Σάββατο, Ιανουαρίου 29, 2011

Το κορίτσι με τα πορτοκάλια, Jostein Gaarder

Προσπάθησα πολλές φορές να μεταφερθώ νοερά μερικά χρόνια αργότερα, αλλά ποτέ δεν κατάφερα να έχω, έστω και στο περίπου μια εικόνα για σένα και τον τόπο όπου ζεις τώρα. Ξέρω μόνο ποιος είσαι. Τίποτα περισσότερο. Δεν ξέρω καν πόσων χρονών είσαι. Ίσως να είσαι δώδεκα, ίσως δεκατέσσερα, κι εγώ, ο πατέρας σου, είμαι χρόνια εκτός χρόνου.
(…)
Αφότου γεννήθηκες, ανυπομονώ να σου διηγηθώ την ιστορία του κοριτσιού με τα πορτοκάλια. Σήμερα - δηλαδή τώρα που σου γράφω- είσαι ακόμα πολύ μικρός για να την καταλάβεις. Γι’ αυτό θα στην αφήσω σα μια μικρή κληρονομιά. Θα βρίσκεται κάπου περιμένοντας μιαν άλλη μέρα της ζωής σου.
Αυτή η άλλη μέρα είναι σήμερα.


Πρόκειται για ένα «γράμμα για το μέλλον», γραμμένο από τον ετοιμοθάνατο πατέρα τού πρωταγωνιστή, όταν αυτός ήταν τεσσάρων περίπου χρονών. Ένα γράμμα που έμεινε κρυμμένο στην πλάτη ενός παλιού παιδικού αυτοκινήτου (ο πατέρας ζήτησε σαν τελευταία επιθυμία να μην το πετάξουν αλλά να το κρατήσει ο γιος). Προορισμένο για να διαβαστεί από τον έφηβο πια Γκέοργκ, όταν θα ήταν σε θέση να καταλαβαίνει και να συνειδητοποιεί όσα αισθάνεται. Γραμμένο από τον πατέρα του, με άξονα την επιτακτική ανάγκη να τεθεί ένα πολύ σημαντικό ερώτημα .

Πέρα από την πρωτοτυπία του ευρήματος και τη συγκινησιακή φόρτιση που από τη φύση κρύβει η σχέση πατέρα-γιου και μάλιστα μετά από την αναντικατάστατη απώλεια, είναι συγκλονιστική η απλότητα και η αμεσότητα του γράμματος αυτού. Μιλά σε χρόνο ενεστώτα, αναφέρεται στο ανεξιχνίαστο παρόν του Γκέοργκ, ψηλαφεί την καθημερινότητά του. Αρχίζει:
-Κάθεσαι καλά, Γκέοργκ; Καλύτερα να καθίσεις, γιατί σκοπεύω να σου διηγηθώ μια ιστορία για γερά νεύρα. Ίσως να βολεύτηκες ήδη στον κίτρινο δερμάτινο καναπέ. Αν δεν τον αντικαταστήσατε βέβαια με κάποιον καινούριο, πού να ξέρω. Μπορώ όμως να φανταστώ ότι κάθεσαι στην κουνιστή πολυθρόνα που τόσο αγαπούσες. Ή μήπως είσαι έξω στη βεράντα; Δεν ξέρω αν είναι φθινόπωρο ή χειμώνας, άνοιξη ή καλοκαίρι. Δεν ξέρω αν ζείτε ακόμα στο Χουμλεβάι.
Τι ξέρω; Δεν ξέρω τίποτα.

Έτσι, διαβάζουμε το γράμμα αποσπασματικά, ακολουθώντας τους ρυθμούς του Γκέοργκ, και συμμετέχοντας στις εντυπώσεις που του προκαλούν οι αφηγήσεις του πατέρα του: άλλοτε περιέργεια, άλλοτε συγκίνηση (δεν ήταν γλυκά τα δάκρυα, αν υπάρχουν τέτοια∙ ήταν πικρά, πετρωμένα, δάκρυα που δεν κυλούσαν), καμιά φορά και θυμός (δεν είναι δα τόσο φοβερό να μεγαλώνεις χωρίς πατέρα. Αλλά είναι πράγματι τρομακτικό να σου μιλάει ο πατέρας σου από τον τάφο). Νιώθει να τρέχει στην πλάτη του κρύος ιδρώτας όταν το γράμμα τον ρωτά “τι απέγινε ο κομήτης Χαμπλ, αν κατάφεραν οι αστρονόμοι να μάθουν περισσότερα για τη δομή του σύμπαντος”, γιατί λίγες μέρες πριν παρέδωσε μια σχολική εργασία με το ίδιο θέμα και πήρε πολύ επαινετικά σχόλια.

Τέλος, ξεκινά η ιστορία για το κορίτσι με τα πορτοκάλια. Μια ιστορία πάθους, τρέλας, ποίησης και μυστηρίου. Συναρπαστική, τρυφερή, συναισθηματική, παραμυθένια. Αργεί ο Γκέοργκ, και μαζί του κι εμείς, να καταλάβει ότι πρόκειται για τη μητέρα του. Η παραδοξότητα της ιστορίας γειώνεται στην πραγματικότητα. Το παραμύθι είχε κανόνες που παραβιάστηκαν, έχει ολοφάνερα λυπηρό τέλος. Όμως δεν έχει πια σημασία. Μέσα στην αφήγηση, που έχει σχεδόν ημερολογιακού χαρακτήρα εσωτερικό μονόλογο, ο τραγικός πατέρας εκμυστηρεύεται όλους τους φόβους και τις αγωνίες του επικείμενου θανάτου σα να μιλά στον ίδιο του τον εαυτό, ανοιχτά και με ειλικρίνεια.

Ίσως σου φαίνεται παράξενο που γράφω τόσο ανάλαφρα γι΄αυτό που συνέβη εκείνο το απόγευμα, πριν από τόσα χρόνια. Αλλά στη θύμησή μου έχει καταγραφεί σαν εύθυμο επεισόδιο, σχεδόν σαν ταινία βωβού κινηματογράφου, κι επιθυμώ να τη βιώσεις κι εσύ με τον ίδιο τρόπο. Αυτό δε σημαίνει ότι νιώθω ιδιαίτερα χαρούμενος, τώρα που τα γράφω αυτά. Γεγονός είναι ότι βρίσκομαι σε απόγνωση ή, για να πω την αλήθεια, είμαι μάλλον απαρηγόρητος. Δε θέλω να το κρύψω, αλλά εσύ μη σκοτίζεσαι γι’ αυτό.
Και:
Έγραψα ότι το γέλιο είναι ό, τι πιο μεταδοτικό ξέρω. Αλλά και η θλίψη μπορεί να είναι μεταδοτική. Με το φόβο είναι αλλιώς. Δε μεταδίδεται τόσο εύκολα όσο η χαρά και η θλίψη, και καλώς είναι έτσι. Στο φόβο είμαστε σχεδόν μόνοι.
Φοβάμαι, Γκέοργκ. Φοβάμαι ότι αυτός ο κόσμος με αποβάλλει. Φοβάμαι βράδια σαν κι αυτό, που δε μπορώ να τα ζήσω
.
…και
Μη μου πεις ότι ο κόσμος δεν είναι παραμύθι.

Καταλαβαίνεις, Γκέοργκ, τι προσπαθώ να εκφράσω εδώ; κανείς δεν αποχωρίστηκε με δάκρυα την ευκλείδια γεωμετρία ή το διαδίκτυο ή την προπαίδεια. Όμως εδώ αποχωριζόμαστε ένα κόσμο, αποχωριζόμαστε τη ζωή, το παραμύθι και την περιπέτεια. Και μαζί μ’ αυτά πρέπει να αποχωριστούμε ένα μικρό αριθμό επιλεγμένων ατόμων που αγαπάμε αληθινά.

Ο χρόνος, Γκέοργκ, τι είναι ο χρόνος;

Όμως, δεν είναι αυτό το ερώτημα, το σκληρό ερώτημα στο οποίο καλείται ο Γκέοργκ να απαντήσει. Είναι ένα ερώτημα θεμελιακό κι αρχέγονο, που διατυπώνεται από έναν πατέρα ξάγρυπνο από την αρρώστια, σ’ ένα τετράχρονο αγόρι που τον βρίσκει και κρατιούνται αγκαλιά στη βεράντα, μια νύχτα γεμάτη αστέρια. Είναι η μαγική η νύχτα που ο πατέρας αποφασίζει να γράψει αυτό το γράμμα (συγκεκριμένα τη στιγμή που έβαλα ξαφνικά τα κλάματα. Όχι μόνο επειδή έπρεπε σύντομα να σας αφήσω. Έκλαιγα επειδή ήσουν τόσο μικρός. Έκλαιγα επειδή οι δυο μας δεν μπορούσαμε να κάνουμε μια κανονική συζήτηση).

Πάντως δε με διέκοψες ούτε αποκοιμήθηκες. Έδειχνες να καταλαβαίνεις ότι δεν έπρεπε να μ΄αφήσεις μόνο αυτή τη νύχτα.
(…)
Συνέχισα να σου μιλάω, αν και ήξερα ότι δε μπορούσες πλέον να καταλάβεις όλα αυτά που σου έλεγα.
Ύστερα, Γκέοργκ, σου έθεσα ένα ερώτημα, το ίδιο ερώτημα που θέλω να σου θέσω τώρα που επιτέλους είσαι σε θέση να
καταλάβεις.
Σε ρωτάω άλλη μια φορά. Τι θα αποφάσιζες αν είχες την επιλογή; Θ’ αποφάσιζες να ζήσεις μια σύντομη ζωή εδώ στη γη για να σε πάρουν ύστερα από λίγα χρόνια χωρίς δικαίωμα επιστροφής; ή θα ΄λεγες “όχι, ευχαριστώ’’;

Αν αποφασίσεις να ζήσεις, τότε αποφασίζεις και να πεθάνεις.

Αλλά θέλω να μου υποσχεθείς ότι θα το σκεφτείς καλά πριν απαντήσεις.

Γιατί, όπως αναφέρει παρακάτω:
Αν εσύ απαντήσεις ότι παρόλ’ αυτά θα αποφάσιζες να ζήσεις, έστω και για μια σύντομη στιγμή, τότε εγώ δε θα μπορούσα να εύχομαι να μην είχα γεννηθεί ποτέ.

Δεν μπορώ να μην αναφερθώ και στο βιβλίο του Γ. Ευσταθιάδη, Γραμμένα φιλιά, που ήταν στο πίσω μέρος του μυαλού μου καθώς διάβαζα το βιβλίο του Γκάαρντερ. Κι αυτό γιατί η αρχετυπική σχέση πατέρα- γιου γύρω από το θέμα του θανάτου θίγεται με πολύ διαφορετικό, σχεδόν ανεστραμμένο τρόπο, αλλά με ανάλογη ιερότητα.


Χριστίνα Παπαγγελή

8 σχόλια:

anagnostria είπε...

Αγαπητή Χριστίνα,συγκινητική και η παρουσίααση και, όπως φαίνεται και το βιβλίο. Χωρίς αμφιβολία είναι από τα βιβλία που θα αναζητήσω.

ο δείμος του πολίτη είπε...

Πολύ ωραίο. Σπάνια μου κάνουν εντύπωση τέτοιες βιβλιοπαρουσιάσεις. Μπράβο, πολύ καλή δουλειά.

Χριστίνα Π είπε...

anagnostria, δείμε, ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια αλλά όταν ένα βιβλίο αξίζει, έχεις και να πεις...
Είναι πολύ ωραίο βιβλίο και για έφηβους, γιατί αγγίζει το θέμα/ταμπού του θανάτου με διακριτικότητα, ευαισθησία και ειλικρίνεια.

inter-notes είπε...

Χάρηκα πάρα πολύ που ανακάλυψα σήμερα το συγκεκριμένο βιβλιοφιλικό blog και θα το επισκέπτομαι συχνά, καθότι βιβλιόφιλη και η ίδια.
Γεμάτος χρώμα και ζωή ο τίτλος του βιβλίου, που υπέροχα παρουσιάζεις (εύγε!), και ιδιαίτερο το θέμα που πραγματεύεται. Με συγκίνησε και με προβλημάτισε ταυτόχρονα και σίγουρα θα το αναζητήσω.

Διονύσης Μάνεσης είπε...

Γεια σου, Χριστίνα!

Η λέσχη ανάγνωσης του λυκείου μας σε επιβεβαιώνει απόλυτα - και ως προς το ότι είναι ένα βιβλίο καλό για εφήβους. Το διαβάσαμε, το συζητήσαμε, είχαμε πολλά να πούμε.
Για κάποιον που έχει διαβάσει και τα άλλα του συγγραφέα δεν αποτελεί κάποια έκπληξη. Σταθερό στη γραμμή τόσο των ιδεών του όσο και του τρόπου του.

( Για τις παρουσιάσεις σου να πω τίποτα ή θα φανεί στημένο;;) :-)

Χριστίνα Π είπε...

inter- notes@
Πράγματι είναι ένα βιβλιο με χρώματα, και μάλιστα κυριαρχεί το πορτοκαλί...
Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Επισκέφτηκα και γω το μπλoγκ σουv (πολύυυυυ ωραίο) αλλά δε μπόρεσα να δημοσιεύσω το σχόλιό μου, δε μπορούσα να "εγγραφώ".

Διονύση@ (πού σαι ρε παιδί; κάτι είχαμε πει για Χριστούγεννα!)
Πολύ θα θελα να συζητήσω με μαθητές γι αυτό το βιβλίο! και μένα πάντως μαθήτρια μου το σύστησε.
Καλύτερο ακόμα, του Γκάαρντερ, "Η κόρη του διευθυντή του τσίρκου".

Όσο για τις "παρουσιάσεις", ας έιμαστε ακριβείς, δεν είναι παρουσιάσεις αλλα ο "ήχος της τσεκουριάς"...

Διονύσης Μάνεσης είπε...

Α! Είχαμε πει για χριστούγεννα, ε;

Είχαμε ορίσει και έτος;;

οι μαθητές του Γ3 και Γ4 είπε...

κ.Παπαγγελή συγχαρητήρια για το ωραίο ιστολόγιο σας!Μας δίνετε ωραίες ιδέες για εφηβικά και μη βιβλία!Τους χαιρετισμούς μου στην όμορφη Δράμα , μιας και τα δυο ωραιοτερα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα εκεί, καθότι συνάδελφοι!