλη) στις ορχιδέες του πρώτου διηγήματος, ονομασίες που θαρρείς χρωματίζουν την ποικιλομορφία των ερωτικών ή σεξουαλικών σχέσεων: Αντίδοτο έρωτα, Βελούδινη αράχνη, Τρύπιο αερόστατο, Φιλί δίδυμων Φιδιών, Λιγνή Στιγμή, Διπλό Κεντρί Σφήκας, Σφραγισμένα χείλη…
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/5778-maroutsou-elena-kichli-oi-chudaies-orchidees
[2] https://charalamposgiannakopoulos.com/2017/11/19/%CE%BF%CE%B9-%CF%87%CF%85%CE%B4%CE%B1%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CE%BF%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CE%B5%CF%82-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1-%CE%B5/
[3] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F_%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82_%CE%A4%CF%83%CE%AC%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BB%CE%B9
[4] https://www.tovima.gr/print/vimagazino/i-deyteri-zoi-tis-treisi-emin/

Δεν υπάρχουν σχόλια: