Κυριακή, Νοεμβρίου 22, 2009

Jean-Patrick Manchette, Το μελαγχολικό κομμάτι της δυτικής ακτής

Το μελαγχολικό κομμάτι, απ’ αυτά της δυτικής ακτής («le petit bleu de la cote ouest») είσαι εσύ, είπε ο Λιετάρ στον Ζερφώ, τον κεντρικό ήρωα του βιβλίου. Πρόκειται για αναφορά στη μουσική, η οποία φαίνεται να συνοδεύει κατά κινηματογραφικό τρόπο τη σκληρή υπόθεση του «νέο-αστυνομικού» αυτού μυθιστορήματος.

Νεοαστυνομικό ή «αριστερίστικο νεο-πολάρ» χαρακτηρίζεται το αστυνομικό της δεκαετίας του ’60, που εξελίσσεται σ’ ένα κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο ιδωμένο από αριστερή, ή μάλλον αριστερίστικη σκοπιά, με πολιτική σάτιρα και κοινωνική κριτική. Ο ίδιος ο συγγραφέας, στη συνέντευξη στο περιοδικό Πολάρ που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου, δηλώνει ότι στις αρχές της δεκαετίας ήταν «στρατευμένος αριστεριστής» (PSU/ Σοσιαλιστές Φοιτητές, Ένωση Κομμουνιστών Φοιτητών, τροτσκιστές, φιλομαϊκοί, Σιτουατιονιστές κλπ.) κι ότι το αστυνομικό, για κείνον, ήταν το μυθιστορηματικό είδος της βίαιης κοινωνικής παρέμβασης. Είναι καίριας σημασίας βέβαια η διευκρίνισή του ότι δεν αρκεί να σκοτώνονται παπάδες, αστοί ή μπάτσοι, να είναι οι κακοί εργολάβοι ή βιομήχανοι για να χαρακτηριστεί ένα αστυνομικό «νεοπολάρ»: «Δε νομίζω ότι φτάνει κανείς να βάλει τους «κακούς» να είναι «δεξιοί» και τους «καλούς» να είναι αριστεροί για να κάνει ένα καλό –νεοπολάρ- βιβλίο». Δίνει με τα λίγα αυτά λόγια το όριο μεταξύ στράτευσης και στρατευμένης τέχνης.

Είναι ένα ατμοσφαιρικό βιβλίο, σκοτεινό, «νουάρ», με ενδιαφέρουσα πλοκή αλλά κυρίως με «στυλ». Ο κεντρικός ήρωας παρουσιάζεται στις πρώτες σελίδες ως δολοφόνος (αναδρομική αφήγηση), για να ανακαλύψουμε μέσα από τον έντεχνο τρόπο του συγγραφέα ότι τους φόνους τους διέπραξε στην προσπάθειά του ν’ αποφύγει τη δική του δολοφονία. Ο «κακός», που τον ψάχνει ο Ζερφώ σ΄όλη τη διάρκεια του έργου, είναι άνθρωπος του Τρουχίλιο, κυνηγημένος μετά τη δολοφονία του «Ευεργέτη» και από CIA, και από τη δομινικανική κυβέρνηση, και από τις επαναστατικές οργανώσεις. Ένας άνθρωπος αδίσταχτος, με πολλά πολιτικά εγκλήματα στο ενεργητικό του. Αυτό είναι και το κοινωνικό πλαίσιο στο συγκεκριμένο βιβλίο, που το παραθέτει ο συγγραφέας ευθύς εξαρχής, δίνοντας έτσι τα δυο βασικά σημεία αναφοράς (θύτης-θύμα).
Οι χαρακτήρες σκιαγραφούνται σύντομα με χαρακτηριστικές πινελιές. Πλοκή, ταχύτητα αλλά και απόχρωση/ λεπτομέρεια. Δε διαρρέει το συναίσθημα παρά μόνο μέσα από έμμεσες αναφορές· μια τέτοια αναφορά και η μελαγχολική μουσική του τίτλου.
Η μελαγχολία (bleu) που απορρέει μέσα από το άγνωστο, το απρόοπτο, το φευγαλέο, μέσα από το ρίσκο και το θάνατο, και κυρίως μέσα από το αδιέξοδο, μου θύμισε τον αγαπημένο μου Ζαν Κλωντ Ιζζό, μόνο που ο τελευταίος είναι πιο απελπισμένος και πιο λυρικός.

2 σχόλια:

as eon είπε...

Από ποιον χαρακτηρίζεται «αριστερίστικο νεο-πολάρ»;
Δεν καταλαβαίνω τη φράση «αριστερίστικη σκοπιά» στην τέταρτη σειρά της δεύτερης παραγράφου. Οφείλεται στη δήλωση του ίδιου του Μανσέ, όπως την παραθέτεις παρακάτω;

Στυλ και ύφος, όπως επισημαίνεις, είναι νομίζω τα δυο βασικά χαρακτηριστικά του μυθιστορήματος.

Επίσης, για μένα έχει ενδιαφέρον ότι ο Μανσέ δείχνει, χωρίς να κατηχεί και να φλυαρεί. Δείχνει ό,τι δε θέλουμε να δούμε και να σκεφτούμε.

Τον εκτιμώ και ακόμα θυμάμαι την αίσθηση που μου άφησε η ανάγνωση του βιβλίου...

Χριστίνα Π είπε...

Ναι την ορολογία αυτή την αποδέχεται ξεκάθαρα ο ίδιος ο Μανσέτ, όπως διαφαίνεται στη συνέντευξη που βρίσκεται στο τέλος του βιβλίου. Αλλά και από τα αποσπάσματα που έχω παραθέσει είναι φανερό ότι ο ίδιος αποδέχεται τον όρο και εντάσσει τον εαυτό του στη "νεοπολάρ" αστυνομική λογοτεχνία. Πέρα ότι, όπως γράφω στην ανάρτηση, δηλώνει ότι την εποχή που πρωτoέγραψε ήταν "στρατευμένος αριστεριστής" και ότι το αστυνομικό, για κείνον, ήταν το μυθιστορηματικό είδος της βίαιης κοινωνικής παρέμβασης", λέει επί λέξει: " Μερικοί (πρώτος εγώ) ονομάζουν πολλά από τα βιβλία που βγαίνουν νέο αστυνομικό μυθιστόρημα(νεο-πολάρ) και περιστασιακά τα συγκρίνουν με τα δικά μου, εξαιτίας του περιεχομένου
και
πιστεύω ότι το κοινό του αριστερίστικου νεο-πολάρ (νεοαστυνομικού) είναι τελικά στην πραγματικότητα πολύ μικρό . Βέβαια, παραδέχεται ότι η κοινωνική πραγματικότητα αλλάζει, κι ότι είναι βλακεία το γεγονός ότι οι μπερδεμένοι κριτικοί θέλουν να κάνουν ζήτημα το θέμα του αριστερού περιεχομένου .

Για να απαντήσω και στο ερώτημα περί "αριστερίστικης σκοπιάς", η κοινωνική κριτική που υπάρχει -διακριτικά όχι προπαγανδιστικά- στο βιβλίο αυτό, αλλά και στο "Μοιράία" που διάβασα, προχωρά και σ' ένα είδος "βίαιης κοινωνικής παρέμβασης".