Σάββατο, Ιουνίου 10, 2017

Έθιμα ταφής, Hannah Kent

Δεν είναι μόνο η ατμόσφαιρα, ή η μεταφορά στο χωροχρόνο (Ισλανδία, ένας τόπος τόσο μακρινός και διαφορετικός -φτώχεια, παγωνιά, απομόνωση, σκληρή αγροτική ζωή-, στις αρχές του 19ου αιώνα) αυτά που μαγεύουν τον αναγνώστη αυτού του μικρού βιβλίου. Πρόκειται για μια συγκλονιστική ιστορία που βασίζεται στην πραγματικότητα της κοινωνικής ζωής της παράξενης αυτής χώρας, και δίνει αφορμή στην συγγραφέα να εμβαθύνει πάνω στις δυο οριακές καταστάσεις εγρήγορσης της ανθρώπινης συνείδησης, τον έρωτα και τον  θάνατο: η 33χρονη Άγκνες Μάγκνουστόντιρ, καταδικασμένη σε θάνατο για τη δολοφονία του εραστή της, όπως και οι δυο συνεργοί της, μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Κοπεγχάγης («θρίαμβο της δικαιοσύνης») δεν φυλακίστηκαν μέχρι την εκτέλεσή τους, όπως συνηθίζεται σε άλλες χώρες, αλλά μεταφέρθηκαν σε σπίτια Ισλανδών πολιτών για να  τους «φιλοξενήσουν» μέχρι να έρθει η αποφράδα μέρα (φαίνεται ότι ήταν κάτι που συνηθιζόταν στην μακρινή Ισλανδία, ελλείψει οικονομικών μέσων να συντηρούν φυλακές, ή να τους στείλουν στη Δανία όπου υπήρχαν δεσμωτήρια και φυλακές –εξ ου και ο τίτλος).  
Η δίκη έγινε το 1828, εποχή δηλαδή που η Ισλανδία βρισκόταν στη δικαιοδοσία της Δανίας[1], και βασίζεται σε πραγματικό γεγονός, πρόκειται δε για την τελευταία γυναίκα που εκτελέστηκε το 1830 στη χώρα, όπως επισημαίνει η Βιβή Γ.[2]. Όλα βέβαια γίνονται υπό την σκέπη της -λουθηρανικής- εκκλησίας. Ο νομαρχιακός επίτροπος Μπγιορν Μπλόνταλ διευθετεί τις λεπτομέρειες  της διαδικασίας: η οικογένεια  που θα δεχτεί τη «φόνισσα» στο σπίτι τους θα είναι η οικογένεια του νομαρχιακού υπαλλήλου Γιαν Γιόνσον στο αγρόκτημά τους στο Κορνσάου, ενώ την πνευματική της καθοδήγηση μέχρι το τέλος θα αναλάβει ο νεαρός εφημέριος Θόρβαδουρ Γιόνσον, αλλιώς Τότι. Όπως αποκαλύπτεται απ’ την αρχή, ο άπειρος Τότι είναι επιλογή της ίδιας της Άγκνες, ως μια απ τις ελάχιστες παραχωρήσεις τις κυβέρνησης προς τους κατάδικους. Η συγγραφέας παραθέτει όλα τα τυπικά έγγραφα που στήνουν την οργανωμένη δολοφονία/εκτέλεση (επιστολές του νομαρχιακού επιτρόπου, πρακτικά δίκης, κλπ) δημιουργώντας μια ανυπόφορη αντίθεση ανάμεσα στην ψυχρή λογική «απονομής δικαίου» και την απόγνωση του ανθρώπου που βλέπει τη ζωή του στην παγίδα του θανάτου (π.χ. ανατριχιαστική η επιστολή προς τον Κυβερνήτη για την κατασκευή του «πελεκιού», του κόστους κλπ ή για την ανεύρεση του δήμιου).
Το βασικό σκηνικό, λοιπόν,  είναι το αγρόκτημα του Γιον Γιόνσον, όπου διαμένουν οι δυο κόρες (είκοσι και εικοσιενός χρονών) και η γυναίκα του Μαργκρέτ και υποδέχονται με ποικίλα συναισθήματα (οργής, φρίκης, πανικού, αηδίας, φόβου, αλλά και περιέργειας και χριστιανικής καρτερίας) την εξαθλιωμένη Άγκνες, που όταν καταφτάνει είναι σε κατάσταση ζώου. Γρήγορα η συγγραφέας σκιαγραφεί τους διαφορετικούς χαρακτήρες των κοριτσιών, της αθώας και αφελούς Στέισι και της ξύπνιας αλλά καχύποπτης Λάουρα, της Μάργκρετ  όπου η ανθρωπιά κυριαρχεί εντέλει, του πατέρα όπως και κάποιων περίεργων γειτόνων. Όμως,  το κύριο βάρος πέφτει στην Άγκνες και τον νεαρό εφημέριο που, λόγω ηλικίας αλλά και χαρακτήρα, δεν εφαρμόζει τις συνήθεις αρτηριοσκληρωτικές μεθόδους και σιγά σιγά υιοθετεί τον ρόλο εξομολόγου-ψυχολόγου-ψυχαναλυτή. Οι δύσκολες συνθήκες μάλιστα στην αγροικία (χιόνι, αποκλεισμός)  αναγκάζουν τον Τότι κάποιες μέρες να παραμείνει στο κτήμα και να αφοσιωθεί ολόψυχα στην κατανόηση-συγχώρεση της ψυχής της Άγκνες.
Έτσι σιγά σιγά ο καθένας απ τους ήρωες προσαρμόζεται με τον δικό του τρόπο στην ανεπιθύμητη έως απειλητική επισκέπτρια, ενώ η ζωή και η φτώχεια στο αγρόκτημα κρύβει πολλά απρόοπτα και εντάσεις. Όμως αυτό που ταράζει τον αναγνώστη είναι  τα μικρά κεφάλαια εσωτερικού μονόλογου της Άγκνες, μικρά ποιητικά θραύσματα με αναφορές βέβαια στα γεγονότα, όπως εξελίσσονται καθώς περνά ο καιρός και πλησιάζει η εκτέλεση και όπου σιγά σιγά, καθώς η ηρωίδα μετέρχεται από την απάθεια του πληγωμένου/πεινασμένου ζώου σε ανθρώπινες συνθήκες, αρχίζει και αποκαλύπτει τον σύνθετο ψυχισμό της. Στον εφημέριο, αλλά κυρίως στον εαυτό της, στον προσωπικό της μονόλογο. Η ακραία συνθήκη στην οποία ζει η Άγκνες την οδηγεί και στην απογύμνωση από κάθε τι ανούσιο και περιττό, στην  αγάπη και εκτίμηση της ζωής αυτής καθαυτήν (ο ουρανός- τόσο γαλανός που σου’ ρχεται να κλαις). Η αντίθεση ανάμεσα στη ζωή στο δεσμωτήριο (πείνα, δίψα, σκοτάδι, βρώμα, ακαθαρσίες, δεμένα πόδια όπως κάνουν με τα άλογα, παγωνιά) και την καθημερινότητα σε μια κανονική οικογένεια πολλαπλασιάζει την ένταση των συναισθημάτων που διακυμαίνονται από την άκρα απελπισία στη ζωική χαρά (ένιωσα σα νεογέννητο μωρό/θα μπορούσα να κλάψω απ’ την ανακούφιση του φωτός/νιώθω ευγνωμοσύνη που ξαναγυρίζω στις κοιλάδες, όπου οι πέτρες υποχωρούν και τις σκεπάζει το χορτάρι. Νιώθω ευγνωμοσύνη, κι ας ξέρω ότι εκεί θα πεθάνω).
Η Άγκνες στην αρχή φοβάται και είναι κουμπωμένη (είμαι αποφασισμένη να κλειδαμπαρώσω τον εαυτό μου, να μην αφήσω τον κόσμο να μπει, να σφίξω την καρδιά μου και να κρατηθώ απ’ ό, τι δεν μου έκλεψαν ακόμα), όμως σιγά σιγά ελευθερώνεται και ξεδιπλώνει όλη την απίστευτη γκάμα, όλες τις αποχρώσεις που δίνει στον άνθρωπο το ερωτικό πάθος απ’ τη μια, και ο φόβος του θανάτου απ’ την άλλη. Η  Άγκνες θυμάται, νοσταλγεί αγαπά, απολαμβάνει, απελπίζεται. Και ανασυνθέτοντας  τη ζωή της προσπαθεί να ταξινομήσει τον κόσμο της και το παρελθόν.
Είναι μια πανέξυπνη γυναίκα, άξια και πολύ εργατική, που έχει γυρίσει πάρα πολλές πόλεις μέσα στα λίγα χρόνια που έζησε, σαν παραδουλεύτρα.  Όμως ο θάνατος την τριγυρίζει και αφήνει τα σημάδια του απ’ όταν ήταν πολύ μικρή.  Τα σπαραχτικά βιώματά της όταν έχασε  μικρή την ψυχομάνα (η πραγματική μητέρα την είχε εγκαταλείψει) την κάνουν να θέσει το τρομερό ερώτημα «Πάτερ, λες να βρίσκομαι εδώ που βρίσκομαι, επειδή ξεστόμισα αυτά τα λόγια, όταν ήμουν μικρή; Επειδή είχα πει, Θέλω να πεθάνω; Γιατί όταν το είπα, το εννοούσα. Σαν προσευχή ήταν. Τότε ήταν που έγραψα μόνη μου τη μοίρα μου;» Δεν πιστεύει στο θεό και δεν διστάζει να το πει στον εφημέριο, ο οποίος με τη σειρά του ακολουθεί έναν ανορθόδοξο -για την εκκλησία- δρόμο, τον δρόμο του «ευγενικού και συμπονετικού φίλου» (αντί της κατήχησης την… την ενθαρρύνω τώρα να μιλάει για το παρελθόν της. Για τη ζωή της. Αντί να της μιλάω εγώ, την αφήνω να μιλάει εκείνη σε μένα. Προσπαθώ να γίνω ακροατής, ένας τελευταίος ακροατής στη μοναχική αφήγηση της ιστορίας της ζωής της), πράγμα που αφήνει άναυδο τον νομαρχιακό επίτροπο!

Τον ένιωσα, ένιωθα την κάψα του, ένιωσα το κέντρο του πόθου του
Όσο προχωρά το βιβλίο, μεταφερόμαστε όλο και περισσότερο στην εσωτερική ζωή της Άγκνες, βιώνουμε μαζί της τον παθιασμένο έρωτα και την προδοσία που οδήγησε στην τραγωδία.  Τα λόγια της Άγκνες, αυτά που προσπαθούν να περιγράψουν την εξαιρετική (>εξαίρεση) προσωπικότητα του Νάταν και τη σχέση τους, έχουν την ακρίβεια της ποίησης και είναι λόγια εσωτερικά, με ακροατή τον ίδιο της τον εαυτό. Ο Νάταν ήταν αλλιώτικος, μοναδικός, τόσο γήινος αλλά και τόσο αλαφροΐσκιωτος, ένας μάγος- γιατρός, ένας ζωντανός μύθος. Κι εκείνη πίστεψε ότι ήταν μοναδική για τον Νάταν (κανείς δεν μπορεί να φανταστεί πώς ήταν η παρέα με τον Νάταν). Παίζαν, γελούσαν σαν παιδιά, κοιτάζαν τα αστέρια. Λέγαν τις πιο σκοτεινές τους σκέψεις, μιλούσαν για τον θεό που τον έχουν πλάσει οι άνθρωποι (Άγκνες. Μην κάνεις τάχα ότι διαφωνείς. Αυτός εδώ ο κόσμος υπάρχει μόνο. Και το ξέρεις/παριστάνεις πως δεν καταλαβαίνεις, αλλά με καταλαβαίνεις μια χαρά. Είμαστε ίδιοι εσύ κι εγώ. Βλέπουμε την αλήθεια όπως είναι/δεν ανήκεις σε τούτη την κοιλάδα Άγκνες. Είσαι αλλιώτικη. Δεν φοβάσαι τίποτα).
Στα στενά περιθώρια αυτής της ανάρτησης δεν θα αναφερθώ καθόλου στην προδοσία που άρχισε σιγά σιγά να διαρρηγνύει τη σχέση της Άγκνες με τον Νάταν, και που προκάλεσε ένα κύμα αντιφατικών συναισθημάτων χωρίς έλεγχο. Ούτε φυσικά στα γεγονότα των φόνων, όπως τα έζησε και μας τα περιγράφει η Άγκνες, απ΄τη δική της οπτική γωνία. Δεν θα αναφερθώ καν στις τελευταίες σελίδες όπου ζει κάτω απ’ το φάσμα του θανάτου καθώς πλησιάζουν οι τελευταίες στιγμές  και η συνείδηση έχει αρχίσει να βιώνει το άχρονο (δεν υπάρχει τελευταία κατοικία, δεν υπάρχει κηδεία, δεν υπάρχει ταφή, μόνο ένα ασταμάτητο σκόρπισμα, ένα ταξίδι που σπάει σε χίλια άλλα άσκοπα, ένα ταξίδι που σε πάει παντού χωρίς να σου προσφέρει δρόμο για να γυρίσεις σπίτι, αφού δεν υπάρχει σπίτι…/η σιωπή θα σε πάρει δική της, θα ρουφήξει τη ζωή σου στα μαύρα της νερά κλπ κλπ ), και όπου μόνο ο  παραληρηματικός λόγος μπορεί να αποδώσει  την  έσχατη απελπισία της «μη ζωής». Θα εστιάσω, τελειώνοντας, στο αίσθημα απόλυτης ένωσης  με τον Νάταν, στο βίωμα ενός απίστευτου έρωτα, όμως τόσο περαστικού και φευγαλέου∙ αυτό το μεθυστικό αίσθημα που αναπολεί ξανά και ξανά η Άγκνες, και που  -όπως κρίνω εγώ, δεν το λέει εκείνη- ίσως δικαιώνει τελικά το σύντομο πέρασμά της απ’ τον κόσμο:
Εκείνη τη νύχτα πήγαμε στο στάβλο. Γέμισα τα λακκάκια στις χούφτες του με το στόμα μου, με τα στήθη μου. Ένωσα το κορμί μου με το δικό του. Φοβόμουν μήπως μας βρουν. Φοβόμουν μήπως με πούνε παλιογυναίκα. Και μετά άγγιξε το δέρμα στο δέρμα κι αυτή ήταν η πιστολιά. Αυτή ήταν η ελεύθερη πτώση. Οι καλτσοδέτες μου λύθηκαν κι έπεσαν στα γόνατά μου, καθώς η απαλότητα των μαλλιών του άγγιζε το σβέρκο μου.
Λαχταρούσα το βάρος του τότε. Δεν το χόρταινα. Δεν χόρταινα την ανάσα του: τη γρήγορη εισπνοή και τη ζεστή πίεση των χειλιών του. Τη μυρωδιά του, το γλιστερό τίναγμα του κορμιού του, δεν ήταν σαν τους άλλους. Τον ένιωθα, ένιωθα την κάψα του, ένιωσα το κέντρο του πόθου του.
Στο στάβλο, με το κεφάλι μου στο σκληρό πατημένο χώμα, ο Νάταν έσπασε το κροκάδι της ψυχής μου. Έκρυβα τα αληθινά μου αισθήματα από τους άλλους. Τόση δύναμη θέλησης, να συγκρατήσω και να κρατήσω κρυφό αυτό που ήθελα να φωνάξω στον άνεμο, να χαράξω στο χώμα, να γράψω με φωτιά στο χορτάρι.
Χριστίνα Παπαγγελή



[1] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CF%83%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1
[2] «Από τις περιλήψεις και τα πάμπολλα ενημερωτικά για το συζητημένο βιβλίο της Κεντ, που έχει μια πετυχημένη πορεία σε πάνω από είκοσι χώρες και λίαν συντόμως θα γίνει και κινηματογραφική, βοήθειά του, ταινία -σιγά μη καθόταν η φάμπρικα του Χόλυγουντ με σταυρωμένα χέρια μπροστά σε τέτοιο κελεπούρι-μαθαίνουμε σε γενικές γραμμές ότι η Χάννα Κεντ αφηγείται την ιστορία της Agnes Magnúsdóttir της τελευταίας γυναίκας που εκτελέστηκε στην Ισλανδία,το 1830, για τη δολοφονία του πρόσκαιρου εραστή και εργοδότη της Nathan Ketilsson και του εργάτη του και επίσης ότι η Κεντ πήγε πρώτη φορά στην Ισλανδία με ένα διεθνές πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών πριν από χρόνια κι όταν άκουσε για την ιστορία ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα, ξαναπήγε, έμεινε εκεί, βρήκε τα παλιά αρχεία, ανθρώπους και στοιχεία και κρατώντας σημειώσεις που παράλληλα δημοσίευε αμοντάριστες στο προσωπικό της βιβλιοφιλικό μπλογκ» 

Πέμπτη, Μαΐου 25, 2017

το τανγκό της Παλιάς Φρουράς, Αρτούρο Πέρεθ -Ρεβέρτε

Ο «κοσμικός» χορευτής Μαξ Κόστα είναι ένας χαρισματικός χορευτής του οποίου το επάγγελμα είναι να συνοδεύει στο χορό μεγαλοαστές κυρίες στα κοσμικά σαλόνια. Είναι όμορφος, κομψός, και ερωτεύσιμος… Η Μέτσα είναι επίσης μια σαγηνευτική γυναίκα που μπορεί και συνταιριάζει με μοναδικό τρόπο τα βήματά της και τις φιγούρες της με τον Μαξ, στο σαλόνι της πρώτης θέσης του υπερωκεάνιου «Καπ Πολόνιο» που ταξιδεύει το 1928 στο Μπουένος Άιρες. Η Μέτσα είναι παντρεμένη με τον εκκεντρικό μουσικοσυνθέτη Αρμάντο ντε Τροέγε, που δεν διστάζει να φτάσει στα άκρα για να «συλλέξει» εμπειρίες. Και όλο το σκηνικό θα ήταν πολύ πληκτικό, αν ο Μαξ Κόστα δεν ήταν γοητευτικός μεν, αλλά… μεγαλοαπατεώνας.
Τρεις παράλληλες ιστορίες με τους ίδιους πρωταγωνιστές, σε τρία χρονικά επίπεδα που απέχουν πολύ μεταξύ τους (1928 στο Μπουένος Άιρες, 1937 στη Νίκαια, 1937 και 1967 στο Σορρέντο της Ιταλίας), εναλλάσσονται αποσπασματικά (σε πολύ μικρές ενότητες) και βαδίζουν προς μια ξεχωριστή κορύφωση. Βλέπουμε τους δυο ήρωες να ξανασυναντιούνται αναπάντεχα σε διαφορετικές συνθήκες και να φουντώνει ξανά ο έρωτας, ένας έρωτας πολυμορφικός, αδίστακτος και σχεδόν καταστροφικός. Και  το διαφορετικά ίδιο μοτίβο στην πλοκή, η απατεωνιά του Μαξ να κηλιδώνει τον παθιασμένο έρωτα, δίνει αστυνομικό ενδιαφέρον σ’ ένα μυθιστόρημα που, παρόλη την εγγυημένη γραφή του Ρεβέρτε και τη διάνθιση με πολιτικά και καλλιτεχνικά στοιχεία, γίνεται λίγο κουραστικό.
Τα τρία χρονικά επίπεδα είναι φαίνεται προσεκτικά επιλεγμένα, γιατί εκπροσωπούν το καθένα μια πολύ ξεχωριστή ιστορική στιγμή του 20ου αιώνα: το 1928 ο κόσμος έχει μόλις βγει από έναν παγκόσμιο κι ακόμα δεν υπάρχουν τα σημάδια που προαναγγέλλουν τον επόμενο, το 1937 ο κόσμος βράζει, η Ισπανία έχει εμφύλιο ενώ η περιοχή της Νίκαιας είναι πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα σε Γαλλία και Μουσολίνι (με την ατμόσφαιρα που είχε δημιουργήσει ο πόλεμος της Ισπανίας και οι πολιτικές εντάσεις στην Ευρώπη και στη Μεσόγειο, η παραλιακή λωρίδα που περιλαμβάνει το Μονακό και τη γαλλική ακτή μέχρι τη Μασσαλία ήταν μια μυρμηγκοφωλιά Ιταλών και Γερμανών πρακτόρων). Το 1967 είναι η κορύφωση του ψυχρού πολέμου (πυρηνικές δοκιμές, Βιετνάμ, αστροναύτες στο διάστημα, Beatles, χίπις κλπ), που στην περίπτωση του βιβλίου εκδηλώνεται στον ανταγωνισμό Ρώσων και δυτικών στους αγώνες… σκακιού (για τη Σοβιετική Ένωση το σκάκι είναι κρατική υπόθεση»).
 Ήδη στο πρώτο σκηνικό, ο Μαξ έχει απωθήσει το παρελθόν φτώχειας και ορφάνιας στις υποβαθμισμένες περιοχές του Μπουένος Άυρες όπου μεγάλωσε μέχρι τα δεκατέσσερα (πατέρας Αστουριάνος μετανάστης, μάνα Ιταλίδα), τις αναμνήσεις πανικού από την κατάταξή του ως εθελοντή στον 13ο Λόχο της Πρώτης Σημαίας του Συντάγματος των Ξένων το 1921 (όπου κατατάχτηκε για να νιώθει  ασφαλής επειδή τον καταδίωκαν), το σκοτεινό παρελθόν ενός μπαγαπόντη που επιβίωσε αλλάζοντας ταυτότητες και ονόματα, ενός επιτήδειου cambrioleur, όπως αποκαλύπτει όψιμα η Μάτσα (ενός διαρρήκτη δηλαδή). Όμως, μέχρι τα 25 του που συναντά για πρώτη φορά τη Μάτσα, έχει αφομοιώσει στην εντέλεια τις συνήθειες και την εμφάνιση ενός τζέντλεμαν.
Ο Ρεβέρτε περιγράφει με πολλές μικρολεπτομέρειες τις συνήθειες του κόσμου του χρήματος, στον οποίο εισχώρησε Μαξ και, αν και μιλάει σε γ΄ενικό, ο συγγραφέας-αφηγητής ακολουθεί με συμπάθεια  αυτόν τον ήρωα ως πρωταγωνιστή. Ο Μαξ είναι αναμφισβήτητα «τύπος», έξυπνος, ετοιμόλογος, μάγκας και τολμηρός. Ταιριάζει με την αντίστοιχη αποκοτιά της συμπρωταγωνίστριας Μέτσα (φαινόταν, κατέληξε ο Μαξ, προσεκτική σαν κυνηγός με έτοιμο το γυλιό), η οποία όμως έχει αριστοκρατικές καταβολές, που την ζωγραφίζουν φυσικά και αβίαστα, ωστόσο, όπως ισχυρίζεται, πάντα είχε αδυναμία στους παλιάνθρωπους. Γρήγορα διακρίνει πίσω απ’ το προσωπείο του Μαξ την τυχοδιωκτική του ιδιοσυγκρασία, που φυσικά τη σαγηνεύει.
Εξίσου «της καλής κοινωνίας» είναι και ο σύζυγος της Μέτσα, ο Ισπανός Αρμάντο ντε Τρόεγε, πρωτοποριακός μουσικοσυνθέτης που βρίσκεται στο απόγειο της καριέρας του˙ δίπλα σε ονόματα όπως  Ραβέλ, Ντιαγκίλεφ, Πικάσο, Στραβίνσκι κλπ κλπ (ένας καλλιτέχνης με συνείδηση αυτού που ήταν και αυτού που αντιπροσώπευε), αποτυπώνει την πρωτοπορία της εποχής. Είναι bon viveur, με αίσθηση χιούμορ, μοντερνιστής και εντρυφά στα απόκρυφα κατά τη Μέτσα, η οποία τον αγαπά (πλάι του μπορούσα να ζήσω έναν ανεμοστρόβιλο πραγμάτων).  Η καλλιτεχνική του ιδιοσυγκρασία τον ωθεί να φτάνει μέχρι και τη διαστροφή, να παίζει προκλητικά παιχνίδια όχι μόνο σε καλλιτεχνικό αλλά και σε σεξουαλικό επίπεδο, και η Μέτσα ακολουθεί όχι μόνο επειδή τον αγαπά/υπακούει αλλά επειδή το απολαμβάνει (ο Αρμάντο με οδήγησε μέσα απ’ τις ίδιες τις σκοτεινές γωνίες μου). Ο Αρμάντο επιζητά το παιχνίδι ακόμα κι όταν είναι επικίνδυνο. Άλλωστε, το «φιλοπερίεργον» του Τροέγε είναι που άναψε το φιτίλι ανάμεσα στους δυο εραστές: όταν ο Τροέγε έμαθε απ’ τον Μαξ ότι το παλιό τανγκό χορευόταν και παιζόταν πολύ διαφορετικά, θέλησε να πάει στα καταγώγια του Μπουένος Άιρες για να έχει άμεση αντίληψη. Όλα αυτά θα τα αξιοποιήσει στην πρωτοποριακή του μουσική, άλλωστε έβαλε ένα «χαζό» στοίχημα με τον Ραβέλ (ένα ακριβό καπρίτσιο που μετατράπηκε σε ενθουσιώδη περιπέτεια) ότι θα φτιάξει ένα τανγκό που θα ξεπεράσει το δικό του μπολερό (!) (μου έβαλε να ακούσω μια ανοησία που συνέθεσε για το μπαλέτο της Ίντα Ρουμπινστάιν –ένα μονότονο μπολέρο, χωρίς ανάπτυξη, βασισμένο απλώς σε διαφορετικές ορχηστρικές διαβαθμίσεις… Αν εσύ μπορείς να κάνεις μπολέρο, του είπα, εγώ μπορώ να κάνω τανγκό. Γελάσαμε λίγο και βάλαμε στοίχημα ένα δείπνο…).
Αν ο αναγνώστης διαλέξει το βιβλίο απ’ τον τίτλο, ελπίζοντας ότι κάτι θα βρει από το πνεύμα του τανγκό, δεν θα βγει γελασμένος… Ο συγγραφέας περιγράφοντας με μαστοριά το εμπνευσμένο τανγκό που χορεύει ο Μαξ με την ταλαντούχα παρτενέρ του μεταφέρει  την ιδιαιτερότητα αυτού του συγκεκριμένου χορού που δεν απατούσε αυθορμητισμό, αλλά υπαινικτικές προθέσεις που εκτελούνταν αμέσως μέσα σε μια σιωπή εχέμυθη. Μιλά για υπολογισμένα λικνίσματα, αμοιβαίες διαισθητικές κινήσεις που τους επέτρεπαν να γλιστρούν με φυσικότητα στην πίστα. Κορυφαία είναι και η σκηνή όπου συναντήθηκαν και, ελλείψει μουσικής, χόρεψαν ένα βουβό τανγκό (το «Κακή παρέα» (!)), ακούγοντας τη μουσική ο καθένας νοερά. Τότε ήταν που γεννήθηκε και ο μεγάλος έρωτας.
Όμως, η διείσδυση στον κόσμο του τανγκό δεν σταματά μόνο στην υπενθύμιση ότι είναι βαθιά ερωτικός χορός. Ο Μαξ καταπλήσσει τους δυο φίλους του όταν τους αποκαλύπτει ότι το τανγκό που χορεύουν δεν έχει καμιά σχέση με το αυθεντικό. Ο ίδιος κατάγεται από τον τόπο καταγωγής του πρώτου, παλιού τανγκό, που χορευόταν στις ύποπτες γειτονιές του Μπουένος Άιρες από τον υπόκοσμο, από πόρνες, νταβατζήδες και μαχαιροβγάλτες (υπάρχουν λοιπόν τανγκό για να υποφέρεις και τανγκό για να σκοτώνεις). Σύμφωνα με τον Μαξ, το τανγκό ήταν διασταύρωση πολλών χορών: ανδαλουσιάνικου τανγκό, χαμπανέρα, μιλόνγκα, χορού των μαύρων σκλάβων. Τότε τα ζευγάρια χόρευαν χαλαρά κρατημένα απ’ το χέρι, όχι αγκαλιασμένα. Ήταν πιο γρήγορο, παιγμένο από λαϊκούς μουσικούς που παίζουν με το αυτί. Πιο πολύ λάγνο παρά φινετσάτο. Ήταν άσεμνα χωρίς να το κρύβουν, με τους δυο παρτενέρ να ενώνουν τα κορμιά τους και να μπλέκουν τα πόδια τους σε κινήσεις των γοφών που προέρχονταν από χορούς των μαύρων˙ ένας τρόπος κόρτε, αγγίγματος, που όταν αρχίσαν να το χορεύουν λευκοί και Ιταλοί εμιγκρέδες έγινε πιο αργό, λιγότερο ανοργάνωτο. (…) Μετατράπηκε σ’ αυτόν τον μονότονο χορό που βλέπουμε στα σαλόνια, ή στην ανόητη παρωδία που έκανε ο Βαλεντίνο στον κινηματογράφο,  ενώ πρόσφατο σχετικά φαινόμενο ήταν το «συναισθηματικό τανγκό, με στίχους κλαψιάρικους (βλ. Γκαρντέλ).
Και όσο αφορά το μουσικό μέρος, οι μουσικοί αρχικά έπαιζαν διαισθητικά, από μνήμης, θέματα που δεν τα ήξεραν καλά, αυτοσχεδιάζοντας σε μικρές ορχήστρες με μπάσα από μπαντονεόν, απλά ακόρντα και μεγαλύτερη ταχύτητα στην εκτέλεση. Παλιότερα ήταν ακόμα πιο περιθωριακό, πιο ακατέργαστο, μόνο με φλάουτο και κιθάρα, χωρίς φυσούνες. Η μουσική ήταν πιο γρήγορη και πιο κοφτή, και υπέβαλλε ένα χορό «υπέροχα άσεμνο» (η αυθεντικότητα δεν έχει να κάνει με τη μουσική, αντέτεινε ο Μαξ αλλά με τον τρόπο που την έπαιζαν τα παιδιά του παλιού καλού καιρού).
Το «Τανγκό της Παλιάς Φρουράς» δεν είναι λοιπόν παρά ένα από τα παλιά αυτά τανγκό, όπως εξακολουθούσαν να παίζονται σε μπαρ και καμπαρέ της κακιάς ώρας στις φτωχογειτονιές του Μπουένος Άιρες (Μπαρράκας, Μπόκα), την εποχή που πρωτοσυναντήθηκαν ο Μαξ με τη Μέτσα -το 1928. Η πλοκή του βιβλίου πυροδοτείται από τη λαχτάρα του Αρμάντο να γνωρίσει αυτό το αρχικό τανγκό, να κατακτήσει το πνεύμα του, να μπει στον κόσμο του. Άλλωστε, όπως είπαμε, ο Μαξ κατάγεται απ’ αυτές τις φτωχογειτονιές, τις οποίες μεγάλωσε μέχρι τα δεκατέσσερα, ξέρει τους κώδικες και τα κόλπα. Η «κάθοδος» στο σκοτεινό υπόγειο «Λα Φερροβιάρια» όπου τους οδήγησε ο Μαξ ήταν η απαρχή ενός αισθησιασμού χωρίς όρια (Αρμάντο: ελπίζω να μην καταλήξουν να κάνουν έρωτα μπροστά σε όλους). Στο αποκορύφωμα όμως της ερωτικής παραζάλης, της κραιπάλης και των οργίων φτάνουν μια άλλη βραδιά, όπου επισκέπτονται δυο καταγώγια. Είναι η βραδιά που σφραγίζει έναν έρωτα απαράμιλλο αλλά και την εξαφάνιση του Μαξ.
Οι συναισθηματικές σχέσεις, πρώτιστα ανάμεσα στον Μαξ και τη Μέτσα, έπειτα ανάμεσα στη Μέτσα και τον Αρμάντο, αλλά και ανάμεσα στη Μέτσα και τον γιο της (παγκόσμιας εμβέλειας σκακιστή που διεκδικεί το παγκόσμιο πρωτάθλημα) δεν είναι μονοσήμαντες. Εξελίσσονται, διαταράσσονται, αλλάζουν. Το φλερτ είναι βασανιστικό και αργόσυρτο, ο πόθος γίνεται διαρκείας, οι ψυχολογίες συμπληρωματικές ξεδιπλώνονται με λεπτομέρεια. Ο Ρεβέρτε «εξηγεί» τον έρωτα της ανεξάρτητης Μέτσα για τον Μαξ αλλά και την παθολογική αγάπη για τον άντρα της (αυτό που άλλος θα το έλεγε διαστροφή, εκείνη το ονόμαζε διέγερση/σκοτεινές επιθυμίες/ηδονές που παρέτειναν την ηδονή). Ο συγγραφέας τονίζει ακόμη την αλλαγή των συναισθημάτων όταν οι δυο ήρωες είναι πια ηλικιωμένοι, με λεπτότητα διακρίνει όλες τις αλλαγές που φέρνει η ωριμότητα στην ορμή, αλλά και στη συνείδηση του έρωτα. Καταλαβαίνουμε την ψυχολογία του Μαξ να φεύγει συνέχεια μακριά, να εξαφανίζεται από το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου και να σβήνει κάθε παρελθόν (-Ποτέ δε ρώτησες πώς βλέπουν τον κόσμο οι άνθρωποι χωρίς λεφτά, έτσι δεν είναι; Εσύ ποτέ δεν ένιωσες τον πειρασμό να κάνεις έναν ιδιωτικό πόλεμο εναντίον αυτών που κοιμούνται ήσυχοι χωρίς να αγχώνονται τι θα φάνε αύριο…/γι’ αυτό δεν είχε ποτέ την παραμικρή σημασία αν σ’ αγαπούσα ή όχι. –Για μένα θα είχε.-Μπορούσες να επιτρέψεις στον εαυτό σου αυτήν την πολυτέλεια. Και αυτήν. Εγώ είχα άλλα πράγματα ν’ ασχοληθώ. Η αγάπη δεν ήταν το πιο επείγον).
Το βιβλίο δεν έχει μόνο ερωτικό περιεχόμενο, αλλά θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι έχει και στοιχεία «noir». Οι υποθέσεις στις οποίες βρίσκεται μπλεγμένος ο Μαξ έχουν πολιτικές προεκτάσεις, ακόμα κι όταν δέχεται να κλέψει το βιβλίο του σκακιού του τρομερού Ρώσου πρωταθλητή Σολόκοφ.  Ιδιαίτερα όμως στο χρονικό επίπεδο του 1937, εποχή όπου δύσκολα θα μπορούσε κανείς να σταθεί ουδέτερος, οι μυστικές υπηρεσίες, οι πράκτορες και η κατασκοπεία πάνε σύννεφο. Ήδη ο Φράνκο έχει πάρει την εξουσία και ο εμφύλιος στη γειτονική Ισπανία έχει ξεσπάσει. Οι υποθέσεις διάρρηξης που αναλαμβάνει ο Μαξ εξυπηρετούν πολιτικά συμφέροντα, και μάλιστα στην περίπτωση της Νίκαιας τους φασίστες του Φράνκο (η υπόθεση περιπλέκεται βέβαια με πράκτορες, αντιπροσφορά των δημοκρατικών κλπ κλπ). Αναρωτιέται μάλιστα κανείς για το αν ταυτίζεται η άποψη του συγγραφέα με την κυρίαρχη άποψη των ηρώων του όσο αφορά τον ισπανικό εμφύλιο: μια ενδιάμεση στάση όπου η κατάσταση στην Ισπανία παρουσιάζεται σαν «τρέλα» και η βία εκατέρωθεν απονομιμοποιεί κάθε έννοια αγώνα (άλλωστε τον Ισπανό Αρμάντο που είχε φίλους και των δυο παρατάξεων, τον σκότωσαν τελικά Δημοκρατικοί, γιατί ο αρχηγός των μυστικών υπηρεσιών της Δημοκρατίας είναι ένας κομμουνιστής επίσης συνθέτης, και μέτριος όσο δεν πάει άλλο).
Ο συγγραφέας αποχρωματοποιεί τον ήρωά του, τον παρουσιάζει απολιτίκ (ο αδιάφορος τρίτος άνθρωπος που κοιτάζει το τοπίο), και βέβαια αυτό το στοιχείο συμπληρώνει τον τυχοδιωκτικό του χαρακτήρα, γιατί ουσιαστικά εκμεταλλεύεται κάθε είδους πολιτικό σκάνδαλο σαν ευκαιρία για… βρομοδουλειές. Στο ερώτημα «Τι αποφασίσατε εσείς τελικά; Φασισμό ή δημοκρατία;» η απάντηση μένει μετέωρη (και η πράξη αποδεικνύει το ίδιο, είναι έτοιμος να υπηρετήσει όποιον θα του φέρει κέρδος), ενώ σε άλλο σημείο του βιβλίου λέει «ας αφήσουμε τις ιδεολογίες». Στην τρίτη φάση της ζωής του, ηλικιωμένος πια θα αποφανθεί: «όταν βλέπω όλ’ αυτά τα μαύρα, τα φαιά, τα κόκκινα ή τα κυανά πουκάμισα, που απαιτούν να προσχωρήσεις σ΄ εκείνο ή στο άλλο, σκέφτομαι πως παλιά ο κόσμος ήταν των πλουσίων και τώρα θα γίνει των χολωμένων… Εγώ δεν είμαι ούτε το ένα, ούτε το άλλο». Νιώθει πάντα «περαστικός» απ’ τον κόσμο των πλουσίων, και ζει χωρίς μεγάλα μίση και χωρίς αυταπάτες. Και όπως επισημαίνει και η Μέτσα, στην ίδια χρονική φάση της ωριμότητας και του αναστοχασμού,
Αυτό που με γοήτευσε από την αρχή ήταν η φιλοδοξία σου χωρίς πάθη ούτε απληστία…
Εκείνη η φλεγματική απουσία ελπίδας.

"Είναι κι αυτή μια στάσις. Νιώθεται"...  
Χριστίνα Παπαγγελή

Τετάρτη, Μαΐου 17, 2017

Το διπλό βιβλίο, Δημήτρη Χατζή

Είμαι στο δρόμο
και δρόμο δεν έχω.
Πάντα επίκαιρο και πάντα πρωτοποριακό το «Διπλό βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή, έστω και 40 χρόνια αφότου γράφτηκε (1976). Επίκαιρο γιατί αγγίζει σε τέτοιο βαθμό το θέμα της «ξενότητας» -του πόσο ανέστιος, χωρίς «εστία», νιώθει ο σύγχρονος άνθρωπος όχι μόνο στην ξενιτιά αλλά στον κόσμο όλο- που φαίνεται σα να προοιωνίζεται το υπαρξιακό σχεδόν αίσθημα αποξένωσης που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο του 21ου αιώνα, χαμένον στη βιομηχανική /παγκοσμιοποιημένη κοινωνία. Πρωτοποριακό γιατί ο τρόπος με τον οποίο αναδεικνύεται  αυτή η βαθιά, υπαρξιακή μοναξιά ξεφεύγει από τη ρεαλιστική αφήγηση και αποκτά στην πορεία μεταμοντερνιστικά στοιχεία, στην προσπάθεια να εκφραστεί απλώνεται σε πολλά επίπεδα, εμφανίζεται ως πρόσωπο και ο… συγγραφέας και μένει στο τέλος μια γεύση ανεπάρκειας, ανεπάρκειας να αποτυπωθεί το ανείπωτο. 
Κι όμως ο κύριος ήρωας, ο Κώστας, ένα λαϊκό παιδί που ξεκινά από τη Σούρπη του Βόλου για μετανάστης στη Γερμανία, φαίνεται να έχει ρεαλιστική ματιά, και αφηγείται τα βιώματά του με σπιρτάδα, παρόλη την άγνοια και την αφέλειά του. Έχει θετική, για να μην πω ενθουσιώδη στάση απέναντι στο «νέο», απέναντι στην τάξη των Γερμανών που τη συγκρίνει με τη ρομέικη τσαπατσουλιά. Παρόλο που θα αναφωνήσει πολλές φορές «είμαι ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα», δεν είναι απόλυτος αρνητής. Αντίθετα, ανοίγει τα μάτια του διάπλατα σαν παιδί και παρατηρεί, τους μεγάλους δρόμους, τα βιτρίνες, τα φώτα, τα τρένα, τις μηχανές (και περισσότερο απ’ όλα οι μηχανές τη μαγεύουνε την ψυχή μου. Κοιτάζω κανένα μικρό σιδεράκι τους, χάνω το νου μου. Έτσι γεννήθηκα –τέτοιος απόμεινα, χαζοπούλι). Θαυμάζει την παραγωγή, τη σβελτάδα, την ακρίβεια στο εργοστάσιο ΑΟΥΤΕΛ (άουτο ελέκτρικα, κατασκευάζουμε φώτα για τ’ αυτοκίνητα) στο οποίο είναι χαμάλης, και βέβαια γρήγορα διαπιστώνει με οξυδέρκεια ότι ο ίδιος δεν είναι παρά ένα γρανάζι τόσο δα, δεν υπάρχεις -στα νούμερα μόνο, αυτά λογαριάζονται. Τρακατάκ-τακ κάνει το μηχανάκι και πέφτει η καρτέλα σου –σταμπαρίστηκες για σήμερα.
Ο Δημήτρης Χατζής, περιγράφοντας ένα γερμανικό εργοστάσιο της δεκαετίας του ’60 αποδίδει μέσα απ’ τη λαϊκή καλοπροαίρετη οπτική του Κωστή αυτό που ο Μαρξ ονόμασε «αλλοτρίωση της εργασίας». Αυτό που φαίνεται το απλούστερο των πραγμάτων, ο Κωστής του τμήματος Σπεντισιόν του 4ου ορόφου να δει όλο το εργοστάσιο, να πάει στους άλλους ορόφους, να χαζέψει και να γνωρίσει όλο το μηχανισμό, είναι ανέφικτο (ξέρω πως είναι ευκολότερο να μπεις σ’ ένα εργοστάσιο ξένο, παρά να γυρίζεις, να κάνεις σουλάτσο, σ’ αυτό που δουλεύεις. Είναι το πώς, το γιατί και είναι βέβαια και το πότε)! Μια τζαμαρία τον χωρίζει απ’ όλα… Και γρήγορα επίσης συνειδητοποιεί ότι εξίσου χαμάλης είναι και ολόκληρο το ΑΟΥΤΕΛ, εφόσον ουσιαστικά δεν παράγουν, δεν κατασκευάζουν τίποτα, μόνο μοντάρουν τα υλικά που τους έρχονται έτοιμα, από άλλα εργοστάσια (και μηχανισμός εδώ, μηχανισμός εκεί, τους λέω κι εγώ, στο τέλος παίζουμε τον παπά, η παραγωγή δεν είναι πουθενά)! Πέντε χρόνια που δουλεύει εκεί ο Κωστής το μόνο που αφομοίωσε είναι ότι «όλα τα κανονίζουν οι νόρμες», και ξέρει ότι, παρόλο που ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του λίγο κουτό, και οι άλλοι δεν έχουν καταλάβει περισσότερα… Δε νομίζω ότι υπάρχει πιο ξεκάθαρος μυθιστορηματικός τρόπος για να εκφράσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο ο εργάτης της εποχής έχει χάσει τον έλεγχο του προϊόντος που παράγει! Κι έτσι, όταν στο τέλος του 1ου κεφαλαίου εμφανίζεται για πρώτη φορά ο συγγραφέας, ως πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται ο Κωστής, ο τελευταίος τον ειρωνεύεται, και ο σαρκασμός πέφτει βέβαια και στον ίδιο:  Κολοκύθια τούμπανα άνθρωπος είμαι γώ. Και κολοκύθα τούμπανα συγγραφέας μου φαίνεται να’ σαι και συ.
Η ουσία όμως της εργασίας του εργάτη-προλετάριου φαίνεται και στην αντίθεση με τον εργάτη του ξυλάδικου, στο οποίο δούλευε ο Κωστής πριν αποφασίσει να ξενιτευτεί. Εκεί όχι μόνο δε χτυπούσαν καρτέλα, αλλά η δουλειά ξεκινούσε άλλοτε στις εφτά, άλλοτε στις έντεκα, ανάλογα με τα κέφια του μάστορα, πότε με μουτρώματα και καυγάδες, πότε με γέλια και σαχλαμάρες (!). Όπως λέει κι ο ίδιος ο Κωστής σε πολλούς τόνους, δεν υπήρχε καμία τάξη, καμία «νόρμα», καθόλου βιβλία, ούτε κανονικό ωράριο, ούτε κανονικά χρήματα. Άλλες φορές κάθονταν όλη μέρα, άλλες φορές ξενυχτούσαν δουλεύοντας. Κάθε δυο τρεις μήνες αγχώνονταν να συντάξουν ψεύτικες φορολογικές δηλώσεις, και δεν υπήρχαν αποδείξεις, η τέλεια αταξία. Ο Κωστής δυσφορεί (δε μου πήγαινε αυτό το ξυλάδικο με την αταξία, την αναρχία, το κλεψιμέικο, το ρομέικο), θέλει να φύγει μακριά, όχι μόνο απ’ τη φτώχεια και τη μιζέρια (και να το’ χεις ένα κομμάτι ψωμί, πάλι δεν έχει ζωή), αλλά από την ατιμία, την αναρχία και την αταξία στα αλισβερίσια των Ρομιών (οι Ρομιοί μας το θέλουν όλοι τους το άρτζι-μπούρτζι που’ χουμε κεί).
Ξένος λοιπόν όχι μόνο στα ξένα αλλά και στον τόπο του (δεν έχω τίποτα ν’ αφήσω εδώ/δεν έχω τίποτα να φοβάμαι/ετούτος εδώ ο τόπος είναι πιο ξένος για μένα). Η μοναξιά του ήρωα του Χατζή, δεν είναι η μονοσήμαντη, δεν είναι η μοναξιά του ξενιτεμένου που νοσταλγεί την επιστροφή στην πατρίδα, είναι μια αποξένωση πιο βαθιά, πιο ριζική, γιατί απλούστατα, νιώθει ξένος και στον ίδιο του τον τόπο (και μένω πάλι χωρίς την πατρίδα, χωρίς μικρούτσικο κόσμο δικό μου -που δεν τον έχω- και χωρίς τη νοσταλγία του μεγάλου κόσμου –που δεν υπάρχει). Δεν τον περιμένει κανείς όταν τελειώνει η δουλειά, δεν θέλει να πάει πουθενά, είναι όπως λέει ο ίδιος ο πιο γνήσιος πολίτης της πολιτείας των ξένων, ο ξενότερος απ’ όλους τους ξένους…
Ξένος στον ίδιο του τον τόπο θα νιώσει και ο Σκουρογιάννης, εργάτης κι αυτός στο ΑΟΥΤΕΛ, όταν με τα πολλά θα γυρίσει συνταξιούχος στο Ντομπρίνοβο, στο χωριό του, όπου ονειρευόταν είκοσι χρόνια να επιστρέψει. Ο γυρισμός του ξενιτεμένου μάς χαρίζει μια από τις πιο συγκινητικές εικόνες του βιβλίου, ωστόσο ακόμη πιο συγκινητική είναι η σκηνή της μικρής αρκουδίτσας της Πίνδου που απόμεινε πιστή συντροφιά στον Σκουρογιάννη, όταν εκείνος κατάλαβε ότι δεν τον φτάνουν οι άνθρωποι του χωριού (αυτά τα χνάρια γινόντανε τώρα, ξαναγίνονταν, η σιγουριά του η χαμένη πως είχε φτάσει σε τόπο που δεν ήταν ανύπαρκτος, που δεν ήταν της νοσταλγίας του μόνο, της φαντασίας του –η σιγουριά που’ χε χάσει  μέσα σ’ αυτούς τους τρελούς, τους μισούς, τους αφιονισμένους, τους νικημένους ανθρώπους που βρήκε γυρίζοντας). Γιατί γρήγορα συναισθάνεται ότι θα μπορούσε να’ λεγε πως αυτός απόμεινε όλα τα χρόνια της Γερμανίας Ντομπρινοβίτης, οι άλλοι δεν είναι τίποτα πια, από πουθενά δεν είναι. Τόσο ξένος, τόσο μόνος, ανάμεσα σε ανθρώπους γνωστούς αλλά «σκορπισμένους».
Όμως ο Κωστής -άλλη γενιά- δεν είναι λυπημένος. Περπατάει στους δρόμους και τις φωτισμένες λεωφόρους, στο μεγάλο θέατρο της κοινωνίας της κατανάλωσης, που λένε και στο καφενείο (γιατί βέβαια υπάρχει και το ελληνικό καφενείο που εν είδει αρχαίου χορού κρίνει και σχολιάζει όλα τα συμβάντα), και σαν χαζοπούλι που παραδέχεται ότι είναι, ασκεί τη «χαζευτική επιστήμη» και ομολογεί με παρρησία: Είμαι καταναλωτής. Είμαι καταναλωτής θα πει ότι υπάρχω. Έχω στην τσέπη μου τα λεφτά μου –μοιράζομαι τη ζωή μας, ας λένε πως είναι ψεύτικη, ας είναι και θέατρο μόνο. Δεν θέλει τους καυγάδες του ελληνικού καφενείου (τίποτα ρομέικο δεν έμεινε μέσα μου), ακούει τις πολιτικές κουβέντες, μπερδεύεται, δεν έχει πίστη, κόμμα, ιδέες. Λέει δεν έχει πολιτική συνείδηση, δεν έχει ταξική (τα λογάριασες πόσα δεν έχω; Ποιος είμαι, ποιος μπορεί να είμαι;). Η ελευθερία που απολαμβάνει ο πρωταγωνιστής τον κρατά μακριά από ερωτικές αναζητήσεις και έντονα πάθη. Ζει σύντομες και αμοιβαία ντόμπρες σχέσεις, κυρίως με Γερμανίδες, έχοντας επίγνωση ότι ο έρωτας δεν είναι για μας, τα παιδιά του φίφτυ φίφτυ. Δεν θέλει δεσμεύσεις, δεν θέλει σύζυγο, συνειδητά και χωρίς περιστροφές (εκεί στην Ελλάδα, πρέπει να τη φοβήθηκα την αγάπη. Να μην τον πάρεις στο λαιμό σου τον άλλον, φεύγεις καλύτερα, μαθαίνεις να φεύγεις).
Κι όμως γνωρίζει και τον «αληθινό έρωτα», για ένα σύντομο διάστημα που εξιστορείται με τον γήινο και ανυπόκριτο τρόπο του Κώστα σε δώδεκα καταπληκτικές σελίδες (ένα ζευγάρι κορδόνια που δε χρειάζονται σε τίποτα –αυτό, λοιπόν, μπορεί να’ ναι ο έρωτας;/πίσω από την ημεράδα της είναι μια φλόγα που καίει/παπαρούνα που πολεμάει να σπάσει την άσφαλτο/έτοιμη μου φαίνεται να δώσει τα πάντα για μια στάλα αληθινή ζωή/τότε τον είπε και κείνον τον μεγάλο το λόγο της, πως γι’ αυτό με λατρεύει, επειδή είμαι τόσο κουτός). Μου φάνηκε υπερβολικός ο εγωισμός που έφερε τον χωρισμό, που ίσως ήταν μοιραίος για να φανεί αυτό το ακατόρθωτο του αιώνιου έρωτα (είναι μεγαλύτερος απ’ τον άνθρωπο, είναι λοιπόν, ακατόρθωτος). Αυτό τουλάχιστον αποκαλύφθηκε όταν ξανασυναντήθηκαν μετά από χρόνια, που η Έρικα ήταν παντρεμένη αλλά πάντα με την αίσθηση αυτή του άφθαστου.

Όμως το Διπλό βιβλίο έχει και πολιτικό χαρακτήρα, κι ας είναι ο ήρωάς του «χαζοπούλι», ή «κουτός» όπως λέει κι ο ίδιος. Κι ας συγχέει τις πολιτικές κουβέντες των συγχωριανών του στο καφενείο, όμως φτάνουν ως αυτόν έννοιες όπως αλλοτρίωση, σοσιαλισμός, καπιταλισμός, σταλινισμός, αναρχισμός κλπ. Άλλωστε, μια απ’ τις φωνές που ακούγονται είναι του λενινιστή Γιαννόπουλου, και αργότερα και του Γερμανού συνδικαλιστή που θα του ανοίξει τα μάτια (αυτό που βλέπετε γύρω σας, καλά μεροκάματα, άδειες, κοινωνικές ασφαλίσεις, δεν είναι κανένας παράδεισος. Έχουν αίμα πίσω τους, σφαγές πολλά χρόνια για να γίνουν έτσι. Και δεν θα σας αφήσουμε να μας τα χαλάσετε). Η πρωτόγονη ματιά του ήρωα κρύβει μιαν απόσταση απ’ τα γεγονότα που πολλές φορές γίνεται σοφά ειρωνική (π.χ. για τους σταλινικούς: μιλάνε μια γλώσσα σχεδόν συνθηματική για γεγονότα που ξέρουν καλά. Αν δεν ξέρεις τη γλώσσα τους δεν καταλαβαίνεις για ποια γεγονότα μιλάνε. Αν δεν ξέρεις τα γεγονότα, δεν καταλαβαίνεις τη γλώσσα τους. Κάποτε μου φαίνονται τρελοί, μανιακοί, κάποτε θύματα αξιολύπητα), ενώ ο ίδιος επαναλαμβάνει ότι δεν έχει πολιτική συνείδηση ούτε και ταξική, διαπίστωση που διαψεύδει βέβαια τον εαυτό της. Η συμμετοχή του «συντρόφου» Κώστα στη συνδικαλιστική δράση είναι αναπόφευκτη.
Πολιτικό σχόλιο του Δημήτρη Χατζή στην αριστερά είναι και η τραγική πορεία του πατέρα (ο πρωταγωνιστής την εμπιστεύεται εξ ολοκλήρου στον «συγγραφέα» που αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο «Ρέκβιεμ για ένα μικρό ράφτη»), που εμβόλιμα εξιστορείται μέσα στο βιβλίο.  Ο μικρός ράφτης που αναμείχτηκε με τους τσαγκαράδες στο Βόλο (κομμουνιστές απ’ ανέκαθεν, όπως το’ λεγαν οι ίδιοι, λίγο τρελοί, λίγο αναρχικοί, λίγο χριστιανοί, με τα σχέδια μιας παγκόσμιας κομουνιστικής αδερφοσύνης, περισσότερο στην καρδιά τους παρά στο μυαλό τους), ήταν ο πατέρας για τον οποίο ο Κώστας δεν ήξερε τίποτα (μαθαίνοντας την ιστορία του σκέφτηκα πως εγώ δεν τον ήξερα αυτόν τον άνθρωπο που’ ταν πατέρας μου). Πρόκειται για μια συγκλονιστική ιστορία της αντίστασης, μια ιστορία προδοσίας και διάψευσης, ενός ανθρώπου που του κλέψαν το θάνατο, βαριά κληρονομιά στο νεαρό Κώστα και την αδερφή του την Αναστασία (η Αναστασία μας τα’ ξερε –τι δεν ήξερε αυτή;).

Το διπλό βιβλίο
Ξένη στον κόσμο νιώθει και η αδερφή του Κώστα, η Αναστασία (η κόρη εγώ του νικημένου Ελασίτη). Είναι εκείνη που θα μιλήσει απερίφραστα για τη διπλή ζωή, στο κεφάλαιο όπου ο συγγραφέας της δίνει το λόγο. Το κορίτσι με τις κοτσίδες που δεν έκοβε ποτέ, απευθύνεται κι αυτή στον συγγραφέα (ήρθες και με βρήκες –ήταν ακόμη στη Σούρπη. Ήμουν, είπες, η μικρή Διοτίμα[1] σου τότε/σχεδόν δεν ήξερα να σκεφτώ. Ένιωθα μόνο). Ο συγγραφέας την εμπιστεύεται και τη γυρεύει σαν την θηλυκή του anima[2], όπως ο Σωκράτης εμπιστεύτηκε τη Διοτίμα, την ιέρεια της Θεσσαλίας. Γιατί η Αναστασία μ’ έναν τρόπο διαισθητικό, με το κορμί, ή επικοινωνώντας με τα πουλιά έχει επαφή μ’ ένα πνεύμα ελεύθερο, ανυπότακτο. Όπως κι ο συγγραφέας «ανακατεύει τ’ αστέρια, τους αλλάζει θέση στον ουρανό», πάει να πεί ξανατακτοποιεί τον κόσμο (κι αλλάζω τη μοίρα των άλλων). Ο Χατζής μάς αιφνιδιάζει στο σημείο αυτό γιατί απ΄ τη γήινη και ρεαλιστική πραγματικότητα του Κώστα μεταπηδά σ’ έναν χώρο μυστικιστικό, άφατο, αγγίζει μιαν αλήθεια διαφορετικής φύσης: Ήξερα από τότε πως τ’ άλλα παιδιά δεν είχαν τέτοια πουλιά. Ήταν λοιπόν μυστικό. Κι έτσι την άρχιζα εγώ τη ζωή μου –τη μισή με τους άλλους, την άλλη μισή μ’ αυτό μου το μυστικό –τη διπλή τη ζωή μου/από δω τ’ όνειρό μου, η αλήθεια της απ’ την άλλη. – και δεν σκεφτόμουνα να τα ζευγαρώσω, δεν ήξερα τότε τι ήταν το ζευγάρωμα, σε τι μπορεί να χρειάζεται.

Η έντονη παρουσία του συγγραφέα, σχεδόν απ’ την αρχή της αφήγησης του Κώστα, οι αναφορές και τα αυτούσια αποσπάσματα που παρατίθενται εκ μέρους του σε πλάγια γραμματοσειρά (το πρώτο ήδη στη σελίδα 55, ένα καταπληκτικό απόσπασμα για τις γυναίκες γενιές ατέλειωτες βασανισμένες ρομιές, κάτι που φυσικά δεν θα ταίριαζε να αποδοθεί στον αφελή Κώστα), μας προϊδεάζουν για το περιεχόμενο της λέξης «διπλό» του τίτλου. Είναι διπλό και ίσως πολλαπλό, όσα και τα διαφορετικά περιεχόμενα που προσλαμβάνουν οι αναγνώστες. Πρόκειται για μια διπλή αφήγηση, αυτού που έζησε τα γεγονότα κι αυτού που τα καταγράφει; Πρόκειται για τη διπλή ζωή της Αναστασίας; Για τη διπλή ζωή, την γήινη την αληθινή, και την φανταστική, την ανέφικτη; (τον ονειρεύομαι τον εαυτό μου μέσα στον κόσμο, που δεν τον βλέπω). Μήπως πρόκειται για την διπλή ζωή του συγγραφέα που σκορπίζεται στους ήρωές του και δεν ξέρει να δώσει λύση, όπως στην περίπτωση του Σκουρογιάννη με την αρκούδα (ο πιο νικημένος απ’ όλους είσαι συ. Μέσα απ’ τις χαμένες ζωές τις δικές μας, η δική σου κομματιάζεται χίλια κομμάτια); Διπλός είναι κι ο κόσμος στον οποίο ζούμε, ο απερχόμενος του οποίου ένα ένα τα πρόσωπα αποχωρούν και που τον νοσταλγούμε, και ο μελλοντικός που μας φοβίζει αλλά συγκροτεί τις δυνάμεις μας. Κι αυτό συμβαίνει πάντα, κι αυτό συμβαίνει αναμφισβήτητα και στο διπλό βιβλίο του Χατζή, όπου οι δυο κόσμοι συνυπάρχουν αλλά δεν μπορούν να συνταιριαστούν.
Ο ήρωας χρειάζεται τον συγγραφέα, τον αναζητά (το συγγραφέα ζητάω –αυτόν χρειάζομαι τώρα), τον αναζητά και η Αναστασία που του προσφέρει τις κοτσίδες της. Κι ο συγγραφέας έχει ανάγκη τους ήρωές του. Μετά τη μέση του βιβλίου, ο συγγραφέας εμφανίζεται όλο και συχνότερα, γυμνός και  αποκαρδιωμένος για την ανεπάρκειά του (τους βλέπω πολύ καλά τους σπασμένους αρμούς του βιβλίου μου. Και βλέπω πίσω απ’ αυτούς και την ουσιαστική του ανεπάρκεια/δεν μπορώ να προχωρήσω, να τα δέσω πρόσωπα και καταστάσεις σε μια ενότητα/τα πρόσωπα σπάζουν – είναι κομμάτια, ψηφία σκορπισμένα. Δεν είναι τυχαίο που οι τρεις τελευταίες σελίδες του 9ου κεφ. («Επίλογοι στο πρώτο βιβλίο-Μικρός πρόλογος για το δεύτερο) είναι όλες σε πλάγια γράμματα. Ο τίτλος «μικρός πρόλογος για το δεύτερο» μοιάζει να αφορά τις τελευταίες αράδες από τις σκόρπιες σημειώσεις του συγγραφέα, που είναι διαφορετικές και ίσως λίγο ξεκάρφωτες. Είναι αυτές που ρίχνουν λίγο φως στο σκοτεινό τούνελ, ανοίγοντας ένα παραθυράκι ελπίδας μες «στο λυκόφως των καιρώ»: Της ελπίδας το βιβλίο θα’ θελε να’ναι το δεύτερο αυτό το δικό σου. Για τον σημερινό, το δικό μας κόσμο, που δεν τον βλέπεις ακόμα, δεν ξέρεις πώς είναι –και δεν τον φοβάσαι.
Τελειώνοντας, θα μιλήσω κάπως προσωπικά για να επισημάνω ότι, αν και φιλόλογος, γενικά και κυρίως στις αναρτήσεις αυτού του μπλογκ αποφεύγω όρους λογοτεχνικούς και φιλολογικούς (στους οποίους θα πρέπει να ανατρέξει κανείς σε λεξικά και να συζητά ώρες με τον άλλον για να συμφωνήσει στο περιεχόμενό τους) . Θα βρω άλλον τρόπο για να εκφράσω αυτό που οι κριτικοί λένε «κοινωνικό ρεαλισμό», «κριτικό ρεαλισμό», αποδόμηση, δυστοπία, (α-τοπία στην περίπτωση του Χατζή) κλπ. Επιλέγω να βλέπω το βιβλίο που διαβάζω με τη φρεσκάδα του αναγνώστη «tabula rasa»,  και να επιζητώ τον διάλογο με λέξεις απλές και καθημερινές. Έτσι, δεν ανέτρεξα καν σε γνωστών κριτικών τις μελέτες, παρά μόνο αφού ολοκλήρωσα την ανάρτηση μέχρι την προηγούμενη παράγραφο. Δεν μπορώ όμως να αντισταθώ στο να χρησιμοποιήσω για επίλογο τα λόγια του Δημήτρη Τζιόβα[3] :
 Το «Διπλό βιβλίο» γράφεται τελικά για να αμφισβητήσει τις ίδιες τις προθέσεις του, να μας υποψιάσει για το τέλος των μακροαφηγήσεων. Έτσι κι αλλιώς, δε θα μπορούσε ν αποτελέσει μια μείζονα αφήγηση, γιατί προσπαθώντας να δείξει τον αγώνα των ανθρώπων να γεφυρώσουν το χάσμα ονείρου και πραγματικότητας, κάνει τους ίδιους να παραδεχτούν τη διάστασή τους. Αντί να καταλήξει στην ενότητα, την ταύτιση των δυο πόλων, στην υπέρβαση του δυισμού, εξωθείται στην παραδοχή του. Ο τίτλος το βιβλίου δεν είναι νομίζω τυχαίος (…). Το όνειρο για μια αλλιώτικη ζωή παρακινεί τον Κώστα στη Γερμανία, το όραμα για έναν καλύτερο κόσμο οδηγεί τη γενιά του μικρού ράφτη της Σούρπης στην ήττα. Και τα πουλιά, το όνειρο της Αναστασίας, συνιστούν την αθέατη πλευρά της αζευγάρωτης διπλής ζωής της
ή με τα λόγια της ίδιας
«από δω τ’ όνειρό μου, η αλήθεια της απ’ την άλλη».
Χριστίνα Παπαγγελή




[1] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B9%CE%BF%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B1
[2] http://www.esoterica.gr/articles/psycholg/animus/animus.htm (Animus και anima. Σύμφωνα με τον Γιουνγκ, πρόκειται για μία οντότητα που λειτουργεί ανεξάρτητα από τις άλλες ψυχικές λειτουργίες και παρεμβαίνει στη ζωή του ατόμου είτε βοηθητικά είτε καταστρεπτικά αλλά πάντα καθοριστικά και επίμονα .Animus σημαίνει νους ή πνεύμα. Είναι η αρσενική ψυχή μέσα στη γυναίκα που κατεξοχήν λειτουργία της είναι ότι παράγει γνώμες. Αντιστοιχεί στον πατρικό λόγο.
Η Anima είναι η θηλυκή ψυχή του άνδρα. Είναι το θηλυκό στοιχείο που προσωποποιεί όλες τις θηλυκές ψυχολογικές τάσεις της ψυχής του άνδρα όπως τα αισθήματα, οι αόριστες διαθέσεις ,οι προφητικές διαισθήσεις η ευαισθησία προς την άλογη πλευρά ,η δύναμη του προσωπικού έρωτα το αίσθημα της φύσης και οι σχέσεις με το ασυνείδητο. Η απώθηση αυτών των θηλυκών τάσεων και ροπών προκαλεί τη συσσώρευση τους στο ασυνείδητο. Έτσι η εικόνα της γυναίκας γίνεται υποδοχέας αυτών των απαιτήσεων .Γι’ αυτό ο άνδρας στην ερωτική του εκλογή έχει ισχυρή επιθυμία ν’ αποκτήσει τη γυναίκα που ανταποκρίνεται καλύτερα στη δική του ασυνείδητη θηλυκότητα, μία γυναίκα που μπορεί αδίστακτα να δεχτεί την προβολή της ψυχής του.
Δεν είναι τυχαίο που κάποτε διάλεγαν ιέρειες (οι Έλληνες τη Σίβυλλα) για να βολιδοσκοπούν τη βούληση των θεών και να επικοινωνούν μαζί τους 
[3] Δημήτρη Τζιόβα, Το παλίμψηστο της ελληνικής αφήγησης, σελ. 267

Τετάρτη, Μαΐου 10, 2017

Δακρυσμένος ήλιος, Τσιμαμάντα Αντίτσι

Είμαι Νιγηριανός επειδή ένας λευκός δημιούργησε τη Νιγηρία
και μου έδωσε αυτή την ταυτότητα.
Είμαι μαύρος επειδή ένας λευκός προσδιόρισε το μαύρο
ως κάτι όσο το δυνατόν πιο διαφορετικό από το δικό του λευκό.

Αλλά ήμουν Ίγκμπο πολύ πριν έρθει ο λευκός στην Αφρική.

Παρά τον δακρύβρεχτο τίτλο, πρόκειται για ένα πολύ αξιόλογο έργο της νιγηριανής λογοτεχνίας (για  τους τίτλους πολλές φορές ευθύνονται οι εμπορικοί οίκοι, είτε των πρωτότυπων έργων,  είτε των μεταφρασμένων), που τοποθετείται στη δύσκολη για τη χώρα ιστορική περίοδο 1960-70. Η συγγραφέας καταφέρνει  να αποτυπώσει όλες τις κοινωνικές αντιθέσεις, όχι μόνο των ντόπιων απέναντι στους Βρετανούς -των οποίων η Νιγηρία ήταν αποικία μέχρι το 1960-, αλλά και μεταξύ των διάφορων φυλών (μουσουλμάνων, γιορούμπα, ίγκμπο, χάουζα, όπι, ίτζαβ, εφίκ, ιμπίμπιο κλπ) που συνιστούν το νιγηριανό κράτος κατά την κρίσιμη δεκαετία, αποκορύφωμα της  οποίας είναι η προσπάθεια των -νότιων- Ίγκμπο να αυτονομηθούν ανακηρύσσοντας  την ανεξαρτησία του κράτους της Μπιάφρας (1967-70)[1], της νοτιοανατολικής περιοχής δηλαδή, που είναι παρεμπιπτόντως πλούσια σε κοιτάσματα πετρελαίου. Όλοι γνωρίζουμε την ανείπωτη τραγωδία στην οποία κατέληξε ο πόλεμος αυτός, πόλεμος εμφύλιος, σκληρός και άνισος, όπου για μια ακόμη φορά κυριάρχησαν τα δυτικοευρωπαϊκά συμφέροντα. 
Τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν είναι όλα της φυλής ίγκμπο και περιστρέφονται γύρω από τον Οντενίγκμπο, τον πανεπιστημιακό διανοούμενο με ταπεινή καταγωγή που συζεί με τη μεγαλοαστή Ολάνα, παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας του, στην πόλη Νουσούκα. Είναι ο πιο ώριμος, ένας νους μεθοδικός και επαναστατικός, ενημερώνεται, διαβάζει εφημερίδες, οργανώνει πολιτικές συζητήσεις σπίτι του (π.χ. για τον αποαποικιοκρατισμό, για τον παναφρικανισμό, τις απεργίες κλπ), και φανερά δίνει στη μόρφωση πρώτη προτεραιότητα. Όντας προοδευτικός τόσο ώστε να στέλνει τον παραγιό του, Ούγκβου, στο σχολείο με προοπτική να τον πάει και στο πανεπιστήμιο, δεν φέρεται όπως τα άλλα αφεντικά αλλά πολύ πιο άμεσα, πιο φιλικά.  Η γοητευτική Ολάνα είναι κι εκείνη μορφωμένη (απ’ τις λίγες γυναίκες που τελείωσαν πανεπιστήμιο), κόρη του αρχηγού Οζόμπια από το Λάγκος, με πολλές γνωριμίες στα υπουργεία και διακριτή περιουσία. Η απόφασή της να ζήσει με τον Οντενίγκμπο (τον «επαναστάτη εραστή» της, σύμφωνα με την οικογένειά της) και να διεκδικήσει τη θέση λέκτορα στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου της Νουσούκα (αντί να παντρευτεί τον υπουργό Οκόντζι που προσπαθεί αν την εξαγοράσει) τη φέρνει σε σύγκρουση με τους γονείς της, ίσως και σε απόσταση με τη δίδυμη ιδιόρρυθμη αδερφή της, την Καϊνένε (η Καϊνένε ήταν ανέκαθεν, από παιδί ακόμα, απόμακρη, σκυθρωπή, και συχνά πικρόχολη στην εφηβεία της), που αποφασίζει να μείνει στο Πορτ Χάρκουρτ για να διευθύνει επιχειρήσεις. Τα πρόσωπα αυτά πλαισιώνονται και από συγγενείς, πλούσιους και φτωχούς, μορφωμένους και αμόρφωτους, και με φίλους μέσα στους οποίους περιλαμβάνονται μουσουλμάνοι (βόρειοι) και λευκοί.
Όμως ο παντογνώστης αφηγητής φαίνεται να προτιμά την οπτική του φτωχού Ούγκβου. Μέσα απ’ τα μάτια του παραγιού του Οντενίγκμπο, που προσλαμβάνεται στο σπίτι του Οντενίγκμπο και παρατηρεί  με το αγνό του μυαλό όλες τις εξελίξεις, παρακολουθούμε όχι μόνο τα πολιτικά γεγονότα και τον αντίκτυπο στις διάφορες ομάδες της κοινωνίας της Νιγηρίας, αλλά και τις μεγάλες κοινωνικές διαφορές, μιας και ο Ούγκβου έρχεται από ένα ασήμαντο χωριό και εντυπωσιάζεται απ’ όλες τις αστικές συνήθειες των αφεντικών του (ψυγείο, αυτοκίνητα, βιβλία, εφημερίδες, ηλεκτρικό κλπ). Ανοίγει διάπλατα τα μάτια του και τα αυτιά του σε κάθε είδους εισβολή της δυτικής κουλτούρας, κι ενημερώνεται θέλοντας και μη για τις επαναστατικές εξελίξεις παρακολουθώντας τις ατέλειωτες συζητήσεις των αφεντικών του. Δένεται και τους αγαπά, πράγμα που γίνεται αμοιβαίο, κι ως εκ τούτου συμμετέχει στα οικογενειακά θέματα σαν μέλος της οικογένειας αλλά και στις θυελλώδεις συναισθηματικές σχέσεις των ηρώων, όπως διαμορφώνονται και μεταλλάσσονται στις δραματικές αυτές συνθήκες.
Σ’ ένα πρώτο επίπεδο, λοιπόν, έχουμε έντονα ερωτικά πάθη (λεπτές αποχρώσεις πόθου, καρτερία, ζήλειες, απιστίες, κλπ), όχι μόνο της Ολάνα με τον Οντενίγκμπο, αλλά και της Καϊνένε με τον λευκό δημοσιογράφο Ρίτσαρντ που θέλει να γίνει συγγραφέας, και του Ούγκβο με την συγχωριανή του Νεσινάτσι κι αργότερα με την Τσινιέρε και την Εμπερέτσι.  Με όλες τις δυσκολίες που επιβάλλουν όχι μόνο τα ιστορικά γεγονότα αλλά και οι κοινωνικές/φυλετικές διαφορές,  αυτές οι σχέσεις διαπλέκονται και περνούν πολλές δοκιμασίες, ενώ η συγγραφέας με θαυμαστό τρόπο ψυχογραφεί τον κάθε χαρακτήρα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ψυχογράφηση του συνεσταλμένου και μετριοπαθούς Άγγλου Ρίτσαρντ, που βρίσκεται μέσα στην κοινωνία αυτή σαν τη μύγα μές στο γάλα… Ο Ρίτσαρντ νιώθει σε πολλές περιστάσεις άβολα, αμήχανα, ωστόσο έρχεται σε σύγκρουση με την «επίσημη» σχέση του, τη Σούζαν που, εκπροσωπεί την κυρίαρχη αντίληψη των λευκών για τους Νιγηριανούς (είχε την απόχρωση της φωνής ενός ανθρώπου με απόψεις επιβεβλημένες από μιαν αυτάρεσκη αγγλική αξιοπρέπεια). Παρόλη όμως τη φαινομενική του δειλία, έχει το θάρρος να έρθει και όχι μόνο να συζήσει με τη Νιγηριανή Καϊνένε, αλλά να ξεκινήσει κι ένα βιβλίο για την ιστορία της χώρας, όπως επίσης και να γράψει -αργότερα- μια σειρά άρθρων για τον αγώνα της Μπιάφρας (-Ήρθες στη Νιγηρία για να ξεφύγεις από κάτι; -¨Όχι, ανέκαθεν ήμουν μοναχικός και από παιδί ακόμα ήθελα να δω την Αφρική. Έτσι πήρα την άδεια από την ασήμαντη δουλειά μου στην εφημερίδα και να’ μια).
Στο συναισθηματικό επίπεδο, ακόμα, βλέπουμε την εξέλιξη της αδερφικής σχέσης Ολάνα- Καϊνένε που περνά κι αυτή τα 40 κύματα, αλλά και τις σχέσεις όλων αυτών με τους γονείς τους, αντίστοιχα. Μεγάλη επιρροή στην οικογένεια ασκεί η κυριαρχική μητέρα του Οντενίγκμπο που δεν θέλει τη νύφη της, είναι άκρως συντηρητική, μετέρχεται κάθε μέσον (φαρμάκια, μαγικά φίλτρα κλπ) για να αποτρέψει τη συμβίωση του γιου της με την Ολάνα, και καθορίζει τη σχέση με την κόρη τους, την «Μπέμπα» (Οντενίγκμπο: Νκεμ, η μητέρα μου πέρασε όλη τη ζωή της στην Άμπα. Ξέρεις πόσο μικρό χωριό είναι αυτό; Φυσικά και θα νιώσει απειλή από μια μορφωμένη γυναίκα που ζει με το γιο της. Φυσικά και θα πρέπει να είναι μάγισσα. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να το αντιληφθεί. Η αληθινή τραγωδία του μετααποικιακού κόσμου μας δεν είναι ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν έχει λόγο στο κατά πόσο θέλει ή όχι τον νέο κόσμο˙ το πιο τραγικό είναι ότι στους περισσότερους δεν έχουν δοθεί καν τα εφόδια για να διαχειριστούν αυτόν εδώ τον νέο κόσμο).
Ο δυτικός αναγνώστης αιφνιδιάζεται από την ωριμότητα και το ανοιχτό πνεύμα με τα οποία αντιμετωπίζουν οι ήρωες προβλήματα που είναι καίρια και διαχρονικά. Δεν θα πίστευε π.χ. κανείς ότι  στη νιγηριανή κοινωνία του 1960 υπήρχαν γυναίκες που δεν θέλαν, από ιδεολογία, να παντρευτούν (και γενικότερα κυκλοφορούν πολύ χειραφετημένες απόψεις). Ότι άτομα όπως ο Οντενίγκμπο θεωρούν ότι το να φέρεις ένα παιδί σ’ αυτόν τον άδικο κόσμο είναι πράξη απαθούς μικροαστισμού, μια στάση που κρύβει συνήθως ακροαριστερές αντιλήψεις. Ή ότι ορισμένοι απ’ αυτούς δεν μιμούνται με δουλοπρέπεια τους λευκούς αλλά βλέπουν τη δυτική κουλτούρα κριτικά, με την καθαρή ματιά της απόστασης (μερικές φορές είσαι ακριβώς όπως οι λευκοί, έτσι όπως βρίσκουν ανιαρά τα καθημερινά πράγματα). Αντίθετα, υπάρχει σε μεγάλο βαθμό η αντίστροφη προκατάληψη (Νιγηριανών απέναντι στους λευκούς: όσες δικές μας γυναίκες κυνηγούν λευκούς είναι ενός ορισμένου τύπου, κατάγονται από φτωχή οικογένεια και έχουν εκείνο το κορμί που αρέσει στους λευκούς). Υπάρχει βέβαια και η τάση, εκ μέρους των Νιγηριανών, να δυσπιστούν απέναντι στις προθέσεις κάθε λευκού όπως ο Οκεόμα, που δείχνει περιφρόνηση απέναντι στον Βρετανό Ρίτσαρντ, γιατί φαίνεται να πιστεύει ότι οι Αφρικανοί και οι Ευρωπαίοι δεν θα κατάφερναν ποτέ να κατανοήσουν ο ένας τον άλλο. Εντυπωσιάζει επίσης το επιχείρημα με το οποίο υποστηρίζουν τη ντόπια μουσική Χάι Λάιφ και τον μουσικό Ρεξ Λόσον[2], γιατί δεν μένει κολλημένος στη φυλή του, στους Καλαμπάρι˙ τραγουδά σε όλες τις κύριες διαλέκτους.  
Οι συνήθειες και ο τρόπος ζωής των ίγκμπο, οι κοινωνικές τους σχέσεις και οι κοινωνικές αντιθέσεις ενσωματώνονται στην αφήγηση όχι ενημερωτικά/διδακτικά αλλά μέσα από χαρακτηριστικές λεπτομέρειες. Συνήθειες διατροφής, συνήθειες ενδυμασίας (π.χ. αξιοπρόσεκτο ότι οι γυναίκες που πήγαιναν στο πανεπιστήμιο φορούσαν περούκες με μακριά ίσια μαλλιά και μακριά φορέματα που έφταναν ως τους αστραγάλους τους). Και βέβαια αυτές οι συνήθειες είναι διαφορετικές ανάλογα με την κοινωνική τάξη. Οι αντιθέσεις όσο αφορά τον πλούτο και την κοινωνική θέση είναι μεγάλες, και επισημαίνονται έμμεσα στο μυθιστόρημα μέσα από γεγονότα και σύντομες σκηνικές περιγραφές, όπως π.χ.: ο Ούγκβου ευχήθηκε ξαφνικά να μην άγγιζε ο κύριος τη μητέρα του, επειδή τα ρούχα της μύριζαν από την πολυκαιρία και τη μούχλα. Αυτός δεν ήξερε ότι η πλάτη της πονούσε από τη δουλειά στο χωράφι, ότι η φυτεία με τους κοκοφοίνικες έδινε πάντοτε φτωχή σοδειά και ότι το στήθος όντως έκαιγε όταν έβηχε. Οι ανισότητες εντοπίζονται κυρίως ανάμεσα στην οικογένεια του Ούγκβου και κάποιους συγγενείς της Ολάνα στο Κάνο που είναι πάμφτωχοι, και της μεγαλοαστικής οικογένειας της Ολάνα που φαίνεται να είναι διαπλεκόμενη με τη φιλοβρετανική κυβέρνηση.
Ωστόσο το μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχουν οι πολιτικές απόψεις, οι πολιτικές ζυμώσεις, αυτές που προετοιμάζουν και στηρίζουν αυτό το συνταρακτικό εγχείρημα -να εξεγερθούν μια φούχτα κόσμος ενάντια όχι μόνο στη φιλοβρετανική κυβέρνηση, αλλά και στις βόρειες φυλές (στη βόρεια Νιγηρία επικρατούσαν μουσουλμανικές φυλές), και να αποτολμήσουν να αυτοανακηρυχθούν ανεξάρτητο κράτος! και μάλιστα σε μια εποχή που καταστέλλονταν άλλες σημαντικές επαναστάσεις της Αφρικής. Δεν είναι τυχαία βέβαια η έντονη πολιτικοποίηση μιας μερίδας νέων, ίσως της «αφρόκρεμας» των διανοούμενων, μέσα στους οποίους ανήκει ο Οντενίγκμπο και ο κύκλος του (άντρες και γυναίκες), που αποτελεί προϋπόθεση μιας τέτοιας εξέγερσης. Έτσι, βλέπουμε πάλι με κατάπληξη ότι οι ήρωές μας είναι πολύ ενημερωμένοι και διορατικοί, όχι μόνο ο Οντενίγκμπο σαν πανεπιστημιακός καθηγητής που είναι, αλλά και η παρέα του, και οι γυναίκες του κύκλου αυτού, συμμετέχοντας σε συζητήσεις π.χ. για την άρδευση (αν μάθουμε τη σύγχρονη τεχνολογία για την άρδευση, μπορούμε να ταΐσουμε αυτό το λαό χωρίς κανένα πρόβλημα. Μπορούμε να ξεπεράσουμε αυτή την αποικιακή εξάρτηση που δημιουργούν οι εισαγωγές), για την παιδεία (τώρα πρέπει να εφαρμόσουμε ανεξάρτητη εκπαίδευση! Όχι αύριο, τώρα! Διδάξτε στους μαθητές μας τη δική μας ιστορία!). Ξέρουν ότι το Πανεπιστήμιο της Νουσούκα, όπου διδάσκουν ως λέκτορες, παίρνει αμερικανική βοήθεια. Με πολιτική οξυδέρκεια αντιλαμβάνονται ότι οι μεν Βρετανοί ελέγχουν τους δικούς τους μετανάστες, οι ίδιοι όμως, μέλη της Κοινοπολιτείας, δεν μπορούν να ελέγξουν τους Βρετανούς που εγκαθίστανται στις πατρίδες τους. Μπορούν και εκτιμούν τον πολιτισμό τους, τον πολιτισμό των Ίγκμπο, που δεν ξέρουν τι πάει να πει βασιλιάς εμείς έχουμε ιερείς και πρεσβύτερους. Ο τάφος ανήκε, ίσως, σε κάποιον ιερέα. Αλλά ο ιερέας δεν καταδυναστεύει τους ανθρώπους όπως ο βασιλιάς. Μόνο κάποιοι ανόητοι αυτοαποκαλούνται βασιλιάδες σήμερα, επειδή ο λευκός έβαλε πάνω από τα κεφάλια μας εξουσιοδοτημένους αρχηγούς»). Έχουν απόλυτη συνείδηση της ιδιαιτερότητας της δικιάς τους κουλτούρας και μέσω της «Ένωσης Ίγκμπο» ιδρύουν Δημοτικά Σχολεία όπου διδάσκουν τα ίγκμπο στα αιδιά των χωριών.

Όταν εμείς πεθαίναμε, ο κόσμος ήταν σιωπηλός[3]

«Όταν εμείς πεθαίναμε, ο κόσμος ήταν σιωπηλός» είναι ο εύστοχος τίτλος του βιβλίου που ετοιμάζει ο Ρίτσαρντ, αργά και μεθοδικά καθώς κρατά σημειώσεις απ’ αυτά που βλέπει να διαδραματίζονται γύρω του (στην ερώτηση γιατί χρησιμοποιεί το «εμείς» απαντά με αυτοσυνειδησία και αποφασιστικότητα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι πρόκειται για έναν αγώνα που τον αφορά και κείνον). Τα αποσπάσματα των σημειώσεων αυτών φτάνουν στον αναγνώστη σποραδικά, και σχηματίζουν ένα ιστορικό διάγραμμα από τον 19ο ακόμα αιώνα, που η Νιγηρία δεν υπήρχε σαν κράτος (ιδρύθηκε το 1914). Μιλά για τη διάκριση Βορρά- Νότου, και τις προτιμήσεις των μεγάλων δυνάμεων (η Βρετανία προτιμά τον φεουδαλικό Βορρά, η Γαλλία υποστηρίζει χλιαρά τους «νεγροειδείς» νότιους γιορούμπα και ίγκμπο: οι Βρετανοί έπρεπε να διατηρήσουν τη Νιγηρία ως είχε: το πολεμικό τους λάφυρο και το δημιούργημά τους, τη μεγάλη αγορά τουε, το δικό τους αγκάθι στο μάτι της Γαλλίας)
Όμως,  μετά το πραξικόπημα του Νζεόγκβου («δεν είναι κομμουνιστής;» (!:)), που σηματοδότησε την ανεξαρτησία του κράτους της Μπιάφρα, όλα αρχίζουν να αλλάζουν καταιγιστικά. Τη σύντομη περίοδο ενθουσιασμού και ικανοποίησης από τους στόχους που βάζει το Επαναστατικό Συμβούλιο (έθνος απαλλαγμένο από τη διαφθορά και τις εσωτερικές διαμάχες, ελευθερία από κάθε μορφή καταπίεσης, «δε θα ντρέπεστε, πλέον, να λέτε ότι είστε Νιγηριανοί) ακολούθησε μια τρομακτική αλληλουχία ελπίδας, αγωνιστικότητας, αλλά και πανικού, διώξεων, οικονομικού αποκλεισμού, προσφυγιάς, πείνας, θανάτου… Και το ξεκλήρισμα αυτό εγκαινιάζει μια περίοδο στην παγκόσμια ιστορία αφανισμού αμάχων, που η διεθνής κοινότητα αντικρίζει με απάθεια, ανήμπορη να βοηθήσει ουσιαστικά.
Στον μικρόκοσμο του Ούγκβου, του Οντενίγκμο και της Ολάνα όλα ανατρέπονται, όλα επιταχύνονται. Οι πολιτικές συζητήσεις απογειώνονται, καθώς καυτά θέματα προκύπτουν συνέχεια απ’ τα γεγονότα (π.χ. Πρέπει να θανατωθεί ο τοπικός αρχηγός του βορρά, ο πνευματικός ηγέτης των μουσουλμάνων Σαρντάουνα που καταπίεζε τους βόρειους; Είναι απαραίτητη μια κυβέρνηση ενότητας που θα μπορούσε να εμποδίσει τον αυθαίρετο διαχωρισμό της χώρας σε επαρχίες και τομείς; Θα γίνει δεύτερο πραξικόπημα, απ’ τους βόρειους αυτή τη φορά;).
Και έγινε το δεύτερο πραξικόπημα, και άρχισαν οι ανελέητοι διωγμοί των ίγκμπο, οι άπειρες φρικαλεότητες των βορείων˙ ομαδικές εκτελέσεις, ταπεινώσεις, βασανισμοί, απίστευτες ιστορίες αφανισμού που αγγίζουν φυσικά τους ήρωές μας, άμεσα ή έμμεσα. Αλλά υπήρχαν κι άλλες ιστορίες: για το πώς οι Βρετανοί λόγιοι στο πανεπιστήμιο της Ζάρια ενθάρρυναν τις σφαγές κι έστελναν φοιτητές στο δρόμο για να ξεσηκώσουν τη νεολαία, για το πώς πλήθη ολόκληρα στους χώρους στάθμευσης του Λάγκος είχαν γιουχαϊστεί και χλευαστεί. Η πολιτική εθνικής ισορροπίας αποτυγχάνει όλο και περισσότερο με ευθύνη και της «προστάτιδας δύναμης» (του Βρετανού διοικητή) που αρνείται πεισματικά να προωθήσει και ίγκμπο στις θέσεις-κλειδιά, αντίθετα διατάζει την εξόντωσή τους (η βρετανική κυβέρνηση είχε προηγούμενο με τους ίγκμπο, τους οποίους είχε διώξει και μακελέψει και το 1945). Ο τρομερός εμφύλιος ξεσπά απροκάλυπτα με αποτέλεσμα τυφλούς σκοτωμούς στο Κάνο (όπου ζουν οι συγγενείς της Ολάνα) και στο Μαϊντουγκούρι (500 άτομα). Η απόσχιση και η μονομερής ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Δημοκρατίας της Μπιάφρας[4] από τον αντισυνταγματάρχη Οτζούγκβου είναι πια αναπόφευκτα. Και πάλι ελπίδα, και πάλι ενθουσιασμός, και πάλι συγκεντρώσεις, ομιλίες, αγώνες.
Η επίδραση των γεγονότων στους μυθιστορηματικούς μας ήρωες και στις σχέσεις μεταξύ τους είναι καταλυτική. Χάνουν φίλους, συντρόφους, συγγενείς. Η Καϊνένε καταρρέει (ήταν η πρώτη φορά που η Ολάνα έβλεπε την Καϊνένε να κλαίει από τότε που ήταν παιδιά), ενώ οι σχέσεις μεταξύ όλων μεταλλάσσονται διαρκώς (κάποιο μυστήριο πλανιέται ανάμεσα στην Ολάνα και τον Ρίτσαρντ, που επηρεάζει και τη σχέση των δυο αδερφών- η συγγραφέας με έντεχνα φλας μπακ μας κρατά το ενδιαφέρον και σ’ αυτό το επίπεδο). Η Νιγηρία (οι «ομοσπονδιακοί»), μη αναγνωρίζοντας φυσικά το νέο κράτος, προβαίνει αμέσως σε αστυνομικές επεμβάσεις προκειμένου να επαναφέρει τους επαναστάτες της Μπιάφρας σε τάξη είναι βλέπεις το πετρέλαιο»). 
Και ο κλοιός στενεύει ολοένα. Ο πόλεμος εκ μέρους των Μπιαφρανών γίνεται με… ανύπαρκτα όπλα. Το σύντομο διάλειμμα χαράς μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας διαδέχεται η αποδοχή του Πολέμου. Έπεται η φτώχεια, τα προβλήματα ανεφοδιασμού, η έλλειψη τροφίμων, φαρμάκων, η προσφυγιά. Μια και δυο και τρεις φορές (τα σχολεία γίνονται καταυλισμοί προσφύγων). Βομβαρδισμοί, φρίκη στα καταφύγια, ψείρες, ουρές στα συσσίτια. Και το τρομερό κουαρσιόκορ, η αρρώστια που προσβάλλει κυρίως τα μικρά παιδιά από έλλειψη πρωτεΐνης, με συμπτώματα τυμπανισμού, τριχόπτωσης, απώλειας βάρους κ.α. Άλλοι παθαίνουν κατάθλιψη, άλλοι μαλώνουν, άλλοι ψυχραίνονται, η πεθερά της Ολάνα σκοτώνεται αρνούμενη να εγκαταλείψει το χωριό της.  Η επιστράτευση ανήλικων αγοριών (Ταξιαρχία των Αγοριών της Μπιάφρα) συγκλονίζει όλον τον κόσμο, ενώ συστήνονται «Επιτροπές Διαφωτισμού», όπου η Ολάνα και ο Οντενίγκμπο (αργότερα και ο… Ούγκβου) κάνουν μαθήματα επιμόρφωσης, ενεργοποιούνται μέσα στην απελπισία φτιάχνοντας π.χ. καλάθια ή λάμπες, συμμετέχουν στην Οργάνωση Μαχητών για Ελευθερία της Μπιάφρα. Η συγγραφέας μάς μεταφέρει έντεχνα και στο μέτωπο του πολέμου (επιστρατεύουν τον Ούγκβου), όπου η φρίκη είναι διαφορετική, και η διάψευση ακόμα μεγαλύτερη. Ο Ούγκβου, με οξυδέρκεια και παρατηρητικότητα συγγραφέα βιώνει απίθανες καταστάσεις.
Ο κλοιός σφίγγει η κατάσταση γίνεται όλο και πιο ασφυκτική για τα πρόσωπα του μυθιστορήματος, που ζουν τη δίνη των ιστορικών γεγονότων, όπως τα ξέρουμε από την Ιστορία.  Δεν είναι σκόπιμο βέβαια να αποκαλυφθεί η έκβαση της μοίρας τους στην παρουσίαση αυτή εδώ. Αυτό που μένει σα γεύση από το εξαιρετικά σύνθετο και πολυεπίπεδο μυθιστόρημα της Αντίτσι είναι αυτό που είναι γνωστό, ότι ο πόλεμος τελείωσε με συντριπτική ήττα και ταπείνωση μιας δυναμικής και περήφανης φυλής, ενός ολόκληρου κόσμου που το μόνο που θέλησε ήταν να αποκτήσει την αυτονομία του…

Χριστίνα Παπαγγελή

Υ.Γ. Αξίζει να παρακολουθήσει κανείς τη συνέντευξη της εντυπωσιακής καθ΄όλα συγγραφέα Τσιμαμάντα Αντίτσι στο TED.


[1] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CF%80%CE%B9%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1
[2] https://www.youtube.com/watch?v=TFilIFOlZe8
[3] http://www.mixanitouxronou.gr/i-pio-sintomi-dimiourgia-kratous-stin-istoria-i-nea-chora-dialithike-se-lige-ores-ke-to-sima-tis-itan-to-prasino-chroma-ke-o-ilios/
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CF%80%CE%B9%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1
[4] η ονομασία προέκυψε από τον κολπίσκο της Μπιάφρα 

Σάββατο, Μαρτίου 25, 2017

Τότε που ήταν καλό κορίτσι, Philip Roth

Σπάνια αισθάνομαι τέτοια εμπάθεια για… ήρωα λογοτεχνικού έργου ώστε να βρίζω και να φωνάζω καθώς διαβάζω, σα να βρίσκομαι παρούσα στην σκηνή που περιγράφει ο συγγραφέας. Κι όταν επιτέλους βρίσκεται ένας άνθρωπος (στο… έργο πάντα!) που να συμμερίζεται τα συναισθήματα αυτά και να αντιδρά κατά το πρέπον (μας φτάνουν πια οι διαταγές και οι προσβολές που έχουμε φάει απ’ αυτή τη μικρή σκύλα –γιατί αυτό είσαι το ξέρεις; Μια μικρή σπασαρχίδω, μια σκύλα. Τέτοια αγία είσαι –η αγία Σπασαρχίδω. Και θα φροντίσω εγώ να το μάθει όλος ο κόσμος), να αναφωνώ (με το βιβλίο πάντα στα χέρια) «…ν’ αγιάσει το στόμα σου, άνθρωπέ μου, πες τα Χρυσόστομε, ε, τι άλλο θες κοπέλα μου», κλπ κλπ.
Μάλλον επιτυχία του συγγραφέα, θα χαρακτήριζα τη μεταβίβαση τόσο έντονων συναισθημάτων -είμαι της σχολής της ταύτισης. Ο Ροθ, στο πρώτο του αυτό βιβλίο που ομολογουμένως δεν είναι και απ’ τα  καλύτερα, εστιάζει για πρώτη και μοναδική φορά σ’ έναν γυναικείο χαρακτήρα, αλλά τόσο αντιπαθητικό (και αληθινό- φευ!) που σε βγάζει από τα ρούχα σου. Και απορώ, πραγματικά, πού βασίζονται όλα αυτά τα σχόλια που υποστηρίζουν ότι έχτισε έναν «επαναστατικό» γυναικείο χαρακτήρα που διεκδικεί τη χειραφέτησή της και  τόλμησε να έρθει σε κόντρα με την πουριτανική ηθική της αμερικανικής κοινωνίας στις δεκαετίες ’30 και ’40. Δεν είδα επίσης να θέλει η ηρωίδα «να κάνει το καλό» (κάτι που υπαγορεύεται ίσως  απ’ τον δυσερμήνευτο τίτλο «When she was good») ούτε να έχει πράγματι κάποια άκαμπτη ηθική ή ηθικολογία, όπως υποστηρίζουν κάποιοι αναγνώστες[1].
Η ανάγνωσή μου είναι τελείως διαφορετική:
Είναι αλήθεια ότι η Λούσι έφτασε στο σημείο, δεκαπέντε χρονών, να καταδώσει στην αστυνομία τον ίδιο της τον πατέρα. Πουθενά όμως δεν φαίνεται ότι το κάνει για λόγους αρχής, ή από κάποια αυστηρή ηθική! Τον μισεί, απλούστατα. Τρέφει ένα άρρωστο, κι αδικαιολόγητο εν πολλοίς μίσος για τον πατέρα της, που έχει βέβαια την αδυναμία του ποτού, είναι απατεωνίσκος, λέει ψέματα αλλά δεν είναι και κανένα τέρας… (δεν έχει εξαφανιστεί, δεν ασκεί βία, αντίθετα σε κάποιες περιπτώσεις είναι ιδιαίτερα φιλικός, προσεκτικός μαζί της και ενδοτικός, φαίνεται να την αγαπά και κάνει προσπάθειες συμφιλίωσης ακόμη και αφού έφαγε φυλακή εξαιτίας της).
Και δεν μισεί μόνο τον πατέρα της αλλά και τη μάνα, για την ακρίβεια ντρέπεται γι’ αυτήν σε σημείο να μην καλεί ποτέ φίλες της στο σπίτι (τι θα περίμενε κανείς από άτομο που παραιτήθηκε από τη μπάντα -όπου όλα ήταν θεσπέσια-,  γιατί κάποια στιγμή συνειδητοποίησε ότι σε ολόκληρη τη Μπάντα υπήρχαν μόνο τέσσερα κορίτσια που το ένα είχε στραβισμό, το άλλο τραύλιζε και η Τρίτη ζύγιζε εκατό κιλά!;;;)
Ο Φίλιπ Ροθ μάς δίνει όλο το σύστημα της εκτεταμένης οικογένειας για να καταλάβουμε το ψυχολογικό βάθος αυτού του μίσους: η αδύναμη μάνα αγαπά κατά παράλογο τρόπο τον άντρα της παρόλο που υποφέρει και ντροπιάζεται, αλλά μένει πάντα πολύ παθητική. Ο περί ου λόγου άντρας-πατέρας της Λούσι κάνει προσπάθειες να χειριστεί καταστάσεις, να είναι αυτοδύναμος και να ασκήσει τον «πατρικό λόγο», αλλά δεν τον αφήνουν οι συνθήκες/οι άλλοι (ζουν όλοι μαζί στο σπίτι του πεθερού) και ακυρώνεται -χάνει το κύρος του. Ο ήπιος χαρακτήρας του παππού Ουίλαρντ (που τα τραυματικά του βιώματα με την άρρωστη αδερφή του τον οδηγούν στην βαθιά αίσθηση ότι κάθε ψυχή είναι σίγουρα πιο βαθιά και κάθε ζωή τραγικότερη από ό, τι είχε ποτέ του φανταστεί)  τον οδηγεί σε απελπισμένες προσπάθειες να μη διαρραγεί η ενότητα της οικογένειας  αλλά αυτό, όπως και η έλλειψη εγωισμού της αόρατης σκιώδους μάνας, εξαγριώνουν τη Λούσι που απεχθάνεται με μονολιθικό και παράλογο τρόπο τη «ντροπή της οικογένειας», τον πατέρα της.
Αλλά ο συγγραφέας θεωρεί απαραίτητη την αναφορά  και στην εκτεταμένη οικογένεια του Ρόι, του άντρα της Λούσι˙ οι ισορροπίες περιλαμβάνουν όχι μόνο τη μάνα και τον πατέρα αλλά και την ξαδέρφη Έλινορ (που είναι φίλη της Λούσι) και τον επιπόλαιο θείο Τζούλιαν (για τον οποίο αποκαλύπτεται το «φρικτό μυστικό» ότι -μάλλον- είχε φιλενάδες) που δίνει έναν αέρα πιο ανάλαφρο στην οικογένεια (για όνομα, Ρόι, τι είσαι εκατό χρονών; Άντε από κει, ξεκουβάλα πια τον εαυτό σου, να χαρείς! Είναι είκοσι χρονών. Ένα εικοσάχρονο πιτσιρίκι, και δεν πρόκειται να μείνεις πάντα τόσο. Ζησ’ το, για όνομα του θεού, κοίτα να περνά καλά, ξεκουβάλα πια τον εαυτό σου). Οπωσδήποτε, ο αναγνώστης της σύγχρονης εποχής τουλάχιστον, δεν μπορεί παρά να ταυτιστεί με ένα πνεύμα πιο προοδευτικό, όπως αυτό.
Από κει και πέρα, τα πράγματα από ψυχολογική άποψη είναι απλά: η Λούσι μεταβιβάζει το άτεγκτο μίσος που νιώθει προς τον πατέρα της στον Ρόι, και από την πρώτη ακόμη στιγμή του φλερτ τον αντιμετωπίζει εχθρικά, έχει παντελή έλλειψη της αίσθησης του χιούμορ και κοιτά να τον ψαρώνει συνέχεια (μάστορας ο Ροθ). Παντρεύεται χωρίς αισθήματα, μόνο και μόνο γιατί μένει έγκυος (ενώ έχει δυνατότητα να το αποφύγει), χωρίς να τον αγαπά, και του βγάζει την ψυχή (ήδη του έχει βγει η μισή στην προσπάθεια να κάνουν έρωτα! Την αποκαλεί δικαίως «ψωλανάφτρα» (cockteaser) (!!!), ή αλλιώς «επαγγελματία παρθένα» και «Τυπική Μικρή Αμερικανίδα»)… Βέβαια ο συγγραφέας, παρεμβάλλει και σκηνές όπου η οξύτητα αυτή της αντι-ηρωίδας του είναι πιο αμβλυμένη, ώστε να δικαιολογηθεί στο κάτω κάτω και η αποδοχή της σχέσης από μέρους της (τελικά δεν ήταν τόσο αγενής και κακότροπος όσο της είχε φανεί στην αρχή. Ούτε και αδιαφορούσε για τα συναισθήματα των άλλων˙ ιδίως για τα δικά της).
Όχι, δεν συμφωνώ καθόλου στην κρίση ότι ο Ρόι ήταν επιπόλαιος και ανώριμος, που υποστηρίζουν οι κριτικές. Ήταν παιδί, απλούστατα! Ένα παιδί που και οι άλλοι (μάνα, πατέρας) δεν παραδέχονται ότι μεγάλωσε (όλοι του λένε τι να κάνει, όπως επαναλαμβάνει με οργή σε πολλά σημεία του βιβλίου, συμπεριλαμβανομένης της Λούσι), και βρίσκει ψυχολογικό αποκούμπι, κατά κάποιο τρόπο στον άνετο θείο Τζούλιαν. Έχει επιρροές ιδεολογικές, όπως είναι φυσικό, αδιέξοδο όσο αφορά το μέλλον, ενώ το όνειρό του να ασχοληθεί με τη φωτογραφία θεωρείται ελαφρώς αδερφίστικο. Ερωτευμένος, άρα πολύ πιο εντάξει από τη Λούσι που τον παντρεύτηκε από γινάτι,  και το μόνο του αμάρτημα ήταν ότι δεν πρόσεξε όσο έπρεπε (ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος, και σ’ αυτό ευθύνονται και τα δύο μέλη του ζευγαριού)! Ωστόσο, στην απόφαση να παντρευτούν η Λούσι κυριολεκτικά του ψήνει το ψάρι στα χείλη… (εδώ να πω ότι οι σχετικοί διάλογοι είναι πολύ ρεαλιστικοί, θεατρικοί, ίσως κουραστικοί γιατί κουραστικοί είναι πάντα οι καβγάδες όταν ο ένας πιάνεται από τις λέξεις του άλλου, όταν υπάρχει γκρίνια και γενικά όταν κάποιος απ’ τους δυο είναι ανυπόφορος (ας μη χρησιμοποιήσω ξανά την τόσο εκφραστική λέξη του θείου του Ρόι).
Ούτε φυσικά στέκει η άποψη ότι η Λούσι αναγκάστηκε λόγω κοινωνικής πίεσης, εποχής κλπ να φέρει το παιδί στον κόσμο και να παντρευτεί, γιατί οι δικοί της (όλοι) έδειξαν μεγάλη κατανόηση, ο πατέρας της ειδικά παίρνει το μέρος της εν απουσία της κιόλας, την πλησιάζει τρυφερά, της κάνει με υποδειγματικά ήρεμο και διαλλακτικό τρόπο μια ρεαλιστικότατη πρόταση ώστε να απαλλαγεί και απ’ τον γάμο και απ’ το παιδί. Η Λούσι δεν αντιπαρατάσσει κανένα επιχείρημα, καμιά ιδεολογία. Απλά  συμπεριφέρεται πολύ σπαστικά σε όλες τις προτάσεις (δεν απαντά, διαστρεβλώνει τις κουβέντες κλπ) και φαίνεται ότι δεν θέλει να δείξει εμπιστοσύνη στον πατέρα της, και μόνο αυτό (πουθενά π.χ. δεν φαίνεται ότι η Λούσι αρνήθηκε την έκτρωση για θρησκευτικούς λόγους, αν και ο συγγραφέας τη βάζει να ασπάζεται ένα φεγγάρι τον καθολικισμό). Ο γιατρός τον οποίο επισκέπτεται τη συμβουλεύει καίρια (πρέπει να ληφθούν υπόψη και τα συναισθήματα του πατέρα/ τι θέλει και τι προσδοκά/ Λούσι δεν είσαι μόνη σου σε όλο αυτό, υπάρχει και ο νεαρός), λέγοντάς της αλήθειες που ο εγωισμός της αρνιέται να παραδεχτεί. Όταν δε αποκαλύπτεται στο διάλογο ότι και η μάνα έχει κάνει έκτρωση (με τη συναίνεση και των δύο) αντιδρά με υπερβολική υστερία, αυτόκλητος θεματοφύλακας αξιών που τη βολεύουν, λες και πρόκειτο για δική της απόφαση! Θεωρεί ότι η μάνα της κακοποιήθηκε από τον πατέρα, αλλά τίποτα στο βιβλίο δεν δικαιολογεί μια τέτοια άποψη.
Δυσκολεύομαι να πιστέψω την εκδοχή ότι η Λούσι ήταν διαποτισμένη από το αυστηρό πνεύμα του καθολικισμού και από το παράδειγμα αυτομαστίγωσης της Αγίας Τερέζας που για ένα φεγγάρι την επηρέασε (αφιερώθηκε σε έναν βίο υποταγής, ταπεινότητας, σιωπής και μαρτυρίου), γιατί απλούστατα ούτε επικαλείται κάποια θρησκευτική αρχή ποτέ (αντίθετα επιδεικνύει τις αντίθετες αρετές: φουλ εγωισμό και κυριαρχικότητα) και επιπλέον, πολύ σύντομα απαρνιέται τη θρησκεία της συγχώρεσης και της μετάνοιας. Και η αιτία που απομακρύνθηκε απ’ τον καθολικισμό, δεν ήταν άλλη από το μίσος προς τον πατέρα.
Τα επεισόδια της σύγκρουσης μεταξύ Ρόι και Λούσι κορυφώνονται (ο εξωφρενικός παροξυσμός της γίνεται όλο και μεγαλύτερος όταν ανακαλύπτει ότι είναι πάλι έγκυος) και, σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία οδηγούν τον Ρόι έξω απ’ τα ρούχα του (δε νομίζω να υπάρχει αναγνώστης που να μην του «δίνει δίκιο» και να μη χαίρεται όταν ξεσπαθώνει λέγοντάς της με ήρεμο τρόπο αλήθειες που εκείνη δεν θέλει να ακούσει). Όταν  εγκαταλείπει το σπίτι μαζί με το παιδί, η Λούσι αλαφιάζει και οι σπασμωδικές κινήσεις οδηγούν την ηρωίδα εκτός ορίων, όπου τα «ακούει» και από τον Τζούλιαν αλλά κι απ’ όλο τον περίγυρο.  Όμως η περίπτωση είναι αγιάτρευτη και η κατάληξη μοιραία.

Δεν μπορεί να μιλήσει κανείς με σιγουριά για τις προθέσεις του συγγραφέα, αλλά επαναλαμβάνω ότι δεν είδα πουθενά κάτι που να στηρίζει την ηθική ακεραιότητα (ούτε καν συγκρότηση) της Λούσι. Οπωσδήποτε ο Ροθ έδωσε ξεκάθαρα μια αρνητική ηρωίδα, ανυπόφορη κι εκνευριστική προσπαθώντας να ψυχογραφήσει  ένα άτομο που -αδικαιολόγητα- ντρέπεται για τους γονείς του, μισεί την οικογένειά του και επομένως δεν έχει καμιά εμπιστοσύνη σε κανέναν, ίσως ούτε και στον εαυτό του. Κι επειδή ακριβώς δεν μας δίνονται στοιχεία για  το τόοοοοσο βαθύ μίσος, καταλήγει κανείς ότι πρόκειται απλούστατα για ένα άτομο εγγενώς γεμάτο τυφλή εγωπάθεια.
Ίσως αυτός ο -μοναδικός- γυναικείος χαρακτήρας στον οποίο εμβάθυνε ο Ροθ δίνοντάς του πρωταγωνιστικό ρόλο να ενισχύει τη διάχυτη εντύπωση ότι είναι ελαφρώς μισογύνης…
Χριστίνα Παπαγγελή 




[1]π.χ.: 1. Μπορεί αυτή καθαυτή η υπόθεση να μην είναι σήμερα συνταρακτική, αλλά η ίδια η μορφή της Λούσι έχει έντονη τραγικότητα. Το συγκλονιστικό τέλος της, που είχε προοικονομηθεί έγκαιρα, φτάνει με όρους κορύφωσης, με συγκρούσεις που αναδεικνύουν πλήρως τον χαρακτήρα, τα πιστεύω και τη στάση της απέναντι στους άλλους. Το δυναμικό κρεσέντο σε κάνει να ξαναδείς όλο το κείμενο υπό το πρίσμα μιας μεσσιανικής αντίληψης που είχε η ηρωίδα για τον εαυτό της: Οι άνθρωποι είναι κακοί, κακοί εκ φύσεως, και δεν είναι δυνατόν να περιμένουμε τον Χριστό να τους σώσει, αλλά πρέπει να αναλάβουμε δράση. Απέναντι στον μέθυσο πατέρα της και την άβουλη μάνα της, στον νωθρό παππού της και τον ανώριμο άνδρα της δεν υπάρχει συγκατάβαση, αγάπη, διάθεση προσέγγισης αλλά η απηνής ματιά της και η ανάγκη για σύγκρουση και ταρακούνημα. Δεν ξέρω αν η Λούσι και η συμπεριφορά της δείχνει την αυταρχική Αμερική του ’60 ή τη θρησκοληψία μερικών που νομίζουν ότι πρέπει να επιβάλλουν το σωστό, δεν ξέρω αν δείχνει τον δογματικό άνθρωπο που φτάνει στα όρια της τρέλας και τιμωρείται με νομοτελειακό τρόπο για την ύβριν του, αλλά το “Τότε που ήταν καλό κορίτσι” καρφώθηκε βαθιά στον νου μου για την δομή και την κορύφωση στα πρότυπα της αρχαίας τραγωδίας και της δεσολύσης με την οποία αυτή ερμηνεύει την ανθρώπινη ζωή, σαν μοίρα, αλλά όχι με τον ντετερμινιστικό τρόπο του αναπόφευκτου (Πατριάρχης Φώτιος, βιβλιοκαφέ).
2. Η άτεγκτη ηθική της προκαλεί τη μια στιγμή τη συμπόνια και την άλλη την απέχθεια του αναγνώστη, όμως γι' αυτό που είναι υπάρχουν σοβαρές αιτίες. Είναι μια κοπέλα που την έχει τραυματίσει βαθύτατα η συμπεριφορά του πατέρα στη μητέρα της και γεμάτη οργή για την ανευθυνότητα και την επιπολαιότητά του. Η ηθικολογία της παραμένει αθεράπευτη, όπως και η οργή της. Ο οργισμένος άνθρωπος υποφέρει γιατί δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με τον κόσμο αλλά κατά βάθος δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του. Η οργή της Λούσι είναι αποτέλεσμα της ηθικής της και η συνέπειά της η δυστυχία (Βιστωνίτης, Βήμα).

Κυριακή, Μαρτίου 12, 2017

Χορεύουν οι ελέφαντες, Σοφία Νικολαΐδου

Δεν ήταν άμεση επιλογή μου το βιβλίο αυτό, αλλά αποδέχτηκα με χαρά την πρόταση της Λέσχης ανάγνωσης Δράμας, πρώτα πρώτα για να ξαναφρεσκάρω την «υπόθεση Πολκ» που είναι πια ξεχασμένη, και δεύτερον γιατί ένα μέρος της πλοκής αφορά τη σχολική ζωή του 2010. Και γω λοιπόν, όπως γράφει και η anagnostria, το αγόρασα γιατί δεν μπορώ να αντισταθώ σε κανένα βιβλίο που έχει να κάνει με σχολείο και μαθητές…
Είναι γνωστή η υπόθεση του Αμερικανού δημοσιογράφου Πολκ[1], ανταποκριτή του CBS,  που βρέθηκε δολοφονημένος τον Μάη του 1948 λίγο μετά το αίτημά του να πάρει συνέντευξη από τον αρχηγό του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας, τον καπετάνιο Μάρκο Βαφειάδη... Το ελληνικό κράτος δεν δίστασε να ενοχοποιήσει και να καταδικάσει τον αθώο δημοσιογράφο Γρηγόρη Στακτόπουλο[2] (με πλαστογραφημένα έγγραφα και συνεργούς δυο στελέχη του ΚΚΕ εκ των οποίων ο ένας είχε ήδη σκοτωθεί κι ο άλλος βρισκόταν εκτός Θεσσαλονίκης!!!),  προκειμένου να καλύψει τις ευθύνες των δεξιών παρακρατικών κύκλων, που ήθελαν να εμποδίσουν τον Αμερικανό δημοσιογράφο να δώσει φωνή στην αριστερά του εμφυλίου, και μάλιστα από ένα μεγάλο αμερικανικό μέσον. Εδώ κολλάει και ο τίτλος «Χορεύουν οι ελέφαντες» που παραπέμπει στην παροιμία «Χορεύουν οι ελέφαντες και την πληρώνουν τα μυρμήγκια»…
Η τραγική αυτή σελίδα της Ιστορίας παρουσιάζεται με αλλαγμένα ονόματα, προκειμένου -προφανώς-  να διασωθεί κάποιο είδος αντικειμενικότητας, ενώ ζωντανεύει το βιωματικό/μυθιστορηματικό στοιχείο μέσα από διαφορετικές οπτικές γωνίες (παραθέτουν «μαρτυρίες»: η γυναίκα του δολοφονημένου δημοσιογράφου, ο διευθυντής της ασφάλειας, η μητέρα του καταδικασμένου Στακτόπουλου (Μανόλης Γκρής στο βιβλίο), ο καθηγητής αγγλικών του κ.α.). Η «κοινή γνώμη», η κυρίαρχη δηλαδή άποψη που επικράτησε από την γενικότερη ενημέρωση αποδίδεται σε κεφάλαια που επιγράφονται «οι άλλοι κρίνουν».
Αντίστοιχα, και στο δεύτερο χρονικό επίπεδο, αυτό του 2010-11, έχουμε διαφορετικές φωνές ενώ το κύριο πρόσωπο φαίνεται να είναι ο μαθητής της Γ΄ Λυκείου Μηνάς, γιος δημοσιογράφου. Ο Μηνάς έχει ξεχωριστή προσωπικότητα, αγαπάει τη γνώση αλλά όχι τη σχολική γνώση κι έρχεται σε σύγκρουση με το οικογενειακό περιβάλλον (ιδιαίτερα τη συμβατική και προστατευτική μητέρα του) όταν ανακοινώνει την απόφασή του να μην δώσει πανελλήνιες. Ο ευφυής και ξεχωριστός καθηγητής του Σιουκούρογλου (ήρωας και στο «Απόψε δεν έχουμε φίλους») με πρωτοποριακές μεθόδους και πολύ αγαπητός στους μαθητές, αναλαμβάνει, μετά την παρέμβαση φυσικά της μάνας, να αναθέσει στον Μηνά μια εργασία που θα αντικαταστήσει την εξέταση. Κι αυτή η εργασία δεν είναι άλλη από την ανίχνευση της υπόθεσης Πολκ! Στο χρονικό αυτό επίπεδο ζωντανεύει η εκπαιδευτική κοινότητα με τη μιζέρια της, τις εκπλήξεις της, τους έρωτες, τα προβλήματά της, ενώ παρακολουθούμε απολαυστικούς διαλόγους με χαρακτηριστικούς τύπους στους διαδρόμους των σχολείων, πάνω απ’ όλα όμως τον διορατικό και αντισυμβατικό Σιουκούρογλου.
Δεν είναι άσχημη η βασική σύλληψη, εφόσον  επιτρέπει μάλιστα να «ξαναγραφτεί η ιστορία από τη σκοπιά του άμεσου παρόντος, και να φανεί η σχετικότητα της Ιστορίας (με κεφαλαίο), οι πολλές εκδοχές, οι πολλαπλές ερμηνείες. Μιλώντας από την πλευρά του αναγνώστη όμως, δεν έβλεπα την ώρα να τελειώσουν τα κεφάλαια του πρώτου χρονικού επιπέδου (Πολκ), όπου τα πράγματα εξ ανάγκης ήταν πεπερασμένα και γνωστά, και να φτάσω στα κεφάλαια που αναφέρονται στη σχολική πραγματικότητα, με τις τόσες αντιθέσεις της, που, επίσης, μου είναι γνώριμη και αγαπητή. Όσο αφορά το πρώτο επίπεδο, παρόλο που αναγνωρίζω τη δυσκολία να αναφερθεί κανείς σ’ ένα πραγματικό γεγονός για το οποίο μάλιστα υπάρχουν θολές πηγές, δεν μπορώ να μη φέρω στο νου μου την αντίστοιχη απόπειρα του Θ. Κοροβίνη, που καταπιάστηκε με τον Αριστείδη Παγκρατίδη (Δράκο της Θεσσαλονίκης) δίνοντας το αριστουργηματικό «Ο γύρος του θανάτου»,   ακολουθώντας μάλιστα την ίδια τεχνική των πολλών αφηγητών. 
 Αντιγράφοντας λοιπόν πάλι την anagnostria, θα πω ότι το βιβλίο δε μ’ ενθουσίασε, αντίθετα μάλλον με απογοήτευσε κι αυτό βασικά λόγω του τρόπου γραφής. Με κούρασε ο υπερβολικός κατακερματισμός του θέματος (πολλά, πολύ μικρά κεφάλαια όπου το «εγώ» κάθε φορά μιλά κάπως προβλέψιμα), ενώ το ύφος σε όλους τους αφηγητές είναι ολόιδιο, ελαφρώς εξυπνακίστικο, με πολλά σχόλια, επίθετα  και γενικεύσεις, «σοφές κουβέντες»˙ ρηχό, θα έλεγα «δημοσιογραφικό», πιασάρικο. Οι συμπτώσεις επίσης παραήταν υπερβολικές (η γιαγιά του Μηνά ήξερε τον δικαστή και μάλιστα ήταν αντικείμενο πόθου του, ενώ ο πατέρας του Μηνά, δημοσιογράφος κι αυτός είχε κρατήσει αρχείο)! Θα σημειώσω τέλος και κάτι μικρό και ασήμαντο ως αστοχία, το όνομα «Γκρής» (ο Γκρής του Γκρή, αν έχετε απορία) στη θέση του πραγματικού «Στακτόπουλου», αναφωνώντας «Πού το βρήκε, ρε παιδάκι μου»!
Χριστίνα Παπαγγελή
Υ.Γ. Παραθέτω και την αξιόλογη ανάγνωση του Βασίλη Διακοβασίλη, που εστίασε και στα ερωτήματα που έθεσε η συγγραφέας σχετικά με την γραφή της Ιστορίας και με τη Δικαιοσύνη



[1] http://www.mixanitouxronou.gr/pios-skotose-ton-amerikano-dimosiografo-tzorz-polk-skotini-dolofonia-sta-chronia-tou-emfiliou/, http://www.toperiodiko.gr/%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BA-%CE%B7-%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%87%CE%BB%CE%B5%CE%AF-%CE%B1%CE%BA%CF%8C/#.WMUYJW-LTIU, http://www.protothema.gr/city-stories/article/649276/mia-dimosiografiki-proseggisi-stin-upothesi-polk/
[2] Ο Βαγγέλης Βασβανάς και ο Αδάμ Μουζενίδης, τα δύο στελέχη του ΚΚΕ που κατηγορήθηκαν μαζί με το "συνεργό" τους δημοσιογράφο Γρηγόρη Στακτόπουλο για τη δολοφονία του George Polk. Αποδείχτηκε πως ο Βαγγέλης Βασβανάς είχε ήδη σκοτωθεί σε μάχη με τις δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού πολύ πριν τη δολοφονία, ενώ ο Αδαμ Μουζενίδης βρισκόταν την ίδια ημερομηνία μακριά από τη Θεσσαλονίκη. Βλ. eglima.files.wordpress.com. Πηγή: www.lifo.gr