Κυριακή, Φεβρουαρίου 11, 2024

Δρολάπι, Ευάγγελος Αυδίκος

Είμαστε λαθραίοι στη ζωή.
Ξεφύγαμε απ’ τον θάνατο, μας αγνοεί η ζωή.
Ο νόμος μάς εντόπισε, είναι σκληρός όταν θέλει.
Αλλιώς τον περιμέναμε.
Να ανοίξει την πόρτα του σκοταδιού,
να μας δανείσει φως.
     Δυνατό ανεμόβροχο με χαλάζι και πιθανώς καταιγίδα, ομίχλη, σύθαμπο, δυνατή βροχή είναι οι εικόνες που συνοδεύουν σαν σκηνικό την πλοκή αυτού του τρυφερού μυθιστορήματος, αλλά το δρολάπι (υδρολαίλαψ= βρόχινη λαίλαπα) γίνεται και συμβολικό δομικό στοιχείο, εφόσον η ζωή των ηρώων έρχεται «τα πάνω κάτω» σαν χτυπημένη από καταιγίδα, στην σύγχρονη εποχή της οικονομικής κρίσης και της πανδημίας.
     Η παράξενη τεθλασμένη πορεία των έξι βασικών προσώπων του μυθιστορήματος που η ζωή/τύχη τούς έφερε κάποια στιγμή κοντά, είναι η αφορμή για να ξεδιπλώσει ο συγγραφέας ερωτήματα σχετικά με τη μνήμη, την ταυτότητα, την αξιοπρέπεια, τη μοίρα του ανθρώπου και το «νόημα» να παραμένεις «άνθρωπος». Παράλληλα, καυτά κοινωνικά ζητήματα της πρόσφατης νεοελληνικής ιστορίας (άστεγοι, ρακοσυλλέκτες, νεοφασίστες, φράχτης του Έβρου, ανεμογεννήτριες κ.α.) έρχονται στο προσκήνιο, ή μάλλον, αποτελούν τον καμβά της πλοκής, επισημαίνοντας τις ιδιαίτερες αντιθετικότητες του σύγχρονου κόσμου.
     Αρχικά ο αναγνώστης γνωρίζει την Αρσινόη και τον Λυσίμαχο, ανθρώπους χωρίς… ταυτότητα (τα ονόματά τους είναι συμβατικά/καλύτερα από το όνομα που είχε η καρτέλα ασθενείας τους, Γ1 και Δ1), ή καλύτερα χωρίς παρελθόν, εξαιτίας ενός καθοριστικού αυτοκινητιστικού δυστυχήματος στην Β. Ελλάδα, στην Ασπροβάλτα, που άφησε την μεν Αρσινόη χωρίς καθόλου μνήμη παρελθόντος, τον δε Λυσίμαχο σε αναπηρικό καροτσάκι, με σοβαρότερα προβλήματα υγείας, χωρίς μνήμη αλλά και χωρίς καν τη δυνατότητα ομιλίας. Καθώς το αυτοκίνητο έπιασε φωτιά, όλα τα αρχεία (ταυτότητες, βιβλιάρια κλπ) καταστράφηκαν. Κανένας δεν τους αναζήτησε και κανένας δεν τους αναγνώρισε, ενώ παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τις προσπάθειες της Αρσινόης -βασικά- να προσαρμοστεί μαζί με τον -μάλλον- σύντροφό της σ’ έναν άγνωστο κόσμο, στη Θεσσαλονίκη όπου βρέθηκαν προσωρινά μετά τη νοσηλεία στη ΜΕΘ, με γιατρούς, ψυχολόγο και δικηγόρο. Ενδεικτική των δυσκολιών η πληροφορία του δικηγόρου ότι «το εφετείο απέρριψε την αγωγή» γιατί δεν τους αναγνωρίζει ως άτομα, δεν έχουν ταυτότητα και δεν υπάρχει ληξιαρχική πράξη (δεν έχετε υπόσταση)!
     Ένας άξονας λοιπόν που απολαμβάνει ο αναγνώστης -καθώς οι διαφορετικές προσωπικές ιστορίες των έξι ατόμων πλέκονται αντιστικτικά, ή μάλλον ιμπρεσιονιστικά, με πολλά φλας μπακ και μεταφορές σε διαφορετικούς τόπους- είναι η αναγέννηση των δύο βασικότερων, κατά τη γνώμη μου, ηρώων από το σκοτάδι της πλήρους «ανυπαρξίας» σε μια νέα ζωή. Είναι άλλωστε ο άξονας που συντηρεί το βασικό μυστήριο (ποια είναι η προσωπική τους ιστορία, το παρελθόν τους) αλλά και το ψυχολογικό ενδιαφέρον, πώς δηλαδή μπορούν να επιβιώσουν και να κοινωνικοποιηθούν άτομα «χωρίς υπόσταση», χωρίς μνήμη... (είχε την αίσθηση πως βίωνε μια νέα παιδική ηλικία). Παρακολουθούμε π.χ. τις προσπάθειες των δύο να μάθουν τη νοηματική γλώσσα, ή να βρουν λύση στην σεξουαλική ενόρμηση που έχει ανασταλεί, κλπ κλπ.
     Αρχικά, η έλλειψη χρημάτων προστίθεται στις κινητικές και σωματικές δυσκολίες, αυξάνοντας το άγχος της Αρσινόης, που σήκωσε το βάρος της ευθύνης και για τους δυο. Στο σούπερ μάρκετ δεν μπόρεσε να δουλέψει μόνιμα, λόγω του ότι χωρίς ταυτότητα ήταν ανασφάλιστη· για τον ίδιο λόγο δεν μπόρεσε να την κρατήσει ο Λευτέρης ο ψυχολόγος στο γραφείο του όπου την κάλεσε χαριστικά (θα είστε οι πελάτες μου, αυτό να το έχεις υπόψη/η φράση που αναβόσβηνε σαν το κίτρινο φανάρι, σταθερά κι επανειλημμένα. Είστε λαθραίοι, τους υπενθύμιζε, μην το ξεχνάτε. Υπάρχετε χάρη στην ελεημοσύνη των άλλων. Παρασύρθηκε στο σούπερ μάρκετ, πίστεψε πως δεν διέφεραν. Ήρθε όμως η επίσημη πολιτεία να τους τοποθετήσει εκεί που ανήκαν. Σ’ αυτούς που δεν είχαν ταυτότητα). Μετά από σύντομη θητεία στην κάστα των ρακοσυλλεκτών (τους άρεσε η δουλειά, γνώρισαν νέους φίλους) δέχονται να πάνε στο Κανάλι της ορεινής Λευκάδας, να δουλέψουν στην ταβέρνα των γονιών του Λευτέρη.
     Από το Κανάλι στον Παντοκράτορα της Λευκάδας, κι από κει εκδρομή για κοινωνικούς λόγους (με τη συμβουλή του ψυχολόγου) στα Τζουμέρκα, κι η ζωή τους αρχίζει να παίρνει έναν ρυθμό, αλλά ουσιαστικά να τέμνεται με τη ζωή των άλλων ηρώων/ίδων του μυθιστορήματος. Η γνωριμία με τον Κώστα και την Ρήνα (που παλιά ήταν Ιρένε και στο αφηγηματικό «τώρα» ζει με τον Κώστα), αποβαίνει μοιραία για την εξέλιξη των δύο. Τα Τζουμέρκα άλλωστε, ο Άραχθος ποταμός και οι φουσκονεριές του, είναι ο τόπος όπου διαδραματίζεται ένα άλλο κομβικό επεισόδιο του μυθιστορήματος: καθοριστικό και πραγματικό ιστορικό γεγονός, η κατάρρευση του Γεφυριού της Πλάκας μια θυελλώδη μέρα του Φλεβάρη του 2015[1], όπου μάρτυρες του συνταρακτικού γεγονότος έγιναν ο Κώστας, πάντα ακραία παράτολμος και απρόβλεπτος, και η Αρσινόη που αψήφησε τις επικίνδυνες συνθήκες και τον ακολούθησε στην τρομερή καταιγίδα που φούσκωνε τον Άραχθο και ταρακούναγε τη γέφυρα (η ίδια αργότερα δεν μπορούσε να δώσει απάντηση στην απορία, επικαλέστηκε μια εσωτερική δύναμη, κάτι σαν ανεμόβροχο της ψυχής που την παρέσυρε να επιχειρήσει την έξοδο).
     Ήδη όμως με άλματα στον χώρο και τον χρόνο έχουμε γνωριστεί και με τα υπόλοιπα πρόσωπα: Ο Κώστας έχει καταγωγή από την Ροδόπη από οικογένεια Σαρακατσάνων/βοσκών, και ενώ σπούδασε Νομική στην Κομοτηνή, με την κρίση απολύθηκε από την δικηγορική εταιρεία όπου δούλευε στην Αθήνα και βρέθηκε να ζει άστεγος. Παρακολουθήσαμε τις προσπάθειες να οργανώσει τη ζωή του στους δρόμους (διάβασμα με βιβλία που βρίσκει στα σκουπίδια, πώληση του περιοδικού Σχεδία, υιοθεσία του σκύλου Θαλή) ενώ η συμμετοχή του στο συλλαλητήριο για το μνημόνιο που κατέληξε στην πυρκαγιά στην τράπεζα Marfin σηματοδοτεί την αρχή μιας διαφορετικής πορείας. Γιατί εκεί θα συναντήσει την Ιρένε/Ρήνα η οποία εκεί γνώρισε τον Κώστα κι άλλαξε φύλλο η ζωή της.
     Μα και η Ιρένε έχει μια ανάλογη δαιδαλώδη πορεία στη ζωή της: την πρωτοβλέπουμε ως δημοσιογράφο με εξεζητημένη εμφάνιση (ψηλά τακούνια, κατακόκκινα χείλη κλπ), να αντιμετωπίζει με σνομπισμό την ατημέλητη ερευνήτρια Μίκα αλλά μαθαίνουμε στη συνέχεια (με τον αντιστικτικό τρόπο που αναφέραμε) ότι γεννήθηκε στην Βουλγαρία σε οικογένεια πολιτικού πρόσφυγα (με καταγωγή από την Πίνδο, είχε εκεί σε κάποιο χωριό ένα μικρό σπιτάκι) και τις τραγικές μέρες που πάσχιζε για τον επαναπατρισμό του νεκρού πατέρα της (από την Βουλγαρία) ένιωσε το κύμα του καταναλωτισμού, που είχε βέβαια στερηθεί, να την κατακυριεύει (της άρεσε να περπατάει στους κεντρικούς δρόμους, εκστασιαζόταν με τις λαμπερές βιτρίνες, ένας κόσμος που τον στερήθηκε στη Σόφια/ αν είχε τη δυνατότητα θα φόρτωνε ένα φορτηγό με φορέματα, τσάντες και παπούτσια, να φοράει κάθε μέρα κάτι διαφορετικό, να κερδίσει ό, τι δεν απόλαυσε). Η σύγκρουση με τον ιδεολόγο πατέρα γίνεται αναπόφευκτη αλλά ο θάνατός του ήταν μια λύτρωση (αμέσως όσα την καταπίεζαν χύθηκαν στο πεζοδρόμιο, οι υποχρεώσεις, το δάχτυλο που υψωνόταν απειλητικά). Η συμμετοχή της σε μια εκπομπή ως κόρη πολιτικού πρόσφυγα την οδήγησε σε γραφείο υπουργού ο οποίος την προσέλαβε ως γραμματέα και εκπρόσωπό του, παρέχοντάς της πολύτιμες εμπειρίες. Όταν όμως ο υπουργός στιγματίστηκε κι αποσύρθηκε, για την Ιρένε, που ήταν δημοφιλής πια, άνοιξε η πόρτα προς την δημοσιογραφία. Η δημοσιογραφία είναι ο καινούριος της δρόμος χάρη στον οποίο θα γνωρίσει την Μίκα, και αργότερα τον Κώστα (στην πυρκαγιά στο Μάρφιν) όπου θα αλλάξει ρότα η ζωή της, για άλλη μια φορά. Θα «μετονομαστεί» σε Ρήνα, και δίπλα στον Κώστα θα γίνει πιο απλή και θα έρθει πιο κοντά στη φύση.
     Η Μίκα αμερικανικής καταγωγής με γιαγιά Ελληνίδα, παππού Ιρλανδό (βλέπουμε και την εκεί οικονομική κρίση) και πατέρα Βραζιλιάνο έχει σπουδάσει πολιτικές επιστήμες στο Οχάιο με άριστα και ασχοληθεί στο διδακτορικό της με τη μετανάστευση μεταξύ Λατινικής Αμερικής και ΗΠΑ, ενώ ως μέλος ΜΚΟ δούλεψε μια χρονιά για την προστασία του Αμαζονίου, με λαμπρά αποτελέσματα. Η προϋπηρεσία της αυτή την έκανε το κατάλληλο πρόσωπο για να ταξιδέψει στην Αθήνα, να κάνει έρευνα για τα σύνορα και τη μετανάστευση. Συγκεκριμένα, η ΜΚΟ της νοίκιασε αυτοκίνητο να πάει στον Έβρο, να «στείλει άρθρα» γιατί είχε αρχίσει στην Αμερική να υπάρχει ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για την μετακίνηση προσφύγων και μεταναστών από τις χώρες της Ασίας. Μαζί της θα ταξίδευε η Ιρένε, ως ανταποκρίτρια της ελληνικής εφημερίδας, κι έτσι γνωρίστηκαν.
     Η «ζωντανή Μπίμπι Μπο» λοιπόν, η Ιρένε, που ξεχειλίζει από ενέργεια, που αφηγείται ωραία και υπερασπίζεται με πάθος τις απόψεις της γοητεύει την Μίκα, που είναι απλή, συνεσταλμένη και ατημέλητη, με μοναδικό έρωτα την δουλειά της (είμαστε διαφορετικές, αλλά μ’ αρέσεις, είσαι τυπάκι). Στο κοινό τους ταξίδι, καθώς περνάνε από την Ασπροβάλτα, η Ιρένε θυμάται «κάποιο τρομερό δυστύχημα» στην Ασπροβάλτα, στο πρώτο της ταξίδι στην Ελλάδα από τη Σόφια για τη διπλωματική της εργασία. Το σοκ τότε ήταν τόσο μεγάλο, που η Ιρένε δεν μπόρεσε να συνεχίσει την εργασία της στην Ελλάδα.
     Η μοιραία αυτή σύμπτωση, της παρουσίας της Ιρένε στο δυστύχημα που στέρησε τη μνήμη των δύο ηρώων (Αρσινόης και Λυσίμαχου) θα είναι το τρίτο κομβικό επεισόδιο γύρω από το οποίο χτίζεται το μυθιστόρημα, κι ο υποψιασμένος αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι αυτή η σύμπτωση κρατάει και το κλειδί των αναπάντητων ερωτημάτων.
     Μέσα από τις απλές βιογραφίες των προσώπων βλέπουμε να περνάει η σύνθεση της νεοελληνικής κοινωνίας (πολιτική προσφυγιά, μετανάστευση στην Αμερική, συνέπειες οικονομικής κρίσης, απολύσεις, υποβάθμιση περιβάλλοντος), ενώ καθοριστικό ρόλο παίζει όχι μόνο η έντονη παρουσία της φύσης με τις βροχές και τις φουσκονεριές, τις ομίχλες μέσα κι έξω, τη θάλασσα και τα κύματα, τα δέντρα αλλά και η συντροφιά των ζώων… Η Αρσινόη συνομιλεί με τα σπουργίτια και δένεται με το κοράκι («Αίσωπο») που επισκέπτεται το σπίτι στη Θεσσαλονίκη, ο Κώστας αγαπάει τόσο το κατσικάκι του που σχεδόν διακινδυνεύει τη ζωή του για να το σώσει, ο σκύλος Θαλής είναι μια πολύτιμη συντροφιά του όσο είναι άστεγος. Ίσως αυτός είναι κι ένας εσωτερικός δεσμός των ηρώων, η αγάπη για τη φύση, κι ο λόγος που θα ξαναβρεθούν και οι έξι (στην παρέα έχει προστεθεί κι ο τεχνοκράτης Κρις, ο σύντροφος της Μίκα), πέντε χρόνια μετά την κατάρρευση της γέφυρας, στα Τζουμέρκα, όπου ζουν μόνιμα πια η Ρήνα με τον Κώστα (Ρηνούλα, το δικό μας φως γινόταν όλο και πιο σκούρο στην Αθήνα, είχαν απέλθει τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος, ήρθαμε εδώ για να ξανασυναντήσουμε το φως, το θυμάσαι αυτό;).
     Η εξέλιξη των δυαδικών σχέσεων Ρήνας- Κώστα, Κώστα-Αρσινόης, Μίκας-Ρήνας αλλά και της παρέας στο σύνολό της θα οδηγήσει σε αποκαλύψεις, σε βήματα που οδηγούν στην «αναγνώριση» και ουσιαστικά στην «λύση» και στην κάθαρση. Η Αρσινόη και ο Λυσίμαχος αναδεικνύονται ως θύματα όχι μόνο μιας άτυχης συγκυρίας, αλλά και της κοινωνικής μέγγενης που στραγγαλίζει την ελεύθερη επιλογή της ταυτότητας. Η αποκάλυψη του παρελθόντος τους δεν θα επιλύσει ακριβώς το ζήτημα της ταυτότητας, αλλά θα θέσει επί τάπητος άλλα καίρια επίκαιρα ζητήματα που αφορούν τη ζωή που προχωρά προς τα μπρος.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] https://www.sansimera.gr/articles/888

Κυριακή, Φεβρουαρίου 04, 2024

Πέδρο Πάραμο, Χουάν Ρούλφο

Το σώμα μου, που έμοιαζε να αιωρείται,
λύγιζε εμπρός στο καθετί,
είχε λύσει τους κάβους του
και ο οποιοσδήποτε μπορούσε να παίξει μαζί του
σαν να’ ταν πάνινη κούκλα.
     Η ψυχή του Μεξικού πάλλεται σ’αυτό το μικρό βιβλίο του ολιγογράφου συγγραφέα, που συντάραξε τους ομότεχνούς του Λατινοαμερικάνους συγγραφείς, όπως τον Κάρλο Φουέντες και τον Γκαρσία Μαρκές. Γραμμένο το 1955, θεωρήθηκε από τους προάγγελους του μαγικού ρεαλισμού, αλλά κατά τη γνώμη μου είναι ένα πολυσήμαντο αφήγημα σε έκταση μεγάλης νουβέλας, που δεν μπορεί να καταταγεί στα γνωστά είδη.
     Πρόκειται για διείσδυση με λέξεις στο συλλογικό ασυνείδητο των λαών που έζησαν στην χώρα του Μεξικού, μια χώρα που χαρακτηρίζεται από απίστευτες αντιθέσεις, παντός είδους, αλλά κυρίως είναι ξεχωριστή για την εξοικείωσή της με τον θάνατο· με τον πόνο, με τη βία, τη φθορά, την αμαρτία, τον φόνο. Η εξοικείωση αυτή, βέβαια δεν κρύβει τίποτα άλλο παρά κατάφαση στη ζωή, στον έρωτα, την κίνηση, την αγάπη. Παράλληλα, ίσως για τον ίδιο λόγο, είναι η χώρα των εξεγέρσεων, των επαναστάσεων, της σκληρής εξουσίας που συγκρούεται με τον αυθεντικό, αρχέγονο, εστιασμένο στον πυρήνα του, άνθρωπο. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο, που το τρίπτυχο έρωτας-εξουσία/επανάσταση-θάνατος ξεδιπλώνεται εδώ μ’ έναν πρωτοφανή τρόπο. Και φυσικά ως έργο αποκτά καθολικότητα, πέρα από τα όρια του Μεξικού.
     Ο αφηγητής, Χουάν Πρεσιάδο, μετά τον θάνατο της μητέρας του επιστρέφει στο χωριό, στην Κομάλα (που παρεμπιπτόντως, σημαίνει «πήλινο σκεύος»), για να βρει και να γνωρίσει τον άγνωστο πατέρα του. Είναι υπόσχεση που έδωσε στην Ντολορίτα πάνω από το νεκροκρέβατό της (τα χρόνια που μας ξέχασε, παιδί μου, καν’ τον να τα πληρώσει ακριβά). Επιστρέφει λοιπόν στον τόπο της μητέρας του -η οποία λαχταρούσε μια ζωή να τον ξαναδεί- έναν τόπο με πρασινοκίτρινες πεδιάδες κατάσπαρτο με καλαμπόκι, ένα χωριό «που μυρίζει χυμένο μέλι» (μου έδωσε τα μάτια της για να βλέπω). Στον δρόμο του ερχόμενος από την Σαγιούλα συναντά τον «ονηλάτη» Αμπούνδιο, που του εκμυστηρεύεται ότι είναι κι εκείνος γιος του Πέδρο Πάραμο (τον χαρακτηρίζει μάλιστα «ζωντανή μνησικακία»), κι ότι η Κομάλα βρίσκεται πάνω στη χόβολη της γης, στο στόμα ακριβώς της Κόλασης. Τον πληροφορεί ότι ο Πέδρο Πάραμο, ιδιοκτήτης/εκμεταλλευτής μιας τεράστιας έκτασης, έχει ήδη πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια. Ο Αμπούνδιο συνοδεύει λοιπόν τον σύγχρονο Τηλέμαχο μέχρι την είσοδο του χωριού.
     Μέχρι αυτό το σημείο μπορεί ο αναγνώστης να μιλήσει για σχετική γραμμικότητα στην αφήγηση. Γιατί στη συνέχεια, καθώς μπαίνει «σ’ αυτό το χωριό χωρίς θορύβους», σ’ αυτόν τον τόπο τον άνυδρο (σε αντίθεση με τον τόπο που περιέγραψε η μητέρα του) με τα αγριόχορτα να έχουν πλημμυρίσει τα άδεια σπίτια, και συναντά την πρώτη γυναίκα -την Εδουβίχες Διάδα- που σαν ψυχοπομπός θα τον οδηγήσει πιο βαθιά στον κόσμο της Κομάλα, ο Χουάν ουσιαστικά εισχωρεί στον κόσμο των ψυχών, τον άχρονο, τον κυκλικό, όπου οι αναμνήσεις είναι ζωντανές και ισχύουν ταυτόχρονα (θυμήθηκα τι μου είχε πει η μητέρα μου. Εκεί θα με ακούς καλύτερα. Θα είμαι πιο κοντά σου. Θα νιώσεις πιο κοντά σου τη φωνή των αναμνήσεών μου από εκείνη του θανάτου μου, αν βέβαια ο θάνατος είχε ποτέ φωνή).
     Δεν αντιλαμβάνεται βέβαια αμέσως ο αναγνώστης αυτήν την σταδιακή μετάβαση, και προσωπικά εκνευρίστηκα προσπαθώντας να καταλάβω ποιος μιλάει, σε ποιον γίνεται αναφορά, πώς συνδέονται τα πρόσωπα και τα γεγονότα. Άλλωστε την ίδια αμηχανία φαίνεται να νιώθει κι ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής (πίστεψα πως η γυναίκα αυτή ήταν τρελή. Ένιωθα σαν να βρισκόμουν σ’ έναν άλλον κόσμο και αφέθηκα να παρασυρθώ), όταν η Εδουβίχες του λέει με φυσικότητα ότι επικοινώνησε μόλις πριν με τη μητέρα του, που εκείνος όμως την είχε αφήσει πριν λίγες μέρες νεκρή. Με την ίδια άλλωστε φυσικότητα του λέει ότι κι ο Αμπούνδιο είναι νεκρός. Το να βασανίζεις λοιπόν τον αναγνώστη υποχρεώνοντάς τον να γυρίζει μπρος πίσω τις σελίδες για να καταλάβει τι συμβαίνει, είναι σαδιστικό και δείγμα κακής γραφής. Όταν δεν υπάρχει λόγος, φυσικά.
     Εδώ όμως υπάρχει λόγος, και όλα φαίνεται να προχωρούν «κατά το εικός και αναγκαίον», γιατί η επιφανειακή αυτή σύγχυση έχει λειτουργικότητα. Γιατί ο Χουάν Πρεσιάδο εισέρχεται στον κόσμο «του εσχάτου», όπου οι άνθρωποι, νεκροί ή ζωντανοί, είναι απογυμνωμένοι από το περιστασιακό, και επικοινωνούν με την «ουσία» τους. Το ίδιο περίπου συμβαίνει και με την αρχαία ελληνική τραγωδία, κι έτσι δεν είναι υπερβολικός ο Μαρκές όταν συγκρίνει τον Χουάν Ρούλφο με τον Σοφοκλή, στην εισαγωγή του βιβλίου. Τα γεγονότα δεν είναι γραμμικά, περιστασιακά συμβάντα, αλλά εκφράζουν πνευματικές σχέσεις και ο χρόνος στην αφήγηση αποκτά διαφορετική διάσταση. Για την ακρίβεια, ακολουθώντας τη ροή μιας συνείδησης, αυτήν του -ζωντανού ακόμα- Χουάν καθώς προσλαμβάνει την Πραγματικότητα/Αλήθεια της πόλης της καταγωγής του και των προγόνων του, μπαίνουμε σε ένα είδος «ταυτοχρονίας», όπως ακριβώς ταυτόχρονες είναι και οι αναμνήσεις των εμπειριών. Ή καλύτερα, α-χρονίας. Όπως γράφει και η μεταφράστρια Έφη Γιαννοπούλου στην εισαγωγή, «Το Πέδρο Πάραμο είναι ένα βιβλίο αρκετά δύσκολο εξαιτίας της ιδιαίτερης δομής του, της πολυφωνίας του, των διασταυρούμενων αφηγήσεων που το αποτελούν. Διάλογοι μέσα σε άλλους διαλόγους ή μονολόγους, σκέψεις και ονειροπολήσεις».
     Ως αναγνώστρια συνειδητοποίησα αυτήν τη λειτουργία των θραυσματικών επεισοδίων στην σελίδα 65 όπου η Εδουβίχες ρωτά τον ήρωά μας «Άκουσες ποτέ το παράπονο ενός πεθαμένου;», για να πάρει βέβαια αρνητική απάντηση. Όπως ακριβώς επισημαίνει στο καταπληκτικό επίμετρο ο Κάρλος Φουέντες: «Όταν ο χρόνος κάποιων λέξεων -«Τόσο το καλύτερο για σένα, γιε μου, τόσο το καλύτερο»- επιστρέφει λίγες σελίδες μετά την πρώτη εκφορά τους, καταλαβαίνουμε ότι αυτές οι λέξεις δεν χωρίζονται από τον χρόνο αλλά ότι είναι στιγμιαίες και μόνο στιγμιαίες· δεν έχει συμβεί τίποτα ανάμεσα στη σελίδα 65 και τη σελίδα 77. Ή μάλλον: ό, τι έχει συμβεί έχει συμβεί ταυτόχρονα». Από την στιγμή που αντιλαμβάνεσαι την διαφορετική αυτή διάσταση, που υποβάλλεται κι από την ποιητικότητα του κειμένου -ιδιαίτερα στις περιγραφές των τοπίων-, η βασανιστική ανάγνωση γίνεται απόλαυση, καθώς ξεδιπλώνονται οριακές αν και «ξεκάρφωτες» σκηνές-στιγμιότυπα του τρίπτυχου εξουσία-έρωτας-θάνατος. Κι αυτές οι οριακές καταστάσεις ενσαρκώνονται με διαφορετικό τρόπο στους χαρακτήρες που συναντά ο Χουάν. Η Εδουβίχες, φίλη της Ντολορίτας (λίγο έλειψε να είμαι η μητέρα σου), δίνει φιλοδωρήματα στον Αμπούνδιο για τους ταξιδιώτες που της φέρνει (είναι ένα είδος πόρνης) έχει όψη μαραμένη, και πρόσωπο διάφανο σαν να μην είχε αίμα. Αργότερα ο Χουάν θα μάθει ότι η Εδουβίχες έχει ήδη αυτοκτονήσει μετά από μια σπαταλημένη αμαρτωλή ζωή, ενώ η απόκοσμη κραυγή της που τον αναστατώνει μετά τον ύπνο (όχι δεν ήταν δυνατόν να υπολογίσω το βάθος της σιωπής που γέννησε αυτή η κραυγή. Λες και η γη είχε αδειάσει από αέρα/σαν να σταμάτησε μέχρι κι ο θόρυβος της συνείδησης) συγχέεται με την κραυγή του Τορίμπιο Αλντρέτε που τον δολοφόνησαν ο άνθρωποι του Πέδρο στον ίδιο δωμάτιο πριν πολύ καιρό…
     Τον ρόλο της προπομπού για τον Χουάν μετά την Εδουβίχες τον αναλαμβάνει η Νταμιάνα Σισνέρο, η γυναίκα που τον φρόντιζε όταν γεννήθηκε. Βλέπουμε λοιπόν έντονο το γήινο, φροντιστικό θηλυκό στοιχείο με τη μορφή της Εδουβίχες, στη συνέχεια της Νταμιάνα και παρακάτω της γριάς Ντοροτέα, επίσης νεκρής, που οδηγούν τον Χουάν στον παράξενο κόσμο τους. Η Ντοροτέα -που κουβαλάει πάντοτε ένα πανί στριμμένο μέσα στη μαντίλα της και το νανουρίζει λέγοντας ότι είναι το μωρό της- άλλωστε, είναι αυτή που θα περιμαζέψει τον κοκαλωμένο Χουάν (ναι, Ντοροτέα, με σκότωσαν τα μουρμουρητά). Άλλωστε, μια αμαρτωλή γυναίκα (που πλαγιάζει με τον αδερφό της) είναι κι αυτή θα τον οδηγήσει στον θάνατό του.
     Ο αναγνώστης, λοιπόν, μια πιάνει και μια αφήνει το υποτυπώδες γραμμικό νήμα της «αφήγησης» που έχει ως άξονα την είσοδο του Χουάν στο χωριό. Γιατί καθώς το νεκρικό στοιχείο γίνεται όλο και πιο έντονο (ετούτο το χωριό είναι γεμάτο αντίλαλους. Μοιάζουν σαν φυλακισμένοι στις ρωγμές των τοίχων ή κάτω απ’ τις πέτρες. Σαν περπατάς, νιώθεις ότι ακολουθούν τα βήματά σου) παρεμβάλλονται «άλματα» στον χρόνο που μας απομακρύνουν από τον βασικό ήρωα, ενώ παίρνουμε γεύση των βασικών προσώπων, ζωντανών και νεκρών:
     Είναι ο Μιγέλ, γιος του Πέδρο (εξίσου κάθαρμα με τον πατέρα του), ή μάλλον το φάντασμα του Μιγέλ, που τριγυρνά στο χωριό αναζητώντας «την κοπέλα που του πήρε τα μυαλά». Μόνο που είναι πεθαμένος- ενώ το άλογό του απαρηγόρητο τριγυρνάει από τις τύψεις, γιατί ακόμα και τα ζώα το καταλαβαίνουν όταν κάνουν κάποιο έγκλημα. Η είδηση του θανάτου του Μιγέλ έρχεται κι επανέρχεται στο βιβλίο, ιδωμένη μέσα απ’ τα μάτια του Πέδρο, του πατέρα Ρεντερία, των χωρικών.
     Είναι ο πατήρ Ρεντερία που δέχεται όλες τις εξομολογήσεις των γυναικών που πήγαν με τον Πέδρο Πάραμο· που δεν μπορεί να ξεπεράσει το μίσος του για τον εγκληματία γιο του Πέδρο, τον Μιγέλ (Ρεντερία: κι έπειτα μάκρυνε το χέρι της κακίας του μ’ αυτόν το γιο που απόκτησε) αυτόν τον ανάλγητο εγωιστή, που σκότωσε τον αδερφό του Ρεντερία και βίασε την ανιψιά του. Ο πατέρας βασανίζεται από τις τύψεις γιατί δεν μπορεί να δώσει άφεση στον νεκρό (όλα αυτά γίνονται από δικό μου σφάλμα, από τον φόβο μου μην συγκρουστώ μ’ αυτούς που με στηρίζουν). Ακόμα κι όταν ο ίδιος ο Πέδρο τον δωροδοκεί για να εξαγοράσει τη σωτηρία της ψυχής του γιου του, εκείνος ουσιαστικά αρνείται: όσο για μένα Κύριε, έρχομαι εδώ στα πόδια σου να σου ζητήσω το δίκαιο ή το άδικο που όλοι έχουμε το δικαίωμα να ζητάμε… από πλευράς μου, καταδίκασέ τον Κύριε. Είναι ίσως το τραγικότερο πρόσωπο γιατί παλεύει με τη συνείδησή του, γιατί «νιώθει κακός άνθρωπος» (Ήθελε να τους απαντήσει «εγώ, εγώ είμαι ο νεκρός». Αρκέστηκε όμως να χαμογελάσει). Αποκορύφωμα, όταν κι ο συνάδελφός του ιερέας της Κόντλας αρνείται να του δώσει άφεση.
     Είναι ο Λούκας, ο πατέρας του Πέδρο, που τον γιο του τον θεωρεί «άχρηστο, έναν τεμπέλη ολκής» (μου βγήκε σκάρτος, τι τα θες Φουλγόρ) και που τον σκότωσαν όσο ο Πέδρο ήταν ακόμη νεαρός (-Σκότωσαν τον πατέρα σου.-Κι εσένα ποιος σε σκότωσε, μητέρα;).
     Μα κεντρικό βέβαια πρόσωπο είναι ο Πέδρο Πάραμο, ο ηγεμόνας, ο πανίσχυρος, ο βιαστής, ο αδίστακτος (περισσότερο απ’ τον πατέρα του), με δεξί του χέρι τον διαχειριστή Φουλγόρ αλλά και τους επιστάτες του (ποιοι νόμοι, Φουλγόρ, τους νόμους από δω και πέρα τους φτιάχνουμε εμείς). Αποκτά δύναμη με βάρβαρους τρόπους, μη διστάζοντας να αφανίσει όσους μπαίνουν εμπόδιο στον δρόμο του, π.χ. αυτούς στους οποίους χρωστάει. Δεν είναι τυχαίο ότι το όνομα σημαίνει «άνυδρος τόπος» (ο Πέδρο Πάραμο σκόρπισε τόσο θανατικό αφού σκότωσαν τον πατέρα του, που λένε ότι σχεδόν ξεπάστρεψε όλους όσοι ήταν παρόντες στον γάμο όπου ο δον Λούκας Πάραμο θα γινόταν κουμπάρος). Γυναικάς, με διάφορους γιους από τους οποίους για άγνωστους λόγους αναγνώρισε μόνο τον Μιγέλ. Χρωστά παντού και λύνει τα προβλήματά του είτε με δολοφονίες είτε με… γάμο (έτσι παντρεύτηκε την μητέρα του Χουάν, εγκαταλείποντάς την σχεδόν αμέσως).
     Ο Πέδρο Πάραμο ξέρει να χειρίζεται τους επαναστάτες και να βρίσκεται πάντα με το μέρος των νικητών. Όπως γράφει ο Φουέντες στο επίμετρο, είναι η εκδοχή του παραδοσιακού τυράννου του Χαλίσκο (γενέτειρα του Ρούλφο)/μια μικρογραφία Καίσαρα που χειραγωγεί όλες τις πολιτικές δυνάμεις, αλλά ταυτόχρονα είναι αναγκασμένος να κάνει παραχωρήσεις. Χειρίζεται με επιδεξιότητα τις διάφορες αντιμαχόμενες επαναστατικές ομάδες (π.χ. συνεργάστηκε με τους επαναστάτες που σκότωσαν τον Φουλγόρ δίνοντας χρήματα και άντρες με αρχηγό τον Δαμάσιο, κι όταν αυτοί ηττήθηκαν, απάντησε στον Δαμάσιο με φλεγματικό τρόπο «Γιατί δεν πας μαζί τους; σου το έχω πει, πρέπει να είσαι με τους νικητές», ενώ για να λύσει τα προβλήματα του εφοδιασμού τον συμβουλεύει να κάνει πλιάτσικο!).
Μια γυναίκα που δεν ήταν του κόσμου τούτου
     Ωστόσο, στην πρώτη μας επαφή με τον Πέδρο Πάραμο βλέπουμε την ευάλωτη πλευρά του: είναι ακόμα μικρό παιδί, και ονειρεύεται επίμονα κι αδιάκοπα την Σουσάνα. Απίστευτα λυρικές αποστροφές εσωτερικού μονόλογου που απευθύνονται στην παράξενη αυτή γυναίκα διανθίζουν την σκοτεινή, άνυδρη, νεκροφιλική αφήγηση (σκεφτόμουν εσένα, Σουσάνα. Τους πράσινους όχθους. Όταν πετούσαμε αϊτούς την εποχή των ανέμων/εσένα θυμόμουν. Όταν ήσουν εκεί και με κοιτούσες με τα γαλαζοπράσινά σου μάτια/τη μέρα που έφυγες κατάλαβα ότι δεν θα σε ξανάβλεπα/κάθε μου σκέψη ήταν μια σκέψη για σένα, Σουσάνα). Με παρόμοιες αναφορές μαθαίνουμε ότι η Σουσάνα, παρόλο που αφού χήρεψε δέχτηκε να σμίξει με τον Πέδρο, έφυγε, κι ότι δεν θα την ξανάβλεπε (ήσουν βαμμένη κόκκινη απ’ τον ήλιο του απογεύματος, από το ματωμένο σούρουπο του ουρανού. Χαμογελούσες).
     Θραύσματα χρόνου μάς μιλούν για τη Σουσάνα, αυτήν την αλλοπαρμένη ύπαρξη που όταν ήταν παιδί ο πατέρας της ο Μπαρτολομέ έριξε μέσα σε καταπακτή για να ψαρέψει μια νεκροκεφαλή (τότε εκείνη έχασε τις αισθήσεις της και δε συνήλθε παρά πολλές μέρες μετά μέσα στην παγωνιά, μέσα στα παγωμένα βλέμματα του πατέρα της). Η Σουσάνα πενθεί για τον νεκρό σύζυγό της τον Φλορένσιο (κύριε, δεν υπάρχεις! Σου ζήτησα την προστασία Σου γι’ αυτόν. Αλλά εσύ νοιάζεσαι μόνο για τις ψυχές. Κι αυτό που θέλω εγώ απ’ αυτόν είναι το σώμα του. Γυμνό και ζεστό από έρωτα· να βράζει από πόθους· να πνίγει το τρέμουλο στα στήθη και στα μπράτσα μου/περάσαμε λίγον καιρό πολύ ευτυχισμένοι, Φλορένσιο). Η Σουσάνα στριφογυρίζει ανήσυχη απ’ τα όνειρά της ενώ ο Πέδρο την παρακολουθεί χωρίς να μπορεί να την παρηγορήσει. Είναι παρών και στη στιγμή που εκείνη ξεψυχάει (είδε τα μάτια της σφιχτοκλεισμένα όπως όταν νιώθει κανείς εσωτερικό πόνο). Αλλού η Σουσάνα νεκρή κι αυτή, μιλά για τη νεκρή μητέρα της, και τα μουρμουρητά φτάνουν στον έκπληκτο Χουάν, που αρχίζει να καταλαβαίνει, ότι οι νεκροί (ή οι μελλοθάνατοι) είναι αυτοί που ακούν τους νεκρούς.
     Η Σουσάνα για τον Πέδρο είναι «εκεί που δεν φτάνουν τα λόγια του», «το πιο αγαπημένο του πλάσμα πάνω στη γη», για χάρη της θα έφευγε από ετούτη τη ζωή φωτισμένος απ’ την εικόνα που θα έσβηνε όλες τις άλλες αναμνήσεις, κι ας είχε φύγει μακριά. Είναι η ραγισματιά, η ρωγμή, η υπέρβαση κάθε βεβαιότητας, ο απόλυτος σεβασμός, η απόλυτη αποδοχή, ο απόλυτος πόθος (περίμενα τριάντα χρόνια να γυρίσεις, Σουσάνα. Περίμενα μέχρι να τα αποκτήσω όλα. Όχι μονάχα κάτι, αλλά όλα όσα μπορεί να αποκτήσει κανείς ώστε να μη μας μένει πια κανένας πόθος, παρά μονάχα ο δικός σου, ο πόθος για σένα). Όταν πια επιστρέφει, ανήσυχη, άρρωστη, τρελή, ο Πέδρο γίνεται σιωπηλός μάρτυρας των τελευταίων ημερών, των τελευταίων σπασμών, χωρίς να κάνει αισθητή την παρουσία του.
     Τόσο πολύ την αγάπησε, εκμυστηρεύεται η Ντοροτέα στον Χουάν, που πέρασε τη ζωή του σωριασμένος σε μια πολυθρόνα, κοιτάζοντας τον δρόμο απ’ όπου την είχαν πάει στο κοιμητήρι. (…) Από τότε η γη έχει μείνει χέρσα και για να λέμε την αλήθεια ρήμαξε (…) Τα χρόνια πέρναγαν κι αυτός έμενε ζωντανός, πάντα εκεί, σαν σκιάχτρο απέναντι απ’ τη γη της Μέδια Λούνα.
Ήχοι, εικόνες και σιωπές
Η δόνηση τούτης της αρχαίας γης που αποδιώχνει το σκοτάδι της
     Είναι εντυπωσιακή η συμμετοχή των αισθήσεων σ’ αυτό το άνυδρο, παγωμένο και μακάβριο τόπο όπου μας οδηγεί ο Χουάν Ρούλφο, σ’ αυτό το «πήλινο σκεύος», την Κομάλα. Εικόνες ανεξίτηλες, εκφρασμένες με απαράμιλλη ποιητικότητα στα μέρη όπου δεν υπάρχουν διάλογοι. Σύννεφα θρυμματισμένα από τον άνεμο που έρχεται και παίρνει τη μέρα· ο αυγουστιάτικος αέρας φυσάει ζεστός, δηλητηριασμένος από τη σάπια μυρωδιά του σαπουνόχορτου· ο γκρίζος μολυβένιος ουρανός που ακόμα δεν είχε ξανοίξει απ’ το φως του ήλιου, ένα φαιοκίτρινο φως· ουρανοί με αστέρια, με φεγγάρι, άλλοτε μεγάλο, άλλοτε θλιβερό, άλλοτε «παραμορφωμένο»· βροχή, σταγόνες, σμήνη από πουλιά, φως διάχυτο, φως γαλάζιο, φως σκοτεινό.
     Σ’ αυτήν την «έρημη χώρα», σ' αυτόν τον «τόπο χωρίς θορύβους» όπου μπήκε ο Χουάν, ακούει τα «κούφια βήματά του» πάνω στις στρογγυλές πέτρες, σταγόνες από καθαρό νερό να πέφτουν πάνω στο λαγήνι, πόδια που γδέρνουν το πάτωμα. Είναι ένα χωριό σιωπηλό γεμάτο αντίλαλους γι’ αυτούς που μπορούν ν’ ακούσουν (δεν ακούς; Δεν ακούς πώς στριγγίζει η γη;/σου λέω πως θα τα’ χανες αν άκουγες αυτό που ακούω). Είναι οι ήχοι των πεθαμένων, οι φωνές των νεκρών όπως διαπιστώνει ο Χουάν καθώς προχωρά κι ο ίδιος προς τον θάνατο (η αδερφή μου τριγυρνάει ακόμα σ’ αυτόν τον κόσμο. Γι’ αυτό μη φοβηθείς άμα ακούσεις πιο πρόσφατους αντίλαλους/ακούς τριξίματα. Γέλια. Γέλια τόσο παλιά πια, σαν κουρασμένα να γελάνε. Φωνές λιωμένες ήδη απ’ την χρήση). Μουρμουρητά (λες κι οι φωνές βγαίνουν από κάποια χαραμάδα), ψίθυροι, βόμβοι, γουργουρητά, μουγκρητά, βγαίνουν θαρρείς από τα έγκατα της γης κάθε τόσο υπογραμμίζοντας το γήινο, θηλυκό στοιχείο. Είναι η «ζωντανή βουή του χωριού», η βουή της γης, ο αέρας, το σιγανό ψιλόβροχο, σκηνικά αυτού του «τοπίου θανάτου» προορισμένο για τις αμαρτωλές ψυχές που δεν μπορούν να αναπαυτούν.
Το στόμα μου είναι γεμάτο χώμα
     Σκόρπιες και θραυσματικές είναι και οι αναφορές του επιθανάτιου σπασμού, του επερχόμενου θανάτου. Ο Χουάν ζητάει να κοιμηθεί…. Στον ύπνο του σπαρταράει (σίγουρα είναι κάποιος που τον βαραίνουν πολλοί θάνατοι). Όταν πλαγιάζει με την παράξενη γυναίκα, το σώμα εκείνης της γυναίκας είχε γίνει από χώμα, τυλίχτηκε σε κρούστες από χώμα, και διαλυόταν σαν να έλιωνε μέσα σε μια λακκούβα λάσπης. Αφηγείται ο ίδιος πως δεν υπήρχε αέρας, ότι είδε κάτι που «έμοιαζε με αφράτα σύννεφα» και χάθηκε μέσα στην ομίχλη του (αυτό ήταν το τελευταίο που είδα).
     Πρωτοπρόσωπη είναι και η αφήγηση της Σουσάνα ως πεθαμένης καθώς θυμάται τη μέρα θανάτου της μητέρας της (μήπως δεν ήταν χαρούμενο εκείνο το πρωί;), χαρίζοντάς μας εκπληκτικές σελίδες πενθητικού/λυτρωτικού στοχασμού. Κι όταν έφτασε η ώρα να εγκαταλείψει πια η ίδια τη ζωή, με την στενή παρουσία της Χουστίνα (της γυναίκας που τη μεγάλωσε, πάλι έντονο το μητρικό στοιχείο) αλλά και του αόρατου, σιωπηλού Παράμο, οραματίζεται το ίδιο της το σώμα να βουλιάζει στην ζεστή άμμο, την θάλασσα να την αγκαλιάζει (τότε βυθίζομαι σ’ αυτήν ολόκληρη. Παραδίνομαι σ’ αυτήν, στο δυνατό παλμό της, στη γλυκιά της κατοχή). Συγκλονιστικά είναι τα λόγια που την βάζει ο πατήρ Ρεντερία να επαναλάβει (το σάλιο μου αφρίζει· μασάω σβόλος χώμα γεμάτους σκουλήκια που μου κλείνουν σαν κόμπος τον λαιμό και γδέρνουν τα τοιχώματα του ουρανίσκου μου/η μύτη μαλακώνει. Η ζελατίνα των ματιών λιώνει κλπ κλπ) ενώ τον θάνατο της Σουσάνα ακολουθεί ένα τριήμερο αδιάκοπης καμπανοκρουσίας που καταλήγει σε ξέφρενο πανηγύρι, με μεθύσια, χορούς, κοκορομαχίες…
     Μόνο ο Πέδρο Πάραμο δεν μιλούσε. Δεν έβγαινε απ’ το δωμάτιό του. Ορκίστηκε να εκδικηθεί την Κομάλα.
     -Θα σταυρώσω τα χέρια μου και η Κομάλα θα πεθάνει από την πείνα.

Πέδρο Πάραμο
Για χάρη της θα έφευγε από ετούτη τη ζωή
φωτισμένος απ’ την εικόνα που θα έσβηνε όλες τις άλλες αναμνήσεις

     Όχι, δεν την γνώριζε, ούτε έμαθε ποτέ «ποιος ήταν ο κόσμος της Σουσάνας». Ο Πέδρο Πάραμο κάθισε σε μια παλιά πολυθρόνα και δεν κοιμόταν πια. Αναπολούσε μόνο ξανά και ξανά την τελευταία στιγμή που είδε την Σουσάνα να φεύγει. Έτσι καθισμένος στην πολυθρόνα χάνει σταδιακά την αίσθηση από ένα ένα τα μέλη του σώματός του. Το αριστερό χέρι που πέφτει άψυχο στα γόνατά του, τα πόδια το κράτησαν κάτω σαν να ήταν από πέτρα. Τα μάτια έμειναν ακίνητα, πηδούσαν απ’ τη μιαν ανάμνηση στην άλλη, σβήνοντας το παρόν. Τέλος, ο Πέδρο Πάραμο διαλύθηκε σαν να ήταν ένας σωρός από πέτρες.
     Υπήρχε ένα τεράστιο φεγγάρι στη μέση του κόσμου. Τυφλώθηκα κοιτάζοντάς σε.
Χριστίνα Παπαγγελή

Δευτέρα, Ιανουαρίου 22, 2024

παλιές και νέες χώρες, Ισίδωρος Ζουργός

Όμως στην πραγματικότητα τίποτα ευθύγραμμο δεν συμβαίνει. 
Η αφήγηση μιας ιστορίας είναι ένας ουροβόρος όφις,
ένα φίδι που τρώει την ουρά του.
Είναι ο κυκλικός χρόνος, το άπαν και το μηδέν
ως ένα λαίμαργο ερπετό.
     Μια παράξενη ερωτική -και όχι μόνο- ιστορία που βασίζεται σε μια απίστευτη φάρσα εξελίσσεται στα τέλη του 19ου αιώνα με αρχές του 20ου, ανάμεσα στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα και την Σύρο. Κυρίως όμως στη Θεσσαλονίκη, που όλοι γνωρίζουμε πως ήταν ένα σπουδαίο εμπορικό, πολυπολιτισμικό κέντρο, βασικό οθωμανικό λιμάνι της Μεσογείου (εδώ δεν είναι Ελλάδα, είναι μόνο ένας τόπος όπου μένουν και Έλληνες), και την εποχή αυτή δοκιμάζεται από τα ιστορικά γεγονότα (γκρέμισμα τειχών, άνοδος κεμαλισμού, βαλκανικοί πόλεμοι, απελευθέρωση). Και η Ερμούπολη όμως την ίδια περίοδο διαδραμάτιζε κεντρικό ρόλο στην οικονομία των «παλαιών χωρών», ενώ η Αθήνα επεκτείνεται σταδιακά ως πρωτεύουσα, έχοντας ως σημαντικό επίνειο τον Πειραιά που διαδέχεται σε εμπορική σημασία την Σύρο.
     Βασική ηρωίδα του βιβλίου και αφηγήτρια η Θεσσαλονικιά Λεύκα Κηρομάνου, κόρη κτηματομεσίτη και σαράφη, μια γυναίκα σκληρή («στρίγκλα» για όσους την γνώριζαν από κοντά), που μέσα στην ανδροκρατούμενη κοινωνία της εποχής συναλλάσσεται με του πελάτες σαν άντρας, όταν αναγκάζεται να πάρει τα ηνία του ανταγωνιστικού αυτού επαγγέλματος απ’ τον πατέρα της. Από τις πρώτες σελίδες όμως ο αναγνώστης καταλαβαίνει ότι μια βαθιά πληγή την καίει, ένας έρωτας βαθύς και τραυματισμένος, που την ωθεί να τον καταγράψει όταν πια το αντικείμενο του πόθου έχει φύγει από τη ζωή (τώρα που θα γράψω τη ζωή σου, έτσι θα φροντίσω κι εγώ: θα έχω το χειρόγραφο τυλιγμένο σε μάλλινο πανί, για να το προστατέψω απ’ τις βροντές και τις αστραπές όσων δεν σε συνάντησαν).
     Θετή κόρη του έμπορου Στάθη Κηρομάνου, που για βιτρίνα είχε μαγαζί με σαπούνια στην Εγνατία αλλά ουσιαστικά έκανε κρυφές δοσοληψίες (ασχολούνταν με πολλά, ήταν μαγαζάτορας, περιστασιακά κτηματομεσίτης, όμως πιο πολύ σαράφης και στα άφεγγα τοκιστής). Ορφανή από -την θετή- μητέρα που την έχασε όταν ήταν 14 χρονών, ανέλαβε τις δραστηριότητες του πατέρα της όταν αυτός πέθανε, με αποφασιστικότητα και σκληρότητα απέναντι στους οφειλέτες, έχοντας να κάνει με «σκληρά καρύδια» κάθε λογής, με Ρωμιούς, Τούρκους, Φραντσέζους και Εβραίους ανταγωνιστές. Έχει ήδη μάθει τα μυστικά του τοκισμού από τον πατέρα της κι έχει διαμορφώσει τη φιλοσοφία της χωρίς ηθικές αναστολές (είναι κοινό μυστικό πως το χοντρό χρήμα βρίσκεται στην τοκογλυφία), κι ενώ ο πατέρας της ήταν πιο συγκρατημένος χωρίς μεγάλα ανοίγματα, συμπαθής σε όλους και είχε στην πιάτσα την φήμη «λυπησιάρη», εκείνη ήταν «σκύλα», φιλόδοξη, φιλοχρήματη και αδίστακτη. Η Λευκή δεν ήθελε ούτε γάμους, ούτε σπουδές, αλλά «μόνο παράδες». Έφτασε στο σημείο μάλιστα να προσλάβει και έναν παλιό κατάδικο, ένα απωθητικό ρεμάλι, για να «πείθει» τους οφειλέτες (η συμφωνία μας ήταν ρητή και ξεκάθαρη: εκείνος θα έσπαζε τα δάχτυλα κι εγώ θα τον πλήρωνα μια λίρα το κάθε δάχτυλο).
     Μια αντι-ηρωίδα, θα λέγαμε, μάλλον αντιπαθητική στον αναγνώστη, αν εξαιρέσει κανείς την ευάλωτη πλευρά της, αυτήν που όπως είπαμε γνωρίσαμε ήδη από την τρίτη σελίδα… Και η ευάλωτη αυτή πλευρά αποκαλύπτεται χάρη στην ακατανίκητη έλξη που νιώθει απέναντι στον Αθηναίο Μιχαήλ Δέδε, μια έλξη που αναστατώνει όλες τις αξίες και τις βεβαιότητές της και προκαλεί την ευφυΐα της και το κοινωνικό της κύρος (η ζωή μου, σου το ορκίζομαι αυτό, χωρίζεται στο πριν σε γνωρίσω και στο μετά). Γιατί ο Μιχαήλ είναι το άκρως αντίθετο: αντισυμβατικός, αντικοινωνικός, ευκολόπιστος μέχρις αφέλειας, κι ευσυγκίνητος.
     Μια «περσόνα συγγενική του πρίγκηπα Μίσκιν», όπως λέει ο ίδιος ο συγγραφέας σε συνέντευξή του, ένας άνθρωπος «σημαδιακός και παράταιρος», έξυπνος αλλά αντικομφορμιστής, με ενδιαφέροντα που αποκλίνουν από τις προσδοκίες των -θετών- γονέων και συμπεριφορά που ντροπιάζει τους ευγενείς κύκλους της πρωτεύουσας (έδειχνε ανεπηρέαστος απ’ την αμηχανία του κόσμου γύρω του, ιδιαίτερα όταν αυτός άθελά του την προκαλούσε). Έχει επιστρέψει μετά από επτά χρόνια από την «Εσπερία» (από το Παρίσι-Λονδίνο όπου βρισκόταν για νομικές σπουδές) στο αρχοντικό της Αθήνας. Δείχνει ιδιαίτερη αδυναμία στην μεσήλικη/γεροντοκόρη και πιστή υπηρέτρια (από την οποία ζητά σαν διψασμένος ιστορίες απ’ το χωριό, με ληστές κλπ), ενώ αδιαφορεί για τις επαγγελματικές προτάσεις του μεγαλέμπορου πατέρα του, αυτόχθονα «νοικοκυραίου» Γεώργιου Δέδε · οι αυθόρμητες αντιδράσεις του αγγίζουν τα όρια της απρέπειας, ενώ η αδυναμία του στον Ιούλιο Βερν (που μάλιστα τον συνάντησε στη Γαλλία) είναι ακατανόητη. Το μεγαλύτερο ναυάγιο ήταν η επίσκεψη στον επίσης συντηρητικό έμπορο θείο Περικλή, στην Ερμούπολη, ο οποίος σχημάτισε άκρως αρνητική εικόνα για τον ανιψιό του (όσο σε παρακολουθώ, μάλλον έχω καταλάβει ότι είσαι απ’ αυτούς που ζητάνε να αλλάξουν τον κόσμο).
     Ο Μιχαήλ δεν θεωρεί τον εαυτό του ικανό ούτε για εμπόριο, ούτε για κοινωνικούς αγώνες, ωστόσο όταν του ζητούν να πει ιστορίες από την Εσπερία (Παρίσι, Λονδίνο) κι από τους σπουδαίους συγγραφείς που γνώρισε, απαντά: «δεν έχω εικόνα από συγγραφείς, έχω όμως αρκετή εμπειρία από την ανθρώπινη δυστυχία, αν σας ενδιαφέρει…», δίνοντας μια ζοφερή εικόνα της «πόλης του φωτός» με ανάπηρους στρατιώτες, ζητιάνους, φτωχούς, πόρνες κλπ. Γενικότερα, στους αριστοκρατικούς (μεσοαστικής τάξης) κύκλους της οικογένειας δείχνει νέος χωρίς συγκρότηση, ζει σ΄έναν κόσμο ονειρικό, προτιμά να παίζει με τα πεντάχρονα στις βεγγέρες, βουρκώνει εύκολα, είναι αδέξιος στον χορό, έχει ατημέλητη εμφάνιση και «άξεστους τρόπους».
     Η σχέση με τον πατέρα παρουσιάζει ενδιαφέρον: η επιστροφή του γιου σηματοδοτεί μια περίοδο απαιτήσεων εκ μέρους του (είναι ώρα για δουλειά, δε νομίζεις;), στις οποίες βέβαια ο Μιχαήλ δεν ανταποκρίνεται στο ελάχιστο, ενώ το οικογενειακό μυστικό της υιοθεσίας φαίνεται να βασανίζει τον τριαντάχρονο νεαρό (είμαι ευγνώμων που μου είπατε έγκαιρα την αλήθεια, κι ας την θάψαμε κατόπιν σαν να μην υπήρξε). Κάποια στιγμή γίνεται εμφανές ότι ήρθε «για να πάρει απαντήσεις» πάνω στο θέμα της καταγωγής του. Και «ακούμε» τον ίδιο τον Μιχαήλ να μιλά για τον εαυτό του μέσα από την επιστολή που έστειλε στον πατέρα του όταν έφυγε από Αθήνα για Θεσσαλονίκη.
Λευκή και Μιχαήλ
     Δύο αντιδιαμετρικές προσωπικότητες λοιπόν, θα λέγαμε, με βασικό κοινό στοιχείο αυτό της υιοθεσίας, που ήταν εκτεταμένη την εποχή εκείνη λόγω του ότι η χολέρα του 1854 άφησε πολλά παιδιά έκθετα (ορφανά της χολέρας σε κείνα τα χρόνια του πολέμου στην Κριμαία και του συμμαχικού αποκλεισμού της Αθήνας). Ένα μοιραίο συνδετικό στοιχείο πάνω στο οποίο θα στηθεί η φάρσα του συμφοιτητή τους και θα χτιστεί μια σχέση… αδερφική, με αμοιβαία ανεκτικότητα που θα εξελιχθεί σε φιλία, σε αγάπη και σε συγκρατημένο, ενοχοποιημένο έρωτα. Με αναδρομές από το σήμερα (1911) στο παρελθόν (δεκαετία του 1880), και με αφηγήτρια σε α΄ πρόσωπο την Λευκή, ελάχιστες επιστολές του Μιχαήλ, ή το γ΄ενικό του παντογνώστη αφηγητή, ο αναγνώστης σχηματίζει μια σύνθετη εικόνα των γεγονότων, αλλά κυρίως του ψυχογραφικού χάρτη των δύο τόσο διαφορετικών χαρακτήρων («sui generis»), που στην ουσία συναντιούνται στην διαφορετικότητά τους.
     Ένα σπαρταριστό επεισόδιο με αφορμή την ζωηρή υπηρέτρια αναγκάζει τον Μιχαήλ να φύγει από την Αθήνα και να γυρέψει την Λευκή στη Θεσσαλονίκη, ακόμη τουρκοκρατούμενη. Βρισκόμαστε στα 1885, οι δυο ήρωες είναι περίπου τριάντα χρονών. Η Λευκή όχι απλώς έχει σαγηνευτεί, αλλά έχει μεταμορφωθεί σε τρυφερή ύπαρξη με την παρουσία αυτού του άντρα, που δεν τον νοιάζει καθόλου η γνώμη του κόσμου, που παραμυθιάζεται ακόμα με τις ιστορίες του Ιουλίου Βερν, που μιλάει ακόμα και για συγχώρεση των βιαστών στην περίπτωση του άγριου βιασμού της Λευκής στην καρβουναποθήκη, που εξομολογήθηκε σε καλόγερο τον παράτυπο έρωτά του. Έναν άνθρωπο απρόβλεπτο, που όταν έμαθε τις βρομοδουλειές της ήταν έτοιμος να την παρατήσει (τι έκρηξη θυμού ήταν αυτή και τι κρεσέντο εντιμότητας;), που δεν μπορεί να φανταστεί τη ζωή της μακριά του κι ας ήταν απίστευτα διαφορετικός (ας ζούσα καλύτερα δίπλα σου εξαϋλωμένη, μια γυναίκα δίχως σώμα).
     Ο Μιχαήλ απ’ την πλευρά του γοητεύεται από την δυναμική, μυστηριώδη γυναίκα με την οποία συναναστρέφεται, που καταφέρνει να ζει μόνη της και να κρατάει την επιχείρηση του θετού πατέρα της, μια γυναίκα που αντιδρά άμεσα όταν την πνίγει η αδικία. Καταπνίγει τον βαθύ ερωτισμό που νιώθει για κείνη (με αποκορύφωμα την υπέροχη εικόνα που την σηκώνει στα χέρια «βαφτίζει» ημίγυμνη στη θάλασσα για να ξεχάσει τις εικόνες που τη στοιχειώνουν), αλλά -όπως εκμυστηρεύεται στον ξάδερφό του- είναι «έρωτας παράφορος». Παλεύει μ’ αυτόν τον δαίμονα γιατί ζει μέσα σ’ ένα τεράστιο ψέμα (για την ακρίβεια μέσα σε δύο τεράστια ψέματα αν υπολογίσουμε και τις ανέντιμες συναλλαγές της, που επέφερε μεγάλη σύγκρουση μεταξύ τους). Ένα τεράστιο ψέμα που το συντηρεί και το τρέφει η Λευκή , της οποίας τα συναισθήματα είναι αμοιβαία (έτρεμα μην αηδιάσεις απ’ τον κόσμο μου και εξαφανιστείς. Προσπαθούσα την ίδια στιγμή να σου κρύβω αυτό που είχα νιώσει από νωρίς, πως εσύ ήσουν πια ο δρόμος μου).
  Η αποκάλυψη
    Οι τρομερές απαντήσεις γύρω από την καταγωγή του Μιχαήλ αποκαλύπτουν και το ψεύδος πάνω στο οποίο χτίστηκε η ιδιότυπη σχέση των δύο νέων, ένα ψεύδος που ταράζει συθέμελα και τους δύο, αλλά και την οικογένεια του Μιχαήλ. Από κει και πέρα τα γεγονότα είναι καταιγιστικά και καθοριστικά: ο Μιχαήλ εξαφανίζεται απ’ όλους μη δίνοντας σημείο ζωής (μόνο εσύ θα μπορούσες να το κάνεις αυτό. Έγινες φυγόδικος όχι από τον νόμο αλλά από τις ενοχές σου κι από κείνες τις περίεργες περιφορές που έκανε το μυαλό σου). Οι δυο ήρωες περνούν ένα μεγάλο διάστημα βαθιάς μοναξιάς, κι ενώ δεν μαθαίνουμε πολλά για τη ζωή του Μιχαήλ αυτήν την περίοδο παρά αργότερα, η Λευκή αποφασίζει να μείνει στην Αθήνα και να «συνεχίσει τη ζωή της».
     Ποιες συγκυρίες είναι αυτές που θα μπορούσαν να φέρουν κοντά, ξανά, αυτούς τους δύο παρείσακτους της ζωής, ποιες ανατροπές θα γκρεμίσουν τα τείχη τής κατ’ εξακολούθηση απάτης, και με ποιες ψυχικές δυνάμεις οι δύο ήρωες θα σβήσουν το παρελθόν και θα πραγματώσουν ό, τι κρυφά ονειρεύτηκαν; Θα περάσει πολύς καιρός, και ο συγγραφέας αποδεικνύεται μάστορας. Γιατί, βέβαια, οι συνθήκες αυτές είναι άκρως έκτακτες αλλά και οι δύο χαρακτήρες δεν είναι συνηθισμένοι (χωρίς να σημαίνει ότι δεν είναι αληθοφανείς). Οι κεραίες της Λευκής, που ένιωσε να ζει και να υπάρχει αυθεντική και ακέραιη μόνο στη σκέψη του Μιχαήλ (σ’ ένα μόνο ήταν αδύναμη, να ξεχάσει πως υπάρχεις), θα αδράξουν τις ευκαιρίες και για πρώτη φορά στη ζωή της θα προσφερθεί να σώσει την περιουσία του εξαφανισμένου Μιχαήλ από τον αρπακτικό ξάδερφο, αλλά και να βοηθήσει, την μητέρα του. Ουσιαστική βοήθεια, με αγάπη και γνήσια συμπόνια για τη δύσκολη ζωή της μάνας του Μιχαήλ (τι γυναίκα ήμουν τελικά; Γηροκομούσα τη μάνα του άντρα τον οποίο δεν είχα ακόμη αξιωθεί. Νοιαζόμουν και φρόντιζα τη γυναίκα που γέννησε μια οπτασία, μια οφθαλμαπάτη, αυτόν που αναβόσβηνε έναν φάρο στα πιο ανεμοδαρμένα βράχια. (…) Τι άντρας ήσουν εσύ Μιχαήλ, που ούτε την περιουσία σου δεν μπορούσες να προστατέψεις; Σε ποια οικόπεδα του ουρανού και σε ποια αγροτεμάχια της θάλασσας είχες τίτλους κτήσης;)
     Δεν είναι σχήμα λόγου, δεν είναι μεταφορικά τα παραπάνω λόγια της Λευκής. Γιατί ο εξαφανισμένος Μιχαήλ έχει αποσυρθεί από κάθε τι εγκόσμιο, δεχόμενος τη θέση του… φαροφύλακα σ’ ένα ξεχασμένο νησάκι βόρεια από τις Σποράδες, στον φάρο της Ψαθούρας, σ’ αυτόν τον ολίγιστο κόσμο (Βρήκα τελικά τη θέση μου στην αίθουσα της μεγάλης όπερας του κόσμου, ένα κάθισμα στον τελευταίο εξώστη, εκεί όπου αθέατος ατενίζω όλον τον ορίζοντα της αυλαίας). Από τη μεριά του, όταν ο θάνατος των δικών του θα τον κάνει να αποφασίσει να δώσει σημεία ζωής, αυτή η απροσδόκητη προσέγγιση, αυτή η εξαιρετική ενσυναίσθηση εκ μέρους της Λευκής θα λυγίσει τον θυμό που ενδεχομένως συσσώρευε μέσα του.
     Ένα νέο κεφάλαιο ανοίγει στην παράδοξη αυτή σχέση, δύο ανθρώπων ξεχωριστών και αντιδιαμετρικά αντίθετων, σημαδεμένων από μια πολύ ιδιαίτερη μοίρα, που, όπως γράφει η Λιλή Ζωγράφου για τον Καρυωτάκη και την Πολυδούρη, όσο κι αν είναι οι δρόμοι τους διαφορετικοί, θα συναντηθούν στο σύνορο της Μοναξιάς. Έτσι δραπέτες που είναι από τη ζωή, ταιριαστό είναι και το νυχτερινό ταξίδι τους μέσα σε μια βάρκα-καρυδότσουφλο, με την οποία δραπετεύουν μυστικά και κρυφά από την ελεύθερη Ελλάδα στην οθωμανική Θεσσαλονίκη, αποφασισμένοι να ζήσουν μαζί στη γενέτειρα της Λευκής (όπου οι επιχειρήσεις της την περιμένουν).
    Πρόκειται για μια καταπληκτική σκηνή μετάβασης, ένα ιντερμέτζο στο νέο κεφάλαιο της κοινής τους ιστορίας, όπου υπάρχουν και πάλι ανατροπές. Η πυρκαγιά του 1890 στη Θεσσαλονίκη αγγίζει και τη δική τους τύχη, ενώ στη συνέχεια εκδηλώνονται με μαθηματική ακρίβεια όχι όσα τους ενώνουν αλλά όσα τους χωρίζουν. Γιατί, όπως λέει η Λευκή με αφοπλιστική ειλικρίνεια, χρόνια αργότερα -στο συγγραφικό «σήμερα»-, όταν όλα έχουν σταματήσει με τον θάνατο του Μιχαήλ, και «η παράσταση έχει τελειώσει», δεν μπορούσε να θυσιάσει τον εαυτό της. Ούτε κι ο Μιχαήλ άλλωστε, που τίποτ’ άλλο δεν είχε μάθει παρά να είναι αυθεντικός. Έτσι, ενώ συντάσσεται με τις επιθυμίες και τις επιλογές της Λευκής, η καρδιά του τον οδηγεί αλλού. Δεν τελειώνει επομένως σ΄αυτό το απροσδόκητο ξανασμίξιμο η εξέλιξη της σχέσης, η ωρίμανση της προσωπικότητας και του ενός και της άλλης. Αντίθετα, σαν δύο κομήτες που πλησίασαν ο ένας των άλλον και άγγιξαν την εφαπτομένη, στη συνέχεια οι εσωτερικές δυνάμεις τους τους απομάκρυναν, μέχρι που ήρθε καβαλάρης ο ξαφνικός θάνατος.
     Παραμένοντας η Λευκή μέσα σε μια κοινωνία που βράζει (Θεσσαλονίκη 1912), γεμάτη ρωγμές και πλούσια σε αναμνήσεις, ψάχνει μέσα από τη γραφή για απαντήσεις πάνω σ’ αυτόν τον γρίφο που την ανατάραξε, τον άντρα που την αναποδογύρισε συθέμελα, χαρίζοντάς του ένα τέλος αντάξιο της προσωπικότητάς του:
     Στο όνειρό μου έφυγες όπως εκείνος ο παλιός Μιχαήλ, ο εραστής των ταξιδιών του κυρίου Βερν, ο γιος του πλοιάρχου Νέμο. Σε βύθισα στη θάλασσα, για να είναι άγνωστος ο τάφος σου για πάντα. Για να γίνεις κι εσύ ο Κανένας, όπως εκείνος.
Χριστίνα Παπαγγελή

Δευτέρα, Ιανουαρίου 08, 2024

Στα ίχνη της, Christophe Boltanski

Η μητέρα μου είχε άραγε γίνει συγγραφέας από θλίψη,
έχοντας ζήσει κι εκείνη έναν εκτροχιασμό; Ένα ξεστράτισμα;
     Τα ίχνη της μοναχικής, ιδιόρρυθμης και ανεξάρτητης μητέρας του, Φρανσουάζ Λ., ακολουθεί με βήματα ντετέκτιβ ο αφηγητής και συμπρωταγωνιστής Κρις[1], μιας γυναίκας που έζησε μόνη και σχεδόν αγνοημένη τα τελευταία της χρόνια, σ’ έναν ασφυκτικό χώρο στο Παρίσι, γεμάτο φυλλάδια, σημειώσεις, γραπτά, εφημερίδες και… σκουπίδια. Έξι μήνες μετά τον θάνατό της από καρκίνο του πνεύμονα, ο Κρις και η αδερφή του η Αριάν αδειάζουν το διαμέρισμά της μητέρας τους «όπως κατεβάζεις ένα μπουκάλι, μονομιάς, σε μια κατάσταση κοντά στη μέθη, θέλοντας να τελειώσουμε το ταχύτερο, με τη βιασύνη και τον πρωτογονισμό κάποιου που διαπράττει ένα απεχθές έγκλημα». Ωστόσο, σιγά σιγά αποκαλύπτεται στον έκπληκτο Κρις αλλά και στον αναγνώστη ότι πίσω απ’ αυτήν την διακριτική προσωπικότητα που έζησε τα τελευταία χρόνια σαν σκιά, κρυβόταν ένας ολόκληρος κόσμος, ριψοκίνδυνος και σιωπηλά επαναστατικός.
     Με πολλά φλας μπακ αλλά και αναφορές στο παρόν του αφηγητή, αναπαρίστανται θραύσματα μιας ζωής «σπαταλημένης» και λησμονημένης, που έζησε αυθεντικά αλλά χωρίς απαιτήσεις, ούτε καν την προσδοκία να την κατανοήσουν οι κοντινοί της άνθρωποι. Παράλληλα ζωντανεύει αυτή η «χρυσή» εποχή της γαλλικής αμφισβήτησης, τα ταραγμένα χρόνια του πολέμου με την Αλγερία (1954-1962), κατά τα οποία η εξουσία έδειξε το φρικτό της πρόσωπο, και ο φοιτητικός κόσμος σε απάντηση οργανωνόταν αυτόματα για να κάνει το όραμα μιας δίκαιης κοινωνίας εφικτό. Είναι η εποχή που κυοφορεί τον Μάη του ’68.
     Ο αυθεντικός τίτλος του πρωτότυπου είναι «Le guetteur», δηλαδή, «αυτός που παρακολουθεί». Μία περίεργη συγκυρία «παρακολουθήσεων» διατρέχει το έργο… Αρχικά στο επίπεδο του «σήμερα» ο γιος, ο Κρις, ανιχνεύει κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να του δώσει απαντήσεις στο «ποια ήταν πραγματικά» η μητέρα του (π.χ. η γυναίκα που νόμιζα πως ήξερα δεν έγραφε). Έχει αφήσει πίσω της ένα δωμάτιο σκοτεινό, ακατάστατο, που μυρίζει τσιγαρίλα και χλωρίνη, με πολλές άχρηστες σημειώσεις και προσπάθειες αρχινισμένες να γράψει αστυνομικό μυθιστόρημα (όπου κι εδώ έχουμε έναν «guetteur», ως μυθιστορηματικό ήρωα). Ο δικός μας «guetteur» προσπαθεί, διαβάζοντας αυτές τις ημιτελείς προσπάθειες, να μπει στους μαιάνδρους της σκέψης της Φρανσουάζ. Ποτέ ωστόσο δεν θα μπορούσε να υποψιαστεί ότι η μητέρα του στα νιάτα της ήταν η ίδια στόχος ενός δικτύου παρακολούθησης, ως μέλος αντιστασιακής, παράνομης οργάνωσης, και είχε μάλιστα και ψευδώνυμο, Σοφί.
     Ο Κρις, δημοσιογράφος και μεταφραστής στο επάγγελμα, είναι συνηθισμένος στην ανασύσταση κειμένων (ένιωθα περισσότερο αρχαιολόγος παρά οικοδόμος. Από ένα σωρό πέτρες έπρεπε να αναπαραστήσω κάτι εξαφανισμένο, έναν αρχαίο τρόπο ζωής, έναν ξεχασμένο πολιτισμό). Η μητέρα του των τελευταίων χρόνων, μια γυναίκα-φάντασμα, πάντα εξαντλημένη, θολή, χλωμή, διακριτική και ολιγαρκής, ποτέ πιεστική σαν μάνα -δεν έκανε ποτέ κάποια κίνηση για να κρατήσει τον γιο της κοντά της. Ο οποίος τώρα, μετά θάνατον, πίσω από την κοινότοπη και σιωπηλή ζωή της ανακαλύπτει ψήγματα από ένα παρελθόν, που αποκτούσαν ένα βάθος κι ένα μέγεθος απρόβλεπτο (επισκεπτόμουν τον τόπο ενός εγκλήματος στο οποίο είχα γίνει συνένοχος. Ήταν μάταιο να σβήσω τα σημάδια της παρουσίας μου. Δεν κινδύνευα να ενοχοποιηθώ από τα ίχνη μου, αλλά από την απουσία τους. Ήμουν ένοχος για μη αρωγή ανθρώπου σε κίνδυνο). Αυτά που ανακαλύπτει ανασυνθέτουν έναν κόσμο που δίνει νόημα στο ασήμαντο. Κόκκοι άμμου που αφηγούνται ένα εξαφανισμένο κόσμο/αποσπάσματα, μικρά τίποτα, διάστικτες γραμμές που αρκεί κανείς να τα ενώσει για να ανασχηματιστεί μια ολόκληρη ζωή. Λίστες, κινήσεις λογαριασμών, έξοδα, καταγεγραμμένη κάθε λεπτομέρεια μέχρι και… κάθε τσιγάρο που κάπνιζε!
     Ο συγγραφέας- αφηγητής δεν νιώθει μόνο τύψεις επειδή παραμέλησε την μοναχική μητέρα, ούτε επειδή προς έκπληξή του ανακαλύπτει μια πολύ δυναμική και ενεργή γυναίκα έτοιμη να κινητοποιηθεί ανά πάσα στιγμή, να τρέξει να βοηθήσει όλους τους καταραμένους της γης, με αξίες και κοινωνικό όραμα. Αρχικά, διστάζει να ξεφυλλίσει τα «μπλε τετράδια» των λογοτεχνικών της πειραμάτων (διάλεξε στην τύχη κάποια που τα «έσωσε» απ’ την καταστροφή), αλλά και τις σημειώσεις: Δεν μου ανήκαν. Όταν τα πήρα είχα την εντύπωση ότι διέπραττα κλοπή, ότι λεηλατούσα έναν τάφο ή ότι χάκαρα έναν σκληρό δίσκο. Σφετεριζόμουν το παρελθόν μιας γυναίκας που δεν είχε ανοιχτεί ποτέ σε κανέναν, ούτε καν στα παιδιά της. Δεν είναι όμως μόνο η ενοχή της αδιακρισίας, αλλά και η ανησυχία μήπως πίσω από το προπέτασμα της αδιαφορίας και της παραίτησης ανακαλύψει δυστυχία και πόνο (μίσος, χολή, κάτι μαύρο, πολύ μαύρο).
     Ωστόσο, δεν ανακαλύπτει ίχνη προσωπικής δυστυχίας αλλά ευαίσθητες χορδές σχετικά με τα προβλήματα του κόσμου… Η Φρανσουάζ, μέσα από τα θραύσματα της γραφής της προσανατολίζεται σε «μια λογοτεχνία που αποσκοπεί λιγότερο στο να λύσει ένα αίνιγμα από το να δείξει τη μαυρίλα της κοινωνίας». Ζει σ’ ένα «νουάρ» σύμπαν όπου τα σύγχρονα προβλήματα (ομοφοβία, μεταναστευτικό, AIDS, κλπ) την φέρνουν κοντά στους περιθωριακούς, τους φτωχούς, τους απόκληρους. Από τότε που φοιτήτρια ακόμα ερωτεύτηκε και εκείνος την παράτησε, σταμάτησε τις σπουδές της, και βυθίστηκε στην κατάθλιψη, απαρνούμενη το πατρικό σπίτι της (θέλει να γίνει ταυτόχρονα περισσότερο και λιγότερο αστή από τους γονείς της, πιο σικ, πιο καλλιεργημένη, αλλά ταυτόχρονα πιο ελεύθερη, πιο μποέμ). Διάβαζε, ονειρευόταν, βαριόταν, έπινε και κάπνιζε υπερβολικά, και προσχώρησε σ΄έναν ιδιότυπο ακτιβισμό, στις αριστερίστικες ομάδες (όπου γνώρισε και τον πατέρα του Κρις). Πίσω από την απάθεια και την φαινομενική παραίτηση κρυβόταν μια γυναίκα νευρική, σε εγρήγορση, σε επιφυλακή (Ήταν μια οργισμένη γυναίκα. Ήθελε για πολύ καιρό να αλλάξει τον κόσμο. Δεν υπήρχε υποταγή μέσα της, ούτε εξέγερση, αλλά μάλλον μια γενική απεργία, μια διαρκής κατάληψη, δεκάδες εκατομμύρια λεπτά σιωπής).
     Μέσα από τα άπειρα σημειώματα ο Κρις συνειδητοποιεί ότι η μητέρα του συμμετείχε σε όλων των ειδών τις διαδηλώσεις, συναντήσεις, εκδηλώσεις, μοίρασμα προκηρύξεων κλπ ενώ η γκάμα του ακτιβισμού ήταν τεράστια: πόλεμος κατά της ανεργίας, της θανατικής ποινής, του ρατσισμού κλπ κλπ. (έβραζε κάτω από την επιφανειακή της υποτονικότητα/ένα καζάνι διαρκώς έτοιμο να εκραγεί).
     Ωστόσο οι εκπλήξεις δε σταματούν εδώ, αντίθετα η επίμονη έρευνα , σε συνδυασμό με κάποια παράδοξα ευρήματα, δημιουργεί στον… ιχνηλάτη αφηγητή κάποια ερωτήματα: πόσο την επηρέασε ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος (είναι ένα παιδί του πολέμου/ ζηλεύει τους μεγαλύτερούς της. Σκέφτεται πως παρά δέκα χρόνια έχασε την ευκαιρία να λάβει μέρος στην αναρρίχηση σε αυτό το τεράστιο και επιβλητικό βουνό); γιατί η μητέρα του, στα χρόνια της απομόνωσης είχε προσλάβει ιδιωτικό ντετέκτιβ; Γιατί είχε τέτοια εμμονή με τον Τάλους Τέιλορ, τον γείτονά της (παρεμπιπτόντως ήταν ο δημιουργός του γνωστού καρτούν Barbapapa), για τον οποίο πίστευε ότι χρηματοδοτούσε κάποιον γείτονα για να την… παρακολουθεί; Ποιος είναι ο αόρατος διώκτης από τον οποίο προσπαθεί επί ματαίω να διαφύγει; Ποια είναι η σχέση της με τους Αλγερινούς (που δεν τους ήξερε καθόλου) και τι είναι αυτό που την έκανε να αλλάξει και να ενταχτεί στον αγώνα προς υπεράσπισή τους; ποια ενοχή θα μπορούσε να δικαιολογήσει τις πράξεις και τη στάση ζωής της (όπως δήλωσε και η ψυχολόγος της στον Κρις, «κάτι που είχε κάνε, είχε παρακάνει ή είχε δεν είχε κάνει;»).
 Να’ τοι ξανά, μόνοι εναντίον όλων,
με τις απαγορευμένες και πλέον ανώδυνες κινήσεις τους,
τα ξύλινα αλογάκια τους, μισοκωμικοί, μισοτραγικοί,
να δίνουν έναν αγώνα που, όπως λένε,
δεν είναι καν δικός τους.
     Μέλη αρχικά διαφόρων αριστερών γκρουπούσκουλων με ήπια ακτιβιστική δράση (δεν είναι άνθρωποι του σκοταδιού αλλά του μισοσκόταδου), ο «διοπτροφόρος» συμφοιτητής (ο πατέρα του Κρις) και η Φρανσουάζ-Σοφί εντάσσονται στην «Jeune resistance» (η πρώτη οργάνωση που αντιστάθηκε στον πόλεμο της Αλγερίας). Μια ήπια δραστηριότητα («agit-prop», δράση και προπαγάνδα) που δεν τους ενώνει ακριβώς με τους «Αδελφούς», με το μεγάλο αντιστασιακό κίνημα αλλά αποτελεί παρακλάδι. Χωρίς οι ίδιοι να είναι Αλγερινοί, κάποια στιγμή απειλούν να περάσουν στη δράση χωρίς να γνωρίζουν καλά καλά τι εννοούν μ’ αυτό. Ο πατέρας, με το ψευδώνυμο Κριστόφ, κι ο Ζαν Κλωντ μαζί με τον βιβλιοπώλη Μπαρμπιέ στήνουν δίκτυο, διαθέτουν όπλα, βλέπουν παντού συνωμότες/ζουν μέσα σε μια διαρκή ψύχωση ενός πραξικοπήματος ή ενός εμφυλίου πολέμου, τους διακατέχει ένας φόβος που είναι ταυτόχρονα φανταστικός και πολύ πραγματικός, καθώς τροφοδοτείται από έναν άλλον πόλεμο, βρώμικο, χωρίς όρια, έναν πόλεμο ολοκληρωτικό που διασχίζει τη Μεσόγειο από τις αρχές της άνοιξης σαν αποδημητικό πτηνό, μεταφέροντας στο γαλλικό έδαφος το δικό του μερίδιο από δολοφονίες, ξεκαθαρίσματα λογαριασμών, βασανιστήρια, ανατινάξεις. Είναι η εποχή που φουντώνουν τα αντιστασιακά νεανικά κινήματα, που προσδοκούν τη «Μεγάλη Βραδιά», τη μεγάλη ταξική επανάσταση.
     Η μικρή επαναστατική ομάδα στην οποία προσχωρούν εκπροσωπείται από τον μελαμψό άντρα με τα πολλά ονόματα (Ματζούμ Μπενζαρφά, ο «Μαύρος», Μαρσέλ, Άρμστρονγκ). Είναι μέρος της σύνθετης πυραμιδωτής δομής του FLN[2]. Ο αφηγητής/συγγραφέας ψάχνει πρόσωπα της εποχής και αναζητά μαρτυρίες μεταφέροντάς μας σ’ αυτόν τον κόσμο της περιθωριακής παρανομίας, σ’ έναν απέλπιδο αγώνα όπου «η ιστορία εξήντα χρόνια μετά εξακολουθούσε να τους διαφεύγει». Σ’ αυτό τον κόσμο όπου προσχώρησε σιγά σιγά και διακριτικά η μητέρα, μοιράζοντας φυλλάδια και περιοδικά, μαζί με όλους αυτούς που αντιστέκονταν στον φασισμό (κομμουνιστές, αναρχικούς, τροτσκιστές κλπ): αποκλεισμένη από τις παραγωγικές δυνάμεις, είχε υιοθετήσει αρκετά φυσικά τη μεγάλη υπόθεση της εποχή της, όλους τους «χωρίς», τους χωρίς δουλειά, τους χωρίς χαρτιά, τους χωρίς στέγη, τους χωρίς όνομα, τους χωρίς πρόσωπο/ ήταν μια αγκιτάτορας, μια εξεγερμένη, μια Wonder Woman του ακτιβισμού, ένα δονκιχωτικό πλάσμα που αναζητούσε συνεχώς ανεμόμυλους για να επιτεθεί. Καθώς είναι υπεράνω υποψίας, της ανατίθεται να κρύψει βασικά στελέχη της οργάνωσης -πιθανόν και του αρχηγού του FLN-, που φυσικά η Γαλλική Αστυνομία, σε συνεργασία με την DST (Υπηρεσία Αντικατασκοπείας), ανακαλύπτει και συλλαμβάνει, δεν δίνει ωστόσο σημασία στην Σοφί/Φρανσουάζ, έχοντας στόχο μόνο να φτιάξει το οργανόγραμμα της Ομοσπονδίας του FLN,και μετά δυο τρεις ημέρες ζοφερής κράτησης αφήνεται ελεύθερη.
     Αυτά είναι κάποια απ’ τα βασικά στοιχεία της παρελθοντικής ζωής της Φρανσουάζ-Σοφί, της «Κοντορεβυθούλας», της δυναμικής γυναίκας που ανακάλυψε ο Κρις πίσω από την παραιτημένη γυναίκα που λίγο πριν τον θάνατο μόνο απ’ το κάπνισμα δεν είχε παραιτηθεί. Μέσα από πολλούς μάρτυρες που με κόπο εντοπίζει, προσπαθεί να σχηματίσει το παζλ μιας σύνθετης ζωής, αλλά και μιας σκληρής εποχής με ασυγχώρητα εγκλήματα από την γαλλική Κυβέρνηση.
     Χωρίς ποτέ να μπορέσει να ανασυστήσει και να συμπληρώσει όλα τα κενά της αφήγησης μιας ζωής, ο guetteur μας ωστόσο συνειδητοποιεί για την μητέρα του: 
     Η μητέρα μου προσπαθούσε να επανασυνδέσει τα νήματα, να ξαναβρεί τη νεότητά της, την εποχή της αθωότητάς της ή της ενοχής της, μια πρώτη ζωή, ίσως τη μόνη, την αληθινή, να την ξαναπιάσει από εκεί που την είχε αφήσει, σαν να επιδίωκε ματαίως να επανακκινήσει μια ταινία που είχε μπει εδώ και πολύ καιρό σε παύση.
Χριστίνα Παπαγγελή

[1] μόνο μια φορά αναφέρεται το όνομά του, και όψιμα υποψιάζεσαι ότι πρόκειται για αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα
[2] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%91%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%9C%CE%AD%CF%84%CF%89%CF%80%CE%BF_(%CE%91%CE%BB%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B1)

Τρίτη, Δεκεμβρίου 12, 2023

το σπίτι στον Βόσπορο, Ζουλφί Λιβανελί

     Άλλη μια συναρπαστική και συγκινητική ιστορία μας αφηγείται ο αγαπημένος Τούρκος συνθέτης και συγγραφέας, μεταφέροντας στον αναγνώστη την ομορφιά του Βόσπορου, την πολυπολιτισμικότητα, την ταχύρρυθμη μεταμόρφωσή, την ιστορία αυτής της περιοχής της Ιστανμπούλ. Όπως γράφει ο ίδιος ο Λιβανελί στον πρόλογο, «η ιστορία της περιοχής αυτής του κόσμου είναι μια ιστορία κατάληψης της περιουσίας του ενός από τον άλλον/σπίτια που αδειάζουν, σπίτια που γεμίζουν, αγώνες δικαστικοί για την κτηματική περιουσία».
     Όλοι γνωρίζουμε την ομορφιά και την ιδιαιτερότητα που είχαν και διατηρούν ακόμα τα «γιαλιά» [1] στην περιοχή του Βόσπορου και των Πριγκιποννήσων, τις τεράστιες αριστοκρατικές ξύλινες επαύλεις χτισμένες πάνω στην όχθη χωρίς να μεσολαβεί κάποιος ελεύθερος χώρος εκτός απ' την απαραίτητη προκυμαία (στις παραλιακές επαύλεις-είδος κατοικίας που δεν υπήρχε στα βυζαντινά χρόνια- οι άνθρωποι διήγαν έναν τρόπο ζωής καθαρά τουρκικό, και, παρά την ευρωπαϊκή εκπαίδευση που δινόταν στα παιδιά, η ζωή στα γιαλιά απηχούσε τον τουρκικό πολιτισμό).
     Ο συγγραφέας χτίζει μια ιστορία που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι αληθινή, αλλά πατάει και σε παραμυθιακά στοιχεία, όπως η ξεπεσμένη αρχόντισσα, η κακιά νύφη, ο μεγάλος μοιραίος έρωτας, απότομη μεταβολή της τύχης, οι άνθρωποι οι άξεστοι, κακοποιημένοι και στερημένοι που με την αγάπη μεταμορφώνονται ενσαρκώνοντας την αξία της ανθρωπιάς. Το νόημα της αγάπης αναδεικνύεται έμμεσα, χωρίς υπογραμμίσεις, ενώ ταυτόχρονα βλέπουμε να διεισδύει ο σύγχρονος δυτικός τρόπος ζωής στους ανατολίτικους ρυθμούς και να διαβρώνει τις πατροπαράδοτες αξίες. Αληθοφάνεια σε συνδυασμό με το σασπένς, την διεισδυτική ψυχογράφηση και τη φαντασία είναι τα χαρακτηριστικά που συναρπάζουν τον -ρομαντικό;- αναγνώστη.
     Σε μια τέτοια έπαυλη, σ’ένα από αυτά τα περίφημα «γιαλιά» λοιπόν, έζησε όλη της τη ζωή η «γηραιά κυρία» Λεϋλά, όπως η ίδια ήθελε να την αποκαλούν (και όχι χανούμ/κυρία ή θεία), μέχρι που αναγκάστηκε, με τον θάνατο του παππού της, να πουλήσει την έπαυλη στον Σαλίχ μπέη. Κράτησε όμως τον τίτλο ιδιοκτησίας του μικρού μονώροφου παράσπιτου, που παλιότερα ήταν το σπιτάκι του κηπουρού, κι έζησε εκεί ολομόναχη από 19χρονών. Ο νέος ιδιοκτήτης όμως του κυρίως σπιτιού, Ομέρ Τζεβχέρογλου με την απαράδεκτη σύζυγό του Νετζλά, της κάνει τώρα έξωση με πλαστό έγγραφο από γιατρό (ότι τάχα η Λεϋλά έχει ψυχική νόσο). Η πρώτη πρώτη λοιπόν σκηνή του βιβλίου δείχνει την Λεϋλά καθισμένη πάνω στις βαλίτσες έξω απ’ τον κήπο, να στέκεται αξιοπρεπής για δυο μερόνυχτα επαναλαμβάνοντας «Εγώ γεννήθηκα στο γιαλί, σ’ αυτό έζησα όλη μου τη ζωή κι εδώ σκοπεύω να πεθάνω. Δεν μπορώ να πάω πουθενά αλλού», ενώ γείτονες και γνωστοί -που την αγαπούσαν και την σέβονταν- προσπαθούν να της εξηγήσουν τα… ανεξήγητα.
     Η 77χρονη Λεϋλά, δισεγγονή του Βόσνιου πρόσφυγα («μουχατζίρ από τη Ρούμελη»), που από Μικρή Κυρία έχει γίνει τώρα «Μεγάλη Κυρά», έχει μεγαλώσει με τη γιαγιά και τον παράλυτο παππού, τον Μπόσναλι Αμπντουλλάχ Αβνί πασά που ήταν ένας από τους αξιωματικούς που πολέμησαν στον πόλεμο «για να μη χαθεί η Ρούμελη» (η απώλεια των εδαφών της αυτοκρατορίας στην Ευρώπη θεωρούνταν στο σπίτι εκείνο κάτι σαν τον θάνατο αγαπημένου μέλους της οικογένειας, που το πένθος του θα διαρκούσε για πάντα. Αργότερα η Λεϋλά θα αντιλαμβανόταν ότι αυτό για την οικογένεια ήταν μια ανοιχτή πληγή που δεν θα έκλεινε ποτέ). Κι άλλες πληγές όμως κρύβει η οικογενειακή ιστορία της Λεϋλά, και πρώτο πρώτο το τρομερό μυστικό της καταγωγής της: η μητέρα της Χαντάν πέθανε στη γέννα, αφού είχε ερωτευτεί παράφορα τον Εγγλέζο λοχαγό Ρόμπερτ Ουίτακερ, αξιωματικό των εγγλέζικων δυνάμεων κατοχής (επομένως «εχθρό» του έθνους). Ο κεραυνοβόλος έρωτας ήταν αμοιβαίος, κι απ’ τις κρυφές συναντήσεις γεννήθηκε η Λεϋλά. Ωστόσο η ντροπή ήταν τόσο μεγάλη που ο θείος Ιζέτ Κεμάλ εκδικήθηκε στήνοντας ενέδρα και σκοτώνοντας τον Ουίτακερ, ενώ λίγο αργότερα θα δολοφονηθεί κι ο ίδιος.
     Αυτή η περήφανη λοιπόν γυναίκα, με την αριστοκρατική καλλιέργεια και μόρφωση και το βαρύ παρελθόν, βρέθηκε στον δρόμο μέχρι που την συνάντησε ο δημοσιογράφος Γιουσούφ, ο γιος του κηπουρού (στο σπιτάκι του οποίου έμενε η Λεϋλά στα τελευταία χρόνια της ζωής της) και αναλαμβάνει την κάλυψη της είδησης ότι «μια τρελή κάθεται μπροστά στην πόρτα του γιαλιού των Μπόσναλι» (την ξέρω αυτήν την γυναίκα. Δεν είναι καμιά τρελή).
     Ο Γιουσούφ είναι το δεύτερο σημαντικό πρόσωπο της ιστορίας και, ναι, την ήξερε την Λεϋλά από μικρό παιδί, την θαύμαζε, την αγαπούσε. Ήταν η μόνη από τους ενήλικες που του φερόταν όπως ακριβώς φερόταν και σε όλους τους άλλους ανθρώπους. Του έδινε χαρτζιλίκι, σύκα ή γιασεμιά, και είχε όμορφα πράγματα στο σπίτι της. Τα παιδικά του χρόνια ήταν συνδεδεμένα με τον όμορφο κήπο με τις μανόλιες, τις ροδιές, τις πορτοκαλιές, σπάνια τριαντάφυλλα και λουλούδια. Έτσι ο Γιουσούφ, με την ιδιότητα του δημοσιογράφου παρεμβαίνει παίρνοντας «προσωρινά» την Κυρά στο σπίτι του, κι εκείνη δέχτηκε μετά την υπόσχεση ότι θα κάνουν «τα πάντα για την ακύρωση του ψεύτικου χαρτιού».
     Στο σημείο αυτό της αφήγησης μπαίνει και το τρίτο πρωταγωνιστικό πρόσωπο, η συγκάτοικος/ερωμένη του Γιουσούφ, η Ρουκιέ (ή Ρόξυ επί το καλλιτεχνικότερον, εφόσον είναι συνθέτης και τραγουδίστρια χιπ-χοπ)! Ο Γιουσούφ από μεγαλοψυχία κάλεσε μεν την Λεϋλά στο σπίτι του, ή μάλλον στο διαμέρισμά του, αλλά όταν το συνειδητοποίησε, τον έπιασε πανικός! Γιατί εδώ και πέντε μήνες είναι ερωτευμένος και συζεί με την απρόβλεπτη και απρόσιτη Ρουκιέ/Ρόξυ: δεν θα ήταν καθόλου εύκολο, αλήθεια, να συστήσει κανείς τη Ρόξυ στη Μεγάλη Κυρά. Όσο το σκεφτόταν, του ερχόταν λιποθυμία.
     Πράγματι, όταν η Ρόξυ συνειδητοποιεί ότι το «απολίθωμα» θα μείνει μαζί τους η αντίδρασή της είναι σπασμωδική έως ακραία, αν και είναι υποχρεωμένη να το ανεχτεί. Γίνεται αγενής και προσβλητική (τα λόγια γίνονταν καυτό λάδι και έκαιγαν την καρδιά της Λεϋλά χανούμ), και φέρνει σε δύσκολη θέση την Λεϋλά, που δεν έχει όμως άλλη επιλογή απ’ το να παραμείνει, έστω και ανεπιθύμητη. Γιατί η Ρόξυ είναι το άκρο αντίθετο της Λεϋλά: ένα λαϊκό, θυμωμένο κορίτσι που ξέφυγε από τον στενό κλοιό της οικογένειάς της και ζει μόνη· με στενά μαύρα δερμάτινα, σκουλαρίκια, μπότες, γαλάζια τσουλούφια κλπ, κρύβει ένα πολύ σκοτεινό και πονεμένο παρελθόν πίσω απ’ τους οργισμένους στίχους της. Έτσι, μέσα από τη συνάντηση των δύο αγεφύρωτων κόσμων, της Λεϋλά και της Ρόξυ, (παράδοση και ανατολή – σύγχρονη ζωή και δύση), προχωράει διαλεκτικά η ιστορία, σε μια «σύνθεση» αγωνιώδη αλλά και γοητευτική.
     Δεν είναι όμως μόνο η σχέση της Λεϋλά με την Ρόξυ που δίνουν ώθηση στην πλοκή. Είναι και η σχέση της Ρόξυ με τον Γιουσούφ που ξεδιπλώνεται όταν έρχεται η ώρα, έτσι ώστε οι αναγνώστες να μάθουμε και να καταλάβουμε τον αψύ χαρακτήρα της Ρουκιέ, που ταίριαξε με τον πράο και συναισθηματικό Γιουσούφ. Εκείνη, ατίθαση παράτολμη και ασυμβίβαστη, που ποτέ δεν είχε γνωρίσει την βαθιά και ανιδιοτελή αγάπη, θεωρούσε τον Γιουσούφ τον καλύτερο, ευγενέστερο και πιο έντιμο απ’ όλους τους άντρες με του οποίους είχε κοιμηθεί ως τώρα (ένα τόσο υποχρεωτικός, τόσο ευγενικός και ώριμος Τούρκος δε χωρούσε σε κανένα από τα γνωστά της πρότυπα). Εκείνος απ’ την άλλη έχει συνηθίσει στις τρέλες της, την αποδέχεται όπως είναι κι ενώ αναγνωρίζει ότι υπάρχουν γυναίκες πιο όμορφες και πιο… συμπαθητικές, η Ρόξυ ήταν ένα πλάσμα που ολοκλήρωνε το σώμα και την ψυχή του.
     Άλλη δυαδική σχέση όπου βλέπουμε την πάλη του παλιού με το νέο, της παράδοσης με τον εκσυγχρονισμό, είναι η σχέση του Ομέρ μπέη (του καινούργιου ιδιοκτήτη του γιαλιού) με τον πατέρα του Αλή αλλά και με την όμορφη γυναίκα του την Νετζλά (την «κακιά νύφη»). Η Νετζλά, νεόπλουτη ασήμαντης καταγωγής, θέλει να ανέλθει κοινωνικά μέσα απ’ το γάμο με τον επιχειρηματία Ομέρ. Είναι αυτή που πείθει τον πιο συγκαταβατικό Ομέρ να πετάξουν έξω την Μεγάλη Κυρά, μαζί με όλα τα πατροπαράδοτα έπιπλα και τις αντίκες (από τις οποίες επωφελήθηκαν οι «βουνίσιοι» -ένας πληθυσμός λαϊκών ανθρώπων που με τον καιρό συγκροτήθηκε σε γειτονιές πίσω απ΄την ακτογραμμή των γιαλιών, και κατοικούσε μέσα στα δάση και στους λόφους σε μικρά χτίσματα). Η Νετζλά δεν θέλει κατ’ ουδένα τρόπο τον Αλή, τον πατέρα του Ομέρ να συγκατοικήσει μαζί τους (όπως και να’ χει είναι ένας υπηρέτης), ούτε καν θέλει να τον συναντήσει.
     Ο Αλή, απ’ τη μεριά του, νιώθει μεν την απώθηση της νύφης του, απ’ την άλλη το όνειρο της ζωής του είναι να ζήσει κι αυτός μια ζωή όπως τη ζούσαν οι παλιοί πασάδες. Έχοντας δουλέψει πολύ σκληρά, από πάππου προς πάππου, υπηρετώντας πασάδες και μπέηδες με υπευθυνότητα και συνέπεια, ήρθε η στιγμή να ζήσει τα τελευταία του χρόνια δίνοντας ο ίδιος διαταγές και απολαμβάνοντας τις υπηρεσίες των άλλων όντας αυτός πια αφεντικό. Στην οικογενειακή ιστορία του Αλή αναγνωρίζουμε ένα κομμάτι της τουρκικής κουλτούρας: ο παππούς του, Τζεβχέρ αγάς, ήταν μεν υπηρέτης αλλά στο «περίφημο κονάκι των Ντουρριζαντέ», πασίγνωστο για την πολυτέλεια και την γενναιοδωρία με την οποία φιλοξενούσαν δεκάδες καλεσμένους- θρύλοι συνόδευαν τον αρχικελάρη στο πώς περιποιήθηκε τον ίδιο τον σουλτάνο Μαχμούτ, και αργότερα τον Γαζη Μουσταφά Κεμάλ.
     Βαριά κληρονομιά λοιπόν κουβαλάει στις πλάτες του ο Αλή, που τροφοδοτεί το όνειρό του να εκπαιδεύσει τον γιο του ώστε να είναι πια ο ίδιος αφεντικό. Παρόλο που αγαπούσε τα αφεντικά του ο ίδιος και δεν ένιωθε καμιά δυσαρέσκεια απέναντί τους, έφτασε πια η ώρα να είναι το αφεντικό σε μια έπαυλη, να απολαμβάνει σεβασμό.
Λεϋλά -Ρόξυ
     Βλέπουμε λοιπόν ότι οι ιστορικές συγκυρίες, που επέβαλαν τον εκσυγχρονισμό και την προσάρτηση της Τουρκίας στο άρμα του εξευρωπαϊσμού, έχουν αντίκτυπο στα ήθη και στις σχέσεις των ανθρώπων. Οι ήρωές μας ζυμώνονται και εξελίσσονται μέσα σ’ αυτές τις αντιθέσεις, πολλές φορές συγκρούονται κι άλλες φορές συμφιλιώνονται.
     Ο κύριος άξονας όμως της πλοκής παραμένει η αντίθεση της Λεϋλά με τη Ρόξυ, γιατί εκπροσωπούν τους δύο αντίθετους κόσμους. Η Λεϋλά, παρόλη την ηλικία της διατηρεί μια παρθενική ματιά στον κόσμο που την περιβάλλει και την αιφνιδιάζει (στο παράξενο διαμέρισμα του Τζιχανγκίρ, η Λεϋλά χανούμ γνώρισε τόσους διαφορετικούς ανθρώπους όσους δεν είχε γνωρίσει όλη της τη ζωή/η παρατήρηση του καινούριου κόσμου στον οποίο είχε εισέλθει ήταν η μόνη παρηγοριά της εκείνες τις στενάχωρες μέρες). Παρακολουθούμε με λεπτομέρεια τα αισθήσεις της να αμβλύνονται για να κατανοήσει τις καινούριες αυτές εμπειρίες. Γιατί η Ρόξυ δεν είναι απλώς μια μοντέρνα κοπέλα αλλά τραγουδίστρια χιπ- χοπ, και παρόλο που είναι εξαιρετικά αγενής, διεγείρει το ενδιαφέρον της Λεϋλά (η κοπέλα αυτή δεν έμοιαζε με καμιά από τις γυναίκες που είχε γνωρίσει από τότε που ήταν παιδί)! Καθώς παρακολουθεί τους νέους του συγκροτήματος που κάνουν πρόβα στο διαμέρισμα, νιώθει ότι βιώνει «μια μοναδική εμπειρία» (είχαν μια απερίγραπτη ανεξαρτησία, έναν ζεμανφουτισμό στις κινήσεις τους/τους χαρακτήριζε μια ακηδία). Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε τις διαφορές στην εμφάνιση ή στη γλώσσα…
     Απ’ την άλλη η Ρόξυ εντυπωσιάζεται που μια τέτοια, κομψή, περήφανη και αγέρωχη γυναίκα έζησε τόσα χρόνια μόνη της, «χωρίς την ανάγκη κανενός»… Αρχίζει και μαλακώνει απέναντί της καθώς μικρά βήματα προσέγγισης από τη μεριά της Λεϋλά τους φέρνει πιο κοντά. Αποκορύφωμα, η διόρθωση των ακομπανιαμέντων που έκανε η Λεϋλά στο καινούργιο τραγούδι χιπ-χοπ, παίζοντας πιάνο! Ο σεβασμός και η εκτίμηση φτάνουν στο ζενίθ όταν η Ρόξυ συνειδητοποιεί ότι η Λεϋλά ξέρει γλώσσες, επομένως καταλάβαινε τις γερμανικές βρισιές που εκείνη ξεστόμιζε εναντίον της. Η συμπάθεια γίνεται αυμασμός όταν κρυφοκοιτάζει το ημερολόγιο της ηλικιωμένης γυναίκας. Συνειδητοποιεί κάποια στιγμή ότι η απαξίωση που δεχόταν η Λεϋλά λόγω της «μπάσταρδης» καταγωγής της ήταν παρόμοια με τη δική της απαξίωση (το μόνο που ήθελε ήταν σεβασμός, τίποτα άλλο).
     Η Λεϋλά γρήγορα κερδίζει την εμπιστοσύνη και των υπόλοιπων νεαρών, γνωρίζει και καινούργια άτομα από καλλιτεχνικούς κύκλους, και μάλιστα ένας απ’ αυτούς, σκηνοθέτης, την συμβουλεύεται ως «κράμα της κοινωνίας των Οθωμανών και της Νέας Τουρκίας». Η μεταμόρφωση της κοινωνίας με την άφιξη του Κεμάλ είναι το θέμα σπαρταριστών αφηγήσεων από τη Λεϋλά (σαν είδε πόσο ενδιαφέρθηκαν όλοι, σκηνοθέτης και παιδιά, λυπήθηκε κι έλιωσε το μέσα της για τα χρόνια που είχε περάσει χωρίς ούτε έναν άνθρωπο γύρω της). Η καλλιέργειά της καθηλώνει τους ακροατές με βιώματα ξένα για τη νέα γενιά, ενώ για τον αναγνώστη δίνεται η ευκαιρία να επισκοπήσει την νεότερη ιστορία της Τουρκίας από μια εσωτερική ματιά (Λεϋλά, αργότερα σε κάποιον Έλληνα γείτονα: εμείς δεν μπορούμε να ξεδιαλύνουμε την ιστορία με τα διαμορφωμένα από τον εθνικισμό του 19ου αιώνα μυαλά μας).
     Η μοίρα του γιαλιού
     Καθώς λοιπόν εκκρεμεί το αίτημα της Λεϋλά να ανακτήσει το σπίτι της (στον κήπο βέβαια του γιαλιού), οι παραπάνω σχέσεις εξελίσσονται και οι συναισθηματικές εντάσεις αλλάζουν τις δυναμικές –αλλάζει ο Αλή σε σχέση με τον γιο του και τη νύφη του, αλλάζει ο Γιουσούφ που δρα πιο δυναμικά με την στήριξη τώρα της μεταμορφωμένης και λόγω εγκυμοσύνης Ρόξυ, ενώ ο δεσμός της Λεϋλά με τους νεαρούς (και γενικότερα με τον καινούριο, εκσυγχρονισμένο κόσμο) γίνεται πιο βαθύς, πιο ουσιαστικός, γεμάτος τρυφερότητα και ανθρωπιά. Μια τελευταία «πράξη» θα φέρει τη λύση αποκαθιστώντας το αίσθημα δικαίου στον αναγνώστη, και χαρίζοντας γαλήνη στην συμπαθητική πρωταγωνίστριά μας:
     Το περίβλημα της μοναξιάς που είχε πλέξει γύρω της είχε διαρραγεί και κάτι είχε γλιστρήσει μέσα απ’ τη ρωγμή. Δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό το «κάτι». Αντιλαμβανόταν όμως ότι δεν της αρκούσε ο εαυτός της και μόνο. Υπήρχε ένας κόσμος εκεί έξω και η Λεϋλά τον είχε γνωρίσει. Δεν μπορεί πια να είναι όπως τότε που δεν τον γνώριζε.
Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Η ανέγερση γιαλιών ξεκίνησε από τις ανώτερες τάξεις της Κωνσταντινούπολης (κυρίως στελέχη της Υψηλής Πύλης) στα τέλη του 17ου αιώνα, για να κορυφωθεί το 19ο και να σταματήσει μετά την επικράτηση των Νεοτούρκων. Τα περισσότερα δεν υπάρχουν σήμερα - η φυσική φθορά του ξύλου σε συνδυασμό με σεισμούς, πυρκαγιές και την αδυναμία των ιδιοκτητών τους να τα συντηρήσουν όταν έπεφταν σε δυσμένεια (πράγμα διόλου σπάνιο), οδήγησε πολλά σε κατάρρευση (https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%AF).

Τρίτη, Νοεμβρίου 28, 2023

η ιστορία του αδερφού μου, Ζουλφί Λιβανελί

Δεν ξέρετε πως η αφήγηση είναι πιο πραγματική απ’ την πραγματικότητα 
ή αλλιώς ότι είναι ο μοναδικός τρόπος για να καταλάβουμε την πραγματικότητα;
     Μια απίστευτη ιστορία αφηγείται ο Αχμέτ Μπέη στη νεαρή και γεμάτη αθώα περιέργεια ανώνυμη δημοσιογράφο, μια «πραγματική» ιστορία με πρωταγωνιστή τον δίδυμο αδερφό του Μεχμέτ· μια ιστορία πάθους που κρατά σε αγωνία και υπερένταση την άπειρη κοπέλα, μακριά από το σπίτι της -χωρίς σχεδόν να το θέλει-, και θυμίζει τις ατέλειωτες μαγικές εξιστορήσεις της Χαλιμάς. Πρόκειται για εγκιβωτισμένη ιστορία μέσα στη συνολική πρωτοπρόσωπη εξιστόρηση μιας μεγαλύτερης αφήγησης, με πρωταγωνιστή αυτήν την φορά τον Αχμέτ, έναν ιδιόρρυθμο, «sui generis» μοναχικό άνθρωπο, που φαίνεται να απολαμβάνει τη μοναξιά του, για να μην πούμε ότι την επιδιώκει.
     Η γοητεία της παραμυθιακής, συναρπαστικής ιστορίας αγγίζει κατευθείαν τον αναγνώστη. Πράγματι, η αφηγηματική σαγήνη της γραφής του Λιβανελί (όπως και του Παμούκ και -είμαι σίγουρη, χωρίς να γνωρίζω- κι άλλων Τούρκων συγγραφέων) φαίνεται να κρύβει μια πλούσια παράδοση πίσω της, μια παράδοση της τεχνικής του παράδοξου/σοφού ανατολίτικου παραμυθιού, που αγκιστρώνει όχι μόνο το ενδιαφέρον και την περιέργεια για την πλοκή, αλλά αιχμαλωτίζει και το συναίσθημα, σκάβοντας βαθιά πηγάδια στον εσωτερικό κόσμο του ακροατή.
    Ο Αχμέτ είναι συνταξιούχος πολιτικός μηχανικός 58 χρονών, με αρκετά καλή οικονομική επιφάνεια, σε βαθμό που να έχει στην υπηρεσία του μια οικιακή βοηθό, την Χατιτζέ, με τον αργόστροφο γιο της , τον Μουχαρρέμ. Από τις πρώτες σελίδες παίρνουμε γεύση της εκκεντρικότητας του αφηγητή, που φτάνει στα όρια τέτοιου ψυχαναγκασμού που θα λέγαμε, από ψυχιατρική άποψη, ότι έχει πολλά από τα χαρακτηριστικά της σχιζοειδούς προσωπικότητας. Οι λεπτομέρειες του τρόπου διαβίωσης είναι από απίθανες μέχρι απολαυστικές, π.χ. τα σε απόλυτη τάξη πεντακάθαρα ρούχα του είναι ταξινομημένα με βάση την… θερμοκρασία για την οποία είναι κατάλληλα, ώστε κάθε πρωί, ανάλογα με την ένδειξη του θερμομέτρου, επιλέγει την κατάλληλη φορεσιά (η γκαρνταρόμπα μου είναι διαμορφωμένη με βάση την κλίμακα των πέντε βαθμών). Επίσης, -ενδεικτικό της υπέρμετρης φιλαναγνωσίας-, όλα τα δωμάτια είναι βιβλιοθήκες (εκτός από την κουζίνα, μόνο ένα δωμάτιο δεν είναι βιβλιοθήκη), τα δε ράφια με τα βιβλία, ως επί το πλείστον μεταλλικά, χωρίζουν τους χώρους σε υποδωμάτια, όπου τα βιβλία είναι κατανεμημένα σε συναισθήματα: δωμάτιο της εκδίκησης, της ζήλιας, του έρωτα, της αυτοκτονίας, του εγκλήματος κλπ (!!!) (ήταν αδύνατο να ζήσω χωρίς να καταλαβαίνω τα συναισθήματα). Γαργαλιστική λεπτομέρεια, ότι αποφάσισε να μην συμπεριλάβει και τη μουσική σ’ αυτά τα δωμάτια γιατί «η μουσική δεν εξηγούσε όπως η λογοτεχνία τα συναισθήματα, αλλά σκόπευε να κάνει τον άνθρωπο να τα νιώσει. Κι αυτό ήταν άχρηστο, μιας κι εγώ είχα ανάγκη να μάθω κι όχι να ζήσω τα συναισθήματα» (!!!).
     Ένας άνθρωπος επομένως εύστροφος μεν αλλά απονεκρωμένος συναισθηματικά, ή μάλλον καλοκλειδωμένος, ένας άνθρωπος που παθαίνει πανικό αν τον αγγίξει κάποιος άλλος άνθρωπος σωματικά, κι έχει μάλιστα επινόησει/κατασκευάσει ένα μηχάνημα για να εισπράττει την αναγκαία σε κάθε άνθρωπο αγκαλιά· που βλέπει οράματα με μοβ λαγούς να φεύγουν ή με μιναρέδες που σκύβουν στη λίμνη να πιουν νερό. Και καθώς προχωρά η γνωριμία μας μαζί του, βλέπουμε τις παραξενιές («αλλόκοτα χούγια» κατά την Αρζού) να πολλαπλασιάζονται. Ωστόσο είναι καλλιεργημένος, αγαπά την ποίηση, μελετά, ενδιαφέρεται για τους άλλους, ψάχνει, παρατηρεί. Η αυθεντικότητά του παρόλο τον ψυχαναγκασμό, δείχνει κάποιον που πιθανόν κρύβει μεγάλη πληγή, κι αυτό το μυστήριο είναι ίσως η βαθύτερη αιτία που βρήκα το μυθιστόρημα συναρπαστικό.
     Με αφορμή τη μυστηριώδη δολοφονία της όμορφης και προκλητικής Αρζού Χανούμ, μετά τη νυχτερινή δεξίωση στον κήπο του σπιτιού του Αλή και της Αρζού στην Ποντίμα, ένα ήσυχο ψαροχώρι στη Μαύρη Θάλασσα, αρχίζουν οι αστυνομικές έρευνες και οι δημοσιογραφικές ερωτήσεις, ταράζοντας την ησυχία του μικρού χωριού. Ο Αχμέτ, που ήταν κι αυτός ένας από τους καλεσμένους της γιορτής, δέχεται την απροσδόκητη επίσκεψη της άγνωστης δημοσιογράφου που του χτύπαγε επίμονα κι αναιδέστατα το κουδούνι (τόσο νέα, που δεν θα μπορούσε να είναι εισαγγελέας ή αστυνομικίνα). Την πρώτη γεύση της παραξενιάς του την δέχεται η επισκέπτρια από τις πρώτες φράσεις: (-Εσείς δεν είστε ο Αχμέτ Ασλάν; -Όχι.-Μα πώς είναι δυνατόν; Εσείς δεν μένετε σ’ αυτό το σπίτι; -Μένω. -Τότε λέγεστε Αχμέτ Ασλάν! -Όχι, δεν λέγομαι έτσι -Αλλά πώς; -Αχμέτ Αρσλάν (!!!))
     Όπως θα αποδειχτεί στη συνέχεια, το ένα αυτό γράμμα, ή αλλιώς η παραπλήσια προφορά του ονοματεπώνυμου κάποιου μπορεί να προκαλέσει σύγχυση της ταυτότητάς του και να αποβεί μοιραία για την πορεία όλης του της ζωής (αν ξέρατε τι θα μπορούσε να προκαλέσει ένα γράμμα...) Η νεαρή κοπέλα ασφαλώς βρίσκει ανυπόφορες όλες αυτές τις ψυχαναγκαστικές ιδιοτροπίες που ακολουθούν και στις υπόλοιπες συναντήσεις. Ωστόσο, έχει ισχυρό κίνητρο τη φιλοδοξία να βγάλει «δημοσιογραφικό λαυράκι» (ήταν ερωμένη σας;) και στη συνέχεια την ωθεί η έμφυτη περιέργειά της, ενώ αντίστοιχα ο Αχμέτ διασκεδάζει με την αθωότητά της, τα νιάτα της, το σάστισμά της, τις άδηλες αντιδράσεις της (κατάφερα να ανοίξω μια τρύπα στην πανοπλία της αποφασιστικότητάς της. Ο θυμός της εξανεμίστηκε, με κοίταξε με παραξενεμένο βλέμμα/αυτό που τραβούσε περισσότερο την προσοχή μου ήταν το κάτω χείλος της –ήταν ένας δείκτης που είχε τοποθετηθεί εκεί για να φανερώνει τι αισθάνεται μέσα της η κοπέλα). Η «ένδειξη» του κάτω χείλους είναι ένα διασκεδαστικό μοτίβο που θα ακολουθήσει όλους τους απίθανους διαλόγους και τις πολύωρες επισκέψεις μέχρι να εγκατασταθεί για κάποιες μέρες η νεαρή στο -αφιλόξενο κατά τ’ άλλα- σπίτι του Αχμέτ, εφόσον καίγεται από λαχτάρα να ακούσει επιτέλους την εκπληκτική, ερωτική ιστορία του αδερφού του (π.χ. στύλωνε το βλέμμα στο δάπεδο και παρέμεινε με σφιγμένο το κάτω χείλος, κάτι που συμβόλιζε την αθωότητα).
     Οι ψυχογραφικές παρατηρήσεις του Αχμέτ καθώς παρακολουθεί τις μεταλλαγές της διάθεσης της κοπέλας που ακούει με προσοχή τις αφηγήσεις του (οι εκφράσεις και το βλέμμα της άλλαζαν τόσο γρήγορα, όσο και ο απρόβλεπτος καιρός στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας), είναι ακόμα ένα στοιχείο που κάνει το μυθιστόρημα ξεχωριστό. Αρχικά ο ήρωας αναφέρεται σύντομα στην ιστορία της ζωής του, που κατά κάποιον τρόπο είναι παράλληλη με του Μεχμέτ, εφόσον ο αδερφός του ήταν δίδυμος. Έχασαν τους γονείς τους σε αυτοκινητιστικό όταν τα δυο παιδιά ήταν δέκα χρονών και τους μεγάλωσε ο παππούς με τη γιαγιά στην Άγκυρα, σπούδασαν ο ίδιος πολιτικός μηχανικός και ο αδερφός ηλεκτρολόγος μηχανικός. Αντίστοιχα κι εκείνη, αναγκασμένη από μια άτυπη συμφωνία μεταξύ τους, του μιλά για τον εαυτό της: μοναχοκόρη, ζει με τους γονείς, σπουδές, μεταπτυχιακό, επαγγελματική φιλοδοξία, ενώ θυμώνει στην ερώτηση αν έχει «φίλο».
     Καθώς περνούν οι μέρες, προχωρούν και οι έρευνες που υποδεικνύουν ως πιθανότερη ένοχη την Βουλγάρα υπηρέτρια της Αρζού, τη Σβετλάνα. Η δημοσιογράφος τριγυρίζει σαν νυχτοπεταλούδα στην περιοχή, και ιδιαίτερα στο σπίτι του Αχμέτ, με τον οποίο πια έχει αποκτήσει οικειότητα. Οι ώρες που περνούν μαζί, με άξονα τις αφηγήσεις, τους αναγκάζουν να μοιράζονται την καθημερινότητά τους, όπου οι βέβαια οι αντιθέσεις είναι αγεφύρωτες και ξεκαρδιστικές, όσο αφορά π.χ. τις γευστικές προτιμήσεις (την καλεί για φουαγκρά με σύκο γλυκό!), τα διαβάσματα κλπ. Η μικρή τον θεωρεί γενικά θεόμουρλο, αλλά η διαίσθησή του στο να ψυχολογεί τους άλλους, τα κίνητρά τους και τις προθέσεις τους την προσελκύουν σαν μαγνήτης (με ρώτησε πώς κατάλαβα ότι η Σβετλάνα ήταν ερωτευμένη με τον Αλή. "Έχω αποκτήσει τη συνήθεια να παρακολουθώ με ψύχραιμη, καθαρή ματιά, που δεν έχει διαστρεβλωθεί απ’ το εγώ ή τα συναισθήματα. Ίσως το έχετε προσέξει, παρατηρώ τους πάντες και τα πάντα. Πολλοί άνθρωποι δεν μπορούν να το κάνουν, καθώς είναι υπεραπασχολημένοι με τα συναισθήματα και το εγώ τους. Αδυνατούν να ασχοληθούν με τους άλλους").
     Ο Αχμέτ παίρνοντας φόρα από την αυξανόμενη εμπιστοσύνη της μικρής κοπέλας, ξεδιπλώνει διάφορα λεπτομερή σενάρια για τη δολοφονία (ναι αλλά τα διηγείστε σαν να ήσαστε εκεί) που εξιτάρουν την περιέργεια της κοπέλας (ουφ, επιτέλους! Ποιο είναι το πραγματικό και ποιο το φανταστικό μέρος αυτής της ιστορίας;), ενώ εκμυστηρεύεται και σε μας πώς βίωσε ο ίδιος τη μοιραία βραδιά.
 Πού άρχιζαν οι ιστορίες;
Πού τέλειωνε η πραγματικότητα;
     Το βαθύτερο κίνητρο που σπρώχνει την δημοσιογράφο να παραβιάσει όλες τις αρχές και συνήθειες για να ακούσει τον Αχμέτ, είναι ότι ο Αχμέτ της υποσχέθηκε ότι πρόκειται για την πιο απίθανη ερωτική ιστορία που μπορεί να φανταστεί κανείς. Μάλιστα, διορθώνει τη λέξη έρωτας με τη λέξη «σεβντάς» (ο άνθρωπος χάνει τη θέλησή του. Αρχίζει να σε κατευθύνει εκείνος. Ξεστρατίζει ο νους, αδυνατείς να σκεφτείς λογικά. Ο σεβντάς είναι διαφορετικός απ’ τον έρωτα. Ο κίνδυνος βρίσκεται στον σεβντά).
     Περίπου λοιπόν στο ένα τρίτο του βιβλίου, αρχίζει η εγκιβωτισμένη ιστορία του Μιχαήλ, που διακόπτεται βέβαια από την ροή της αφήγησης του «σήμερα», που δεν παύει να έχει ενδιαφέρον (ανακρίσεις στον εισαγγελέα, έντονοι διαπληκτισμοί μεταξύ Αχμέτ και δημοσιογράφου (το παράξενο ήταν ότι, ενώ πότε πότε μου μιλούσε στον ενικό, όταν με μάλωνε, προτιμούσε τον πληθυντικό), σωματικό άγγιγμα και πανικός Αχμέτ, δάγκωμα νεαρής από τον ζηλιάρη σκύλο Κέρβερο, ακόμα και φιλοσοφικές συζητήσεις). Θα εστιάσω όμως στην ιστορία του Μιχαήλ που είναι πράγματι συγκλονιστική, και ο αναγνώστης δοκιμάζει έντονα συναισθήματα όπως έκπληξης, αγωνίας, αδημονίας (κάθε φορά λέω να μην εκπλαγώ, αλλά καταφέρνετε πάντα να με εκπλήσσετε), όπως ακριβώς η φανατική ακροάτρια του Αχμέτ, η οποία αναγκάστηκε να λέει σωρηδόν ψέματα στους δικούς της για να δικαιολογήσει την απουσία της απ’ το σπίτι, ενώ πολλές φορές από τη νύστα έκλειναν τα βλέφαρά της την ώρα της ακρόασης.
     Η τραγωδία για τους δύο αδερφούς που βρέθηκαν για επαγγελματικούς λόγους στο Μινσκ ξεκίνησε από τη στιγμή που μπήκε στη ζωή τους «το ομορφότερο πλάσμα που είδε ποτέ η ανθρωπότητα» (το πρόσωπο που έβλεπα ήταν φωτισμένο με ένα θεϊκό φως. Δεν μιλάμε για ομορφιά, μα για κάτι άλλο, κάτι περισσότερο) -και βέβαια η ανυπομονησία της δημοσιογράφου υψώνεται κατακόρυφα (Και πώς είναι αυτό το ωραίο πλάσμα; Έχετε καμιά φωτογραφία;). Η κοπέλα, η Όλγα, ήταν Ρωσίδα, κι ως εκ τούτου χρειάζεται ένας μεταφραστής να διαμεσολαβεί ανάμεσα σ’ εκείνην και στον χαζεμένο Μεχμέτ. Για την ακρίβεια μια μεταφράστρια, η Λουντμίλα, που παίζει κι αυτή πρωταγωνιστικό ρόλο στην εγκιβωτισμένη ιστορία. Μια ιστορία ενός θυελλώδους έρωτα με… διερμηνέα, ενός απίθανου, απρόβλεπτου και μοναδικού αναγκαστικού χωρισμού που οδήγησε τον Μεχμέτ σε φυλάκιση χωρίς καμιά εξήγηση, για πολλά χρόνια στην άγνοια και σε άθλιες ζωώδεις συνθήκες. Όταν πια αποφυλακίστηκε έμαθε (κι αυτό από καθαρό καπρίτσιο της τύχης) ότι θεωρήθηκε ύποπτος από την KGB ως πράκτορας των… Τσετσένων!
     Τρεις μεγάλες ανατροπές οδηγούν στη λύση του μυστηρίου της απίστευτης ιστορίας του Μεχμέτ, ενώ το τέλος αφήνει και τη νεαρή κοπέλα άναυδη. Όμως ο αναγνώστης του βιβλίου, όπως και η δημοσιογράφος- άλλωστε έχει ακόμα να ζήσει πολλές εκπλήξεις, που έχουν να κάνουν με την προσωπικότητα του Αχμέτ και με το έγκλημα της δολοφονίας της Αρζού.
      Η πραγματική πλευρά της ζωής είναι η φανταστική
     Η πλοκή κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη σε υπερδιέγερση, αλλά θα έλεγα ότι στο βιβλίο αυτό πρωταγωνιστεί και αναδεικνύεται η μεταμοντέρνα αντίληψη περί αφήγησης. Ο ήρωάς μας, παθιασμένος αφηγητής, είναι βιβλιομανής, γράφει δοκίμια, λατρεύει τις ιστορίες, και παρατηρεί τον κόσμο γύρω του, τους ανθρώπους πλάθοντας σενάρια που στοχεύουν στην κατανόηση της πραγματικότητας (απλώς αντιπαραβάλλω τα γεγονότα με τις καταστάσεις που διαβάζω στα βιβλία και συνήθως πετυχαίνω). Το βλέπουμε και το συναισθανόμαστε διαβάζοντας το βιβλίο, ότι ζει διπλή ζωή –άλλωστε το ομολογεί με άκρα αυτοσυνειδησία:
     πιστέψτε με, η λογοτεχνία είναι μοναδικός τρόπος για να κατανοήσουμε τη ζωή/
     η λογοτεχνία είναι πιο αληθινή απ’ την πραγματικότητα/
     ίσως η λογοτεχνία στηρίζεται περισσότερο και από την αφήγηση στον μόχθο για κατανόηση.
Χριστίνα Παπαγγελή

Τρίτη, Νοεμβρίου 21, 2023

Ιούδας, Άμος Οζ

     Η αληθινή τραγωδία της ανθρωπότητας δεν είναι ότι οι καταδιωγμένοι και οι καταδυναστευόμενοι λαχταρούν να απελευθερωθούν και να σηκώσουν το κεφάλι ψηλά. Όχι, το χειρότερο είναι ότι οι καταδυναστευόμενοι ονειρεύονται κρυφά να καταδυναστεύουν τους δυνάστες τους. Οι καταδιωγμένοι ποθούν να γίνουν διώκτες. Οι σκλάβοι ονειρεύονται να γίνουν αφέντες.
     Βρισκόμαστε στην Ιερουσαλήμ τον χειμώνα του 1959-60, μόλις μια δεκαετία μετά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ (1948) και τον αιματηρό πόλεμο που επακολούθησε[1]. Νωπές οι πληγές στο νεοσύστατο κράτος όπου διαδραματίζεται η ιστορία μας, μια ιστορία που μιλάει για ένα σφάλμα και μια επιθυμία, για μια απεγνωσμένη αγάπη κι ένα θρησκευτικό ζήτημα που παραμένει άλυτο, όπως επισημαίνεται στην πρώτη παράγραφο. Είναι συγκλονιστικό πόσο επίκαιρα γίνονται σήμερα τα ερωτήματα που έθεσε ο Οζ στο βιβλίο του αυτό (γραμμένο το 2014), ερωτήματα που αφορούν την δυνατότητα συνύπαρξης Αράβων και Ισραηλινών, τις προτάσεις που υπήρξαν το 1947 στον ΟΗΕ πάνω στο ζήτημα του Ισραηλινού κράτους και τα προβλήματα που ακολούθησαν. Επίσης, έρχονται στην επιφάνεια και θεολογικά ζητήματα που αφορούν τον ρόλο του Ιησού και του Ιούδα στην ιουδαϊκή θρησκεία, σε σχέση με την χριστιανική.
    Ο Σμούελ, ο κύριος πρωταγωνιστής, ευαίσθητος «πέραν του επιτρεπτού» (για άλλη μια φορά τα μάτια του βούρκωσαν) αλλά ανήσυχο κι ερευνητικό πνεύμα, είναι ένας νεαρός φοιτητής που αναγκάζεται να κόψει τις σπουδές του λόγω χρεωκοπίας των γονιών του, και ψάχνει για δουλειά, ενώ την ίδια εποχή τον εγκαταλείπει και η ερωτική του σύντροφος, η Γιορντένα, για να παντρευτεί κάποιον άλλον. Η ερωτική απόρριψή του καθώς και η απογοήτευσή του από την Ομάδα Σοσιαλιστικής Ανανέωσης («γκρουπούσκουλο» με -υποτίθεται- σοσιαλιστικό όραμα) τον φέρνουν στα όρια της κατάθλιψης, όταν σκοντάφτει πάνω σε μια ενδιαφέρουσα αγγελία εύρεσης εργασίας: εβδομηντάρης ανάπηρος άνδρας ζητάει έναν νεαρό να του κρατάει συντροφιά, για πέντε περίπου ώρες κάθε απόγευμα, με φαγητό και στέγη πληρωμένα. Τον ελεύθερο χρόνο του θα μπορεί να μελετά για να ολοκληρώσει τη διατριβή του, «Εβραϊκές απόψεις για τον Ιησού» που ο Σμούελ είχε ξεκινήσει με τρομερό ενθουσιασμό, ενώ ο καθηγητής του τον παρότρυνε να συνεχίσει την έρευνα, παρά την διακοπή των σπουδών.
     Στο μυστηριώδες, μοναχικό σπίτι όπου εγκαθίσταται ο νεαρός Σμούελ λοιπόν, κατοικεί ο ιδιόρρυθμος εβδομηντάρης Γκέρσομ Βαλντ, με κινητικά προβλήματα αλλά υπερδραστήριο μυαλό και διάθεση για κουβέντα, ύφος παιχνιδιάρικο έως και πονηρό, καυστικό και αυτοσαρκαστικό, καθώς και η γυναίκα που τον περιθάλπει, η 45χρονη γοητευτική Ατάλια Αμπραβανέλ, που αφού του δίνει τις οδηγίες εξαφανίζεται στον προσωπικό, άβατο χώρο της, κι εμφανίζεται αραιά και πού. Οι πρώτες εντυπώσεις αφήνουν στον Σμούελ μια αίσθηση μυστικοπάθειας, καθώς ανακαλύπτει ότι δεν πρόκειται για ζευγάρι (Βαλντ: η Ατάλια είναι κάτι σαν αφέντρα μου), ενώ πολύ αργότερα θα του αποκαλυφθεί ότι ο Βαλντ και η Ατάλια είναι πατέρας και νύφη, καθώς ο γιος (και σύζυγος της Ατάλια), ο Μίχα, πέθανε ως εθελοντής στον πόλεμο του 1948 (2 Απριλίου). Στα τέσσερα αυτά πρόσωπα του μυθιστορήματος, θα προστεθεί σύντομα και ο επίσης νεκρός πατέρας της Ατάλια, ο Σαλτιέλ Αμπραβανέλ, για τον οποίο ο Σμούελ είχε ακουστά (μέλος του εκτελεστικού του Εβραϊκού Πρακτορείου. Ή μέλος του Εθνικού Συμβουλίου; Αν δεν με απατά η μνήμη μου ήταν ο μόνος ανάμεσά τους που ήταν ενάντιος στην ίδρυση κράτους; Ή μήπως ήταν απλώς ενάντιος στην γραμμή του Μπεν Γκουριόν;)
     Τρία λοιπόν είναι τα κεντρικά πρόσωπα που δρουν κι εξελίσσονται στη διάρκεια του μυθιστορήματος, αλλά αν προσθέσουμε τον Μίχα και τον Σαλτιέλ, ουσιαστικά πέντε είναι οι πόλοι γύρω από τους οποίους περιστρέφονται τα ζητήματα του αραβοϊσραηλινού πολέμου και γενικότερα, των σχέσεων Αράβων- Ισραηλινών. Πέντε πρόσωπα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, με τόσο διαφορετικό παρελθόν, ηλικία, ιδεολογία, στάση απέναντι στη ζωή που δίνεται η ευκαιρία στον αναγνώστη να «αναγνώσει» από πολλές οπτικές το φλέγον αυτό ζήτημα, κι όχι μόνο ιδεολογικά αλλά και συναισθηματικά.
     Θα λέγαμε ότι ο νεαρός φοιτητής μας αντιπροσωπεύει την φρέσκια, νεανική ματιά εφόσον δεν έχει φορτισμένο παρελθόν. Δεν ήταν φυσικά όλα ρόδινα όσο αφορά την ζωή του, όπως τουλάχιστον τα εξιστορεί στην Ατάλια -καθώς προσεγγίζονται δειλά δειλά (με τον Βαλντ μιλούν περισσότερο για θεωρητικά ζητήματα). Γεννημένος στη Χάιφα, με πατέρα χαρτογράφο που δούλευε στην κρατική υπηρεσίας χαρτογράφησης, μητέρα νοικοκυρά και μια μικρότερη αδερφή, μετακόμισε με την οικογένεια γρήγορα στο Αντάρ Ακαρμέλ, σ’ ένα μικρό στενάχωρο διαμέρισμα, χωρίς να έχει προσωπικό χώρο και χωρίς φίλους. Το μικρό αδύνατο αγόρι με πόδια καλάμια και τρυφερό βλέμμα, ξερόλας και πολυλογάς αλλά κατά βάθος μοναχικός, με τρομερό ενδιαφέρον για τις ιστορίες και τις περιπέτειες, καμουφλάρει την ευαισθησία του και την ανάγκη για τρυφερότητα πίσω απ’ τις εξιστορήσεις. Τώρα μοιάζει με άνθρωπο των σπηλαίων εφόσον με την αφάνα και την άγρια γενειάδα κρύβεται το «παιδιάστικο πρόσωπο». Δεν αγάπησε ποτέ τη μητέρα του ή τον πατέρα του (απεχθανόταν το μίγμα υποταγής και πικρίας που απέπνεαν μονίμως/την ταπείνωση του μετανάστη που τσακίζεται να γίνει αρεστός στους ξένους). Συναισθηματικά αποκομμένος από την οικογένεια, ανατρέχει συχνά στην πιο γλυκιά ανάμνηση από τα παιδικά του χρόνια, όταν τον φρόντιζαν και τον κανάκευαν για δυο τρεις μέρες, επειδή τον είχε τσιμπήσει σκορπιός! Τόσο στερημένος από έμπρακτη αγάπη ένιωθε, που αναρωτιέται, μέσα στο σπίτι του Βαλντ: «Λες να έβρισκε σ’ αυτούς ένα όψιμο υποκατάστατο των γονιών του; Μα αυτός είχε έρθει από την Ιερουσαλήμ ίσα ίσα για να απομακρυνθεί μια για πάντα από κείνους!»
     Τα θέματα που φέρνει στο προσκήνιο ο Βαλντ είναι ποικίλα, με αφορμή τα αναγνώσματά του και κυρίως την επικαιρότητα, εφόσον καθημερινά σχολιάζει μετά την ανάγνωση της εφημερίδας («ακονίζει επιχειρήματα», όπως αναφέρει η Ατάλια). Από την τρέχουσα πολιτική κατάσταση στο Ισραήλ π.χ., μεταπηδά στην «ανοησία του Δαρβίνου» και της θεωρίας της φυσικής επιλογής, αλλά πολύ συχνά το θέμα έρχεται στις χριστιανικές απόψεις για τον Ιούδα και τον Χριστό, που άλλωστε είναι και το θέμα διατριβής του Σμούελ. Ο Σμούελ ακούει προσεκτικά τις μακροσκελείς «διαλέξεις» του εργοδότη του και τις εξυπνακίστικες παρατηρήσεις του, αλλά βλέπει με καθαρό βλέμμα την υπόθεση των Αράβων και δεν συμμερίζεται την άποψη του Βαλντ για τον Μπεν Γκουριόν. Για την ακρίβεια, στις δογματικές θέσεις του Βαλντ κάνει τον δικηγόρο του διαβόλου (στην επιχείρηση του Σινά ο Μπεν Γκουριόν σας έδεσε το Ισραήλ στην ουρά δυο αποικιοκρατικών δυνάμεων που ήταν καταδικασμένες στην παρακμή και τον εκφυλισμό (Γαλλία-Βρετανία)/ εμβάθυνε το αραβικό μίσος για το Ισραήλ/ και γιατί θα’ πρεπε οι Άραβες να μας αγαπάνε;/ σήμερα ο Μπεν Γκουριόν είναι επικεφαλής ενός εθνικιστικού, σοβινιστικού κράτους/ αν δεν υπάρξει ειρήνη, μια μέρα οι Άραβες θα μας νικήσουν). Άλλωστε, ως σοσιαλιστής ο Σμούελ κατακρίνει τον Μπεν-Γκουριόν ότι έχει εγκαταλείψει τις σοσιαλιστικές του ιδέες κι ότι «η πολιτική των αντιποίνων είναι στείρα κι επικίνδυνη, επειδή η βία προκαλεί τη βία και η εκδίκηση προκαλεί εκδίκηση».
Ιησούς-Ιούδας
     Το δίδυμο Ιησούς-Ιούδας έρχεται συχνά ως θέμα συζήτησης, που προκύπτει από τις ενδελεχείς έρευνες του Σμούελ, ο οποίος μελετά διαχρονικά κάθε πηγή που αφορά τον Ιησού και τις ιουδαϊκές απόψεις, διερευνώντας και το ερώτημα «γιατί εφόσον ο Ιησούς ήταν Εβραίος, οι Εβραίοι τον απαρνήθηκαν». Είναι λίγο κουραστικά αυτά τα μέρη, γεμάτα λεπτομέρειες και γραμματολογικές/ιστορικές αναφορές, παρόλο που έχουν ενδιαφέρον, αλλά μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι παραδοξότητες που βάζουν στο τραπέζι της συζήτησης οι δύο διαλεγόμενοι. Μιλώντας για τους Εβραίους σε αντιπαράθεση με την χριστιανική θρησκεία, ακούγονται απόψεις όπως: για να σκοτώσεις μια θεότητα πρέπει να είσαι ακόμα πιο δυνατός από τον θεό, κι επίσης μοχθηρός και κακός/ αν δεν υπήρχε ο Ιούδας μπορεί να μην υπήρχε σταύρωση, κι αν δεν υπήρχε σταύρωση μπορεί να μην υπήρχε χριστιανισμός/ο Ιούδας ήταν ο πιο πιστός και αφοσιωμένος από όλους τους μαθητές του και ποτέ δεν τον πρόδωσε, απεναντίας, ήθελε να αποδείξει το μεγαλείο του σ’ όλον τον κόσμο/ο Ιησούς δεν ήταν χριστιανός. Ο Ιησούς γεννήθηκε και πέθανε Εβραίος. Ο Παύλος, δηλαδή ο Σαούλ από την Ταρσό ήταν αυτός που επινόησε τον χριστιανισμό/ο Ιησούς ήταν ένας καθ’ όλα Φαρισαίος Εβραίος, ένας Φαρισαίος που διαφώνησε με τους δασκάλους του μόνο σε μερικά ζητήματα της Αλαχά, ποτέ όμως δεν επαναστάτησε ενάντια στις βασικές αρχές της εβραϊκής πίστης/η σχέση μεταξύ Ιησού και Ιούδα περιγράφεται ως εξαιρετικά περίπλοκη μια σχέση αγάπης και μίσους, έλξης και απέχθειας/το όνομα Ιούδας έχει γίνει συνώνυμο της προδοσίας, πιθανόν συνώνυμο και του Εβραίου. Εκατομμύρια χριστιανών νομίζουν ότι κάθε Εβραίος είναι μολυσμένος με τον ιό της προδοσίας.
     Η πιο ριζοσπαστική άποψη αφορά τον Ιούδα, μια πρωτοποριακή εκδοχή του ρόλου του στη θεμελίωση του χριστιανισμού, που θυμίζει λίγο την εκδοχή του Καζαντζάκη στο «Ο Τελευταίος Πειρασμός»[2]. Σύμφωνα μ’ αυτήν, με την οποία φέρεται να συμφωνεί κι ο Σμούελ, ο Ιούδας ήταν, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους μαθητές, πλούσιος και καταξιωμένος (επομένως ουδόλως είχε ανάγκη τα 30 αργύρια), σταλμένος από το ιερατείο της Ιερουσαλήμ να παριστάνει τον μαθητή του Χριστού για να διαπιστώσει αν είναι επικίνδυνος για την εξουσία. Ο Ιούδας όμως εντυπωσιάστηκε τόσο από την προσωπικότητα του Ιησού, που έγινε ένας από τους πιο αφοσιωμένους και ενθουσιώδεις μαθητές, πίστεψε απόλυτα στη θειότητά του, και ήταν απόλυτα βέβαιος ότι όταν ο Χριστός θα σταυρωνόταν, θα κατέβαινε από τον σταυρό και θα έστεκε σώος και αβλαβής στα πόδια του σταυρού του. Όμως οι δισταγμοί του Ιησού με αποκορύφωμα το «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;» κλονίζουν την πίστη του Ιούδα, ο οποίος μετά τον θάνατο του Χριστού νιώθει φρικτά διαψευσμένος και προδομένος. Όταν πια κατάλαβε ότι προκάλεσε με τα ίδια του τα χέρια τον θάνατο του ανθρώπου που τόσο αγαπούσε και λάτρευε, έφυγε από κει και κρεμάστηκε. Έτσι πέθανε, έγραψε στο σημειωματάριό του ο Σμούελ, ο πρώτος χριστιανός. Ο τελευταίος χριστιανός, ο μοναδικός χριστιανός.
     Δεν είναι όμως μόνο ιστορικό ή θεωρητικό το ενδιαφέρον του βιβλίου. Ασφαλώς τα τρία εμπλεκόμενα πρόσωπα όχι μόνο διαγράφονται ανάγλυφα ως χαρακτήρες, αλλά αλληλοεπηρεάζονται, εξελίσσονται κατά τη διάρκεια του έργου και ξεδιπλώνουν, ο καθένας, την προσωπική του τραγωδία, που είναι συνυφασμένη απόλυτα με τον τόπο, τον χρόνο και την πολιτική ιστορία της περιοχής. Τα «φαντάσματα» του Μίχα και του Σαλτιέλ, ή μάλλον οι προσωπικές τους τραγωδίες, στοιχειώνουν τους δύο οικοδεσπότες. Ο Βαλντ, ομιλητικός, δηκτικός και χειμαρρώδης (τρυπούσε και πλήγωνε τον άλλον με μια λεπτότατη βελόνα), κρύβει πίσω από τα λογοπαίγνια και τα ευφυολογήματα ένα ασθενικό, ανήμπορο κορμί. Βαθιά όμως μέσα του κρύβει κυρίως τον πόνο για τον αδικοχαμένο γιο, τον Μίχα, και όχι μόνο (ο Σμούελ κοιτούσε τα χείλη του γέρου που κουνιόνταν κάτω από τα πυκνά άσπρα μουστάκια και διέκρινε για πολλοστή φορά την αντίθεση ανάμεσα στον πρόσχαρο οίστρο των λόγων του και τη βαθιά θλίψη που σκίαζε τα γκριζογάλανα μάτια του: μάτια τραγικά μπηγμένα στο πρόσωπο ενός σατύρου).
     Ο Μίχα, ο γιος του Βαλντ και σύζυγος της Ατάλια, σκοτώθηκε με φρικτό τρόπο στη μάχη εναντίον των Αράβων στον δρόμο για Ιερουσαλήμ, αμέσως μετά την ίδρυση του Ισραηλινού κράτους, στις 2 Απριλίου του ’48 (μολονότι η γυναίκα του κι ο πεθερός του ήταν ενάντιοι στον πόλεμο, μολονότι ήταν αντίθετοι στην ίδρυση του κράτους, μολονότι είχαν εναντιωθεί με όλο τους το είναι στην επιστράτευσή του σε μια μάχη που οι ίδιοι την θεωρούσαν καταραμένη, εντούτοις αυτός στρατεύτηκε). Η συμφορά καταποντίζει τον Βαλντ, και σβήνει τις λογομαχίες και αντιπαραθέσεις με τον Σαλτιέλ.
Η «απεγνωσμένη αγάπη»
     Ο Βαλντ δεν κρύβει την συμπάθειά του για τον Σμούελ (του λέει ότι έχει όψη ανθρώπου των σπηλαίων με ψυχή απροστάτευτη), αλλά και την αδυναμία του στην Ατάλια, στην οποία κατά κάποιον τρόπο είναι πλήρως υποταγμένος. Ο Σμούελ αργεί να ανακαλύψει το μυστήριο που κρύβουν οι δυο τους γιατί ο βουβός πόνος του κυρίου Βαλντ και η ψυχρή επιφυλακτικότητα της Ατάλια επέβαλαν σιγή στις ερωτήσεις του προτού καν τις αρθρώσει. Η μοναχικότητα και η έμφυτη συστολή του νεαρού ήρωά μας, όμως, προσελκύουν σταδιακά ακόμα και την παγερή Ατάλια, που τον προσεγγίζει «με τα μυστηριώδη παιχνίδια της», προκαλώντας του ανάμεικτα συναισθήματα οργής, αυτολύπησης, περιέργειας, απεγνωσμένης επιθυμίας και παραίτησης. Μια γυναίκα αποφασιστική, γεμάτη μυστικά, που φέρεται με ένα κράμα ειρωνείας και απόμακρης περιέργειας, μια γυναίκα που δεν παύει να δίνει διαταγές, που σε κοιτάει πάντα με αμυδρό σαρκασμό, ανάμεικτο ίσως με κάποια ψήγματα συμπόνιας. Ο παμπόνηρος Βαλντ, με την εμπειρία και προηγούμενων νεαρών που δούλεψαν στο ίδιο πόστο, ψυχανεμίζεται τα ερωτικά σκιρτήματα του Σμούελ και τον προειδοποιεί.
     Είναι μια ερωτική ιστορία μοναδική, όπως άλλωστε και όλες οι ερωτικές ιστορίες, γιατί σπάνιοι μοναδικοί είναι και οι χαρακτήρες. Φευγαλέα, γιατί φευγάτοι είναι και η Ατάλια και ο Σμούελ. Βόλτες, αμηχανία, λεκτικά παιχνίδια, δειλές εξομολογήσεις, δισταγμοί και συγκρατημένη σωματική επαφή, ενώ ο Βαλντ επαναλαμβάνει σαν ρεφραίν «μην ερωτευτείς την Ατάλια» (είναι ικανή να «γοητεύει τους ξένους χωρίς να κουνάει το δαχτυλάκι της. Όμως αυτή αγαπάει πολύ τη μοναχικότητά της. Αφήνει τους άνδρες που έχουν γοητευτεί απ’ αυτήν να την πλησιάσουν και ύστερα τους διώχνει). Ο Σμούελ περνάει ώρες και ώρες άσκοπης περιπλάνησης, απόγνωσης, αυτολύπησης, αναμονής, επιθυμίας που εναλλάσσεται με «θολό κύμα ντροπής και αηδίας». Ωστόσο η Ατάλια παίρνει απρόσμενες πρωτοβουλίες, όπως να πάνε σινεμά, για ποτό (νιώθω αρκετά καλά μαζί σου επειδή δεν είσαι κυνηγός) βόλτα νύχτα με πανσέληνο στο όρος Σιών, ή να τον έχει ως συνοδό στις μυστηριώδεις αποστολές που αναλαμβάνει ως εργαζόμενη σε ιδιωτικό πρακτορείο ερευνών (-Και τι ερευνάς; - Απιστίες, για παράδειγμα). Είναι «γυναίκα αράχνη», στραγγίζει τις επιθυμίες των άλλων αφήνοντας χώρο μόνο για τις δικές της (κουράζομαι από τους αισθηματίες), ένα στοιχείο που γίνεται ανεκτό μόνο αν πάρει κανείς υπόψη την «άφατη θλίψη» της, αποκρούοντας με τον αέρα των διπλάσιων χρόνων της κάθε απόπειρα προσέγγισης εκ μέρους του Σμούελ (δεν έχω καρδιά για να συγκινηθώ). Εκείνος όμως φαίνεται να το αποδέχεται αυτό.
     Η γρίππη του Βαλντ και το ατύχημα που ακινητοποιεί το πόδι του Σμούελ και αναγκάζει την Ατάλια να τον εγκαταστήσει στο ισόγειο, στο κλειστό δωμάτιο του πατέρα της, είναι το κομβικό σημείο πέρα από το οποίο η επικοινωνία και με τους δύο οικοδεσπότες γίνεται βαθύτερη. Η περιποίηση περικλείει κι ένα είδος τρυφερότητας που περιλαμβάνει και ερωτικές προσεγγίσεις, πάντα με πρωτοβουλία της Ατάλια. Στην τελευταία – ολοκληρωμένη- ερωτική συνεύρεση, του μιλά για τον ίδιο (Δεν είσαι κυνηγός. Ποτέ δεν κομπάζεις, ποτέ δεν γίνεσαι φορτικός ούτε ναρκισσεύεσαι. Κι έχεις και κάτι άλλο που μ’ αρέσει: όλα είναι γραμμένα στο πρόσωπό σου. Είσαι ένα παιδί χωρίς μυστικά), για να καταλήξει «από όλους τους μάλλον εσύ είσαι ο μόνος που θα θυμάμαι».
Αγάπη, μίσος, προδοσία
Δεν ανήκε στην εποχή μας.
Ίσως είχε έρθει πολύ αργά.
Ίσως ήταν μπροστά από την εποχή του.
Ανήκε σε μιαν άλλη εποχή.
     Ο Σαλτιέλ Αμπραβανέλ, ο πατέρας της Ατάλια, ακόμα από την εποχή του Μπεν Γκουριόν ήταν της άποψης ότι οι Ισραηλινοί μπορούσαν να συνεννοηθούν με τους Άραβες ώστε να αποχωρήσουν οι Εγγλέζοι και να δημιουργηθεί ενιαίο κράτος με Άραβες και Ισραηλινούς, όχι αποκλειστικά εβραϊκό (γενικά η ιδέα του κράτους του φαινόταν «παιδιάστικη και απαρχαιωμένη»). Για τις απόψεις του αυτές τον έδιωξαν από το Εθνικό Συμβούλιο και το Εβραϊκό Πρακτορείο, που ήταν η ανεπίσημη εβραϊκή κυβέρνηση επί «Βρετανικής Εντολής»[3]. Ήταν όχι απλώς μια μειοψηφούσα άποψη, αλλά «η άποψη του ενός», σχετικά με την διένεξη των Εβραίων και των Αράβων. Να προτείνει μια ειρηνική λύση («ιστορικό συμβιβασμό») μεταξύ των δύο λαών. Οπωσδήποτε η πρωτοποριακή αυτή θέση πυροδότησε σοβαρή αντιπαράθεση ανάμεσα στους συμπέθερους, και θεωρήθηκε από όλους πολύ αιρετική -κι ας μην είχε χυθεί τόσο αίμα ακόμα. Ο Σαλτιέλ ήταν αραβόφιλος, μιλούσε αραβικά, είχε πολλούς φίλους Άραβες, κι όταν ξέσπασε ο πόλεμος επαναλάμβανε ότι «ο πόλεμος ήταν μια τρέλα του Μπεν Γκουριόν», και -εννοείται- συμβούλεψε τον Μίχα να μην πάει. Έτσι, ήρθε αντιμέτωπος με όλους τους συμπολίτες του που επιθυμούσαν διακαώς την ίδρυση του κράτους, και φυσικά έγινε προδότης. Ένας σύγχρονος Ιούδας, που σύμφωνα με την πρωτοποριακή αντίληψη περί Ιούδα, πρόδωσε γιατί πίστεψε πάρα πολύ.
     Ο Βαλντ διαφωνούσε με τον Σαλτιέλ, πίστευε ότι «αυτός ο πόλεμος ήταν ιερός» (επομένως συμβούλευε τον γιο του να πολεμήσει) και έκαναν μεταξύ τους ομηρικές λογομαχίες, αλλά στον Σμούελ τον παρουσιάζει ως «ονειροπόλο»: «κι εκείνος με τον τρόπο του πίστευε, όπως ο Ιησούς, στην οικουμενική αγάπη, την αγάπη όλων αυτών που είναι πλασμένοι κατ’ εικόνα του Θεού προς όλους όσους όσοι είναι πλασμένοι κατ’ αυτήν την εικόνα». Τον παρουσιάζει ότι πίστευε ότι όλα μπορούν να λυθούν με τον διάλογο (μια δυο σταγόνες καλής θέλησης, κι αμέσως θα γίνουμε όλοι αδέλφια στην καρδιά και στην ψυχή), πράγμα με το οποίο διαφωνεί κάθετα ο Βαλντ, πιστεύοντας ότι όταν δυο λαοί διεκδικούν την ίδια γη (όπως όταν δυο άντρες ποθούν την ίδια γυναίκα) τίποτα δεν μπορεί να σβήσει το μίσος τους.
     Αντίθετα, ο Βαλντ δεν πιστεύει στην «αγάπη για όλους», για κείνον είναι περιορισμένο αγαθό, εφόσον ο άνθρωπος είναι πλασμένος για να αγαπάει πέντε, δέκα άτομα (η αγάπη είναι προσωπική υπόθεση, παράξενη κα γεμάτη αντιφάσεις/είναι δυνατόν όλοι μας, μηδενός εξαιρουμένου, να αγαπάμε συνεχώς τους πάντες μηδενός εξαιρουμένου; Άραγε ο Ιησούς τους αγαπούσε όλους, πάντοτε;/όποιος τους αγαπάει όλους κατά βάθος δεν αγαπάει κανέναν). Όποιος λέει ότι αγαπάει όλον τον κόσμο είναι υποκριτής, πετά συνθήματα και ρητορείες. Επίσης, η αντίληψη του Βαλντ για το μίσος έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον: στην πραγματικότητα η αγάπη μοιάζει πολύ με το μίσος: η αγάπη και το μίσος είναι πολύ πιο κοντά από όσο νομίζουν οι περισσότεροι άνθρωποι. Για παράδειγμα, όταν αγαπάς ή μισείς κάποιον, και στις δυο περιπτώσεις φλέγεσαι να ξέρεις ανά πάσα στιγμή πού βρίσκεται, με ποιον είναι, πώς είναι, αν είναι ευχαριστημένος, τι κάνει, τι σκέφτεται, τι φοβάται.(…) Και η ζήλια είναι τρανή απόδειξη ότι η αγάπη μοιάζει με το μίσος επειδή, μέσα στη ζήλια, η αγάπη και το μίσος συμπλέκονται. Μια αντίληψη στην οποία υπερθεματίζει ο Σμούελ: Το γεγονός είναι ότι όλη η δύναμη του κόσμου δεν μπορεί να μετατρέψει το μίσος που νιώθει κάποιος για σένα σε αγάπη.
     Είναι περιττό να παραθέσουμε και την άποψη της Ατάλιας για τον πόλεμο. Παρόλο που ο Σαλτιέλ ήταν ψυχρός ως πατέρας, ιδεολογικά ταυτίζονται: Ίσως πράγματι να ήταν αφελής άνθρωπος. Ίσως πράγματι να ήταν προτιμότερο όλα όσα κάνατε εδώ –δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι να πάνε στη σφαγή και εκατοντάδες να πάνε στην εξορία. Οι Εβραίοι εδώ είναι στην ουσία ένα μεγάλο στρατόπεδο προσφύγων, το ίδιο και οι Άραβες/η ίδια η παρουσία των Εβραίων στο Ισραήλ στηρίζεται σε μια αδικία.
     Το τραύμα που άφησε η απώλεια του Μίχα στις ψυχές των τόσο διαφορετικών πρωταγωνιστών μας, παγώνει τον εσωτερικό τους κόσμο και τις ιδεολογικές τους βεβαιότητες. Συμβιώνουν πια χωρίς να ελπίζουν, χωρίς να περιμένουν τίποτα (Ατάλια: Τίποτα δεν μπορεί να με πληγώσει πια/Βαλντ: Είναι αδύνατον να μοιραστείς έναν πόνο. Δεν υφίσταται κάτι τέτοιο) μέχρι που πέθανε ο Σαλτιέλ, απομονωμένος στο σπίτι του.
     Ο Σμούελ ωστόσο, ευαίσθητος δέκτης από τη μια αλλά κι ερευνητικό πνεύμα που αναζητά την «αλήθεια», είναι αυτός που θα ξεκλειδώνει τον Βαλντ και την Ατάλια, ενώ παράλληλα ο συγγραφέας ξετυλίγει όλο αυτό το κουβάρι και τα αίτιά του, τις ανείπωτες τραγωδίες που δημιούργησε (και συνεχίζει να δημιουργεί) ο συγχρωτισμός Αράβων και Ισραηλινών. Παρόλο που ο Σμούελ δηλώνει άθεος, ασχολείται στην εργασία του με το οικουμενικό μήνυμα του Ιησού, την αγάπη, δίνοντας κατά τη γνώμη μου σε λίγες γραμμές μια βαθιά ερμηνεία της ιστορικής μοίρας των Εβραίων:
     Ως ένα σημείο μπορεί να καταλάβει κάποιος έναν λαό που επί χιλιετίες γνώριζε καλά τη δύναμη των βιβλίων, τη δύναμη της προσευχής, τη δύναμη των εντολών, τη δύναμη της μελέτης, τη δύναμη της θρησκευτικής αφοσίωσης τη δύναμη της συναλλαγής και της διαμεσολάβησης, αλλά τη δύναμη της δύναμης τη γνώριζε μόνο απ’ τα χτυπήματα στη ράχη του. Και ξαφνικά βρίσκεται να κρατά στο χέρι ένα βαρύ ρόπαλο. Τανκς, πολυβόλα, αεριωθούμενα. Είναι φυσικό ένας τέτοιος λαός να μεθύσει από δύναμη και να τείνει να κάνει ό, τι θέλει με τη δύναμη της δύναμης.
Χριστίνα Παπαγγελή 

[1] Στις 14 Μαΐου 1948, μία ημέρα πριν λήξει η βρετανική Εντολή στην περιοχή, το ανώτατο εβραϊκό συμβούλιο ανακήρυξε την ανεξαρτησία του Ισραήλ και όρκισε πρόεδρο τον Χάιμ Βάιζμαν και πρωθυπουργό τον σιωνιστή ηγέτη, Νταβίντ Μπεν Γκουριόν. Την επόμενη ημέρα ξέσπασε ο πρώτος Αραβοϊσραηλινός πόλεμος του 1948, όταν πέντε αραβικές χώρες (Αίγυπτος, Ιορδανία, Συρία, Λίβανος και Ιράκ) εισέβαλαν στρατιωτικά, με την αρωγή και άλλων στρατευμάτων από την Υεμένη και τη Σαουδική Αραβία. Η Αίγυπτος και η Ιορδανία προσάρτησαν τότε το Σινά και τη Γάζα η πρώτη και τη Δυτική Όχθη η δεύτερη. Μετά από ένα χρόνο εχθροπραξιών υπεγράφη ανακωχή.
[2] https://www.gaiaelliniki.gr/2022/01/blog-post_29.html
[3] Το καθεσώς της βρετανικής κηδεμονίας στην Παλαιστίνη (1920-1948)