Τετάρτη, Μαΐου 20, 2026

Αυγουστιάτικη βροχή, Φρανθίσκο Άλβαρεθ

Η αλήθεια είναι μια αιθέρια και εύπλαστη έννοια,
που αλλάζει χρώμα, σχήμα και πλευρό με ευκολία
     Εντυπωσιακά ενδιαφέρον μυθιστόρημα, που ουσιαστικά θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι ένα «μυθιστορηματικό χρονικό» της δολοφονίας του αναρχικού «μηχανικού, πιστολέρο, απαλλοτριωτή τραπεζών, χαρισματικού συνδικαλιστή, πολιτοφύλακα της αντιφασιστικής Βαρκελώνης»[1] Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι[2],[3], του επονομαζόμενου Πέπε ή «Γορίλα», θρυλικής μορφής του αναρχικού κινήματος της Ισπανίας (μέλους βέβαια της CNT), που σκοτώθηκε σε εμφύλια συμπλοκή στη Μαδρίτη στις 20 Νοεμβρίου του 1936 (Η Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας ή CNT είναι μια ισπανική συνομοσπονδία αναρχοσυνδικαλιστικών ενώσεων συνδεδεμένη με την Διεθνή Ένωση Εργαζομένων. Όταν οι δύο αυτές ενώσεις συνεργάζονταν ήταν γνωστές ως CNT-AIT. Ιστορικά, η CNT είναι στενά συνδεδεμένη και με την Ιβηρική Ομοσπονδία Αναρχικών ή FAI. Σ’ αυτήν τη συνεργασία ήταν γνωστή ως CNT-FAI. Σε ολόκληρη την ιστορία της, έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στο ισπανικό εργατικό κίνημα)[4]. Πέρα όμως από το κοινωνικοπολιτικό ενδιαφέρον, το βιβλίο συναρπάζει και λόγω του ύφους, που είναι πολύ διεισδυτικό, μεστό και με ριπές χιούμορ.
     Όπως είναι εύλογο, πολλές προσωπικότητες του μυθιστορήματος είναι ιστορικά, υπαρκτά πρόσωπα. Η ιστορική τεκμηρίωση που είναι απαραίτητη όταν καταπιάνεται κανείς με τέτοιες πολυθρύλητες προσωπικότητες, διασώζεται απ’ τον συγγραφέα μ’ έναν πολύ ευφυή τρόπο: στο αφηγηματικό «σήμερα» -50 χρόνια μετά τον θάνατο του ήρωα, η βασική αφηγήτρια Λιμπερτάδ Κασάλ, δημοσιογράφος στη «Nouvel Observateur», διερευνά την «αλήθεια» σχετικά με τον θάνατο του Ντουρούτι, δηλαδή όχι μόνο τις συνθήκες του θανάτου αλλά και ποιος τον σκότωσε τελικά, πράγμα που ιστορικά είναι αδιευκρίνιστο (υπάρχει υπόνοια ότι τον «καθάρισαν» κάποιοι από τους Δημοκρατικούς καθότι ο Ντουρούτι κατά την πολιορκία της Μαδρίτης συνεργάστηκε με τις δημοκρατικές και πιο συντηρητικές αναρχικές δυνάμεις, αν και η επίσημη εκδοχή είναι ότι πυροβολήθηκε από ελεύθερο σκοπευτή των εθνικιστών). Μην ξεχνάμε, είναι η κρίσιμη περίοδος για τον ισπανικό εμφύλιο (που ξεκίνησε επίσημα τον Ιούλιο του 1936) μεταξύ των Ισπανών Εθνικιστών υπό την καθοδήγηση του στρατηγού Φρανθίσκο Φράνκο και των Δημοκρατικών (που συνεργάζονταν με τους «Κόκκινους»), δηλαδή του συνασπισμού των αριστερών, σοσιαλιστών, αναρχικών και κομμουνιστών[5].
     Η Λιμπερτάδ Κασάλ, της οποίας η μητέρα ως νοσοκόμα περιέθαλψε τον Ντουρούτι στο νοσοκομείο στις τελευταίες του στιγμές, έχει ως κίνητρο της έρευνας μια πολύ χαλαρή προσωπική σύνδεση με τον θρυλικό αγωνιστή, στον οποίο χρωστάει το όνομά της. Προκειμένου να μαζέψει σχετικά στοιχεία ταξιδεύει στην Σοβιετική ένωση του 1986, για να συναντήσει τον Αστουριάνο -ηλικιωμένο πια- Αντρές Τουδέλα, στέλεχος παλιό του ΚΚΙ, που ήταν και το τελευταίο πρόσωπο που είδε ζωντανό τον Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι, όπως και τη γυναίκα του Ντουρούτι, την Εμιλιέν Μορέν ή Μιμί, που ζούσε τότε με την κόρη τους Κολέτ στη Βρετάνη. Ωστόσο δε συμμετέχει στην αφήγηση παρά σε ελάχιστα, μικρά κι αυτόνομα κεφάλαια του βιβλίου, σε α΄ ενικό, ενώ στον κύριο κορμό υπάρχει η παραστατική φωνή ενός αφηγητή παντογνώστη, που αντίστοιχα σε κάθε κεφάλαιο ζωντανεύει με κάθε λεπτομέρεια επεισόδια από τη δράση των αναρχικών, αυτήν την δύσκολη, περίπλοκη και τόσο κρίσιμη εποχή που προηγήθηκε του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
     Έργα και ημέρες
Η ταξική πάλη στην Ισπανία πλέον δεν είναι πάλη, αλλά ανοιχτός πόλεμος
     Ο συγγραφέας μεταφέρει με πολλή ενάργεια τα «κατορθώματα» του Ντουρούτι αλλά και των στενών του συνεργατών: Φρανθίσκο Ασκάσο Αμπαδία[6], Χουάν Γκαρθία Ολιβέρ[7], Εσκαρτίν κ.α., με τους οποίους ίδρυσαν από το 1922 τους «Λος σολιδάριος»[8] (Αλληλέγγυους), μια αναρχική στρατιωτική καταλανική ομάδα καμιάς εικοσαριάς ατόμων (οικοδόμοι, σιδεράδες, λιμενεργάτες κ.α.), με πλούσια δράση σε ληστείες και δολοφονίες αξιωματούχων του καθεστώτος, συνήθως ως αντίποινα (το 1923 έχουμε τη δικτατορία του στρατιωτικού Μιγκέλ Πρίμο ντε Ριβέρα[9] -ο γιος του Χοσέ ήταν αυτός που ίδρυσε την Φάλαγγα, το στρατιωτικό σώμα του Φράνκο). Ο Ντουρούτι διευκρινίζει πάντα, όποτε του δίνεται η ευκαιρία, ότι δεν πρόκειται για «τρομοκρατική» ομάδα, αλλά για «ομάδα εργατικής αυτοάμυνας».
     Παρακολουθούμε αρχικά με κινηματογραφικές λεπτομέρειες τις δράσεις των Σολιδάριος αυτά τα χρόνια, π.χ. τη δολοφονία του καρδινάλιου της Σαραγόσα Χουάν Σολδεβίλα Ρομέρο (μήπως ξεχάσαμε πως αυτό το αγγελούδι έδινε οδηγίες στους πιστολέρο του Ελεύθερου Συνδικάτου που εξοντώνουν αναρχικούς στην Καταλονία;), σε απάντηση της δολοφονίας των αναρχικών Σαλβαδόρ Σεγκί και Φρανσέσκ Κόμες που «δολοφονήθηκαν στη Βαρκελώνη απ’ τους μπράβους της εργοδοσίας και του καρδινάλιου», ή την «ηχηρή» ληστεία της Τράπεζας της Ισπανίας της Χιχόν, με θύμα τον Διευθυντή της Τράπεζας (που πήγε να αντισταθεί) Αλκαράτε Άλβαρεθ και λάφυρα 600.000 πεσέτες, που φυσικά μοιράστηκαν στους αγωνιστές για τον αγώνα υπό μορφή τουφεκιών και φυσιγγιών, κυρίως (Ντουρούτι: αυτό που εσύ αποκαλείς ληστεία τραπεζών εμείς το αποκαλούμε απαλλοτριωτικό αναρχισμό). Αυτή η πανωλεθρία αναγκάζει την ισπανική αστυνομία να συσπειρωθεί και να κηρύξει ανελέητη δίωξη που πολλές φορές έχει θύματα ανεκτίμητους συντρόφους, όπως τον Εουσέμπιο Μπράου και τον Ραφαέλ Εσκαρτίν.
     Έχουμε όμως και κεφάλαια όπου ξεδιπλώνεται η καθημερινότητα των αναρχοσυνδικαλιστών ηρώων μας, μια καθημερινότητα που ζωντανεύει από τη χαρισματική πέννα του συγγραφέα -με ξεχωριστή θεατρικότητα, και… χιούμορ! Περιστατικά που αναδεικνύουν το ήθος και το φρόνημα όλων, με προεξάρχοντα βέβαια τον Ντουρούτι[10], που δικαιολογημένα ήταν θρύλος και τόσο αγαπητός, ώστε εν μέσω εμφυλίου, στην κηδεία του παρέστησαν 500.000 άνθρωποι! Ο ίδιος βέβαια αυτοσυστήνεται ως «μαθητευόμενος πολιτοφύλακας της φάλαγγας Ντουρούτι»! Ήταν δεινός ρήτορας, γοήτευε τα πλήθη όχι μόνο με τα λόγια του (έχουμε δείγματα των λόγων του[11]), αλλά κυρίως με το παράδειγμά του (δεν ήταν σαν τους Στρατηγούς της Δημοκρατίας, που δεν διακινδύνευαν τη ζωή τους στην πρώτη γραμμή. Ο Πέπε ήταν αρχηγός των πολιτοφυλακών αλλά δεν θέλησε ποτέ να γίνει στρατιωτικός. Ο κίνδυνος ήταν ανέκαθεν κομμάτι της ζωής του). Άλλωστε, ιδιαίτερα γοητευτικό είναι τα κεφάλαιο όπου με φλας μπακ βλέπουμε «πώς γεννήθηκε και μεγάλωσε ένας θρύλος», μέσα στη φτώχεια, με τον πατέρα του να τον συλλαμβάνουν όταν ο ίδιος ήταν 7 χρονών, ως υποκινητή της απεργίας των βυρσοδεψών. Είναι η εποχή του πολέμου στο Μαρόκο (υπάρχει αναφορά στην πολύνεκρη μάχη στο Ανουάλ[12]) όπου έστελναν βορά των κανονιών τα παιδιά των φτωχών οικογενειών. Ο πατέρας του Ντουρούτι πέθανε προτού προλάβει να μάθει ότι επρόκειτο να χάσει τέσσερα από τα έξι παιδιά του που θα πέθαιναν επειδή ήταν σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αναρχικοί ή φαλαγγίτες, ανάλογα με τη στιγμή και την περίσταση. Στο ίδιο αναδρομικό κεφάλαιο μαθαίνουμε ότι ο Ντουρούτι, ενώ είχε την ευκαιρία να σπουδάσει, επέλεξε να γίνει εργάτης «σαν τον πατέρα του» κι έγινε μηχανικός στα δεκατέσσερα, αλλά και «σοσιαλιστής»!
     Οι αστυνομικές αναφορές σχετικά με τα μέλη της άπιαστης αυτής ελευθεριακής οργάνωσης είναι απίθανες, καθώς τα μέλη της εφάρμοζαν ένα σύστημα εκ περιτροπής όταν προέβαιναν σε κάποια δράση, κι αυτό δυσκόλευε την αστυνομία (παντού και πουθενά. Σκόρπιοι, άπιαστοι…). Επίσης τα μέλη της διακατέχονται από χιούμορ, φαντασία, ανθρωπιά, πίστη στις αξίες τους και βαθιά αγάπη του καθένα για τον άλλον, π.χ. μιλάει ο Ντουρούτι μέσα από τη φυλακή: «Μη στενοχωριέσαι για μένα, δεν είμαι δυστυχισμένος. Τις δυστυχίες μου τις αντέχω ο ίδιος με τα ιδανικά μου, που είναι πιο ισχυρά απ’ όλες τις ανθρώπινες μικροπρέπειες. Τα ιδανικά μου είναι βαθιά, γεννήθηκαν στους κόλπους αυτής της άδικης κοινωνίας, αντιπροσωπεύουν την αγάπη για την ελευθερία. Είναι γερά σαν το ατσάλι κι αυτά με παρηγορούν, γιατί έχω την πεποίθηση ότι είναι σωστά».
     Εξίσου ζωντανά και κινηματογραφικά ζωντανεύουν και σκηνές από τους «διώκτες», είτε είναι η αστυνομία, είτε η χωροφυλακή, είτε ο στρατός, ακόμα και στελέχη κυβερνήσεων, δεδομένου ότι ζητούσαν την έκδοσή τους από τις χώρες όπου είχαν αυτοεξοριστεί. Σχεδόν ξεκαρδιστική π.χ. είναι η σκηνή ανάμεσα στον επιθεωρητή Εστράδο που δίνει αναφορά σχετικά με τις έρευνες της ληστείας και στον πανέξυπνο αλλά κατά τ’ άλλα αντιπαθητικό και κυνικό αστυνομικό διοικητή Φερμίν Γρανάδος, ο οποίος μέσα στον φόβο του επειδή είχε να λογοδοτήσει στον πολιτικό κυβερνήτη και στον στρατηγό της Χωροφυλακής Γιάνος (υποψιαζόμαστε βέβαια ανταγωνισμό μεταξύ αστυνομίας και χωροφυλακής), αυτογελοιοποιείται και προσβάλλει τον Εστράδος, ενώ ο συγγραφέας χαρίζει χαμόγελα στον εντυπωσιασμένο αναγνώστη με τη λεπτή ειρωνεία των περιγραφών και τους έξυπνους διαλόγους!
     Μετά τη θρυλική ληστεία της τράπεζας της Χιχόν, οι συνθήκες γίνονται πολύ σκληρές για τη συμμορία, που αναγκάζονται να κρύβονται και να κινούνται παράνομα (όχι με πολλή προσοχή είναι αλήθεια, έτσι χάθηκε και ο Μπράου) με προορισμό την Πόλα ντε Γορδόν (κοντά στη Λεόν, όπου έμενε η οικογένεια του Ντουρούτι), και στη συνέχεια στη Βαρκελώνη («όλως παραδόξως, θα ήταν ασφαλείς μόνο στη λιγότερο για την εποχή ασφαλή πόλη: την πόλη όπου δρούσαν οι πιστολέρο, λευκοί κόκκινοι και μαύροι, εκεί όπου μιλούσαν οι βόμβες και γίνονταν ένοπλες μικροσυμπλοκές, όπου πέθαιναν βίαια συνδικαλιστές και απεργοσπάστες, εργοδότες και εργάτες, την ιερή πόλη του αναρχισμού). Είναι 13 Σεπτεμβρίου του 1923, λίγες ώρες μετά το πραξικόπημα του Πρίμο Ντε Ριβέρα, όταν οι πρωτεργάτες των «Λος Σολιδάριος» έφτασαν στη Βαρκελώνη, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι «προτεραιότητά τους ήταν να γλυτώσουν τον θάνατο ή τη φυλακή, επομένως ή εξορία ή παρανομία»!
     Οι ήρωές μας σκορπούν την αμηχανία και την αγωνία στους αξιωματούχους της δικτατορικής κυβέρνησης, εφόσον οι φήμες τούς τοποθετούν είτε στην Αμερική, είτε στην Αργεντινή είτε στην Ουρουγουάη, ενώ η είδηση ότι οι «Τρεις Αναρχικοί Σωματοφύλακες» έχουν καταφύγει στη Γαλλία (Ιούλιος του 1927), όπου βρίσκονται στη φυλακή μετά από «μια δίκη σκάνδαλο» (τους κατηγορούν ότι έκαναν απόπειρα κατά του βασιλιά Αλφόνσου ΙΓ), σκάει σαν βόμβα: η Γαλλία δεν εκδίδει τους πολιτικούς φυγάδες εκείνη την εποχή, οπότε μετά την αποφυλάκισή τους, οι τρεις «στρατευμένοι αγωνιστές της εργατικής πάλης» Ντουρούτι, Χοβέρ και Ασκάσο δεν θα παραδοθούν στις ισπανικές αρχές παρόλες τις πιέσεις της Ισπανίας και της Αργεντινής, αλλά θα περπατούν ελεύθεροι στους δρόμους της γαλλικής πρωτεύουσας όπως οποιοσδήποτε άλλος πολίτης!!! Είναι πραγματικά ξεκαρδιστικές οι σελίδες που μεταφέρουν συνέντευξη από τους τρεις όταν αποφυλακίστηκαν (έξυπνες και εύστοχες οι απαντήσεις του Ντουρούτι, με χιούμορ και κέφι), ενώ ορίζεται ως συνοδός τους σωφέρ, ένας Ιταλός αναρχικός, ο Vaporetto!
     Τότε μάλιστα πραγματοποιείται και η καθοριστική γνωριμία του Ντουρούτι με την Εμιλιέν Μορέν (Μιμί), μέσα στο Διεθνές Αναρχικό Βιβλιοπωλείο στο Παρίσι όπου εκείνη εργαζόταν, μια γυναίκα με οξύ πνεύμα και φυσικά ομοϊδεάτισσα, ενημερωμένη για τη δράση και την τύχη των τριών «σωματοφυλάκων». Ο έρωτας θα αποδειχθεί κεραυνοβόλος και αμοιβαίος. Έχουμε και τη συνέντευξη, πολλά χρόνια αργότερα, της Λιμπερτάδ με την Μιμί, η οποία είναι 84 χρονών αλλά μεταφέρει ζωντανά τις μνήμες της, εντυπωσιάζοντας τη δημοσιογράφο: η Μιμί είχε καταπληκτική μνήμη. Ανήκε στους ανθρώπους που είναι ικανοί να καταγράφουν σαν σε πρακτικά τις μικρές και ζεστές λεπτομέρειες της ζωής όταν ο Κόσμος, με κεφαλαίο, τρέμει και γκρεμίζεται γύρω τους. Δεν κατάλαβα ποτέ αν πρόκειται για έναν μηχανισμό άμυνας του ανθρώπου απέναντι στην εκατόμβη, ή απλώς, για ανθρώπους ευλογημένους από την αισιοδοξία, ικανούς να εντοπίζουν και να κρατούν την όμορφη πλευρά της ζωής, ακόμα και στις πιο άσχημες μέρες, και στα πιο σκληρά σκηνικά. Η Μιμί, ο άνθρωπος που χρόνια μετά τον θάνατό του Πέπε δηλώνει ότι τον αγάπησε βαθιά, μας δίνει πολλά στοιχεία για τον χαρακτήρα του όπως ότι δεν του άρεσε καθόλου ο «προσωποκεντρισμός»…
     1927. Είναι η εποχή που η Γαλλία, με πρόεδρο τον Πουανκαρέ, προσπαθεί να ανασυνταχτεί μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έχει ανοίξει τα σύνορά της και ακολουθεί πολιτική ανεκτικότητας απέναντι στους πολιτικούς φυγάδες. Ωστόσο, οι τρεις αναρχικοί πρέπει να εγκαταλείψουν τη Γαλλία μέσα σε περιθώριο 15 ημερών… Έτσι, παρά την «προοδευτική» πολιτική της Γαλλίας, οι ανώτεροι αξιωματούχοι (υπουργός Εσωτερικών, υπουργός Εξωτερικών και Υπουργός Πολέμου) βρίσκονται σε μεγάλη αναταραχή για το πώς θα ξεφορτωθούν τους τρεις (που τελικά είναι δύο γιατί αποφασίστηκε ο Χοβέρ να αλλάξει ταυτότητα και να μείνει στη Γαλλία), και στη σχετική σύσκεψη αποφάσισαν αν τους στείλουν στα σύνορα στο… Βέλγιο (βεβαίως θα είναι μια αόρατη επιχείρηση, ανύπαρκτη που κανείς δεν θα απορέσει ούτε να την αποδείξει, ούτε να την αντιληφθεί). Στο σημείο αυτό, ο συγγραφέας μας χαρίζει πάλι μερικές πολύ απολαυστικές σελίδες…
     Φυσικά, οι Σολιδάριος ονειρεύονται την κοινωνική επανάσταση στην Ισπανία, γιατί, όπως τους είπε κι ο άλλος θρύλος του αναρχικού κινήματος (της Ουκρανίας, τον οποίο συνάντησαν παροπλισμένο και άρρωστο στο Παρίσι –στο πρόσωπό του σχηματιζόταν το κενό της ήττας), ο Νέστορ Μαχνό[13], "οι συνθήκες στην Ισπανία έχει καλύτερες συνθήκες, έχει εργάτες και αγρότες με παράδοση στους αγώνες". Άλλωστε, οι Βέλγοι σύντομα τους αναγνώρισαν και τους επέστρεψαν στη… Γαλλία (το Παρίσι έγινε για τον Ασκάσο και τον Ντουρούτι μια τεράστια ποντικοπαγίδα), και μετά από πολλές «μετακομίσεις», φυλακίσεις (Γερμανία, πάλι Βρυξέλλες όπου τους δέχτηκαν με τον όρο να έχουν πλαστή ταυτότητα!!!) και παράνομες επισκέψεις στην Ισπανία, κατέληξαν πάλι στην Καταλονία, στη Βαρκελώνη (ο Αλφόνσο ΙΓ΄ εντωμεταξύ είχε εγκαταλείψει την Ισπανία).

     Τα χρόνια που προηγήθηκαν του εμφυλίου ήταν πλούσια σε ελευθεριακές και αυτονομιστικές δράσεις, της Καταλονίας (ηγετική μορφή ο Φρανσέσκ Μασιά, πρόεδρος της Ζενεραλιτάτ[14]), των Βάσκων και των διάφορων αναρχικών ομάδων. Με την ανακήρυξη της Β΄ Δημοκρατίας[15], η φωτεινή μεσογειακή αστική άνοιξη της Βαρκελώνης έφερνε φως και χρώμα και στο καφέ των ελευθεριακών. Η οικογένεια του Πέπε έχει μεταφερθεί στη Βαρκελώνη -όπως είπαμε πριν την «πόλη των αναρχικών»-, όπου στο «ιερό» αναρχικό μπαρ «La tranquilidad» διαμείβονται λογομαχίες, ζυμώσεις, συναλλαγές. Για να καταλάβουμε το κλίμα αλλά και την κοινωνική σύνθεση την εποχή που προηγείται της επέλασης του Φράνκο και του εμφυλίου, αξίζει να αναφερθώ και στα ελευθεριακά «ατενέος», κοινωνικά κέντρα με σκοπό της διάδοση της κουλτούρας στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα (βιβλιοθήκες, σχολεία, εκδρομές, παραστάσεις, διαλέξεις).
     Είναι λοιπόν ένα καζάνι που βράζει η Βαρκελώνη… Οι κινήσεις των Καταλανών για αυτονομία προκαλούν ποικίλες αντιδράσεις στον χώρο του αναρχισμού (τάσεις συνεργασίας, επιφυλακτικότητα, εχθρική στάση/ανάμεσα στους συμβιβαστικούς αναρχικούς και τους καθαρά αναρχικούς), όχι τυχαία μιας και σημειώνονται και βίαια περιστατικά που γίνονται τραγελαφικά, όταν π.χ. στρατιώτες είναι αυτοί που αποτρέπουν τη σφαγή αμάχων από τους Καταλανούς (απίστευτο κι όμως αληθινό τι ζούσαν στην Ισπανία εκείνης της εποχής)! Η CNT εντωμεταξύ έχει γίνει όλο και πιο δυνατή, οι Σολιδάριος που χρειάζονται όπλα συνεργάζονται με τον Μασιά των Καταλανών και, πού ακούστηκε, … η Ζενεραλιτάτ να προμηθεύεται όπλα πληρωμένα με τα κλοπιμαία από τη ληστεία ενός υποκαταστήματος της Τράπεζας της Ισπανίας; Απίστευτο κι όμως αληθινό τι ζούσαν εκείνες τις μέρες. Ωστόσο, οι διαφωνίες μέσα στους αναρχικούς έχει το τίμημά της…. Η Προσωρινή Κυβέρνηση άρχισε να συλλαμβάνει συνδικαλιστές, αναρχικούς και απεργούς.
     Μέσα σε «καυτό πολιτικό κλίμα» γράφτηκε από άντρες της CNT το «Μανιφέστο των τριάντα», όπου επέκριναν την κυβέρνηση μεν για ελάχιστα κοινωνικά μέτρα, καταδικάζουν όμως τις πράξεις βίας (FAI). Ο Ντουρούτι με τον Ασκάσο και τον Ολιβέρ συναντιούνται με δύο από τους προωθητές του Μανιφέστου (ο Πεϊρό, διευθυντής αναρχικής εφημερίδας, θα συμπράξει αργότερα ως… αναρχικός υπουργός της Καταλονίας, πριν τον Φράνκο), όπου ξεδιπλώνεται η ιδεολογία των Σολιδάριος σε αντιπαράθεση με τους συμβιβαστικούς αναρχικούς σ’ έναν πολύ καίριο διάλογο (Πεϊρό: αυτό που εννοείτε εσείς επανάσταση είναι να βγάλετε τους εργάτες στους δρόμους για να τους σφάξουν σαν πρόβατα;).
     Μετά από «επιβεβλημένες διακοπές» στα… Κανάρια Νησιά, και με επεισοδιακό ταξίδι επιστροφής στη Βαρκελώνη, ξανά CNT και FAI τους υποδέχονται θερμά, αρχίζει η τελική αναμέτρηση. Είναι 1932, κι η επόμενη περίοδος είναι γεμάτη απεργίες απόπειρες πραξικοπήματος, καταστολή , σφαγές (Κάσας Βιέχας του Κάδιθ), αναρχική απεργία στη Σαραγόσα, επανάσταση του 1934 στην Αστούρια. Η κοινωνικοπολιτική κατάσταση άρχισε να μετατοπίζεται από το γκροτέσκο στο τρομακτικό. Η Ισπανία ολίσθαινε στην κλίση μιας πλαγιάς που οδηγούσε στην άβυσσο ενός εμφυλίου πολέμου.
     Στην τελική ευθεία…[16]
Το μυστήριο του θανάτου του Χοσέ Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι
θα εξακολουθούσε να παραμένει ένα μυστήριο
     Παραμονές του ξεσπάσματος του εμφυλίου και ο Φράνκο με τον Εθνικό Στρατό απειλεί να καταλάβει την Καταλονία· κι όχι βέβαια μόνο τη Βαρκελώνη, αλλά και τη Σαραγόσα, τέλος, τη Μαδρίτη. Ο Λιούις Κονπάνς, πρόεδρος της Κυβέρνησης της Καταλονίας (διάδοχος του Μασιά), βρίσκεται σε μεγάλη αναστάτωση (ο στρατός ήδη βεβήλωνε τους δρόμους της Βαρκελώνης, σιγοντάροντας την απόπειρα πραξικοπήματος που είχε ξεκινήσει ο στρατηγός Φράνκο στην Αφρική). Οι δυνάμεις που έχει δεν επαρκούν για αντίσταση, πρέπει να συνεργαστεί με τους 400.000 περίπου Καταλανούς- μέλη της CNT και της FAI. Γνωρίζουν τους δρόμους σπιθαμή προς σπιθαμή, έχουν παρουσία σ’ όλες τις γειτονιές και σε όλα τα δημοτικά διαμερίσματα, στους χώρους της εργατιάς. Να τους δώσει λοιπόν όπλα, παραχωρώντας έτσι και εξουσία στις αναρχικές πολιτοφυλακές; Ντουρούτι και Ασκάσο, συνηθισμένοι στην «επαναστατική γυμναστική», βρίσκουν με τους γνωστούς τρόπους όπλα αλλά ο διοικητής των Καταλανών τους προτρέπει να τα παραδώσουν. Είναι πολύ ενδιαφέρων ο κρίσιμος διάλογος Ντουρούτι και Κονπάνς, όταν με τα πολλά τους επέτρεψαν να τον συναντήσουν, ενώ μια λαοθάλασσα αναρχικών και αυτονομιστών καταλαμβάνει την πλατεία. Τα γεγονότα τρέχουν, τους υπερβαίνουν, και οι ισορροπίες ανάμεσα σε πολιτικούς, αναρχικούς, Χωροφυλακή, Στρατό κλπ είναι πάρα πολύ λεπτές και εύθραυστες… Όταν μάλιστα ο συνταγματάρχης της Χωροφυλακής ζητάει να αφοπλιστούν οι αναρχικοί, ο Κονπάνς παίρνει το μέρος τους (η CNT αυτή τη στιγμή θυσιάζει τη ζωή πολλών μελών της στους δρόμους της πόλης, χωρίς αυτούς δεν θα είχαμε καταφέρει να σταματήσουμε την προέλαση των πραξικοπηματιών).
     Με σκηνές τραγικές (θάνατος Ασκάσο –του «ακτιβιστή της βιασύνης») αλλά και τραγελαφικές (απίστευτες πατέντες θωράκισης οχημάτων, αντιαεροπορική άμυνα με… πέτρες κ.α.) η δράση του Ντουρούτι με τη Φάλαγγά του μεταφέρεται αρχικά στη Σαραγόσα και, στη συνέχεια, λόγω αφόρητης πίεσης των στρατευμάτων του Φράνκο, στη Μαδρίτη. Στις παρατηρήσεις των Καταλανών στρατιωτικών ότι στο στράτευμά τους δεν υπάρχει πειθαρχία, αντιτείνεται: αυτοί οι άντρες αύριο ή μεθαύριο θα πολεμάνε σα λιοντάρια, αλλά μόνο αν τους φερόμαστε σαν σε γενναίους εργάτες κι όχι σαν λιποτάκτες ή δειλούς. Η πειθαρχία οδηγεί στο μίσος και στην αποκτήνωση και δεν χωράει εδώ.
     Η πτώση της Μαδρίτης όμως, είναι πια ζήτημα ημερών. Είναι συγκλονιστικές οι τελευταίες στιγμές του θρύλου, καθώς και οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου –όταν πια έχει γίνει Προσωρινή Κυβέρνηση στην Καταλονία και 4 αναρχικοί έχουν υπουργικό χαρτοφυλάκιο μαζί με σοσιαλιστές… Η κατάσταση ξεπερνά τις δημοκρατικές δυνάμεις παρόλο που ήρθαν ενισχύσεις από τις Διεθνείς Ταξιαρχίες, ξεπερνά και τον Ντουρούτι ο οποίος αφήνει την τελευταία του πνοή σε ηλικία 40 χρονών, ενώ παραμένει άγνωστο από ποιον «ήρθε η σφαίρα» -σίγουρα όχι φρανκιστή μας λέει η Μιμί γιατί ήταν από πολύ κοντά... Τροτσκιστής; Σταλινιστής; Αναρχικός που διαφωνούσε ιδεολογικά; Ατύχημα;
     "Τι αφήνετε πίσω σας;"
     Αφήνουμε μια ελευθεριακή επανάσταση σε εξέλιξη/τα πιο πολυτελή ξενοδοχεία της πόλης διαμορφωμένα σε λαϊκούς χώρους σίτισης/ ένα τραπέζι ελεύθερο όπου σερβίρονται ζεστά πιάτα σε όσους πεινάνε/τα εργοστάσια στα χέρια των εργατών/την ασφάλεια των πολιτών υπό την ευθύνη των λαϊκών περιπολιών ελέγχου/την υπόσχεση ότι θα επιστρέψουμε με τη νίκη επί του φασισμού…
     
     Αυγουστιάτικη βροχή
Μαύρα σύννεφα σαν κουρέλια έσβηναν όλο το γαλάζιο του ουρανού της Βαρκελώνης
     Οι αυγουστιάτικες μπόρες, όπου μαυρίζει ο ουρανός ρίχνοντας σταγόνες βροχής «μεγάλες σαν δάκρυα φάλαινας», και όπου ξαφνικά πέφτουν καρεκλοπόδαρα, είναι ένα συχνό μοτίβο στο βιβλίο, σαν σημαδιακό σκηνικό σ’ αυτό το, ούτως ή άλλως, «κινηματογραφικό» μυθιστόρημα. Και, όπως επισημαίνει ο Πεστάνια, μέλος της CNT με τον οποίο ήρθαν σε ιδεολογική αντιπαράθεση («κάποιοι από σας χρόνια τώρα δράτε σαν κοινοί τρομοκράτες»): Εσείς είστε σαν την αυγουστιάτικη βροχή, μια υπόσχεση βροχής εκεί που ο αέρας καίει περισσότερο, για να πάρει «πληρωμένη» απάντηση:
      Εγώ είμαι από ξερότοπο. Στα μέρη μου η βροχή είναι πάντα ευχάριστο νέο.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] Οι χαρακτηρισμοί, σύμφωνα με το οπισθόφυλλο του βιβλίου
[2] Πρωτοστάτησε μαζί με άλλους αναρχικούς στην απόκρουση των εθνικιστών στη Βαρκελώνη τον Ιούλη του 1936 και πολέμησε εναντίον των εθνικιστών σε διάφορα μέτωπα. Ως στρατιωτικός διοικητής αναρχικών πολιτοφυλακών εφάρμοσε αυστηρή πειθαρχία στο τμήμα του. Σκοτώθηκε στη Μαδρίτη πιθανότατα σε ατύχημα και η κηδεία του ήταν η μεγαλύτερη που είχε γίνει στη Μαδρίτη.
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CE%B2%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1_%CE%9D%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%84%CE%B9
[3] https://www.sansimera.gr/biographies/3165#goog_rewarded
[4] Κατά την Ισπανική Επανάσταση του 1936-1937, η CNT οργάνωσε το αναρχοσυνδικαλιστικό πρόγραμμα που εφαρμόστηκε σε μεγάλο βαθμό στην βιομηχανική περιοχή της Καταλονίας (Βαρκελώνη) και στην αγροτική περιοχή της Αραγονίας, οι οποίες ελέγχονταν από την CNT, η οποία την περίοδο εκείνη έφτανε ή ίσως και να ξεπερνούσε τα 2.000.000 μέλη.
[5] Το πολιτικό εύρος των λεγομένων Δημοκρατικών Δυνάμεων ήταν μεγάλο, από Φιλελεύθερους αστούς μέχρι Κομμουνιστές και Αναρχικούς "επαναστάτες". Η κύρια δύναμή τους βρισκόταν στις αστικές και βιομηχανικές περιοχές και σε αυτές που είχαν αυτονομιστικές τάσεις, όπως η Αστούριας και η Καταλονία, αλλά είχαν επίσης ισχυρά ερείσματα στους ακτήμονες. Μαζί τους τάχτηκαν και η εθνικιστική κυβέρνηση των Βάσκων αυτονομιστών, πράγμα παράδοξο, που οδήγησε την αριστερά στο να χαρακτηριστεί από τους εθνικιστές ως προδοτική.
[6] https://en.wikipedia.org/wiki/Francisco_Ascaso
[7] https://fr.wikipedia.org/wiki/Juan_Garc%C3%ADa_Oliver
[8] https://en.wikipedia.org/wiki/Los_Solidarios
[9] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B9%CE%B3%CE%BA%CE%AD%CE%BB_%CE%A0%CF%81%CE%AF%CE%BC%CE%BF_%CE%BD%CF%84%CE%B5_%CE%A1%CE%B9%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%B1
[10] Στη ζωή και το θάνατο του Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι αναφέρεται το έργο του γερμανού συγγραφέα Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ «Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας», που εκδόθηκε το 1972. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε αρχικά από τις εκδόσεις «Οδυσσέας» και στη συνέχεια από τις εκδόσεις «Εστία» «Όταν κάποιος πήγαινε επίσκεψη σπίτι του, εκείνος φορούσε συχνά ποδιά επειδή καθάριζε εκείνη τη στιγμή πατάτες. Η γυναίκα του δούλευε. Δεν τον πείραζε καθόλου· δεν είχε τη μανία του ανδρισμού και δεν ένιωθε ότι οι δουλειές του σπιτιού πλήγωναν τον εγωισμό του. Την άλλη μέρα έπαιρνε το πιστόλι κι έβγαινε στον δρόμο για να τα βάλει με έναν κόσμο κοινωνικής καταστολής. Το έκανε με τον ίδιο φυσικό τρόπο, όπως την προηγουμένη το βράδυ είχε αλλάξει πάνες στην κορούλα του, την Κολέτ.» Το κλασικό πια έργο του Χανς-Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ "Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας" είναι ένα κολάζ μαρτυριών για τη ζωή και τον θάνατο του Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι, του ηγέτη των αναρχικών και ήρωα της Ισπανικής Επανάστασης. Ο συγγραφέας μοντάρει σε ένα βιογραφικό μωσαϊκό αναμνήσεις φίλων, συγγενών και συντρόφων, ανέκδοτα, ρεπορτάζ, ομιλίες, συνεντεύξεις, επιστολές, φέιγ βολάν, αποσπάσματα εφημερίδων και προπαγανδιστικά φυλλάδια. Ανάμεσά τους ενθέτει οκτώ δικές του παρεμβάσεις για τον ισπανικό αναρχισμό και το ιστορικό και πολιτικό υπόβαθρο της εποχής, της δεκαετίας του '30, που σημαδεύτηκε από την άνοδο του φασισμού. Ο Ισπανός μηχανικός Ντουρούτι οργάνωνε απεργίες και απαγωγές δικαστικών, λήστευε τράπεζες, έβαζε βόμβες, έστηνε οδοφράγματα και αφοσιώθηκε με το εθελοντικό τάγμα του στον αγώνα κατά του στρατηγού Φράνκο. Φυλακίστηκε και κατέφυγε επανειλημμένα στην εξορία. Ηλέκτριζε τα πλήθη και αφιέρωσε ανεπιφύλακτα τη ζωή του στις ιδέες του. Η ζωή και η δράση του δεν έτυχαν ποτέ εξαντλητικής ιστορικής έρευνας. Ακόμα και για τον αιφνίδιο θάνατό του υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Στο πολυσυζητημένο ερώτημα αν το έργο αυτό του Εντσενσμπέργκερ είναι μυθιστόρημα ή ντοκουμέντο έδωσε μια απάντηση ο βιβλιοκριτικός της εφημερίδας "Frankfurter Rundschau": «Το βιβλίο αυτό είναι πιο πλούσιο σε περιεχόμενο και πιο συναρπαστικό στην ανάγνωση από τα έργα που κυκλοφορούν σήμερα ως "μυθιστορήματα" στην αγορά».
[11] «Δε μας φοβίζουν τα ερείπια. Πάντοτε ζούσαμε μέσα σε τρώγλες και θα τα καταφέρουμε για λίγο καιρό ακόμα. Αλλά μην ξεχνάτε ότι εμείς οι εργάτες, ξέρουμε επίσης και να χτίζουμε. Εμείς χτίσαμε όλα αυτά τα παλάτια και τα μέγαρα, εδώ, στην Αμερική και παντού. Και θα τα χτίσουμε ακόμα πιο όμορφα, γιατί εμείς θα κληρονομήσουμε τη Γη και γι’ αυτό να μην έχετε την παραμικρή αμφιβολία. Η αστική τάξη λοιπόν, ας γκρεμίσει τον κόσμο της πριν αποχωρήσει οριστικά από το προσκήνιο της ιστορίας. Εμείς κουβαλάμε έναν καινούριο κόσμο, εδώ, στις καρδιές μας. Κι ο κόσμος αυτός μεγαλώνει κάθε στιγμή. Μεγαλώνει και τώρα, αυτή τη στιγμή που σας μιλάω…» (Χοσέ Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι Ντουμάνγκε)
[12] Η Μάχη του Ανουάλ (22 Ιουλίου 1921) ήταν μια καθοριστική σύγκρουση στο πλαίσιο του Πολέμου του Ριφ, όπου ο ισπανικός στρατός υπέστη καταστροφική ήττα από τις δυνάμεις των Βερβερίνων του Αμπντ ελ-Κριμ στα βορειοανατολικά του Μαρόκου. Αποτέλεσε μία από τις χειρότερες αποικιακές καταστροφές στην ιστορία της Ισπανίας
[13] https://www.topontiki.gr/2022/03/08/nestor-machno-o-anarchikos-pou-organose-tin-ethniki-amina-ton-oukranon-ke-polemise-gia-tin-anexartisia-tis-patridas-tou/
[14] Η τοπική καταλανική πρωτεύουσα
[15] Η Δεύτερη Ισπανική Δημοκρατία (Segunda República) ήταν το δημοκρατικό πολίτευμα της Ισπανίας από τις 14 Απριλίου 1931 έως την 1η Απριλίου 1939. Η περίοδος αυτή σημαδεύτηκε από εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις, αλλά και από έντονη πολιτική πόλωση που οδήγησε τελικά στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο και στη μακρόχρονη δικτατορία του Φράνκο
[16] https://www.izquierdadiario.es/Cuando-el-anarquismo-entro-al-gobierno-en-Espana

Δευτέρα, Μαΐου 04, 2026

Το γράμμα μιας άγνωστης, Στέφαν Τσβάιχ

Σε σένα, που δε με γνώρισες ποτέ
     Πρόκειται για μια ακόμη συναρπαστική νουβέλα του αγαπημένου συγγραφέα (Επικίνδυνος οίκτος, Σκακιστική νουβέλα, Ταξίδι στο παρελθόν, Καυτό μυστικό, Φόβος, Το χρέος που ξεπληρώθηκε αργά κ.α.), ο οποίος ανατέμνει την ανθρώπινη ψυχή με τόση παραστατικότητα και διεισδυτικότητα, περιγράφοντας λεπτοφυείς ψυχικές καταστάσεις, σχετικές συνήθως με ανθρώπινα πάθη και αδυναμίες (έρωτα, τζόγο, επιπολαιότητα, εθισμό). Δεν είναι τυχαίο που το συγκεκριμένο ολιγοσέλιδο έργο έχει γυριστεί τρεις φορές για τον κινηματογράφο, αν και κατά τη γνώμη μου, η πλοκή συνολικά δημιουργεί κάποια ερωτηματικά αληθοφάνειας.
     Ωστόσο, η γλαφυρή αφήγηση προσελκύει τον αναγνώστη εγείροντας το ενδιαφέρον και την περιέργεια από τις πρώτες πρώτες ακόμα σελίδες: Ο γνωστός συγγραφέας Ρ., πιθανόν alter ego του Στέφαν Τσβάιχ -σύμφωνα με πολλούς μελετητές-, λαμβάνει μια μακροσκελή ανώνυμη επιστολή από μια άγνωστή του κοπέλα λίγο μετά τον θάνατό της (αν αναγκαστώ να συνεχίσω να ζω, θα σκίσω αυτό το γράμμα και θα συνεχίσω να σωπαίνω, όπως σώπαινα πάντα). Η εξομολόγηση «εκ βαθέων» δημιουργεί κατάπληξη όχι μόνο στον παραλήπτη αλλά και στον αναγνώστη, εφόσον ξεκαθαρίζεται απ’ την αρχή ότι η συντάκτρια της επιστολής γράφει αυτό το γράμμα γεμάτη απόγνωση, δίπλα στο νεκρό σώμα του παιδιού της (!), για να αποκαλύψει επιτέλους, μετά από χρόνια σιωπηλής ευτυχίας στον κύριο Ρ. το απίστευτο ερωτικό πάθος που από μικρό ακόμα κορίτσι τη βασανίζει, ένα πάθος που διαμόρφωσε όλη της τη ζωή χωρίς εκείνος να γνωρίσει ποτέ ούτε καν το όνομά της.
     Έτσι, μέσα στην εγκιβωτισμένη επιστολή, ξετυλίγεται σε β΄ενικό η απίθανη/απίστευτη ιστορία μιας ζωής που, καθώς εξομολογείται η κοπέλα, ξεκίνησε στην πραγματικότητα από τη μέρα που γνώρισε τον ανίδεο συγγραφέα (μια «ζωή που ήταν δική σου από την πρώτη ως την τελευταία της ώρα»). Ήταν κορίτσι 13 χρονών όταν ο κος Ρ. μετακόμισε στην ίδια πολυκατοικία με την ανώνυμη ηρωίδα, ενώ η είσοδος του διαμερίσματός του ήταν στον ίδιο διάδρομο, απέναντι από την δική της (έμενε με τη μάνα της, ο πατέρας είχε πεθάνει). Στη φάση της μετακόμισης η ευφάνταστη κοπέλα βλέπει τα πράγματά του, τα γλυπτά, τους πίνακες, τα ακριβά βιβλία, κι ενώ φαντάζεται έναν διοπτροφόρο ηλικιωμένο άντρα, αντικρίζει έναν νεαρό ανάλαφρο με αγορίσιο βήμα, όμορφο, λεπτό, κομψό, με φωτεινό πρόσωπο!
     Δεν παραξενεύει ιδιαίτερα τον αναγνώστη αυτή η υπερβολική λατρεία που φουντώνει στο μικρό κορίτσι, αυτή η ειδωλοποίηση του γεμάτου ζωντάνια και αυτοπεποίθηση νεαρού, ούτε οι ακραίες εκδηλώσεις όπως να ξημεροβραδιάζεται περιμένοντας να ακούσει την πόρτα να ανοιγοκλείνει κλπ. Η προεφηβεία, άλλωστε, είναι η ηλικία που τα ινδάλματα αποκτούν μια διάσταση θρησκευτικής αφοσίωσης, μετατρέποντας κάθε τι σε ιερό σύμβολο (τίποτα στον κόσμο δεν μοιάζει με την αγάπη ενός παιδιού στα σκοτεινά, που περνά απαρατήρητη· γιατί αυτή δεν έχει καμιά ελπίδα, είναι εκεί για να υπηρετεί και να υποτάσσεται, είναι τόσο καρτερική και παθιασμένη όσο δεν μπορεί ποτέ να είναι η λάγνα, και ασυναίσθητα απαιτητική αγάπη μιας ενήλικης γυναίκας).
     Ούτε το γεγονός ότι αυτό το αυθαίρετο ίνδαλμα/πρότυπο μεταμόρφωσε με μαγικό τρόπο τη ζωή της αφηγήτριας, κάνει εντύπωση. Ξαφνικά η ηρωίδα μας άρχισε να ενδιαφέρεται για τα βιβλία, για τη γνώση, για την τέχνη, να εξασκείται στο πιάνο γιατί «πίστευε ότι ο νεαρός αγαπούσε τη μουσική», αιφνιδιάζοντας τη μητέρα της! Είναι συχνό και ανθρώπινο, μια φαινομενικά ασήμαντη αφορμή να γίνεται το έναυσμα για την προσωπική μεταμόρφωση, εξέλιξη, για την πραγμάτωση του δυναμικού που υπάρχει μέσα μας. Η ανώνυμη πρωταγωνίστρια, μέσα από την παθιασμένη αγάπη χωρίς ελπίδα και χωρίς προσδοκίες -φυσικά και χωρίς ανταπόκριση-, πραγματώνει τον εαυτό της, ζει στιγμές αγωνίας, αλλά και πληρότητας -«αιωνιότητας» όπως λέει η ίδια-, κάνοντας ατέλειωτα όνειρα παρατηρώντας στα κλεφτά πτυχές της ζωής του κ. Ρ. πίσω απ’ τις πόρτες, και χτίζοντας μέσα στις φαντασιώσεις την προσωπικότητά της.
     Η εμμονή είναι τόσο μεγάλη, που δεν δίνει καν σημασία στη νέα σχέση της μητέρας της με τον έμπορο Φερντινάντ από το Ίννσμπρουκ, μέχρι που της ανακοινώνεται ότι θα μετακομίσουν… Και τότε αλλάζουν όλα με δραματικό τρόπο. Το δεκατριάχρονο κορίτσι, μακριά από την πηγή της έμπνευσης, μεγαλώνει με τις αναμνήσεις των ονείρων που είχε κάνει, ή με τις σκέψεις ποια κοντσέρτα, ποια βιβλία θα ενδιέφεραν το αντικείμενο της λατρείας της, αλλά καθώς μεγαλώνει, αυτή η λατρεία αλλάζει: το πάθος μου για σένα θα παρέμενε το ίδιο, μόνο που έπαιρνε άλλη μορφή μαζί με το σώμα μου, με τις αισθήσεις μου να ξυπνούν, γινόταν πιο λαμπερό, πιο σαρκικό, πιο γυναικείο.
     Καθώς ενηλικιώθηκε, λοιπόν, αποφάσισε να επιστρέψει στη Βιέννη, ως υπάλληλος σε κατάστημα ρούχων, με απώτερο σκοπό να συναντήσει τον κύριο Ρ., να συναντήσει ένα και μόνο βλέμμα, να την δει, να μην είναι πια αόρατη, και… με πόθο βέβαια να την αναγνωρίσει (ήθελα να μ’ αναγνωρίσεις μετά απ’ όλα αυτά τα αναθεματισμένα χρόνια που μου έλειψες, ήθελα να με προσέξεις, ήθελα να μ’ αγαπήσεις).
     Η απαράμιλλη πέννα του συγγραφέα, ΠΕΙΘΕΙ. Γιατί, όταν επιτέλους κάποια απ’ τις ατέλειωτες ώρες που η ηρωίδα ξημεροβραδιαζόταν στο δρομάκι του Ρ., εκείνος την πρόσεξε, το βλέμμα που της έριξε μπορούμε να νιώσουμε ότι άξιζε όλες τις στιγμές αναμονής: εκείνο το τρυφερό βλέμμα που καλύπτει και ταυτόχρονα αποκαλύπτει, που αγκαλιάζει και σχεδόν αγγίζει· ωστόσο, την πρόσεξε μεν, αλλά δεν την αναγνώρισε.
     Και ποτέ δεν την αναγνώρισε. Ούτε τότε αναγνώρισε το παιδί της απέναντι πόρτας, σαν να μην την είχε προσέξει ποτέ όσο ήταν δεκατριάχρονη κοπέλα, αλλά ούτε και αργότερα, όταν ξανασυναντήθηκαν τρεις φορές, μίλησαν, γέλασαν, ήπιαν και συνευρέθηκαν· όταν εξαφανίστηκε χωρίς ίχνος πίσω του, έμενε πάντα η ανώνυμη, η άγνωστη, η απαρατήρητη… Εδώ βρίσκεται και το θέμα της αναληθοφάνειας… Πώς είναι δυνατόν, ο οποιοσδήποτε, να κάνει μέχρι κι έρωτα δυο τρεις φορές με μια -χαριτωμένη, μας αφήνει να εννοηθεί- γυναίκα, και να μην τη θυμάται μετά από λίγα χρόνια, όσο κι αν πρόκειται για έναν επιπόλαιο γυναικά; Ίσως ο συγγραφέας ήθελε να εστιάσει σ’ αυτό το συναίσθημα που είναι ίσως χειρότερο κι απ’ την απόρριψη ή την περιφρόνηση, το να είσαι αόρατος, ανύπαρκτος για τον άλλον (ούτε μια αράδα δεν έχω από σένα τις τελευταίες μου ώρες, ούτε μια αράδα από σένα, που σου’ χω δώσει τη ζωή μου).
     Ωστόσο, η διευρυμένη ψυχή της αφηγήτριας, από τη μια μεριά είναι ευγνώμων γιατί βιώνει ακέριο το όνειρό της, να συνευρεθεί με τον άντρα που ήταν λατρεμένος μια ζωή, κι απ’ την άλλη, αυτό ακόμα το φρικτό συναίσθημα της ανυπαρξίας που σε κάνει να νιώθεις άκυρος, βρίσκει τρόπο να το «αγκαλιάσει»: δεν σε κατηγορώ, σε αγαπώ έτσι όπως είσαι, θερμό και αμελή, αφοσιωμένο και άπιστο, σ’ αγαπάω έτσι, μόνον έτσι, όπως ήσουν πάντα και όπως είσαι ακόμα/εσύ που αγαπάς το ανέμελο, το εύκολο, το παιχνιδιάρικο στην αγάπη. Αγάπη λοιπόν, "άνευ ορίων, άνευ όρων", απέναντι σ’ έναν άνθρωπο ο οποίος, για τρίτη φορά (μετά από χρόνια) δεν δείχνει να τη θυμάται ούτε καν «στο κρεββάτι». Ωστόο, εκείνη σέβεται ακόμα και αναγνωρίζει τη «διττότητα της φύσης του».
     Η ανεξήγητη συμπεριφορά της ηρωίδας που μεγαλώνει το παιδί του μεγάλου της έρωτα μόνη της, χωρίς να το εξομολογείται ποτέ στον κύριο Ρ., μια συμπεριφορά που φαίνεται εξωπραγματική, ίσως έχει σαν αφετηρία το βαθύτερο συναίσθημα που την κυριαρχεί: ότι δεν θέλει να του γίνει βάρος, να τον φορτώσει με μια δέσμευση που προφανώς τη σιχαίνεται (προτιμούσα να τα αναλάβω όλα μόνη μου παρά να σου γίνω βάρος κι ήθελα να ήμουν η μόνη από τις γυναίκες σου που θα σκεφτόσουν πάντα με αγάπη, με ευγνωμοσύνη). Ακόμα πιο σοκαριστικό για τον αναγνώστη είναι ότι η γυναίκα αυτή άρχισε να εκδίδεται, χωρίς να αντλεί φυσικά καμιά ευχαρίστηση, μόνο και μόνο για να εξασφαλίσει στο παιδί της, που είναι πια το «παν για κείνη», μια αξιοπρεπή κι «ευτυχισμένη» ζωή.
     Όπως τονίζει ο συγγραφέας, πρόκειται για μια προσωπικότητα που υπομένει καρτερικά «όποιον εξευτελισμό, όποια σωματική και ψυχική ταπείνωση αναγκάζεται να υποστεί ο φτωχός, συνυπάρχοντας με πόρνες και άρρωστες», όπως και «την κυνικότητα των νεαρών γιατρών»... Κι όλα αυτά υπηρετώντας τον ανώτερο πνευματικό στόχο, να κρατήσει ακέραιη και ανέπαφη την ανάμνηση από το ιερό αντικείμενο του πόθου, το πνευματικό πάθος που εμπεριέχεται στο αισθησιακό.
Χριστίνα Παπαγγελή


Τετάρτη, Απριλίου 29, 2026

η μέθη της μεταμόρφωσης, Στέφαν Τσβάιχ

     Συναρπαστικό και χορταστικό κι αυτό το μυθιστόρημα του αγαπημένου συγγραφέα, που επανεκδόθηκε το 2025 και αγνοούσα ότι υπήρχε (εκτός από τις νουβέλες, μεγάλο μυθιστόρημα ήξερα μόνο τον «Επικίνδυνο Οίκτο»). Έτσι ήταν μια ευχάριστη έκπληξη η ανακάλυψή του, πόσο μάλλον η απόλαυση της γνώριμης αίσθησης, του μεστού και διεισδυτικού ύφους του Τσβάιχ, αυτού του μεγάλου ψυχογράφου της ανθρώπινης ψυχής, που καταπιάνεται με θέματα διαχρονικά και πάντα επίκαιρα, παρόλο που το σκηνικό είναι βέβαια τοποθετημένο σε εποχές παρωχημένες.
     Βρισκόμαστε στα 1926, στο Κλάιν- Ράιφλινγκ, σ’ ένα «αμπελοχώρι» της αυστριακής επαρχίας και παρακολουθούμε την άχαρη και άχρωμη ζωή της Κριστίνε Χοφλένερ, μιας κοπέλας 28 χρονών, που δουλεύει ως δημόσιος υπάλληλος στο ταχυδρομείο του χωριού (κάθε δευτερόλεπτο που περνά η νεαρή υπάλληλος κατεβάζει με μικρές γουλιές τον χρόνο, σταγόνα, σταγόνα/με τα μάτια κλειστά αφήνεται να την πλημμυρίσει το υπέροχο και σπάνιο συναίσθημα που απορρέει από το δικαίωμά της στην απραξία). Μια κοπέλα που μέχρι τα 16 της ήταν ένα χαρούμενο πλάσμα (καθετί το ασήμαντο ήταν αρκετό για να προκαλέσει αφρισμένα κύματα γέλιου) αλλά ο θάνατος του αδερφού της Όττο στο μέτωπο, λίγο μετά το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έφερε μετά από λίγα χρόνια και τον σύντομο θάνατο και του πατέρα και… άξαφνα όλα βυθίστηκαν στο σκοτάδι, σαν ένα φιτίλι που το φυσάς και σβήνει. Η μητέρα, αναγκασμένη αργότερα να δουλεύει στο νοσοκομείο σε δύσκολες συνθήκες, επιβαρύνει την υγεία της μέρα με τη μέρα, και η φτώχεια στερεί τον κόσμο από βασικές ανάγκες. Ο πόλεμος, οι στερήσεις, η πείνα, έχουν μεταμορφώσει τον κόσμο μέσα σε τέσσερα χρόνια.
     Η περιγραφή της ανιαρής και αδιατάρακτης ζωής της Κριστίνε είναι εκτεταμένη στις πρώτες σελίδες του βιβλίου. Παρόλ’ αυτά, δεν κουράζει -όχι μόνο χάρη στην εκφραστική δεινότητα του συγγραφέα αλλά κατά τη γνώμη μου γίνεται απαραίτητη η επιμονή στις ψυχαναγκαστικές λεπτομέρειες της ζωής ενός πλάσματος υποταγμένου στη μοίρα του, έτσι ώστε να κατανοήσουμε τη σημασία των αλλαγών που επέρχονται και επιδρούν καθοριστικά στον ψυχισμό της ηρωίδας. Η Κριστίνε  ζει λοιπόν μόνο με την ασθενική μητέρα της σε μια ζωή καταδικασμένη στη μιζέρια και στη ρουτίνα, αποδεκτή από την ίδια -για να μην πούμε επιθυμητή-, εφόσον της παρέχει την ασφάλεια της επιβίωσης. Έτσι, όταν της δίνεται η ευκαιρία να ξεφύγει από τον κλοιό αυτόν, δε νιώθει χαρά, λες και τα συναισθήματα έχουν παγώσει μέσα της (όσο κι αν η εικοσιοκτάχρονη κοπέλα βάζει τα δυνατά της να θυμηθεί τι σημαίνει να νιώθεις χαρά, ανακαλύπτει έντρομη ότι η απάντηση έχει σβηστεί από τη μνήμη της, σαν μια γλώσσα που τη μαθαίνεις όταν είσαι παιδί και ύστερα την ξεχνάς).
     Ωστόσο, δύο είναι τα μεγάλα γεγονότα που θα ταράξουν την επίπεδη αυτή εξέλιξη· δύο άξονες γύρω από τους οποίους χτίζεται όλη η αφήγηση και που ουσιαστικά είναι τα καθοριστικά συμβάντα στη ζωή της νεαρής κοπέλας, αυτά που θα την ανασύρουν από την αδράνεια και θα την παρασύρουν στη «μέθη της μεταμόρφωσης». Το πρώτο είναι το ταξίδι στο εξωτερικό (Ελβετία) και η σύντομη παραμονή της σε πολυτελές τουριστικό θέρετρο, και το δεύτερο, πολύ αργότερα, η γνωριμία της με τον ασύμβατο και ιδιοφυή Φέρντιναντ Τάρρνερ.
Από τι ευλύγιστο κι ευαίσθητο νήμα είναι υφασμένη η ανθρώπινη ψυχή
ώστε ένα και μοναδικό βίωμα αρκεί για να την κάνει να φουσκώσει
και να χωρέσει μέσα της ολόκληρο το σύμπαν.
     Η θεία Κλαιρ, αδερφή της μητέρας της, που μια σκοτεινή ιστορία την απομάκρυνε από την Αυστρία πριν από τον πόλεμο, οπότε, αφού παντρεύτηκε τον Ολλανδό βαμβακέμπορο Άντονυ Βαν Μπόουλεν εγκαταστάθηκαν στην Αμερική ζώντας στην πολυτέλεια και την χλιδή, αυτή λοιπόν η απρόσιτη και σχεδόν άγνωστη θεία, την προσκάλεσε για δεκαπέντε μέρες σε πολυτελές θέρετρο στην Ελβετία! Όπως είπαμε και πριν, η αποδοχή της Κριστίνε ήταν χλιαρή και αδιάφορη στην αρχή, αλλά όταν ξεκινά το ταξίδι, απολαμβάνουμε το άνοιγμα στον κόσμο μιας σχεδόν τριαντάχρονης κοπέλας, που έχει ακόμα το βλέμμα και την εμπειρία ενός μικρού παιδιού. Όλα τη μαγεύουν· το ταξίδι, το τρένο, τα τοπία, το «θαύμα της φύσης» (για πρώτη φορά στη ζωή της αρχίζει να συνειδητοποιεί όσα έχασε ζώντας εγκλωβισμένη σε έναν εφησυχασμένο και αδιάφορο κόσμο χωρίς επιθυμίες). Η αμηχανία της απειρίας και η ντροπή για τη φτώχεια της (παλιομοδίτικη εμφάνιση, κλπ) εναλλάσσονται με την ανάγκη να αλλάξει, να αδράξει τη ζωή, να ζήσει, ν’ αγαπήσει. Στην ανάγκη αυτή ανταποκρίνεται η φοβερή θεία (που κάποτε ήταν και μανεκέν), που γρήγορα μπαίνει στο νόημα και την βοηθά να προσαρμοστεί δανείζοντάς της παπούτσια, ρούχα, αξεσουάρ, πηγαίνοντάς την στο κομμωτήριο και υποδεικνύοντάς της κοσμικούς τρόπους συμπεριφοράς (να σημειώσουμε εδώ ότι ο αγαπημένος μας συγγραφέας αποκαλύπτει μια παλιομοδίτικη αντίληψή του για τις γυναίκες: ως γνήσια γυναίκα, το βλέμμα της Κριστίνε μαγνητίζεται από τούτα τα εξαίσια φορέματα). Στη μεταμόρφωση συντέλεσε και ο καλοκάγαθος θείος, που σαν «γνήσιος Ολλανδός» λατρεύει το καλό και άφθονο φαγητό και το μόνο που τον απασχολεί είναι «μην τυχόν και χρειαστεί να ανεχτεί κάποιο αργόσχολο κοσμικό κουτορνίθι που θα του καταστρέψει το γεύμα με τις φλυαρίες και τις ερωτήσεις του». Ο θείος Άντονυ Βαν Μπόουλεν συμπάθησε ακαριαία την Κριστίνε και της τόνωσε με τον δικό του τρόπο την αυτοπεποίθησή της (λάμπεις από ομορφιά!).
     Είναι περιττό να πούμε πόσο εύκολα συμμορφώθηκε με το όλο πνεύμα η Κριστίνε, που κέρδισε πολύ γρήγορα τις εντυπώσεις και έγινε περιζήτητη στους κοσμικούς αλλά και στους χορευτικούς κύκλους (παραδίδεται χωρίς άλλη αντίσταση στο έλεος αυτής της παράξενης όσο και μεθυστικής μαγείας), και μάλιστα γρήγορα αποποιείται την παλιά ταυτότητά της καθώς συστήνεται σε όλους ως Κριστίνε Βαν Μπόουλεν· μεθάει από τους επαίνους, από τις επιθέσεις φιλίας, από τον ερωτισμό ή το απροκάλυπτο κάποιες φορές φλερτ των νεαρών ανδρών. Ξεχωριστοί και διάσημοι άνδρες όπως ο αξιόλογος στρατηγός Έλκινς στρέφουν την προσοχή τους πάνω της, την προσκαλούν σε εκδρομές και περιπάτους, κι εκείνη με έξαψη, ταραχή κι ενθουσιασμό ανταποκρίνεται, παίζοντας τον ρόλο του πλουσιοκόριτσου θαυμάσια. Καταλυτικό ρόλο παίζει ο νεαρός Γερμανός μηχανολόγος Έντβιν που τη φλερτάρει ασύστολα, και οδηγεί την Κριστίνε να «υπερβεί τα εσκαμμένα», παραβιάζοντας άγραφους κανόνες, και προκαλώντας όμως παράλληλα σχόλια από τις ζηλόφθονες και φαρμακερές γλώσσες.
     Έτσι λοιπόν, αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση… Κάτι που δεν αντιλαμβάνεται αμέσως η Κριστίνε, γιατί η ευτυχία της τής αφαιρεί παρατηρητικότητα, όπως εύστοχα σχολιάζει ο συγγραφέας (όλοι οι ευτυχισμένοι άνθρωποι αυτού του κόσμου είναι κακοί ψυχολόγοι). Η ταπεινή καταγωγή της και η «εξαπάτηση» γίνονται σύντομα γνωστά, και η αντίστροφη μέτρηση αρχίζει πολύ γρήγορα (έχοντας ήδη απλώσει το μπαρούτι, η Κάρλα δεν είχε παρά να βάλει φωτιά στο φιτίλι/η κυρία Στρόντμαν τέντωσε τον λαιμό της σαν ετοιμοπόλεμος πετεινός). Ο συγγραφέας περιγράφει πολύ εύστοχα την κοινωνία των Ευρωπαίων αριστοκρατών της Κεντρικής Ευρώπης, που σε αντίθεση με τους Αμερικάνους της εποχής, δίνουν τόση σημασία στην καταγωγή και το κοινωνικό στάτους, κι έτσι οτιδήποτε εύρισκαν τόσο χαριτωμένο πάνω στην Κριστίνε, έγινε από τη μια μέρα στην άλλη αντικείμενο χλευασμού.
     Η θεία Κλαίρη, έχοντας κι εκείνη περίεργο παρελθόν (Κλάρα, το αλλοτινό μανεκέν από τη Βιέννη) και τρέμοντας μήπως μαζί με της ανιψιάς της αποκαλυφθεί και το δικό της (ο φόβος είναι ένας παραμορφωτικός καθρέφτης, με την ικανότητα να μεγεθύνει κάθε ανθρώπινο χαρακτηριστικό και να το απεικονίζει σαν άθλια καρικατούρα), πιάνει εγκαίρως τα μηνύματα και δρα καίρια. Προς μεγάλη έκπληξη του άντρα της (που το μόνο που τον νοιάζει είναι να αποφύγει τους καβγάδες), αποφασίζει, όχι μόνο να φύγουν αμέσως, αλλά να στείλει το ίδιο κιόλας βράδυ την Κριστίνε στο χωριό της. Η απόφαση πέφτει σαν κεραυνός εν αιθρία στην ανυποψίαστη Κριστίνε (μάταια προσπάθησε να την υποψιάσει ο ηλικιωμένος στρατηγός Έλκινς τρέφοντας μάλιστα «φρούδες ελπίδες») ενώ η θεία, μέσα σε μια «σπασμωδική λογοδιάρροια», την ξορκίζει να μην εμφανιστεί ξανά στη σάλα, να πάει για ύπνο και να φύγει πρωί πρωί. Η μυστηριώδης συμπεριφορά του μηχανολόγου, το ίδιο βράδυ (φυσικά παράκουσε τη θεία και βγήκε να τον συναντήσει) την κάνει να βγει από τη μέθη, να «φύγει μακριά απ’ αυτούς τους ξιπασμένους, δειλούς και χορτάτους ανθρώπους που την ταπεινώνουν» και να τους προσπεράσει «σαν ζωγραφισμένες πέτρες».
     Το ταξίδι της επιστροφής είναι για την Κριστίνε όχι μόνο μια μετάβαση στην πεζή, κοινωνική πραγματικότητα της φτώχειας της και της μιζέριας της, αλλά συμπίπτει και με την είδηση του θανάτου της μητέρας της (άπαξ και το δοχείο της ψυχής μας γεμίσει ως το χείλος, δε χωρά ούτε σταγόνα παραπάνω). Η επιστροφή στη ρουτίνα και στον μικρόκοσμο του Κλάιν Ράιφλινγκ είναι οδυνηρή, αλλά τώρα η Κριστίνε είναι πιο σοφή, πιο ξεκάθαρη με τον εαυτό της και πιο τολμηρή. Όλα έχουν αλλάξει, το γραφείο, τα παράθυρα, οι δρόμοι, οι άνθρωποι. Κυρίως όμως έχει αλλάξει μέσα της, έχει νιώσει πώς είναι να είσαι γυναίκα ποθητή, με ορμές κι επιθυμίες… Πνίγεται στις ίδιες εικόνες, και γυρεύει διέξοδο. Αποκτά λοιπόν τον έλεγχο της ζωής της όταν αποφασίζει με αιματηρές οικονομίες να επισκεφτεί τη Βιέννη, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να ανασάνει λίγο από τον αέρα της κοσμικής ζωής. Περιδιαβαίνει μονάχη στους φωτεινούς δρόμους, στις πλατείες, στα μπαρ, τα εστιατόρια, τα θέατρα, ώσπου από ένα γύρισμα της τύχης συναντά τον ιδιόρρυθμο Φερντινάντ Τάρρνερ.
     Ο Φερντινάντ, επιστήθιος φίλος του γαμπρού της Κριστίνε, του Φραντς, ανήκει σ’ έναν κόσμο διαφορετικό κι εξίσου συναρπαστικό. Έχει πάει στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο κι έχει κάνει δυο χρόνια στα στρατόπεδα της Σιβηρίας. Είναι άτομο sui generis, παθιασμένο, με απίστευτες εμπειρίες από τον πόλεμο όπου έχασε «μόνο» ένα δάχτυλο χεριού (από έναν τόσο δα τένοντα, λεπτό σαν κλωστή, κρέμεται όλη σου η σταδιοδρομία),αρκετό όμως για να αναγκαστεί να παραιτηθεί από την φιλοδοξία του να γίνει αρχιτέκτονας. Είναι ένας θυμωμένος άντρας που ο πόλεμος του στέρησε όχι μόνο την περιουσία, αλλά και τις δυνατότητες να πραγματοποιήσει τα όνειρά του· κι όχι μόνο τα προσωπικά του σχέδια αλλά το όραμα μιας επανάστασης ενάντια στον καπιταλισμό, όσο ήταν στην Σοβιετική ένωση (έκτοτε έμαθα καλά τι πάει να πει εμφύλιος πόλεμος/ακόμα κι αν μάθαινα ότι για να βασιλέψει στον κόσμο η θεία δικαιοσύνη, χρειάζεται να μαρτυρήσουν τόσοι άνθρωποι, θα φρόντιζα να μείνω έξω απ’ τον χορό. Καρφί δεν μου καίγεται πια, μου είναι όλα αδιάφορα, δεν είμαι ούτε υπέρ ούτε κατά των μπολσεβίκων, δεν είμαι ούτε κομμουνιστής, ούτε καπιταλιστής, δεν δίνω δεκάρα!).
     Να λοιπόν που ο συγγραφέας εμπλέκει και το κοινωνικό στοιχείο της εποχής, δεν ασχολείται μόνο με την βιεννέζικη αφρόκρεμα όπως συχνά δίνει την εντύπωση, κι επιτέλους η Κριστίνε γνωρίζει έναν άνθρωπο -πολίτη-του-κόσμου, του οποίου οι πεποιθήσεις ταιριάζουν με τις δικές της. Έναν άνθρωπο βέβαια χωρίς την αριστοκρατική επίστρωση, φτωχοντυμένο, χωρίς «κόσμιες συμπεριφορές», μη συμβατικό, επαναστατημένο με τον δικό του τρόπο. Ωστόσο η Κριστίνε μπορεί να διακρίνει πίσω απ’ την οργή του το εφηβικό, παιδικό του πρόσωπο, «ήρεμο και τρυφερό» (παράξενο σκέφτεται, πώς είναι δυνατόν να κατοικούν δυο διαφορετικοί άνθρωποι στο ίδιο σώμα).
     Είναι αξιοθαύμαστος ο τρόπος που ο συγγραφέας περιγράφει την προσέγγιση αυτών των δύο διψασμένων -για επαφή και ζωή- ψυχών. Οι δύο «απόβλητοι» της κοινωνίας έρχονται κοντά, συνεννοούνται θαυμάσια με κείνο το αίσθημα αλληλεγγύης που ενώνει όσους μάταια πασχίζουν να ορθοποδήσουν στη ζωή. Οι συζητήσεις, οι εκμυστηρεύσεις, οι προβληματισμοί πάνω σε προσωπικά αλλά και κοινωνικά θέματα διαδέχονται η μία την άλλη στις αλλεπάλληλες συναντήσεις που προγραμματίζουν με χίλιες δυσκολίες. Η φτώχεια βέβαια τους εκδικείται, εφόσον δεν έχουν τα μέσα για μια αξιοπρεπή έστω φτωχική κάμαρα για να χαρούν ο ένας την αγκαλιά του άλλου. Τα αδιέξοδα και ο αυτοοικτιρμός φτάνουν στο αποκορύφωμα όταν πια αποφασίζουν από κοινού δύο παράτολμα σχέδια ηρωικής «εξόδου» από την φυλακισμένη τους ζωή. Δύο δρόμοι ανοίγονται μπροστά τους, ο ένας πιο εύκολος, ο άλλος πιο δύσκολος. Ωστόσο, όπως λέει κι ο Φερντινάντ στις τελευταίες σελίδες, «αν είναι γραφτό σου να σκαρφαλώσεις, θα σκαρφαλώσεις· κι αν είναι γραφτό σου να γκρεμιστείς, θα γκρεμιστείς».
Χριστίνα Παπαγγελή

Κυριακή, Μαρτίου 22, 2026

επί σκοπώ πλουτισμού, Ελισάβετ Χρονοπούλου

     Μια μεγάλη έκπληξη, μια βαθιά μαχαιριά στη συλλογική μνήμη ήταν για μένα αυτό το βιβλίο, που έφτασε αναπάντεχα στα χέρια μου, και με οδήγησε μ’ έναν συναρπαστικό τρόπο στις τραυματικές σελίδες της ελληνικής Ιστορίας. Και η έκπληξη δεν ήταν μόνο ότι ήταν άγνωστη για μένα η συγγραφέας, ούτε ότι η δύναμη της γραφής αποδείχτηκε ικανή να ταρακουνήσει την απάθεια και την άγνοια των ημερών μας, αλλά κυρίως ότι αυτό που αναδείχτηκε με θαυμαστό τρόπο, μέσα από την πλοκή αλλά και τη δομή, ήταν οι συνέπειες αυτών των τραυματικών γεγονότων στο σύγχρονο παρόν, στον άνθρωπο που ζει ανίδεος, αμέτοχος και αθώος, τρεις γενιές μετά. Πώς ένα «προπατορικό αμάρτημα», στην περίπτωση του παππού του ήρωα, μπορεί να φτάσει μέχρι τις επόμενες γενιές διαταράσσοντας την αίσθηση ταυτότητας, διαμορφώνοντας μια νέα συνείδηση τού «ποιος είμαι» ή «ποιος θα μπορούσα να είμαι». Κι αυτό η συγγραφέας το πετυχαίνει με θαυμαστό τρόπο γιατί δεν μας μεταφέρει απλώς σε μια εποχή διαφορετική, διερευνώντας μια πτυχή επώδυνη που να μας την παρουσιάζει παραστατικά και ζωντανά, όπως συμβαίνει συνήθως σε ιστορικά μυθιστορήματα -κι είναι βέβαια κι αυτό αξιοθαύμαστο, δεν θα το ονόμαζα όμως ιστορικό το συγκεκριμένο-, αλλά μας οδηγεί να ταυτιστούμε με τον σύγχρονο ήρωα, και να αποκαλύψουμε μαζί μ’ αυτόν μυστικά και κρυφές πληγές που καθορίζουν το σήμερα.
     Οι πρώτες σελίδες αιφνιδιάζουν τον αναγνώστη, μεταφέροντάς του το ξάφνιασμα που δέχτηκε ο πρωταγωνιστής, ο Γιώργος Ασλανίδης, όταν δέχτηκε κληρονομιά από έναν άγνωστο, ετοιμοθάνατο στο Χ δημόσιο νοσοκομείο, με τον όρο να τον επισκεφτεί στις τελευταίες του στιγμές (όποιος κι αν ήταν, βρισκόταν εκείνη τη στιγμή ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, και το ελάχιστο που δικαιούνταν ήταν να στέκεται και γι’ αυτόν κάποιος στην από δω πλευρά, κάποιος που αγωνιά γι’ αυτόν). Ο 92χρονος άγνωστος άντρας ήταν ο Δημοσθένης Σαρίκας και, όπως γράφει στο τελευταίο του σημείωμα, όρισε τον Γιώργο Ασλανίδη, γιο της Στεφανίας Ασλανίδου κι ενός αγνώστου, ως μοναδικό του κληρονόμο.
     Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Γιώργου Ασλανίδη, που την εποχή που μιλάμε πρέπει να είναι 46 χρονών, παρακολουθεί τα γεγονότα από το συγγραφικό «σήμερα», δηλαδή από το 2023. Έτσι έχουμε ανάμεικτες μνήμες, κρίσεις, αναπαράσταση συμβάντων, εξομολογήσεις συναισθημάτων και συνειρμούς. Με μεγάλη μαεστρία η συγγραφέας μάς οδηγεί στο να συνειδητοποιήσουμε ότι μια ιστορία, που επιφανειακά είχε όλες τις προδιαγραφές αστυνομικού μυθιστορήματος, κρύβει μια τραγωδία από τις πολλές που συντελέστηκαν τη συγκεκριμένη περίοδο, μια τραγωδία που εξελίχθηκε «κατά το εικός και αναγκαίο», με μια αναγκαιότητα δηλαδή αναπόφευκτη, στο τραυματικό παρελθόν της ελληνικής κατοχής στην Αθήνα, την Αθήνα (> την Ελλάδα) όχι μόνο των Γερμανών κατακτητών, αλλά και των ντόπιων χωροφυλάκων, και των δωσίλογων[1].
     Είναι περιττό να πούμε ότι ο αφηγητής μας δεν διανοείται να αποδεχθεί την κληρονομιά αυτή, που φαίνεται σαν να έπεσε απ’ τον ουρανό (δεν με ενδιέφερε καν να μάθω τι περιείχε αυτή η κληρονομιά/όσο κι αν δεν μου αρέσει να το λέω, είμαι επαγγελματίας κληρονόμος. Αυτό που λένε «εισοδηματίας»/και μου φαινόταν όχι μόνο περιττό αλλά και κάπως αδιάντροπο να μου στέλνει η ζωή άλλη μια κληρονομιά). Και η παράξενη ιστορία θα τελείωνε άδοξα με την μη αποδοχή, αν δεν ερχόταν μια «επιστολή-βόμβα» να αναστατώσει τον Ασλανίδη, μια σύντομη επιστολή με την οποία τον ενημερώνει ότι στις 13 Φεβρουαρίου 1951 ο εκκεντρικός κληροδότης Σαρίκας σκότωσε τον παππού του ήρωά μας (!), κι ότι ήταν μια πράξη για την οποία δεν μετάνιωσε ποτέ (κοίτα να δεις, αυτή είναι λοιπόν η κληρονομιά μου. Η ομολογία ενός φόνου. Και μάλιστα του φόνου του παππού μου)! Γρήγορα καταλαβαίνουμε επίσης ότι ο αφηγητής, ένας μοναχικός άνθρωπος που ζει όπως λέει ο ίδιος «σε μια κάψουλα» με τον σκύλο του, δεν γνώρισε ποτέ τον παππού του παρά μόνο μέσα από μια κορνίζα, ούτε του είχαν μιλήσει ποτέ γι’ αυτόν. Η γιαγιά του, που τον μεγάλωσε, δεν μιλούσε ποτέ για το παρελθόν -«μην τα σκαλίζεις»-, και άλλωστε όπως είπαμε, ήταν αγνώστου πατρός, ενώ η μάνα εξαφανίστηκε από το προσκήνιο σε νεαρή ηλικία.
     Αυτή είναι η «δέση»[2] του μυστηρίου, της τραγωδίας που κινείται σε δυο επίπεδα, κι από δω και πέρα ο αναγνώστης παρακολουθεί δύο βασικούς άξονες αφήγησης, του Γιώργου Ασλανίδη και του
Δημοσθένη Σαρίκα, που άφησε αναλυτικότατες σημειώσεις στο ημερολόγιο που έγραψε λίγες μέρες πριν πεθάνει (το ξεκίνησε 18 Ιουλίου 2023), ένα ακόμα προφανώς κληροδότημα στον άναυδο ήρωα (η ιστορία του με περίμενε γραμμένη, μέσα στο συρτάρι του κομοδίνου του).
     Τα χρόνια στέκονται, εμείς περνούμε
     Ήταν δεκατριών χρονών ο Δημοσθένης Σαρίκας την 18 Ιουλίου του 1944, την ημερομηνία που τον σημάδεψε και που καθόρισε όλη του τη ζωή. Κι «εκείνη» που στην αρχή δεν κατονομάζεται, αλλά - καθώς διαβάζουμε το μπλε τετράδιο μαζί με τον αφηγητή-, ήταν δεκαπέντε, ήταν η αδερφή του, η Αμαλία. Έχουν ως παιδιά ζήσει μαζί τη στέρηση, το κρύο και την πείνα του πολέμου, και πάνω απ' όλα τη βία του πατέρα τους απέναντι στον παππού, για ένα κομμάτι κρέας. Εκείνη «είναι όμορφη σαν τοπίο» και κείνος, έχει παγώσει από την αλλοτρίωση των οικογενειακών σχέσεων («ξέρω πού είναι ο διάβολος. Είναι μέσα στο στομάχι μας , και πεινάει. Όσο τον ταΐζουμε φωλιάζει εκεί μέσα και καρδαμώνει, αλλά αν πάψουμε να τρώμε, θα αναγκαστεί να φύγει»). Ο Σαρίκας, σ’ αυτές τις πρώτες σελίδες του τετραδίου, ξεδιπλώνει την τρυφερή σχέση του με την μεγαλύτερη του αδερφή που θεμελιώθηκε μέσα στις δύσκολες συνθήκες της κατοχής, και νιώθουμε ότι ένας άρρηκτος δεσμός ενώνει τα δύο αυτά παιδιά. Είναι η Αμαλία που του εμφυσά την ιδέα ότι «ο θεός δε νοιάζεται για μας», και του επαναλαμβάνει στις δύσκολες στιγμές «κάνε τον φόβο σου θυμό». Η Αμαλία, που κάποιες φορές «λείπει απ’ τον εαυτό της», που τα μάτια της πολύ συχνά είναι άδεια, που έπαψε κάποια στιγμή να γελάει με «το βραχνό της γέλιο».
       Η πρώτη επισταθμία στην δύσκολη ενηλικίωση του εντεκάχρονου ήρωα ήταν αυτό το επεισόδιο βίας, που ίσως συνδέεται με τον άμεσο σχεδόν θάνατο του παππού (ήθελα να ρωτήσω την Αμαλία πολύ ήταν τώρα ο παππούς αφού δεν ήταν μέσα στο σώμα του/πού πήγε τώρα η πείνα του παππού;/πού είναι τώρα η ήττα του;). Η δεύτερη, θα μπορούσαμε να πούμε, ήταν η άρνηση να υπακούει τον άτεγκτο πατέρα, ή μάλλον η πρώιμη επανάστασή του απέναντι στον πατέρα, ο οποίος εξακολουθεί να πασχίζει να μάθει στα παιδιά γράμματα (κατ’ οίκον), και να τον βάζει να «παπαγαλίζει τα δασυνόμενα (για πρώτη φορά θα αντιμιλούσα στον πατέρα. Θα τον κοίταζα κατάματα και θα του έλεγα το πρώτο μου «όχι»). Παράλληλα, η μεταμόρφωση της Αμαλίας, που έχει μπει πια στην εφηβεία, απομακρύνει τα δυο αδέρφια, καθότι η κοπέλα κάποια στιγμή δεν κοιμάται πια στην ίδια κάμαρα με τον αδερφό της (κάθε πρωί ήθελα να ρωτήσω την ψεύτικη Αμαλία πού πήγε η αληθινή αλλά δεν έβρισκα το θάρρος), και λείπει συχνά από το σπίτι.
     Η αφήγηση του Σαρίκα μέσα στα σύγχρονα ημερολόγια, δεν είναι γραμμική αλλά πηγαινοέρχεται σε δύο χρονικά επίπεδα, γιατί ο ηλικιωμένος πια ήρωας σχολιάζει και κρίνει το παρελθόν, κι επισημαίνει τα συναισθήματα, τα τότε και τα τωρινά, υπό το πρίσμα των 92 του χρόνων. Πρέπει να πούμε ότι η συγγραφέας παρουσιάζει αυτήν την προσωπική εξομολόγηση με πολλή μαεστρία, και δημιουργεί απορίες στον αναγνώστη, τις ίδιες που γεννιούνται στο μυαλό του εντεκάχρονου παιδιού αλλά και του Γιώργου Ασλανίδη καθώς διαβάζει· απορίες που ξεδιαλύνονται σιγά σιγά, ολοκληρώνοντας ένα απίστευτο παζλ. Ποια ήταν λοιπόν αυτή η Λιλή, η φίλη της Αμαλίας που τον απομάκρυνε από τον αδερφό της (λογικό, σ’ αυτήν την ηλικία τα κορίτσια να έχουν μια «κολλητή» και ο αδερφός-παιδί να μπαίνει στην άκρη). Ποια είναι αυτή η Λιλή, που ο γέρος πια αφηγητής «δεν κατάφερε να μισήσει», και «πώς πήγε και πέθανε μόνη της η Αμαλία, εκείνες τις τραγικές μέρες»; Άρα μαθαίνουμε ότι εκείνες τις αποφράδες μέρες η Αμαλία βρήκε αιφνίδιο θάνατο, και υπήρχε και μια Λιλή, που κάτι ήξερε και κάπως συνδέεται και με τον πρωταγωνιστή, τον Γιώργο Ασλανίδη.
     Αυτός ο αναίτιος, αιφνίδιος θάνατος ήταν που χώρισε στα δύο τη ζωή για τον 13χρονο Δημοσθένη, στην «ζωή την πριν» και στην «ζωή την μετά». Γιατί ήταν 16 Ιουλίου του 1944 όταν είδε για τελευταία φορά την Αμαλία, καθώς κατηφόριζε με τη φιλενάδα της το δρόμο, γελώντας κελαρυστά. Το μεθεπόμενο πρωί η Αμαλία βρέθηκε νεκρή, κι ο μικρός Δημοσθένης μέσα από την ατμόσφαιρα μυστηρίου που έπεσε βαριά στο σπίτι, δεν βγάζει άκρη, δεν καταλαβαίνει, δεν μαθαίνει παρά πολύ αργότερα την αλήθεια.
     Μην κλαις. Ανοίγω δρόμο
                      (από ποίημα της Αμαλίας)
     Δεν είναι μόνο οι σκέψεις και τα συναισθήματα του 92χρονου Δημοσθένη που ζωντανεύουν χάρη στο μπλε τετράδιο, αλλά και τα αντίστοιχα του 46χρονου Γιώργου Ασλανίδη (ακριβώς τα μισά χρόνια, τυχαίο;), καθώς με ιερή προσήλωση μετέχει όλης αυτής της εξομολόγησης. Αναθυμάται το τελευταίο βλέμμα του ετοιμοθάνατου (δεν ήταν βλέμμα αποχαιρετισμού, ήταν βλέμμα αντάμωσης), και συνεχίζει να μετέχει στον κόσμο του θανόντος, καθώς πηγαίνει στο σπίτι του -που είναι πια δικό του-, βλέπει, ακουμπά τα πράγματά του, ανοίγει τα ντουλάπια του όπως και τα αντίστοιχα της Αμαλίας, διαβάζει τα ποιήματά της (για όλα έκλαψα αλλά πιο πολύ που του άνοιγε δρόμο), εισχωρεί στα μυστικά της.
     Το μεγάλο σοκ όμως έρχεται όταν ο Γιώργος αναγνωρίζει τη Λιλή από μια φωτογραφία (ένα κρακ ακούστηκε μέσα από το σώμα μου. Κάτι είχε σπάσει. Το ήξερα αυτό το κορίτσι). Μόνο που τώρα δεν ήταν κορίτσι, την έλεγαν Βασιλική Ασλανίδου γιατί είχε παντρευτεί τον Γιώργο Ασλανίδη, τον δολοφονημένο παππού, την φώναζαν κυρία Βάσια, και ήταν η γιαγιά που του στάθηκε σαν μάνα. Τότε ήταν μοδίστρα, ψυχοκόρη σ’ ένα αστικό σπίτι, αμόρφωτη σε σχέση με την Αμαλία, άλλης κοινωνικής τάξης. Η εικόνα συμπληρώνεται με επιστολές ανάμεσα στα δυο κορίτσια, μια «αλληλογραφία κοριτσίστικη», μέχρι που μια ρωγμή μπαίνει ανάμεσά τους, όταν καταλαβαίνουμε ότι η Αμαλία είναι σε νεολαιίστικη αντιστασιακή οργάνωση, αλλά η Λιλή, αρραβωνιασμένη με τον Ασλανίδη που ήταν χωροφύλακας, δεν θέλει να ακολουθήσει.
     Η αποκάλυψη είναι συντριπτική για τον ήρωά μας, που συνειδητοποιεί ότι η γιαγιά του ποτέ δεν του μίλησε ούτε για την Αμαλία, ούτε για όλα αυτά. Είναι το χρονικό σημείο όπου καταλαβαίνει ότι οι δύο ιστορίες, του Δημοσθένη και του ίδιου, είναι άρρηκτα δεμένες με ένα μεγάλο μυστικό, που κρύβει βαθύ πόνο. Φυσικά τον κατακλύζουν άπειρα ερωτήματα, και δεν ζει πια η γιαγιά του ώστε να του δοθούν απαντήσεις… οι απαντήσεις βρίσκονται μέσα στα τετράδια του Δημοσθένη, στην αλληλογραφία και τα ποιήματα της Αμαλίας, στις φωτογραφίες και στα ντοκουμέντα.
     Οι βασικότερες όμως απαντήσεις βρίσκονται στα… αρχεία του κράτους· στις εφημερίδες· στις ιστορικές συγκυρίες· στο πνεύμα της εποχής και στον φόβο που είχαν οι απλοί πολίτες όχι μόνο απέναντι στον κατακτητή, αλλά απέναντι στους δωσίλογους, τους ταγματασφαλίτες, τους χωροφύλακες… που δεν δίσταζαν να ξεπουλήσουν τον αδερφό, τον γείτονα, τον συμπολίτη «επί σκοπώ πλουτισμού», όπως διατυπώνεται στις δίκες-παρωδία που ακολούθησαν στο αντικομμουνιστικό καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε μετά την απελευθέρωση, αθωώνοντας στην πλειοψηφία τους προδότες, μόνο και μόνο γιατί δεν ήταν κομμουνιστές.
     Ο δεκατριάχρονος Δημοσθένης Σαρίκας, μην αντέχοντας τους δουλοπρεπείς χειρισμούς του πατέρα του και την ένοχη σιωπή που έπεσε στο σπίτι μετά τον θάνατο της αδερφής του, δηλώνει ότι δεν θα σπουδάσει, φεύγει απ’ το σπίτι (έφυγα απ’ το σπίτι τον Οκτώβρη του ’45. Ένα μήνα πριν κλείσω τα δεκατέσσερα. Γύρισα το ’72, όταν πέθανε κι ο πατέρας) και γίνεται παραγιός του κυρ Σταμάτη Δάρρα, του μαραγκού. Δεν μαλάκωσε στιγμή η καρδιά του, δεν ήθελε να δει στα μάτια τους γονείς του, αλλά ήταν εργατικός και συνεπής, δέθηκε με το αφεντικό του σαν να ήταν ο πραγματικός του πατέρας, και πενθεί σιωπηλά τον άδικο χαμό της αδερφής του.
     Όταν όμως τελείωσε ο πόλεμος εμφανίστηκε μια Κυριακή πρωί η κυρία Μερόπη Μπασάκου να τα γυρίσει όλα τούμπα. Κι αρχίζει το γαϊτανάκι της αποκάλυψης, της αποκάλυψης της οδυνηρής αλήθειας, που εμπεριέχει βία και τρόμο, γιατί η Μερόπη Μπασάκου ήταν μάρτυρας κατηγορίας (κατέθεσε και στη δίκη), αθέλητος μάρτυρας των κτηνανθρώπων της Ασφάλειας, είχε δει με τα μάτια της τα βασανιστήρια σε νεαρά παιδιά, είχε δει τον δολοφόνο που είχε σάρκα και οστά. «Μην εμπλακείς», ήταν η εντολή του πατέρα, όταν τον συνάντησε μόνο και μόνο για να ζητήσει εξηγήσεις (σήκωσε το χέρι και με σημάδεψε με το δάχτυλο, αυτό το δασκαλίστικο το δάχτυλο που σου σήκωνε και σε σημάδευε σαν περίστροφο για να μάθεις την προπαίδεια).
     Επί σκοπώ πλουτισμού

Δεν με γέλασε ο θάνατος, η ζωή με γέλασε
     Οι καταθέσεις και τα αντίγραφα της δίκης που παρατίθενται, και διαβάζει ο κατάπληκτος Γιώργος Ασλανίδης, που ήξερε για την Κατοχή ό, τι μαθαίνουν οι μαθητές στις σχολικές γιορτές, είναι συγκλονιστικές. Είναι μεν επινοημένες από την συγγραφέα, αλλά όπως σημειώνει και η ίδια στο τέλος του βιβλίου, τα ονόματα, οι διευθύνσεις και τα βιογραφικά στοιχεία είναι μυθοπλαστικά, αλλά διατηρείται αυτούσιο το ύφος και τα περιστατικά «έχουν αντληθεί από αυθεντικές καταθέσεις, και δεν έχει επινοηθεί καμιά δράση δωσίλογων μη ιστορικά τεκμηριωμένη».
     Ο αρχικός πρωταγωνιστής, ο κληρονόμος αυτού του παράδοξου κληροδοτήματος, ο Γιώργος Ασλανίδης, μπροστά σ’ αυτό το άγνωστο αλλά ζωντανό παρελθόν συνταράζεται· όπως εξομολογείται, «νιώθει μέρος της εικόνας που δεν είχε δει» (ήμουν κι εγώ μέσα στην αίθουσα του Πρωτοδικείου, δεν φαινόμουν, δεν είχα καν γεννηθεί, αλλά ήμουν εκεί. Γεννήθηκα απ’ αυτήν την εικόνα). Τα συναισθήματα είναι πάμπολλα απέναντι στην Αμαλία, στη γιαγιά, στον Δημοσθένη. Μπορεί τώρα να καταλάβει τα μισόκλειστα μάτια της μητέρας του, της Στεφανίας, που ήταν προφανώς κι αυτή «μέρος της εικόνας», που έφυγε και δεν την ξανάδε ποτέ (από μια στιγμή και μετά το ήξερα ότι δεν ζούσε. Δεν μου το είπε κανείς, αλλά το ένιωθα/με έπνιγε η τσαντίλα που πέθανε προτού προλάβω να μην την αγαπήσω όσο θα ήθελα, όσο της άξιζε να μην την αγαπήσω κι ακόμα πιο πολύ).
     Οι τελευταίες σελίδες της αφήγησης του Γιώργου Ασλανίδη είναι αποκαλυπτικές μιας συνείδησης που διευρύνθηκε για να χωρέσει τόσο έντονα συναισθήματα με τα οποία εντέλει ταυτίζεται. Ο Σαρίκας, η Αμαλία, ο παππούς ο δικός του και του Δημοσθένη. Η γιαγιά, η μητέρα η δική του, του Δημοσθένη, οι δυο πατεράδες. Τόσες αλήθειες διασταυρωμένες που παλεύουν για να βρει ο ίδιος την ταυτότητά του, τόσες αλήθειες αντιφατικές που του χαρίζουν μια πικρή επίγνωση:
      Τώρα ξέρω ποια είναι η κληρονομιά μου.
      δεν είναι το σπίτι του,
      δεν είναι τα λίγα χρήματα στον τραπεζικό λογαριασμό,
      δεν είναι καν ο φόνος του παππού μου.
      Είναι ο πόνος της.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] Ένα εκτενές επίμετρο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη (που έγραψε το βιβλίο « Οι δωσίλογοι», ανάμεσα σε άλλα) μας δίνει πληροφορίες γι’ αυτήν την επώδυνη περίοδο της Ιστορίας μας
[2] Στην αριστοτελική θεωρία της τραγωδίας, η δέση αποτελεί το πρώτο δομικό μέρος της πλοκής, το οποίο περιλαμβάνει τα γεγονότα από την έναρξη του έργου έως το οριακό σημείο (την κορύφωση) από το οποίο ξεκινά η μετάβαση προς τη λύση.

Τρίτη, Μαρτίου 10, 2026

Άνθρωποι στον ήλιο, Γασσάν Καναφάνι

Όλοι μιλούσαν για δρόμους. Όλοι έλεγαν: «θα βρεθείς στον δρόμο»
Και το μόνο που ήξεραν για τον δρόμο ήταν η μαυρίλα του και τα πεζοδρόμιά του
     Δύο συγκλονιστικές νουβέλες περιλαμβάνει το βιβλίο του αγαπημένου Παλαιστίνιου συγγραφέα και δημοσιογράφου (βλ και Διηγήματα από τη γη των πικραμένων πορτοκαλιών), που δολοφονήθηκε από τη Μοσάντ[1] το 1972, στα 36 του χρόνια[2].
     Η συμμετοχή του Καναφάνι στον παλαιστινιακό αγώνα ήταν καθοριστική, αλλά δεν θα μπορούσαμε για κανένα λόγο να ισχυριστούμε ότι η τέχνη του είναι «στρατευμένη». Η λογοτεχνική του εκφραστική δύναμη οπωσδήποτε συνυφαίνεται όχι μόνο με τις αγωνίες και τα πάθη του λαού του, τα οποία ως πρόσφυγας στον Λίβανο αρχικά και στη συνέχεια στο Κουβέιτ, παρακολουθεί στενά, αλλά και με όλη την πολιτικοκοινωνική κατάσταση στην περιοχή, όπως διαμορφώθηκε μετά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ και τη Νάκμπα (1948). Όπως γράφει κι ο μεταφραστής του, ο Νασίμ Αλάτρας, στην εισαγωγή, «ο Καναφάνι δεν επεδίωξε μέσα από το σύνολο του συγγραφικού του έργου να λειτουργήσει ως ιστοριογράφος των ατέρμονων πόθων και παθών του παλαιστινιακού λαού. Είναι όμως αρκετά δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο για κάποιον προσεκτικό παρατηρητή του έργου του να επιχειρήσει τον διαχωρισμό του λογοτεχνικού χαρακτήρα από την πολιτισμική και πολιτική πραγματικότητα που εμπεριέχεται στις συγγραφικές του καταθέσεις».
     Η αυθεντικότητα της αφήγησης, που ολοφάνερα είναι αβίαστη κι ανεπιτήδευτη γιατί αποκαλύπτει βιώματα και συναισθήματα ενός ολόκληρου κόσμου σε βάθος χρόνου, κερδίζει τον αναγνώστη γιατί εκφράζει, ή μάλλον ενσαρκώνει, τη μεγάλη αντίθεση στις κοινωνίες τις σημερινές, του 21ου αιώνα (και πόσο πρώιμα! Το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε το 1962!): από τη μια ο εκμηδενισμός της ανθρώπινης ζωής, ο «homo sacer»[3], οι «άστεγες, γυμνές ζωές» των περιπλανώμενων, των εκτοπισμένων στους καταυλισμούς όπου ο θάνατός τους δεν είναι καν είδηση, κι απ’ την άλλη οι ισχυροί, οι «πολιτισμένοι», που έχουν τη στρατιωτική και πολιτική ισχύ να καθορίζουν τις μοίρες των ανθρώπων σαν να πρόκειται για παιχνίδια.
     Και οι δύο ιστορίες που ξεδιπλώνονται στις δύο νουβέλες είναι σχεδόν απίστευτες, όμως θυμόμαστε γρήγορα ότι τίποτα δεν είναι απίστευτο πια σε εμπόλεμες περιοχές (κι ο πόλεμος στην Παλαιστίνη δεν σταμάτησε ούτε μετά το 1949). Είναι ενταγμένες μέσα στην καθημερινότητα, σε μια καθημερινότητα έκτακτης ανάγκης επιβίωσης ωστόσο, όπου η κανονικότητα ταυτίζεται με το απρόοπτο και τον κίνδυνο. Υπάρχει και στις δύο ένας άξονας ενδιαφέρουσας πλοκής, όπου ταυτόχρονα παρεισφρέουν αναμνήσεις των ηρώων από το παρελθόν, ή εμβόλιμες ιστορίες δευτερευόντων προσώπων, πάντα συγκλονιστικές, πάντα μοναδικές αλλά και αναμενόμενες πια, σ’ αυτές τις έκρυθμες συνθήκες…
     Επίσης, στις ιστορίες του Καναφάνι, όπως είδαμε και στο «Διηγήματα από τη γη των πικραμένων πορτοκαλιών», η φύση βρίσκεται πάντα στο σκηνικό, κι όχι μόνο είναι ενσωματωμένη στην ψυχολογία των ανθρώπων που είναι δεμένοι με τον τόπο τους, αλλά σχεδόν πρωταγωνιστεί.
     Άνθρωποι στον ήλιο
Άρχισε να τραβάει τα μαλλιά του
προσπαθώντας να διώξει τη σκέψη.
Όμως αυτή έμεινε εκεί, πελώρια και βροντερή, ακλόνητη κι επίμονη.
     Η καθημερινότητα εδώ αφορά την απελπισμένη προσπάθεια των Παλαιστινίων να μεταναστεύσουν, να φύγουν διωγμένοι και με απίστευτες δυσκολίες απ’ τα σπίτια τους, ψάχνοντας τρόπους να επιβιώσουν με αξιοπρέπεια. Είναι κοινός τόπος ότι νιώθουν ξένοι στην ίδια τους την πατρίδα, αποκομμένοι από τις πηγές της, από τις δουλειές της, από τη γη της. Έτσι, μεγάλα κύματα μεταναστών άρχισαν να καταφεύγουν από κείνα ακόμα τα χρόνια σε καταυλισμούς στις γειτονικές αραβικές χώρες (Λίβανο, Κουβέιτ), μέσα στους οποίους περιλαμβάνεται κι η οικογένεια του Καναφάνι.
     Τρεις είναι οι κεντρικοί ήρωες, που τους βλέπουμε αρχικά σε ξεχωριστά κεφάλαια, τον καθένα με τη δική του ιστορία και το δικό του ριζικό, να παζαρεύουν με τον διακινητή το ποσόν που θα τους επιτρέψει να αποδράσουν κρυφά στο Κουβέιτ. Είναι ο πιο ηλικιωμένος Αμπού Κάις «με την κουρασμένη καρδιά», που, επηρεασμένος από τον φίλο του Σάαντ, αποφασίζει να αφήσει γυναίκα και παιδιά και να πάρει τον δρόμο της προσφυγιάς (έχουν περάσει δέκα χρόνια και ζεις σαν ζητιάνος/χρειάστηκες δέκα ατελείωτα, πεινασμένα χρόνια για να το χωνέψεις, πως έχεις χάσει τα δέντρα σου, το σπίτι σου, τη νιότη σου και ολόκληρο το χωριό σου)· είναι ο Ασσάντ, που δανείστηκε πενήντα δηνάρια από τον θείο - του τα δίνει με αντάλλαγμα να τον παντρέψει με την κόρη του (!)-, και επιμένει στον «χοντρό άντρα, τον ιδιοκτήτη του γραφείου που αναλάμβανε τη λαθραία μεταφορά του κόσμου από τη Μπάσρα στο Κουβέιτ» να πληρώσει τα 15 οφειλόμενα δηνάρια αφού φτάσουν στο Κουβέιτ (είχε ήδη εξαπατηθεί οικτρά σε άλλη προσπάθεια απόδρασης μέσω Ιορδανίας)· τέλος, ο νεαρότερος απ’ όλους, ο Μαρουάν που έχει όνειρο να γίνει γιατρός, που θέλει να βρει στο Κουβέιτ τον αδερφό του Ζακαρία, που πήγε να το παίξει μάγκας στον λαθρέμπορο, κι ενώ το χαστούκι έκαιγε ακόμα το αριστερό του μάγουλο, άρχισε να καταπίνει τον εξευτελισμό του. Κι ίσως είναι ο πιο ενδιαφέρων, γιατί παρόλη την απελπισία (εκείνος έχει μόνο πέντε δηνάρια), η ορμή της νιότης του του χαρίζει μιαν «απόμακρη αίσθηση πως η ζωή ήταν υπέροχη και αιώνια». Άλλωστε, το ίδιο πρωί ο ίδιος ο Μαρουάν έγραψε με εξαιρετική διάθεση στη μάνα του ένα λυτρωτικό γράμμα, όπου αποκαλούσε τον πατέρα του «διεστραμμένο σκύλο» γιατί την εγκατέλειψε με τέσσερα παιδιά και παντρεύτηκε τη Σαφίκα με το κομμένο πόδι (άλλη τραγική περίπτωση), αλλά… όπως και να’ χει, η αλήθεια είναι πως δεν μισούσε τόσο πολύ τον πατέρα του.
     Μέσα στις πρώτες 25 σελίδες λοιπόν, ο συγγραφέας σκιαγραφεί χαρακτήρες που αντικατοπτρίζουν τις αντιφάσεις μιας κοινωνίας που ζει στην κόψη του ξυραφιού. Στο κάδρο προστίθεται κι ο τελευταίος ήρωας, ο Αμπού Ελ Χαίζαραν, λαθρέμπορος στην υπηρεσία του περίφημου Αλ Χατζ Ρίντ, που αναλαμβάνει υποτίθεται «κυνηγετικές εξορμήσεις», και που δέχεται να τους φυγαδεύσει πιο φτηνά και χωρίς αναμονές, μ’ έναν τρόπο όμως πολύ τολμηρό. Η προσωπική ιστορία του Αμπού Ελ Χαίζαραν είναι ένα ακόμα μυθιστόρημα σε περίληψη: είχε υπηρετήσει στον βρετανικό στρατό, ενώθηκε με τους Μαχητές της Ελευθερίας και αναδείχθηκε πολύ επιδέξιος οδηγός στο να οδηγεί φορτηγά και τεθωρακισμένα σε δύσκολες διαδρομές. Πάνω απ’ όλα, όμως, κρύβει στο παρελθόν ένα απίστευτο τραύμα (δέκα χρόνια από τότε που του στέρησαν τον αντρισμό του και ζούσε αυτήν την ταπείνωση μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα).
     Σκαρφαλωμένοι στο φορτηγό και με τον ήλιο να καίει αλύπητα, οι τρεις ήρωες συναινούν στο πολύ ριψοκίνδυνο σχέδιο (που δεν θα αποκαλύψω εδώ) και αρχίζει μια περιπέτεια μέσα στην έρημο προκειμένου να διασχίσουν κρυφά τα σύνορα πρώτα με Ιορδανία και μετά με Κουβέιτ. Οι συνθήκες μέσα στην έρημο είναι πραγματικά πολύ δύσκολες κι ο Αμπού Αλ Χαίζαραν, αν και διακινητής (συνήθως εκμεταλλεύονται ανελέητα), αποδεικνύεται άνθρωπος με φιλότιμο κι ενσυναίσθηση, καθώς αγωνιά κι αυτός για τους «συντρόφους» του:
    (...) ξεκούμπωσε το πουκάμισό του και τα δάχτυλά του πασπάτεψαν το δασύτριχο στήθος του που ήταν μούσκεμα/ένιωθε τους μυς στα πόδια του να φουσκώνουν, έτοιμοι να εκραγούν. Ω παντοδύναμε Θεέ, εσύ που ποτέ δεν ήσουν μαζί μου, που ποτέ μαζί σου δεν ήμουνα, που ποτέ σε σένα δεν πίστεψα, μήπως μπορείς να υπάρξεις για μια φορά; Μόνο γι’ αυτή τη φορά;
     Ο τυφλός και ο κουφός
Το θαύμα δεν είναι τίποτε άλλο
 παρά το ξένο έμβρυο που μεγαλώνει στη μήτρα της απελπισίας
     Ακόμα πιο ιδιαίτερο και συγκλονιστικό είναι το περιεχόμενο της δεύτερης αυτής νουβέλας του βιβλίου, όπου οι πρωταγωνιστές και πρωτοπρόσωποι αφηγητές είναι εναλλάξ ο τυφλός Άμερ, που δουλεύει σε φούρνο με τον νεαρό Χάμνταν, και ο… κουφός Αμπού Κάις, που μοιράζει ανθρωπιστική βοήθεια στον Οργανισμό οήθειας, στις απέραντες ουρές των προσφύγων (σκόπιμα με είχαν βάλει στη θέση αυτή, αφού δεν θα ήταν δυνατόν σε κανέναν άλλον να αντέξει τον καταιγισμό της παράλυτης οργής για είκοσι ολόκληρα χρόνια/έβλεπα τα χείλη τους να κινούνται, η φωνή τους όμως χανόταν πίσω απ’ το αδιαπέραστο τείχος που φράζει τα’ αυτιά μου/όπως ο άνθρωπος συνηθίζει τον θάνατο, έτσι κι ο κουφός συνηθίζει την κώφωση).
     Τους δύο ήρωες τους φέρνει κοντά η φήμη ότι ο ευσεβής Αμπντ-Ελ-Άττι (ένα από τα επίθετα του θεού στο Ισλάμ), που ήταν θαμμένος κοντά στην πόλη, άρχισε να θαυματουργεί (!). Ο τυφλός Άμερ, με μνήμες απελπισμένες της μάνας του που τον κουβαλούσε σ’ όλους τους τάφους των ευσεβών (εκεί έσταζαν στα μάτια μου τόσο λάδι και τόση προσευχή που θα έλιωναν μ’ αυτά τα βουνά σιωπή και πείσματος/ τίποτε όμως δεν έγινε) συναντά τον Αμπού Κάις στην ελπίδα ενός «θαύματος». Είναι αξιοπρόσεκτο πώς αποδίδει ο συγγραφέας τον τρόπο συνεννόησης ενός κουφού μ’ έναν τυφλό (και πού ν’ αντάμωναν ένας κουφός κι ένας τυφλός, αν όχι εδώ;/εσύ δεν τον βλέπεις κι εγώ δεν τον ακούω). Και είναι υψηλής ποιητικής υφής οι μονόλογοι των δύο που απευθύνουν στην θεότητα που τους εξαπάτησε (τους παραθέτει περίπου στη μέση της νουβέλας ο συγγραφέας), και όπου ξεδιπλώνουν τη μοίρα τους, τον κόσμο τους, την οπτική τους.
     Η διάψευση έρχεται μ’ έναν κωμικοτραγικό τρόπο, κι εδώ να πω κάνοντας μια παρένθεση, ότι συχνά σ’ αυτές τις οριακές καταστάσεις το κωμικό συμπλέκεται με το τραγικό, πολλές φορές γίνεται τραγελαφικό (και είναι μάλλον χαρακτηριστικό του συγγραφέα όπως κι άλλων καλλιτεχνών της Εγγύς και Μέσης Ανατολής)… Έτσι, η εικόνα του τυφλού ανεβασμένου στις πλάτες του κουφού, να προσπαθεί να ψηλαφήσει τον θεό σ’ ένα δέντρο και να αποκαλύπτει εντέλει ένα… μανιτάρι (μανιτάρι είναι, το κεφάλι του Αμπντ- Ελ Άττι είναι ένα μανιτάρι που φύτρωσε εκεί κατά σύμπτωση, αναφωνεί ο τυφλός Άμερ), δεν μπορεί να μη μας χαρίσει ένα χαμόγελο, κι ας είναι απίστευτα τραγική. Άλλωστε κι οι δυο -φίλοι πλέον, ανακαλύπτουν μάλιστα ότι και οι δύο κατάγονται από την Τύρα-, γέλασαν κι αυτοί με τη σειρά τους (και γέλασε, και δεν με άκουσε να γελώ, αφηγείται ο τυφλός, ενώ προχωρούσαμε μες στην καρδιά της σκοτεινιάς και της σιωπής). Και φυσικά, κλονίστηκε και η λίγη πίστη που είχαν (ήξερα πως κάτι μέσα μου, σαν το δοκάρι που στηρίζει τη γέφυρα, είχε γκρεμιστεί), προς μεγάλη απογοήτευση του ευσεβούς νεαρού Χαμντάν, που τους αποκαλεί άπιστους και τους ξορκίζει να μην καταστρέψουν τον τάφο του Αμντ Ελ Άττι. Όμως, δεν υπάρχει τέτοια πρόθεση. Τα πράγματα γίνονται περίπλοκα όταν πεθαίνουν οι ευσεβείς, γκρεμίζονται οι γέφυρες της αυταπάτης, σαπίζουν οι υποσχέσεις… συνειδητοποιεί ο Άμερ, ωστόσο το να καταστρέψεις τον τάφο του ή να κόψεις το δέντρο του, δεν αλλάζει κάτι, «δεν είναι τίποτα παρά μια γιορτή, μόνο μια γιορτή, κι αυτό δεν έχει αξία».
     Με τον γνώριμο τρόπο να εγκιβωτίζει ιστορίες (καθόλου περίεργο γιατί όποια πέτρα και να σηκώσεις στις χώρες αυτές υπάρχει από κάτω μια απίστευτη τραγωδία), μαθαίνουμε την ιστορία του γέροντα Χασανέν, του ιμάμη του ιερού τεμένους στην Τύρα της Χάιφα, που εντάχτηκε στους «Αγωνιστές»[4] και ο θάνατός του άφησε ένα τρομακτικό κενό· την ιστορία της Ζήνα, κόρης του Άμερ, που την εκμεταλλεύτηκε το αφεντικό του Αμπού Κάις (στον Οργανισμό Βοήθειας), ο Μούσταφα, κλέβοντάς της την τιμή για ένα κομμάτι ψωμί· η ιστορία για την οργή που γίνεται γροθιά του Αμπού Κάις απένντι στον Μούσταφα που έγινε αντάρτης στην… «Ομάδα μπαμ μπουμ»(!)· το πώς σώθηκε ο Αμπού Κάις από βομβαρδισμό λόγω κουφαμάρας· την ιστορία του Χαμντάν και την ιστορία του αντάρτη πατέρα του που γύρισε ξαφνικά σπίτι μετά από χρόνια φυλακής, ενώ η μάνα του είχε ξαναπαντρευτεί έναν «σκληρόκαρδο άντρα». Κι είναι ένα νέο πρόσωπο που φέρνει την αλλαγή, ο πατέρας του Χαμντάν, γιατί «έμαθε την πολιτική στην φυλακή», που είναι το αντίθετο της «ομάδας μπαμ μπουμ», γιατί θεωρεί ότι «οι ευσεβείς είναι σαν τα φίδια».
      Δεν υπάρχει κανένα άλλο αξιοσημείωτο εξωτερικό περιστατικό στην ιστορία των δύο ηρώων, ωστόσο κάτι έχει μετουσιωθεί μέσα στις ψυχές τους, μια εσωτερική αλλαγή τούς έχει μεταμορφώσει, έχει μετατοπίσει την πίστη τους από τις θεότητες στον ίδιον τον άνθρωπο, και βλέπουν τον κόσμο διαφορετικά: πέρα από κάθε λογική, ήμουν σίγουρος ότι οι μάζες των ξεσηκωμένων έξω από την πύλη θα την έσπαγαν κι ότι το τείχος της σιωπής που με χώριζε απ’ τον κόσμο θα έσπαγε κι αυτό την ίδια στιγμή/τώρα είμαστε χωρίς ασπίδα κι όμως πορευόμαστε στα αγκάθια του χρόνου, μες στη φωτιά και στα μαχαίρια του, γυμνόστηθοι κι ευάλωτοι, με τις σάρκες μας τρέφουμε την τρομαχτική εκείνη σύγκρουση με το άγνωστο.
      Μιλάει ο τυφλός Άμερ: 
      Και ήρθε πάλι η σιωπή εκείνη, η φωνή της αναμονής που την ακούω τώρα δυνατότερη από ποτέ, η φωνή της περίεργης εκείνης γέννας, που οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να καρποφορήσει. Αυτός ο κόσμος γυρίζει με εξωφρενική ταχύτητα, όλα μπερδεύονται με φοβερή αταξία και στη στιγμή δημιουργούν αρμονικές αλήθειες. Αυτή η γλώσσα που την καταλαβαίνει ο Αμπού Κάις, η γλώσσα των προσφύγων, η γλώσσα της δυστυχίας που την βλέπει αλλά δεν την ακούει, η γλώσσα της δυστυχίας που δεν την βλέπω αλλά την ακούω και μερικές φορές την αισθάνομαι, κάποτε στο ψωμί και κάποτε στα μουσκεμένα από ιδρώτα και δάκρυα χέρια μου. Η γλώσσα που ο Αμντ Ελ Άττι (η θεότητα) δεν μπορεί ούτε να ακούσει ούτε και να δει.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] Η Μοσάντ επισήμως Ινστιτούτο Πληροφοριών και Ειδικών Αποστολών είναι η κύρια οργάνωση συγκέντρωσης και ανάλυσης πληροφοριών του Ισραήλ, και ιδρύθηκε το 1949. Επίσης, έχει παραστρατιωτικές (συμπεριλαμβανομένων και πολιτικών δολοφονιών) και αντιτρομοκρατικές αρμοδιότητες
[2] Ο Παλαιστίνιος συγγραφέας, δημοσιογράφος, ιστορικός και ζωγράφος, «μάρτυρας της Τέχνης και των Γραμμάτων» Γασσάν Καναφάνι (1936-1972) αναγκάστηκε ως παιδί να φύγει το 1948 με την οικογένειά του από την ιδιαίτερη πατρίδα του, τις ιστορικές πόλεις Γιάφα και Άκκα (όπου έμενε η οικογένεια εναλλάξ), γεγονός που μας υπενθυμίζει ότι η δίωξη των Παλαιστινίων και το καθεστώς απαρτχάιντ ίσχυαν από την ίδρυση ακόμα του κράτους του Ισραήλ το 1948, οπότε έχουμε τον τρομακτικό ξεριζωμό (μισού περίπου παλαιστινιακού πληθυσμού) που ονομάστηκε Νάκμπα. Τότε αναγκάστηκαν πολλές οικογένειες, ανάμεσα στις οποίες και η οικογένεια του Καναφάνι, να εκπατριστούν και να καταφύγουν ως πρόσφυγες σε στρατόπεδα γειτονικών χωρών. Ο Γασσάν έζησε κι ενηλικιώθηκε ως πρόσφυγας αρχικά στον Λίβανο, στη Δαμασκό και στη συνέχεια για λίγα χρόνια στο Κουβέιτ, ενώ επέστρεψε στον Λίβανο απ’ όπου, ενταγμένος στο Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, αφοσιώνεται στον αντισιωνιστικό αγώνα. Πάντα αισθανόταν μειονεκτικά απέναντι στους αντάρτες «που αντιμετώπιζαν τον Σιωνιστή κάθε μέρα και ώρα», ωστόσο η πολιτική του δράση είναι αδιάλειπτη και μοναδικής σημασίας (από την ανάρτηση https://anagnosi.blogspot.com/2025/11/ghassan-kanafani.html).
[3] Ο Ιταλός φιλόσοφος Τζόρτζιο Αγκάμπεν διερευνά αυτή την έννοια στο βιβλίο του Homo Sacer: Κυρίαρχη Δύναμη και Γυμνή Ζωή [ 4 ] . Για τον Αγκάμπεν, ο «homo sacer» είναι ένα άτομο που θεωρείται, από νομικής άποψης, ως εξόριστος. Σύμφωνα με αυτόν, υπάρχει ένα παράδοξο: πράγματι, μέσω του νόμου η κοινωνία καθιστά το άτομο «homo sacer» (άγιο), ωστόσο η διαδικασία του αποκλεισμού του παρέχει έμμεσα αναγνώριση, μια νομική ταυτότητα.
Ο Αγκάμπεν εξετάζει αυτή τη ζωή από δύο οπτικές γωνίες: τη βιολογική ζωή (την ελληνική ζωή ) και την πολιτική της διάσταση (τον ελληνικό βίο ). Ο ίδιος ο Αγκάμπεν συνδέει τη ζωή με την περιγραφή της Χάνα Άρεντ για την «γυμνή ζωή» του πρόσφυγα στο έργο του «Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού » (1951). Σύμφωνα με αυτόν, η πραγματικότητα του «homo sacer» είναι μια πλήρης ρήξη μεταξύ της πολιτικής και της βιολογικής ζωής του ατόμου. Μέσω της «γυμνής ζωής» του, ο «homo sacer» βρίσκεται υπό την κυριαρχία της κατάστασης εξαίρεσης και, παρόλο που η βιολογική του ζωή συνεχίζεται, δεν έχει πλέον καμία πολιτική ύπαρξη (https://fr.wikipedia.org/wiki/Homo_sacer) .
[4] Παλαιστίνιοι αγωνιστές πριν το 1948 ενάντια στους Άγγλους κατακτητές και τους σιωνιστές Εβραίους

Δευτέρα, Μαρτίου 02, 2026

Η Δεσποινίδα, Ίβο Άντριτς

     Μια «ανύπαντρη μεγαλοκοπέλα», ιδιότροπη και τσιγκούνα, η Ράικα Ραντάκοβιτς, Σαραϊλιά (δηλαδή από το Σαράγεβο) βρέθηκε σε προχωρημένη ηλικία νεκρή το 1935 στο σπίτι όπου κατοικούσε μόνη της, τα τελευταία χρόνια της ζωής της, στο Βελιγράδι. Έτσι ξεκινά το βιβλίο απ’ την πρώτη σελίδα. Η Ράικα είναι η κεντρική και βασική ηρωίδα του μυθιστορήματος, κι όλη η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από την άχρωμη κι εμμονική ζωή της. Πρόκειται για μια μονόχνωτη γυναίκα, με «αντρικό πείσμα», που με τα σημερινά δεδομένα θα αποκαλούσαμε «διαταραγμένη προσωπικότητα».
     Η παθολογική ιδεοληψία της Ράικα αφορά το χρήμα, τη συσσώρευση του πλούτου, κι ως εκ τούτου την οικονομία σε όλα τα απίθανα επίπεδα, και, όπως συμβαίνει μ’ αυτές τις αρρωστημένες περιπτώσεις, όλα τα συναισθήματα προς τον συνάνθρωπο εκμηδενίζονται, ενώ αντίθετα όλες οι έγνοιες αφορούν τον πόθο αυτόν, της συγκέντρωσης όλο και περισσότερου κέρδους. Στιγμές ευτυχίας υπάρχουν μόνο όταν αγγίζεται ο απώτερος στόχος, που είναι να αυξήσει το κομπόδεμα και να φτάσει το εκατομμύριο (όλη η υπόθεση είναι να πιάσεις το πρώτο εκατομμύριο. Μετά, όλα είναι εύκολα). Ένα θέμα κοινότοπο, που έχει απασχολήσει πολλές φορές τη λογοτεχνία, και θα πίστευε κανείς ότι έχει εξαντληθεί. Τι ενδιαφέρον να έχει για τον αναγνώστη η μηδενική εξέλιξη μιας τέτοιας παρεκκλίνουσας προσωπικότητας, που, όπως βλέπουμε κι απ’ τον θάνατό της, ουδόλως μετακινήθηκε μέχρι το τέλος της ζωής της; Πράγματι, όπως γράφει κι ο ίδιος συγγραφέας, «ούτε η πρόσφατη ζωή της, ούτε κι ο θάνατος της είχαν κάτι που θα μπορούσε να τραβήξει το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού». Και θα συμπλήρωνα εγώ, όχι μόνο η πρόσφατη αλλά ούτε και η νεανική της ζωή. Ήταν μια αντιπαθητική και βαρετή, τυπική και προβλέψιμη φιγούρα.
     Όμως ο συγγραφέας είναι ο νομπελίστας Βόσνιος Ίβο Άντριτς, γνωστός και αγαπημένος από το «Γεφύρι του Δρίνου», και η μαστοριά στην τέχνη της γραφής -της περιγραφής και της διείσδυσης στο ψυχοκοινωνικό επίπεδο-, απαράμιλλη. Ο συγγραφέας αρχικά μας «συστήνει» κατά κάποιον τρόπο την ηρωίδα, με τα χούγια της, τους συγγενείς της, τις καταβολές της. Η κλασική εικόνα του μεγαλύτερου μέρους της ζωής της: να κάθεται στο παραθύρι όλη μέρα, να κεντά και να μπαλώνει στο σκοτάδι και στο κρύο για να κάνει οικονομία (όλα σ’ αυτό το δωμάτιο, από τους τοίχους μέχρι και τα έπιπλα, έχουν τη σφραγίδα της εγκατάλειψης και της αδιαφορίας, λες κι εκεί μέσα ζει κάποιος τυφλός ή ένας αναχωρητής που είναι εντελώς αδιάφορος για τα πράγματα αυτού του κόσμου). Σταδιακά προσανατολιζόμαστε στον χώρο και στον χρόνο μέσα από μια ατμόσφαιρα υποβλητική, σχεδόν κινηματογραφική, και η ανάγνωση, που εστιάζει όχι τόσο στην υπόθεση όσο στην διεισδυτική περιγραφή, γίνεται απόλαυση.
     Η Ράικα είναι όχι μόνο σφιχτοχέρα, αδιάφορη για τους ανθρώπους γύρω της και για τα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα, αλλά δεν αναγνωρίζει καμιά απολύτως άλλη αξία εκτός από την εξοικονόμηση και η πρόσοδος, δεν την ενδιαφέρει καθόλου μα καθόλου η γνώμη των άλλων, ούτε φυσικά η εμφάνισή της (όσο για την ομορφιά, καρφί δεν της καίγεται γι’ αυτήν. Η ομορφιά είναι ακριβή, πανάκριβη, τιποτένια και ψεύτικη). Έχει απωθήσει τελείως τα ξέγνοιαστα παιδικά της χρόνια «αυτό το χρονικό διάστημα όπου ο άνθρωπος δεν ξέρει ούτε τι είναι χρήμα, ούτε και πόσος μόχθος απαιτείται για να το αποκτήσεις». Η ζωή της «ξεκινάει από τα δεκαπέντε της, από κάποιο σκοτεινό σημείο, από μια πολύ πικρή στιγμή». Είναι προφανώς τότε που ο πατέρας της, άντρας οικονομικά ισχυρός, χοντρέμπορος γουναράς, φαλίρισε, αρρώστησε και σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα πέθανε. Τα τελευταία του λόγια που χάρισε σαν ευχή στην μοναδική του κόρη, λόγια απελπισμένα ενός ανθρώπου που πίστεψε στην ευγένεια, τη μεγαθυμία και την ευσπλαχνία και προδόθηκε, χαράχτηκαν μέσα της: η οικονομία πρέπει να γίνεται με τρόπο ανελέητο, όσο ανελέητη είναι και η ίδια η ζωή/πρόσεχε το βιός σου όσο καλύτερα μπορείς ώστε να μην εξαρτάται ποτέ από την καλή προαίρεση των άλλων. Έτσι λοιπόν φαίνεται ότι ο Άντριτς αγγίζει και μια ψυχολογική ερμηνεία της διαμόρφωσης του μονοκόμματου και άτεγκτου χαρακτήρα της Ράικα: η αδυναμία στον αδικοχαμένο πρόωρα πατέρα την ωθεί να «καταφέρει με τη δουλειά της να εκδικηθεί και ν’ αποκαταστήσει τον πατέρα της».
     Στις πρώτες πενήντα σελίδες αναρωτιέται κανείς, εφόσον γνωρίζει και το τέλος της ηρωίδας, πώς θα γεμίσουν άλλες διακόσιες σελίδες από μια τέτοια επίπεδη προσωπικότητα. Κι όμως, αρχικά βλέπουμε την σταδιακή αποξένωση της Ράικα από το κοινωνικό περιβάλλον, από τα σόγια και τους γείτονες, όπου ξεχωρίζει μόνον ο «θείος Βλάντο», νέος, όμορφος αλλά παιχνιδιάρης και άσωτος, που πέθανε από φυματίωση στα 23 του χρόνια (ήταν σαν χάρισμα της μοίρας γιατί είναι δύσκολο και να φανταστεί κανείς πώς θα’ μοιαζε η ζωή του χωρίς τη δυνατότητα να χαρίζει και να ξοδεύει). Είναι μια ανάμνηση τρυφερή για τη Ράικα, αλλά τρομακτική ταυτόχρονα: πώς είναι δυνατόν να συνυπάρχουν στον ίδιον άνθρωπο δεμένες σφιχτά κι αχώριστα οι πιο αντιφατικές ιδιότητες του σώματος και του πνεύματος.
     Μετά τον θάνατο του πατέρα της, η Ράικα, μένει μόνο με τη μητέρα, διώχνει υπηρέτες και μαγείρισσα και διατηρεί ουσιαστικές σχέσεις (λόγω ανάγκης φυσικά) μόνο με τον λογιστή Βέσο, βοηθό του πατέρα της, με τον οποίο όμως καβγαδίζει συνέχεια, τον νονό της και κηδεμόνα της κυρ Μιχάιλο, και τον τραπεζίτη της τράπεζας Ουνιόν κ. Πάγερ. Συνεχίζει για πολύ μικρό διάστημα εξ αδρανείας να συναντιέται σε σπίτια με συνομήλικους (άκουγε εκείνο το ανέμελο γέλιο, το μεταδοτικό, που είναι το πολύτιμο αλάτι της νιότης και που η αξία του μόνο με την αξία της υγείας μπορεί να συγκριθεί), αλλά γρήγορα απαρνιέται κάθε παρέα, κάθε έξοδο. Απαρνιέται και τα λιγοστά προξενιά που περιέργως δέχτηκε στο σπίτι της, και το μόνο που την ενδιαφέρει πια είναι τα λογιστικά βιβλία, η εμπορική αλληλογραφία, τα γραμμάτια, τα δάνεια, το κέρδος.
     Το Σαράγεβο ήταν πάντα πόλη του χρήματος
     Βρισκόμαστε τώρα στα 1906, η Ράικα πρέπει να είναι περίπου τριάντα χρονών, κι έχει αρχίσει να νιώθει τη γλύκα του «παρά που κλωσάει» (αυτό το ψυχρό δηλαδή μεθύσι που ζεσταίνει κρυφά κι ευφραίνει τους τσιφούτηδες πιο πολύ κι απ’ τον ήλιο και πιο όμορφα κι από την άνοιξη), να δανείζει δηλαδή χρήματα (με πολύ αυστηρή επιλογή φυσικά –η εντολή του πατέρα ήταν να είναι ανελέητη) και να υπερτοκίζει το δάνειο. Άλλωστε το Σαράγεβο, μια πόλη όπου διασταυρώνονται «πολιτισμοί, αντιλήψεις και τρόποι ζωής», όπου ανταμώνουν άνθρωποι από διάφορες εθνικότητες, φτωχοί με -μάταιες;- ελπίδες αλλά «μεγάλη δίψα για παρά», όπου βλέπει κανείς το κράμα των ράθυμων συνηθειών της Ανατολής με τον πολιτισμό της Μεσευρώπης (βασικά της γειτονικής Αυστροουγγαρίας), ήταν, όπως λέει ο συγγραφέας «πάντα πόλη του χρήματος». Γέννημα θρέμμα αυτής της κοινωνίας είναι άνθρωποι σαν τον δαιμόνιο Εβραίο σαράφη Ράφο Κόνφορτι (απολαυστική η σκιαγράφησή του από τον συγγραφέα), έναν απίστευτο καταφερτζή, καπάτσο, φωνακλά τοκογλύφο, που οσμίζεται τις ευκαιρίες και πείθει τα θύματά του στο λεπτό. Είναι ο άνθρωπος που χρειαζόταν η Ράικα, που αναλαμβάνει τις εξωτερικές δουλειές της και την προτρέπει εν αναμονή του πολέμου να αγοράσει χρυσό, δηλαδή δουκάτα. Η γνωριμία/συνεργασία μαζί του τη βυθίζει πιο βαθιά στην παθολογική της εμμονή.
     Ένας άξονας ενδιαφέροντος βέβαια είναι η ιστορική συγκυρία στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αι. στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων. Σαράγεβο και Βελιγράδι, Σέρβοι, Βόσνιοι και Αυστριακοί, Βαλκανικοί πόλεμοι, προσάρτηση Βοσνίας κι Ερζεγοβίνης το 1908, ξέσπασμα Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, και μάλιστα με αφορμή τη δολοφονία του πρίγκιπα Φραγκίσκου Φερδινάνδου, στο Σαράγεβο. Αυτά όλα τα κοσμοϊστορικά γεγονότα βέβαια που έφεραν απανωτές κρίσεις -κι όπως λέει ο συγγραφέας οι κρίσεις φέρνουν παραζάλη όπου άλλος χάνει κι άλλος κερδίζει-, δεν αγγίζουν καν την ηρωίδα μας, κι αργεί πολύ να πάρει χαμπάρι ότι μετά την ηρωική αντίσταση των Σέρβων (ένα είδος αλβανικού έπους την πρώτη χρονιά του Μεγάλου Πολέμου) και την εξορία της νόμιμης κυβέρνησης στην Κέρκυρα, η αυστριακή κατοχή έφερε τα πάνω κάτω. Οι παρωπίδες της την καθιστούν όχι μόνο αδιάφορη για τους άλλους, αλλά εγωίστρια και αντιπαθητική στους δικούς της ανθρώπους, που μάταια προσπαθούν να την πείσουν να μην προδώσει τους ίδιους τους Σέρβους, απ’ τον φόβο της ότι θα της πειράξουν το σπίτι και το μαγαζί οι «ξυπόλυτοι κι οι κουρελήδες» (Βόσνιοι;).
     Τα τέσσερα χρόνια του πολέμου η Ράικα τα πέρασε σαν σε όνειρο, αγοράζοντας ό, τι μπορούσε σύμφωνα με τις συμβουλές του Ράφο, να μπαίνει σε μικροδουλειές (αγορές και μεταπωλήσεις), τουτέστιν έγινε μαυραγορίτισσα του χειρίστου είδους, χωρίς να δίνει ιδιαίτερη σημασία στις πολεμικές συγκρούσεις, τους νεκρούς, την πείνα, τις συλλήψεις. Ό, τι έβλεπε δίπλα της ήταν μόνο «αλόγιστη σπατάλη», κι άκουγε με παγερή αδιαφορία τα νέα επιστράτευσης Σέρβων στον αυστριακό στρατό που κουβέντιαζε η μάνα της και οι συγγένισσες (πιο πολύ βέβαια την ενοχλούσαν τα κεράσματα του καφέ και του ρακιού), ούτε βέβαια μπορούσε να καταλάβει πού έγκειται ο ηρωισμός όσων το έσκασαν από το αυστριακό μέτωπο και στρατεύονταν με τη μεριά των Ρώσων!
     Το φθινόπωρο του 1917, στα πλαίσια των επιτάξεων ο αυστριακός υπολοχαγός που επιτάσσει το σπίτι της Ράικα έχει αντιπολεμικό φρόνημα. Είναι αυτός που με τις εξιστορήσεις του βάζει κάπως τη Ράικα στο πνεύμα του πολέμου, ενός πολέμου όμως που, επειδή φτάνει στο τέλος του, θα φέρει στην επιφάνεια απρόβλεπτα οικονομικά προβλήματα. Και όντως, απ’ αυτήν την άποψη, «το 1918 ήταν μια πολύ κακή χρονιά»: ένα χάος από ανάγκες κι ελλείψεις δημιουργεί μεγάλη ανασφάλεια στους δωσίλογους ή μαυραγορίτες, ακόμα και στον Ράφο (ο ίδιος κι όλα τα μεγαλεία του έσβηναν σιγά σιγά, όπως έσβηνε κι αυτός ο πόλεμος), ο οποίος μετά από λίγο καιρό κατέληξε στο φρενοκομείο. Η Ράικα δεν μπορεί καν να καταλάβει για ποιον λόγο οι έμπιστοι άνθρωποί της όπως ο λογιστής Βέσο και ο τραπεζίτης Πάγερ της δείχνουν δυσπιστία, αποδοκιμασία και καχυποψία. Ο φόβος της με το τέλος του πολέμου φουντώνει, και όποιος δεν ξέρει τι φοβάται, φοβάται διπλά.
     Η αναλυτική ψυχογράφηση του φόβου, από τον συγγραφέα, και του τι δημιουργεί αυτό το ολέθριο συναίσθημα στον άνθρωπο είναι αριστουργηματική, με αποκορύφωμα τον απίστευτο εφιάλτη που είδε η Ράικα, ότι το «χρήμα έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης» (έγινε κάτι χειρότερο: χάθηκε το νόημα του χρήματος/το χρήμα χάθηκε απ’ τη γη κι ο κόσμος έμεινε χωρίς σώμα, χωρίς ψυχή, σώμα χωρίς αίμα, δίχως τη δύναμη που το κινεί)! Και φυσικά αυτοί οι φόβοι δικαιώνονται γιατί η Ράικα, όπως κι ο Ράφο, υφίστανται επίθεση ως μαυραγορίτες όχι μόνο από τους συμπολίτες τους, αλλά κι από τον τύπο, εφόσον οι περισσότερες εφημερίδες καταδικάζουν και στιγματίζουν επώνυμα τους προδότες. Τώρα, βλέπει πραγματικά ότι είναι «εκτός μάχης».
     Η Ράικα με τη μητέρα της αναγκάζονται λοιπόν να φύγουν απ’ το Σαράγεβο, και να πάνε σε συγγενείς στο Βελιγράδι. Απολαμβάνουμε την περίοδο προσαρμογής της ηρωίδας μας σ’ ένα περιβάλλον φιλικό, ως φιλοξενούμενοι, αρχικά, σε σπίτι συγγενικό που φυσικά το βρίσκει «σπάταλο» (δεξιώσεις, πάρτι, συγκεντρώσεις νέων, καφέδες (η Δεσποινίδα απέφευγε τις συγκεντρώσεις όσο κι όταν μπορούσε). Φρικάρει μάλιστα όταν σε μια σύναξη νέων ποιητών, ακούει ανατριχιαστικά ποιήματα κατά του πλούτου (με την κάθε μέρα που περνάει, έλεγε η Δεσποινίδα στον εαυτό της, η τρέλα σε τούτο το σπίτι όλο και δυναμώνει)! Όταν πια στέκεται στα πόδια της αγοράζοντας δικό της σπίτι, όπου εγκαθίσταται με την άβουλη και άχρωμη μητέρα, ασχολείται με συναλλαγές στα «Ανταλλακτήρια» (σαράφικα, «γραφεία συναλλαγών» με ομόλογα κλπ) προκειμένου να ασκήσει την παλιά της τέχνη…
     Το άλλο μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή της μονοκόμματης ηρωίδας μας, που χαρίζει πάλι απολαυστικές σκηνές στον αναγνώστη λέγεται Γιοβάνκα, και κατ’ επέκταση Γιοβάνκα και Ράτκο! Απολαμβάνουμε πάλι την εκφραστική δύναμη του συγγραφέα καθώς σκιαγραφεί την Γιοβάνκα («μια κοπέλα που κάνει πάντα τα δικά της» κατά τους συγγενείς της Ράικα), μια αντρογυναίκα sui generis: μια γεροδεμένη κοπέλα αν και μικρόσωμη, με μποέμικο στυλ, λαμπερά μάτια και διαπεραστικό βλέμμα, σκληρή και αμείλικτη απέναντι στην αδικία, που θεωρούσε ύψιστο καθήκον της να βοηθήσει με όλες της τις δυνάμεις όποιον αδύναμο έκρινε ότι είχε ανάγκη (της δινόταν η ευκαιρία να ζει μέσα από δεκάδες ξένες ζωές), αλλά όταν στράβωνε γινόταν ανελέητη.
     Η θυελλώδης αυτή προσωπικότητα όχι μόνο «ψάρεψε» τη Ράικα, αλλά της γνώρισε και τον αμφιλεγόμενο Ράτκο Ράτκοβιτς, έναν όμορφο και ήπιων τόνων νεαρό, που άγγιξε κάποιες ευαίσθητες χορδές της ηρωίδας μας γιατί έμοιαζε απίστευτα στον αγαπημένο κι αδικοχαμένο της θείο, τον Βλάντο (αυτό πια δεν ήταν απλή ομοιότητα, ήταν κάτι άλλο). Ήρωας πολέμου, Ερζεγοβίνος, ο Ράτκο μάγεψε τις δυο κοπέλες και μάλιστα, προς μεγάλη μας έκπληξη, ιδιαίτερα την Ράικα, η οποία ενέδωσε σε απαιτήσεις του, δυσανάλογα με αυτό που η ίδια συνήθιζε. 
     Το νέο συναίσθημα άνοιξε μια ρωγμή απ’ όπου διέρρευσε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα η ανατροπή, ένα αναποδογύρισμα ήθους και συνηθειών που εκπλήσσει όλους, ακόμα και… τον αναγνώστη! Ωστόσο, η αποκάλυψη μιας απατηλής πραγματικότητας προσγείωσε απότομα την πρωταγωνίστριά μας, ενώ η συγκεκριμένη σκηνή, της αποκάλυψης, που εκβίασε βέβαια η Γιοβάνκα κι εξουθένωσε τη Ράικα, είναι από τις πιο διασκεδαστικές του μυθιστορήματος.
     Η παρένθεση αυτή άνοιξε κι έκλεισε χαρίζοντας οδύνη αλλά και γνώση στην ηρωίδα. Ήταν η ακατάσχετη πεισματάρικη και την ίδια ώρα σωτήρια και καταστροφική μαζί δύναμη που δίνει τη λύτρωση σπρώχνοντας τον κάθε πόνο στα όριά του και την πτώση ως το τέρμα της, ως το μη παρέκει, όπου ο άνθρωπος ή γίνεται θρύψαλα ή καταφέρνει να σταθεί ξανά όρθιος, στα πόδια του. Και η ηρωίδα μας επέστρεψε αξιοπρεπώς στον συνηθισμένο της ρυθμό, στην κλειστή και μονοδιάστατη ζωή της, στη μοναξιά μέσα στην οποία έβρισκε στιγμές ευτυχίας και πραγμάτωσης του φαντασιακού της σκοπού.
Χριστίνα Παπαγγελή