Πέμπτη, Μαΐου 06, 2021

Ήμερες ημέρες, Μουράτης Κοροσιάδης

 Οι μεγάλες απαντήσεις βρίσκονται πάντα μακριά μας

     Ο μοναχικός πρωταγωνιστής που γνωρίσαμε στο προηγούμενο βιβλίο του συγγραφέα, «Το σύνθημα» (που αυτή τη φορά πιο συχνά είναι και μοναχική πρωταγωνίστρια), φαίνεται να συνεχίζει την περιπλάνησή του και σ’ αυτή τη σειρά διηγημάτων. Δεν είναι βέβαια ποτέ ο «ίδιος»∙ άλλος χαρακτήρας, άλλος ρόλος, άλλο σκηνικά, άλλες επιθυμίες, άλλη βούληση –μα πάντα κοινός παρονομαστής η μοναξιά και η αναζήτηση. Η φαντασία και το παιχνίδι με την πραγματικότητα στα όρια της φθοράς, της ευτυχίας, της προδοσίας, του έρωτα και του θανάτου συνεχίζουν κι εδώ, με πιο τολμηρό τρόπο∙ αγγίζουν μέχρι την εποχή της οικονομικής κρίσης και της πανδημίας όπου ο άνθρωπος δοκιμάζεται σε νέου τύπου οριακές καταστάσεις.
     Αλλά αυτό που νομίζω ότι «κομίζει» αυτή η νέα σειρά διηγημάτων είναι ότι μας εξοικειώνουν με το… «ανοίκειο». Το ανοίκειο που υπηρετεί τη βαθιά, υπαρξιακή ανάγκη να ανακαλύψει ο άνθρωπος τη βαθύτερη ταυτότητά του και να συμφιλιωθεί με την προσωπική του αλήθεια∙ να βρει το δρόμο του γιατί είναι σημαντικότερο να βρει κανείς ένα δρόμο παρά να πάρει ένα δρόμο. Έτσι οι ήρωες υπερβαίνουν με διάφορους τρόπους τον εαυτό τους: αναγνώρισε το σκάφος του. Κι ας ήταν, χρόνια τώρα, διαγραμμένο από τα νηολόγια. Θα το άφηνε να τον ταξιδέψει. Κι ας έχανε και τον τελευταίο του εαυτό.
     Αν επομένως ο αναγνώστης διαβάσει το βιβλίο προσδοκώντας ρεαλιστική απεικόνιση και γραμμική συνέπεια, θα απογοητευτεί. Υπάρχει ασφαλώς πλοκή: σκηνικό, διάλογος, συναισθήματα∙ «δέση»/μυστήριο, και «λύση»[1]/κάθαρση τις περισσότερες φορές. Το χαρακτηριστικό όμως όλων των διηγημάτων κι εντέλει της γραφής του Κοροσιάδη είναι το «παραξένισμα», μια στραβοτιμονιά στη μνήμη, στην ψυχολογία, στην προσδοκία, στη φαντασία. Αυτό που ο ίδιος ο ήρωας στο διήγημα «Η κρέμα» εντοπίζει παρατηρώντας τις αλλαγές στον φαρμακοποιό του φαρμακείου της κρίσης: «Πάντα μου ήταν ακατανόητη αυτή η αλλαγή. Αυτή η μεταβολή. Η μεταστροφή της τύχης. Της ζωής. Των ανθρώπων. Μια ζωή τακτοποιημένη και συνετή. Μια ζωή πάνω σε ράγες. Και ξαφνικά, ένα γεγονός, ή πολλά να φέρει τον εκτροχιασμό. Χωρίς ελπίδα, μάλλον, για μια εκ νέου επανατροχιοδρόμηση». Αν και κάποιες φορές αυτή η ελπίδα δικαιώνεται.
     Το παιχνίδι ανάμεσα στο ρεαλιστικό/γνώριμο/καθημερινό και στο παράξενο/παράδοξο/ανοίκειο γίνεται -κατά κανόνα- με τρομακτική ισορροπία. Συνδετικός ιστός ο αναστοχασμός, ή μάλλον ο εσωτερικός μονόλογος του πρωταγωνιστή/τριας, που μπορεί να αποδίδεται όχι μόνο σε α΄ αλλά και σε γ΄ενικό, δεν έχει σημασία. Η κατάργηση της δομής στη σκέψη και στην πλοκή σε πολλές περιπτώσεις κορυφώνεται στο τέλος κάποιων διηγημάτων, όπου επικρατεί ο ποιητικός, αποδομητικός λόγος.
     Έτσι, ενδεικτικά, ο ανώνυμος -πάντα- ήρωας στο «Το ενυδρείο» ρίχνει μπουκάλια στη θάλασσα «στον έφηβο εαυτό του», στέλνοντας μηνύματα (ο καθένας στέλνει το δικό του μήνυμα), περιμένοντας απαντήσεις (είναι και η σιωπή μια απάντηση)∙ στο «Το πρωτάθλημα» η γυναίκα που γνώρισε τον ήρωα, πριν του δείξει τις χαρές της ήθελε να του δείξει τις λύπες της, και στο πρώτο ραντεβού τον οδηγεί σε μια «δοκιμασία» στο νεκροταφείο, πάνω απ’ τον τάφο του χαμένου αδερφού∙ ο μοναχικός ήρωας στο « Το όνομα» αλλάζει ονόματα, και η εμμονή που τον ωθεί να βρει το όνομα που του ταιριάζει δεν είναι άλλη παρά η ανάγκη να βρει τον «αληθινό» του εαυτό. Το όνομα-ρόλος στο οποίο προσφεύγει είναι και η μοίρα του. Στο «Το στεγνοκαθαριστήριο» το κεραμιδί παντελόνι της πελάτισσας είναι το αντικείμενο που φέρνει κοντά τον ήρωα με την απρόβλεπτη προσωπικότητα της κατόχου (Αιφνιδιάστηκε. Δεν ήξερε κατά πού να κοιτάξει. Τέτοιο ξεγύμνωμα από την πρώτη στιγμή. Γκολ από τα αποδυτήρια). Στο «Το συνεργείο» το παραξένισμα είναι ακόμα μεγαλύτερο όταν ο ήρωας αναζητά από τη νεκρή μητέρα «το δίκιο του μαστού» (εγώ, όμως, θα πάρω τώρα αυτό που μου στέρησες όσο ήσουν ζωντανή)∙ μια ονειρική παραίσθηση συμπλέκει το αίσθημα «αυτοδικίας» με τον εφιάλτη μιας αυτοπαγίδευσης μέσα στο παλιό αυτοκίνητο που βρέθηκε να πετάει στον ουρανό. Ο ήρωας στο «Τα κεριά» γνωρίζει μια τυφλή κυρία (μεταφράζω τους ήχους σε φως) στην οποία εξομολογείται ότι έχει και κείνος μια αναπηρία, έχει πρόβλημα στην όραση (δεν μπορώ να διακρίνω την αγάπη. Έχω και μια παράλυση στα χέρια. Δεν μπορώ να αγκαλιάσω όσους με αγαπούν). Η κυρία στο διήγημα «Το παλαιοπωλείο» σοκάρει τον ήρωα λέγοντάς του ότι είναι έμπορος (εμπορεύομαι οργασμούς/από τον βαθύ σκοτεινό και ορμητικό μέχρι τον ορμητικό και κυματιστό/όσα και τα προσωπεία της γυναίκας/όσα και τα προσωπεία της εξαπάτησης). Στο «Η κρέμα», η πελάτισσα του φαρμακείου θέλει μια κρέμα για να γίνει μια άλλη, θέλει να αλλάξει το πρόσωπό της. Στο τελευταίο διήγημα, το «Πρόγνωση καιρών» οι τρεις άστεγοι εκφράζουν την κακοδαιμονία της σύγχρονης οικονομικής κρίσης, ενώ ο κύριος πρωταγωνιστής με αφορμή έναν μπουφέ και...μια γυναίκα, (γιατί πήρε αυτόν τον δρόμο η ζωή του; να είχε ένα τσιμπιδάκι, να, σαν κι αυτό εκεί μπροστά, και να έβγαζε ένα ένα, σαν ακίδες, σαν αγκάθια αχινού, τα λάθη του) μετφέρεται ψυχικά από το «μηκέτι καιρός» στο «οι καιροί ου μενετοί». Είναι και η τελευταία φράση του βιβλίου: πάντα υπάρχει καιρός για τους ανθρώπους.

Οι λέξεις και οι σκέψεις είναι καλέσματα, φαίνεται.
Βόμβες ανεπίγνωστες, βραδυφλεγείς.

Λέξεις μιας μισογκρεμισμένης γλώσσας.
Εγκαταλειμμένης.
Φράσεις κομμένες με μπαλτά.
Ασυνάρτητες. Λέξεις –προσάναμμα.
Δεν έφταναν για να λιώσουν τους πάγους της βόρειας θάλασσάς μας.

     Το μοτίβο της αναζήτησης του εαυτού, του παρελθόντος, της αλήθειας είναι στενά συνυφασμένο με τη γλώσσα. Αν «τα όρια του κόσμου μου είναι τα όρια της γλώσσας μου»[2], ο συγγραφέας σμιλεύει τη γλώσσα δίνοντας στις λέξεις μια δύναμη σχεδόν επιτελεστική. Παίζει με τα «σπίρτα των λέξεων» με τη βαθιά επίγνωση ότι οι λέξεις δεν μπορούν να εκφράσουν το άρρητο. Η ισορροπία ανάμεσα στο ρεαλισμό και τον συμβολισμό, τις μεταφορές και τις συνεκδοχές είναι ένα μείγμα χαρακτηριστικό της γραφής του Κοροσιάδη. Κατά κανόνα οι σκηνές όπου προχωράει η πλοκή πατάνε γερά στη γη και οι διάλογοι έχουν αμεσότητα και παραστατικότητα -όπως π.χ. ο διάλογος των άστεγων, των θαμώνων μέσα στην ταβέρνα ή του ταξιτζή με τον ήρωα-, μεταφέροντας το πνεύμα της εποχής. Ακόμα και οι διάλογοι με τους νεκρούς ή με τον Χάρο έχουν μια γήινη ζωντάνια. Ωστόσο, σαν να μπαίνει ταυτόχρονα η πραγματικότητα σ’ ένα παραμορφωτικό πρίσμα και μέσω του αναστοχασμού αναζητιέται το Νόημα, το νόημα αυτής της πραγματικότητας, που είναι βέβαια υποκειμενικό. Κι εκεί η πρόσληψη του ήρωα, ο συγγραφέας δηλαδή μέσω του ήρωα, παίζει με τις λέξεις, με τις αναλογίες και τις μεταφορές, ακροβατώντας ανάμεσα στον πεζό και τον ποιητικό λόγο. Γιατί και οι ήρωες πνίγονται από την αδυναμία των λέξεων: η κατάληξη των ρημάτων είναι σταθερή-των ανθρώπων όμως είναι αβέβαιη/ Είναι βαρύ φορτίο η γραμματική του παρελθόντος. Και ούτε ένας ενεστώτας δίπλα μου να με ξεκουράζει. Και η ποθητή αγκαλιά, η αγκαλιά του άλλου κλείνει στα χέραι της το σώμα του άλλου, καταγράφει όλες τις διαστάσεις, τον χρόνο παρελθόντα και μέλλοντα, και τις μετοχές, που δεν θα μετέχουν πια (…) όλη τη γραμματική του πόνου. Σε ενεστώτα χρόνο. Διαρκείας. Και σε μέλλοντα. Εξακολουθητικό. Συντελεσμένης απελπισίας.

Μόνο οι νεκροί μπορούν να βλέπουν έτσι τη ζωή

     Όσοι έχουν πονέσει πολύ από πένθος, σίγουρα έχουν αναρωτηθεί τι διάλογο θα έκαναν με τον αγαπημένο που έφυγε, αν γινόταν το «θαύμα», και παρουσιαζόταν μπροστά τους. Ο διάλογος νεκρών και ζωντανών έχει ενδιαφέρον, γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας στο διήγημα «Το πρωτάθλημα», και παρακάτω: δεν υπάρχουν φωνές, ούτε αντεγκλήσεις. Μονάχα κατανόηση και σιωπή/ πάντα πρόθυμος είναι ο νεκρός για εξομολόγηση.
     Παρόλ' αυτά ο συγγραφέας και δω μας αιφνιδιάζει. Δεν είναι οι διάλογοι αυτοί γεμάτοι μόνο λόγια αγάπης και συγχώρεσης, όπως θα περίμεναν οι αμύητοι. Στο διήγημα «Ήμερες ημέρες» ο κύριος Ευτύχης, βαριά άρρωστος σε παραλήρημα σύμφωνα με τα παιδιά του, ανοίγει ειρωνικό διάλογο με τη νεκρή του σύζυγο, που τον είχε εγκαταλείψει χρόνια πριν: «Καλώς την. Καιρό έχω να σε δω. Χρόνια. Πώς κι απ’ τα μέρη μας;». Με διάθεση «κατανόησης και σιωπής» εκστομίζονται λόγια βαθιά, σημαδιακά (σε συγχώρεσα, αλλά χωρίς να ξέρω το γιατί/είμαι ακόμα κουρασμένη). Ο κύριος Ευτύχης, στο κατώφλι του θανάτου, αλαφροΐσκιωτος πια (χωράνε όλοι μέσα στην αγκαλιά του. Κανέναν δεν διώχνει από κοντά του. Όλους τους ακούει. Και συγχωρεί τα λάθη τους), διαλέγεται όχι μόνο και με τον ίδιο τον χάρο, αλλά και με τον Θεό, τον «μεγάλο σκηνοθέτη της ζωής» εκφράζοντας σε τρεις τέσσερις σελίδες το αδιέξοδο του ανθρώπου που αναζητά το Νόημα, της ζωής και του θανάτου (Ηττηθήκαμε. Όλοι οι άνθρωποι. Προδοθήκαμε. Μας πρόδωσε το σώμα μας που αρρωσταίνει και γερνάει, το μυαλό μας που φυραίνει, η δύναμή μας που χάνεται).
     Ακόμα πιο αιφνιδιαστικός είναι ο διάλογος του γιου με τη νεκρή μητέρα στο διήγημα «Το συνεργείο», όπου ο αναγνώστης έχει προετοιμαστεί ότι υπάρχει χάσμα ανάμεσα σε μάνα-γιο: ποτέ σου δεν μου είπες αυτό που κάθε μάνα λέει στο παιδί της/ήρθες εσύ. Και πλάκωσες τη ζωή μου/δεν με νοιάζει αν έφταιξες. Ούτε κι εγώ έφταιξα. Και το κορυφαίο: θυσιάστηκες, αλλά τουλάχιστον έγινες καλύτερος πατέρας. Μεγάλωσες τους γιους σου με μητρική πατρότητα/μια μάνα έχει πάντα δίκιο. Ακόμη και όταν έχει άδικο, ακόμη και τότε, δίκιο έχει.

Η μυστική και άρρητη αλήθεια των γυναικών

     Η σιωπηλή μοναχική γυναίκα πρωταγωνιστεί σε τρία από τα 15 διηγήματα, αλλά κι άλλες γυναίκες παίζουν σημαντικό ρόλο και σε κάποια από τα υπόλοιπα. Όπως και στην προηγούμενη συλλογή διηγημάτων, η πολύπλευρη, μυστηριώδης «σχεδόν δαιμονική» γυναικεία υπόσταση υπερτερεί και ενίοτε εκτροχιάζει τον μονοδιάστατο άντρα, που ζαλισμένος αφήνεται στη δίνη είτε του έρωτα είτε της προδοσίας. Τέτοια είναι η παρουσία της γυναίκας με το κεραμιδί παντελόνι που αμφισβητεί τον υπάλληλο του στεγνοκαθαριστηρίου (για κοίταξε γύρω σου και πες μου αν βλέπεις κάτι καθαρό. Είναι καθαρές οι λέξεις που χρησιμοποιούμε; Τα χαρτονομίσματα; Τα σκεύη;/όλες (οι λέξεις) έχουν το βάρος της φθοράς από τη χρήση τους, τις κηλίδες από το ψέμα), τέτοια και η γυναίκα στο «Το παλαιοπωλείο» (ήρωας: δεν ήξερε ποια ήττα να διαλέξει. Να τον νικήσει η αρσενική βαρβαρότητα ή η θηλυκή αλαζονεία;). Θυελλώδης είναι και η ζωγράφος στο διήγημα «Η έκθεση», που επισκοπεί τη θέση της γυναίκας την περίοδο της κρίσης, εκθέτοντας μια καλλιτεχνική έκφραση της «ψευδαίσθησης ελευθερίας» (ενώ φαίνονται αέρινα, ελεύθερα και ευκίνητα, στην πραγματικότητα είναι αιχμάλωτα). Πικρή και σκληρή είναι η νεκρή μάνα στο "Το συνεργείο", κρυφή δύναμη έχει η τυφλή κυρία στο «Τα κεριά» και σχεδόν μέγαιρα η σύζυγος που περιμένει τον άνδρα της στο «Τα δώρα των Δαναών».
     Μα βέβαια, υπάρχει κι ο έρωτας. Άλλοτε κρυφός, άλλοτε εμμονικός, άλλοτε μοιραίος.
     Ο έρωτας είναι όπως η πίστη. Δεν ζητά αποδείξεις. Ούτε θέλει πανοπλίες. Μόνο άφημα. Στη δίνη του. Αλλά και στην οδύνη του.
   Ο έρωτας υπάρχει ως αναζήτηση –είναι μια αναζήτηση βαθιά, υπαρξιακή (η μυρωδιά του λαιμού, το σφίξιμο στο στήθος, το θόλωμα του μυαλού και των ματιών. Ο βρόγχος. Η αποκόλληση στο τέλος. Της σάρκας και της ψυχής). Ο έρωτας κρύβει κάπου το πρόσωπο μιας προδοσίας, ένα ακόμα αγαπημένο μοτίβο (την πλησίασε, σκόπιμα, από τη μεριά του φωτισμένου της προσώπου, ώστε εκείνη να στρέψει το σκοτεινό προς αυτόν. Έτσι φάνηκε και το υπόλοιπο μισό. Με ένα τέχνασμα. Με μια μικρή προδοσία).

Η καρδιά έχει πολύ μεγάλη δύναμη

     Μια εικόνα είναι όλη κι όλη το διήγημα «Η άγκυρα», που το ξεχώρισα για τελείως προσωπικούς λόγους: ο μοναχικός μας ήρωας καθισμένος σ’ ένα καφέ στην άκρη του λιμανιού, στη χειμωνιάτικη λιακάδα, βυθίζεται στις σκέψεις του. Απέναντί του αγκυροβολημένο ένα καράβι της γραμμής. Κι αρχίζει το όραμα, μια απίστευτη, βιβλική εικόνα ανάμεσα σε ύπνο και ξύπνιο: τα καράβια πελώρια, να κινούνται όλα μαζί, όχι όμως προς τα μπροστά ή προς τα πίσω. Ούτε και προς τα πλάγια. Προς τα πάνω πήγαιναν/αγέρωχα, περήφανα, επιβλητικά.
     Υψώνονται και πέφτουν, με διάφορες παραλλαγές, αναμοχλεύοντας μύριες σκέψεις και συναισθήματα στον αφηγητή, δίνοντάς του μέσα στον απροσδόκητο οραματισμό του τροφή για νέους συνδυασμούς λέξεων, για νέες οριακές και ουσιαστικές συνειδητοποιήσεις:
     Ο καθένας έχει μια ζωή. Και την αφιερώνει όπου νομίζει. Μπορεί ο καθένας να εξαντλήσει όπως θέλει τις συσπάσεις της μικρής του καρδιάς. Όλες του τις αναπνοές. Τις κοφτές αλλά και τις βαθύτερες. Κυρίως αυτές, που φτάνουν μέχρι τις ρίζες των πνευμόνων του. Και πλουτίζουν το αίμα της με αέρα. Αέρα για να ταξιδέψει η ζωή. Για να φουσκώσει τα πανιά της, ν’ ανοιχτεί.
Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Η «δέση» και η «λύση» είναι στοιχεία της αρχαίας τραγωδίας κατά Αριστοτέλη. Χρησιμοποιώ αυθαίρετα τον όρο, δεδομένου ότι οι ιστορίες του Κοροσιάδη έχουν «αρχή-μέση-τέλος», πλοκή, «δέση» και «λύση» (Αριστοτέλης, Περί ποιητικής: Σε κάθε τραγωδία υπάρχει δέση και λύση. Όσα είναι έξω από το δράμα και μερικά από αυτά που είναι μέσα σ᾽ αυτό αποτελούν πολλές φορές τη δέση· τα υπόλοιπα είναι η λύση. Με τη «δέση» εννοώ όσα γίνονται από την αρχή της υπόθεσης ως το σημείο που είναι το έσχατο: αυτό από το οποίο αρχίζει η μετάβαση προς την ευτυχία ή τη δυστυχία· με τη «λύση» εννοώ όσα γίνονται από την αρχή της μετάβασης ως το τέλος.

[2] Λούντβιχ Βιτγκενστάιν

Τετάρτη, Απριλίου 21, 2021

Όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά, Robert Penn Warren

Η Ιστορία είναι τυφλή όμως ο άνθρωπος δεν είναι.
Η γνώση είναι ο στόχος του ανθρώπου,
όμως υπάρχει ένα πράγμα που δεν μπορεί να το γνωρίζει.
Δεν μπορεί να γνωρίζει αν η γνώση θα τον σώσει ή θα τον σκοτώσει.

     Ένα εντυπωσιακά πολύπλευρο βιβλίο, που κατά τη γνώμη μου δικαιολογημένα αποτελεί βιβλίο αναφοράς, και δικαίως επίσης θεωρείται ως ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία της αμερικανικής λογοτεχνίας -και όχι μόνο. Το τεράστιο μέγεθός του αρχικά αποτρέπει τον αναγνώστη, σύντομα όμως το ύφος και το σπιρτόζικο πνεύμα μιας πρωτοπρόσωπης αφήγησης κατακτούν το ενδιαφέρον. Παράλληλα με τον ελκυστικό τρόπο γραφής, αυτό που συναρπάζει μοναδικά, και υψώνει κάθετα την απόλαυση της ανάγνωσης είναι το πλούσιο πολυπρισματικό περιεχόμενο με πολιτικές, φιλοσοφικές, ψυχολογικές προεκτάσεις σε συνδυασμό με το ακαταμάχητο -αμερικανικής κοπής- χιούμορ. Διαβάζοντας το βιβλίο, μπαίνουμε στον παλμό της αμερικανικής «ψυχής», του τρόπου ζωής και σκέπτεσθαι που αναπτύχθηκε μέσα στις ιστορικές συγκυρίες της 4η δεκαετίας του 20ου αιώνα στην Αιόβα, στον Αμερικανικό Νότο, ενώ οι ήρωες του βιβλίου, δηλαδή ο «βασιλιάς» και οι άνθρωποί του, χτίζουν μια δική τους «ηθική», εντελώς μοναδική και αξιομνημόνευτη.
     Βρισκόμαστε στα 1939, στο Μέισον Σίτι, αλλά οι αφηγηματικές αναδρομές ξεκινούν από το 1922, όταν οι δυο κύριοι πρωταγωνιστές, ο «βασιλιάς» και ο αφηγητής, ανταμώνουν για πρώτη φορά. Ο «βασιλιάς» είναι ο Γουίλι Σταρκ[1], το λεγόμενο «Αφεντικό», που ξεκινώντας ως «χωριατόπαιδο» από το Μέισον Σίτι, από φτωχή αγροτική οικογένεια, εκλέχτηκε Κυβερνήτης με φιλολαϊκό προφίλ και με ριζοσπαστικές προθέσεις. Μια προσωπικότητα απίστευτη σε κάθε λεπτομέρεια, έτσι τουλάχιστον όπως μας την παρουσιάζει ο αφηγητής, ο Τζακ Μπέρντεν από το Μπέρντενς Άιλαντ, το δεξιό του χέρι του Γουίλι και από μια άποψη το alter ego του. Είναι ο βασικός «άνθρωπος» του βασιλιά, δαιμονικός και οξυδερκής, ιστορικός και δημοσιογράφος που αρχικά δούλευε στην Chronicle.
     Οι υπόλοιποι «άνθρωποι του βασιλιά» είναι εξίσου μοναδικοί χαρακτήρες, και παρακολουθούμε με αμείωτο ενδιαφέρον την εξέλιξή τους στο πλάι του «Αφεντικού» και του Τζακ. Είναι όλοι γραφικοί, σαν καρικατούρες, τουλάχιστον μέσα από το πρίσμα του σαρκαστικού μας αφηγητή: ο Σούγκαρ Μπόι πιστός, ψευδός (ο Σούγκαρ Μπόι δεν μπορούσε να μιλήσει αλλά εκφραζόταν μια χαρά με το πάτημα του γκαζιού), αφοσιωμένος, οριακός στην οδήγηση και ασυναγώνιστος στο σημάδι∙ η Σέιντι Μπερκ, η παράφορη γραμματέας που έχει βρει τον τρόπο να παίζει στα δάχτυλα το αφεντικό της (ήταν η μόνη που ήξερε πώς. Ή που είχε τα κότσια)∙ ο γλοιώδης Τάινι Ντάφι, το κοπρόσκυλο του αφεντικού, «χρήσιμος, αν ξέρεις πώς να τον αξιοποιήσεις», που κανείς δεν τον εμπιστεύεται, και ο ίδιος ο Γουίλι λέει γι’ αυτόν ότι είναι «ο πιο σιχαμερός χοντροκώλης», που για ανεξιχνίαστους λόγους όμως ο Γουίλι τον έκανε κάποια στιγμή Αναπληρωτή Κυβερνήτη.
     Αυτά είναι τα πρόσωπα του στενού γραμματειακού περιβάλλοντος. Αλλά φυσικά υπάρχει και η οικογένεια – η σύζυγος του Γουίλι η Λούσι, ο γιος του ο Τομ, όπως και τα πρόσωπα του στενού περιβάλλοντος του Τζακ: η μητέρα του∙ ο εξαφανισμένος πατέρας του ο Έλις Μπέρντεν ή «Λόγιος Δικηγόρος»∙ η Ανν Στάντον παιδική φίλη και ουτοπικός έρωτας∙ ο Άνταμ Στάντον, αδερφός της Ανν, παιδικός φίλος και γιατρός με άκαμπτη ηθική∙ ο επίσης αμέμπτου ηθικής, αγέρωχος κι ατρόμητος δικαστής Ίρβιν. Καθώς ο Γουίλι ανέρχεται στο αξίωμα του Κυβερνήτη, εξουδετερώνει το κατεστημένο και γίνεται δημοφιλής, η ιστορία περιπλέκεται και στη δίνη της αφήγησης περιστρέφονται όλοι αυτοί οι χαρακτήρες, ο καθένας με τον δικό του μοναδικό και αντισυμβατικό τρόπο.
     Η πορεία του φτωχού χωριατόπαιδου με την αιρετική ηθική, που ξεκινά από απλός κοινοτικός ταμίας της Κομητείας Μέισον κι έχει τη φιλοδοξία να γίνει Κυβερνήτης συντρίβοντας την παλιά τάξη, με κεντρικό όραμα να χτίσει ένα νοσοκομείο και ιατρικό κέντρο στα οποία να έχουν δωρεάν πρόσβαση όλοι οι πολίτες της Κομητείας δεν είναι γραμμική∙ σκοντάφτει σε πολλά εμπόδια, εξωτερικά κι εσωτερικά. Ούτε είναι ο μόνος βασικός άξονας του βιβλίου. Εξίσου μεγάλη βαρύτητα έχει και η πορεία του ίδιου του Τζακ, που στο πλάι αυτού του χαρισματικού ηγέτη βιώνει τη δική του τεθλασμένη επαγγελματική πορεία αλλά και το δικό του δράμα, ερωτικό, οικογενειακό, υπαρξιακό.
     Γιατί όσο χαρισματικός είναι ο Κυβερνήτης ως άνθρωπος της δράσης/πράξης, άλλο τόσο χαρισματικός είναι και ο αφηγητής, που όπως ανακαλύπτει σταδιακά ο αναγνώστης χαρακτηρίζεται από ταλέντο να διεισδύει στην ψυχολογία των γύρω του, να παρατηρεί ανελέητα ακόμα και τους πιο αγαπημένους του, να αυτοσαρκάζεται, να λύνει ντόμπρα και σταράτα υποθέσεις-κουβάρι. Είναι και οι δυο (αλλά και πολλοί απ’ τα κοντινά τους πρόσωπα) τραγικές φυσιογνωμίες, και η πορεία της ζωής τους αποδεικνύεται εξίσου τραγική, δεν είναι λοιπόν τυχαίο που ο Τζακ Μπέρντεν στις τελευταίες σελίδες της αφήγησης λέει: «Αυτή ήταν η ιστορία του Γουίλι Σταρκ αλλά και η δική μου ιστορία. Γιατί έχω κι εγώ μια ιστορία/η ιστορία του Γουίλι Σταρκ και η ιστορία του Τζακ Μπέρντεν είναι, κατά μία έννοια, μια ιστορία». Μια ιστορία με μοναξιά, με πόνο, με θανάτους, με ενοχή, με λύτρωση, με γνώση.

Ο-Εξάδελφος-Γουίλι-από-το-χωριό στη θέση του Κυβερνήτη

     Η αντισυμβατικότητα του Γουίλι είναι αισθητή στον Τζακ από την πρώτη μέρα που τον γνώρισε. Στα 1922, όταν ο πρώτος ήταν ακόμα κοινοτικός ταμίας και ο Τζακ δημοσιογράφος στην Chronicle συναντήθηκαν στα μπιλιάρδα του Σλέιντ τυχαία. Πέρα από το μυστηριώδες κλείσιμο του ματιού (όπως κλείνουμε το μάτι σε κάποιον που αναγνωρίζουμε αστραπιαία σαν «δικό μας άνθρωπο»), η άρνησή του να πιει μπίρα παρά την ενοχλητική επιμονή του Τάινι Ντάφι, δεν περνά απαρατήρητη. Πίνει γκαζόζα, κι αφήνει τον Ντάφι με το ύφος «μουνουχισμένου μοσχαριού τη στιγμή που βλέπει το σφυρί να το σημαδεύει ανάμεσα στα μάτια».
     Είναι ορμητικός, ετοιμόλογος, απρόβλεπτος (έβλεπες ξαφνικά τα μάτια να γουρλώνουν έτσι δα, σα να είχε γίνει κάτι μέσα του, άρχιζαν να σπιθίζουν. Το’ ξερες ότι κάτι είχε γίνει μέσα του και σκεφτόσουν: Να’ το μας έρχεται). Έχει μια δική του αντίληψη για τη δικαιοσύνη (τον ξέρω είναι καλό παιδί και δεν μ’ ενδιαφέρει ποιον έσφαξε. Η αναμέτρηση ήταν έντιμη, απλά ήταν άτυχος) ή μάλλον για το «πολιτικό», ένα είδος πολιτικής διαίσθησης που τον ωθεί να δρα-αντιδρά «εδώ και τώρα».
     Χαρακτηριστικό παράδειγμα το κομβικό επεισόδιο της αντιπαράθεσης του Γουίλι Σταρκ με τον άλλο μεγάλο πυλώνα, πρότυπο δικαιοσύνης και συνετής σκέψης, τον αγέρωχο και αδέκαστο δικαστή Ίρβιν. Όταν o «βασιλιάς» έμαθε ότι ο δικαστής Ίρβιν θα υποστηρίξει στις εκλογές τον πολιτικό του αντίπαλο Κάλλαχαν (κάτι μη αναμενόμενο), κάνει κάθετη εφόρμηση μέσα στη νύχτα στο σπίτι του δικαστή (το «κάποια στιγμή» δεν είναι ποτέ «τώρα») εγκαταλείποντας πίσω του την οικογενειακή θαλπωρή του πατρικού και διασχίζοντας 80 χλμ με όλη τη συνοδεία (Τζακ: έπρεπε να το έχω φανταστεί/προετοιμάστηκα για την εμπειρία του να εκτοξεύομαι πότε στη μια μπάντα και πότε στην άλλη κάθε φορά που βρίσκαμε στροφή), για να βρει τον δικαστή με τις πυτζάμες και να τον «κοιτάξει κατάματα». Η απολαυστική γραφή του Γουώρεν δίνει μια χροιά μεγαλείου στη σκηνή που συγκρούονται αυτές οι δύο τόσο δυνατές προσωπικότητες, μια σκηνή όπου απολαμβάνουμε χιούμορ, σαρκασμό, εκφοβισμούς και πικρές αλήθειες∙ ωστόσο του Ίρβιν η συνείδηση δεν κλονίστηκε ή, το βλέφαρο, όπως επισημαίνει ο παρατηρητής μας, «δεν σπάραξε».

Ο δικαστής Ίρβιν είναι ένας από τους παλιούς γνώριμους του αφηγητή μας, φίλος της πληθωρικής και μυστηριώδους μητέρας του, γνωρίζει τον Τζακ από όταν εκείνος ήταν παιδί και οι «μπηχτές» που του ρίχνει τώρα ο Τζακ υπηρετεί τον Γουίλι είναι καυστικές κι αιχμηρές (σε καλεί ο εργοδότης σου, κε Μπέρντεν). Είναι κι αυτός ένας από τους «ανθρώπους του βασιλιά», εφόσον σ’ αυτό το παιχνίδι, ο ρόλος του είναι σχεδόν συμπρωταγωνιστικός, όπως φαίνεται στη συνέχεια. Γιατί μετά απ’ αυτήν την αδιέξοδη συνάντηση, ο Γουίλι βρίσκει τη βασική αποστολή του Τζακ, να ψάξει στο παρελθόν του Ίρβιν για να βρει κάποια λαμογιά (πάντα κάτι θα υπάρχει).
     Η άνοδος του Γουίλι Σταρκ στη θέση του Κυβερνήτη της Αιόβα ήταν… τεθλασμένη, και η περιγραφή γλαφυρή και σπαρταριστή. Η αρχική του φήμη (ο «τύπος με τη χριστουγεννιάτικη γραβάτα, ο Εξάδελφος Γουίλι από το χωριό») ως ανορθόδοξου πολιτευτή, συνδέεται με την πρόθεσή του ως κοινοτικού ταμία να υποστηρίξει μια προσφορά «της πλάκας» για χτίσιμο σχολείου ταράζοντας τα ήρεμα νερά, γιατί αυτή η προσφορά που ήταν πιο χαμηλή, προϋπέθετε ξένους, έγχρωμους εργάτες (θέλει τη χαμηλή προσφορά και να μας κουβαλήσει ένα λεφούσι αραπάδες εδώ πέρα). Εννοείται ότι δεν πέρασε η πρότασή του παρόλο που ο Γουίλι πήρε τους δρόμους κι έπιανε τους περαστικούς και προσπαθούσε να τους εξηγήσει την κατάσταση, αλλά είναι η πρώτη επαφή του Τζακ ως δημοσιογράφου με τον Γουίλι, κι αυτή που στοίχισε την απόλυσή και των… δύο λίγο καιρό αργότερα, εφόσον ο Τζακ είχε αρχίσει να τάσσεται ιδεολογικά στο πλευρό του Γουίλι.
     Eίναι η εποχή που το χωριατόπαιδο ασχολείται με το αγρόκτημα, με μαστορέματα, και με διάβασμα (εξετάσεις στη νομική, τελείωσε τελικά δικηγόρος) κόβοντας βόλτες στο δωμάτιο του πατρικού. Όμως, όπως παρατηρεί ο διεισδυτικός αφηγητής μας, η μεγάλη τύχη κυνηγάει αυτούς που δεν την έχουν ανάγκη. Έτσι, η προσφορά του αντιπάλου είχε κόστος τον θάνατο και τον τραυματισμό παιδιών κατά τη δοκιμαστική εκκένωση του κτισθέντος σχολείου, κι ο άνεργος μεν αλλά επίδοξος Κυβερνήτης μας αποδείχτηκε σωστότερος (ο Γουίλι ήταν ο τύπος που είχε το Θεό μαζί του). Από κει και πέρα αρχίζει ένας τραγέλαφος προεκλογικού αγώνα όπου χρησιμοποιούν τον -δικαιωμένο πια- Γουίλι σαν μπαλαντέρ, για να αποσπάσουν ψήφους από τον ένα υποψήφιο. Μάλιστα το πρόσωπο που τον χρησιμοποίησε ήταν ένα από τους κατοπινούς «ανθρώπους του», ο γλοιώδης Τάινι Ντάφι. Οι πρόβες των ομιλιών του υποψήφιου κυβερνήτη είναι ξεκαρδιστικές (όλο και κάτι θα έβρισκε να αναθεωρήσει στο κωλοκείμενο, όλο και κάτι θα έβρικε να λουστράρει), και προκαλούν απίστευτα χάχανα στον αφηγητή μας ενώ την ώρα της ομιλίας κανείς δεν παρακολουθεί (ήταν φρίκη. Ήταν όλο γεγονότα και νούμερα). Η πανωλεθρία φάνηκε ότι θα συνεχιστεί στο Άπτον, αλλά ένα γεγονός αποδείχτηκε μοιραίο για να πάρει άλλη τροπή όλη η πορεία του Γουίλι. Ενώ είχε πάρει τη μεγάλη απόφαση ότι «Δεν είναι ανάγκη να γίνει κανείς Κυβερνήτης» (!!!), μαθαίνει κάπως τυχαία από την ορμητική Σέιντι ότι του την έχουνε στημένη (για μια φορά είχε αφήσει ακάλυπτα τα νώτα της). Άλλη μια σπαρταριστή σκηνή μάς χαρίζει ο συγγραφέας, όταν ο αδέξιος («χαϊβάνι») Γουίλι συνειδητοποιεί ότι είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος και, ενώ ήταν έτοιμος να παραδώσει τα όπλα στροφάρει ανάποδα (Τζακ: …ανακαλύπτεις ένα πρόσωπο που δεν είχες δει ποτέ σου). Αυτός που δεν έπινε παρά μόνο γκαζόζα, πίνει όλο το βράδυ πριν την ομιλία του, είναι ακόμα φουλ μεθυσμένος το πρωί, παρόλ’ αυτά αποφασισμένος να μιλήσει –κι όταν αποφασίζει πια να ανοίξει το στόμα του κρατώντας το χειρόγραφο στα χέρια, καταπλήσσει το πλήθος, όχι επειδή βγάζει πύρινο λόγο αλλά επειδή αυτοσχεδιάζει λέγοντας σκέτη –νέτη την αλήθεια: ότι ο ίδιος ήταν ένα ζωντόβολο, ένα χωριατόπαιδο που πίστευε κι αυτός πως κι ο πιο απλός, κι ο πιο φτωχός πολίτης μπορεί να γίνει Κυβερνήτης. Τους λέει ακόμα ότι τον χρησιμοποίησαν, ότι γλυκάθηκε με τις υποσχέσεις οι «τσανακογλείφτες» του ενός απ’ τους δυο αντιπάλους, ότι αποσύρεται, κι ότι θα υποστηρίξει τον άλλον!
     Η περίοδος ενδοστρέφειας του Γουίλι Σταρκ, κατά την οποία ασχολήθηκε με ήπιες δικηγορικές υποθέσεις μέχρι να βάλει υποψηφιότητα για τις προκριματικές του Δημ. Κόμματος και να τις κερδίσει, συνέπεσε με την απόλυση του Τζακ. Λίγο καιρό αργότερα, όταν ο Γουίλι άρχισε να κερδίζει τα αξιώματα, τον προσέλαβε ως δεξί του χέρι.
     Η επεισοδιακή άνοδος του Γουίλι στο αξίωμα του Κυβερνήτη έφερε στην εξουσία έναν άνθρωπο που είχε μια πολύ προχωρημένη άποψη για το νόμο: Ο νόμος ανέκαθεν παραήταν κοντός, παραήταν στενός για την ανθρωπότητα που ολοένα εξελίσσεται. Το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να κάνεις κάτι, κι ώσπου να φτάσει αυτός ο νόμος στα βιβλία, εσύ θα έχεις πάει παρακάτω. Και: το καλό πρέπει να το φτιάξεις μέσα απ’ το κακό, γιατί δεν έχεις από πού αλλού να το φτιάξεις. Αυτή είναι η βαθύτερη «φιλοσοφία» του Γουίλι, που μην ξεχνάμε, είναι «άνθρωπος της πράξης» (αγόρι μου, δουλεύεις για λογαριασμό μου, γιατί είμαι αυτός που είμαι και είσαι αυτός που είσαι/δεν υπάρχουν ερμηνείες. Για οτιδήποτε. Το μόνο που σε παίρνει να κάνεις είναι να εστιάσεις στη φύση των πραγμάτων).

Η ιστορία του Τζακ

Η απόλυση του Τζακ από την Chronicle, που την αποδέχτηκε με αξιοπρέπεια, ίσως και με ανακούφιση, τον έριξε σε μια περίοδο που ο ίδιος την ονομάζει «Μεγάλο Ύπνο» (είναι φορές που ο ύπνος γίνεται κάτι σοβαρό και πλήρες), κάτι που δεν του συμβαίνει πρώτη φορά. Είναι αρκετά εκτενή και εξίσου απολαυστικά τα μέρη του βιβλίου όπου ο αφηγητής ανατρέχει στο παρελθόν αναδιευθετώντας το, και δίνοντας στον αναγνώστη ένα ολοζώντανο πορτρέτο ενός ιδιαίτερου, sui generis χαρακτήρα του. Μας βάζει στον κόσμο του, στην παιδική του ηλικία, σκιαγραφεί τους δικούς του ανθρώπους: μια μητέρα «αθώα σαν κοριτσάκι», που νιώθει ότι δεν του δίνει σημασία, γιατί, όπως λέει, πολύ απλά ήμουν ένας άλλος αρσενικός που ήθελε να τον έχει σπίτι, γιατί ήταν από κείνες τις γυναίκες που έπρεπε να έχουν άντρες τριγύρω τους και να τους χορεύουν στον δικό τους σκοπό, που έχει χωρίσει τον πατέρα και αλλάζει τους άντρες όπως τα έπιπλα του σπιτιού της∙ έναν πατέρα θρησκόληπτο που πουλάει «χαζοφυλλάδια», άρρωστο ψυχικά, που τον λέει «Λόγιο Δικηγόρο» (σε κάθε περίπτωση είχα βρει αυτό που ήξερα ότι θα έβρισκα, γιατί ήταν πράγματα που είχαν συμβεί και τίποτα δεν επρόκειτο να αλλάξει ό, τι είχε συμβεί)∙ η Ανν, με την οποία τον ενώνει αυτού του είδους η βαθιά, παιδική ερωτική φιλία, και που καθρεφτίζεται μέσα από τα μάτια της (δεν μπορείς να τους αγαπήσεις λίγο ή να τους συγχωρήσεις ή απλά να μην τους σκέφτεσαι, ή κάτι τέλος πάντων; Κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που είσαι τώρα;)∙ ο αδερφικός φίλος Άνταμ, ο αδερφός της Ανν, ντόμπρος, λογικός και φυσιολάτρης. Και η πιο ατόφια και αυθεντική ανάμνηση, που υποψιαζόμαστε ότι καθόρισε τον ψυχισμό του, ένα από τα πικ νικ που έκαναν οι τρεις τους (ο Τζακ και ο Άνταμ 17χρονών, η Ανν 13: ελάχιστες εικόνες σαν αυτές εγγράφονται στο μυαλό μας –είναι από κείνες που γίνονται όλο και πιο ζωντανές, λες και το πέρασμα του χρόνου δε συσκοτίζει την αυθεντικότητά τους). Τέλος ο οικογενειακός φίλος δικαστής Ίρβιν, ένας άνθρωπος αποδεδειγμένα γενναίος, που μάθαινε στον μικρό Τζακ πώς να κυνηγά τις πάπιες, και που πάντα τον έβλεπε ως «ήρωα». Βιώματα ανεξίτηλα που τα επεξεργάζεται ξανά, σ’ αυτό το μεταίχμιο της ζωής του για να καταλήξει: λέγεται ότι οι όροι που καθορίζουν την ύπαρξή σου είναι αυτή της σχέσης σου με τους άλλους. Αν δεν υπήρχαν οι άλλοι, δεν θα υπήρχες και συ, διότι αυτό που κάνεις, που είναι αυτό που είσαι, έχει νόημα μόνο σε σχέση με τους άλλους. Πολύ καθησυχαστική η συγκεκριμένη σκέψη, ειδικά όταν βρίσκεσαι στο αυτοκίνητο μέσα στη βροχή, μόνος τη νύχτα, γιατί σ’ αυτήν την περίπτωση δεν είσαι εσύ και με το να μην είσαι εσύ, ή κάτι τέτοιο, μπορείς να ξαπλώσεις με την ησυχία σου και να ξεκουραστείς λιγάκι. Είναι ένα είδος διακοπών από το να είσαι εσύ.

Η «δέση» και η «λύση» μιας σύνθετης τραγωδίας

     Μέχρι λοιπόν περίπου τη σελίδα 200 υπάρχει αυτό το «δέσιμο» ή αλλιώς το «στήσιμο» της υπόθεσης, όπου ξεδιπλώνονται οι χαρακτήρες, οι συνθήκες, οι δυναμικές που στη συνέχεια θα οδηγήσουν σε μια θυελλώδη πλοκή «κατά το εικός και αναγκαίον», όπου θεμελιακά γεγονότα/αποφάσεις/δράσεις οδηγούν τους ήρωές μας, τον «βασιλιά» και τους ανθρώπους του που αλληλεπιδρούν, σε τραγική κορύφωση. Σε λύση/κάθαρση δηλαδή, που είναι αποτέλεσμα τραγικής σύγκρουσης και -από μια άποψη- με τραγικό αποτέλεσμα.
     Δεν είναι πρόθεσή μου να «προδώσω» αυτήν την θυελλώδη πλοκή (που ωστόσο είναι προϋπόθεση για να συλλάβει κανείς την τέχνη αυτής της τεράστιας σύνθεσης, κυριολεκτικά και μεταφορικά), τουλάχιστον με γραμμικό τρόπο. Ανάμεσα σε όλα τα απίθανα επεισόδια που φωτίζουν πλευρές των ιδιόρρυθμων χαρακτήρων (όπως η στάση του «Αφεντικού» απέναντι στα ατασθαλίες του οικονομικού ελεγκτή Γουάιτ και η σύγκρουσή του σχετικά μ’ αυτό με τον Γενικό Εισαγγελέα Χιου Μίλλερ, ή την μακροσκελή εγκιβωτισμένη ιστορία του μακρινού συγγενή του Τζακ, Κας Μάστερν) υπάρχουν επεισόδια αλλά και συναισθηματικές σχέσεις μεταξύ των ηρώων που θα τα χαρακτήριζα «κομβικά» γιατί αποτελούν το «νήμα» και οδηγούν κατευθείαν σ’ αυτό που παραπάνω ονόμασα κάθαρση.
     Το βασικό πρόγραμμα και μεγάλο όνειρο του Γουίλι, να φτιάξει λαϊκό νοσοκομείο και ιατρείο (κάθε άντρας, κάθε γυναίκα, κάθε παιδί που θα αρρωστήσει ή θα πονάει θα διαβαίνει τις πόρτες του και θα ξέρει ότι θα έχει εξασφαλισμένη κάθε ανθρωπίνως δυνατή περίθαλψη. Δωρεάν. Όχι σαν φιλανθρωπία. Αλλά ως δικαίωμα. Το δικό σας δικαίωμα. Με ακούτε;) είναι η απαρχή των συμφορών. Σκοντάφτει στην προσωπικότητα του Ίρβιν, σκοντάφτει σε μικροπολιτικά συμφέροντα (ο Τάινι Ντάφι προωθεί κάποιον ανταγωνιστή), ενώ εκείνος θέλει τον Άνταμ διευθυντή, που είναι άμεμπτος και δεν θέλει εξάρτηση από κανένα πολιτικό πρόσωπο.
     Και τις δύο υποθέσεις τις αναλαμβάνει ο Τζακ: να «βρει κάποια βρομιά για τον Ίρβιν» (υπάρχει πάντα το ίχνος, η επιταγή που ακυρώθηκε, ο λεκές απ’ το κραγιόν κλπ), και να πείσει τον Άνταμ να αναλάβει τη διεύθυνση του νοσοκομείου. Ο Τζακ έχει και με τους δύο βαθιά γνωριμία από τα παλιά χρόνια. Είναι επομένως το κατάλληλο πρόσωπο, αλλά ταυτόχρονα είναι δαιμόνιος, πανέξυπνος, ντόμπρος και αποτελεσματικός. Θαυμάζουμε τον ήρεμο ντετεκτιβικό τρόπο με τον οποίο αποκαλύπτει μια μεγάλη λαδιά στο παρελθόν του Ίρβιν (που κρατά σα φυλαχτό αποφεύγοντας να τη «χρησιμοποιήσει»), ενώ βρίσκει τον τρόπο να διεισδύσει και στην ψυχολογία του φίλου της νιότης, του θερμού ιδεολόγου, ρομαντικού Άνταμ. Τον διαβεβαιώνει ότι το Αφεντικό δεν θέλει ούτε να τον κολακέψει, ούτε να τον εξαγοράσει, ούτε να τον κολακέψει: Ξέρει τι θέλεις. Μπορώ να σου το πω με μια λέξη, Άνταμ/Τι;/Θέλεις να κάνεις το καλό. Αυτό τον σώπασε.
     Το φράγμα της καχυποψίας του Άνταμ απέναντι στους πολιτικούς -και ιδιαίτερα στον Γουίλι- κατάφερε και ο Τζακ και ο Γουίλι να το σπάσουν. Απολαυστικοί και έξυπνοι διάλογοι ζωντανεύουν τις μεταστροφές των συναισθημάτων. Όμως, η πληροφορία που έφτασε στα αυτιά του Άνταμ, πρώτα ότι ο πατέρας τους κυβερνήτης Στάντον κάλυψε τη δωροδοκία του Ίρβιν αποκαθηλώνοντας το πρότυπο του πατέρα, και δεύτερον ότι η αδερφή του έχει σχέσεις με τον Γουίλι Σταρκ, κλονίζουν τον Άνταμ ανεπανόρθωτα. Η ευάλωτη στους εκβιασμούς ψυχολογία του Άνταμ είναι λοιπόν ένα από τα κλειδιά της πλοκής.
     Κομβικός γίνεται και ο ρόλος του ατίθασου γιου, του Τομ, ταλέντου στο ποδόσφαιρο και αντικείμενο διεκδίκησης από τον Γουίλι και τη Λούσι, και αιτία άπειρων συγκρούσεων μεταξύ τους. Στο γεγονός ότι ο Τομ αφήνει μια κοπέλα έγκυο, γεγονός που τον χρησιμοποιούν οι αντίπαλοι εκβιαστικά, προστίθεται και το φοβερό ατύχημα στη διάρκεια ποδοσφαιρικού αγώνα.
     Τέλος, οι αποκαλύψεις των μυστικών (του Ίρβιν, της Ανν, του Τομ) όχι μόνο θα αλλάξουν τις ισορροπίες αλλά θα φέρουν την κάθαρση, μια κάθαρση τραγική γιατί καταλήγει σε μια αυτοκτονία κι ένα διπλό φονικό, των οποίων πάλι ανιχνευτηής αυτοκαθορίζεται ο Τζακ.

Η αλήθεια μού έδωσε πίσω το παρελθόν

     Στο κουβάρι αυτό των σχέσεων και των γεγονότων έρχονται να προστεθούν η μεγάλη στροφή στην ψυχολογία του Τζακ όταν έμαθε ότι η Ανν έχει ερωτική σχέση με τον Γουίλι – είναι μια στροφή προς τα «έσω», που τον σπρώχνει σ’ ένα απρόοπτο ταξίδι προς τη Δύση για να αναστοχαστεί τον εαυτό του, την Ανν και τη σχέση του μαζί της. Ήδη η κρυφή αγάπη και λαχτάρα του Τζακ για την Ανν και τη σχέση του μαζί της στο παρελθόν μάς έχουν χαρίσει γοητευτικές σελίδες, που μας βυθίζουν στο ανέφικτο ενός πολύ βαθιού έρωτα. Ωστόσο όλα ανατρέπονται, τώρα που αντικρίζει μια διαφορετική πλευρά της «αλήθειας» της Ανν (δεν τον είχε αγαπήσει, απλά είχε μια μυστήρια λαχτάρα στο αίμα της/και πάλευε διαρκώς ανάμεσα στην παρόρμηση και στον φόβο/δεν γίνεται να χάσει κάτι που δεν σου ανήκε). Η ενδοσκόπηση του χαρίζει μια νέα, «μυστική» γνώση που την ονομάζει «Μεγάλη Σύσπαση» (ολόκληρη η ζωή δεν είναι παρά ο σκοτεινός παλμός του αίματος ο σκοτεινός παλμός του αίματος και ο σπασμός του νεύρου),μιαάμυνα που τον κάνει άτρωτο, λιγότερο ευάλωτ ως κυνικό.
     Όμως η εσωτερική εξέλιξη του Τζακ δεν σταματά εδώ. Η ενεργός ανάμειξή του στην ανεύρεση της αλήθειας τον γεμίζει βέβαια ευθύνες κι ίσως και ενοχές (θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο Μόρτιμερ κι εγώ ήμασταν απλώς τα δίδυμα εργαλεία της παρατεταμένης και αναπόδραστης αυτοκαταστροφής του Δικαστή Ίρβιν). Έρχεται όμως αντιμέτωπος με νέες αποκαλύψεις που αφορούν τη δική του τραγική οικογενειακή πορεία. Αποκαλύψεις που αφορούν τον πατέρα και τη μητέρα του, τη σχέση μεταξύ τους και την Αλήθεια. Σιγά σιγά ενστερνίζεται μια διαφορετική στάση απέναντι στην ίδια του τη μητέρα (μου έδωσε μια καινούρια εικόνα του εαυτού της και αυτό σε τελική ανάλυση σήμαινε μια καινούια εικόνα του κόσμου) απέναντι στο επάγγελμα (αμέσως παραιτείται από την αποστολή να εξουδετερώσει τον αντίπαλο διεκδικητή του νοσοκομείου) και αυτοβούλως, ως ιστορικός ερευνητής όπως αυτοαποκαλείται, διερευνά τους αυτουργούς, ηθικούς και μη, των εγκλημάτων.
     Οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου μάς δίνουν την κατάληξη όλων των «ανθρώπων του βασιλιά», αλλά κυρίως σελίδες σοφίας και αυτογνωσίας του Τζακ:
(…) προσπάθησα να της πω πως, αν δεν αποδεχτεί κανείς το παρελθόν του και το φορτίο του, δεν υπάρχει μέλλον, γιατί χωρίς το ένα δεν μπορεί να υπάρξει το άλλο κι πως, αν μπορέσεις να αποδεχτείς το παρελθόν, μπορείς να ελπίζεις για το μέλλον, γιατί μόνο μέσα από το παρελθόν μπορείς να χτίσεις το μέλλον.
Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Από το μπλογκ του αγαπητού Άγη Αθανασιάδη: «Στο μυθιστόρημα του Penn Warren, που εμπνεύστηκε τον τίτλο του από ένα παιδικό τραγουδάκι, ο κεντρικός χαρακτήρας γύρω από τον οποίον περιστρέφονται όλοι οι άλλοι, είναι ο Γουίλιαμ Σταρκ. Ο συγγραφέας μπορεί να το αρνήθηκε όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο, αλλά η προσωπικότητα του ήρωά του, βασίζεται στα έργα και τις ημέρες του Κυβερνήτη της Λουιζιάνας (1928-1932) και αργότερα Γερουσιαστή (1932-1935), Χιούι Λονγκ ενός αντιφατικού Δημοκρατικού, που προσέφερε πολλά στην πολιτεία της Λουιζιάνας, διαφώνησε ανοικτά με τον Ρούζβελτ για την πολιτική του New Deal και δολοφονήθηκε από τον γαμπρό ενός πολιτικού του αντιπάλου. Ο Λονγκ ήταν ένας λαϊκιστής πολιτικός, που κινητοποιούσε τις μάζες, κυβέρνησε αυταρχικά, έκανε πολλά δημόσια έργα και χρησιμοποιούσε συζητήσιμες μεθόδους. Κάτι ανάλογο φέρεται να κάνει ο Σταρκ στο βιβλίο, ο οποίος, ξεκινάει ως ιδεαλιστής πολιτικός που θέλει να αλλάξει τον κόσμο και αλλάζει τον εαυτό του. Θεωρεί ότι κάνει το Καλό αλλά στην πραγματικότητα χρησιμοποιεί τις χειρότερες μεθόδους για να το επιτύχει. Ακόμα και στην φαινομενικά καλύτερη πράξη του, την κατασκευή του Νοσοκομείου – εκβιάζει τον Δικαστή Ίρβιν, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που μπορεί να επιφέρει αυτή του η ενέργεια στους γύρω του, ακόμα και σε πολύ κοντινά του πρόσωπα. Στον βωμό της σκοπιμότητας, μπορεί να θυσιάσει τα πάντα»( https://librofilo.blogspot.com/2021/03/blog-post_20.html).

Σάββατο, Απριλίου 03, 2021

Στη σκιά του ποιητή, Βασίλης Διακοβασίλης

     Στο πρώτο αυτό μυθιστόρημα του αγαπητού φίλου και συν-αναγνώστη στη Λέσχη Ανάγνωσης της Δράμας Βασίλη Διακοβασίλη, του οποίου πριν από δυο χρόνια γνωρίσαμε τα διηγήματά του στη συλλογή «Ανθρώπων ιστορίες», πρωταγωνιστική μορφή είναι η «σκιά του ποιητή».  
     Στις 11 Σεπτεμβρίου του 2018, ο καταξιωμένος ποιητής των νεοελληνικών γραμμάτων, Κωνσταντίνος Καρδιανός, βρίσκεται νεκρός σε ερημική παραλία της Καρπάθου∙ ωστόσο η «σκιώδης», η σκοτεινή πλευρά της προσωπικότητάς του είναι αυτή που ανιχνεύει ο συγγραφέας, μέσα από τους τέσσερις άλλους συμπρωταγωνιστές: την ερωτική φίλη, ποιήτρια και γραμματέα του επί χρόνια Νιόβη Μελασσιανού, τον αφηγητή και δημοσιογράφο πολιτιστικού ρεπορτάζ Νίκο Μιχαηλίδη και την φιλόλογο Μαρίνα Αναγνωστάκη, φιλόλογο που συντροφεύει τον Νίκο στην έρευνά του. Τέλος, σημαντικό ρόλο παίζει και η δεύτερη γραμματέας του ποιητή, η Άννα Χριστοφόρου, που συνεργάστηκε μαζί του ως γραμματέας του τα τελευταία δεκαεννιά χρόνια.
    Ο περίεργος και απροσδόκητος θάνατος του ποιητή, που όπως φαίνεται από την αρχή ήταν προσχεδιασμένος («ηθελημένη αυτοκτονία») δίνει μια ατμόσφαιρα μυστηρίου, δεδομένου ότι πρόκειται για έναν αγαπητό και δημοφιλή ποιητή, πολύ διακεκριμένη μορφή των γραμμάτων, όχι μόνο για το ποιητικό του έργο αλλά και για την πλούσια αρθρογραφία του. Ο αιφνίδιος και ριζικός χωρισμός του με την Νιόβη πριν δεκαεννιά χρόνια -μετά από συμβίωση εικοσιπέντε χρόνων-, και η δική της άρνηση να τον ξαναδεί μετά απ’ αυτό, όταν εκείνος επισκέφτηκε το νησί της τον Σεπτέμβριο του 2018, αυξάνει ακόμα περισσότερο την περιέργεια και το ενδιαφέρον για την άβυσσο που κρύβει η ψυχή του ανθρώπου. Γιατί μετά απ’ αυτήν την άρνηση, κι εκείνος με τη σειρά του αρνείται να πάρει τα φάρμακα για την καρδιά, που τον κρατούσαν στη ζωή.
     Ο κεντρικός ήρωας και αφηγητής Νίκος Μιχαηλίδης θέτει ως στόχο να διερευνήσει αυτόν τον παράδοξο θάνατο, τον μυστήριο αυτόν χαρακτήρα, τις σχέσεις του μοναχικού ποιητή με την ερωμένη-γραμματέα του αλλά και την νεαρή φοιτήτρια φιλολογίας που την προσέλαβε λίγο πριν η Νιόβη τον εγκαταλείψει, και που τον στήριξε με πολλή αφοσίωση και σπάνια ικανότητα, καθώς χειριζόταν όλες του τις υποθέσεις, συγγραφικές και εκδοτικές. Ως έμπειρος δημοσιογράφος, ο Μιχαηλίδης διακρίνει ότι ίσως αν γράψει ακόμα και βιβλίο με τον βίο και την πολιτεία του Καρδιανού -το πρώτο του- θα παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον (ένα σημαντικό πρόσωπο των γραμμάτων μας, με ελάχιστα πράγματα γνωστά για την ιδιωτική του ζωή, ένας παράξενος θάνατος σε μια ερημική και αποκομμένη παραλία ενός απομακρυσμένου νησιού του Αιγαίου, μια παλιά σχέση που τον συνέδεε με το νησί αυτό/τα λίγα στοιχεία αυτής της ιστορίας που μέχρι τότε είχα στα χέρια μου μού επιβεβαίωναν ότι ο μοναχικός θάνατος του Καρδιανού έκρυβε από πίσω του μια πονεμένη ιστορία). Σ’ αυτήν του την απόπειρα, ζητά τη βοήθεια της παλιάς του φίλης Μαρίνας, που κατάγεται κι αυτή από την Κάρπαθο, με το αρχικό πρόσχημα να τον φέρει σ’ επαφή με τη Νιόβη Μελασσιανού.
     Έτσι, αποκτούμε σιγά σιγά πρόσβαση σε πέντε ψυχογραφίες, πέντε ανθρώπους των οποίων σταδιακά οι ζωές συγκλίνουν γύρω από ένα μεγάλο ερώτημα, το ερώτημα στο οποίο αποτελεί απάντηση όλο το βιβλίο: ποια είναι η σχέση του ποιητή, του ποιητή δηλαδή ως δημιουργού με τη Ζωή, με την αγάπη, με τους ανθρώπους γύρω του. Και καθώς βέβαια η κεντρική ποιητική μορφή είναι ο Κωνσταντίνος Καρδιανός, οι άλλοι τέσσερις, φίλοι του λόγου και δημιουργοί κι εκείνοι, αποτελούν αντανάκλαση ή, έστω, διαφορετικές εκδοχές μιας προσωπικότητας στην οποία δεν «σκόνταψαν» τυχαία. Όλοι είναι μοναχικοί και πρώτα πρώτα ο ποιητής αλλά και η σύντροφος της ζωής του, η Νιόβη. Ποιήτρια κι εκείνη, δέχτηκε με πρόθυμη αυταπάρνηση να μην κάνει οικογένεια και παιδιά, ούτε καν να έχει επίσημη σχέση με τον Κωνσταντίνο, προκειμένου να υπηρετούν την τέχνη τους.
     Η μοναχικότητα είναι ένα από τα κοινά στοιχεία τουλάχιστον των τεσσάρων πρωταγωνιστών (η Άννα Χριστοφόρου φαίνεται πιο κοινωνική, άλλωστε έκανε οικογένεια). Στο μυθιστορηματικό σήμερα, εκτός από τις έρευνες για τον ποιητή, παρακολουθούμε τα δειλά βήματα συμβίωσης δύο εργένηδων από πεποίθηση, του Νίκου και της Μαρίνας, δύο ανθρώπων που βρίσκονται ήδη στη μέση ηλικία (42 και 52 αντίστοιχα, μεγαλύτερη η γυναίκα) και διστάζουν να ενώσουν την καθημερινότητά τους με τους ρυθμούς ενός άλλου προσώπου. Αντίστοιχες επιφυλάξεις είχε και ο Καρδιανός («κλασικό γραφιά» τον χαρακτηρίζει ο Μιχαηλίδης) με τη Νιόβη, τη νεαρή ποιήτρια που εμφανίστηκε ξαφνικά στο σπίτι του για να ζητήσει τη γνώμη του για τα νιόκοπα ποιήματά της, και έμεινε μαζί του ως γραμματέας και ερωμένη. Όλοι αγαπούν τον λόγο, τη γραφή, τη λογοτεχνία, τον πολιτισμό με κάποιον τρόπο. Μέσα από συγγραφικά τεχνάσματα (ημερολόγιο του Καρδιανού, απομαγνητοφωνημένη συνέντευξη της Μελασσιανού, αφηγήσεις και συνεντεύξεις) ο αναγνώστης συνθέτει τις βιογραφίες πέντε ανθρώπων που παρόλη τη μοναξιά αναζητούν την ταυτότητά τους, ίσως τον αληθινό τους εαυτό μέσα από τη σχέση τους με τον Άλλον. Πέντε ανθρώπων που μεγάλωσαν σε αστικό περιβάλλον, με τον συντηρητισμό και τους περιορισμούς της εποχής τους (ως μεγαλύτερος ο Καρδιανός ζει την χούντα, τη μεταπολίτευση κλπ και στη συνέχεια όλη την πνευματική εξέλιξη μέσα από τα μάτια των πιο νεαρών γραμματέων του), που παίρνουν θέση στα πολιτικά και πολιτιστικά δρώμενα της εποχής, στα οποία ο συγγραφέας εντάσσει τον αναγνώστη με μαεστρία. Έτσι έμμεσα παρακολουθούμε σκέψεις και τοποθετήσεις που ξεκινούν απ τα χρόνια της χούντας μέχρι το σήμερα∙ απόψεις για την οικονομική κρίση, για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για την ακροδεξιά, για την αριστερά, τον Σύριζα, τους πρόσφυγες.
     Παρόλη την κοινή «μαγιά» μέσα στην οποία μεγαλώνουν οι ήρωες, ξεχωρίζουν φυσικά και οι ιδιαιτερότητες των χαρακτήρων τους. Ο Μιχαηλίδης π.χ. είναι ατημέλητος, ακοινώνητος, απεριποίητος ενώ η Μαρίνα είναι πιο θετική, πιο οργανωτική και πιο… νοικοκυρά. Η εστίαση στην προσωπικότητα της Νιόβης έχει ενδιαφέρον ιδιαίτερο, γιατί βλέπουμε την εξάρτηση της προσωπικότητάς της και κυρίως της ποιητικής της αξίας από την κρίση του συντρόφου της, του Καρδιανού. Ωστόσο, όλοι έχουν κάνει την «επανάστασή» τους, ιδιαίτερα οι γυναίκες που έχουν να αντιμετωπίσουν τον συντηρητισμό της οικογένειας απέναντι στη χειραφέτηση των γυναικών, ή τις δυσκολίες μιας εργαζόμενης γυναίκας να κάνει οικογένεια. Η ενηλικίωση της Μαρίνας στην Κάρπαθο μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε από κοντά όχι μονάχα την ασφυξία που προκαλεί η μεγαλούπολη σ’ ένα νεαρό κορίτσι (δυσκολίες της Άννας να δουλέψει δίπλα στον ποιητή), αλλά και η νησιωτική επαρχία, που ακόμα και στο «σήμερα» δυσκολεύεται να αποδεχτεί μια «ελεύθερη» σχέση.
     Ο δημοφιλής και αγαπητός ποιητής Καρδιανός, «ισχυρός πνευματικός παράγοντας» πια στη χώρα, μάλλον απογοητεύει τον βιογράφο του. Όταν πια ολοκληρώνεται ο κύκλος των ερευνών, η αυτοβιογραφία που άφησε ο ίδιος ο ποιητής φωτίζει πτυχές της προσωπικότητάς του, σκοτεινές και άγνωστες (τα ποιήματά μου, στο βάθος, απηχούν στιγμές της ζωής μου/δεν άφησα κανέναν να με γνωρίσει αληθινά) και ο ίδιος ο δημοσιογράφος ομολογεί ότι τελείωσε το χειρόγραφο με «ανάμεικτα συναισθήματα», απογοητευμένος γιατί περίμενε ένα μεγαλύτερο και πιο φοβερό μυστικό από μια ζωή μάλλον βαρετή. Ίσως κι ο αναγνώστης να απογοητευτεί περιμένοντας μια πιο αποκαλυπτική και μοναδική «λύση», όμως προσωπικά πιστεύω ότι η ψυχογραφία ενός ανθρώπου «μονόχνοτου» που, όπως λέει ο Μιχαηλίδης, «άφησε μια μόνη ηλιαχτίδα να μπει στη ζωή του και εγωιστικά φρόντισε να τη στραγγαλίσει», όταν μάλιστα στηρίζεται ψυχολογικά επαρκώς στα βιογραφικά στοιχεία που παραθέτει ο ποιητής, έχει οπωσδήποτε σημασία.
     Η σχέση της ζωής του δημιουργού ποιητή με το έργο του είναι ένα ερώτημα που βασανίζει όχι μόνο τον αφηγητή μας, αλλά την παγκόσμια τέχνη. Η αδιαφορία που επέδειξε ο Καρδιανός προς τη γυναίκα της ζωής του, η ανεξήγητη αδράνεια όταν τον εγκατέλειψε, δεν απηχούσε τα αληθινά του συναισθήματα όπως φάνηκε στο τέλος. Η Νιόβη Μελασσιανού, δέκτης αυτή της αδιαφορίας, καταθέτει όλα τα συναισθήματα που έζησε δίπλα στον άνθρωπό της (πάθος, ικανοποίηση, περηφάνεια, θαυμασμό, εξάρτηση, χαρά) που δεν ήξερε και κείνη να πει αν της έκοψε εντέλει τον δρόμο να αναδειχθεί και κείνη νωρίτερα ως ποιήτρια, ή αν όντως την καθοδήγησε σωστά (ο σύντροφος της ζωής μου επί δύο και περισσότερο δεκαετίες επιτέλους είδε ότι ήμουν έτοιμη να προχωρήσω στη ζωή μου/χρειάζονταν πραγματικά όλα αυτά τα χρόνια για να αναγνωριστεί η γραφή μου, το ταλέντο μου;). Έτσι, ακολουθεί τον δικό της δρόμο ψάχνοντας τη λύτρωση, την ταυτότητά της ως ποιήτριας μακριά από τη «σκιά του ποιητή», αλλά και ως γυναίκας.
     Tο ενδιαφέρον είναι ότι παρόμοια αδιαφορία, αδράνεια και ανωριμότητα στην προσωπική του σχέση δείχνει κάποια στιγμή ο ίδιος ο Μιχαηλίδης προ τη Μαρίνα, όταν την παραμελεί παρασυρμένος από το πάθος της έρευνάς του. Κάποια στιγμή κι ο ίδιος συνειδητοποιεί ότι ερμηνεύει τον Καρδιανό «σε α΄πρόσωπο»: "πολλές φορές εγκλωβιζόμαστε σε αγκυλώσειςτου χαρακτήρα μας/ το εγώ μας κυριαρχεί της λογικής και φοβόμαστε να απελευθερώσουμε τα συναισθήματά μας". Όμως η Μαρίνα, ως διαφορετικός χαρακτήρας αντιδρά διαφορετικά, όπως βέβαια δέχεται και διαφορετικά την αντίδρασή της ο Μιχαηλίδης. Η σχέση των δύο νεότερων ηρώων μας είναι πιο υπεύθυνη, πιο ώριμη, σα να έχουν προχωρήσει ένα βηματάκι παρακάτω…
     Έτσι λοιπόν, το μυστήριο που ουσιαστικά μας υπόσχεται η «δέση» του βιβλίου, αυτό που ψάχνει ο αναγνώστης μαζί με τον δημοσιογράφο/αφηγητή, βρίσκεται μέσα στη σκοτεινή και ανεξερεύνητη πλευρά της ανθρώπινης ψυχής, μέσα στους δαιδάλους που σχηματίζονται ιδιαίτερα όταν σε μερικούς ανθρώπους, προικισμένους ή έστω αφοσιωμένους σε μια τέχνη, αποκρυσταλλώνεται ως αναπάντητο το ερώτημα που αποτελεί και τίτλο έργου του περίφημου Χόρχε Σεμπρούν:
γραφή ή ζωή;
Χριστίνα Παπαγγελή

Πέμπτη, Μαρτίου 25, 2021

Τη νύχτα, όλα τα αίματα είναι μαύρα, David Diop

     Συγκλονιστικό και πολύ πρωτότυπο το βιβλίο του Σενεγαλέζου συγγραφέα, που παρουσιάζει από μια πρωτόφαντη πλευρά τη θηριωδία του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, ενός πολέμου που εκτός από τις εκατόμβες νεκρών είχε την φρίκη των χαρακωμάτων, δηλαδή της σχεδόν σώμα με σώμα αντιμετώπισης του εχθρού.
     Ο ήρωάς μας και αφηγητής, Αλφά Ντιάγε, είναι ένας από τους χιλιάδες Σενεγαλέζους που ενίσχυσαν τον Γαλλικό στρατό στο Δυτικό Μέτωπο μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας, και μαζί με τον φίλο του Μαντέμπα Ντιοπ κατατάχτηκαν εθελοντικά στον Γαλλικό στρατό, έχοντας ως όνειρο να φύγουν από το Γκαντιόλ, να γίνουν Γάλλοι πολίτες, να ασχοληθούν με το χονδρεμπόριο, να προμηθεύουν με τρόφιμα όλα τα μαγαζιά στη Σενεγάλη…
     Η  πρωτοτυπία όμως του βιβλίου δεν έχει να κάνει με τις «πληροφορίες» που προσλαμβάνει έμμεσα ο αναγνώστης βλέποντας μια ακόμα πτυχή του Μεγάλου Πολέμου (τη συμμετοχή δηλαδή αποικιακών δυνάμεων σε μια καθαυτό ευρωπαϊκή σύρραξη)∙ του πολέμου που άλλαξε τον ρου της Ιστορίας και την αντίληψη των ανθρώπων, πράγμα που θα είχε και πάλι ενδιαφέρον. Η γραφή του Ντιοπ πάει πολύ πιο βαθιά, γιατί παρακολουθούμε τη διαταραχή που γεννιέται και σιγά σιγά τρέφεται και μεγαλώνει μέσα στην ψυχή του ήρωα- αφηγητή εξαιτίας του πολέμου, μια διαταραχή που όχι μόνο δεν αντιλαμβάνεται αμέσως ο αναγνώστης αλλά ζώντας την από μέσα, μέσα από τις εξομολογήσεις και τις σκέψεις του ήρωα, νιώθει ότι έχει τη δική της «λογική».
     Γιατί οι συνειδητοποιήσεις στις οποίες σπρώχνει η φρικωδία του πολέμου τον ήρωα έχουν ένα διαφορετικό βάθος κι… ευαισθησία! Μια δική τους, αυτόνομη και πέρα από το καθιερωμένο συναισθηματικότητα, καθώς ο ήρωας ακροβατεί ανάμεσα στον κίνδυνο και στον θάνατο, μέσα σ’ ένα σκηνικό σακατεμένων, ξεκοιλιασμένων και παραμορφωμένων συντρόφων ή εχθρών. Έτσι, η πρώτη πρώτη σκηνή που φέρνει παραλήρημα στον Αλφά είναι ο σύντροφός του και αδερφικός φίλος, χτυπημένος/ξαντεριασμένος να τον παρακαλεί να τον σκοτώσει για να απαλλαγεί από το μαρτύριο. Είναι για τον ήρωά μας το όριο, το όριο ανάμεσα στο χτες και στο σήμερα∙ γιατί γεννιέται η υποψία μιας νέας ηθικής, πέρα από τα καθιερωμένα («μην αποτελειώσεις τον καλύτερό σου φίλο, δεν έχεις το δικαίωμα»). Όταν ο Αλφά αρνείται να δώσει τη χαριστική βολή στον φίλο του, κι όταν εκείνος πεθαίνει πια μπροστά στα μάτια του, το άνοιγμα μιας νέου τύπου συνείδησης του φυτεύει την πεποίθηση ότι «σκέψεις που τις επέβαλλε το καθήκον, σκέψεις στις οποίες τον έσπρωχνε ο σεβασμός στους ανθρώπινους νόμους, τον έκαναν να μη δείξει ανθρωπιά». Γιατί, όπως λέει σε παραληρήματα που χτίζουν σιγα σιγά μια άλλη συνειδητότητα, «δεν σε άκουσα με την καρδιά/φέρθηκα απάνθρωπα, δεν άκουσα τον φίλο μου, άκουσα τον εχθρό», εννοώντας ότι εκείνη την οριακή στιγμή δεν σκεφτόταν τον φίλο του που υπέφερε, αλλά τον τρόπο να εκδικηθεί. Αργότερα θα αναμετρήσει και τις ευθύνες του μέσα στα αίτια που οδήγησαν τον Μαντέμπα να ορμήσει αλόγιστα στον εχθρό.
     Αυτό που στη συμβατική ζωή το ονομάζουμε «τρέλα» κυριεύει σιγά σιγά τον ήρωά μας ο οποίος επιδίδεται στο κυνήγι… χεριών. Την ανθρωπιά που δεν επέδειξε στον φίλο κι αδερφό του την δείχνει στους εχθρούς: μετά τη λήξη των εχθροπραξιών, παραμονεύει στα χαρακώματα κάποιον αντίπαλο στρατιώτη, τον ξαντεριάζει αλλά του χαρίζει γρήγορα τον θάνατο (αυτό που δεν έκανα για τον φίλο μου, θα το κάνω για τον εχθρό/τον σφάζω όπως πρέπει, με ανθρωπιά). Ως αποδεικτικό στοιχείο της εμμονής φέρνει πίσω στο στρατόπεδο κάθε φορά ένα κομμένο χέρι του εχθρού που ξεκοίλιασε, ένα είδος  λάφυρου, που του γίνεται μακάβρια παρηγοριά. Κι ενώ οι σύντροφοί του στην αρχή γελούν, χειροκροτούν κι επιδοκιμάζουν, στο 4ο χέρι (που συνδέεται χρονικά και με τον φρικτό θάνατο του Ζαν Μπατίστ, του φίλου του που διασκέδαζε με τα κομμένα χέρια), όλοι τρομοκρατούνται, αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι έχει χαθεί το μέτρο (κι ο αναγνώστης το ίδιο), κι ο Αλφά βυθίζεται σε μια απόκοσμη μοναξιά. Γίνεται για όλους ο παράξενος, ο τρελός, ο μάγος, ο δαίμονας, ο Θάνατος∙ κι αυτό βέβαια γίνεται αντιληπτό κι απ’ τον ίδιο (τα ανθρώπινα πλάσματα αναζητούν πάντα παράλογες ευθύνες γα τα γεγονότα/έχουν ανάγκη ότι δεν είναι ο πόλεμος που μπορεί να τους σκοτώσει, αλλά το κακό μάτι). Μέσα του ανατρέπονται όλες οι αξίες, κι αυτό που εμείς ονομάζουμε «παραφροσύνη» εκείνος το ονομάζει «ανθρωπιά».
     Ο αφηγητής ήρωας μπορεί να παραληρεί, αλλά έχει απόλυτη συναίσθηση της φρικαλεότητας που συνοδεύει τον πόλεμο, και του άνωθεν παραλογισμού που οδηγεί τους στρατιώτες να «συναγωνίζονται μεταξύ τους στην τρέλα», να ορμάνε τραγουδώντας στον θάνατο «με μάτια τρελού» σαν άγριοι (θα πεθάνουν δίχως σκέψη). Έχει συναίσθηση ότι «η Γαλλία χρειάζεται τη θηριωδία» γι’ αυτό και στρατολόγησε από τις αποικίες τους «Σοκολατί». Το φρικτό επεισόδιο με τους επτά ανυπάκουους στρατιώτες και την τιμωρία τους από τον λοχαγό Αρμάν προσβάλλει κάθε ίχνος νοημοσύνης που μπορεί να έχει μείνει στον Αλφά (τα μαύρα μάτια του λοχαγού είναι γεμάτα μίσος για όλα εκτός από τον πόλεμο/ο λοχαγός κάνει στον πόλεμο όλα του τα χατήρια. Τον γεμίζει δώρα, του προσφέρει ζωές στρατιωτών χωρίς να τις υπολογίζει. Ο λοχαγός καταβροχθίζει ψυχές).
     Ο Αλφά λοιπόν οδηγείται στα μετόπισθεν, σε ψυχιατρική κλινική προφανώς, κουβαλώντας κρυφά μαζί του τα… επτά χέρια. Σ’ αυτό το δεύτερο μέρος του βιβλίου παρακολουθούμε τις εξομολογήσεις, τις αναμνήσεις, την αναδιευθέτηση του παρελθόντος και της ζωής του όλης, καθώς βυθίζεται ολοένα και περισσότερο σε μια δική του «τάξη» του κόσμου. Οι ζωγραφιές που φτιάχνει με τις οδηγίες του ψυχίατρου είναι ένας οδηγός που κατευθύνει τις σκέψεις του και τις αναμνήσεις του στην ανασκόπηση κι αποτίμηση του βίου του. Πρώτα πρώτα, η ζωγραφιά της μητέρας του, είναι η αφορμή να μας ξετυλίξει όλη την απίστευτη ιστορία της όμορφης νεαρής μητέρας που χάθηκε πρόωρα, και του γέρου πατέρα, που ήταν ευαίσθητος και γνωστικός (αξίζει να αναφερθεί η εξαιρετική απάντηση που έδωσε ο γέροντας Ντιάγε στον αρχηγό του χωριού ενάντια στη μονοκαλλιέργεια αραχίδων που ο αρχηγός θέλησε να επιβάλει).
     Η δεύτερη ζωγραφιά του Μαντέμπα δεν είναι τόσο ωραία, όχι επειδή δεν την πέτυχε, αλλά επειδή ο Μαντέμπα ήταν άσχημος. Βλέπουμε τρομακτική ευαισθησία καθώς ανασκοπεί τη σχέση του με τον Μαντάμπα, που, ενώ είναι τόσο διαφορετικός (καχεκτικός, μικροκαμωμένος και άσχημος) σε αντίθεση με τον όμορφο, ζηλευτό και δυνατό -αλλά ανεπίδεκτο μάθησης- Αλφά, είναι έξυπνος, μελετηρός έχει όμορφη ψυχή κι εντέλει επέδειξε μεγάλη γενναιότητα τη στιγμή της μοιραίας εφόδου (οι πραγματικά γενναίοι, όπως ο Μαντάμπα, είναι αυτοί που δεν φοβούνται τα χτυπήματα παρόλο που είναι αδύναμοι). Και όχι μόνο. Ο Αλφά ανατρέχει στις τύψεις του και στις ενοχές του, αλλά καθώς ωριμάζει παγιώνονται οδυνηρές παραδοχές (τίποτε δεν έμπαινε μέσα στο κεφάλι μου. Το ξέρω, το έχω καταλάβει ότι η ανάμνηση της μητέρας μου πάγωνε όλη την επιφάνεια του μυαλού μου, που ήταν σκληρή σαν το καύκαλο της χελώνας).
     Ανατρέχει με νοσταλγία και στην ερωτική σχέση της όμορφης Φαρί Τιάμ, που τον επέλεξε τέσσερα χρόνια πριν φύγει για τον πόλεμο αλλά του δόθηκε ψυχή τε και σώματι την τελευταία νύχτα. Απίστευτη η λυρική περιγραφή της προσέγγισής τους αλλά και της ένωσής τους κάτω απ το φως του φεγγαριού.
     Καθώς η καταβύθιση του Αλφά προχωρά στην αυτογνωσία, βλέπουμε να γίνεται σώμα (το σώμα μου μού λέει ότι είμαι ένας παλαιστής, κι αυτό μου αρκεί. Δε χρειάζεται να ξέρω το επώνυμό μου, μου αρκεί το σώμα μου. Δε χρειάζεται να ξέρω που βρίσκομαι, μου αρκεί το σώμα μου). Στις τελευταίες είκοσι σελίδες με δυσκολία παρακολουθούμε τις διακυμάνσεις της διαταραγμένης του ψυχής, που έφτασε στο σημείο να κάνει κι άλλη μια ακραία πράξη έχοντας χάσει τον έλεγχο της λογικής, φτάνουν όμως στον αναγνώστη διαμάντια μέσα στη φρενίτιδα που τον κυριεύει. Απαντά στην ερώτηση ποιος είναι με τρόπο «αμετάφραστο» (είμαι ο φυλακισμένος και ο δεσμοφύλακας∙ είμαι το δέντρο και ο σπόρος που το γέννησε∙ είμαι ο πατέρας και ο γιος∙ είμαι ο δολοφόνος και ο δικαστής∙ είμαι η σπορά και η σοδειά∙ είμαι η μητέρα και η κόρη∙ είμαι η νύχτα και η μέρα∙ είμαι η φωτιά και το ξύλο που το κατακαίει∙ είμαι ο αθώος και ο ένοχος∙ είμαι η αρχή και το τέλος∙ είμαι ο δημιουργός και ο καταστροφέας∙ είμαι δισυπόστατος).
     Η φωνή του σκοτωμένου/προδομένου φίλου του κλείνει την ιστορία του Αλφά Ντιάγε με τη συγκλονιστική συνειδητοποίηση: "το σώμα μου δεν μπορεί να αποκαλύψει τα πάντα για μένα/ το σώμα μου δεν μπορεί να αφηγηθεί την ιστορία μου". Η φωνή, υπενθυμίζοντας ότι ο Μαντέμπα σαν αδερφή ψυχή («Frère d’ âme» είναι ο αυθεντικός τίτλος, δηλαδή «Αδερφός ψυχής»/ «Αδερφική ψυχή») είναι το alter ego του Αλφά υπαγορεύει έναν σημαντικό μύθο προφανώς από τον τόπο τους, που καταλήγει στο ότι
εκείνος είναι εγώ κι εγώ είμαι εκείνος

Χριστίνα Παπαγγελή

Σάββατο, Μαρτίου 20, 2021

Κάτι αστραφτερό, Jacqueline Woodson

                                                                                           

Για την ατελείωτη σειρά των προγόνων μου,
όλους εσάς που σκύβατε και λυγίζατε,
σκύβατε και λυγίζατε

     Η νεαρή Τζάκλιν Γούντσον φαίνεται να είναι από τις σημαντικότερες αφροαμερικάνες συγγραφείς, που αναδεικνύει με ευαισθησία και διεισδυτικότητα τις δυσκολίες της ζωής των αφροαμερικανών στη σύγχρονη Αμερική. Μια χώρα, όπου τα δικαιώματα, οι ευκαιρίες και οι ελευθερίες για τους αφροαμερικάνους ακόμα είναι ρευστά, και η κοινωνική στήριξη προβληματική.
     Στο «Κάτι αστραφτερό» (τίτλος για την ελληνική έκδοση, μετά από την συγκατάθεση της συγγραφέα, στη θέση του αμερικάνικου: «Red at the bone») η Γούντσον με αντιστικτικό τρόπο (εναλλαγή στον κεντρικό ήρωα και στα χρονικά επίπεδα, και όχι γραμμική αφήγηση), μας δίνει την ιστορία δυο οικογενειών σε βάθος τριών γενεών, στο Μπρούκλιν των αρχών του 21ου αιώνα. Δυο φτωχικών οικογενειών αφροαμερικάνων που αντιμετωπίζουν την απρόοπτη εγκυμοσύνη της μαθήτριας ακόμη Άιρις με πολύ διαφορετικό τρόπο (αγάπη, αλληλοϋποστήριξη) από το αναμενόμενο στις κοινωνίες των λευκών, ενώ μας εντυπωσιάζει ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει η συγγραφέας την ευαισθησία των ανδρών.
     Με πρώτη ματιά θα νόμιζε κανείς ότι η κεντρική ηρωίδα είναι η Μέλοντι, το 16χρονο κορίτσι που στην πρώτη πρώτη σκηνή του βιβλίου παρουσιάζεται στην τελετή ενηλικίωσής της να κατεβαίνει τα σκαλιά, φορώντας το παραδοσιακό φουστάνι, ενώ όλοι γύρω της, οι φίλοι, η μητέρα, πατέρας, γιαγιά, παππούς αναστοχάζονται τη ζωή της και τη ζωή τους όλα αυτά τα χρόνια. Μάλιστα, η αφήγηση σ’ αυτό το πρώτο πρώτο κεφάλαιο είναι πρωτοπρόσωπη, κάτι που δεν συμβαίνει πάντα στα υπόλοιπα κεφάλαια. Βλέπουμε τεταμένη τη σχέση με την 33χρονη μητέρα, με αφορμή τη μουσική του Πρινς που επέλεξε η Μέλοντι, όμως νιώθει ο αναγνώστης ότι τα αίτια είναι πολύ βαθύτερα (καθώς χορεύουμε, δεν είναι η δεκαεξάχρονη Μέλοντι, δεν είμαι η άλλοτε εξώγαμη κόρη των γονιών μου –είμαι ένα αφήγημα, μια λησμονημένη ιστορία. Που τη θυμήθηκαν).
     Τα μάτια όλων είναι στραμμένα στην πανέμορφη Μέλοντι, που ενηλικιώνεται ξεκινώντας ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή της, όπως έκαναν και η μητέρα και η γιαγιά της –φαίνεται ότι αυτή η τελετή, που στην Ελλάδα είναι ανύπαρκτη, αντίθετα σε κάποιες κοινωνίες είναι πολύ σημαντική. Ωστόσο η αντίστοιχη τελετή για την Άιρις, τη μητέρα, ήταν πολύ διαφορετική, γιατί η Άιρις μόλις είχε ανακαλύψει ότι ήταν έγκυος…
     Η αθέλητη εγκυμοσύνη για ένα 15χρονο κορίτσι, όσο κι ερωτευμένη να είναι με τον σύντροφό της, δημιουργεί μια σειρά από αντιφατικά συναισθήματα και συγκρούσεις. Έτσι, θεωρώ ότι πυρήνας όλης της πλοκής είναι η προσωπικότητα της Άιρις, ενώ βλέπουμε σαν δορυφόρους και τα άλλα σημαντικά πρόσωπα της ιστορίας: τον Όμπρεϊ, τον 16χρονο σύντροφο της Άιρις και πατέρα της Μέλοντι, τον παππού Πο Μπόι και την γιαγιά Σέμπεϊ που ουσιαστικά μεγαλώνουν την Μέλοντι, τη μητέρα του Όμπρεϊ (και άλλη γιαγιά της Μέλοντι) ΚάθιΜαρί, που όμως πεθαίνει γρήγορα. Παρακολουθούμε τις σκέψεις τους, τα συναισθήματά τους καθώς βλέπουν δυο παιδιά που δεν έχουν ακόμα τελειώσει το σχολείο, να γίνονται γονείς.
     Το βιβλίο ξεχειλίζει από συναίσθημα. Γιατί ο κοινωνίες των μαύρων, έχοντας περάσει από απίστευτες συνθήκες και δυσκολίες, έχουν καλλιεργήσει λεπτοφυείς σχέσεις και ισχυρούς δεσμούς, κάτι που το βλέπουμε πολύ έντονα και στον ΤζέιμςΜπάλντουιν. Στο γράψιμο της Γούντσον, που είναι λιτό και περιγραφικό, διαρρέει αυτό το συναίσθημα με λυρικές πινελιές, όπως ξεχειλίζει το νερό από χαραμάδες στο βράχο.
     Στην καρδιά των προβλημάτων είναι η ανεπιθύμητη όχι μόνο κύηση αλλά και μητρότητα. Ήδη, την μέρα της τελετής της Μέλοντι, οι κουβέντες ανάμεσα στην ίδια και την μητέρα της είναι σπαραχτικές. Η παγίδευση της ανώριμης, έφηβης Άιρις σε μια δέσμευση που της στερεί τις σχολικές φίλες αλλά και το όνειρο να σπουδάσει, να ταξιδέψει, να «πετάξει», δικαιολογεί στα μάτια του αναγνώστη τη σκληρότητα απέναντι στην Μέλοντι. Είναι ακόμα παιδί, και βιώνει με τρόμο τη γέννα («φρικιαστική εμπειρία»/πονούσε λες και κάποιος τσαλαπατούσε την πλάτη της με τις μπότες του), τον πόνο στα στήθη που θηλάζουν, ενώ κρατώντας το νεογέννητο διαβάζει Χημεία και Τριγωνομετρία. Θήλασε το παιδί τρία χρόνια γιατί υποτίθεται ότι έπρεπε να νιώθει μαζί του μια βαθιά σύνδεση, κάτι σαν ηλεκτρικό ρεύμα, αλλά δεν ένιωθε τίποτα τέτοιο. Στην πρώτη ευκαιρία παίρνει απολυτήριο (με τη βοήθεια της δυναμικής μητέρας της δεν επανέλαβε την τάξη στο καθολικό σχολείο απ’ όπου την απέβαλαν, αλλά έδωσε κατευθείαν εξετάσεις) και γράφεται σ’ένα μακρινό Πανεπιστήμιο, γυρεύοντας τη χαμένη ελευθερία. Στην ενδυνάμωση και ωρίμανση της Άιρις έπαιξε καθοριστικό ρόλο η μητέρα του Όμπρεϊ, που προσφέρθηκε να τη βοηθήσει στα μαθήματα και ουσιαστικά την έβαλε προ των ευθυνών της.
     Έτσι, η Μέλοντι μεγαλώνει με τη γιαγιά, τον παππού και τον Όμπρεϊ, σ’ ένα στοργικό περιβάλλον απ’ όπου όμως απουσιάζει η Μητέρα (δεν είναι τυχαίο που ως παιδί δεν αποκαλεί την Άιρις «μαμά», αλλά με το όνομά της). Είναι ένα όμορφο, χαρούμενο γεμάτο ζωντάνια κορίτσι, όμως καίγεται από την κρυφή πληγή (ήθελες να με ξεφορτωθείς; /κι ύστερα έπαψες να με θέλεις, έτσι δεν είναι;/βλέπω την πλάτη της να χάνεται στο άνοιγμα της πόρτας/πόσο απόλυτα πεινασμένη ήμουν κάποτε. Γι’ αυτήν. Γι’ αυτήν. Γι’ αυτήν).
     Αυτό που, όπως είπαμε, αποτελεί και πρωτοτυπία του βιβλίου, είναι η ευάλωτη ψυχολογία και ενσυναίσθηση των αντρών, του Όμπρεϊ και του παππού, Πο Μπόι (κι αυτός μιλάει πρωτοπρόσωπα). Αρχικά ο Όμπρεϊ, ο 16χρονος πατέρας, κι αυτός παιδί ακόμα όχι μόνο δεν αποποιείται τις ευθύνες του, αλλά είναι πολύ ερωτευμένος με την Άιρις και πολύ δεμένος με το παιδί (ποτέ του δεν είχε φανταστεί μια τέτοια βαθιά κι ατέλειωτη αγάπη). Η συγγραφέας, ακόμα και στην περιγραφή της πρώτης σεξουαλικής επαφής, εστιάζει στα συναισθήματα του Όμπρεϊ, ίσως καταδεικνύοντας έτσι ότι είναι πιο ερωτευμένος, άρα πιο ευάλωτος και ανασφαλής. Κι εξακολουθεί να νιώθει το ίδιο πάθος και μετά τη γέννα. Γιατί ο Όμπρεϊ «ξέρει» να αγαπά∙ αγαπά τη μητέρα του, αγαπά την Άιρις, και στη συνέχεια λατρεύει την κόρη του. Αντίθετα, η Άιρις, ψάχνει την ταυτότητά της, αποπροσανατολισμένη και ζαλισμένη από τα γεγονότα. Άλλωστε η ίδια ομολογεί, μετά την εξαπάτηση από το πρώτο αγόρι: έμαθα γρήγορα να μην τους αγαπάω, να αγαπάω μόνο την αίσθησή τους μέσα μου, τη γεύση του στόματός τους, το αγκάλιασμά τους. Και τίποτα παραπάνω.
     Ερωτευμένος είναι και ο παππούς Πο Μπόι με την γυναίκα του, και είναι αμοιβαίο (Θεέ μου, θα το αγαπάω το χαμόγελο αυτού του άνδρα μέχρι να πεθάνω), ίσως γι’ αυτό κατανοούν τους δυο νεαρούς. Η συγγραφέας μάς χαρίζει σκηνές μεγάλης και βαθιάς τρυφερότητας των δυο ηλικιωμένων που έζησαν τόσα μαζί και του ενός προς τον άλλον, και προς την Άιρις, προς τον Όμπρεϊ και τη Μέλοντι (ακόμα κι 
οι άντρες κλαίνε, λέει απερίφραστα ο Πο Μπόι).
     Στο υπόβαθρο, η ιστορική μνήμη της Σέιμπι ανατρέχει στη σφαγή της Τάλσα (πόλη της Οκλαχόμα), όπου το 1921 έλαβε χώρα το «χειρότερο ίσως επεισόδιο ρατσιστικής βίας στην ιστορία της Αμερικής», κι όπου η δίχρονη τότε μητέρα της ήταν η μόνη που επέζησε από την τρομερή πυρκαγιά. Η φωτιά, που έβαλαν οι λευκοί με τους δαυλούς και με τη λύσσα τους, έκαναν στάχτη τη ζωή και τα όνειρα των δικών μου, λέει η Σέιμπι. Το μόνο που αντιστέκεται στο μένος των ρατσιστών, είναι οι πλάκες χρυσού, κρυμμένες σε σίγουρο μέρος… Είναι το «κάτι αστραφτερό», κάτω από τις σπασμένες σανίδες, που θα αποκαλύψει η Άιρις, όταν μια νέα ρατσιστική επίθεση στο Μπρόντγουεϊ θα αναβιώσει τα «αποκαΐδια της φωτιάς της Τάλσα».
Νομίζω ότι στο παρακάτω απόσπασμα, λόγια της Σέιμπι, περικλείεται και η ουσία του βιβλίου:

"Κάθε μέρα, από τότε που ήταν μωρό, έλεγα στην Άιρις αυτή την ιστορία. Πώς κατέφτασαν με κακές προθέσεις. Πώς το μόνο που ήθελαν ήταν να μας δουν πεθαμένους. Με τα χρήματά μας να έχουν καεί. Με τα μαγαζιά και τα σχολεία και τις βιβλιοθήκες μας, τα πάντα, να έχουν χαθεί. Και παρόλο που όλα αυτά έγιναν είκοσι ολόκληρα χρόνια πριν αρχίσω να υπάρχω έστω και σαν σκέψη, τα κουβαλάω ακόμη. Κουβαλάω την απώλεια. Η Άιρις κουβαλάει την απώλεια. Και παρακολουθώντας την εγγονούλα μου να κατεβαίνει εκείνα τα σκαλιά, είμαι πια σίγουρη πως κι αυτή κουβαλάει την απώλεια επίσης.

Μα και οι δυο τους είναι ανάγκη να ξέρουν πως, μέσα στην απώλεια, πρέπει να κουβαλάς και πολλά άλλα πράγματα. Το φευγιό. Τη σωτηρία.

Την επιβίωση".

Χριστίνα Παπαγγελή

Σάββατο, Μαρτίου 13, 2021

Λάθος χώρα, Γκαζμέντ Καπλάνι

        Η αντίθεση χαρακτήρων, πεποιθήσεων, ιδεολογιών, τρόπου ζωής∙ η συνύπαρξη των αντιθέτων, η σύγκρουση ή η διαλεκτική τους σχέση σε μια κοινωνία γεμάτη αντιφάσεις (την Αλβανία της εποχής 1968-1990) είναι ο πυρήνας αυτού του μικρού αριστουργήματος του Αλβανού συγγραφέα, που έζησε εικοσιπέντε χρόνια στην Ελλάδα, δούλεψε ως δημοσιογράφος και συγγραφέας αλλά δεν κατάφερε να πάρει την ελληνική υπηκοότητα που ήθελε. Ταυτόχρονα ταξιδεύουμε σε μια χώρα όπου η κοινωνία δοκιμάστηκε από τη δίνη της Ιστορίας (με γιώτα κεφαλαίο) με τρόπο μοναδικό και προβληματικό.
         Ακόμα και η μικρή φανταστική πόλη όπου διαδραματίζεται η πλοκή, η Τερς, χαρακτηρίζεται από αντιθέσεις. Ο ποταμός Σκάμανδρος («Σηκουάνας» κατ’ ευφημισμόν) χωρίζει την παλιά πόλη -με τους παραδοσιακούς οικισμούς, τις διαφορετικές εκκλησίες (κατεστραμμένες βέβαια από τον κομμουνισμό), τις «παρδαλές» οικογένειες (διαφορετικών θρησκειών)- από την καινούρια πόλη, χτισμένη από Ιταλούς αρχιτέκτονες, με καινούργια ονόματα στους δρόμους , καινούργια κτίρια κλπ. Η Τερς μπορεί να είναι επινόηση του συγγραφέα, αλλά η μικροϊστορία της δηλώνει την μοίρα ενός λαού που βρέθηκε σ’ ένα σταυροδρόμι λαών: «Το Τερς είναι μια πόλη όπου η ιστορία της Ευρώπης σκόνταψε, έπεσε κάτω και έσπασε το σβέρκο της». Από το 1916 Σέρβοι, Έλληνες, Γάλλοι («Αράπηδες» γιατί στο στράτευμά τους είχαν Βορειοαφρικάνους), Ιταλοί/Γερμανοί διεκδικούν κατά καιρούς την κυριαρχία, αφήνοντας το πολιτιστικό τους στίγμα. Τέλος, μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο οι Αλβανοί Παρτιζάνοι μπαίνουν σαν ελευθερωτές (χειρότερα δεν γίνεται, αδέρφια, μόνο καλύτερα μπορεί να γίνει. Τουλάχιστον τούτοι εδώ είναι δικοί μας).
         Ξένος στην ίδια του την πατρίδα, ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, Καρλ, επιστρέφει για 15 μέρες στην γενέτειρά του, την Τερς, 27 χρόνια μετά την αυτοεξορία του (δεν πίστευαν ότι θα επέστρεφε σε έξι μήνες. Ούτε εκείνος το πίστευε), για την κηδεία του φανατικά σταλινικού πατέρα του. Εκεί θα συναντήσει και θα φιλοξενηθεί από τον αδερφό του Φρέντερικ, πιστό οπαδό της παράδοσης και λάτρη της φτωχής, κατακρεουργημένης και λεηλατημένης Αλβανίας. Μεταξύ τους όμως στέκεται ένας «αόρατος τοίχος» που έχει υψωθεί από τον αγανακτισμένο για την μοίρα του τόπου του, Καρλ.Η ιστορία του τόπου έχει εμφυσήσει στον Φρέντερικ ένα βαθύ εθνικιστικό πνεύμα (ο εθνικισμός δεν είναι μίσος για τους άλλους, είναι αγάπη για τον εαυτό σου, για τη γλώσσα σου, για το έθνος σου), κι αυτό δημιουργεί αγεφύρωτο χάσμα με τον Καρλ.
 
     Μέσα στις πρώτες πέντε σελίδες έχει ήδη στηθεί η βασική αντίθεση της τραγικής ιστορίας. Και το βασικό σκηνικό: οι δυο τόσο διαφορετικοί γιοι να στέκονται με διαφορετικά συναισθήματα ο καθένας δίπλα στο φέρετρο του Πατέρα, μαυροφορεμένες γυναίκες παραδίπλα, ο καπνός απ’ τα τσιγάρα των αντρών, και μια ατμόσφαιρα που μυρίζει παρελθόν (οι περισσότεροι επισκέπτες σ΄αυτό το δωμάτιο ανήκαν σε άλλη εποχή, την οποία όλοι ονόμαζαν «τον καιρό εκείνο»).
     Στην αφήγηση εναλλάσσεται λοιπόν το «σήμερα» που ξεκινά από τη μέρα της κηδείας με σκηνές από το παρελθόν που δίνουν βάθος σ’ αυτό το σήμερα, ενώ με πλάγια γράμματα και συνήθως στο τέλος των μικρών κεφαλαίων, έχουμε τον εσωτερικό μονόλογο του πιστού στα πατροπαράδοτα, αλλά συναισθηματικού Φρέντερικ. Αγαπά τον μεγάλο του αδερφό και νοσταλγεί τις μέρες της παιδικής ξενοιασιάς.
     Ο Καρλ (όνομα χαρισμένο προς τιμήν του Μαρξ (!)) γεννήθηκε το 1968, στο μεσουράνημα της κυριαρχίας του Εμβέρ Χότζα. Ως παιδί, θυμάται τον εαυτό του να διαβάζει μαζί με τον Φρέντερικ (προς τιμήν του Ένγκελς (!)) αποσπάσματα από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο για να αποσπάσουν τα χειροκροτήματα των γονιών τους (!). Ήταν και η πρώτη αφορμή για την «ανταρσία» που ακολούθησε, απέναντι στο κομμουνιστικό ιδεώδες που προσπαθούσε να επιβάλει ο πατέρας στην καθημερινότητα των αγοριών. Τα δυο αγόρια μαθαίνουν γαλλικά και ρωσικά, ενώ ο ταλαντούχος στις γλώσσες Καρλ μαθαίνει και ιταλικά, ισπανικά, αγγλικά. Με αυτά ως εφόδιο όμως, ο Καρλ γίνεται λαθρέμπορος εικόνων και θραυσμάτων ενός άλλου κόσμου, απαγορευμένου τον οποίο ο πατέρας θεωρούσε επικίνδυνο, εχθρικό, απειλητικό… Η σύγκρουση με τον πατέρα κορυφώνεται με το χαστούκι που έφαγε ο Καρλ (το επεισόδιο της πατρικής βίας θα έμενε κολλημένο στη μνήμη του Καρλ σαν βδέλλα πάνω σε ανθρώπινη σάρκα/ήταν το βλέμμα του φανατικού. Ένα βλέμμα από το οποίο δεν μπορούσες να κρυφτείς ούτε να του ξεφύγεις). Αργότερα θα δούμε ότι το βλέμμα αυτό «του φανατικού» στοιχειώνει την ψυχολογία του Καρλ, ενώ παράλληλα συσσωρεύονται κι άλλοι λόγοι για τους οποίους απορρίπτει την πατρική «εξουσία» («ο γιος του χαφιέ», έγραφαν τα χαρτάκια που κολλούσαν οι συμμαθητές τους στις τσάντες τους»).
     Η αντίθεση ανάμεσα στα δυο αδέρφια δεν αφορά μόνο μόνο την ιδεολογία αλλά και τον τόπο όπου επέλεξαν να ζήσουν: ο Καρλ είχε ζήσει κάτω από διαφορετικούς ουρανούς, είχε μιλήσει και γράψει σε ξένες γλώσσες, είχε ερωτευτεί γυναίκες διαφορετικών εθνικοτήτων. Ο Φρεντερίκ είχε ζήσει στην ίδια κωμόπολη όπου είχε γεννηθεί, στην ίδια πολυκατοικία, στον ίδιο όροφο, στο ίδιο σπίτι, πραγματοποιώντας έτσι το ιδανικό της συνέχισης των γενεών χωρίς χάσμα –πράγμα που σύμφωνα με τον πατέρα χάριζε στον άνθρωπο την ισχυρή ταυτότητα και ευτυχία. Το χάσμα όμως μεταξύ τους έχει και ακόμα πιο βαθιές ρίζες, είναι η διαφορετική στάση απέναντι στον πατέρα, και συνακόλουθα, απέναντι στο κατεστημένο. Ο Καρλ αμφισβητεί (και σ’αυτό έχει στο πλάι τη μητέρα του), ο Φρεντερίκ συμφωνεί, ή, υπακούει. Οι δυο πρώτοι περιφρονούν το καθεστώς («ξενομανείς» κατά τον πατέρα), οι δυο τελευταίοι αυτοαποκαλούνται «πατριώτες».

     Όταν μετά τον θάνατο του Εμβέρ Χότζα το κομμουνιστικό καθεστώς του άρχισε να τρίζει, το 1989 (εκτέλεση Τσαουσέσκου, κατάρρευση υπαρκτού σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ), οι ταραχές στα Τίρανα ανατρέπουν τις υπάρχουσες ισορροπίες και μέσα στην οικογένεια. Άλλωστε η μητέρα έχει αυτοκτονήσει λίγες βδομάδες πριν, ενώ ο Καρλ, φοιτητής Γαλλικής Φιλολογίας στην αντικαθεστωτική Φιλοσοφική Σχολή στα Τίρανα, συμμετέχει μαγεμένος στο γκρέμισμα του αγάλματος του Εμβέρ Χότζα (δεν έχω ξαναδεί ποτέ τους Αλβανούς τόσο τρελαμένους από ευτυχία όσο εκείνη τη στιγμή/η πιο εύθυμη νεκροφόρα που είχε δει η ιστορία της ανθρωπότητας). Είναι εκείνη η «τρελή νύχτα» όπου θα γνωρίσει την πρώτη μεγάλη αγάπη, την Κλώντι, και θα δώσουν υποσχέσεις, αλλά θα χαθεί απ’ τη ζωή του ξαφνικά κι ανεξήγητα. Είναι εκείνη η τρελή νύχτα όπου ο Καρλ θα αποφασίσει ότι δεν θέλει πια να ζει σ’ αυτήν τη χώρα.
     Και ξέρουμε καλά ότι δεν είναι ο μόνος… Όταν πια παίρνει το πτυχίο του, το 1991 (χρονιά που ήδη μεγάλα κύματα Αλβανών έχουν φύγει απ’ τη χώρα σε Ιταλία και Ελλάδα), ο Καρλ φεύγει από την Αλβανία κλασικά με πλαστή βίζα. Σ’ ένα λεωφορείο σιωπηλό, γεμάτο «τυχερούς ανθρώπους», χωρίς να έχουν ιδέα τι τους περιμένει. Στην Αθήνα, στην Ομόνοια, μέσα στο φόβο και την ανέχεια (τον έκλεψαν άλλοι Αλβανοί) είναι έτοιμος να επιστρέψει , όταν του χαμογελάει η τύχη μέσα από την προσφορά μιας γυναίκας, της Κλειώς, να δουλέψει ως μπαξεβάνης στον κήπο της. Μπήκε στη ζωή της ορμητικά (όμορφος, νέος, δυνατός και ευάλωτος ταυτόχρονα, διψασμένος να τρέξει προς το μέλλον, να βρει μια καινούρια πατρίδα, έναν καινούριο εαυτό, μια καινούργια ταυτότητα), ερωτεύτηκαν κι έζησαν μαζί περίπου πέντε χρόνια, έγινε συγγραφέας, ταξίδεψαν. Το μόνιμο άγχος, οι δυο έξεις «άδεια παραμονής». Όμως, όπως επισήμανε η Κλειώ, ο Καρλ έπασχε από τη «νόσο της φυγής»…
     Οι πολιτικοί καυγάδες με την Άννα, την επόμενη σχέση, έχουν ενδιαφέρον γιατί βλέπουμε πώς η διαφορετική οπτική και τα διαφορετικά βιώματα φωτίζουν με άλλον τρόπο κάποια γεγονότα, αλλά είναι και η αιτία του γρήγορου σχετικά, χωρισμού. Όμως τα επιτυχημένα του συγγραφικά έργα και το ταλέντο του στις γλώσσες, προσδίδουν στον Καρλ μεγάλο κύρος και τον κατατάσσουν στην κατηγορία του «επιτυχώς ενταγμένου μετανάστη» («Αχ, δεν μοιάζετε καθόλου με Αλβανό!»).
     Κι όμως, εξακολουθεί να νιώθει ξένος σ΄αυτήν τη χώρα, κι αυτό κορυφώνεται όταν, με μια σχετικά ασήμαντη αφορμή, βλέπει μπροστά του να υψώνεται ξανά το τείχος του φανατικού: είναι η απόφασή του να δημοσιοποιήσει την τραγική ιστορία μιας ηλικιωμένης κυρίας, που τους δικούς της (Αλβανοί μουσουλμάνοι- Τσάμηδες) τους σκότωσαν οι τσέτες του Ζέρβα (1945, τους Εβραίους τους ξεπάστρεψαν οι Γερμανοί, τους Αλβανούς θα τους ξεπαστρέψουμε εμείς). Πρόκειται για «τη σφαγή στην Πάργα»[1]και στα γύρω χωριά. Ο Καρλ στερεώνει μέσα του την ιδεολογία του κοινού φίλου, του Χρίστου Π. που μισεί την ιδέα του έθνους- κράτους (ο εθνικισμός ήταν μια ιδιαίτερη ψυχική ασθένεια που είχε φτάσει σε αυτά τα μέρη από την κρύα και τσιγκούνικη Δύση∙ ήταν η ανίατη αρρώστια της Ευρώπης που χτύπαγε ειδικά τα μικρά έθνη, εκείνα που είχαν βγει από τη μήτρα της ιστορίας με καισαρική τομή και διέθεταν αδύναμο ανοσοποιητικό σύστημα).
     Ο Αλβανός συγγραφέας όμως, που έχαιρε εκτίμησης μέχρι τώρα, με το να βγάλει στο φως την ιστορία με τους τσέτες, άγγιξε ένα από τα εθνικά ταμπού («βρομοαλβανέ», «τομάρι» κλπ) η στροφή του κόσμου είναι 180 μοίρες, με αποκορύφωμα γνώριμο εμετικό παραλήρημα βουλευτή της Χ.Α.
Ο ήρωας, μετά την απόρριψη του αιτήματός του για ελληνική υπηκοότητα (τοalter ego του συγγραφέα;), αποφασίζει να μετεγκατασταθεί πια στην Αμερική, μια χώρα που δεν του αρνήθηκε την αλλαγή ταυτότητας όπως έκανε η γειτονική Ελλάδα. Στη Βοστώνη αρχίζει να τον βασανίζει το ερώτημα «πού θα ήθελε να θαφτεί μετά τον θάνατό του», μια παραλλαγή του ερωτήματος ποια πόλη, ποιον τόπο νιώθει δικό του, νιώθει ως «πατρίδα». Η «βασανιστική σκέψη της μεταθανάτιας κατοικίας» γίνεται εμμονή, είναι ουσιαστικά πρόβλημα ταυτότητας, που για τον Φρεντερίκ είναι εξαρχής λυμένο. Αν και είναι εθνικιστής δεν είναι φανατικός. Το βαθύτερο κίνητρό του είναι η αγάπη και μερικές φορές τα λόγια του φωτίζουν καλύτερα τον Καρλ απ’ ό, τι οι πράξεις του τελευταίου: δεν είμαι σαν τον Καρλ. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι έχουν ρίζες/η πατρίδα μου είναι εκεί που είναι οι νεκροί μου. Όσο πιο μακριά τους, τόσο λιγότερη δύναμη, τόσο λιγότερη ζωή, τόσο λιγότερη ταυτότητα/μα πώς μπορεί να αντέξει κανείς το αφόρητο βάρος της μοναξιάς χωρίς να νιώθει πως ανήκει σε κάτι που ξεπερνά τα όρια του ατόμου, κάτι που είναι αιώνιο, που δίνει νόημα στην αναπόφευκτη θνητότητά μας;
     Ωστόσο, η τελευταία «πράξη» του έργου οδηγεί σε πόλωση των αντιθέτων αλλά και σε συναισθηματική λύτρωση τον Καρλ. Ο θάνατος της πανέμορφης Φατμίρα και του μοιχού εραστή της διχάζει του Τερσιανούς που θέλουν να μποϊκοτάρουν την κηδεία μοιχών, ρίχνοντας βέβαια όλο το δηλητήριο στην γυναίκα. Ο Καρλ παίρνει ξεκάθαρη θέση υπέρ της φυσιολογικής ταφής σε αντίθεση με το εκδικητικό πνεύμα των χωριανών, με τους οποίους συντάσσεται ο Φρεντερίκ (εσύ, ο επαναστάτης, εσένα που σε καίει πιο πολύ για μια άγνωστη γυναίκα παρά για την οικογένειά σου. Θα σου πω τι είσαι, Καρλ. Εσύ είσαι ένας μεγαλομανής, ένας αχάριστος, ένας χαμένος, ένας λιποτάκτης!).
    Το χάσμα μεγαλώνει ακόμα περισσότερο, όμως ο ήρωάς μας συμπαραστέκεται στην οικογένεια της Φατμίρα, μόνο αυτός με τον Πάντι τον τρελό,
αποχαιρετώντας για τελευταία φορά ένα άγνωστο κορίτσι, δίπλα σε ανθρώπους που ήταν σχεδόν άγνωστοι, ο Καρλ έκλαιγε και δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του.
Χριστίνα Παπαγγελή




[1] Στις 26 Ιουνίου του 1944 ο ΕΔΕΣ μπήκε στην Παραμυθιά έπειτα από σύντομη αντίσταση της τσάμικης πολιτοφυλακής. Γράφει ο Γ.Μαργαρίτης: «Όλες οι μαρτυρίες από οποιαδήποτε πλευρά κι αν προέρχονται συμφωνούν στην έκταση και στη βιαιότητα των θανατώσεων και κακοποιήσεων σε βάρος των μουσουλμάνων κατοίκων. Πολλές εκατοντάδες-ο αριθμός άγνωστος, αλλά ίσως πλησιάζει τα 500 άτομα-θανατώθηκαν με τους πιο μαρτυρικούς τρόπους μέσα και γύρω από την πόλη…..ο ταγματάρχης Κρανιάς, …του ΕΔΕΣ αποφάσισε την τιμωρία των ‘πρωταιτίων’, δηλαδή την εκτέλεση 34 Τσάμηδων που είχαν επιβιώσει της σφαγής… Δεν ήταν η τελευταία φάση…οι εκκαθαρίσεις των μουσουλμανικών χωριών νότια του Καλαμά, έδιωξαν τους περισσότερους κατοίκους τους βόρεια από το ποτάμι…» (https://roides.wordpress.com/2015/05/25/25may15/, https://www.istorikathemata.com/2012/06/mousoulmanoi-tsamides-katoxi.html).

Σάββατο, Μαρτίου 06, 2021

Αν η Beale Street μπορούσε να μιλήσει, James Baldwin

 The story of a negro in America

is the story of America.

It is not a pretty story…

(από την ταινία του James Baldwin, «I’m not your negro»)


          Ανθρωπιά κι ακατανίκητη αγάπη είναι η βαθύτερη αίσθηση που δίνει το βιβλίο αυτό του γνωστού ακτιβιστή συγγραφέα∙ αγάπη κι αλληλεγγύη που επιβιώνουν μέσα σε συνθήκες μισαλλοδοξίας, ρατσισμού, και των γνωστών απειλών που παραμονεύουν τη ζωή των μαύρων στη Νέα Υόρκη του 20ου αιώνα (χωρίς να σημαίνει ότι έχουν αλλάξει πολλά πράγματα και στον 21ο). Όπως ο ίδιος ο Baldwin λέει στην ταινία «I’ m not your negro», η ιστορία ενός -και μόνο- μαύρου είναι η ιστορία όλης της Αμερικής, και είναι αλήθεια εφόσον η σχέση με τους μαύρους όχι μόνο της πολιτείας αλλά και των ανθρώπων της, σε όλα τα επίπεδα, είναι συγκρουσιακή. Η Ιστορία της Αμερικής γράφεται σε κάθε δρόμο της Νέας Υόρκης (κι όχι μόνο, προφανώς)∙ έτσι, κι αν η Beale Street της Νέας Υόρκης «μπορούσε να μιλήσει», θα μαθαίναμε άπειρες ιστορίες σαν την ιστορία που μας αφηγείται η ηρωίδα.
       Αφηγήτρια είναι η Τις, μια νεαρή 19χρονη γυναίκα που μεγάλωσε στην Beale Street, φτωχική/λαϊκή γειτονιά απέναντι από την οικογένεια Χαντ. Στο μυθιστορηματικό «σήμερα», μέσα στις δυο πρώτες σελίδες μάς εξομολογείται τον έρωτά της για τον 22χρονο Φόνι Χαντ, που βρίσκεται όμως στη φυλακή. Παρόλο που κατηγορείται για βιασμό, διαβεβαιωνόμαστε ότι είναι υπεράνω υποψίας. Επίκειται όμως μια δύσκολη δίκη όπου εφόσον ο κατηγορούμενος είναι μαύρος, είναι εξ ορισμού χαμένος. Σ’ αυτήν την αγωνία προστίθεται και η ακούσια εγκυμοσύνη –μια εξέλιξη που γεμίζει χαρά αλλά και αγωνία την Τις.
     Είναι σχετικά απλή η πλοκή, αλλά πολύπλοκες οι σχέσεις. Ουσιαστικά παρακολουθούμε την εξέλιξη αυτών των δύο «κοινών» γεγονότων που επηρεάζουν τις δυο φτωχές οικογένειες, τις σχέσεις μεταξύ τους και τη δύναμή τους που ενώνεται για να αποτρέψουν την καταδίκη του Φόνι. Ταυτόχρονα με συνειρμικά φλας μπακ στην παιδική ηλικία, μαθαίνουμε τον τρόπο ζωής τους, τον τρόπο με τον οποίο γνωρίστηκαν οι δυο ήρωες ως παιδιά και γίναν φίλοι, τον έρωτά τους -πώς γεννήθηκε και πώς ωρίμασε (νομίζω πως δε γίνεται συχνά δυο άνθρωποι να γελάνε και να κάνουν έρωτα συγχρόνως, να κάνουν έρωτα επειδή γελάνε, να γελάνε επειδή κάνουν έρωτα. Ο έρωτας και το γέλιο πηγάζουν απ’ το ίδιο μέρος), τις πρώτες ερωτικές στιγμές. Ο Φόνι είναι γλύπτης, «αγαπάει το ξύλο και την πέτρα», θέλει να μάθει να ζει απ’ αυτήν την τέχνη[1], κι έχει την «τιμιότητα» να μιλήσει εξαρχής στην Τις σταράτα (αυτό που προσπαθώ να σου πω, Τις, είναι ότι δεν έχω να σου προσφέρω πολλά)∙ εξίσου ντόμπρος είναι κι απέναντι στην οικογένεια –δεν διστάζει να αναλάβει την ευθύνη, να πάει το ίδιο κιόλας πρωινό (μετά τον έρωτα) στον πατέρα της Τις και να εκδηλώσει την αφοσίωσή του στην κόρη του και την πρόθεσή του να μην ακολουθήσει τον συνήθη δρόμο (αλκοόλ, απατεωνιές, ναρκωτικά κλπ) αλλά της εργασίας και της οικογένειας.
      Με ύφος λοιπόν εξομολογητικό, κάποιες φορές λυρικό, γεμάτο πάθος και ευαισθησία, η Τις περιγράφει τη συναισθηματική της κατάσταση, και κάθε μικρή ή μεγάλη αγωνία: πώς αναγγέλλει την είδηση της εγκυμοσύνης στη μητέρα της, στην υπόλοιπη οικογένεια αλλά και στην οικογένεια του Φόνι, τις αντιδράσεις τους, τις αποφάσεις τους. Έμμεσα, μέσα από ένα και μόνο περιστατικό, βλέπουμε και πώς διαγράφονται οι χαρακτήρες. Η οικογένεια της Τις συμπαραστέκεται ολόψυχα, ακόμα και η αποστασιοποιημένη μεγαλύτερη αδερφή, με την οποία οι σχέσεις ήταν μέχρι τώρα ανταγωνιστικές (εγώ δείχνω ανήμπορη απέναντι σε όλα, εκείνη δείχνει ασταμάτητη μπροστά στα πάντα), όχι μόνο δείχνει την αγάπη της αλλά και μεγάλη αποφασιστικότητα (είναι θαύμα να συνειδητοποιείς ότι κάποιος σε αγαπάει).
     Σε αντίθεση με το ζεστό και φιλικό κλίμα της οικογένειας της Τις, που γίνεται «γροθιά» για να βοηθήσει τη δύσκολη κατάσταση (εκείνο το μωρό ήταν το δικό μας μωρό κι ερχόταν/το είχε στείλει η αγάπη που ξεχείλιζε από εμάς, προς εμάς), η οικογένεια του Φόνι εμφανίζεται διαλυμένη. Η κυρία Χαντ, ένα μείγμα κοκεταρίας και πλαστής θρησκοληψίας και οι δυο κόρες φέρονται με τέτοιο ξεσυνερισιό όταν μαθαίνουν τα νέα, που προκαλούν οργή ακόμα και στον πατέρα του Φόνι, τον Φρανκ. Οι δυο οικογένειες ανταλλάσσουν βρισιές και κατάρες που προκαλούν τη βίαιη λεκτική έκρηξη της Ερνεστίν (που ο αναγνώστης την ευχαριστιέται καθότι οι γυναίκες Χαντ ήταν απαράδεκτες), ενώ ξεχωρίζει η αμοιβαία συμπάθεια των δυο πατεράδων, του Τζόζεφ και του Φρανκ (έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη μιας όμορφης φιλίας ανάμεσα στους δυο ώριμους άντρες).  
     Η δικαστική υπόθεση μάς βάζει στα άδυτα των αδικιών που διαπράττονται σε βάρος των μαύρων, και του Γολγοθά που έχουν να ανέβουν για να διεκδικήσουν απλά το δίκιο τους. Η εξαφάνιση της Πορτορικανής κας Ρότζερς (του θύματος βιασμού) περιπλέκει τα πράγματα, και απαιτεί έξοδα για να πληρωθεί ο ντέτεκτιβ που θα την ανακαλύψει. Ο μοναδικός μάρτυς αστυνόμος Μπελ πάνω στον οποίο βασίζεται η καταγγελία, είχε προηγούμενα με τον Φόνι. Ο μάρτυρας «χαρακτήρα» Ντάνιελ, φίλος του Φόνι που βρισκόταν εκείνη την ώρα μαζί του, θεωρείται αναξιόπιστος γιατί έχει κατηγορηθεί για κλοπή αυτοκινήτου (που το ομολόγησε εκβιαστικά γιατί αν δηλώσεις ενοχή γλυτώνεις τα χειρότερα), και τώρα βρίσκεται στη στενή για ναρκωτικά… Μέχρι και η εκπόρνευση περνά απ’ το μυαλό της Τις, προκειμένου να εξασφαλίσει κάποια χρήματα, γιατί καθώς προχωρά η εγκυμοσύνη κουράζεται στη δουλειά και δεν μπορεί να επισκέπτεται τον Φόνι στη φυλακή.
     Οι δυσκολίες συσσωρεύονται καθώς η Σάρον, μητέρα της Τις, αποφασίζει να μιλήσει αυτοπροσώπως στην κα Ρότζερς. Έτσι με χίλιες δυσκολίες πηγαίνει στο Πουέρτο Ρίκο, σε νυχτερινά κλαμπ και σε φαβέλλες, όπου έρχεται αντιμέτωπη με άλλα κυκλώματα μιζέριας –η κα Ρότζερς δεν είναι παρά μια ακόμα πιτσιρίκα που την βίασαν, την άφησαν έγκυο, έχασε το παιδί κλπ κλπ. Κι άλλο ένα αδιέξοδο προστίθεται στις δυσκολίες.
     Εν τω μεταξύ ο Φόνι παλεύει με τον χρόνο μέσα στη φυλακή, αλλά και με τον φόβο (σε άλλο χρόνο είχε φοβηθεί τη ζωή∙ τώρα φοβόταν τον θάνατο –κάπου στον χρόνο). Μα ο φόβος παίρνει και συγκεκριμένο σχήμα: "ζούμε σε μια χώρα γεμάτη γουρουνόμπατσους και φονιάδες". Ξέρουν βαθιά μέσα τους ότι η πηγή της δυστυχίας τους μπορεί να είναι το άδειο βλέμμα του αστυνόμου Μπελ εκείνο το απόγευμα που πέτυχε την Τις μόνη της κι επενέβη ο Φόνι (το βλέμμα του Μπελ σάρωνε το μαύρο σώμα του Φόνι με μια άγρια λαγνεία χωρίς προηγούμενο, σαν να είχε ανάψει ένα φλόγιστρο και να σημάδευε το φύλο του Φόνι).
     Η δίκη αναβάλλεται και το βιβλίο τελειώνει χωρίς να μας αποκαλύπτει την τελική έκβαση. Έρχεται όμως το… μωρό, και είναι φανερή η μεταστροφή των ηρώων προς μια πιο οπτιμιστική διάθεση, πιο αισιόδοξη, πιο μαχητική –τη μαχητικότητα που δίνει σαν συγκολλητική ουσία η αγάπη, η αλληλεγγύη και η αλληλοστήριξη. Η αναμονή του μωρού (δεν θα επιτρέψουμε σε κανέναν να αλυσοδέσει αυτό το μωρό. Τελεία και παύλα) εμψυχώνει όλους, ακόμα και τον Φόνι (βρίσκεται σ ένα μέρος που εγώ λείπω):
-Είμαι κι εγώ καλά. Μην ανησυχείς. Θα γυρίσω σπίτι. Θα γυρίσω σπίτι, σε σένα. Θέλω να σε σφίξω στην αγκαλιά μου. Θέλω να με σφίξεις στην αγκαλιά σου. Πρέπει να σφίξω το μωρό μας στην αγκαλιά μου. Έτσι πρέπει να γίνει. Μη χάσεις την πίστη σου.

Χριστίνα Παπαγγελή


[1] Αξίζει να αναφερθεί ότι στο επαγγελματικό σχολείο όπου πήγαινε, δίδασκαν τα παιδιά να κατασκευάζουν κάθε είδους ανόητα,πραγματικά άχρηστα αντικείμενα/θεωρούν τα παιδιά χαζά κι έτσι τα εκπαιδεύουν για χειρώνακτες

Κυριακή, Φεβρουαρίου 28, 2021

Χαρταετοί πάνω απ’ την πόλη, Καλέντ Χοσεϊνί

 Σκέφτηκα μήπως έτσι ακριβώς ανθεί η συγνώμη,

όχι δηλαδή με λόγια και φανφάρες,

αλλά με τον πόνο να μαζεύει τα πράγματά του, να τα πακετάρει

και να φεύγει μακριά και απροειδοποίητα μέσα στη νύχτα.

«Το γεγονός που με έκανε αυτό που είμαι σήμερα συνέβη στα δώδεκά μου χρόνια, κάποια παγερή, συννεφιασμένη μέρα το χειμώνα του 1975». Αυτή είναι η πρώτη, ελκυστική πρόταση του βιβλίου, από την εισαγωγή στην κεντρική αφήγηση του βασικού ήρωα, του Αφγανού Αμίρ από την Καμπούλ, ο οποίος ανασκοπεί τη ζωή του 25 χρόνια μετά, δηλ. το 2001. Και είναι ελκυστική γιατί καταλαβαίνει κάποιος αμέσως ότι θα ακολουθήσει μια εξομολόγηση de profundis, για περιστατικά που άλλαξαν, πόνεσαν,  διαμόρφωσαν τον ήρωα στην πιο κρίσιμη για τον άνθρωπο ηλικία.

Και δεν μας διαψεύδει ο συγγραφέας. Πράγματι, στις 120 περίπου πρώτες σελίδες παρακολουθούμε τη ιδιαίτερη πορεία προς ενηλικίωση ενός αγοριού μέχρι τα 12, μέσα στις συνθήκες του Αφγανιστάν του 1975, πριν τη σοβιετική εισβολή και, αργότερα, την επικράτηση των Ταλιμπάν, στην πρωτεύουσα Καμπούλ, ενώ το καθοριστικό επεισόδιο για το οποίο μάς προετοίμασε από την πρώτη σειρά του βιβλίου θέτει σε δοκιμασία τις έννοιες «φιλία», «αδερφοσύνη», «προδοσία», «θυσία». Και μέσα απ’ αυτές τις προκλήσεις ο κεντρικός ήρωας αφηγητής θα διερευνά για ολόκληρη τη ζωή του τα λάθη, τις ενοχές του, και την προσωπική του αλήθεια, για να φτάσει στην «κάθαρση».

Στο πλαίσιο ενός διαφορετικού πολιτισμού και με το συναρπαστικό γράψιμο του συγγραφέα, ουσιαστικά απολαμβάνουμε ένα μυθιστόρημα «χαρακτήρων», εφόσον βλέπουμε - μέσα πάντα από τα μάτια του Αμίρ-, πώς εξελίσσονται δύο ακόμη προσωπικότητες: ο αδερφικός του φίλος και υπηρέτης συνομήλικος Χάζαρος Χασάν και ο πατέρας του(«Μπάμπα»), δυο σχεδόν αντιδιαμετρικοί με κείνον χαρακτήρες.

Μεγαλωμένοι κάτω απ’ την ίδια στέγη, χωρίς μητέρα και οι δυο (του Αμίρ πέθανε στη γέννα ενώ του Χασάν  -κάτι χειρότερο από θάνατο- το έσκασε με κάποιον θίασο), ομογάλακτοι με ένα χρόνο διαφορά, ο Αμίρ και ο Χασάν παίζουν όλη μέρα και γνωρίζουν τον κόσμο μαζί, σαν αδέρφια. Με τη διαφορά ότι οι υπηρέτες Χασάν και ο καλοσυνάτος πατέρας του, Αλή, είναι  Χάζαροι και Σιίτες ενώ ο Αμίρ και ο Μπάμπα είναι Παστούν[1] (η κυρίαρχη φυλή) και Σουνίτες. Η διαφορετική καταγωγή και θρησκεία όμως, καθώς βεβαίως και η ταξική διαφορά δεν εμποδίζουν να είναι ο Μπάμπα με τον Αλή δεμένοι με ισχυρούς δεσμούς φιλίας, κάτι που μεταβιβάζεται αβίαστα και στη σχέση των δυο αγοριών. Παρόλη την περιφρόνηση της γειτονιάς και ολόκληρης  της κοινωνίας  προς τους Χάζαρους, ο πατέρας του Αμίρ συμπεριφέρεται μεγαλόκαρδα, σαν ίσος προς ίσον, όμως οι κοινωνικές συνθήκες δεν τους επιτρέπουν να ονομάζονται «φίλοι». Μια παλιά οικογενειακή ιστορία δένει αδιάρρηκτα τους δυο άντρες, κι αυτός ο ιερός δεσμός έχει μεταβιβαστεί αυτόματα, ή μάλλον αυτονόητα στα δυο παιδιά (το μεγαλύτερο μέρος από τα πρώτα δώδεκα χρόνια της ζωής μου το πέρασα παίζοντας με τον Χασάν και είναι φορές που ολόκληρη η παιδική μου ηλικία μοιάζει με ημέρα καλοκαιρινή).

Τα αγορίστικα παιχνίδια στις αλάνες της ειρηνικής Καμπούλ περιγράφονται ειδυλλιακά∙ είναι η εποχή της αθωότητας –μια αντίθεση για όσα θα ακολουθήσουν σε προσωπικό αλλά και σε συλλογικό επίπεδο.

Αμίρ-Μπάμπα

Ωστόσο, όσο τα δυο αγόρια μεγαλώνουν στο πολυτελές αρχοντικό του Μπάμπα (στην πιο πλούσια γειτονια της Καμπούλ) και ο μεν Αμίρ πάει στο σχολείο ενώ ο Χασάν απλώς τον υπηρετεί και δεν ξέρει ούτε να διαβάζει, κάποιες σκιές διακρίνει ο αναγνώστης, κυρίως μέσα στην ψυχή του Αμίρ. Η σχέση πατέρα- γιου και η διαφορετικότητα του χαρακτήρα τους επισκιάζει πολλές φορές την παιδική  χαρά, και δημιουργεί συναισθήματα μειονεξίας ή ανταγωνισμού.

Ο Μπάμπα ήταν άνθρωπος ψημένος, είχε «φυσική δύναμη», (έλεγαν ότι είχε παλέψει και με… αρκούδα), σκληροτράχηλος, με εκλάμψεις απίστευτης μεγαλοψυχίας, προοδευτικός για τα δεδομένα (π.χ. κορόιδευε τη θρησκεία, έπινε ουίσκι, κ.α.), αλλά σκόρπιζε το φόβο γύρω του (το πρόβλημα ήταν πώς τα έβλεπε όλα ή άσπρα ή μαύρα. Δεν μπορείς λοιπόν ν’ αγαπήσεις τέτοιον άνθρωπο χωρίς να τον φοβάσαι ή ίσως και να τον μισείς λίγο). Μαχητικός υπερασπιστής του δικαίου και της αλήθειας, έχει δικές του απόψεις για το τι είναι μόρφωση (βλέπω μπερδεύεις όσα μαθαίνεις στο σχολείο με την κανονική μόρφωση) και «αμαρτία», περιγελώντας τους μουλάδες και τους ιμάμηδες γιατί θεωρεί ότι μόνο μια αμαρτία υπάρχει, η κλοπή. Όταν πια ο Αμίρ ενηλικιώνεται κι αναγκάζονται να φύγουν απ’ την Καμπούλ, θα δούμε ότι δεν διστάζει να θυσιάσει τη ζωή του υπερασπιζόμενος την αξιοπρέπεια μιας γυναίκας.

Είναι απόλυτα αναμενόμενο ο Αμίρ να τον θαυμάζει. Ο Αμίρ όμως αγαπά το διάβασμα, τη λογοτεχνία, διαβάζει με πάθος τα βιβλία τη καθηγήτριας μητέρας του και αδιαφορεί για το κυνήγι, το ποδόσφαιρο κι όλα αυτά που θα έκαναν τον Μπάμπα περήφανο. Μάλιστα, όταν μετά από ένα σκληρό παραδοσιακό αφγανικό παιχνίδι, το «μπουσκάζι», σπάραξε στο κλάμα, ο πατέρας λέει την τρομερή φράση στον φίλο του Ραχίμ: «αν δεν είχα δει με τα ίδια μου τα μάτια τον γιατρό να τον βγάζει από την κοιλιά της γυναίκας μου, δε θα πίστευα ποτέ πως είναι γιος μου». Η πληγή που άνοιγε με τις μικρές προσβολές του πατέρα τώρα γίνεται αγιάτρευτη, και, χρόνια μετά, ο ώριμος πια Αμίρ συνειδητοποιεί:

Η αλήθεια ήταν πως είχα πάντα την εντύπωση ότι ο Μπάμπα με μισούσε λίγο. Και γιατί όχι, άλλωστε; Στο κάτω κάτω η γέννησή μου είχε σκοτώσει την πολυαγαπημένη γυναίκα του, την πανέμορφη πριγκίπισσά του, έτσι δεν είναι;

Έτσι συνειδητοποιούμε από πολύ νωρίς ότι όλη η ζωή του Αμίρ περιστρέφεται γύρω από την τραγική προσπάθεια να κερδίσει την αγάπη και την εκτίμηση του Πατέρα, κι ίσως αυτή η βαθιά ζωτική ανάγκη ερμηνεύει την εσωτερική του σύγκρουση και την ανέντιμη συμπεριφορά προς τον αθώο Χασάν, μια στάση που του κοστίζει τόσο πολύ αργότερα, στη ζωή του. Άλλωστε, όπως ο ίδιος επισημαίνει, δεν είναι τυχαίο που η πρώτη λέξη που είπε ο Αμίρ ήταν «Μπάμπα», ενώ του Χασάν ήταν «Αμίρ»…

Αμίρ-Χασάν, «σουλτάνοι της Καμπούλ»

…γιατί όσο η αγάπη του Μπάμπα είναι το εσωτερικό μαράζι του Αμίρ, άλλο τόσο η αδυναμία του Χασάν είναι ο Αμίρ. Ο Χασάν είναι πολύ έξυπνος, αν και δεν έχει πάει σχολείο, πολύ διεισδυτικός και δυνατός∙ δεν έχει μόνο φυσική δύναμη (άσσος στη «σφεντόνα»), αλλά και ψυχική∙ καρτερικότητα να υπομένει τις απειλές και τα πειράγματα προς τον πατέρα του, τον Αλή, ή προς τον ίδιο, που εκτός του ότι είναι Χάζαρος έχει και λαγώχειλο. Η υπεροχή του στο να λύνει γρίφους και να σχολιάζει γίνεται εμφανής από ένα σημείο και πέρα, γεγονός που προκαλεί τον Αμίρ να υπογραμμίζει την άγνοια του φίλου του. Δεν παύει βέβαια και ο Αμίρ να είναι παιδί και να έχει το ακαταλόγιστο, γρήγορα ωστόσο νιώθει ενοχές όταν παρασύρεται από μικρές «κακίες» που τον φέρνουν αντιμέτωπο με την άδολη αγάπη του Χασάν.

Γιατί ο Χασάν ήταν αυτός που ήταν, ανίκανος να προκαλέσει πόνο ακόμα και στη γυναίκα που τον γέννησε. Ο Χασάν ακούει με ενεργητικό τρόπο τις ιστορίες που του διαβάζει ο Άμίρ (δακρύζει πάντα με την ιστορία του Σοχράμ από το περίφημο έργο Σαχναμάχ, που τραυματισμένος από τον Ροστάμ ανακαλύπτει λίγο πριν πεθάνει ότι είναι γιος του) κι όταν ακούει την ιστορία που σκαρφίστηκε ο Αμίν, γοητεύεται αλλά κάνει και πολύ καίριες παρατηρήσεις.

Ωστόσο, οι μικρές «προδοσίες» απέναντι στον Χασάν συνεχίζονται, ιδιαίτερα μετά την πολιτική αστάθεια που ακολουθεί το πραξικόπημα του Νταούντ Χαν (1973). Φόβος και τρόμος της γειτονιάς ο Ασέφ, που κυκλοφοράει με ατσάλινους κρίκους τρομοκρατώντας τους αντίθετους μ’ αυτόν, εθνικιστής-χιτλερικός που μισεί τους Χάζαρους, προκαλεί τους δυο ήρωες (μα δεν είναι φίλος μου, κόντευα να ψελλίσω. Είναι υπηρέτης μου). Ο Χασάν έχει πάλι την ευκαιρία να δείξει όχι μόνο ότι είναι ευγενική ψυχή, αλλά ότι είναι ατρόμητος κι ότι αγαπά τον Αμίρ άνευ όρων (Θα έτρωγες χώμα αν στο ζητούσα; (…)/αν μου το ζητούσες θα το έκανα (…)/αναρωτιέμαι όμως, θα μου ζητούσες άραγε κάτι τέτοιο, Αμίρ αγά)

Το κεντρικό επεισόδιο που θα αλλάξει τη ζωή του Αμίρ προετοιμάζεται με μεγάλη μαεστρία κι έχει πρωταγωνιστές πάλι τους δυο κεντρικούς ήρωες αλλά και τη συμμορία του Ασέφ. Είναι η μέρα του μεγάλου γεγονότος του χειμώνα για την Καμπούλ, του διαγωνισμού χαρταετών. Η γραφικότητα των περιγραφών εναλλάσσεται με τα συναισθήματα αγωνίας… Ο Αμίρ και ο Χασάν έχουν πολύ μεγάλη επιδεξιότητα στο άθλημα, κι ως εκ τούτου μεγάλες προσδοκίες, δεδομένου ότι ο Αμίρ ελπίζει με το πρώτο βραβείο να αποσπάσει την αγάπη και τον θαυμασμό του Μπάμπα (δεν είχα περιθώριο για τίποτ΄άλλο).

Δεν θέλω να προδώσω τα γεγονότα για τον μελλοντικό αναγνώστη, εφόσον  όπως είπαμε πρόκειται για το κομβικό επεισόδιο, μετά από το οποίο η φύση της σχέσης Αμίρ και Χασάν αλλάζει ριζικά. Τα συναισθήματα του αφηγητή μέσα σε λίγη ώρα μεταπίπτουν από χαρά σε τρόμο, σε φρίκη και ενοχές, ενώ η παιδική ψυχή δεν μπορεί να διαχειριστεί την βασική σύγκρουση (παραλίγο να μιλήσω. Η υπόλοιπη ζωή μου θα ήταν πολύ διαφορετική αν είχα μιλήσει/είδα φευγαλέα το πρόσωπό του. Ήταν το ύφος του αμνού/). Θα περάσει καιρός μέχρι να συνειδητοποιήσει ο Αμίρ ότι δεν ήταν ο φόβος μόνο αυτός που τον έκανε να το βάλει στα πόδια (ο Χασάν μπορεί να ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρώσω, το πρόβατο που έπρεπε να σφάξω προκειμένου να κερδίσω τον Μπάμπα).

Οι προσπάθειες του Χασάν να ξαναζωντανέψει τη σχέση είναι άκαρπες. Τα δυο αγόρια καθώς προχωρούν στην ενηλικίωση  απομακρύνονται ολοένα μεταξύ τους, ενώ ο Αμίρ καίγεται εσωτερικά από την ανάγκη να εξιλεωθεί. Αντ’ αυτού εισπράττει τέτοια άψογη συμπεριφορά κι αξιοπρέπεια απ’ τον Χασάν που τον εξωθεί στα όρια της αγένειας (ευχήθηκα να μου το ανταπέδιδε, να άνοιγε την πόρτα με τα ζόρι και να μου τα έλεγε έξω απ’ τα δόντια).

Η ένοχη ασφυξία που νιώθει πια ο Αμίρ στην παρουσία του Χασάν τον κάνει να υποφέρει αβάσταχτα (τότε βαριανάσαινα εγκλωβισμένος μέσα στη δική μου φυσαλίδα). Το μυστικό που του βαραίνει τις πλάτες, αλλά κυρίως η αδράνεια του ίδιου τον σπρώχνει στα άκρα, σε πράξεις όλο και πιο προκλητικές (μέσα μου παρακαλούσα να μου έδινε την πολυπόθητη τιμωρία έτσι ώστε το βράδυ να μπορέσω να κοιμηθώ), με κορυφαία μια πράξη  πραγματικά ανεπίτρεπτη με αναπάντεχα αποτελέσματα: να φύγουν ο Αλή και ο Χασάν απ’ το σπίτι (Και τότε είδα τον Μπάμπα να κάνει κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ ως τότε. Έκλαψε).

Απόδραση από την Καμπούλ, Πακιστάν, Αμερική

Πέντε χρόνια αργότερα  η τρομακτική πίεση των πολιτικών γεγονότων (εισβολή Σοβιετικών) αναγκάζουν τον Μπάμπα και τον Αμίρ να μεταναστεύσουν. Το επεισοδιακό ταξίδι προς την μερική μέσω Πακιστάν μάς μεταφέρει σ’ έναν κόσμο με πολύ διαφορετικές αξίες. Παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα τις απίστευτες περιπέτειες μέχρι να φτάσουν στην Πεσάβαρ κι από κει στην Αμερική, αλλά και τις προσπάθειες πατέρα-γιου να προσαρμοστούν. Είναι πολύ ενδιαφέρον κι αυτό το μέρος του βιβλίου, που ψηλαφεί το μεγάλο θέμα της πολιτικής μετανάστευσης, τις δυσκολίες τού να μετέχεις σε δυο πολιτισμούς, να σπουδάζεις (ο Αμίρ τελειώνει το Λύκειο το 1983) αλλά και να διατηρείς μια αξιοπρεπή εργασία. Ο Αμίρ αποφασίζει, παρά τη θέληση του πατέρα του, να ασχοληθεί με τη συγγραφή (αποφάσισα να μην κάνω πίσω. Δεν ήθελα να θυσιαστώ άλλο για τον Μπάμπα).  Έχουν αφήσει πια πίσω τους το Αφγανιστάν και την Καμπούλ (πολύ πιο πριν από τη στρατιωτική εισβολή των Ρώσων στο Αφγανιστάν, πριν από τις πυρπολήσεις χωριών και τις καταστροφές σχολείων, πολύ προτού αρχίσουν να σπέρνονται παντού νάρκες και παιδιά να θάβονται κάτω από σωρούς ερειπίων, η Καμπούλ είχε ήδη μετατραπεί για μένα σε μια πόλη φαντασμάτων∙ σε μια πόλη φαντασμάτων με λαγώχειλο) και ο Αμίρ βαδίζει σταθερά προς το μέλλον του. Παράλληλα ερωτεύεται την Σοράγια, μια αξιόλογη κοπέλα που θέλει να γίνει δασκάλα (η αγάπη για τη λογοτεχνία τους ενώνει), που μοιράζεται μαζί του το φοβερό της μυστικό (ότι δεν είναι παρθένα) -κάτι  που αποδέχεται μεν ο Αμίρ κόντρα στην αφγανική παράδοση, προς τιμήν του (αυτό που γύριζε και ξαναγύριζε επίμονα μέσα μου ήταν αν είχα το δικαίωμα, κυρίως εγώ, να επικρίνω κάποιον για το παρελθόν του)- δεν ανταποδίδει όμως και κείνος το μοίρασμα των ενοχών του (τη ζήλεψα. Είχε φανερώσει το μυστικό της. Το είχε πει. Είχε αναμετρηθεί μαζί του). Είναι μια έξυπνη κοπέλα που έχει πολύ δύσκολη σχέση με τον στρατηγό πατέρα της (εξομολογείται μάλιστα ότι είχε πει ότι ήθελε να δει τον πατέρα της νεκρό!). Βλέπουμε δηλαδή ότι δεν επικοινωνούν μόνο ερωτικά αλλά και συναισθηματικά. Όταν παντρεύονται πια, δίνουν μεγάλη χαρά στον Μπάμπα που του απομένουν λίγες μέρες ζωής. Ο ώριμος  Αμίρ συνοψίζει το πορτρέτο του απίθανου πατέρα, καθώς συμφιλιώνεται μαζί του:

Ήταν ένας εντελώς ασυνήθιστος Αφγανός πατέρας, ένας άνθρωπος φιλελεύθερος ο οποίος είχε ζήσει με τους δικούς του κανόνες, ένας άνθρωπος ανεξάρτητος, υιοθετώντας μόνο εκείνες τις κοινωνικές συνήθειες που του ταίριαζαν, απορρίπτοντας όλες τις άλλες.

Το παρελθόν έχει μείνει πια πίσω. Απροσπέλαστο κι ανέγγιχτο. Γράφει μυθιστορήματα, αγαπά την οικογένειά του και το μόνο σύννεφο είναι ότι δεν έχουν παιδιά.

Μέχρι που… το 2001 χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι ο Ραχίμ Χαν, ο φίλος του πατέρα που είναι πια γέρος και πολύ άρρωστος, ο άνθρωπος κλειδί, ο άνθρωπος που θα συμφιλιώσει τον Αμίρ με τον εαυτό του: «Έλα. Υπάρχει τρόπος να ξαναγίνεις καλός». Ένα σημάδι ότι ο Ραχίμ Χαν ήξερε. Ο Ραχίμ Χαν είναι ο σοφός γέροντας «με έντονη διαίσθηση» που αγαπούσε τον Μπάμπα και γνώριζε τον Αμίρ καλύτερα κι απ’ τον εαυτό του, αυτός που τον ενθάρρυνε στα πρώτα βήματα της συγγραφής (ενώ ο πατέρας ποτέ δεν εκφράστηκε γι’ αυτήν την κλίση του γιου του, μάλλον την αποδοκίμαζε).

ΧΑΣΑΝ (θέλω να σου μιλήσω γι’ αυτόν)

Κι έτσι, από τα 3/5 του βιβλίου και μετά, αρχίζει η «αντίστροφη μέτρηση». Είναι το πιο συναρπαστικό μέρος του βιβλίου, με έντονο το στοιχείο της περιπέτειας, αλλά και της ταύτισης του αναγνώστη με τους ήρωες που έχει γνωρίσει και αγαπήσει. Εντω μεταξύ, προστίθεται κι ένας ακόμα ήρωας, ίσως ο πιο τραγικός, που είναι ο Σοχράμπ, ο γιος του Χασάν. Είναι τραγικός γιατί τον κάνει η ζωή "να νιώθει βρώμικος". Δεν είναι όμως σκόπιμο να αναφερθούν οι λεπτομέρειες της πλοκής παρά σε πολύ αδρές γραμμές.

 Ο Αμίρ επισκέπτεται τον γέρο πια Ραχίμ, μαθαίνει τα συγκλονιστικά νέα του Χασάν κι αναγκάζεται να επιστρέψει στο Αφγανιστάν, έναν ρημαγμένο τόπο εφόσον τώρα πια κυριαρχούν οι Ταλιμπάν.  Όπως υπογραμμίζει στην τελευταία επιστολή του ο Χασάν, στους δρόμους, στο στάδιο και στις αγορές της Καμπούλ βασιλεύει ο φόβος/οι άγριοι που κυβερνούν τη βατάν μας δεν υπολογίζουν καθόλου την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Άλλωστε, οι Χάζαροι διώκονται εξ ορισμού: όταν ανέβηκαν οι Ταλιμπάν στην εξουσία, το 1996 κατέσφαξαν τους Χάζαρους στο Μαζάρ-Ι Σαρίφ[2]. Ο Χασάν και η οικογένειά του σώθηκαν από θαύμα.

Οι αποκαλύψεις του Ραχίμ αναστατώνουν τον Αμίρ. Δεν αφορούν μόνο τον παλιό του φίλο αλλά και το παρελθόν του πατέρα του, που τον βάραινε πάντα ένα μεγάλο μυστικό, ένα ακόμη μυστικό προδοσίας κι ενοχής (μοιάζαμε ο ένας στον άλλον πολύ περισσότερο απ’ όσο είχα πιτέψει: είχαμε κι οι δυο προδώσει τους ανθρώπους που είχαν θυσιάσει τη ζωή τους για μας).  Η οργή εναλλάσσεται με τη θλίψη (είμαι ένας άνθρωπος 38 χρονών που μόλις ανακάλυψε ότι όλη του η ζωή ήταν ένα γαμημένο ψέμα). 

 Αποκτά άλλωστε ιδίαν πείραν από το καθεστώς ο Αμίρ όταν επισκέπτεται με τα πολλά τα πάτρια εδάφη. Τον περιμένουν πολλές εκπλήξεις, κατεξοχήν δυσάρεστες εφόσον η πόλη, οι γειτονιές, το σπίτι είναι αγνώριστα, και η φονική ηθική των Ταλιμπάν (π.χ. λιθοβολισμός μέχρι θανάτου στο ημίχρονο του αθλητικού αγώνα (!)) σε πρώτο πλάνο. Έχει μια πολύ δύσκολη αποστολή να αναλάβει αλλά δεν είναι πια «ένα αγόρι που δεν υπερασπίζεται τον εαυτό του». Άλλωστε, κι ο Ραχίμ Αχίν συντέλεσε στο να του ξυπνήσει το φιλότιμο, αλλά και να καταλάβει τις συμπεριφορές που τον πόνεσαν (ήσουν πάντα πολύ σκληρός με τον εαυτό σου/ ήσουν κι εσύ ένα παιδί). Φοβάται πολύ, αλλά κινείται ακάθεκτος προς τον στόχο του (ήμουν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη γυναίκα μου, σ’ ένα δωμάτιο που θύμιζε κρατητήριο, περιμένοντας έναν δολοφόνο).

Ο πόνος συσσωρεύεται στην ψυχή του Αμίρ αλλά υπάρχει δρόμος προς τη «λύση», με πολύ διαφορετικό τρόπο απ’ ό, τι θα πίστευε κι ο ίδιος. Οι συμπτώσεις ίσως φαίνονται απίθανες (π.χ. η συνάντηση πάλι με τον Ασέφ) αλλά δεν είναι και τόσο. Ο συγγραφέας έχει πολύ έντεχνα προετοιμάσει ακόμα και τις λεπτομέρειες που φέρνουν τη λύτρωση (π.χ. ο γιος του Χασάν είναι άσος στη σφεντόνα, όπως κι ο πατέρας του), και γιατί όχι, και την κάθαρση, ακόμα κι από τη σκηνή όπου ο Αμίρ τρώει το ξύλο της ζωής του (το αστείο ήταν πως ένιωθα γαλήνη, για πρώτη φορά από τον χειμώνα του 1975). Η τραγική ειρωνεία, ένα ακόμα στοιχείο που χειρίζεται έντεχνα ο συγγραφέας, έρχεται φυσιολογικά κι αβίαστα, σαν «κάρμα».

Δεν τελειώνουν βέβαια εύκολα τα πάθη του Αμίρ, ακόμα κι όταν ο δρόμος της επιστροφής στην Αμερική είναι ανοιχτός. Τον βλέπουμε μέσα στο νοσοκομείο, να προσεύχεται για τη ζωή του Σοχράμπ, εκείνος, που μια ζωή είναι άθεος όπως και ο πατέρας του (διαπιστώνω πως ο Μπάμπα είχε άδικο όταν έλεγε πως δεν υπάρχει θεός. Υπάρχει. Τον βλέπω εδώ, στα μάτια των ανθρώπων που βρίσκονται σε τούτον τον διάδρομο της απελπισίας). Όμως τη ζωή του Σοχράμπ την έχουν κλέψει, και κείνος βυθίζεται στη σιωπή. Τα μόνα λόγια του «Θέλω πίσω την παλιά μου ζωή».  

Το μοτίβο του χαρταετού στον ουρανό της Καμπούλ, είναι αυτό που θα φέρει πίσω ένα χαμόγελο στο πρόσωπο του Σοχράμπ, του παιδιού που του έκλεψαν την παιδική ηλικία, τους γονείς, τη ζωή. Κι ο Αμίρ, θα νιώσει βαθιά μέσα του πως

έτσι ακριβώς ανθεί η συγνώμη,

όχι δηλαδή με λόγια και φανφάρες,

αλλά με τον πόνο να μαζεύει τα πράγματά του, να τα πακετάρει

και να φεύγει μακριά και απροειδοποίητα μέσα στη νύχτα.

 

Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Οι Παστούν είχαν καταδιώξει τους Χάζαρους, κι όταν οι τελευταίοι εξεγέρθηκαν τον 19ο αιώνα κατά των Παστούν, εκείνοι κατέστειλαν την εξέγερση με απίστευτη βιαιότητα (εμπρησμοί, βιασμοί

[2] Οι Χαζαρά, ως μειονότητα, έχουν υποστεί και συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν συστηματικές διακρίσεις, βία και σφαγές λόγω της εθνοτικής και θρησκευτικής της ταυτότητας. Τα τελευταία χρόνια, οι Χαζαρά καθώς και άλλες εθνοτικές ομάδες του Αφγανιστάν έχουν δεχθεί δολοφονικές επιθέσεις από ομάδες που συνδέονται με το Ισλαμικό Κράτος και από τους Ταλιμπάν. Εκατοντάδες Χαζαρά έχουν χάσει την ζωή τους ή έχουν τραυματιστεί μετά από βομβιστικές επιθέσεις (https://rsaegean.org/el/synenteyxi-o-kindynos-paramoneyei-pantou-sto-afghanistan/).