Παρασκευή, Μαΐου 30, 2008

Η καλλιγράφος του Βοσπόρου, Γιασμίν Γκατά

Μια παράξενη σύμπτωση έριξε στα χέρια μου αυτό το βιβλίο μετά το «Με λένε κόκκινο» του Ορχάν Παμούκ και μ’ έκπληξη διαπίστωσα ότι το κεντρικό θέμα είναι παραπλήσιο: στο βιβλίο του Παμούκ αναδεικνύεται η χαμένη τέχνη της ανατολικής μικρογραφίας, ενώ στο βιβλίο της Γιασμίν Γκατά μια παραπλήσια «τελετουργική» τέχνη που εξαφανίστηκε με τις σαρωτικές αλλαγές του Κεμάλ, η καλλιγραφία της αραβικής γραφής.
Ακόμα και η πρώτη αίσθηση είναι ανάλογη: στο πρώτο κεφάλαιο μιλά η αφηγήτρια ως νεκρή, για τον ίδιο της τον θάνατο (μπήκε τέλος σ’ αυτό το καταραμένο τρέμολο που μου στερούσε το μοναδικό δώρο που μου είχε προσφέρει η ζωή: την καλλιγραφία και τη φιλάρεσκη φιλενάδα της, τη μικρογραφία
και
σε καμιά στιγμή δεν φοβήθηκα τον θάνατο, είναι σκληρός μόνο με κείνους που τον φοβούνται
και
ποτέ δε θα μπορούσα να φανταστώ την ηρεμία εκείνου του δευτερολέπτου. Δεν ήμουν ούτε δυστυχισμένη ούτε ευτυχισμένη, ήμουν αδιάφορη).
Μια γυναίκα καλλιγράφος στην Κωνσταντινούπολη του 20ου αι. λοιπόν, που στα 20 της βιώνει τις καθοριστικές αλλαγές του Κεμάλ και τον εξοβελισμό των καλλιγράφων της αραβικής γραφής και των θρύλων τους. Αρχικά, περνά απαρατήρητη στο «εργαστήρι των σοφών», ετοιμάζοντας το χαρτί, το μελάνι ή τον «κάλαμο», εποπτεύοντας το κτήριο «που είχε παραχωρηθεί στα γερόντια που τα βάλανε στο ψυγείο μετά τον ερχομό του Ατατούρκ», ενώ σιγά σιγά γεννιέται η αγάπη γι’ αυτή την ιεροτελεστία, αλλά κι ένας βαθύς δεσμός επικοινωνίας με τους «θλιμμένους μάγους». Έτσι, όταν ο πιο αξιόλογος απ’ αυτούς πεθαίνει αφήνοντάς της τα εργαλεία του, η Ρικκάτ χρήζει τον εαυτό της συνεχιστή του έργου του, καλλιγράφο, και δραπετεύει από την πραγματικότητα εξασκώντας τον εαυτό της σ’ αυτήν την παράξενα μοναχική τέχνη. Σ’ αυτήν την τέχνη αργότερα διακρίνεται σε διεθνή διαγωνισμό κι επιλέγεται ανάμεσα σε 100 υποψηφίους για να διδάξει την –παλιά πλέον – γραφή στο Πανεπιστήμιο.

Το βιβλίο δίνει την εντύπωση από την αρχή ότι συνιστά έναν ύμνο (επικήδειο;) αυτής της πτυχής της τουρκικής παράδοσης, που όπως φαίνεται, κρύβει μια άγνωστη, βαθιά και μυστικιστική πνευματικότητα. Πράγματι, ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει σε α’ ενικό η αφηγήτρια Ρικκάτ την καλλιγραφία είναι ποιητικός και λυρικός, και καταδεικνύει ότι πάνω απ’ όλα επρόκειτο για ένα είδος διαλογισμού, στενά δεμένου με τον ανατολίτικο μυστικισμό ("Οι χαρακτήρες από μολύβι δεν δυσκολεύονταν καθόλου στη διαδοχή εισπνοών και εκπνοών. Αντίθετα, εμείς οι καλλιγράφοι κρατούσαμε την αναπνοή μας για να χαράξουμε το γράμμα και αναπνέαμε ξανά όταν ο κάλαμος βουτούσε τη μύτη του στο μελανοδοχείο"). Η διαδικασία οδηγεί στη πληρότητα, την έκσταση. Παρά κάποιες μεταφυσικές –σύντομες- παρενθέσεις όπου η Ρικκάτ «διαλέγεται» με τους νεκρούς, παρακολουθείς ευχάριστα αυτήν την πορεία που είναι κάπως ξένη στη σύγχρονη εποχή και στις χώρες της Δύσης, αλλά συνειδητοποιείς επίσης κι άλλα «επίπεδα ανάγνωσης». Προσωπικά με κέρδισε η καρτερική κι «εσωτερική» προσωπικότητα που αναδεικνύει έμμεσα η βιογραφία αυτής της γυναίκας (η οποία, όπως αποκαλύπτεται στο τέλος, είναι η γιαγιά της συγγραφέως). Η ζωή της πολυκύμαντη και ασυνήθιστα σκληρή, τα συναισθήματα στραγγαλισμένα μέσα σε μια κοινωνία όπου η θέση της γυναίκας είναι αβάσταχτη, κι έμμονη διαφυγή η … καλλιγραφία, μια τέχνη ξεπεσμένη, άχρηστη πια, αλλά με τόση δύναμη.
Η αφηγήτρια με ιμπρεσσιονιστικές πινελιές ανασυνθέτει τη ζωή της με αναδρομές/όχι γραμμικά, κι εμείς μένουμε έκπληκτοι όταν συμπληρώνοντας το παζλ, βλέπουμε εντέλει την τραγικότητα των περιστάσεων με τις οποίες βρέθηκε αντιμέτωπη (Δυο γάμοι, ένα παιδί από κάθε γάμο, ασυνεννοησία με τους συζύγους, βιασμός της αδελφής απ’ τον δεύτερο σύζυγο, θάνατος του μικρότερου γιου ( δικιά του κόρη η συγγραφέας)), σε αντίθεση με τη νηφαλιότητα και την ποιητική ματιά με την οποία –ως νεκρή πάντα- τα αφηγείται, γιατί
"Τα εσωτερικά μου ταξίδια ήταν τόσο πλούσια που δε χρειαζόταν ν’ απαντήσω στις επιθέσεις του".
Με παρόμοια εσωτερικότητα αντιμετωπίζει και την αναγκαστική κατεδάφιση του "γιαλιού"[1] του Βοσπόρου, για να χτιστεί εξαώροφη πολυκατοικία, σημείο/σημάδι κατατεθέν της οριστικής απώλειας ενός ολόκληρου κόσμου.
Αποκορύφωμα κατά τη γνώμη μου της τραγωδίας δεν ήταν τόσο ο θάνατος του δεύτερου γιου της, του Νουρ, όσο η βίαιη απόσπαση και απόλυτη στέρηση του όσο εκείνος ήταν νήπιο. Η Ρικκάτ ούτε ακούει ούτε μαθαίνει τίποτα γι’ αυτόν, εφόσον ζει πια στη Γαλλία με τον άξεστο πατέρα ως «Ζαν», αλλά ούτε ο γιος γνωρίζει καλά –καλά ποια είναι η μάνα του. Θα ξανακούσει γι’ αυτόν, θ’ αλληλογραφήσουν αρχικά και θα ξαναϊδωθούν μετά από 15 χρόνια περίπου, στη Λισσαβόνα. Μετά την δεκαπενθήμερη συνάντησή τους:
Έπειτα απ’ αυτήν την αφήγηση δεν ήμασταν πια οι ίδιοι. Δεν είχαμε πια τίποτα να πούμε, ο Νούρ κι εγώ ήμασταν σαν δυο εραστές που, αφού καταβρόχθισαν σταδιακά ο ένας τον άλλον, απελευθερώθηκαν από τον έρωτά τους. Είχαμε εξαντλήσει τα αποθέματά μας, είχαμε αδειάσει τις καρδιές και τις μνήμες μας.
Ήθελα να γυρίσω στο σπίτι μου, να ξαναβρώ το οικογενειακό γυαλί.
Όλες αυτές οι νυχτερινές ιστορίες είχαν σβήσει την αληθινή μου ζωή. Δεν είχα πια παρελθόν.

Ο παραλογισμός των συναισθημάτων υπογραμμίζει την αυθεντικότητά τους.

[1] Παλιό παραδοσιακό σπίτι στις όχθες του Βοσπόρου


Χριστίνα Παπαγγελή

4 σχόλια:

Νιόβη Λύρη είπε...

Γεια σας.Ένα μυθιστόρημα για ανάγνωση στο www.niovi-lyri.blogspot.com (ή μπαίνετε από εδώ)

κοπρόγατα είπε...

παντα με μέγευε η αραβικη γλώσσα και η γραφή της. Ιδιαιτερα η τεχνη της καλλιγραφιας που αναφερεται στο βιβλίο, δεν το εχω διαβάσει, ομως θα το κανω. και συντομα. καλημέρα!

Ανώνυμος είπε...

εμενα παντα με γοητευε ο κοσμοσ τησ ανατολησ. ισωσ γιατι μου φαινοταν αγνωστοσ κι απροσιτοσ. ετουτο το βιβλιο φαινεται πωσ μοιρει να μου δωσει το κλειδι για αυτον τον κοσμο. με χαρα θα περιμενω και τισ παρουσιασεις κι αλλωσ παρομοιων βιβλιων.

Χριστίνα Π είπε...

Εξαιρετική η παρουσίαση του βιβλίου και πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία από τον Δημήτρη εδώ:http://anagnosis-giovdim.blogspot.com/2010/02/blog-post.html