Αυτό δεν είναι ένα βιβλίο για τον θάνατο,
αλλά για τη θλίψη για τη ζωή που φεύγει.
Και υπάρχει διαφορά.
Είναι ένα βιβλίο διαφορετικό, ακατάταχτο, όχι ακριβώς μυθιστόρημα. Είναι ολοφάνερο από την πρώτη πρώτη κιόλας συγκλονιστική φράση (Ο πατέρας μου ήταν κηπουρός. Τώρα είναι κήπος) ότι πρόκειται για μια κατάθεση του ίδιου του συγγραφέα, μια ελεγεία, μια αποχαιρετιστήρια χειρονομία στον ίδιο του τον πατέρα, από τη στιγμή που εκείνος έχανε σιγά σιγά τις δυνάμεις του και όδευε προς τον θάνατο, μέχρι που έσβησαν -αν ποτέ σβήνουν- όλα τα απόνερα της απώλειας. Έναν πατέρα που χάραξε βαθιά τη ζωή του γιου του, έναν άνθρωπο -όπως διακρίνουμε μέσα στο βιβλίο- sui generis, απλό και σπουδαίο ταυτόχρονα. Κι απ’ αυτήν την άποψη τουλάχιστον το βιβλίο μου θύμισε την αντίστοιχη συγκλονιστική κατάθεση του Κολομβιανού Έκτορ Φασιολίνσε, «Η λήθη που θα γίνουμε». Γι’ αυτό και θα αντιγράψω εδώ αυτό που έγραψα για το βιβλίο που προανέφερα, γιατί ισχύει αυτούσιο: «Πρόκειται για ένα αποκαλυπτικό βιβλίο γιατί είναι φανερό ότι ο συγγραφέας δεν επινοεί, απλώς καίγεται από την ανάγκη να αποκαλύψει, να διαιωνίσει, να μεταφέρει αυτό το εξαιρετικό που βίωσε, που είναι μοναδικό κι ανεπανάληπτο και αρνείται να το παραδώσει στη λήθη». Το βιβλίο, όπως αναφέρει ο ίδιος ο συγγραφέας, προέκυψε από σημειώσεις του, για όσο διάστημα βίωνε την πορεία του αγαπημένου προσώπου προς το αναπόφευκτο τέλος· ίσως κρατούσε ένα είδος ημερολογίου (ο ίδιος το αποκαλεί ελεγειακό μυθιστόρημα, μυθιστόρημα απομνημόνευμα ή μυθιστόρημα-κήπο). Γι’ αυτό και δεν περιμένουμε γραμμική σειρά από γεγονότα, αλλά μια εσωτερική, συνειρμική εξομολόγηση με ανάκατες μνήμες, περιστατικά, σκέψεις και συναισθήματα. Γιατί ο θάνατος δεν είναι ένα μονοδιάστατο φαινόμενο –έχει τόσες αποκλίσεις, τόσα ερωτηματικά όσα και οι άνθρωποι. Το ομολογεί κι ο ίδιος στην αρχή: «Δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω. Το θέμα είναι το τέλος, εννοείται, αλλά από πού αρχίζει το τέλος;». Κι έτσι όπως πεθαίνει ο «ήρωας» στη μέση του βιβλίου, έχει χάσει κάθε έννοια ο χρόνος, άλλωστε όπως έλεγε ο Γκαουστίν, στο παρελθόν ο χρόνος δεν ρέει προς μία μόνο κατεύθυνση. Ή αλλιώς με άλλα λόγια: Αυτό το βιβλίο θα μπορούσε να έχει πολλά ξεκινήματα, μόνο το τέλος είναι ένα.
Το ποιητικό, ελλειπτικό, στοχαστικό ύφος είναι αναπόφευκτο, και είναι αυτό που αιχμαλωτίζει την καρδιά και τον νου του αναγνώστη, ο οποίος δεν μπορεί να μην ανατρέξει σε δικά του αντίστοιχα βιώματα. Έτσι, ομολογώ ότι διαβάζοντας το βιβλίο, διάσπαρτες προσωπικές αναμνήσεις αλλά κυρίως συναισθήματα αγάπης, νοσταλγίας, πένθους («περιπολίας μέσα στη θλίψη») για όλα τα αγαπημένα πρόσωπα που έφυγαν, ανάγκης για διαιώνιση και για ζωή-με-νόημα κεντούσαν την ψυχή, καθώς οι εσχατολογικές αυτές αναζητήσεις είναι καθολικές και διαχρονικές (για τι μιλάμε όταν μιλάμε για τον θάνατο; Για εκείνον που έφυγε ή για εμάς τους ίδιους; Για την απουσία και μόνο; Για τι μιλάμε όταν μιλάμε για τον θάνατο; Για τη ζωή φυσικά. Για όλη τη θαυμαστή της παροδικότητα).
Το πένθος δεν είναι μονοδιάστατο. Δεν είναι απλά μια θλίψη –σε φέρνει αντιμέτωπο με τα χιλιάδες ερωτηματικά που συνοδεύουν αυτό το σκάνδαλο, που ονομάζεται θάνατος, π.χ. Υπάρχουμε ακόμα αν φύγει και ο τελευταίος άνθρωπος που μας θυμάται παιδιά;/γιατί κανείς δεν μας μαθαίνει τι να κάνουμε με τον θάνατο των άλλων;/γιατί κανείς δεν μας μαθαίνει πώς να πεθαίνουμε;
Είναι ο πατέρας και είσαι ο γιος -με όλον τον θαυμασμό που τρέφει το παιδί προς τον πατέρα που είναι αδιαμφισβήτητος, αδιαπραγμάτευτος (είχε λιώσει αλλά για μένα ήταν πάντα ο ίδιος, ο πιο όμορφος, ο πιο ψηλός, ο πατέρας μου), ιδιαίτερα όταν πρόκειται για έναν περήφανο και γεμάτο ζωή άνθρωπο, όπως φαίνεται να ήταν ο πατέρας του συγγραφέα ("δεν πειράζει, έχω ήδη ζήσει αρκετά"…). Κι όταν έρχεται η ώρα και η στιγμή που αυτό το αλώβητο πρότυπο γίνεται τρωτό, ο πόνος είναι μεγάλος. Ο πόνος του πατέρα Γκοσποντίνοφ γίνεται κάποια στιγμή αβάσταχτος, κι ο συγγραφέας μαθαίνει να του κρατά το χέρι, να ξαπλώνει δίπλα του (ξαπλώναμε δίπλα στον πατέρα μας σαν κάποια φρουρά), να κουβεντιάζει και να του διαβάζει (η ασθένεια επιταχύνει τις ανείπωτες συζητήσεις, τη χαμένη εγγύτητα). Η αίσθηση ότι κι ο ίδιος ο ασθενής έχοντας συναίσθηση του επικείμενου τέλους, αποχαιρετά το κάθε τι (μια θλίψη που τρέφεται όχι μόνο απ’ το παρελθόν, αλλά και απ’ το μέλλον). Κι ωστόσο, ενώ ο συνοδός νομίζει ότι κάθε κουβέντα την ύστατη ώρα είναι σημαδιακή, ο πόνος σαρώνει κάθε συναίσθημα, ο πόνος κονιορτοποιεί τα πάντα… Ενίοτε είναι τόσο αφόρητος, που σε κάνει να ξεχνάς το μεταφυσικό τίποτε του θανάτου που αντιμετωπίζεις/το φυσικό του πέπλο κρύβει διάφορες μεταφυσικές αβύσσους. Κι ο άθεος, μεγαλωμένος μέσα στον σοσιαλισμό γιος, αρχίζει και υπολογίζει τους «κακούς οιωνούς»· όπως λέει κι ο ίδιος, «βυθίζεται στη μαγική σκέψη».
Κηπουρική και θάνατος
Ο πατέρας, πέρα από τον προσωπικό του κήπο, ασχολούνταν ως κηπουρός και σε μια ψυχιατρική μονάδα απομόνωσης ως υπεύθυνος εργασιοθεραπείας. Ήταν ευτυχισμένος εκεί, και ίσως η αιτία που ξεπέρασε τον πρώτο καρκίνο πριν 17 χρόνια. Όπως γράφει και ο συγγραφέας, «η κηπουρική είναι μια πράξη εγγενώς στραμμένη εναντίον του θανάτου», τα φυτά ανασταίνονται, ξαναζούν υπάρχουν ακόμα κι όταν ο κηπουρός έχει φύγει απ’ τη ζωή, ξέρουν πώς να πεθαίνουν, έτσι ώστε να επιστρέφουν ξανά στη ζωή.
Τέτοιο είναι το αδιάκοπο δώρο του πατέρα –καρποφόρα δέντρα και αμπέλια. Και αυτό το δώρο είναι ατελείωτο, γιατί θα ανανεώνεται κάθε χρόνο.
Θα προλάβουμε τα χιονολούλουδα;
Το πένθος δεν είναι μονοδιάστατο. Δεν είναι απλά μια θλίψη –σε φέρνει αντιμέτωπο με τα χιλιάδες ερωτηματικά που συνοδεύουν αυτό το σκάνδαλο, που ονομάζεται θάνατος, π.χ. Υπάρχουμε ακόμα αν φύγει και ο τελευταίος άνθρωπος που μας θυμάται παιδιά;/γιατί κανείς δεν μας μαθαίνει τι να κάνουμε με τον θάνατο των άλλων;/γιατί κανείς δεν μας μαθαίνει πώς να πεθαίνουμε;
Μιλάω για την παιδική ηλικία για να μη μιλήσω γα τον θάνατο.
Μόνο εκεί, στην παιδική ηλικία, είμαστε πρακτικά αθάνατοι.
Τις περισσότερες φορές.
Κι έρχονται κι επανέρχονται στο νου επεισόδια και ιστορίες, φωτογραφίες, οι τελευταίες επιθυμίες, τα τελευταία λόγια, τα σημαδιακά λόγια, τα αγαπημένα… Ξεχωρίζω την ιστορία «με την κοπριά»: ενώ όλοι θαύμαζαν τα μουσεία κα τα αγάλματα σε μια «μουσειακή πόλη», ο απίστευτος πατέρας έσκυψε με έκσταση πάνω από μια… κοπριά βουβαλιού επαινώντας τις ιδιότητές της! (σχόλιο του συγγραφέα: το υψηλό βρίσκεται παντού/ πάντα βρίσκει έναν τρόπο να σου φανερωθεί).
Η αγαπημένη φράση "όλα καλά»· αστείες κι απίθανες (και λίγο υπερβολικές) ιστορίες απ’ τη νιότη του· η επίδραση του σοσιαλισμού που κατέρρευσε όταν εκείνος ήταν 45 χρονών (1989)· ο τεράστιος λαχανόκηπος στα 79 του χρόνια· το δυνατό, φωτεινό γέλιο που το έχασε μετά τον πρώτο καρκίνο, πριν 17 χρόνια· ο φόβος του παιδιού ότι θα χάσει τους γονείς του· η παιδική και εφηβική ηλικία με τις στερήσεις λόγω φτώχειας και… σοσιαλισμού· οι αποτυχημένες προσπάθειες επιχειρηματικότητας (ο πατέρας μου έμοιαζε όλο και περισσότερο με Δον Κιχώτη) ·η απαρίθμηση των ασθενειών του στον γιατρό που ηχούσε πραγματικά επική, όπως η απαρίθμηση των πλοίων στην Ιλιάδα· το τεφτέρι όπου κατέγραφε τι έκανε στον κήπο· η αποστειρωμένη γλώσσα της διάγνωσης (τα λατινικά, η γλώσσα του θανάτου)· η ταπείνωση του σώματος όταν αρρωσταίνει (μπορείς να πάρεις έναν άνθρωπο χωρίς να τον ταπεινώνεις/δεν υπάρχει καμιά ρομαντικοποίηση γύρω από κείνον που πεθαίνει από καρκίνο. Τα βλέμματα αποστρέφονται)· οι τελευταίες φορές που ανέβηκε τις σκάλες, που είδε τον κήπο, που αντίκρισε το σκυλί· έμμεσες εκφράσεις αγάπης (εκείνα τα ξυραφάκια που μου έφερες…)· τα ελάχιστα προσωπικά αντικείμενα· λίγες ανάσες κοινές, εισπνοές και εκπνοές μέσα στο σκοτάδι… Είναι ο πατέρας και είσαι ο γιος -με όλον τον θαυμασμό που τρέφει το παιδί προς τον πατέρα που είναι αδιαμφισβήτητος, αδιαπραγμάτευτος (είχε λιώσει αλλά για μένα ήταν πάντα ο ίδιος, ο πιο όμορφος, ο πιο ψηλός, ο πατέρας μου), ιδιαίτερα όταν πρόκειται για έναν περήφανο και γεμάτο ζωή άνθρωπο, όπως φαίνεται να ήταν ο πατέρας του συγγραφέα ("δεν πειράζει, έχω ήδη ζήσει αρκετά"…). Κι όταν έρχεται η ώρα και η στιγμή που αυτό το αλώβητο πρότυπο γίνεται τρωτό, ο πόνος είναι μεγάλος. Ο πόνος του πατέρα Γκοσποντίνοφ γίνεται κάποια στιγμή αβάσταχτος, κι ο συγγραφέας μαθαίνει να του κρατά το χέρι, να ξαπλώνει δίπλα του (ξαπλώναμε δίπλα στον πατέρα μας σαν κάποια φρουρά), να κουβεντιάζει και να του διαβάζει (η ασθένεια επιταχύνει τις ανείπωτες συζητήσεις, τη χαμένη εγγύτητα). Η αίσθηση ότι κι ο ίδιος ο ασθενής έχοντας συναίσθηση του επικείμενου τέλους, αποχαιρετά το κάθε τι (μια θλίψη που τρέφεται όχι μόνο απ’ το παρελθόν, αλλά και απ’ το μέλλον). Κι ωστόσο, ενώ ο συνοδός νομίζει ότι κάθε κουβέντα την ύστατη ώρα είναι σημαδιακή, ο πόνος σαρώνει κάθε συναίσθημα, ο πόνος κονιορτοποιεί τα πάντα… Ενίοτε είναι τόσο αφόρητος, που σε κάνει να ξεχνάς το μεταφυσικό τίποτε του θανάτου που αντιμετωπίζεις/το φυσικό του πέπλο κρύβει διάφορες μεταφυσικές αβύσσους. Κι ο άθεος, μεγαλωμένος μέσα στον σοσιαλισμό γιος, αρχίζει και υπολογίζει τους «κακούς οιωνούς»· όπως λέει κι ο ίδιος, «βυθίζεται στη μαγική σκέψη».
Κηπουρική και θάνατος
Ο πατέρας, πέρα από τον προσωπικό του κήπο, ασχολούνταν ως κηπουρός και σε μια ψυχιατρική μονάδα απομόνωσης ως υπεύθυνος εργασιοθεραπείας. Ήταν ευτυχισμένος εκεί, και ίσως η αιτία που ξεπέρασε τον πρώτο καρκίνο πριν 17 χρόνια. Όπως γράφει και ο συγγραφέας, «η κηπουρική είναι μια πράξη εγγενώς στραμμένη εναντίον του θανάτου», τα φυτά ανασταίνονται, ξαναζούν υπάρχουν ακόμα κι όταν ο κηπουρός έχει φύγει απ’ τη ζωή, ξέρουν πώς να πεθαίνουν, έτσι ώστε να επιστρέφουν ξανά στη ζωή.
Τέτοιο είναι το αδιάκοπο δώρο του πατέρα –καρποφόρα δέντρα και αμπέλια. Και αυτό το δώρο είναι ατελείωτο, γιατί θα ανανεώνεται κάθε χρόνο.
Θα προλάβουμε τα χιονολούλουδα;
Θα’ ρθει καιρός που θα πάω να προσπέσω
παρακαλώντας για μια μόνο μέρα.
Μόλις ακούσω τους γύρω μου να ψιθυρίζουν «μέχρις εδώ ήτανε»,
τότε θα ξαναπάω ζητιανεύοντας έστω μια μέρα μονάχα,
κι αν είναι φιλεύσπλαχνος θα μου τη δώσει κι ας του έχω σούρει τόσα και τόσα.
Μάριος Χάκκας, «Το κοινόβιο»
(διήγημα: «Τα τελευταία μου»)
Άφησα για το τέλος αυτής της παρουσίασης, τη συγκλονιστική αυτή φάση, από την οποία -υποθέτω- περνά κάθε άνθρωπος που συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχει γυρισμός, και κάθε ώρα, κάθε λεπτό κάθε στιγμή είναι ένα πολύτιμο δώρο: Ο πατέρας μου διαπραγματεύεται το τέλος του… Ζητάει απ’ τους γιατρούς μήπως μπορέσει να φτάσει μέχρι του Αγίου Γεωργίου, μια μέρα οικογενειακής γιορτής… -Εντάξει του Αγίου Γεωργίου είναι μακριά, παραδέχεται. Τουλάχιστον θ’ ακούσουμε τον κούκο να λαλεί; Μα είναι πολύ μακριά η άνοιξη, σε είκοσι μέρες είναι τα Χριστούγεννα. Νέος συμβιβασμός: Μέχρι τα Χριστούγεννα, να μαζευτούμε, να ανθίσει ο γάλανθος.
Μέχρι τα Χριστούγεννα, μπορεί, απάντησε ο γιατρός.
Και αυτή η απάντηση ήταν η πιο σπλαχνική και η πιο ανελέητη που έχω ακούσει ποτέ.
Χριστίνα Παπαγγελή
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου