Κυριακή, Ιανουαρίου 09, 2022

η απατηλή ζωή των ενηλίκων, Έλενα Φερράντε

     «Δυο χρόνια πριν φύγει από το σπίτι, ο πατέρας μου είπε στη μητέρα μου ότι ήμουν πολύ άσχημη», είναι η πρώτη πρώτη φράση του βιβλίου, που προσελκύει ακαριαία το ενδιαφέρον του αναγνώστη και του δίνει άμεσα τις εξής πληροφορίες: υπάρχει μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η αφηγήτρια είναι μια κοπέλα, μάλλον έφηβη, ο πατέρας της τους εγκατέλειψε και κείνη βίωσε ένα τραύμα απ’ αυτά που σημαδεύουν όλη σου τη ζωή. Πράγματι, πρόκειται για ένα ψυχογραφικό βιβλίο «ενηλικίωσης», από την αγαπημένη συγγραφέα της Τετραλογίας της Νάπολης, με την οποία έγινε γνωστή στην Ελλάδα, και όπου ξεδίπλωσε όλη την ψυχογραφική δεινότητα ιδιαίτερα στην προσέγγιση της νεανικής ψυχολογίας.
     Τα λόγια αυτά του πατέρα σηματοδοτούν ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή της δωδεκάχρονης πρωταγωνίστριας, της Τζοβάννας -ή κατ’ άλλους Τζαννίνα-, που μέχρι εκείνη τη στιγμή (όπου τα πάντα -η Νάπολη, το μπλε φως ενός παγωμένου Φεβρουαρίου- πάγωσαν) ήταν απόλυτα δεμένη με τους γονείς της∙ τους θαύμαζε και τους αγαπούσε, ιδιαίτερα τον πατέρα. Αρχίζει ένα γαϊτανάκι συναισθημάτων ανασφάλειας, περιέργειας, αυτοβύθισης και αυτοπαρατήρησης, χαρακτηριστικά βέβαια στη διαδικασία ωρίμανσης των εφήβων, που καθώς φεύγουν από την παιδική ηλικία, κάτι πάντα θα πυροδοτήσει την ανάγκη να προσδιορίσουν εκ νέου την ταυτότητά τους.
     Το «ρήγμα» που γεννιέται στην αυτοπεποίθηση της Τζοβάννα τής δίνει την ώθηση να ψάξει, να ψάξει τον εαυτό της και τους άλλους. Συνειδητοποιεί ότι υπάρχουν «δυο πατεράδες» πολύ διαφορετικοί από κείνον που αγαπούσε, ο ένας νευρικός και ανεξέλεγκτος, ο άλλος κοφτός που κατέφευγε σε φράσεις, απόλυτα ακριβείς και τόσο πυκνές που κανείς δεν μπορούσε να αντικρούσει. Αποκαλύπτει ακόμα, ότι η μοιραία φράση του πατέρα ήταν «η φάτσα της έχει αρχίσει να γίνεται ίδια με της Βιττόρια» και ότι η ανεπιθύμητη θεία -αδερφή του πατέρα-, η Βιττόρια την οποία όλοι απεχθάνονται και αποφεύγουν σε βαθμό που να μουτζουρώνουν το πρόσωπό της στις φωτογραφίες, είναι η συγγενής στην οποία η ίδια μοιάζει, κατά τα λεγόμενα του πατέρα.
     Βλέπουμε λοιπόν, ότι από τις πρώτες σελίδες έχει μπει σφήνα κι ένα άλλο πρόσωπο μέσα στην οικογένεια, που εγείρει θύελλα συναισθημάτων: αποστροφή, απέχθεια από τους ενήλικες, περιέργεια και απορίες από την Τζοβάννα (Το όνομα Βιττόρια αντηχούσε στο σπίτι μου λες και ανήκε σε κάποιο τέρας που στιγμάτιζε και μίαινε όποιον άγγιζε). Είναι το πρόσωπο –κλειδί που θα ανατρέψει όλες τις ισορροπίες μέσα στην ηρωίδα (ήταν ο μπαμπούλας των παιδικών μου χρόνων,/πώς ήταν δυνατόν, λοιπόν να ανακαλύψω έτσι απροειδοποίητα ότι είχα αρχίσει να της μοιάζω;), ένα είδος «πέτρας σκανδάλου»∙ το πρόσωπο μέσα από το οποίο θα αποκαλυφθούν κρυμμένες, ντροπιαστικές πτυχές της οικογένειας του πατέρα, που μέχρι τώρα κείτονταν στην αφάνεια∙ το πρόσωπο που θα σύρει την ηρωίδα στον «απατηλό κόσμο των ενηλίκων», που θα την «ξεσκολίσει», και θα την σπρώξει στον κόσμο της αμφισβήτησης.
     Τα έντονα συναισθήματα αιφνιδιασμού, ανασφάλειας και πόνου δημιουργούν στην Τζοβάννα την ανάγκη να γνωρίσει την Βιττόρια από κοντά, κάτι που οι προοδευτικοί -διανοούμενοι- γονείς της (καθηγητής Ιστορίας και Φιλοσοφίας, καθηγήτρια λατινικών) δεν αρνούνται αλλά και δεν ενθαρρύνουν. Όλος ο κύκλος άλλωστε της μεσοαστικής ναπολιτάνικης οικογένειας απαιτεί «πολιτισμένη» αντιμετώπιση αυτών των έκτακτων καταστάσεων: οι γονείς αλλά και οι στενοί φίλοι των γονιών, καθηγητές κι αυτοί, άθεοι και με προοδευτικές ιδέες, ανατρέφουν τις δυο κόρες και στενές φίλες της Τζοβάννα, Ίντα και Άντζελα, με τις αρχές του διαφωτισμού, της λογικής και της μόρφωσης, χωρίς καθόλου επιρροές από εκκλησία (δεν έχουν βαφτιστεί και τα τρία κορίτσια), με ενημέρωση για την σεξουαλικότητα και την αναπαραγωγή, με βιβλία και τέχνη. Ήταν επομένως χαλαροί (οι γονείς μας, που δεν μας απαγόρευαν ποτέ τίποτα, ακόμα και όταν μας απαγόρευαν κάτι ήταν επιεικείς).
     Η ανασφάλεια της Τζαννίνα γίνεται εμμονή που εκδηλώνεται με παρεξηγήσεις, ανησυχίες και επίμονες ερωτήσεις τύπου «πιστεύετε ότι έχω αρχίσει να ασχημαίνω;», κακοδιαθεσία ως κατάθλιψη, παρεμβάσεις στην εμφάνισή της, και φυσικά επιμονή να γνωρίσει τη θεία. Η θεία ανήκει σ’ ένα άλλο σύμπαν, οι γονείς για διάφορους λόγους που δεν εξηγούνται αμέσως αποφεύγουν κάθε επαφή, αλλά τέλος κατάλαβαν ότι η κόρη τους άκουσε την κουβέντα τους και δέχονται τη συνάντηση: να συναντήσει δηλαδή η Τζοβάννα τη Βιττόρια, αλλά μόνη της (γεγονός που προκαλεί κουβάρι συναισθημάτων).
          Η «συνάντηση» -θέλω να μάθω για την ευτυχία 
     Η συνάντηση με την «απαγορευμένη» θεία είναι αποκαλυπτική ενός κόσμου άγνωστου. Η θεία, που η Τζοβάννα τη βρίσκει «εξωφρενικά» όμορφη (μια φάτσα τόσο ζωντανή και αδιάντροπη που ήταν πανάσχημη και πανέμορφη την ίδια στιγμή), είναι καθαρίστρια, ένας τύπος άξεστος, πληθωρικός και λαϊκός∙ μιλάει για τον μεγάλο της έρωτα χωρίς αναστολές, ρίχνει ευθύνες για την αποτυχημένη ζωή της στον πατέρα της ηρωίδας, μιλάει με αισχρόλογα και σκληρά λόγια για τους γονείς της, επιβάλλεται και κυριαρχεί στην ανιψιά της, χορεύουν ξέφρενα μαζί και, τέλος, της αναφέρει για ένα μυστηριώδες βραχιόλι-κειμήλιο, που το χάρισε η Βιττόρια στην Τζοβάννα όταν ήταν μωρό, αλλά εκείνη δεν το είχε δει ποτέ της.
     Το μυστηριώδες βραχιόλι γίνεται αντικείμενο κλειδί, καθώς αλλάζει χέρια σε όλο το βιβλίο και περιβάλλεται από δύναμη ως οικογενειακό κειμήλιο, ενώ η προσωπικότητα της έφηβης στροβιλίζεται γύρω από τη σαγήνη που ασκεί η Βιττόρια: αρχίζει και λέει ψέματα, όχι μόνο στους γονείς αλλά και στις φίλες, η περιέργεια για το παρελθόν διώχνει τις ενοχές για τα ψέματα, γίνεται αφηρημένη, δεν διαβάζει για το σχολείο, ψάχνει το μυστήριο που κρύβει το οικογενειακό παρελθόν του πατέρα. Ο θαυμασμός για τη Βιττόρια κορυφώνεται όταν μαθαίνει ότι είναι φίλη με τη γυναίκα του πεθαμένου εραστή της, τη Μαργκερίτα, και με τα τρία παιδιά της (ο πατέρας σου, η μάνα σου, οι φίλοι τους, σπουδαίοι όλοι τους, δε λέω, έχουν όμως αυτό το μεγαλείο, αυτήν τη γενναιοδωρία;). Άλλωστε, όπως η ίδια η Βιττόρια αποκαλύπτει στην άναυδη Τζαννίνα, μπορεί να το κάνανε με τον Έντσο μόνο…11 φορές, αλλά "αν σ’ όλη σου τη ζωή δεν το κάνεις αυτό όπως το έκανα εγώ, και δν εννοώ έντεκα φορές αλλά έστω μία, δεν έχει νόημα να ζεις". Η Τζοβάννα (που η Βιττόρια αποκαλεί Τζαννίνα) εκπλήσσεται που η θεία της τής μιλά σα να είναι ενήλικη και σοκάρεται με τη σαρκική προσκόλληση στην ηδονή.
     Η ηρωίδα γνωρίζεται με τα παιδιά της Μαργκερίτα που ανήκουν σε άλλη κοινωνική τάξη (φτωχική συνοικία της Νάπολης) και μεταφέρει αυτόν τον κόσμο με καμάρι στις παιδικές φίλες, ενώ ο κύκλος φίλων και γνωστών διευρύνεται. Η σταδιακή απομάκρυνσή της από την οικογένεια -το «κόψιμο του ομφάλιου λώρου»- επιταχύνεται όταν ανακαλύπτει, κάπως τυχαία και τραυματικά, τα ερωτικά παραστρατήματα των τεσσάρων γονέων, που οδηγούν σταδιακά στον χωρισμό και στα διαζύγια. Η ιδέα ότι οι γονείς κάνουν σεξ είναι αποτρόπαιη (εντελώς απρόσμενα εισέβαλλε στη ζωή μας το σεξ αλλά με διόλου ελκυστική μορφή, ένα σεξ που μάλιστα μας προκαλούσε αποστροφή). Η απόρριψη της μάνας από τον πατέρα προκαλεί αναστάτωση, αλλά περισσότερο ενοχλεί η παθητική στάση της μητέρας. Θα περάσουν κάποια χρόνια, προς το τέλος της εφηβείας για να συνειδητοποιήσει ότι το να συγχωρέσει κανείς την προδοσία του συντρόφου προϋποθέτει μεγαλείο ψυχής (ήταν δυνατόν να θεωρώ αδυναμία τη δύναμή της -ναι, τη δύναμή της- αυτόν τον απόλυτο τρόπο της αγάπης της;)
              Εγώ δεν διαβάζω, μένω στην ίδια τάξη και είμαι τσούλα
     Έχουμε επομένως κλασικές αντιδράσεις (έκπληξη, θυμό, ανάγκη αυτοκαταστροφής ή έστω, πρόκλησης) που προδίδουν τη συναισθηματική σύγχυση καθώς οι έφηβες φίλες διαβαίνουν προς την ενήλικη ζωή. Πισωγυρίσματα, ανασφάλειες, ζήλειες ακόμα και προς τη μητέρα, αίσθημα προδομένου, αίσθημα εγκατάλειψης, ανάγκη εκδίκησης. Η σκληρότητα του παιδιού που βλέπει την παιδική ηλικία να παίρνει τέλος, σκληρότητα απέναντι στου άλλους που του προδίδουν την εμπιστοσύνη αλλά κυρίως απέναντι στον εαυτό του (δεν κατάφερνα πια να είμαι αθώα, πίσω από τις σκέψεις μου κρύβονταν άλλες σκέψεις, η παιδική μου ηλικία είχε λάβει τέλος). Η κυκλοθυμία της Βιττόρια αντανακλάται και στην κυκλοθυμία της Τζοβάννα, κι έτσι οι τροχιές τους άλλοτε αποκλίνουν, κι άλλοτε εφάπτονται. Το ψέμα και η… προσευχή μπαίνουν «συστηματικά στη καθημερινότητά της», ενώ τα ερωτηματικά για τον συναισθηματικό κόσμο των ενηλίκων πολλαπλασιάζονται.
     Η περίοδος του οριστικού χωρισμού των γονιών (δυο χρόνια) ήταν σκληρή για την Τζοβάννα (για πρώτη φορά μου φάνηκαν ελεεινοί, έτσι ακριβώς όπως μου τους είχε περιγράψει η Βιττόρια), όπως βέβαια και για τις δυο φίλες της, που χώρισαν κι οι δικοί τους γονείς. Αδιαφορία για το σχολείο (έμεινε στην ίδια τάξη), ψέματα (ψέματα, ψέματα, οι μεγάλοι τα απαγορεύουν και μετά τα ξεφουρνίζουν ένα σωρό), απομόνωση, και το πιο ακραίο: αυτοτιμωρία. Η ανάγκη του Κορράντο (γιος της Μαργκερίτα) για σεξ, βρίσκει αποδέκτη την Τζοβάννα, που όμως νιώθει αηδία. Μισεί τον πατέρα, αγανακτεί με τη μάνα που δέχεται τη στάση του πατέρα («η πραγματική του μεγάλη αγάπη είναι η Κονστάντσα, μαζί της ήταν όλα αυτά τα χρόνια και μαζί της θα πεθάνει», της λέει η μάνα της), μα κυρίως είναι η φάση απόρριψης του ίδιου της του εαυτού που την κάνει να νιώθει ελεεινή και τιποτένια (τώρα πια μέσα μου φούντωνε μια ασυγκράτητη ανάγκη απαξίωσης –μια ατρόμητη απαξίωση, μια μανία να νιώσω ηρωικά αναίσχυντη). Δεν συγκρατεί το θυμό της, εκσφενδονίζει τις προσβολές, θέλει να είναι φρικτή∙ γιατί νιώθει φρικτά και σιχαίνεται τον εαυτό της.
       Ήξερα πως στη ζωή μου τα πάντα θα άλλαζαν
Μέχρι που εμφανίζεται ο έρωτας! σε μια κρίσιμη, αποφασιστική στιγμή αυτοϋπονόμευσης, συναντά τον Ρομπέρτο, ένα νεαρό φοιτητή θεολογίας που βγάζει πύρινους λόγους στην ενορία (μόλις αντίκρισα τον Ρομπέρτο –προτού καν ανοίξει το στόμα του, προτού καν παρασυρθεί από οποιοδήποτε συναίσθημα, ένιωσα μια μαχαιριά στο στήθος μου και ήξερα πως στη ζωή μου τα πάντα θα άλλαζαν). Η μεταμόρφωση είναι σχεδόν ακαριαία, αν και ο Ρομπέρτο είναι δεσμευμένος με την κόρη της Μαργκερίτας, την Τζουλιάνα. Η «ζήλεια» προς τη Τζουλιάνα είναι ανάμεικτη με τη φιλία, μιας και η δύναμη της αγάπης πηγάζει από το ότι εκείνη αγαπά, χωρίς ελπίδα αμοιβαιότητας. Θέλει να γίνει όμορφη… πνευματικά (εφόσον έχει αποδειχτεί ότι είναι «άσχημη»), αλλά, όπως εξομολογείται "είχα πλέον ανακαλύψει ότι ήμουν παλιοχαρακτήρας, μου έρχονταν διαρκώς άσχημα λόγια και πράξεις. Αν όντως διέθετα αρετές, τις έπνιγα εγώ η ίδια σκοπίμως".
     Έτσι, σιγά σιγά αρχίζει μια προσπάθεια όχι να τιμά τους γονείς, όπως υπαγορεύει η εκκλησία, αλλά να αναζητά τον δρόμο να τους προσεγγίσει. Η μεγαλειώδης φράση της μητέρας της ότι «ξεχνάει να μισήσει» τον μοιχό άντρα της, προβληματίζει την Τζοβάννα (είχα την αίσθηση ότι η φράση αυτή απέπνεε κάτι αληθινό, κάτι ζωντανό, και προσπάθησα να σκέφτομαι κι εγώ κάπως έτσι τον πατέρα μου) και η απέχθεια στη δουλικότητα της απατημένης συζύγου γίνεται θαυμασμός για την ανιδιοτελή, απόλυτη αγάπη.
     Η μεταστροφή που περιγράφει με μεγάλη μαεστρία η Φερράντε, αναβαπτίζει τα πράγματα. Η Τζοβάννα όλα τα βλέπει σαν να είναι η πρώτη φορά κι όλα έχουν ένα κρυφό νόημα. Ξαναρχίζει τα διάβασμα, διαβάζει μάλιστα τα… Ευαγγέλια επηρεασμένη από την αγάπη στον Ρομπέρτο αλλά σοκάρεται από τη βαναυσότητα που συναντά εκεί μέσα. Η αγάπη της αλλάζει σιγά σιγά μορφή, τον φαντάζεται ευτυχισμένο στο Μιλάνο όπου φοιτά και το μόνο που εκείνη γυρεύει είναι η εκτίμησή του. Χτίζει σιγά σιγά μια προσωπικότητα μοναδική, χωρίς να αποφεύγει τις εξάρσεις θυμού και χωρίς να ενδιαφέρεται για την εντύπωση που κάνει στους άλλους με τα «νταηλίκια» της, κι όμως γίνεται δημοφιλής, αγαπητή: έχει «τύπο», έχει παρρησία, ντύνεται απλά χωρίς να τονίζει τη θηλυκότητά τη όπως άλλες κοπέλες, κι όμως ελκύει τα βλέμματα και αντιμετωπίζει με εξυπνάδα τις πρόστυχες προσβολές.
    Το σύμπαν συνωμοτεί για να συναντήσει τον Ρομπέρτο, έστω συνοδεύοντας τη Τζουλιάνα, την αρραβωνιαστικιά του, στο Μιλάνο όπου σπουδάζει (οι σκέψεις ενίοτε εκπέμπουν μια αδιόρατη δύναμη, συλλαμβάνουν εικόνες ενάντια στη θέλησή σου και σου τις προβάλλουν μπροστά στα μάτια σου για κλάσματα του δευτερολέπτου). Το σύμπαν μάλιστα ραδιουργεί ώστε να βρεθούν και μόνοι, οι δυο τους στο Μιλάνο…
     Πρόκειται για τη δεύτερη «συνάντηση» του μυθιστορήματος, που δρα καταλυτικά στην προσωπικότητα της ηρωίδας. Άλλωστε, είναι πια δεκάξι χρονών και αντιμετωπίζει με διαφορετική ωριμότητα και τον πατέρα (φαινόταν ξεκάθαρα ότι ήταν δυστυχής μόνο όταν το μυαλό του ήταν κενό και δεν μπορούσε να κρύψει από τον ίδιο του τον εαυτό ό, τι είχε κάνει στη μητέρα μου και μένα/αν από την άλλη αφοσιωνόταν σε κάποιες μεγάλες θεωρίες τις οποίες εμπέδωνε χάρη στα επιμελώς σχολιασμένα βιβλία του, ήταν πανευτυχής, δεν του έλειπε τίποτα). Αναγνωρίζει τη μεγάλη δεινότητα του πατέρα στον λόγο (μπορεί άνετα να με σακατέψει με τον λόγο, είναι μάστορας σ’ αυτό), αλλά και η Τζοβάννα δεν πάει πίσω σε επιχειρήματα και έξυπνους ελιγμούς.
     Οι κουβέντες όμως με τον Ρομπέρτο για τον θεό, την ποίηση, την μεταμέλεια πάνε κατευθείαν στον πυρήνα των ανησυχιών (αυτό είναι ο θεός: μια δόνηση μέσα σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο που δεν βρίσκεις πια το πάτωμά του, τους τοίχους, το ταβάνι του/η ζωή φεύγει μέσα απ’ τα χέρια μου όταν γίνεται οδύνη). Και φαίνεται ότι αντίστοιχα η Τζοβάννα γοητεύει τον Ρομπέρτο ο οποίος ομολογεί : «Τώρα ξέρω γιατί σε θυμόμουν/βάζεις πολλή δύναμη στις λέξεις». Ωστόσο αυτό που τη γοητεύει στον Ρομπέρτο (εδώ η Φερράντε ξεδιπλώνει όλο το ταλέντο στο να νιώσει ο αναγνώστης αυτή τη γοητεία ταυτιζόμενος με την ηρωίδα) δεν είναι τόσο η ευφράδεια ή η διάνοιά του όσο η ζωική του υπόσταση (είναι σαν ένα ζώο που δεν ξεχωρίζει το καλό από το κακό, για εκείνον όλα είναι μια χαρά, γιατί μεταμορφώνει κάθε τι μόνο με το άγγιγμά του και με τέτοιον τρόπο που σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό).
     Η ερωτευμένη έφηβη πρώτη φορά ανησυχεί για την εικόνα της (εγώ, από τότε που ξεκίνησε η μεγάλη περίοδος της κρίσης, είχα παραμελήσει επίτηδες τη μανία μου να καλλωπίζομαι). Παρατηρεί με αγάπη και θαυμασμό τη φίλη της Τζουλιάνα, θέλει να εντυπωσιάσει τον Ρομπέρτο έστω και πνευματικά, αλλά κυρίως απολαμβάνει τους καρπούς του ερωτευμένου: νιώθει ότι κάθε μια από τις συναντήσεις της μαζί του, έστω ως φίλη της αρραβωνιαστικιάς του, την κάνει «καλύτερο άνθρωπο», παρόλη τη νευρικότητά της, τις ανασφάλειες και τις τάσεις εντυπωσιασμού. Παίρνει και μέρος με πάθος στις κουβέντες, ενώ παράλληλα ξέρει πότε να σιωπά, πράγμα που το αναγνωρίζει και ο Ρομπέρτο.
            Ήταν αδύνατον να σταματήσω να μεγαλώνω
     Ο ενθουσιασμός της προσέγγισης με τον Ρομπέρτο δίνει την διαύγεια στην Τζοβάννα να βλέπει πιο καθαρά όλες τις περίπλοκες σχέσεις (με πατέρα, μητέρα, μητριά, φίλες, φίλους που της την πέφτουν κλπ), δεν παύει όμως να συνειδητοποιεί ότι ίσως ο Ρομπέρτο είναι υποκατάστατο πατέρα (μόνο που εγώ ένιωθα ότι είχα το ρόλο της κόρης που ακούει και δεν μου άρεσε να νιώθω έτσι, ήθελα να είμαι γυναίκα, μια γυναίκα που αγαπιέται). 
     Καθώς «αναπόφευκτα» μεγαλώνει, συνειδητοποιεί ποιες είναι οι πραγματικές ανάγκες (ήθελα να νιώσω κάτι παραπάνω από ένα χαριτωμένο ή πολύ όμορφο θηλυκό ζωάκι), σε σχέση με τον Ρομπέρτο και τους άλλους φίλους της, σταθεροποιείτην ταυτότητά της και βαδίζει με σθεναρά και συνειδητά βήματα στον "απατηλό" κόσμο των ενηλίκων.
Χριστίνα Παπαγγελή 

Κυριακή, Δεκεμβρίου 19, 2021

ραγιάς, ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΣ 1821, Γιάννης Καλπούζος

     Μια ιστορική σύνθεση αριστοτεχνικά δομημένη, ένα χορταστικό μυθιστόρημα με χαρακτήρες, δράση και αγωνία, μια βουτιά στην πολύπαθη και πολυδιάστατη περίοδο της ελληνικής επανάστασης -από τα πρώτα πρώτα βήματα, πριν τη γενίκευσή της μέχρι και τη σύσταση του αυτόνομου ελληνικού κράτους-, είναι το τελευταίο αξιόλογο ιστορικό μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου. Κι ενώ είχαμε διατρέξει την περίοδο αυτή ως αναγνώστες του «Άγιοι δαίμονες/ Εις ταν πόλιν», με κέντρο όμως την Κωνσταντινούπολη (1808-1831), αυτή τη φορά ο συγγραφέας μάς μεταφέρει, με ακόμα πιο τολμηρό τρόπο, στην καρδιά της επανάστασης. Δηλαδή στον Μοριά, συγκεκριμένα στη Βοστίτσα (Αίγιο), στην Πάτρα, στην Τρίπολη και, ακολουθώντας τον βασικό ήρωα τον Αγγελή, στην Πύλο (Νεόκαστρο ή Ναυαρίνο), στο Μεσολόγγι, στο Ναύπλιο, Βραχώρι (Αγρίνιο), Καρβασαρά (Αμφιλοχία), Πέτα, Δερβενάκια, και πάλι Μεσολόγγι, Τρίπολη, Ναύπλιο. Και είναι τολμηρό το εγχείρημα, αφενός γιατί οι συντελεστές και οι παράμετροι (κοινωνικές, πολιτικές, ιδεολογικές) που έφεραν τον ξεσηκωμό είναι πάρα πολλές και αμφιλεγόμενες, αφετέρου γιατί ήδη υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες ανάμεσα στους ιστορικούς ως προς τα αίτια, τις συνέπειες, τον ρόλο των αγωνιστών, των κοτζαμπάσηδων, των ευρωπαίων, των διαφορετικών εθνικοτήτων που συμβιώνουν στην πολυπολιτισμική Οθωμανική αυτοκρατορία (Τούρκων, Ρωμιών, Εβραίων, Αρμένηδων, Αρβανιτών κλπ κλπ), τα διαφορετικά οικονομικά συμφέροντα, τις ταξικές αντιθέσεις.
     Ωστόσο, ο Καλπούζος δεν διδάσκει, δεν κάνει ιστορία. Θα μπορούσαμε να πούμε όμως ότι ζωντανεύει το παρελθόν, με όσες γνώσεις μπορούμε να έχουμε γι’ αυτό, σεβόμενος την ιστορία, τα ντοκουμέντα, τις μαρτυρίες. Γιατί έπρεπε όλοι αυτοί οι παράγοντες να συνδυαστούν, να συντεθούν και ν’ αποτελέσουν έναν καμβά ώστε να ζωντανέψουν τα γεγονότα με αξιόπιστο τρόπο, χωρίς να προδοθεί η Ιστορία -με γιώτα κεφαλαίο- , και παράλληλα να σκιαγραφηθούν χαρακτήρες μέσα σε μυθιστορηματική πλοκή με αρχή-μέση-τέλος, «δέση» και «λύση».
     Η τεχνική της αφήγησης, που είναι ιδιαίτερη, επιτρέπει αυτήν την ευελιξία: ο κεντρικός ήρωας, ο Αγγελής, ένας απλός πολίτης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, χωρίς μόρφωση (δεν «ξεσκόλισε»), αφηγείται τα βιώματά του από τις απαρχές της επανάστασης μέχρι τα τέλη του 1825, εμπιστευόμενος τις μαρτυρίες του σε κάποιον «γραμματικό», μέσα από προφορική αφήγηση αλλά και από «ευτελή, κηλιδωμένα και καταταλαιπωρημένα χαρτία», σημειώεις που κρατά ο ίδιος. Παράλληλα, ο ίδιος γραμματικός αναλαμβάνει να συμπληρώσει, σε πιο λόγιο ύφος (και σε ξεχωριστά, εμβόλιμα κεφάλαια) την αφήγηση όπου υπάρχουν κενά. Μετά το 1825, ο Αγγελής, καταπτοημένος όχι μόνο από τις ήττες και τον αγώνα που φαίνεται χαμένος αλλά και απ’ τα δικά του προσωπικά προβλήματα παραιτείται απ’ το να κρατά σημειώσεις (χόρτασα κι από γραψίματα. Να κάψεις κι αυτά που σου έδωκα και που σου έστειλα). Ο γραμματικός όμως, πιστός θαυμαστής του Αγγελή, συνεχίζει να τον παρακολουθεί, και μέσα από μαρτυρίες κοντινών του προσώπων ανασυσταίνει τις νέες περιπέτειες του ήρωά μας αλλά και τα γεγονότα μέχρι τη λήξη του αγώνα και τις πρώτες συνθήκες ανεξαρτητοποίησης του ελληνικού κράτος.
     Ο Αγγελής είναι ένας έξυπνος και όμορφος νεαρός (18 χρονών το 1819) που καταφεύγει από τα 15 του στην Πάτρα αναζητώντας την τύχη του (η οικογένειά του, δέκα νοματαίοι, ζούσε σε χαμόσπιτο ανατολικά της Πάτρας, εφόσον ο πατέρας του ήταν επιστάτης σε χωράφια της χήρας Φιλίζ Χανούμ). Ο θυμώδης χαρακτήρας του και ο νεανικός ενθουσιασμός τον ρίχνουν μέσα σε διαρκείς δοκιμασίες, αλλά κυρίως στη δίνη του προεπαναστατικού αναβρασμού. Διωγμένος από την Πάτρα κακήν κακώς, καταφεύγει στην Καρύταινα δίπλα στον πραματευτή Τζίγνο (ανάποδος, στραβόξυλο, στριφνός, τσιγκούνης, καταφερτζής), με τον οποίο τριγυρνάνε όλο τον Μοριά (Φιλιατρά, Καρύταινα όπου έμειναν αρκετό διάστημα, Τριπολιτσά κλπ). Στο διάστημα μέχρι να αντρωθεί ο Αγγελής και να ξεκινήσει η επανάσταση κάνουμε γνωριμία με πρόσωπα που θα επανέρχονται στη διάρκεια της περιόδου που διατρέχουμε, σε άλλο πλαίσιο και με άλλο ρόλο ίσως: ο 15χρονος Αντριάς, τσιράκι του Τζίγνου, με τον οποίο καρπαζώνονται συνέχεια και μετά φιλιώνουν∙ η 20χρονη Ασπασία, η 4η (!) γυναίκα του Φερχάτ πασά που τον γουστάρει και τον προσελκύει στο κρεβάτι∙ ο Μουράτ (ανιψιός του Σαχίν Αγά) που ο Αγγελής τον είδε να βιάζει την αδερφή του, τη Γαρυφαλλιά∙ ο σοφός γέροντας Μελισσηνός που τον συμβουλεύει στα δύσκολα, και οι δυο του αδερφοί, ο Θεωνάς και ο αμίλητος Συμεών∙ ο μικρός Χαλίλ, γιος του Καρτάλ εφέντη (που πεθαίνει σε συμπλοκή καθώς Τούρκοι οχυρώνονται στο Νεόκαστρο) ∙ ο Γάσπαρης, σύντροφος που τον ακολουθεί απ’ το ξεκίνημα και τον στηρίζει∙ και τέλος η Εβραιοπούλα Σιμχά, κόρη του Βαρούχ, που την ερωτεύεται κεραυνοβόλα και παράφορα (απόμεινα να τη θαμάζω. Κέρωσα/χαμογέλιο άστραμμα μέσα στη νύχτα. Λαμποκόπησαν τα μάτια της κι έκαμναν τα μάγουλά της μικρές γούβες. Να βουτάνε και τα όνειρα να κολυμπούν. Παραλίγο να λιποθυμήσω).
     Αυτά και άλλα πρόσωπα, σημαντικά/ιστορικά και ασήμαντα, περιστρέφονται γύρω από την τυχοδιωκτική προσωπικότητα του Αγγελή, ο οποίος μπλέκεται σε περιπέτειες κάθε τόσο, καθώς περνάμε από την προεπαναστατική περίοδο στο «καζάνι που βράζει», στην αρχή του1821, όταν ήδη έχουν ξεκινήσει οι επαναστατικές πράξεις (πατούσα πια τα είκοσι. Από τα δεκαπέντε που έμπλεξα με τον Τζίγνο δεν είχα ξεκολλήσει ούτε μέρα. Πλιο πάντεχα να βρω του Ρωμιούς επαναστατημένους). Έχουμε ήδη γνωρίσει την Πάτρα και την Τριπολιτσά της εποχής (ό,τι ποθούσε κανείς το έβρισκε στο Τσαρσί, όπως λαλούσαν όλο το παζάρι. Ειδήσματα από την Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική. Ρούχα παπούτσια, δέρματα, υφάσματα, γουναρικά, γνέματα, κερί κλπ κλπ), την Καρύταινα, το Νεόκαστρο (Ναυαρίνο/Πύλος) αλλά και άλλες μικρότερες κωμοπόλεις, εφόσον οι πραματευτές γυρνάνε όλα τα χωριά της κεντρικής και Δυτικής Πελοποννήσου. Έχουμε δει αγριότητες των Τούρκων αλλά και των «φουστανελάδων», που τσάκισαν τον Αγγελή στο ξύλο εκ μέρους των κοτζαμπάσηδων («τέτοιοι είναι οι κοτζαμπάσηδες, φίδια φαρμακερά. Ορίζει το ντοβλέτι τους φόρους που πρέπει να πληρωθούν, αυτοί τους αυγατίζουν, τους μοιράζουν στα χωριά, τους εισπράττουν οι ίδιοι, δίνουν όσα ζήτησε στο ντοβλέτι και κρατάνε τη διαφορά για λογαριασμό τουςτ», του εξηγεί ο Ρήγας, «ένας αφέντης ο Τούρκος και δεύτερος και χειρότερος οι κοτζαμπάσηδες»).
     Ο «περίεργος αναβρασμός» που γίνεται αισθητός κι από τους ανυποψίαστους νεαρούς πραματευτές έχει ξεκινήσει από το 1820. Επεισόδια όπως να ζητούν με εκβιασμούς οι Τούρκοι τις κεφαλές Ελλήνων κάπων[1] και να τους πηγαίνουν άλλων, ή να παριστάνουν οι ξεσηκωμένοι τους ηττημένους -να παρουσιάζονται ως όμηροι («ρεέμια»), για να μη δώσουν χρόνο στους Τούρκους να προετοιμαστούν- είναι συνήθη. Όπως γράφει και ο γραμματικός του Αγγελή, ο λαός, βρισκόταν μεν σε επαναστατικό πυρετό, αλλά δεν γνώριζε λεπτομέρειες. Έτσι, ενημερωνόμαστε για τις λεπτομερείς κινήσεις Ρωμιών και Τούρκων απ’ τον γραμματικό, ο οποίος ζωντανεύει την ατμόσφαιρα της εποχής, με την υποκειμενικότητα που είναι φυσική για κάποιον καλοπροαίρετο, φυσικό μάρτυρα.
     Οι κινήσεις προς την απελευθέρωση είναι πολλές και αποσπασματικές, και καμιά φορά με σκοτεινά κίνητρα. Γυναικόπαιδα Τούρκων ξεσηκώνονται και κλείνονται στο φρούριο του Νεόκαστρου, ή στην Τριπολιτσά.

Η περίοδος της επανάστασης
Όταν στις είκοσι οκτώ του Μάρτη πήγα στην Κανδήλα ν’ αγοράσω αλεύρι, έμαθα πως είχε γυρίσει ο κόσμος ανάποδα. Στράφηκα στη σπηλιά, έκρυψα τα εργαλεία, έβαλα μπόλικο άχυρο και βρόμη στο μουλάρι και κίνησα για την Καρύταινα, παίρνοντας μαζί μου τον ντουλαμά και το τσεκούρι.
     Ο Μάρτης βρίσκει τον ήρωά μας στην Κανδήλα, ψηλά στα βουνά σε μια σπηλιά, να μαζεύει χιόνι για την επιχείρηση πώλησης πάγου που είχε μηχανευτεί ο Τζίγνος (!) Όταν παίρνει χαμπάρι τι γίνεται, έχει χαθεί πια με τους υπόλοιπους, αλλά τακιμιάζει με τον συνομήλικό του Γάσπαρη, αγνή ψυχή αλλά και μέσα στα πράγματα (είχε μια ελαφράδα, μια αποκοτιά ο Γάσπαρης που μ’ άρεσε. Δεν πολυσκότιζε το μυαλό του). Ήξερε περισσότερα από τον Αγγελή για την επανάσταση, αλλά κι αυτά μισά κι ανέσωστα. Μαθαίνουν για τα Καλάβρυτα, για την Καλαμάτα, για τη Γορτυνία όπου πολύ νωρίτερα έγινε ξεσηκωμός (βλέπουμε με πόσο έντεχνο τρόπο ο συγγραφέας μας μεταφέρει τη θολούρα των καιρών, τη δυσκολία της ενημέρωσης που ευθύνεται εν πολλοίς για την ασάφεια που υπάρχει σε σχέση με την ακριβή ημερομηνία έναρξης της επανάστασης) και ψάχνουν να βρουν μπουλούκι για να ενταχτούν, καθώς τραβάνε προς Καρύταινα.
     Καθώς οι συμπλοκές γενικεύονται, ο αναγνώστης εντυπωσιάζεται από τον τρόπο μάχης της εποχής, σώμα με σώμα… Μυρίζει ο αέρας μπαρούτι, ακούγονται πυροβολισμοί, κόσμος πηγαινοέρχεται, φωνές, οιμωγές, θρήνοι. Γυναίκες με μουλάρια φορτωμένα προσπαθούν να σώσουν το βιος τους, κουφάρια εδώ κι εκεί. Από τους Έλληνες που πολιορκούν την Καρύταινα (όπου είναι κλεισμένοι 600 Τούρκοι), ελάχιστοι βαστούν όπλα (πιστόλες και τουφέκια). Οι περισσότεροι κρατούν τσεκούρια, μαχαίρια, μυτερά ξύλα, κι ό, τι λογάριαζε καθένας για όπλο. Η αποτυχία της πολιορκίας στην Καρύταινα –και όχι μόνο, κόβει τα φτερά του ήρωά μας (δεν θα παραστήσω τον αντριωμένο. Και σκιαζόμουν και δε λογάριαζα να πετύχει η επανάσταση. Η φευγάλα της Καρύταινας με κρύωσε. Ξυπνήσανε μέσα μου και λόγια όσων στέκονταν εξαρχής ενάντιοι. Ποιος θα μας κυβερνούσε; Θα κάμναμε δικό μας κράτος όπως έλεγαν οι φιλικοί; Σάμπως καταλαβαίναμε ακόμα τι θα πει κράτος! Μήτε τι ακριβώς σήμαινε ελευθερία νογάγαμε).
     Παρόλες τις αρχικές επιφυλάξεις ο Αγγελής μπαίνει στο μάτι του κυκλώνα. Παρακολουθούμε το «βάφτισμά» του, τον Απρίλη του 1821, στη μάχη στον κάμπο του Λεβιδιού, όπου βρίσκεται σε χωσιά (ενέδρα) μόνο μ’ ένα γιαταγάνι (από τη μια χιλιάδες κι από την άλλη μια χούφτα παλληκάρια/τη ράχη μου Τούρκος δε θα τη ματα’δει/ο φόβος μου μου’ λεγε να τρέξω μα με κρατούσε το γινάτι). Είναι το πρώτο φονικό, αυτό που του χάρισε και το ασημοστολισμένο του καριοφίλι.
     Ακολουθεί θύελλα γεγονότων και καταστάσεων, καθώς παρακολουθούμε από κοντά τη βιωματική αφήγηση του συμπαθητικού ήρωα. Συναντάμε μαζί με τον Αγγελή τον Μπότσαρη, τον «γεροντολαγό» τον Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη με τα κηρύγματά και τα «λοξοδρομήματά» του, τους γιους του Πάνο και τον 15χρονο Γιάννη (Γενναίο)[2] και όλη τους την πορεία, τους Υψηλάντηδες, τον Μαυροκορδάτο, τους Πλαπουταίους, τον Δράμαλη, τον Μακρυγιάννη, τον Ανδρέα Λόντο και τον Ανδρέα Ζαΐμη (προεστοί που συνεργάστηκαν με τον Κολοκοτρώνη), τον Καραϊσκάκη, τον Ι. Κωλέττη και μετέπειτα τον Καποδίστρια και άλλους πολλούς. Έχουμε άμεση επαφή -με την υποκειμενικότητα όσων μετέχουν στην ιστορία- με τις εθνοσυνελεύσεις και τα πρώτα συντάγματα, τις αντιπαλότητες στρατιωτικών και κοτζαμπάσηδων που οδηγούν στη συμφορά των εμφυλίων, τις απρόσμενες σκοτεινές συμμαχίες, τη φυλάκιση των καπεταναίων, την άφιξη του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, την καταστροφή του Μοριά και την τραγική κατάληξη του Μεσολογγίου. Περιστατικά γνωστά αλλά και άγνωστα, όπως η πολιορκία του Νεόκαστρου το 1821(κάστρο της Πύλου/Ναυαρίνου) ζωντανεύουν χαρίζοντας όχι μόνο την απόλαυση της επαφής με την ιστορία, αλλά και πλούσιες εμπειρίες στον ήρωά μας. Αλλά και η πολιορκία της Τριπολιτσάς[3] από τους Έλληνες, όπως αργότερα και του Μεσολογγίου, περιγράφεται λεπτομερώς με δεινά χρώματα, καθώς η πολιορκία πόλης είναι απ’ τα χειρότερα βιώματα που μπορεί να ζήσει άνθρωπος.
     Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, ο Αγγελής συναντά ανθρώπους σημαντικούς, ανθρώπους τιποτένιους, εχθρούς που γίνονται φίλοι, φίλους που γίνονται εχθροί, ιδεολόγους (άμα λογαριάζεις για πατρίδα τον ένα και τον άλλο που διαφεντεύει, λαθεύεις. Εμείς θελήσαμε να φτιάξουμε πατρίδα, τη βάλαμε στο νου μας, και θα της χρωστάμε μέχρι να βγει η ψυχή μας) αλλά και παραδόπιστους. Μετά τον φρικτό θάνατο (παλούκωμα) του 15χρονου αδερφού του να του καίει την καρδιά, δεν έχει πια αμφιβολίες και κατατάσσεται σε μπουλούκι ως στρατιώτης, γίνεται κι ο ίδιος μπουλουκτσής∙ τραυματίζεται δυο φορές αρκετά βαριά και αναγκάζεται να νοσηλευτεί και σ’ αυτό το διάστημα παντρεύεται την Εβραιοπούλα Σιμχά (θύμα της πολιορκίας της Τριπολιτσάς) που την αποκαλει εφεξής Κερασία, ενώ ένας τεράστιος θησαυρός κρυμμένος από τον πατέρα της Βαρούχ στο πηγάδι του -πυρπολημένου- σπιτιού τον βοηθά να επιζήσει με αρχοντική, σχετικά, άνεση. Έχει δίπλα του τον15χρονο Τούρκο Χιλάλ που του έσωσε τη ζωή και τον ακολουθεί ως Στάμος, αγοράζει την 11χρονη Χαλίλ (μετέπειτα Χρυσούλα) που γίνεται η ψυχοκόρη της Σιμχά/Κερασίας. Στρατεύεται κυρίως με τον Γενναίο Κολοκοτρώνη σε Πελοπόννησο και Δυτική Ελλάδα, γυρνάει μαζί του πριν τη μάχη του Πέτα στα Δερβενάκια κατ’ εντολήν του Θ. Κολοκοτρώνη για να αντιμετωπίσουν τον Δράμαλη, παρακολουθεί τις φαγωμάρες στις εθνοσυνελεύσεις αλλά αρνείται να συμμετάσχει (δεν το χωρούσε ο νους μου ότι Έλληνες σκότωναν Έλληνες, ούτε να κάμνω τον αστυνόμο ή τον εισπράκτορα, και προφασίστηκα τον κρεβατωμένο/να στέρξω να ορμήσω εναντίον λλήνων για τα πολιτικά, δεν το δεχόμουν). Δεν είναι και λίγες οι πονηριές του Κολοκοτρώνη, που καταφέρνει να είναι με το ένα ποδάρι με τους καπεταναίους, με το άλλο ποδάρι με τους πολιτικούς/προεστούς, αλλά κατά τα λεγόμενα και ο Μακρυγιάννης πούλησε τον Γενναίο (Κολοκοτρώνης, στραατιωτικός) και πήγε με τη μεριά των κυβερνητικών.
     Η μοίρα των Τριπολιτσαίων ίσως είναι και η πιο δύσκολη σε όλο το Μοριά. Γιατί την πήραν βέβαια οι Έλληνες σκορπώντας τον όλεθρο, αλλά τα στρατεύματα που μαζεύονται στην πόλη πλιατσικολογούν και απομυζούν τους ντόπιους. Το ίδιο παρατηρείται και στο Ναύπλιο, όπου καταφεύγει ο Αγγελής με την οικογένειά του (η Κερασία είναι και έγκυος), κι όπου τους περιμένουν νέες περιπέτειες (απατεωνιές, εκπλήξεις, ανατροπές κλπ).
     Όταν πια γεννά η Κερασία την ξανθόμαλλη Πασχαλιά, ο αγώνας βρίσκεται στο ναδίρ. Είναι Οκτώβρης του 1824 κι έχει ήδη ξεκινήσει η δεύτερη φάση του εμφυλίου πολέμου, ένα απ’ τα θύματα του οποίου ήταν ο Πάνος Κολοκοτρώνης. Ο Ι. Κωλέττης έφτασε στο απώγειο της ξαδιαντροπιάς στέλνοντας επιστολές στους οπλαρχηγούς να κάνουν κι αυτοί πλιάτσικο (τώρα άνοιξαν δια εσάς δύο πηγαί πλούτου, οι λίρες του δανείου και τα πλούσια λάφυρα του Μορέως. Τι άλλο επιθυμείτε;). Το πλιάτσικο το ακολούθησε η φυλάκιση των αγωνιστών, η κορυφαία πράξη διχασμού των Ελλήνων, που οδηγήθηκαν σε απίστευτες πράξεις βιαιότητας και «κακουργήματα» από μισθοφόρους (με λεφτά του δανείου), ενώ οπλαρχηγοί και κυβερνητικοί άλλαζαν παράταξη (τα κακουργήματα του εμφύλιου έβλαψαν βαριά τον αγώνα. Έσβησαν τη μεγάλη φλόγα. Τι έφταιξε; Ποιος; Ποιοι; Το στοχάστηκα και τότες κι αργότερα. Ήταν κείνη η φαρμακερή μεριά της ουσίας του «εγώ» που λαλούσε παλιότερα ο Μελισσηνός. Σίγουρα και οι έχθρες, οι κόντρες, το σελάγισμα των παράδων και των αξιωμάτων και ο ξάνθρωπος, ο ίδιος που όρμησε στην Τριπολιτσά το 1821).
     12 Φλεβάρη του 1825 ο Ιμπραήμ αποβιβάζεται στη Μεθώνη με στόλο, χιλιάδες «πεζούρα» και 600 «καβαλάρηδες» και… πλιο φαινόταν καθαρά το άσημο μούτρο της διχόνοιας. Για να στρατευτούν οι άντρες θέλουν «λουφέ». Ο Αγγελής, μετά από ανάρρωση, είναι αποφασισμένος να ηγηθεί μπουλουκιού. Αρχίζει μια περίοδος καταστροφής και ήττας όλου του Μοριά από τους Αιγυπτίους (30.000, κοκκίνισαν οι ράχες και οι λαγκαδιές απ’ τις φορεσιές τους), που θα καταλήξει όπως ξέρουμε στην τραγική έξοδο του Μεσολογγίου, ένα χρόνο αργότερα, στις 10 Απριλίου του 1826. Μέχρι τότε όμως πολλές τραγωδίες, που τις παρακολουθούμε από απόσταση ανάσας, τσακίζουν το ηθικό των αγωνιστών. Ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματα που τα χρεώνεται ο Θ. Κολοκοτρώνης είναι η καταστροφή της Τρίπολης, (9 Ιουνίου 1825[4]) η οποία παραδόθηκε στον Ιμπραήμ αμαχητί. Αυτή η εξέλιξη επηρεάζει και την εκτεταμένη «οικογένεια» του Αγγελή (στην οποία, κατά τα ήθη της εποχής περιλαμβάνεται και ο Στάμος με τη Χρυσούλα, και ο Ανδριάς), εφόσον εγκαταλείπουν όλοι το σπίτι όσο ο Αγγελής βρίσκεται στον πόλεμο. Και αρχίζει η Οδύσσεια της προσφυγιάς και της αναζήτησης των οικείων προσώπων.
     Ενώ το καζάνι της ήττας βράζει, ο απελπισμένος Αγγελής ψάχνει τους δικούς του ανθρώπους όπως τη βελόνα στ’ άχερα –το πιθανότερο είναι να βίασαν τις δυο γυναίκες (Χρυσούλα και Κερασία) και να τις σκότωσαν. Μεταβαίνει πληγωμένος στο Ναύπλιο πάλι, όπου είχαν σπίτι, μπας και κατάφεραν να πάνε εκεί, κι αντικρίζουν τον όλεθρο που φέρνει ο πόλεμος: όλη η δυστυχιά του κόσμου ήταν συναγμένη εκεί: χήρες, ορφανά, κατατρεγμένοι απ’ την Τριπολιτσά, την Κρήτη, τα Ψαρά, τη Χίο, την Κάσο, χωριά της Ρούμελης και του Μοριά./Τριγύριζαν στα λασπόνερα ξυπόλυτα παιδιά, κοκαλιάρικα, πεινασμένα, άρρωστα, γιομάτα καντήλες κλπ κλπ. Η συνάντηση με τον Θωμά, το κουτσό παλληκάρι που τάσσει τον εαυτό του στον αγώνα μέχρι τελευταίας ρανίδος και η απελπισιά, τον σπρώχνουν στο Μεσολόγγι, όπου έχει ήδη ξεκινήσει η πολιορκία. Στις 9 του Γενάρη φτάνει ένας μικρός στόλος με υδραίικα και ψαριανά πλοία, με τρόφιμα και πολεμοφόδια, μαζί κι ο Αγγελής με το πλοίο του ναύαρχου Μιαούλη και με τον Θωμά.
     Αυτή η απόφαση του Αγγελή επιτρέπει σε… μας τους αναγνώστες να απολαύσουμε, από τη γραφίδα του συγγραφέα, σελίδες συναρπαστικές, όπου η Ιστορία -πείνα, στέρηση, ναυμαχίες- συμπλέκεται με τις προσωπικές περιπέτειες του πρωταγωνιστή, που δεν είναι και λίγες (φιλοξενία από τον ευκατάστατο Αζαρία που τον θέλει για γαμπρό, κόλπα για να παντρευτεί η νύφη αυτόν που αγαπά, κ.α.). Τότε είναι που ο ήρωάς μας αποφασίζει να παραδώσει τα στρατσόχαρτά του αδιαφορώντας πια για την υστεροφημία, ή ίσως, «από κακό προμάντεμα». Στις 10 Απριλίου 1825, τη μέρα που έχει οριστεί η Έξοδος, ο Αγγελής με 350 άντρες ξεφεύγουν από την ανατολική μεριά της Κλείσοβας.
     Η υπόλοιπη αφήγηση γίνεται από τη μεριά του γραμματικού, που είναι συγγενής του Αζαρία και τρέφει θαυμασμό για τον ήρωά μας. Η ναυμαχία του Ναυαρίνου, η άφιξη του Καποδίστρια, η λήξη του αγώνα και τα ιστορικά γεγονότα που οδήγησαν στην ανακήρυξη του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους[5], περιγράφονται από τον λόγιο με αδρές γραμμές, καθώς η αφήγηση εστιάζει κυρίως στην αναζήτηση της Κερασίας από τον Αγγελή. Η αγωνία σελίδα με τη σελίδα κορυφώνεται, καθώς η ελπίδα μια χάνεται και σβήνει, μια ξαναθεριεύει. Έχει φτάσει πια 1828, και ο τόπος είναι ρημαγμένος. Ο τύφος θερίζει, και τα μαντάτα από τις βιαιοπραγίες των «αραπάδων» απελπίζουν τον Αγγελή. Μια σειρά από γεγονότα τον οδηγούν στην απελευθέρωση της Κερασίας, που είναι η τελευταία και πιο ακραία «περιπέτεια» πριν να κοπάσει η θύελλα. Γιατί, οι πληγές είναι μεγάλες και οι μνήμες των ανθρώπων γεμάτες ένταση και πόνο, αλλά η αρχή του τέλους έχει φτάσει, και το μυθιστόρημα κλείνει με εικόνες αγάπης και λύτρωσης.
     Το μυθιστόρημα αυτό ζωντανεύει αυτήν την τόσο πολυδαίδαλη εποχή με τρόπο που φέρνει το τότε κοντά στο σήμερα. Γιατί, όπως λέει και στις τελευταίες σελίδες ο ίδιος ο -σοφός,πια, γεμάτος εμπειρίες και γνώση- Αγγελής στους φίλους του Μελισσηνό και Συμεών, «για μένα έχει αξία να γεννηθεί και να στεριώσει γερά μέσα στον άνθρωπο η φωνή που κράζει: δεν θα ζήσω σαν ραγιάς! Μα να ξεύρει όποιος λάβει την απόφαση ότι τούτο θα ζητήσει μέχρι το αίμα του να’ ναι έτοιμος να δώκει».
    Θα κλείσω την ανάρτηση με τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα για την επιλογή του τίτλου «Ραγιάς» : «Ο ραγιάς, ήτοι ο υπόδουλος, σηματοδοτεί τη σκλαβιά, τον εξευτελισμό. Ανθρώπους που δεν τους ανήκε τίποτα, δεν έλεγχαν στοιχειωδώς τη ζωή τους και αδυνατούσαν να προστατέψουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Τους καταδυνάστευε ο φόβος. Με τη λαχτάρα να ζήσουν ανθρωπινά και να πάψουν να είναι ραγιάδες ξεσηκώθηκαν τότε οι Έλληνες. Όμως ο ραγιαδισμός συνεχίζει, κάτω από διαφορετικές συνθήκες, να υφίσταται φανερά ή με σκιώδη τρόπο και πρέπει να το κατανοήσει ο καθένας και να πασχίσει να τον αποτινάξει. Κοντολογίς, επέλεξα τον τίτλο ως σταυρό μαρτυρίου και ως αφετηρία για την ανάσταση, την ελευθερία».
Χριστίνα Παπαγγελή 

[1] Επί τουρκοκρατίας ο κλέφτης που έστηνε σε περάσματα ενέδρα για ληστεία, καπετάνιος/αρχηγός https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%BA%CE%AC%CF%80%CE%BF%CF%82
[2] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82_(%CE%93%CE%B5%CE%BD%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82)_%CE%9A%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BD%CE%B7%CF%82
[3] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%86%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%A4%CF%81%CE%B9%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%83%CE%AC%CF%82 Την πτώση της Τριπολιτσάς ακολούθησαν σκηνές τυφλής βίας. Χιλιάδες Οθωμανών, άμαχοι στην πλειονότητά τους, αλλά και οι Εβραίοι της πόλης έγιναν θύματα μιας απερίγραπτης σφαγής που διήρκεσε τρεις μέρες. Οι πηγές δε συμφωνούν για τον αριθμό των θυμάτων. Το πιο πιθανό είναι ότι τις τρεις μέρες της άλωσης σφαγιάστηκαν περίπου 16.000 Τούρκοι, Εβραίοι και Αλβανοί, καθώς και περίπου εκατό Έλληνες από το στρατό των επαναστατών.
[4] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AC%CF%87%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%A4%CF%81%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CF%82

[5] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CF%81%CF%89%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%BF_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9B%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CF%85_(1830)

Τρίτη, Δεκεμβρίου 07, 2021

Χαλίλ, Γιασμίνα Χάντρα

Το μήνυμά μας θα είναι απόλυτα ξεκάθαρο.
Θα αποδείξουμε σ’ αυτούς τους άπιστους,
για μια ακόμα φορά,
πως είμαστε σε θέση να χτυπήσουμε
οποιονδήποτε και οπουδήποτε.
     Ο Χαλίλ είναι Μαροκινός, ζει στο Βέλγιο με την οικογένειά του και είναι κρυφά μάρτυρας του Ισλάμ («σαχίντ»). Στο «σήμερα», 13 Νοεμβρίου του 2015, είναι ζωσμένος με εκρηκτικά και μαζί με άλλους τρεις καμικάζι (τον παιδικό του φίλο Ντρις και άλλους δυο «αδελφούς») πηγαίνουν με αυτοκίνητο που οδηγεί ο Αλί στο Παρίσι, για να σκορπίσουν τον θάνατο στους άπιστους του Stade de France.[1] Είναι η αποφράδα μέρα κατά την οποία όλοι ξέρουμε ότι έγινε η επίθεση στο θέατρο Μπατακλάν[2] με την τραγική κατάληξη, ενώ παράλληλα έγιναν επτά ανεξάρτητες επιθέσεις στο 10ο και 11ο διαμέρισμα του Παρισιού.
     Σ’ αυτό το πλαίσιο τοποθετεί ο μεγάλος και καταξιωμένος Αλγερινός συγγραφέας Μοχάμεντ Μουλεσεχούλ (Γιασμίνα Χάντρα είναι γυναικείο όνομα, λογοτεχνικό ψευδώνυμο για πολιτικούς λόγους) την τραγική του ιστορία, που αγγίζει «από μέσα» ένα από τα πολύ καυτά φαινόμενα της εποχής μας, της ισλαμικής τρομοκρατίας. Και είναι «από μέσα» γιατί αφηγητής είναι ο ίδιος ο Χαλίλ, μυημένος στον ισλαμικό φονταμενταλισμό, περήφανος για την αποστολή του, ποτισμένος από την ιδεολογία του ήρωα που με τη θυσία του θα φέρει δικαιοσύνη (ιμάμης Σαντέκ: Η πίστη είναι η ολοκλήρωση των πιο ενδόμυχων πεποιθήσεών μας. Αυτή είναι που μας οδηγεί στον πραγματικό μας προορισμό: ή ανήκουμε στον Θεό ή του γυρνάμε την πλάτη γα να’ ρθουμε αντιμέτωποι με την αιώνια τιμωρία). Το εγχείρημα να καταπιαστεί ο συγγραφέας μ’ ένα ζήτημα τόσο οδυνηρό και καίριο δεν σημαίνει, εννοείται, ότι ταυτίζεται με την πρακτική του ακραίου ισλαμισμού, κι αυτό είναι φανερό, με διακριτικό και έμμεσο βέβαια τρόπο (δεν είναι τέχνη ο διδακτισμός, ούτε η στράτευση).
     Παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα τα σταδιακά βήματα αυτής της αποστολής του Ισλαμικού Κράτους[3] (ISIS ή Νταές) από τις μέρες ακόμα της προετοιμασίας, καθώς η πρωτοπρόσωπη αφήγηση δίνει όχι μόνο ζωντάνια, αμεσότητα και παραστατικότητα σα να είμαστε δίπλα, αλλά ένα είδος ταύτισης με τον ήρωα, όσο απεχθής κι αν είναι η ιδεολογία που σκορπά τόσο αβασάνιστα τον πόνο και τον θάνατο αθώων πολιτών (δε θυμάμαι τίποτα και κανέναν. Έχω διαγράψει εντελώς οτιδήποτε δεν αφορά την παρούσα στιγμή κι έχω στρώσει άσφαλτο από πάνω. Απόψε είμαστε οι εκλεκτοί του θεού. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο κολακευμένος νιώθω). Παρακολουθούμε επίσης με αμείωτο ενδιαφέρον την σταδιακή διάβρωση της αρχικής σιγουριάς και πίστης του Χαλίλ για την αποστολή του, καθώς η απροσδόκητη αποτυχία της πυροδότησης του εκρηκτικού μηχανισμού, την κρίσιμη και αποφασισμένη ώρα, τον «αδειάζει», τον αποπροσανατολίζει, τον φέρνει σε απίστευτη αμηχανία και αδιέξοδο (συνέχισα να πατάω τον διακόπτη, ενώ την ίδια στιγμή άρχισε να με πιάνει ίλιγγος. Ένιωσα κράμπες στα πόδια∙ το στόμα μου να γεμίζει μ’ ένα απαίσιο υγρό).
     Έτσι, ο Χαλίλ –που δεν έχει ουδεμία αμφιβολία για την αξία της αποστολής- βρίσκεται εν μέσω γενικού συναγερμού, ζωσμένος με το εκρηκτικό φορτίο, σε κατάσταση κινδύνου και χωρίς καμία καθοδήγηση, χωρίς χαρτιά-ταυτότητες-χρήματα, κυρίως χωρίς να ξέρει αν οποιαδήποτε απονενοημένη κίνησή του (π.χ. να τηλεφωνήσει στου «αδελφούς» ή να καταφύγει στην οικογένειά του) θα φέρει πρόβλημα στον ιερό πόλεμο. Δεν έχει ιδέα τι έγινε, αν η αποτυχία οφείλεται σε λάθος δικό του, των άλλων, ή σε προδοσία. Παράλληλα, δεν έχει τρόπο να επικοινωνήσει, αλλά ενημερώνεται ότι οι άλλες επιθέσεις έφεραν το κράτος σε επιφυλακή και ενδελεχείς έρευνες, και αν τον υποπτευθούν, είναι χαμένος.
     Χωρίς να κλονιστεί η πίστη του στην αξία του αγώνα, αρχίζει μια οδύσσεια επιβίωσης. Δεν είναι όμως δύσκολο για τον αποπροσανατολισμένο Χαλίλ να κάνει λάθος κινήσεις: τηλέφωνα επικίνδυνα παραβιάζοντας τις αρχικές εντολές, συναντήσεις με πρόσωπα που δεν θα έπρεπε (π.χ. τον πυροτέχνη, για να μάθει τι έγινε). Το άγχος του, πέρα από την επιβίωση, είναι να μην τον θεωρήσουν δειλό. Συναντά γνωστό κόσμο, που είναι σοκαρισμένος με τα γεγονότα και τον ψαρεύουν, μια κι ένας από τους καμικάζι είναι ο Ντρις, ο παιδικός του φίλος. Ο Χαλίλ βρίσκεται σε θέση άμυνας προσπαθώντας να υπερασπιστεί τις ιδέες του, αλλά και να μην προκαλέσει υποψίες.
     Ένα είδος «διάβρωσης» έχει αρχίσει, ενώ ταυτόχρονα εμείς οι αναγνώστες μαθαίνουμε λεπτομέρειες από τη ζωή του. Για την άβουλη μάνα βερβερικής καταγωγής (δεν θυμάμαι να είχα δει ποτέ τη μητέρα μου να τολμά να κάνει ένα βήμα έξω από την αφετηρία/η μάνα μου είχε απολιθωθεί στον χρόνο, χωρίς ηλικία και σημείο αναφοράς)∙ τον άξεστο πατέρα, μανάβη, και την ανύπαρκτη ως εχθρική σχέση τους, εφόσον δείχνει στον γιο του καταφρόνια∙ τη μεγάλη απρόβλεπτη αδερφή Γιέζα και την μικρή, τη Ζαχρά, δίδυμη με τον Χαλίλ στην οποία ο τελευταίος έχει ιδιαίτερη αδυναμία. Τον Ντρις, με τον οποίο μεγάλωσε μαζί, και ο οποίος, αφού τον σύστησε στον «αξιοσέβαστο» ιμάμη Σαντέκ, και στον Λυές (τους υπεύθυνους της ομάδας) εγγυήθηκε γι’ αυτόν (ο Χαλίλ είναι ντροπαλός, αλλά όταν δεσμεύεται σε κάτι δεν τον σταματάει ούτε μπουλντόζα. Μαζί μεγαλώσαμε, μαζί θα πεθάνουμε). Βλέπουμε μέσα από τις προσωπικές σκέψεις ή τις αναμνήσεις συνειρμικά την ψυχολογία όλων αυτών των προσώπων που αποτελούν το δίκτυο γνωριμιών του Χαλίλ.
     Αυτός όμως που παίζει καθοριστικό ρόλο είναι ο Ραγιάν, κι αυτό γιατί σ’ αυτόν κατέφυγε ο χαμένος Χαλίλ για να βρει στήριγμα. Ο Ραγιάν, παιδικός φίλος στην ίδια παρέα με τον Ντρις (η μάνα μου μας είχε μεγαλώσει σαν τρίδυμα), ήταν πολύ καλός μαθητής, σπούδασε, έπιασε δουλειά σε εταιρία και είναι πλήρως ενταγμένος στη βελγική κοινωνία και τις ευρωπαϊκές αξίες, επομένως και σοκαρισμένος από τα γεγονότα. Μια σειρά από υπεκφυγές φέρνει τον Χαλίλ σε αδιέξοδο, παρόλ’ αυτά ο Ραγιάν τον παραλαμβάνει απ’ το Παρίσι και τον πηγαίνει στη Μονς όπου μένει η μεγάλη, προβληματική αδελφή (η αδερφή μου μόλις συνερχόταν από μια βαριά κατάθλιψη). Τα αλλεπάλληλα ψέματα που σκαρφίζεται ο Χαλίλ βάζουν σε υποψία βασικά αυτούς τους δύο που τον βοηθούν εναλλάξ, ενώ ο ίδιος υπερασπίζεται τις αρχές των φανατικών μουσουλμάνων, αλλά και των τρομοκρατών.
     Η μόνη σκέψη που κρατά τον Χαλίλ είναι να έρθει σε επαφή με τον εμίρη. Και κάνει υπομονή, όμως συνεχή κύματα δοκιμασιών κλονίζουν τις βεβαιότητές του: πρώτα –πρώτα, μέσα στους νεκρούς υπάρχει και συγγενής, μια θεία –αδερφή της μάνας του. Έπειτα, μαθεύτηκε ότι ο κολλητός του ο Ντρις ήταν ένας από τους καμικάζι που σκόρπισαν τον θάνατο. Αυτό κλονίζει τον Ραγιάν (δεν ήταν τρελός ο Ντρις. Ποιο λόγοι μπορεί να υπάρχουν στο παράλογο;), όμως ο Χαλίλ τον υπερασπίζεται -και αρχίζουν οι υποψίες. Τα ψέματα γίνονται τερατώδη και ο ήρωάς μας μπαίνει σ’ έναν ανεξέλεγκτο κυκεώνα, εφόσον ούτε να υπεραμυνθεί των ιδεών του μπορεί, γιατί βάζει όλη την οργάνωση -και τον εαυτό του- σε κίνδυνο, ούτε βέβαια να τις απαρνηθεί.
     Η συναισθηματική φόρτιση είναι μεγάλη, και ο συγγραφέας είναι μάστορας στο να μας τη μεταφέρει: ο Χαλίλ είναι θυμωμένος με τον Ραγιάν που απαρνήθηκε τη χώρα του και τις αξίες της και «ο κόσμος του ήταν φτιαγμένος από ψευδαισθήσεις, τα όνειρά του ήταν θανάσιμες παγίδες, οι φιλοδοξίες του χάρτινες» (εσύ ήσουν πάντα ο χαϊδεμένος, ο φρεσκοπλυμένος, ο περιποιημένος γιόκας της μαμάκας σου/ ήμουν το κατακάθι της ανθρωπότητας, Ραγιάν, ένας καταραμένος περιθωριακός χωρίς μέλλον που δεν είχε πού να στηριχτεί και περίμενε να ξημερώσει για να βρει λίγη ανακούφιση σε κάποιο τζαμί. Και το τζαμί, πιο πολύ κι από καταφύγιο, με ανακύκλωσε όπως ανακυκλώνει κανείς ένα απόβλητο. Μας έκανε ορατούς, εμένα και τον Ντρις, τα μιάσματα, και μας έδωσε υπόσταση).
     Ο Χαλίλ τριγυρνά σα ζαλισμένο κοτόπουλο, είτε ρισκάροντας να συναντήσει μέλη της οργάνωσης και ζητώντας ευθύνες, είτε ερχόμενος σε σύγκρουση με φίλους, περαστικούς καθώς κάθε κουβέντα σχετική με το θέμα γι’ αυτόν είναι πρόκληση (-Οι τρομοκράτες και οι ρατσιστές είναι αδέρφια. (απάντηση Χαλίλ): Δε γίνεται να στήσουμε ξανά τον κόσμο στα πόδια του αν δεν ξεφορτωθούμε πρώτα αυτούς που σκύβουν το κεφάλι). Υπερασπίζεται τη θυσία του Ντρις απροκάλυπτα ακόμα και στη μάνα του ίδιου του Ντρις, που είναι απαρηγόρητη (Την κατάρα μου να έχει όποιος πήρε τα μυαλά του παιδιού μου/Χαλίλ: ο Ντρις πολέμησε για τη δικαιοσύνη).
     Μεγάλη όμως είναι η σύγκρουση με τον Ραγιάν για την αναγκαιότητα των τρομοκρατικών επιθέσεων (ο Ντρις πέθανε ως μάρτυρας/θυσιάστηκε για τον θεό, όχι για τους άλλους). Ο αντίλογος του Ραγιάν είναι τόσο ισχυρός, που παύει να τον νιώθει φίλο παρόλο που εκείνος του βρήκε ωστόσο δουλειά μεταφορέα/νυχτοφύλακα στην υπηρεσία ενός φίλου του.
     Η κρυμμένη ζώνη με τα εκρηκτικά είναι ένα από τα κλειδιά που επιταχύνουν τη δράση, γιατί η αποκάλυψή της από την Γέζα και στη συνέχεια από τον Ραγιάν είναι αιτίες έκρηξης και αποπομπής του Χαλίλ, ο οποίος νιώθει πάλι μόνος, εγκαταλελειμμένος και από γνωστούς/φίλους αλλά και από τα μέλη της ομάδας. Άλλο κλειδί στην εξέλιξη είναι η εμφάνιση του Ραμντάν, οικοδόμου-συνδέσμου με την ομάδα που τον φέρνει σε επαφή επιτέλους με τον Λυές και αρχίζει να λειτουργεί ένα πλέγμα στήριξης (σπίτι, σύντροφοι, άλλοθι κλπ), χωρίς όμως να του απαντιούνται τα «θανατηφόρα ερωτήματα, π.χ. αν το εκρηκτικό φορτίο προοριζόταν για μαθητευόμενους κι έγινε λάθος, γιατί ήταν αληθινό; (-Θέλω εξηγήσεις/-Ο σεΐχης θα στις δώσει όταν έρθει η ώρα).
     Η μυστική εξαφάνιση και προετοιμασία του Χαλίλ για νέα αποστολή, στο Μαρόκο αυτή τη φορά, συμπίπτει με την συνάντησή του με την αγαπημένη αδερφή, τη δίδυμη, με τη Ζαχρά. Ο Χαλίλ όμως δεν είναι πια ο ίδιος, και δεν μπορεί να ξανασυνδεθεί με την οικογένεια, και ειδικά με τον πατέρα (αν μ’ αγαπάς, Χαλίλ, κι αν θες να με ξαναδείς, έλα σπίτι να ζητήσεις συγγνώμη απ’ τον πατέρα σου/το ισλάμ μας παροτρύνει στη συγχώρεση). Η αδελφική σχέση διαταράσσεται αλλά ήδη ο Χαλίλ βρίσκεται αλλού.
     Η σκληρή περίοδος πριν την επίθεση έχει ξεκινήσει. Διακοπή από κάθε εξωτερική επαφή, μελέτη της λεπτομέρειας, προσευχή, αποχαιρετισμός της θάλασσας (Η θάλασσα με κατέπλησσε με τα μυστήριά της, συναρπαστικά όσο και του θανάτου. Την αγαπούσα επειδή ήξερε να αποσιωπά τα μυστικά της, σαν τον θεό. Κανείς δε γνωρίζει την ηλικία της, καμιά σοφία δεν μπορεί να υπολογίσει τη δύναμή της). Σ’ αυτήν τη χρονική φάση, της περίσκεψης και του διαλογισμού, παρακολουθούμε τον τρόπο σκέψης του Χαλίλ, την πνευματική του μεταμόρφωση ώστε να αποδεχτεί με ηρεμία τον θάνατο, στην αξία του οποίου πιστεύει ακλόνητα (ο ουρανός είχε πάψει να είναι ουρανός, ήταν μια όαση, η γη δεν ήταν πια γη, αλλά ένας αντικατοπτρισμός, κι εγώ περιφερόμουν σαν σχοινοβάτης ανάμεσα στα δυο, με λυγερό ανάστημα και το κεφάλι ψηλά, έχοντας υπέροχα λευκά φτερά στους ώμους). Παρακολουθούμε τις σκέψεις του κι αυτό ίσως είναι ένα από τα ωραιότερα σημεία του βιβλίου, γιατί δείχνει πόσο η ακλόνητη πίστη σε κάτι σταθερό και υψηλό, είναι πολλές φορές το κίνητρο γι’ αυτήν την ακατανόητη και αποτρόπαια πράξη. Πιστεύει ότι η απόλυτη αφοσίωσή του και η μετά χαράς αποδοχή να θυσιάσει τη ζωή του, δικαιώνει κάθε πράξη. Ο Χαλίλ, σ’ αυτό το στάδιο όπου η μοναξιά του είναι ακόμα πιο ενισχυμένη, αποδεικνύεται βασιλικότερος του βασιλέως. Είναι πολύ αυστηρός, ακόμα και με τους συντρόφους του: είχα μάθει να ξεχωρίζω ποιοι ήταν πιστοί και ποιοι πίστευαν πως ήταν πιστοί. Αυτοί οι τελευταίοι νομίζουν πως έχουν τη θεία χάρη αλλά κάνουν λάθος. Η θεία χάρη εν δίνεται παρά μόνο σε χαρακτήρες στιβαρούς, αλύγιστους, τους οποίους τίποτα σε τούτο τον κόσμο δεν μπορεί να τους παρασύρει.
     Τίποτα λοιπόν δεν δείχνει να μπορεί να διαταράξει την ισορροπία και την αποφασιστικότητα του Χαλίλ. Κι όμως, στις τελευταίες 50 σελίδες υπάρχει μια μεγάλη ανατροπή, και αυτό που αρχικά ήταν ευλογημένο γίνεται καταραμένο. Γιατί ένα συγκλονιστικό γεγονός επιταχύνει την εσωτερική σύγκρουση μέσα στον ίδιο τον Χαλίλ, αναπροσδιορίζει τις σχέσεις των προσώπων και τον ωθούν να δώσει απάντηση στα ερωτήματά του με ΠΡΑΞΗ.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] Το εθνικό στάδιο της Γαλλίας με χωρητικότητα 80.000 άτομα


[2] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82_%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B8%CE%AD%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_13%CE%B7%CF%82_%CE%9D%CE%BF%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CF%81%CE%AF%CE%BF%CF%85_2015_%CF%83%CF%84%CE%BF_%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B9


[3] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CF%83%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%9A%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%82

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 02, 2021

Η χορτοφάγος, Χαν Γκανγκ

     Το βραβευμένο με το Διεθνές Booker μυθιστόρημα της Νοτιοκορεάτισας Han Kang είναι ένα παράξενο βιβλίο, που από τη μια οι ψυχικές καταστάσεις και τα συναισθήματα που περιγράφονται σ΄αυτό είναι τελείως ανοίκεια, απ’ την άλλη η γοητεία του να εμβαθύνει η γραφή σ’ αυτές τις παράδοξες αποκλίσεις της ψυχής ελκύουν το ενδιαφέρον. Και είναι ανοίκεια, γιατί οι δυο βασικοί ήρωες καθορίζονται από κάποια εμμονή, στα όρια του αρρωστημένου, του διαταραγμένου, του τελείως ανορθολογικού. Τόσο, που αν η γραφή δεν ήταν διεισδυτική, ψυχογραφική και… πρωτοπρόσωπη (στο πρώτο μέρος, αλλά και στα υπόλοιπα η αφήγηση είναι εσωτερική), θα το παρατούσα στη μέση.
     Το έργο είναι σπονδυλωτό και διακρίνονται τρία σχετικά αυτόνομα κεφάλαια, στα οποία η εστίαση γίνεται κάθε φορά σε διαφορετικό πρόσωπο: στην ΓιόνγκΧιε, στον γαμπρό της ΓεόνγκΧιε, και στην αδερφή της, την ΊνΧιε. Ωστόσο, θα λέγαμε ότι το κεντρικό πρόσωπο και στα τρία μέρη είναι η «χορτοφάγος», η ΓιόνΧιε, εφόσον επιδρά καταλυτικά και στους άλλους δύο, ταράζοντας τα ήρεμα νερά της καθημερινής ρουτίνας και ανατρέποντας τον ψυχισμό τους. Γιατί όλα ξεκινούν όταν αποφάσισε η ΓιόνΧιε να μην ξαναφάει ποτέ κρέας, και οτιδήποτε σχετίζεται με ζωικής προέλευσης εδώδιμο. Η απόφαση αυτή είναι ξαφνική (η μόνη δικαιολογία της είναι ότι «είδε ένα όνειρο»), και δεδομένου ότι ήταν μια ήσυχη παραδοσιακή γυναίκα που μαγείρευε καταπληκτικά τα παραδοσιακά κορεάτικα φαγητά, ο άντρας της, που είναι και ο αφηγητής του πρώτου μέρους, αιφνιδιάζεται δυσάρεστα, προσπαθεί να είναι διακριτικός αλλά δεν μπορεί να εμποδίσει να γίνεται και βίαιος.
     Μια σειρά από γεγονότα ακολουθούν σα χιονοστιβάδα, εφόσον η δυσαρέσκεια γίνεται κοινωνική πίεση (αδιανόητη η απόρριψη της κρεατοφαγίας, αλλα και η ανυπακοή της συζύγου/κόρης), όχι μόνο εκ μέρους του συζύγου, που σύντομα εγκαταλείπει την ΓιόνΧιε αλλά εκ μέρους και της πατρικής οικογένειας, ιδιαίτερα του πατέρα που αποδεικνύεται pader padrone. Η σκηνή κορυφώνεται με το να καταλήξει η ηρωίδα στο νοσοκομείο, όπου οι εμμονές πολλαπλασιάζονται, με πιο ακραία την ανάγκη να ξεγυμνώνεται στον ήλιο (χωρίς να την ενδιαφέρει φυσικά ο περίγυρος).
     Το δεύτερο κεφάλαιο, που τιτλοφορείται «Η μογγολική κηλίδα» μοιάζει στην αρχή να μη σχετίζεται με το πρώτο. Παρακολουθούμε έναν νεαρό, που γρήγορα καταλαβαίνουμε ότι είναι ο γαμπρός της ΓιόνΧιε, και τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες. Είναι ζωγράφος και φωτογράφος, φτιάχνει βίντεο, έχει στούντιο, ψάχνει για έμπνευση∙ κι αυτό που τον αναστατώνει και τον διεγείρει δημιουργικά αλλά και ερωτικά, είναι η… μογγολική κηλίδα, το σημάδι δηλαδή που συχνά εμφανίζεται στα νεογέννητα, και που παρατήρησε στα οπίσθια της κουνιάδας του, της ΓιόνΧιε, όταν τη μετέφεραν στο νοσοκομείο. Η νέα αυτή, ακατανόητη εμμονή τρέφεται και φουντώνει καθώς ο ΓεόνγκΧιε προσεγγίζει την παράξενη κοπέλα ζητώντας του να του ποζάρει, γυμνή, ως μοντέλο, για να ζωγραφίσει λουλούδια πάνω στο σώμα και να φωτογραφίσει διάφορες στάσεις (αυτό ήταν το σώμα μιας όμορφης νεαρής γυναίκας, κλασικά ένα αντικείμενο πόθου, κι όμως ήταν ένα σώμα στο οποίο δεν είχε απομείνει ίχνος πόθου. Εκείνο το περίεργο, άδειο συναίσθημα, που προέρχεται απ’ αυτήν την αντίφαση). Η ενέργεια, η έξαψη, η «αφύπνιση να ζει στον κόσμο της στιγμής» παίρνει τη θέση της γαλήνης, της ηρεμίας αλλά και της σκοτεινιάς.
     Οι δύο εμμονές εξελίσσονται, γίνονται πάθη με απρόβλεπτες διαστάσεις, στα όρια του διαταραγμένου. Δεν είναι τυχαίο που στο τρίτο μέρος, η Γιόνχιε, που οραματίζεται ότι γίνεται δέντρο (αρνείται την τροφή, στέκεται γυμνή σε στάση κατακόρυφου κλπ) βρίσκεται πια σε ψυχιατρική κλινική. Στο τρίτο μέρος όμως («Δέντρα στις φλόγες»), όπως είπαμε, η εστίαση στρέφεται στην αδερφή, την ΊνΧιε, που επισκέπτεται την ΓιόνΧιε στην ψυχιατρική κλινική κάνοντας υπεράνθρωπες προσπάθειες να τη συνεφέρει, καθώς εκείνη βυθίζεται όλο και περισσότερο στην ψύχωσή της.
     Η ΊνΧιε, με διαλυμένη πια τη σχέση με τον σύζυγό της και μ’ ένα μικρό παιδί, προσπαθεί να συγκρατήσει τα κομμάτια της, να συναρμολογήσει το παρελθόν (όταν ήταν μικρές έπαιρναν σειρά όταν τους χτυπούσε στα μάγουλα το άγριο χέρι του πατέρα τους, και η ΊνΧιε αισθανόταν μια τόσο μεγάλη ανάγκη να προστατεύει τη μικρή αδερφή, ένα αίσθημα ευθύνης που έμοιαζε με μητρική στοργή). Επισκέπτεται την αδερφή της στην ψυχιατρική κλινική, σχετικά αραιά και απρόθυμα, καθώς εκείνη βυθίζεται όλο και περισσότερο στη σιωπή και στην ολοκληρωτική άρνηση λήψης τροφής. Η νοσηλεία της ΓιόνΧιε είναι επώδυνη όχι μόνο για την ίδια (παροχή τροφής με σωλήνα, ηρεμιστικές ενέσεις για να μην κάνει εμετό κλπ), αλλά και για την Ίνχιε, που σιγά σιγά μαθαίνει να αντιμετωπίζει τις ενοχές της και μεταστρέφεται στην προσπάθειά της να καταλάβει (Είναι το σώμα σου, μπορείς να το κάνεις ό, τι θέλεις. Το μόνο πράγμα που είσαι ελεύθερος να κάνεις ό, τι θέλεις).
     Η εμμονή των δύο ηρώων ν' ακολουθήσουν την παρόρμηση, το ένστικτο/όραμα/όνειρο αδιαφορώντας τελείως για τις κοινωνικές συνέπειες αλλά και χωρίς να «επεξεργάζονται» με το Νου τις επιλογές τους, είναι αυτό που κατά τη γνώμη μου κομίζει αυτό το βιβλίο. Έμμεσα, βέβαια, αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης κι όλη την κοινωνική κατασκευή, αυτό το φοβερό κοινωνικό «πλέγμα» ηθικών κανόνων και τρόπων συμπεριφοράς που στραγγαλίζουν την ελεύθερη βούληση.
     Όπως γράφει και η Εύα Στάμου «Η αυτονομία του σώματος, η αναζήτηση ταυτότητας μέσω της διαφορετικότητας, οι μέθοδοι με τις οποίες οι θεσμοί της οικογένειας, του γάμου, της σύγχρονης ιατρικής εγκλωβίζουν το γυναικείο σώμα ώστε να το οδηγήσουν στην υποταγή, ο τρόπος που η φαλλοκρατία συνδέεται με την κρεατοφαγία, η βία και η ανθρωποφαγία που ενέχουν και οι πιο στενές σχέσεις, είναι τα θέματα που κυριαρχούν στο έργο της Χαν Γκανγκ Η χορτοφάγος».
Χριστίνα Παπαγγελή

Σάββατο, Νοεμβρίου 27, 2021

Φυλαχτό, Roberto Bolaño

Η σκοτεινή νύχτα της ψυχής
προχωράει στους δρόμους της Πόλης του Μεξικού
και τα σαρώνει όλα.
     Ένα «παραισθησιογόνο» αφήγημα (όπως γράφει η Πηνελόπη Χατζηδημητρίου στο πρόγραμμα της αντίστοιχης θεατρικής παράστασης που παίζεται αυτές τις μέρες στο θέατρο Κυκλάδων), ένας εσωτερικός μονόλογος-παραλήρημα με συνειρμούς στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον, είναι η νουβέλα αυτή του μεγάλου συγγραφέα Roberto Bolaño.
     Μια χειμαρρώδης αφήγηση βασισμένη σε αληθινό γεγονός, δηλαδή σε μαρτυρία της Αλσίρα Σουστ (Ουρουγουανή ποιήτρια, λάτρης του Μεξικού) που έζησε 13 μέρες κλεισμένη σε τουαλέτα του Αυτόνομου Πανεπιστημίου του Μεξικού, όταν ο στρατός, στις 18 Σεπτεμβρίου του 1968, παραβιάζοντας το πανεπιστημιακό άσυλο, συνέλαβε περίπου 500 άτομα, φοιτητές, καθηγητές και υπαλλήλους. Λίγες μέρες αργότερα, στις 2 του Οκτώβρη (12 Οκτωβρίου αρχίζουν οι Ολυμπιακοί αγώνες του Μεξικού), θα γίνει η μεγάλη σφαγή 400 περίπου φοιτητών στην πλατεία των Τριών Πολιτισμών. Είναι ιστορικές λοιπόν οι στιγμές για το Μεξικό και τους πολίτες του.
     Η μυθιστορηματική ηρωίδα, η Ουρουγουανή Αουξίλιο Λακουτύρ, αγαπά το Μεξικό όπου ζει χρόνια. Αγαπά τη λογοτεχνία, γνωρίζει τη λατινική και την ελληνική λογοτεχνία, αλλά κυρίως τη λατινικοαμερικάνικη. Αυτοπροσδιορίζεται ως πολίτισσα της Ουρουγουάης, Λατινοαμερικανή, ποιήτρια και ταξιδιώτισα, κυρίως όμως ως «η μάνα όλων των ποιητών», κι αυτό γιατί γνωρίζεται με νεαρούς ποιητές. Ζει μποέμικα, κάνοντας διάφορες δουλειές, όπως καθαρίστρια στο σπίτι των ποιητών Πέδρο Γκαρφίας και Λεόν Φελίπε όπου απολαμβάνει την επαφή με τα βιβλία (εγώ όταν δούλευα τραγουδούσα και δεν με’ ένοιαζε εάν η δουλειά ήταν με αμοιβή ή χωρίς (…) για να κινούμαι ανάμεσα στα βιβλία τους και ανάμεσα στα χαρτιά τους με απόλυτη ελευθερία). Κάνει όμως κι άλλες δουλειές προσωρινές, που ξεπηδάνε από «άλλες ανάγκες»: βόλτες στην Φιλοσοφική Σχολή όπου γυρεύει εθελοντικές εργασίες, π.χ. μια δακτυλογράφηση, βοήθεια σε θεατρικό έργο, μεταφράσεις, χειρισμό προβολέων κλπ, κάποιες φορές με πληρωμή. Έτσι, βρίσκεται κοντά στους νεαρούς Μεξικανούς ποιητές (οι Μεξικανοί ποιητές ήταν γενναιόδωροι κι εγώ ήμουν ευτυχισμένη. Εκείνο τον καιρό άρχισα να τους γνωρίζω όλους και εκείνοι γνώρισαν εμένα. Ήμασταν αχώριστοι). Μαζί με την αφηγήτρια, λοιπόν, παίρνουμε κι εμείς μια ιδέα για τους νεαρούς ποιητές της εποχής (προφανώς τα ονόματα αντιστοιχούν σε πραγματικά πρόσωπα∙ σίγουρα της Λίλιαν Σέρπας και του ζωγράφου γιου της Κάρλος Κόφφιν Σέρπας, αλλά και προγενέστερων, όπως του Πατσέκο, του Βιθέντε Ουιδόμπρο και του Λόπες Βελάρδε (προγενέστεροι)). Η εσωτερική της μνήμη συνδυάζει εικόνες σαν από κινηματογραφική ταινία, όνειρα ή οράματα από παρελθόν και μέλλον (Και το πιο περίεργο είναι ότι το θυμάμαι από το παρατηρητήριό μου του 1968. Από τη σκοπιά μου, από το βαγόνι μου στο μετρό που αιμορραγεί, από την ατέρμονη βροχερή μέρα μου. Μέσα από τις γυναικείες τουαλέτες του τέταρτου ορόφου της σχολής Φιλοσοφίας και Φιλολογίας, το σκάφος του χρόνου μου απ’ όπου μπορώ να παρατηρώ όλους τους χρόνους της Αουξίλιο Λακουτύρ, οι οποίοι, παρότι δεν είναι πολλοί, ωστόσο υπάρχουν).
     Η μεγάλη αδυναμία της Αουξίλιο, όπως επαναλαμβάνει και η ίδια, είναι ο 18χρονος Χιλιανός Αρτουρίνο Μπελάνο, που τον συνάντησε σε μια «εκκωφαντική σύναξη ποιητών» κι έγιναν στενοί φίλοι. Το όνομα του Μπελάνο υπάρχει και στο βιβλίο του Μπολάνιο «Άγριοι ντετέκτιβ». Είναι ο ένας από τους δύο εξαφανισμένους ποιητές, που ανήκουν στο κίνημα του «ενστικτορεαλισμού» (αυτή η επινόηση του Μπολάνιο αντανακλά το πραγματικό λογοτεχνικό ρεύμα του infrarealismo («υπορεαλισμού»), που εκδηλώθηκε στο Μεξικό στη δεκαετία του 80 με θεμελιωτές τον ίδιο τον Μπολάνιο[1] κι έναν φίλο του, τον Ουλίσες Λίμα, που αναφέρεται κι αυτός στο βιβλίο).
     Το μοτίβο του εξαφανισμένου ποιητή, που υπάρχει και στο 2666, είναι ένας από τους άξονες γραφής του Μπολάνιο. Και όχι μόνο του εξαφανισμένου ποιητή, αλλά γενικότερα της ποίησης, η σχέση με την οποία εξακτινώνεται στη σχέση με τον χρόνο και τη μνήμη (Αουξίλιο: δεν είχα τίποτα παρεκτός τη μνήμη μου). Η ηρωίδα, εγκλωβισμένη στην τουαλέτα την ώρα της εισβολής, δεκατρείς μέρες χωρίς φαγητό, καταφεύγει στη μνήμη και παραθέτει όχι μόνο το συγκεκριμένο βίωμα (μείνε εδώ Αουξίλιο, δεν χρειάζεται να μπεις εθελοντικά σε τούτη την ταινία, αν θέλουν να σε χώσουν, ας μπουν αυτοί στον κόπο να σε βρουν), αλλά όλο το πυρηνικό περιεχόμενο της ζωής της. Γι’ αυτό δεν πρέπει να μας παραξενεύει ότι αναφέρεται και στα μελλούμενα, σαν να αναπολεί με κεντρικό επεισόδιο τη μοναξιά και τον διαλογισμό των 13 ημερών όλα τα παρελθόντα αλλά και τα επόμενα, μέχρι που φαίνεται να γνωρίζει και το χρονικό όριο όπου δεν θα ζει πια (2000)∙ το βίωμα είναι τόσο οριακό, σαν των μελλοθανάτων που στο τελευταίο λεπτό της ζωής τους ο χρόνος διαστέλλεται και συμπυκνώνει όλα τα σημαντικά∙ και το σημαντικό αποκτά κι αυτό άλλη διάσταση- αφορά γεγονότα/βιώματα/συναισθήματα που έχτισαν την προσωπική, πνευματική τους πορεία.
     Η σχέση λοιπόν με τον χρόνο αναδιοργανώνεται: έσπασε ο ρόμβος μέσα στον χώρο της εικαζόμενης απελπισίας, ανέβηκαν οι εικόνες από τον βυθό της λίμνης/το έτος ’68 μεταμορφώθηκε στο ’64 και στο έτος ’60 και στο ’56. Κι επίσης μεταμορφώθηκε στο έτος ’70 και στο ’73 και στο έτος ’75 και ’76. Λες και είχα πεθάνει και παρατηρούσα τα χρόνια από μια πρωτόγνωρη γωνία. θέλω να πω: άρχισα να σκέφτομαι το παρελθόν μου σαν να σκεφτόμουν το παρόν μου και το μέλλον μου και το παρελθόν μου, όλα ανάκατα και κοιμισμένα μέσα σ΄ένα μόνο αυγό μελάτο, ένα τεράστιο αυγό δεν ξέρω από τι εσωτερικό πουλί (αρχαιοπτέρυξ μήπως;) προστατευμένο μέσα σε μια φωλιά από ερείπια που καπνίζουν.
     Μέσα σ’ αυτή τη διαστολή του χρόνου, που φορτίζεται από παραισθήσεις και οράματα καθώς προχωρούν οι μέρες, αναφέρεται όχι μόνο στα γεγονότα του Σεπτέμβρη, αλλά πρώτα πρώτα, στην «ανοιχτή πληγή» του Τλατελόλκο, της πλατείας των Τριών Πολιτισμών τον Οκτώβρη της ίδιας χρονιάς (κι εγώ δεν έμεινα ανέγγιχτη από την ομορφιά τους. Εμένα δεν μ’ αφήνει ανέγγιχτη κανενός είδους ομορφιά) όπου χύθηκε τόσο αίμα κατά τη φοιτητική διαδήλωση. Και στην ιστορία της Ελένα, στις περιπέτειες της Καταλανής ζωγράφου Ρεμέδιος Βάρο (αχ όλοι οι πίνακες της Ρεμέδιος Βάρο, εκείνη την ώρα της στρατευμένης αϋπνίας παρελαύνουν σαν δάκρυα χυμένα από τη σελήνη ή από τα γαλάζια μάτια μου), στη «συνάντησή» της με την «αληθινή μητέρα της ποίησης» Λίλιαν Σέρπας το 1973 ή 1974, και την εκπληκτική επίσκεψη στον γιο της, τον ζωγράφο Κάρλος Κόφφιν Σέρπας, στο σπίτι αυτό που στηρίζεται στη «μη ζωή» (κατάλαβα ότι δεν κοιτούσε εμένα, την απρόσμενη επισκέπτριά του, αλλά την εξωτερική ζωή, τη ζωή στην ποία είχε γυρισμένη την πλάτη του, και η οποία, από την άλλη, τον καταβρόχθιζε ζωντανό όσο κι αν αυτός καμωνόταν μια μακάρια αδιαφορία).
     Και καθώς η σελήνη φωτίζει τα πλακάκια της τουαλέτας και παρελαύνουν οι εφιάλτες, οι φόβοι, οι «υπερμεγέθεις οπτασίες», οι προφητείες και η αίσθηση θανάτου (ήδη «θυμήθηκε» τη μεταφορά της στο χειρουργείο για να δει τη «Γέννα της Ιστορίας»), αποφασίζει να… επιστρέψει (αποφάσισα να μην πεθάνω από την πείνα μέσα στις γυναικείες τουαλέτες). Βγαίνει από την «κοιλάδα» του θανάτου (δεν ξέρω αν ήταν η κοιλάδα της ευτυχίας ή η κοιλάδα της συμφοράς), καθώς όμως εκείνη απομακρύνεται, «τους» βλέπει:
     Μάλλον ήταν φαντάσματα, περπατούσαν και δεν πετούσαν, τους άκουγε να τραγουδούν, ακούει «τα πιο όμορφα παιδιά της Λατινικής Αμερικής, τα υποσιτισμένα και καλοταϊσμένα παιδιά, τα παιδιά που είχαν τα πάντα και αυτά που δεν είχαν τίποτα», που διέσχισαν την κοιλάδα και γκρεμίστηκαν στην άβυσσο, κι έμεινε σαν ηχώ το τραγούδι-φάντασμα. Και ταράζεται από την ομορφιά τους, από το τραγούδι «πολέμου και αγάπης», που μιλάει για την αγάπη των γονιών τους, των σκυλιών και των γάτων τους αλλά προπαντός την αγάπη που είχαν ο ένας για τον άλλον, τον πόθο και την ηδονή.
    Και ο εσωτερικός μονόλογος τελειώνει με τη διαπίστωση ότι 
αυτό το τραγούδι είναι το φυλαχτό μας.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] https://lithub.com/read-the-poet-behind-roberto-bolanos-ulises-lima/

Τετάρτη, Νοεμβρίου 24, 2021

Κόκκινες ψυχές, Paul Greveillac

Η πληροφορία είναι δύναμη. Τα ολοκληρωτικά κράτη το ήξεραν καλά.
     Σκοτεινό αλλά πολύ συναρπαστικό το βιβλίο αυτό του Γάλλου συγγραφέα. Σκοτεινό γιατί περιγράφει εκ των έσω την απίστευτη λογοκρισία -σε έντυπα και τέχνη- των μετασταλινικών χρόνων (που βέβαια ξεκίνησε από τον Στάλιν), και συναρπαστικό γιατί όχι μόνο ο τρόπος γραφής είναι ελκυστικός, αλλά και γιατί φαίνεται, με στοιχεία ιστορικά και ντοκουμέντα (αν και οι βασικοί ήρωες είναι μυθιστορηματικοί), ότι και το πιο σκληρό και στεγανό κεντρικό σύστημα έχει «ρωγμές»: η ζωή ξεχειλίζει μέσα από το βράχο, βρίσκει ρίζες και κλαδιά και σπάει και την πιο σκληρή πειθαρχία. Τέλος, η οπτική του συγγραφέα είναι τελείως εσωτερική, καθώς παρακολουθούμε -μέσα από την καθημερινή ζωή- τις μύχιες σκέψεις και τα συναισθήματα των ηρώων, μέσα σ’ ένα ιστορικό πλαίσιο που προκαλεί αμείωτο ενδιαφέρον, αυτό της Σοβιετικής Ένωσης από την εποχή του Χρουστσόφ μέχρι και τον Γκορμπατσόφ. Την καθαρά ψυχροπολεμική εποχή του 20ου αιώνα, που σημαδεύεται από καθοριστικά γεγονότα παγκοσμίως.
     Ο κεντρικός ήρωας, ο Βλαντιμίρ Κατούτσκοφ, επίδοξος αλλά αποτυχημένος συγγραφέας, είναι λογοκριτής στην Γκαβλίτ, δηλ. στην υπηρεσία που αποφασίζει τι θα εκδοθεί από βιβλία και περιοδικά, διαγράφοντας σελίδες, παραγράφους ακόμα κι «επικίνδυνες» λέξεις (χαρακτηριστικό παράδειγμα το «Θαυμαστός καινούριος κόσμος» του Χάξλεϊ, που στην γαλλική έκδοση (1932) ήταν 284 σελίδες και στην έκδοση της Μόσχας (1935) μόλις 88!!!). Είναι ένας μετριοπαθής άνθρωπος, τυπικός και νομιμόφρων -από τις πρώτες σελίδες τον παρακολουθούμε να πενθεί για τον θάνατο του Στάλιν (1953). Όργανο του κράτους είναι και ο Ουκρανός Πάβελ Γκολτσένκο, που κάνει την ίδια δουλειά για τα κινηματογραφικά έργα, τα ντοκιμαντέρ κλπ., εφόσον δουλεύει ως μηχανικός προβολής στην Κρατική Επιτροπή Κινηματογράφου. Η επιχείρηση της λογοκρισίας και της φίμωσης της ελευθερίας του λόγου απαιτεί μια αυστηρή ιεραρχία (επικεφαλής του Τομέα Πολιτισμού της Κ.Ε., προϊστάμενοι κλπ), της οποίας τα παρακλάδια παρακολουθεί ο αναγνώστης, καθώς ο ήρωάς μας έχει να δώσει λόγο στους ανωτέρους του.
     Οι δυο κρατικοί υπάλληλοι του σοβιετικού καθεστώτος συναντιούνται και γίνονται φίλοι. Ο Βλαντιμίρ, όπως και η μητέρα του -συνταξιούχος δασκάλα- Όλγα (η οποία παράτολμα διαβάζει και απαγορευμένα βιβλία), είναι λάτρης του βιβλίου, αλλά και ο Πάβελ λάτρης της έβδομης τέχνης∙ έτσι, η αγάπη προς την τέχνη τούς ενώνει όλο και περισσότερο σε μια στέρεη φιλία, που μέσα σ’ αυτό το ασφυκτικό καθεστώς δοκιμάζεται. Γιατί οι δυο φίλοι συνειδητοποιούν σταδιακά ότι το καθεστώς περιστέλλει την ελευθερία της έκφρασης και απαγορεύει έργα που είναι πολύ πιο αξιόλογα από τα άνευρα και στερεότυπα έργα που επιτρέπεται να κυκλοφορούν. Ο σκεπτικισμός αρχίζει και γίνεται συνειδητός, καθώς ο Κατούτσκοφ γίνεται και θερμός υποστηρικτής τού –πιο επιεικούς από τον Στάλιν- Χρουστσόφ (τον συμπαθούσε παρά τα ελαττώματά του. Ίσως εξαιτίας αυτών. Ανθρώπινος, πολύ ανθρώπινος σκέφτηκε).
     Σιγά σιγά, ο Βασίλιεφ βρίσκει διέξοδο στην απαγορευμένη λογοτεχνία αφού η «επίσημη» λογοτεχνία, εξαιτίας της πολιτιστικής γραφειοκρατίας, παράγεται με το σταγονόμετρο/ο Κατούτσκοφ λαχταρά βιβλία που δεν τον κάνουν να νιώθει σαν μωρό, βιβλία ουσιαστικά. Οι δυο φίλοι και οι ερωτικές τους συντρόφισσες γίνονται μια παρέα που τους ενώνει η κουλτούρα, λογοτεχνική και κινηματογραφική. Εκτός από τις παράνομες χειρόγραφες εκδόσεις (τα «σαμιζντάτ») που κυκλοφορούν υπογείως σ’ ένα απίστευτο δίκτυο αλληλοδανεισμού, ο Κατούτσκοφ σιγά σιγά αποκτά πρόσβαση και στα «σπετσχράν» (αρχεία φύλαξης απαγορευμένων βιβλίων), το γηροκομείο του γραπτού λόγου/το γκουλάγκ των λέξεων. Ο Κατούτσκοφ είχε ολόγυρά του τη βιβλιοθήκη των λογοκριμένων του σοσιαλισμού.
     Έτσι, πέρα από σημαδιακά ιστορικά γεγονότα στου 20ου αι. (ξεσηκωμός εργατών στο Πόζναν, ουγγρική επανάσταση, ο Γκαγκάριν στο φεγγάρι, κτίσιμο του τείχους του Βερολίνου, καταστολή απεργιών, εισβολή στον Κόλπο των χοίρων, εισβολή στη Δομινικανή Δημοκρατία, διαδηλώσεις, άνοιξη της Πράγας, αυτοπυρπολήσεις, συμφωνία SALT μεταξύ Μπρέζνιεφ και Κάρτερ το 1972, ατύχημα στο Τσέρνομπιλ 1986 κ.α.) που βλέπουμε από κοντά πώς απηχούσαν στην κλειστή κοινωνία της σοβιετικής Ένωσης, ονόματα γνωστά και άγνωστα παρελαύνουν μπροστά στον αναγνώστη. Συγγραφέων, ποιητών, σκηνοθετών, ονόματα όπως του Ταρκόφσκι, του Καλατόζοφ, του Μπουλγκάκοφ και του Σολζενίτσιν, του Μπρόντσκι, του Σαλάμοφ και της Αχμάτοβα, των οποίων η εμβέλεια έφτασε και στον μέσο Ευρωπαίο πολίτη, αλλά και άλλων πολύ σημαντικών προσωπικοτήτων, των οποίων η φήμη στραγγαλίστηκε πριν διασχίσει τα σύνορα (Όσιπ Μαντελστάμ[1], Λαρίσα Σέπτικο[2], Αντόν Βασίλιεφ, Γκρόσμαν, Ντουντίντσεφ, Φαντέγιεφ, Ζαμιάτιν, Βλαντίμοφ, κ.α.). Από την άλλη όχθη βρίσκονται οι καθεστωτικοί, μέλη της Ένωσης συγγραφέων ή «μηχανικοί ψυχής», όπως ονομάζει ο Στάλιν όσους συγγραφείς υπηρετούσαν το καθεστώς (βλ. Σολόχοφ που πήρε Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1965, ξεπλένοντας έτσι την προσβολή Παστερνάκ[3]). Πολύ διαφωτιστικές είναι οι σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου, είτε του συγγραφέα είτε της μεταφράστριας, όπως επίσης και αυτούσιες αναφορές έργων που παρατίθενται στο βιβλίο.
     Ο ήρωάς μας, θεωρώντας τον εαυτό του προνομιούχο που μπορεί να διαβάζει τα απαγορευμένα, σαγηνεύεται όλο και περισσότερο. Μαζί του παρακολουθούμε κι εμείς παράνομες εκδόσεις και περιοδικά που καταφέρνουν να σπάσουν τον κλοιό («Το στρείδι» του Βασίλιεφ που εξέδωσε το έργο του Σολζενίτσιν, το «Νόβι Μίρ» του Τβαντόρσκι, «σαμιζντάτ» του Γκαλάνσκοφ): έβρισκε στα σαμιζντάτ αυτό που είχε ανακαλύψει και στον Ζαμιάτιν: έναν πραγματικό σεβασμό για τον αναγνώστη, που δεν υπήρχε πια εδώ και καιρό, γιατί επικρατούσε το ψέμα και ο φόβος κάθε εικονοκλάστη. Εντωμεταξύ βιώνει μια ρομαντική ιστορία με την αγνή και ανυποψίαστη Αγκραφένα (μια φράση του Μποντλέρ τον κεραυνοβόλησε. «Το όμορφο είναι πάντα παράξενο». Η καρδιά του Κατούτσκοφ ήταν αντισυμβατική), με την οποία αρχίζει και μοιράζεται τις παράνομες αποδράσεις.
     Το πραξικόπημα «χωρίς πυροβολισμούς» του Μπρέζνιεφ (με τη στήριξη της ΚαΓκεΜπε) έφερε ένα καθεστώς πιο αρτηριοσκληρωτικό από του Χρουστσόφ (1964-1982). Ωστόσο οι ρωγμές έχουν αρχίσει να διευρύνονται, η διάβρωση εκ των έσω και τα αντιστασιακά επεισόδια πολλαπλασιάζονται. Συλλήψεις, δίκες-παρωδία, εξορίες, «θερμή άνοιξη» όπως ονομάστηκε το τρίπτυχο «ανάκριση-φυλακή-ψυχιατρείο». Οι καθεστωτικοί (Σβερντλόφ και Αντρόποφ της ΚαΓκεΜπε, η οποία παραγκωνίζει την Γκαβλίτ, Γκρομίκο κλπ) σκληραίνουν τη στάση τους, ενώ η δράση των αντικαθεστωτικών, υπόγεια ή φανερά γίνεται διαρρέει και στη Δύση (βλ. Σολζενίτσιν). Οι πυρήνες αντίστασης πληθαίνουν, ακόμα και στις χώρες που είναι φιλικά προσκείμενες στην ΕΣΣΔ (π.χ. η «Εθνική Ένωση Ρώσων Εργαζομένων και Αλληλέγγυων» στο Βελιγράδι, όπου κατέφυγε ο μεγάλος αντιστασιακός Γκαλάνσκοφ (μόνος του διαμαρτυρήθηκε στην πρεσβεία των ΗΠΑ στη Μόσχα για την εισβολή στη Δομινικανή Δημοκρατία/συνελήφθη αμέσως/δημοσίευση του σαμιζντάτ «Φοίνιξ 66», με την Γκορμπανέφσκαγια[4] διαμαρτυρήθηκε για την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, καταδικάστηκε με τον Γκίνσμπουργκ, πέθανε στο στρατόπεδο πολύ νέος))
     Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν εγκιβωτισμένες περιπτώσεις όπως του συμπαθητικού συντρόφου και συναδέλφου Ζάιτσεφ («σοβιετικού πλεϊμπόι»), που παγιδεύεται από τον λογοκριτή μας και εξορίζεται με τελείως μυστηριώδη τρόπο σε μια εξίσου μυστηριώδη αποστολή στο Ανατολικό Βερολίνο (ο Κατούτσκοφ κατάλαβε τελικά, σε μια αναλαμπή, τι έκανε στο Βερολίνο. Ήταν εκείγια να προκαλέσει την πτώση του Ζάιτσεφ).
     Το πυρηνικό όμως επεισόδιο, στο δεύτερο μισό του βιβλίου, είναι η εξέλιξη της θρυλικής φιλίας των δυο ηρώων. Ο αντικαθεστωτικός συγγραφέας Μιχαήλ Λιούτσιν, που έγραψε το «Απομαγευμένο Πλυντήριο» και το «Κόκκινο Σύννεφο» (εκδόθηκαν στο «Στρείδι» από τον Άντον Βασίλιεφ) είναι μια μυστηριώδης προσωπικότητα που ξέρει να κρύβεται όχι μόνο από την ΚαΓκεΜπε αλλά και από… τον αναγνώστη. Το μυστήριο του Μιχαήλ Λιούτσιν διατρέχει το βιβλίο και επηρεάζει την τύχη αλλά και τη σχέση των δύο φίλων. Είναι και το πιο γοητευτικό και συναισθηματικό στοιχείο της αφήγησης, δεδομένου αυτού του ασφυκτικού και ιδιαίτερου πολιτικοκοινωνικού πλαισίου.
     Ο Βασίλιεφ, καθώς μεγαλώνει κι έχοντας σημαδευτεί από βαθιές προσωπικέςαπώλειες, γίνεται όλο και πιο «ανθρώπινος» (ήθελε να δει στον Γκορμπατσόφ έναν Χρουστσόφ πιο εκλεπτυσμένο, πιο μορφωμένο, πιο ικανό. Κι στην περεστρόικά του έβλεπε ένα πρόγραμμα ικανό να κάνει την ΕΣΣΔ που είχε ονειρευτεί. Όμως, είτε επειδή ήταν πολύ αργά -τα χρόνια του Μπρέζνιεφ είχαν σκληρύνει την αυτοκρατορία, την είχαν κάνει πέτρα που έπρεπε να τη σπάσεις με κομπρεσέρ- είτε επειδή ο ίδιος δεν μπορούσε πια να πιστέψει, ο Κατούτσκοφ έβλεπε στην περστρόικα κυρίως ένα καθεστώς που ήταν σε αδιέξοδο και τα έπαιζε όλα για όλα). Συνταξιοδοτείται ακριβώς την εποχή που ο Γκορμπατσόφ ετοιμάζει τον νόμο για κατάργηση της λογοκρισίας, ενώ η Σοβιετική ένωση μπαίνει σε μια νέα δίνη της Ιστορίας.
     Όταν οι δύο ήρωες φεύγουν απ' τη ζωή, ο κόσμος γύρω τους έχει αλλάξει.  
Χριστίνα Παπαγγελή  

[1] Ποιητής που πέθανε σε στρατόπεδο: «Γιατί παραπονιέσαι, μόνο στη χώρα μας σέβονται την ποίηση –για χάρη της σκοτώνουν. Αυτό δεν συμβαίνει πουθενά αλλού».
[2] https://www.imdb.com/name/nm0791899/
[3] Ο Παστερνάκ (συγγραφέας του Δόκτορ Ζιβάγκο κ.α., βραβεύτηκε με το Νόμπελ το1958 αλλά το αρνήθηκε για πολιτικούς λόγους https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%AF%CF%82_%CE%A0%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%AC%CE%BA
[4] http://www.stepamag.com/2017/02/10/%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%B9%CE%B1-%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CF%86%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%B1-in-memoriam/

Τρίτη, Νοεμβρίου 16, 2021

Αρκαδία, Emmanuelle Bayamak-Tam

Με άλλα λόγια, υπάρχουν πολλοί τρόποι να είσαι ομοφυλόφιλος
και πολλοί τρόποι να είσαι γυναίκα-
και σε κάθε περίπτωση, αμέτρητοι τρόποι ν’ αγαπάς
     Ουτοπία; Ετεροτοπία; Δυστοπία; Α-τοπία; Ψάχνω να βρω το πρώτο συνθετικό αυτού του όρου για να εκφράσω με μια λέξη τον πυρήνα αυτού του καταπληκτικού βιβλίου, που κινείται στο όριο της φαντασίας περι-γράφοντας μια πραγματικότητα πιο αυθεντική απ’ αυτό που βλέπουμε να συμβαίνει γύρω μας. 
     Το Liberty House, όπου διαδραματίζεται η υπόθεση, είναι ένα κλειστό κοινόβιο, μια ελευθεριακή αδελφότητα στην Γαλλική Αρκαδία -μια περιοχή με παρθένα φύση στα δυτικά της Λυών-, που παλιότερα ήταν οικοτροφείο θηλέων με εκκλησιαστικό προσανατολισμό, και στο μυθιστορηματικό «σήμερα», ως μονάδα παραγωγής φρούτων και λαχανικών, φιλοξενεί όλους τους «ξεχασμένους της μεγάλης παρέλασης», δηλαδή καμιά τριανταριά ανάπηρους, υπέργηρους, διπολικούς, καταθλιπτικούς, καρκινοπαθείς, πολυτοξικομανείς, δυσανεκτικούς, παχύσαρκους κλπ κλπ. Είναι μια «μεγάλη αγκαλιά» ανοιχτή σε κάθε παραξενιά, δυσμορφία, ιδιοτροπία∙ ένα καταφύγιο για φρικιά, όπου ο κύριος εμπνευστής και πνευματικός καθοδηγητής, Αρκαντύ, διακηρύσσει με πάθος το δικαίωμα όλων των πλασμάτων στην αγάπη, τον έρωτα, την αποδοχή, την έλλειψη ντροπής για το σώμα τους. Το δικαίωμα στη ζωή, όχι μόνο των ανθρώπων αλλά και των ζώων. Το Liberty House που θα μπορούσε να λέγεται και το «Σπίτι της ηδονής», στρατολογεί τα μέλη του πρωτίστως μεταξύ των άσχημων, μέσα στους οποίους συγκαταλέγεται και η κεντρική ηρωίδα και αφηγήτρια, η 14χρονη Φαρά (ραχιαία κύφωση, καθοδικά μάτια, πλακουτσωτή μύτη, κακοσχηματισμένα χείλη, ογκώδης σιλουέτα, πυκνή τριχοφυΐα κλπ).
     Η ενήλικη τώρα Φαρά, περιγράφει με απίστευτη ευαισθησία και χιούμορ την πολυτάραχη ενηλικίωσή της στο Liberty House, όπου κατέφυγε αναγκαστικά όλη της η οικογένεια, εφόσον η μητέρα της υπέφερε από τρομερούς πόνους λόγω ακραίας ηλεκτρομαγνητικής ευαισθησίας (!!)(φοβόμασταν τα πάντα/φοβόμασταν και οι φόβοι μας ήταν τόσο πολλαπλοί και ύπουλοι όσο και οι ίδιες οι απειλές/ φοβόμασταν τις νέες τεχνολογίες, την υπερθέρμανση του πλανήτη, το ηλεκτρομαγνητικό νέφος κλπ κλπ). Στο Liberty House οι άνθρωποι είναι απαλλαγμένοι από κάθε επαφή με την τεχνολογία (δεν υπάρχει ίντερνετ, κινητό, ούτε καν τηλεόραση), είναι χορτοφάγοι, απολαμβάνουν τον έρωτα σε κάθε μορφή και σε κάθε ηλικία και είναι σε στενή σύνδεση με τη φύση.
     Ο εμπνευστής αυτού του κοινωνικού εγχειρήματος (σαν καλός ποιμένας που συνοδεύει στη βοσκή το αθώο κοπάδι του), ο Αρκαντύ, είναι ένας άνθρωπος -εξαίρεση. Πληθωρικός κι ενθουσιώδης, αγαπά με πάθος τους πάντες και τα πάντα, πρεσβεύει πως πρέπει να αποδεχόμαστε τον εαυτό μας όπως είναι, με τα πιθανά ελαττώματά του, την τεράστια μύτη, τις ρυτίδες, την κυτταρίτιδα, τα στραβά δόντια, τα πεταχτά αυτιά. Και δεν το πρεσβεύει απλώς, το κάνει πράξη καθώς είναι θερμός ερωτικά με όλους, κι ενθαρρύνει και όλους να ελευθερωθούν σεξουαλικά, χωρίς αναστολές, χωρίς ντροπές (ο κατάλογος των θηραμάτων του Αρκαντύ είναι εντυπωσιακός). Έχει βγάλει σε όλους παρατσούκλια, διοργανώνει μεγάλες γιορτές και βγάζει ένθερμους λόγους για ποικίλα θέματα, όλα γύρω από τη ζωή και τον τρόπο να ζεις πραγματικά (οι άνθρωποι πεθαίνουν περιμένοντας να ξεκινήσει η ζωή από τη μία στιγμή στην άλλη, αλλά αυτή η στιγμή δεν φτάνει ποτέ. Για να αρχίσουν να ζουν, θα χρειαζόταν πρώτα να απαλλαγούν από ό, τι τους σκοτώνει σιγά σιγά). Μέσα σε τέτοιο παθιασμένο παραλήρημα π.χ., απαγόρευσε τους καθρέφτες στο Libety House, ή έχει αφιερώσει δεκάδες λόγους στον αντισπισισμό (άλλωστε το Liberty House είναι και καταφύγιο για ζώα). Το επιστέγασμα κάθε κηρύγματος είναι το επερχόμενο «τέλος του κόσμου».
     Το Liberty House είναι μια κοιτίδα όπου οι άνθρωποι κολυμπάνε στην αγάπη. Μια αγάπη όχι τόσο χριστιανική, θα έλεγε κανείς πιο πολύ χίπικη, όπου υπάρχει πλήρης αποδοχή και αγάπη για τους άλλους, ανιδιοτέλεια και ανεμπόδιστη ηδονή. Τα λιγοστά παιδιά της αδελφότητας, συμπεριλαμβανομένης και της Φαρά, μεγαλώνουν στο «εμείς» (θεωρώ ότι χάρη στον τρόπο με τον οποίο έχω ζήσει από τα πρώτα μου κιόλας χρόνια, έχω γίνει ειδήμων του «εμείς», σε αντίθεση με τους περισσότερους ανθρώπους που αγνοούν εντελώς τη σημασία του/ήμουν «εμείς» από παιδί: αυτό βοηθάει).
     Και δεν είναι λόγια. Η Φαρά έχει αποκοπεί από τον συναισθηματικό γονεϊκό δεσμό (αναγκάστηκα να παραιτηθώ από το να έχω μια προνομιακή σχέση με τους γονείς και τη γιαγιά μου) και παρουσιάζει τους ιδιόρρυθμους γονείς της όπως και τη νυμφομανή λεσβία γιαγιά της με ευαισθησία, οξυδέρκεια και αγάπη, μια αγάπη τόσο πλατιά που αποδέχεται και τα ελαττώματα τους σαν κάτι απολύτως φυσικό. Μας περιγράφει τους τρόφιμους του ιδρύματος (που είναι όλοι “sui generis”, ιδιαίτερα ο πατέρας, η μάνα, η γιαγιά) με σπαρταριστό χιούμορ και ρεαλισμό, κυρίως με μια σπάνια ενσυναίσθηση (ήταν χαζή, εγωίστρια και κακιά, αλλά αν αγαπούσαμε μόνο τους ανθρώπους που το αξίζουν, η ζωή θα ήταν μια τρομερά βαρετή απονομή βραβείων). Άλλωστε με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζει και τον ίδιο της τον εαυτό: έχει πλήρη επίγνωση της αποκρουστικής εμφάνισής της, παρόλ’ αυτά αφήνει ελεύθερο κάθε συναίσθημα να ανθίζει -αρνητικό ή θετικό-, χωρίς κόμπλεξ και αναστολές.
     Η αδυναμία που τρέφει η έφηβη ηρωίδα προς τον Αρκαντύ γίνεται πάθος που εκδηλώνεται απερίφραστα (είμαι φτιαγμένη για τη λατρεία. Και κανείς δεν αξίζει περισσότερο τη λατρεία από τον Αρκαντύ/τον αγαπώ και τον ποθώ παρόλο που είναι πενηντάρης και μετά βίας πιο προικισμένος από μένα από άποψη εμφάνισης: κοντός, παχουλός, με ανοιχτόχρωμα γουρλωτά μάτια και κάτι σαν μαϊμουδίσιο εξόγκωμα ανάμεσα στη μύτη και στο πάνω χείλος). Η ερωτική σχέση του Αρκαντύ με τον Βίκτορα κάνει την μικρή Φαρά να νιώθει ένα είδος φθόνου. Θεωρεί τον Βίκτορα νάρκισσο, θρησκόληπτο «του χειρίστου είδους», αποκρουστικό, «μαύρη ψυχή»∙ και αδυνατεί να καταλάβει τους λόγους που τον αγαπά ο Αρκαντύ (αυτός είναι ο κίνδυνος με τα ανώτερα όντα: δυσκολεύονται να συλλάβουν πως κάποιος μπορεί να είναι ποταπός και να έχει ποταπά κίνητρα). Ωστόσο παραδέχεται εύκολα και τις φωτεινές του πλευρές, όπως το ότι μπορεί να είναι ένας απαίσιος φιγουρατζής, όμως είναι εξίσου ειλικρινά λάτρης της ποίησης και έχει τη δική του βιβλιοθήκη.
     Η απαγόρευση της πρόσβασης στα κοινωνικά δίκτυα, σύμφωνα με τη Φαρά, αντισταθμίζεται από άλλα πλεονεκτήματα (θα έδινα τα πάντα για να έχω ένα iPhone, όμως εντάξει, το να μένεις στο Liberty House προσφέρει αντισταθμίσματα/ έχω τα δικά μου δίκτυα), εκ των οποίων το σημαντικότερο είναι η επαφή -βαθιά, συνεχής και ουσιαστική- με τη φύση. Η συγγραφέας μας κάνει να μετέχουμε και μεις στη μαγεία που συνεπαίρνει την ηρωίδα, στα μικρά μυστικά, στην έκσταση και το δέος που νιώθει, στις αποδράσεις της, στη σοφία τέλος που της παρέχει η σύνδεση με τη φύση.

-Ποια είμαι εγώ;
     Η ερωτική προσέγγιση της Φαρά και του Αρκαντύ ξεκινάει στα λόγια από τα 14 της (-με βρίσκεις όμορφη;-Το αποτέλεσμα είναι κάπως αποτυχημένο/σε βρίσκω σέξι). Υπόσχονται τελετή ερωτικής ολοκλήρωσης όταν θα κλείσει τα δεκαπέντε (μαζί με γιορτή «quinceañera» όπως κάνουν οι Μεξικάνοι), της οποίας η περιγραφή είναι σχεδόν ξεκαρδιστική (ο μόνος τρόπος για να αποφύγω την γελοιότητα είναι να την αγκαλιάσω). Ακόμα όμως πιο σπαρταριστή είναι η επίσκεψη της Φαρά στον γυναικολόγο μαζί με τον Αρκαντύ (που παρουσιάζεται σαν μπαμπάς της), για να ανακαλύψουν ότι έχει μεγάλη δυσπλασία ανατομική στα γεννητικά όργανα: δεν έχει μήτρα και ο κόλπος είναι σαν ένα ρηχό… κύπελλο τριών εκατοστών (σύνδρομο Rokitanski[1]), ούτε λόγος βέβαια για περίοδο. Η αργή αρσενικοποίηση της Φαρά, που καθώς μεγαλώνει επιδεινώνεται (επιπεδοποίηση του στήθους, τριχοφυΐα κλπ), δεν την εμποδίζει από το να νιώθει γυναίκα και να ποθεί τρελά τον Αρκαντύ (έτσι όπως με έχουν ταΐσει από μικρή με τρελό έρωτα, έτσι όπως άκουγα από μικρή τη φλογερή γλώσσα του πόθου δεν σκέφτομαι τίποτ’ άλλο). Φυσικά, τίποτα δεν εμποδίζει τους δυο ελευθεριακούς εραστές, όταν πλέον έρχεται η πολυπόθητη ώρα, να απολαμβάνουν μέχρις εσχάτων την ηδονή, ακόμα και με αγγίγματα κάτω απ’ τα τραπέζια κλπ. αν και κανένας δεν κρύβεται στο σπίτι των ηδονών. Για τη Φαρά ο Αρκαντύ είναι ένα «ερωτικό παιδί θαύμα», ένας άντρας-συντριβάνι που προσφέρει όχι μόνο το σπέρμα του, αλλά τον χρόνο του, την ενέργειά του, την προσοχή του, τον πόθο του, την ηδονή του. Η Φαρά βρίσκεται σε «ορμονικό αναβασμό», ψάχνει σε βιβλία και σε προσωπικές συνεντεύξεις απαντήσεις στο «τι είναι γυναίκα», «τι είναι άντρας», κάνει έρευνες για τους διεμφυλικούς, προσεγγίζει ακόμα και την -αποδεδειγμένα θεόχαζη- μάνα της, χωρίς σαφείς απαντήσεις για την περίπτωσή της. Ξέρει ότι δεν είναι λεσβία, ότι είναι ή γκέι άντρας, ή στρέιτ κοπέλα. Παρόλη πάντως την ασάφεια του φύλου, η αγαλλίαση της ένωσης με τον Αρκαντύ δεν έχει όρια (μόνο μαζί μου έχει το θάρρος να αποκαλυφθεί έτσι όπως πραγματικά είναι, ακαλλιέργητος, πρόστυχος, λάτρης των θαλάσσιων σαλιγκαριών (παρόλο τον αντισπισισμό(!)/δεν γνωρίζει περισσότερα για τα λουλούδια απ’ ό, τι για την λογοτεχνία, το βλέπω, όμως τον συγχωρώ επειδή η ειδικότητά του είναι η ανθρωπότητα. Η αγάπη. Ή ακόμα, η αγάπη της ανθρωπότητας). Μέσα από τον τρελό έρωτα, το πρόβλημα ταυτότητας της Φαρά (είμαι ένα λάθος της φύσης, ένα σύμπλεγμα συμπτωμάτων που θα κάνουν τη ζωή μου εξαιρετικά δύσκολη) βρίσκει μια σοφή απάντηση: δεν έχω τίποτ’ άλλο να κάνω παρά να είμαι ο εαυτός μου.
     Σύντροφος στις έρευνες και στις εφηβικές ανησυχίες της Φαρά είναι ο αξιόπιστος και υποψιασμένος Ντανιέλ, τρόφιμος κι αυτός του Liberty House, με αντίστοιχα σεξουαλικά θέματα (ίντερσεξ). Μαζί θα σπάσουν το προστατευτικό κουκούλι του κοινόβιου ανοίγοντας τα φτερά τους σε νέες εμπειρίες (κάτι που έχω κοινό με τον Ντανιέλ, αυτή η θέληση να κερδίσω χρόνο στη ζωή, να μην την ξοδέψω σε ανώφελο ύπνο). Μία από τις εξόδους είναι το πάρτι λεσβιών «Wet for me» (!), όπου η Φαρά γνωρίζει τη Μωρίν, πρόσωπο που θα παίξει σπουδαίο ρόλο στη συνέχεια.

Απ’ ό, τι φαίνεται, το να μεγαλώνεις σε έναν ακτινοβόλο λόφο,
χωρίς ή σχεδόν χωρίς αρμόδιους γονείς,
με μόνη οδηγία την απρόσκοπτη αγάπη και ηδονή,
δεν εμποδίζει ούτε την κρίση της εφηβείας,
ούτε την τέχνη της φυγής.
    Αυτό που θα δράσει σαν καταλύτης στη ζωή και της Φαρά, αλλά και του Ντανιέλ, αυτό που θα ανατρέψει τις ζωές τους και όλες τις ισορροπίες είναι ο «Παρασκευάς» (το πραγματικό του όνομα Ανγκοσόμ), ένας πανέμορφος μάυρος μετανάστης που κρύβεται στην Αρκαδία. Η ανακάλυψή του αναστατώνει τους δυο φίλους και ξεσηκώνει κύματα λαγνείας. Μια καινούρια «γνωριμία» (για να είμαι ειλικρινής, ονειρεύομαι πιο πολύ τη γνωριμία παρά τον έρωτα. Τον έρωτα τον έχω ήδη, ενώ δεν έχω γνωρίσει ποτέ κανέναν), που κάνει ακόμα πιο επιτακτικό το πρόβλημα της ταυτότητας της Φαρά (είμαι υποχρεωμένη να παραδεχτώ πως η μεταμόρφωσή μου συνεχίζει την αναπότρεπτη πορεία της/είμαι ολομόναχη με τα συμπτώματά μου, ούτε διεμφυλική ούτε shemale, ούτε ερμαφρόδιτη, ούτε ladyboy κι ακόμα λιγότερο τρανσέξουαλ ή δεν ξέρω τι ). Γιατί φυσικά ο Ανγκοσόμ κρύβεται, αλλά οι δυο έφηβοι πιστεύουν ότι η ανοιχτή ελευθεριακή κοινότητά τους θα δεχτεί στις ανοιχτές αγκάλες τη «μαύρη Αφροδίτη». Παρόλ’ αυτά, ακόμα και ο μεγαλόψυχος Αρκαντύ καταφεύγει σε ρητορικά κόλπα και «μπουρδολογίες» προκειμένου να διώξουν τον ανεπιθύμητο από τους περισσότερους μετανάστη. Όταν μάλιστα η Φαρά προτείνει στη συνέλευση να γίνει το Liberty House κέντρο φιλοξενίας, ο Αρκαντύ, ασυνήθιστος να τον αμφισβητούν, καταφεύγει σε άθλια επιχειρήματα ενώ όλοι οι υπόλοιποι πραγματοποιούν τη μικρή ηλιοτροπική περιστροφή που θα τους ευθυγραμμίσει με τις αποφάσεις του αρχηγού.
     Αυτή η έκπληξη δημιουργεί στους δυο νεαρούς τρικυμία συναισθημάτων: πώς να συνεχίσω να αγαπώ τον Αρκαντύ έπειτα απ’ αυτήν την απογοήτευση, αυτή την προδοσία όλων των αρχών μας, αυτή τη ρύπανση που είναι χειρότερη από όλες όσες αποφεύγουμε, αφού δηλητηριάζει το νέο μου μυαλό;
     Η πανέξυπνη Φαρά δεν αργεί να μπει στο νόημα του κόσμου των ενηλίκων: η αγάπη είναι αδύναμη, ισοπεδώνεται εύκολα, σβήνει και γεννιέται εξίσου γρήγορα. Συνειδητοποιεί γρήγορα ότι πίστεψε με αφέλεια τον υπέρμετρο αλτρουισμό, τον φλογερό πόθο, την απέραντη πραότητα, την καλοσύνη, τη συγχώρεση, αλλά όχι για τον πρώτο μαύρο αι άφραγκο μετανάστη.
     Το σοκ είναι τόσο μεγάλο που σηματοδοτεί την αρχή του τέλους. Οι δυο δεκαεξάχρονοι πια, μαζεύουν τα μπογαλάκια τους κι εγκαταλείπουν την «αυτοδιαχειριζόμενη ουτοπία», μετά από μια συγκινητική «αποχαιρετιστήρια περιοδεία», με επιστέγασμα τον αποχαιρετισμό του Αρκαντύ (αυτό που νιώθω είναι πόσο δεκαεξάχρονη είμαι/κι έτσι ακόμα κλαίω γιατί η αγάπη δεν πεθαίνει εύκολα).
     Ο καινούργιος κόσμος ανοίγεται στους δύο φυγάδες με τη βοήθεια της ιδιαίτερης Μωρίν. Η Φαρά έχει σαν παρακαταθήκη όλες τις πνευματικές κατακτήσεις του κοινόβιου, π.χ. την σημασία να ερμηνεύεις τα όνειρα, ή το ότι ο πόθος δεν απαιτεί την τελειότητα, ότι όλα τα σώματα είναι ίδια, και παρόλη την ερωτική σχέση που καλλιεργεί με τη Μωρίν, ομολογεί: μου εμπνέει ευγνωμοσύνη, εκτίμηση, στοργή, πόθο, αλλά το άθροισμα όλων αυτών των συναισθημάτων δεν θα ονομαστεί ποτέ αγάπη.
     Η ηρωίδα ωριμάζει αργά και σταθερά μέσα στις νέες συνθήκες, βρίσκει σιγά σιγά την ταυτότητά του/της, τον εαυτό του/της, γίνεται ποθητός/ή, αποπέμπει ηρεμία και γλυκύτητα (θαρρείς και τους κυριεύει η ηρεμία μου και η τέχνη της χαράς που κατέχω). Όμως το Liberty House και οι αξίες του είναι ζωντανό... το «αγκάθι» στη νέα της ζωή είναι ότι η παλιά εμφανίζεται ακάλεστη. Οι δεσμοί αγάπης όπως διαμορφώθηκαν στην ουτοπική κοινότητα, δίνει χίλιες αποχρώσεις της έννοιας της Αγάπης –όχι μόνο προς τον Αρκαντύ, αλλά προς όλα τα μέλη της κοινότητας.
    Γιατί προς το τέλος του βιβλίου η κοινότητα δοκιμάζεται, και η Φαρά στέκεται συμπαραστάτης, με την ωριμότητα που την διακρίνει πια. Νιώθει, ή μάλλον ξέρει ότι αρχίζει το τέλος, το τέλος της ου- τοπίας και των προσώπων που την στήριξαν, κι ότι ήρθε η σειρά της ανταπόδοσης: 
     ...είναι καιρός να ανταποδώσω στο εκατονταπλάσιο ό, τι έλαβα ως κληρονομιά, την ελεύθερη ενέργεια που θα μπορούσε άνετα να βάλει φωτιά στον κόσμο και να σταματήσει την τραγική παρεξήγηση στην οποία έχει μετατραπεί η ανθρώπινη κατάσταση.
Χριστίνα Παπαγγελή


[1] https://www.maxmag.gr/soma-igia/syndromo-rokitansky-mia-spania-genetiki-pathisi/