Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνικη λογοτεχνια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνικη λογοτεχνια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Μαρτίου 22, 2026

επί σκοπώ πλουτισμού, Ελισάβετ Χρονοπούλου

     Μια μεγάλη έκπληξη, μια βαθιά μαχαιριά στη συλλογική μνήμη ήταν για μένα αυτό το βιβλίο, που έφτασε αναπάντεχα στα χέρια μου, και με οδήγησε μ’ έναν συναρπαστικό τρόπο στις τραυματικές σελίδες της ελληνικής Ιστορίας. Και η έκπληξη δεν ήταν μόνο ότι ήταν άγνωστη για μένα η συγγραφέας, ούτε ότι η δύναμη της γραφής αποδείχτηκε ικανή να ταρακουνήσει την απάθεια και την άγνοια των ημερών μας, αλλά κυρίως ότι αυτό που αναδείχτηκε με θαυμαστό τρόπο, μέσα από την πλοκή αλλά και τη δομή, ήταν οι συνέπειες αυτών των τραυματικών γεγονότων στο σύγχρονο παρόν, στον άνθρωπο που ζει ανίδεος, αμέτοχος και αθώος, τρεις γενιές μετά. Πώς ένα «προπατορικό αμάρτημα», στην περίπτωση του παππού του ήρωα, μπορεί να φτάσει μέχρι τις επόμενες γενιές διαταράσσοντας την αίσθηση ταυτότητας, διαμορφώνοντας μια νέα συνείδηση τού «ποιος είμαι» ή «ποιος θα μπορούσα να είμαι». Κι αυτό η συγγραφέας το πετυχαίνει με θαυμαστό τρόπο γιατί δεν μας μεταφέρει απλώς σε μια εποχή διαφορετική, διερευνώντας μια πτυχή επώδυνη που να μας την παρουσιάζει παραστατικά και ζωντανά, όπως συμβαίνει συνήθως σε ιστορικά μυθιστορήματα -κι είναι βέβαια κι αυτό αξιοθαύμαστο, δεν θα το ονόμαζα όμως ιστορικό το συγκεκριμένο-, αλλά μας οδηγεί να ταυτιστούμε με τον σύγχρονο ήρωα, και να αποκαλύψουμε μαζί μ’ αυτόν μυστικά και κρυφές πληγές που καθορίζουν το σήμερα.
     Οι πρώτες σελίδες αιφνιδιάζουν τον αναγνώστη, μεταφέροντάς του το ξάφνιασμα που δέχτηκε ο πρωταγωνιστής, ο Γιώργος Ασλανίδης, όταν δέχτηκε κληρονομιά από έναν άγνωστο, ετοιμοθάνατο στο Χ δημόσιο νοσοκομείο, με τον όρο να τον επισκεφτεί στις τελευταίες του στιγμές (όποιος κι αν ήταν, βρισκόταν εκείνη τη στιγμή ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, και το ελάχιστο που δικαιούνταν ήταν να στέκεται και γι’ αυτόν κάποιος στην από δω πλευρά, κάποιος που αγωνιά γι’ αυτόν). Ο 92χρονος άγνωστος άντρας ήταν ο Δημοσθένης Σαρίκας και, όπως γράφει στο τελευταίο του σημείωμα, όρισε τον Γιώργο Ασλανίδη, γιο της Στεφανίας Ασλανίδου κι ενός αγνώστου, ως μοναδικό του κληρονόμο.
     Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Γιώργου Ασλανίδη, που την εποχή που μιλάμε πρέπει να είναι 46 χρονών, παρακολουθεί τα γεγονότα από το συγγραφικό «σήμερα», δηλαδή από το 2023. Έτσι έχουμε ανάμεικτες μνήμες, κρίσεις, αναπαράσταση συμβάντων, εξομολογήσεις συναισθημάτων και συνειρμούς. Με μεγάλη μαεστρία η συγγραφέας μάς οδηγεί στο να συνειδητοποιήσουμε ότι μια ιστορία, που επιφανειακά είχε όλες τις προδιαγραφές αστυνομικού μυθιστορήματος, κρύβει μια τραγωδία από τις πολλές που συντελέστηκαν τη συγκεκριμένη περίοδο, μια τραγωδία που εξελίχθηκε «κατά το εικός και αναγκαίο», με μια αναγκαιότητα δηλαδή αναπόφευκτη, στο τραυματικό παρελθόν της ελληνικής κατοχής στην Αθήνα, την Αθήνα (> την Ελλάδα) όχι μόνο των Γερμανών κατακτητών, αλλά και των ντόπιων χωροφυλάκων, και των δωσίλογων[1].
     Είναι περιττό να πούμε ότι ο αφηγητής μας δεν διανοείται να αποδεχθεί την κληρονομιά αυτή, που φαίνεται σαν να έπεσε απ’ τον ουρανό (δεν με ενδιέφερε καν να μάθω τι περιείχε αυτή η κληρονομιά/όσο κι αν δεν μου αρέσει να το λέω, είμαι επαγγελματίας κληρονόμος. Αυτό που λένε «εισοδηματίας»/και μου φαινόταν όχι μόνο περιττό αλλά και κάπως αδιάντροπο να μου στέλνει η ζωή άλλη μια κληρονομιά). Και η παράξενη ιστορία θα τελείωνε άδοξα με την μη αποδοχή, αν δεν ερχόταν μια «επιστολή-βόμβα» να αναστατώσει τον Ασλανίδη, μια σύντομη επιστολή με την οποία τον ενημερώνει ότι στις 13 Φεβρουαρίου 1951 ο εκκεντρικός κληροδότης Σαρίκας σκότωσε τον παππού του ήρωά μας (!), κι ότι ήταν μια πράξη για την οποία δεν μετάνιωσε ποτέ (κοίτα να δεις, αυτή είναι λοιπόν η κληρονομιά μου. Η ομολογία ενός φόνου. Και μάλιστα του φόνου του παππού μου)! Γρήγορα καταλαβαίνουμε επίσης ότι ο αφηγητής, ένας μοναχικός άνθρωπος που ζει όπως λέει ο ίδιος «σε μια κάψουλα» με τον σκύλο του, δεν γνώρισε ποτέ τον παππού του παρά μόνο μέσα από μια κορνίζα, ούτε του είχαν μιλήσει ποτέ γι’ αυτόν. Η γιαγιά του, που τον μεγάλωσε, δεν μιλούσε ποτέ για το παρελθόν -«μην τα σκαλίζεις»-, και άλλωστε όπως είπαμε, ήταν αγνώστου πατρός, ενώ η μάνα εξαφανίστηκε από το προσκήνιο σε νεαρή ηλικία.
     Αυτή είναι η «δέση»[2] του μυστηρίου, της τραγωδίας που κινείται σε δυο επίπεδα, κι από δω και πέρα ο αναγνώστης παρακολουθεί δύο βασικούς άξονες αφήγησης, του Γιώργου Ασλανίδη και του
Δημοσθένη Σαρίκα, που άφησε αναλυτικότατες σημειώσεις στο ημερολόγιο που έγραψε λίγες μέρες πριν πεθάνει (το ξεκίνησε 18 Ιουλίου 2023), ένα ακόμα προφανώς κληροδότημα στον άναυδο ήρωα (η ιστορία του με περίμενε γραμμένη, μέσα στο συρτάρι του κομοδίνου του).
     Τα χρόνια στέκονται, εμείς περνούμε
     Ήταν δεκατριών χρονών ο Δημοσθένης Σαρίκας την 18 Ιουλίου του 1944, την ημερομηνία που τον σημάδεψε και που καθόρισε όλη του τη ζωή. Κι «εκείνη» που στην αρχή δεν κατονομάζεται, αλλά - καθώς διαβάζουμε το μπλε τετράδιο μαζί με τον αφηγητή-, ήταν δεκαπέντε, ήταν η αδερφή του, η Αμαλία. Έχουν ως παιδιά ζήσει μαζί τη στέρηση, το κρύο και την πείνα του πολέμου, και πάνω απ' όλα τη βία του πατέρα τους απέναντι στον παππού, για ένα κομμάτι κρέας. Εκείνη «είναι όμορφη σαν τοπίο» και κείνος, έχει παγώσει από την αλλοτρίωση των οικογενειακών σχέσεων («ξέρω πού είναι ο διάβολος. Είναι μέσα στο στομάχι μας , και πεινάει. Όσο τον ταΐζουμε φωλιάζει εκεί μέσα και καρδαμώνει, αλλά αν πάψουμε να τρώμε, θα αναγκαστεί να φύγει»). Ο Σαρίκας, σ’ αυτές τις πρώτες σελίδες του τετραδίου, ξεδιπλώνει την τρυφερή σχέση του με την μεγαλύτερη του αδερφή που θεμελιώθηκε μέσα στις δύσκολες συνθήκες της κατοχής, και νιώθουμε ότι ένας άρρηκτος δεσμός ενώνει τα δύο αυτά παιδιά. Είναι η Αμαλία που του εμφυσά την ιδέα ότι «ο θεός δε νοιάζεται για μας», και του επαναλαμβάνει στις δύσκολες στιγμές «κάνε τον φόβο σου θυμό». Η Αμαλία, που κάποιες φορές «λείπει απ’ τον εαυτό της», που τα μάτια της πολύ συχνά είναι άδεια, που έπαψε κάποια στιγμή να γελάει με «το βραχνό της γέλιο».
       Η πρώτη επισταθμία στην δύσκολη ενηλικίωση του εντεκάχρονου ήρωα ήταν αυτό το επεισόδιο βίας, που ίσως συνδέεται με τον άμεσο σχεδόν θάνατο του παππού (ήθελα να ρωτήσω την Αμαλία πολύ ήταν τώρα ο παππούς αφού δεν ήταν μέσα στο σώμα του/πού πήγε τώρα η πείνα του παππού;/πού είναι τώρα η ήττα του;). Η δεύτερη, θα μπορούσαμε να πούμε, ήταν η άρνηση να υπακούει τον άτεγκτο πατέρα, ή μάλλον η πρώιμη επανάστασή του απέναντι στον πατέρα, ο οποίος εξακολουθεί να πασχίζει να μάθει στα παιδιά γράμματα (κατ’ οίκον), και να τον βάζει να «παπαγαλίζει τα δασυνόμενα (για πρώτη φορά θα αντιμιλούσα στον πατέρα. Θα τον κοίταζα κατάματα και θα του έλεγα το πρώτο μου «όχι»). Παράλληλα, η μεταμόρφωση της Αμαλίας, που έχει μπει πια στην εφηβεία, απομακρύνει τα δυο αδέρφια, καθότι η κοπέλα κάποια στιγμή δεν κοιμάται πια στην ίδια κάμαρα με τον αδερφό της (κάθε πρωί ήθελα να ρωτήσω την ψεύτικη Αμαλία πού πήγε η αληθινή αλλά δεν έβρισκα το θάρρος), και λείπει συχνά από το σπίτι.
     Η αφήγηση του Σαρίκα μέσα στα σύγχρονα ημερολόγια, δεν είναι γραμμική αλλά πηγαινοέρχεται σε δύο χρονικά επίπεδα, γιατί ο ηλικιωμένος πια ήρωας σχολιάζει και κρίνει το παρελθόν, κι επισημαίνει τα συναισθήματα, τα τότε και τα τωρινά, υπό το πρίσμα των 92 του χρόνων. Πρέπει να πούμε ότι η συγγραφέας παρουσιάζει αυτήν την προσωπική εξομολόγηση με πολλή μαεστρία, και δημιουργεί απορίες στον αναγνώστη, τις ίδιες που γεννιούνται στο μυαλό του εντεκάχρονου παιδιού αλλά και του Γιώργου Ασλανίδη καθώς διαβάζει· απορίες που ξεδιαλύνονται σιγά σιγά, ολοκληρώνοντας ένα απίστευτο παζλ. Ποια ήταν λοιπόν αυτή η Λιλή, η φίλη της Αμαλίας που τον απομάκρυνε από τον αδερφό της (λογικό, σ’ αυτήν την ηλικία τα κορίτσια να έχουν μια «κολλητή» και ο αδερφός-παιδί να μπαίνει στην άκρη). Ποια είναι αυτή η Λιλή, που ο γέρος πια αφηγητής «δεν κατάφερε να μισήσει», και «πώς πήγε και πέθανε μόνη της η Αμαλία, εκείνες τις τραγικές μέρες»; Άρα μαθαίνουμε ότι εκείνες τις αποφράδες μέρες η Αμαλία βρήκε αιφνίδιο θάνατο, και υπήρχε και μια Λιλή, που κάτι ήξερε και κάπως συνδέεται και με τον πρωταγωνιστή, τον Γιώργο Ασλανίδη.
     Αυτός ο αναίτιος, αιφνίδιος θάνατος ήταν που χώρισε στα δύο τη ζωή για τον 13χρονο Δημοσθένη, στην «ζωή την πριν» και στην «ζωή την μετά». Γιατί ήταν 16 Ιουλίου του 1944 όταν είδε για τελευταία φορά την Αμαλία, καθώς κατηφόριζε με τη φιλενάδα της το δρόμο, γελώντας κελαρυστά. Το μεθεπόμενο πρωί η Αμαλία βρέθηκε νεκρή, κι ο μικρός Δημοσθένης μέσα από την ατμόσφαιρα μυστηρίου που έπεσε βαριά στο σπίτι, δεν βγάζει άκρη, δεν καταλαβαίνει, δεν μαθαίνει παρά πολύ αργότερα την αλήθεια.
     Μην κλαις. Ανοίγω δρόμο
                      (από ποίημα της Αμαλίας)
     Δεν είναι μόνο οι σκέψεις και τα συναισθήματα του 92χρονου Δημοσθένη που ζωντανεύουν χάρη στο μπλε τετράδιο, αλλά και τα αντίστοιχα του 46χρονου Γιώργου Ασλανίδη (ακριβώς τα μισά χρόνια, τυχαίο;), καθώς με ιερή προσήλωση μετέχει όλης αυτής της εξομολόγησης. Αναθυμάται το τελευταίο βλέμμα του ετοιμοθάνατου (δεν ήταν βλέμμα αποχαιρετισμού, ήταν βλέμμα αντάμωσης), και συνεχίζει να μετέχει στον κόσμο του θανόντος, καθώς πηγαίνει στο σπίτι του -που είναι πια δικό του-, βλέπει, ακουμπά τα πράγματά του, ανοίγει τα ντουλάπια του όπως και τα αντίστοιχα της Αμαλίας, διαβάζει τα ποιήματά της (για όλα έκλαψα αλλά πιο πολύ που του άνοιγε δρόμο), εισχωρεί στα μυστικά της.
     Το μεγάλο σοκ όμως έρχεται όταν ο Γιώργος αναγνωρίζει τη Λιλή από μια φωτογραφία (ένα κρακ ακούστηκε μέσα από το σώμα μου. Κάτι είχε σπάσει. Το ήξερα αυτό το κορίτσι). Μόνο που τώρα δεν ήταν κορίτσι, την έλεγαν Βασιλική Ασλανίδου γιατί είχε παντρευτεί τον Γιώργο Ασλανίδη, τον δολοφονημένο παππού, την φώναζαν κυρία Βάσια, και ήταν η γιαγιά που του στάθηκε σαν μάνα. Τότε ήταν μοδίστρα, ψυχοκόρη σ’ ένα αστικό σπίτι, αμόρφωτη σε σχέση με την Αμαλία, άλλης κοινωνικής τάξης. Η εικόνα συμπληρώνεται με επιστολές ανάμεσα στα δυο κορίτσια, μια «αλληλογραφία κοριτσίστικη», μέχρι που μια ρωγμή μπαίνει ανάμεσά τους, όταν καταλαβαίνουμε ότι η Αμαλία είναι σε νεολαιίστικη αντιστασιακή οργάνωση, αλλά η Λιλή, αρραβωνιασμένη με τον Ασλανίδη που ήταν χωροφύλακας, δεν θέλει να ακολουθήσει.
     Η αποκάλυψη είναι συντριπτική για τον ήρωά μας, που συνειδητοποιεί ότι η γιαγιά του ποτέ δεν του μίλησε ούτε για την Αμαλία, ούτε για όλα αυτά. Είναι το χρονικό σημείο όπου καταλαβαίνει ότι οι δύο ιστορίες, του Δημοσθένη και του ίδιου, είναι άρρηκτα δεμένες με ένα μεγάλο μυστικό, που κρύβει βαθύ πόνο. Φυσικά τον κατακλύζουν άπειρα ερωτήματα, και δεν ζει πια η γιαγιά του ώστε να του δοθούν απαντήσεις… οι απαντήσεις βρίσκονται μέσα στα τετράδια του Δημοσθένη, στην αλληλογραφία και τα ποιήματα της Αμαλίας, στις φωτογραφίες και στα ντοκουμέντα.
     Οι βασικότερες όμως απαντήσεις βρίσκονται στα… αρχεία του κράτους· στις εφημερίδες· στις ιστορικές συγκυρίες· στο πνεύμα της εποχής και στον φόβο που είχαν οι απλοί πολίτες όχι μόνο απέναντι στον κατακτητή, αλλά απέναντι στους δωσίλογους, τους ταγματασφαλίτες, τους χωροφύλακες… που δεν δίσταζαν να ξεπουλήσουν τον αδερφό, τον γείτονα, τον συμπολίτη «επί σκοπώ πλουτισμού», όπως διατυπώνεται στις δίκες-παρωδία που ακολούθησαν στο αντικομμουνιστικό καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε μετά την απελευθέρωση, αθωώνοντας στην πλειοψηφία τους προδότες, μόνο και μόνο γιατί δεν ήταν κομμουνιστές.
     Ο δεκατριάχρονος Δημοσθένης Σαρίκας, μην αντέχοντας τους δουλοπρεπείς χειρισμούς του πατέρα του και την ένοχη σιωπή που έπεσε στο σπίτι μετά τον θάνατο της αδερφής του, δηλώνει ότι δεν θα σπουδάσει, φεύγει απ’ το σπίτι (έφυγα απ’ το σπίτι τον Οκτώβρη του ’45. Ένα μήνα πριν κλείσω τα δεκατέσσερα. Γύρισα το ’72, όταν πέθανε κι ο πατέρας) και γίνεται παραγιός του κυρ Σταμάτη Δάρρα, του μαραγκού. Δεν μαλάκωσε στιγμή η καρδιά του, δεν ήθελε να δει στα μάτια τους γονείς του, αλλά ήταν εργατικός και συνεπής, δέθηκε με το αφεντικό του σαν να ήταν ο πραγματικός του πατέρας, και πενθεί σιωπηλά τον άδικο χαμό της αδερφής του.
     Όταν όμως τελείωσε ο πόλεμος εμφανίστηκε μια Κυριακή πρωί η κυρία Μερόπη Μπασάκου να τα γυρίσει όλα τούμπα. Κι αρχίζει το γαϊτανάκι της αποκάλυψης, της αποκάλυψης της οδυνηρής αλήθειας, που εμπεριέχει βία και τρόμο, γιατί η Μερόπη Μπασάκου ήταν μάρτυρας κατηγορίας (κατέθεσε και στη δίκη), αθέλητος μάρτυρας των κτηνανθρώπων της Ασφάλειας, είχε δει με τα μάτια της τα βασανιστήρια σε νεαρά παιδιά, είχε δει τον δολοφόνο που είχε σάρκα και οστά. «Μην εμπλακείς», ήταν η εντολή του πατέρα, όταν τον συνάντησε μόνο και μόνο για να ζητήσει εξηγήσεις (σήκωσε το χέρι και με σημάδεψε με το δάχτυλο, αυτό το δασκαλίστικο το δάχτυλο που σου σήκωνε και σε σημάδευε σαν περίστροφο για να μάθεις την προπαίδεια).
     Επί σκοπώ πλουτισμού

Δεν με γέλασε ο θάνατος, η ζωή με γέλασε
     Οι καταθέσεις και τα αντίγραφα της δίκης που παρατίθενται, και διαβάζει ο κατάπληκτος Γιώργος Ασλανίδης, που ήξερε για την Κατοχή ό, τι μαθαίνουν οι μαθητές στις σχολικές γιορτές, είναι συγκλονιστικές. Είναι μεν επινοημένες από την συγγραφέα, αλλά όπως σημειώνει και η ίδια στο τέλος του βιβλίου, τα ονόματα, οι διευθύνσεις και τα βιογραφικά στοιχεία είναι μυθοπλαστικά, αλλά διατηρείται αυτούσιο το ύφος και τα περιστατικά «έχουν αντληθεί από αυθεντικές καταθέσεις, και δεν έχει επινοηθεί καμιά δράση δωσίλογων μη ιστορικά τεκμηριωμένη».
     Ο αρχικός πρωταγωνιστής, ο κληρονόμος αυτού του παράδοξου κληροδοτήματος, ο Γιώργος Ασλανίδης, μπροστά σ’ αυτό το άγνωστο αλλά ζωντανό παρελθόν συνταράζεται· όπως εξομολογείται, «νιώθει μέρος της εικόνας που δεν είχε δει» (ήμουν κι εγώ μέσα στην αίθουσα του Πρωτοδικείου, δεν φαινόμουν, δεν είχα καν γεννηθεί, αλλά ήμουν εκεί. Γεννήθηκα απ’ αυτήν την εικόνα). Τα συναισθήματα είναι πάμπολλα απέναντι στην Αμαλία, στη γιαγιά, στον Δημοσθένη. Μπορεί τώρα να καταλάβει τα μισόκλειστα μάτια της μητέρας του, της Στεφανίας, που ήταν προφανώς κι αυτή «μέρος της εικόνας», που έφυγε και δεν την ξανάδε ποτέ (από μια στιγμή και μετά το ήξερα ότι δεν ζούσε. Δεν μου το είπε κανείς, αλλά το ένιωθα/με έπνιγε η τσαντίλα που πέθανε προτού προλάβω να μην την αγαπήσω όσο θα ήθελα, όσο της άξιζε να μην την αγαπήσω κι ακόμα πιο πολύ).
     Οι τελευταίες σελίδες της αφήγησης του Γιώργου Ασλανίδη είναι αποκαλυπτικές μιας συνείδησης που διευρύνθηκε για να χωρέσει τόσο έντονα συναισθήματα με τα οποία εντέλει ταυτίζεται. Ο Σαρίκας, η Αμαλία, ο παππούς ο δικός του και του Δημοσθένη. Η γιαγιά, η μητέρα η δική του, του Δημοσθένη, οι δυο πατεράδες. Τόσες αλήθειες διασταυρωμένες που παλεύουν για να βρει ο ίδιος την ταυτότητά του, τόσες αλήθειες αντιφατικές που του χαρίζουν μια πικρή επίγνωση:
      Τώρα ξέρω ποια είναι η κληρονομιά μου.
      δεν είναι το σπίτι του,
      δεν είναι τα λίγα χρήματα στον τραπεζικό λογαριασμό,
      δεν είναι καν ο φόνος του παππού μου.
      Είναι ο πόνος της.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] Ένα εκτενές επίμετρο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη (που έγραψε το βιβλίο « Οι δωσίλογοι», ανάμεσα σε άλλα) μας δίνει πληροφορίες γι’ αυτήν την επώδυνη περίοδο της Ιστορίας μας
[2] Στην αριστοτελική θεωρία της τραγωδίας, η δέση αποτελεί το πρώτο δομικό μέρος της πλοκής, το οποίο περιλαμβάνει τα γεγονότα από την έναρξη του έργου έως το οριακό σημείο (την κορύφωση) από το οποίο ξεκινά η μετάβαση προς τη λύση.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 16, 2026

Φως της Φονιάς, Γιάννης Ατζακάς

     Είναι το τρίτο βιβλίο της αυτοβιογραφικής τριλογίας του Θασίτη συγγραφέα (τα άλλα δύο: «Διπλωμένα φτερά» και «Θολός βυθός»)· μιας τριλογίας «ενηλικίωσης» (bildunsroman)[1], όπου παρακολουθούμε την τεθλασμένη πορεία του παιδιού, του προέφηβου και στη συνέχεια έφηβου Γιάννη μέσα σ’ ένα δύσκολο χωροχρόνο: ορεινό χωριό στη Θάσο, ορφάνια από μητέρα, εμφύλιος, πατέρας αντάρτης εξαφανισμένος και προκηρυγμένος. Ένα ζωηρό κι έξυπνο παιδί γεννημένο το 1941 (!), που έχασε τη μάνα του σχεδόν στη γέννα και μεγάλωσε με τη γιαγιά Βενετιά και τον πάππο Γιάννη, με καημούς, βάσανα, ακάματο μόχθο και άπειρες δυσκολίες, στο πανέμορφο κι ευλογημένο κατά τ’ άλλα χωριό Θεολόγος.
     Στο δεύτερο βιβλίο της τριλογίας (Θολός βυθός) έχουμε δει τα ζόρικα χρόνια της «ξενιτιάς» του οκτάχρονου αγοριού, καθώς η γιαγιά- Βενετιά έκρινε σκόπιμο να «μάθει γράμματα» ο Γιάννης, και να τον στείλει εσώκλειστο στις «Παιδοπόλεις» της βασιλισσας Φρειδερίκης. Οκτώ χρόνια λείπει λοιπόν απ’ το χωριό, από τα 8 μέχρι τα 16 του χρόνια, έχοντας όμως τελειώσει τις δύο πρώτες τάξεις του τετρατάξιου Γυμνασίου στη Θεσσαλονίκη, στον θείο του Παντελή, κι όχι στα ιδρύματα. Κι επιστρέφει τον Ιούνιο του 1957 στο χωριό (ο πάππος Γιάννης εντωμεταξύ έχει πεθάνει), για να τον στείλει η γιαγιά του στην Καβάλα στο σπίτι της φίλης της της Σουλτάνας, να τελειώσει πια το Γυμνάσιο –εφόσον διαπρέπει και στα γράμματα όπως αποδείχθηκε (ολάκερη Θάσος και να μην έχει ένα Γυμνάσιο!!).
     Αυτή τη φορά η γραφή είναι τριτοπρόσωπη, και θα λέγαμε πιο γραμμική- δεν εμφανίζεται πουθενά, όπως στα δύο προηγούμενα βιβλία ο ενήλικος, εξήντα+ Γιάννης, και δεν υπάρχουν χρονικές αναδρομές, παρά μόνο αναμνήσεις και αναπολήσεις. Η πρώτη πρώτη σκηνή είναι «ο νόστος» (έτσι επιγράφεται άλλωστε και το κεφάλαιο), η επιστροφή του ήρωα-συγγραφέα «στη δική του Ιθάκη»· το πρώτο αντάμωμα του πατρογονικού τόπου, μετά τη λήξη της σχολικής χρονιάς στη Θεσσαλονίκη, μετά από τα 8 χρόνια ξενιτεμού, ενός 16χρονου νέου με πλούσιο συναισθηματικό κόσμο και πολλές εμπειρίες. Το γλαφυρό γράψιμο του Ατζακά μάς επιτρέπει να διεισδύσουμε στον ψυχισμό του ήρωα, να ψυχανεμιστούμε κάθε τρικύμισμα της συγκίνησης, αυτές τις στιγμές που πλησιάζει στο χωριό του (αν δεν ήταν οι χτύποι της μηχανής, ο Γιάννης θα μπορούσε ν’ ακούσει τώρα την καρδιά του να χτυπάει σαν γιορτινό ταμπούρλο), καθώς αναγνωρίζει ανθρώπους, κτίρια και τοποθεσίες, με μια ματιά πιο ενήλικη, πιο ώριμη, πιο έμπειρη.
     Κι αυτή είναι η γοητεία αυτού του βιβλίου, που δεν έχει την κρυμμένη οδύνη του «Θολού βυθού», αλλά, ιδιαίτερα στην αρχή, ένα ηθογραφικό θα λέγαμε ενδιαφέρον για τον υπέροχο αυτόν τόπο. Έναν τόπο όπου στην αρχή δυσκολεύεται ακόμα κι ο Γιάννης να προσαρμοστεί ξανά, π.χ. δεν καταλαβαίνει το γλωσσικό ιδίωμα της γιαγιάς του! Με τους χαρακτηριστικούς τύπους που βλέπουμε συχνά στα χωριά και τα παρατσούκλια τους, π.χ. τις φαρμακόγλωσσσες κουτσομπόλες Καπνηρίνες που κάθονται στο κατώφλι και σχολιάζουν (χρονιάρα μέρα, και είχαν αφήσει στην άκρη βελόνες κι αδράχτια, μη χάσουν τίποτα απ’ τα μάτια τους), τη Λασκαρούδα που λέει τον καφέ, τον μπακάλη που κόβει κίνηση, τον Μαθιό τον Πάθια που σπουδάζει ιατρική και γίνεται φίλος του, τον τυπολάτρη («ρουφιάνο»;) γραμματέα της κοινότητας, καθαρευουσιάνο και αντικομμουνιστή –βέβαια- Γραμματίκα κ.α. Διάφορους συγγενείς και ξαδέλφια που ουσιαστικά το «Γιαννούδ’» δεν είχε προλάβει να γνωρίσει, και κυρίως την τσάτσα (θεία) Μαρία και τον τυφλό σύζυγό της, τον μπαρμπα- Μανόλη που μένει στον κάβο της Φονιάς, με τους οποίους αποκτά έναν ιδιαίτερο δεσμό.
     Βλέπουμε ακόμη και νιώθουμε τα σκιρτήματα του έφηβου που αγαπά, που ψάχνει τον δρόμο του και την ταυτότητά του (το ένιωθε καθαρά πως δεν είχε το αίσθημα του γιου ούτε για τη μητέρα του, ούτε για τον πατέρα του/στο χωριό όμως οι άνθρωποι έπρεπε να τον αποδώσουν σ’ έναν πατέρα πρώτα, κι ύστερα σε μια μάνα), που γοητεύεται γρήγορα κι απογοητεύεται βαθιά. Που ανακαλύπτει τον διχασμένο μετεμφυλιακό κόσμο, τους ανθρώπους που τον υποδέχονται θερμά, γιατί εκτιμούσαν τον πατέρα του, και είχαν ίδια ιδεολογική αφετηρία (σαν κι εμάς, εν πικραμένοι ανθρώποι, τα παιδιά τους ζουν- σκοτώθηκαν, δεν ξέρουν), και τους «άλλους», τους κακεντρεχείς/κακιασμένους που θα τον προσβάλουν και θα τον πικράνουν για τον ίδιο λόγο (αποκαλούν την οικογένεια του «Μησεμέληδες», προφανώς επειδή ο πατέρας ήταν απερίσκεπτος στα νιάτα του, αντάρτης στη συνέχεια). Ανακαλύπτουμε, μαζί με τον έφηβο ήρωα, τη μοναδική φωτογραφία του πατέρα μέσα στο μπαούλο της γιαγιάς Βενετιάς («ανεξήγητη λύπη» ή «βαθύς θυμός;»), και μέχρι τέλους αγωνιάμε μαζί με τον έφηβο Γιάννη για την τύχη του Γιώργη Αρχοντή, που έχει να δει τον γιο του δέκα χρόνια, συμμεριζόμαστε τα συναισθήματα περηφάνιας αλλά και παράπονου του παιδιού, και περιμένουμε μαζί με τον ήρωα το ενδεχόμενο συναπάντημα πατέρα-γιου.
     Φως της Φονιάς
     Ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να γνωρίσει την ευρύτερη περιοχή του Θεολόγου, με τα βουνά και τα λαγκάδια, και όσο αφορά τη διαδρομή προς τον κάβο -Φονιά, τα απότομα βράχια «κομμένα με το μαχαίρι», τα καλύβια «γαντζωμένα στην κόψη του γκρεμού», τις βαθιές σπηλιές και τα «ανεμοδαρμένα ξωκλήσια», καθώς ο Γιάννης, όσο βέβαια βρίσκεται στο χωριό κι όχι στο σχολείο, συνοδεύει τη θεία του τη Μαρία που στέλνει φαγητό στον μπάρμπα τον Μανόλη. Ο κάβος της Φονιάς, ιστορικό μέρος από παλιότερη θρυλική σφαγή των πειρατών, είναι και κατά κάποιο τρόπο ο ορμίσκος όπου έκαναν μπάνιο οι κάτοικοι (με μεγάλη ευκολία έμαθε μπάνιο ο Γιάννης), ένας τόπος με απίστευτη ομορφιά καθώς φαίνεται, δίπλα στη Μηλιά και άλλες παραλίες (π.χ. Παράδεισος, σήμερα). Είναι κοντά στα Κίνερα ή Κοίνυρα (αρχαία ονομασία), και είναι το επίκεντρο αυτής της περιόδου δύο χρόνων που διατρέχει το μυθιστόρημα, όσο ο Γιάννης επισκέπτεται το χωριό στις διακοπές απ’ το σχολείο στην Καβάλα.
     Η κυρα- Μαρία, στη διαδρομή μέχρι να φτάσουν στο καλύβι του μπαρμπα- Μανόλη, αφηγείται τα βάσανά της, την ιστορία της ευρύτερης οικογένειας αλλά και την ιστορία του τόπου (από δω, απ’ τα Κοίνυρα, βλέπεις, φύγαν τα περισσότερα παιδιά, Στάλινγκραντ τη λέγαν τη Μηλιά κάτω), που δεν χορταίνει ο ήρωάς μας ν’ ακούει. Έτσι μαθαίνουμε κι εμείς για τη θρυλική μάχη ανάμεσα σε αντάρτες (6 τον αριθμό, μάλλον κι ο Γιώργης ανάμεσά τους) που έστησαν ενέδρα σε πενήντα χωροφυλάκους και τους κατατρόπωσαν (τέσσερις από τους αντάρτες είχαν τα καλύβια τους στη Μηλιά, και ξέραν τον τόπο σπιθαμή προς σπιθαμή). Μαθαίνουμε ότι κατόπιν έφυγαν εξορία περνώντας στη στεριά και φεύγοντας μέσα απ’ τα βουνά της Δράμας, γιατί η Θάσος, τουλάχιστον η περιοχή γύρω απ’ την Ποταμιά ήταν διχασμένη πολιτικά με αρκετό δυναμικό αριστερών (είχαν βγάλει και βουλευτή της ΕΔΑ, τον Άγγελο Λασκαρίδη). Τώρα, μετά από τόσα χρόνια (βρισκόμαστε στο ’57) δεν είναι ελεύθεροι ακόμα να επικοινωνήσουν με την Ελλάδα, και ενώ κανείς δεν ξέρει ακόμη αν ο Γιώργης Αρχοντής ζει ή αν πέθανε, στις αρχές του 1958, που επιτράπηκε στους εξόριστους να επικοινωνήσουν με τους δικούς τους, τους στέλνει γράμμα από τη Βάρνα (ένας μεγάλος βράχος σκώθηκε απ’ τα στήθια μ’ γιόκα μ’)[2]. Κι εκείνος, κι άλλοι συγγενείς.
     Κι όμως ο Γιάννης νιώθει ανάμεικτα συναισθήματα απέναντι σ’ έναν πατέρα, ή μάλλον στο φάσμα ενός πατέρα που θυμάται ελάχιστα: δεν υπήρχε στη ζωή του θέση για κανέναν πατέρα. Δεν μπορούσε να δεχτεί τώρα εκείνον για τον οποίον ο ίδιος ποτέ δεν υπήρξε· να αναστηθεί ξαφνικά εκείνος που γι’ αυτόν ποτέ δεν είχε πεθάνει, αφού ποτέ δεν είχε ζήσει κοντά του -τρεις θαμπές εικόνες μόνο, που κι αυτές ο χρόνος τις είχε σχεδόν σβήσει. Ωστόσο, δεν παύει να είναι «ο γιος του αντάρτη», κι έχει ν’ αντιμετωπίσει μέσα στο χωριό αυτό το «στίγμα», που από τη μια τον ξεχωρίζει και τον κάνει περήφανο κι απ’ την άλλη τον βάζει στο στόχαστρο του διχασμού. Έτσι, βλέπουμε τον ήρωα μέσα σ’αυτά τα δύο κρίσιμα της εφηβείας χρόνια να μεταλλάσσεται, και δεν παύει να συγκινείται όταν βλέπει στη φωτογραφία «τη βαριά σκιά που σκέπαζε τη ματιά του» πατέρα του.
     Η μαθητεία[3]
     Σύντομα ο Γιάννης θα ξεφύγει από τον ρόλο «γιος του αντάρτη» και θα αναδειχθεί, μέσα στο χωριό και στη συνείδηση όλων, σε μοναδική προσωπικότητα. Κι αυτό γιατί, πέρα από τη σεμνότητα και την εργατικότητα που φαίνεται ότι τον διέκρινε, ήταν ένα έξυπνο παιδί με αγάπη για τη γνώση και με εξαιρετικές επιδόσεις στα γράμματα. Αγαπούσε το διάβασμα, είχε την τύχη στην Καβάλα να έχει πολύ καλούς καθηγητές (μνημονεύεται συνέχεια σαν φωτισμένος Δάσκαλος ο κος Σχινάς), και, παρά τις αντιξοότητες (η στενή συγκατοίκησή του την πρώτη χρονιά με τη φίλη της θείας Μόρφως, την πενηντάχρονη Σουλτάνα ήταν ζόρικη) και τα πάθη του έρωτα, παρά τη φτώχεια και την απειρία του, αρχίζει να διακρίνεται ιδιαίτερα στα γλωσσικά μαθήματα. Άλλωστε από ένα σημείο και μετά, η δημόσια βιβλιοθήκη γίνεται το δεύτερο σπίτι του, το καταφύγιό του (στα τρία σχολικά χρόνια του στην Καβάλα, η βιβλιοθήκη έγινε το πραγματικό σπίτι του, η μόνη καταφυγή του/ανακάλυπτε τις σκοτεινές ροπές, τις αδάμαστες δυνάμεις της ανθρώπινης ψυχής). Είναι -και γίνεται- τόσο γνήσια βαθιά και η σχέση του με τον κόσμο του λόγου, που ακόμα κι οι χωριανοί γρήγορα τον ανακαλύπτουν, και τον καλούν να κάνει μαθήματα στα παιδιά τους, θαυμάζοντας τις ικανότητές του. Μέχρι και ο Γραμματίκας, που του λέει έξω απ’ τα δόντια ότι για να συνεχίσει τις σπουδές του πρέπει να έχει «Πιστοποιητικόν Κοινωνικών Φρονημάτων» («Για παππάς-παπάς για ζευγάς-ζευγάς»), κοινώς να επιλέξει με ποιους είναι («υιός συμμορίτου ή τέκνον της βασιλίσσης»), ακόμα κι αυτός λοιπόν, αναγνωρίζει την ευφυΐα και τις δεξιότητες του ήρωά μας.
     Η θητεία του Γιάννη στα σχολεία της Καβάλας έχει πρόσθετο ενδιαφέρον για τον αναγνώστη, γιατί παρακολουθούμε τα δειλά βήματα ενός παιδιού που ανακαλύπτει μόνος του έναν άλλον κόσμο, της γνώσης, της διασκέδασης, του κινηματογράφου, των ανταγωνισμών, της επιβίωσης.
     Όμως ο Γιάννης, όσο φοιτά στην Καβάλα, έχει τον νου του και την καρδιά του στραμμένη στο χωριό, πνίγεται από λαχτάρα και νοσταλγία. Γιατί είναι ερωτευμένος!
     Μέλι πικρό
     Όλο το μυθιστόρημα είναι διαποτισμένο από τον παιδικό/εφηβικό άτολμο και αγνό έρωτα προς την Έλλη, έναν «ρομαντικό» έρωτα που αναζωπυρώνεται αμέσως με την πρώτη ματιά αφότου επέστρεψε από τις παιδοπόλεις (εκείνη την ώρα κάτι λησμονημένο σκίρτησε μέσα του και μια μακρινή σαϊτιά βρήκε το άγουρο αγόρι κατάστηθα).
     Πρόκειται για μια αιθέρια ύπαρξη, πρόκειται για άτολμες συναντήσεις, φευγαλέες ματιές και αγγίγματα, για απίστευτες αναμονές και προσδοκίες, αλλά παρόλ’ αυτά μια βαθιά εσωτερική βεβαιότητα οδηγεί τον Γιάννη και τον κάνει να αντέχει τις δυσκολίες της απόστασης και της στέρησης. Σκηνές εφηβικές στον κάβο της Φονιάς, ελάχιστες συνομιλίες μεταξύ τους, τεράστια διαστήματα διαψεύσεων και σιωπής χτίζουν ωστόσο μια σχέση αμοιβαίας έλξης, που κλείνει τον κύκλο της με ιερότητα και σοβαρότητα αντάξια της συναισθηματικής φόρτισης του αγαπημένου ήρωα.
Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Το Bildungsroman (μυθιστόρημα διαπαιδαγώγησης/μαθητείας) είναι λογοτεχνικό είδος, γερμανικής προέλευσης (18ος αι.), που εστιάζει στην ψυχολογική, ηθική και κοινωνική εξέλιξη του πρωταγωνιστή από την παιδική ηλικία έως την ενηλικίωση. Μέσα από δοκιμασίες, έρωτες και συγκρούσεις, ο χαρακτήρας ωριμάζει, μαθαίνει και βρίσκει τη θέση του στην κοινωνία.
[2] (να σημειώσουμε εδώ ότι ο Γιώργης πρέπει να ήταν περίπου 40 χρονών σ’αυτήν την περίοδο!)
[3] Οι τίτλοι «Η μαθητεία» και «Μέλι πικρό» είναι τίτλοι κεφαλαίων του βιβλίου

Σάββατο, Φεβρουαρίου 07, 2026

Διπλωμένα φτερά, Γιάννης Ατζακάς

Το νιώθεις με μια σκοτεινή προαίσθηση
πως το μοναδικό μέλλον που μας περιμένει
είναι να ζήσουμε ξανά και ξανά
το ξεχασμένο παρελθόν μας
      Με τη βαθιά, διεισδυτική, βιωματική γραφή που χαρακτηρίζει τον αγαπημένο συγγραφέα (γνωστός περισσότερο από το μυθιστόρημά του «Θολός βυθός», που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβειο Μυθιστορήματος), ο αναγνώστης οδηγείται άμεσα και σχεδόν αδιαμεσολάβητα στον αγροτικό κόσμο της Θάσου, τα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου.
     Στο πρώτο αυτό βιβλίο της αυτοβιογραφικής τριλογίας («Ο θολός βυθός» είναι το δεύτερο), παρουσιάζεται και πάλι ο ώριμος, 64χρονος συγγραφέας να έχει επιστρέψει στο αγαπημένο του νησί μετά από «μεγάλες περιπλανήσεις» (που θα δούμε στα επόμενα βιβλία) και να αναπολεί τον κόσμο και τα πρόσωπα που πρωτογνώρισε και πρωτοαγάπησε (η καρδιά μπορεί και γνωρίζει αλάνθαστα τα μέρη που κάποτε) στα πρώτα οκτώ χρόνια της ζωής του, προτού τον στείλουν να «μάθει γράμματα» στις παιδουπόλεις, τα γνωστά ιδρύματα της βασίλισσας Φρειδερίκης. Είναι το ορεινό χωριό Θεολόγος, Κεφαλοχώρι στη Θάσο, η γενέτειρά του, και είναι η γιαγιά Βενετιά που τον μεγάλωσε με τον πάππο Γιάννη, εφόσον η μάνα (Αγγελική) πέθανε σχεδόν στη γέννα ενώ ο πατέρας Γιώργης, αντάρτης, έχει εξαφανιστεί και όλοι τον πιστεύουν για νεκρό.
     Σ’ έναν αρχικά «εωθινό» μονόλογο μάς συστήνεται ο ώριμος συγγραφέας, για να ξεδιπλώσει όχι μόνο τη βαθιά προσωπική ανάγκη να ξαναταξιδέψει στην «αυγή» της ζωής του και να «βάλει στο χαρτί όλες τις αλλόκοτες σκέψεις του, αλλά βλέπει την κατάθεση αυτή «να είναι ένας στερνός αποχαιρετισμός σ’ έναν κόσμο που έφυγε για πάντα και μαζί του έφυγαν κι εκείνοι που τον κράτησαν στις πλάτες τους και τον έφεραν ως τις δικές μας μέρες».
     Πράγματι, ενώ η παιδική ματιά του μικρού ορφανού Γιάννη φωτίζει τον κόσμο αυτόν, και τονίζεται μάλιστα αυτήν τη φορά κι από την πρωτοπρόσωπη γραφή, η πραγματική πρωταγωνίστρια, αυτή που κλέβει την παράσταση και την καρδιά μας, είναι η γιαγιά- Βενετιά· μια «λαϊκή», αγράμματη γυναίκα, μια ακόμα «ακάματη και γνωστική γερόντισσα» απ’ αυτές τις «μαυροφορεμένες» που όλοι/ες έχουμε γνωρίσει ή βιώσει και που τα δίνουν πολλές φορές όλα στους δικούς τους- και την ψυχή τους την ίδια- και δεν λαμβάνουν στο χέρι παρά ελάχιστα ψίχουλα…
     Έτσι λοιπόν, παρακολουθούμε τον καθημερινό μόχθο της Βενετιάς, αλλά και του πάππου Γιάννη σ’ αυτόν τον -ευλογημένο θα έλεγε κανείς- τόπο, να τα βγάλουν πέρα με τις αγροτικές εργασίες και να μεγαλώσουν τον εγγονό, τον γιο του αντάρτη, εξαφανισμένου γιου τους (έχουν κι άλλα τρία παιδιά παντρεμένα μακριά). Ένα ζωηρό μικρό αγόρι που γεννήθηκε το 1941, «αρσίζικο» -δηλαδή σκάνταλο-, τον Γιάννη. Είναι πόλεμος και είναι εμφύλιος, κι απ’ όσο μαθαίνουμε το χωριό έχει δώσει δυναμικό στο αντάρτικο.
   Αυτός ήταν για μένα ο πρώτος και μόνος 
παράδεισος της ζωής μου
      Ο συγγραφέας καταφέρνει να μας κάνει ν’ αγαπήσουμε τον τόπο του, το φως του, τις πλαγιές του, καθώς περιγράφει με λεπτομέρειες και το αγροτικό σπίτι, αλλά και τα κτήματα, το χωριό με τα άπειρα τοπωνύμια, τα γύρω χωριά και τις ρεματιές, κι όλον τον μακρινό ορίζοντα που φτάνει μέχρι το Πήλιο και τον Άθω, τον Αλμυρό, την Εύβοια, τις Σποράδες («ένα έξοχο γεωγραφικό ανάγλυφο»), μαζί με τον αγέρα που «ουρλιάζει» ερχόμενος από τον Όλυμπο και την Όσσα· έναν τόπο οπωσδήποτε ευνοημένο, και κατοικημένο μάλιστα -ως γνωστόν- από την αρχαία εποχή ("από τσι Έλληνοι τσι παλιοί"), όπως αποδεικνύει και το… επιτύμβιο που βρήκε ο πάππος του με την ανάγλυφη επιγραφή «ΑΥΡ ΠΡΟΚΛΟΣ ΧΑΙΡΕ» στο κτήμα τους, και, μέχρι να το δώσουν για το μουσείο, πίνει στην… υγειά του Προκλή όταν τον πιάνουν τα μεράκια (τι στην υγειά μας κάθεσαι και λες, τώρα, χριστιανέ μου. Ο άνθρωπος έχει χρόνια και ζαμάνια αποθαμένος/πάψε εσύ γριά. Πέρα από τον αργαλειό και τη ρόκα σου, άλλο δε νιώνεις εσύ. Εμείς μιλάμε για το κτήμα, πώς ήτανε στον καιρό του).
      Παρακολουθούμε τη ρουτίνα της γιαγιάς Βενετιάς που σηκώνεται όταν λαλάει το «πρώτο ορνίθι», και ξεκινάει μια ατέλειωτη αλυσίδα από δουλειές (άναμμα φωτιάς, άρμεγμα, τάισμα τα ζωντανά, νερό, λάτρα, πλύση με χίλιες δυσκολίες βέβαια, και το κυριότερο, το άναμμα του φούρνου δυο και τρεις φορές, εφόσον φιλοξενούσε τα ψωμιά (καμιά φορά και τρεις ζυμωσιές) και τα φαγητά όλης της γειτονιάς. Κάποτε να γνέσει, να πλέξει, να υφάνει. Κι ο μόχθος δεν τελειώνει όλη μέρα γιατί υπάρχουν πάντα και οι εποχιακές δουλειές: αμπέλια –τρύγος, μούστος και μουσταλευριές, τραχανάς και φλιμάρια, μαρμελάδες, ελιές (στο «χαμολόγι» πρώτα κι ύστερα στο «μαξούλι»), σαπούνι, και φυσικά κι άλλες που θα μου διαφεύγουν. Μα κι ο καλοσυνάτος, μερακλής και πράος πάππος Γιάννης έρχεται κι αυτός απ’ τα χωράφια, απ’ τα κλαδέματα, τα μπολιάσματα, τα σκαψίματα και τα ποτίσματα με γεμάτο τον τορβά του με φρούτα, και φτάνει επιτέλους το «ευλογημένο βράδυ», όπου όλοι, άνθρωποι και ζώα ξαποσταίνουν.
     Είναι αυτοί οι αδιατάρακτοι κι αγαπημένοι μικροί κύκλοι της ημέρας και της νύχτας, που ακολουθούσαν τον μεγάλο κύκλο του έτους και που κλείνουν μέσα τους την ταπεινή ζωή της γρια- Βενετιάς, και όλων φυσικά των ανθρώπων του χωριού.
      1949: η ώρα του όξους και της χολής
      Κι έρχεται ο τελευταίος χειμώνας στο χωριό («μόνο που κανένας μας δεν μπορούσε να το ξέρει»), ο χειμώνας του 1949 (της «καταραμένης χρονιάς»), μιας χρονιάς που πήγαινε στην κόψη του ξυραφιού μέχρι τέλους. Ο Γιάννης, οκτώ χρονών, έχει γραφτεί στην πρώτη δημοτικού αλλά δεν έχει τον νου του στα γράμματα (για τα μαθήματα δεν τραβούσα και μεγάλη συλλογή). Έχει μεγαλώσει πια, κι έχει αρχίσει να ρωτάει, που είναι η μάνα του, πού είναι ο πατέρας του. Έχει αρχίσει να είναι και πάρα πολύ ζωηρός (δυο φορές τον «καταχέρισε» μόνο η γιαγιά του!), ενώ σιγά σιγά τον βάζουν πια να κάνει και δουλειές (μια αγωγή που μπορεί να ήταν σκληρή, αλλά ήταν δοκιμασμένη αιώνες!).
     Κι αυτή η χρονιά η «κακοπιασμένη», δεν είναι μόνο «κακορίζικη» γιατί ο Γιάννης «δεν τα παίρνει τα γράμματα» και για τσομπάνης δεν κάνει, ούτε γιατί κόντεψε να πεθάνει από τη σκανταλιά του γλιστρώντας από τον κλώνο μιας σκαμνιάς όπου φύλαγε τη βουλγαρούδα του (πουλί) -περιστατικό καθοριστικό για την απόφαση της γρια- Βενετιάς να τον στείλει στις παιδοπόλεις, εφόσον κατάλαβε ότι δεν αντέχει τόση ευθύνη. Όχι, όπως γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας, δεν είναι μόνο αυτά, αλλά καθώς τελειώνει ο εμφύλιος, ήρθε η ώρα του όξους και της χολής, η ώρα του αίματος και του θανάτου.
      Είναι πολύ μικρός βέβαια για να καταλάβει τα αίτια και τις διχόνοιες αλλά, βλέπει λάμψεις και αίμα, ακούει μισόλογα και εισπράττει εκτίμηση και ενδιαφέρον από τους παλιούς συντρόφους του πατέρα του, άντρες που σε μια στιγμή κρίσιμη δεν είχαν ακολουθήσει τη θέλησή τους και από κάποιαν ανάγκη είχαν σκύψει το κεφάλι. Με το φως όμως που ρίχνει ο ώριμος συγγραφέας (αριστοτεχνική η ανάμειξη αναμνήσεων με την παιδική ματιά κι ερμηνείας του ενήλικα Γιάννη), βλέπουμε ένα χωριό διχασμένο, με έντονο το στοιχείο το αντάρτικο (έξι άτομα αλλά πολύ δυναμικά κι έμπειρα), που εν έτει 1949 έφερε ταπάνω κάτω για να τιμωρήσει τους προδότες.
     Οι αντάρτες κρύβονται με τη σιωπηρή ανοχή της φτωχολογιάς του χωριού (πολύς κόσμος του χωριού τους είδε με καλό μάτι/λίγο πολύ όλη η φτωχολογιά του χωριού είχε δουλέψει στα ξένα κτήματα και στα μεταλλεία του Μαυρόλακα, αλλά και στα καπνεργοστάσια στην Καβάλα), κι έχουμε σποραδικά επεισόδια αλληλοσκοτωμών αναστατώνουν τα ήρεμα νερά, οι ΜΑΥδες[1] και οι χωροφύλακες βρίσκονται επί ποδός, με αποκορύφωμα την «κόλαση» στην παραλία Μακρυνάμμο («Παράδεισος» ονομάστηκε όταν ήρθε ο τουρισμός) όπου οι έξι έστησαν ενέδρα σε ολόκληρο απόσπασμα και, αφού σκότωσαν και τραυμάτισαν, τους αφόπλισαν και τους ξαπόστειλαν στο χωριό.
     Πέρα όμως από τις εφόδους των χωροφυλάκων, την αιματοχυσία, τις επικηρύξεις, τον δόλο και τις προδοσίες, η χρονιά είναι κακορίζικη για τους Αρχοντήδες γιατί ακούγεται ότι ο Γιώργης, ο πατέρας, ήταν αυτός που σκότωσε κάποιον χωροφύλακα ενώ άλλη φήμη κυκλοφορεί ότι είναι ήδη νεκρός από τα πρωτοπαλίκαρα του Αντόν Τσαούς.
     Οι αντάρτες θα καταφέρουν να διαφύγουν το 1950 μέσα απ’ τα βουνά της Δράμας, όμως ο κύβος «ερρίφθη» για τον οκτάχρονο Γιάννη, παρά την ασθενική αντίδραση του πάππου του: μετά το ατύχημα, κι εφόσον δεν πήρε καν ενδεικτικό της πρώτης δημοτικού, η γιαγιά τον συνοδεύει στην Καβάλα απ’ όπου θα φύγει για την πρώτη παιδόπολη στο Καστρί (να δώσεις, γρια-Βενετιά, το παιδί, να μην το αδικήσεις).
     Η αναφορά στο «πρώτο της ζωής του ταξίδι» στην Καβάλα (εδώ θα συναντήσει τη φίλη της Βενετιάς, τη Σουλτάνα, που θα την δούμε στο τρίτο βιβλίο) είναι σύντομη, εφόσον θα αποτελέσει και το κύριο θέμα στον «Θολό βυθό». Και, σ’ αυτές τις τελευταίες σελίδες του βιβλίου ακούμε τη φωνή του, ώριμου πια συγγραφέα, που ομολογεί ότι έχει βυθίσει στο υποσυνείδητο αυτά τα έξι «θολά χρόνια» που πέρασε μαζί με τα άλλα «ανταρτόπληκτα» παιδιά, προοιωνίζοντας βέβαια την συγγραφή, οδυνηρή κι αποκαλυπτική, του επόμενου βιβλίου του.
     «Ο Θεός ορφανά κάνει, άμοιρα δεν κάνει»
     «Ο Θεός ορφανά κάνει, άμοιρα δεν κάνει», μια φράση της γιαγιάς Βενετιάς που θα συνοδεύσει σαν φυλαχτό τον Γιάννη στα δύσκολα, μια φράση όπου κυριαρχεί η πίστη ότι ο Γιάννης είναι ένα τυχερό παιδί. Και δεν μπορεί να μην σκεφτεί κανείς ότι από μια σπάνια διαίσθηση, μητρική κι αρχέγονη, η γιαγια- Βενετιά ένιωθε ότι ο Γιάννης «θα τρανέψει στα γράμματα», όπερ και εγένετο. Μα και ο ήρεμος παππούς θα επιβιώσει μέσα από τον Γιάννη, μιας και στο Πήλιο, όπου θα εγκατασταθεί στα όψιμα χρόνια, θα φτιάξει έναν αξιοθαύμαστο κήπο, μεταφέροντας το πνεύμα και την αγάπη του πάππου Γιάννη για τα κηπευτικά.
     Ο συγγραφέας, παντρεμένος πια και με παιδιά, αφιερώνει σαν μνημόσυνο ένα συγκλονιστικό κεφάλαιο στην γιαγιά- Βενετιά, στον θάνατο ή μάλλον το «αγγέλιασμά» της, στον αποχαιρετισμό όχι μόνο στο πρόσωπό της αλλά και σ’ όλον της τον κόσμο, εκφράζοντας με το διεισδυτικό του γράψιμο όλα τα ερωτήματα (από ποια μυστικά βάθη, από ποιες απόμακρες εσχατιές της ύπαρξής μας έρχεται αυτός ο ανελέητος άνεμος της μνήμης/γιατί η λέξη να είναι τόσο βαριά, τόσο ολισθηρή, τόσο απολιθωμένη; κλπ κλπ), αλλά και τα συναισθήματα που συνοδεύουν μια τέτοια απώλεια –ίσως είναι και οι πιο σπαραχτικές σελίδες του βιβλίου, γιατί έρχονται να επισφραγίσουν το ανείπωτο αυτής της τεράστιας αγάπης που δέχτηκε ο Γιάννης σαν παιδί, και ναι, σ’ αυτό ήταν τυχερός:
     "Εμένα ο Χριστός εν’ αδελφός μου. Μην κοιτάς αυτήν την καμπουρούδα μου εμένα, εκεί ειν’ κρυμμένα και διπλωμένα τα φτερά μου. Όταν έρθει κι η δική μου η ώρα, μ’ αυτά θα πετάξω να πάω στον ουρανό, κοντά στον Χριστό μου, ν’ αναπάψω κι εγώ το κορμάκι μου".
Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Οι Μονάδες Ασφάλειας Υπαίθρου γνωστοί και ως Μάυδες ήταν ένοπλη παραστρατιωτική οργάνωση που δημιουργήθηκε το φθινόπωρο του 1946 για την άμυνα της υπαίθρου και της επαρχίας απέναντι στις δυνάμεις του ΔΣΕ και βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Τα μέλη τους στρατολογούνταν κυρίως από κατοίκους της υπαίθρου και συνεργάζονταν συνήθως με την Χωροφυλακή και την Εθνοφυλακή

Κυριακή, Φεβρουαρίου 01, 2026

Θολός βυθός, Γιάννης Ατζακάς

Αν μια ματιά, φωτεινή σαν αχτίδα,
μπορούσε πραγματικά να φωτίσει βαθιά, ως τον θολό βυθό,
τις θαμπές σκιές και τα σκοτεινά βάραθρα.
Αν ο λόγος, κοφτερός σαν μαχαίρι,
μπορούσε να χαράξει ως μέσα στο κόκαλο,
αν μπορούσε να δώσει, για λίγο έστω,
πνοή στα αναιμικά φάσματα.
     Στον «θολό βυθό» της μνήμης καταβυθίζεται ο συγγραφέας στο αυτοβιογραφικό αυτό βιβλίο, το δεύτερο της τριλογίας που αφιερώνει στην πολυτάραχη ζωή του (τα άλλα δύο: «Διπλωμένα φτερά» και «Το φως της Φονιάς»). Και δεν είναι τόσο τα σημαδιακά ή συγκλονιστικά γεγονότα που δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό «πολυτάραχη», όσο το αποτύπωμα που αφήνουν τα ιδιαίτερα βιώματα στον ψυχικό κόσμο του ήρωα, που στο συγκεκριμένο αυτό, δεύτερο βιβλίο της βιογραφίας του, προσπαθεί να «συνδεθεί» με το Παιδί, το παιδί που υπήρξε κάποτε και που κρύβει τη φωνή του μέσα βαθιά στο υποσυνείδητο του ώριμου πια, κατασταλαγμένου φιλόλογου και συγγραφέα, Γιάννη Ατζακά.
     Το μικρό ορφανό παιδί που γεννήθηκε στον Θεολόγο της Θάσου μέσα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1941), με μάνα την… γιαγιά Βενετιά (αφού μεγάλωσε λίγο κατάλαβε ότι αυτή που αποκαλούσε «μάνα» ήταν η γιαγιά του), και πατέρα τον Γιώργη που εξαφανίστηκε στα βουνά -και φυσικά κανένας δεν μιλάει γι’ αυτό-, όταν πια ενηλικιώνεται και γίνεται ένας μορφωμένος ώριμος άντρας, γυρεύει να ανασύρει από το πέλαγος των αναμνήσεων τη δική του, τραυματική αλήθεια (με την κρυφή προσδοκία ότι μέσα στη μοναξιά και την απόλυτη σιωπή θα μπορούσε να ξαναβρεί τα σβησμένα ίχνη εκείνου του ξεριζωμένου παιδιού). Γιατί ο μικρός Γιάννης μέχρι τα οκτώ του χρόνια μεγάλωσε με τη γιαγιά του και με τον «πάππο» Γιάννη στις δύσκολες αγροτικές συνθήκες της εποχής εκείνης στο ορεινό χωριό της Θάσου (σε γενικές γραμμές αυτήν την περίοδο την καλύπτει το βιβλίο «Διπλωμένα φτερά»), στη συνέχεια όμως, την ανατροφή και μόρφωσή του «ανέλαβε» η… βασίλισσα Φρειδερίκη! Από την παιδόπολη «Απόστολος Παύλος» στο Καστρί της Κηφισιάς (για ένα χρόνο), στο Ιωσηφόγλειο στη λεωφόρο Συγγρού για άλλον ένα χρόνο, από κει στην «καλή Παναγιά» της Βέροιας όπου έμεινε άλλα τέσσερα χρόνια και δύο χρόνια στη Θεσσαλονίκη (στην αρχή στην παιδόπολη «Άγιος Δημήτριος» και στη συνέχεια σ’ ένα θείο του), ο Γιάννης έφτασε 16 χρονών για να επιστρέψει πάλι στο χωριό. Οκτώ χρόνια ένα μικρό παιδί, σε παντελώς άγνωστο περιβάλλον, και κάθε φορά διαφορετικό: ξανά και ξανά προσαρμογή, νέοι φίλοι κάθε φορά, νέες συνήθειες, νέες ρουτίνες, καινούριοι ομαδάρχες, δάσκαλοι, καθηγητές.
     Πρόκειται λοιπόν για μια δύσκολη «ενηλικίωση», ενός παιδιού που ψηλαφεί έναν κόσμο ακατανόητο, ενός παιδιού που θάβει τις φωνές και τα ερωτηματικά μέσα του γιατί ξέρει από πολύ νωρίς ότι, αν υπάρχουν απαντήσεις, αυτές είναι πολύ περίπλοκες. Αλλά το πιο οδυνηρό δεν είναι η πικρή μοναξιά ή ο φόβος του αγνώστου, είναι ότι αυτά τα «πέτρινα», δύσβατα χρόνια που βιώνει ως μικρό παιδί οδηγούν σ’ ένα είδος «αποστασιοποίησης», ένα είδος έλλειψης επαφής με το συγκινησιακό στοιχείο· με τα συναισθήματα, την αγάπη, τη νοσταλγία, την ενσυναίσθηση, -που μπορεί να πονούν αλλά κρατούν ζωντανούς τους δεσμούς με τα πρόσωπα που αγαπάς και σ’ αγαπούν. Κι είναι ο ενήλικας Γιάννης βέβαια που συνειδητοποιεί αυτήν την «ψυχική αναισθησία», όπως ακριβώς η ουλή σ’ ένα τραύμα που έχει κλείσει έχει χάσει την ευαισθησία στον πόνο: Μια βαθιά απάθεια, σαν μια σπάνια και άγνωστη νόσος, χωρίς συμπτώματα, χωρίς πόνο, αλλά και χωρίς ίαση, πρέπει να είχε προσβάλει τον ίδιο, όπως και τα περισσότερα από τα παιδιά. Το μόνο που ίσως μπορούσε τότε να νιώσει ήταν το αίσθημα μιας ατέλειωτης εγκατάλειψης, μιας περηφάνιας άπειρες φορές πληγωμένης.
     Αυτή η μεταλλαγή δεν γίνεται φυσικά αμέσως. Περνούν χρόνια στέρησης της μητρικής αγκαλιάς και της οικογενειακής θαλπωρής, άπειρες στιγμές αισθημάτων εγκατάλειψης, για να έρθει η στιγμή που η επίσκεψη της μαμάς/γιαγιάς Βενετιάς (που έρχεται πολύ σπάνια η καημένη) θα του φέρνει πια αμηχανία, και κάποια στιγμή στα δέκα-έντεκα θα νιώσει ανακούφιση όταν θα τη βλέπει να φεύγει… (είχα με τα χρόνια ξεπονέσει, φαίνεται. Δεν είχα πια οικογένεια, δεν είχα δικούς, δεν είχα σπίτι, δεν είχα χωριό). Θυμίζοντας τη θρυλική φράση του Ομήρου «ἀφρήτωρ ἀθέμιστος ἀνέστιός ἐστιν»…
     Αυτό το δεύτερο βιβλίο, λοιπόν, σαν ενδιάμεσος σταθμός ανάμεσα στους «δυο» Γιάννηδες, εκφράζει την άρση του εσωτερικού αυτού διχασμού, την συμφιλίωση με τον παιδικό, αποσυνδεδεμένο εαυτό (κάτω από τις αργές επιστρώσεις του χρόνου στο πρόσωπο και στα βάθη της ψυχής του, είχε άραγε παραμείνει ο ίδιος;). Και είναι πολύ ευφυής ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας μεταφέρει αυτήν την εσωτερική ανάγκη της «σύνδεσης με τον εαυτό» στη δομή του δεύτερου αυτού βιβλίου της τριλογίας (τα άλλα δύο έχουν πιο γραμμική αφήγηση): έχουμε δύο επίπεδα, δυο παράλληλες αφηγήσεις: του ήρωα-συγγραφέα που μεταφέρει την ψυχολογία του εξηντάχρονου Γιάννη, σε γ΄ ενικό (σε πλάγια γραφή), και την άμεση, πρωτοπρόσωπη «φωνή του Παιδιού», φυσικά σε πιο εκτεταμένη μορφή, μια «φωνή» που αφουγκράζεται και σχολιάζει ο συγγραφέας. Μ’ αυτόν τον ευρηματικό τρόπο ο αναγνώστης παρακολουθεί, όχι ακριβώς τις αναμνήσεις του ενήλικα ήρωα, αλλά τον τρόπο με τον οποίο το ίδιο το μικρό παιδί, με την απραγία και την άγνοια της ηλικίας, προσέλαβε τις εμπειρίες και τις εντυπώσεις από έναν κόσμο χαώδη (μεταπολεμικό κλίμα εμφυλίου), κατά το δυνατόν βέβαια.
     Ο αναγνώστης έρχεται αρχικά σ’ επαφή με τον ενήλικα Γιάννη. Έναν άνθρωπο μοναχικό και στοχαστικό, που αρέσκεται να περιπλανιέται στη φύση μακριά από την τεχνολογία και τον «πολιτισμό», να παρατηρεί τις εναλλαγές και τις αποχρώσεις προκειμένου να βρει τους ρυθμούς και τον εσωτερικό παλμό των αναμνήσεων. Είναι φανερή, ιδιαίτερα στην εισαγωγή του βιβλίου, η εσωτερική συγγένεια με τον λόγο του Σεφέρη («Κράτησα τη ζωή μου…» Αυτός όμως πώς κράτησε τη ζωή του; Και ποια ζωή;/όπου και να ταξιδέψεις όμως, ο τόπος αυτός πάντα θα σε πληγώνει). Πρόκειται για έναν ψυχισμό όπου όλα γίνονται αρχετυπικά και σημαδιακά, μια αρχέγονη γραφή όπου ο εξωτερικός κόσμος αντιστοιχεί στις ψυχικές καταστάσεις (ολόκληρη η ιστορία του πλανήτη ήταν γραμμένη πάνω στα σχήματα και τις πτυχώσεις (των βράχων), πάνω στα ρήγματα και τις ραβδώσεις, στα άπειρα απολιθώματα που άφησαν πάνω τους τα όστρακα, οι ρίζες και τα φυτά του βυθού).
     Στα μέρη αυτά του βιβλίου βλέπουμε έναν ελεύθερο από «μικρούς και μεγάλους» καταναγκασμούς άνθρωπο, που επιστρέφει· επιστρέφει πρώτα πρώτα στη «γοητεία του λόγου» (φέτος θα επέστρεφε στη γραφή, σκέφτηκε), κυρίως όμως επιστρέφει στον παιδικό κόσμο, απ’ όπου μετά από τόσα χρόνια ξενιτεμού, είχε γίνει ξένος, ακόμη και στον ίδιον τον τόπο του. Είναι η χρονική στιγμή της απόφασης να ανασύρει από μέσα του ολόκληρη την παλιά ιστορία, να ζωντανέψει, αν το μπορούσε, όλες εκείνες τις ξεχασμένες μέρες, χωρίς τίποτα να αποκρύψει και τίποτα να επινοήσει. Μια πολύ βαθιά ανάγκη τον ωθεί να αναζητήσει στα χρόνια αυτά την καταγωγή των συνηθειών, των εμμονών και των φόβων που τον συνοδεύουν και στην ενήλικη ζωή. Την καταγωγή των αντιφάσεων που βρίσκονται θαμμένες στον ερμητικά κλειστό, τον μυστικό του λαβύρινθο/σ’ αυτόν τον εσώτερο χώρο, όπου σε κανέναν δεν είχε επιτρέψει ποτέ να εισέλθει και που ήταν το δικό του άδυτο, ο πραγματικός πυρήνας της ύπαρξής του.
     Η «επιφάνεια» του Παιδιού
Άκουσε τότε, σιγανά στην αρχή,
να φτάνει από πολύ μακριά η φωνή του Παιδιού
–πως γίνεται στα όνειρα,
όπου τα πρόσωπα παίρνουν ζωή και μιλιά
     Είναι έξι ουσιαστικά τα «καταχωνιασμένα χρόνια» στις παιδοπόλεις (8 με 14 χρονών), γιατί ο Γιάννης τα δύο πρώτα χρόνια στο Γυμνάσιο (δηλαδή από τα 14 μέχρι τα 16 του) έμεινε στην παράγκα του θείου του του Παντελή, στη Θεσσαλονίκη. Έξι χρόνια στην πιο τρυφερή και εύπλαστη ηλικία, όπου ταυτόχρονα έχει διαμορφώσει σκέψη και μνήμη. Ο Γιάννης όμως είναι ένα υγιές και έξυπνο παιδί, και παρόλο που τον πρώτο καιρό ήταν «σαν το μικρό αρνί, το χαμένο μέσα στο μεγάλο κοπάδι», δεν φαίνεται να παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία στο να προσαρμοστεί. Άλλωστε οι συνθήκες, πέρα από την πειθαρχία και τη ρουτίνα στρατοπέδου (και από την πλύση εγκεφάλου στις εθνικιστικές ιδέες, πράγμα που δεν είναι ακόμα αισθητό στο 8χρονο παιδί) δεν είναι και τόσο άσχημες, τουλάχιστον δεν υπάρχει σωματική βία…
     Στην παιδούπολη «Άγιος Αλέξανδρος» τοποθετείται στην 2α Δημοτικού, και μαζί του είναι απ’ το χωριό και η Μαρίκα (6η Δημοτικού), η κόρη του καπετάνιου, που στην αρχή είναι σαν μεγάλη του αδελφή. Βλέπουμε την καθημερινή ζωή με τις δύσκολες στιγμές (νοσταλγία, κλάμα, ερωτηματικά) αλλά και με τις χαρούμενες (παιχνίδια στην αυλή, δώρα και γιορτές τα Χριστούγεννα, επίσκεψη της… βασίλισσας (της «Μεγάλης Μητέρας»)· κρύο τον χειμώνα, χαρά την άνοιξη, χαρταετός την Καθαρά Δευτέρα (ήταν η πρώτη φορά που γέλασα τόσο πολύ/για πρώτη φορά ο νους μου δεν έτρεχε στο χωριό, αλλά στον κόσμο που είδα έξω εκείνη τη μέρα, στα παιδιά που έτρεχαν χαρούμενα γύρω απ’ τους γονιούς τους), μπάνιο στο Καβούρι στο τέλος της σχολικής χρονιάς.
     Σ’ αυτήν τη δύσκολη, πρώτη χρονιά, ο Γιάννης είχε μόνο μια επίσκεψη από τη θεία του τη Μαρία, ενώ εκείνος έστειλε ένα μοναδικό γράμμα στη γιαγιά του με διεύθυνση «γιαγιά, χωρίον» (για τον πατέρα μου δεν έγραφα τίποτε. Το καταλάβαινα μέσα μου, χωρίς όμως να μπορώ να το εξηγήσω, ότι αυτός ήταν η αιτία που με πήραν απ’ το χωριό, κι ας είχα να τον δω περισσότερο από δυο χρόνια). Κι όταν ήρθε η γιαγιά Βενετιά, στο τέλος της χρονιάς, τα συναισθήματα ήταν ανάμεικτα: την κάκιζα κρυφά από μέσα μου/ένιωθα πως ερχόταν από έναν πολύ μακρινό κόσμο, που κάποτε ήταν ο δικός μου κόσμος).
     Το πρώτο καλοκαίρι, με σινεμά και Καραγκιόζη, αποχαιρετά την παιδόπολη, και, επειδή είναι «πεντάρφανος» τον ετοιμάζουν για το Ιωσηφόγλειο ορφανοτροφείο (σκεφτόμουν περισσότερο το Καστρί τώρα παρά το χωριό μου/είχα χάσει και πάλι όσα αγαπούσα), στη Συγγρού απ’ όπου έβλεπε Φάληρο και Σαρωνικό (ένιωθα, χωρίς να ξέρω γιατί, και χαρούμενος και λυπημένος μαζί). Είναι η ηλικία που αρχίζει η μανία με το ποδόσφαιρο (το γήπεδο του Πανιωνίου είναι κοντά) και όλα τα αγόρια κόβουν φωτογραφίες με ποδοσφαιριστές («φάσεις») και συναγωνίζονται ποιος θα μαζέψει τις σπανιότερες.
     Τέλος, ο τελευταίος σταθμός πριν από τη Θεσσαλονίκη, ήταν η «Καλή Παναγιά» στη Δοβρά (Βέροια), μέσα στην «αγκαλιά του βουνού», στα κτήματα και στ’ αμπέλια (ήταν σαν να επέστρεφα πάλι στον δικό μου, γνώριμο κόσμο). Η προσαρμογή στην «Ομάδα Βίτσι» με την στριφνή ομαδάρχισσα Θεοδώρα Μουμτζή (θα μιλήσει η «αγία ράβδος»), τρομοκρατεί στην αρχή τον δεκάχρονο πια ήρωά μας, ο οποίος απομονώνεται και αναπολεί την προηγούμενη παιδόπολη (!), σκέφτεται τον παππού και τη γιαγιά του, και κάνει προσπάθειες να προσαρμοστεί στην καινούργια, απαιτητική ρουτίνα στρατοπέδου. «Είναι τόσο πολλοί οι κανόνες και οι απαγορεύσεις, που είναι αδύνατον να μην παραβιάσεις κάποιον». Κι όμως «μη ρωτήσεις τώρα, πού βρίσκαμε τον καιρό και το κέφι σαν παιδιά να χαρούμε και μεις λίγο. Και χρόνο είχαμε και κέφι και χώρο απέραντο είχαμε. Και να το πω ξεκάθαρα από τώρα, τα χρόνια μου στην «Καλή Παναγιά» ήταν τα πιο ευτυχισμένα για μένα από τότε που με πήραν μακριά απ’ το νησί».
     Παρακολουθούμε με ενδιαφέρον, χάρη στην αφηγηματική επιδεξιότητα του συγγραφέα πάντα, την «φωνή» του μικρού Γιάννη καθώς ανακαλύπτει τον κόσμο, έστω και μέσα από την περίκλειστη κοινωνία της παιδόπολης: καινούργια τραγούδια, επαφή με τη φύση, το πρώτο ξύλο με αξιοπρέπεια, παιχνίδια (μπάλα, γήπεδο, κρυφτό, κυνηγητό), τα πρώτα βιβλία (που φυσικά είναι ή θρησκευτικά ή για τους συμμορίτες), την πρώτη αρρώστια με βαρύ πυρετό (ηλίαση), εμβατήρια και ατέλειωτους λόγους σε «δύσκολη γλώσσα» (καθαρεύουσα). Τότε μνημονεύει ο μικρός Γιάννης και την αντικομμουνιστική υστερία, είναι όμως πολύ μικρός για να θέσει ερωτήματα στον εαυτό του.
     Όταν φεύγει από την παιδόπολη η Μουμτζή (ο «κακός νάνος»), κι έρχεται στη θέση της η γλυκιά και νεαρή δις Αλίκη, αρχίζει και η δεύτερη χρονιά στην «Καλή Παναγιά». Έχουν τώρα έναν πολύ αγαπητό νέο δάσκαλο που επαίνεσε για πρώτη φορά τις επιδόσεις του ήρωά μας. Ήταν και το έναυσμα για να πάρει στροφές προς το μονοπάτι της μόρφωσης (από τη μέρα εκείνη, σαν να με είχε αγγίξει ένα μαγικό ραβδί, άρχισε η μεταμόρφωσή μου). Οι αντικομμουνιστικές ιστορίες όμως για κακούς συμμορίτες αρχίζουν να τον αναστατώνουν· από τη μια οι άθεοι, οι απάτριδες, οι προδότες, οι κατσαπλιάδες, οι αντάρτες, οι ληστές κι απ’ την άλλη η πατρίδα, η σημαία, ο βασιλιάς, ο στρατός, η εκκλησία, η Παναγία, ο Χριστός (σκεφτόμουν πως αν ο πατέρας μου ήταν μ’ αυτούς, τότε θα ήταν κι αυτός συμμορίτης και κατσαπλιάς και ληστής/αυτό όμως εγώ δεν μπορούσα να το δεχτώ για τον δικό μου πατέρα, όσο λίγο κι αν πρόλαβα να τον γνωρίσω). Πέρα απ’ αυτό όμως, αποκρυσταλλώνονται και τα δύο θεμελιακά ερωτήματα: Ζει ο πατέρας μου; Και… Τι σημαίνει «Ορφανός αμφοτέρων των γονέων»;
     Η αντίδραση του «Παιδιού» σ’ αυτήν την αντιφατική τυράγνια ήταν, η απώθηση. Σ’ αυτή τη φάση της ζωής του, τουλάχιστον, ο Γιάννης έχει αρχίσει να ξεχνά τον πατέρα του, να μην τον αναζητά, να ξεχνά ότι ήταν γιος αντάρτη, ύστερα να το αρνείται (κι αφού τα ανυποψίαστα εκείνα πλάσματα ούτε ήξεραν κι ούτε τους επιτρεπόταν να υπερασπιστούν τους δικούς τους, το μόνο που τους απέμενε τότε ήταν να τους απαρνηθούν).
     Καθώς μπαίνει στην ήβη, ο ήρωάς μας αρχίζει και διαβάζει λογοτεχνικά βιβλία, να ταυτίζεται με τους ήρωες και τα ορφανά του Έκτορος Μαλό, να αναπολεί το χωριό, να ταξιδεύει στον μαγικό κόσμο των παραμυθιών. Αγαπημένος ήρωας ο…Διγενής Ακρίτας, αγαπημένη απασχόληση ο ανθόκηπος που φτιάχνουν με την δεσποινίδα Αλίκη. Μετά από έναν βαρύ χειμώνα, την άνοιξη τη χαρακτηρίζει «άγρια», συγκινείται από τα Εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής (τι αθωότητα, Θεέ μου, τι παιδική άγνοια/να αισθάνεται ευτυχισμένο μ’ έναν δικό του τρόπο), πηγαίνουν εκδρομή στη Νάουσα, έγραψε την καλύτερη έκθεση… Ωστόσο, ο καημός για τον πατέρα που «μπόρεσε και τους άφησε» επανέρχεται, τώρα που μπαίνει στην εφηβεία.
     Στα «ανταρτόπληκτα» προστέθηκαν και τα «σεισμόπληκτα» από τους σεισμούς της Κεφαλονιάς, μια μεγάλη αλλαγή στην περιορισμένη κοινωνική ζωή τους (είχαν φέρει κάτι αλλιώτικο στη ζωή μας). Έχουν περάσει ήδη τα τέσσερα πρώτα χρόνια «εγκλεισμού» κι ο Γιάννης έχει βρει νόημα στα μαθήματα· το παιδί που έμεινε στην… πρώτη δημοτικού είναι τώρα απ’ τους καλύτερους μαθητές. Ένας νέος κόσμος, ο κόσμος της γνώσης έχει αρχίσει να φανερώνεται και να τον κερδίζει. Με τα πολλά αποφασίζει να συνεχίσει στο Γυμνάσιο, διαπρέπει στις εξετάσεις (ο μόνος που πέρασε με το σπαθί του και μας έβγαλε ασπροπρόσωπους ήταν ο Α(ρ)χοντής).
     Κι έτσι, στην άγουρη εφηβεία, όταν οι πόθοι και οι πονηρές σκέψεις αρχίζουν και σκάνε σαν μπουμπούκια, τελειώνει και η τετραετής θητεία του «παιδιού» στην Καλή Παναγιά. Στην γιορτή αποχωρισμού δεν συγκινήθηκαν μόνο τα παιδιά και οι ομαδάρχες αλλά και ο αναγνώστης νιώθει μαζί τους ότι αποχαιρετά έναν κόσμο- μικρόκοσμο, περιορισμένο αλλά ασφαλή όπου όμως χωρούσαν όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα, φιλία, αγάπη, μοναξιά, πίκρα, νοσταλγία:
     Καληνύχτα αξέχαστοι σύντροφοι, παντέρημα ορφανά, χαμένα μέσα στις συνάξεις των ομάδων, των ενωμοτιών, των συγκροτημάτων, των γενικών συγκεντρώσεων, ξεχασμένα μέσα στο ξεχασμένο και βουβό παιδικό πλήθος, καληνύχτα.
     Εφηβεία, γυμνάσιο και έρωτες
Ο έξω κόσμος έπεσε ξαφνικά πάνω μου με την ορμή και τη σκληρότητα γρανίτη
     Η προσγείωση στον «Άγιο Δημήτριο», στη μεγάλη πόλη, στη Θεσσαλονίκη, δεν ήταν εύκολη («Η μόνη μας δουλειά εδώ είναι το σχολείο, παιχνίδι έχει μόνο μετά τη μελέτη. Όποιος χάνει χρονιά πηγαίνει για τέχνη ή φεύγει απ’ την παιδοπολη»). Νιώθει για άλλη μια φορά χαμένος και η σκέψη του άγουρου έφηβου μένει για πολύ καιρό στην «Καλή Παναγιά». Όμως αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται κι απ’ την επαφή με τον έξω κόσμο, με τη μεγάλη πόλη, με τη θάλασσα. Άλλωστε, στη Θεσσαλονίκη έχει και συγγενείς! Τον θείο Παντελή, αδερφό του πατέρα του και την οικογένειά του, με τις πέντε «δυχατέρες».
      Η παρθενική περιπλάνηση του άπειρου νεαρού στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να βρει το σπίτι του θείου του είναι από μόνη της ένα διήγημα… Αγωνία αλλά και κατάπληξη όταν είδε ότι δίπλα στις μεγάλες πολυκατοικίες υπάρχουν και παράγκες, μέσα σε μία από τις οποίες ήταν και οι συγγενείς του. Είναι ωστόσο οι «άνθρωποί του» (εμ, καλά λένε ότι το αίμα τραβάει), όπου η υποδοχή ήταν φτωχική αλλά πολύ θερμή. Αλλόκοτες σκέψεις κι ερωτηματικά αρχίζουν να κατακλύζουν τον Γιάννη, που συνειδητοποιεί ότι η ασφάλεια της παιδόπολης δεν του δίνει απαντήσεις στα χιλιάδες ερωτηματικά του έξω κόσμου. Ότι είναι ένα «θλιβερό ορφανοτροφείο που είχε μαζέψει τα παιδιά ενός μακρινού και ξεχασμένου πια πολέμου». Συγκρίνει τον εαυτό του, που κατατάσσεται στα «ανταρτόπληκτα παιδιά» με τα άλλα παιδιά του γυμνασίου, νιώθει μια ακαθόριστη θλίψη. Κι επίσης του λείπει η φύση.
     Υπάρχουν ωστόσο αντίβαρα στο αίσθημα «ξενότητας» για ένα ζωηρό κι ευέλικτο μυαλό όπως του συγγραφέα, ο κινηματογράφος, οι βόλτες στη θάλασσα με τον θείο, οι στενές παρέες με φίλους (συμμετείχε και σε μια μυστική θρησκευτική ομάδα/αδελφότητα), αλλά ίσως το πιο σημαντικό είναι ότι εκείνες τις τελευταίες μέρες του 1954 και στις δυτικές εσχατιές της πόλης, πρέπει να είχε τις απαρχές του ο εσώτερος λυρικός βίος του, αυτός ο σκοτεινός ποταμός των πόνων, των πόθων και των παθών.
     Η «έξοδος»
     Όπως σημειώνει και η «φωνή του παιδιού», η Βασιλική Πρόνοια εγκατέλειψε τον Γιάννη: λόγω των παιδιών που ήρθαν στην παιδόπολη από τους σεισμούς του Βόλου, θα συνεχίσουν στον «Άγιο Δημήτριο» μόνον όσοι βγάλαν βαθμό πάνω από δεκαεπτά. Εδώ η θεία Ανθούλα, με τα πέντε μικρά παιδιά μέσα στην παράγκα, έδειξε το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής: «Τι θα δούμε και θα ξεδούμε χριστιανέ μου; Θ’ αφήσουμε το παιδί του αδερφού σου να σέρνεται από δω κι από κει; Τι πέντε, τι έξι στόματα»!!!
     Άλλος ένας λοιπόν αποχαιρετισμός, άλλο ένα κεφάλαιο κλείνει, κι έτσι ο Γιάννης, τελειώνει τις δύο πρώτες τάξεις του γυμνασίου εγκαταστημένος στο σπίτι του θείου. Κι όταν θα επιστρέψει στο χωριό, μετά από οκτώ χρόνια απουσίας, μια μεγάλη έκπληξη θα τον περιμένει…
     Ο εκ των υστέρων αναστοχασμός
Ο Γιάννης δεν ήξερε ακόμη να πει
αν είχε ακούσει αυτό που όλους αυτούς τους μήνες αποζητούσε
με τέτοια μυστική εμμονή, με τέτοιο πάθος
     Όπως γράφει και ο ενήλικας Γιάννης, «ένα παιδί κλεισμένο πίσω από μάντρες και συρματοπλέγματα, δεν μπορεί να γνωρίζει το αγεφύρωτο χάσμα που είχε χωρίσει στα δύο όλον τον μεταπολεμικό κόσμο» ούτε τον μηχανισμό που προσπαθούσε να χειραγωγήσει πάνω από τριάντα χιλιάδες ορφανά. Το παράδοξο ήταν ότι η κοινωνία στις παιδοπόλεις ήταν «αταξική», με απόλυτη ισότητα και κοινοκτημοσύνη, εφαρμόζοντας στην πράξη την κοινωνική θεωρία που καταπολεμούσε με τόσο φανατισμό! Ωστόσο, το μικρό παιδί δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί να υποκατασταθεί, ούτε το χωριό, ούτε η οικογένεια (ένα συφοριασμένο στρατόπεδο παιδιών, ήταν), ούτε τον μηχανισμό χειραγώγησης σ’ ένα μοντέλο εθνικιστικό τύπου «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια».
     Ο 65χρονος συγγραφέας βλέπει φυσικά από απόσταση το θρησκευτικό παραλήρημα του παιδικού εαυτού του, σαν μια βαθύτερη ανάγκη να ανήκεις κάπου, να πιστέυεις κάπου (ίδιον της εφηβείας, άλλωστε). Αντικρίζει κατάματα όλες αυτές τις αντιφάσεις που έπρεπε να χωρέσουν σε μια παιδική ψυχή, τις παθογένειες ενός διχασμένου κόσμου.
     Ο θολός βυθός της μνήμης αποχαιρετά το Παιδί, που η φωνή του αναδύθηκε για να «γεφυρώσει τις δύο όχθες της βυθισμένης ζωής του».
Χριστίνα Παπαγγελή

 


Τρίτη, Αυγούστου 26, 2025

Μίσια -Το καζακί, Μιχάλης Ανδρέοβιτς

     Τη συναρπαστική βιογραφία του Μίσια Αντρέοβιτς (1890-1954), του οποίου τα πρώτα τριάντα χρόνια παρακολουθήσαμε στο βιβλίο «Μίσια, ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ –ΠΟΛΕΜΟΣ-ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ-ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ»[1], συνεχίζει στο δεύτερο αυτό βιβλίο ο αγαπημένος φίλος και συγγραφέας Μιχάλης Αντρέοβιτς, που αυτή τα φορά εισάγει έντονα το βιωματικό στοιχείο, εφόσον η αφήγηση αφορά τη συνέχεια του βίου του παππού του! Πρόκειται για μια ζωή γεμάτη δοκιμασίες, μεταπτώσεις -«περιπέτειες» με την αρχαία σημασία της λέξης (απότομη μεταβολή της τύχης) αλλά και με τη νέα-, με έντονα συναισθηματικές δοκιμασίες, και με ρευστό ιστορικό υπόβαθρο, εφόσον πρόκειται για περίοδο μεταβατική για όλον τον δυτικό κόσμο.
     Όπως υπαινίσσεται και ο υπότιτλος του πρώτου βιβλίου, ο ήρωάς μας, γεννημένος το 1890 στο Χάρκοβο της σημερινής Ουκρανίας -τότε Ρωσίας- , αντρώθηκε σε μια εποχή θυελλώδη για την Ευρώπη (Α' Παγκόσμιος πόλεμος), τη Ρωσία (Οκτωβριανή επανάσταση -1917) αλλά και τον κόσμο ολόκληρο, κι αντί να διάγει τον βίο του ως γαιοκτήμονας, ίλαρχος κι εκτροφέας αλόγων όπως υπαγόρευε η κοινωνική του τάξη, πέρασε δια πυρός και σιδήρου χάνοντας όλα τα αγαπημένα του πρόσωπα για να φτάσει 30 χρονών πρόσφυγας στον Πειραιά, στα 1920. Ο συγγραφέας μάς υπενθυμίζει σε αδρές γραμμές αυτά τα μακρινά παιδικά και δύσκολα νεανικά χρόνια, ενώ την περίοδο από το 1920 (στον Πειραιά) μέχρι το αφηγηματικό παρόν που είναι το 1954 (στην περιοχή του Έβρου), η αφήγηση γίνεται πιο παραστατική, πιο μυθιστορηματική σε σύγκριση με το πρώτο βιβλίο, που είχε τον χαρακτήρα μαρτυρίας, από επιφύλαξη και σεβασμό στα πραγματικά αλλά πολύ μακρινά γεγονότα. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι εδώ ο συγγραφέας έχει πια αδιάσειστες μαρτυρίες, όπως αυτές του πατέρα του αλλά και των υπόλοιπων συγγενών…
     Βρισκόμαστε λοιπόν στα 1954, στο δέλτα του Έβρου («Μαρίτσα» από την τούρκικη ονομασία Μέριτς), σ’ αυτήν την αμφιλεγόμενη περιοχή όπου ανέκαθεν διασταυρώνονταν λαοί, συνήθειες και πολιτισμοί. Γκιαούραντας, Καρπουζλού, Πόρος, Φερές> Φερελιώτικα, Ύψαλα, Πέπλος, κάποια από τα τοπωνύμια που μοιράζονται ανάμεσα στα ελληνικά και τουρκικά εδάφη τον Έβρο και τα πλούσια σε 
ψάρια και φερτές ύλες νερά του (πολύ βοηθητικός ο στοιχειώδης χάρτης της περιοχής). Πολλοί λοιπόν οι ντόπιοι ψαράδες, Έλληνες και Τούρκοι.
     Ευρηματικό αλλά και εμβληματικό το «καζακί», που χαρίζει τον τίτλο του και στο βιβλίο, αυτό το ευέλικτο, ντόπιας έμπνευσης ψαροκάικο των υφάλμυρων νερών με τη μικρή καρίνα, με το οποίο ο 64χρονος Μίσια εδώ και 19 χρόνια βιοπορίζεται. Τον βλέπουμε, στην πρώτη σκηνή του έργου να ψαρεύει με τον γιο του Αντρέα (τον πατέρα του συγγραφέα), σε μια ήρεμη περίοδο του βίου του, αφού έχουν πια καταλαγιάσει τα έντονα πάθη, ο πόλεμος, ο εμφύλιος, οι εξορίες, οι θάνατοι και η πείνα. Το βιβλίο ξεκινά με μια ήρεμη εικόνα (που θυμίζει Αγγελόπουλο) στις περιοχές των εκβολών του Έβρου, τις οποίες τόσο γλαφυρά μας περιγράφει ο συγγραφέας υποβοηθούμενους από τον χάρτη, χρησιμοποιώντας λέξεις και όρους της ντοπιολαλιάς. Έγινε λοιπόν ψαράς ο ίλαρχος/υπίλαρχος, επίδοξος ιπποκόμος του τσάρου, αφού έμαθε βέβαια πολύ καλά τα ελληνικά, και αφού, σαν σύγχρονος Οδυσσέας, απέκτησε πολλές 
εμπειρίες και γνώσεις… Μόνο που την ήρεμη αυτή εικόνα διαταράσσει η σύλληψη των δύο ψαράδων από την τουρκική αστυνομία, με την κατηγορία ότι έκλεψαν τα ζώα ενός τούρκου κτηνοτρόφου!
     Είναι ευρηματική η κυκλική δομή που ακολουθεί ο συγγραφέας, εφόσον ο αναγνώστης αφήνει πατέρα και γιο μέσα στην τουρκική φυλακή, για να τους ξανασυναντήσει προς το τέλος του βιβλίου, καθώς δίνεται η λύση στο πρόβλημα που προέκυψε με την τουρκική αστυνομία. Στο ενδιάμεσο όμως βυθιζόμαστε σ’ένα παρελθόν πολυδιάστατο με στιγμές ζοφερές αλλά και γεμάτες χαρά, που αντικατοπτρίζουν μια εποχή όπου ο κόσμος στην περιοχή αυτή ζούσε και αγωνιζόταν σκληρά στο σήμερα χωρίς να ξέρει τι του ξημερώνει την επομένη. Ο αναγνώστης παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα την υποτιθέμενη αφήγηση του πατέρα Μίσια στον γιο του Αντρέα, καθώς οι μέρες εγκλεισμού περνάνε και ο Μίσια, τις ατέλειωτες νύχτες φέρεται να μιλά για το παρελθόν (έμοιαζε σαν μια ανάγκη εξομολόγησης αλλά ταυτόχρονα ήταν και η απαραίτητη «φυγή» από το δυστοπικό παρόν. Παράλληλα του παρείχε τη δύναμη που πηγάζει από την κοινωνική ανάγκη της επικοινωνίας, καθώς ταυτόχρονα γινόταν και ο φράχτης απέναντι στον ιδρυματισμό που θα μπορούσε να τους απειλήσει).
     Η πολύπαθη, γεμάτη περιπέτειες και ανατροπές ζωή του Μίσια ξεδιπλώνεται λοιπόν μπροστά μας, ξεπερνώντας κάθε φαντασία καθώς εναλλάσσεται η ελπίδα -ο έρωτας -η προσαρμογή σ’ έναν τόπο, με την απελπισία -τον θάνατο -τον ξεριζωμό. Θα τον δούμε πρώτα πρώτα στον Πειραιά, αμέσως μόλις ξεμπαρκάρει μετά τη Ρωσική Επανάσταση και την καταστροφή της οικογένειάς του (με αποκορύφωμα τον θάνατο της Νατάσας, της πρώτης μεγάλης αγάπης που γνωρίσαμε στο πρώτο βιβλίο), ένα ψυχικό ράκος ανάμεσα σε διαλυμένους ανθρώπους.
     Από το ρωσικό νοσοκομείο όπου έμεινε μετέωρος για μερικές μέρες, καταφεύγει σε εγκαταλελειμμένο στρατόπεδο για πρόσφυγες (ακόμα δεν έχει έρθει το μεγάλο κύμα της μικρασιατικής καταστροφής), έχοντας ως μοναδικό σύνδεσμο με την προηγούμενη ζωή του τον φίλο του Βάνια, ο οποίος όμως έχει τελείως διαφορετικό προσανατολισμό.
     Η ένταξή του στον κόκκινο στρατό όσο ήταν στη Ρωσία τον απομονώνει από τους υπόλοιπους εμιγκρέδες και του δημιουργεί και απρόσμενα προβλήματα όταν καλείται η κρατική επιτροπή να αξιοποιήσει τα προσόντα του πάλαι ποτέ ίλαρχου. Με τα πολλά, τοποθετείται ως φροντιστής αλόγων σε ίλη επιλαρχίας, ως πολιτικός υπάλληλος του στρατού. Ο Μίσια θα μείνει στην Αθήνα με τη νέα του ιδιότητα που του επιτρέπει να ζήσει αξιοπρεπώς για ένα περίπου χρόνο, αλλά μια ασυνήθιστη ερωτική αποτυχία τον ωθεί να δεχτεί με προθυμία τη μετακίνηση της μονάδας στον Βορρά, συγκεκριμένα στο Διδυμότειχο.

Από το φως στο σκοτάδι
κι απ’ το σκοτάδι στο φως

Είναι τελικά κάποιες φορές που η πραγματικότητα
σαμποτάρει την αισθητική της μυθοπλασίας,
την ξεπερνά όχι μόνο σε ρεαλισμό
αλλά και σε φαντασία.
     Από την Αθήνα στο Διδυμότειχο, από το Διδυμότειχο στα Φέρια (=Φέρες), στη συνέχεια με την έναρξη του παγκοσμίου πολέμου στον Πόρο και, μετά τον εμφύλιο, ακόμα βορειότερα (στην περιοχή του Έβρου πάντα), μέχρι τον Πέπλο -όπου θα αφήσει και την τελευταία του πνοή-, παρακολουθεί ο αναγνώστης με κομμένη την ανάσα τα σκαμπανεβάσματα του βίου του Μίσια. Κάθε φορά μια νέα αρχή, νέες ελπίδες, νέα όνειρα για οικογένεια, νέοι έρωτες, νέες αγάπες. Στο Διδυμότειχο η 20χρονη Ροδούλα δίνει νέα φτερά στον 36χρονο πια Μίσια για μια όμορφη και ήσυχη ζωή, αλλά μετά τον αιφνίδιο θάνατό της από «διαβολικό» χτύπημα της μοίρας, ο ήρωάς μας βυθίζεται για άλλη μια φορά στο πένθος. Το ούζο θα αντικαταστήσει τη βότκα –διέξοδος μα και κατάντια (και να’ σου πάλι έδωσαν το «παρών» τους τα σκοτεινά υπόγεια των συναισθημάτων). Η πόλη τον «διώχνει» για να καταφύγει με μετάθεση στις Φέρες όπου το φως πάλι θα νικήσει το σκοτάδι, εφόσον ο Μίσια γνωρίζει τη γυναίκα που θα γίνει η μητέρα των παιδιών του, την ήδη μικροπαντρεμένη και χήρα, τη Σοφία, που μεγαλώνει ήδη ένα αγόρι από τον άτυχο γάμο της (τον Σίμο). Ο Μίσια θα μπει στην οικογένεια του Στάθη Τσεμπερίδη (πατέρα της Σοφίας), και στη σύντομη συμβίωσή του με την Σοφούλα θα αποκτήσει δυο παιδιά, τον Αντρέα και την Ευσταθία («Τατούλα»).
     Παρακολουθούμε με πολλή αγωνία τις ψυχικές διακυμάνσεις του αγαπημένου μας πια Μίσια, που από την ελπίδα και την αισιοδοξία της ζωής βυθίζεται πάλι στην απελπισία, γιατί η Σοφούλα πέθανε πολύ νέα από αρρώστια (συχνά «χάνεται», αφαιρείται, ξεχνάει. Λείπει από εκεί που τον περιμένουν, φτάνει ώρες αργότερα ή δεν πάει ποτέ. Μιλάει λιγότερο, κι ένας θυμός ξεπροβάλλει ανάμεσα από τα φρύδια του και δεν χρειάζεται πολύ για να μετατραπεί σε οργή. Άλλοτε πάλι βυθίζεται στον εαυτό του ή χάνεται από «προσώπου γης»). Έχει όμως πια τρία παιδιά ο Μίσια να του δίνουν ζωή, ενώ με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, όταν γίνεται πια 50 χρονών, αποφασίζει να παραιτηθεί από το στράτευμα και να ασχοληθεί επαγγελματικά με το αγαπημένο του χόμπι, το ψάρεμα.
     Δεν είναι όμως μόνο ο πολυτάραχος βίος του Μίσια που προσελκύει το ενδιαφέρον. Ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να εγκιβωτίσει με δεξιοτεχνία επεισόδια, εμπειρίες, αφηγήσεις αλλά και σύντομες βιογραφίες των υπόλοιπων προσώπων που συναντά στο διάβα του ο ήρωας, με πρωταγωνιστές γνωστούς και συγγενείς. Ιστορίες συναρπαστικές, συγκλονιστικές γιατί ήταν μια εποχή και μια περιοχή, όπου όποια πέτρα και να σήκωνες υπήρχε πόνος, οδύνη, προσφυγιά και στέρηση. Έτσι, αρχής γενομένης από την ιστορία της «κόμισσας», της γυναίκας εξαιτίας της οποίας ο Μίσια έφυγε από την Αθήνα, βλέπουμε απίστευτες διαδρομές στις ζωές των ανθρώπων, στην οικογένεια της Ροδούλας αλλά και της Σοφίας που έμεινε 24 χρονών χήρα!
      Εξίσου απίστευτη είναι και η προσωπική πορεία του Πόντιου έμπορα Στάθη (που από Τσεμπερίδης πολιτογραφήθηκε Κακουλίδης για να μην ενταχτεί στη Σοβιετική Ένωση), που ήταν ο προπάππος του συγγραφέα. Από τον Πόντο στην Κωνσταντινούπολη, στη Θεσσαλονίκη και αργότερα στις Φέρες, με τη μάνα και την πρώτη του γυναίκα δολοφονημένες από τον φανατισμό των νεότουρκων, κατέληξε στο Γκελεντζίκ της βορειοανατολικής Μαύρης θάλασσας. Στην όμορφη αυτή πόλη της Μαύρης θάλασσας που αργότερα έγινε ονομαστό θέρετρο, θα γνωρίσει την δεύτερη γυναίκα του τη Σοφία, εξ αγχιστείας προγιαγιά του συγγραφέα.
     Έχουμε βέβαια και την ιστορία του Αντρέα, του γιου του Μίσια και πατέρα του Μιχάλη Αντρέιεβιτς, γεννηθέντα το 1933, ορφανού από πολύ μικρό παιδί από μητέρα, με πολλές μνήμες από τα προπολεμικά χρόνια και πολύτιμη πηγή για τον συγγραφέα για τη ζωή του Μίσια αλλά και για τις δυσκολίες του βιοπορισμού στον πόλεμο και στον εμφύλιο.
     Η ιστορία όμως που κόβει την ανάσα κυριολεκτικά, και σε κάνει να αναρωτιέσαι τι είναι ικανός ο άνθρωπος να αντέξει, είναι η ιστορία της Κατίν από το ιστορικό Καβακλί (προγιαγιά του συγγραφέα από την πλευρά της μητέρας του, Σταυρούλας) και του άντρα της του Παγώνη, ξεχωριστού στην πάλη διακεκριμένου πεχλιβάνη. Η Κατίν, μετά την άγρια δολοφονία του Παγώνη (1911 εποχή κυριαρχίας των εθνικιστικών ομάδων των νεότουρκων) στα 35 της, έζησε κυριολεκτικά έναν απίστευτο γολγοθά για να μπορέσει να σώσει τα 7 παιδιά της μέσα στον χειμώνα από τους διωγμούς και την πείνα, Φεβρουάριο του 1913…
     Μία από τις εγγονές της Κατίν, ίσως την πιο λατρεμένη της, την Σταυρούλα, θα γνωρίσει αργότερα ο Αντρέας και θα κλείσει ο κύκλος για να φτάσουμε στο σήμερα…
     Είναι γεγονός ότι οι ιστορίες από την προσφυγιά, από τον πόλεμο, από τον εμφύλιο, κι από κάθε ασταθή περίοδο της Ιστορίας με γιώτα κεφαλαίο, είναι ατέλειωτες και σε οδηγούν σε κόσμους διαφορετικούς, τόσο οικείους αλλά και τόσο ξένους με τη δική μας ταχύρρυθμη εποχή, η οποία χαρακτηρίζεται από άλλου είδους προβλήματα. Συναρπάζει όμως και μόνο η ιδέα ότι με διαφορά μόλις δύο τριών γενεών ο κόσμος είχε τέτοιου είδους έγνοιες και βάσανα, και ακροβατούσε ανάμεσα σε ζωή και θάνατο τόσο απλά, τόσο ακραία.
     Οι μηχανισμοί της πολιτικής, της Ιστορίας, της ανθρωπογεωγραφίας είναι πάντα καθοριστικοί στους βίους των ανθρώπων αλλά ακόμα περισσότερο σ’ αυτές τις γενιές που υπέστησαν διαρκείς διώξεις και μετακινήσεις. Η Θράκη, η Ανατολική ιδιαίτερα Θράκη, είναι ένας πολυδιάστατος κόμβος, πέρασμα ανάμεσα σε πλήθος διαφορετικών λαών, με πολλές μικροϊστορίες και ουσιαστικά ανεξερεύνητη από την Ιστορία -με γιώτα κεφαλαίο.
     Ο συγγραφέας, πέρα από την πλοκή μας ενσωματώνει πλούσια λαογραφικά και ανθρωπογεωγραφικά στοιχεία που στηρίζουν την αφήγηση και συμπληρώνουν ως απαραίτητο σκηνικό τις ανθρώπινες εμπειρίες. Και για να κατανοήσει ο αναγνώστης τα αίτια αλλά και το βάθος των γεγονότων, δεν μπορεί παρά να κάνει ιστορικοπολιτικές παρεκβάσεις (π.χ. για τη συνθήκη της Λωζάνης, για τους νεότουρκους, για τον βουλγαρικό επεκτατισμό κ.α.) υπενθυμίζοντάς μας και τις κοινωνικές και πολιτικές δυναμικές, που πολλές φορές προσδιορίζουν τις σχέσεις και τη μοίρα των ανθρώπων.
Χριστίνα Παπαγγελή
   
[1] Από την ανάρτηση του βιβλίου «Μίσια», αντιγράφω απόσπασμα σχετικό με την προσπάθεια διάσωσης των προφορικών αφηγήσεων:
     Ίσως πρόκειται για μια εξαιρετική περίπτωση. Και στις εξαιρετικές περιπτώσεις -και όχι μόνο- η ανάγκη για διατήρηση της μνήμης είναι επιτακτική· μια ανάγκη που δεν πηγάζει μόνο από περιέργεια και δίψα για γνώση, αλλά από την ανάγκη να προσανατολιστούμε στο παρόν και στο μέλλον. Γιατί το παρελθόν επιζεί στο παρόν, το φωτίζει, του προσδίδει βάθος· οπότε η διατήρηση της μνήμης, της Ιστορίας με γιώτα κεφαλαίο ΜΑΣ ΑΦΟΡΑ όλους, κι όχι μονάχα τους «συγγενείς». Ακόμα, γιατί η ρευστότητα της σύγχρονης εποχής, οι ταχύρρυθμες μεταβολές με την ανάπτυξη της τεχνολογίας, η περιβαλλοντική κρίση κλπ κλπ, επαναφέρουν το αίσθημα της απειλής, του φόβου. Ο φόβος έχει γίνει πια «δομικό στοιχείο της σύγχρονης κοινωνίας», όπως επισημαίνουν οι ιστορικοί και τα τραύματα του παρελθόντος μάς καλούν όχι μόνο για να πενθήσουμε αλλά για να τα κατανοήσουμε και να μάθουμε απ’ αυτά.
     Δεν είναι τυχαίο που τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί τόσο μεγάλη άνθηση της προφορικής ιστορίας και θεμελίωσή της ως θεμιτή πηγή ιστορίας. Αλλά και η «λογοτεχνοποίηση» πλευρών της ιστορίας, όπως κι η αγάπη του κόσμου στα ιστορικά μυθιστορήματα αναδεικνύουν την ανάγκη να αποκτήσει η Ιστορία, -που την μαθαίναμε στο σχολείο σαν μια σειρά ξερών γεγονότων-, συγκινησιακό βάθος, ανθρώπινο και προσωπικό χαρακτήρα.

Κυριακή, Ιουνίου 29, 2025

Ένα πτώμα στην αυλή της Αμαλίας, Τεύκρος Μιχαηλίδης

Αναμφίβολα, οι κανόνες της ηθικής και του δικαίου
θα απαιτούσαν να γίνουν τα πράγματα διαφορετικά,
θα έπρεπε ο δολοφόνος και οι συνένοχοί του να υποστούν τη δίκαιη τιμωρία τους·
όμως ξέρεις πολύ καλά ότι δικαιοσύνη και πολιτική σπάνια συμβαδίζουν.
     Γλαφυρό κι ανάλαφρο το «ιστορικό» αυτό αστυνομικό μυθιστόρημα του αγαπητού συγγραφέα (Πυθαγόρεια εγκλήματα, Τα τέσσερα χρώματα του φεγγαριούΑχμές, ο γιος του φεγγαριού), γνωστού για την «μαθηματική μυθοπλασία» σε πολλά έργα του, αυτό που συμβατικά λέμε «μαθηματική λογοτεχνία». Όπως όμως λέει κι ο ίδιος ο συγγραφέας σε σχέση με άλλο έργο του, είναι άτοπο να προσπαθεί να βάλει κανείς μια «ταμπέλα», να κατηγοριοποιήσει δηλαδή τη λογοτεχνία.
     Είναι γεγονός πάντως ότι υπάρχει ένα ενδιαφέρον ιστορικό πλαίσιο, κι αυτό είναι η εποχή του Όθωνα. Πολλά ιστορικά πρόσωπα αναφέρονται, όπως του Κρίστιαν Άντερσεν, του Φλωμπέρ, του ζεύγους Χιλλ που ίδρυσαν το πρώτο Ελληνικό παρθεναγωγείο, και φυσικά του Όθωνα και της Αμαλίας -εφόσον το έργο διαδραματίζεται όπως υπαγορεύει κι ο τίτλος- στην αυλή του βασιλικού ζεύγους-, πρόσωπα που αλληλεπιδρούν με τους πλασματικούς, τους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες. Άλλωστε η κεντρική ηρωίδα, που τελεί και χρέη ντετέκτιβ στην μυστηριώδη πλοκή, είναι η γνωστή από την ιστορία εθελόντρια νοσηλεύτρια Φλόρενς Νάιτιγκεϊλ[1] (1820-1910), μια δυναμική γυναίκα για τα δεδομένα της εποχής, με ισχυρή θέληση και πρωτοφανή παιδεία, που σύμφωνα με την Wikipedia ήξερε ελληνικά, και σύμφωνα με το σημείωμα του συγγραφέα βρέθηκε στην Αθήνα το 1850, την εποχή δηλαδή του Όθωνα. Ο αναγνώστης που ενδιαφέρεται για την Ιστορία, αντλεί ευχαρίστηση από τα ιστορικά/λαογραφικά στοιχεία κι από τις πολύ αναλυτικές σημειώσεις –παραπομπές που πληροφορούν για το πού σταματά η μυθοπλασία και πού η τεκμηριωμένη ιστορία (πολύ βασικό στοιχείο στα ιστορικά μυθιστορήματα, αν ο συγγραφέας θέλει να σέβεται τον αναγνώστη). Έτσι, υπάρχουν αναφορές π.χ. στην «θρησκευτική κοινότητα των διακονισσών του Κάιζερσβερτ», σε λογοτεχνικά κείμενα της εποχής, στην μισαλλόδοξη υπόθεση «Πατσίφικο» που οδήγησε την Αθήνα σε ναυτικό αποκλεισμό από τους Άγγλους, στην τραγική μοίρα του Θεόφιλου Καΐρη, στους λήσταρχους της εποχής, στις φυλακές στο Παλαμήδι. Επίσης, είναι μια εποχή που γίνονται πολιτικά παιχνίδια, κυκλοφορούν μυστικές επιστολές, γίνονται πολιτικές δολοφονίες και επομένως υποβόσκει ο φόβος του βασιλικού ζεύγους ότι θα πέσουν οι ίδιοι θύματα δολοφονικής επίθεσης. Οι μεγάλες δυνάμεις, κυρίως Αγγλία και Γαλλία (μην ξεχνάμε ότι υπήρχε το γαλλικό, αγγλικό και ρωσικό κόμμα) διαγκωνίζονται ποιος θα ωφεληθεί περισσότερο από το νεοσύστατο κράτος («δεν καταλαβαίνουν ότι τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή να θέσουμε την Ελλάδα κάτω από τον πλήρη έλεγχό μας»). Τέλος, ο συγγραφέας μάς ζωγραφίζει πολύ παραστατικά την τότε Αθήνα, που από ένα ασήμαντο χωριό 20.000 κατοίκων έγινε η πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους.
     Η αστυνομική πλοκή αν και είναι κλασική, διατηρεί την αγωνία και την περιέργεια σε υψηλά επίπεδα: υπάρχει πτώμα, (η Αγγελική Δελβενιώτη, δεσποινίς επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας), υπάρχει το ενδεχόμενο δολοφονίας κι όχι ατυχήματος ή αυτοκτονίας, υπάρχουν ύποπτοι, υπάρχουν μάρτυρες, συνεργάτες, πληροφοριοδότες, πικάντικες ιστορίες. Είναι αριστοτεχνικός ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας εμπλέκει την Φλόρενς Νάτινγκειλ στην εξιχνίαση του εγκλήματος (καθαρά μυθοπλαστικό στοιχείο), στην οποία αναθέτει την υπόθεση η ίδια η βασίλισσα προτείνοντάς της κι έναν έμπιστο βοηθό, τον Φραντς Κέσελ.
     Η Φράνσις Νάιτινγκεϊλ φέρεται να αναλαμβάνει την υπόθεση ενώ είναι ακόμα νεαρή, πριν δηλαδή το φιλανθρωπικό νοσηλευτικό της έργο, και δέχεται πρόθυμα από την ίδια την Αμαλία να απαντήσει στα καίρια ερωτήματα με το κοφτερό της μυαλό (τα άγχη της, οι αγωνίες, οι καταθλίψεις της είχαν ως αφετηρία την ανάγκη της να αισθανθεί χρήσιμη, ν’ απαλλαγεί από τη ράθυμη ευδαιμονία της αριστοκράτισσας/από τη στιγμή που ανάλαβα αυτήν την υπόθεση νιώθω άλλος άνθρωπος. Η ζωή μου απέκτησε, έστω και προσωρινά, κάποιο σκοπό). Έτσι, δεν διστάζει να αγνοήσει τους μικροτραυματισμούς, ακόμα και να βάλει σε κίνδυνο και τη ζωή της, προκειμένου όχι μόνο να βρει τον δολοφόνο και τους συνεργάτες του, αλλά και τους πληροφοριοδότες των εχθρικών βλέψεωνπου πιθανώς υπήρχαν μέσα στο βασιλικό περιβάλλον.
     Ασφαλώς, σ’ αυτό το προσωπικό σημείωμα δεν θα αποκαλύψω τον δολοφόνο ούτε καν τα κίνητρά του, θα αναφερθώ όμως στην επιδεξιότητα του συγγραφέα να δώσει πολιτική διάσταση στο επινοημένο έγκλημα, πατώντας γερά στα ιστορικά στοιχεία της εποχής, και κυρίως στην βρετανική πολιτική απέναντι σε Ελλάδα και Γαλλία, και τις διπλωματικές διαφωνίες (εποχή ναυτικού αποκλεισμού του Πειραιά με δυσβάσταχτους όρους[2]) αφήνοντας μια γλυκόπικρη γεύση στον αναγνώστη για τη μοίρα των αδύναμων λαών.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CE%BB%CF%8C%CF%81%CE%B5%CE%BD%CF%82_%CE%9D%CE%AC%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%B3%CE%BA%CE%B5%CF%8A%CE%BB
[2] Στις 25 Ιουνίου 1850, ο λόρδος Πάλμερστον, Βρετανός υπουργός Εξωτερικών, μετέπειτα πρωθυπουργός, σε μια ιστορική ομιλία-ρεκόρ (5 ωρών) εξήγησε στο βρετανικό Κοινοβούλιο γιατί είχε ηθική υποχρέωση να προχωρήσει στον ναυτικό αποκλεισμό της Ελλάδας (διακινδυνεύοντας πόλεμο με Γαλλία και Ρωσία). Και καταχειροκροτήθηκε. Το εις βάρος του αρνητικό κλίμα είχε μετατραπεί σε θετικό.

Τετάρτη, Μαρτίου 26, 2025

Ο μπιντές και άλλες ιστορίες, Μάριος Χάκκας

Κι εγώ που θα’ θελα να βγαίνουν οι στίχοι όπως αναπνέω,
όπως μιλάω, όπως περπατάω,
πρέπει να περιμένω τις εξαιρετικές μου στιγμές,
γι’ αυτό και οι στίχοι μου σπάνιοι
    Ένας ασπρόμαυρος «σαν πρόλογος» -σε αντιστοιχία με τον μαυρόασπρο επίλογο- μάς εισάγει στον σπαραχτικά ασυμβίβαστο και ασύμβατο κόσμο του Μάριου Χάκκα, ο οποίος με παιγνιώδη τρόπο σκάβει βαθιά μέσα του και μαστιγώνει τον εαυτό του με ανελέητη εντιμότητα, προκειμένου να απαντήσει στα θεμελιώδη ερωτήματα: ποιος αλήθεια είμαι, πού πάω, τι αξίζει στη ζωή, ποιο είναι το έσχατο νόημα: αυτοαποκαλείται ένα σκυλάκι που γαβγίζει χωρίς να δαγκώνει, ένας παράξενος απελευθερωτής καναρινιών, ένας ανίατος ιδεοκράτης που πετροβολάει τον αέρα σ’ έναν μάταιο πόλεμο, γράφοντας συνθήματα οργής πίσω από πόρτες δημοσίων καμπινέδων. Και πάντοτε τον συνοδεύει η μνήμη της πολιτικής εξορίας -σ’ έναν δρόμο φυτεμένο με πέτρες, στα πέλματα φάλαγγα· η μνήμη του ξεριζωμένου, του διωγμένου, ίσως του ηττημένου από τον συμβιβασμό, μα ουσιαστικά από την παράλογη τάξη πραγμάτων. Τέλος, δυο χρόνια αργότερα νικιέται από τον θάνατο, εφόσον μέσα στη χούντα ήταν που έχασε τη ζωή του νεότατος, από επιθετικό καρκίνο (41 χρονών, 1972).
     Το πικρό χιούμορ που φτάνει στον (αυτο)σαρκασμό, ένα ύφος που αγγίζει το σουρεαλιστικό υπαρξιακό παράλογο του Νίκου Καρούζου ή του Χρήστου Βακαλόπουλου, είναι γνώριμο από το πιο γνωστό του έργο, «Το κοινόβιο», συλλογή διηγημάτων κι αυτό, που ήταν βέβαια και το τελευταίο (γράφτηκε κι εκδόθηκε το 1972, τη χρονιά δηλαδή που ο Χάκκας έφυγε από τη ζωή). Βρίσκουμε και στον «Μπιντέ» πιο πρώιμο ίσως, το ύφος το λαϊκό, το προφορικό, πρωτοπρόσωπο ή δευτεροπρόσωπο, σχεδόν πάντα εξομολογητικό και βιωματικό. Πολλές φορές με λογοπαίγνια (παρκόμετρο/παρκόμουτρο, καίτοι/Καίτη κ.α.), άλλοτε χωρίς συνοχή, πρόκειται για μια ιδιάζουσα γραφή, αιρετική, με πολύ συναίσθημα, πολλή απόγνωση, υπερρεαλιστική ενίοτε που φτάνει στον ντανταϊσμό, αλλά που ποτέ δεν φτάνει στο μελό. Κι ας έχει σχεδόν πάντα τραγικό/απελπισμένο περιεχόμενο η αφήγηση. Ωστόσο, ενώ στο «Κοινόβιο» που είναι η τελευταία συλλογή του συγγραφέα, πέρα από την απροσχημάτιστη αναφορά στο επικείμενο τέλος, έχουμε ένα «κάλεσμα των συντρόφων», των -αριστερών- συναγωνιστών, όλων αυτών που σπατάλησαν τη ζωή τους σ’ έναν αγώνα χιμαιρικό και δονκιχωτικό, τα διηγήματα του «Ο Μπιντές και άλλες ιστορίες» εστιάζουν στον συμβιβασμό στην αστική ζωή, που τόσο προσπάθησε να αποφύγει ο συγγραφέας –άλλωστε αυτό σηματοδοτεί και το «σύμβολο» μπιντές στο αντίστοιχο διήγημα[1] .
     Τινάζω τις γέφυρες πίσω μου και καίω τα καράβια μου
     Ο σύγχρονος «μιθριδατισμός»[2] βασανίζει τον συγγραφέα ήδη από το πρώτο διήγημα («Το τσαλάκωμα»), που μας εισάγει στην πρώτη ενότητα των διηγημάτων, «Εξομολογήσεις» (πιο προσωπικές, πιο υποκειμενικές θεωρήσεις). Άλλωστε η πρώτη λέξη του διηγήματος, επομένως και του βιβλίου, είναι «ανεπαίσθητες»: ανεπαίσθητες οι πτώσεις, οι αλλαγές, οι ολισθήσεις στην «παρδαλή/εκτρωματική εποχή μας» -γάμος, σκρίνια, μπιντέδες, γραβάτες (ήταν τότε που είπαμε να στρώσουμε, να γίνουμε άνθρωποι, όπως οι άλλοι). Προσπάθειες ατελέσφορες να ξεχαστούν οι ελπίδες, οι αγώνες, οι μετάνοιες και οι υπεύθυνες δηλώσεις (τέλος ήρθε και η δήλωση, η μόνη υπεύθυνη). Δεν μπορεί κανείς, διαβάζοντας το διήγημα αυτό (αλλά και τα περισσότερα διηγήματα του βιβλίου) να μη σκεφτεί τους «τσαλακωμένους» του Ντίνου Χριστιανόπουλου: ο νους μου πάει στους τσαλακωμένους,/σ’ αυτούς που ώρες στέκονται σε μια ουρά,/έξω από μια πόρτα ή μπροστά σ’ έναν υπάλληλο,/κι εκλιπαρούν με μια αίτηση στο χέρι/για μια υπογραφή, για μια ψευτοσύνταξη.
     Στο διήγημα «Ο φόνος», ο αφηγητής διαπράττει έναν φόνο που «δεν θυμάται πότε τον έκανε»· ουσιαστικά χλευάζει, καταγγέλλει, μάλλον καταδίδει τον ίδιο του τον παλιό εαυτό (κι όμως, μια φορά κατέδωσα κάποιον για φόνο. Έδωσα τα στοιχεία του, δεν έχει σημασία που συμπίπταν με τα δικά μου). Απαλλάχτηκε -επιτέλους- από Μαρξ και Σπινόζα (προτιμώ έναν σπίνο να κελαηδά την αυγή) αλλά… δεν ξέρει πού είναι το πτώμα, ούτε γιατί διαπράχτηκε ο φόνος· άλλωστε, ο φόνος συνεχίζεται σε κάθε επόμενο συμβιβασμό, σε κάθε πρόσωπο που απορρίπτει.
     Το αίσθημα της ήττας φτάνει μέχρι την ανάγκη αυτοκαταστροφής, που εκφράζεται στο διήγημα «Αυτοπυρπόληση». Μια φαντασίωση που δεν εξυπηρετεί κάποιον αγωνιστικό σκοπό, μα προέκυψε ίσως από την απελπισία μπροστά στον ενδεχόμενο καρκίνο (κάπως προφητικό;), τον ωθεί να σκεφτεί πώς θα συντάξει την αυτοσαρκαζόμενη επιστολή, όπου οραματίζεται το «υπερθέαμα» της αυτοπυρπόλησης, τις εντυπώσεις/αντιδράσεις των άλλων και τις τελευταίες του κουβέντες. Η προσγείωση έφερε την κάθαρση (Επιτέλους ο γιατρός μίλησε. Δεν είναι τίποτα/Μού’ κοψε όλη τη φόρα). Ωστόσο, γνωρίζουμε ότι το 1970 ο συγγραφέας είχε πάρει την διάγνωση του καρκίνου, όπως άλλωστε υποψιαζόμαστε στο διήγημα «Το τρίτο νεφρό».
     Τίποτα δεν έχει νόημα μπροστά στα παιδιά που σκοτώθηκαν, που χάσανε τη ζωή τους χωρίς αποτέλεσμα, ούτε οι ιδέες, ούτε τα χειροκροτήματα, ούτε οι οπαδοί, ενώ "όλοι είναι γραπωμένοι από κάπου, κι εγώ τους λέω πως δεν έχει νόημα ούτε η σκέψη τους ούτε η πράξη τους, δεν έχει νόημα τίποτε, ούτε καν αυτές οι φράσεις, πολύ περισσότερο οι κακίες μου κι οι καλοσύνες των άλλων". Ο Μάριος Χάκκας λέει απερίφραστα στο διήγημα «Κατά Μάικ»[3] ότι του αρέσουν «οι απελπισμένοι, αυτοί που καπνίζουν αβέρτα τσιγάρα/ξημερώνονται στα ξενυχτάδικα» κλπ, θυμίζοντας το ποίημα του Μπουκόβσκι που γράφτηκε δέκα χρόνια πριν (1960): «Πάντα συμπαθούσα τους παλιανθρώπους, τους παράνομους και τα ρεμάλια…/Δε τα γουστάρω εκείνα τα καλοξυρισμένα αγοράκια, με τη γραβάτα και την καλή δουλειά./Μου αρέσουν οι απελπισμένοι άνθρωποι, οι άνθρωποι με τα σπασμένα δόντια, τα σπασμένα μυαλά και τους σπασμένους τρόπους».[4]
     Όχι δεν υπάρχει πουθενά και ποτέ δικαίωση (κάθε είδους δικαίωση είναι κατασκευή) και τίποτα δεν υπάρχει πέρα από τη μοναδικότητα της κάθε ύπαρξης στο παρόν (το μόνο που υπάρχει είναι η στιγμή που περπατάς ή που στέκεσαι κατά ένα τρόπο που ποτέ άλλος άνθρωπος δε στάθηκε ή δεν περπάτησε, εννοώ μ αυτή τη φάτσα και μ’ αυτό το σουλούπι μέσα στο χώρο/παραπέρα δεν έχει), ενώ σε άλλο διήγημα («Η τοιχογραφία»), με αφορμή την τοιχογραφία στην Καισαριανή του «εμπεσόντος εις ληστάς», όπου όλα τα πρόσωπα παριστάνονται πανομοιότυπα (και ο «εμπεσών» και ο μη «εμπεσών»), σαρκάζει, λέγοντας ότι το βασικό συμπέρασμα είναι ότι ο ίδιος άνθρωπος δέρνει, δέρνεται και περιθάλπει. Ο Μάριος Χάκκας απογειώνει με χιούμορ την ερμηνεία του ενισχύοντάς την με παραδείγματα μεταστροφής γνωστών και χωριανών (που από θύτες έγιναν θύματα ή το αντίστροφο), ενώ καταλήγει στο πιο «σύγχρονο» νόημα της τοιχογραφίας, στο πλαδαρό και ομοιόμορφο της καταναλωτικής κοινωνίας, κάτι το γενικό που απλώνεται -τέρας- σ’ όλη την Αθήνα.
     Μια υπόνοια λήθης ή τουλάχιστον «συμφιλίωσης» με το παρελθόν των πέτρινων χρόνων αποτελεί το τελευταίο διήγημα του βιβλίου με τον εμβληματικό τίτλο «Μη μόναν όψιν» (γνωστή η καρκινική επιγραφή που διαβάζεται και ανάποδα), όπου ένας γνώριμος… σβέρκος τον επαναφέρει στην εποχή όπου οι αλληλοσκοτωμοί τον έφεραν μ' ένα περίστροφο Σμιθ στο χέρι να έχει την αποστολή να σκοτώσει (Αυτός. Μεγάλο κάθαρμα. Προχθές πυροβόλησε έναν δικό μας. Χαροπαλεύει ακόμα). Η μοιραία συνάντηση, χρόνια μετά καταλήγει στη ρήση: «Όσοι μπλεχτήκαμε τότε, στο ίδιο καζάνι βράζουμε».
Επικοινωνείτε με συσκευές,
μεσ’ από αριθμούς και καλώδια
     Το επιστέγασμα του παράλογου συμβιβασμού, εκφράζεται στο διήγημα «Ο μπιντές», που έδωσε το όνομα όχι μόνον στην τρίτη ενότητα αλλά και σ’ όλη τη συλλογή. Η ανυπαρξία καμπινέ, την εποχή που ο ήρωας ήρθε από την επαρχία και κυκλοφορούσαν τα «πακετάκια» από εφημερίδα (εκείνο τον καιρό ήμουν ένας κεφάτος άνθρωπος με λίγες ανάγκες) αντικαθίσταται από την εποχή του γάμου (καθαρά σιδερωμένα πουκάμισα με κουμπιά, ψυγείο, πλυντήριο κλπ, δηλαδή ένα «σπίτι κομπλέ» πλην… τουαλέτας), και το πλύσιμο στη σκάφη το αντικαθιστά η μπανιέρα, τα πλακάκια και φυσικά… ο μπιντές! Είναι το κερασάκι στην τούρτα, αυτό που κάνει τον αφηγητή να αναφωνήσει: «Τ’ άλλα είδη δεν με πειράξανε. Κομμάτια να γίνει (…). Μόνο ο μπιντές μού την έδωσε και πήρε μπάλα και τ’ άλλα», καθώς συναισθάνεται ότι ο μπιντές τον κοιτάζει και «τον κοροϊδεύει», γιατί όλα τα χρόνια αγώνα, θυσίας, εξορίας σπαταλήθηκαν για να καταλήξουν στο να μπορέσει να έχει ένα σπίτι με μπιντέ (όλο το λεκανοπέδιο της Αττικής είχε μεταβληθεί σ’ έναν απέραντο μπιντέ κι είχαμε καθίσει όλοι πάνω και πλενόμασταν, πλενόμασταν, πλενόμασταν…). Σημειωτέον ότι το κέντρο της άρχουσας αστικής ζωής, η πλατεία Κολωνακίου[5], ονομαζόταν κάποτε «μπιντές»[6]!
     Το μικροαστικό «βόλεμα» εκφράζεται και τελείως σουρεαλιστικά στο διήγημα «Οι θέσεις»: ο ένα-με-την-πολυθρόνα «υπάλληλος στα γραφεία του κόμματος» (ένα τσαλακωμένο ανθρωπάκι έτοιμο να εισπράξει τη φάπα του) υποδέχεται έναν πελάτη που ζητά «τη θέση» (δεν με καταλάβατε, δεν ήρθα να καταλάβω τη θέση σας. Είμαι γενικά εναντίον των θέσεων, και για να εμβαθύνουμε, εναντίον των «θέσεων» που στηρίζουν τις θέσεις). Παράλληλα, με λογοπαίγνια και σχήματα λόγου, προφανώς σαρκάζεται και η μανία για «θέσεις» και απόψεις κομματικές (πήξαμε από «θέσεις» κι οι «θέσεις» πήξανε/αν δεν κατασταλάξουν δεν είναι θέσεις, είναι απλές σκέψεις του λέγοντος)(!!!). Η αλλοτρίωση κορυφώνεται και στο διήγημα «Το λαχείο», όπου ένας άνθρωπος ήθελε να είναι ελεύθερος, αλλά βουτηγμένος στη μικροαστική ζωή εναποθέτει τις ελπίδες του στο λαχείο (χρήμα για χρόνο, ελεύθερο χρόνο, απεριόριστα ελεύθερο χρόνο, μόνον ελεύθερο χρόνο, μετατρέποντας όμως κι αυτόν σε χρόνο με κοινωνική σημασία), για να αντικρίσει εξαίφνης κατάματα τον εαυτό του όπως ήταν πριν είκοσι χρόνια (θυμήθηκε τη σπιθίτσα στα μάτια του, το πλατύ του χαμόγελο, την πίστη που φώλιαζε μέσα του, στον εαυτό του τον ίδιο, όχι στην τύχη και στα λαχεία).
Πρωτόγονη Καισαριανή, δεν υπάρχεις πια
     Η ειρωνεία και ο σαρκασμός αφορούν όχι μόνο την αλλοτρίωση του εαυτού του, ή την προσωπική αλλοτρίωση των γύρω του, αλλά και τον συλλογικό κομφορμισμό, ένα αίσθημα ήττας που αφορά το κοινωνικό σύνολο (τι μ’ έχει πιάσει και γελοιοποιώ τα πάντα; Μπορεί πάλι τα πράγματα να είναι σοβαρά και το γελοίο να φωλιάζει μέσα μου). Ένα είδος «επικήδειου» της κατοχικής Καισαριανής ξεδιπλώνεται ποιητικά στο διήγημα «Η τοιχογραφία», καθώς η Καισαριανή γίνεται το σύμβολο ενός κόσμου διαψευσμένου. Δεν υπάρχει πια η Καισαριανή του «βερεσέ στον μπακάλη», η Καισαριανή των «κοινόχρηστων αποχωρητηρίων» και της «ξυλοκοπίας» (όλα ήταν αγνά και παρθενικά, στην πρώτη γέννησή τους, ωσάν τα περιστατικά αρχαίας τραγωδίας/όλα στην πηγή, στο αρχικό φανέρωμά τους). Η Καισαριανή, ο μυθικός για τον Χάκκα τόπος των αγωνιστών (αλλά και του δωσιλογισμού), τώρα σαν «γέρικο σκυλί γλείφει τις πληγές της για επούλωση».
     Στο διήγημα «Το νερό», με αφορμή μια κρήνη στο μοναστήρι της Καισαριανής που είχε τη μορφή κριαριού, αλλά ένας βυζαντινός καλόγερος την μετέτρεψε σε… αμνό (δεν τα πολυκατάφερε, γιατί εκείνο, παρά τα κουτσουρεμένα κέρατά του, εξακολουθεί να έχει την όψη κριαριού), αποπειράται να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά των κατοίκων με «μπούσουλα ετούτο το νερό». Όταν λείπουν τα πάντα (φαγητό, νερό κλπ έρχονται οι ιδέες (πες το ιδέα, πες το Λευτεριά, το ίδιο μου κάνει), και σ’ ένα κρεσέντο ποιητικό ο συγγραφέας αποτείνεται στη Λευτεριά, στη λευτεριά του τότε και του τώρα, στη λευτεριά της αυλής, του ούζου και του ταβλιού, τώρα στην εποχή της ταχύτητας και των αυτοκινήτων, του κουστουμιού και της γραβάτας (πού να κοιτάξω χέρια και αλυσίδες) και του «τώρα με γεμάτο στομάχι πώς να σκεφτείς τις ιδέες».
Δεν φτάνεις στην ποίηση μόνο με λέξεις
     «Κατά των ανθέων» δηλώνει ο συγγραφέας στο ομώνυμο διήγημα, καθώς, όπως λέει, δεν ξέρει αν είναι ποιητής ή πεζογράφος, αλλά… σίγουρα δεν είναι ζωγράφος. Κι αν ήταν δεν θα ζωγράφιζε ποτέ λουλούδια, θα προτιμούσε να ζωγραφίζει … αρχίδια που θα είχανε μια αμεσότητα που λείπει από τη ζωή μας πολύ, παρά αυτή η μετατόπιση του σεξουαλισμού προς τα άνθη. Κάνει έξαλλες τις φίλες του, ζωγραφίνες και μη, όταν εκθέτει αυτές τις απόψεις του, πιστοποιώντας ότι οι γυναίκες θέλουν αισθηματολογίες, αποσιωπητικά και μασημένες κουβέντες.
     Ωστόσο τα λουλούδια κοσμούν κι άλλα δυο διηγήματα γεμάτα πικρό σαρκασμό, το «Τρία τριαντάφυλλα κόκκινα» όπου η βαρυπενθούσα μητέρα παραγγέλνει για το νεκροταφείο μια βαμμένη πένθιμη -ψεύτικη- ανθοδέσμη, αλλά και τρία κόκκινα τριαντάφυλλα «για το σπίτι». Τρία πλαστικά τριαντάφυλλα, ψεύτικο σύμβολο… ζωγραφίζοντας στη ζωή μια συνέχεια. Ακόμα πιο πεισιθανάτιο είναι το «Ένα κρανίο γεμάτο λουλούδια», καθώς «το φεγγάρι έκαιγε» και η παρέα δειπνά γύρω από το τραπέζι, μια παρέα που όλα τα βρίσκει ψεύτικα κι αβάσταχτα, η Νούλα βγάζει το καπέλο της («το μοναδικό κάδρο που φορούσε καπέλο»). Ένα καπέλο με μαραμένα λουλούδια που «στούμπωναν το εσωτερικό του κρανίου». Μερικοί σκύβαν πάνω απ’ την άβυσσο μήπως και διακρίνουν στο σκοτάδι της ποίησης νέα σχήματα, ρίζες για νέα λουλούδια.
     Μπορεί να μην είμαι ποιητής ούτε καν πεζογράφος, σημειώνει ο συγγραφέας, αλλά τον απασχολεί η γλώσσα, η έκφραση, η τέχνη. Δεν υπάρχει βέβαια τέχνη αυθεντική αν δεν «ματώσεις», είναι η άποψή του (δε γίνεται να φτάσεις στο ποίημα από διαβάσματα και μόνο). Κι ο Χάκκας ματώνει, ματώνει γιατί ξέρει πια ότι δεν έχει πολύ καιρό μπροστά του (βιάζομαι, αυτό είναι όλο/θέλω να μείνω, να μείνω, ρίχνοντας αδιάκοπα κέρμα, έτσι που να φτάσω στο τέρμα συμπληρώνοντας το μέσο ποσοστό της ζωής). Έτσι, προβάλλει σαρκαστικά και καρναβαλικά μια στάση αδιαφορίας απέναντι στην υστεροφημία, που είναι βέβαια διάχυτη σε όλο του το έργο αλλά πολύ προφανής στο διήγημα «Γκορπισμός». Γκορπισμός (=ελαφρά νευρασθένεια), ένας δικός του όρος, με επίκεντρο τον ποιητή Γκόρπα (ποιος είναι ο Γκόρπας; Να πά να τον μάθετε), ένας ποιητής αριστερός, ψιλοάγνωστος και περιθωριακός της εποχής, με τον οποίο νιώθει μια ψυχική σύνδεση (μόνο εμείς πήραμε τόσο σοβαρά αυτήν την υπόθεση/τα γραφτά μας χωρίς κώλο ούτε μύτη): δεν υπάρχει για μας κοινωνικό ψεύδος, είτε επειδή ήρθαμε πολύ νωρίς, είτε πολύ αργά, δεν υπάρχει συγγραφικό ψεύδος γιατί διαλυθήκαμε μαζί με τα πράγματα. Αναγνωρίζει τον ριζοσπαστισμό και τη δριμύτητα του ποιητή Γκόρπα, ωστόσο τον περνάει κι αυτόν από μια κρισάρα ειρωνείας (είναι κι αυτή η ματαιοδοξία που συμπεριφέρομαι γκορπικά).
           «Οι εξαιρετικές μου στιγμές»
Το πρόσωπό σου η νύχτα·
Η μέρα, τα μαλλιά σου.
Αν ξαναμπλέξω με γυναίκα
θα’ ναι νύχτα τα μαλλιά της,
το πρόσωπό της μέρα.
     Ωστόσο, υπάρχει ένα διήγημα-εξαίρεση, όχι μόνο γιατί δεν αποπνέει μηδενισμό κι απόγνωση, όχι μόνο γιατί εξυμνεί με κατάφαση την ομορφιά και τη ζωή, αλλά γιατί, κόντρα στην «αντιποιητική» διάθεση να σπάσει κάθε καθιερωμένη φόρμα (ποιητική/λογοτεχνική), εκφράζει σπάνιο λυρισμό και ερωτισμό. Είναι όντως εξαίρεση το διήγημα «Οι εξαιρετικές μου στιγμές». Είναι οι στιγμές που «έρχονται χιλιάδες στίχοι», κι ο συγγραφέας απευθύνεται στο β’ ενικό στον έρωτά του, στο αντικείμενο του πόθου που τον κάνει να υπερβαίνει κάθε μικρότητα της ζωής (π.χ. πότε και πόσες φορές έκανα δήλωση, ακόμα και τι έγραφα μέσα):
     -Εσύ αφανίζεις στο μαυράδι των ματιών σου τη γελοία καθημερινότητά μου, στα ψιχαλιστά ματάκια σου όλα γίνονται θολός ουρανός και γόνιμη μπόρα.
     - (…) όταν ξανάρχεσαι, βουτώ μικρός ιππόκαμπος στα σπλάχνα σου, ατέλειωτα θαλασσινά λιβάδια και πάνω μας τα κύματα σαρώνουν την καθημερινότητά μου, κτίσματα στην άμμο.
     Και εκ του αντιθέτου, η γυναίκα που φεύγει στο «Ένας χωρισμός», αφήνοντας τον αφηγητή σαν γερασμένο χελιδόνι, χωρίς χέρια, χωρίς τη γλάστρα με τις πεταλούδες που’ μοιαζαν πανσέδες ξεσηκώνει καταιγίδα συναισθημάτων που της απευθύνει (δεν ήσουν άνθρωπος εσύ, δεν ήσουν/άστατη κι ακατάστατη/όχι πως με νοιάζει και πολύ η απουσία σου/επιστρέφεις κρατώντας αγκαλιά τη γλάστρα).
Το νοσοκομείο μοιάζει λίγο πολύ με φυλακή
     Άφησα για το τέλος την αναφορά στα πιο σπαραχτικά διηγήματα, αυτά που αφορούν τον θάνατο (κάνοντας μια αυθαίρετη ομαδοποίηση, άσχετη με τις ενότητες του συγγραφέα)…
     Στο «Περίπτωση θανάτου», άνθρωποι «τέλειοι», ακέραιοι, που τακτοποιούν τα πάντα ενώ βρίσκονται στο κατώφλι του θανάτου, όπως η κυρα- Μαρία που στο νεκροκρέβατό της μάλωσε την αδερφή της που ήρθε να την επισκεφτεί («Γιατί να’ ρθεις σε μένα; Τους ζωντανούς να νοιάζεστε»), ή η κυρία Κούλα που πήγε στους αγίους τόπους για να αγοράσει τα.. σάβανα. Κι εδώ ο συγγραφέας δεν ειρωνεύεται, αλλά εξομολογείται ότι εκείνος είναι πάντα «ανέτοιμος», με χιλιάδες εκκρεμότητες, χωρίς φίλους, ιδέες και οπαδούς, χωρίς χρόνο και κουράγιο (εγώ διαπυήθηκα τόσο από την σαπίλα του καιρού μου που δεν θα ‘χω το κουράγιο εκείνες τις στιγμές να κάνω την κίνηση που αποδιώχνει μια μύγα).
     Το διήγημα «Το καμιόνι», είναι ένας επικήδειος στον φίλο και σύντροφο Μήτσο που «κλάταρε νωρίς» («Με κυνηγάει ο θάνατος από τα σαράντα ένα»). Ο φωτογράφος, στο ομώνυμο διήγημα, μεγεθύνει φωτογραφίες νεκρών, που παραγγέλλουν κατά κανόνα χήρες. Μόνο μία σπαράζει μέχρι το τέλος γιατί δεν αναγνωρίζει τον άντρα της στη φωτογραφία, παρά τις αλλεπάλληλες απόπειρες (Είμαι ένα κάδρο. Φοράω γραβάτα, έχω μαλλιά εκεί που μου λείπουν, κόκκινα χείλη και κέρινα μάτια).
    Το νοσοκομείο μοιάζει λίγο πολύ με φυλακή, μόνο που η λειτουργία του είναι σαν προθάλαμος για την αναχώρηση. Δεν υπάρχει εδώ ελπίδα, ούτε μέλλον κι ο Χάκκας δηλώνει ξεκάθαρα εδώ, όπως το έκανε και στο «Κοινόβιο» ότι όχι, δεν θα καμφθεί πριν το τέλος, δεν θα λυγίσει μπροστά στον φόβο του μηδενός (κι αν από θολούρα το ρίξω στη θρησκεία, να μη ληφθεί καθόλου υπόψη!). Όχι, δεν υπάρχει παρηγοριά, είναι ολομόναχος κι όλα τα έχει εγκαταλείψει «μεσ’ στη λάσπη»: ήλιο, ιστορία, τροχό.
     «Γιατί να μην έχω κι ένα τρίτο νεφρό;», αναφωνεί στο «Το τρίτο νεφρό», κι ίσως τότε την απελπισία να την μετέτρεπε σε πίστη… Κι εδώ, σ’ αυτό το επιθανάτιο αφήγημα όπου υπαινίσσεται την παράταση που του δίνουν οι γιατροί εξασφαλίζοντας μια ζωή γεμάτη μπουκάλια, ζαλάδες πόνους, μιζέριες (ίσα ίσα που προλαβαίνεις να πετάξεις ένα βιβλίο γεμάτα ούρα) «εκσφενδονίζει βεγγαλικά» τη μεγαλειώδη φράση:
     Δεν θέλω χρόνο, ζωή θέλω,
μόλο που το δεύτερο προϋποθέτει το πρώτο,
ζωή να τη σπαταλήσω πίσω από τις φράσεις,
ζωή να χτίσω παραγράφους, να οικοδομήσω ένα έργο
δίνοντας στο λόγο μια τρίτη διάσταση.

 Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Δεν μπορεί κανείς να μη σκεφτεί το «διάσημο» ουρητήριο (urinoir) του διάσημου πρωτοπόρου Γάλλου σουρεαλιστή και ντανταϊστή Marcel Duchamp (https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B1%CF%81%CF%83%CE%AD%CE%BB_%CE%9D%CF%84%CF%85%CF%83%CE%AC%CE%BD)
[2] η διαδικασία κατά την οποία (δυσάρεστες) αλλαγές που έρχονται βαθμιαία, με πολύ αργό ρυθμό, σε βάθος χρόνου γίνονται ανεπαίσθητες https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%BC%CE%B9%CE%B8%CF%81%CE%B9%CE%B4%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82
[3] Σύμφωνα με τον Μιχάλη Χρυσανθόπουλο (Το αμφίσημο γέλιο στη συλλογή «Ο μπιντές και άλλες ιστορίες» του Μάριου Χάκκα), το διήγημα «Κατά Μάικ» συσχετίζεται με το «Κατά Σαδδουκαίων» του Μιχάλη Κατσαρού
[4] Henry Charles Bukowski (16 Αυγούστου 1920 — 9 Μαρτίου 1994)
«Όποιον και να ρωτήσετε, θα σας πει ότι δεν είμαι και πολύ καλός άνθρωπος.
Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτή η λέξη.
Πάντα συμπαθούσα τους παλιανθρώπους, τους παράνομους και τα ρεμάλια…
Δε τα γουστάρω εκείνα τα καλοξυρισμένα αγοράκια, με τη γραβάτα και την καλή δουλειά.
Μου αρέσουν οι απελπισμένοι άνθρωποι, οι άνθρωποι με τα σπασμένα δόντια, τα σπασμένα μυαλά και τους σπασμένους τρόπους.
Αυτοί με ενδιαφέρουν.
Είναι γεμάτοι εκπλήξεις και εκρήξεις.
Για μένα οι έκφυλοι έχουν περισσότερο ενδιαφέρον από τους αγίους.
Οι αλήτες με ξεκουράζουν, γιατί και ‘γω αλήτης είμαι.
Δε γουστάρω τους νόμους, τη θρησκεία, την ηθική και τους κανόνες.
Δε γουστάρω να με φορμάρει η κοινωνία στα μέτρα της…»
[5] «Λαός και Κολωνάκι», τίτλος ελληνικής ταινίας του 1959
[6] https://www.mixanitouxronou.gr/mpintes-to-antisimvatiko-steki-tis-megaloastikis-athinas-opou-mazevontan-i-xenichtides-eki-dieprepse-o-gonos-mias-plousias-ikogenias-pou-kikloforouse-me-trakter-gia-na-min-ton-xanatrakaroun/