Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 4.γλωσσικα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 4.γλωσσικα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Αυγούστου 09, 2009

1315 λέξεις για το Αρχαιολατρία και Γλώσσα του Βασίλη Αργυρόπουλου

Ο Βασίλης Αργυρόπουλος έχει βασικό σκοπό την αναίρεση των ψευδοεπιστημονικών απόψεων που προέρχονται από τον μυωπικό ελληνοκεντρικό χώρο της ακροδεξιάς πολιτικής.
Στο βιβλίο ταξινομείται η ύλη σε πέντε μέρη, δύο βασικά: την ετυμολογία και την ορθογραφία και τρία που συνιστούν προεκτάσεις: την κοινή ινδοευρωπαϊκή προέλευση γλωσσών στην οποία εντάσσεται και η ελληνική, την φοινικική προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου και την προφορά της αρχαίας ελληνικής.

Ο στόχος μοιάζει εύκολος από επιστημονική οπτική. Ίσως για αυτό το λόγο δεν έχουμε μέχρι τώρα συγκεκριμένες, λεπτομερείς και σχολαστικά τεκμηριωμένες αναιρέσεις για την γλωσσολογίζουσα ιδεολογία του ελληνοκεντρισμού. Αλλά, όπως επισημαίνει και ο Νίκος Σαραντάκος, στον οποίο γίνεται αναφορά αρκετά συχνά στο βιβλίο, το πρόβλημα είναι ότι χρειάζεται πολύ δουλειά και χρόνος για να αντιπαρατεθείς επιστημονικά με απόψεις που βγάζει ο καθένας «από την κοιλιά του στο πι και φι» (143). Ίσως πάλι, όπως σχολιάζει ο Αλέξανδρος Φατσής είναι τουλάχιστον αφέλεια να συζητά ένας γλωσσολόγος με αρχαιολάτρες (278) ή ματαιοπονεί κάποιος που κρίνει λογικά απόψεις που δεν έχουν στοιχεία συνοχής και συζητά με φορείς μιας ασυνάρτητης (και) γλωσσικής ιδεολογίας που επιστρατεύει βαθιοριζωμένες προλήψεις (H. Pernot 188).

Ο βασικός μύθος που πλέκεται και αναπαράγεται με ποικίλα δημοσιεύματα είναι σχετικός με την αιτιακή σχέση σημαίνοντος και σημαινόμενου της ελληνικής γλώσσας, χαρακτηριστικό που είναι μοναδικό και δεν υπάρχει σε άλλες γλώσσες. Ο συγγραφέας αναιρεί την παραπάνω άποψη με αναφορές κυρίως στο Σοσίρ (Saussure), που όριζε την εσωτερική σχέση σημάνσεως ως καθαρά συμβατική (44, 61, 76, κ.α) και επιμένει στη διάκριση της σχέσης σημαίνοντος – σημαινόμενου από τη σχέση λέξης – πράγματος (95, κ.α.) και καθόριζε ότι οι φωνολογικές μεταβολές μιας γλώσσας υπακούν σε συγκεκριμένους φωνολογικούς νόμους. Η κριτική αντιπαράθεση με αρχαιολατρικές ελληνοκεντρικές απόψεις γίνεται με συγκεκριμένο σχολιασμό λέξεων όπως είναι οι ηχομιμητικές (56-60), οι: αδελφός (61-63), πλους, αλς (66-73) και άλλες, με την παρουσίαση των απόψεων του Σοσίρ (79-103), με λογικά επιχειρήματα «αν ο δεσμός ανάμεσα στο περιεχόμενο και στην έκφραση μιας λέξης ήταν αιτιακής φύσεως, δε θα παρατηρούνταν διαφορές ανάμεσα στις φυσικές γλώσσες που μιλούν οι άνθρωποι ανά τον κόσμο», (92) με συνεισφορά κριτικής από συναδέλφους του (Δ. Μιχελιουδάκης) που αλλάζοντας τους όρους απευθύνει γλωσσολογικά ερωτήματα για τη θεωρία, ορολογία και μεθοδολογία των «αρχαιολατρών» (96) και (Π. Σταυρόπουλος) που αποδεικνύει το παράλογο και άτοπο των ελληνοκεντρικών απόψεων (108-109). Σε αυτό τον παραλογισμό της ελληνοκεντρικής αρχαιολατρίας που διαχέει αστήρικτες ιδέες για τη γλώσσα εμπλέκονται ακόμα και ο Ευριπίδης Στυλιανίδης, ως υπουργός Παιδείας, που αναπαρήγαγε τις «ίδιες εθνικιστικές ασυναρτησίες … περί υπολογιστών προχωρημένης τεχνολογίας, οι οποίοι δέχονται ως ‘‘νοηματική’’ γλώσσα μόνον την ελληνική…» (112-113), ο Χρήστος Σαρτζετάκης που γράφει για «τη μόνη εις τον κόσμο νοηματική και όχι απλώς συμβατική ελληνική μας γλώσσα» (115-116). Νομίζω ότι δε χρειάζεται να είναι κανείς γλωσσολόγος ή κάτι συναφές με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές για να καταλάβει την ασάφεια αυτών των κειμένων σύμφωνα με τα οποία οι υπολογιστές μπορούν να καταλάβουν μόνο τα αρχαία ελληνικά κ.τ.λ., κ.τ.λ. Στα πλαίσια του πρώτου μέρους εντάσσεται και η κριτική της εμπειρικής ετυμολόγησης που ανάγει στην ελληνική ακόμα και λέξεις που είναι δάνεια, η κριτική της ανακάλυψης ελληνικών λέξεων σε κάθε γλώσσα και της αντίληψης ότι «τα αγγλικά είναι ελληνική διάλεκτος», δηλαδή της εθνοκεντρικής αντίληψης ότι η ελληνική είναι μητέρα όλων των γλωσσών. Σε αυτά τα σημεία διαφαίνεται πεντακάθαρα η διαπλοκή ετυμολογίας (ή παρετυμολογίας) και ιδεολογίας.

Η ελληνοκεντρική ιδεολογία παρεισφρέει και στα ορθογραφικά ζητήματα, εφόσον η παρετυμολογία υπηρετεί πολλές φορές τις επιταγές για την ορθογράφηση των λέξεων. Το δεύτερο μέρος του βιβλίου ξεκινά με τη διευκρίνιση βασικών εννοιών, όπως γραφή, ορθογραφία, γράφημα, φωνητική, φωνολογική, ιστορική/ ετυμολογική ορθογραφία. Όπως είναι αυτονόητο και επισημαίνεται εύστοχα, γιατί σε τέτοιες αντιπαραθέσεις καταλύεται ακόμα και το αυτονόητο «η ορολογία… αποτελεί έναν τρόπο να μιλάμε την ίδια γλώσσα, όταν αναφερόμαστε σε διάφορα επιστημονικά θέματα» (61). Το ορθογραφικό πρόβλημα δημιουργείται εξαιτίας της γρηγορότερης εξέλιξης της προφοράς σε σχέση με τη γραφή (160), της ατελούς προσαρμογής του αλφαβήτου στην προφορά μιας γλώσσας (160) και της ετυμολογικής προκατάληψης (161). Αυτά σύμφωνα με το Σοσίρ «ο οποίος ήταν αντίθετος με τη λειτουργία της ετυμολογίας των λέξεων ως κριτηρίου για τη γραφή τους» (161). Ακολούθως ο Αργυρόπουλος εξετάζει το ορθογραφικό πρόβλημα της νέας ελληνικής. Νομίζω ότι η αιτία που ωθεί το συγγραφέα να ασχοληθεί ενδελεχώς με τα ορθογραφικά θέματα δηλώνεται καθαρά γιατί «η επιλογή μιας γραφής συχνά εξαρτάται από την ιδεολογία του καθενός… και συχνά για ιδεολογικούς λόγους υποστηρίζεται όχι μια γραφή, αλλά μια ψευδής ετυμολογία» (186). Αναφέρεται σε πολλές λέξεις, όπως καινούριος, φτιάχνω, αλλιώς, ονόματα σε –άκις, αβγό, αφτί, πιλοτή και άλλες και εξετάζει ειδικά την ετυμολογική ορθογραφία. Αυτό που φαίνεται ότι ενοχλεί περισσότερο το συγγραφέα είναι η αντιεπιστημονική δικαιολόγηση ορισμένων επιλογών γραφής με την παρετυμολογία. Αυτό που υποκρύπτεται πίσω από την αναγωγή της ορθογραφίας στην αρχαία ελληνική είναι «η απευθείας σύνδεση της νέας Ελληνικής με την Αρχαία… χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν τα ενδιάμεσα στάδια της Ελληνικής, δηλ. η Αλεξανδρινή (Ελληνιστική) κοινή και η Μεσαιωνική» (203). Έτσι εξετάζει ενδελεχώς τις λέξεις: καλύτερος, αφτί, αβγό, βρόμα, αλλιώς, παλιός, δίκιο, ελιά, ορθοπεδική, ταξίδι, Γουδί. Η στάση του και η οπτική του εμπεριέχονται σε πολλά σημεία του κειμένου, αλλά γίνονται ευδιάκριτα στα Γενικά Σχόλια των σελίδων 252-257. Προτιμά, κατά περίπτωση μια γραφή, χωρίς όμως να γίνεται σαφές αν εφαρμόζει την ίδια αρχή. Μάλλον προσπαθεί να διατηρήσει ουδέτερη οπτική προτάσσοντας την ιδιότητα του ερευνητή γλωσσολόγου. Γράφει: «Οι γρ. παλιός, δίκιο, ελιά δικαιολογούνται ετυμολογικά, υπερτερούν σε χρήση και είναι απλούστερες… Η ορθοπαιδική είναι ετυμολογικά βάσιμη, αλλά λιγότερο συχνή έναντι της ορθοπεδικής, που είναι και απλούστερη γραφή» (254). Στις σελίδες αναφέρονται το ετυμολογικό κριτήριο και το κριτήριο της χρήσης που κάνει συχνότερες κάποιες γραφές ή και μοναδικές, αφού «κανείς δε γράφει σήμερα και αγώρι», (255) όπως θα ήταν (σύμφωνα με το Μπαμπινιώτη) η ετυμολογική γραφή. Ωστόσο, επικαλείται το ένα ή το άλλο κατά περίπτωση. Στη σελίδα 256 γράφει ότι δε θεωρεί αναγκαίο να γραφεί κτήριο (όπως επιβάλλει η ετυμολογία) αφού «υπάρχουν γραφές που βασίζονται στο κριτήριο της παρετυμολογίας». Αυτό είναι ίσως το μοναδικό συγκεκριμένο σημείο του βιβλίου που μου προκαλεί απορία: υπάρχει τέτοιο κριτήριο ή εννοεί το κριτήριο της χρήσης; Στην περίπτωση της ορθοπαιδικής τάσσεται υπέρ της ετυμολογικής, «ίσως επειδή εδώ πρόκειται για επιστημονικό όρο».

Ακολουθούν οι σελίδες όπου ο συγγραφέας αναιρεί την πεποίθηση ότι η ελληνική είναι γλώσσα μοναδική στην οποία βασίστηκαν οι υπόλοιπες γλώσσες. Η ελληνική σαφώς ανήκει μαζί με πολλές άλλες γλώσσες στην ίδια ινδοευρωπαϊκή οικογένεια. Αυτό είναι που δικαιολογεί τις ομοιότητες μεταξύ αυτών των γλωσσών και όχι η εθνοκεντρική άποψη ότι οι υπόλοιπες γλώσσες οφείλουν την ύπαρξή τους στην ελληνική. Επίσης, σχετικά με το αλφάβητο, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τη φοινικική προέλευση του ελληνικού. Η ιδιαιτερότητά του σε σχέση με το φοινικικό είναι η χρήση γραμμάτων για την απόδοση των φωνηέντων, κάτι που δεν ήταν αναγκαίο στους Φοίνικες. Τέλος, οι σελίδες 337-364 αναφέρονται στην προφορά της αρχαίας ελληνικής και στις αλλαγές που υπήρξαν από την κλασική αρχαιότητα ως τις μέρες μας. Παράδειγμα, το β πιθανότατα προφερόταν [b] και όχι [v] όπως σήμερα

Ο Βασίλης Αργυρόπουλος δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει τα ίδια λογικά επιχειρήματα στηριζόμενος στις βασικές αρχές της γλωσσολογικής επιστήμης και στη σαφή χρήση των εννοιών της και της κατακτημένης γνώσης. Ανατρέχει συνεχώς στη βιβλιογραφία και τεκμηριώνει πολύπλευρα την κριτική του. Αναφορές γίνονται στο Σοσίρ, στο Μπαμπινιώτη, στο Χριστίδη (που είχε και την επιμέλεια του συλλογικού τόμου Ιστορία της ελληνικής γλώσσας. Από τις αρχές ως την ύστερη αρχαιότητα) και σε άλλους γνωστούς γλωσσολόγους κυρίως, όπως ο Ευάγγελος Πετρούνιας, ο Μ. Σετάτος, ο σπύρος Μοσχονάς, ο Θεόδωρος Μωυσιάδης, αλλά και στο Γιάννη Χάρη, το Νίκο Σαραντάκο, τον Π. Μπουκάλα. Ακόμη βασική τεκμηρίωση έχουμε συνεχώς στα δύο λεξικά – της κοινής νεοελληνικής του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη και στης Ελληνικής Γλώσσας (Μπαμπινιώτη) του Κέντρου Λεξικολογίας.

Έχουμε συχνές αναφορές στο Διαδίκτυο και σε απόψεις που δημοσιεύονται εκεί, όπως επίσης και σε συζητήσεις. Κατά τα άλλα τα κείμενα στα οποία ασκεί κριτική προέρχονται από περιοδικά και βιβλία που έχουν την ιδεολογική ταυτότητα του ακροδεξιού εθνικισμού βασικό χαρακτηριστικό του οποίου είναι η αναγωγή των πάντων στην αρχαία ελληνική γλώσσα και η υποτίμηση κάθε στοιχείου άλλου πολιτισμού.
Πολύ χρήσιμα είναι τα Ευρετήρια στο τέλος του βιβλίου.

Παρασκευή, Αυγούστου 07, 2009

736 λέξεις για το «γλώσσα, πολιτική, πολιτισμός» του Α.-Φ. Χριστίδη

Είναι τολμηρή "αναμέτρηση" να γράψει κανείς για το συγκεκριμένο βιβλίο, κατ’ ουσία θα έπρεπε να το αντιγράψει όλο αφού.
Η διεισδυτική σκέψη του Χριστίδη ξεκινά από γλωσσικά και γλωσσολογικά θέματα, κρίνει την κοινωνική δομή και την ιστορική συγκυρία και επιστρέφει στη γλώσσα διαγράφοντας σπείρες διαλεκτικής εμβάθυνσης.
Εστιάζω σε δύο «αδιάφορα» σημεία. Στη σελίδα 73 και καθώς συζητά τι θέμα «γλώσσα και παιδεία: 1976-1996» γράφει: «Η κοινωνία συρρικνώνεται βαθμιαία έτσι ώστε να ταυτιστεί με την αγορά και τις δυνάμεις της. Υπέρτατοι κριτές αναδεικνύονται οι έννοιες ‘‘κόστος’’-‘‘κέρδος’’ και ο νέος άνθρωπος που κατασκευάζεται – ή επιχειρείται να κατασκευαστεί –, αποκτά ένα βαθύτατα αντικοινωνικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι δεν αισθάνεται – και δεν οφείλει να αισθάνεται – κανενός είδους υποχρέωση απέναντι στον άλλο». Στη σελίδα 218, στην ομιλία του για την 20η συνάντηση του Τομέα Γλωσσολογίας Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ, λέει: «Σε τέτοιους καιρούς, η φιλία δεν μπορεί παρά να είναι ένα μικρό έστω όπλο αντίστασης στη βάναυση αυτή ιδιοτέλεια που μας περιβάλλει, συντρίβοντας κάθε έννοια συλλογικότητας που δίνει νόημα στην ανθρώπινη ζωή». Και συνεχίζοντας στην επόμενη σελίδα (220) γράφει για τον Μιχάλη Σετάτο και «την απόλυτη αδιαφορία του για τα εξουσιαστικά υπονοήματα της καθηγητικής πρωτοκαθεδρίας της εποχής και την απόλυτη προθυμία του για όποια συλλογική δραστηριότητα του Τομέα».
(Θέλω να σχολιάσω μια σύμπτωση παράξενη. Ο ορθογραφικός έλεγχος του γουόρντ, από όλες τις προηγούμενες, μου κοκκινίζει τις λέξεις: ‘‘Σετάτο’’ και ‘‘συλλογικότητας’’).
Νομίζω ότι τα προηγούμενα αποσπάσματα δείχνουν πολλά. Περιορίζω το νόημά τους στις βασικές προϋποθέσεις τις επιστήμης και του επιστήμονα μέσα στον κοινωνικό χώρο όπου ζει και εργάζεται. Δε συναντάς εύκολα τέτοιες ματιές, όπως του Χριστίδη. Αυτή η βαθιά ανθρώπινη διάσταση της σκέψης του τον έκανε, ίσως, να ασκεί δριμεία κριτική σε κάθε επιστημονικοφανή άποψη που υπηρετεί ιδεολογίες και σκοπιμότητες.
Η απόλυτη υπαγωγή της κοινωνίας στην αγορά συνθλίβει κάθε ορθολογικότητα και σε γλωσσολογικό επίπεδο αντανακλάται είτε ως κίβδηλος κοσμοπολιτισμός, είτε ως εθνικιστική αναδίπλωση. Στην πρώτη περίπτωση απαλλάσσει το γλωσσικά ζητήματα από το πολιτιστικό και εθνικό στοιχείο, στη δεύτερη μυθοποιεί την αρχαιοελληνική καλλιεργώντας μια προσκυνηματική στάση απέναντί της ώστε να πετύχει τον εθνικό φρονηματισμό μέσω της γλώσσας. Και στις δυο περιπτώσεις βρισκόμαστε εκτός ιστορίας και κοινωνικής πραγματικότητας που ορίζουν αυτές τις στάσεις και τροφοδοτούνται στη συνέχεια από αυτές.
Η ιδιαιτερότητα της ελληνικής γλώσσας συνίσταται στη συνέχεια της αλλά και στις δραστικές αλλαγές που υπέστη όταν έγινε διεθνής γλώσσα, κατά την ελληνιστική εποχή. Εκεί βρίσκονται οι ρίζες της νεοελληνικής και η εμμονή να αναχθεί κάθε στοιχείο της στην κλασική αρχαιότητα υπηρετεί άλλους σκοπούς. Τη συγκρότηση μιας εθνικής – εθνικιστικής γλωσσικής μυθολογίας που θα αξιοποιηθεί και στα πλαίσια της ευρωπαϊκής ένωσης ως καταγωγικό δικαίωμα σε ένα από τα θεμέλια της ευρωπαϊκής ταυτότητας και ταυτόχρονα τη κατασκευή μιας εθνικής συνείδησης με έρεισμα σε μια συντηρητική ιδεολογία.
Έτσι εξηγούνται οι αβάσιμες, ανιστόρητες και αντιεπιστημονικές κινδυνολογίες σχετικά με τη γλώσσα, οι απόψεις για φθορά και αλλοίωση της από κινδύνους όπως ο δανεισμός, η ‘‘λεξιπενία’’, η γλώσσα των νέων, κ.τ.λ. Και εφόσον η γλώσσα μπορεί να ρυθμιστεί – ή να γίνει συστηματική προσπάθεια ρύθμισης της – από τους θεσμούς, πρέπει να προστρέξουμε στο ‘‘σωστικό του έθνους’’, κατά τη Σκοπετέα, δηλαδή στην κλασική αρχαιότητα.
Πολύ περισσότερο σήμερα, η κριτική ματιά είναι δύσκολη μαζί και αναγκαία. Δύσκολη γιατί έχει να ξεπεράσει εμπόδια όπως η ιδεολογία ως αφετηρία των συντηρητικών στάσεων απέναντι στη γλώσσα και η παραγόμενη ιδεολογία που ανατροφοδοτεί ψευδοεπιστημονικές φλυαρίες. Όπως η υποταγή κάθε δραστηριότητας στη λογική του ‘‘κέρδους’’, και της επιστημονικής. Όπως η παγκοσμιοποιημένη επιβολή με τη μυθοποίηση των Νέων Τεχνολογιών, η κοινωνία της πληροφορίας δεν είναι τίποτα άλλο από την παγκοσμιοποιημένη κοινωνία του εμπορεύματος μέσα στην οποία πρέπει να «τεχνολογικοποιηθεί» και η γλώσσα, να μετατραπεί σε πληροφορία, σε δεδομένο, για να μπορέσει να πουληθεί με τους νέους όρους.
Και αναγκαία, γιατί δεν έχουμε άλλη επιλογή... Αυτή την αναγκαιότητα της κριτικής ματιάς διδάσκει η μελέτη του βιβλίου και τα 11.05 ευρώ της τιμής του μάλλον είναι πολύ λίγα. Αλλά, με τη λογική της αγοράς τόσο κοστολογούνται οι 230 περίπου σελίδες με μαλακό εξώφυλλο. Οι εκδόσεις Πόλις, με τις πολύ καλές επιλογές τους και τη φροντίδα των βιβλίων που έχουν τη σφραγίδα τους αξίζουν πολλές καλές κουβέντες. Και δεν είναι διαφήμιση η δηλωμένη εκτίμηση και εμπιστοσύνη σε έναν εκδοτικό οίκο που με τα βιβλία του υπηρετεί πρωτίστως την κοινωνία και όχι την αγορά.
Νιώθω, περισσότερο από άλλες φορές, ότι είναι αδύνατο να αποτυπωθεί το βιβλίο όπως το ένιωσα, το βίωσα, το διάβασα. Αλλά «χρωστάμε» στον Α.-Φ. Χριστίδη, χρωστάμε να συνεχίσουμε ο καθένας με τον τρόπο του το δρόμο που βάδιζε και ο ίδιος.

Δευτέρα, Απριλίου 06, 2009

930 λέξεις αναλφαβητοτακτοποίητες για το τέχνη, γλώσσα και εξουσία του Μάριου Πλωρίτη

Πρόκειται για εννέα κείμενα που δημοσιεύτηκαν στο Βήμα από το 1983 και εξής. Σε αυτά ο συγγραφέας ασχολείται με τρία θέματα. Κατά πρώτο λόγο με ζητήματα τέχνης. Εξετάζει τη σχέση του καλλιτέχνη με την εξουσία, η οποία σε κάθε περίπτωση στέκεται περιφρονητική απέναντί του. Ευνοεί τους καλλιτέχνες που την υπηρετούν, αγνοεί όσους δε τη θίγουν και διώκει όσους την ενοχλούν. Ο καλλιτέχνης διεκδικεί λόγο και έκφραση, όμως η τέχνη είναι στο περιθώριο. Αυτό είναι φανερό από την απουσία της τέχνης στην Παιδεία που καθίσταται έτσι άγονη και παραγωγή ημιμάθειας. Η ανάγκη ελεύθερης έκφρασης των καλλιτεχνών είναι αδιαμφισβήτητη. Ο Πλωρίτης τεκμηριώνει τις απόψεις του με συγκεκριμένες αναφορές. Ο Μπρέχτ έγραφε: «κανένας ζωγράφος δε μπορεί να ζωγραφίσει όταν τρέμουν τα χέρια του από το φόβο για την ετυμηγορία κάποιου κομματικού αξιωματούχου». Υπερασπίζεται την ανάγκη ελευθερίας και αυτονομίας της Τέχνης με αναφορές και σε κείμενα του Τρότσκι και θεσμών του Σοβιετικού Κράτους όπου διατυπώνεται ότι η τέχνη είναι ένας χώρος από αυτούς που το κόμμα δεν πρέπει να ελέγχει. Στο ίδιο πνεύμα εξετάζει το θέμα της στράτευσης του καλλιτέχνη και της πνευματικής ελευθερίας που είναι ταυτόσημη με τη δημιουργία.

Το δεύτερο θέμα είναι η γλώσσα. Αντικρούει την κινδυνολογία για τη φτώχεια της γλώσσας. Είναι φυσικό να αχρηστεύονται και να χάνονται τύποι που δεν την υπηρετούν. Ας πούμε η απώλεια του δυικού αριθμού, της ευκτικής, της δοτικής δε συνεπάγεται πρόβλημα, αλλά είναι συνυφασμένη με την εξέλιξη της γλώσσας όπως αυτή διαμορφώνεται από το λαό που τη μιλά και τη διαμορφώνει. Το ίδιο συμβαίνει και με τα ζητήματα ορθογραφίας. Οι απλοποιήσεις της γραφής, η καθιέρωση του μονοτονικού δε βλάπτουν τη γλώσσα. Οι σχετικές κινδυνολογίες μάλλον κρύβουν άλλες σκοπιμότητες.

Από την άλλη, όμως, η γλώσσα δεν «πλουταίνει» με τη εισροή ξένων λέξεων. Στην ελληνική γλώσσα αυτό το φαινόμενο εξηγείται και από την υψηλή διάσταση που έχει η εκμάθηση ξένων γλωσσών. Βέβαια πολλές λέξεις ξένες έχουν υιοθετηθεί κατά την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας, λέξεις που αφομοιώθηκαν και τώρα πια δεν ξεχωρίζουν. Για το συγγραφέα το πρόβλημα υπάρχει σήμερα γιατί οι εισροή ξένων λέξεων είναι μαζική και έχουμε ταυτόχρονα παραγωγή λεκτικών τύπων με μίμηση ξενικών, όπως σπορτέξ.

Ο Πλωρίτης καταλήγει ότι είναι ευθύνη μας να φροντίζουμε το λεξιλογικό πλόυτο της γλώσσας και να μη περιοριζόμαστε στη χρήση μερικών εκατοντάδων που εξυπηρετούν οριακά την καθημερινή επικοινωνία. Δε θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε όλες τις παλιότερες λέξεις σα νεκρές, αλλά σα ξεχασμένες. Επικαλείται τον Ψυχάρη για το δικαίωμα να αναζητά λέξεις στην αρχαία γλώσσα ώστε να καλύψει σημερινές ανάγκες. Αρκεί βέβαια να τις προσαρμόζει στο τυπικό της δημοτικής. Αν οι λέξεις αυτές ξαναπεράσουν σε γενική χρήση είναι ζήτημα που θα κρίνει το κοινό γλωσσικό αίσθημα.

Το επόμενο κείμενο είναι αυτό που εισηγήθηκε στην «ημερίδα του Μίλωνα», τον Ιανουάριο του 1895. Στη σύγκρουση απόψεων που εκφράστηκε εκεί, ο Πλωρίτης προσπαθεί να κρατήσει ίσες αποστάσεις. Αυτό, κατ’ ουσίαν, δεν είναι εφικτό. Γράφει για κακοπάθεια της Δημοτικής που οφείλεται σε αμέλεια και δόλο. Διαπιστώνει ότι η δημοτική δε μελετήθηκε όπως και όσο θα έπρεπε και αφέθηκε να οδηγηθεί σε λαϊκιστικό κράμα. Κατά δεύτερο λόγο είναι πολλοί αυτοί που κρύβουν την αμάθεια και την αγραμματοσύνη τους πίσω από τη δημοτική. Ο περιορισμός του λεξιλογίου και ο εντυπωσιασμός των νέων γλωσσικών τύπων είναι κακοποίηση της γλώσσας και είναι υποκριτικό πίσω από κηρύγματα πολιτισμού να βρίσκεται η αμέλεια και η υποτίμηση της αξίας που έχει η γλώσσα. Σε κείνη την ημερίδα, μάλλον, ο λόγος του Πλωρίτη δικαίωνε τους κινδυνολόγους νεογλωσσαμύντορες. Βέβαια, είναι φανερό ότι η πρόθεση του δεν ήταν αυτή.

Τρίτο και συναφές άμεσα με το δεύτερο θέμα είναι το ζήτημα του μαθήματος των αρχαίων ελληνικών. Η σκέψη του Πλωρίτη τεκμηριώνεται με συχνές και σαφείς αναφορές. Στο Βηλαρά, στο Γληνό, κλπ. Συμφωνεί για την «άψυχη και τυπολογική αρχαιογνωσία» που συνιστούσε το μάθημα. Αλλά νομίζω ότι κάνει ένα λογικό σφάλμα. Θεωρεί τη γλώσσα ευρύτερο πολιτισμικό αγαθό από τον αρχαίο κόσμο. Στη σελίδα 67 γράφει: «... στάθηκε η ρίζα της αποστροφής των ‘‘ελληνοπαίδων’’ όχι μόνο για την αρχαία γραμματεία, αλλά και για την ελληνική γλώσσα, γενικότερα: ....». Αυτό είναι νομίζω το σημείο που θα τον οδηγήσει σε άλλα ιδεολογικοποιημένα συμπεράσματα και εξηγεί τον υπότιτλο του άρθρου, «κατάργηση ενός μαθήματος ή κατάργηση του μέγιστου μαθήματος». Είναι εντυπωσιοθηρικό και δίνει ψευδή εικόνα της εκπαιδευτικής πραγματικότητας. Τα αρχαία ελληνικά, η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας ποτέ δεν καταργήθηκε στην εκπαίδευση. Αυτό που είχε γίνει ήταν να γίνεται η διδασκαλία της από μεταφράσεις. Το ξέρει βέβαια καλά ο Πλωρίτης. Αυτό που ζητά μέσα στο κείμενό του είναι να υπάρχει παράλληλα με τη μετάφραση και η παράθεση του αρχαίου κειμένου. Είναι ένα λογικό και παιδαγωγικά σωστό αίτημα. Ούτε τότε έγινε, ούτε τώρα. Τώρα (εδώ και 17 χρόνια κρατά αυτό το τώρα) που επανήλθε η διδασκαλία της αρχαιοελληνικής γλώσσας στα Γυμνάσια. Όμως, για τον Πλωρίτη, όπως και για πολλούς άλλους, η αρχαία ελληνική γλώσσα και η παράθεση των κειμένων στο πρωτότυπο αποτελεί πρότυπο για την καλλιέργεια της γλώσσας και του ύφους των μαθητών (σελ. 71) και εδώ μάλλον διατυπώνει μία ιδεοληψία παρά μια γλωσσολογική ή εκπαιδευτική κρίση.

Τα δύο τελευταία άρθρα γράφονται το 1985 και το 1987. Ο Πλωρίτης επισημαίνει την λεξιλογική φτώχεια και τη δυσκολία σύνταξης του λόγου που έχουν οι νέοι, επιστρατεύει επιχειρήματα που ο ίδιος είχε αναιρέσει, όπως το ζήτημα της ορθογραφίας – ανορθογραφίας. Τεκμηριώνει το σκεπτικό του σε δημοσιεύματα του Ταχυδρόμου και «πειράματα» που κάνει ο ίδιος. Επιτίθεται στην πολιτική που «καταργεί τα Αρχαία Ελληνικά και καταρρακώνει τα Νέα» (σελ. 78) και εν τέλει υπηρετεί την αντιμεταρρύθμιση που εκδηλώθηκε κατά τη δεκαετία του ’80. Και στο τελευταίο άρθρο (1987) ούτε μια «καλή κουβέντα» για την εκπαιδευτική πραγματικότητα που για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού κράτους ήταν συνδεμένη με τον εκπαιδευτικό δημοτικισμό.


αΒδεηηίίλμνσςΣςυω αλφαβητοτακτοποιημένος

Κυριακή, Απριλίου 05, 2009

1515 λέξεις αναλφαβητοτακτοποίητες για το Δημόσιο Διάλογο για τη Γλώσσα (συλλογικό)

Πρόκειται για τα κείμενα των ομιλιών για τη γλώσσα στη σχετική «ημερίδα του Μίλωνα» που οργάνωσε το ΚΚΕ εσωτερικού στις 19 Ιανουαρίου 1985. Περιλαμβάνονται επίσης οι δευτερομιλίες και οι παρεμβάσεις των συνέδρων. Το βιβλίο αποτελεί, πλέον, ντοκουμέντο όπου καταγράφονται οι έντονες συζητήσεις για τα γλωσσικά ζητήματα και κυρίως οι δύο – κατ’ ουσίαν – διαφορετικές στάσεις απέναντι στη γλώσσα. Αυτή που θεωρεί ότι η γλώσσα κινδυνεύει και έχει ανάγκη τη ρυθμιστική παρέμβαση των ειδημόνων και την αναγωγή της σε παλιότερες και «ενδοξότερες» μορφές της και αυτή που υπερασπίζεται τη ζωντάνια της και θεωρεί ότι η γλώσσα αντιμετωπίζει μόνη της τα αδιέξοδα και τις δυσκολίες και χρέος των μελετητών αποτελεί η καταγραφή και η διδασκαλία της με βάση τη δική της εξέλιξη καθώς χρησιμοποιείται καθημερινά. Βέβαια αυτή παρουσίαση των δύο τάσεων είναι πολύ σχηματική και αδικεί την προσωπική ματιά των ομιλητών, αλλά...

Η ιστορική συγκυρία των κειμένων είναι συνυφασμένη με την εξέλιξη της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης που ξεκίνησε το 1976 και την αναγνώριση ή επιβολή της δημοτικής στην εκπαίδευση και στις υπόλοιπες εκφράσεις του Κράτους. Οι λέξεις «αναγνώριση» και «επιβολή» δείχνουν ακριβώς τις δύο διαφορετικές οπτικές που αναφέρθηκαν. Καθώς λοιπόν η μεταρρύθμιση δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί, δεν είχε κάνει ούτε τον πρώτο εννιαετή κύκλο της υποχρεωτικής φοίτησης ενός παιδιού στο σχολείο, καθώς η διδασκαλία της δημοτικής αντιμετώπιζε τα προβλήματα που προέρχονταν κυρίως από το γεγονός ότι πρώτη φορά διδάσκονταν – αν εξαιρέσουμε τις βραχύχρονες μεταρρυθμίσεις του 1917 και 1964 – και μάλιστα μετά την δύσκολη περίοδο της δικτατορίας, καθώς η καθιέρωση της ως επίσημης γλώσσας της Πολιτείας είχε ακόμα νηπιακή ηλικία και έπρεπε να αντιμετωπίσει δυσκολίες όπως η νομική ιδιόλεκτος και η απόδοσή της στη νεοελληνική, εμφανίστηκε ο αντίλογος, η νοσταλγία του γλωσσικού παρελθόντος, η ενοχοποίηση της γλωσσικής εξέλιξης με την κατάδειξη των αδυναμιών και των αδόκιμων προσπαθειών να ανταποκριθεί η «επίσημη» πλέον δημοτική στα καθήκοντα της γλώσσας που υπηρετεί την εκπαίδευση και την εξουσία. Επίσης, πολλές φορές, η ιδεολογική υπεράσπιση των παλιότερων μορφών της γλώσσας σε βάρος της ομιλούμενης οδηγούσε σε στρέβλωση της γλωσσικής πραγματικότητας, για να αντλήσει αντεπιχειρήματα.

Τώρα, σχεδόν 25 χρόνια μετά, τα κείμενα αυτά έχουν εκτός από γλωσσολογική αξία και ιστορικό ενδιαφέρον. Οι νεοσυντηρητικές απόψεις κυριάρχησαν. Ενδεικτικά, επανήλθε η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στα Γυμνάσια. Οι εξελίξεις ακολούθησαν το πνεύμα των απόψεων που εκφράσανε κυρίως ο Γ. Μπαμπινιώτης και ο Γ. Καλιόρης. Έχει ενδιαφέρον να διαβάσει κάποιος τις κριτικές και τις διακηρύξεις, ώστε να τις συγκρίνει με τη σημερινή γλωσσική πραγματικότητα όπως εμπειρικά – έστω – την αντιλαμβάνεται. Πρώτο θέμα του βιβλίου είναι το ερώτημα αν υπάρχει γλωσσικό πρόβλημα σήμερα, ήταν το πρώτο θέμα και της ημερίδας.

Συγκεκριμένα, στο κείμενο του Γ. Μπαμπινιώτη βρίσκουμε τη διαπίστωση ότι η γλώσσα εξαιτίας της ξενομανίας που συνιστά και γλωσσική εξάρτηση ρυπαίνεται και αλλοιώνεται η ταυτότητά της (20), η ξενομανία αυτή αφήνει αφύλαχτο το κάστρο της γλωσσικής μας ρωμιοσύνης και αποτελεί Εφιάλτη που παραδίνει τη γλώσσα μας στο γλωσσικό οδοστρωτήρα των ξένων γλωσσών (27). Για την αντιμετώπιση της γλωσσικής υποβαθμίσεως, ανάμεσα στα άλλα, θα πρέπει να διδαχτεί και πάλι στα σχολεία ο αρχαίος ελληνικός λόγος. (37) εδώ βρίσκεται μια από τις εσκεμμένες στρεβλώσεις που ανέφερα.

Προφανώς ένας γλωσσολόγος ξέρει καλά ότι είναι διαφορετικό πράγμα ο λόγος (κοινωνικό παράγωγο, γενική υπερ-ατομική γλώσσα των μελών μιας γλωσσικής κοινότητας 58) από ο,τι η γλώσσα που βέβαια ορίζεται πολυσύνθετα και δύσκολα 15, βασικά ως κύριο μέσο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων 25. Ο λόγος είναι η εσωτερική συστηματική πλευρά της γλώσσας, η κατ’ εξοχήν γλώσσα 45 και είναι ενδιάθετος, πρόκειται για κώδικα που μαθαίνει το άτομο από τα πρώτα έτη της ηλικίας του ... και που διαρκώς συμπληρώνει και βελτιώνει 59. Εξωτερική εφαρμογή της γλώσσας αποτελεί η ομιλία 45 που είναι φωνούμενη και χωρίζεται σε προφορική και γραπτή 89. (Η παράγραφός αυτή βασίζεται στο βιβλίο του Γ. Μπαμπινιώτη, Θεωρητική Γλωσσολογία, Αθήνα 1980, το οποίο είναι εξελιγμένη μορφή της Εισαγωγής εις την Γενικήν Γλωσσολογίαν, εν Αθήναις 1974, του ιδίου. Οι χρονολογίες των βιβλίων είναι αυτές των οποίων την έκδοση έχω υπόψη μου. Και τα δύο χρησιμοποιήθηκαν ως πανεπιστημιακά συγγράμματα. Οι αριθμοί παραπέμπουν στις σελίδες του πρώτου βιβλίου).

Τι εννοεί λοιπόν να διδαχτεί και πάλι στα σχολεία ο αρχαίος ελληνικός λόγος;
Στάθηκα στο Γ. Μπαμπινιώτη γιατί η ιστορία τον ανέδειξε επιφανέστερο από τους ομογνώμονες του. Να μην αδικήσω τους υπόλοιπους. Ο Γ. Καλιόρης ζητά ήδη από τον τίτλο μία ευρύχωρη δημοτική. Εκεί βρίσκω την παλιότερη καταγραφή της «λεξιπενίας» (41). Υπερασπίζεται την ονοματουργία των λογίων και της καθαρεύουσας που βαρύμοχθα πρόσφεραν στη γλώσσα πλήθος λέξεων (51). Και ίσως δε θα διαφωνούσε κάποιος, αλλά «στην καθαρεύουσα δημιουργήθηκαν μερικά από τα πιο υψηλά επιτεύγματα του λόγου, που ισάξιά τους η δημοτική δεν μπόρεσε ακόμα να δώσει». (51) ...

Ακολουθεί ο Ανδρέας Λεντάκης με ιστορική αναφορά στο γλωσσικό ζήτημα και την περιγραφή της σημερινής κατάστασης όπου μέμφεται τη δημοτικιστική ρυθμιστική επιβολή που επηρεάζει με διατάγματα τη γλώσσα κλπ.

Η άλλη οπτική εκφράζεται από το Β. Φόρη. Δηκτικός για όσους βλέπουν γλωσσικά λάθη μόνο στους άλλους, επισημαίνει ότι μόλις βγήκαμε από το χάος της διγλωσσίας και τονίζει τους παραλογισμούς της καθαρεύουσας και το αλληθώρισμα προς την αρχαία γλώσσα. Οι παρεμβάσεις των συνέδρων έχουν το δικό τους ενδιαφέρον καθώς απηχούν ένα γενικευμένο αντιμεταρρυθμιστικό κλίμα. Εξαίρεση σε αυτό είναι η παρέμβαση του Α. Μπελεζίνη.

Το δεύτερο θέμα είναι σχετικό με τη γλώσσα στην εκπαίδευση. Ο Μανόλης Ανδρόνικος εκφράζει με διαύγεια και με λακωνικό λόγο την πεποίθηση ότι η καθιέρωση της δημοτικής από την πολιτεία ήταν νομοτελειακή συνέπεια ιστορικών αιτιών. Η καθαρεύουσα δέχτηκε το τελειωτικό της χτύπημα από τη γλώσσα των συνταγματαρχών που τη γελοιοποίησαν άθελα τους. Η γλωσσική μεταρρύθμιση βρίσκεται ακόμα στα πρώτα της βήματα καθώς τη δημοτική διδάσκουν δάσκαλοι που δεν την έχουν διδαχτεί οι ίδιοι. Αναδεικνύει την πολιτική διάσταση των εκπαιδευτικών ζητημάτων και το καίριο ζήτημα να αγαπήσουν οι νέοι τη γλώσσα τους.

Ο Δ. Τομπαΐδης εξετάζει περισσότερο πρακτικά προβλήματα που έχει η διδασκαλία της δημοτικής στο σχολείο, πώς αντιμετωπίζονται και πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν καλύτερα.

Στον αντίποδα ο Κ. Γεωργουσόπουλος. Με θολό σκεπτικό που παρουσιάζεται κριτικό προς όλες τις κατευθύνσεις γίνεται σαφής στο τέλος όταν διατυπώνεται την κρίση ότι χωρίς την αρχαία και μεσαιωνική φάση της γλώσσας μας δεν μπορούμε να διδάξουμε γλώσσα στο σχολειό. Και, επίσης, όταν υποθέτει ότι το 2010 αν μία πολιτική εξουσία θεσπίσει ως γλώσσα της εκπαίδευση τη γλώσσα της βιογραφίας του Βαμβακάρη (!) θα μείνει έξω από την εκπαίδευση ο Ελύτης, ο Εμπειρίκος, ο Ταχτσής κλπ (!).

Ο Τάσος Λιγνάδης, τέλος, εστιάζει στην ανάγκη επαναφοράς της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών στο Γυμνάσιο. Προφανώς ως Αρχαία Ελληνικά εννοεί μόνο τη διδασκαλία τους στην πρωτότυπη γλώσσα. Απαξιώνει τη μετάφραση τους, θεωρεί την ηλικία των 12 -15 ετών ως την προσφορότερη και ζητά μία παιδεία που θα στον Έλληνα πολίτη πρώτα από όλα την συνείδηση της ιθαγένειάς του.

Ιδιαίτερη αξία έχει η άμεση παρέμβαση του Ανδρόνικου που αξίζει να παρατεθεί.

Το γενικό κλίμα επιβεβαιώνεται και πάλι προς την ίδια αντιμεταρρυθμιστική κατεύθυνση. Ανάμεσα στις παρεμβάσεις είναι και του Ταχτσή που ζητά «ούτε καθαρεύουσα, ούτε δημοτική, αλλά μια νεοελληνική που να τα περιέχει λίγο –πολύ όλα». Πέρα από αυτό είναι ίσως μια αυθεντική ιδιόμορφη οπτική ενός ιδιόμορφου λογοτέχνη.

Ανδρόνικος και Τομπαΐδης προχωρούν σε δευτερολογίες στις οποίες τα λεγόμενά τους μάλλον δείχνουν την ψυχαναγκαστική επίδραση της μαζικής αντιμεταρρυθμιστικής ιδεοληψίας που κυριαρχεί.

Τρίτο θέμα: γλώσσα και πολιτική, γλώσσα και πολιτισμός. Ο Μάριος Πλωρίτης διεισδυτικός και κριτικός φροντίζει να κρατήσει ίσες αποστάσεις. Το κείμενό του είναι από τα ενδιαφέροντα και τεκμηριωμένα κείμενα το βιβλίου.

Ο Δ. Μαρωνίτης γίνεται περισσότερο πολιτικός προσπαθώντας να εξηγήσει και να κατηγοριοποιήσει όσους αντιδρούν και κινδυνολογούν. Ξεκινά από την επισήμανση ότι είναι αναγκαία η ιστορική προσέγγιση του ζητήματος και ότι για πρώτη φορά η δημοτική γίνεται γλώσσα της εξουσίας. Επιτίθεται στο Γλωσσικό Όμιλο και κάνει τη διαπίστωση ότι στα χρόνια της δικτατορίας όπου η γλώσσα δεινοπαθούσε δε θα μπορούσε να γιορτάσει τα γενέθλιά του. Εντοπίζει επτά αιτίες που εξηγούν την καταγγελία εναντίον της «εξουσιαστικής δημοτικής». Τα συμφραζόμενα στο κείμενο το Μαρωνίτη είναι πολλά. Ζητά σαφώς να αναγνωριστεί γενναία το πολιτικό, πολιτιστικό και ιδεολογικό φορτίο της γλώσσας και να ομολογήσουν όλοι με ποιο συγκεκριμένο πολιτικό και ιδεολογικό οπλισμό προτείνουν να ξεπεραστεί η κρίση της δημοτικής γλώσσας.

Η παρουσία του Δ. Σαββόπουλου εντυπωσίασε, αλλά επέσυρε και έντονη κριτική και ο Σ. Ράμφος προσέγγισε με το δικό του ιδεολογικό και θρησκευτικό τρόπο τα γλωσσικά ζητήματα. Ουσιαστικότερη γλωσσολογική αξία έχουν οι παρεμβάσεις που ακολουθούν. Ο Κ. Ζουράρις που αυταναγορεύεται ως περίπου αρμόδιος να κρίνει την εγκυρότητα των απόψεων που άπτονται της πολιτικής επιστήμης. Ο Β. Φόρης που αποδομεί την παρουσίαση του Σαββόπουλου κλπ. Τα πνεύματα είναι μάλλον οξυμμένα. Ο Μπελεζίνης σαρκάζει ζητώντας να τον καλέσουν να αναλύσει μουσικά και θεολογικά θέματα (που προφανώς αγνοεί, υπονοώντας την ακαταλληλότητα του Σαββόπουλου και του Ράμφου να μιλήσουν για γλωσσικά ζητήματα). Ο Φωστιέρης μιλά για κρατική επιβολή του μονοτονικού αντιστρέφοντας την ιστορική πραγματικότητα, κάτι που δεν αφήνει ασχολίαστο ο Πλωρίτης. Ο Μαρωνίτης χαρακτηρίζει αυτό που έδωσε ο Σαββόπουλος επιστημονικοφανή φάρσα και αντιπαραθέτει στο Μπαμπινιώτη την ανάγκη να τεθεί το ζήτημα με όλα τα «υπονοούμενά» του και αρνείται στο Ζουράρι την αξίωση να αντιμετωπιστεί η γλώσσα ως ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο όπως ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο δεν είναι ούτε ο ελληνικός λαός. Ο Σαββόπουλος θα επανέλθει, το ίδιο και ο Ράμφος.

Και όλα γίναν ιστορία, μία ενδιαφέρουσα και επίκαιρη ιστορία...

Τρίτη, Μαρτίου 10, 2009

2770 χαρακτήρες για τη διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας του Δημήτρη Ε. Τομπαΐδη

Αποτελεί εξέλιξη εγχειριδίου σημειώσεων για τη ΣΕΛΜΕ. Σαφές και κατανοητό, χωρίς επιστημονισμούς, αλλά με επιστημονική εγκυρότητα. Γραμμένο στο πνεύμα που δηλώνει ο τίτλος, όταν δηλαδή η διδασκαλία της νεοελληνικής αντιμετώπιζε τα πρακτικά προβλήματα που ανέκυπταν από τη σχολική τάξη. Ο συγγραφέας ήταν από αυτούς που «στρατεύτηκαν» για την αποτελεσματική διδασκαλία της δημοτικής.
Το βιβλίο έχει τόσο τα απαραίτητα θεωρητικά στοιχεία γενικής γλωσσολογίας, όσο και συγκεκριμένα για τη συγχρονία και τη διαχρονία της νεοελληνικής. Με συνοπτικό τρόπο παρουσιάζονται οι πρώτες επιστημονικές προσεγγίσεις και οι βασικές έννοιες που θεμελιώθηκαν από τον Φερντινάντ ντε Σωσσύρ (Ferdinand de Saussure) και οι δομιστικές / στρουκτουραλιστικές (structuralism) σχολές που ακολούθησαν στη γλωσσολογική επιστήμη. Να σημειωθεί ότι ο Νόαμ Τσόμσκι (Noam Chomsky) και η Γενετική Μετασχηματιστική Γραμματική της οποίας είναι εισηγητής κατατάσσεται στις στρουκτουραλιστικές θεωρίες. Αυτά στις πρώτες σαράντα σελίδες.
Ακολουθούν παρατηρήσεις γραμματικής φύσης με σαφή επισήμανση ότι πρόκειται για ιστορική, διαχρονική προσέγγιση της γλώσσας. Ο Μιχάλης Οικονόμου, ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ο Γεώργιος Χατζιδάκης είναι συνηθισμένες αναφορές του συγγραφέα. Η κριτική προσέγγιση που κάνει είναι το ενδιαφέρον αυτών των σελίδων. Όπως, για παράδειγμα, η τεκμηριωμένη διαπίστωση ότι στη νεοελληνική γλώσσα δεν έχουμε απαρέμφατο και απαρεμφατική σύνταξη. Ότι η ποντιακή διάλεκτος δεν έχει παρακείμενο (σελ. 151). Ότι η προφορά των φωνηέντων δε διαφοροποιείται σε μακρά και βραχεία, αλλά μπορεί να την αντιληφθεί κανείς στα βόρεια γλωσσικά ιδιώματα της χώρας μας, ειδικότερα στα τονιζόμενα φωνήεντα (βρέχει, που ακούγεται βρέεχει), όπου βέβαια, κατά τη «γραμματική» το έψιλον είναι βραχύχρονο.
Επίσης, κριτικά και συγκριτικά με πίνακες παρουσιάζονται, στις σελίδες 124-130 τα συστήματα κλίσης των ονομάτων σύμφωνα με α) τον Τριανταφυλλίδη, β) τον Τσομπανάκη και γ) τον Μπαμπινιώτη.
Σχετικά με το λεξιλόγιο της νεοελληνικής ο συγγραφέας παρουσιάζει την άποψη του Τριανταφυλλίδη από τις σελ. 90-103 της Γραμματικής του. Διακρίνονται τρία στρώματα λέξεων. Λέξεις που μπήκαν εξαρχής, από την αρχαιότητα στην ελληνική γλώσσα, λέξεις που μπήκαν από τη χριστιανική εποχή ως περίπου το 1800 και τρίτο, λέξεις που μπήκαν από το 1800 και εξής. Μπορείτε να βρείτε τις σελίδες 190 – 196 από το βιβλίο του Τομπαΐδη ΕΔΩ. Αυτή η περιγραφική παρουσίαση του νεοελληνικού λεξιλογίου έχει σημασία γιατί είναι σαφώς αποϊδεολογοποιημένη, όταν στη δεκαετία του ’80 η αρχαία ελληνική άρχισε να ξαναπαρουσιάζεται ως λεξιλογικός πλούτος από όπου πρέπει να αντλεί η νεοελληνική.
Τέλος σε δέκα περίπου σελίδες ο συγγραφέας δίνει χρηστικές συμβουλές για τη διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας. Συμβουλές χρήσιμες και σήμερα. ΕΔΩ

silisav sidinoemis καθρεφτιζόμενος

Δευτέρα, Μαρτίου 09, 2009

6806 χαρακτήρες για τα γλωσσικά Β΄ του Γιάννη Η. Χάρη

Τα γλωσσικά Β είναι οι επιφυλλίδες που έγραψε ο Γιάννης Χάρης στα Νέα κατά το διάστημα 2003-2007. Είναι το υλικό που με αλλαγές και προσθήκες βγήκε σε βιβλίο, «Η γλώσσα, τα λάθη και τα πάθη», β΄ τόμος. Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε με βάση την ανάγνωση των επιφυλλίδων, όπως είναι αναρτημένες στο μπλογκ του συγγραφέα. Θεωρώ χρέος να αναφερθώ συγκεκριμένα στο βιβλίο. Ψάχνοντας στο Ίντερνετ βρήκα ότι κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις το Νοέμβριο 2008 σε μέγεθος 21χ14 και με μαλακό εξώφυλλο. 448 σελίδες και τελική τιμή 19.80 €.
Μια σκέψη ακόμα με αφορμή αυτό το «βιβλίο», αλλά και το ομότιτλο α΄ τόμο, για το οποίο είχα γράψει εδώ. Νομίζω ότι είναι άλλος ο αναγνώστης της εφημερίδας, άλλος του Ίντερνετ και άλλος του βιβλίου, ακόμη και αν είναι το ίδιο πρόσωπο! Θέλω να πω ότι η δημοσίευση του περιεχομένου των βιβλίων δεν επηρεάζει αρνητικά την πώληση των βιβλίων. Δεν ξέρω αν έχει γίνει κάποια σχετική έρευνα. Θα είχε πολύ ενδιαφέρον.
Προχωρώ στα κείμενα. Στον Α΄ τόμο ο συγγραφέας είναι περισσότερο ενδογλωσσικός και χρηστικός. Εστιάζει κυρίως σε παρατηρήσεις σχετικές με τη δομή της γλώσσας, δηλαδή το συντακτικό, το κλιτικό σύστημα κλπ. Εδώ, στα γλωσσικά Β΄, γίνεται περισσότερο πολιτικός. Με συγκεκριμένη γλωσσική τεκμηρίωση και αφετηρία βγαίνει έξω από τη γλώσσα για να σχολιάσει και να αντιπαρατεθεί με απόψεις που δεν υπηρετούν τη γλώσσα, αλλά θέλουν να τους υπηρετεί η γλώσσα και να την εκμεταλλεύονται σαν εργαλείο ιδεολογικής επιβολής. Ο ίδιος επισημαίνει ότι «κάθε θέση στο γλωσσικό συνεπάγεται ιδεολογία (όπως και η «ουδέτερη» μη θέση!). Άλλο όμως να ξεκινάς από την επιστήμη και να φτιάχνεις την ιδεολογία σου και άλλο να ξεκινάς από την ιδεολογία για να «φτιάξεις» την επιστήμη (σου)». Αυτός ο άξονας ανιχνεύεται καθώς ο συγγραφέας αποκαλύπτει με τόλμη την ιδεολογική αφετηρία του Γ. Μπαμπινιώτη, της Εκκλησίας, των παραεπιστημονικών απόψεων. Σχολιάζοντας τα Λεξικά και τη Γραμματική του Γ. Μπαμπινιώτη επισημαίνει την ασυνέπεια που τα χαρακτηρίζει. Σχετικά με τα Λεξικά τεκμηριώνει την απουσία ενός σαφούς κριτηρίου ορθογράφησης, αφού σε άλλες περιπτώσεις ακολουθείται το ετυμολογικό κριτήριο και προτείνεται η γραφή αγώρι, τσηρώτο, κλπ και σε άλλες το κριτήριο της χρήσης, για παράδειγμα τραβώ (τραυώ, ταυρώ). Η υπερετυμολόγηση που χαρακτηρίζει το λεξικό μάλλον υπηρετεί την ιδεολογική θέση που θέλει την ελληνική γλώσσα μία και ενιαία, χωρίς να παίρνει υπόψη της τις βαθιές τομές και αλλαγές που έγιναν κατά τα ελληνιστικά χρόνια, οπότε και διαμορφώθηκε η κοινή ελληνιστική, η βάση της (σημερινής) κοινής νεοελληνικής. Σε άλλο σημείο αποκαλύπτει ότι σε πολλές περιπτώσεις υπάρχουν ξεχωριστά λήμματα για υποκοριστικά λέξεων και έτσι αυξάνεται ο «πλούτος» του λεξικού. Οι λέξεις σε πολλές περιπτώσεις ταξινομούνται μηχανικά από υπολογιστή και αυτό δημιουργεί δυσκολίες στη χρήση. Επίσης, επισημαίνονται τα λάθη της πρώτης έκδοσης, τόσα και τέτοια που ο Π. Μπουκάλας χρησιμοποίησε τον όρο «βιαστικογραφία». Προσωπικά βρίσκω μία σημαντική αιτία στην βιασύνη να προλάβει την έκδοση του Λεξικού της Κοινής Νεοελληνικής από το Ίδρυμα Τριανταφυλλίδη το 1998. Σε συνδυασμό με το διαφημιστικό θόρυβο για το λήμμα Βούλγαρος, το λεξικό έγινε ευρέως γνωστό και ευπώλητο! Τα υπόλοιπα ουσιαστικά και πραγματικά λάθη του Λεξικού έμειναν στο στενό κύκλο όσων ενδιαφέρονται πραγματικά για τη γλώσσα. Ενδεικτικά, μπορείτε να δείτε εδώ όσα ξαναθυμίζει ο Γιάννης Χάρης. Το συγκεκριμένο ποστ έχει και ενδιαφέροντα σχόλια. (Αν συνεχίσω να τεκμηριώνω έτσι όσα γράφω, θα γεμίσω το μπλογκ του συγγραφέα με συνδέσμους στις αναρτήσεις του. Δύο ακόμα και τέλος).
Πρώτα ότι «η επιστήμη αποδεικνύεται γενικά ανίσχυρη μπροστά στην ιδεολογία». και μετά ότι «η συζήτηση είναι υπονομευμένη εξαρχής από την ιδεολογική παράμετρο, όπως καθετί σχετικό με τη γλώσσα, από μια ιδεολογία που πάντως σήμερα δεν έχει άμεση σχέση με την πολιτική ταυτότητα».
Ο συγγραφέας σχολιάζει εξίσου τολμηρά το ρόλο και την γλωσσική ιδεολογία της εκκλησίας. Βασική διαπίστωση του είναι ότι η γλώσσα της εκκλησίας έρχεται σε αντίθεση με τη γλώσσα της Καινής Διαθήκης. Τα χριστιανικά κείμενα, γενικότερα, είναι γραμμένα στην ομιλούμενη κοινή ελληνιστική γλώσσα της εποχής. Η Εκκλησία επιλέγει να χρησιμοποιεί μία γλώσσα που αρνείται την ομιλούμενη και την εξέλιξή της. Ο συγγραφέας τολμά χωρίς να προσβάλλει, χωρίς να αμφισβητεί «την ευεργετική για πολύ κόσμο επίδραση της θρησκείας», (δεν κάνω παραπομπή, γκουγκλάρτε το!).
Αγχώθηκα γιατί ξεπερνάω κατά πολύ το όριο των λέξεων για ένα ιντερνετικό κείμενο. Γίνομαι λακωνικότερος. Με το ίδιο πολιτικό πνεύμα ο Γιάννης Χάρης αποκαλύπτει τον ψευδοεπιστημονισμό της έρευνας που καθοσιώνει το πολυτονικό και άλλες ψευδοεπιστημονικές απόψεις και γλωσσολογήματα. Επισημαίνει τη σύγχυση που δημιουργεί η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στο Γυμνάσιο, τη διαφορετική προφορά της αρχαιοελληνικής από τους αρχαιοέλληνες που διαβάζαν ο,τι γράφαν και γράφαν αυτό που προφέραν, την εσφαλμένη ταύτιση γλώσσας και γραφής, τις ανυπόστατες κινδυνολογίες, την κατάχρηση του λαμβάνω που λαμβάνει λαβές με κάθε λήψη του λόγου από τους λαμβάνοντες την τιμή να μιλήσουν σε εκδηλώσεις που λαμβάνουν χώρα...
Τέλος, θα σταθώ σε δύο (!) σημεία. Πρώτο τέλος, όσα γράφει για την επιμέλεια και τους επιμελητές εκδόσεων. Δουλειά που την ξέρει καλά ο Γιάννης Χάρης και φαίνεται ότι την ξέρει από το σχολαστικό τρόπο που σχολιάζει τα γλωσσικά ζητήματα. Προφανώς η επιμέλεια εκδόσεων αποτελεί συνεχή μαθητεία στη γλώσσα. Σ’ αυτές τις επιφυλλίδες είναι συχνές οι αναφορές στον Ελύτη και στον τρόπο που αντιμετώπιζε, «με γενναιοδωρία», και δεχόταν τις διορθώσεις που του πρότειναν. Οι πληροφορίες που δίνει είναι ουσιαστική παρουσίαση του συγγεκριμένου επεγγέλματος.
Δεύτερο τέλος, η αναφορά του στον υπόγειο κόσμο του Ίντερνετ και στην ουσιαστική δουλειά για τα γλωσσικά ζητήματα, η οποία γίνεται σε μπλογκ όπως οι ανορθογραφίες, το περιγλώσσιο κλπ. Σε αντίθεση με το συντηρητισμό των εφημερίδων βρίσκουμε στο Ίντερνετ κείμενα εύστοχα και ενημερωμένα για τα γλωσσολογικά θέματα.
Τελευταίο τέλος (παρά το άγχος της έκτασης και τη δήλωση ότι θα σταθώ σε δύο σημεία). Ο λόγος του Γιάννη Χάρη συχνά χαρακτηρίζεται από οξύτητα, αλλά διδάσκει το ενδιαφέρον για τη γλώσσα, το σεβασμό στους απλούς χρήστες – ομιλητές της και στους μελετητές της που προσπαθούν να τη γνωρίσουν και να την περιγράψουν. Αυτή η στάση τον ωθεί να μη δέχεται την «κτητορική» αντίληψη όσων θέλουν να την «κανονίζουν» και να επιβάλλουν τρόπους αντίθετους με το γλωσσικό αίσθημα. Πέρα από τις γραμματικές και τους νόμους που διέπουν τη γλώσσα, το ουσιαστικό κριτήριο που προσεγγίζονται τα γλωσσικά ζητήματα είναι το γλωσσικό αίσθημα που δεν απαιτεί τις ειδικές γνώσεις για τη γλώσσα, αλλά πηγάζει από τη γνώση της γλώσσας. Αυτό χαρακτηρίζει τόσο τους ειδικούς όσο και τους απλούς χρήστες.
Εννοείται ότι σχολιάζονται και πολλά άλλα ενδιαφέροντα θέματα. Τέλος.

Κυριακή, Μαρτίου 08, 2009

4551 χαρακτήρες για το βιβλίο Γλώσσα και Πολιτική του Δημήτρη Χατζή

Σύντομο βιβλίο ενενήντα πέντε σελίδων γραμμένο το 1975. Στον άτιτλο πρόλογο του ο συγγραφέας εστιάζει στη γλώσσα του νέου Συντάγματος και επισημαίνει τη σημασία της και την ευκαιρία που είχε η ελληνική πολιτεία να καθιερώσει με τον πιο επίσημο τρόπο τη χρήση της δημοτικής γλώσσας. Λίγοι ήταν εκείνοι οι πολιτικοί που στάθηκαν στη σημασία που έχει η γλώσσα στην οποία συντάσσεται το θεμέλιο κείμενο ενός κράτους.
Ακολούθως το πρώτο μέρος του βιβλίου τιτλοφορείται «το χάος που είναι γύρω μας: αποτέλεσμα της διγλωσσίας». Αυτό στάθηκε και το πιο ενδιαφέρον μέρος του βιβλίου. Ο συγγραφέας προχωρά σε εύστοχες γλωσσικές παρατηρήσεις που δείχνουν τις επιπτώσεις και τη σύγχυση που προκαλείται εξαιτίας της διγλωσσίας, της διάστασης ανάμεσα στην ομιλούμενη δημοτική γλώσσα και την επίσημη γραπτή καθαρεύουσα. Οι δυο γλώσσες είναι δύο διαφορετικά γραμματικά συστήματα. Η καθαρεύουσα ως τεχνητή γλώσσα μιμείται τους τρόπους του αττικισμού και την αρχαία αττική διάλεκτο. Η κοινή που διαμορφώνεται κατά τη διάρκεια των αλεξανδρινών χρόνων είναι η γλώσσα σταθμός που ξεχωρίζει τις αρχαίες διαλέκτους από την κατοπινή εξέλιξη της ελληνικής ως τις μέρες μας. Τότε διαμορφώνονται οι διαφορετικές δομές της σημερινής δημοτικής γλώσσας. Η συνύπαρξη καθαρεύουσας και δημοτικής σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του ελληνικού κράτους προκαλέι το χάος, τη σύγχυση. Έτσι το κλονισμένο γλωσσικό αίσθημα οδηγεί στο υβριδικό αποτέλεσμα που ο συγγραφέας ονομάζει «καθομιλούμενη».
Ακολουθεί σύντομη αναδρομή στην ιστορία της διγλωσσίας. Επισημαίνεται η ύπαρξη ιδιωμάτων και η δημιουργία μίας προφορικής κοινής που γίνεται αντιληπτή από όλους. Στο σημείο αυτό της ασυνεννοησίας, πριν από την προφορική κοινή, της «Βαβυλωνίας», παρουσιάστηκε ως λύση η υιοθέτηση μιας άλλης γλώσσας ως εθνικής, που θα είναι και η γραπτή γλώσσα. Έτσι, απέναντι στην προφορική κοινή έχουμε τη γραπτή «φιλολογική» γλώσσα. Κατά το συγγραφέα αυτή η διάσταση καθορίζει και την ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας που αποτυπώνει την πορεία, ώστε να γίνει η προφορική κοινή αποδεκτό όργανο γραπτής έκφρασης.
Το τρίτο μέρος του βιβλίου αναφέρεται στις ψευτολύσεις και την πραγματική λύση. Το πρόβλημα σαφώς τοποθετείται στην ύπαρξη της καθαρεύουσας. Η άποψη που τη θέλει ισότιμη δεν είναι λύση γιατί οδηγεί στη διατήρησή της και στη διαιώνιση της διγλωσσίας. Λύση είναι μόνο η οριστική αποβολή της καθαρεύουσας και η αναγνώριση και αναγωγή της δημοτικής σε μοναδικό εκφραστικό όργανο. Και εδώ χρειάζεται η πολιτική απόφαση. Ζήτημα απώλειας της παράδοσης δεν τίθεται γιατί το παρελθόν θα συνεχίσει να είναι αντικείμενο ενδιαφέροντος, αλλά ακριβώς ως παρελθόν. Η ιστορία της γλώσσας, αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι – κοινή ελληνική – μεσαιωνική – νεοελληνική, δείχνει τη συνέχεια της γλώσσας.
Το γλωσσικό ζήτημα είναι ένα και είναι πολιτικό ζήτημα και με πολιτικό τρόπο μπορεί να λυθεί. Τα γλωσσικά ζητήματα που είναι σχετικά με την καλή χρήση της δημοτικής θα βρουν και αυτά τη λύση τους. Εδώ απαιτείται η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.
Το βιβλίο που με έμφαση επισημαίνει τον πολιτικό χαρακτήρα του γλωσσικού ζητήματος απηχεί τη δυναμική απαίτηση για οριστική λύση. Η μεταρρύθμιση που συνδέθηκε με το όνομα του Γεωργίου Ράλλη και του Εμμανουήλ Κριαρά θα είναι η πολιτική και εκπαιδευτική έκφραση αυτού του αιτήματος.
Όλα αυτά είναι γνωστά. Γιατί επιμένω ξανά και ξανά και γράφω για διάφορα βιβλία που όλα συγκλίνουν στο ίδιο θέμα; Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο. Ενώ δηλαδή είναι γνωστά, οικεία, αυτονόητα, λογικά έχει επιβληθεί τις δύο τελευταίες δεκαετίες μια αντίθετη μυθολογία που τα «σκεπάζει». Σαφώς η καθαρεύουσα έπαψε να έχει τους υποστηρικτές της. Όμως ένα νέο ιδεολόγημα ήρθε να επιβάλει την κυριαρχία των νεκρών γραμματικών τύπων. Η ταύτιση της γλώσσας με τη γραμματεία, της αρχαίας ελληνικής γλώσσας με την αρχαία ελληνική γραμματεία. Η επαναφορά της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στο γυμνάσιο είναι αστήρικτη και αιτιολογείται μόνο με τέτοια ιδεολογήματα. Η αρχαιοελληνική γραμματεία παρουσιάζεται ως δημιούργημα της αρχαίας γλώσσας. Άρα καθαγιάζεται ως κορυφαία γλωσσική μορφή η αττική διάλεκτος. Πώς γίνονται αποδεικτά αυτά τα αστήρικτα ιδεολογήματα; Πώς διεμβόλισαν κάθε πτυχή της κοινής γνώμης και έγιναν κυρίαρχη ιδεολογία; Πώς φτάσαμε πάλι στο σημείο να μαστιγώνουμε τους μαθητές – ευτυχώς όχι του δημοτικού – με περισπωμένες και ευκτικές, με απαρεμφατικές και αττικές συντάξεις;
Αν λοιπόν όλα αυτά είναι γνωστά – και είναι – γιατί δε βλέπουμε μέσα από αυτό το κριτικό πρίσμα την επιστροφή της καθαρευουσιάνικης λογικής πίσω από το ιδεολογικό άλλοθι της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας;

Και ένα κείμενο του Παναγιώτη Νούτσου για το Δημήτρη Χατζή, στο Βήμα

Σάββατο, Μαρτίου 07, 2009

6384 χαρακτήρες για το βιβλίο του Γιάννη Μ. Καλιόρη, Παρεμβάσεις ΙΙ, Γλωσσικά

Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο με σκοπό να δω την αντεπιχειρηματολογία σχετικά με την άποψη που είχα ήδη υιοθετήσει για τη διαχρονία της γλώσσας. Δε ξέρεις ποτέ...
Αποτελεί συλλογή κειμένων γραμμένων στις αρχές της δεκαετίας του ’80 όταν εκδηλώθηκε η αντίδραση στις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις του 1976. Οι στρεβλώσεις της πολιτικής ήταν τέτοιες που η «νεοσυντηρητική» οπτική διεμβόλισε όλους τους πολιτικούς χώρους. Υπάρχουν κείμενα που δημοσιεύτηκαν σε ποικίλα περιοδικά όπου διεξάγονταν διάλογος για τη γλώσσα, στο Αντί, στον Πολίτη κλπ, όπως και στην έκδοση του ελληνικού γλωσσικού ομίλου.
Ο συγγραφέας ονομάζει τα κείμενά του «δοκίμια πολεμικού χαρακτήρα» (σελ. 28). Η οπτική που διαρθρώνει τη σκέψη του χαρακτηρίζεται από την πεποίθηση της ενότητας και του ενιαίου χαρακτήρα της ελληνικής γλώσσας, του κινδύνου να αφελληνιστεί εξαιτίας των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων γιατί μένει ανυπεράσπιστη σε κινδύνους όπως οι επιδράσεις που δέχεται από άλλες γλώσσες.
Τα περισσότερα κείμενα έχουν υπότιτλους που τα προσδιορίζουν ως «απάντηση σε ....» και ακολουθούν ονόματα όπως του Α. Σιδέρη, του Γ. Αράγη, του Α. Γκότοβου, της Α. Φραγκουδάκη, του Ε. Κριαρά, του Β. Φόρη, του Δ. Τομπαΐδη, του Φ. Βώρου κλπ.
Ο επιτηδευμένος και μακροπερίοδος λόγος με δυσκόλεψε. Φαίνεται ότι αποτελεί στοιχείο της ιδιολέκτου του συγγραφέα. Πολλές φορές η τελεία έρχεται μετά από 7-8 σειρές και περισσότερο, μετά από 80-90 λέξεις. Επέμενα θέλοντας να εντοπίσω συγκεκριμένα στοιχεία, τεκμήρια και κριτικές που να στηρίζουν τις γενικόλογες απόψεις. Ιδιαιτέρως φτωχά και επιλεκτικά μονομερή δε με πείσανε ή, για να είμαι δίκαιος, δε με μεταπείσανε. Παράδειγμα από τις σελίδες 153-155, η θέση ότι «στη σύγχρονη κοινή, οι 9 λέξεις στις 10 επλάσθησαν από τη λόγια γλωσσική παράδοση». Επίσης, δυσκολία στην ανάγνωση, αλλά και άσχημη εντύπωση μου έκανε το πλήθος χαρακτηρισμοί που έχουν και απροκάλυπτα προσβλητικό χαρακτήρα. Ενδεικτικά: «του κ. Δ. Τομπαΐδη, κατ’ εξοχήν εκφραστού της παρωπιδοφόρου αντιλήψεως για τη γλώσσα» (σελ. 23), «δασκάλων και καθηγητών που πλειοδότησαν σε μισαλλόδοξη μονολιθικότητα» (σελ. 25), εγκλωβισμένους κι αυτούς στη στρούγκα των κομμάτων» (σελ. 23). Ο ίδιος κρατά το ρόλο τιμητή που διαπιστώνει ότι «οι σπουδές εξελίσσονται σε επιστημονική οργάνωση της άγνοιας».
«Η πανθομολογούμενη κατάπτωση της νεοελληνικής» τεκμαίρεται με την επίκληση στην αυθεντία πολιτικών όπως ο Λαλιώτης (σελ. 35), - που σαφώς δεν είναι ειδικός, ώστε η γνώμη του να βαραίνει περισσότερο από κάποιου ανώνυμου γείτονα μας, - την οποία θεωρεί αυταπόδεικτη ο συγγραφέας. Ταυτίζεται με τη δική του.
Η Άννα Φραγκουδάκη αποτελεί έναν από τους «αποδέκτες», στόχους του Καλιόρη. Η περιφρονητική του στάση τεκμηριώνεται και από την εξακολουθητική αναφορά σε αυτήν μόνο με τα αρχικά του ονοματεπώνυμού της, ως Α. Φ. (σελ. 48-64) Στη σελ. 45 βρίσκει την ευκαιρία να γράψει για την Α. Φ. ότι «ευνοεί προφανώς τη δημοτική όπως αυτή αποτυπώνεται στην περιοριστική Γραμματική Τριανταφυλλίδη...». Μάταια σε όλο το βιβλίο έψαξα να βρω μια αναφορά σε μιαν άλλη περιγραφική ή λιγότερο περιοριστική Γραμματική της Δημοτικής. Προφανώς η Γραμματική του Τριανταφυλλίδη έχει περιοριστικό χαρακτήρα, αφήνει έξω τους τύπους της καθαρεύουσας που δεν έγιναν αποδεκτοί από τους φυσικούς ομιλητές και συναντά κανείς μόνο σε κείμενα καθαρευουσιάνων. Γιατί είναι ενοχλητικό αυτό;
Σε πολλά σημεία δεν καταλαβαίνω από πού απορρέουν αιτιάσεις. Πότε και ποιος απέρριψε τη λογοτεχνική γλώσσα του Καβάφη, του Κάλβου, του Παπαδιαμάντη κλπ; (σελ. 93) Εκτός αν ο συγγραφέας θεωρεί ότι πρέπει να διδάσκεται ως κοινή γλώσσα έκφρασης η ιδιόλεκτος των μεγάλων συγγραφέων. Προφανώς η γλώσσα της λογοτεχνίας και κυρίως της ποίησης έχει άλλες λειτουργίες.
Οι σελίδες περνούν με τις ίδιες γενικόλογες ιδεοληπτικές μομφές για «προοδευτικούς» σε εισαγωγικά (υποθέτω ότι φανερώνουν ειρωνεία και αμφισβήτηση), διανοούμενους, αγροτοποιμένες, λιμενεργάτες και ευθύνες απέναντι στο λαό του οποίου φτωχαίνουν τη γλώσσα (σελ. 104). Η στρέβλωση είναι τέτοια, ώστε αποδίδεται στους δημοτικιστές «ο φετιχισμός του γραμματικού τύπου», ότι «θέλουν να επιβάλουν την αρχή της μονολιθικότητας... από τον οδοστρωτήρα της δημοτικιστικής μονοτυπίας... » (σελ. 134). Μα δεν ήταν ο δημοτικισμός αυτός που απάλλαξε τη γλώσσα από την επιβολή των νεκρών γραμματικών τύπων;
Επιμένω και διαβάζω στα όρια του μαζοχισμού (βίτσιο που μου δημιούργησε η εμμονή μου με τα γλωσσικά κατά τους τελευταίους μήνες;), προσπαθώ να ξεπεράσω τις συνεχείς «πολεμικές» απέναντι «στους στενοκέφαλους φανατισμούς των μαινόμενων ορθοδόξων που μόνο καταστροφές μπορούν να προκαλέσουν» (σελ. 155). Ακόμα και σε περιπτώσεις όπου φαίνεται να υπάρχει συγκεκριμένο ενδιαφέρον, όπως η σχέση της «μητρικής» με την «κοινή ομιλουμένη και γραφομένη» το πλήθος χαρακτηρισμοί κυριαρχεί σε βάρος μιας κυριολεκτικής περιγραφής και απόδειξης (σελ. 172)
Στη σελίδα 201 ο συγγραφέας ξεχνά την υπεράσπιση της πολυτυπίας και θέλει τη διατήρηση των ονομάτων: Κάντιος, Έγελος, Δάντης, Καρτέσιος και όχι τα: Καντ, Χέγκελ, ... ή Kant, Hegel… Εδώ μπαίνω στον πειρασμό να τονίσω την αντίφαση που υπάρχει. Η πολυτυπία είναι επιχείρημα μόνο για τα δικαιώματα που μας συμφέρουν; Άλλα έλεγε στη σελίδα 134. (Επίσης, θα μπορούσε εδώ να ανοίξει μεγάλη κουβέντα για το σεβασμό στα ονόματα των άλλων).
Σε άλλες περιπτώσεις (σελ. 210- 218) ο συγγραφέας υπερασπίζεται την αφομοιωτική δύναμη που έχει η γλώσσα να ενσωματώνει ξένες λέξεις στο κλιτικό της σύστημα. Έχει απόλυτο δίκιο, αλλά δεν έχει αντίπαλο! Ίσως γι’ αυτό απουσιάζουν οι χαρακτηρισμοί. Αλλά όλα όσα επισημαίνει ως τη σελίδα 247 μάλλον είναι συγκυριακά χαρακτηριστικά εισόδου ξένων λέξεων και όχι «γλωσσικός αφελληνισμός». Εξάλλου αν δεχθούμε τον κίνδυνο «γλωσσικού αφελληνισμού» μάλλον αμφισβητούμε τη δύναμη της γλώσσας να αφομοιώνει τις ξένες λέξεις.
Η κινδυνολογία για το «γλωσσολογικό αφελληνισμό» μετατρέπεται σε υμνητική διάθεση για την καθαρεύουσα (σελ. 273).
Στη σελίδα 337 ο συγγραφέας δηλώνει ότι οφείλουμε τα 3/4 του σύγχρονου λεξιλογίου στη λόγια συνιστώσα της γλώσσας. Είναι μία καλή έκπτωση από τα 9/10 που έγραφε στη σελίδα 153.
Στις υπόλοιπες σελίδες, ως την 387, κυριαρχεί το ιδεολόγημα ότι η αρχαία ελληνική αποτελεί την τροφό της νεοελληνικής και την προϋπόθεση για την οικειοποίηση της.
Ευτυχώς το βιβλίο ήταν δανεικό. Θα ήθελα να βρω συγκεκριμένα στοιχεία, αναφορές και επιχειρήματα. Tα ιδεολογήματα και οι υβριστικοί χαρακτηρισμοί θολώνουν το νου, ξεγελούν, δεν πείθουν.
silisav sidinoemis καθρεφτιζόμενος

Τρίτη, Φεβρουαρίου 10, 2009

1071 λέξεις για τον Εμμανουήλ Κριαρά του Παναγιώτη Ζιώγα

Ο Εμμανουήλ Κριαράς γεννήθηκε το 1906. Η ζωή του είναι ταυτόχρονα ένας μίτος για την ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης.

Είναι φοιτητής όταν ιδρύεται η Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης το 1926 και ζει τον έντονο απόηχο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917. Γνωρίζει από κοντά τον Ψυχάρη, τον οποίο θαυμάζει τόσο ώστε αργότερα θα αυτοπροσδιορίζεται ως ψυχαριστής, αλλά όχι ψυχαρικός. Μετά τη δεύτερη μετεκπαίδευσή του στη Γαλλία (1945-48) θα κάνει μια σειρά ομιλίες για το Γιάννη Ψυχάρη και θα επανενταχθεί δραστήρια στα πνευματικά πράγματα Θα μετεκπαιδευτεί στη Γερμανία (1930) και στη Γαλλία (1938-39) όπου θα γνωρίσει τη νέα συγκριτική αντίληψη προσέγγισης της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Κατά τη δεκαετία του ’30 εντάσσεται στο δημοτικιστικό κίνημα. Πολιτική έκφανση του κινήματος υπήρξε η κίνηση του υπουργού παιδείας Γ. Παπανδρέου (1931) για απλοποίηση της ορθογραφίας της δημοτικής γλώσσας. Από το 1930 ο Κριαράς είναι μόνιμος συνεργάτης στο Μεσαιωνικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών, αλλά σαφής επιθυμία του είναι η μεταπήδηση στο Πανεπιστήμιο. Το 1939 προσπαθεί να πάρει την έδρα της ενιαίας μεσαιωνικής και νεοελληνικής φιλολογίας στη Φιλοσοφική Αθηνών. Αποτυγχάνει. Αποτυγχάνει και το 1944 στη Θεσσαλονίκη, η έδρα που κατείχε ο Γιάννης Αποστολάκης μένει κενή. Το 1948 ξαναδοκιμάζει. Στη Θεσσαλονίκη βρίσκονται ήδη ως καθηγητές παλιοί του γνώριμοι και φίλοι. Ο Στ. Καψωμένος, ο Ν. Ανδριώτης, ο Ι Κακριδής. Όμως η υποψηφιότητα του Λίνου Πολίτη είναι το νέο εμπόδιο για τον Εμ. Κριαρά.

Έτσι το ενδιαφέρον στρέφεται προς τη Μεσαιωνική Φιλολογία την έδρα της οποίας παίρνει το 1950. Σαφώς στραμένος προς τη νεοελληνική προσπαθεί να διευρύνει τα χρονικά όρια των επιστημονικών του ενδιαφερόντων. Η Υστερομεσαιωνική ή Πρωτονεοελληνική περίοδος καλύπτει το διάστημα 1200-1700. Τα χρόνια αυτά ο Κριαράς δουλεύει μαζί με τους φοιτητές του το υλικό που θα γίνει η βάση του Λεξικού. Αποδελτίωση, σύνταξη λημμάτων για κάθε λέξη, νέα καταγραφή και απόδοση της σημασίας. Τον Ιανουάριο 1968 απολύεται μαζί με τρεις άλλους καθηγητές, το Σταμάτη Καρατζά, το Μιχήλ Σακελλαρίου και τον υφηγητή Δημήτρη Μαρωνίτη.

Έδρα των δραστηριοτήτων του γίνεται το Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών στη Θεσσαλονίκη. Εκεί θα συνεχίσει τη δουλειά για τη σύνταξη του Λεξικού της μεσαιωνικής ελληνικής δημώδους γραμματείας (1100-1669). Αλλά, η ζωή και το έργο του Εμ. Κριαρά είναι αναμφισβήτητα δεμένα με τη γλωσσική μεταρρύθμιση του 1976 και την καθιέρωση του μονοτονικού το 1982.

Συμμετείχε σε επιτροπές, όπως αυτή για την αναπροσαρμογή της Μικρής Γραμματικής του Τριανταφυλλίδη, η οποία και άρχισε να δίνεται στα σχολεία, και ενεργά στην ενημέρωση των εκπαιδευτικών για τη χρήση και τη διδασκαλία της δημοτικής γλώσσας. Ενώ η μεταρρύθμιση, που επίσης συνδέθηκε με το όνομα του Γεωργίου Ράλλη, προχωρούσε, παρουσιάστηκαν οι πρώτες οργανωμένες αντιδράσεις. Στις 18-02-1982 κυκλοφορεί Διακήρυξη του Ελληνικού Γλωσσικού Ομίλου όπου ανάμεσα στα άλλα έγραφε «Για μας δεν υπάρχει το δίλημμα δημοτική – καθαρεύουσα, υπάρχει η ενιαία ελληνική γλώσσα, πολυδιάστατη στη σύγχρονη της ανάπτυξη...». Τη διακήρυξη υπογράφουν: Ο. Ελύτης, Γ. Μπαμπινιώτης, Α. Νικολαΐδης, Γ. Ντεγιάννης, Α. Σκιαδάς, Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Γ. Χειμωνάς. (Όμως, αναρωτιέμαι, το ίδιο έλεγαν και μερικά χρόνια νωρίτερα, όταν κυριαρχούσε και επιβάλλονταν η καθαρεύουσα;)

Έτσι άρχισε διάλογος που οδήγησε στη διαμόρφωση δύο τάσεων σχετικών με τη γλώσσα, κάτι που εκφράζονταν με δύο αντιλήψεις για τη νεοελληνική γλώσσα. Η πρώτη πιστεύει στην διαχρονική οντότητα της ελληνικής, η δεύτερη στη ν αυτονομία της νεοελληνικής γραμματείας, που είναι και η μόνη πηγή αναφοράς για τη νεοελληνική γλώσσα. Την πρώτη έκφρασε κυρίως ο Γ. Μπαμπινιώτης ήδη από το 1976 με εκτενές άρθρο στην Καθημερινή, «Πέρα της καθαρευούσης και της δημοτικής» (Καθημερινή 12, 13, 16-03-1976) (Όμως, διαπιστώνω, και μόνο ο τίτλος του άρθρου δεν είναι καθόλου «πέρα από τη δημοτική και από την καθαρεύουσα». Και πόσο πέρα από αυτά ήταν μόλις πριν από δυο χρόνια ο γλωσσολόγος; ΕΔΩ)

Ο Εμ. Κριαράς στρατεύεται ενεργά και εκπροσωπεί τη δεύτερη αντίληψη. Με συγγραφική δραστηριότητα, με δημοσιεύσεις, με δράση για την ενημέρωση του ευρύτερου κοινού, δίνει το στίγμα του «ορθόδοξου δημοτικισμού» αναιρώντας την άποψη ότι η δημοτική πρέπει να εμπλουτίζεται από την αρχαία ελληνική. Συμμετέχει ουσιαστικά και στην προσπάθεια να αποδοθούν τα νομικά κείμενα στη δημοτική.

Το 1981 ορίστηκε πρόεδρος της επιτροπής για το μονοτονικό που θα αποκτίσει την νομική έκφραση με το Ν. 1228/1982 που καθιερώνει απόψεις διατυπωμένες από το Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Αυτό το μονοτονικό εφάρμοζε ήδη από το 1976 το Ίδρυμα Τριανταφυλλίδη. Τέθηκε και το ζήτημα του τονισμού των αρχαίων κειμένων, αλλά η στάση που κράτησε ο Κριαράς ήταν ότι έπρεπε να αποφανθεί ειδική επιτροπή, παρά το ότι μάλλον θεωρούσε άσκοπο τον πολυτονισμό και των αρχαίων κειμένων.

Το ζήτημα που υπερασπίστηκε με σθένος ήταν σχετικό με την κατάργηση της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στο Γυμνάσιο. Η διδασκαλία μεταφρασμένων κειμένων της αρχαιοελληνικής γραμματείας είχε βρει το δρόμο της, σε αντίθεση με τη διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας που για μεγάλο διάστημα γινόταν με προσκόμματα. Το θέμα της επαναφοράς της αρχαίας ελληνικής γλώσσας άρχισε να τίθεται με αξιώσεις από τον υπουργό παιδείας Αντώνη Τρίτση με κορύφωση της σχετικής πολιτικής και ιδεολογικής βούλησης την ομιλία του Υπουργού στο παλιό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στις 8 Ιουλίου 1987, με θέμα την «ανάκτηση της Ελληνικής Παιδείας». Ο Κριαράς είναι από τους πρώτους που θα εκφράσουν την αντίρρησή τους στην επαναφορά της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στο Γυμνάσιο. Την αντίθεσή του εκφράζει η μεγάλη πλειονότητα του εκπαιδευτικού κόσμου. Η ΠΕΦ, η ΟΛΜΕ, η ΔΟΕ, ο Φιλόλογος, η πλειονότητα των σχολικών συμβούλων, ο Δ. Μαρωνίτης, ο Φ. Κακριδής κλπ. Ωστόσο ο σχεδιασμός της επαναφοράς προχωρά. Από τους επιφανείς υποστηρικτές, εκτός από τον Γ. Μπαμπινιώτη, είναι ο Αγ. Τσομπανάκης, ο Ν. Βαγενάς, ο Κ. Ταχτσής, ο Γ. Μαρκαντωνάτος και ο Κ. Καστοριάδης. Ο τελευταίος σε διάλεξή του στο Βόλο, το Φεβρουάριο 1989, θα απαξιώσει και θα προσβάλει τον Κριαρά. Οι σχετικές σελίδες του κεφαλαίου με τον τίτλο Νεοελληνική Γλώσσα και Αρχαία Ελληνικά στο Γυμνάσιο ΕΔΩ.

Από το 1992-93 θα γίνει πειραματική διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας σε 150 επιλεγμένα Γυμνάσια και την επόμενη σχολική χρονιά επανέρχεται η διδασκαλία τους σε όλα τα Γυμνάσια. Ο Εμ. Κριαράς συνεχίζει να υποστηρίζει ότι αυτό που θα έπρεπε να ενισχυθεί είναι η διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας.

Η αναγνώριση του έργου και της προσφοράς του Κριαρά είναι όλο και μεγαλύτερη. Το βιβλίο στο δεύτερο μέρος αναφέρεται συστηματικά στο συγγραφικό έργο του Κριαρά και στο τρίτο στις τιμές που του αποδόθηκαν. Ακόμη περιέχει πίνακες με τα δημοσιεύματα, τις διακρίσεις, στατιστικά στοιχεία και χρηστικά Ευρετήρια.
Όμως, ξεπέρασα κατά πολύ τις τριακόσιες λέξεις που είναι το όριο για να διαβάζεται και να λειτουργεί ένα κείμενο από την οθόνη.

Ενδιαφέροντα κείμενα για τον Εμμανουήλ Κριαρά:
Η αντοχή των υλικών του Γιάννη Χάρη
Ο τελευταίος μεγάλος δημοτικιστής στην Καθημερινή (11-03-2001)
Η συγγραφική παρουσία του Εμμανουήλ Kριαρά στην Καθημερινή (11-03-2001)

Σάββατο, Φεβρουαρίου 07, 2009

552 λέξεις για την ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας του Α. Φ. Χριστίδη

Το βιβλίο παρουσιάζεται στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα με όλη εκείνη την ευθύνη και τη συνέπεια που διακρίνει το συγκεκριμένο σάιτ. Οπότε, τι νόημα έχει η αναφορά σε αυτό εδώ; Τίποτα περισσότερο από ότι διευκρινίζουν οι διπλανές πενήντα τέσσερις λέξεις.
Θέλω να γράψω για την αναγνωστική απόλαυση που μου πρόσφερε η γραφή του Χριστίδη, για το σαφή και τεκμηριωμένο λόγο του, που δείχνει ότι η επιστήμη μπορεί να είναι κατανοητή σε κάθε αναγνώστη. Αρκεί οι άνθρωποι που την υπηρετούν να το θέλουν.
Αυτός ο ελκυστικός λόγος του συγγραφέα δίνει στο βιβλίο διάσταση αφηγήματος όπου πρωταγωνιστεί η γλώσσα. Σπάει διαχωριστικές γραμμές. Γράφηκε στα πλαίσια του προγράμματος Αρχαιογλωσσία και Αρχαιογνωσία στη Μέση Εκπαίδευση αλλά δε μένει στους μαθητές ή στους καθηγητές ή μόνο σε όσους εμπλέκονται με την εκπαίδευση.
Είναι διαυγής και μεθοδική προσέγγιση των γλωσσικών ζητημάτων με άξονα την ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Μέσα στις σελίδες του παρουσιάζεται η γέννηση και η εξέλιξη της γλώσσας, κάθε γλώσσας, αφού όλες είναι το ίδιο επαρκείς, το ίδιο λειτουργικές, το ίδιο καθορισμένες από ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες που κάνουν αναγκαία την αλλαγή τους. Ο ψύχραιμος χαρακτήρας της κατασταλαγμένης γνώσης είναι εμφανής σε όλες τις σελίδες. Χωρίς ιδεοληψίες, χωρίς φορτίσεις συναισθηματικές, με μια αποστασιοποίηση που δείχνει πραγματική αγάπη για τη γλώσσα, την αγάπη αυτού που την υπηρετεί.
Κάθε κεφάλαιο του βιβλίου τελειώνει με σύνοψη όσων παρουσιάστηκαν. Επίσης, οι γλωσσολογικές διαπιστώσεις γίνονται άξονας των επόμενων σελίδων του βιβλίου και ο συγγραφέας τις ξαναθυμίζει με ένα λόγο καλοσύνης και κατανόησης σε όσους δεν έχουν τόσο καλή μνήμη.
Έτσι οι απλές αλήθειες γίνονται κτήμα το αναγνώστη. Έτσι μας ξαναθυμίζει πράγματα που εύκολα ξεχνάμε.

Οι γλώσσες δεν έχουν σύνορα. Οι γλώσσες αλλάζουν, αλλά δε φθείρονται και δε χαλάνε. Υπάρχουν ισχυρές γλώσσες εξαιτίας ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών, όπως συνέβη με την κοινή ελληνική κατά τα ελληνιστικά χρόνια και σήμερα με την αγγλική και όχι γιατί είναι καλύτερες. Ο λόγος είναι ανεξάρτητος από τη γραφή. Η πορεία της γραφής μέχρι το αλφάβητο έχει τη δική της ενδιαφέρουσα ιστορία. Η αλφαβητική επανάσταση φέρνει τη δημοκρατία της γραφής και της πληροφορίας, αφού τώρα μπορούν όλοι να μάθουν γραφή και ανάγνωση. Η κοινή ινδοευρωπαϊκή γλώσσα είναι αφετηρία πολλών γλωσσών, και τις ελληνικής, που διαφοροποιήθηκαν εξαιτίας του διασκορπισμού των ινδοευρωπαίων. Οι αρχαίοι Έλληνες μιλούσαν και διάβαζαν με διαφορετική προφορά από τον τρόπο που διαβάζουμε οι νεοέλληνες τα αρχαία κείμενα. Η γραφή τους ήταν φωνητική. Η διαφοροποίηση της προφοράς δεν ακολουθήθηκε από ανάλογη εξέλιξη στη γραφή και αυτό δημιουργεί την ιστορική ορθογραφία. Η αρχαιοελληνική γλώσσα έχει διαφορετική δομή από τη νεοελληνική, έχει πλουσιότερο κλιτικό σύστημα, μετοχές, απαρέμφατα. Η νεοελληνική είναι πιο αναλυτική. Η αρχαιοελληνική γλώσσα δεν ήταν ενιαία, υπήρχαν διάλεκτοι, διαφορετική μεταξύ τους, κάτι που θυμίζει τη νεοελληνική Βαβυλωνία των αρχών του 19ου αιώνα. Οι γλώσσες, και η νεοελληνική, δεν κινδυνεύουν όσο υπάρχει ένα κράτος που τις στηρίζει, όσο παράγεται λογοτεχνία, όσο διδάσκονται, όσο οι ομιλητές της δεν την εγκαταλείπουν. Η τάση των γλωσσών είναι προς την απλούστευση, προς την εξομάλυνση, γιατί έτσι γίνεται ευκολότερη η εκμάθησή τους. Ο αττικισμός οδήγησε στην αντίληψη που υπερτιμά την αρχαία γλώσσα και υποτιμά την ομιλούμενη. Αυτή η αντίληψη έχει την ιστορική της πορεία ως τις μέρες μας.

Όλα αυτά γράφονται με σαφήνεια και αποφορτισμένα, αυτό ακριβώς τα καθιστά πολιτικά. Αντιμάχονται όλα τα ιδεολογήματα και τις συναισθηματικές εκλογικεύσεις που παρουσιάζονται ως γλωσσολογία, δηλαδή που θέλουν τη γλωσσολογία στην υπηρεσία τους.


και ο επίλογος του βιβλίου

Ο καλύτερος ίσως τρόπος για να κλείσει αυτό το βιβλίο είναι να ξαναθυμηθούμε την αρχή του: τα «μυστικά» της γλώσσας. Αυτά που κάνουν τη γλώσσα (την κάθε γλώσσα, «μικρή» ή «μεγάλη», «άσημη» ή «διάσημη») ένα μοναδικό εργαλείο. Μοναδικό, γιατί περιγράφει τον κόσμο και δεν αποτελείται, όπως συμβαίνει στο ζωικό βασίλειο, από αντιδράσεις σε ερεθίσματα. Αυτό είναι, όπως λέγαμε, που κάνει τη λέξη πόνος, και κάθε άλλη λέξη, γλώσσα, σε αντίθεση με το βογκητό του πόνου ή το γάβγισμα του σκύλου, που είναι απλά κραυγές. Όλες οι γλώσσες «δουλεύουν» με αυτό τον τρόπο και, αν κάποιες ξεχώρισαν (όπως τα αρχαία ελληνικά ή τα λατινικά), ή ξεχωρίζουν (όπως τα αγγλικά σήμερα), αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν ή είναι «καλύτερες». Ξεχώρισαν ή ξεχωρίζουν για λόγους ιστορικούς και όχι γιατί ήταν, ή είναι, «φτιαγμένες» καλύτερα από άλλες. Δεν υπάρχουν λοιπόν «καλύτερες» ή «χειρότερες» γλώσσες, «ανώτερες» ή «κατώτερες». Όπως δεν υπάρχουν καλύτεροι ή χειρότεροι λαοί. Κάθε γλώσσα, και κυρίως οι ομιλητές της, αξίζει λοιπόν τον σεβασμό μας.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 05, 2009

590 λέξεις για το βιβλίο του Γιάννη Χάρη, «Η γλώσσα, τα λάθη και τα πάθη» A

Είναι γραμμένο με αγάπη για τη γλώσσα. Αυτό είναι το πρώτο που συμπεραίνει κάποιος που διαβάζει το βιβλίο. Με ανάλογο συναίσθημα προσεγγίζει ο συγγραφέας και τους ομιλητές, κυρίως τους πολλούς, απλούς, ανώνυμους ομιλητές.
Το δεύτερο συμπέρασμα είναι σχετικό με το κυριολεκτικό περιεχόμενο των επιφυλλίδων. Είναι κείμενα με σαφή και διαυγή άποψη για τη γλώσσα και την εξέλιξή της καθώς διαμορφώνεται συνεχώς και δυναμικά μέσα στην καθημερινή χρήση της. Η συγχρονική μελέτη της και οι παρατηρήσεις, τα σχόλια γίνονται με συναίσθηση ότι η πορεία της γλώσσας μέσα στο χρόνο μπορεί να αποδείξει σωστό ό,τι σήμερα επισημαίνουμε και διορθώνουμε σα λάθος. Αυτό εξάλλου συνέβη πολλές φορές στα δυόμιση χιλιάδες περίπου χρόνια που έχουμε γραπτή την ελληνική γλώσσα. Ο Γ. Χάρης φέρνει πολλά παραδείγματα που δείχνουν την καθιέρωση και την αποδοχή λαθών, κάτι που παρατηρήθηκε σε μεγάλο βαθμό στα χρόνια που διαμορφώθηκε η κοινή ελληνιστική.
Όλα τα κείμενα βρίσκονται συγκεντρωμένα, ελεύθερα και δωρεάν στο προσωπικό μπλογκ του συγγραφέα. Η διεύθυνση είναι στο http://yannisharis.blogspot.com/, και η ταξινόμησή τους στην κατηγορία "γλωσσικά Α". Από εκεί τα «κατέβασα» και τα εκτύπωσα για να τα διαβάσω χωρίς το εμπόδιο της λάμψης που εκπέμπει η οθόνη. Εξάλλου, ένα κείμενο που ξεπερνά τις τριακόσιες λέξεις διαβάζεται δύσκολα από την οθόνη του υπολογιστή και προπαντός δύσκολα διαβάζεται στο κρεβάτι! Θέλω να πιστεύω ότι ο Γιάννης Η. Χάρης (και ο εκδότης του;) έχουν λίγο διαφορετική αντίληψη για την πνευματική ιδιοκτησία. Άλλωστε ποιου ιδιοκτησία αποτελέι η γλώσσα. Ο συγγραφέας, φαντάζομαι, θα βγάζει σπυριά όταν ακούει ορισμένους να μιλούν σα να ‘χουν περισσότερα δικαιώματα σ’ αυτήν.
Προς επίρρωσιν αυτής της αντιλήψεως υπερ-συνδέω εις την παρουσίασιν του δευτέρου τόμου –όντινα, αναγνώσομαι, σκοπώ, συντόμως – ήν αυτοχείρως πράττει. Ιδέ: http://yannisharis.blogspot.com/2008/11/13.html
Πάντως, επειδή το μπλογκ εδώ είναι βιβλιοφιλικό, πρέπει να δώσω τα στοιχεία του βιβλίου. Αυτό κοστίζει 22.00 EUR και μπορείτε να το προμηθευτείτε, με έκπτωση: 2.20EUR (10%), στην τιμή των 19.80 EUR. Έχει 532 σελ. και μαλακό εξώφυλλο, σχήμα 21x14 και ISBN : 960-435-015-3. Πρώτη έκδοση το Νοέμβριο 2003.
Η στάση που κρατά ο Χάρης απέναντι στα γλωσσικά λάθη αποφεύγει τόσο την «κανονιστική» αντίληψη, όσο και την άποψη «όλα γίνονται δεκτά». Κατ’ επάγγελμα διορθωτής κειμένων υιοθετεί αυτή τη «διορθωτική» στάση έχοντας συνείδηση της σχετικότητας που έχει η συγχρονική προσέγγιση. Φροντίζει να επαναλαμβάνει με κάθε ευκαιρία την άποψη ότι η γλώσσα προχωρά αφομοιώνοντας τα λάθη.
Μέσα στις «σελίδες του βιβλίου» βρήκα μια συνεπή κριτική ματιά σχετικά με ποικίλα θέματα που είναι δύσκολο να ταξινομηθούν. Οι ξενισμοί, δηλαδή επιδράσεις που δέχτηκε και δέχεται η νεοελληνική από άλλες ισχυρότερες γλώσσες, παλιότερα από την γαλλική και τελευταία από την αγγλική. Ο «αττικισμός», το πρώτο καθαρολογικό γλωσσικό κίνημα που εμφανίζεται κατά τα ελληνιστικά χρόνια και μεταλλάσσεται ως τις μέρες μας, ως καθαρεύουσα, ως νεογλωσσαμυντορισμός, ως μύθος για τον ενιαίο χαρακτήρα της ελληνικής γλώσσας σε όλες τις φάσεις της ιστορικής πορείας της. Τα δάνεια από άλλες γλώσσες, και η επανεισαγωγή λέξεων από παλιότερες μορφές της ελληνικής. Η διαφορετική δομή της αρχαίας αττικής διαλέκτου όπως φαίνεται από το πλουσιότερο κλιτικό σύστημα, από τη χρήση μετοχών και απαρεμφάτων κλπ. Αυτές η διαφορετική συντακτική δομή όταν υπεισέρχεται στη νεοελληνική, την αλλοιώνει και προκαλεί σύγχυση στη χρήση της. Η νεανική αργκό που επικρίνεται ως απόδειξη γλωσσικής φτώχειας, ενώ δεν είναι ο μοναδικός τρόπος ομιλίας των νέων, αλλά αφορά μόνο συγκεκριμένες επικοινωνιακές περιστάσεις και κατά συνέπεια μάλλον γλωσσικός πλούτος πρέπει να θεωρείται. Πολλά άλλα, επίσης, παρουσιάζονται και σχολιάζονται με κριτική διάθεση.
Η αλήθεια είναι ότι τα κείμενα του Γιάννη Χάρη, καθώς τα διάβασα συγκεντρωμένα, με βοήθησαν να δω – ή να ξαναδώ – κριτικά όσα η συνήθεια καθιερώνει με βεβαιότητα. Ας πούμε τη διάκριση του ως από το σαν

Κυριακή, Δεκεμβρίου 28, 2008

680 λέξεις για τη φωνητική γραφή, συλλογή κειμένων

Κείμενα δημοσιευμένα από το 1929, Μένος Φιλήντας, «πρέπει να γράφουμε με το λατινικό αλφάβητο», στο περιοδικό Πρωτοπορία, ως το 1948, Γιάννης Μπενέκος, «ορθογραφία και στραβογραφία», στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα. Το βιβλίο αποτελεί συλλογή ανάλογων κειμένων που χαρακτηρίζονται από την ίδια οπτική. Η ιστορική ορθογραφία στην οποία επιμένουμε να χρησιμοποιούμε και να διδάσκουμε μόνο προβλήματα πλέον δημιουργεί, χαμένο χρόνο και μαθησιακές δυσκολίες που εμποδίζουν την ενασχόληση με ουσιωδέστερα ζητήματα και την πρόσληψη χρηστικών γνώσεων.
Η ιστορική ορθογραφία, που δεν ήταν ιστορική, εξυπηρετούσε τις ανάγκες της ελληνικής γλώσσας κατά την αρχαιότητα. Τότε όμως απέδιδε φωνητικά τους ήχους των λέξεων. Δεν υπήρχε το πρόβλημα της ορθής γραφής γιατί γράφανε ό,τι ακούγανε, δηλαδή αποτελούσε φωνητική γραφή της – διαφοροποιημένης σήμερα – προφοράς των λέξεων. Η εξέλιξη της γλώσσας διαφοροποίησε την προφορική έκφρασή της, αλλά άφησε ουσιαστικά ανέπαφη τη γραφή της (της οποίας η εικόνα, ακριβώς γιατί είναι οπτική), είναι περισσότερο ανθεκτική σε αλλοιώσεις. Η εξέλιξη λοιπόν της γλώσσας απομάκρυνε τη γραφή από την προφορά της.
Τίθεται έτσι το ζήτημα της ορθής γραφής. Από τη μια η κοινή λογική, αποφορτισμένη από άλλους παράγοντες, σαφώς μας οδηγεί στη λύση της ριζικής απλοποίησης της ορθογραφίας. Η λύση που οδηγούμαστε είναι η υιοθέτηση του λατινικού αλφαβήτου. Αυτό θα σημαίνει αμέσως και φωνητική γραπτή απόδοση της γλώσσας. οι απαραίτητες δοκιμές και οι σαφείς αντιστοιχήσεις των συμβόλων – γραμμάτων στους ήχους – φθόγγους της νεοελληνικής γλώσσας θα οριστικοποιήσουν τον τρόπο γραφής με λατινικούς χαρακτήρες.
Από την άλλη οι ιδεολογικές ενστάσεις με όλα τα ιστορικά, εθνικά και άλλα ζητήματα που επιστρατεύονται για την προάσπιση της ιστορικής ορθογραφίας – γραφής που παρουσιάζεται ταυτισμένη με τη γλώσσα. Τα άρθρα σε μεγάλο βαθμό αντικρούουν την ιδεολογική επιχειρηματολογία και εφόσον τα περισσότερα γράφτηκαν κατά το μεσοπόλεμο, όταν το γλωσσικό ζήτημα ήταν ιδιαίτερα οξύ θέμα συζήτησης, έχουν ξεχωριστό ενδιαφέρον. Συνοπτικά: αίρεται η ταύτιση γλώσσας και γραφής. Οι αλλαγές στη γραφή δε σημαίνουν αλλοίωση ή εξαφάνιση της γλώσσας, η οποία έτσι και αλλιώς εξελίσσεται. Οι αρχαίοι Έλληνες υιοθέτησαν το φοινικικό αλφάβητο και το διαμόρφωσαν ώστε να εξυπηρετήσουν πρακτικά τις ανάγκες τους. Χρειάζεται αντίστοιχη τόλμη τώρα, για να υιοθετήσουμε το λατινικό αλφάβητο. Απαλλαγμένοι από ιδεοληψίες, πολύ περισσότερο γιατί το λατινικό αλφάβητο «κατάγεται» από το ελληνικό και συνεπώς δεν πρέπει να το νιώθουμε τόσο ξένο.
Η εκμάθηση της ιστορικής ορθογραφίας είναι ένας ακόμη παράγοντας ταξικής διαφοροποίησης και ιδεολογικής επιβολής, ο αγώνας για τη γλώσσα είναι κοινωνικός αγώνας. Η αρχαία ελληνική γλώσσα μένει ανέπαφη και η μελέτη τόσο αυτής όσο και της αρχαίας γραμματείας καθίσταται ευκολότερη αφού αποσυνδέεται η γραφή της νεοελληνικής από αυτή της αρχαίας και αποτρέπονται οι οπτικές και σημασιολογικές συγχύσεις.
Επίσης υπάρχουν συγκεκριμένα ιστορικά δεδομένα. Η χρήση του λατινικού αλφαβήτου για την έκδοση έργων της κρητικής λογοτεχνίας προφανώς ήταν απάντηση στο δίλημμα που έθεταν οι συνθήκες της εποχής: έκδοση με λατινικούς χαρακτήρες ή καθόλου; Ομοίως, έχουμε χρήση λατινικών χαρακτήρων στη Σμύρνη και στη Χίο για τις ανάγκες επικοινωνίας των επιχειρηματιών κατά το 19ο αιώνα, τα λεγόμενα «φραγκοχιώτικα». Αργότερα έχουμε χρήση λατινικών χαρακτήρων στα τέλεξ και στα τηλεγραφήματα. Λογικό συμπέρασμα: οι κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες, καθώς και η τεχνολογική εξέλιξη επέβαλαν τη χρήση του λατινικού αλφαβήτου κατά καιρούς ως λύση.
Συγγραφείς των άρθρων είναι ο Μένος Φιλήντας, ο Δημήτρης Γληνός, ο Γιάννης Σιδέρης, ο Φώτος Γιοφύλλης, ο Νίκος Χατζηδάκης, ο Κώστας Προύσης, ο Κώστας Καρθαίος και ο Γιάννης Μπενέκος. Το βιβλίο στο τέλος έχει ενδιαφέρον παράρτημα με τεκμήρια χρήσης της φωνητικής γραφής, όπως από τη «ρομέηκη γλόσα» του Βηλαρά, χειρόγραφο του Σολωμού και του Μακρυγιάννη, απόσπασμα από «τα ξυλοπόδαρα», παραμύθι σε φωνητική γραφή που εξέδωσε ο Άρης Αλεξάνδρου, κλπ. (μπορείτε να δείτε αυτά το ντοκουμέντα κάνοντας κλικ ΕΔΩ και την εισαγωγή στη "φωνητική γραφή", εκδ. Κάλβος 1980 .pdf ΕΔΩ)
Στις μέρες μας το ζήτημα ξανατίθεται με τα γκρίκλις που συνήθως είναι οπτική – κατά το δυνατόν – απόδοση της ιστορικής ορθογραφίας. Βέβαια η τεχνική λύση έχει δοθεί αφού οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές υποστηρίζουν ακόμη και την πολυτονική γραφή, ακόμη και την υπογεγραμμένη. Θα χαιρόμουν πολύ αν οι υπέρμαχοι του αναλλοίωτου χαρακτήρα της γραφής χρησιμοποιούσαν στα κείμενά τους τη βαρεία και την άνω τελεία μένοντας συνεπείς στις απόψεις τους. Ωστόσο το ζήτημα θα τίθεται ξανά και ξανά αφού η γλώσσα και η γραφή της είναι κοινωνικά ζητήματα.


Τρίτη, Δεκεμβρίου 09, 2008

376 λέξεις για τη Γραμματική της Ποντιακής του Κ. Τοπχαρά

Μια γραμματική διαφορετική από τις άλλες. Όχι ως προς το χαρακτήρα της γιατί είναι μια κανονιστική γραμματική αλλά ως προς τις προτάσεις γραφής. Αποτελεί μια απλουστευμένη πρόταση σχετικά με την ορθογραφία και ταυτόχρονα είναι ντοκουμέντο – σταθμό στη συζήτηση για τα ζητήματα της γλώσσας.
Κυκλοφόρησε στη Σοβιετική Ένωση ως «Γραματικί τίς νέο-ελινικις γλοςας» (Ροστόβ-Ντον 1928, 1932 για να χρησιμοποιηθεί ως Γραμματική της σχολικής γλώσσας της ελληνικής μειονότητας στη Ρωσία. Στο εισαγωγικό σημείωμα της σύγχρονης έκδοσης ο Βασίλειος Δ. Φόρης δίνει τα ιστορικά στοιχεία της αρχικής έκδοσης και της φωτοτυπικής επανέκδοσής της. Η συγκεκριμένη γραμματική έρχεται να καλύψει την ανάγκη διδασκαλίας της ποντιακής διαλέκτου στα ελληνόπαιδα της Σοβιετικής Ένωσης, σύμφωνα με απόφαση του 16ου Συνεδρίου του Κ.Κ.Σ.Ε. για τη διδασκαλία της γλώσσας κάθε εθνότητας. Το εγχειρίδιο, λοιπόν, είναι ιδεολογικά τοποθετημένο. Στον πρόλογό του αναφέρεται η σκοπιμότητά του συνδυασμένη με την πολιτική του Σοβιετικού καθεστώτος.
Είναι γραμμένο στην ποντιακή διάλεκτο και αφορά την ποντιακή διάλεκτο. Χρησιμοποιεί το ελληνικό αλφάβητο τροποποιημένο ώστε κάθε ήχος να αντιστοιχεί σε ένα γράμμα. Είμαστε υποχρεωμένοι να εξετάσουμε τη συγκεκριμένη γραμματική σε σχέση με τις κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες που τη γέννησαν. Επί της ουσίας όλα τα ζητήματα της γλώσσας πρέπει να εξετάζονται σε σχέση με τους εξωγλωσσικούς παράγοντες που τα προσδιορίζουν.
Το ενδιαφέρον εδώ είναι πιο σύνθετο. Αποτελεί πρόταση γραφής μιας διαλέκτου που μιλιέται αποκομμένη από την κοινή νεοελληνική και σε συνθήκες διαφορετικές από αυτές που επικρατούν εκεί όπου η νεοελληνική είναι κυρίαρχη. Η χρήση της διαλέκτου, τόσο προφορικά όσο και γραπτά, έχει τις δυσκολίες που προέρχονται από το κυρίαρχο αλλόγλωσσο περιβάλλον. Ίσως θα ήταν ματαιοπονία η εμμονή σε μια «ορθογραφημέμη» γραφή της ποντιακής διαλέκτου με αποτελέσματα πολύ φτωχότερα από ότι η πρόταση φωνητικής γραφής.
Προφανώς η ύπαρξη διαλέκτων είναι ένδειξη πλούτου μιας γλώσσας και ταυτόχρονα πηγές που την τροφοδοτούν. Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε με τον ίδιο τρόπο και μία διαφορετική γραφή της κοινής γλώσσας. Δηλαδή εδώ, μια συνεπή φωνητική εκδοχή της γραφής της. Δεν πρόκειται για περιπτωσιακή ανορθογραφία αλλά για ένα συγκροτημένο σύστημα – πρόταση διαφορετικής ορθογράφησης. Ή πρέπει να την αντιμετωπίσουμε ως τερατώδες λάθος;
Νομίζω ότι, αναμφίβολα, μέσα στο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο που γεννήθηκε, η γραμματική του Τοπχαρά έχει θετικό αντίβαρο.
Εκείνο που τίθεται ως ζήτημα προς συζήτηση είναι ή θα έπρεπε να είναι η εξέταση του ορθού τρόπου γραφής και της νεοελληνικής.
(μπορείτε να πάρετε μια ιδέα για τη γραμματική του Τοπχαρά κάνοντας κλικ ΕΔΩ)

Ένα κείμενο για τη γραμματική και με αφορμή αυτήν στο http://www.antibaro.gr/national/dhmhtriadhs_pontiaka.php

Κυριακή, Δεκεμβρίου 07, 2008

825 λέξεις για τους δέκα μύθους για την ελληνική γλώσσα

Το βιβλίο μου δημιούργησε αντίθετα συναισθήματα. Το χάρηκα για τη διαύγεια, την πολύπλευρη προσέγγιση, τη σαφήνεια των νοημάτων και της οπτικής του. Από την άλλη με στενοχώρησε η αναγκαιότητα τέτοιων κειμένων. Όσα καταγράφονται μοιάζουν λογικά αυτονόητα, όμως ο γλωσσικός νεοσυντηρητισμός επιβάλει τις στρεβλώσεις του και γίνεται κυρίαρχος ως ιδεολογία που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και την πρακτική. Ο Γιάννης Χάρης στην εισαγωγή διαπιστώνει ότι οι μύθοι αυτοί όταν δεν αποτελούν συγκροτημένη ιδεολογία εξαπλώνονται εξαιτίας συγκινησιακών παραγόντων και δεσμών. Τα κείμενα αυτά είναι όπλα απέναντι σε αυτές τις στρεβλώσεις.
1. Η αρχαία ελληνική μυθοποιείται και ανάγεται σε πρότυπο και αξιολογικό μέτρο σύγκρισης με τη νεοελληνική. Αυτό γίνεται με την ταύτιση γλώσσας και γραμματείας. Δηλαδή μια υψηλή γλώσσα παράγει υψηλά έργα. Όμως γλώσσα και γραμματεία (λογοτεχνική παραγωγή κλπ) δεν ταυτίζονται.
2. Η φορμαλιστική αντίληψη της ετυμολογίας στοχεύει να παρουσιάσει την ελληνική γλώσσα ως ενιαία, ακόμα και, από τα μυκηναϊκά χρόνια ως σήμερα. Αυτό όμως που συμβαίνει και αποσιωπάται είναι ότι έχουμε επανεισαγωγή λέξεων δηλαδή δάνεια από την αρχαία γλώσσα για να αποδοθούν νεότερες ευρωπαϊκές έννοιες – δάνεια. Αυτό που ονομάζεται δισυπόστατος δανεισμός. Κατά τον τρόπο αυτό οι λέξεις απομακρύνονται από την αρχική τους σημασία και η εκμάθηση των αρχαίων γίνεται δυσκολότερη για τους νεοέλληνες. Άλλη μια στρέβλωση της προσπάθειας να αναχθεί η νεοελληνική στην αρχαία και να συντηρηθεί το ιδεολόγημα και η ψευδής εικόνα προέλευσης του λεξιλογίου από την αρχαία γλώσσα.
3. Η δημοτική γλώσσα είναι αυτόνομη και πλήρης ως εργαλείο και είναι παράλογη η επιχειρούμενη εξάρτησή της από την αρχαία. Δε χρειάζεται να ξέρει κάποιος αρχαία ελληνικά για να μιλήσει ή να μελετήσει τη νεοελληνική. Η εξάρτηση της ομιλούμενης γλώσσας από την αρχαία έχει την εξήγησή της στις προκαταλήψεις και τους προϊδεασμούς που αναπτύχθηκαν μέσα στην ιστορία. Ο αττικισμός, η αντίληψη φθοράς και παρακμής της γλώσσας που απομακρύνεται από το αρχαίο πρότυπο, η καθαρεύουσα. (και… «η καλλιέργεια – στην εκπαίδευση – της αρχαιογνωσίας (γλωσσικής και άλλης) θα αποκτήσει νόημα – για το παρόν – μόνο εάν απαλλαγεί από τον προσκυνηματικό φορμαλισμό με τον οποίο έχει ιστορικά συνδεθεί».)
4. Σχετικά με τη φθορά και την αλλοίωση της γλώσσας η ψύχραιμη και επιστημονική ματιά διαπιστώνει ότι αυτή ακριβώς η εξέλιξη της γλώσσας είναι η δύναμή της. Είναι το χαρακτηριστικό της εκείνο που την καθιστά το μόνο κοινωνικό φαινόμενο που αντέχει στο χρόνο. Η γλώσσα αναγκαστικά αλλάζει επειδή πρέπει να εξυπηρετήσει τις νέες ανάγκες επικοινωνίας. Ενδιαφέρον έχει να μελετήσουμε πώς εμφανίζεται η παράλογη θρηνητική αντίληψη στην κοινωνία ότι έχουμε παρακμ΄η και κίνδυνο εξαφάνισης της γλώσσας.
5. Τα λάθη στη χρήση της γλώσσας πολλές φορές δεν είναι κάτι τόσο τραγικό, όσο παρουσιάζεται. Πολλές φορές η αιτία βρίσκεται στις συνθήκες έκφρασης και δε σημαίνει άγνοια της γλώσσας. Άλλες φορές, κάποια από αυτά είναι εντός του γλωσσικού συστήματος (έτρεξα το πρόγραμμα, διέρρευσε την είδηση, πιο καλύτερα). Η μελέτη αυτών των λαθών μπορεί να βοηθήσει την καλύτερη κατανόηση του γλωσσικού συστήματος.
6. Κάθε ομιλούμενη γλώσσα δανείζεται λέξεις από άλλες γλώσσες. Αυτό δεν είναι σημάδι φθοράς ή παρακμής, ούτε αλλοίωσης των δομών της. Η αγγλική δανείστηκε από τη γαλλική περίπου το 60% των λέξεών της. Αυτό δεν την αλλοίωσε ώστε να καταταχθεί και αυτή στης ρομανικές γλώσσες. Αν η ελληνική περιέχει σε ποσοστό 5% λέξεις δάνεια από την αγγλική αυτό εξηγείται από την πολιτική και οικονομική κυριαρχία των αγγλόγλωσσων κρατών η οποία προηγείται της γλωσσικής κυριαρχίας.
7. Η «γλώσσα των νέων» που επαναλαμβανόμενα γίνεται αντικείμενο κριτικής και φοβικών διαπιστώσεων είναι κάτι που σαφώς συνιστά πλούτο της ελληνικής. Και πολύ απλά: η «γλώσσα των νέων» δεν είναι τα ελληνικά των νέων αλλά μία γλωσσική ποικιλία που χρησιμοποιείται συγκυριακά.
8. Σχετικά με την ιστορική ορθογραφία, είναι φανερό ότι ορθογραφικό λάθος δεν υπάρχει στις γλώσσες που υιοθετούν φωνητικό σύστημα γραφής. Η γραφή της νεοελληνικής χαρακτηρίζεται από δύσκολους κανόνες και παραλογισμούς (όπως ο τονισμός συμφώνου π.χ αύριο). Τα αιτήματα απλοποίησης της γραφής συναντούν αντιδράσεις κυρίως εξαιτίας της εσφαλμένης ταύτισης γλώσσας και γραφής. Η ιστορική ορθογραφία δεν είναι ιερή αλλά σχετική και συζητήσιμη. Ακόμα και οι υπερασπιστές του πολυτονικού συστήματος έχουν εξοβελίσει τη βαρεία… (μπορείτε μα βρείτε το άρθρο ΕΔΩ)
9. Η προτεραιότητα του γραπτού λόγου ουσιαστικά τονίζεται για να αποφευχθεί η ταύτιση γλώσσας και γραπτού λόγου ο οποίος παρέχει μια σταθερή οπτική εικόνα της γλώσσας. Επίσης επιτρέπει την τυποποίησή της και τη σύνταξη γραμματικών και λεξικών. Στην ουσία γραφή και φωνή είναι δύο διαφορετικά «μέσα» της γλώσσας που σε πολλές περιπτώσεις εξυπηρετούν διαφορετικές ανάγκες.
10. Η αξιολογική κατάταξη των γλωσσών δεν είναι δυνατή. Όπως δεν υπάρχουν ανώτερες φυλές, έτσι δεν υπάρχουν και ανώτερες γλώσσες. Υπάρχουν διαπιστωμένα χαρακτηριστικά για κάθε γλώσσα. Έτσι κάθε γλώσσα καλύπτει επαρκώς τις ανάγκες της κοινότητας που τη χρησιμοποιεί, ανεξάρτητα από πολιτισμικό επίπεδο είναι εξίσου πολύπλοκη και εξελιγμένη, βασίζεται σε συνδυασμό μονάδων – ήχων χωρίς νόημα και οργανώνεται με κανόνες και νόμους. Οι διαφορές διαπιστώνονται ως προς το λεξιλόγιο, αλλά κάθε γλώσσα έχει τους παραγωγικούς μηχανισμούς για να αναπτύξει και να δημιουργήσει λεξιλόγιο αν αυτό χρειαστεί.
Ξαφνιάζουν ευχάριστα τα αποσπάσματα από κείμενα του Εμμανουήλ Ροΐδη που παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου. (Τα κείμενα που αποτελούν το βιβλίο είχαν δημοσιευτεί στη εφημερίδα Τα Νέα στις 16 Σεπτεμβρίου 2000)
(μπορείτε να βρείτε το βιβλίο κάνοντας κλικ ΕΔΩ)


Σάββατο, Δεκεμβρίου 06, 2008

453 λέξεις για το λαογραφικό σφακιανό λεξικό του Κανάκη Ι. Γερωνυμάκη

Γιατί να γίνει λόγος για ένα λεξικό; Αυτό το ερώτημα ήρθε ασυναίσθητα και ακολούθησε το: τι να γράψει κανείς για ένα λεξικό;
Η επιθυμία να μιλήσω για αυτό δημιουργήθηκε εξαρχής. Διαφοροποιείται από τα άλλα γιατί κατ’ ουσίαν δεν είναι λεξικό. Καταχρηστικά ονομάζεται έτσι. Αποτελεί συλλογή λέξεων μιας διαλέκτου της οποίας ο συγγραφέας είναι φυσικός ομιλητής. Καταχρηστικός είναι ο τίτλος στο σύνολό του. Δεν είναι ένα πλήρες λεξικό της γλώσσας που μιλιέται στα Σφακιά. Ακόμη, πολλές από τις λέξεις που περιλαμβάνει δε χρησιμοποιούνται μόνο στα Σφακιά, ούτε μόνο στην Κρήτη. Πιο συγκεκριμένα, οι εννιακόσιες – περίπου – λέξεις που περιλαμβάνει προφανώς δεν αποτελούν το σύνολο αυτών που χρησιμοποιούνται. Κατά δεύτερο λόγο σε αυτές περιλαμβάνονται λέξεις όπως οι παρακάτω που σταχυολογώ τυχαία: λίγδες (ακαθαρσίες), τσάκνα (ξερά χόρτα), ριζικό (τυχερό), κουρά (κούρεμα), άπραχτος (που δεν πέτυχε την αποστολή του). Δεν είναι σαφές γιατί καταγράφονται ως λέξεις της σφακιανής διαλέκτου εφόσον είναι κοινές σε πολλά μέρη της Ελλάδας και μάλιστα περιλαμβάνονται σε λεξικά της νεοελληνικής. (Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1998). Κατά συνέπεια το συγκεκριμένο «σφακιανό λεξικό» ούτε πλήρες είναι, ούτε περιλαμβάνει λέξεις που χρησιμοποιούνται μόνο στα Σφακιά. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση.
Όμως πίσω από αυτή την ερασιτεχνική προσπάθεια και έκδοση κρύβεται αγάπη για τη γλώσσα. Ο συγγραφέας σημειώνει με αστερίσκο τις λέξεις «που έχουν ήδη αποβληθεί από την τοπολαλιά». Μερικά παραδείγματα: απαταχλή (δεν ακούγεται τίποτα σχετικό), αποπανωθιός (επιπλέον, από πάνω), αρμόνα (δυνατός αέρας από τη θάλασσα που μεταφέρει σταγόνες), γλυκοσάλιση (ευχαρίστηση), λαλίνια (ξύλινα παπούτσια) κλπ. Βέβαια δεν έχουμε συστηματική προσπάθεια να καταγραφεί ο γλωσσικός πλούτος, αλλά έχουμε ένα βιβλίο που μπορεί να γίνει πηγή για μια τέτοια προσπάθεια.
Παράλληλα, είναι πολλά τα λαογραφικά στοιχεία που «κουβαλούν» οι λέξεις και έτσι καταγράφονται και αυτά. Από τις λέξεις με αστερίσκο και τις σημασίες που δίνονται: η κουμούρι: όπως λιχνούσαμε, αλλού πήγαινε ο καρπός και αλλού τα άχερα, μα και μια σκόνη που την έπαιρνε ο αέρας πολύ πιο πέρα, αυτή τη λέγαμε κουμούρι, η λεπίδα: είναι το ειδικό αργιλόχωμα που βάζαμε στις χωματοστέγες για να το περνά δυσκολότερα το νερό, η λοτζέτα: το δώμα χαμηλότερου σπιτιού που είναι η αυλή του ψηλότερου, το όργο: όταν οι άνθρωποι στη σειρά σκάβανε ή θερίζανε, όσο τομέα είχε ο καθένας λέγαμε ότι αυτό ήταν το όργο του, ψωμομαντήλα: ένα καθαρό πανί που σκέπαζαν το ψωμί άμα το ζύμωναν και το άφηναν κάμποση ώρα πριν το φουρνίσουνε, για να πάρει ανέβαση. Βλέπουμε καθαρά ότι μαζί με έναν κόσμο που χάνεται, χάνονται και οι λέξεις που τον περιγράφουν.
Αυτή η γοητεία του παρελθόντος έρχεται να προστεθεί στην αγάπη για τη γλώσσα και να προσθέσει στην αξία του βιβλίου. Τριάντα δύο σκίτσα περιλαμβάνονται στις τελευταίες σελίδες, οπτικοποιούν τη ζωή στα Σφακιά και συνοδεύονται με υπομνήματα με τις λέξεις που ονομάζουν κάθε αντικείμενο.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 10, 2008

462 λέξεις για την «Απαγορευμένη Γλώσσα» του Τάσου Κωστόπουλου

Διάβασα το βιβλίο, μαζί με άλλα, στα πλαίσια μιας συστηματικής ενασχόλησης με το μακεδονικό ζήτημα.
Ψύχραιμη και θαρραλέα καταγραφή ενός δύσκολου θέματος που εστιάζεται στη γλώσσα των σλαβόφωνων κατοίκων της ελληνικής Μακεδονίας. Το βιβλίο αρχίζει με την οριοθέτηση του «προβλήματος» και διατρέχει όλο τον 20ο αι. και την εξελίξεις του στην Μακεδονία, κυρίως την Δυτική, καταγράφοντας με ουσιώδες ενδιαφέρον τα σχετικά γεγονότα. Αναγκαστικά περιλαμβάνει πολλές ιστορικές αναφορές, αφού το ζήτημα της σλαβοφωνίας, που θα μπορούσε να είναι απλώς ένα φιλολογικό ζήτημα, πήρε πολλές διαστάσεις. Οι ιστορικές αναφορές, λοιπόν, αφορούν βασικά πολιτικά ή διπλωματικά γεγονότα, όταν η γλώσσα των ντόπιων της Μακεδονίας γίνεται βασικό πολιτικό ή διπλωματικό θέμα της ελληνικής πολιτικής και των σχέσεων μεταξύ των Βαλκανικών κρατών. Αυτό για παράδειγμα συμβαίνει με το ελληνοβουλγαρικό πρωτόκολλο Πολίτη – Καλφόφ (1924-1925) και με τον τρόπο που η δικτατορία Μεταξά αντιμετώπισε τους σλαβόφωνους. Άλλες φορές το βιβλίο κινείται στο επίπεδο της μικροϊστορίας, δηλαδή εξετάζει την καθημερινότητα των κατοίκων σχετικά με την ομιλία της γλώσσας του και την εκμάθηση της ελληνικής. Αυτή η καταγραφή της καθημερινότητας παρουσιάζει εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον.
Η παρουσίαση της «κρατικής καταστολής των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία» (όπως είναι ο υπότιτλος του βιβλίου) βασίζεται σε τεκμηρίωση που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία. Από ιστορικά αρχεία υπουργείων και υπηρεσιών μέχρι εκδόσεις του Ουράνιου Τόξου.
Ο συγγραφέας εξετάζει τη γλώσσα των σλαβόφωνων ως ένα πολιτισμικό χαρακτηριστικό που διαμορφώνει τον εθνοτικό χαρακτήρα τους. Ο όρος εθνοτικός στη σύγχρονη ιστοριογραφία διαφοροποιείται σαφώς από τον όρο εθνικός. Η γλώσσα δεν είναι απόδειξη εθνικής συνείδησης, πολλές φορές δεν είναι καν ένδειξη, παράδειγμα ο γνωστός μακεδονομάχος Κώττας και οι γρεκομάνοι σλαβόφωνοι που δεν ήξεραν την ελληνική. Το βιβλίο παραμένει μια δημοσιογραφική, κυρίως, έρευνα και καταγραφή που αποφεύγει τις κρίσεις. Εντοπίζει όμως αντιφάσεις παλινωδίες και προχειρότητες στον τρόπο αντιμετώπισης των σλαβόφωνων από την ελληνική πολιτεία.
Έτσι έχουμε μια αποκαλυπτική οπτική που «κοιτά» τα γεγονότα χωρίς συστολή και αμηχανία. Αυτό προδίδει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ο συγγραφέας τηρεί τη ρήση «εθνικό είναι το αληθινό» και καταδεικνύει τις αποσιωπημένες πτυχές του ζητήματος, όπως την έκδοση του αλφαβηταρίου abecedar το 1925, μια ενδιαφέρουσα ιστορία που μπορεί να γεννήσει ερωτήματα ή να δώσει διαφορετικές απαντήσεις από αυτές που έχουμε συνηθίσει.
Αυτή η τολμηρή αντιμετώπιση του ζητήματος θέτει μια άλλη βάση συνύπαρξης, με αποδοχή των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που παρουσιάζουν οι πληθυσμοί και όχι την αντιπαράθεση ή τη δίωξη του αδύναμου. Εξάλλου οι διώξεις, όσες φορές υιοθετήθηκαν και έγιναν κυρίαρχη πρακτική, όπως στην περίοδο της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, οδήγησαν στα αντίθετα αποτελέσματα. Αποξένωσαν την πλειοψηφία των σλαβόφωνων από την ελληνική πολιτεία που εμφανιζόταν εχθρική απέναντί τους και τους ώθησαν είτε προς τη βουλγαρική ή σερβική προπαγάνδα, είτε προς τη διαμόρφωση μιας διαφορετικής εθνικής συνείδησης με βασικό άξονα τη γλώσσα. Ίσως, λοιπόν, η μήτρα του προβλήματος ανάγεται στο μεσοπόλεμο και σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στον κοντόφθαλμο «ερασιτεχνισμό» αντιμετώπισης των σλαβόφωνων.

και άλλες πέντε "στάσεις" σε σελίδες του βιβλίου

σελ. 41 και εξής, τεκμηριωμένη αναφορά στη χρήση του όρου «μακεδονική γλώσσα» κατά τις αρχές του 20ου και από Έλληνες όπως ο Παύλος Μελάς, η Πηνελόπη Δέλτα και άλλοι.
σελ. 61 και εξής, η γλώσσα των σλαβόφωνων παρουσιάζεται από την ελληνική πλευρά ως εξέλιξη της αρχαίας σε σημείο να επισημαίνεται ότι «ο Μ. Αλέξανδρος εγειρόμενος εκ του τάφου θα εννόει ευκολώτερον την δήθεν βουλγαρικήν ταύτην διάλεκτον...»
σελ. 90 και εξής, διεξοδική παρουσίαση του πρωτοκόλλου Πολίτη – Καλφόφ για την προστασία των μειονοτήτων. Το πρωτόκολλο δημιούργησε προβλήματα στις ελληνοσερβικές σχέσεις αφού αναγνώριζε δικαιώματα προστασίας της σλαβόφωνης μειονότητας της ελληνικής Μακεδονίας στους Βούλγαρους. Μετά την κατάργησή του θα έχουμε από πλευράς Ελλάδας την επίσημη αναγνώριση της σλαβομακεδονικής γλώσσας και της έκδοσης του αλφαβηταρίου αυτής της γλώσσας, του abecendar.
σελ. 169 και εξής, τραγελαφικά επεισόδια σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων δίωξης της σλαβομακεδονικής γλώσσας από τη δικτατορία Μεταξά. «...Χωροφύλακες που παραμόνευαν κάτω από τα παράθυρα των σπιτιών για να εντοπίσουν – και να τιμωρήσουν - κρούσματα ενδοοικογενειακής σλαβοφωνίας...»
σελ. 260 και εξής, η αντιμετώπιση της σλαβοφωνίας από τη δικτατορία των συνταγματαρχών. Υιοθέτηση νέων όρων όπως «επιβουλή κατά της Μακεδονίας», ειδικά προγράμματα για την εξάλειψη της σλαβοφωνίας και μυστικά κονδύλια που χορηγούνταν σε πρόσωπα, φορείς (αθλητικούς, πολιτιστικούς, προσκόπους κλπ) για το σκοπό αυτό