Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 01, 2010

Ένα απλό έγκλημα, Θοδωρής Καλλιφατίδης

Έτσι είναι.
Άλλοτε ξέρεις πώς είναι το ψηφιδωτό
κι ας σου λείπουν κομματάκια
κι άλλοτε έχεις όλα τα κομματάκια
και δεν ξέρεις πώς είναι το ψηφιδωτό
.


Το πτώμα μιας γυναίκας ξεβράζεται 6 μήνες μετά τη δολοφονία της σε μια ακτή της Σουηδίας. Η Κριστίνε, προϊσταμένη της Υπηρεσίας Εγκλήματος αναλαμβάνει την υπόθεση.
Είναι περίεργο πώς μπορεί ένα τόσο κλασικά αστυνομικό μυθιστόρημα (με …πτώμα από την αρχή, έγκλημα προς εξιχνίαση, ντετέκτιβ, αστυνομικούς και ιατροδικαστές, μάρτυρες, αποδεικτικά στοιχεία, έρευνα που προχωρά μεθοδικά κλπ.) ταυτόχρονα να είναι και τόσο …λυρικό. Από την πρώτη σελίδα, να μην πω από την πρώτη γραμμή, ο αναγνώστης μπαίνει σε μια ατμόσφαιρα όπου οι ήρωες χρωματίζουν συναισθηματικά τα γεγονότα: «Η λύπη των ευτυχισμένων είναι πάντα όμορφη» σκέφτεται η πρωταγωνίστρια επιθεωρητής Κριστίνε καθώς παρακολουθεί μόνη της μια συναυλία του Μέντελσον, ζηλεύοντας τους μουσικούς που κοιτάζονταν σα να’ χαν κάνει μόλις έρωτα ή σα να επρόκειτο να κάνουν. Και ζήλευε γιατί μόλις είχε μόλις καβγαδίσει με τον άντρα της αλλά ο καβγάς συνεχιζόταν μέσα της. Σκεφτόταν πράγματα που θα ήθελε να είχε πει και πράγματα που θα ήθελε να μην είχε πει. Βασικά αυτή ήταν η πεμπτουσία κάθε καβγά: μετανιώνουμε για ό, τι δεν είπαμε, όπως επίσης μετανιώνουμε για ό, τι είπαμε.
Ήδη λοιπόν από τις δυο πρώτες σελίδες ο συγγραφέας έχει δώσει δείγμα ενός ύφους οικείου, εσωτερικού, με πινελιές από στιγμές καθημερινές και ανθρώπινες. Αυτό το ύφος διατηρείται με συνέπεια μέχρι τέλους, παρόλο που η πλοκή ρέει μ’ ένα σταθερό ρυθμό και παρόλη την περιπλοκότητα της υπόθεσης. Ένα ύφος που περιγράφει με απλές, καίριες γραμμές, σα να σκιτσάρει, τη δράση αλλά και τους τύπους των ανθρώπων, συμπεριφορές, σκέψεις και συναισθήματα, και χαίρεσαι κυριολεκτικά να το διαβάζεις.
Αξιοπρόσεκτο είναι το ότι πολλές γυναίκες πρωταγωνιστούν στο βιβλίο, και μάλιστα σε επαγγέλματα που συνήθως ασκούν άντρες. Έτσι, η αστυνομικίνα/πρωταγωνίστρια είναι γυναίκα, η δικαστής, η δημοσιογράφος, η εισαγγελέας είναι γυναίκες. Πολλοί από τους ήρωες, επίσης, όπως και η πρωταγωνίστρια είναι μετανάστες. Σχετικά κοινωνικά σχόλια εμπεριέχονται στην αφήγηση, π.χ.
Η τακτική της ήταν ίδια με ενός μετανάστη: πρέπει να είσαι δυο φορές πιο καλός για να σου λογαριάσουν τη μισή. Στον ανδρικό κόσμο, που αντιμετώπιζε κάθε μέρα, η τακτική της λειτουργούσε θαυμάσια.
Τώρα όμως ήταν αμήχανη γιατί θα αντιμετώπιζε μια γυναίκα. Είχε μεν τουμπάρει δεκάδες άντρες πριν, αλλά πώς θα τουμπάριζε μια ομόφυλη;


Αλλά και το σκηνικό είναι ενδιαφέρον γιατί μεταφερόμαστε στις παγωμένες θάλασσες της Σουηδίας εφόσον το μυστήριο διαδραματίζεται μεταξύ Εσθονίας και Σουηδίας (με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης). Με διάφορες αφορμές υπάρχουν διάσπαρτα και κοινωνικά σχόλια.
Όπως λέει και η Ελένη Χουζούρη (ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 09/01/2004), το αστυνομικό βιβλίο του Καλλιφατίδη έχει δυο όψεις, την αστυνομική και την κοινωνικοψυχολογική. Στην ίδια ηλεκτρονική διεύθυνση πολύ ολοκληρωμένη βρήκα και την κριτική του Φίλιππου Φιλίππου (ΤΟ ΒΗΜΑ, 29-06-2003) από την οποία αντιγράφω σχετικό απόσπασμα:

Στην πραγματικότητα η αστυνομική πλοκή είναι πρόσχημα: αυτό δίνει τη δυνατότητα στον Καλλιφατίδη να μιλήσει για τη δεύτερη πατρίδα του και τη σουηδική κοινωνία και όσα συντελούνται σ αυτήν. Ιδού μερικές επισημάνσεις του συγγραφέα που δύσκολα ανευρίσκονται στις ειδήσεις που φτάνουν εδώ από την όχι και τόσο μακρινή Σουηδία: η έκδοση διαζυγίων από το κράτος έχει δημιουργήσει οικονομική στενότητα στην Εκκλησία που κάποτε «κολυμπούσε στο χρήμα»· η κυβέρνηση για λόγους ισοτιμίας προωθεί τις γυναίκες σε θέσεις που κανονικά ανήκουν στους άντρες· οι καβγάδες ανάμεσα σε μεθυσμένους ή σε συμμορίες αγοριών που χρησιμοποιούν τσεκούρια, μαχαίρια και αλυσίδες είναι καθημερινό θέαμα· πριν έδερναν οι δάσκαλοι τους μαθητές, τώρα δέρνουν οι μαθητές τους δασκάλους· οι άνεργοι μετανάστες μαζεύονται στα καφενεία, αφού κανένας δεν τους θέλει και δεν τους καλεί για δουλειά· η συχνή επωδός της κυβέρνησης είναι «πρέπει να κάνουμε οικονομία»· οι νέοι που κάποτε συμμετείχαν σε διαδηλώσεις και πορείες σήμερα καρφώνονται στην τηλεόραση ή παίζουν παιχνίδια στους υπολογιστές· τα εστιατόρια κλείνουν το ένα μετά το άλλο, ενώ ανοίγουν γυμναστήρια και καταστήματα υγιεινής διατροφής· βιοτεχνίες και βιομηχανίες μεταφέρονται στην Εσθονία όπου υπάρχουν φτηνά εργατικά χέρια· οι Σουηδοί «τεμπέλεψαν» και είναι χειρότεροι και από τους Ιταλούς· συχνά ξεσπάνε σκάνδαλα με πρωταγωνιστές νομάρχες, δημάρχους, υπουργούς· στίφη από πόρνες προερχόμενες από γειτονικές χώρες κατακλύζουν τη Σουηδία· ο τομέας της ενημέρωσης αποτελεί βιομηχανία και πολλές φορές τα νέα είναι κατασκευασμένα, όπως όλα τα βιομηχανικά προϊόντα.
(…)Κλείνοντας το βιβλίο, ο αναγνώστης μένει με κάποια ερωτήματα. Όχι για εκείνα που συνδέονται με το έγκλημα, ποιος το διέπραξε και γιατί, αλλά με τις εμμονές του συγγραφέα. Δύο λέξεις, δύο έννοιες, έρχονται κι επανέρχονται στις σελίδες του: «αγάπη» και «ευτυχία». (Ας μην ξεχνάμε πως ο Καλλιφατίδης έχει γράψει και ένα μυθιστόρημα που τιτλοφορείται Αγάπη). «Μα ποιανού η ευτυχία διαρκεί για πάντα» (σ. 31)· «Καμιά ευτυχία δεν είναι μεγαλύτερη από τη δική μας, αλλά κανενός η ευτυχία δεν αξίζει τη δυστυχία του άλλου» (σ. 85). «Μα ποια ευτυχία διαρκεί για πάντα;» (σ. 132 και 243). «Δεν αγαπούμε όλοι το ίδιο» και «Κάθε ιστορία αγάπης έχει δύο στάδια αλήθειας. Το πρώτο και το τελευταίο. Το πρώτο συμπεριλαμβάνει όλους τους λόγους που μας κάνουν άξιους της αγάπης του άλλου. Το τελευταίο περιέχει όλους τους λόγους που μας δίνουν το δικαίωμα να μην αγαπούμε πια» (σ. 179).


Τέλος, μ’ εντυπωσίασε ο διάλογος ανάμεσα στον ανθρωπιστή δικαστή Μπερλίν και την εισαγγελέα Μιτσούκο σχετικά με τον αστυνομικό έλεγχο των πολιτών, όπου διακρίνεται η τοποθέτηση του συγγραφέα πάνω στο καυτά επίκαιρο αυτό θέμα μέσα από τα παρακάτω λόγια:
- Άκουσέ με Μιτσούκο, ο κίνδυνος να μας διαφύγει ένας εγκληματίας πάντα υπάρχει. Αυτό είναι μέρος του τιμήματος για να μη γίνουμε αστυνομευόμενο κράτος. Αυτό είναι το ένα. Το άλλο: έχεις σκεφτεί ποτέ σου τι γίνεται με το προσωπικό που κάνει τέτοιες δουλειές; Πώς αισθάνεται ο νεαρός αστυφύλακας σκυμμένος στα ακουστικά; Παντοδύναμος, περήφανος ή σκέτος ωταψίας; Φυσικά το τελευταίο, ξέρω τι λέω. (…) Δεν ξέρεις πόσο φοβερό είναι να κατέχεις τα μυστικά των άλλων. Αν ήταν εύκολο, δε θα’ χαμε εφεύρει το θεό.
(…)
Όσο λιγότερη ηθική τόσο περισσότεροι νόμοι, κι όσο περισσότεροι νόμοι τόσο περισσότερα εγκλήματα. «Οι φρόνιμοι άνθρωποι χρειάζονται λίγους νόμους» είπε ο Θεόφραστος, που ήξερε τα πάντα για τις ανθρώπινες αδυναμίες. Τον έχεις διαβάσει;
Η Μιτσούκο δεν είχε διαβάσει Θεόφραστο, κανένας από τους συναδέλφους της δεν είχε διαβάσει.

- Αυτό λέει ένα σωρό. Η άγνοια είναι η νομιμοποίηση της βαρβαρότητας.

Χριστίνα Παπαγγελή

2 σχόλια:

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ είπε...

Να γιατί ο Καλλιφατίδης είναι ψηλά στη λίστα-μου με τους συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορήματων. Διαβάζεις μια ιστορία με σασπένς αλλά συνάμα ταξιδεύεις και λογοτεχνικά και κοινωνικά.
Πατριάρχης Φώτιος

Χριστίνα Π είπε...

¨Ετσι φαίνεται να είναι, Πατριάρχη, κι επειδή δεν έχω διαβάσει κανένα άλλο του συγγαφέα, ποιο θα πρότεινες;