Τρίτη, Μαΐου 17, 2022

Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω, Juan Gabriel Vásquez

Bαδίζοντας γίνεται ο δρόμος
και γυρίζοντας το βλέμμα πίσω
φαίνεται το μονοπάτι
που ποτέ δεν θα ξαναπατήσεις.
Αντόνιο Ματσάδο
     Ισπανία, Κολομβία, Κίνα, Γαλλία είναι οι χώρες που ορίζουν την πολυτάραχη ζωή του Κολομβιανού σκηνοθέτη Σέρχιο Καμπρέρα[1] (γεν. 1950-), την οποία βιογραφεί με αρκετή πιστότητα, με πραγματικά ντοκουμέντα και με φωτογραφίες ο περίφημος Κολομβιανός συγγραφέας Χουάν Γκάμπριελ Βάσκες. Παράλληλα μας δίνει μια ολοκληρωμένη εικόνα της κοινωνικοπολιτικής κατάστασης στην Κολομβία μέχρι το 2016, αλλά και αντίστοιχα στην Κίνα του Μάο (δεκαετία ’60) όπου ο Καμπρέρα έζησε 10 χρόνια ως παιδί, μαζί με όλη του την οικογένεια. Ο Βάσκες για να γράψει αυτό το βιβλίο «μυθοπλασίας, που όμως δεν περιέχει φανταστικά γεγονότα», όπως λέει ο ίδιος, εμπνευσμένος «από τον πελώριο βράχο που είναι η εμπειρία του Σέρχιο Καμπρέρα και της οικογένειάς του», επί επτά χρόνια συναντιόταν με τον Καμπρέρα μαγνητοφωνώντας πάνω από τριάντα ώρες συζητήσεων. Ο συγγραφέας συναντήθηκε και με άλλα πρόσωπα, που τα βλέπουμε κι εμείς στο βιβλίο, συμβουλεύτηκε έγγραφα, δανείστηκε φωτογραφίες από την ιδιωτική τους ζωή. Η ζωή του Σέρχιο Καμπρέρα αλλά και της αδερφής του, Μαριανέγια, ήταν αποκαλυπτική για τον Βάσκες ο οποίος, όπως γράφει στο σημείωμα του τέλους, θέλησε να δώσει «νοήματα που δεν είναι ορατά με την απλή καταγραφή των γεγονότων».
     Ο συγγραφέας χτίζει την αφήγησή του σε δυο χρονικά επίπεδα: στο «σήμερα» (2016) ο Σέρχιο είναι 66 χρονών, καταξιωμένος πια σκηνοθέτης, έχει ήδη κάνει τρεις γάμους και τέσσερα παιδιά και βρίσκεται εκτάκτως στην Βαρκελώνη με έναν από τους γιους του (τον Ραούλ) για να παρακολουθήσουν μαζί ένα αφιέρωμα στο κινηματογραφικό του έργο. Σ’ εκείνη τη φάση μάλιστα μαθαίνει ότι πέθανε στην Μπογκοτά ο πατέρας του, ο Ισπανός Φάουστο Καμπρέρα (κι αυτός δημοφιλής ηθοποιός, διευθυντής θεάτρου, συγγραφέας και ποιητής), αλλά επιλέγει να μην επιστρέψει για την κηδεία.
     Σε δεύτερο επίπεδο, επιστρέφουμε στο παρελθόν παρακολουθώντας το οικογενειακό δέντρο ήδη από τη γενιά των παππούδων, που λόγω της δικτατορίας του Φράνκο αναζήτησαν νέα πατρίδα, αρχικά στον Άγιο Δομίνικο του Τρουχίλιο και στη συνέχεια στην Κολομβία. Εκεί ο νεαρός Φάουστο ερωτεύτηκε την επίσης ηθοποιό Luz Elena Cárdenas, παντρεύτηκε και έμεινε στο Μεγεδίν, και εκεί γεννήθηκαν τα δύο πρώτα παιδιά του, η Marianella και ο Sergio. Στη συνέχεια ο Βάσκες παρουσιάζει τριτοπρόσωπα αλλά με εσωτερική εστίαση όλη την -μοναδικά ιδιόμορφη- ενηλικίωση του σκηνοθέτη.
ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ:
(Στις παρουσιάσεις απ’ αυτό το μπλογκ αποφεύγω να δίνω περιληπτικά το περιεχόμενο, αν και πολλές φορές είναι αναπόφευκτη η τεκμηρίωση εντυπώσεων και κρίσεων χωρίς αναφορές στην πλοκή. Ωστόσο, επειδή ακριβώς στο βιβλίο αυτό η πολυτάραχη ζωή των ηρώων είναι αυτό που προκαλεί το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, δεν μπόρεσα να αποφύγω τη συνοπτική παράθεση των γεγονότων).
Παππούς και πατέρας
     Η πορεία της οικογένειας είναι δαιδαλώδης ήδη από την εποχή του παππού Ντομίνγκο Καμπρέρα (ερασιτέχνης ποιητής και κιθαρίστας- και βασικά τυχοδιώκτης), που η ζωή του άλλαξε όταν σε ταξίδι στην Αργεντινή ερωτεύτηκε την Χούλια, καλή αναγνώστρια ισπανικής ποίησης αλλά… φανατική βασιλόφρονα (!), σε αντίθεση με τον αδερφό της Φελίπε που ήταν θερμός δημοκράτης κι επαναστάτης. Στην Ισπανία πια, αφού γεννήθηκαν τα τρία παιδιά τους (Όλγα, Φάουστο, Μάουρο), η Χούλια αρρωσταίνει (σύντομα θα φύγει απ’ τη ζωή) και ο Ντομίνγκο κι ο Φελίπε συνεργούν για την ανατροπή του βασιλιά Αλφόνσου του Γ΄ (Απρίλιος 1931), ενώ η φυλάκιση του Φελίπε τον αναγορεύει σε παιδικό ήρωα του Φάουστο (πάνω απ’ όλα σκεφτόταν τον θείο: τον συνταγματάρχη Φελίπε Ντίαθ Σαντίνο, δημοκράτη, συνωμότη και ήρωα πολέμου. Από κείνη τη στιγμή κι έπειτα ο Φάουστο θα έβλεπε τον θείο Φελίπε και θα σκεφτόταν: Έτσι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω. Θα σκεφτόταν: Ζήσε τη ζωή έτσι ώστε ζωντανή να μείνει και στο θάνατο).
     Με αυτές τις καταβολές συγκροτήθηκε το ισχυρό επαναστατικό πρότυπο του Φάουστο πάνω στο οποίο στήριξε όλη του τη ζωή, τις αρχές και την ανατροφή των παιδιών του. Οι δύο επαναστάτες αδερφοί (πατέρας και θείος) συνεχίζουν τη ζωή τους στην «βομβαρδισμένη Βαρκελώνη», καθώς όμως φουντώνει ο ισπανικός εμφύλιος, αποφάσισαν να κάνουν ό, τι έκαναν όλοι όσοι είχαν τη δυνατότητα: να φύγουν από την Ευρώπη. Ο Άγιος Δομίνικος όπου κατέφυγαν αρχικά ήταν κάτω απ’ την σκληρή στρατιωτική δικτατορία του Τρουχίγιο (ο Ρούσβελτ είχε ζητήσει από τον Τρουχίγιο να δεχτεί πρόσφυγες του ευρωπαϊκού πολέμου (!) –έτσι έκανε ο Τρουχίγιο: στο καθεστώς του, τουλάχιστο εκείνο τον καιρό, οι επιθυμίες των ΗΠΑ ήταν διαταγές). Γρήγορα λοιπόν αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να φύγουν από την επικίνδυνη χώρα όπου θα δοκιμαστούν πάλι τα φρονήματά τους, κι έτσι μετά από διάφορες προσπάθειες επιβίωσης (και αλλαγή διάφορων βιοποριστικών επαγγελμάτων) καταφεύγουν στην Κολομβία. Σ’ αυτό το διάστημα ο έφηβος Φάουστο, που είχε μάθει από τη μητέρα του ν’ αγαπάει την ποίηση και ν’ απαγγέλλει ποιήματα με μεγάλη μαεστρία, συνειδητοποίησε ότι αυτό που ήθελε να κάνει στη ζωή του ήταν να γίνει ηθοποιός. Στο Ισπανικό Δημοκρατικό Κέντρο άρχισε μαθήματα υποκριτικής και ανακάλυψε ποιητές που δεν ήξερε (παρόμοια κέντρα είχαν ιδρυθεί σε όλη τη Λατινική Αμερική, από την Πόλη του Μεξικού μέχρι το Μπουένος Άιρες, πράγμα που οδηγούσε πολλούς στη σκέψη ότι οι πραγματικοί νικητές του Ισπανικού Εμφυλίου ήταν οι Λατινοαμερικανοί: εκατοντάδες εξόριστοι του πολέμου –καλλιτέχνες δημοσιογράφοι, ηθοποιοί ή εκδότες ή συγγραφείς –έφεραν τα ταλέντο τους, και η ήπειρος είχε αλλάξει ριζικά). Η γνωριμία του 20χρονου Φάουστο με άλλους γνωστούς ποιητές και καλλιτέχνες τού δίνει την ώθηση να κάνει εκπομπές για την ποίηση χωρίς χρήματα αρχικά (θα’ κανε αυτό που ήθελε να κάνει ή θα πέθαινε πάνω στην προσπάθεια), και στη συνέχεια να φύγει στη Βενεζουέλα (προσωρινά). Όταν επιστρέφει στη Μπογκοτά, ο Χίτλερ έχει αυτοκτονήσει, τον Μουσολίνι τον έχουν δολοφονήσει αλλά ο Φράνκο ήταν ζωντανός, ολοζώντανος. Ο ήδη έμπειρος Φάουστο στην απαγγελμένη ποίηση, έχει γνωρίσει ποιητές (Σέσαρ Βαγιέχο, Αντόνιο Ματσάδο, Μιγκέλ κ.α.) και καταξιώνεται σιγά σιγά ως ο ισπανός ηθοποιός, «μαθητής του Γκαρθία Λόρκα» (που τον είχε δει μια φορά (!)). Ο λαϊκός ηγέτης Χόρχε Ελιέσερ Γκαϊτάν τον ξεχωρίζει και τον προωθεί (εσείς μισείτε τους τυράννους. Εκεί συναντιόμαστε εσείς κι εγώ. Μία ώρα, δύο ώρες μακριά από δω σκοτώνουν τους αγρότες, κι εμείς απαγγέλλουμε ποιήματα. Κι εγώ σας λέω, νεαρέ: αν αυτά τα ποιήματα δεν ωφελούν στον αγώνα, τότε μάλλον δεν ωφελούν σε τίποτα). Με τον Γκαϊτάν (υποψήφιος φιλελεύθερος πρόεδρος που λίγο αργότερα δολοφονήθηκε) ο Φάουστο πολιτικοποιήθηκε, ανακαλύπτοντας ότι η «πραγματικότητα είναι πιο πραγματική από ποτέ».
Σέρχιο
     Αυτός ήταν ο πατέρας του Σέρχιο, που αποφάσισε εντέλει να ζήσει στο Μεγεδίν. Εκεί γνώρισε (επεισοδιακά) την Λους Ελένα Κάρδενας, και το 1947 –ενώ η Κολομβία πνιγόταν στο αίμα της κομματικής βίας-[2] ταξιδεύουν στη Λατινική Αμερική. Το 1950 γεννιέται ο Σέρχιο, ενώ το 1953 ο Γκουστάβο Πινίγια εγκαθιδρύει πραξικόπημα στην πολύπαθη Κολομβία. Η επανάσταση στην Κούβα (1959) δίνει νέα φτερά στον Φάουστο (ένιωσε, για πρώτη φορά από τότε που τον είχαν πει εβραίο στο λιμάνι της Πόλης Τρουχίγιο, ότι η ζωή του ως εξόριστου δεν είχε πάει χαμένη∙ ότι η Ιστορία, εντέλει, μπορούσε να έχει μιαν αποστολή ή έναν σκοπό). Ωστόσο, έχουν μπει στο φάσμα του Ψυχρού Πολέμου, στην ατμόσφαιρα πλανιέται ο φόβος της κόκκινης απειλής.
     Μέσα σ΄αυτό το καυτό πολιτικό κλίμα, ο Σέρχιο μικρό παιδάκι ακόμα, δοκιμάζει με μια απλή μηχανή κόντακ τις πρώτες του φωτογραφίες και τις πρώτες του απαγγελίες στο τηλε-θέατρο. Ο ρόλος του παιδιού στον «Σπιούνο» του Μπρεχτ τον εκτόξευσε στον χώρο, ωστόσο ο Μπρεχτ γρήγορα γίνεται «επικίνδυνος» σε μια χώρα όπου ο κομμουνισμός είναι πλέον υπό διωγμόν. Το επόμενο διάστημα μιας έξαλλης πρώιμης εφηβείας ο Σέρχιο (11χρονών) καπνίζει, το σκάει απ’ το σχολείο, δηλώνει άθεος και βασανίζεται από τις απιστίες του πατέρα του, ενώ οι δικοί του τον κλείνουν εσωτερικό σε σχολείο που απέχει ελάχιστα από το σπίτι τους!
     Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο αρχίζει μια περιπέτεια πρωτοφανής, που συγκλονίζει τον αναγνώστη μιας και γνωρίζει ότι είναι πέρα ως πέρα αληθινή. Γιατί οι γονείς Καμπρέρα, έχοντας από καταβολών ψηλά τον επαναστατικό πήχη (και, ίσως και στην προσπάθειά τους να ξεπεράσουν τα προσωπικά τους προβλήματα) δυσφορούν στο στρατιωτικό καθεστώς της Κολομβίας και αρχίζουν να στρέφονται στην… Κίνα. Η πρόσκληση από το ΚΚΚ να δουλέψουν ως καθηγητές Ισπανικών στο Ινστιτούτο Ξένων γλωσσών του Πεκίνου βρίσκει ανταπόκριση, και η οικογένεια εγκαταλείπει κρυφά από τους συγγενείς την Κολομβία για να συμβάλουν κι αυτοί στην οικοδόμηση ενός νέου σοσιαλισμού (αυτό που θέλω να καταλάβετε είναι ότι δεν πάμε στην άκρη του κόσμου, πάμε σ΄έναν απαγορευμένο κόσμο).
ΚΙΝΑ: Ο απαγορευμένος κόσμος
     Η περιπέτεια ξεκινάει από τη στιγμή που έφυγαν από τη χώρα τους, δεδομένου ότι το διαβατήριό τους δεν ισχύει για τις σοσιαλιστικές χώρες. Μέσα στις λεπτομέρειες της καθημερινότητας βλέπουμε τη διεθνή πολιτική κατάσταση (Ψυχρός Πόλεμος, κακές σχέσεις Ρωσίας και Κίνας, διάσπαση διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος κλπ). Παρόλ’ αυτά, όταν κατάφεραν να φτάσουν στην Κίνα, η υποδοχή του «σπεσιαλίστα» Φάουστο (σπεσιαλίστες ονομάζονταν οι καθηγητές ξένων γλωσσών) ήταν θερμή. Το «ξενοδοχείο της Φιλίας» όπου φιλοξενούνταν οι αλλοδαποί είναι μια νησίδα πολυτέλειας, μα η πολιτισμική αλλαγή για τα παιδιά ήταν σοκαριστική: αηδιαστικό φαγητό, κουπόνια για να αγοράσουν οτιδήποτε, απαίσια δημόσια κτίρια, και κυρίως ΞΕΝΗ, άγνωστη και δύσκολη καθημερινή γλώσσα.
     Η ζωή τους στο Πεκίνο ήταν διπλή: κόλαση στο σχολείο, παράδεισος στο ξενοδοχείο. Η αρχική υποδοχή από τους συμμαθητές τους στο σχολείο-οικοτροφείο ήταν εχθρική, παρόλ’ αυτά ο Σέρχιο έγινε υποδειγματικός μαθητής (σε αντίθεση με τη Μαριανέγια που αρχικά μισούσε την Κίνα), προσαρμόστηκε γρήγορα κι επέδειξε μεγάλο ταλέντο στην εκμάθηση της κινεζικής γλώσσας. Μια έκθεση με θέμα τον «προλεταριακό διεθνισμό» τον καταξιώνει στα μάτια των επιφυλακτικών (έως ρατσιστών) συμμαθητών, ενώ από τα 15 του χρόνια αρχίζει να εκπαιδεύεται και στρατιωτικά. Σ’ αυτήν την ηλικία έχουν ήδη αρχίσει να εμφυτεύονται μέσα του οι βαθιές αξίες της κομμουνιστικής επανάστασης του Μάο: "Το μέλλον είναι χειροπιαστό. Το ανασαίνουμε, το ονειρευόμαστε, του δίνουμε όνομα, το μέλλον ανήκει σε όλους και το φτιάχνουμε όλοι μαζί. Το μέλλον αρχίζει τώρα". Όλη η οικογένεια ενστερνίζεται σιγά σιγά το όραμα του Μάο και βλέπουν υπό το μαοϊκό πρίσμα τα όσα συνέβαιναν στην Κολομβία, το αντάρτικο των FARC, του ELN κλπ, θεωρώντας τον σοβιετικό κομμουνισμό «ρεβιζιονιστικό».
     Νέος σταθμός είναι όταν οι δυο γονείς αποφασίζουν να φύγουν από την Κίνα για να ενταχτούν στον αγώνα της Κολομβίας, αφήνοντας τους δυο έφηβους μόνους πίσω –μαζί μ’ ένα τεράστιο γράμμα του Φάουστο γεμάτο συμβουλές, που γίνεται ευαγγέλιο για τον Σέρχιο-, προκειμένου να τελειώσουν τις σπουδές και να μυηθούν στο «γνήσιο» επαναστατικό πρότυπο. Η αλλαγή αυτή συμπίπτει με την «Μεγάλη Πολιτιστική Σοσιαλιστική Επανάσταση»[3] (1966), που οχυρώνεται απέναντι στους «ταξικούς εχθρούς, τους ρεβιζιονιστές, τους αντεπαναστάτες, τη δικτατορία της μπουρζουαζίας»(!). Η διαμονή τους στην Κίνα συνεχίζεται με υποτροφία για σπουδές μεν αλλά με αλλαγή κατοικίας, στο «Ξενοδοχείο της Ειρήνης» γιατί το Ξενοδοχείο της φιλίας, ως χώρος υποδοχής ξένων, είχε «πολλές αρνητικές επιρροές»! Ο Σέρχιο σταδιακά έγινε ένας από τους ερυθροφρουρούς (στο Πεκίνο οι ερυθροφρουροί ήταν ένα φίδι με πολλά κεφάλια/κατέφευγαν εύκολα στη βία όταν ήταν να τιμωρήσουν κάποιον αντιφρονούντα), με κόκκινο περιβραχιόνιο με κωδικό, και κατά κάποιο τρόπο ένιωσε ισχυρός…
     Ωστόσο, λίγο αργότερα τους διώχνουν απ’ το σχολείο γιατί δεν δέχονται «ξένους» (είσαι ένας δυτικός που μιλάει κινέζικα. Είσαι η προσωποποίηση της διαρροής πληροφοριών). Η επόμενη περίοδος είναι περίοδος αυτομόρφωσης (τι είχε γίνει ο προλεταριακός διεθνισμός;): ο Σέρχιο διαβάζει, μεταφράζει εφημερίδες, μαθαίνει γαλλικά, ζητά να δουλέψει σε κάποια κομμούνα (τελικά τον πήραν να μαζεύει λάχανα μέσα στο κρύο, και αργότερα στο Εργοστάσιο Εργαλείων Νο2). Βλέπει ταινίες με τη Γιουγκοσλάβα Σμίλκα αλλά διακόπτει τις σχέσεις του μαζί της γιατί ο πατέρας της είναι ανταποκριτής του γιουγκοσλαβικού ειδησεογραφικού πρακτορείου ΚΑΙ διπλωμάτης (!!!)>ύποπτος. Επηρεασμένος από τα διαβάσματά του υιοθετεί την πεποίθηση ότι για να γίνει «γνήσιος επαναστάτης» πρέπει να γνωρίσει την… πείνα (τραγέλαφος: στο Ξενοδοχείο της Ειρήνης θεωρούν ότι… κάνει απεργία!).
     Παράλληλη πορεία έχει και η αδερφή, η Μαριανέγια, και τα δύο αδέρφια -με τον δικό του τρόπο ο καθένας- αντιστέκονται στα διλήμματα της «μπουρζουάδικης» δυτικής ζωής (π.χ. να πάνε στη Διεθνή Λέσχη όπου πάνε ευκατάστατοι Κινέζοι και διπλωμάτες; να ακούσουν Beatles; κ.α.)
Οι εχθροί μάς χαρακτηρίζουν περισσότερο από τους φίλους
     Η αμφισβήτηση στον μαοϊκό «φονταμενταλισμό» ξεκινά όταν γίνεται παρατήρηση από την κηδεμόνα Λι σχετικά με τη σχέση του Σέρχιο με τη Σμίλκα (στη Μαριανέγια: το καθήκον σου ήταν να καταγγείλεις τον αδερφό σου, και δεν το έκανες. Και το κόμμα δεν ξέρει αν μπορεί να σε εμπιστεύεται). Η πρωτοφανής καχυποψία προς τους ξένους που έφερε η Πολιτιστική Επανάσταση ωθεί τον οικογενειακό φίλο Ντέιβιντ να στρατευτεί στο «Τάγμα τη Κόκκινης Σημαίας», όπου συντάσσεται με τις ακρότητες των Μαοϊκών (του Ντέιβιντ του φάνηκε απίστευτο που χρησιμοποιούσαν τη λέξη «ξένος» για να τον χαρακτηρίσουν: αυτός, ξένος; Ζούσε στην Κίνα είκοσι χρόνια, τα παιδιά είχαν γεννηθεί Κινέζοι κλπ). Απίστευτες ιστορίες υπερβολών και φανατισμού… Για γέλια και για κλάματα είναι η συζήτηση για τα φανάρια των δρόμων, αν πρέπει να είναι … κόκκινα («το χρώμα της προόδου») όταν σημαίνουν στοπ!!! Συχνό φαινόμενο και η απομόνωση/ταπείνωση όποιου έχει «αστικές» συνήθειες, π.χ. καθηγητών κλπ!
     Η παιδεία των δύο αδερφών, που δεν παρέχεται πια από το κράτος, επαφίεται στο αυτοσχέδιο σχολείο Μπεθιούν-Γιεν Αν. Όμως η ζωή γίνεται ανυπόφορη (ερημιά στο ξενοδοχείο, απομόνωση) και ο 16χρονος Σέρχιο (το νέο του όνομα: Λι Τζι Σιανγκ) γράφει μια εκπληκτική επιστολή διαμαρτυρίας στον Σύνδεσμο Κινεζικής και Λατινοαμερικανικής Φιλίας, εκθέτοντας τους λόγους παραμονής τους στην Κίνα και ζητώντας να ενταχτούν τα δυο αδέρφια στις «επαναστατικές μάζες» (επαναστατούμε ενάντια στην εφαρμογή της αντιδραστικής αστικής γραμμής στη στάση απέναντί μας!)! Η αντίδρασή τους αυτή φέρνει ως αποτέλεσμα να τοποθετηθούν στο «Εργοστάσιο Ξυπνητηριών του Πεκίνου», χώρο εργασίας καθαρά προλεταριακό, όπου οι εμπειρίες είναι πρωτόγνωρες… Ωστόσο και εδώ η προσωπολατρία/θεοποίηση του Μάο σοκάρει τους δυο μας ήρωες («υπήρχε κάτι διεστραμμένο σ’ εκείνες τις υπερβολές») και γρήγορα αντιλαμβάνονται τα προβλήματα της κινεζικής κοινωνίας (απεργίες, σαμποτάζ, έλλειψη αγαθών, έλλειψη δυνατότητας διαμαρτυρίας: ναι σύντροφε, η χώρα υπέφερε: υπέφερε από λιμούς, από τη σφαγή στο Ντάο Σιεν, όπου οι ερυθροφρουροί είχαν δολοφονήσει χιλιάδες συμπατριώτες).
     Το επόμενο κεφάλαιο στην ταραχώδη ενηλικίωση των δύο νεαρών Καμπρέρα έχει απώτερο στόχο την επιστροφή στην Κολομβία. Το σχέδιο των γονέων για τα παιδιά τους είναι να «περάσουν τη στρατιωτική εκπαίδευση του Λαϊκού Στρατού Απελευθέρωσης» (στην Κίνα), για να αξιοποιήσουν τις γνώσεις τους στον ένοπλο αντιδικτατορικό αγώνα της Κολομβίας. Στις προσπάθειες ν’ αποκτήσει διαβατήριο, ο Σέρχιο ταξιδεύει στο Παρίσι όπου μένει για αρκετό καιρό. Νιώθει τρομερά οικεία, επισκέπτεται μουσεία, εκθέσεις, βιβλιοθήκες και ανανεώνει τη λατρεία του στον κινηματογράφο που του ανοίγει έναν καινούργιο κόσμο (νιώθει κάτι σαν πνευματική διέγερση, έναν ηλεκτρισμό που του κρατούσε τα μάτια ανοιχτά, και δεν ήθελε να χάσει πρόωρα εκείνη τη συγκίνηση).
     Πίσω στην Κίνα, με τα διαβατήρια πια, αφού παρακολουθούν τη στρατιωτική εκπαίδευση των εφήβων (από πολλές χώρες) στη Ναν Τζινγκ , τις σωματικές ασκήσεις, τους χάρτες, την άσκηση σε ενέδρες, ασκήσεις θάρρους κλπ., παίρνουν «απολυτήριο» κι ετοιμάζονται για το ταξίδι στην Κολομβία! Αξίζει να αναφέρουμε ότι η Μαριανέγια, που έγινε φανατική μαοϊκή (πρέπει να μάθω από τον μεγάλο λαό της Κίνας, για να μείνω πιστή στη σκέψη του Μάο Τσα τουνγκ, για να μεταφέρω τη σκέψη του Μάο Τσε Τουνγκ στην Κολομβία, γράφει στα -φυσικά-κινέζικα στο ημερολόγιό της), αποχαιρετά πολύ συγκινητικά τον επιστήθιο φίλο της Καρλ και την οικογένειά του («Με καλεί ο λαός μου»)!
Πίσω στην Κολομβία, ή το "πεπρωμένο να πάει αντάρτης"…
     Η προσαρμογή πίσω στην ισπανόφωνη χώρα δεν είναι εύκολη… Οι αξίες της οικογένειας είναι διαφορετικές, άλλωστε κανένας δεν ήξερε ότι όλο αυτό το διάστημα η οικογένεια ήταν στην Κίνα! Ο Φάουστο απορρίπτει σοβαρές προτάσεις θεατρικής συνεργασίας, ασχολείται με το λαϊκό θέατρο (όλα τ’ άλλα ήταν αντιδραστικά και ελιτίστικα), και ξεκινά «το πρώτο ανοιχτά μαρξιστικό καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό κίνημα της Κολομβίας». Πρώτο έργο το «Ο εισβολέας» με θέμα την ιστορία της Κολομβίας από μαρξιστική άποψη- χωρίς επιτυχία (οι μισοί συνεργάτες απορρίπτονταν ως αντιμαρξιστές/αντιδραστικοί (ήταν αλήθεια ότι ο ιδεαλισμός του τον οδηγούσε στο να καταδικάζει άξιους ανθρώπους όταν δεν έβλεπε σ’ αυτούς τη δέσμευση που περίμενε). Αντίστοιχα επαναστατικό πόστο είχε και η μητέρα, η Λους Ελένα (καθήκοντα ανταποκρίτριας για τους ηγέτες άλλων επαναστατικών κινημάτων). Ο Σέρχιο, με το που φτάνει στο Πεκίνο γίνεται συνεργάτης του Φάουστο στη Σχολή Σκηνικών τεχνών ως βοηθός σκηνοθέτης και βρέθηκε να συμμετέχει σ΄ένα συλλογικό έργο («Η ιστορία που δεν μας είπαν»). Το κρυφό του σαράκι όμως είναι ο κινηματογράφος, στον οποίο αφιερώνει όλο τον ελεύθερο χρόνο του, μυστικά και κρυφά από τους συντρόφους του στον αγώνα. Γιατί, παράλληλα με όλα αυτά, συμμετέχει και στον ένοπλο αγώνα μεταφέροντας πυρομαχικά, έγγραφα ή φάρμακα.
     Όλες αυτές οι δραστηριότητες κόβονται μαχαίρι όταν έρχεται η κρυφή ειδοποίηση στα δυο αδέρφια να ενταχτούν στον ένοπλο αγώνα («Φεύγεις αύριο γιατί πιστεύουμε πως είσαι έτοιμος»). Ήταν το «πεπρωμένο» του να γίνει αντάρτης∙ είναι συγκινητική αυτή η στιγμή όπως την καταγράφει και η Μαριανέγια στο ημερολόγιό της (αναγκάστηκα να υποτάξω τη ματαιοδοξία στην αντικειμενική λογική/σχολιάζαμε πόσο τρομερό ήταν αλλά και πόσο αξιοθαύμαστο∙ και τώρα είναι η δική μου η ώρα. Και αποφασισμένη τραβάω μπροστά!).
     Η παραμονή των δύο αδερφών Καμπρέρα (Ραούλ και Σολ, τα νέα ονόματα) στο στρατόπεδο της πεδιάδας του Τίγρε, είναι και το πιο συγκλονιστικό κεφάλαιο: πρόκειται για νέα παιδιά με ζήλο, αγάπη και όνειρα για το μέλλον, που έχουν την πρόθεση να θυσιάσουν τα πάντα για το συλλογικό μέλλον. Ωστόσο οι δυσκολίες δεν είναι μόνο η σωματική κούραση, οι τραυματισμοί, οι εξαντλητικές σκοπιές, τα κουβαλήματα κλπ, αλλά και η διαφορετική τους παιδεία. Η μαοϊκή αντίληψη με την οποία είναι εμποτισμένοι είναι πολύ διαφορετική στα επί μέρους σημεία, πχ. σύμφωνα μ’ αυτήν προηγείται η δημιουργία μιας γερής βάσης στήριξης (εκεί που βρίσκονται οι άνθρωποι, απομακρυνόμενοι από τα νευραλγικά κέντρα του εχθρού) σε αντίθεση με την τακτική που ακολουθούν οι αρχηγοί των ομάδων στην Κολομβία. Αυτές οι διαφορές που τα δυο αδέρφια επισημαίνουν, κινούν τη δυσπιστία, την αντιζηλία ή και την περιφρόνηση των ηγετών («α! ο σύντροφος έχει και απόψεις!»). Βέβαια, το ότι έχουν αποφοιτήσει από την Κίνα, έχουν εκπαιδευτεί στο στρατό της, έχουν ταξιδέψει στην Ευρώπη, μιλούν τόσες γλώσσες κλπ τους έκαναν ξεχωριστούς (ένιωθε ότι ήταν ένα φρικιό, ένα θέαμα του τσίρκου).
     Ο κομαντάντε Φερνάντο, ένας από τους ιδρυτές του EPL, αδιάλλακτος και φανατικός μαοϊκός, γίνεται ο μόνιμος εφιάλτης και του Σέρχιο αλλά και της Μαριανέγια. Η δυσπιστία, τα καψόνια, οι κατηγορίες, οι πειθαρχικές ποινές στους κινεζοτραφείς Καμπρέρα δεν έχουν προηγούμενο –ο Φερνάντο μάλιστα προσπαθεί να διπλαρώσει την Μαριανέγια κι ο φόβος την αναγκάζει να λιποτακτήσει (επιστρέφει μετά από κάτι μήνες για να μην την καταδιώκουν οι αντάρτες με την κατηγορία της προδοσίας). Στις δυσκολίες προστίθενται και οι τραυματισμοί, οι πυρετοί, η μαλάρια, οι… νυχτερίδες, η λεϊσμανίαση. Δεν είναι και λίγες οι φορές που κινδύνεψε η ζωή τους αλλά και που είδαν απάνθρωπες τιμωρίες σε ύποπτους για ρεβιζιονισμό, μέχρι και τουφεκισμό. Ο Σέρχιο φτάνει στο σημείο να γράψει στο ημερολόγιό του «σκέφτομαι πως ίσως θα ήμουν πιο ευτυχισμένος αν ήμουν νεκρός». Έχει πια πάρει απόφαση ότι θέλει να φύγει από το EPL (η αντάρτικη περιοχή στην οποία ζούσε αυτός απείχε πολύ, πάρα πολύ, απ’ το να μετατραπεί σ’ εκείνο τον ανίκητο σπόρο της λαϊκής εξουσίας). Η αποστολή να ηγηθεί πέντε ανδρών και να στήσουν μπλόκο έξω από την Τουκουρά, υπομένοντας τα χίλια δεινά («νύχτες κόλασης» όπου η αμφισβήτηση τον βασανίζει: Όχι∙ η επανάσταση δεν μπορούσε να είναι αυτό) είναι η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι. Ωστόσο η φρικτότερη διάψευση έρχεται στις επόμενες αποστολές, όταν αναλαμβάνουν με τρομερούς κινδύνους να μεταφέρουν έγγραφα που ανακαλύπτουν ότι δεν έχουν καμιά χρήσιμη πληροφορία (Το κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου!) και κυρίως, ΚΥΡΙΩΣ, όταν ζήτησαν σε πέντε αγρότες να παραδοθούν και θα τους χάρισαν τη ζωή, και όταν εκείνοι παραδόθηκαν «τους έκαναν κόσκινο» (τίποτα δεν ήταν μέρος όσων είχε μάθει στην Κίνα). Από την τελευταία αυτή αποστολή βγαίνει και φρικτά τραυματισμένος.
     Την ίδια εποχή η Σολ υψώνει το ανάστημά της, «βγάζει γλώσσα» στους κομαντάντε, και μετά από δυο μέρες -δυο ατελείωτες μέρες που ήταν σαν αποκηρυγμένη, εξοστρακισμένη, νεκροζώντανη- την πιέζουν να «κάνει την αυτοκριτική» της, και η απάντησή της «Ούτε αυτοκριτική, ούτε τίποτα. Σε μια χούφτα ηλίθιους…» προκαλεί τον πισώπλατο πυροβολισμό της…
     Αυτή είναι η κατάσταση μέχρι που μπαίνουν στο κάδρο και οι δυο γονείς -επαναστάτες, πάντα, και με ψευδώνυμα- και αρχίζει μια αργή και προσεκτική απόσυρση από την πρώτη γραμμή του αγώνα. Το ξανασμίξιμο των 4, που γίνεται κι αυτό με επεισοδιακό τρόπο, δεν σημαίνει και τη λήξη του αγώνα, αν και πολύ θα το ήθελαν (Φεύγουμε! Φεύγουμε τώρα! Εδώ είναι όλοι τρελοί. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε ν’ ανήκουμε σ΄αυτό). Η απογοήτευση του Σέρχιο, η επιθυμία του να λιποτακτήσει ενώνεται με την αντίστοιχη απόγνωση των άλλων τριών της οικογένειας –ωστόσο επιστρέφει για λίγο για να μη θεωρηθεί προδότης (οι κομαντάντε μπορεί να μην ήξεραν τα πάντα αλλά ήξεραν περισσότερα απ’ όσα έδειχναν). Το τελευταίο επεισόδιο περιλαμβάνει σκηνή ποδοπατήματος από… τρομαγμένη αγέλη ζώων και φόβο θανάτου από οργισμένα σκυλιά.
     Η «έξοδος» από το μέτωπο του αγώνα γίνεται απρόσμενα και ανώδυνα: κάποια στιγμή η ηγεσία του ανακοινώνει ότι έχουν πάρει την απόφαση να ξαναγυρίσει στην Κίνα για να συνεχίσει την ιδεολογική και τη στρατιωτική του προετοιμασία υπό τις καλύτερες δυνατόν συνθήκες. Ουσιαστικά όμως, ο Σέρχιο αναρωτιέται αν θα συνηθίσει να μη ζει στην παρανομία… Είναι 22 χρονών και νιώθει ένα κενό: διέφευγε απ’ όλα εκείνα, με μοναδική του αγωνία μην τον συλλάβουν. Τι ήταν αυτό αν όχι μια παταγώδης αποτυχία;
Η περιπέτεια στην Κολομβία είχε τελειώσει…
Στο σήμερα, 2016
     Δεν θα αναφερθώ περιληπτικά στις ενότητες όπου ο συγγραφέας μας ξαναγυρίζει στο «σήμερα», στο αφηγηματικό παρόν, στη Βαρκελώνη και στο κινηματογραφικό αφιέρωμα του συνολικού του έργου, αν και παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η δύσκολη σχέση πατέρα-γιου (Σέρχιο με Φάουστο) καθώς και του Σέρχιο με τον γιο του, Ραούλ. Υπό τύπον σκόρπιων αναμνήσεων γίνονται πολλές αναφορές στο παρελθόν. Το φάσμα του πατέρα, του Φάουστο, (που πέθανε λίγες μέρες πριν χωρίς ο γιος του να πάει στην κηδεία), φαίνεται να βασανίζει εδώ και αρκετά χρόνια τον νεαρό Σέρχιο (κάτι φαίνεται να είχε ραγίσει στη σχέση του με τον Φάουστο), μέχρι να τολμήσει να υπερασπιστεί τη βαθιά του επιθυμία να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο. Τα όνειρα, τα ρίσκα οι διαψεύσεις θέλοντας και μη χρεώνονται στον πατέρα, που με τον ενθουσιασμό του επέβαλε αυτόν τον τρόπο ζωής στα δυο του παιδιά, με μεγάλο και οδυνηρό τίμημα και τη δική του διάψευση, βεβαίως. Η κριτική του Φάουστο στις ταινίες του γιου του, επίσης, ήταν ένα αγκάθι στις σχέσεις, ιδιαίτερα στην ταινία «Όλοι φεύγουν» (αυτή η ταινία σου προδίδει όλα αυτά στα οποία πιστέψαμε. Είναι ένα χαστούκι, Σέρχιο. Σε όλα όσα εσύ κι εγώ κάναμε στη ζωή μας) όπου περιγράφεται η αμφισβήτηση του σοσιαλιστικού ονείρου.
      Ο βίος του Σέρχιο Καμπρέρα μας μεταφέρει σε μια θυελλώδη εποχή, στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου και των ιδεολογικών αναζητήσεων, στο καζάνι του λατινοαμερικάνικου αντάρτικου, κυρίως όμως στον αγώνα με τον εαυτό που ψάχνει να απαλλαγεί από τα πρότυπα και τα σχέδια του Πατέρα και αναζητά τα δική του αλήθεια. Έτσι δεν είναι τυχαίο που στις τελευταίες σελίδες διαβάζουμε:
     Έχω πάρει πολλά ρίσκα, τώρα το συνειδητοποιώ, έχω ζήσει μια ζωή ρισκάροντας, όμως δεν ρίσκαρα για μένα, αλλά για όσα περίμεναν να γίνω, για ό, τι περίμενες εσύ από μένα. (…) Αυτό, αυτό εδώ τώρα είναι δικό μου. Αυτό εδώ τώρα το αποφασίζω εγώ, αυτά είναι τα σχέδιά μου, τα δικά μου σχέδια, κανενός άλλου. Αυτό είναι που θέλω να κάνω εγώ με τη σκατοζωή μου.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] https://www.imdb.com/name/nm0127882/bio?ref_=nm_ov_bio_sm : Son of Spanish exiliated actors, lives in Colombia till 10 years before moving with his parents to China, where he attends secondary school. He fights for four years in the EPL (EjErcito Popular de LiberaciOn). Studies Filmmaking in "London Politechnic School". He has worked as director (six long films and more than 30 shorts), as writer, and as director and producer of more than 500 commercials. He has directed five mini-series which have given him 15 national "SimOn BolIvar" prizes.
[2] Η περίοδος αυτή είναι γνωστή με την ονομασία Λα Βιολένσια (Η Βία). Οι αιτίες εντοπίζονται στις έντονες διαφορές των δύο βασικών πολιτικών κομμάτων, οι οποίες εκδηλώθηκαν μετά τη δολοφονία του φιλελεύθερου υποψήφιου πρόεδρου Χόρχε Ελιέσερ Γκαϊτάν το 1948. Η δολοφονία προκάλεσε διαδηλώσεις στην Μπογκοτά και έμεινε γνωστή με την έκφραση Ελ Μπογκοτάσο. Η βία εξαπλώθηκε σε όλη τη χώρα και ο αριθμός των θυμάτων έφτασε τους 180.000. Από το 1953 ως το 1964, οι εντάσεις ανάμεσα στα δύο κόμματα μειώθηκαν, αρχικά με την παύση του Γκουστάβο Ρόχας με πραξικόπημα από την προεδρία και τις διαπραγματεύσεις του με τους αντάρτες, και στη συνέχεια με τη στρατιωτική δικτατορία του στρατηγού Γκαμπριέλ Παρίς Γκορδίγιο.
Μετά την πτώση του Ρόχας, τα δύο πολιτικά κόμματα, οι συντηρητικοί και οι φιλελεύθεροι, συμφώνησαν στη δημιουργία ενός εθνικού μετώπου με στόχο την κοινή διακυβέρνηση της χώρας. Η προεδρία θα εναλλάσσονταν μεταξύ των υποψηφίων των κομμάτων κάθε τέσσερα χρόνια, για τέσσερις θητείες, ενώ ο αριθμός των θεσμικών θέσεων θα κατανέμονταν ισοδύναμα. Η ίδρυση του εθνικού μετώπου έβαλε τέλος στην εποχή της Λα Βιολένσια και οι κυβερνήσεις του προσπάθησαν να θεσμοθετήσουν ριζικούς κοινωνικούς και οικονομικούς μετασχηματισμούς σε συνεργασία με την παράταξη της Προοδευτικής Συμμαχίας. Τελικά, οι αντιθέσεις μεταξύ των διαδοχικών διοικήσεων συντηρητικών και φιλελευθέρων αλλοίωσαν τα πραγματικά αποτελέσματα για τη χώρα, με συνέπεια τη διαιώνιση κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων, παρά την πρόοδο σε ορισμένους τομείς. Σε αντίδραση, δημιουργήθηκαν επίσημες ομάδες ανταρτών, όπως η FARC, η ELC και η M-19, με ένοπλη αντίσταση απέναντι στο πολιτικό σύστημα. Οι περισσότερες ομάδες είχαν μαρξιστικό χαρακτήρα. (https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CE%B2%CE%AF%CE%B1)
[3] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%95%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7

Πέμπτη, Μαρτίου 31, 2022

Οι ρετσίνες του βασιλιά, Ισίδωρος Ζουργός

Ήρθα στο χωριό για να ξαναμυρίσω το ψωμί,
το κρασί που χύνεται σ’ ένα πάτωμα με πριονίδια,
ν’ ακούσω τις φωνές των θηλαστικών όταν βατεύονται.
Ήρθα για να νιώσω το σώμα, να πατήσω την κοπριά,
να μεθύσω και να κατουρήσω έξω στα χωράφια
την ώρα της πρωινής πάχνης.
     Εντυπωσιακό, βαθύ και απολαυστικό κι αυτό το βιβλίο του αγαπημένου συγγραφέα Ισίδωρου Ζουργού –πρωτότυπο και μαζί οικείο. Πρωτότυπο γιατί εξιστορεί την εσωτερική κι εξωτερική πτώση ενός «σύγχρονου» βασιλιά -ακολουθώντας τα βήματα σαιξπηρικής τραγωδίας-, και οικείο γιατί όλη η πορεία εξελίσσεται σ’ ένα ορεινό χωριό που κάποτε ήταν στις δόξες του και τώρα παρακμάζει, με όλα τα χαρακτηριστικά χρώματα και τους ανθρώπινους τύπους που πλαισιώνουν συνήθως τις μικρές κοινωνίες.
     Ο Λεόντιος Έξαρχος, μηχανικός-εργολάβος-επιχειρηματίας, ισχυρός και ματαιόδοξος πάλαι ποτέ, ηλικιωμένος τώρα πια, αλλά γόνος εργατών κι εγγονός προσφύγων/με ακόρεστη όρεξη για κοινωνική ανέλιξη, χήρος με τρεις κόρες διασκορπισμένες σε Λονδίνο, Βρυξέλλες και Αθήνα καταφεύγει στον εγκαταλελειμμένο Πύργο του μισητού πεθερού του, που κι αυτός έχει φύγει απ τη ζωή. Είναι μόνος, κυριολεκτικά αλλά και εσωτερικά, γιατί όπως φαίνεται από τις ανεπίδοτες επιστολές που απευθύνει στη… νεκρή Ουρανία (την γυναίκα του) αλλά και στις κόρες (Γκαμπριέλα, Ρεγγίνα, Κορίνα), καμία τους δεν θέλει να έχει πια επαφές μαζί του. Ο Λεόντιος, καθώς βρίσκεται πια στη δύση της ζωής του, καταφεύγει στον έρημο πύργο («καστρόσπιτο»), σε μια ύστατη προσπάθεια να διερευνήσει το παρελθόν του, τη σχέση του με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, εντέλει να βρει τον εαυτό του (μάλλον θα φταίει αυτή η αρρώστια που μου είπε στην Αθήνα ο γιατρός, αυτή η ραγάδα της ψυχής που με κάνει γιa πρώτη φορά στη ζωή μου να κλαίω με το παραμικρό). Επισκευάζει, καθαρίζει και συμμαζεύει το ρημαγμένο αρχοντικό, εγκαθίσταται με τα βιβλία του, βάζει και διαδίκτυο, και μετακινείται μ’ ένα επιβλητικό μαύρο τζιπ.
     Το περιβάλλον του χωριού είναι φιλικό και ανακουφιστικό για τη μοναχική, εκκεντρική και -όπως αντιλαμβάνεται γρήγορα ο αναγνώστης- απαρηγόρητη προσωπικότητα του Λεόντιου. Πρόκειται για μια περιοχή οινοπαραγωγών, με αμπέλια, συνεταιρισμό αμπελουργών, εμφιαλωτήριο κλπ που παράγει λευκό αρετσίνωτο κρασί ή ημίγλυκα «κόκκινα της συμφοράς», αλλά πιο πολύ ρετσίνα, μια ντόπια ρετσίνα πρόχειρη, χωρίς αξιώσεις. Στο καφενείο του Φώτη, όπου ρέει η φτηνή ρετσίνα άφθονη, μαζεύονται όλοι ο χωριανοί, οι «συγκρατημένοι» δηλαδή οι νοικοκυραίοι, και οι «λεκέδες», οι απρόβλεπτοι, οι αποκλίνοντες. Εκεί βρίσκει το καθημερινό του καταφύγιο ο Λεόντιος (το καφενείο θα ήταν ο δρόμος του κάθε μέρα, ίσως και δυο φορές, και οι πελάτες του Φώτη ο κόσμος του). Οι ντόπιοι υποδέχονται θερμά τον ξένο, ηλικιωμένο ασπρομάλλη άντρα, τον άντρα της «γιατροπούλας» -κόρης του γιατρού- Ουρανίας (η οποία πέθανε από μυστήρια αρρώστια 10 μήνες πριν), που είχε χρόνια να πατήσει το πόδι του στο χωριό και εμφανίστηκε ξαφνικά στην κλειστή κοινωνία ταράζοντας τα νερά. Σιγά σιγά ο ήρωάς μας γνωρίζεται και συνδέεται με κάθε πρόσωπο χωριστά και, εθίζοντας τον εαυτό του στην φτηνή ρετσίνα, αναμοχλεύει τις έγνοιες του μαζί με τους ντόπιους, συμμετέχει στις ιστορίες και στα κρυφά τους πάθη, διασκεδάζει τους καημούς του και ξεσκεπάζει τον εαυτό του και τα μυστικά του Πύργου.
     Η αφήγηση είναι πότε τριτοπρόσωπη και πότε πρωτοπρόσωπη, εφόσον μεγάλο μέρος της καθημερινότητας του Έξαρχου είναι όπως είπαμε η συγγραφή επιστολών στις κόρες, στην Ουρανία αλλά και στους επαγγελματικούς συνεργάτες του Γρηγόρη και Δούκα Γκόρκα.
Η «καρναβαλική σύναξη»
Ένας βασιλιάς, ο τρελός υπηρέτης του,
ένας χοντρός απόστρατος, ένας ρετσινάς κεραστής…
     Στο καφενείο –κρασοπουλιό, το καθημερινό στέκι των περισσότερων -αργόσχολων κυρίως-, μαζί με τον νεοφερμένο απολαμβάνουμε σκηνές απείρου κάλλους (οι κολόνες του μαγαζιού ήταν πιο πολύ οι αργόσχολοι, οι κουμαρτζήδες, κάτι ευφάνταστοι χασομέρηδες, μερικοί αλκοολικοί και κάποιοι άλλοι πολυλογάδες, φτωχοί ως επί το πλείστον). Κουβέντες εύστοχες και άστοχες, κουτσομπολιά, κεράσματα καλαμπούρια, πειράγματα, χοντρές πλάκες, τσακωμοί ή παρεξηγήσεις -ποτισμένα όλα από τη φτηνή ρετσίνα- γίνονται σιγά σιγά ένα υφάδι όπου πλέκεται ο κοινωνικός ιστός, όπως σε κάθε χωριό της ελληνικής υπαίθρου. Κορυφαία η στιγμή, ή μάλλον η «τελετή» ανοίγματος καινούριου βαρελιού!
     Ο συγγραφέας μάς μεταφέρει ζωντανά και παραστατικά αυτό το κλίμα, και γνωρίζουμε σιγά σιγά όλες τις συμπαθητικές και μη φυσιογνωμίες του χωριού μέσα από το πρίσμα του Λεόντιου: πρώτα-πρώτα, τον καφετζή Φώτη (ο Φώτης σιγά σιγά εξελίσσεται στον κορυφαίο της καρναβαλικής σύναξης), τον Στελάρα τον Σιδερά, τον αξιοσέβαστο παπα- Γιώργη, τον Αναστάση τον Γελαδάρη, τον σοβαρό Σταμάτη, τη Γωγώ που έχει τα ψιλικά και του φέρνει αυτοβούλως φαγητό, τον χιτλερικό Βαγγέλη τον «Σκουληκά», τον Τριαντάφυλλο, τον Μουσθένη τον νεκροθάφτη, την κόρη του Μουσθένη, Πένυ, που είναι κομμώτρια∙ όλους αυτούς, που κουβαλάνε μικρή ή μεγάλη ιστορία στην πλάτη τους. Καθισμένος στο «τραπέζι του», κάτω απ’ το παράθυρο, ο Λεόντιος απολαμβάνει την αμεριμνησία του αργόσχολου, συμμετέχει στα χάχανα, κερνάει, συμβουλεύει, ακούει τις ευτράπελες ιστορίες του χωριού (μαζί κι εμείς) και πνίγει το παρόν του στη ρετσίνα (γίνομαι σιγά σιγά ένας ευπαρουσίαστος μεθύστακας, όμως δεν με πειράζει καθόλου). Φτάνει στο σημείο να νιώθει ότι τα «πραγματικά του παιδιά» είναι στο χωριό.
Ο Βασιλιάς Καρνάβαλος
     Όμως ο πιο χαρακτηριστικός, η μασκώτ του χωριού και συμπρωταγωνιστής του βιβλίου, μοναδικός/sui generis, σύντροφος εντέλει του Λεόντιου και εμπνευστής του (πρόκειται για έναν νοήμονα ίσκιο που με ακολουθεί παντού, μια σκιά απείθαρχη), είναι ο «τρελός του χωριού», ο Ζαχαρίας ή Μασούρης ή Ρία Ρία Μπουμ… Αχτένιστος, τσαλακωμένος, αταίριαστος, αλλά αυθεντικός, ανυπόκριτος, ένα μεγάλο παιδί, ο «Βασιλιάς Καρνάβαλος» όπως ανακηρύχτηκε τις Απόκριες, ο «αδιερεύνητα παλαβός»∙ τρέφει έρωτα για τις… καμπάνες που τον αφήνει ο παπα-Γιώργης να χτυπά (ζει το χτύπημα της καμπάνας ως λατρευτική πράξη), ζει με τον ετεροθαλή αδερφό του Σπύρο που όλο τον μαλώνει, χορεύει στο χιόνι «σαν αναστενάρης», βγάζει ήχους «αταξινόμητους» όταν πεθαίνει ο παπα- Γιώργης, τα καλοκαίρια… «κλουβιαίνει», κι έχει ένα δικό του ρυθμό να κινείται στον χώρο και στον χρόνο… να καπνίζει, να χαζεύει, να ξεχνιέται, να παρατηρεί. Γρήγορα γίνεται ο «ακόλουθος» του Λεόντιου, κοιμάται στον πύργο ξεφεύγοντας από τον «καταπιεστικό» αδερφό του («κι εσύ καλός είσαι αλλά δε βαράς»)∙ περνάνε οι δυο τους τα μοναχικά Χριστούγεννα (ύψωσε, κάπως δυσκοίλιος, το ποτήρι του προς τον Ζαχαρία που καθόταν στην άλλη άκρη του δρύινου τραπεζιού. Ανάμεσά τους μεσολαβούσαν δυο τριάδες άδειες καρέκλες/τι δουλειά έχω εγώ εδώ μαζί σου χριστουγεννιάτικα; Γιατί είσαι εσύ εδώ, και πιο πολύ, γιατί είμαι εγώ εδώ; Ξέρεις, Ζαχαρία, χρόνος είναι αυτό που συμβαίνει όταν τίποτ’ άλλο δε συμβαίνει).
     Καθώς περνά ο χειμώνας με τα πάνω και τα κάτω τους, ο Μασούρης κι ο Έξαρχος χτίζουν μια σχέση αλληλοεξάρτησης (είμαι ο πατέρας του που έφυγε νωρίς, κι αυτός είναι για μένα ο άλλος Διονύσης, ο μικρός μου αδερφός). Ο Ζαχαρίας/Μασούρης/Ρία Μπουμ Μπουμ αποδεικνύεται πιο σοφός απ’ ό, τι φαίνεται (η σκιά ενός ολόκληρου χωριού, η φωνή που ψιθύριζε αλήθειες ακόμη και τότε που όλοι έκλειναν επιδεικτικά τα’ αυτιά τους. Ήταν σαν αντίλαλος εικόνων σε πολλά σώματα), έχει σταθερές αξίες (-Άλλο υπηρέτης, άλλο ρουφιάνος αφεντικό/- Το υπηρέτης δεν σε πειράζει; Ούτε το καραγκιόζης, ούτε το τρελός σε χαλάει;/-Ούτε! Μόνο το ρουφιάνος με πειράζει και το Ιούδας). Ο Ζαχαρίας αγαπά τον Λεόντιο (αφεντικό, το βρήκα, εσύ είσαι και νέος και γέρος μαζί!), τον νοιάζεται και τον φροντίζει, τον ακολουθεί και στις μακρινές πεζοπορίες ζαλίζοντάς τον με τις φλυαρίες του ή με αδιάκριτες ερωτήσεις (π.χ. πώς είναι να μπαίνεις μέσα σε μια γυναίκα κι αν αυτό έμοιαζε με το να βουτάς στο νερό). Αυτός ο αταίριαστος, ο περιθωριακός, ο γελωτοποιός, γίνεται ο καθρέφτης του (ο Ζαχαρίας ήταν όλα όσα τον πονούσαν κι αυτά μαζί που φοβόταν, σαν είδωλο αντεστραμμένο/ήταν ο αδερφός του που ξαγρυπνούσε την ώρα που αυτός κοιμόταν, που γελούσε όταν ο ίδιος έκλαιγε. Ήταν ο μοναδικός δικός του άνθρωπος και το ήξερε).
Ο έκπτωτος βασιλιάς
     Γιατί ο Λεόντιος Έξαρχος, αυτός ο ισχυρός άντρας, επιχειρηματίας καταξιωμένος με πολλά χρήματα και επαγγελματικές επιτυχίες, παντρεμένος με τρεις μορφωμένες κόρες, που έζησε στα Παρίσια με ακριβά ποτά και πολυτέλειες, τώρα, στη δύση της ζωής του είναι μόνος, περιφρονημένος και παραδομένος στον χρόνο, στις αναμνήσεις και στη… ρετσίνα. Όπως γράφει η Σοφία Κασβίκη στο άρθρο «Ο εκπεπτωκώς άγγελος»: «Ο Λεόντιος Έξαρχος είναι ο εκπεπτωκώς άγγελος του ευδαιμονιστικού παραδείσου της εποχής μας. Πρόσωπο απόλυτα αναγνωρίσιμο από όλους όσους βίωσαν στην χώρα μας τις μεταπολιτευτικές δεκαετίες του ’80, ’90, 2000, αυτές που στο σπανιότατο για τα ελληνικά δεδομένα πλαίσιο μακροχρόνιας ειρήνης και πολιτικής σταθερότητας, εισροής πακτωλού ευρωπαϊκών χρημάτων και απομάκρυνσης από την επίμοχθη χειρωνακτική εργασία, ανέτρεψαν δομές, αρχές και πεποιθήσεις αιώνων, επέτρεψαν τεράστια κοινωνική κινητικότητα και οδήγησαν στην ανάδυση μιας τάξης νεόπλουτων, πρωτοστατούσας στο νεοδιαμορφωθέν παγκοσμιοποιημένο σκηνικό αποθέωσης της ύλης. Εκκινώντας από την βάση της κοινωνικής πυραμίδας, με όχημα τις σπουδές στο Πολυτεχνείο, την ρητορική δεινότητα και την άμετρη φιλοδοξία, δημιούργησε ένα από τα νέα τζάκια της χώρας, εκπορνεύοντας σε αυτή την προσπάθεια κάθε παραδοσιακή αξία –οικογένεια, ηθική, εντιμότητα – και αντικαθιστώντας την από μια ακόρεστη και ανενδοίαστη αναζήτηση του χρήματος και της ισχύος, η οποία τον οδήγησε επιπλέον σε έναν ιδιότυπο τυχοδιωκτικό κοσμοπολιτισμό που τον κατέστησε κυρίαρχο και του ευρύτερου κόσμου».
     Καθώς παρακολουθούμε την αλλαγή των εποχών σ’ όλον τον ενιαυτό (φθινόπωρο, χειμώνας, απόκριες, Πάσχα, καλοκαίρι) εισχωρούμε στα τρίσβαθα της ταλαιπωρημένης ψυχής του ξεπεσμένου βασιλιά, του άλλοτε ισχυρού Έξαρχου, που σιγά σιγά απογυμνώνεται από όλα τα στηρίγματά του. Πάλαι ποτέ αδίστακτος, «βάναυσο αρσενικό», άντρας κυνηγός» σύμφωνα με την μία κόρη, τώρα είναι παροπλισμένος, γέρος και με προβλήματα υγείας. Η «εικονική αλληλογραφία» προς την Ουρανία, τις τρεις κόρες αλλά και τον γιο του συνεργάτη του, σε πρώτο πρόσωπο, είναι ένα ευφυές εύρημα του συγγραφέα που επιτρέπει στον αναγνώστη να μάθουμε την πορεία του όλα αυτά τα χρόνια «από μέσα» («εαυτογραφία»), να νιώσουμε την ψυχολογία, τα βαθιά συναισθήματα, αλλά και την αναδιευθέτηση της συνείδησης ενός ανθρώπου που, βλέποντας τη ζωή του και τις δυνάμεις του να φθίνουν, ανασκοπεί τη ζωή του και τις αξίες του. Καθώς παραιτείται από κάθε επανασύνδεση με τα κορίτσια του, βλέπουμε σ’ αυτές τις αποχαιρετιστήριες επιστολές τα προσωπικά αγκάθια που τον απομάκρυναν από τις κόρες του και από τη γυναίκα του, έναν άνθρωπο που απογυμνώνετααι σιγά σιγά από κάθε σταθερά, έναν άνθρωπο που βρίσκει παρηγοριά μόνο στη ρετσίνα, τις πεζοπορίες και τον… τρελό του χωριού.
     Και η κατεδάφιση συνεχίζεται, αμείλικτη: γιατί, πέρα από την απομόνωση στην οποία τον έχουν υποβάλει οι τρεις κόρες, τα κιτάπια του αδίστακτου και μισητού πεθερού του που ανακάλυψε στα υπόγεια του πύργου, φέρνουν στο φως μυστικά κρυμμένα και ανομολόγητα, που ανατρέπουν κάθε ίχνος γλυκιάς ανάμνησης (δεν έχω πια συνέταιρο στην εταιρία, δεν έχω υπαλλήλους, δεν έχω γυναίκα, δεν έχω παιδιά, είμαι ελεύθερος πια, κι αυτό είναι ένα δώρο απρόσμενο της θλίψης και της ερημιάς μου).
     Ο βασιλιάς μένει γυμνός (θέλεις δε θέλεις θα αναμετρηθείς με τον καθρέφτη), μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά, σε μια ύστατη καρναβαλική σκηνή, μια τελευταία πράξη ερωτικής έξαρσης, που τον ταπεινώνει αλλά τον ανεβάζει ένα σκαλί στη συνειδητοποίηση: «Ζω αυτήν την αγωνία που αιώνες τώρα κρατάει ξάγρυπνους τους γέρους όλου του κόσμου, το συναμφότερον όχι σώματος και ψυχής αλλά μνήμης και φόβου, το σημαντικό διακύβευμα όλων των γηρατειών. Φόβος όχι τόσο για το αναπόδραστο τέλος αλλά για την ταρίχευση της μνήμης, μην τυχόν και χαθεί στις ατραπούς μιας νευρικής παράλυσης ή μιας ιδιοτροπίας του εγκεφάλου».
     Καθώς τα έκτακτα συμβάντα πυκνώνουν προς το τέλος της αφήγησης οδηγώντας σε ένα είδος κάθαρσης, βλέπουμε απτή τη «μεταμόρφωση» του ήρωα, ένα είδος «τερατογένεσης» όπως λέει και ο ίδιος (που βγήκε μέσα από τις ερπύστριες ενός χειμώνα γεμάτου μοναξιά και μιας άνοιξης σε ανθοφορία αποκαλύψεων/προπονούμαι για το επέκεινα, Γρηγόρη). Δεν είναι πια ο στητός άρχοντας που τον χαιρετούν όλοι με σεβασμό, με ρούχα που έτριζαν και με βλέμμα διαπεραστικό που προκαλούσε αμηχανία, αλλά ένας αναμαλλιασμένος γέροντας, κακοντυμένος και μπεκρής, με μακριά μαλλιά και γένια σαν βιβλικός προφήτης ή σαν… Δανός ιστιοπλόος, σαν παπάς που του έχουν βγάλει τα ράσα!
     Μα και εσωτερικά έχει επέλθει η μεταμόρφωση. Δεν είναι τυχαίο πως ο Έξαρχος στο χωριό είναι που ανακάλυψε το γέλιο! Ένα γέλιο βαθύ και απελευθερωτικό (ένα γέλιο ιαματικό, ένας σπασμός του σώματος από μηδενική αφορμή και για κανένα σκοπό. Γέλιο από ανοησίες για το τίποτε, για το γελοίο, γα το θεραπευτικό μηδέν). Όπως δεν είναι και τυχαίο ότι στον πύργο ανακάλυψε μέσα σ’ όλα τα βιβλία του πεθερού και τον Ραμπελαί, για την ακρίβεια το βιβλίο του Μπαχτίν για τον Ραμπελαί, στον γήινο κόσμο του οποίου αφήνεται να βυθιστεί (ο κόσμος μου εδώ είναι φαγητά, κρασιά, πορδές κι ένα σωρό άλλες χωριάτικες αμαρτίες). Επιστέγασμα της αμαρτίας η ρετσίνα της οποίας γίνεται θιασώτης (τον τελευταίο καιρό είμαι μ’ ένα μπουκάλι στο χέρι, που το σηκώνω ψηλά ως την τελευταία γουλιά για να μοιάζω σαλπιγκτής που δίνει το σύνθημα για την ύστατη αναχώρηση).
     Μέσα σ΄ένα λοιπόν κρεσέντο καρναβαλικό, επέρχεται η λύτρωση, που χάρη στη μαεστρία του συγγραφέα, έρχεται και σταλάζει επαγωγικά (μέσα από τα επιμέρους γεγονότα) στον αναγνώστη:
     «Αδιαφορώ για το σπίτι μου, για τον πύργο του πεθερού μου, για την ιστορία της οικογένειάς μου και για τα εναπομείναντα μέλη της. Αδιαφορώ για τη ζωή που έζησα και για όση μου έχει ακόμη απομείνει. Αδιαφορώ για όσα έχασα και για όσα τυχόν κερδίσω στο μέλλον. Εν ολίγοις, απολαμβάνω τη γαλήνη της αδιαφορίας και την ανυπαρξία κάθε είδους βούλησης και επιθυμίας. Θέλω μόνο να έχω γερά πόδια και να περπατάω στα δάση και στα λιβάδια».
Χριστίνα Παπαγγελή 

Τετάρτη, Μαρτίου 16, 2022

Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;, Ιωάννα Μπουραζοπούλου

Ίσως η πραγματικότητα να μην είναι παρά ομαδική παραίσθηση
     «Νέα Αποικία», «Κοινοπραξία των 75», πολύτιμο… βιολετί αλάτι, Πορφυρά Άστρα… είναι κάποιοι βασικοί όροι που οδηγούν τον αναγνώστη στη δυστοπική χώρα του «αλλόκοτου» αυτού μυθιστορήματος, -όπως το χαρακτηρίζει η Guardian- που θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε φαντασίας, αλλά σίγουρα όχι επιστημονικής (δεν έχει φερειπείν διαστημόπλοια, υψηλή τεχνολογία κλπ). Όπως ισχυρίζεται η ίδια η συγγραφέας, που του αποδίδει τον χαρακτηρισμό «υπερβατικός ρεαλισμός», στη σφαίρα της φαντασίας/υπέρβασης ανήκει μία αρχική/βασική συνθήκη γύρω από την οποία περιστρέφονται όλες οι αλλαγές στις ανθρώπινες σχέσεις, που, υποθετικά, έρχονται ως αναγκαστική συνέπεια, με βάση την υπάρχουσα ανθρώπινη ψυχολογία (κι εδώ έχουμε το ρεαλιστικό στοιχείο). Παρόλο που ο αγαπημένος μου συγγραφέας Ζοζέ Σαραμάγκου κατά κανόνα ακολουθεί αυτήν την τεχνοτροπία (βλ. π.χ. Περί τυφλότητος) προσωπικά είμαι επιφυλακτική στα έργα φαντασίας, κι έτσι, με απροθυμία ξεκίνησα το βιβλίο/επιλογή της Λέσχης ανάγνωσης Δράμας, κρατώντας σημειώσεις για να θυμάμαι τα ανεξήγητα και «αυθαίρετα» στοιχεία της δυστοπικής χώρας στην οποία μας ξεναγεί η συγγραφέας. Γρήγορα η αρχική μου δυσφορία έγινε ενθουσιασμός, και λόγω της υπόθεσης αλλά κυρίως λόγω της απολαυστικής, σχεδόν καρναβαλικής γραφής. Παράλληλα, η ψυχογράφηση του ανθρώπου που στέκεται απέναντι σε μια άτεγκτη εξουσία κερδίζει το ενδιαφέρον και ξυπνά τον προβληματισμό για τα όρια και τη δύναμη της ανθρώπινης ψυχής. Σ’ αυτό συντελεί και η πρωτοπρόσωπη αφήγηση των επιστολών, που οδηγεί σ’ ένα είδος «ταύτισης» (ο επιστολογράφος δεν είναι επαγγελματίας συγγραφέας, δεν ξέρει να συγκρατείται και καταλήγει πάντα να αποκαλύπτει περισσότερα απ’ όσα είχε αρχικά αποφασίσει). 
     Η «αυθαίρετη», εξωτερική συνθήκη που ανήκει στη σφαίρα του φανταστικού είναι η εξής: μια τεράστια γεωλογική μεταβολή, ένα πελώριο ρήγμα στο σημείο όπου παλιά ήταν η «Νεκρά θάλασσα», δημιούργησε ένα υπερφυσικό κύμα σαν ιπτάμενο χαλί βυθίζοντας Ισραήλ, Αίγυπτο, Τουρκία και όλη την Ευρώπη μέχρι… το Παρίσι στο νερό, πνίγοντας αργά αργά εκατομμύρια ανθρώπους που δεν πρόλαβαν να διαφύγουν, και αλλάζοντας τελείως τη γεωγραφική κατάτμηση των τριών ηπείρων. Από την περιοχή του ρήγματος άρχισε να αναβλύζει ένα σπάνιο, εύθραυστο αλλά πολύτιμο υλικό, το βιολετί αλάτι, που αμέσως γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από την εξουσία. Η ανώτερη αυτή υπερσυγκεντρωτική εξουσία (η απλοϊκότητα του απόλυτου συγκεντρωτισμού είναι ακριβώς η ιδιοφυΐα του), η «Κοινοπραξία των εβδομήντα πέντε», εδρεύει στο Παρίσι που έχει γίνει πια λιμάνι και ανώτερο διοικητικό κέντρο, ενώ στην περιοχή του ρήγματος ιδρύεται η απρόσιτη από τον πολύ κόσμο «Αποικία», που βρίσκεται «τρεις βδομάδες πίσω από την επικαιρότητα», χωρίς επικοινωνία και συγκοινωνία εφόσον είναι προσβάσιμη μόνο με πολύ δυσκίνητα καράβια. Εκεί εργάτες (αλατωρύχοι και λιμενεργάτες) και διοικητικό προσωπικό δουλεύουν αγόγγυστα και ακατάπαυστα, μέσα σε κανόνες σκληρούς και απαράβατους, για να αντεπεξέλθουν στις συνθήκες διαβίωσης που είναι ανελέητες (δεν επιβιώνει κανένα φυτό ή ζώο, υπάρχει απίστευτη υγρασία, δύσπνοια, αναθυμιάσεις, νερό με υπερβολική άνωση), με σκοπό να εξορύξουν, συντηρήσουν και μεταφέρουν με ασφάλεια το νέο αυτό «χρήμα». Εάν οι κάτοικοι δεν πάρουν το χάπι που χορηγεί το Υγειονομείο, κινδυνεύουν να βλαφτούν από το «μοβ σύννεφο» των αλυκών, ιδιαίτερα όταν φυσάει ανατολικός άνεμος. Το νερό, πόσιμο και για πλύσιμο, το ιχθυέλαιο (η μόνη νόμιμη πηγή ενέργειας), τα φρούτα κλπ δίνονται με δελτίο διανομής. Η Αποικία ή μάλλον η «επιχείρηση» (είναι υπάλληλοι κε Μπουκ, όχι άποικοι, είναι έμμισθοι υπάλληλοι της Κοινοπραξίας) εξυπηρετείται και από τους ατίθασους ποδηλάτες (αποδεικνύονται συστηματικά αμελείς στη λήψη του χαπιού/παρήγορα τυφλοί, κουφοί και αδιάφοροι απέναντι σε όσους συμβαίνει γύρω τους) ενώ οι μεγάλοι εχθροί, που κλέβουν το αλάτι και αντέχουν τις συνθήκες της ερήμου είναι οι «μαμελούκοι του Σουέζ».
     Η αφήγηση προχωράει με επιστολές έξι αξιωματούχων που υπηρετούν τον απόλυτο άρχοντα της Αποικίας, τον Κυβερνήτη Βερά, του οποίου ο λόγος είναι νόμος, και που παίρνει εντολές από ένα μυστηριώδες «πράσινο κουτί» που πηγαινοέρχεται στο Παρίσι με απόλυτη μυστικότητα κάθε τρεις βδομάδες. Παράλληλα, κάθε τόσο μεταφέρεται ο αναγνώστης (με απρόσωπη αφήγηση) στο Παρίσι, όπου κεντρικό πρόσωπο είναι ο απλός πολίτης Φιλέας Μπουκ καταγόμενος από τη Ν. Γαλλία, που με την καταστροφή έχασε τους δικούς του αλλά εκείνος σώθηκε γιατί έτυχε να βρίσκεται στην Ιρλανδία. Έχοντας αρχικά ισχυρό κίνητρο να ψάχνει τις επιστολές, «αυτές τις κάψουλες συσσωρευμένης μνήμης» (οι επιστολές, εν αγνοία των συντακτών, απορρόφησαν ολόκληρο τον κόσμο που χάθηκε, μέχρι την τελευταία του λεπτομέρεια), αναπτύσσει ένα σπάνιο είδος διαίσθησης, μήπως διακρίνει κάποιο κρυφό μήνυμα από τους δικούς του (αφουγκράζομαι πίσω από το θέμα, το νόημα, τις λέξεις ή την πρόθεση, το πώς βοά και παφλάζει ένας μελωδικός και πολύχρωμος ποταμός/αυτόν τον παφλασμό αποκωδικοποιώ). Καθώς η έρευνα αυτή του γίνεται εμμονή, επινοεί ένα τύπο «σταυρολέξου» με ερωτήματα, που λέγεται «επιστολόλεξο» και που γίνεται πολύ αγαπητό και δημοφιλές στο περιοδικό «Times» όπου δημοσιεύεται.
     Οι έξι αξιωματούχοι, όλοι με σκοτεινό παρελθόν πριν την Υπερχείλιση, είναι αυτοί που φοράνε το «Πορφυρό Άστρο», διακριτικό που τους δίνει κάποια προνόμια σε σχέση με τους εργάτες κι έχουν πολύ συγκεκριμένες αρμοδιότητες. Έξι φιλόδοξα καθάρματα, διεφθαρμένα και αδίστακτα –ιδανικές επιλογές για αυλικοί του Κυβερνήτη, έχουν διαφορετικό όνομα ως άποικοι αλλά για λόγους πρακτικούς θα τους αναφέρω εδώ με το παλιό τους όνομα: είναι ο δικαστής Μπατώ (ισπανικής καταγωγής), ο φρούραρχος Ντρέικ (τουρκικής καταγωγής), ο γιατρός Φαμπρίτσιο (ιταλικής καταγωγής), ο ιερέας Μοντενέγκρο (Βαλκάνιος) και η Βρετανή Ρεγγίνα. Αρμοδιότητες αλλά χωρίς πορφυρό άστρο έχει και ο «ιδιαίτερος γραμματέας» Σικουάν, από τη Μασσαλία, ενώ παρακολουθούμε έμμεσα (δεν γράφει επιστολές) και την πορεία της κόρης του Μπατώ, την Λευκή, που είναι το μόνο πλάσμα που γεννήθηκε στην αποικία, με χαρακτηριστικές ιδιαιτερότητες και με απόκοσμη εμφάνιση (λευκό δέρμα, μάτια χωρίς κόρες). Η Λευκή τελεί χρέη καμαριέρας της Ρεγγίνας.
     Καθώς ξεδιπλώνουν με τις επιστολές τους ο καθένας τις έγνοιες του, το παρελθόν του και τα κρυφά του πάθη, βλέπουμε όχι μόνο τις πολύ ιδιαίτερες συνθήκες της ζωής στην «Αποικία» αλλά και τη γραμμική εξέλιξη μιας ιστορίας γεμάτης ανατροπές (ελπίζω η επιστολή μου να φωτίσει τα σκοτεινά και ανεξήγητα γεγονότα που συνέβησαν στην Αποικία τις τελευταίες δεκαπέντε ημέρες και μ’ έκαναν ν’ αμφιβάλλω ακόμα και για την ύπαρξη του θεού), έντονα συναισθήματα και συγκρούσεις -εσωτερικές και εξωτερικές-, που αναστατώνουν την φαινομενική ρουτίνα και ηρεμία.
     Αυτό είναι το πλαίσιο, και δεν θα έλεγε κανείς ότι είναι τρομερά ελκυστικό για κάποιον που δεν του αρέσουν τα έργα φαντασίας… ΟΜΩΣ:
     Όταν πια ο διστακτικός αναγνώστης, δηλαδή εγώ, ξεμπερδέψει με τις εξωτερικές συμβάσεις που δημιουργούν απορίες και όταν φτιάξει έναν πίνακα στοιχειώδους κατανόησης, ξεκινά ένα απολαυστικό ταξίδι που απευθύνεται και στην καρδιά και στο μυαλό. Με μια λεπτή σάτιρα που γίνεται πολλές φορές κωμικοτραγική σε βαθμό παρωδίας, σε μεστό ύφος όπου ξεχειλίζουν τα συναισθήματα (συνήθως έκπληξης, καχυποψίας, φόβου που αγγίζει τον πανικό, αλλά και αναστοχασμού) παρακολουθούμε, σε μια ατμοσφαιρα μυστηρίου, έξι ανθρώπους να εξομολογούνται τις πιο μύχιες σκέψεις και τις ψυχικές διακυμάνσεις τους, ενώ παράλληλα το ένστικτο της επιβίωσης τούς καλλιεργεί μια απίστευτη παρατηρητικότητα που αποβαίνει διασκεδαστική.
     Γιατί συμβαίνουν συνέχεια απρόοπτα που διαταράσσουν τη μέχρι τώρα ρουτίνα, που ανατρέπουν και αναδιαμορφώνουν τις μέχρι τώρα σχέσεις τους (που δεν ήταν και οι καλύτερες) και οι αισθήσεις των έξι πρωταγωνιστών φτάνουν στο κόκκινο, προκειμένου να επιπλεύσουν. Πρώτη πρόκληση, η εμφάνιση του μυστηριώδους «αγοριού» με το κόκκινο πουκάμισο και το χρυσό σκουλαρίκι. Στη συνέχεια, ο περίεργος θάνατος του Κυβερνήτη που δημιουργεί απίστευτη αμηχανία και άγχος (είχαμε μόλις συνειδητοποιήσει ότι η -«βιολετί»- κόλαση που ζούσαμε υπηρετώντας τον ήταν τελικά γλυκιά κι ευχάριστη, σε σύγκριση με το τρομαχτικό χάος που δημιουργούσε η απουσία του)∙ η δυσκολία να εξαφανίσουν το πτώμα (τραγέλαφος)∙ οι ξεκαρδιστικές προσπάθειες να ανοίξουν το πράσινο κουτί∙ η αιφνιδιαστική εμφάνιση του νέου Κυβερνήτη και το μπάχαλο που επακολούθησε (νέος τραγέλαφος απονενοημένων αντιδράσεων)∙ η επερχόμενη αλλοίωση των χαρακτήρων και αλλαγή των συσχετισμών (το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει κάθε πειραματόζωο: αδυνατεί το ίδιο να μελετήσει εκείνους που το μελετούν)∙ η εμφάνιση του Μαύρου Καραβιού που δεν ξέρουν αν ήταν παραίσθηση (εμένα πάλι θα μου έστριβε αν δεχόμουν ότι βίωσα ομαδική παραίσθηση με πέντε ανθρώπους), και τέλος η παράλογη εντολή να μεταφέρουν το αλάτι στην επικίνδυνη έρημο… Όλα αυτά επαυξάνουν τη σύγχυση και αποδιοργανώνουν τελείως τους ήρωες, αναζητούν απεγνωσμένα τον… εαυτό τους, ενώ στον αναγνώστη, πέρα από την αναγνωστική απόλαυση χαρίζουν και την αγωνία που έχουν τα αστυνομικά μυθιστορήματα ή έστω οι ιστορίες μυστηρίου: τι συμβαίνει στην πραγματικότητα τέλος πάντων, τι είδε εντέλει η γυναίκα του Λωτ (τα όρια ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα τα έχουμε δει να μετακινούνται τόσες φορές τις τελευταίες μέρες, που έχω αρχίσει να πιστεύω ότι ίσως και να μην υπάρχουν).
     Η λύση όλου αυτού του κουβαριού και η επερχόμενη «κάθαρση» είναι έξυπνη, αξιοπρεπής και όλα τα ερωτήματα που μοιάζουν αναπάντητα ξαφνικά φωτίζονται, αλλά για τα δικά μου -ακαλλιέργητα στα έργα φαντασίας- κριτήρια, η τελική έκβαση είναι αρκετά τραβηγμένη. Ωστόσο, όπως είπαμε παραπάνω, ο αναγνώστης απολαμβάνει σκηνές από κωμικές ως τραγελαφικές, που ενσαρκώνουν την ανθρώπινη ψυχολογία σε έκτακτες καταστάσεις πανικού και ανάγκης επιβίωσης, απολαμβάνει καυστικά σχόλια για τη σχέση ανθρώπου-εξουσίας ή και θρησκείας/εκκλησίας, ενώ η τελική λύση αφήνει ελπίδα για το ανθρώπινο είδος και τη δύναμη της συλλογικής δράσης.
    Στον διαφορετικό, δυστοπικό και ενδεχόμενο αυτόν κόσμο που περιγράφεται, το φλεγόμενο/βιολετί αλάτι αποκτά μια υπερφυσική σημασία (η ενοχή της γνώσης, το αλάτι της τιμωρίας/σάμπως το αλάτι να είναι το τίμημα της γνώσης) που χρήζει σημειολογικής ανάλυσης. Ασύμβατο με κάθε μορφή ζωής αλλά συμβατό με τον ανθρώπινο οργανισμό, ιδιότροπο, ευπαθές στον ηλεκτρισμό, στη ραδιενεργή ακτινοβολία, στα δηλητήρια των καυσίμων. Όλη η διαβίωση οργανώνεται για να μη χάσει τις πολύτιμες ιδιότητές του αυτό το σπάνιο υλικό, παραγκωνίζοντας τις απλές ανθρώπινες ανάγκες, τις αξίες, κι εντέλει την ανθρώπινη ζωή, την ανθρώπινη ελευθερία (το πρώτο πράγμα που κάνει η δημοκρατία, όταν απειλείται η ασφάλεια, είναι να καταλύει τα ατομικά δικαιώματα και να περιορίζει τις ελευθερίες). Αλλά και ο μύθος των "αμαρτωλών" Σόδομων και Γόμορων (των «Δίδυμων Πόλεων») όπως επανεμφανίζεται σε διάφορες μορφές μέσα στο βιβλίο (υπάρχει αντίστοιχος μύθος και στην Τορά, και στο Κοράνι), αποκτά μια συμβολική σημασία: 
     ...ίσως τα Σόδομα δεν είναι μύθος. Ίσως να υπάρχει το έσχατο βασίλειο με τη μορφή εσωτερικού ορίου, που όταν το περάσεις δεν συμβαίνει κάτι τρομερό ή υπερφυσικό, απλώς στεγνώνει η ζωή σου σαν έρημος.
     Και η γυναίκα του Λωτ;
     Υπάρχει η «γυναίκα του Λωτ» στο μυθιστόρημα, είναι ο άνθρωπος που καταφέρνει και λύνει τον γρίφο:
     Ένα έγκλημα τιμής απέναντι στου Εβδομηνταπέντε χρειάζεται τουλάχιστον έναν αυτόπτη μάρτυρα για να νομιμοποιηθεί, να μην αφήνει αμφιβολίες ότι πραγματοποιήθηκε. Χρειάζεται μια γυναίκα του Λωτ, που θα στρέψει την κρίσιμη στιγμή το κεφάλι για να βεβαιωθεί ότι τα Σόδομα καταστράφηκαν, χωρίς να φοβάται αν η ίδια μετατραπεί σε στήλη άλατος.
Χριστίνα Παπαγγελή

Τετάρτη, Μαρτίου 02, 2022

Η γυναίκα με τα κόκκινα μαλλιά, Ορχάν Παμούκ

Εσύ ξέρεις καλύτερα πώς θ’ αρχίζει το βιβλίο σου,
αλλά όπως οι μονόλογοί μου στη σκηνή,
στο τέλος της παράστασης,
έτσι και η αρχή πρέπει να αποπνέει ειλικρίνεια,
αλλά και να είναι σαν παραμύθι.
Πρέπει να είναι
πιστευτή σαν αληθινή ιστορία
και οικεία σαν μύθος.
     Αυτά τα λόγια από την τελευταία σελίδα του βιβλίου, είναι θαρρείς το μυστικό του Ορχάν Παμούκ, που για άλλη μια φορά μας χαρίζει ένα μυθιστόρημα συναρπαστικό, ένα μυθιστόρημα όπου το παραμυθιακό/μυθικό στοιχείο συμπλέκεται με την αδρή πραγματικότητα «κατά το εικός και αναγκαίον», με τρόπο που να αγγίζει τις αρχετυπικές δομές της ανθρώπινης ψυχής. Ο «γρίφος της σχέσης πατέρα και γιου», όπως προοικονομείται στην πρώτη πρώτη παράγραφο, είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο χτίζεται όλη αυτή η πολυεπίπεδη αφήγηση, όπου ξεδιπλώνεται η ζωή του ήρωα Τζεμ, από την εφηβική ηλικία∙ για να είμαστε ακριβείς, η απουσία του πατέρα είναι αυτή που καθορίζει τη μοίρα του βασικού ήρωα, αλλά κι όχι μόνο.
     Η εξαφάνιση του πατέρα από το 1985 όταν ο Τζεμ ήταν στην Α΄Λυκείου, για λόγους μάλλον πολιτικούς, (νόμισα ότι τον πήραν, όπως μια άλλη φορά, από το φαρμακείο και τον οδήγησαν στο Τμήμα Πολιτικών Υποθέσεων, όπου θα τον βασάνιζαν με φάλαγγα και ηλεκτροσόκ) αποδείχτηκε οριστική (είχε ήδη λείψει για δυο χρόνια στο παρελθόν) και αποτέλεσε βασικό στοιχείο στην ψυχική μετεξέλιξη του έφηβου ήρωα. Καθώς η μητέρα του και κείνος αντιμετωπίζουν βιοποριστικό πρόβλημα, μετακομίζουν, ο Τζεμ δουλεύει σε βιβλιοπωλείο (στρέφεται με πάθος στο διάβασμα με σκοπό να γίνει συγγραφέας) με προοπτική να πληρώσει το φροντιστήριό του και να σπουδάσει, δουλεύει στο χωράφι του θείου του, και τέλος, δέχεται να ακολουθήσει τον μάστορα Μαχμούτ στο Όνγκιορεν, για δυο βδομάδες, ως βοηθός… πηγαδά.
     Η διάνοιξη πηγαδιού την εποχή εκείνη ήταν μια επιχείρηση που απαιτούσε πολύ μεγάλη τέχνη, υπομονή, δουλειά και γνώση (πολύ γρήγορα τα μέσα εκσυγχρονίστηκαν με μηχανήματα γεώτρησης κλπ). Οι μάστορες βρίσκουν το κατάλληλο σημείο, σχεδιάζουν το τοίχωμα, φτιάχνουν το μάγκανο, μεταφέρουν τα υλικά. Στη συνέχεια τσιμεντώνουν το εσωτερικό καθώς κατεβαίνουν σε βάθος. Παρακολουθεί ο αναγνώστης με πολύ μεγάλο ανθρωπολογικο/λαογραφικό ενδιαφέρον την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του ήρωα, σε ημερολογιακή σχεδόν βάση: τις λεπτομέρειες, τις δυσκολίες, τη διαίσθηση ή μάλλον την «υπεραισθητική αντίληψη» του έμπειρου πηγαδά (οι παλιοί πηγαδάδες, όταν προσπαθούσαν να αποφασίσουν σε ποιο μέρος θα έψαχναν για νερό, ήταν υποχρεωμένοι να καταλαβαίνουν τη γλώσσα που μιλάνε η γη, τα χόρτα, τα έντομα, ακόμα και τα πουλιά∙ να αισθάνονται πάνω κει τα στρώματα βράχων ή άργιλου από κάτω). Οι κακουχίες και η κούραση, αλλά κυρίως ο συντονισμός των εργασιών και η κοινή ευθύνη (κίνδυνος ατυχημάτων) φέρνουν κοντά τον Μαχμούτ και τους δυο βοηθούς του, τον Αλί και τον Τζεμ, κυρίως όμως ο ήρωάς μας δένεται με τον Μαχμούτ, όσο δεν έχει δεθεί ποτέ με τον πραγματικό -εξαφανισμένο- πατέρα. Ο Μαχμούτ τον εμπιστεύεται, του δείχνει οικειότητα που με τον καιρό γίνεται στοργή (ήμουν παιδί∙ δεν ήταν ούτε φίλος μου, ούτε πατέρας μου, ήταν μάστοράς μου. Εγώ όμως είχα βρει έναν πατέρα)∙ ο μάστορας τον ρωτάει πώς νιώθει, δείχνει έμπρακτο ενδιαφέρον (γι’ αυτό άραγε με θύμωναν τόσο πολύ τα κατσαδιάσματα του μάστορά μου; Όταν με μάλωνε ο πατέρας μου, του έδινα δίκιο, ντρεπόμουν, ξεχνούσα το περιστατικό. Για κάποιο λόγο το μάλωμα του μάστορα Μαχμούτ το ένιωθα βαθιά μέσα μου, κι ενώ από τη μια υπάκουα κι έκανα ό, τι μου έλεγε, από την άλλη του θύμωνα). Όσο περνά ο καιρός, η ανάγκη του Τζεμ να τον αγαπάει ο μάστορας Μαχμούτ γίνεται πιο έντονη, κι όταν εκείνος τον μαλώνει ή τον κατακρίνει, τον πνίγει ο θυμός.
     Ο Μαχμούτ, ωστόσο ξεπερνά με αγάπη τις εφηβικές εξάρσεις, και πέρα από την πατρική φροντίδα που δείχνει στον Τζεμ, το βράδυ του αφηγείται ιστορίες, διδακτικές και τρομακτικές. Ήταν παραμύθια, με αφορμή τις θολές εικόνες της φορητής τηλεόρασης που τους συντρόφευε τα βράδια. Δεν ήταν φανερό τι ήταν αλήθεια, τι ήταν ψέματα, ποια ήταν η αρχή, ποιο ήταν το τέλος αυτών των παραμυθιών. Ιστορίες, μέσα στη μαγευτική σιγαλιά της νύχτας, μετά την κούραση της εξοντωτικής δουλειάς, που, όπως λέει ο ήρωας, δεν τις καταλαβαίνει απόλυτα αλλά του άρεσε να παρασύρεται απ’ αυτές. Πολλές απ’ αυτές ήταν παρμένες από το Κοράνι, ιστορίες για το νερό, άλλες από τις απίστευτες εμπειρίες του ως πηγαδά (σύμφωνα με τον μάστορα Μαχμούτ, το μυστικό για να πετύχει η σχέση μάστορα-βοηθού ήταν να μοιάζει με τη σχέση πατέρα-γιου). Του εκμυστηρεύεται την δική του, προσωπική ιστορία, τα παιδικά του χρόνια που τα πέρασε πολεμώντας τη φτώχεια.
     Ήδη όμως ο Τζεμ αγαπά τις ιστορίες, έχει διαβάσει αρχαία μυθολογία, περσική και ελληνική, ιστορίες «για το γραφτό», όπως λέει ο Μαχμούτ, για το πεπρωμένο, για την αναπόφευκτη μοίρα. Έτσι, όταν ο Μαχμούτ ζητά από τον βοηθό του να του πει εκείνος μια ιστορία, εκείνος του αφηγείται με αδρές γραμμές την ιστορία του Οιδίποδα, χωρίς να ξέρει -όπως μας λέει- ποιο είναι το «ηθικό δίδαγμα», ενώ ο Μαχμούτ κατέληξε ότι «κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει από τη μοίρα του». Το γραφτό έρχεται κι επανέρχεται στις αφηγήσεις του Μαχμούτ, ενώ ο μύθος χτυπά την πόρτα του Τζεμ κι από άλλη μεριά: δεκαπέντε χιλιόμετρα από το σημείο όπου έσκαβαν, στην πόλη Όνγκιορεν (που τότε ήταν χωριστή από την Ισταμπούλ), το υπαίθριο/λαϊκό θέατρο «Μύθων Παραδειγματισμού» παίζει κάθε βράδυ συρραφή από κλασικά έργα, θρύλους, έπη, ερωτικές ιστορίες, από την ισλαμική παράδοση -όπως λέει κι ο τίτλος «προς παραδειγματισμόν» (οι περιοδεύοντες θίασοι από τα μέσα του 1970 ως το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1980 ανέβαζαν στην Ανατολία παραστάσεις λαϊκού επαναστατικού θεάτρου).
     Στο Όνγκιορεν κατεβαίνουν κάποια βράδια οι τρεις για ψυχαγωγία και ανεφοδιασμό. Εκεί ο Τζεμ συναντά και τη μεγαλύτερή του κατά δεκαπέντε χρόνια, γοητευτική και μυστηριώδη «γυναίκα με τα κόκκινα μαλλιά», που από το πρώτο βλέμμα τον καθηλώνει με τη σαγήνη της και το στοργικό χαμόγελό της. Και μόνο η ύπαρξή της, η πιθανότητα να την ξανασυναντήσει, τον κάνει ευτυχισμένο. Σιγά σιγά πηγαίνει μόνος του στο Όνγκιορεν, παρακολουθεί το σπίτι της, παρακολουθεί τις κινήσεις της, δικτυώνεται στον κύκλο της. Όταν μαθαίνει ότι η Γυναίκα με τα Κόκκινα Μαλλιά, η Γκιουλτζιχάν, είναι και ηθοποιός στο θέατρο, κάνει τα αδύνατα δυνατά για να παρακολουθήσει την παράσταση: «Η εκδίκηση του ποιητή, Ρουστέμ και Σουχράμπ. Φερχάτ[1], ο άνθρωπος που τρύπησε τα βουνά. Περιπέτειες που δεν είδες ποτέ στην τηλεόραση». Ο έρωτας φουντώνει καθώς την παρακολουθεί (το κλάμα της έγινε μοιρολόι, έπειτα ποίημα. Ένα ποίημα συγκλονιστικό, μεγάλο σαν παραμύθι), ενώ το θέμα της σχέσης πατέρα-γιου επανέρχεται τώρα, με άλλη μορφή, εφόσον στο περίφημο ποίημα του Φερντουσί ο πατέρας είναι που σκοτώνει αυτή τη φορά τον γιο, εν αγνοία του. Η μεταμέλεια του πατέρα μεταγγίζεται στους θεατές (τώρα συμμετείχα στο μαρτύριο της μεταμέλειας, απλώς και μόνο κοιτάζοντας κάποιον να το βιώνει πάνω στη σκηνή. Θαρρείς κι αυτό που έβλεπα ήταν μια ανάμνηση από κάτι που έζησα και ξέχασα).
     Η γνωριμία με την Γκιουλτζιχάν, προχωρά και βαθαίνει (έρωτας, έλξη, ζήλεια αλλά και ενέργεια, αισιοδοξία, ευγνωμοσύνη), ενώ στην ανεύρεση νερού στο πηγάδι που ήδη έχουν ανοίξει, ο Μαχμούτ και ο Τζεμ (ο Αλί αποχώρησε) συναντούν δυσκολίες. Έτσι, σ’ αυτές τις καθοριστικές δυο-τρεις βδομάδες που κράτησε η «απόδραση» του Τζεμ από το πατρικό σπίτι, οι δυο «συναντήσεις» -με την Γκιουλτζιχάν και με τον Μαχμούτ-, θα αποβούν μοιραίες στη ζωή του ήρωα, καθώς η μοίρα παίζει παράξενα παιχνίδια. Μια τρομαχτική πράξη από άγνοια, θα τον στοιχειώνει βασανίζοντάς τον όλα τα επόμενα χρόνια (έβλεπα πεντακάθαρα ότι όσα θα έκανα την επόμενη μισή ώρα, θα καθόριζαν όλη μου τη ζωή, αλλά δεν μπορούσα να αποφασίσω τι θα κάνω). Δεν έκανε τίποτα και έπεισε τον εαυτό του ότι θα ζει «σαν να μην έγινε τίποτα», θεμελιώνοντας αργότερα αυτήν του τη στάση και στο ότι… ο Οιδίποδας, ο Ρουστέμ και γενικά οι τραγικοί ήρωες παθαίνουν ό, τι παθαίνουν επειδή προσπαθούν να διαψεύσουν μια ιστορία, μια προφητεία.
     Έτσι, θα τον παρακολουθήσουμε με ενδιαφέρον να σπουδάζει Γεωλογία (εγκαταλείποντας το όνειρο να γίνει συγγραφέας), να παντρεύεται, να ταξιδεύει με τη γυναίκα του, να κάνει προσπάθειες να αποκτήσουν παιδιά (μέσα μου υπήρχε αγάπη, διψασμένη για νερό, έτοιμη ν’ ανθίσει), να μελετά και να ψάχνει το νόημα στους μύθους και τα έπη, να διαβάζει Οιδίποδα, Σαχναμέ και Φρόυντ, να στήνει μια πολύ κερδοφόρο επιχείρηση (με το όνομα «Σουχράμπ»!), κρύβοντας κι απ’ τον ίδιο του τον εαυτό τις σκοτεινές πτυχές του νεανικού του ταξιδιού. Τα συναισθήματα άγχους, ενοχής, ντροπής και απώθησης τον ταλανίζουν αρχικά (το καλύτερο είναι να προσποιούμαι ότι δεν έγινε τίποτα, έλεγα κάθε τόσο στον εαυτό μου), για να δώσουν τη θέση τους αργότερα στην παρηγοριά στην τέχνη, ή στην ποίηση ενώ όμως βαθιά μέσα του ξέρει ότι μέχρι το τέλος της ζωής του δεν θα μπορέσει ποτέ να ζήσει την «ευτυχία μιας απλής καθημερινής ζωής».
     Η νεανική παρόρμηση του Τζεμ να γίνει συγγραφέας (γράφοντας, σκεφτόμουν, θα μετέφερα στο χαρτί τις εικόνες και τα συναισθήματα που δεν μπορούσα να εκφράσω στον εαυτό μου αλλιώς) υποχωρεί καθώς μεγαλώνει και σπουδάζει Γεωλογία (μπορεί να γίνει συγγραφέας ο ασυνείδητος;/η ανησυχία που απέμεινε είχε αντικαταστήσει την επιθυμία μου να γίνω συγγραφέας), αλλά το πάθος του για τα βιβλία παραμένει. Κάποια χρόνια αργότερα, το ίδιο αυτό πάθος του για τις ιστορίες (τα προβλήματα των ανθρώπων, σαν εμάς – για πατεράδες, οικογένειες, για ζωές) που τον γοήτευσαν στα νεανικά του χρόνια θα τον οδηγήσει πίσω: μέσα μου ήμουν πεισμένος ότι διαβάζοντας την ατέλειωτη θάλασσα από ιστορίες, θα έλυνα το μυστήριο της ζωής μου και θα έφτανα στις ακτές της ηρεμίας. Για να νικήσει τις αϋπνίες του, διαβάζει συνέχεια τα δυο βιβλία (Οιδίποδα και Σαχναμέ) και βυθίζεται στους στοχασμούς και στις συγκρίσεις.
     Δεν είναι σκόπιμο ν’ αποκαλύψω στη σύντομη αυτή «ανάγνωση» ποια ήταν αυτή η "μοιραία" πράξη, ποια ήταν η έκβαση, πόσο μοιραία ήταν τα βήματα του ήρωα μετά από τριάντα χρόνια που τον οδήγησαν στο να του αποκαλυφθεί η αλήθεια, μια αλήθεια ακόμα πιο τρομαχτική από αυτήν που είχε φανταστεί. Τα γεγονότα είναι καταιγιστικά και εμπερικλείουν κατά τρόπο θαυμαστό τα στοιχεία των μύθων, ή ακριβέστερα, της αρχαίας τραγωδίας: επεισόδια, υπόρχημα (ξένοιαστη και ανέμελη περίοδος όπου όλα έχουν ξεχαστεί), περιπέτεια (με την έννοια της απότομης μεταβολής της τύχης), αναγνώριση, κάθαρση.
Μήπως θέλοντας να ξεφύγω από τη μοίρα μου,
περπατούσα μάταια στον λάθος δρόμο;
     Η σύγχρονη εκδοχή μιας ευφάνταστης συγχώνευσης των δύο αρχετυπικών μύθων, του αρχαίου ελληνικού και του αρχαίου ιρανικού είναι αξιοθαύμαστο επίτευγμα, που ένας μάστορας του λόγου (και της πλοκής, ασφαλώς) όπως ο Παμούκ ζωντανεύει με φυσικότητα και ψυχογραφική δεινότητα, ενώ όπως πάντα εκπλήσσει τον αναγνώστη με τις ανατροπές του. Αυτό όμως που είναι πιο ουσιώδες και αποδίδεται αριστοτεχνικά είναι η «διερεύνηση» αυτού του αρχικού γρίφου, της σχέσης πατέρα- γιου, μιας σχέσης που εξετάζεται απ’ όλες τις πλευρές.
     Υπάρχει πρώτα απ’ όλα, ο πραγματικός πατέρας, αριστερός, που τον θαυμάζει αλλά είναι απών, και που αντί να ζήσει ως πολιτικός εξόριστος έπεσε στα χέρια της αστυνομίας και υπέστη βασανιστήρια. Πολλές φορές τον σκέφτεται, και αναρωτιέται π.χ. «τι θα έλεγε αν ήξερε ότι είχε καλές σχέσεις με αξιωματούχους του κόμματος της εξουσίας» (για πολλά χρόνια ήμουν θυμωμένος μαζί του επειδή ήταν εξαφανισμένος, όμως δεν παραπονιόμουν πια γι’ αυτό, καθώς διαισθανόμουν ότι δεν θα ήταν καθόλου ευχαριστημένος μ’ αυτά που έκανα). Τον αναζητά στη δύσκολη στιγμή (το καλύτερο θα ήταν να βρω τον πατέρα μου και να του τα πω όλα. Δεν με είχε πάρει ποτέ όμως, ούτε τηλέφωνο, κι απ’ αυτό έβγαζα το συμπέρασμα ότι ακόμα και να μ’ έπαιρνε, δεν θα μπορούσε να με βοηθήσει). Όταν τον συναντά, μετά από πολλά χρόνια, νιώθει ότι έχει βρει πια τον εαυτό του, ότι είναι επιτέλους ευτυχισμένος και ισορροπημένος (είχα ενοχές γιατί με είχαν απασχολήσει ιστορίες με πατροκτονίες). Ζητά βέβαια πάντα την επιδοκιμασία του, αλλά επιβεβαιώνει ότι όπως στην περίπτωση του Οιδίποδα, είναι λάθος να σκαλίζεις ένα λάθος που έγινε στο παρελθόν, γιατί το μόνο που σου μένει είναι ένα αίσθημα ενοχής.
     Πατρικό πρότυπο αποτελεί, όπως είπαμε και ο μάστορας Μαχμούτ με τον οποίο ο σεβασμός, ο θαυμασμός, η αγάπη και το πατρικό ενδιαφέρον δημιουργούν έναν ισχυρό δεσμό που διακόπτεται απότομα. Στο τέλος της αφήγησης συναντούμε και τον Σερχάτ/Εμβέρ που κι αυτός μεγάλωσε χωρίς πατέρα (όταν μεγαλώνεις χωρίς πατέρα, δεν καταλαβαίνεις ότι το σύμπαν, ο κόσμος, έχει ένα κέντρο, σύνορα…. Νομίζεις ότι σου επιτρέπονται τα πάντα. Όμως, έπειτα από λίγο καιρό αναρωτιέσαι τα είναι αυτό που ζητάς, ψάχνεις να βρεις ένα νόημα στον κόσμο, κάπου να εστιάσεις, κάποιον να σου πει όχι), Ο Σερχάτ εκφράζει την ουσία της πατρότητας, όταν αναφωνεί στο τέλος ότι για να γίνει κανείς ανεξάρτητο άτομο, ο πραγματικός του εαυτός, «να γράψει τη δική του ιστορία, τον δικό του θρύλο» πρέπει ο πατέρας του να είναι τυφλός (αυτό που δεν αντέχεται σ’ έναν πατέρα είναι που μπορεί πάντα να σε βλέπει).
     Είναι το ίδιο, ή και το αντίστροφο από αυτό που εκφράζει ο ίδιος ο ήρωας.
     Από τη μια 
    "Θέλουμε έναν δυνατό και αποφασιστικό πατέρα που να μας λέει ποιο είναι το σωστό και το ηθικό όταν είμαστε μπερδεμένοι, όταν ο κόσμος μας έχει διαλυθεί κι είμαστε απελπισμένοι"
     και από την άλλη
     "Είχα μόλις αρχίσει να το ανακαλύπτω. Όταν δε σε βλέπει κανείς, ο δεύτερος κρυφός εαυτός σου μπορεί να εμφανιστεί και να κάνει ό, τι επιθυμεί. Αν όμως υπάρχει κάπου κοντά σου ένας πατέρας και σε παρακολουθεί, τότε ο δεύτερος εαυτός σου παραμένει κρυμμένος μέσα σου".
Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Το ποίημα του Firdousi "Shahnameh" είναι ένα ηρωικό έπος των ιρανικών λαών, ένα κλασικό έργο και εθνική υπερηφάνεια των λογοτεχνιών: Περσικό - σύγχρονο Ιράν και Τατζικιστάν - Σοβιετικό Τατζικιστάν, καθώς και ένα σημαντικό μέρος των ιρανόφωνων λαών του σύγχρονου Αφγανιστάν.https://mywordworld.ru/el/shkolnikam/shahname-firdousi-chitat-kratkoe-soderzhanie-g-v-nosovskii-a-t/

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 24, 2022

Οι απαρηγόρητοι, Καζούο Ισιγκούρο

 "Καταλαβαίνεις πολύ γρήγορα αν ένα τραύμα θα επουλωθεί. Η μουσική, ακόμα και όταν ήμουν διευθυντής, ήξερα τι ήταν για μένα  μια παρηγοριά. Με βοηθούσε για λίγο. Μού άρεσε η αίσθηση της πίεσης του τραύματος, με γοήτευε. Ένα δυνατό τραύμα το κάνει αυτό, γοητεύει, δείχνει λίγο αλλιώτικο μέρα με τη μέρα. Έχει μήπως αλλάξει; αναρωτιέσαι. Μπορεί να επουλώνεται τελικά. Το κοιτάζεις στον καθρέφτη, δείχνει διαφορετικό. Αλλά όταν το πιάνεις, ξέρεις πως είναι το ίδιο, ο παλιός σου φίλος.
     Τα χρόνια περνάνε και εσύ συνεχίζεις να το κάνεις, και κάποτε αντιλαμβάνεσαι πως δεν πρόκειται να επουλωθεί, και στο τέλος κουράζεσαι. Κουράζεσαι πάρα πάρα πολύ".
     Ένας διάσημος πιανίστας, ο κ. Ράιντερ, καταφτάνει σε μια -ανώνυμη- παρακμασμένη πόλη της Κεντρικής Ευρώπης, όπου τον υποδέχονται με μεγάλες τιμές και προσδοκίες, γιατί η συναυλία που θα παίξει σε τρεις μέρες είναι το καθοριστικό γεγονός για την ιστορία του τόπου. Από τη στιγμή της άφιξής του μέχρι τη μέρα της συναυλίας πολιορκείται από ποικίλους καλοπροαίρετους ευγενικούς πολίτες (π.χ. από τον αχθοφόρο, τον διευθυντή του ξενοδοχείου, τον γιο του διευθυντή, τον παλιό του συμμαθητή Τζέφρι Σόντερς κ.α.), που τον απασχολούν με τα προβλήματά τους, τον προσκαλούν σε εκδηλώσεις, τον δεσμεύουν, του ζητούν μικρές και μεγάλες χάρες, τον παγιδεύουν σε διάφορες υποχρεώσεις. Εκείνος, ευάλωτος στις προσκλήσεις και στα προβλήματα των άλλων, ενδίδει κάθε φορά μην μπορώντας να διαχειριστεί τον χρόνο και τα πρόσωπα, παρασύρεται, ξεχνιέται, αναπροσαρμόζει το πρόγραμμά του ενώ συνέχεια προκύπτουν νέα έκτακτα κι επείγοντα περιστατικά.
     Γρήγορα ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχει ρεαλιστική αφήγηση, ούτε συνέπεια στον χώρο και στον χρόνο. Η αρχική απογοήτευσή μου (προσωπικά με κουράζουν οι τελείως «ονειρικές» αφηγήσεις όπου απλώς παρακολουθείς το ατέρμονο, αυθαίρετο παραλήρημα του συγγραφέα -καθώς και τις ψυχαναλυτικές του προθέσεις-, σε βαθμό που όταν υπάρχει αφήγηση ονείρου, συνήθως πηδάω σελίδες) γρήγορα έδωσε τη θέση της στον ενθουσιασμό. Η γραφή του Ισιγκούρο, σε συνδυασμό με τη βιωματική πρωτοπρόσωπη αφήγηση είναι τόσο σαγηνευτική που έφτασε η στιγμή που δεν μπορούσα να αφήσω το βιβλίο από το χέρι μου: είχα… αγωνία (!), αν ο καλόβολος ήρωάς μας θα προλάβει, θα μπορέσει να επιστρέψει, αν θα τα βρει επιτέλους με την γυναίκα του, αν θα έχει χαθεί ο γιος του που τον περιμένει ώρες την καφετέρια, αν θα έχει χρόνο να κάνει πρόβα, αν επιτέλους θα βοηθήσει την παλιά του συμμαθήτρια Φιόνα να σώσει το γοήτρό της απέναντι στις κουτσομπόλες φίλες κλπ κλπ. Όλοι όσοι τον πλησιάζουν, με απίστευτο θαυμασμό και εκτίμηση, τον παρακαλούν ευγενικά να τους εξυπηρετήσει: ο ξενοδόχος για να του δείξει η γυναίκα του… δύο άλμπουμ με αποκόμματα εφημερίδας αποκλειστικώς αφιερωμένα στον ίδιο, ο αχθοφόρος για να τον βοηθήσει να βγάλει την κόρη του Σοφί από την απόγνωση (που έκπληκτοι καταλαβαίνουμε ότι είναι η γυναίκα του ήρωα, με την οποία βρίσκονται σε διάσταση), ο γιος του ξενοδόχου για να του παίξει πιάνο και να του πει τη γνώμη του, ο γιος του ο Μπόρις για να βρουν μαζί το στρατιωτάκι του «Αριθμός Εννέα» στο «παλιό διαμέρισμα», οι δημοσιογράφοι που θέλουν να τον φωτογραφίσουν μπροστά στο περίφημο «κτίριο Σάτλερ», η Ομάδα Αλληλεγγύης Πολιτών… κλπ κλπ, εκκρεμότητες που πλέκονται σ’ ένα ατελείωτο γαϊτανάκι που κρατάει τρεις μέρες και βέβαια προκαλούν στιγμιαία άγχος στον ήρωα, αλλά αυτός τις περισσότερες φορές ενδίδει στη ροή, ακούει με υπομονή και ενδιαφέρον ατέλειωτους μονολόγους, και μπλέκεται όλο και περισσότερο, όλο και πιο βαθιά στον ανθρώπινο κυκεώνα, μεταθέτοντας τις δικές του βασικές του ανάγκες στο άπειρο. Ακριβώς δηλαδή, όπως στα όνειρα (και ποιος δεν έχει δει όνειρο να πλησιάζεις όλο και περισσότερο τον ποθητό στόχο, αλλά όλο κάτι να συμβαίνει τελευταία στιγμή, που φαίνεται πιο σημαντικό;). Και όπως και στα όνειρα, οι προτεραιότητες γίνονται αστείες, το αρχικό νήμα χάνεται και το θυμάσαι στιγμιαία, ενώ αυτό που στον τρέχοντα κόσμο είναι σημαντικό γίνεται ασήμαντο, και το αντίθετο. Η αίθουσα «χαλαρωτικού» κινηματογράφου με τις μεταμεσονύχτιες προβολές γίνεται χώρος… χαρτοπαιξίας και διαπληκτισμών (ενώ εντωμεταξύ παίζεται το έργο «Οδύσσεια του διαστήματος 2000 (!)»), η «μικρή συγκέντρωση» γίνεται δεξίωση, αλλά ο ήρωάς μας υπομένει γιατί είναι αποφασισμένος να «μελετήσει τις τοπικές συνθήκες» (είχα επιβάλει στον εαυτό μου αυτό ακριβώς το καθήκον, να εξοικειωθώ με την κατάσταση του τόπου).
     Ονειρικός είναι ο χρόνος αλλά και ο χώρος: μέσα στο ασφυκτικό -για τον αναγνώστη- πλαίσιο του χρόνου (πρέπει να γίνει πρόβα, να φτιάξει την ομιλία, να πάει εδώ ή εκεί), οι αποστάσεις που αρχικά φαίνονται σύντομες ξαφνικά διαστέλλονται: μια σύντομη διαδρομή που του υπόσχονται π.χ. οι φωτογράφοι, γίνεται ατέλειωτη, με σκοτεινούς δρόμους, στροφές, έρημες εκτάσεις, περίεργα κτίρια ενώ οι συνομιλητές του μακρηγορούν. Αντίθετα, εκεί που ο αναγνώστης έχει αγχωθεί ότι θα χρειαστεί άλλο τόσο χρόνο για να επιστρέψει ο ήρωας στην «αφετηρία» του (π.χ. στο ξενοδοχείο, την καφετέρια όπου τον περιμένει ο γιος του κλπ κλπ) ο δρόμος της επιστροφής μπορεί να είναι μια και μόνο πόρτα! Τα λίγα λεπτά με το αυτοκίνητο συνειδητοποιούμε ότι είναι καμιά ώρα με το… τραμ, το «παλιό διαμέρισμα» είναι σε άγνωστη περιοχή και διαβαίνεις σκάλες, εναέριες διαβάσεις και πόρτες «όμως καμία δεν του ξυπνούσε την παραμικρή ανάμνηση». Και ξαφνικά, π.χ. έξω από την αίθουσα δεξιώσεων, παρατημένο στο γρασίδι σ’έναν χορταριασμένο δρόμο ο Ράιντερ αποκαλύπτει τον σκελετό του… παλιό τους οικογενειακού αυτοκινήτου και βυθίζεται στις παιδικές αναμνήσεις (τότε αναδύθηκε η ανάμνηση μιας από τις πιο ευτυχισμένες οικογενειακές εκδρομές με αυτό το αμάξι).
     Οι χαρακτήρες διαγράφονται αρκετά πειστικά και θα έλεγε κανείς ότι είναι όλοι κάπως υπερ-αισιόδοξοι, οπτιμιστές, ενόψει ενδεχομένως και του μεγάλου μουσικού γεγονότος που θα ανυψώσει την «καταδικασμένη» πόλη (η ψυχή αυτής της πόλης δεν είναι άρρωστη, κε Ράιντερ, είναι νεκρή). Πέρα από τη συναυλία που θα δώσει ο Ράιντερ, στην ίδια εκδήλωση αναμένεται να παίξει μετά από πολλά χρόνια αποχής και παραίτησης και ο πάλαι ποτέ φημισμένος κος Μπρόντσκι! Μέσα επομένως στην προετοιμασία των ημερών περιλαμβάνεται και το να πείσουν τον εξαθλιωμένο, και αλκοολικό μαέστρο/ πιανίστα, -που είναι απαρηγόρητος γιατί δεν τον θέλει η αγαπημένη του, η κα Κόλινς- να εμφανιστεί, και να παίξει στη συναυλία. Η αισιοδοξία όλων των διοργανωτών είναι ακατανόητη (έως τραγελαφική: έχουν διοργανώσει μια επίσκεψη στον… ζωολογικό κήπο όπου θα εμφανιστεί «τυχαία» η κα Κόλινς για να δώσει κουράγιο η παρουσία της στον Μπρόντσκι! Εννοείται ότι ένα από τα καθήκοντα του Ράιντερ είναι να παρευρίσκεται κι εκείνος!), κι όλοι μαζικά πιστεύουν γενικά ότι θα τα διορθώσουν όλα και θα 
μπαλώσουν κάθε αναποδιά.
     Δεν νιώθει επομένως άμεσα ο αναγνώστης ότι έχει να κάνει με «απαρηγόρητους». Υπάρχει διαρκής κίνηση απ΄τους ήρωες, αναδιευθέτηση και ανασχεδιασμός σε περίπτωση που κάτι στραβώνει, και έντονη εξωστρέφεια από όλους, οι οποίοι -στο ονειρικό πάντα πλαίσιο που είπαμε, επομένως μέσα πιθανόν από το υποκειμενικό φίλτρο του ήρωα - εξιστορούν αναλυτικά ό, τι τους απασχολεί και συμπαρασύρουν τον Ράιντερ σε έντονη (ξεκαρδιστική θα έλεγα) δράση. Δεν έχουμε εικόνες θλίψης και σπαραγμού, αν εξαιρέσουμε τον απελπισμένο Μπρόντσκι, που μας χαρίζει εικόνες καρικατούρας, και την απόμακρη Σόφι που ζητά με τον τρόπο της την προσοχή του άντρα της.

Οι απαρηγόρητοι

     Ωστόσο σ’ ένα δεύτερο επίπεδο, βρισκόμαστε κυριολεκτικά σε μια πόλη απαρηγόρητων (ίσως γι αυτό θεωρήθηκε πιο πετυχημένη η μετάφραση του τίτλου στον πληθυντικό αριθμό, απ’ ό, τι στην πρώτη έκδοση, «Ο απαρηγόρητος»/1997[1]). Στο οπισθόφυλλο και της πρώτης και της τελευταίας έκδοσης, η εστίαση γίνεται στον πρωταγωνιστή (είναι κάποιος που πάντα πίστευε πως αν καταφέρει να δώσει κάποια μέρα την καλύτερη συναυλία του κόσμου, θα μπορέσει να αποκαταστήσει μέσα του κάποιες χαμένες ισορροπίες και ότι από εκεί και πέρα η ζωή του θα μεταμορφωθεί σε παράδεισο/η δημόσια ζωή ξέφυγε εντελώς από τον έλεγχό του), και ασφαλώς τον πρώτο λόγο τον έχει ο αφηγητής. Ωστόσο, αν τον καλοσκεφτεί κανείς, όλοι οι βασικοί χαρακτήρες είναι άνθρωποι απαρηγόρητοι, που ψάχνουν απεγνωσμένα τις καινούριες τους ισορροπίες:
· Ο Γκουστάβ, ο αχθοφόρος, που ζητά από τον Ράιντερ να περιλάβει στο λογύδριό του μια μικρή παράγραφο για τα συμφέροντα των… αχθοφόρων (αρκεί μια και μόνο δική σας λέξη απόψε και όλα μπορεί να πάρουν μια άλλη τροπή. Θα μπορούσε αυτή η λέξη να αποτελέσει ιστορική καμπή για το επάγγελμά μας). Απαρηγόρητος καθώς η σχέση με την κόρη του είναι διαταραγμένη (η Σόφι κι εγώ εξακολουθούμε να νοιαζόμαστε ο ένας για τον άλλον. Απλώς δε μιλιόμαστε), κι όταν καταρρέει ζητά από τον Ράιντερ να του φέρει τη Σόφι και τον Μπόρις (άλλη μια επείγουσα υποχρέωση που καθυστερεί τον ήρωά μας). Η συμφιλίωση είναι σπαραχτική.
· Η Σόφι, που όπως είπαμε, είναι σε απόσταση από τον πατέρα της αλλά ψάχνει αφορμή να του δώσει το… παλτό του∙ που μπαινοβγαίνει στη ζωή του Ράιντερ με κρυφές προσδοκίες, να βρουν το «κατάλληλο σπίτι» (κάτι μου λέει ότι ίσως είναι το σπίτι που ψάχνουμε όλο αυτό το διάστημα), να σταθεί με αξιοπρέπεια δίπλα του στη δεξίωση της Γκαλερί Γκαρβίνσκι (αποφασισμένη να πάει καλά η βραδιά), να περάσουν οι τρεις μια όμορφη «φανταστική γιορτή» με τα φαγητά που αρέσουν στον Μπόρις, να κάνουν πράγματα μαζί με σπίτι ή χωρίς, και κυρίως, με την ελπίδα ότι οι σχέσεις του Μπόρις με τον πατέρα του θα γίνουν πιο θερμές. Η Σόφι ανιχνεύει τον θυμό που κρύβεται πίσω από την επιφανειακή νηφαλιότητα του Ράιντερ (αρχίζεις πάλι να θυμώνεις. Και η αποψινή βραδιά είναι πολύ σημαντική) και βασανίζεται που η πολυπραγμοσύνη του Ράιντερ δεν αφήνει χώρο για την ίδια και τον Μπόρις (Άφησέ μας. Πάντα ήσουν έξω από την αγάπη μας. Ήσουν έξω και από τη θλίψη μας. Άφησέ μας. Φύγε).
· Το μικρό αγοράκι, ο Μπόρις που αποζητά με τον δικό του, παιδικό και πεισματάρικο τρόπο τον Πατέρα και την οικογένεια. Βλέπουμε τον Ράιντερ να κάνει φιλότιμες προσπάθειες να χτίσει μια ουσιαστική σχέση («Μπόρις, επειδή μπορεί να αναρωτιέσαι μερικές φορές (…) είμαι πολύ ευτυχισμένος. Για σένα. Πολύ ευτυχισμένος που είμαστε μαζί. Δεν είναι ωραία αυτή η βόλτα με το λεωφορείο;), αλλά οι δραστηριότητές του συνέχεια τον απομακρύνουν (πρέπει να συνεχίσω ετούτα τα ταξίδια, επειδή δεν ξέρεις πότε θα συμβεί. Εννοώ το πολύ ξεχωριστό, το πολύ σπουδαίο ταξίδι, εκείνο που θα είναι πολύ σημαντικό όχι μόνο για μένα αλλά για όλον τον κόσμο). Το αγοράκι βυθίζεται στις φαντασιώσεις με κυκλοθυμική διάθεση, ωριμάζει, στηρίζει τη μητέρα/μιμείται τον πατέρα σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να εισπράξει αγάπη. Όμως, όταν «βρίσκει καταπληκτικό» το δώρο του πατέρα του (ένα άσχετο βιβλίο με κατασκευές), υφίσταται μια νέα έκρηξη θυμού.
· Ο ξενοδόχος Χόφμαν, που προσπαθεί να οργανώσει άψογα την εκδήλωση, κρατώντας ζωντανή τη φαντασίωση να έχει μια ρομαντική κοινή ζωή με τη γυναίκα του, με καλλιτεχνικές συγκινήσεις (νόμισα πως η ζωή μου θα ήταν η ευτυχία, μια συνεχόμενη αδιάκοπη ευτυχία). Νιώθει όμως μέτριος και αποτυχημένος γιατί δεν είναι καλλιτέχνης, ακόμα περισσότερο όμως γιατί χρεώθηκε την αποτυχία της βραδιάς (Η βραδιά αυτή. Όλεθρος. Γιατί να προσποιούμαστε το αντίθετο; Γιατί συνεχίζεις να με ανέχεσαι;) .
· Η κα Χόφμαν, με τα «άλμπουμ» που περιμένουν τον Ράιντερ να τα δει (!!!), απαρηγόρητη γιατί ζει με το όνειρο «μιας ζεστής και δεμένης οικογένειας» (έχω αυτήν την αίσθηση, πως μια στιγμή χρειάζεται μόνο, μία και μόνο στιγμή, αρκεί να είναι η σωστή), που φοβάται ότι «μπορεί και να αρχίζουμε να πεθαίνουμε συναισθηματικά», ενώ παίζει με τα συναισθήματα του άντρα της.
· Ο Στέφαν, ο γιος του ξενοδόχου που περιμένει επί ματαίω την αναγνώριση του ταλέντου του από τους δυο γονείς του (κλαυσίγελος οι τελικές σκηνές).
· Ο Ανρί Κριστόφ, ένας μέτριος τσελίστας, που αγαπά την γοητευτική και ψηλομύτα Ρόζα (πίστευε ότι όλοι οι ντόπιοι άνδρες ήταν κατώτεροί της) αλλά είναι απαρηγόρητος γιατί την έχει διαψεύσει ως προς το ότι είναι μεγάλο ταλέντο (η Ρόζα, σύμφωνα με αυτό που είναι, μπορεί να με αγαπάει μόνο υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Αυτό όμως δεν κάνει την αγάπη της λιγότερο αληθινή).
· Ο Μπρόντσκι, η μεγάλη ελπίδα της πόλης, πάλαι ποτέ φίρμα και τώρα εξαθλιωμένος αλκοολικός, απαρηγόρητος για την απόρριψή του από τον μεγάλο του έρωτα, την κα Κόλινς. Όλη η μελέτη, η διοργάνωση και οι απίστευτες προετοιμασίες περιστρέφονται γύρω από την αμφιθυμία και τις παραξενιές του Μπρόντσκι, του οποίου οι διαθέσεις εξαρτώνται από την ανταπόκριση της κας Κόλινς. Ο αναγνώστης παρακολουθεί ξεκαρδιστικές/τραγελαφικές σκηνές απελπισμένων προσπαθειών από τον Μπρόντσκι να πλησιάσει τον μεγάλο του έρωτα αλλά και απ’ όλους να τον προσεγγίσουν, καθώς το γεγονός ότι… πέθανε ο αγαπημένος του σκύλος περιπλέκει τα πράγματα (στόχος –στην ομιλία όπου θα υποδεχτούν τον μουσικό- είναι να διατηρηθεί η ισορροπία ανάμεσα στη θλίψη και στη χαρά). Αποκορύφωμα της ιλαροτραγωδίας είναι η συναυλία, όπου ο απτόητος Μπρόντσκι εμφανίζεται με μια παλιά… σιδερώστρα αντί για πατερίτσα για το μόλις κομμένο πόδι του ("πού είναι εκείνη;") και καταρρέει ηρωικά πριν το τελευταίο, τρίτο μέρος του έργου.
· Η κα Κόλινς, άλλη μεγαλοπαρμένη (όπως η Ρόζα) που θέλει να συναναστρέφεται ιδιοφυΐες, που δεν διστάζει να εκφράζει την περιφρόνησή της στον Μπρόντσκι (δεν πρόκειται ποτέ να γίνεις κανονικός διευθυντής ορχήστρας. Ποτέ δεν ήσουν, ούτε και τότε, ούτε παλιά), απαρηγόρητη που ο Λίο δεν έχει «πάρει μια θέση που να του αξίζει σε τούτη την πόλη».
· Τέλος, ο μεγάλος απαρηγόρητος, ο ήρωάς μας και αφηγητής, ταλαντούχος κος Ράιντερ, προφανώς μεγάλος πιανίστας, για όλους «εμπνευσμένος», με «ιδιοφυείς μουσικές ιδέες»∙ με όνειρο να κάνει «το μεγάλο ταξίδι», «το ένα το σημαντικότερο», «που αν το χάσεις δεν υπάρχει δεύτερο», γι αυτό, όπως εξηγεί στον Μπόρις, πρέπει να συνεχίσει, πρέπει να συνεχίσει να ταξιδεύει συνεχώς. Η ιδιοφυής προσωπικότητά του είναι αδιαμφισβήτητη, και το αντιλαμβανόμαστε από τον θυελλώδη τρόπο με τον οποίο παίζει πιάνο, αλλά και όταν αποστομώνει με τρομακτική ετοιμολογία τους παθιασμένους συνομιλητές του σε μουσικά ζητήματα (π.χ. «οι κεχρωματισμένες τρίφωνες συγχορδίες δε διαθέτουν καμιά εγγενή συναισθηματική αξία. Για την ακρίβεια, το συναισθηματικό τους χρώμα μπορεί να αλλάξει σημαντικά όχι μόνο ανάλογα με το γενικό πλαίσιο, αλλά και ανάλογα με την ένταση του ήχου (!!!)). Όπως επισημαίνει η Κυριακή Μπεϊόγλου στην παρουσίαση του βιβλίου «Ο νους ονειρεύεται όταν δεν έχει υπομονή», ίσως θέμα του Ισιγκούρο είναι «η συχνά διαταραγμένη προσωπική ζωή των μεγάλων καλλιτεχνών που δεν καταφέρνει να ισορροπήσει ποτέ. Ο χρόνος που αφιερώνουν στην Τέχνη έρχεται σε ρήξη με τον χρόνο που χρειάζεται ένας άνθρωπος για να κρατήσει μια οικογένεια, γονείς και φίλους. Ο συγγραφέας εντόπισε την καρδιά ενός προβλήματος που φαίνεται να τον απασχολεί έντονα καθώς κι εκείνος δουλεύει κλεισμένος στην μοναχικότητα που απαιτεί η συγγραφή. Με τύψεις ίσως, και ενοχές, για όσους τον περιμένουν στον «έξω» κόσμο».
     Ο χαλαρός και ευγενικός προσκεκλημένος, που ενδίδει πρόθυμα στο να παραχωρήσει λίγο από τον πολύτιμο χρόνο του σε όποιον το ζητά, δεν είναι και τόσο ενδοτικός: κρύβει βαθιά μέσα του έναν ανεξήγητο θυμό, που τον γευόμαστε απροσδόκητα σε αρκετά σημεία του μυθιστορήματος, πρώτοι και καλύτεροι η Σόφι με τον Μπόρις (ενώ απαντούσα, συνειδητοποίησα πόσο θυμωμένος ήμουν ακόμα μαζί της), οι συμπολίτες (αντιπροσωπεύετε ό, τι στραβό υπάρχει σε τούτη τη πόλη!), και τέλος η υπεύθυνη της διοργάνωσης κα Στράτμαν (είμαι δυσαρεστημένος με τα πάντα, κα Στράτμαν).
     Ο κος Ράιντερ, είναι απαρηγόρητος εκτός όλων των παραπάνω, περιμένοντας αυτήν την εκδήλωση -«το υψηλότερο σημείο της καριέρας του»-, γιατί είναι η μόνη εκδήλωση όπου θα παρευρεθούν οι γονείς του (ένιωσα να με κυριεύει πανικός σχετικά με το τι θα έκανα με τους γονείς μου), γιατί του φαίνεται αδιανόητο που αυτό το κομμάτι δεν συγκινούσε τη μητέρα του, αλλά η άμαξα με τα άσπρα άλογα που θα τους έφερνε με επισημότητα μέσα από το δάσος δεν έφτασε ποτέ, γιατί ποτέ δεν εμφανίστηκαν οι γονείς ούτε στην αίθουσα συναυλιών, ούτε καν στην πόλη… (σωριάστηκα σε μια καρέκλα που ήταν δίπλα μου και διαπίστωσα πως είχα αρχίσει να κλαίω. Και εκείνη την ώρα θυμήθηκα πόσο ισχνές ήταν οι πιθανότητες να έρθουν εδώ οι γονείς μου).
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] https://www.politeianet.gr/books/9789600318364-ishiguro-kazuo-nobel-2017-kastaniotis-o-aparigoritos-200630

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 17, 2022

Η περίληψη, Γιώργος Κυριακόπουλος

     Ένα τρυφερό αφήγημα, με γλυκόπικρη γεύση, που απηχεί την καθημερινότητα της γενιάς των σημερινών 60άρηδων, είναι το πρώτο αυτό μυθιστόρημα του συγγραφέα (έχει γράψει και συλλογή διηγημάτων «Η τρισεγγονή της Αραπίνας και άλλες ιστορίες»[1]), όπου κάτω από την επιφάνεια της ήρεμης ρουτίνας ο αναγνώστης συνειδητοποιεί κάποια στιγμή ότι σιγοβράζουν κρυφά συναισθήματα και πάθη.
     Ο συγγραφέας χτίζει με εικόνες και με σκηνές όλη την ατμόσφαιρα της εποχής, δίνοντας κινηματογραφική διάσταση στα σχεδόν ασήμαντα, καθημερινά περιστατικά που συνθέτουν σε μια συνολική εικόνα την ψυχοσύνθεση του πρωταγωνιστή, Νίκου Νικολαΐδη: μικρά περιστατικά/σκηνές, πολυσήμαντα κι ενδεικτικά του «δρόμου» που ακολούθησε η συναισθηματική πορεία του ήρωα. Έτσι, έχουμε διάστικτα μικροεπεισόδια, μέσα από τα οποία γνωρίζουμε τα τρία-τέσσερα βασικά πρόσωπα, τα πρόσωπα που αποτελούν τον πυρήνα του κόσμου του.
     Ο ήρωας, που είναι και αφηγητής, αναθυμάται σε πρωτοπρόσωπο στοχαστικό τόνο τα γεγονότα που τον σημάδεψαν, ξεκινώντας από την κηδεία της μάνας του το 1976 στην Αθήνα (από την κηδεία της μάνας μου θυμάμαι ελάχιστα πράγματα, είναι η πρώτη πρώτη φράση του βιβλίου). Ακολουθώντας τα άλματα και τα παιχνίδια της μνήμης, μεταπηδά είτε στις καλοκαιρινές διακοπές στο Αιγαίο, το 1977 -όταν ο ίδιος και οι φίλοι/ες του ήταν πρωτοετείς φοιτητές/τριες της Νομικής- είτε στην Οξφόρδη, είτε πάλι στην Αθήνα όπου τον βλέπουμε να σπουδάζει, να δουλεύει, να παντρεύεται, να χωρίζει.
     Το ταξίδι της ξένοιαστης φοιτητοπαρέας (Σοφία, Νίκος, Λίνα, Μάρκος, Αντώνης, οι Ολλανδοί Σάρα και Τάις) στη Σέριφο πρώτα για ένα τετραήμερο (εκείνες οι μέρες ήταν από τις ομορφότερες στη ζωή μου. Ή έτσι νόμιζα όταν τις ζούσα), και στη συνέχεια στη Σίφνο, ήταν σημαδιακό για τον Νίκο. Η απόλυτη απόλαυση και ελευθερία στο αιγαιοπελαγίτικο φως, με ανοιχτές όλες τις προοπτικές που κρατάει η νιότη, περιγράφεται πειστικά από τον συγγραφέα με βιωματική λεπτομέρεια, δηλαδή με συγκεκριμένες εικόνες, λιτές και περιεκτικές. Στη Σέριφο γιγαντώνεται ο έρωτας με τη Σοφία, και στη Σίφνο τους περιμένει το δεύτερο -κατά τη γνώμη μου- κεντρικό πρόσωπο, ο μυστηριώδης Αλέξανδρος, αδερφός της Σοφίας και τελειόφοιτος της Οξφόρδης. Αντιπαθητικός σε όλη την παρέα (προκλητικός, αντικομφορμιστής, μοναχικός, σνομπ)... παρόλ’ αυτά ο Νίκος συνδέεται ουσιαστικά και στενά μαζί του, και η διαλεκτική ανάμεσά τους (βλ. διαλόγους π.χ. για τον «Θίασο» του Αγγελόπουλου, την τραγωδία, το χιούμορ) του ανοίγει νέους ορίζοντες.
     Παρόλο που το μυθιστόρημα είναι σύντομο -στα όρια της νουβέλας-, και η χρονική περίοδος που διατρέχουμε μεγάλη, η αφήγηση διατηρεί μια παραστατική ζωντάνια, χάρη στην αντιστικτική αυτή μέθοδο των μικρών, χαρακτηριστικών στιγμιότυπων. Τα συναισθήματα δεν κατονομάζονται, συνήθως, αλλά δίνονται υπαινικτικά, επαγωγικά μέσα από αυτά τα στιγμιότυπα. Θα απολαύσουμε καίριους διαλόγους και τρυφερές στιγμές από τη ζωή του Νίκου και της Σοφίας στο κέντρο της Αθήνας, εικόνες με τον… Κύρκο (τον γάτο), αγωνίες εγκυμοσύνης, επαγγελματικές αγωνίες, τον χωρισμό τους, ταξίδια στην Οξφόρδη όπου ο Νίκος θα γνωρίσει και την μεσήλικη φίλη του Αλέξανδρου, τη μοναδική «κωλοπετσωμένη» Αβροκόμη Πόουλ από τα… Λεβέτσοβα της Λακωνίας («ήταν αναμφισβήτητα μια πολύ σαχλή γυναίκα»), που θα παίξει σημαντικό ρόλο στη συνέχεια. Θα γνωρίσουμε και τη μητέρα του Αλέξανδρου και της Σοφίας, την Τέτη (τι ενδιαφέρουσα που ήταν η Τέτη! Από κάπου είχε πάρει και ο Αλέξανδρος) καθώς και τη γραφική αλλά αυθεντική φίλη της τη Νινή.
     Το τραγικό συμβάν που δεσπόζει στις τελευταίες σελίδες αλλά και στη ζωή του Νίκου, θα γίνει αφορμή για να αποκαλυφθούν μυστικά ανομολόγητα.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] Κρατικό βραβείο διηγήματος 2017

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 14, 2022

Γουλφ Χολ, Hilary Mantel

     Πρόκειται για ένα δίτομο, χορταστικό ιστορικό μυθιστόρημα που μας μεταφέρει στον βασιλικό οίκο των Τιδόρ, την εποχή του Ερρίκου του Η΄[1], για την ακρίβεια από το 1527 μέχρι το 1537, την εποχή που ακόμα είναι παντρεμένος με την (δεύτερη -«νόμιμη»-) γυναίκα του, Άννα Μπολέιν (στη συνέχεια απέκτησε, ως γνωστόν, κι άλλες… τέσσερις συζύγους, πέρα από τις ερωμένες). Δεν αποτελεί δηλαδή 
βιογραφία του αδίστακτου βασιλιά ο οποίος πέθανε πολύ αργότερα (το 1547), αλλά εστιάζει στον δαιμόνιο Τόμας Κρόμβελ (προπάππος του μεταγενέστερου, Όλιβερ, από την αδερφή του), που παρά την ταπεινή καταγωγή του (γιος άξεστου σιδερά/πεταλωτή) κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη των αξιωματούχων και να επηρεάσει τη διακυβέρνηση.
     Από την Wikipedia[2],[3] μαθαίνουμε ότι ο Τόμας Κρόμγουελ, που ουσιαστικά είναι ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, «υπήρξε από τους ισχυρότερους υποστηρικτές της αγγλικής Μεταρρύθμισης», της ισχυροποίησης της αγγλικανικής εκκλησίας[4] και της ανεξαρτησίας της αγγλικής πολιτείας από την ισχύ του Πάπα: «Η Εκκλησία της Αγγλίας παρέμεινε υπό τον έλεγχο του Πάπα της Ρώμης μέχρι το 1534 οπότε ο βασιλιάς της Αγγλίας Ερρίκος Η΄ αποφάσισε τον διαχωρισμό της. Υπήρχαν προγενέστερα θεολογικά κινήματα που επιθυμούσαν τον διαχωρισμό της Εκκλησίας της Αγγλίας από την Καθολική εκκλησία. Τα κινήματα αυτά όμως απέκτησαν πολιτική υποστήριξη όταν ο Ερρίκος θέλησε να ακυρώσει τον γάμο του με την Αικατερίνη της Αραγονίας ώστε να μπορέσει να παντρευτεί την Άννα Μπολέιν. Ο Πάπας Κλήμης Ζ΄ αρνήθηκε να ακυρώσει τον γάμο και έτσι ο Ερρίκος αποφάσισε να αναλάβει την κεφαλή της Εκκλησίας της Αγγλίας. Αφορίστηκε από τον Πάπα Παύλο Γ΄». 
Ο Κρόμγουελ διετέλεσε επικεφαλής υπουργός του βασιλιά από το 1532 (την εποχή δηλαδή που ο Ερρίκος παντρεύτηκε μυστικά την αμφισβητούμενη σύζυγο) και… αποκεφαλίστηκε το 1540, όμως εμείς θα παρακολουθήσουμε την πορεία του από το 1527 μέχρι περίπου το 1537, πριν ακόμη ο βασιλιάς αποκεφαλίσει την Άννα Μπολέιν (!).
     Παρακολουθούμε δηλαδή με κάθε λεπτομέρεια την ενθρόνιση της Ανν Μπολέιν, την εγκυμοσύνη της και τη γέννηση της Ελισάβετ, που από καπρίτσιο της μοίρας θα γίνει αργότερα η βασίλισσα Ελισάβετ η Α΄, που ανέβηκε στο θρόνο ελλείψει αρχενικού διαδόχου και βασίλεψε 45 χρόνια[5].Έχουν γραφτεί πολλά βιβλία κι έχουν γυριστεί δύο τουλάχιστον ταινίες (1933, 2003) και άπειρα ντοκιμαντέρ με θέμα τον πολυτάραχο βίο και την πολιτεία του δυνάστη, αλλά το ενδιαφέρον στο συγκεκριμένο -βραβευμένο με βραβείο Booker- βιβλίο της Hilary Mantel, δεν είναι τόσο ο Ερρίκος ο Η΄, όσο η μοναδική προσωπικότητα του Κρόμγουελ, ο οποίος έχει μείνει στην ιστορία για τον δύστροπο χαρακτήρα του αλλά και για την ιδιοφυΐα του∙ δευτερευόντως του Τόμας Γούλσι (που ήταν αρχιεπίσκοπος της Υόρκης, καρδινάλιος, παπικός λεγάτος, Λόρδος Καγκελάριος) και του διαδόχου του, Τόμας Μορ. Πάνω απ’ όλα όμως, συναρπάζει τον αναγνώστη η τρέλα της Ιστορίας, μιας εποχής όπου οι κοινωνίες, οι ζωές, οι μοίρες των ανθρώπων εξαρτιόνταν από τα βίτσια των βασιλιάδων (και αναρωτιέται κανείς τι έχει αλλάξει...).
     Μία και μόνο σκηνή από τη ζωή του 15χρονου Τόμας στο Πάτνι, στην αρχή του βιβλίου, μας κάνει να καταλάβουμε πολλά για τη διαμόρφωση της τραχιάς αλλά ντόμπρας προσωπικότητάς του: η ανεξέλεγκτη/αλόγιστη έως κτηνώδης βία του πατέρα του, Γουόλτερ, τον αναγκάζει να εγκαταλείψει την οικογένειά του, να διασχίσει τη Μάγχη ∙ μπαίνει στο καράβι και αρχίζει την τυχοδιωκτική του πορεία (θα θυμάται για πάντα αυτή την εικόνα της ανοιχτής θάλασσας που την αντικρίζει για πρώτη φορά: μια γκρίζα, ρυτιδιασμένη απεραντοσύνη –σαν τοπίο από μισοξεχασμένο όνειρο). Από την παραμονή του στα ευρωπαϊκά εδάφη, έχουμε σκόρπιες και σκοτεινές αναφορές, ίσως γιατί και η ίδια η συγγραφέας δεν βρήκε αξιόπιστες πηγές. Σίγουρα ο ήρωάς μας ταξίδεψε στη Γαλλία, την Ιταλία και τις Κάτω Χώρες και συχνή είναι η αναφορά, στην διάρκεια του μυθιστορήματος ότι δούλεψε στην υπηρεσία του Φλωρεντίνου τραπεζίτη Francesco Frescobaldi, ότι αργότερα επισκέφτηκε κορυφαία εμπορικά κέντρα στις Κάτω Χώρες ζώντας ανάμεσα στους Άγγλους εμπόρους, και ανέπτυξε πυκνό δίκτυο επαφών ενώ παράλληλα έμαθε πολλές γλώσσες. Κάποια στιγμή επέστρεψε στην Ιταλία, και είχε επικοινωνία και με υψηλά ιστάμενους στη Ρώμη.

     Eκτός από το πρώτο σύντομο κεφάλαιο, το παρελθόν του πρωταγωνιστή επανέρχεται σποραδικά, υπό τύπον αναμνήσεων, για να αναδείξει όμως ένα χαρακτήρα όπου διακρίνεται η ψυχραιμία, η νηφαλιότητα και η δύναμη, μια δύναμη που δεν στηρίζεται στην καταγωγή, αλλά σε μια ιδιότυπη κοινωνική ευαισθησία και ευθύτητα. Θα τον ξαναδούμε στα επόμενα κεφάλαια 40 χρονών πια, δικηγόρο, νομομαθή και κάτοχο ξένων γλωσσών, ως σύμβουλο του καρδινάλιου Τόμας Γούλσι, παντρεμένου με τρία παιδιά και εγκατεστημένο με την οικογένειά του στο Όστιν Φράιαρς[6] του Λονδίνου. Είναι το δεξί χέρι του καρδινάλιου Γούλσι, ο οποίος, ως άνθρωπος της εμπιστοσύνης του Ερρίκου με τη σειρά του λειτουργεί σαν να ήταν πρωθυπουργός μέχρι που πέφτει σε δυσμένεια για την οικονομική του πολιτική, αλλά κυρίως γιατί δεν εγκρίνει την Ανν Μπολέιν ως νόμιμη (δεύτερη)σύζυγο του Ερρίκου Η΄. Άλλωστε ο Πάπας δεν ακυρώνει τον γάμο με την -πρώτη σύζυγο- Αικατερίνη της Αραγονίας (που σημειωτέον είναι θεία του αυτοκράτορα Καρόλου Ε΄, που είχε ήδη γίνει κύριος της Ιταλίας και προετοιμαζόταν να επιτεθεί στη Ρώμη (!!!), και που επηρέαζε τον τότε Πάπα Κλήμη τον Ζ!!!), κι έτσι, η πολιτική λύση της απόσχισης από την εξουσία του Πάπα είναι ήδη στα σκαριά.
     Στη συνέχεια ο Τόμας Κρόμγουελ θα ανέβει τα αξιώματα για να γίνει το δεξί χέρι του Ερρίκου (τον οποίο εκτιμά, άλλωστε στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του ήταν ήπιος, διαλλακτικός), ενώ η προσωπική του ζωή σκοτεινιάζει καθώς πεθαίνουν η γυναίκα του και τα δυο του παιδιά από τη μάστιγα της εποχής, την πανούκλα.
     Μέσα σ ένα τρομερό κυκεώνα από τίτλους, συγγενικές σχέσεις και αξιώματα (δεν είναι τυχαίο ότι στην αρχή του βιβλίου παρατίθενται 4 σελίδες με ονόματα και οικογενειακές σχέσεις, όπως και δυο πίνακες με τα γενεαλογικά δέντρα των Τιδόρ και των Υορκιστών, διεκδικητών του θρόνου), παρακολουθούμε πώς το μέγα πρόβλημα της διαδοχής (δηλ της γέννησης αρσενικού παιδιού) καθόριζε τις μοίρες των ανθρώπων, των κρατών, τη σχέση των εκκλησιών, τη διανομής της εξουσίας και την αναγνώρισή της. Πρόκειται για μια πλούσια και τεκμηριωμένη αναπαράσταση της εποχής όπου συναντάμε πρόσωπα γνωστά από την ιστορία, όπως τον Έρασμο, τον Λούθηρο, τον ζωγράφο Χανς Χολμπάιν[7], τον Φραγκίσκο τον Α΄, τον Κάρολο Ε΄, την Αικατερίνη των Μεδίκων, τους διεκδικητές του θρόνου (Πλανταγενέτες, Πόουλ κλπ που προσπαθούν να αποδείξουν ότι είναι γνήσιοι απόγονοι), τελετάρχες, γραμματείς, εμπόρους, αρχιεπίσκοπους κι επίσκοπους του Καντέρμπουρι, του Γουεστμίνστερ κλπ.
     Απ’ όλες αυτές τις προσωπικότητες ξεχωρίζει και διαγράφεται ως χαρακτήρας πρώτα απ’ όλα ο καρδινάλιος/Λόρδος καγκελάριος Γούλσι (ήπιος, μετρημένος, διαλλακτικός, ανθρώπινος), κι αυτός από ταπεινή καταγωγή (γιος κρεατέμπορα). Είναι αξιοπρόσεκτη η σχέση εμπιστοσύνης που χτίζεται ανάμεσα στον Γούλσι και τον Κρόμγουελ, αλλά παρακολουθούμε την σύντομη πορεία του μέχρι που τον Νοέμβριο του 1530 συνελήφθη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, όμως πέθανε αιφνιδίως, πριν τον αποσύρουν στο Υορκ.
     Η άλλη αξιοπρόσεκτη προσωπικότητα που περιγράφεται ανάγλυφα είναι ο Τόμας Μορ[8] –ο γνωστός νομομαθής, συγγραφέας της «Ουτοπίας», φίλος και θαυμαστής του Έρασμου. Με τον Τόμας Μορ ο Κρόμγουελ είχε συναντηθεί όταν εκείνος ήταν παιδί και βοηθούσε τον θείο του που ήταν μάγειρας στον καρδινάλιο του Λάμπεθ (με την ελπίδα ότι θα περισσέψει και κανένα ψίχουλο για να φάει). Ο Τόμας Μορ, τότε ήταν δεκατεσσάρων χρονών, ένας από τους ευγενείς ακόλουθους του αρχιεπισκόπου που μελετούσαν χοντρούς τόμους με τους δασκάλους της μουσικής και άλλους δασκάλους. Ο Μορ ετοιμάζεται να πάει στην Οξφόρδη, όταν ο επτάχρονος Κρόγουελ μαθαίνει μόνος του να διαβάζει από τις κακογραμμένες παραγγελίες για αλεύρι ή ξερά φασόλια κλπ (για τον Γουόλτερ, αξίζει να διαβάζεις για να έχεις το πλεονέκτημα απέναντι σε αυτούς που δεν ξέρουν, και για τον ίδιο ακριβώς λόγο ίσως πρέπει κανείς να μάθει να γράφει).
     Όταν ξανασυναντιούνται πια, το 1527, ο Μορ είναι καγκελάριος του δουκάτου του Λάνκαστερ, φανατικός πολέμιος των αιρετικών (αποκαλεί π.χ. «σκατό» τον Λούθηρο, ότι το «στόμα του είναι ο πρωκτός των ασεβών») και φυσικά είναι η αιτία βασανισμού και εκτέλεσης πολλών απ’ αυτούς (απάντηση Κρόμγουελ σε ερώτημα-παγίδα: Τα αιρετικά βιβλία δεν είναι ακριβώς στον τομέα της ευθύνης μου). Οι άνθρωποι του Μορ διώκουν τον Γουίλιαμ Τιντέιλ[9] και όποιους τον συναναστρέφονται, γενικότερα τους αιρετικούς, τους ψευδοπροφήτες και τους «προδότες», τους κλείνουν στα μπουντρούμια του Πύργου του Λονδίνου μέχρι να αποκηρύξουν τις απόψεις τους και να ζητήσουν μετάνοια δημοσίως. Ο Μορ είναι υπεύθυνος για την σύλληψη και φυλάκιση πολλών «αιρετικών» (μην ξεχνάμε ότι οι αποκεφαλισμοί, ο θάνατος στην πυρά και τα φρικτά βασανιστήρια είναι στην ημερήσια διάταξη, χωρίς υπερβολή) ενώ μέχρι τέλους εξακολουθεί να διατηρεί ένα γλοιώδες δίκτυο στην Ευρώπη, ένα δίκτυο φτιαγμένο από χρήματα.
     Η ψυχογράφηση του Μορ είναι αρκετά πειστική και απολαυστική (ο Μορ έχει πάνω του κάτι το πονηρό, του αρέσει να φέρνει τους ανθρώπους σε δύσκολη θέση). Επίσης, αναλυτικά περιγράφεται και η αντιδιαμετρική μεταστροφή της τύχης (δυσμένεια) αλλά και η αξιοθαύμαστα άκαμπτη στάση του στα πιστεύω του (βασικά, ότι ένα κοσμικό πρόσωπο -ο βασιλιάς- δεν μπορεί/πρέπει να είναι η κεφαλή της εκκλησίας, και ότι δεν είναι νόμιμος ο γάμος του Ερρίκου με την Ανν Μπολέιν), ενώ του δίνονται πάρα πολλές ευκαιρίες και πλάγιες διέξοδοι ώστε να σωθεί (πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να αλλάξει άποψη χωρίς να ταπεινωθεί). Ο Μορ, όμως, αρνείται πεισματικά να ορκιστεί να συγκατατεθεί στον Νέο Νόμο περί διαδοχής (η εκκωφαντική, εριστική σιωπή του Μορ), παρόλες τις αλλεπάλληλες προσπάθειες των παρατρεχάμενων. Ένας απ’ αυτούς είναι και ο Κρόμγουελ, με τον οποίο εκτυλίσσονται απίστευτα ουσιώδεις διάλογοι, υπό το φάσμα της φρικτής εκτέλεσης που περιμένει τον Μορ[10] (-Από τότε που με έφεραν εδώ προετοιμάζομαι για το θάνατό μου στα χέρια σου -ναι στα δικά σου χέρια- ή στα χέρια του Δημιουργού. Ζητώ μόνο λίγη ηρεμία και σιωπή για να μπορώ να κάνω τις προσευχές μου/-Αυτό που ζητάς είναι να γίνεις μάρτυρας/-Όχι, είμαι αδύναμος όπως όλοι άλλοι οι άνθρωποι/-Δεν έχω καταλάβει ποτέ πού βρίσκεται η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη θυσία και στην αυτοκτονία/-Βρίσκεται εκεί που τη χάραξε ο Ιησούς Χριστός/-Και δεν σε ενοχλεί που δεν υπάρχει ξεκάθαρος διαχωρισμός;).
     Με τον θάνατο του Μορ, ο κύβος για τη μοίρα της Αγγλίας έχει ριφθεί: διαχωρισμός κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας, απόσχιση από την Παπική εξουσία (όπου Πάπας έχει στεφθεί ο Φαρνέζε). Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι είναι η τελευταία σκηνή του τελευταίου κεφαλαίου, που τιτλοφορείται «Γουλφ Χολ» -ένας τίτλος που αναφέρεται στο μέλλον (που δεν περιγράφεται στο βιβλίο): μια εποχή έχει κλείσει, η Άνν Μπολέιν αποτελεί ήδη παρελθόν και η Τζέιν Σίμουρ (το νεαρό, σεμνό χλωμό κορίτσι του Σερ Τζον από το Γουλφ Χολ, 
κυρία επί των τιμών της Άννας) θα έρθει στο προσκήνιο, θα την λανσάρει ο Κρόμγουελ για βασίλισσα και θα αποτελέσει, όπως γνωρίζουμε την τρίτη σύζυγο[11] του Ερρίκου.
     Ένα νέο κεφάλαιο θα ξεκινήσει για την ιστορία της Αγγλίας.

Χριστίνα Παπαγγελή
[1] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CF%81%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82_%CE%97%CE%84_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%91%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CE%AF%CE%B1%CF%8

[2] https://en.wikipedia.org/wiki/Thomas_Cromwell
[3] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CF%8C%CE%BC%CE%B1%CF%82_%CE%9A%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%B5%CE%BB?fbclid=IwAR3N7rt5VG2FkjIwgJdJERqLpJkn6pVZP0efqKpmvYp0oPrGYaLQc4cbcGE
[4] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BA%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%91%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CE%AF%CE%B1%CF%82
[5] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%AC%CE%B2%CE%B5%CF%84_%CE%91%CE%84_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%91%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CE%AF%CE%B1%CF%82
[6] https://thetudortravelguide.com/2020/06/20/austin-friars-cromwells-city-power-house/
[7] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A7%CE%B1%CE%BD%CF%82_%CE%A7%CF%8C%CE%BB%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%8A%CE%BD_%CE%BF_%CE%BD%CE%B5%CF%8C%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82
[8] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CF%8C%CE%BC%CE%B1%CF%82_%CE%9C%CE%BF%CF%81
[9] https://wol.jw.org/el/wol/d/r11/lp-g/1995848
[10] Την 1 Ιουλίου 1535 δικάστηκε για την παραπάνω άρνησή του και στις 6 Ιουλίου αποκεφαλίστηκε. Η κεφαλή του στήθηκε σε πάσαλο στην γέφυρα του Λονδίνου και παρέμεινε εκεί έναν ολόκληρο μήνα, μέχρι που αποκρεμάστηκε κατόπιν εξαγοράς από την θυγατέρα του. Όλη η Ευρώπη συγκλονίστηκε από την θανάτωσή του, ο Έρασμος τον θρήνησε και τον απεκάλεσε omnium horarum homo (άνθρωπο για όλες τις εποχές) και οι ιστορικοί ανεξαρτήτως δόγματος απέρριψαν την κατηγορία της προδοσίας. Το 1935 ανακηρύχθηκε άγιος της Καθολικής Εκκλησίας.
[11] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CE%B6%CE%AD%CE%B9%CE%BD_%CE%A3%CE%AF%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%81