Πέμπτη, Απριλίου 26, 2018

Οι καλοί, Hannah Kent

Ο θάνατος είναι ο γιατρός των φτωχών

Είναι απορίας άξιο γιατί πολλοί  βιβλιόφιλοι και μπλόγκερς που διάβασαν γεμάτοι προσδοκίες το δεύτερο αυτό -μεταφρασμένο- βιβλίο της Hannah Kent, το βρήκαν μεν ενδιαφέρον αλλά όχι ισάξιο του πρώτου (Έθιμα ταφής). Η  εντύπωση που άφησε σε μένα το βιβλίο αυτό είναι εξίσου μαγική, εφόσον με μετέφερε πάλι σε μια άλλη ατμόσφαιρα, σε έναν άλλο κόσμο/πολιτισμό, ενώ το κεντρικό θέμα είναι πανανθρώπινο, διαχρονικό, υπαρξιακό.
Βρισκόμαστε στα 1825-6, στη Ν.Δ. Ιρλανδία αυτή τη φορά (Κιλάρνι, Κομητεία του Κέρνι), σε μια κοινωνία φτωχή, αγροτική, κλειστή και απομονωμένη. Μια κοινωνία όπου η επιβίωση είναι δύσκολη ενώ η αρρώστια κι ο θάνατος χτυπά απρόσκλητα και παράλογα και τους νέους ανθρώπους.
Τρεις γυναίκες είναι οι πρωταγωνίστριες, τρία ισοδύναμα σε σημασία πρόσωπα που διαμοιράζονται  με συμμετρικό θα λέγαμε τρόπο το βάρος της τραγικής πλοκής. Τρεις διαφορετικές ηλικίες (κορίτσι, γυναίκα, γριά) που ανοίγονται στο μυστήριο της ζωής, της αρρώστιας και του θανάτου από τη δική της θέση η καθεμιά.
Το σημαντικότερο πρόσωπο της τραγωδίας είναι η Νόρα Λίχι. Έχει χάσει την κόρη της και πρόσφατα τον άντρα της (από τον θάνατό του ξεκινά η πλοκή), οπότε αναλαμβάνει να μεγαλώσει μόνη της τον τετράχρονο εγγονό της Μίχολ, που όμως έχει νοητικά προβλήματα∙ όχι μόνο δεν μπορεί ακόμα να περπατήσει και να μιλήσει, αλλά αρρωσταίνει συνέχεια, δεν τρώει, ουρλιάζει και χτυπιέται χωρίς λόγο βασανίζοντας τους γύρω του.  Η ντροπή για τη συμφορά και ο φόβος της κακογλωσσιάς οδηγεί τη Νόρα σε μια ζωή μοναχική και κρυφή, ενώ αναγκάζεται να πάρει  ως βοηθό τη Μαίρη, μια κοπελίτσα 15 χρονών από διπλανό χωριό, για να τη βοηθά στην ανατροφή του δύστυχου Μίχολ.
Τρίτη και πιο μοιραία στην εξέλιξη της ιστορίας, η ιδιόρρυθμη Νανς, μια παράξενη γριά που ζει μόνη της μακριά στο βουνό (η γνώση κι η δύναμη πάνε μαζί με την παραξενιά/ποια γυναίκα μένει μόνη της με μια κατσίκα και ένα σωρό βότανα κρεμασμένα απ’ το ταβάνι της; Ποια γυναίκα κάνει παρέα με τα πουλιά και τα πλάσματα που ζούνε στις σκιές του δάσους; Ποια γυναίκα τη φτάνει να ζει στην ερημιά, χωρίς παιδιά, χωρίς άντρα; Μόνον όποια περπατάει με βήμα σίγουρο στα όρια, ανάμεσα σε τούτον τον κόσμο και τον άλλον. Όποια έχει βρει τρόπο να καταλαβαίνει τα μυστήρια και βλέπει στα φύλλα και στα κλαράκια τα γράμματα του ίδιου του Θεού). Η Νανς είναι μαμή και πρακτική γιατρέσα, με διορατικότητα, διαίσθηση, και πολλές επιτυχίες (τόσος πόνος κρατημένος κρυφός, μα ώρες ώρες, για μια στιγμή, για όσο κρατά μια ανάσα, κάτι άνοιγε και μπορούσες να δεις την καρδιά των πραγμάτων, πριν η πόρτα κλείσει πάλι. Ήταν σαν όραμα. Μια ψιθυριστή ομολογία της τρωτής, της ευάλωτης αλήθειας). Κατέχει την «παλιά γνώση» των βοτανιών, τη γλώσσα του βουνού και του ουρανού, ξέρει πού υπάρχει «δύναμη» (όλα μέσα στον κόσμο συγγένευαν μυστικά με όλα) και επικοινωνεί με τους «Καλούς», όπως κατ’ ευφημισμόν αποκαλούνται  τα μοχθηρά πνεύματα, τα «ξωτικά»  που στοιχειώνουν τους ανθρώπους, φέρνουν αρρώστιες, παίρνουν μαζί τους  τους υγιείς ανθρώπους και αφήνουν στη θέση τους τα «τελώνια».  
Ένα λοιπόν τέτοιο τελώνιο είναι και ο Μίχολ, που ευθύνεται για όλες τις συμφορές του χωριού (κακοκαιρίες, αποτυχημένες γέννες, λίγο γάλα στις αγελάδες κλπ), σύμφωνα πάντα όχι μόνο με τη Νανς, αλλά και με τη Νόρα (που δύσκολα το αποδέχεται αλλά η απελπισία και η κούραση από το ακαταλόγιστο του τετράχρονου παιδιού την ωθούν σ’ αυτήν την παραδοχή), και σύμφωνα επίσης με πολλούς συγχωριανούς, που αρχίζουν και κακοβλέπουν τον Μίχολ και τη Νόρα. 
Μπροστά στην αδυσώπητη μοίρα οι τρεις γυναίκες υψώνουν δυναμικά τη διαφορετική τους στάση: η 15χρονη Μαίρη, ξένη στον τόπο, δένεται συναισθηματικά με το παιδί, το προσέχει, το αγκαλιάζει, το πονάει. Η γιαγιά του η Νόρα, καταρρακωμένη από το πένθος για τον άντρα και την κόρη της, ζει σ’ ένα κόσμο φανταστικό όπου η ελπίδα πεθαίνει τελευταία και εξαντλεί κάθε μέσον για να φέρει τον «πραγματικό Μίχολ» πίσω, ενώ η Νανς βάζει μπροστά όλες τις γνώσεις που κατέχει ακε από το προγονικό της παρελθόν για να διώξει τους «καλούς» (έχουμε την ευκαιρία να μπούμε μέσα σ’ αυτόν τον μυστηριακό κόσμο της φύσης, των βοτανιών και των μαντζουνιών, απ’ τον οποίο τόσο πολύ έχει αποκοπεί ο πολιτισμός μας). Η συγγραφέας καταφέρνει να μας κάνει να ταυτιστούμε τόσο πολύ, ακόμα και με τη «γριά μάγισσα» (και να αντιπαθήσουμε ας πούμε όσους την πολεμάνε, όπως τον νιόφερτο παπά του χωριού, που βέβαια αντιστρατεύεται τα μαγικά ξόρκια), που κάποια στιγμή είχα τον φόβο ότι το βιβλίο είναι «παραμύθι», με μάγια, ξόρκια και νεράιδες (δεν κρύβω ότι τα βαριέμαι). Νομίζει κανείς δηλαδή ότι το σασπένς του βιβλίου αφορά το αν θα τα καταφέρει τελικά η Νανς να γιατρέψει με τον παραδοσιακό, αιώνιο πρακτικό τρόπο την νοητική στέρηση του παιδιού.
Όμως όχι. Η πάλη με τις αόρατες δυνάμεις που κυβερνάν τον κόσμο είναι απόκοσμη, είναι παράλογη, αλλά είναι δικαιολογημένη μέχρι δακρύων, γιατί καταδεικνύει  την απόγνωση του ανθρώπου μπροστά στην αρρώστια και το παράλογο του θανάτου. Η Κεντ κρατάει μια απίστευτη ισορροπία ανάμεσα στην περιγραφή αυτής της τραγικής πάλης με το αδύνατο και στον κίνδυνο να γίνει το μυθιστόρημα μια αφελής, έστω συμβολική αφήγηση με μάγισσες και ξωτικά.
Κι αυτό το καταφέρνει οδηγώντας την πλοκή σε μια κορύφωση που σου κόβει την ανάσα, μετά από την οποία η οξεία αντιπαράθεση  μεταφέρεται  στην κοινωνία. Γιατί οι τρεις γυναίκες περιστοιχίζονται από διάφορα άτομα του χωριού (συγγενείς, γείτονες) κλπ  που αντιμετωπίζουν κι αυτοί με τη σειρά τους διαφορετικά τις περιστάσεις, άλλος με κατανόηση, άλλος με έμπρακτη βοήθεια, άλλος με πόλεμο. Ο στιγματισμός και η έχθρα απέναντι στο τρίο των γυναικών (και τον Μίχολ βέβαια) κλιμακώνεται, ενώ ο  θάνατος του παιδιού συγκλονίζει τη μικρή κοινωνία και φέρνει τα πάνω κάτω στις ισορροπίες. 
Η σύγκρουση ανάμεσα στον ορθολογικό, σύγχρονο τρόπο ζωής και τον κόσμο των δοξασιών, των προκαταλήψεων και των δεισιδαιμονιών παίρνει σάρκα και οστά μέσα στο δικαστήριο, ενώ το απρόσμενο τέλος αφήνει ένα παραθυράκι ανοιχτό στο ενδεχόμενο μερικές αιώνιες αλήθειες, όπως η μυστική, ασυνείδητη επικοινωνία του ανθρώπου με τη φύση, να επιβιώνουν.  
Χριστίνα Παπαγγελή

Υ.Γ. Το ότι η συγγραφέας εμπνεύστηκε από πραγματικό γεγονός προσδίδει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο μυθιστόρημα

Τρίτη, Απριλίου 17, 2018

Νυχτερινές ικεσίες, Santiago Gamboa


Ο χρόνος είναι ενίοτε ζήτημα φωτός.
Με το πέρασμά του,
κάποιες μορφές αποκτούν λάμψη
ή, αντίθετα,
καλύπτονται από μια παράξενη θολούρα.

Ένα σύγχρονο μυθιστόρημα στο μελαγχολικό ύφος των νουάρ αστυνομικών  που να αφορά την πολύπαθη Κολομβία -μια χώρα με τόσες κοινωνικές αντιθέσεις και αναταραχές-  έχει εξ ορισμού ενδιαφέρον (μια χώρα που τα τελευταία πενήντα χρόνια κατέστη το οικουμενικό στερεοτυπικό συνώνυμο της εμφύλιας βίας, της διαφθοράς, των ομαδικών παραβιάσεων των δικαιωμάτων και του ναρκεμπορίου[1]. Ωστόσο, ο κύριος πρωταγωνιστής και αφηγητής, ο Μανουέλ Μανρίκε, του οποίου η αφήγηση είναι και ο κεντρικός άξονας του βιβλίου, ισχυρίζεται ότι «πρόκειται για μια ιστορία αγάπης» -όχι πάντως ερωτικής.
Τρεις είναι οι αφηγητές, σε εναλλασσόμενα κεφάλαια, ώστε ο αναγνώστης να συμπληρώνει τα γεγονότα  αργά και σταδιακά.  Ο κατηγορούμενος για διακίνηση ναρκωτικών Μανρίκε (ένα μικρό φορτίο οπιούχων χαπιών) απολογείται αφηγούμενος τη ζωή του, απευθυνόμενος στον πρόξενο της χώρας του (Κολομβίας) στην Μπανγκόκ∙ ο δεύτερος αφηγητής κι αυτός σε α΄ενικό είναι ο ίδιος ο πρόξενος που για προσωπικούς λόγους πιστεύει στην αθωότητα του Μανρίκε και αναλαμβάνει τη διαλεύκανση της αλήθειας, και τέλος έχουμε κάποιες ενότητες που τιτλοφορούνται «Μονόλογοι της διαδικτυακής», μάλλον άσχετες με την πλοκή. Πρόκειται για διαφορετικές προσωπικές εξομολογήσεις, ελεύθερα σχεδιάσματα  που δίνουν βάθος στην ιστορία και στην περιρρέουσα κατάσταση π.χ. βιωματική περιγραφή της Μπανγκόκ, ή πραγματεία για το… τζιν (ομολογώ ότι αυτά τα μέρη του βιβλίου τα βαριόμουν). Ο αναγνώστης υποψιάζεται  στην αρχή ότι  αυτούς τους μονολόγους τους γράφει στον υπολογιστή η εξαφανισμένη Χουάνα, το τρίτο πρωταγωνιστικό πρόσωπο του βιβλίου, η πολυαγαπημένη και μοναδική αδερφή του Μανουέλ. Όμως μας μπερδεύει ο συγγραφέας, κατά τη γνώμη μου χωρίς κανένα λόγο, όταν π.χ. η δια-δικτυακή εξομολογείται ότι ήταν… άντρας, λεγόταν Γουίλσον Αμέσκιτα και έκανε εγχείρηση αλλαγής φύλου, ή κάποια στιγμή μιλάει κάποια Μπέγια/Μπέζα/Μπέλχα που μιλάει για την ερωτική της ζωή (ξεπαρθένιασμα και ιστορίες τέτοιες). Πάλι όμως έχεις αμφιβολία (δεδομένου ότι αυτή η εκδοχή δεν κολλάει με τίποτα στην κυρίως ιστορία), ότι πρόκειται για φαντασίες και ιντερνετικά παιχνίδια της ιδιόρρυθμης Χουάνα. Ή, μήπως, ο συγγραφέας προσπαθεί να μας βάλει πιο βαθιά στον σκοτεινό κόσμο του περιθωρίου;
Δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε το βάθος της σχέσης Μανουέλε-Χουάνας αν δεν παρουσίαζε στον πρόξενο ο Μανουέλ τόσες λεπτομέρειες απ’ την προσωπική του ζωή. Η διήγηση του έγκλειστου και καταδικασμένου σε θάνατο (εκτός αν ομολογήσει κάτι που δεν έκανε) ήρωα μάς οδηγεί πίσω στο ζοφερό παρελθόν του (θ’ αρχίσω απ’ τα χειρότερα, κύριε πρόξενε. Απ’ τη χειρότερη περίοδο της ζωής μου, που ήταν η παιδική μου ηλικία). Μια οικογένεια δυστυχισμένη, με πατέρα καταπιεσμένο και ταπεινωμένο στο εργασιακό περιβάλλον, που βγάζει τα απωθημένα στα παιδιά και στη γυναίκα του∙ μια μητέρα άβουλη και ψυχρή. Μιζέρια, μοναξιά, έλλειψη αγάπης και ζεστασιάς  είναι η καθημερινότητα  (η πιο ευτυχισμένη περίοδος στα παιδικά του χρόνια –αν και συγχρόνως η πιο θλιμμένη- ήταν στο… νοσοκομείο, όταν η μητέρα του αρνήθηκε να μένει τον συντροφεύει το βράδυ!). Ο Μανουέλ νιώθει δυστυχισμένος κι απομονωμένος στο σχολείο, αηδία απέναντι στους δασκάλους και περιφρόνηση απέναντι στα άλλα παιδιά που είναι χαρούμενα κι ευτυχισμένα. Η μόνη όαση μέσα στο σκοτάδι αυτό γίνεται, από ένα χρονικό σημείο κι έπειτα, η μεγαλύτερη αδερφή του, Χουάνα.
Όταν όμως, υπό την πίεση των πολιτικών εξελίξεων, αποκαλύπτουν ότι ο πατέρας υποστηρίζει τον δικτάτορα Ουρίμπε[2], η περιφρόνηση επεκτείνεται και στους γονείς (ακούγαμε διαρκώς και αδιαμαρτύρητα εκείνο το μουρμουρητό, μια λιτανεία γεμάτη μίσος ενάντια στην πραγματικότητα και το παρόν, την πεμπτουσία της πικρίας και της απογοήτευσης, καθώς ζωγράφιζε τη χώρα με τα χειρότερα χρώματα, επιμένοντας πως βρισκόταν σε μια κατάσταση χάους και ηθικής αποσάθρωσης, απ’ την οποία θα μπορούσε να βγει μόνο με την παρέμβαση ενός αληθινού πατριώτη –και ποιος άλλος μπορούσε να παίξει αυτόν τον ρόλο, αν όχι αυτός ο στρατιώτης του Χριστού, ο υπερασπιστής της Τάξης, ο Άλβαρο Ουρίμπε;)
Τα δυο παιδιά κλείνονται σ’ έναν κόσμο μυστικό, ολοδικό τους: ο Μανουέλε ανακαλύπτει την χαρά να φτιάχνει τεράστια γκράφιτι στους τοίχους, ενώ και οι δυο καταφεύγουν στη λογοτεχνία. Τα έντονα πολιτικά γεγονότα που ακολούθησαν την εκλογή του Ουρίμπε (η χώρα ήταν σε εμφύλιο μέχρι φέτος) αναδεικνύουν τις αντιθέσεις. Η Χουάνα, πιο μεγάλη και πιο πολιτικοποιημένη, υποστηρίζει τους FARC (αντάρτες) και αντιτίθεται στην αμερικανική πολιτική και στο TLC  (Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου) ενώ γίνονται ομηρικοί καυγάδες για τον Τσάβες, «τους κομμουνιστές της ηπείρου» και τον ρόλο των παραστρατιωτικών στη χώρα.  Έτσι, οι φυγόκεντρες δυνάμεις ωθούν και τους δυο ήρωες στη σφοδρή επιθυμία να δραπετεύσουν απ’ τον κλοιό όχι μόνο της οικογένειας αλλά και του πολιτικού καθεστώτος. Η διανόηση, την οποία και οι δυο γονείς απεχθάνονται, γίνεται ο φάρος που τους καθοδηγεί από δω και μπρος. Η λογοτεχνία, ο κινηματογράφος, η φιλοσοφία. Άλλωστε, τα δυο παιδιά στη συνέχεια σπουδάζουν. Όταν συλλαμβάνεται ο Μανουέλ στην Ταϊλάνδη είναι ήδη πτυχιούχος Φιλολογίας και Φιλοσοφίας κι έκανε το διδακτορικό του, ενώ η Χουάνα, πριν εξαφανιστεί τελείωσε Κοινωνιολογία στο Εθνικό Πανεπιστήμιο (για τους περισσότερους Κολομβιανούς, το να σπουδάζεις κοινωνιολογία ήταν σα να σπουδάζεις για να μπεις στη FARC, κάτι σαν προπαρασκευαστικό στάδιο, ας πούμε/αρκεί να υπερασπιζόσουν τα ανθρώπινα δικαιώματα ή το Σύνταγμα και σε θεωρούσαν τρομοκράτη).
Το πάθος της λογοτεχνίας οδηγεί τον Μανουέλε σε βαθιά φιλία με τον  Έντγκαρ, επίδοξο συγγραφέα, που αναζητά… εμπειρίες για να έχει υλικό για τη συγγραφή (αν είχα ζήσει εγώ τέτοια πράγματα, θα ήμουν ήδη μυθιστοριογράφος, και ποιητής, όπως σε βλέπω και με βλέπεις. Κατά βάθος είσαι πολύ τυχερός, αδερφέ μου). Περά απ’ αυτό όμως, πολλές αναφορές στις πολιτιστικές εξελίξεις δίνουν έναν άλλον αέρα στην αστυνομική πλοκή. Όλο το μυθιστόρημα το διατρέχει σαν ένας υπόγειος άξονας η σημασία της γραφής, της συγγραφής, της λογοτεχνίας και γενικότερα της διανόησης στη ζωή μας, μια πτυχή που απασχολεί και χαρακτηρίζει και τον δεύτερο ήρωα, τον πρόξενο της Κολομβίας στο Δελχί (δεν αναφέρεται πουθενά το όνομά του).

Έχω προσέξει ότι υπάρχουν δύο τρόποι να πεθάνει κανείς.
Ο πρώτος είναι εξαιτίας κάποιας αρρώστιας που μας κατατρώει βυθίζοντάς μας σε μια κατάσταση αργής αγωνίας. (…)Ο δεύτερος τρόπος είναι ακριβώς ο αντίθετος: μια σφαίρα στον σβέρκο, ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Υπάρχει, όμως, και μια Τρίτη περίπτωση, στη δική μας χώρα τουλάχιστον, που είναι σκληή για όλους: η εξαφάνιση.

Δεν υπάρχει προξενείο της Κολομβίας στην Ταϊλάνδη, κι έτσι ο πρόξενος/συμπρωταγωνιστής μας αναγκάζεται να ταξιδέψει από το Δελχί στην Μπαγκόκ για να υπερασπιστεί τον συμπατριώτη του. Ο αναγνώστης περιηγείται σ’ αυτές τις πόλεις μαζί με τον ήρωα, παίρνοντας γεύση από τις χώρες του περιφερειακού καπιταλισμού. Γυναίκες, γιορτές, καζίνο, ναρκωτικά, εύκολο χρήμα και φυσικά φτώχεια, φτώχεια, φτώχεια (γιατί, ως γνωστόν, ο ΠΛΟΥΤΟΣ γεννά τη φτώχεια). Είναι υποχρεωμένος να επισκεφτεί μια από τις πιο σκληρές φυλακές του κόσμου, στην Μπανγκβάνγκ.
Το καθαρά αστυνομικό μυστήριο χτίζεται μέσα στις 90-100  πρώτες σελίδες, εφόσον είναι ακατανόητο για τον πρόξενο αλλά και για τον αναγνώστη το γιατί ο ήρωάς μας βρέθηκε στη Μπανγκόκ με προορισμό μάλιστα το Τόκιο, και γιατί είχε μαζί του αυτό το συγκεκριμένο φορτίο. Ο πρόξενος στο ρόλο του ντετέκτιβ αποκαλύπτει μάλιστα στο ίντερνετ τη μεγάλη αγάπη του κατάδικου για τη φιλοσοφία (άρθρα για τον Ντελέζ, τον Σπινόζα, τον Τσόμσκι κ.α.). Ένας διανοούμενος λοιπόν (τι στον δαίμονα ήρθε να κάνει στην Ταϊλάνδη ένας φιλόσοφος;)! Σιγά σιγά μαθαίνουμε ότι κι ο πρόξενος είναι συγγραφέας και λάτρης της λογοτεχνίας, και προσελκύεται από τη μυστηριώδη προσωπικότητα του ήρωα ψάχνοντας το παρελθόν του, ρωτώντας τους συμφοιτητές του ή τους καθηγητές του (κάποιος μάλιστα είναι και φίλος του), ερευνώντας τα ενδιαφέροντά του, ψηλαφώντας τα διαβάσματά του, τα οποία εφάπτονται των δικών του ενδιαφερόντων (π.χ. παλιότερα ως δημοσιογράφος είχε ασχοληθεί με την αυτοκτονία του Ντελέζ). Μαθαίνει ακόμα με περισση απορία ότι υπάρχει στο βιογραφικό του μια εξαφανισμένη αδερφή.
Η επίσκεψη στην Μπανγκβάνγκ, στον φυλακισμένο Μανουέλ, είναι μια ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη: ο πρόξενος έρχεται αντιμέτωπος μ’ έναν προφίλ μετριοπαθή διανοούμενο, σαφώς αθώο, παγιδευμένο στις δαγκάνες ενός νόμου ανελέητου (αν δεν ομολογήσει ενοχή δεν υπάρχει περίπτωση η ποινή να μειωθεί σε 30 χρονών κάθειρξη, που θα αφήνει περιθώριο για μεταφορά στη Μπογκοτά και ελάφρυνση).  Ο έγκλειστος σε μια από τις χειρότερες φυλακές του κόσμου ήρωας υποφέρει από την απώλεια της αδερφής του στοιχηματίζοντας ότι της έχει τύχει το χειρότερο (τη σκότωσαν, σκέφτηκα, θα είναι σε κάποιον απ’ τους ομαδικούς τάφους αυτής της χώρας της πλούσιας σε νεκροταφεία, στα ωραία μας εθνικά εδάφη, το σώμα της θα σαπίζει, τα οστά της θα διαλύονται δίχως κανείς να τα χαϊδέψει, δίχως να μου δοθεί η ευκαιρία να τα φιλήσω).
Παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα την αφήγηση του Μανουέλ, που εξηγεί τη μεταστροφή του πατέρα μετά την απώλεια της κόρης (βλέποντας την έκφραση της παραίτησης στο πρόσωπό του, καταλάβαινα ότι θα περνούσε όλη τη νύχτα ξάγρυπνος. Οι ικεσίες του, όπως και οι δικές μου, χάνονταν στο πιο σκοτεινό κομμάτι του ουρανού. Δεν υπήρχε κανείς εκεί να τις ακούσει). Η απουσία της Χουάνα τους καίει τα σωθικά, κι ενώ ο καιρός περνάει αμείλικτος (τρία χρόνια), αρχίζει η έρευνα από το πουθενά. Το νήμα είναι πολύ λεπτό και κρύβει πολλά ρίσκα: πρακτορείο μοντέλων, πόρνες πολυτελείας, δουλειά στην Ιαπωνία (μέσω Κίτο, Ντουμπάι, Μπανγκόκ). Ο Μανουέλ τα παρατάει όλα και ακολουθεί με τρομερό κόστος τον δρόμο που πιθανόν να τον φέρει κοντά στη Χουάνα.
Δεν είναι σκόπιμο ν’ αναφερθώ στη συνέχεια της πλοκής γιατί από κει και πέρα αρχίζει η «λύση» του μυστηρίου. Μόνο να πω ότι είμαστε ακόμα στη… μέση του βιβλίου, κι από κει και πέρα ο πρόξενος αναλαμβάνει αυτοβούλως πρώτα απ’ όλα να αποδείξει ότι ο Μανουέλ είναι αθώος και δεύτερον να βρει τη Χουάνα, που όλα δείχνουν ότι είναι ακόμα ζωντανή, μπλεγμένη σε σκληρά παράνομα κυκλώματα. Η αγωνία του αναγνώστη αφορά και την τύχη του Μανουέλ –θα εκτελεστεί ή θα ομολογήσει κάτι που δεν έκανε;
Τα ίχνη της Χουάνα (τα βήματα του πρόξενου) μας οδηγούν στο Τόκιο (το Τόκιο είναι το μέλλον του Τόκιο) και μετά στην… Τεχεράνη, όπου οι εκπλήξεις δεν σταματούν να περιμένουν τον δεύτερο κεντρικό μας ήρωα. Ευαίσθητος και επινοητικός, άνθρωπος της δράσης εντέλει, ο ανώνυμος πρόξενος δίνεται με όλη του την ψυχή στην προσωπική αυτή ιστορία αδερφικής αγάπης:
Λόγια, λόγια, λόγια.
Νυχτερινές ικεσίες.
Εκείνες οι λέξεις που δεν ξεστόμισαν και τώρα τις σκέφτονται και ακούγονται μες στο νου τους σαν σπαραχτικά ουρλιαχτά, κραυγές αγωνίας και αγάπης. Δυο σιωπηλές λιτανείες κι εγώ στη μέση αυτής της παράξενης καταιγίδας, κοντά σ’ έναν πλανήτη που έφτιαξαν οι δυο τους και που δεν τον κατοίκησαν ποτέ
Δυο ευάλωτα πλάσματα που λαχταρούν να βρεθούν μαζί και να ξεχαστούν απ’ όλους, αλλά η ζωή ορθώνεται ανάμεσά τους σαν τοίχος.
Χριστίνα Παπαγγελή



[1] «Αν υπάρχει ελπίδα στην Κολομβία, υπάρχει παντού» (Μια ομάδα οργανώσεων δικαιωμάτων στο Μεντεγίν –την κάποτε πιο βίαια πόλη του κόσμου– ενώθηκαν κάτω από το ακόλουθο σύνθημα: «Que la paz no nos cueste la vida»), από το άρθρο «Η ειρήνη δεν κοστίζει ζωές», Δημήτρη Χριστόπουλου  http://www.efsyn.gr/arthro/i-eirini-den-kostizei-zoes



[2] Ουρίμπε Άλβαρο (2002-10) ttps://el.wikipedia.org/wiki/%CE%86%CE%BB%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%BF_%CE%9F%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%BC%CF%80%CE%B5

Κυριακή, Απριλίου 01, 2018

Λίγη ζωή, Hanya Yanagihara

Πολύ αντιφατικά συναισθήματα μου δημιούργησε το βιβλίο αυτό, που ομολογώ ότι το ρούφηξα παρά τις 890 σελίδες του. Κι αυτό γιατί ένα από τα κεντρικά του θέματα είναι η πολύ βάναυση κακοποίηση του κεντρικού ήρωα στα παιδικά του χρόνια, που τον οδήγησε ως ενήλικα σε αυτοκαταστροφικό χαρακτήρα (κι όλα αυτά περιγράφονται με αποκρουστικές λεπτομέρειες και σε πολύ μεγάλη έκταση), κι αναρωτιέσαι αν η περιέργεια και το σαδομαζοχιστικό ένστικτο του μέσου αναγνώστη είναι αυτά στα οποία, με «εύκολο» τρόπο απευθύνεται η συγγραφέας (κάτι σαν τις ταινίες με πολύ αίμα, βία κλπ). Ένα άλλο όμως κεντρικό θέμα είναι η βαθιά αγάπη -έρωτας- αφοσίωση, φιλία που αναπτύσσεται, κυρίως ανάμεσα σε άνδρες, αγάπη που πείθει και συγκινεί μέχρι δακρύων. Από τη μια αναφωνείς «ε, δεν μπορεί αυτά να συμβαίνουν στην πραγματικότητα, δεν είμαστε μόνο άσπρο/ μαύρο δηλαδή ή διάβολοι ή άγγελοι!», κι από την άλλη όλα, μα όλα τα γεγονότα φωτίζονται συναισθηματικά, μια και το συναίσθημα είναι ο βασικός καμβάς όπου χτίζει η συγγραφέας κάθε λεπτομέρεια, και μάλιστα αυτή νομίζω είναι η μεγαλύτερη αρετή του βιβλίου, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο.
Γι’ αυτόν τον λόγο, ενώ το βιβλίο φαίνεται -και είναι- φλύαρο, δεν είναι κουραστικό. Με κούρασαν όμως οι 100 πρώτες σελίδες, κατά τις οποίες «χτίζονται» οι χαρακτήρες και οι ζωές (το παρελθόν, οι συνήθειες, οι σπουδές, το εργασιακό περιβάλλον) των τεσσάρων φίλων Τζέι Μπι (μαύρος), Μάλκολμ («μαύρος», δηλαδή μιγάς), Τζουντ («λευκός», δηλαδή μιγάς προς το λευκός) και Γουίλεμ (λευκός).  Είναι καταιγιστικές οι λεπτομέρειες που τονίζουν το αμερικάνικο life-style και δεν υπάρχει η εμπλοκή με το συναίσθημα που αναφέρω παραπάνω. Ίσως όμως αυτή η τόσο λεπτομερειακή γνωριμία μας με τους ήρωες είναι απαραίτητη για να δοθούν όχι μόνο οι χαρακτήρες αλλά και η γενικότερη ατμόσφαιρα και κουλτούρα στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’70. Βλέπουμε φερειπείν έμμεσα πώς ένας προοδευτικός κύκλος μορφωμένος και «ψαγμένος» αντιμετωπίζει διάφορα κοινωνικά ζητήματα, όπως το φυλετικό (του χρώματος), της «αναπηρίας», της ομοφυλοφιλίας, της πολιτισμικής διαφορετικότητας, το στοιχείο επίσης του μεταμοντερνισμού και γενικότερα τους σύγχρονους προβληματισμούς όσο αφορά την τέχνη (που έφτασαν βέβαια στην Ελλάδα κάποιες δεκαετίες αργότερα).
Και οι τέσσερις φίλοι είναι εξαιρετικοί, με την έννοια της εξαίρεσης, προσωπικότητες πολυτάλαντες και μοναδικές, και απίστευτα διαφορετικοί μεταξύ τους. Με ακραίες αντιθέσεις ως προς την καταγωγή και την οικονομική κατάσταση, γνωρίζονται από τα φοιτητικά χρόνια και συνδέονται με ποικίλους τρόπους, οι δεσμοί όμως σταδιακά γίνονται άρρηκτοι. Παρακολουθούμε τις συναισθηματικές τους σχέσεις μέχρι τα μέσα περίπου της έκτης δεκαετίας της ζωής τους. Εφόσον, κατά τον Τζουντ, «η ζωή είναι τρομακτική» εξ ορισμού, όλοι- ο Μάλκομ με τα σπίτια του, ο Γουίλεμ με τις φιλενάδες του, ο Τζέι Μπι με τις μπογιές του, αυτός με τα ξυράφια του- αναζητούσαν παρηγοριά, κάτι ολοδικό τους, κάτι που να αντιστέκεται στη φρικτή απεραντοσύνη, την απιθανότητα, του κόσμου, των αμείλικτων δευτερολέπτων του, των λεπτών του, των ημερών του.    
Ο Γουίλεμ, σουηδικής καταγωγής, λευκός και γοητευτικός, γιος ραντσιέρη (για καποιο λόγο κατώτερο κοινωνικό στάτους),  ο λιγότερο φιλόδοξος και ο πιο φτωχός μετά τον Τζουντ, δούλευε αρχικά ως σερβιτόρος, στη συνέχεια ως βοηθός δασκάλου σε παιδιά με ειδικές ανάγκες και τέλος έκανε καριέρα ως ηθοποιός με μεγάλες επιτυχίες. Είναι ψυχικά γενναιόδωρος, καλόβολος και καλόβουλος, βαθιά τραυματισμένος από τον θάνατο το μικρού του αδερφού και τη σχετική αδιαφορία των γονιών του (ήθελε να ουρλιάξει στους γονείς του, να τους χτυπήσει, να τους αποσπάσει κάτι –ένα μικρό ξέσπασμα θρήνου, μια ρωγμή στην αυτοκυριαρχία τους, μια αναγνώριση ότι κάτι μεγάλο είχε συμβεί, ότι με τον θάνατο του Χέμινγκ είχαν χάσει κάτι απαραίτητο και ζωτικό για τη ζωή τους.
Ο Τζέι Μπι μάυρος, χοντρός, ομοφυλόφιλος και μάλλον από την πιο ευκατάστατη οικογένεια καλο/κακομαθημένος παρόλο που/επειδή  είναι ορφανός από πατέρα από τα τρία του χρόνια. Ο πιο φιλόδοξος, ο πιο αδίστακτος, ο πιο αψύς. Όσο σποδάζει δουλεύει ως ρεσεψιονίστ αλλά γρήγορα αναδεικνύεται το καλλιτεχνικό του ταλέντο στα εικαστικά. Κατά τη συγκατοίκησή του με άλλους τρεις καλλιτέχνες παίρνουμε μια ιδέα των αισθητικών ανησυχιών της εποχής (π.χ.:  ο Τζέι Μπι είχε βρει έναν τρόπο να πάρει στη στροφή τον Μάλκομ, γιατί ενώ ο Μάλκομ ανακάλυπτε τη μεταμοντέρνα ταυτότητα, ο Τζέι Μπι ανακάλυπτε την περφόρμανς αρτ (η ταυτότητα ως Τέχνη: Επιτελεστικές Μεταμορφώσεις και το Σύγχρονο Σώμα). Ο Τζέι Μπι επηρεάστηκε τόσο από την εικαστικό Λι Λοζάνο που είχε σταματήσει να… μιλά σε γυναίκες, αρχικά για ένα μήνα και μετά για ολόκληρη τη ζωή της, που αποφάσισε, στα πλαίσια κάποιας εργασίας του, να πάψει να μιλά στους λευκούς! Επομένως, θα σταματούσε να μιλά στον Γουίλεμ και θα μείωνε τις συζητήσεις του με τον Μάλκομ κατά το ήμισυ. Επειδή η φυλή του Τζουντ ήταν απροσδιόριστη, θα συνέχιζε να του μιλάει, μα μόνο με γρίφους και κοάν του Ζεν (!).
Ο Μάλκομ είναι ο μόνος που νιώθει δυσφορία για το χρώμα του. Παρόλο που καταλαβαίνει ότι το «μαύρο» (όχι πολύ σκούρο) χρώμα του πατέρα του είχε επισκιαστεί από άλλα πιο σημαντικά ζητήματα όπως ο πλούτος ή η επιφάνεια της μητέρας του στους λογοτεχνικούς κύκλους (η Νέα Υόρκη όπου κατοικούσαν ο Μάλκομ και η οικογένειά του ήταν μια Νέα Υόρκη χωρισμένη όχι σύμφωνα με τη φυλή αλλά σύμφωνα με τη φορολογική κλίμακα), νιώθει αμηχανία ως προς την ταυτότητά του: η φυλή ήταν πάντα μια δοκιμασία για τον Μάλκομ, μα στο δεύτερο έτος είχε πέσει πάνω σε κάτι που του φάνηκε εξαιρετική υπεκφυγή: δεν ήταν μαύρος∙ ήταν μετα-μαύρος (!)/αυτή η εξήγηση δεν έπεισε κανέναν, πόσο μάλλον τον Τζέι Μπι, τον οποίο ο Μάλκομ άρχισε να σκέφτεται ως προ- μαύρο, λες και η μαύρη ταυτότητα, σαν τη νιρβάνα, ήταν μια ιδανική κατάσταση στην οποία διαρκώς προσπαθούσε να φτάσει. Ο Μάλκομ είναι μάλλον και ο πιο ανασφαλής ως προς τις σεξουαλικές του σχέσεις και ως προς το μέλλον του, γιατί έχουν φιλοδοξίες για κείνον οι γονείς του, γιατί νιώθει ότι πρέπει να εκπληρώσει τις δικές τους προσδοκίες.  Στην πορεία όμως, δουλεύει ως αρχιτέκτονας με μεγάλες επιτυχίες, φαντασία, μεράκι  και οικονομική επιφάνεια.
Τέλος ο Τζουντ, ο «μετάνθρωπος» κατά τον  Τζέι Μπι, άτομο πολύ προικισμένο με πολλές δεξιότητες (γλώσσες, πιάνο, μαγειρική, οικιακή οικονομία, οπωροκηπευτικά, υδραυλικά κλπ), πανέξυπνος δικηγόρος, όμως με πολύ σοβαρά νευρολογικά και κινητικά προβλήματα, για τον οποίο η συγγραφέας λέει λίγα στις 100 πρώτες σελίδες, στη συνέχεια όμως όλο το βιβλίο περιστρέφεται βασικά γύρω από τη μυστηριώδη του προσωπικότητα. Τόσο φτωχός και με τόσο απροσπέλαστο παρελθόν που δυσκολεύονται να τον  κατανοήσουν ακόμα και οι φίλοι (το σακίδιο με το οποίο είχε έρθει ο Τζουντ στο κολέγιο, περιείχε, κυριολεκτικά, όλα του τα υπάρχοντα). Δύο πρώτα περιστατικά επιτείνουν  την περιέργεια γύρω απ’ το πρόσωπό του: ένα πολύ βαθύ κόψιμο που οδηγεί στο νοσοκομείο -και είναι η αφορμή για να μάθουμε, και μεις κι ο τότε συγκάτοικός του, ο Γουίλεμ, ότι «κόβεται» μόνος του, - αυτοτραυματίζεται δηλαδή με βαθιές χαρακιές-, και μία τρομερά παράτολμη επιχείρηση/ριφιφί την οποία αναλαμβάνει ο Τζουντ παρά τα κινητικά του προβλήματα, για να μπορέσουν να μπουν στο κλειδωμένο σπίτι.  
Οι τέσσερις φίλοι (αλλά κυρίως ο περισσότερο ευαίσθητος Γουίλεμ που κατοικεί μαζί του από παλιά και νιώθει το συναίσθημα ευθύνης), δεν ρωτούν καν για τα περασμένα βιώματα του Τζουντ, εφόσον ξέρουν ότι η απάντηση που θα πάρουν είναι είτε αόριστη, είτε αρνητική (ο Γουίλεμ πρόσεχε πάντα να μην πολυδείχνει πως ενδιαφερόταν να εξερευνήσει αυτό το πολυδαίδαλο ερμάρι όπου είχε κλειστεί ο Τζουντ). Ωστόσο η σιωπή του δεν μένει για πολύ καιρό απαρατήρητη, κι έτσι ο καυστικός Τζέι Μπι, δεν χάνει ευκαιρία να σχολιάσει: «πρέπει να είσαι τόσο αυθεντικά ακατηγοριοποίητος, που οι κανονικοί όροι της ταυτότητας να μην ισχύουν καν για σένα/σαν τον Τζούντι από δω: ποτέ δεν τον βλέπουμε με κανέναν, δεν ξέρουμε τη φυλή του, δεν ξέρουμε τίποτα γι αυτόν. Μετα-σεξουαλικός, μετα-φυλετικός, μετα-ταυτοτικός, μετα-παρελθοντικός. Του χαμογέλασε, ίσως για να δείξει ότι εν μέρει τουλάχιστον αστειευόταν. «Ο μετάνθρωπος. Τζουντ ο μετάνθρωπος».
Από τη σελίδα λοιπόν 120 περίπου, που αντιλαμβανόμαστε ότι ένα τρομακτικό μυστήριο κρύβει ο Τζουντ παρακολουθούμε με αυξανόμενη αγωνία τις κινήσεις του, τις κινήσεις των φίλων, του προσωπικού του γιατρού Άντι, τις εσωτερικές σκέψεις του Τζουντ, όσες μας επιτρέπει βέβαια η συγγραφέας (σε γ΄ ενικό πάντως). Ενώ εκείνος υπεκφεύγει λέγοντας τη μισή αλήθεια, ότι πρόκειτο για τροχαίο στα δεκαπέντε του, αλλά οι αναγνώστες ξέρουμε ότι υπάρχει κάτι πολύ τρομερότερο από πίσω. Βλέπουμε ότι Τζουντ τρέφει περισσότερη προσωπική εμπιστοσύνη προς τον Γουίλεμ, ενώ αποφεύγει τον Τζέι Μπι, που δεν είναι τυχαίο ότι τον φοβάται. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι ο Τζέι Μπι είναι ο πρώτος που τον πιέζει (όλοι μας θέλουμε να μάθουμε γιατί δε μας είχες πει ποτέ τι έπαθαν τα πόδια σου). Ως  πιο παρορμητικός και επιθετικός, εκμεταλλεύεται εικαστικά την ιδιαιτερότητα του Τζουντ παραβιάζοντας τις υποσχέσεις του, και είναι κι αυτός που μετά από ένα φοβερό επεισόδιο προσβλητικό και ταπεινωτικό για τον Τζουντ,  ο Τζουντ δεν του ξαναμίλησε για πολύ καιρό και ο Γουίλεμ για ακόμα περισσότερο.
Η συγγραφέας πολύ έντεχνα κάνει χρονικές αναδρομές και μας αποκαλύπτει κομμάτια του φρικτού παρελθόντος του Τζουντ, που δυσκολευόμαστε μεν να συνθέσουμε αλλά δημιουργούν  συμ-πάθεια και πολύ έντονα συναισθήματα στον αναγνώστη: αποτροπιασμού, άγχους, αγωνίας για το πώς θα μάθουν και πώς θα αντιδράσουν οι φίλοι απέναντι στο επαίσχυντο παρελθόν, αγωνίας για το «αν θα τα καταφέρει». Ο αναγνώστης φρικάρει γιατί όχι μόνο περιγράφεται με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες  η απίστευτη κακοποίηση -σεξουαλική και όχι μόνο- που υπέστη από πολύ μικρό παιδί ο  πεντάρφανος Τζουντ, αλλά και οι θυελλώδεις αυτοκαταστροφικές τάσεις που έχει στο «σήμερα», που είναι ενήλικας, πετυχημένος και πολύ αγαπητός. Ο Τζουντ υποφέρει όχι μόνο λόγω των φρικιαστικών αναμνήσεων και βασανισμών που έχουν αφήσει στο σώμα του τρομακτικά σημάδια, αλλά  -ίσως- κι από έντονα ενοχικά συναισθήματα, νιώθει τον εαυτό του ανήμπορο, ανίκανο και σιχαμερό.  Η έλλειψη αυτο-αγάπης και αυτο-εκτίμησης που νιώθει, γιατί δεν μπορεί να νιώσει κάτι άλλο, είναι και ο λόγος που είναι κλεισμένος σαν στρείδι και δεν μπορεί να ανοίξει τον εαυτό του σε ανθρώπους που έχουν αποδείξει πάμπολλες φορές ότι τον αγαπούν με γενναιοδωρία και ανιδιοτέλεια. Γιατί απλούστατα νιώθει τόσο αηδιαστικός, που δεν μπορεί να πιστέψει ένα μέλλον στο οποίο κάποιος μπορεί πράγματι να τον ήθελε για πάντα. Κι όταν περνά κάποια κρίση, άγχους ή απόρριψης, κόβεται ή αυτοτιμωρείται (κάποια στιγμή έβαλε και φωτιά στο χέρι του!), γιατί, όπως εκμυστηρεύεται στον Χάρολντ: μερικές φορές νιώθω τόσο απαίσια, ή ντρέπομαι τόσο πολύ, που θέλω να σωματοποιήσω αυτό που νιώθω. Και μερικές φορές είναι επειδή νιώθω τόσο πολλά  πράγματα και θέλω να μη νιώθω τίποτα απολύτως – με βοηθά να τα διώξω. Και μερικές φορές είναι επειδή νιώθω ευτυχισμένος, και πρέπει να μου υπενθυμίσω ότι δεν θα έπρεπε/το έχω ανάγκη γιατί με βοηθά να ελέγχω τη ζωή μου. Και αλλού: ήταν μια μορφή τιμωρίας μα και εξαγνισμού, του επέτρεπε να αποβάλλει καθετί τοξικό και χαλασμένο από μέσα του.
Γιατί, βέβαια, είναι παράξενο που ενώ μέχρι τα 15 του χρόνια συναντά όλο ανθρώπους-τέρατα που φέρονται όχι μόνο απαίσια αλλά με φρικτό σαδισμό, ταπεινώνοντάς τον με όσους τρόπους μπορεί άνθρωπος να ταπεινώσει άλλον άνθρωπο, στη συνέχεια όμως η μοίρα κάνει στροφή 180ο: του δίνεται η δυνατότητα να σπουδάσει, να ανέλθει κοινωνικά αλλά κυρίως, συναντά ανθρώπους που του συμπαραστέκονται με μια ανθρωπιά απαράμιλλη. Και βέβαια είναι οι φίλοι του, πρώτος πρώτος ο Γουίλεμ και στη συνέχεια ο Μάλκομ (που ως αρχιτέκτονας του φτιάχνει ένα «παλάτι» προσαρμοσμένο σε κάθε λεπτομέρεια στις κινητικές του ανάγκες, και μάλιστα με την προοπτική ότι θα χειροτερεύσει η κατάστασή του), ο καθηγητής του Χάροντ με τη γυναίκα του Τζούλια που, άναυδοι μπροστά στην εξυπνάδα του Τζουντ  τον… υιοθετούν, ο απίστευτα δοτικός και με κατανόηση προσωπικός του γιατρός  Άντι που τρέχει άπειρες φορές μέσα στα μεσάνυχτα για να τον εισαγάγει στο νοσοκομείο κ.α. Ακόμα και ο Τζέι Μπι αναδιπλώνεται, και δείχνει ειλικρινή μεταμέλεια και αφοσίωση. Αλλά και άλλοι άνθρωποι, πιο δευτερεύοντες στη ζωή του φέρονται άψογα, με ενσυναίσθηση και ανθρωπιά. Παρόλ’ αυτά, ο Τζουντ δεν εμπιστεύεται πλήρως κανέναν, ούτε καν τον θετό του πατέρα που με τόσο τακτ προσπαθεί να τον καταλάβει.
Ο Τζουντ,  αν και υποτροπιάζει πολύ συχνά (αποπειράται μάλιστα να δώσει τέλος στη ζωή του, λίγο αφότου καταστρέφει άθελά του μια κούπα που ανήκε στο νεκρό γιο του Χάρολντ -ο οποίος Χάρολντ αντιδρά κι αυτός υποδειγματικά, όπως όλοι όσοι τον περιτριγυρίζουν), φαίνεται ωστόσο να ξεπερνά  διάφορες δοκιμασίες στις σχέσεις του με τον κοινωνικό περίγυρο. Η σωματική του κακοποίηση όμως είναι τέτοια που δεν μπορεί ποτέ να ελπίσει για βελτίωση. Οι προσπάθειες που κάνει είναι πράγματι συγκινητικές, μάλιστα προχωρά και σε ερωτική σχέση  δοκιμάζοντας να αφυπνίσει το σεξουαλικό, κατεστραμμένο ένστικτο. Η οικτρή αποτυχία του με τον Κέιλεμπ δημιουργεί νέα τραύματα (μια αγέλη ύαινες), από τα οποία δύσκολα μπορεί να συνέλθει, και αφού η αυτοκαταστροφική μανία γίνεται αρρώστια, μέσα στη θύελλα της παραίτησης από τη ζωή, έρχεται από το εξωτερικό… ο Γουίλεμ. Η μεγάλη αγάπη. Η προσέγγιση των δυο περιγράφεται αριστουργηματικά, οι αλλεπάλληλες  προσπάθειες του Γουίλεμ (χωρίς άμεσο αποτέλεσμα) να εμπιστευτεί επιτέλους ο Τζουντ τον εαυτό του είναι λεπτές, με δεξιοτεχνικές κινήσεις χειρουργού («Γουίλεμ» είπε ο Μαξ «έχεις σχέση, σοβαρή σχέση, μ’ έναν άντρα. Αυτός είναι ο ορισμός της ομοφυλοφιλίας». «Δεν έχω σχέση με άντρα», είπε, και καταλάβαινε πόσο παράδοξα ακούγονταν τα λόγια του, «έχω σχέση με τον Τζουντ».  
Μια νέα φάση αρχίζει για τη ζωή και των δύο, μια νέα αρχή, μια νέα δοκιμασία. Έντονα και πλούσια συναισθήματα εναλλάσσονται με μικρές και μεγάλες κρίσεις. Είναι τα «χρόνια της ευτυχίας». Η άπειρη αγάπη, φροντίδα και προσοχή του Γουίλεμ κάνει τον Τζουντ να ανοίξει χώρο στο παρελθόν του. Μαθαίνουμε και μεις ότι υπήρχε «μια ακριβής στιγμή» στην οποία τα πράγματα είχαν αρχίσει να πηγαίνουν τόσο στραβά∙ μια στιγμή απ’ όπου ξεκίνησαν όλα (ήταν τότε που επέτρεψε στον εαυτό του να τον μπάσουν μέσα, που εγκατέλειψε τα πάντα για ν’ ακολουθήσει τον αδελφό Λουκ. Εκείνη ήταν η στιγμή. Και μετά απ’ αυτήν, τίποτα δεν ήταν εντάξει πια). Υπήρξε κι ένα ακραίο «περιστατικό», όπου όλα μάλλον τελείωσαν για να αρχίσει νέα φάση στη ζωή του Τζουντ, τότε, στα 15 του.
Μετά τη μέση του βιβλίου που αρχίζουν πιο συστηματικά οι αναδρομές στο φρικιαστικό αυτό κομμάτι της ζωής του, αρχίζει και ο αναστοχασμός. Ή μάλλον, ο τρόπος που βρίσκει κάθε φορά ο Τζουντ να χειρίζεται  τις αναμνήσεις του (οι αναμνήσεις ξεγλιστρούσαν, παρόλ αυτά). Μπορεί επιτέλους να αρχίσει να βλέπει τα γεγονότα, να τα αντέχει και να αναρωτιέται γι αυτά (γιατί επιμένει να θυμάται και να ξαναβλέπει γεγονότα που συνέβησαν τόσο παλιά; Γιατί να μη μπορεί απλώς να ευχαριστηθεί το παρόν του; Γιατί να γίνεται πιο ζωηρό –όχι λιγότερο- όσο περισσότερο απομακρύνεται απ’ αυτό;). Όχι ότι λυτρώνεται, όχι ότι παύει να χαρακώνεται (ο Γουίλεμ, απελπισμένος, καταφεύγει στο έσχατο μέσον: χαρακώνεται κι αυτός, μπροστά στον Τζουντ!)κι όχι ότι δεν υπάρχει κρίση και στη σχέση με τον Γουίλεμ, απλώς το νυστέρι έχει πει πια πολύ βαθιά.
Οπωσδήποτε δεν είναι μια συνηθισμένη σχέση, και η συγγραφέας μας οδηγεί βαθιά μέσα και στις πιο απόκρυφες πτυχές της. Γιατί οι ύαινες επιστρέφουν. Ή ίσως η λέξη επιστρέφουν να μην είναι κατάλληλη, επειδή άπαξ και τις έφερε στη ζωή του ο Κέιλεμπ, δεν έφυγαν ποτέ. Τώρα ωστόσο δεν τον κυνηγούν, επειδή ξέρουν ότι δεν χρειάζεται: η ζωή του είναι μια απέραντη σαβάνα, και είναι περικυκλωμένος απ’ αυτές. Έτσι, εκδηλώνεται μια τρομερή κρίση κατά την κορύφωση της οποίας η οργή καίει τον πάντα γενναιόκαρδο Γουίλεμ. Η ανημπόρια του μπροστά στον ερμητικά κλειστό κόσμο του Τζουντ τον αφοπλίζει.
Είναι ένα κομβικό σημείο του βιβλίου αυτό, είναι η χρονική στιγμή που ο Τζουντ τα εκμυστηρεύεται όλα πια, και μαθαίνουμε και μεις, μέσα από ένα ακόμα φλας μπακ, την τελική, φρικαλέα πράξη, το περιστατικό που στοίχισε στον Τζουντ το βασικό πρόβλημα της υγείας του. Είναι και το αποκορύφωμα των χρόνων της ευτυχίας, της συνειδητοποίησης της ευτυχίας γιατί η σχέση των δύο, χωρίς να είναι ανέφελη, φτάνει σε μια γλυκιά αποδοχή (μέρες σαν κι αυτές έμοιαζαν να μην έχουν νύχτες, και αν δεν υπήρχαν νύχτες, δεν υπήρχαν κοψίματα, δεν υπήρχε λύπη, δεν υπήρχε απογοήτευση). Νιώθουν ευγνωμοσύνη για κάθε μέρα που περνά και απολαμβάνουν την ερωτική φιλία, μια φιλία τη οποίας όρος ήταν να μην έχουν μυστικά.  
Δεν τελειώνει εδώ το βιβλίο. Η σωματική πτώση του Τζουντ από ιατρική άποψη είναι αναπόφευκτη(ήξερε ότι ο θάνατός του θα ερχόταν νωρίτερα απ’ ό, τι σχεδίαζε). Οι φίλοι του αλλά και όλα τα άτομα που τόσο γενναιόψυχα τον στηρίζουν  επιστρατεύουν όλες τις ψυχικές και υλικές δυνάμεις για να βοηθήσουν. Είναι πια όλοι ώριμοι άντρες, στη δεκαετία των 50, κατασταλαγμένοι κοινωνικά και ψυχικά.
Οι τελευταίες σελίδες μας επιφυλάσσουν  μια τεράστια ανατροπή που ρίχνει νέο φως και στις σχέσεις των πρωταγωνιστών και στην ψυχική ιδιοσυστασία του Τζουντ, την οποία όμως δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκαλύψω εδώ, μια και ο στόχος μου δεν είναι να δώσω στον αναγνώστη μια περίληψη.
Προσπαθώντας να συνοψίσω σε μια γενικότερη εκτίμηση την εντύπωση που μου άφησε το βιβλίο, θα καταλήξω πάλι σ΄αυτό που έγραψα και στην αρχή: τα συναισθήματα είναι αντιγφατικά, και μπορώ να καταλάβω  την οργή του αναγνώστη στην παρακάτω ανάρτηση https://www.goodreads.com/review/show/1800101402, και όλες οι αδυναμίες  που εντοπίζει μέχρις ένα βαθμό ισχύουν. Όμως, οι ψυχογραφικές λεπτομέρειες σ’ ένα  τόσο δύσκολο θέμα όπως είναι η παιδική κακοποίηση (και δυστυχώς το πρόβλημα είναι υπαρκτό), όπως και στο θέμα της απλής ανοιχτόκαρδης και γενναιόδωρης φιλίας  δημιουργούν τέτοιο ενδιαφέρον και συναρπάζουν τόσο τον αναγνώστη (τουλάχιστον… εμένα αλλά κι άλλους όσο ξέρω), ώστε να μη μπορεί ν’ αφήσει το βιβλίο από τα χέρια του. 
Χριστίνα Παπαγγελή

Παραπέμπω και σε  άλλες δυο αναρτήσεις blogger, που φωτίζουν διαφορετικά το βιβλίο: είναι της Κατερίνας Μαλακατέ και της Αγγέλας Γαβρίλη 

Πέμπτη, Μαρτίου 22, 2018

Γκόλεμ, Pierre Assouline


Θα’ ρθει άραγε μια μέρα που η μνήμη της ανθρωπότητας
θα διατηρείται περισσότερο μέσα στο πυρίτιο παρά στους νευρώνες;

Ο τίτλος σηματοδοτεί πολύ εύστοχα το περιεχόμενο αυτού του ιδιότυπου βιβλίου επιστημονικής φαντασίας, εφόσον ο συγγραφέας με μυθιστορηματικό τρόπο προσεγγίζει και αποδομεί τον θρύλο αυτόν της εβραϊκής παράδοσης. Το «γκόλεμ» αποτελεί μια φιλοσοφική αλληγορία που αναφέρεται στο «πανάρχαιο και πάντα ζωντανό προμηθεϊκό όνειρο του ανθρώπου να φτιάξει ένα τεχνητό άνθρωπο, κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση του» [1]. Η λέξη συναντιέται στους Ψαλμούς του Δαυίδ με την έννοια του «ακατέργαστου» πλάσματος, ενώ στην εβραϊκή παράδοση κυκλοφορεί ο μύθος του Ραβίνου Ιούδα Λεβ που έζησε στην Πράγα τον 16ο αιώνα και προσπάθησε να δώσει ζωή στο Γκόλεμ, στο ανθρώπινο ομοίωμα από πηλό.
Η παρέμβαση του ανθρώπου στον άνθρωπο, και μάλιστα στις νοητικές του ικανότητες (εισχωρώντας στον εγκέφαλο) ήταν κάτι που ανέκαθεν απασχόλησε τον άνθρωπο από ηθική άποψη, μόνο που στην εποχή μας φαίνεται ότι η επιστήμη βρίσκεται πολύ πολύ κοντά. Τα φιλοσοφικά και ηθικά προβλήματα που ανεγείρουν οι δυνατότητες της νευροχειρουργικής, της βιοτεχνολογίας κλπ δημιουργούν την ανάγκη διαρκούς εγρήγορσης και μελέτης συνολικής, καθώς και πολιτικής  απόφασης να κατοχυρωθούν βασικά δικαιώματα του ανθρώπου, όπως είναι το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού του. Οι όροι τρανσουμανισμός[2] και μεταουμανισμός που συναντάμε στο βιβλίο δεν ξέρω αν είναι δόκιμοι επιστημονικοί όροι, αλλά δείχνουν την υπαρκτή προσπάθεια επιστημόνων -και όχι μόνο- να υπερβούν τα όρια του ουμανισμού/ανθρωπισμού, με κριτήρια που είναι αμφισβητήσιμα. Οι όροι βιοηθική, νευροθεολογία, βιοτεχνολογία κλπ εμπλέκονται φυσικά σε όλα αυτά τα ζητήματα «εξέλιξης του ανθρώπινου είδους» που βρίσκονται πίσω από το απλοϊκό  -για αφελείς- επιχείρημα «γιατί να περιμένουμε την εξέλιξη του ανθρώπινου εγκεφάλου αφού μπορούμε να επιταχύνουμε αυτήν την εξέλιξη με τεχνικά μέσα;».
Όλες αυτές οι σκέψεις ξυπνούν καθώς διαβάζουμε το βιβλίο και ταυτιζόμαστε με τον πρωταγωνιστή  Γκυστάβ Μεγέρ, τον  ήρωα -«γκόλεμ», που εν αγνοία του υπέστη τεχνικές «ρυθμίσεις» στον εγκέφαλο και η αποκάλυψη αυτή τον κάνει να νιώθει «τέρας».
Ο Μεγέρ είναι Γάλλος, ζει στο Παρίσι με τη γυναίκα του και την κόρη του, είναι πρωταθλητής στο σκάκι, έχει απίστευτες ικανότητες και μνήμη, αλλά είναι επιληπτικός. Υποφέρει από πονοκεφάλους, γι’ αυτό και επισκέπτεται συχνά το Νευροχειρουργικό τμήμα του νοσοκομείου, εμπιστευόμενος τον φίλο του και κορυφαίο νευροχειρουργό Ρομπέρ Κλαπμάν. Τη ρουτίνα της ιατρικής του επίσκεψης εκεί σπάει η αιφνίδια σύλληψή του ως κύριου υπόπτου για τη δολοφονία της γυναίκας του (σε τροχαίο αλλά με «φόνο από απόσταση», δηλ τηλεκατευθυνόμενα).
Δεν είναι τυχαίο πρόσωπο και η Μαρί Μεγέρ, ίσως είναι και το πρόσωπο-κλειδί, αν και ο θάνατός της απ’ την αρχή του βιβλίου δεν μας αφήνει να την δούμε ως δρων πρόσωπο. Η Μαρί είναι/ήταν ακτιβίστρια, αγωνιζόταν ενάντια στην εκμετάλλευση των φαρμακευτικών εταιριών και μέσα από το μπλογκ της κατήγγελλε επί πέντε τουλάχιστον χρόνια τη διαφθορά στον ιατρικό κλάδο και διάφορες διοικητικές αυθαιρεσίες, εντόπιζε ηθικά διλήμματα και φυσικά προκαλούσε τα ανάλογα σχόλια. Το μπλογκ της αυτό θα αποτελέσει και το νήμα μέσα από το οποίο ο διωκόμενος ήρωας θα επικοινωνήσει με την κόρη του Έμμα ώστε να δοθεί η τελική λύση στην επιστημονικού τύπου-θρίλερ αστυνομική ιστορία στην οποία εξελίσσεται το μυθιστόρημα.
Παρακολουθούμε τον μεταμφιεσμένο Γκυστάβ Μεγέρ να εξαφανίζεται από προσώπου γης για να αποφύγει την αστυνομία, παράλληλα όμως να αναρωτιέται και να ψάχνει το μυστικό της δολοφονίας της γυναίκας του (είχε καταντήσει περιπατητής-ρομπότ στα γρανάζια της αστικής μυρμηγκοφωλιάς). Προτού όμως εγκαταλείψει το Παρίσι και περιπλανηθεί στο Λονδίνο και στη συνέχεια στις πόλεις της Κεντρικής Ευρώπης , καταφέρνει με έξυπνο τρόπο να διεισδύσει τα αρχεία του Κλαπμάν και να αποκαλύψει τα σχέδια και τις φιλοδοξίες του φίλου του, των οποίων ο ίδιος υπήρξε θύμα. Ο χειρουργός δεν αρκέστηκε στο να εγχειρίσει την επιληψία, αλλά εμφύτευσε ηλεκτρόδια στον Μεγέρ ώστε να επαυξήσει την μνημονική του ικανότητα και να τον κάνει ασυναγώνιστο στο σκάκι!
Η αποκάλυψη αυτή πέφτει σαν κεραυνός στον Μεγέρ, δημιουργώντας του προβλήματα ταυτότητας, εφόσον είναι άγνωστα πλέον τα όρια ελεύθερης βούλησης και βιολογικών προδιαγραφών. Δεν έχει εμπιστοσύνη στην ίδια του τη συνείδηση, δεν ξέρει «αν είναι τέρας», δεν ξέρει αν έχει συναισθήματα ή αν όλα αυτά είναι «φυτευτά». Η περιπλάνηση στην κεντρική Ευρώπη ενός ανθρώπου που νιώθει όχι μόνο προδομένος αλλά απόκοσμος, χαρίζει στον αναγνώστη τις πιο ωραίες σελίδες του βιβλίου, αν και οι πάρα πολλές αναφορές στο «Γκόλεμ» (σε ποιήματα, στο κινηματογραφικό έργο του Πάουλ Βέγκενερ), καθώς και στην εβραϊκή παράδοση και θρησκεία με κούρασαν. Κάποια στιγμή μάλιστα φοβήθηκα ότι θα υπάρχει ένα είδος «προπαγάνδας» του ιουδαϊσμού, αλλά γρήγορα διαψεύστηκα γιατί ο ήρωάς μας δεν είναι καθόλου θρησκευόμενος, απλώς δεν έκλεινε την καρδιά του στην αλήθεια, ούτε τα’ αυτιά του στον λόγο του Θεού. Η αναζήτηση του Γκυστάβ δεν είναι τόσο θρησκευτική όσο πολιτισμική (να υπάρχει κάτι ιερό περισσότερο παρά κάτι υπερβολικά θρησκευτικό). Ωστόσο, είναι απόλυτα κατανοητή η ψυχολογία του ανθρώπου που προσπαθεί να ανατρέξει στο παρελθόν (όχι μόνο το δικό του αλλά και της ανθρωπότητας) για να καταλάβει το παρόν και να μπορέσει να αντιμετωπίσει το μέλλον. Π.χ. τηρεί τα εβραϊκά έθιμα όπου βρίσκεται, για να διατηρεί έναν ιερό δεσμό με τον χρόνο (αφού ο χρόνος μάς ξεπερνάει, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να τον αντιμετωπίσουμε όσο καλύτερα μπορούμε). Όσο αφορά π.χ. την εβραϊκή εβδομάδα, που αν δεν την εφηύραν οι Εβραίοι, την διέδωσαν πάντως, ο Γκυστάβ σκέφτεται ότι την έβδομη ημέρα, στιγμή αιωνιότητας, όλα σταματούν και αρχίζουν απ’ την αρχή. Αποτραβιόμαστε και διακόπτουμε. Δίνουμε χρόνο στο εαυτό μας έξω απ’ τον χρόνο. Είναι η μοναδική στιγμή  όπου η μέρα δεν θέλει να γνωρίσει κανένα άλλο γεγονός εκτός απ’ αυτό. Τούτη η στιγμή υπερβατικής λαχτάρας σε καλέι να κατανοήσεις τα όρια.
Μ’ αυτόν τον τρόπο περιδιαβαίνει την Ευρώπη και τους δρόμους του πνεύματος ο Γκυστάβ Μεγέρ, και, μέσα στην προσπάθειά του να στηριχτεί στη συλλογική μνήμη, έρημος και μόνος, βρίσκεται αντιμέτωπος με πρωτοφανή διλήμματα. Η μνήμη του συνέθλιβε τον εγκέφαλό του/είχε χάσει την ικανότητα να μπορεί να διαχειρίζεται αυτή τη ροή. Κατακυριευμένος από τον θρύλο του πήλινου ήρωα καταφεύγει στο γκέτο της Πράγας, στην καρδιά της πόλης του Γκόλεμ όπου η εξέλιξη κορυφώνεται. Από τη μια έρχεται σε επαφή με την κόρη του, από την άλλη αντιμετωπίζει πρόσωπο με πρόσωπο την αλαζονεία του Κλαπμάν. Ο ήρωας παίρνοντας τη ζωή στα χέρια του και δίνοντας λύση -που ικανοποιεί τον αναγνώστη-, δικαιώνεται, ενώ η πράξη του αποτελεί και την απάντηση στα εσωτερικά προβλήματα που τον βασανίζουν.
Χριστίνα Παπαγγελή



[1][1] Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου του Σάββα Μιχαήλ «Γκόλεμ».Με το "γκόλεμ» έχει ασχοληθεί και ο Μπόρχες
[2] Ο τρανσουμανισμός σαν έννοια υπάρχει στο διαδίκτυο: (δια-ανθρωπισμός): http://www.amen.gr/article/transoumanismos-texno-theologia-anthrwpino-proswpo-kai-theologiki-noimatodotisi. Αντίθετα, ο μετααουμανισμός δεν υπάρχει. Παραθέτω μόνο την υπος.20 του βιβλίου: μετεξέλιξη του τρανσουμανισμού, το τέλος του ουμανισμού. Τον όρο διατύπωσε ο Sloterdijk TO 1999 σε ένα συνέδριο για τον Χάιντεγκερ.

Σάββατο, Μαρτίου 17, 2018

Μαίρη, Άρης Φιορέτος


Μια πολύ γλυκιά γεύση αφήνει το βιβλίο αυτό, αν και το θέμα του, εκτός του ότι δεν είναι τόσο πρωτότυπο, είναι ιδιαίτερα σκληρό: μια έγκυος κοπέλα συλλαμβάνεται από τη χούντα το βράδυ της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και μετά από φυλάκιση κάποιων μηνών στην οδό Σανταρόζα, αρνούμενη να καταδώσει τους συντρόφους της (ούτε το όνομά της δεν ομολογεί) καταλήγει στη Γυάρο (δεν κατονομάζεται το νησί).
Η διαφορετική οπτική γωνία που προσδίδει ο συγγραφέας στα πασίγνωστα γεγονότα είναι αυτό που κρατά τον αναγνώστη σε αμείωτο ενδιαφέρον:  ο εσωτερικός μονόλογος της νεαρής Μαίρης που προσπαθεί να προστατέψει τη ζωή που κουβαλάει μέσα της ενάντια στη βαναυσότητα φωτίζει από μια άλλη πλευρά, όχι τόσο πολιτική αλλά περισσότερο υπαρξιακή, τη βία της εξουσίας∙ η σωματική ταπείνωση δεν μπορεί να αναχαιτίσει την ευδαιμονία της μητρότητας, ούτε καν τα ηλεκτροσόκ μπορούν να εμποδίσουν την εξέλιξη αυτού του μικρού σπόρου, του «Ήλιου», που σιγά σιγά γίνεται «βερύκοκο» και στη συνέχεια «μανταρίνι» (έτσι πλημμυρισμένη από την πιο τρυφερή έγνοια νιώθω παράλληλα ότι στο υπογάστριο κουβαλάω έναν Ήλιο, τρεμουλιαστό σαν μια χούφτα συμπυκνωμένο θρίαμβο).
Η ηρωίδα αφηγείται σε α΄ενικό και σε χρόνο ενεστώτα τα βιώματά της, σαν σε ημερολόγιο, ανατρέχοντας και στο πρόσφατο ή στο απώτερο παρελθόν. Νοερά απευθύνεται στον Δήμο, τον σύντροφό της -έναν απ’ τους εκφωνητές του Πολυτεχνείου, πολύ πιο πολιτικοποιημένο απ’ την ίδια-, στον οποίο εκείνη τη μέρα προσέτρεξε για να του πει τα ευχάριστα νέα της εγκυμοσύνης και τον οποίο δεν πρόλαβε βέβαια α συναντήσει. Μέσα από τη συνειρμική μονολογική αφήγηση της Μαίρης μαθαίνουμε για το στεγνό, υπερσυντηρητικό οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε (αυτή η παρανοϊκή, σαπισμένη οικογένεια), για τον βίαιο πατέρα της και την ψυχρή μάνα της για τους οποίους ντρέπεται ακόμα περισσότερο επειδή είναι καθεστωτικοί, για τον αδερφό της που δραπέτευσε νωρίς από τον κλοιό της οικογένειας για να εξαφανιστεί σε άλλη ήπειρο, τέλος για την ίδια που κάποια αποφασιστικά γεγονότα την έκαναν ξεφύγει  από την «Άλλη Πλευρά» και να δραστηριοποιηθεί με τους φοιτητές.
Οι μικρολεπτομέρειες της καθημερινότητας, όπως τις περιγράφει η ηρωίδα ακόμα από τις πρώτες σελίδες που δεν την έχουν ακόμα μπουντρουμιάσει, είναι γοητευτικές –μας μεταφέρουν στην Αθήνα της δεκαετίας  του ’70 (την γκαρσονιέρα την έπιασε για την ταράτσα. Πενήντα τετραγωνικά κάτω απ’ τον ανοιχτό ουρανό, περικυκλωμένα από  μπουγαδόσκοινα και κεραίες τηλεοράσεων. Περισσότερη ελευθερία δεν μπορείς να βρεις σ’ αυτή τη χώρα) και στο φοβικό κλίμα της χούντας (βγάζω την ταυτότητα και την αφήνω στο τραπέζι. Μπορεί ο κάθε πολίτης να είναι υποχρεωμένος να έχει μαζί του ταυτότητα, αλλά ο Δήμος λέει ότι είναι καλύτερα να πληρώσεις πρόστιμο. «Ο κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να είναι ανώνυμος». Νομίζω ότι το έχει διαβάσει στον Γκράμσι).
Η σχέση της Μαίρης με τον Δήμο είναι βαθιά, ουσιαστική πλεγμένη μέσα από σημαντικές λεπτομέρειες όπως η διπλή προσφώνηση «Μαίρη Μαίρη» που τόσο γοητεύει την ηρωίδα (είναι σα να του αρέσω και αμέσως μετά να του αρέσει που του αρέσω∙ κάτι σαν κατάφαση της κατάφασης). Αλλά και σε πιο βαθύ επίπεδο, η απόδραση της Μαίρης από τον κόσμο στον οποίο ανήκε την έριξε σ’ έναν άλλο κόσμο, μεγαλύτερο και πιο οικείο (να μπορείς με κάποιον άγνωστο τρόπο να μπαίνεις χωρίς καμιά δυσκολία μέσα σ’ έναν άλλον άνθρωπο και να ανακαλύπτεις ένα άλλο εγώ από κείνο που γνώριζες). Ο συγγραφέας δίνει σάρκα και οστά σ αυτή την αγάπη, δεν είναι γενική κι αόριστη. Έτσι δεν μας αιφνιδιάζει η αντοχή και η ετοιμότητα της ηρωίδας να αντιμετωπίζει τη σωματική βία και όλες τις φρικτές συνθήκες της φυλακής.
Παρακολουθούμε λοιπόν βήμα βήμα τις ανακρίσεις, τους εκβιασμούς, τις μεθόδους των οργάνων της χούντας μαζί με τα συναισθήματα που όλα αυτά προκαλούν. Κι όχι μόνο συναισθήματα αλλά αναστοχασμούς κι αναδιευθέτηση και νέες συνειδητοποιήσεις και σε σχέση με το παρελθόν, και σε σχέση με το μέλλον (π.χ. Δεν ήταν ότι φοβόμουν τη μαμά. Ποτέ δεν την είχα φοβηθεί. Το μόνο που ήθελα ήταν να μην την βλέπω τόσο συχνά στενοχωρημένη. Μου πήρε καιρό να καταλάβω όοτι δεν υπήρχε και μεγάλη διαφορά). Το μεγάλο όπλο της Μάίρης είναι η ενέργεια που αντλεί από την αγάπη της και από τη ζωή που μεγαλώνει μέσα της. Από κει πηγάζει και η σιωπή που γίνεται δεύτερη φύση. Δε λέει το μυστικό της  σε κανέναν, ούτε στις συντρόφισσες. Γνωρίζουμε και τις συντρόφισσες μία μία, τα ονόματά τους, το παρελθόν τους, τον τρόπο τους να αντέχουν. Βλέπουμε πώς διαμορφώνονται σχέσεις  αλησμόνητες, όπου ο κοινός φόβος, η αηδία κυρίως όμως ο πόνος ενώνει όλους/ες σε ένα σώμα, μια ψυχή. Ιδιαίτερα όταν μεταφέρθηκαν κάποιες  -λίγες- γυναίκες στο «νησί», πριν έρθουν οι πολλοί κρατούμενοι (είχε κλείσει η Γυάρος για ένα διάστημα πριν το Πολυτεχνείο) για να προετοιμάσουν/καθαρίσουν τους χώρους.  
Για ένα μεγάλο μέρος της θητείας της στη Γυάρο, η Μαίρη ήταν τιμωρημένη στην απομόνωση στον περίφημο  πέμπτο όρμο του νησιού, επιφορτισμένη να συμμαζεύει τα σκουπίδια και υποχρεωμένη να επιβιώνει στις υπάρχουσες -η μάλλον στις ανύπαρκτες- συνθήκες. Για μένα αυτό ήταν και απ΄ τα πιο συγκλονιστικά  μέρη του βιβλίου (μαζί με το τέλος που δε θα το προδώσω όμως σ’ αυτήν την ανάρτηση).  Το κυκλαδίτικο γυμνό τοπίο, ο ήλιος, η θάλασσα και οι χιλιάδες αποχρώσεις κατακάθονται στο βασανισμένο σώμα που ωστόσο επιμένει να προστατεύει τη συνέχιση της ζωής -όλα αυτά γίνονται διαλογισμός πάνω στη ζωή και στο θάνατο:
Αρχίζω να μιλώ, δυνατά και καθαρά.
Αλλά δε μιλώ με τη γλώσσα και τον λάρυγγα, παρά με τα μαλλιά, που τα έχω πιασμένα κοτσίδα.
Μιλώ με τα αυτιά μου (…), με τα δάχτυλά μου (…), με τα χέρια μου(…), με τους ώμους μου (…), κλπ κλπ.
Μιλώ με το κορμί μου. Και θα το κάνω κάθε φορά που κάνω μια δουλειά. Όταν τρίβω τα δόντια μου μ’ ένα κλαρί. Όταν μαγειρεύω. Όσο πιο προσεκτική είμαι, όσο περισσότερο συγκεντρώνομαι σ’ αυτό που κάνω και γίνομαι εγώ η ίδια αυτή η προσοχή, τόσο πιο ξεκάθαρα θα μου απαντάει ο κόσμος γύρω μου. Μόνο τότε δε θα χρειάζομαι λόγια, δε θα με κλείνει η σιωπή.
Χριστίνα Παπαγγελή

Παρασκευή, Μαρτίου 09, 2018

Ένας σουλτάνος στο Παλέρμο, Τάρικ Αλί


Σπάνια συμπίπτει η ιστορία του κατακτητή
με την ιστορία του σκλαβωμένου

Πρόκειται για το τέταρτο βιβλίο της γνωστής πενταλογίας του πολιτικού στοχαστή και ακτιβιστή, συγγραφέα Ταρίκ Αλί, στην οποία ξεδιπλώνεται με ποικίλους τρόπους το θέμα της διαχρονικής, ιστορικής σχέσης του Ισλάμ με τον Δυτικό κόσμο (βλ.  Η νύχτα της χρυσής πεταλούδας,  Η πέτρινη γυναίκα,  Στον ίσκιο της ροδιάς). Έτσι, σ’ αυτό το βιβλίο βρισκόμαστε στη Σικιλλίγια (Σικελία) όπου το αραβικό στοιχείο υπερτερεί την εποχή λίγο μετά την κατάκτησή της απ’ τους Νορμανδούς, και πιο συγκεκριμένα στα 1153, επί βασιλείας του Ρουτζάρι (επονομαζόμενου Σουλτάνου), του γνωστού σε μας ως Ρογήρου Β΄. Ο Ρογήρος Β΄[1], όπως λένε και οι ιστορικοί, ήταν ήπιος βασιλιάς και ανέχτηκε όσο ήταν δυνατόν το μουσουλμανικό στοιχείο (τόσο ώστε να μη χάσει την εύνοια των βαρόνων και των Λομβαρδών), ενώ φιλοξένησε στην αυλή του επιστήμονες, μέσα στους οποίους και τον περίφημο Άραβα γεωγράφο, χαρτογράφο και βοτανολόγο Μουχάμμαντ αλ Ιντρισί, γνωστό για το «σπουδαιότερο γεωγραφικό σύγγραμμα του Μεσαίωνα» (που αναγκάζεται να ονομάσει «Βιβλίο του Ρογήρου»), όπως και το εγχειρίδιο φαρμακολογίας σε δώδεκα γλώσσες, το «Βιβλίο των απλών φαρμάκων».  
Ο Ιντρισί λοιπόν, ιστορικό πρόσωπο,  είναι ο βασικός πρωταγωνιστής του βιβλίου, και ο «Σουλτάνος από το Παλέρμο» του τίτλου είναι ο Ρογήρος ο Β΄(όπου σουλτάνος =βασιλιάς), που το 1153 είναι άρρωστος και γνωρίζει ότι σύντομα θα πεθάνει. Οι δύο άντρες είναι φίλοι από την νεότητά τους (η οικειότητα ανάμεσά τους είχε προκαλέσει άφθονα κουτσομπολιά στους δρόμους, τα οποία καλλιεργούσαν οι ευνούχοι του παλατιού) και ο Ρογήρος πάντα συμβουλεύεται τον Ιντρισί στις δύσκολες αποφάσεις, ειδικά όταν αφορούν την ισορροπία ανάμεσα στις δυο διαφορετικής θρησκείας κοινότητες.
Το επιστημονικό και ερευνητικό πνεύμα του Μουχάμμαντ σπρώχνει τον 58χρονο ήρωα (υπό την σκέπη πάντα του προστάτη βασιλιά) στην αναζήτηση της γνώσης, στην αμφισβήτηση, αλλά και στην αποδοχή και μελέτη των χειρογράφων και αλλόθρησκων ερευνητών, εφόσον αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η αλήθεια, επιστημονική και ηθική. Έτσι, έχουμε ένα ανοιχτό μυαλό με πολύπλευρα ενδιαφέροντα, που προσπαθεί να εντοπίζει με «αντικειμενικότητα» τις διαφορές ανάμεσα στα δόγματα (ισλαμικό, χριστιανικό) αλλά και τις πρακτικές κάθε κοινότητας (πώς ήταν δυνατόν ο Αλλάχ να έχει μόνο ένα παιδί, τον Ίσα (=Ιησούς); Πώς είναι δυνατόν ο Παντοδύναμος να αποκτήσει μόνο έναν γιο; Και για ποιο λόγο επινόησαν αυτό το ψέμα οι Ναζαρηνοί; Η μόνη εξήγηση ήταν επειδή βρίσκονταν χρονικά πιο κοντά στο ρωμαϊκό κόσμο και τους θεούς του. Ήταν υποχρεωμένοι να προσθέσουν λίγη μαγεία στη θρησκεία τους, προκειμένου να προσελκύσουν πιστούς). Τον συνεπαίρνει ιδιαίτερα η αρχαία ελληνική μυθολογία και η προσωπικότητα του Αλ Χόμα (του Όμηρου), διαβάζει τις αραβικές μεταφράσεις του Ηρόδοτου, Αριστοτέλη, Γαληνού κ.α. και διερευνά τους τρόπους και τις μεθόδους των αρχαίων σοφών στην προσπάθειά του να συντάξει μια παγκόσμια γεωγραφία. 
Στο βιβλίο διαγράφονται αριστοτεχνικά οι τεταμένες σχέσεις των «Ναζαρηνών» με τους μουσουλμάνους (που ουσιαστικά υπερέχουν και αριθμητικά και πολιτιστικά), ενώ ο χριστιανός -Νορμανδός- σουλτάνος περιστοιχίζεται από καλόγερους Φράγκους, Έλληνες που τον πιέζουν να διώξει τους μουσουλμάνους, βαρόνους που εποφθαλμιούν τη δυναστεία των Ωτβίλ, και -τους πιο «βάρβαρους»- Λομβαρδούς που ασκούν εξουσία, κακοποιούν και διώκουν απροκάλυπτα κάποιες φορές το ισλαμικό στοιχείο. Μέσα σ’ αυτό το παζλ λαών διαφορετική θρησκείας και κουλτούρας ο Ιντρισί προσπαθεί με τον ψύχραιμο και φιλειρηνικό τρόπο του να επηρεάσει τον βασιλιά αλλά και τους  ομόθρησκούς  του που είναι έτοιμοι να εξεγερθούν σε κάθε χριστιανική πρόκληση.
Η κρίση κορυφώνεται όταν οι Ναζαρηνοί ζητούν απ’ τον Ρουτζάρι/Ρογήρο το κεφάλι του Φιλίππου, που είναι ο πιο αξιοσέβαστος απ’ τους συμβούλους  του βασιλιά∙ ευνούχος, μουσουλμάνος εκχριστιανισμένος με το ζόρι, στη συνέχεια ασπάστηκε το Ισλάμ από επιλογή, φιλόσοφος και κάτοχος πολλών γλωσσών. Οι κατηγορίες είναι αστείες, αλλά τα αίτια είναι ότι οι εκκλησιαστικοί κύκλοι και οι βαρόνοι φοβούνται τη δύναμη του Φιλίππου. Επιπλέον, ωθούν τους μουσουλμάνους σε εξέγερση ώστε να έχουν το κίνητρο/άλλοθι να τους εξοντώσουν (κάθε ενέργεια θα εκληφθεί ως πρόκληση, πράγμα που θα προκαλούσε λουτρό αίματος). Ο έξυπνος Φίλιππος αντιλαμβάνεται αυτήν την τακτική και αρνείται κάθε προσπάθεια απόδρασης (αν το βάλω στα πόδια και κρυφτώ, θα είναι σημάδι ενοχής και δεν προτίθεμαι να τους προσφέρω αυτήν την ικανοποίηση. Αν έφευγα, η εκδίκησή τους θα στρεφόταν εναντίον σας. Οι καλόγεροι δυσκολεύονται να κρύψουν το μίσος τους για το Παλέρμο). 
Η απόφαση του -εκβιασμένου- Σουλτάνου να θυσιάσει τον πολύτιμο σύμβουλό του, αλλά και του ίδιου του Φιλίππου να παραδοθεί στην πυρά προκαλεί θύελλα αντιδράσεων εκ μέρους των Πιστών (δηλαδή των μουσουλμάνων). Η χριστιανική εκκλησία και οι βαρόνοι με τη σειρά τους στρατολογούν τους Λομβαρδούς, αυτά τα άξεστα κτήνη που συνετέλεσαν στην καταστροφή της μεγάλη αυτοκρατορίας των Ρωμαίων. Ανάμεσα στους Άραβες ξεχωρίζει η μορφή του αλ Φαρίντ, επονομαζόμενου «Έμπιστου», ενός ηγέτη αξιοθαύμαστου, με όραμα και κοινωνική ευαισθησία, που λόγω του ασκητικού τρόπου ζωής του έγινε θρύλος και απέκτησε χιλιάδες υποστηρικτές. Αυτός προτρέπει τα πλήθη να εξεγερθούν, ερχόμενος σε αντίθεση με τον φιλειρηνιστή Ιντρισί.
Πέρα από το ιστορικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει το μυθιστόρημα, βλέπουμε πώς μέσα από την καθημερινή ζωή διαγράφεται ένας διαφορετικός πολιτισμός, μια τελείως διαφορετική νοοτροπία που παίρνει σάρκα και οστά μέσα από τις οικογενειακές σχέσεις του πληθωρικού Ιντρισί. Χωρισμένος, με δυο ανόητες κόρες που περιφρονεί ενώ συμπαθεί τους γαμπρούς του και τα εγγόνια του, με έναν γιο εξαφανισμένο κι έναν άλλον σχεδόν πνευματικά διαταραγμένο (που όψιμα ανακαλύπτει ότι έχει εξαιρετικές δεξιότητες κι ενδιαφέροντα).  Με ερωμένη την όμορφη Μάγυα, με την οποία έχει κρυφά μια κόρη την έξυπνη, τολμηρή και αυθόρμητη ‘Ελινορ, αλλά και με την αδερφή της ερωμένης που ζητά την επαφή μαζί του για να κάνει παιδί αλλά τον ερωτεύεται… εν γνώσει της Μάγυα,  γίνεται ξανά πατέρας δυο φορές (καθόλου παράξενο βέβαια στον ισλαμικό πολιτισμό όπου η πολυγαμία για τους άντρες ήταν κανόνας). Όλα αυτά τα πρόσωπα δρουν στο ιστορικό πλαίσιο που είπαμε, αγαπούν, μισούν, διαλέγονται, έχουν αγωνίες και ελπίδες και συνθέτουν ένα πίνακα της εποχής τον οποίο η επίσημη Ιστορία δυσκολεύεται να μας δώσει.
Χριστίνα Παπαγγελή


[1] Ας δούμε λίγο το ιστορικό πλαίσιο της εποχής για να μπούμε στην ατμόσφαιρα:
Από το έτος 999 Νορμανδοί τυχοδιώκτες είχαν φθάσει στη Ν. Ιταλία. Οι Λομβαρδοί, που προσπαθούσαν να αναλάβουν την εξουσία των πόλεων από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τους πήραν ως μισθοφόρους, αλλά έπειτα από έναν αιώνα οι Νορμανδοί μισθοφόροι κατείχαν την εξουσία των πόλεων. Το 1095 που ο Ρογήρος Α' γίνεται κόμης της Σικελίας, ο εξάδελφός του Ρογήρος Μπόρσα είναι δούκας της Απουλίας και Καλαβρίας και ο άλλος εξάδελφός του Ριχάρδος Β' είναι πρίγκιπας της Κάπουας. Εκτός αυτών στη Ν. Ιταλία υπήρχαν κόμητες, που όφειλαν τυπικά υποταγή σε έναν από τους τρεις αυτούς ηγεμόνες. Το 1101 ο Ρογήρος Α' απεβίωσε και άφησε τον πρωτότοκο, 8ετή υιό του Σίμωνα υπό την αντιβασιλεία της μητέρας του Αδελαΐδας ντελ Βάστο. Αυτός όμως απεβίωσε 4 έτη μετά, οπότε έγινε κόμης Σικελίας ο 9ετής αδελφός του Ρογήρος Β' με τη μητέρα του αντιβασίλισσα.
Ο Ρογήρος Β' έγινε από τους ισχυρότερους βασιλείς της Ευρώπης. Συγκέντρωσε στο Παλέρμο άνδρες όπως ο Έλληνας ιστορικός Νείλος Δοξαπατρής, ο Άραβας γεωγράφος Μουχάμαντ αλ-Ιντρίσι, κά. Επέτρεψε την ανοχή στις γλώσσες, τις φυλές, τη θρησκεία. Για τη διοίκηση του κράτους προσέλαβε πολλούς Έλληνες και Άραβες, που είχαν εκπαιδευθεί στη μακρά παράδοση της κεντρικής διοίκησης. Υπηρετήθηκε από άνδρες διαφορετικής ιθαγένειας, όπως τους ναυάρχους Χριστόδουλο και Γεώργιο εξ Αντιοχείας, τον οποίο έκανε amiratus amiratorum (αρχιναύαρχο) και τον Τόμας Μπρουν kaid (κύριο) της Αυλής. Η Σικελία έγινε ηγέτιδα ναυτική δύναμη της Μεσογείου. (Wikipedia, https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A1%CE%BF%CE%B3%CE%AE%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%92%CE%84_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%A3%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B1%CF%82)

Τρίτη, Φεβρουαρίου 27, 2018

Πούρα γεμιστά, Βασίλης Τσιαμπούσης

Πάντα θελκτικά τα διηγήματα του αγαπητού Δραμινού συγγραφέα, που τα περισσότερα μας μεταφέρουν στο σύγχρονο μικροαστικό, λαϊκό περιβάλλον της Δράμας  και των περιχώρων.  Ο συγγραφέας διατηρεί και σ’ αυτήν τη συλλογή 25 διηγημάτων του  έντονο το προφορικό στοιχείο αφήγησης που συναντά κανείς σε ιστορίες «καφενείου», με όλες τις αρετές που σημαίνει αυτό: το ύφος είναι απλό, καθημερινό, δεν υπάρχουν -εκ του περισσού- καλολογικά «λογοτεχνίζοντα» στοιχεία (π.χ. μακροσκελείς περιγραφές), διατηρείται η εσωτερική δομή της σκέψης του αφηγητή, που συνειρμικά μεταπηδά από ένα επεισόδιο σε άλλο κι επιστρέφει στην αρχή («θυμήθηκα ότι», «αυτό μου έφερε στο νου τότε που…»), οι συστάσεις των ηρώων γίνονται με καίριο και συνοπτικό τρόπο. Δεν υπάρχει «φλυαρία», αλλά οι ιστορίες έχουν φιλτραριστεί από τις ανάγκες του ακροατηρίου σε ιστορίες  «πυρηνικές», γύρω από έναν αρχικό πυρήνα που κρατά την ουσία. Περίπου, δηλαδή, με τον τρόπο που αναδεικνύεται και η ουσία σε ένα ανέκδοτο, όπου ο αφηγητής αφαιρεί απ’ την υπόθεση όλο το γύρω γύρω και στο ανυπόμονο ακροατήριο δίνει μόνο όποιες λεπτομέρειες  εξυπηρετούν τις ανάγκες του ανέκδοτου, έτσι κι οι αφηγητές του συγγραφέα, απευθυνόμενοι σ’ ένα υποθετικό ακροατήριο σκιαγραφούν το πλαίσιο αριστοτεχνικά, δίνοντας τόσες λεπτομέρειες, όσο για να μπει ο ακροατής/αναγνώστης στο πνεύμα.
Μόνο που ο στόχος δεν είναι εδώ να γελάσουν οι αναγνώστες. Συμβαίνει βέβαια κι αυτό, γιατί οι περισσότερες ιστορίες αφήνουν ένα μειδίαμα στα χείλη του αναγνώστη από τα γλυκόπικρα της ζωής. Όμως οι ιστορίες όλες, τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, μοιάζει να συγκλίνουν στο ότι αναδεικνύουν μεγάλες και μικρές αντιφάσεις του μικροαστικού κόσμου, όπως μεγαλείο μέσα στη μιζέρια, ανθρωπιά μέσα στη φτώχεια και την κακομοιριά, τρυφερότητα ανάμεσα σε «άσπονδους» φίλους, κι αυτό που προσωπικά με συγκινεί περισσότερο, διακωμώδηση της κοινής τραγικής μοίρας, του θανάτου. Συχνά μάλιστα οι ήρωες έχουν ονοματεπώνυμο, είναι φιγούρες γνώριμες ή γνωστές, κι έτσι μαζί με τον συγγραφέα και ο αναγνώστης παραδίδεται σε μια γλυκιά νοσταλγία (όπως η γνωστή για τους περισσότερους Δραμινούς γραφική «Καλλιόπαινα», η «Τσουμί τσα μάτσει», μια αθώα γυναίκα/με φάτσα Ινδιάνου, που παρουσιάζεται όμως όχι απλά, ηθογραφικά αλλά με μια διάσταση εσωτερικής ομορφιάς).
Η προφορικότητα της εξιστόρησης επιτρέπει συχνά αναδρομές, ένα σχήμα λόγου που αν το προσέξεις θα διαπιστώσεις ότι χρησιμοποιείται κατά κόρον, ωστόσο δεν ενοχλεί ούτε τον ειρμό της αφήγησης ούτε την αισθητική (λόγω επανάληψης). Όπως μας είπε και ο ίδιος ο συγγραφέας στη Λέσχη Ανάγνωσης όπου το συζητήσαμε, παρόλο που τα διηγήματα είναι διάσπαρτα από αναμνήσεις, συνήθειες, ήθη της ευρύτερης περιοχής της Δράμας, παροιμίες και θυμοσοφικά αποφθέγματα, δεν έχουν στόχο ηθογραφικό/λαογραφικό. Στα περισσότερα συνήθως στο τέλος μας περιμένει κάποια έκπληξη, μια απροσδόκητη τροπή ή μια απρόσμενη χειρονομία του ήρωα, που δίνει μια μοναδικότητα στην αφήγηση, ένα φινάλε που οδηγεί τον αναγνώστη στο «πυρηνικό κέντρο». Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, το δεύτερο διήγημα («Ντεπόν αναβράζον») που κορυφώνεται σε μια πράξη σπάνιας, αλλά καθημερινής και χωρίς ανταπόδοση  ανθρωπιάς («εγώ είμαι “μουαμετάνο”, είπε. «Ό, τι θέλει ας είσαι»).
Έτσι λοιπόν, στο «Πρωινό στο σταθμό», βρισκόμαστε στο σιδηροδρομικό σταθμό της Δράμας όπου το τρένο έχει καθυστέρηση, για να ζήσουμε μαζί με τον αφηγητή χαρακτηριστικές στιγμές που όλοι μας έχουμε γευτεί σε ανάλογες περιπτώσεις. Όμως, μετά την τρίτη σελίδα, κάποιο σύντομο επεισόδιο εκτρέπει τη συνηθισμένη μέρα για να χαρίσει έντονα συγκινησιακά συναισθήματα στον ήρωα, μαζί και σε μας (ξεχωρίζω το εκπληκτικό τέλος: συνεχίζω να προχωρώ για να βρεθώ στη δική μου θέση, στο δικό μου παράθυρο, στη δική μου μέρα. Στο μεταξύ ο ήλιος έχει ανατείλει, κι ο κάμπος, σαν μουσκεμένο πανωφόρι, ρουφά σιωπηλός τις αρρωστιάρικες ακτίνες του).
Αρκετά διηγήματα έχουν αναφορές στην καπνοπαραγωγή της περιοχής, τα καπνομάγαζα π.χ. της «ξεπεσμένης αριστοκράτισσας», της Καβάλας (μνημεία βιομηχανικής αρχιτεκτονικής του 1920), σήμα κατατεθέν της ντόπιας αρχιτεκτονικής. Η καλλιέργεια και επεξεργασία του καπνού καθόρισε κατά πολύ την οικονομία και τον τρόπο ζωής των κατοίκων μέχρι τη δεκαετία του’80, με εξαίρεση την περίοδο της (Γ΄) βουλγαρικής κατοχής (το 1943 η καπνοπαραγωγή στη Δράμα και την Ξάνθη μειώθηκε δραματικά επειδή πολλοί έλληνες είχαν σταλεί «ντουρντουβάκια» στον Δούναβη). Στους «γόμφους» ενός τέτοιου -πρώην- καπνομάγαζου ο ήρωας του πρώτου διηγήματος «Το ειδικό βάρος του χρυσού» γυρεύει να βρει… χρυσάφι (του φτωχού το εύρημα ή καρφί ή πέταλο!), μιας και συνηθιζόταν στην περιοχή με τις τόσες μετακινήσεις να κρύβουν χρυσά νομίσματα σε ανύποπτα μέρη.  Στο «Πέντε πόντους περισσότερο» όπου η αφηγήτρια είναι γυναίκα, διαγράφεται γλαφυρότατα το εργασιακό τοπίο για μια ορφανή κοπέλα 16 χρονών που δουλεύει στην καπναποθήκη, πριν πάει εργάτρια στη Γερμανία (να είσαι εντάξει στη δουλειά σου και να μην αντιμιλάς, γιατί, άμα σε διώξουν, το μόνο που μας μένει είναι να πνιγούμε  στα νερά της Αγίας Βαρβάρας»…).
 Στον καπνό αναφέρεται και το ομώνυμο με το βιβλίο διήγημα «Πούρα γεμιστά», που δεν διαδραματίζεται μεν στην ανατολική Μακεδονία, αλλά ο πρωταγωνιστής μουσουλμάνος Χασάν Οναράν, φέρεται να γεννήθηκε στη Δράμα το 1904 (Οθωμανική αυτοκρατορία ακόμη) και να γνωρίζει τόσο καλά την κατεργασία του καπνού ώστε να γίνει ο εκλεκτός του Ουίνστον Τσόρτσιλ! Δουλεύει στο Λονδίνο και παραγγέλνει εκλεκτούς «μπασμάδες» από Δράμα και Ξάνθη. Το διήγημα μάλιστα πρωτοτυπεί γιατί ως υστερόγραφο παρατίθεται ο διάλογος του συγγραφέα μ’ έναν απαιτητικό αναγνώστη, που ενίσταται για τα τυχόν ψευδή ιστορικά στοιχεία κι επομένως την πιθανή εξαπάτηση του αναγνωστικού κοινού. Εδώ ο συγγραφέας έχει την ευκαιρία να δώσει τη δική του απάντηση στο ερώτημα αυτό που είναι ένα απ’ τα βασικά ερωτήματα της θεωρίας της λογοτεχνίας (θεμιτή, αν και δεν πολυσυμφωνώ, πιστεύω ότι ο λογοτέχνης σ’ αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να κάνει παραπομπές με τις βιβλιογραφικές αναφορές).
Η θεματολογία απλώνεται και σ’ άλλους χώρους  της κοινωνικής ζωής, απ΄ όπου ο συγγραφέας σταχυολογεί συναρπαστικές ιστορίες άξιες λόγου ∙ το «Το πέναλτι», π.χ., από τον χώρο του ποδοσφαίρου, αφορά μια ομάδα στους οποίους εντάχτηκαν τρεις φοιτητές του εξωτερικού, λάτρεις του αθλήματος, όπου… υπήρχε «ένα μικρό προβληματάκι»: την ομάδα την είχαν Τούρκοι! (Εμείς μπάλα θα παίζουμε, δεν θα κάνουμε εξωτερική πολιτική).  Παρόλη την άποψη του αφηγητή ότι στο ποδόσφαιρο οι συγγένειες, οι εθνικότητες και άλλα τέτοια δεν μετρούν∙ κι ότι το άθλημα έχει τις δικές του λογικές και τη δική του ηθική, η πράξη αναδεικνύει ηθικά διλήμματα που ο φίλος του τα λύνει με ιδιάζοντα τρόπο. Ηθικά διλήμματα μπαίνουν και στα διηγήματα που έχουν κάπως πολιτικό περιεχόμενο  όπως το «Λιγότερο κι απ’ το τίποτε» (όπου διατρέχοντας τρεις γενιές ο συγγραφέας σκιαγραφεί την εποχή με τα ρουσφέτια της, τους πολιτικούς διωγμούς, τις δηλώσεις μετανοίας κλπ) και το « Τα “λουκούμια”»  όπου σατιρίζει τις στημένες εργολαβίες και τα ρουσφέτια και την εσωτερική σύγκρουση του ήρωα καθώς εξευτελίζεται σταδιακά στα μάτια του πεθερού (όλα αυτά στο γνώριμο αφηγηματικό πρωτοπρόσωπο ύφος).
Ιδιαίτερο από ψυχογραφική άποψη είναι το διήγημα «ενηλικίωσης» «Η αρκούδα», όπου βλέπουμε τον έφηβο ήρωα να κόβει επιτέλους τον ομφάλιο λώρο που τον έδενε με την οικογένεια και καθήλωνε τη σχέση με τον πατέρα.
Πολλές αναφορές διάσπαρτες σε διηγήματα γίνονται επίσης στη μουσική, στη βυζαντινή ιδιαίτερα (γνωστός ο συγγραφέας για την ψαλτική του τέχνη), αλλά και πιο στοχευμένα, όπως στο «Μητέρα μουσική» που είναι μια σπονδυλωτή αφήγηση με χαλαρή σχέση ανάμεσα σε τρία επεισόδια που προβάλλουν με λαϊκό χιούμορ την  απίστευτη σχέση των ηρώων με τη μουσική (π.χ. για τον Νικολάκη που έχασε τη μάνα του πριν τρεις μέρες και παίζει φυσαρμόνικα: το κομμάτι του μοιάζει με αγκομαχητό, με παράπονο, με βρισιά, γιατί έχει όλες κι όλες τρεις νότες και καμία αλλαγή ρυθμού/η μουσική που παίζει ο μικρός δεν είναι κατ’ ουσίαν «ανθρώπινη». Και πρώτα πρώτα δεν υπάρχει αυξομείωση της έντασης. Όπως δεν υπάρχει αυξομείωση στον πόνο που αισθάνεται, φρέσκος πόνος, βαθύς πόνος).
Τη διαφορετική σχέση απέναντι στο θρησκευτικό συναίσθημα, το συναίσθημα του «ιερού» δίνει ο συγγραφέας και στο σπαρταριστό διήγημα με το χαρακτηριστικό τίτλο «Βαβέλ». Στη Μονή Διονυσίου ο ορθολογιστής Κώστας, ο ενθουσιώδης Γάλλος Ντυπόν και ο αφηγητής συνδιαλέγονται με τον σοφό γέροντα της μονής, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, οι σχέσεις μετεξελίσσονται σε τρεις τέσσερις σελίδες, ενώ ο συγγραφέας δε χάνει την ευκαιρία να καυτηριάσει και τη μισαλλοδοξία κάποιων μοναχών.

Κάποια διηγήματα είναι σαφώς χτισμένα με μικροεπεισόδια πάνω στο μοτίβο «θυμάμαι….», όπως οι «Αναμνήσεις Δεκαπενταύγουστου» (πάντα στοχεύοντας σε κάτι άξιο μνημόνευσης, κάποια ελάχιστη λεπτομέρεια που «κάνει τη διαφορά»), καθώς και το «Ο καθείς με το ταλέντο του», διήγημα που αποδίδει το πορτρέτο του γνωστού Δραμινού ποιητή Νίκου Κωνσταντινίδη, με όλες τις αγαπημένες του ιδιορρυθμίες.
Προς το τέλος του βιβλίου έχουμε τρία τέσσερα διηγήματα όπου είναι εντονότερο το ερωτικό στοιχείο.  Πάντα μ’ έναν πρωτότυπο τρόπο αναδεικνύουν το ανέφικτο, το ουτοπικό («Μια αγκαλιά κόκκινα τριαντάφυλλα» με κωμικοτραγικές φάσεις εφήβων που προσπαθούν να πλησιάσουν το ίνδαλμά τους, και το «Χαλίκια εκ του έρματος»), ή το πολύ φευγαλέο (έκλαιγα από ευτυχία κι από ανεξήγητη θλίψη, από ερωτικό ξεσήκωμα κι από ντροπή, έκλαιγα γιατί τα μάτια και η ψυχή μου δεν άντεξαν τόση ομορφιά, τόση γυναίκα). Η ομορφιά που ξεσηκώνει τον έρωτα είναι ρομαντική, απόλυτη, αυτάρκης αλλά παροδική, όπως ξεκάθαρα στο «Η ουρά του κουναβιού», αλλά και στο διήγημα  «Τα νεραϊδέλια» όπου το νεραϊδένιο μυθικό στοιχείο σαγηνεύει, ξεσηκώνει ολόκληρη κοινωνία για να απομυθοποιηθεί με την πάροδο του χρόνου.

Θα παρακάμψω το τελευταίο διήγημα «Οσία Μαρία η Αιγυπτία» που ήταν για μένα μάλλον το πιο αδιάφορο (αν και ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρθηκε με ιδιαίτερη αγάπη σ’ αυτό το διήγημα, λέγοντας ότι αφαίρεσε από το συναξάρι κάθε υπερβατικό στοιχείο για να αναδείξει την αγιότητα της Οσίας Μαρίας μέσα από την καθαρή της εγκόσμια πράξη), για να αφήσω για το τέλος αυτά που μου άρεσαν περισσότερο, και νομίζω ότι είναι και τεχνικά αρτιότερα: είναι, κατά σύμπτωση,  όσα πραγματεύονται με κάποιο τρόπο τον θάνατο. Ο Τσιαμπούσης, με το περιπαιχτικό και θυμοσοφικό ύφος του προσεγγίζει αυτό το θέμα με τρόπο καθημερινό, ξορκίζοντάς το καθώς το συμπλέκει με τις προκλήσεις της ζωής.
Θα τα βάλω με τη σειρά που τα ξεχώρισα, τελειώνοντας στο πιο αγαπημένο: 
Το «Φακές με λάδι» απευθύνεται στην αρχή στον πεθαμένο καλό φίλο Κ.Π., γνωστό για την παραγωγή λαδιού, μεταφέροντάς μας μετά στην αίθουσα δεξιώσεων του ετήσιου μνημόσυνου, όπου ο διάλογος εξελίσσεται κατά απροσδόκητο τρόπο.  Το «Χαιρετισμούς στους φίλους» αφορά την πορεία ενός καρδιακού φίλου προς τον θάνατο, από τη μέρα που μαθαίνει την είδηση της «φοβερής αρρώστιας». Γεμάτο αναμνήσεις, μικροαστικές έγνοιες, πικρό χιούμορ  όπου ξεχνάμε «τα άλλα τα σοβαρά και μεγάλα»... Το να βλέπεις τον φίλο σου να οδηγείται στον μοναχικό δρόμο του τέλους νομίζω ότι είναι από μόνο του σπαραξικάρδιο, κι ο συγγραφέας έδωσε όλα τα βήματα προς αυτήν την πορεία με τρόπο λιτό κι απέριττο.
Το «Τελευταίος ασπασμός» είναι ένα τρυφερό «ξόδι» στον Τάκη, η είδηση του θανάτου του οποίου γέμισε αναμνήσεις τον αφηγητή. Με δυο κουβέντες μας σκιαγραφεί τη βαθύτερή του υπόσταση: «τ’ απογεύματα μ΄ έσερνε στις εκκλησιές του νησιού, όπου ψέλναμε εσπερινούς και παρακλήσεις στην Παναγία, δίνοντας σάρκα και οστά στις παπαδιαμαντικές του εμμονές». Σε παπαδιαμαντικό ύφος λοιπόν και ο αφηγητής περιγράφει την τετραφωνική «δίκην καντάδων» νεκρώσιμη ακολουθία, ως «άτοπον», εφόσον οι ψαλτάδες «έψαλλον τω στόματι μόνον και ουχί των νοΐ και τη καρδία»! Η γνώριμη αντίθεση μεταξύ ανατολικού και δυτικού ήθους όσο αφορά την προσέγγιση του ιερού, δίνεται με δυο πινελιές, ενώ ο αφηγητής στα κλεφτά ανεβαίνει στο αναλόγιο και χαρίζει τον «τελευταίον ασπασμόν» στον φίλο/συγγενή του, βυζαντινότροπα (ήταν η τελευταία ευκαιρία να τον αποχαιρετήσω με τον τρόπο που ήθελε και δεν έπρεπε να καθυστερώ)… Το «Το αυθαίρετο» μας δίνει τη συγκλονιστική εικόνα του Δημητρού που έφτιαξε αυθαίρετο πάνω στο μνήμα του γιου του και, παρά τις καταγγελίες, πήγαινε έτρωγε, έπινε και άκουγε Ρέμο και Βανδή… (είναι άραγε πραγματική ιστορία;).
Και αφήνω για επίλογο το αγαπημένο μου, το «Η σκούνα». Σκούνα είναι ο Γιωργής (το παρατσούκλι γιατί ήταν μπεκροκανάτα), ο φίλος που πέθανε, ο φίλος που σε κάθε ευκαιρία χρωμάτιζε τη ζωή πετώντας αυτοσχέδια δίστιχα, ενώ όσο ζούσε έτρωγε καζούρα απ’ όλους. Η παλιοπαρέα (μας τους συστήνει έναν έναν ο αφηγητής) τον αποχαιρετά με τρία μπουκάλια Μεταξά, τρώγοντας και πίνοντας στην υγειά του, καθώς αναθυμούνται σπαραχτικές ιστορίες με τον νεκρό ως πρωταγωνιστή. Όσο προχωρά η νύχτα, ανάβει και το γλέντι με ψητά κοτόπουλα, μπίρες, ενώ μαζί με το μεθύσι σταδιακά βγαίνουν στην επιφάνεια οι τύψεις για τις χοντρές πλάκες που κάναν στη Σκούνα: «Απόψε, γομάρια, σας δίνεται κι εσάς η τελευταία ευκαιρία να ζητήσετε συγνώμη απ’ τον νεκρό». Τρία «μινοράκια», ένα τραγούδι για τον Χάρο του Καζαντζίδη, ένα ανέκδοτο, φέρνουν την κάθαρση (εκείνο που θα μπορούσαμε να κάνουμε είναι… να πίναμε κι ένα ποτηράκι στην υγεία του καλού θεού. Καλή συνάντηση μαζί του κι όλοι συγχωρεμένοι). Οι φίλοι ξεπερνάν ένας ένας τον εαυτό τους όσο κρατά η «ημιαγρυπνία», και:

Έπειτα από λίγο βγήκαν όλοι από την αίθουσα, γέρνοντας δεξιά κι αριστερά σαν τη Σκούνα. Κι ο παπα- Θέμης, τελευταίος, έσβησε τα φώτα και διπλοκλείδωσε την πόρτα σαν να μπορούσε ο νεκρός να σηκωθεί και να κατηφορίσει προς τα πατσατζίδικα της παραλίας που έμεναν όλη τη νύχτα ανοιχτά. Κι εκεί με δυνατή φωνή ν’ απάγγελλε πάλι τα στιχάκια του, αναμένοντας να λάβει απ’ τους ξενύχτηδες τη δίκαιη αμοιβή του σε πιοτό.
Χριστίνα Παπαγγελή