Σάββατο, Ιουλίου 04, 2020

Θηριόμορφοι, Έλενα Μαρούτσου


Αναρωτιόμουν αν το να κάνεις το τραύμα σου τέχνη
είναι ένα είδος θεραπείας
ή ένας τρόπος να κρατάς την πληγή ανοιχτή.
Δεν είναι μυθιστόρημα, είναι άλμπουμ! Η απόλαυση της ανάγνωσης είναι τέτοια που δεν ευχαριστεί μόνο ως κείμενο το νου και την ψυχή -καθώς η γραφή ξεδιπλώνει αβίαστα και αισθησιακά  ιστορίες «αγάπης και απώλειας», όπως γράφει το οπισθόφυλλο-, αλλά οι απίστευτες φωτογραφίες της Laura Makabresku που συνοδεύουν το κείμενο, σε μεταφέρουν σε μια άλλη διάσταση, πιο υπαρξιακή, πιο πνευματική.
Κι όμως η γραφή είναι προσγειωμένη, αρκετά ρεαλιστική παρόλα τα διάσπαρτα ποιητικά στοιχεία. Κι αυτό είναι που γοητεύει ακόμη περισσότερο, γιατί είναι σαν να μας δείχνει κάποιος με φακό, τον ίδιο κόσμο που βλέπουμε και μεις, αλλά με άλλα μάτια. Έτσι, δεν έχουμε τον άψυχο συμβολισμό που χαρακτηρίζει τα «ποιητικά πεζά», όπου οι ήρωες δεν είναι «του κόσμου τούτου», αλλά πρόσωπα χειροπιαστά που ζουν στη σύγχρονη εποχή, μπαίνουν π.χ. στην… ΚΝΕ, συνεννοούνται  με το facebook  κλπ κλπ.
Η μυστηριώδης γυναίκα στην οποία σκοντάφτει ο αφηγητής του πρώτου μέρους, με τα δεμένα μάτια και τη μυρωδιά από τριαντάφυλλο (αν τα μάτια είναι τα παράθυρα της ψυχής, όπως λένε, δεν είχα τρόπο να κοιτάξω μέσα στη δική της), δεν είναι ένα ξωτικό, ή μια ονειρική ψευδαίσθηση. Όσο προσεγγίζονται οι δυο ήρωες κάποιες εικόνες ανεξίτηλες  βρίσκουν την -καθόλου εξωπραγματική- θέση τους σε μια συμπαγή ιστορία με μυστικά και αισθησιασμό. Μια ιστορία όπου εγκιβωτίζονται και δυο άλλες, παρόμοιες ιστορίες (της Λουτσία και της Βέρας), παράξενες αλλά αληθινές, που κι αυτές υπογραμμίζουν το παράδοξο του έρωτα «άνευ όρων» και της απώλειας. Παράλληλα υπογραμμίζουν τις αντίξοες συνθήκες στην Κρακοβία, από την εποχή του πολέμου μέχρι τις μέρες όπου ο αφηγητής Σπύρος επισκέπτεται την πόλη για ένα συνέδριο ποίησης. Μια πόλη χαραγμένη από τις «πληγές της Ιστορίας» παίρνοντας σαν επιστέγασμα το στρατόπεδο του Άουσβιτς, που μάλιστα γίνεται και ένα από τα σκηνικά όπου προσεγγίζονται οι δυο ήρωες, χρόνια βέβαια μετά τον πόλεμο ως επισκέπτες του Μουσείου.
Δεν είναι τυχαίο που ο πρωταγωνιστής μελετά τη λογοτεχνία και την ποίηση, και η ομιλία του έχει ως θέμα τη θλίψη/ απώλεια με πολλές αναφορές στα πουλιά («Κοράκι» του Έντγκαρ Άλαν Πόε κλπ). Έχει το ποιητικό βλέμμα που δικαιολογεί αυτήν την απίστευτα αισθαντική ατμόσφαιρα όπου μας μεταφέρει, με αναλογίες και μεταφορές. Τα χέρια, τα μάτια, τα χείλη και η σημειολογία τους, έχουν μια θέση ξεχωριστή στο βλέμμα και στην καρδιά των προσώπων, που διακατέχονται σ’ όλες τους τις κινήσεις από έντονο ερωτισμό. Μια ατμόσφαιρα σχεδόν ψιθυριστή, καθώς εξελίσσεται η πλοκή, διάσπαρτη από πεταλούδες, περιστέρια, καρδερίνες, κοκκινολαίμηδες, χελιδόνια, κοτσύφια. Αλλά και κάποια μικρά/μεγάλα  ζώα έχουν τη θέση τους μέσα στην αφήγηση∙ ελαφίνες, αλεπούδες, σκύλοι, λύκοι όχι με συμβολικό τρόπο αλλά καθαρά αισθησιακό, σαν μια αντανάκλαση της πραγματικότητας στον μαγικό κόσμο των ζώων. Μια πραγματικότητα που περισσότερο φανερώνεται παρά κρύβεται κάτω απ΄ το ανυπόκριτο προσωπείο του ζώου, όπως φαίνεται από το απόσπασμα που κατά κάποιο τρόπο υπογραμμίζει τον τίτλο (από έκθεση φωτογραφίας όπου το ανθρώπινο κεφάλι έχει αντικατασταθεί από κεφάλι ζώου): Συχνά αυτοί οι θηριόμορφοι άνθρωποι ήταν εξαιρετικά εντυπωσιακοί: το ζωώδες κεφάλι τους έμοιαζε να τους ταιριάζει, να τους ολοκληρώνει ή -πώς να το πώ;- να τους αποκαλύπτει). Και, όπως λέει ο «παντογνώστης αφηγητής» στο τελευταίο τρίτο μέρος, υπάρχει η μυστική ζωή του θηρίου μέσα στον άνθρωπο, όπως και του τρυφερού, απροστάτευτου ζώου.
Ο  Σπύρος σαγηνεύεται από τη Μαριάννα, την εύθραυστη, πολύ νεαρή κοπέλα που του θυμίζει τη γυναίκα του, την άρρωστη, μικροσκοπική, μυστηριώδη Βέρα, που πέθανε νέα. Όμως η προσέγγιση γίνεται αθόρυβα και σταδιακά (δεν ήθελα να καταλήξω σαν κάτι μεσήλικες που τους έτρεχαν τα σάλια όταν έβλεπαν ένα νέο κορίτσι (…) νομίζοντας πως έτσι ξανανιώνουν. Πως ρουφάνε από το κύπελλο της νεότητας, πως αναβαπτίζονται μέσα στους νεανικούς χυμούς. Δεν καταλάβαιναν ότι αντίθετα στραγγίζουν. Ότι η δύναμη που για λίγο τους κατακλύζει, σύντομα θα αποσυρθεί αποστεγνώνοντάς τους, όπως τραβιέται  η θάλασσα στην άμπωτη κλπ).  
Ο αφηγητής μάς μεταφέρει όχι μόνο τα εξωτερικά συμβάντα αλλά και τον εσωτερικό του κόσμο, με αναστοχασμούς και συνειδητοποιήσεις που πολλές φορές είναι οδυνηρές (λες κι η νοσταλγία είναι μια τρύπα μέσα μας που δεν θα κλείσει ποτές).  Καθώς γοητεύεται και προσελκύεται όπως η πεταλούδα απ’ το φως, αναταράσσονται όλες οι αναμνήσεις και τα πάθη του παρελθόντος και παίρνουν καινούρια θέση στην Καρδιά και στον Νου (σκέφτομαι τους ανθρώπους που διατείνονται πως δεν μετανιώνουν για τίποτα στη ζωή τους και δεν ξέρω αν τους ζηλεύω για την πανοπλία τους ή τους περιφρονώ για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Εγώ έχω μετανιώσει για πολλά. Έχω υπάρξει εύπιστος. Επηρμένος. Βλαξ).
Δεν είναι μόνο ο Σπύρος που έχει βαθιά κρυμμένα μυστικά, και η Βέρα. Αλλά και η Μαριάννα, που παίρνει το νήμα της αφήγησης στο δεύτερο μέρος (η δική μου ιστορία, μια ιστορία επανόρθωσης, ξεκινάει πριν απ’ την αρχή). Έτσι ξεκινά από τη γιαγιά Λουτσία από την Καλαβρία, και παραθέτει ιμπρεσιονιστικά την εντυπωσιακή ιστορία του μικρού κοριτσιού που σφράγισε το στόμα της όταν πάγωσε η μικρή της αλεπού, που στάλθηκε σε παρθεναγωγείο μετά τις πλημμύρες του 1951 κλπ κλπ. Μαζί με την τραγική ιστορία της μικρής Λουτσία, μαθαίνουμε και τις αντίστοιχα τραγικές πορείες των δυο φίλων της, Σιμόνε και Βιόλας. Οι αποκαλύψεις προκαλούν οδύνη και νέα αδιέξοδα. Είναι το μέρος του βιβλίου που ονομάζεται «Κήπος των πληγών», όπως ονομαζόταν και η έκθεση της φίλης φωτογράφου(στην οποία πόζαρε η Μαριάννα), όπως ονομάστηκε και το νέο συγγραφικό έργο του Σπύρου, αργότερα. Πληγές που έχουν να κάνουν με τον έρωτα, τον χωρισμό, τη βία και τον θάνατο.
Ο ερωτισμός είναι διάχυτος και οι ερωτικές σκηνές είναι άφταστες –σε ποιητικότητα, σε ατμόσφαιρα, σε αισθησιασμό. Το ανέφικτο του έρωτα αλλά και η εξάντληση του έρωτα. Όλες οι εκφάνσεις, όπου όμως μένει αναλλοίωτη η ουσία, που τις περισσότερες φορές είναι η αγάπη «άνευ όρων» (πόσο θα ήθελα να έχω πιάσει στην απόχη μου όλη της τη ζωή, από τότε που γεννήθηκε/όταν άνοιξα τη μικρή της παλάμη, ακολούθησα με το δάχτυλο τις διασταυρούμενες γραμμές κι ύστερα ανεβαίνοντας στον καρπό ψηλάφισα τις άλλες, τις παράλληλες, έλιωσα πάνω τους, δικός της για πάντα/η Βέρα ήταν κρυμμένη σ’ ένα στενό λαγούμι κι εγώ, ένα πεινασμένο ζώο, άρχισα να σκάβω υπομονετικά με τα δάχτυλα και με τη γλώσσα μου να τη φτάσω/σ’αυτή τα σχέση αγαπούσα πιο πολύ εγώ/ένιωθα το σώμα της απαλό και άκαμπτο σαν κούκλας).
Όμως, το πιο σπαραχτικό ερωτικό δόσιμο, που το αποκαλύπτει η αφήγηση της Μαριάννας, αφορά τη σχέση της με τον Ματέο, τον μεγάλο μακροχρόνιο δεσμό της. Το απόλυτο δόσιμο του θηλυκού που παραδίδεται με όλους τους όρους στην αρσενική λαγνεία, που ταπεινώνεται ξανά και ξανά εφευρίσκοντας όλο και καινούριους τρόπους να σβήνει το εγώ (ήταν το «θέλω» του σκληρό και συνάμα τρυφερό, όπως ο μίσχος από το τριαντάφυλλο/εγώ , του είπα, είμαι το πιο δικό σου έργο. Η μαριονέτα σου). Κι όταν νιώθει ότι αρχίζει να εκτονώνεται το ενδιαφέρον του για κείνην, κάνει ό, τι μπορεί για να «τροφοδοτεί τη φωτιά του έρωτα». Κι όπως λέει κι η ίδια, στην «λεπτή τρίχα που χωρίζει τον θάνατο από τον θάνατο του πόθου», ο άνεμος ήταν ο Ματέο κι εγώ ήμουν οι χούφτες που προστάτευαν τη φλόγα. Έπειτα έρχεται η ζήλεια, το «σπινθηροβόλο σκότωμα», ένα σύμπτωμα όπως αποφαίνεται κι η ίδια σαν ημικρανία (τι ωραίος τρόπος να σκοτωθεί κάποιος έτσι σπινθηροβόλα). Και γίνεται «μια άλλη», την ώρα του έρωτα επαναλαμβάνει «δεν είμαι εγώ» (δεν πονούσα όμως, εγώ δεν ήμουν πια εγώ, εγώ κι εκείνος είχαμε μεταμορφωθεί σε κάτι που πια δεν θα ξαναέπαιρνε την αρχική του μορφή, ο έρωτας σπαρταρούσε καθώς χύναμε,, καθώς μπήγαμε τη λεπίδα της απόγνωσης και του μίσους μέσα στον έρωτά μας, λίγο πριν κι αυτός τελειώσει).
Και η Μαριάννα, σαγηνεύεται από την ποιητική φύση του Σπύρου (θα έλεγες ότι το νευρικό του σύστημα είχε απολήξεις που συνδέονταν με τα καλώδια της λογοτεχνίας), κι ας του κρύβει βαθιά μέσα της τα μυστικά της (στα οποία όμως ο αναγνώστης γίνεται αρκετά νωρίς μέτοχος). Παίζει στα δάχτυλα τον «μαριονετίστα της τύχης» προκειμένου να σκάψει βαθιά μέσα στα μυστήρια της δικής της ζωής που εφάπτεται της δικής του. Ο Σπύρος είναι ο άνθρωπος-κλειδί, για πολλούς λόγους, που θα ενώσει τα σπασμένα της κομμάτια. Εμείς οι αναγνώστες, στους οποίους η Μαριάννα εκμυστηρεύτηκε τα πάθη του παρελθόντος, μπορούμε να καλύψουμε τα κενά της ιστορίας και να αποφασίσουμε αν θα βρεθεί σε μια κατάσταση αγάπης, όπου δεν θα χρειαζόταν να  είναι άλλη. Γιατί, και κείνη είναι αποφασισμένη να παίξει το «ρόλο του εαυτού της»:
 …κι εγώ θα έραβα την πληγή από το σπαθί που κάποτε με είχε κόψει στα δυο. Θα ήμουν πάλι ολόκληρη.
Χριστίνα Παπαγγελή 

Τετάρτη, Ιουλίου 01, 2020

Η τέχνη της απώλειας, Alice Zenifer


Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.
Τόσα πολλά πράγματα μοιάζουν αποφασισμένα
να χαθούν, που η απώλειά τους καταστροφή δεν είναι.
(…)
Έχασα δυο πόλεις, αξιολάτρευτες. Και ακόμη πιο τεράστιους,
κάποιους δικούς μου κόσμους, δυο ποταμούς, μιαν ήπειρο.
Μου λείπουν μα δεν ήταν δα καταστροφή.
Το πρόβλημα της ταυτότητας σε λαούς και γενιές που υπέστησαν την αποικιοκρατία των Ευρωπαίων, και συγκεκριμένα στην Αλγερία που υπέστη τη γαλλική κυριαρχία μέχρι την ανεξαρτητοποίησή της το 1962, είναι το βασικό θέμα αυτού του συναρπαστικού βιβλίου. Οι διωγμοί, η μετανάστευση, η διάλυση της οικογένειας, η ζωή σε καταυλισμούς αλλά κυρίως το «ποιος είμαι;» που διατρέχει τρεις γενιές∙ δοσμένο με εξαιρετικό τρόπο από την Γαλλίδα Αλγερινής καταγωγής Alice Zenifer.
Αλγερία[1]... Μια χώρα με «πολλές ιστορίες» μέχρι το 1830 που οι Γάλλοι κατέλαβαν το Αλγέρι (γνωστός αγωνιστής ενάντια στη γαλλική εισβολή ο  Αμπντ ελ Καντέρ, μουσουλμάνος σούφι), οπότε τα βιβλία των Γάλλων καταπίνουν την Αλγερία και τα παραμύθια της και τα μετατρέπουν σε λίγες σελίδες της δικής τους Ιστορίας. Το «εκπολιτιστικό» έργο των Γάλλων ισοπέδωσε  τις διαφορές των ντόπιων κι εκτόπισε στο περιθώριο το μουσουλμανικό στοιχείο, οι χιλιάδες δε Γάλλοι που μετανάστευσαν στην Αλγερία αποτέλεσαν ένα ιδιότυπο κοινωνικό στρώμα με κοινωνική δύναμη, που περιθωριοποίησε τους ντόπιους όπως παντού, και πυροδότησε την εξέγερση και τον πόλεμο της Αλγερίας,[2] μέχρι την ανεξαρτησία της χώρας το 1962.
Η σχέση Γαλλίας και Αλγερίας βέβαια δε σταματά εδώ. Οι επαναπατρισμένοι Γάλλοι («πιέ-νουάρ»[3]) αποτελούν κι αυτοί ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, καθώς και οι μετανάστες Αλγερινοί στη Γαλλία (κυρίως οι «αρκί», δηλ. όσοι βοήθησαν τους Γάλλους, είτε στον παγκόσμιο πόλεμο, είτε μη συμμετέχοντας στην τρομοκρατική δράση των αντιστασιακών ομάδων, FLN κλπ).
Αυτό είναι το ιστορικό πλαίσιο, απαραίτητο για να κατανοήσει κανείς τη ρευστότητα των κοινωνικών σχέσεων και τη σχετικότητα σ’ αυτό που λέμε «εθνική συνείδηση», σχετικότητα που είναι βέβαια αυτονόητη δεδομένου ότι το «έθνος» είναι κοινωνική κατασκευή.
Στο μυθιστορηματικό «σήμερα» (2015-16), λοιπόν,  βλέπουμε τη Ναϊμά, Γαλλίδα υπήκοο με καταγωγή τρίτης γενιάς από την Αλγερία, να μην έχει πια καμιά σχέση με την χώρα καταγωγής της (έχει ξεχάσει μια πατρίδα που δεν γνώρισε ποτέ). Όμως συγκυρίες την οδηγούν ηθελημένα- άθελά της να ψάξει το παρελθόν του πατέρα της Χαμίντ που ήταν μικρό αγόρι όταν πέρασε στην Ευρώπη, και του παππού της, Αλί, τον οποίο θυμάται ελάχιστα. Επομένως παρακολουθούμε κι εμείς την πορεία τριών γενεών, στα μεταβατικά χρόνια από την αποικιοκρατία στην ανεξαρτησία -χρόνια που ήταν πολύ δύσκολα, δεδομένου ότι ο πόλεμος της Αλγερίας ήταν από τους σκληρότερους αντιαποικιακούς αγώνες της σύγχρονης εποχής.
Αλί, ο παππούς
Ο Αλί, ο παππούς, δεν είναι Άραβας, είναι Καβύλιος[4] (η Καβυλία ανήκε στο αρχαίο κράτος της Νουμιδίας, έχει μακρά ιστορία και παράδοση, δική της γλώσσα -βερβέρικη- και μεγάλη συμμετοχή στους αγώνες για ανεξαρτησία). Από ένα απίστευτο γύρισμα της τύχης έγινε πλούσιος, μια τύχη που του φύτεψε στο νου την πεποίθηση ότι η ζωή είναι φτιαγμένη από πεπρωμένα που δεν ανατρέπονται, και όχι από αναστρέψιμες ιστορικές πράξεις. Έχει χωράφια, έχει μαγαζί, κάνει εμπόριο. Ενώνει όλα τα σκόρπια μη εκμεταλλεύσιμα χωραφάκια που δεν τα αγοράζουν Γάλλοι, αποσπώντας την ευγνωμοσύνη των ντόπιων, κι έχει τη νοοτροπία του «αν έχει λεφτά να τα δείχνεις». Τα λεφτά τα ξοδεύεις μόλις τα αποκτάς, μια νοοτροπία τελείως αντίθετη στο καπιταλιστικό πνεύμα. Η αποταμίευση είναι αποκοτιά, και τα πλούτη είναι ευλογία που πέφτει σαν βροχή πάνω σ’ έναν πολύ μεγαλύτερο κύκλο ξαδέρφων και φίλων. Τους επιβάλλουν μια διευρυμένη αλληλεγγύη, συγκεντρωτική, και συσπειρώνουν γύρω απ’ την οικογένειά τους ένα μέρος του χωριού που τους ευγνωμονεί.
Ο Αλί είναι έχει αίσθημα δικαίου αλλά κατά βάθος είναι φιλήσυχος. Βλέπει με επιφύλαξη τις προσπάθειες των Αλγερινών, ντόπιων ή μεταναστών στη Γαλλία να εξεγερθούν. Στην ερώτηση αν συμπαθεί τον «ήρωα» (πατέρα του έθνους, τον αποκαλεί ο εθνικιστής Γιουσέφ) Μεσαλί Χατζ απαντά όχι, γιατί «ο Μεσαλί Χατζ δεν συμπαθεί τους Καβύλιους (γι’ αυτόν η ανεξαρτησία της Αλγερίας σημαίνει ότι θα γίνουμε όλοι Άραβες). Είναι αντιπρόεδρος της Ένωσης Βετεράνων Πολεμιστών, στο Παλέστρο, σ’ έναν χώρο που τους παραχωρεί η γαλλική διοίκηση, κι όπου μαζεύονται όσοι πολέμησαν στον Α΄ ή στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (με τους Γάλλους, φυσικά). Είναι βετεράνος πολεμιστής γιατί πολέμησε για πέντε μήνες στη μάχη του Μόντε Κασίνο (1944) όπου Μαροκινοί, Τυνήσιοι και Αλγερίνοι απ’ τη γαλλική πλευρά αλλά και Ινδοί και Νεοζηλανδοί από την αγγλική έδωσαν τους 50.000 νεκρούς των Συμμάχων… Πέντε μήνες που τον έκαναν πότη, πέντε μήνες  με αναμνήσεις που κράτησε σε όλη του τη ζωή βαθιά στη μνήμη του, ένα πτώμα με τόσο έρμα από πέτρες μέσα του, που δεν μπορούσε πια να ξανανέβει στην επιφάνεια. Έτσι, κουβαλώντας την πλάτη του ένα «αμφίσημο» ιστορικό, δεν μπορεί να ταχτεί με το ριζοσπαστικό FLN  που σιγά σιγά προβάλλουν τη δράση τους όλο και πιο έντονα, με δεκάδες επιθέσεις, βόμβες, πολυβόλα, δολοφονίες κλπ, προκαλώντας φόβο για αντίποινα των Γάλλων (η αποικιακή εξουσία έχει φροντίσει ώστε η τιμωρητική δύναμή της ν’ αφήνει ανεξίτηλα τα σημάδια της στις μνήμες/Σετίφ[5], είναι το όνομα ενός τρομακτικού δράκου που τριγυρίζει, πάντα σε απόσταση αναπνοής, τυλιγμένος μ’ έναν μανδύα με ματωμένες πτυχές και μυρωδιά μπαρούτης). Αποκορύφωμα η σφαγή της διμοιρίας Αρτύρ (ανυποψίαστοι νεαροί στρατιώτες), τον Μάη του 1956, που προκάλεσαν τρομερές αντιδράσεις εκ μέρους των Γάλλων (βγαίνουν μόνο για να σκοτώσουν, χτυπήσουν, πελεκήσουν οποιονδήποτε, οπουδήποτε).
Για τον Αλί όπως και για κάθε Αλγερινό ντόπιο, οι δοκιμασίες είναι καθημερινές –με ποιους θα πας, ποιους θα υποστηρίξεις, αν θα υπακούσεις π.χ. στον καΐντ (μουσουλμάνος με αρμοδιότητες διοικητικές που συνεργάζεται με τη γαλλική διοίκηση, κοινώς το παίζει «προστάτης») ή στον «αμίν». Ο Αλί όμως όχι μόνο παραμένει ουδέτερος, προσπαθώντας να κρατήσει τις ισορροπίες (ο Αλί κρατάει μέσα στα χέρια του τον κόσμο του, την οικογένειά του, τα κτήματά του, με κομμένη την ανάσα για να μην ανατραπεί, να μην κουνηθεί τίποτα), αλλά έχει και φιλικές σχέσεις με τον προοδευτικό Γάλλο μπακάλη Κλωντ, θαυμάζει ερωτικά την πανέμορφη αδερφή του Μισέλ, ενώ τα παιδιά τους παίζουν μαζί, χωρίς όμως να μπορεί να σπάσει μία από τις άρρητες απαγορεύσεις της αποικιακής κοινωνίας: τον διαχωρισμό της δημόσιας σφαίρας από την ιδιωτική.  
Η επιλογή ταυτότητας, ή αλλιώς «το να διαλέξεις στρατόπεδο» δεν εξαρτάται μόνο από τον καθένα, κι αυτό γίνεται ξεκάθαρο στον τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας ψυχογραφεί τον βασικό της ήρωα στην προσπάθειά του να καταλάβει ποιο είναι το «δίκαιο». Ακόμα και η λέξη (φελλάχοι=ληστές  ή μουτζαχεντίν=ήρωες) που χρησιμοποιούν εκάστοτε στην καθημερινότητα για τα μέλη του FLN προδίδει μια στάση, μια κλίση υπέρ ή κατά. Όταν όμως σφίγγουν τα πράγματα, και κυρίως μετά την «κόκκινη γιορτή των Αγίων Πάντων» (τον Νοέμβριο του 1954) που σηματοδότησε την έναρξη του πολέμου, και το FLN σκληραίνει τη στάση του (π.χ. απαγορεύει να δέχονται την σύνταξη οι βετεράνοι πολέμου με θανατική ποινή για τους αποστάτες), οι συζητήσεις κι οι συγκρούσεις φουντώνουν (εμείς θα πληρώσουμε όπως πάντα/θαρρείς πως οι Άραβες θα είναι πιο μαλακοί απ τους Γάλλους;/δηλαδή… εμείς πολεμήσαμε για το τίποτα;). Ο Αλί παίρνει ξεκάθαρα επιφυλακτική θέση κι έχει λόγους να μην έχει καθόλου εμπιστοσύνη στον σύνδεσμο του FLN που έρχεται να τους στρατολογήσει.
Η θυσία που απαιτεί το FLN είναι υπερβολική απ’ τη μια, κι απ΄την άλλη ο Αλί γρήγορα διαπιστώνει ότι το FLN δεν τους προστατεύει ιδιαίτερα. Μετά τη σφαγή στο Παλέστρο (Λαχνταρία ονομάστηκε αργότερα), η καθημερινότητα έχασε τον ειρηνικό της χαρακτήρα και για τους Γάλλους και για τους ντόπιους. Όταν οι Γάλλοι ελευθερώνουν τον Χαμζά (αδερφό του Αλί) όλοι υποψιάζονται ότι ο Χαμζά πρόδωσε τον όρκο στο Κοράνι (για υποστήριξη του FLN) και το μαχαίρι δεν θ’αργήσει να επιστρέψει. Ο Αλί νιώθει ανασφάλεια και σκέφτεται τη μετακόμιση στο Αλγέρι. Οι εκρήξεις, ο πόνος για τη φρικτή δολοφονία του βετεράνου Ακλί επειδή εξακολουθούσε να παίρνει τη σύνταξή του (θραύσματα λύπης και οργής), οι εκβιασμοί των Γάλλων ότι θα τον προστατεύσουν μόνο αν τους βρει τον «Λύκο του Ταμπλάτ» είναι τα πρώτα βήματα στον ΦΟΒΟ που εγκαθίσταται στην ψυχή του οικογενειάρχη.
Η συγγραφέας χτίζει αριστοτεχνικά τον μηχανισμό του φόβου, τον μηχανισμό της κατασκευής του προδότη και μάλιστα ακόμα και ΜΕΤΑ θάνατον (όσο κανείς είναι ζωντανός, τίποτα δεν είναι σίγουρο, όλα μπορούν ακόμη να συμβούν, απ’ τη στιγμή όμως που είναι νεκρός, η αφήγηση παγώνει: αυτοί που σκότωσε το FLN είναι προδότες του αλγερινού έθνους και αυτοί που σκότωσε ο στρατός προδότες της Γαλλίας). Διεισδύει στις εσωτερικές αντιφάσεις όχι μόνο του πολέμου, αλλά και του εμφυλίου πολέμου που στρατολογεί πολλές φορές με ασήμαντες αφορμές ανθρώπους/φίλους/γείτονες σε αντίθετα στρατόπεδα. Όσοι συμμετέχουν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο είναι καταδικασμένοι, δεν μπορούν πια να βρουν γαλήνη στα χωριά τους. Ο Αλί το μόνο που ζητά είναι προστασία για τους δικούς του, δηλ. ειρήνη.
Την άνοιξη του 1962, σύμφωνα με τη διατύπωση του FLN, Αλγερία επανακτά την ανεξαρτησία της. Οι ντόπιοι βοηθητικοί (supplétifs), αυτοί που θα ονομαστούν harki, φοβούνται να δείχνουν πως έχουν σχέση με τους γάλλους στρατιωτικούς (μετά την ανεξαρτησία το 1962, το  FLN σκότωσε πάνω από 100.000 αρκί). Ο Αλί, παρόλο που έχει τη συνείδησή του ήσυχη, δέχεται απειλές και φοβάται, τα εχθρικά επεισόδια εναντίον του πολλαπλασιάζονται ενώ αναγκάζεται να καταφύγει για προστασία στον Γάλλο λοχαγό, τον οποίο σιχαίνεται. Μετακομίζει στο κέντρο της πόλης (Παλέστρο), όπου νιώθει πιο ασφαλής, αλλά γρήγορα παίρνει τον δρόμο της προσφυγιάς.

Χαμίντ, ο πατέρας
Η Αλγερία θα τους ονομάσει αρουραίους. Προδότες. Σκυλιά. Τρομοκράτες. Αποστάτες.
Ληστές. Μιασμένους. Η Γαλλία δεν θα τους ονομάσει καθόλου, ή πολύ λίγο.
Η γενιά του Χαμίντ βρίσκεται στην αιχμή του δόρατος, στο μεταίχμιο της Ιστορίας. Με το ένα πόδι εδώ και το άλλο εκεί. Είναι 11 χρονών όταν φεύγουν απ’ το Παλέστρο, επομένως έχει σημαντικό παρελθόν στην Αλγερία, αν πάρουμε υπόψη και πόσο καθοριστικά είναι τα πρώτα 12 χρόνια. Θυμάται την περιτομή, θυμάται τη μικρή γαλλιδούλα Αννί, θυμάται φυσικά τη γλώσσα, τα έθιμα, τα πρόσωπα, τους συγγενείς που χάθηκαν ή έμειναν πίσω. Το Αλγέρι τρυπώνει μέσα στις αποσκευές του αλλά τούτη η πόλη δεν χάθηκε, αφού δεν υπήρξε ποτέ δική τους.
Η γενιά του Χαμίντ είναι οι άνθρωποι που δεν έχουν Ιστορία. Δεν είναι Αλγερινοί, δεν είναι πιέ νουάρ, δεν είναι Γάλλοι Μουσουλμάνοι (αυτή η ονομασία δε λέει τίποτα για την ιστορία τους).  Κατά μέσο όρο οι μετανάστες από την Αλγερία στη Γαλλία έζησαν έγκλειστοι σε καταυλισμούς 17 χρόνια! Ο πρώτος καταυλισμός είναι ο καταυλισμός Ζοφρ ή του Ριβζάλτ, όπου κατέφυγαν κατά καιρούς Ισπανοί δημοκρατικοί, Εβραίοι, τσιγγάνοι κ.α.(είναι ένα μέρος όπου κλείνουν αυτούς που δεν ξέρουν τι να τους κάνουν, περιμένοντας, επισήμως, να βρεθεί μια λύση, ελπίζοντας, ανεπισήμως, να μπορέσουν να τους ξεχάσουν μέχρι να εξαφανιστούν από μόνοι τους). Οι συνθήκες είναι απίστευτες, ο δε μέγιστον, υπάρχουν ανάμεσά τους και πρώην μέλη του FLN. Στη συνέχεια θα μεταφερθούν στον καταυλισμό του Ζουκ (Λοζί ντ’ Ανν). Πρέπει να ξεχάσουν την Αλγερία, παίρνουν γαλλική υπηκοότητα, δεν ξέρουν τη γλώσσα, τους επιβάλλουν γαλλικά ονόματα. Μοιράζονται φρικτές ιστορίες.  Δεν υπάρχει ιδιωτική ζωή (σε κάθε φύσημα του αέρα, πρέπει να τρέχουν να μαζέψουν την κινητή πόρτα αρκετά περάσματα πιο πέρα. Η πόρτα τούς δίνει την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να προφυλάσσουν μέσα στη σκηνή μια στριμωγμένη ιδιωτική ζωή που τους ανήκει, ότι μπορούν να διαλέγουν αν θ’ ανοίξουν ή θα κλείσουν την επικράτειά τους, ότι είναι οι αφέντες της).Καταστάσεις που τις ζήσαμε και τις ζούμε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα.
Με το τέλος του πολέμου (πρώτος πρωθυπουργός της ανεξάρτητης πλέον Αλγερίας ο αξιόλογος Μπεν Μπελά) [6]ο καθένας, είτε μέσα στους καταυλισμούς είτε στην Αλγερία κάνει τον «λογαριασμό» του με τη συνείδησή του κι απέναντι στους άλλους (οι περισσότεροι από αυτούς που βρίσκονται εκεί αρνούνται ότι πρόδωσαν, ότι έβλαψαν, ονειρεύονται μια ευκαιρία για να δώσουν εξηγήσεις στην Αλγερία, να παρουσιάσουν μια άμυνα). Υπάρχουν όμως εσωτερικοί ανταγωνισμοί ως και συγκρούσεις που εντείνονται με τον συγχρωτισμό και που οι Γάλλοι δεν καταλαβαίνουν (κι άλλη αναλογία με τους σημερινούς πρόσφυγες). Οι  «ψυχοπαθείς» πολλαπλασιάζονται καθώς πολλαπλασιάζεται και η βία. Ο Αλί, μέσα σ’ αυτό το σκηνικό είναι αδύναμος, χωρίς ταυτότητα. Και βοήθησε τους Γάλλους και δεν βοήθησε. Και πρόδωσε το FLN και δεν πρόδωσε. Γράφεται το αφήγημα ξανά…  και για τον Αλί δεν υπάρχει ακόμα αφήγημα. Είναι σιωπηλός, παθητικός και καρτερικός και υφίσταται τις βρισιές και την περιθωριοποίηση χωρίς μεγάλες αντιδράσεις.
Όταν μετακομίζουν σε μονιμότερες κατοικίες στο Φλερ, όπου ο δήμος έχτισε για τους αρκί συγκροτήματα HLM (ένα τοπίο σχεδιασμένο με τον χάρακα, με μεγάλες λογικές γραμμές/δεν υπάρχει ανάπαυλα, δεν υπάρχει ανακούφιση σ’ εκείνον τον ορθογώνιο κόσμο), τα παιδιά ενθουσιάζονται  με την… μπανιέρα στο διαμέρισμά τους!
Ο μικρός αδερφός, Καντέρ, είναι ακόμα παιδί, ο Χαμίντ όμως και η Νταλιλά είναι μονίμως σοβαροί (ο πόλεμος έριξε στο βλέμμα τους ένα σκοτάδι που έβγαλε απότομα τα πρόσωπά τους από την παιδική ηλικία). Ο Χαμίντ μετά από πολλές δυσκολίες διαπρέπει σιγά σιγά στο σχολείο, μαθαίνει γρήγορα γαλλικά (έχει μεγάλο ενδιαφέρον η σταδιακή του απομάκρυνση από τη μητρική γλώσσα σε μια τελείως διαφορετική προσέγγιση)και γίνεται αυτοδίκαια ο «γραμματέας» του σπιτιού, εφόσον μαθαίνει  σιγά σιγά να διαβάζει και να γράφει. Θυμώνει με τους γονείς του που φέρονται σα να πρόκειται να ξαναβρούν κάποια μέρα την παλιά κοινωνική θέση τους (συνεχίζουν να ονειρεύονται τον πλούτο, αυτό που ονομάζουν -στη χωριάτικη γλώσσα τους, γλώσσα γέρων κιόλας- ένα γεμάτο σπιτικό. Ντρέπεται γι αυτούς και για τις ψευδαισθήσεις τους. Γρήγορα καταλαβαίνει ότι το σχολείο τού δίνει έναν πολύτιμο κοινωνικό ρόλο (το σχολείο είναι η στατική συνέχιση του ταξιδιού τους, θα τους βγάλει από τη μιζέρια, θα τους ανυψώσει).
Ο Αλί έχει αρχίσει να πίνει, και δουλεύει τώρα σε μονάδα μετατροπής μετάλλων (ομίλου Λυρέρ) (-τι φτιάχνει; -τίποτα, απαντάει ο Χαμίντ σε σχολική εργασία, ενώ ο Αλί απαντά εγώ καίγομαι, αυτός κόβεται, κι ο άλλος παραπέρα τσακίζει τη μέση του). Ο σεβασμός που δείχνει ο Αλί στα αφεντικά του φέρνει σε αμηχανία τον Χαμίντ (θα ήθελε να του πει: δεν είναι αδερφοί σου ούτε θείοι σου, κι αυτοί εκεί δεν είναι περισσότερο κύριοι από σένα). Νιώθει ότι μπορούν όλοι να εξαπατήσουν τον πατέρα του, μιας και ο ίδιος, έχοντας το ατού της γνώσης της γλώσσας-ανάγνωσης-γραφής, μπορεί να τον ξεγελάσει πια πολύ εύκολα (μέσα του ο οίκτος παλεύει με την απώθηση, με την περιφρόνηση, και καταλαβαίνει με μια βιαιότητα που δεν θα την ξανανιώσει στη ζωή του ότι μεγαλώνει υπερβολικά γρήγορα). Διαβάζει πολλά εξωσχολικά βιβλία και κάνει παρέα με δύο Γάλλους καθώς πλησιάζει την εφηβεία. Η κοινωνική λειτουργός ενδιαφέρεται για τον Χαμίντ αλλά ανησυχεί γιατί είναι πολύ σοβαρός.
Ο Χαμίντ ωριμάζει πρόωρα γιατί από πολύ νωρίς επικοινωνεί με τις κοινωνικές υπηρεσίες ως μεσολαβητής, αφού ξεχωρίζει για τη γραμματοσύνη του. Τον βλέπουμε να χειρίζεται δεξιοτεχνικά τους μεγάλους και να γεννιέται μέσα του ένας αέρας ανεξαρτητοποίησης μαζί με κοφτερή κρίση (εντυπωσιακή π.χ. η παρατήρηση ότι οι κοινωνικοί λειτουργοί μέμφονται τους μουσουλμάνους που κάνουν πολλά παιδιά και δεν χωράνε στο διαμέρισμα (μοιάζει να σημαίνει ότι το διαμέρισμα είναι κάτι αμετάβλητο και ότι αυτοί που πρέπει να συνηθίσουν στο ιερό δεδομένο της επιφάνειά του είναι οι άνθρωποι. Στον τόπο τους, στο χωριό, όταν η οικογένεια αποκτούσε πάρα πολλά μέλη, έχτιζαν έναν όροφο, ένα παράσπιτο, διπλασίαζαν το σπίτι. Εκεί, η κατοικία βρισκόταν σε κίνηση, σε εξέλιξη, όπως η ζωή, όπως η οικογένεια∙ εδώ, είναι ένα σιδερένιο κουτί που το μέγεθός του καθορίζει τελεσίδικα τι μπορεί να περιέχει)).
Όσο μεγαλώνει κι από παιδί γίνεται άντρας απομακρύνεται απ’ τον μουσουλμανισμό (διακόπτει π.χ. το ραμαζάνι) αλλά διαμορφώνεται και μια ιδιόμορφη σχέση με τον Αλί: τον αμφισβητεί μεν αλλά δεν μπορεί να συγκρουστεί μαζί του (μπαίνει στην εφηβεία και δεν έχει πια έναν πατέρα για να επαναστατήσει εναντίον του: ο Αλί έχει μικρύνει, έχει συρρικνωθεί). Η εφηβική επανάσταση γίνεται αθόρυβα και σταδιακά. Η «καθοδήγηση» γίνεται από τον Στέφανο, τον μεγάλο αδερφό του φίλου του, του Φρανσουά: Μαρξ, Μπομπ Ντίλαν, Τσε Γκεβάρα κλπ κλπ, γίνονται ο πολιορκητικός κριός με τον οποίο σπάει όλες τις απαγορεύσεις  (αρχίζει από το να απαγορεύει στον εαυτό του να σου απαγορεύει), εκτός από το να μην είναι ο καλύτερος.
Όμως δεν τολμάει να ρωτήσει τι έκανε τον Αλί να εγκαταλείψει την Αλγερία, αφενός γιατί η απαγόρευση που είχε εσωτερικεύσει δεν του επέτρεπε να αμφισβητεί τις επιλογές του πατέρα αφετέρου φοβάται μην ανακαλύψει ένα παρελθόν που δεν θα μπορούσε να συγχωρήσει. Στην ερώτηση «Σε ανάγκασαν να συνεργαστείς με τους Γάλλους;» ο Αλί  αντιδρά εξωλογικά  (είναι πιο εύκολο να εξοργίζεται ελπίζοντας πως μια μέρα κάποιος θα διαβάσει τους θυμούς του σαν ομολογίες). Η σχέση οξύνεται καθώς περνάει ο καιρός, εκατέρωθεν, για να καταλήξει σ’ ένα όψιμο και καθοριστικό χαστούκι , το τελευταίο της ζωής του, όταν τολμά να πει ότι την περιουσία στην Αλγερία δεν την δικαιούνται πια.
Βλέπουμε λοιπόν ότι χτίζεται σιγά σιγά ένας περήφανος χαρακτήρας, αυτόνομος, με συγκρότηση, κοινωνική συνείδηση και  αυτοπεποίθηση. Εξεγείρεται ενάντια στο περιβάλλον του όπως όλοι οι νέοι της εποχής (1970), στο σχολείο αντιδρά στο ρατσισμό με τίμημα, προσπαθεί να ξεσηκώσει τους εργάτες-συναδέλφους του πατέρα του. Αρχίζει και συνειδητοποιεί ότι οι ταξικές διαφορές είναι που χωρίζουν τους ανθρώπους (του Αλί του φαίνεται περίεργο που οι Γάλλοι αφέντες έχουν περιορισμένα δικαιώματα). Ξεσπαθώνει κυριολεκτικά όταν ακούει τα -γνώριμα και σε μας, δυστυχώς-  επιχειρήματα ότι οι Άραβες που έρχονται για δουλειά είναι «άλλοι άνθρωποι», «δεν έχουν αισθήματα» εφόσον αφήνουν πίσω τους γυναίκα και παιδιά. Έτσι ανακαλύπτει τη δύναμη του πολιτικού λόγου.
Είναι ντροπαλός με τις κοπέλες αλλά όσο μεγαλώνει και γίνεται εντυπωσιακά όμορφος τον περιτριγυρίζουν όπως οι πεταλούδες το φως. Όμως, δυο πράγματα τον φέρνουν σε αμηχανία: οι ερωτήσεις τι έκανε ο πατέρας του στην Αλγερία, και πότε γύρισαν (η απάντηση -1962- είναι που δημιουργεί στον συνομιλητή συνειρμούς). Αυτό που τον κάνει να λυσσάει δεν είναι το πολιτικό υπονοούμενο, βαρύ και επιθετικό, είναι ότι ο άλλος θέλει να μάθει, έτσι ξαφνικά, αυτό που ο Αλί καλύπτει με πέπλο σιωπής, το οποίο ο Χαμίντ δεν κατάφερε ποτέ να σκίσει. Η άγνοια τον πονάει. Είναι Αλγερινός και δεν είναι, είναι Γάλλος και δεν είναι. Όπως του λέει και ο φίλος του ο Ζιλ, το να κυκλοφορεί κανείς μαζί του σημαίνει να του σπάνε τα μούτρα και οι Γάλλοι και οι Αλγερίνοι.
Ο έρωτας με τη γυναίκα της ζωή του, την Κλαρίς, που θα του χαρίσει και τέσσερα κορίτσια, είναι γνήσιος (ένα τούνελ χωρίς τέλος). Η Κλαρίς είναι ένα μεγάλο «κεφάλαιο» του βιβλίου, κατά τη γνώμη μου σημαντικό για την χειραφέτηση του Χαμίντ αλλά σημαντικό και για την κατανόηση αυτής της μεταιχμιακής αίσθησης ταυτότητας. Κοντά της, είναι ελεύθερος να σκέφτεται, να έχει χρόνο, να είναι αναποτελεσματικός/μπορεί να πετάξει το κουρέλι του ρόλου του μεγάλου γιου.
Κι όμως ένα κομμάτι της ψυχής του είναι καλά κρυμμένο, δεν μιλάει για το παρελθόν, για τους δικούς του. Μάλιστα, αναγνωρίζει από μόνος του ότι σ’ αυτό μοιάζει με τον πατέρα του, ότι χωρίς να το θέλει θυσιάζεται στις επιταγές του sabr: να ελέγχεις τις θύελλες της ψυχής σου, να απαγορεύεις στη γλώσσα σου να παραπονιέται, να μη γδέρνεις τα μάγουλά σου όταν η ζωή σου στέλνει δοκιμασίες. Η σιωπή του κλείνει την Κλαρίς σαν λουλούδι (δεν μπορώ να ζήσω μαζί σου αν εσύ ζεις μόνος σου) που αποφασίζει να μην του κάνει πια ερωτήσεις, και συστρέφεται κι αυτή στον εαυτό της. Σύντομα όμως οι συγκυρίες τους κάνουν να εμπιστευτούν από καρδιάς ο ένας τον άλλον. Όχι η Κλαρίς δεν δείχνει «οίκτο», αυτό που βαθιά μέσα του φοβόταν ο Χαμίντ (αν δει πως έγινε γι’ αυτήν μια ανθρωπιστική υπόθεση ή πως καμαρώνει επειδή κέρδισε μια μάχη εναντίον της σιωπής του, θα φύγει την ίδια στιγμή απ’ το σπίτι).

Ναϊμά, στο σήμερα
Γι’ αυτήν είναι ζήτημα αξιοπρέπειας
να μη ζητάει τίποτα περισσότερο απ’ αυτό που συμβαίνει
Όμως, ούτε η γενιά του Χαμίντ γράφει το «αφήγημα». Αυτή που θα ενώσει τα νήματα είναι η Ναϊμά, η τρίτη κόρη του Χαμίντ, που τη βλέπουμε στη σύγχρονη εποχή, να δουλεύει σε γκαλερί στο Παρίσι, να έχει διάφορες σεξουαλικές σχέσεις (ποτέ με Μαγκρεπίνο!), να κινείται πλήρως αφομοιωμένη στον ρυθμό της μεγαλούπολης. Έχουμε δηλαδή μια άλλη οπτική γωνία, μέσα πια από το πρίσμα της γαλλικής υπηκοότητας, ως προς το ζήτημα της πατρίδας, της ετερότητας αυτού που κατάγεται από άλλη χώρα.
Οι υπεκφυγές του Χαμίντ σχετικά με το παρελθόν, μεταβιβάζονται στη Ναϊμά. Οι διαφορές στην κουλτούρα διαρρέουν, ζει με φόβους (έχει κληρονομήσει τους φόβους του πατέρα της/τον φόβο να μην την ρωτήσουν ποια χρονιά βρέθηκε στη Γαλλία η οικογένειά της/τον φόβο μην την εξομοιώσουν με τους τρομοκράτες). Ναι, είχε κι εκείνη την αίσθηση, μαζί με χιλιάδες άλλους Άραβες ότι θα πληρώσει εκείνη για όσα κάνουν άλλοι μετανάστες στη Γαλλία. Είναι η εποχή του Μωχάμεντ Μεράχ, της σφαγής στο Charlie Hebdo, στο Μπατακλάν.  Εξοργίζεται όταν ισχυρίζονται οι τρομοκράτες ότι «την απελευθερώνουν ενώ στην πραγματικότητα συμβάλλουν στην καταπίεσή της», και έχει την αφέλεια να πιστεύει ότι το FLN παλιότερα, και τώρα η Αλ- Κάιντα ή το Νταές δεν συνειδητοποιούν πόσο δυσκολεύουν τη ζωή σ’ ένα ολόκληρο κομμάτι του πληθυσμού (ξέρουν πολύ καλά ότι σκοτώνοντας στο όνομα του Ισλάμ, προκαλούν μίσος για το Ισλάμ και, ακόμα πιο πέρα, μίσος για κάθε μελαψό δέρμα, γενειάδα και μαντίλα, το οποίο με τη σειρά του οδηγεί σε εκρήξεις και βιαιότητες). Βέβαια, οι μουσουλμάνοι δεν είναι μια «αδιαίρετη ενότητα», όπως αφελώς πιστεύουν και φίλοι της Ναϊμά.
Έτσι, μέσα σ’ αυτό το καινούργιο κλίμα της σύγχρονης εποχής, οι φόβοι της Ναϊμά πολλαπλασιάζονται (π.χ. φόβος ότι θα επιτεθούν στη γιαγιά της επειδή κυκλοφορεί με μαντίλα), και το τείχος που έχει υψώσει ανάμεσα στον τρόπο ζωής της και το παρελθόν  μοιάζει απόρθητο.  Γι’ αυτό και η αρχική αντίδραση στο να πάει στην Αλγερία για επαγγελματικό λόγο είναι αρνητική. Πριν αρνηθεί όμως, μπαίνει στον πειρασμό να γνωρίσει τον περίφημο Καβύλιο ζωγράφο Λαλλά του οποίου τους πίνακες θα αναζητήσει.
Ο Λαλλά ανοίγει ένα παράθυρο στην Αλγερία του παρελθόντος, που η οικογένειά της το κρατούσε κλειστό. Η Ναϊμά γοητεύεται από την απίθανη προσωπικότητα, γεμάτη έρωτα για ζωή,  κι αποκτά το κίνητρο να ψάξει όχι μόνο την άγνωστη για κείνη οικογενειακή ιστορία της αλλά και την ιστορία της Αλγερίας. Είναι ο μόνος στον οποίο εκμυστηρεύεται χωρίς δισταγμό ότι ο Αλί ήρθε από την Αλγερία το 1962, ως χαρκί. Στην προσπάθειά της να αποσπάσει κι άλλες πληροφορίες από τον Χαμίντ συναντά την άρνηση, αλλά για τον απλούστατο λόγο ότι ο Χαμίντ δεν ξέρει (Γεμά: ο πατέρας σου δεν θα συγχωρήσει ποτέ τον εαυτό του που δεν ξέρει). Θυμάται τον παππού Αλί, άρρωστο, να ουρλιάζει τις τελευταίες μέρες της ζωής του από πόνο ή τρέλα , όμως η Ναϊμά πιστεύει ότι μπορεί, επειδή τον πονάει το κορμί του και σαπίζει, να βρήκε επιτέλους την ελευθερία να ουρλιάξει ότι δεν αντέχει τίποτα/μπορεί οι φωνές του να πνίγονταν επί σαράντα χρόνια, επειδή ένιωθε υποχρεωμένος να δικαιολογεί το ταξίδι, την εγκατάσταση στη Γαλλία, υποχρεωμένος να κρύβει τη ντροπή του, να είναι δυνατός και περήφανος.
Δεν είναι βέβαια πολύ απλά τα πράγματα, εφόσον «αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα». Πολλοί παλιοί αρκί δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στη χώρα, αλλά το ίδιο ισχύει και για τους απογόνους, χώρια οι αντεκδικήσεις και το μίσος στις περιοχές όπου επικρατούν οι σκληροπυρηνικοί, όπως είναι το χωριό της. Με αφορμή την έρευνα και τις πληροφορίες που ρουφάει η Ναϊμά πριν το ταξίδι, μαθαίνουμε και μεις οι αναγνώστες πολλές ξεχασμένες πτυχές της ιστορίας, του αγώνα των μειονοτήτων να μην θεωρούνται πολίτες δεύτερης κατηγορίας.
Το ταξίδι της Ναϊμά στη χώρα των προγόνων (θα το ονόμαζα «η κάθοδος» στο παρελθόν) είναι από τα πιο ωραία κεφάλαια του βιβλίου. Πλούσια συναισθήματα (αγωία, φόβος, αγ΄παη, νοσταλγία για κάτι που δεν έζησες). Την περιποιούνται, την βοηθούν, την ξεναγούν. Αλλά πιο συγκλονιστική ακόμη είναι η επίσκεψη δύο ημερών στο χωριό της (στην επαρχία του Μπουιρά), κοντά στο Παλέστρο («φωλιά των φονταμενταλιστών»), μέρος που προφανώς ακόμα δεν είναι ασφαλές και σίγουρα, αν μάθουν ότι βρίσκεται εκεί η κόρη ενός αρκί, θα υπάρξει ακόμα και φονικό. Όμως δέχονται να την συνοδέψουν (οι τρομοκράτες τις σέβονται τώρα τις γυναίκες).
Η «συνάντηση» είναι συγκλονιστική. Στην άγνωστη ξαδερφούλα η Ναϊμά αναγνωρίζει τα χαρακτηριστικά της αδερφής της, Μυριάμ. Η αμηχανία και η αδυναμία λόγω γλώσσας δίνουν σύντομα τη θέση τους σε χαρούμενες αγκαλιές και φιλιά, ανάμεσα στα άπειρα πρόσωπα της οικογένειας και τη Ναϊμά. Η Ναϊμά έχει την έμπνευση να αναπαραστήσει με το χέρι όλο το γενεαλογικό δέντρο με κύκλους που καθένας παριστάνει ένα μέλος της οικογένειας, κι όλο το πλήθος στριμώχνεται γύρω της παρακολουθώντας με ευλάβεια την παντομίμα (κοιτάζουν όλοι το τίποτα που είναι σχεδιασμένο στον αέρα, σαν να κοιτάζουν έναν καθεδρικό φτιαγμένο με δαντέλες).
Ξεχωρίζω την παραπάνω σκηνή σαν επιστέγασμα αυτής της τραγικής ιστορίας∙ αυτήν την τρομερή εικόνα που κρύβει τόση συμπυκνωμένη δύναμη, καθώς μια γυναίκα από την ομήγυρη σηκώνεται και πλησιάζει το αόρατο γενεαλογικό δέντρο με το δέος που εμπνέουν τα εύθραυστα πράγματα, αυτό που μια αδέξια χειρονομία μπορεί να διαλύσει. Αντίστοιχη δύναμη έχει και η ομαδική φωτογραφία με το κινητό, όπου όλοι αυτοί οι άνθρωποι/γυναίκες/γέροι/παιδιά/άντρες, άγνωστοι στην ουσία αλλά που τους δένει η Ιστορία με γιώτα κεφαλαίο, στήνονται χαμογελώντας απέναντι στο μέλλον, ή μάλλον στην ίδια την Ιστορία ξέροντας ότι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της. Αυτήν την ίδια φωτογραφία η Ναϊμά που στην επιστροφή της στη Γαλλία θα δείξει στους συγγενείς και θα προκαλέσει κύματα συγκίνησης σε μικρούς και μεγάλους.

Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.
Τόσα πολλά πράγματα μοιάζουν αποφασισμένα
να χαθούν, που η απώλειά τους καταστροφή δεν είναι.


[1] Οι Γάλλοι εισέβαλαν και κατέλαβαν το Αλγέρι το 1830. Το δουλεμπόριο και η πειρατεία σταμάτησαν μετά την κατάκτηση της πόλης. Ο πληθυσμός της Αλγερίας, έφτασε από 1,5 εκατομμύριο το 1830 σε περίπου 11 εκατομμύρια το 1960. Η γαλλική πολιτική στόχευε να εκπολιτίσει τη χώρα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου σχηματίστηκε μια γαλλόφωνη ντόπια ελίτ, αποτελούμενη κυρίως από Βερβέρους Καβύλους. Ως αποτέλεσμα, η γαλλική κυβέρνηση τους ευνόησε.
Από το 1848 μέχρι την ανεξαρτησία, η Γαλλία διοικούσε την μεσογειακή περιοχή της Αλγερίας ως τμήμα της χώρας. Η Αλγερία έγινε προορισμός δεκάδων χιλιάδων Ευρωπαίων μεταναστών, οι οποίοι αργότερα έγιναν γνωστοί ως Πιε-νουάρ. Ανάμεσα στο 1825 και το 1847, 50.000 Γάλλοι μετανάστευσαν στην Αλγερία και εγκαταστάθηκαν κυρίως στο Αλγέρι και το Οράν, όπου οι Ευρωπαίοι αποτελούσαν την πλειοψηφία των κατοίκων.[34]
Σταδιακά, η δυσαρέσκεια των μουσουλμάνων, οι οποίοι δεν είχαν πολιτική ή οικονομική θέση στο αποικιακό σύστημα, οδήγησε σε αιτήματα μεγαλύτερης πολιτικής αυτονομίας και τελικά ανεξαρτησίας από τη Γαλλία. Η ένταση ανάμεσα στους δύο πληθυσμούς οδήγησε το 1954 στην έναρξη του Πολέμου της Αλγερίας, ο οποίος έληξε το 1962 με την ανεξαρτησία της Αλγερίας, μετά από τη συμφωνία του Εβιάν και δημοψήφισμα στην Αλγερία. Η Αλγερία ανακηρύχθηκε ανεξάρτητη τις 5 Ιουλίου 1962. Περίπου 900.000 Ευρωπαίοι πιε-νουάρ έφυγαν από την Αλγερία ανάμεσα στο 1962 και το 1964.[35]

[3] Σύμφωνα με το Oxford English Dictionary, ο όρος πιε-νουάρ αναφέρεται «σε άνθρωπο ευρωπαϊκής, κυρίως γαλλικής, καταγωγής που ζούσε στη γαλλική Αλγερία και που εκπατρίστηκε μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Αλγερίας το 1962»
Χριστίνα Παπαγγελή

Πέμπτη, Ιουνίου 18, 2020

Μετά φόβου, Ελένη Πριοβόλου

«Ο Βίος βίου δεόμενος ουκ έστιν βίος»
– η Ζωή που φοβάται τη ζωή δεν είναι ζωή
Μένανδρος
Ο τίτλος είναι και οι δυο πρώτες λέξεις του μυθιστορήματος, ενώ στη συνέχεια παρατίθεται η γνωστή φράση από τη θεία μετάληψη, «Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε». Και δεν αποτελεί αυτό σημάδι κάποιας θρησκοληψίας, αλλά μέρος του σκηνικού της πρώτης πρώτης εικόνας του έργου: στο μικρό χωριό Κάστρο της Αιτωλοακαρνανίας, μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, ο παπάς του χωριού μεταλαμβάνει τους μαθητές και τις μαθήτριες του δημοτικού, κάτω απ΄το άγρυπνο μάτι της αυστηρής συντηρητικής δασκάλας και του προοδευτικού δασκάλου. Δυο εντελώς αντίρροπα πνεύματα που εκδηλώνουν την αντίθεσή τους γιατί είναι εποχή «δίσεκτη», Οκτώβρης του ’16, την εποχή που ξεκινά ο Εθνικός Διχασμός, και λίγο πριν μπει η Ελλάδα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εποχή παθών, εποχή μισαλλοδοξίας, εποχή φόβου. Δεν μας διαψεύδει λοιπόν ο τίτλος, εφόσον οι ήρωες  ζουν και δρουν μέσα στο φόβο. Και σ’ όλο το μυθιστόρημα που ουσιαστικά κινείται γύρω από δυο αχώριστες φίλες, την Αρίστη και τη Διαλεχτή, βλέπουμε πώς η καθεμιά διαχειρίζεται διαφορετικά τον φόβο.
Από 11 χρονών λοιπόν, παρακολουθούμε τα δυο κορίτσια και τις οικογένειές τους, καθώς κι όλες τις -χαρακτηριστικές- φιγούρες του χωριού να μπαινοβγαίνουν στη δίνη των ιστορικών γεγονότων: μεσουράνημα Βενιζέλου, βασιλιάς Κωνσταντίνος, κυβέρνηση Θεσσαλονίκης, Επίστρατοι, Α΄παγκόσμιος πόλεμος, απόπειρες δολοφονίας, εκλογές 1920, μικρασιατική εκστρατεία, καταστροφή και προσφυγιά, δημοκρατία Παπαναστασίου, Πάγκαλος, Βενιζέλος ξανά (1928-32), Ιδιώνυμο, Μεταξάς, Β΄ Παγκόσμιος, εμφύλιος. Όμως, παρόλο που γίνεται τακτική αναφορά στο ιστορικό υπόβαθρο, ουσιαστικά παρακολουθούμε τον μικρόκοσμο του μικρού χωριού γύρω απ’ την Αρίστη και την Διαλεχτή, με τους έρωτες και τα πάθη τους, τις μωροφιλοδοξίες κάποιων και το μεγαλείο ψυχής άλλων καθώς διαμορφώνεται μια τεράστια τοιχογραφία με  χαρακτηριστικούς τύπους της εποχής: ο προδότης, ο χαφιές, ο βιαστής, ο μέθυσος, ο εμπνευσμένος ιερέας, ο κομφορμιστής, το κάθαρμα, ο αριστερός, ο δογματικός/σκηρο πυρηνικός αριστερός, ο αγωνιστής, ο σοσιαλιστής, ο διανοούμενος, ο φιλειρηνιστής, ο παιδαγωγός. Οι κοινωνικοί ρόλοι συγχωνεύονται και ρευστοποιούνται βέβαια, και οι χαρακτήρες διαγράφονται στη μοναδικότητά τους καθώς η πλοκή εξελίσσεται σε μια χρονική διάρκεια περίπου 30 χρόνων. Οι κοινωνικές και ιδεολογικοπολιτικές αντιθέσεις είναι πολύ πιο διάφανες στην μικρή εμβέλεια του χωριού, η φαγωμάρα μεταξύ βασιλικών και βενιζελικών, η καχυποψία απέναντι στους πρόσφυγες και, καθώς περνούν τα χρόνια ο καθεστωτικός αντικομμουνισμός που διώκει ανελέητα τους κομμουνιστές.
Απίστευτη πινελιά στην αφήγηση είναι η ομάδα των εφτά γιαγιάδων (ο αριθμός τους κάποια στιγμή αυξομειώνεται) που σαν αρχαίος χορός σχολιάζει τα δρώμενα σε έναν κυκλικό χώρο κάτω από μια πανάρχαιη ελιά, που τον ονομάζουν «ταψί» ή «φεγγάρι». Τα ονόματά τους παράξενα, όπως και οι όψεις τους. Όψεις τραχιές, σμιλεμένες από αγέρηδες, βροχές και χιονιάδες. Καθισμένες γύρω γύρω στα «καρεκλιά» πλέκουν, βάφουν, τραγουδάνε, θυμούνται, σχολιάζουν.
Δεν νομίζω να είναι τυχαία επιλεγμένα τα ονόματα των βασικών ηρώων/ίδων: Αρίστη και Διαλεχτή οι δυο φίλες και πρωταγωνίστριες, με αντίθετους χαρακτήρες αλλά πολύ βαθύ δεσμό, που κάποια στιγμή γίνεται αδελφικός. Ξεχωριστές σαν προσωπικότητες μέσα στη στενή και συντηρητική κλειστή κοινωνία, ιδιότητα που αποδίδεται στο όνομά τους – η δε Αρίστη ξεχωρίζει ιδιαίτερα για την αφοβιά της τόσο σε φυσικό επίπεδο (τρέχει μόνη της καβάλα στον Σκληρό στα βουνά και στα λαγκάδια: στάθηκε κι έκανε ένα γύρο το βλέμμα στην αγριάδα του τοπίου. Ατένισε τις αιχμηρές απολήξεις των θεόρατων βράχων, που έμοιαζαν να καρφώνουν τον ουρανό. Όλα γύρω της ήταν φοβικά και ωραία. Υπερβολικά ωραία και υπερβολικά φοβικά. Τόσο, που στην ψυχή της το δέος και η ωραιότητα αρτιώθηκαν, ώστε να αισθανθεί μια εξαίσια πληρότητα) όσο και σε κοινωνικό γιατί συμπεριφέρεται με γενναιότητα που θα τη ζήλευαν και άντρες της εποχής. Γιατί από μικρό κορίτσι είχε αποφασίσει ασυνείδητα ότι αυτός ο δρόμος  αξίζει περισσότερο (Εκείνη ένιωθε πως έπρεπε να ακολουθήσει μια προσωπική διαδρομή. Ξεκίνησε ασύνειδα, σαν θυμός ή σαν πείσμα, για να καταλήξει σε πορεία στα μονοπάτια των μεγάλων φόβων). Σπουδάζει δασκάλα στο Βραχώρι (=Αγρίνιο), αψηφά τους κοινωνικούς κανόνες περί γυναικών, μένει ολομόναχη πάνω το βουνό όταν ο άντρας της ανεβαίνει στο βουνό με τους αντάρτες, μαθαίνει να χειρίζεται όπλο και δεν διστάζει να το χρησιμοποιήσει. Ο αγώνας της Αρίστης δεν είναι μόνο ο αγώνας μιας αριστερής συνείδησης απέναντι στην συντηρητική κοινωνία που την περιβάλλει, αλλά και μιας γυναίκας απέναντι σ’ έναν ανδροκρατούμενο κόσμο.
 Η Διαλεχτή, όπως δηλώνει το όνομά της, κι εκείνη ξεχωρίζει ως έντιμο πνεύμα και μεγάλη καρδιά, αλλά είναι πιο συνεσταλμένος και συγκρατημένος χαρακτήρας, ενώ δεν μπορεί να διαχειριστεί τους αρχέγονους φόβους (έτρεμε στην ιδέα να μην υπάρχει Θεός, παράδεισος, κόλαση. Αν δεν υπήρχαν αυτά, τότε η ζωή ήταν μάταιη, κι ο θάνατος απόλυτο σκοτάδι. Όμως για την Αρίστη, και χωρίς αυτά η ζωή ήταν από μόνη της ενδιαφέρουσα).  Η στάση αυτή, που ενδεχομένως ερμηνεύεται κι απ τις δύσκολες οικογενειακές συνθήκες,  την κάνει να δέχεται παθητικά όσα της προσφέρει η ζωή και δεν παίρνει παρά ελάχιστες φορές τα υνία στα χέρια της.
Ο Διονύσης Αρχοντής, ο μεγάλος κι άφταστος έρωτας της Αρίστης, συμπυκνώνει στο όνομά του τα χαρακτηριστικά της ιδιοσυγκρασίας του: διονυσιακό ερωτικό στοιχείο, άσωτος και απρόβλεπτος αλλά και με αρχοντική ψυχή όπως αποδεικνύεται καθώς φτάνει στη μέση ηλικία. Άλλωστε όλη η οικογένεια των Αρχοντήδων είναι οι… άρχοντες του χωριού, σχετικά έντιμοι τουλάχιστον οι γονείς του Διονύση, ο Κλεόβουλος και η Δόμνα, με περιουσία αλλά και προστατευτικές σχέσεις απέναντι σε όσους έχουν ανάγκη. Ο Κλεόβουλος (βουλεύομαι το κλεός, τη δόξα), καπνέμπορας αλλά με φωτισμένο μυαλό, πάντα κατευναστικός αποφεύγει τις συγκρούσεις και δεν το βάζει κάτω στα δύσκολα (όταν μια πόρτα κλείνει, μια άλλη ανοίγει). δεν διστάζει, με αβίαστη γενναιοδωρία να φιλοξενήσει μια οικογένεια προσφύγων στο ίδιο του το σπίτι, αλλά δεν έχει βέβαια το ριζοσπαστικό πνεύμα του αδερφού του Θωμά που ονειρεύεται να εφαρμόσει στο καπνεργοστάσιο τις σοσιαλιστικές του ιδέες και εκδίδει κι εφημερίδα.
Δεν είναι σκόπιμο να παρουσιάσω σ’ αυτήν την ανάρτηση όλα τα πρόσωπα, που δεν παρελαύνουν απλώς στο 640σέλιδο μυθιστόρημα αλλά δρουν και ωριμάζουν, μέσα από ηθικά διλήμματα της εποχής αλλά και κατά μέτωπον συγκρούσεις. Ο κεντρικός πυρήνας είναι η ερωτική διακύμανση της Αρίστης ανάμεσα στον τον Ερμή, τον άντρα της, και τον Διονύση, μια συγκρουσιακή σχέση που δεν είναι τυχαία συγκρουσιακή, και μόνο όταν και οι δυο φτάνουν στην ωριμότητα αποκτά και την αληθινή της διάσταση (σελίδες που ξεχωρίζουν για την ουσία τους). Μέσα στον κεντρικό αυτόν πυρήνα κινείται αξεδιάλυτα και η ιδεολογική σύγκρουση που στιγματίζει την εποχή: η σύγκρουση δεξιών/αστών, παρακρατικών και εργατών/διανοούμενων αριστερών/προοδευτικών/ριζοσπαστών. Μια σύγκρουση που οδηγεί τα πάθη σε κορύφωση, αλλά και σε κάθαρση, την κάθαρση που υπαγορεύεται όταν έχεις «διέλθει όλους του φόβους», όπως γράφεται στο τέλος για την Αρίστη.
Πρόκειται για ένα «γραμμικό», κλασικό μυθιστόρημα -σε αντίθεση με το «Στη ζωή νωρίς νυχτώνει» της ίδιας συγγραφέα- εξίσου χορταστικό κι ενδιαφέρον, μιας και είναι τοποθετημένο στην καρδιάς μιας από τις πιο δύσκολες ιστορικές περιόδους της ελληνικής ιστορίας∙ κι ήταν πολύ ευφυές κατά τη γνώμη μου να περιστραφεί όλη η πλοκή γύρω από τον άξονα του φόβου, του πολυδιάστατου αυτού μηχανισμού που επηρεάζει τις επιλογές των ανθρώπων.
Χριστίνα Παπαγγελή


Τρίτη, Ιουνίου 09, 2020

εκεί που ζούμε, Χρίστος Κυθρεώτης


Ο μόνος τρόπος για να καταλάβει κανείς τον κόσμο είναι να καταλάβει μία πλευρά του.
 (…) αν εξοικειωθείς πράγματι με μία πλευρά των πραγμάτων, τότε αυτόματα αντιλαμβάνεσαι τη δομή τους,
άρα και την ουσία τους, κάτι  που σημαίνει, για  παράδειγμα, πως μπορείς να μάθεις όσα γίνεται για έναν άνθρωπο απλώς και μόνο από τον τρόπο με τον οποίο θέλει να διατυπωθούν οι όροι στο μισθωτήριό του
 ή να καταλάβεις πώς λειτουργεί η κοινωνία διαβάζοντας τον  νόμο για τις ρυθμίσεις οφειλών.

Σε μια και μόνο μέρα ξετυλίγεται στο μυθιστόρημα αυτό, που αποκτά απροσδόκητο βάθος παρόλο που το θέμα είναι γραμμικό, λιτό και πολύ οικείο για τον σύγχρονο Έλληνα της πόλης:  μια μέρα καθημερινότητας ενός 35άρη μικροαστού στην Αθήνα του 2014, του Αντώνη Σπετσιώτη. Μ’ ένα ιδιαίτερο φως ο ήρωας που είναι και αφηγητής, στην οικεία και φιλική πρωτοπρόσωπη αφήγηση (όπου η εσωτερικότητα εκδηλώνεται αβίαστα), περιγράφει μια καλοκαιρινή μέρα από το πρωί ως το βράδυ. Μια «τομή» στη ζωή του (όπου από το «μέρος» οδηγείσαι στο «όλον»), γιατί είναι βέβαια μια συνηθισμένη εργάσιμη μέρα ρουτίνας, αλλά συμβαίνουν και σημαδιακά γεγονότα που φανερώνουν την ποιότητα και της ζωής του και του χαρακτήρα του. Παράλληλα, μέσα στην αφήγηση παρεμβάλλονται επεξηγήσεις και μνήμες ώσπου στο τέλος στοιχειοθετείται μια ολοκληρωμένη -όσο γίνεται-  εικόνα του βίου του αφηγητή αλλά και του ιδιαίτερου ψυχισμού του.
Ο ήρωάς μας ξεκινάει τη μέρα του αυτοσυστηνόμενος, έχοντας συνείδηση ότι είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος που ακολουθεί τον μέσο όρο, -την πεπατημένη-, σπούδασε νομική διαλέγοντας τη σχολή «στην τύχη» όπως χιλιάδες τελειόφοιτοι μαθητές της εποχής, και δουλεύει ως «συνεργάτης» σε δικηγορικό γραφείο εδώ και 11 χρόνια συνολικά. Έχει πλήρη συναίσθηση ότι ήταν η κλασική περίπτωση μαθητή που «κατάφερε με κάποιο τρόπο να εξασφαλίσει ένα πτυχίο και να εργαστεί με μικρότερη ή μεγαλύτερη επιτυχία μέχρι να γίνει περίπου τριάντα χρονών, να έρθει η κρίση και να κάνει την έννοια της επιτυχίας σχετική, όπως ήταν πάντα έτσι κι αλλιώς». Έχοντας απορρίψει τη φιλόδοξη καριέρα του δικαστή, ονειρεύεται να ξεφύγει από τη ρουτίνα σε μια νέα επαγγελματική θέση για δυο χρόνια στο Λουξεμβούργο, ως lawyer linguist. Επί του παρόντος, όμως, ακολουθεί τους ρυθμούς του εργαζόμενου στο κέντρο της Αθήνας, και τον βλέπουμε με τη νεανική ορμή αλλά και την ωριμότητα των 35 χρόνων να «αδράχνει» τη μέρα, μια μέρα που ξεκινάει κι απλώνεται μπροστά του σαν περίπλοκος κόμπος, ανεξιχνίαστη και ατελείωτη και λουσμένη στο φως.
 Καθώς  ξεκινά το πρωινό, σκέφτεται το πρόγραμμα του 24ώρου και προβάλλεται, στην οθόνη της εξ ορισμού μη γραμμικής σκέψης, «αυτό που τον τρομάζει» πιο πολύ: είναι το ραντεβού με τον πατέρα του στις 8 η ώρα το βράδυ. Προηγείται το ραντεβού με την Στέλλα, την πιο πρόσφατή του ερωτική σχέση, με την οποία έχει χωρίσει μεν, αλλά φαίνεται ότι σήμερα έχει να του εξομολογηθεί κάτι σημαντικό.
Επομένως παράλληλα με τη γραμμική παράθεση των γεγονότων έχουμε τις διάσπαρτες και μη γραμμικές σκέψεις του αφηγητή, μια εσωτερική φωνή-μονόλογο που με κατάλληλες αναδρομές καλύπτουν τα κενά που έχει ο αναγνώστης, και προσδίδουν βάθος στα συμβάντα της ημέρας. Έχουμε έτσι την ευκαιρία να πληροφορηθούμε εμείς οι αναγνώστες, πλαγίως μεν αλλά σαφώς, την οικογενειακή του κατάσταση: γονείς χωρισμένοι, πατέρας απών για μεγάλα διαστήματα αλλά προσιτός στον γιο. Τώρα ο πατέρας είναι συνταξιούχος και αποτραβηγμένος σ’ ένα οικόπεδο στο Χαλκούτσι όπου ασχολείται με μπαξέδες, αλλά προσφέρει οικειοθελώς την εργασία του ως έμπειρου χειριστή… γεωτρύπανου  σε ολίγον παράτυπες επιχειρήσεις (δεν θα ήταν υπερβολή να πω πως εκείνη την εποχή τον άκουγα πιο ικανοποιημένο από ποτέ –απολάμβανε την κάθε μέρα και στο τηλέφωνο μου μιλούσε όλος ζωντάνια για τις βλάβες και τις ζημιές σαν να επρόκειτο για κάτι ευχάριστο, σαν να ήταν ευτυχισμένος που τέτοιου είδους κακοτυχίες μπορούσαν ακόμη να συμβαίνουν στον ίδιον, αντί για τη μόνιμη, αδιατάρακτη και αυταπόδεικτη δυστυχία του να είσαι συνταξιούχος και το μόνο καθήκον που να περιμένει από σένα ο κόσμος να ξεπληρώσεις να είναι ο θάνατος). Η σχέση πατέρα- γιου όπου ο ρόλος του προστάτη σ’ αυτές τις ηλικίες αναστρέφεται, είναι νομίζω από τους βασικότερους άξονες του βιβλίου. Ο γιος παρατηρεί και εν μέρει καμαρώνει τον πατέρα του, όπως κάποτε έκανε κι εκείνος για τον μικρό γιο, έχοντας με συγκαταβατικότητα υπερβεί ό, τι τους χώρισε στο παρελθόν.
Πριν από τη δίκη που είναι στο πρόγραμμα της ημέρας, όπου ο Αντώνης Σπετσιώτης θα υπερασπιστεί  την κατήγορο- θύμα απάτης ενός Ινστιτούτου Αισθητικής, προηγούνται τα… οικογενειακά  τηλέφωνα∙ από τον πατέρα που ανανεώνει το απογευματινό ραντεβού, κι απ’ την κλασική -ελληνίδα- μάνα που φλυαρεί χωρίς λόγο (λόγια που αποτελούν απλώς το αντίθετο της σιωπής) και που διαρκώς «ανησυχεί» (όλοι ανησυχούμε για όλους σ’ αυτήν την οικογένεια). Και καθώς μπαίνουμε στην εργασιακή δίνη, μαζί με τον ήρωα περιπλανιόμαστε στο κέντρο του δικαστικού κόσμου, δηλαδή στο κέντρο της Αθήνας (Βουλγαροκτόνου, Χρυσολωρά, Αλεξάνδρας, Εξάρχεια, Ευελπίδων), αυτό το καλοκαιρινό πρωινό του Ιουλίου. Οι λεπτομέρειες της καθημερινότητας ενός δικηγόρου είναι έως ξεκαρδιστικές, κι εντείνεται από την παραδοξότητα της δικαστικής υπόθεσης  (κάτι καθόλου παράδοξο). Με εκπληκτική μαεστρία ο συγγραφέας μάς μεταφέρει το κλίμα της των ατέλειωτων αναμονών στο δικαστήριο, των αναβολών, της πλήξης, του άγχους των υπόδικων που δεν σκαμπάζουν από δικηγορίστικα τερτίπια, της απειρίας και της αφέλειας  (αφού έχουμε δίκιο γιατί να μην πούμε την αλήθεια; - όπου η απάντηση που μας δίνει ο συγγραφέας στον αφηγηματικό του μονόλογο είναι: «την αλήθεια ωστόσο είναι πολύ πιο δύσκολο να τη θυμάται κανείς. Είναι μπερδεμένη υπόθεση, γεμάτη αντιφάσεις και δυσνόητα σημεία και στην πραγματικότητα δεν είναι ποτέ υπέρ σου, ούτε εναντίον σου»). Κάνει μια συναρπαστική αναδρομή στην επαγγελματική του πορεία τα προηγούμενα 11 χρόνια (εξαντλητικά δωδεκάωρα, άγχος πρωτάρη, εκκρεμότητες που μένουν πάντα πίσω μπροστά στα πιο επείγοντα, «παραγωγικός πυρετός», διάλειμμα για μεταπτυχιακό –διάλεξα το μεταπτυχιακό της Φιλοσοφίας Δικαίου γιατί ήθελα πάση θυσία να αποφύγω να διαλέξω κάτι χρήσιμο), ενώ
αντίστοιχα, με την ίδια λεπτεπίλεπτη σάτιρα, μας ξεναγεί και στον ανταγωνιστικό χώρο του δικηγορικού γραφείου («τρελοκομείο είναι εδώ μέσα, ρε πούστη μου»), εφόσον μια τρίωρη αναβολή της δίκης τού επιτρέπει  σύντομη επίσκεψη στο «δημιουργικό χάος» του χώρου εργασίας του.
Ο διακριτικός σαρκασμός του συγγραφέα (που πολλές φορές γίνεται αυτοσαρκασμός) δεν ξεχωρίζει από την αναλυτική -αλλά όχι κουραστική-  «αναπαράσταση» των γεγονότων. Έτσι, κάθε σχεδόν σειρά του κειμένου, αποτελεί και κοινωνικό σχόλιο -κάτι που συναρπάζει τον αναγνώστη. Κορυφαία αυτού του είδους η απόλαυση στην αναπαράσταση της εκδίκασης της υπόθεσης, γιατί οι καυστικές παρατηρήσεις που πλαισιώνουν τους διαλόγους είναι παράλληλα σάτιρα των ινστιτούτων αλλά και της καταναλωτικής μας, αλλοτριωμένης κοινωνίας (ανοίγω τον φάκελο της Δημητριάδου και διατρέχω πάλι τα έγγραφα, καθώς και τις σημειώσεις μου για τα θέματα που πρέπει να αποδείξω -στο κέντρο των οποίων δεσπόζει μέσα σε τετράγωνο πλαίσιο η λέξη ΕΥΗΘΕΙΑ, την οποία έχω προτιμήσει από τη ΒΛΑΚΕΙΑ, για να μην καταλάβει η Δημητριάδου τι εννοώ σε περίπτωση που οι σημειώσεις πέσουν στα χέρια της∙ διευκρινίζει βέβαια ότι αυτό που της συνέβη δεν ήταν αποτέλεσμα βλακείας, αλλά μιας άλλης, πολύ πιο σύνθετης ανεπάρκειας, απ’ αυτές που κινδυνεύουμε όλοι να μας προσβάλουν κάποια στιγμή).
Η καθιερωμένη μεσημεριανή σιέστα, που ακόμα την επιτρέπει το επάγγελμα, δίνει αφορμή να αναλάβει ο ήρωας-αφηγητής τις δυνάμεις για τον απογευματινό γύρο: το να κόβουμε έστω και για λίγο το νήμα αρκεί για να μας αναζωογονήσει. Και πάλι ο νους, η σκέψη, ο αναστοχασμός ανακατεύουν τη χρονική γραμμική σειρά, κι αυτό γίνεται μια συνειδητή διαδικασία: η χρονολογική σειρά είναι ο τρόπος που επιλέγει το μυαλό μας συνήθως για να συνδέει τα γεγονότα, όμως υπάρχουν κι άλλοι τρόποι, μέσα στους οποίους όπως πριν ή μετά ή παλιά χάνουν τη σημασία τους –και τότε μπορείς να βρεθείς σε μια κατάσταση όπου δεν αναπολείς απλώς το παρελθόν, αλλά είσαι στο παρελθόν, χαμένος μέσα σε όλα αυτά, τα πριν και τα μετά.
Έτσι η σκέψη ότι θα ξανανταμώσει τη Στέλλα, μια συνήθεια που τηρούν πού και πού παρά τον οριστικό τους χωρισμό, δίνει την ευκαιρία να ξαναβιώσει και να μας μεταφέρει μια άλλη πλευρά της προσωπικότητας, τη σχέση με τον έρωτα και τον χρόνο (έτσι κι αλλιώς, οι συναντήσεις μας μοιάζουν κάπως με επετειακά σκετς, όπου υποδυόμαστε και ταυτόχρονα σκηνοθετούμε τους αρχαίους μας εαυτούς). Το ενδιαφέρον σ’ αυτό το μέρος της αφήγησης είναι η αναπλαισίωση των γεγονότων, 13 χρόνια μετά από έναν χωρισμό επώδυνο, όπου πια η οπτική του εαυτού είναι διαφορετική: αυτό που πιστεύω τώρα ότι με κατέβαλλε εκείνη την περίοδο, βλέποντας τα πράγματα από την ασφάλεια των δεκατριών χρόνων που έχουν μεσολαβήσει, ήταν η αίσθηση πως είχα κάνει μια τρύπα στο νερό (…) οι σπουδές μου δεν με ενδιέφεραν και με οδηγούσαν σ’ ένα πτυχίο που δεν ήξερα πώς να χρησιμοποιήσω, οι περισσότεροι φίλοι που είχα κάνει είχαν αποδειχθεί περαστικοί και (…) οι καινούριες παραστάσεις που είχα αποκτήσει, έμοιαζαν σκόρπιες και τυχαίες, σαν να μην ήταν πραγματικά δικές μου.
Ο ήρωάς μας έρχεται αντιμέτωπος με την πρόκληση της Στέλλας να την βοηθήσει ως δικηγόρος στον επικείμενο χωρισμό της, κι ενώ ο συγγραφέας αποδίδει αριστοτεχνικότατα την ψυχολογία της drama-queen που ακουμπά στον παλιό της εραστή -εγγύηση λόγω της συγκαταβατικότητας και της παθητικότητάς του- τον πόνο και τη δυστυχία της (με τις γνώριμες σπασμωδικές κινήσεις) ο «επιφανής εκπρόσωπος του παρελθόντος της» έχει πια ωριμάσει κι η αντίδρασή του είναι τυπική «για να προφυλάξει τη Στέλλα από την ενδεχόμενη δική της παρελθοντολαγνεία».  Η κουβέντα προχωρά σε πιο βαθιά νερά, γίνεται ουσιαστική μέχρι να σβήσει σε μια σιωπή, και η σιωπή είναι τόσο συμπαγής που μπορείς να τη σπάσεις με το καλέμι. Η όλη ενδοσκόπηση τον ωθεί να συνειδητοποιήσει ότι η λήψη αποφάσεων δεν είναι το δυνατό του σημείο και είναι πολύ καλύτερος στο να περιμένει να του συμβούν οι αποφάσεις των άλλων».
Το υπόλοιπο μισό περίπου μυθιστόρημα αφορά τη σχέση με τον πατέρα. Έχει φτάσει πια οκτώ η ώρα, η ώρα του καθορισμένου ραντεβού, και οι απαραίτητες αναδρομές κι οι ανασκοπήσεις  των οικογενειακών δεσμών δίνουν κι εδώ στον αναγνώστη το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η σχέση, για να θαυμάσουμε ένα χαρακτήρα παθητικό μεν, αλλά με υψηλό δείκτη ενσυναίσθησης. Ο Αντώνης Σπετσιώτης συνειδητοποιεί ότι η αμηχανία, όπως και μια βαθιά απροθυμία για οποιαδήποτε πραγματική μορφή επικοινωνίας, που χαρακτήριζε τον πατέρα του, ήταν κάτι που το είχε κληρονομήσει κι ο ίδιος.
Οι βουτιές στο παρελθόν εναλλάσσονται με τις εικόνες του ήρωα που πορεύεται στην οδό Αθήνας Λαμίας προς το Χαλκούτσι για να εξυπηρετήσει τον πατέρα στις αδιάφανες συναλλαγές του (η περίπτωση του θυμίζει ναυαγό που παλεύει για τη ζωή του σε αντίξοες συνθήκες –με τη διαφορά ότι το ναυάγιο το έχει προκαλέσει ο ίδιος, όπως και τις αντίξοες συνθήκες. Ο χρόνος επιβραδύνεται καθώς κανένας απ’ τους συνεργάτες του πατέρα δεν φαίνεται να βιάζεται, πίνουν ούζα, μιλάνε περί ανέμων και υδάτων, σε μια ολοφάνερη αντίθεση με το αυστηρό πρόγραμμα του δικηγόρου αφηγητή μας. Το πιο κωμικοτραγικό είναι ότι ο υπερασπιστής του νόμου συμμετέχει  σε παρανομία (μεταφορά κλεμμένου γεωτρύπανου) παρόλο που ψυχανεμίζεται το κλίμα της απάτης, και παρόλο που μέχρι τώρα απέφευγε συνειδητά την ανάμειξη στα προβλήματα του πατέρα (δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ πόσο μακριά είναι διατεθειμένος να φτάσει ο πατέρας μου μόνο και μόνο για να συνεχίσει να δουλεύει). Η αναξιοπιστία που διακρίνει στον πατέρα γίνεται και περηφάνια για το στυλ της ζωής που διάλεξε, για την «απρόβλεπτη φύση των δουλειών του», για το ότι «είναι δύσκολο να πιστέψεις πως ο πατέρας σου ξέρει ακόμα κάτι που εσύ δεν το ξέρεις».  
Η διεισδυτική γραφή του Κυθρεώτη αφήνει περιθώριο για δεκάδες παρατηρήσεις ψυχογραφικού τύπου για τη σχέση πατέρα- γιου, που κορυφώνεται καθώς ταξιδεύουν μαζί στην επιστροφή και, τελείως «κατά το εικός και αναγκαίον» εκφράζουν ο ένας στον άλλον πλευρές του εαυτού τους που όλο αυτόν τον καιρό ήταν κρυμμένες. Εξομολογήσεις κι ερωτήσεις-απαντήσεις που πέφτουν στην αμήχανη σιωπή, και μια θλίψη που πλανάται απ’ τη συνειδητοποίηση της αντίστοιχης μοναξιάς.
Η περίεργη αυτή μέρα δεν τελειώνει εδώ. Ούτε εντέλει ήταν μια συνηθισμένη μέρα, εφόσον παρόλη τη ρουτίνα, συνέβησαν κι έκτακτα γεγονότα που ανάγκασαν τον ήρωά μας να τρέχει βραδιάτικα σε γραφεία και νοσοκομεία, μετά κι απ’  το μπαρ όπου συνάντησε την άλλη, παλιά και μεγάλη αγάπη, την Άννα (άλλος κύκλος εκμυστηρεύσεων κι ενδοσκοπήσεων, ανάλογου βάθους και ανάλυσης).  Έτσι, θριαμβευτικά και πολύ πειστικά (κι απολαυστικά θα πρόσθετα), επιβεβαιώνεται αυτό που συνειδητοποιεί ο ήρωάς μας κάπου μέσα στο τρέξιμο της καθημερινότητας, ότι αν η ιστορία κάθε μέρας είναι η ιστορία όλων των σκέψεων που κάνουμε μέσα στη μέρα, τότε είναι αδύνατον να γράψουμε την ιστορία. Κι ακόμα,
 ότι κάθε μέρα, κάθε στιγμή κι ας μην το συνειδητοποιούμε, ακόμα και η πιο -με πρώτη ματιά- ασήμαντη, περιέχει όλο το παρελθόν κι αυτό είναι τελικά το μεγαλύτερο εμπόδιο που δεν μας αφήνει να πούμε την ιστορία, και κυρίως να την πούμε ειλικρινά: το γεγονός πως αν θέλουμε να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς δεν υπάρχουν ιστορίες –υπάρχει μόνο χρόνος.
Χριστίνα Παπαγγελή

Κυριακή, Μαΐου 31, 2020

Το τελευταίο πέταγμα του φλαμίνγκο, MIA COUTO


Πάντως η γη είναι κι αυτή ένα ζωντανό πλάσμα:
έχει ανάγκη από μια οικογένεια,
από τον αργαλειό εκείνο που συνυφαίνει τις ανθρώπινες υπάρξεις,
που τον λέμε τρυφερότητα.
Αναμφίβολα πρόκειται για ένα βιβλίο παράξενο, που μας μεταφέρει σε μια πολύ διαφορετική κουλτούρα και που αρχικά ξενίζει τον αναγνώστη, ίσως και να τον απωθεί (π.χ. εμένα). Ο τίτλος του πρώτου κεφαλαίου, ας πούμε, («Ένα γεννητικό όργανο πολύ καρδαμωμένο κι απ’ τη ρίζα του κομμένο») ή άλλοι τίτλοι, όπως «Ο φαλλικός ανεμιστήρας», προδιαθέτουν για χιούμορ με υπερβολή και βαρετές χιλιοειπωμένες σπόντες που στην καλύτερη σαρκάζουν τη φαλλοκρατία. Δεν θα το επέλεγα λοιπόν ποτέ αν δεν ήταν απόφαση της Λέσχης ανάγνωσης να το διαβάσουμε.
Όμως, όχι. Υπάρχει βέβαια χιούμορ και σαρκασμός -συνεχής, αδιάλειπτος- αλλά καθόλου χοντροκομμένος. Σαρκασμός στην αποικιοκρατία, την ιεραρχία, τους κοινωνικούς ρόλους, την εξουσία, τον δυτικό πολιτισμό. Έφτασα στο σημείο να γελάω δυνατά, ενώ μετά τη μέση υπήρχε και η γλυκόπικρη αίσθηση που δίνει το ποιητικό, παράλογο μιας άλλης πραγματικότητας, καθώς και συγκίνηση για έναν ολόκληρο κόσμο που αποχαιρετά τον εαυτό του.
Αυτός ο κόσμος είναι της Μοζαμβίκης[1] (ομολογώ ότι άνοιξα τον χάρτη: Ν. Αφρική, δίπλα στη Ροδεσία). Μια χώρα με μοζαμβικανή ιστορία λίγων δεκαετιών εφόσον ήταν μια περιοχή πολυεθνική και πολυθρησκευτική  μέχρι που περιέπεσε στην αποικιακή κυριαρχία των Πορτογάλων, ένα κράτος αναγνωρισμένο από τη λεγόμενη διεθνή κοινότητα, χωρίς να έχουν προϋπάρξει ως έθνος, όπως γράφει ο μεταφραστής Νίκος Πρατσίνης στην εισαγωγή του βιβλίου.  Με  σπουδαία λιμάνια που εξυπηρετούσαν το εμπόριο με Ινδία, απέκτησε κοσμοπολίτικο χαρακτήρα από τα τέλη του 19ου αιώνα, οπότε οι Πορτογάλοι εκμίσθωσαν ολόκληρες περιοχές της βόρειας χώρας στους Άγγλους, οι οποίοι καθιέρωσαν ένα είδος δουλοπαροικίας (καταστρέφοντας τη μικρή αγροτική παραγωγή). Μια δεκαετία κράτησε ο αγώνας για ανεξαρτησία (1964-75) υπό την ηγεσία του FRELIMO που υποστηριζόταν από τη… Σοβιετική ένωση. Το 1975 επομένως, που κηρύχτηκε ανεξάρτητο κράτος, έχουμε μονοκομματισμό, ένα κράτος μαρξιστικό- λενινιστικό. Και μετά εμφύλιο, (1976-1992) με αντιπολίτευση από το  RENAMO (υποστήριξη Ροδεσίας/Η. Βασιλείου και Ν. αφρικανικής ένωσης) με εκατομμύρια νεκρούς  και  πρόσφυγες. Όταν στις πρώτες εκλογές (1994) νικάει το FRELIMO, δεν υπάρχει πια Σοβιετική ένωση.

Αυτή η σύντομη παράθεση ιστορικών στοιχείων (παρμένων από την εισαγωγή του μεταφραστή Νίκου Πρατσίνη) είναι απαραίτητη για να καταλάβει κανείς το αλαλούμ των κοινωνικών σχέσεων  και πολιτισμικών στοιχείων (μια κοινωνία «αρχαϊκή» -που ζει σε «ανιστορικό» χρόνο- όπου  εισβάλλουν  Πορτογάλοι, Άγγλοι, Σοβιετικοί, γειτονικές αφρικανικές χώρες), αλαλούμ  που καταντά τραγέλαφος  για τον ντόπιο που προσπαθεί να κρατήσει ή ίσως να ΒΡΕΙ την ταυτότητά του. Αυτόν τον τραγέλαφο νομίζω ότι αναπαριστά με εκπληκτικό τρόπο ο Μοζαμβικανός συγγραφέας (Πορτογάλος, δηλ. λευκός αλλά τρίτης γενιάς, επομένως σχετικά αφομοιωμένος με την κουλτούρα των ντόπιων), με αυθεντικό σουρεαλισμό και καυστική σάτιρα. Γι’αυτό και θα συμφωνήσω με τον εξαιρετικό μεταφραστή (που σεβάστηκε όλες τις ιδιαιτερότητες της «μεικτής», «βιωματικής»/»διαισθητικής» γλώσσας) ότι πρόκειται για ένα βαθιά πολιτικό μυθιστόρημα.
Ό δε μέγιστον, την εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία μας, έχει έρθει στη χώρα ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ (7.500 άνδρες) -βλ. Κόσσοβο. Άλλο ένα λιθαράκι στον πύργο του παραλογισμού. Και, ναι, όπως υπαγορεύει και ο προβληματικός τίτλος,  ένα «γεννητικό όργανο πολύ καρδαμωμένο κι απ’ τη ρίζα του κομμένο», κοινώς ένα πέος μοναχό εγκαταλελειμμένο στον δρόμο, αναστατώνει το μικροσύμπαν της Τιζανγκάρα, επινοημένης από τον συγγραφέα πόλης, στο νότιο μέρος της χώρας. Ένα πέος ξεκομμένο, ενώ το υπόλοιπο σώμα του ανθρώπου στον οποίο ανήκε έχει κυριολεκτικά εξαερωθεί μετά από έκρηξη. Ήταν μάλιστα η έκτη τέτοιου είδους έκρηξη. Όμως, όπως γράφει κι ο αφηγητής/μεταφραστής, «αυτό δεν ήταν ακόμη το γεγονός, αλλά οι προετοιμασίες για την έλευσή του». Η εξουσία συσπειρώνεται, οργανώνεται για να λύσει το μυστήριο: ο διοικητής Εστεβάου Ζόνας, ο υποδιοικητής Σουπάνγκα, ο Ιταλός εκπρόσωπος του ΟΗΕ Μάσιμο Ρίζι, αλλά και διάφοροι εμπλεκόμενοι: η εκρηκτική σύζυγος (η «αποτέτοια») του διοικητή Ντόνα Ερμελίντα, η Αχκαινά, πόρνη της περιοχής, και ο αφηγητής μας που είναι ο μεταφραστής του Ιταλού (Το πρόβλημα δεν είναι η γλώσσα. Αυτό που δεν κατανοώ είναι ο κόσμος εδώ πέρα). Όλοι αυτοί συστρατεύονται για τη διερεύνηση της υπόθεσης του «αποκοπέντος πέους»! 
Η παρουσίαση αυτών των τύπων είναι όχι μόνο ξεκαρδιστική, αλλά αποτελεί κοινωνικοπολιτικό σχόλιο: ο διοικητής («η Εξοχότης του») κατελάμβανε όλη την πόρτα κατά πλάτος(…) κατάφερνε να δείχνει ακόμα πιο καμαρωτός, με το στήθος κορδωμένο πιο πολύ κι από το στήθος του αγριοπερίστερου την εποχή του οίστρου∙ ο υποδιοικητής, σκέτη μύξα, δουλοπρεπής, τσανακογλείφτης με περικεφαλαία. Όπως κάθε νενέκος: υποταχτικός με τους μεγλόσχημους και υπερόπτης με τους παρακατιανούς. Η Ερμελίντα, συμφεροντολόγα, τσαούσω και καταφερτζού, η Αχκαινά (η πόρνη) αυθόρμητη, αυθεντική και καίρια («Πέθαναν χιλιάδες Μοαζμβικανοί και ποτέ δε σας πήρε το μάτι μας να’ ρχεστε κατά δω. Και τώρα που εξαφανίστηκαν πέντε ξένοι, κάνετε λες κι έχει έρθει η συντέλεια του κόσμου;»)
Ο αφηγητής που μετέγραψε σε «ορατά πορτογαλικά» όλα όσα συνέβησαν, ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, θεωρεί ότι οι πέντε κυανόκρανοι εξερράγησαν  (εγώ τώρα σας ερωτώ: εξερράγησαν πραγματικά, με όλη τη σημασία της λέξης; Έτσι λέγεται, ελλείψει ρήματος). Αυτή είναι η τελική του ετυμηγορία, που παρατίθεται στη δεύτερη σελίδα του μυθιστορήματος, κι από κει και πέρα ο καθένας λέει το μακρύ του και το κοντό του.
Ο ήρωάς μας λοιπόν έχει τοποθετηθεί από τον διοικητή ως μεταφραστής του εκπροσώπου του ΟΗΕ, του Ιταλού Μάσιμο Ρίζι (-Μιλάτε ιταλικά; -Εγώ όχι. –Θαυμάσια. Γιατί οι Ιταλοί δε μιλάνε ποτέ ιταλικά). Η σκηνή της υποδοχής των αντιπροσώπων «από το έθνος μας» κι από τα Ηνωμένα Έθνη, μαζί με υπουργό και τμηματάρχες υπουργείων, προκειμένου να δουν και να εξετάσουν το εύρημα, είναι σπαρταριστή (αυτό εκεί, στη μέση του δρόμου, τι να ήταν άραγε, όργανον ή οργανισμός; Και αν δεχτούμε πως ήταν όργανο: έτσι παράταιρο και δίχως ταίρι, από ποιον είχε αποκοπεί;): οι πολίτες είναι στοιχημένοι σαν σε παρέλαση, τα πανώ είναι από την εποχή της σοβιετοκρατίας («Ζήτω ο προλεταριακός διεθνισμός»!!), και το αποκορύφωμα, στο σκηνικό μπλέκεται κι ένα… κατσίκι.
Το ύφος, που συνοδεύει μια πραγματικότητα που προκαλεί σύγχυση απ’ την ίδια της τη φύση, θυμίζει το ύφος του Σκαρίμπα. Διανθισμένο με ακατανόητα γνωμικά («της Τιζανγκάρα») και λεκτικές ακροβασίες, συντελεί στο να χτιστεί ένας πύργος παραλόγου. Έτσι, πιο κατάλληλο άτομο για να αναγνωρίσει τον ιδιοκτήτη του  πέους θεωρούν ομόφωνα την πόρνη (άσε που ήταν και εμπειρογνώμων στην ιατροπαραδικαστική!):
-Καταλαβαίνετε, Εξοχότατε; Την Άνα Αχκαινά την καλούμε για να αναγνωρίσει το όλον εκ του μέλους.
-Εκ του μέλους;
-Εξ… αυτού εκεί του πράγματος… αναφέρομαι, δηλαδή στο εκκρεμές μας ζήτημα.
(…)
-Έκοψαν αυτό το πράγμα απ’ τον άνθρωπο, ή τον άνθρωπο απ’ αυτόν;
Αρχίζει λοιπόν η έρευνα όπου όλα ο υπουργός τα θέλει μαγνητοφωνημένα (κι όχι πολλά μπλα μπλα, μ’ έχει κουράσει πια το φολκλόρ).  
Σπαρταριστή και η εγκατάσταση του Ιταλού στην πανσιόν, μια πανσιόν που είναι ιδιωτική αλλά ανήκει στο Κόμμα, στο Κράτος δηλαδή, όπου όμως δεν υπάρχει πλάνο και σχεδιασμός όσο αφορά τις συνθήκες…  (δεν υπάρχει νερό, ρεύμα κλπ κλπ).

Εγώ νοσταλγούσα τους άλλους,
Τους ανθρώπους εκείνους που είχαν υπάρξει σ’ αυτόν τον τόπο.
Γιατί, στην τελική, ήταν πλούσιοι χωρίς κανέναν πλούτο.
Μετά τις 100 περίπου πρώτες σελίδες, όταν πια έχει στηθεί η πλοκή, το μαγικό στοιχείο, το υπέρλογο και το φανταστικό αρχίζουν και μπλέκονται με τρόπο που πράγματι ο Ιταλός μας, εκπρόσωπος της δυτικής κουλτούρας, να χρειάζεται μετάφραση του κόσμου στον οποίο βρέθηκε: αλογάκια της παναγίας που δεν πρέπει να τα σκοτώσεις γιατί ήταν ένας πρόγονος που επισκεπτόταν τους ζωντανούς∙ η Χρονίνα με τις δυο ηλικίες, γριά στο πρόσωπο με σώμα νέας (αυτή κυκλοφορεί μοναχά στο διάδρομο, ζει στα σκοτάδια, εδώ κι αιώνες), αίτηση άδειας για να μπεις στο σπίτι από νεκρό (για να δείτε πως στην Τιζανγκάρα δεν υπάρχουν δυο κόσμοι)κλπ, κλπ.
Καινούρια πρόσωπα εμφανίζονται και παίζουν σημαντικό ρόλο, όπως ο «θεομπαίχτης» πάτερ Μουάντου, ο μάγος Ζέκα Αντουρίνιου, ο κουτός αδερφός της Χρονίνα, κ.α. γιατί δίνουν ο καθένας τη δική του κουφή ερμηνεία. Ο αφηγητής παραθέτει την οικογενειακή του ιστορία (μάνα τυφλή που έχει πεθάνει αλλά επικοινωνεί μαζί της), αλλά το πιο ενδιαφέρον/βαθύ σημείο είναι όταν ξανασυναντά τον απομονωμένο και ιδιόρρυθμο πατέρα του, τον  πιο αυθεντικό εκπρόσωπο του αρχαϊκού πνεύματος. Είναι ο άνθρωπος που επειδή τον πονούσαν τα κόκαλά του κι ένιωθε φοβερή κόπωση, προτού πλαγιάσει ξεφορτωνόταν το σκελετό για να κοιμάται καλύτερα. Στέκεται με φυσικότητα κάτω απ’ τη βροχή , μένει κλειστός και σιωπηλός (κοίταζα το πείσμα του πατέρα και μου φαινόταν πως έβλεπα σ’ αυτό μια ολόκληρη ράτσα να παλεύει για να κάνει να στεριώσει ο χρόνος της κόντρα στο χρόνο των άλλων). Έχει βέβαια ένα μυστικό που διαρρέει μέσα απ την αινιγματική και γριφώδη συμπεριφορά του, ότι ήταν αστυνομικός την εποχή της αποικιοκρατίας, είχε συνεργαστεί με τους «ανθρώπους της Επανάστασης» αλλά σε δεδομένη στιγμή τον βασάνισαν και τον απέπεμψαν (μ’ έδεσαν σ’ αυτό το δέντρο. Μ’ έδεσαν με σκοινιά, έριξαν αλάτι στις πληγές/αυτοί που εσείς θέλετε τώρα να βοηθήσετε). Όταν αποσύρθηκε πια έγινε φαροφύλακας (είχε ανέβει και είχε καταλάβει έναν φάρο εκτός λειτουργίας)!!!
Καθώς οι εκρήξεις συνεχίζονται, συνεχίζονται και οι έρευνες. Οι  μαγνητοφωνημένες αποδείξεις που ζήτησε ο υπουργός ήταν ένα έξυπνο εύρημα του συγγραφέα να μας δώσει το ήθος κάποιων προσώπων με -επίσης σπαρταριστές- πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις! Έτσι, ο καθένας εκθέτει εγγράφως τη δική του -σουρεαλιστική- εκδοχή για τις εκρήξεις ώσπου ο Μάσιμο Ρίζι, ο Ιταλός εκπρόσωπος του ΟΗΕ, όταν πια είδε ακόμα και τις φωτογραφίες και τα αρχεία του, δηλαδή τα αποδεικτικά του στοιχεία, να έχουν γίνει λευκές σελίδες, νομίζει ότι θα του στρίψει (το τέλος της σταδιοδρομίας του, η κατεδάφιση της λογικής του)!  
Μέσα σ’ όλη αυτήν την τρέλα και το καυστικό χιούμορ διαρρέουν σχόλια και γλυκόπικρες αλήθειες που αφορούν την τύχη ενός ολόκληρου λαού, αν μπορούμε να πούμε λαό τις πολυάριθμες ντόπιες φυλές που συμβίωναν στο παρελθόν. Η ειρήνη μετά την ανεξαρτησία και τον εμφύλιο δεν φαίνεται να άλλαξε και πολύ τα πράγματα (πάντως υπήρχε τόση αδικία όση και την αποικιακή περίοδο). Γιατί, όπως λέει ο αφηγητής, «κατέκτησαν εμάς τους ίδιους, στρατοπέδευσαν μέσα στα κεφάλια μας».  Σχόλια πολλά και σκηνικά για το καθεστώς που κάνει κουμάντο σε βάρος ενός λαού, τρώγοντας με χρυσά κουτάλια. Το πριν και το τώρα.
Η πιο σπαραχτική αντίθεση ανάμεσα στο πριν και στο τώρα, αναδίνεται από την ομολογία του διοικητή: παλιά ήταν ανεπίτρεπτο να δείχνουμε το Έθνος να ζητιανεύει, να δείχνουμε φόρα παρτίδα τα πλευρά της Χώρας. Παραμονή κάθε επίσκεψης, όλοι εμείς, τα διοικητικά στελέχη, δεχόμασταν κατεπείγουσες διαταγές: κρύψτε τους κατοίκους, σκούπα στη φτώχεια! Εντούτοις, ένεκα οι δωρεές της διεθνούς βοήθειας, τα πράγματα είχαν αλλάξει. Τώρα η κατάσταση απαιτούσε τα αντίθετα. Ήταν ανάγκη να δείχνουμε τη χώρα με την πείνα της, με τις μεταδοτικές της ασθένειες:  η αθλιότητα είναι δι’ ημάς προσοδοφόρος.
Τέλος, το μοτίβο του φλαμίνγκο, ενδημικού πουλιού που συνδέεται με διάφορες αληθινές και μη ιστορίες,  έρχεται κι επανέρχεται μέσα στις αφηγήσεις της μάνας και του πατέρα. Η ιστορία του τελευταίου ταξιδιού του φλαμίνγκο, που κουράστηκε πια να κουρνιάζει «σε τούτη τη γη» και που γέννησε το πρώτο ηλιοβασίλεμα… 
Συνολικά, η αφήγηση του μεταφραστή, που βέβαια είναι ο κεντρικότερος ήρωας του βιβλίου, ξεδιπλώνει απίστευτη ευαισθησία, και βαθιά αγάπη για τον τόπο και τους ανθρώπους της. Έτσι, η σκηνή που περιγράφεται παρακάτω πιστεύω ότι συμπυκνώνει το νόημα όλης της ιστορίας:
Τώρα, κάτω από τη σκιά της ταμαρίνδου, με τα μάτια σφαλιστά, κάλεσα σε σύναξη τις νοσταλγίες όλες. Και τι λέτε πως μου έκανε την εμφάνισή του; μια αυλή, που δεν ήταν όμως εκείνη. Γιατί υπήρχε ένα παιδί σ’ εκείνο το χώρο. Στα χέρια του παιδιού αυτού η θύμησή μου μπορούσε να ψηλαφήσει απαλά κάποιες λύπες, μικροπράγματα βγαλμένα από κάτι σκουπίδια. Η παιδική ηλικία ήξερε να τα μαζώνει όλ’ αυτά για να φτιάξει ένα παιχνίδι. (…)
Τελικά, στα χέρια μου πια, κατάφερνα να μαντέψω το σχήμα του. Ήταν ένα φλαμίνγκο.
Χριστίνα Παπαγγελή



[1] Ο Πέδρο Καμπράλ είχε αποβιβαστεί στη Σοφάλα το 1500. Το 1531 ίδρυσαν δύο εμπορικές αποικίες στο εσωτερικό της χώρας και το 1544 ίδρυσαν ένα σταθμό στην ακτή του ποταμού Κελιμάνε. Από τα εμπορικά κέντρα που είχαν οι ίδιοι ιδρύσει, διακινούσαν τεράστιες ποσότητες χρυσού. Ο εποικισμός συνάντησε τη σκληρή αντίδραση των ιθαγενών. Οι Μουένε Ματάπα αναγνώρισαν τελικά την πορτογαλική κυριαρχία το 1629 και ο πρώτος αποικιακός κυβερνήτης των Πορτογάλων διορίστηκε το 1752. Στα τέλη του 19ου αιώνα η Πορτογαλία εκμίσθωσε το βόρειο τμήμα της Μοζαμβίκης σε βρετανικές εταιρείες, που κατάφεραν να θέσουν υπό τον απόλυτο έλεγχό τους τις αγροτικές καλλιέργειες, μετατρέποντάς τις σε φυτείες. Το 1948, επί πορτογαλικής διοίκησης, ξεκίνησαν πολιτικές αναταραχές. Το 1964 εγκαινιάστηκε ο ένοπλος απελευθερωτικός αγώνας κατά των αποικιοκρατών από το Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Μοζαμβίκης (FRELIMO), το οποίο είχε ιδρυθεί τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Έπειτα από την πτώση της δικτατορίας στην Πορτογαλία, η τελευταία κινήθηκε στην αποαποικιοποίηση. Η Μοζαμβίκη έγινε ανεξάρτητη από τους Πορτογάλους στις 25 Ιουνίου του 1975.
Αμέσως μετά, έγινε Λαϊκή Δημοκρατία, με Πρόεδρο τον Σαμόρα Ματσέλ. Ο τελευταίος εγκαθίδρυσε σοσιαλιστικό κράτος και στα τέλη της δεκαετίας του ' 70 έκλεισε τα σύνορα με τη Ροδεσία (σημερινή Ζιμπάμπουε), που υποστήριζε το κίνημα RENAMO (Εθνικό Κίνημα Αντίστασης της Μοζαμβίκης), πολέμιο του σοσιαλιστικού καθεστώτος. Η Μοζαμβίκη υποστήριζε τους αντάρτες της Ροδεσίας στον δικό τους αγώνα για ανεξαρτησία. Στις αρχές της δεκαετίας του ' 80 το RENAMO υποστηρίχθηκε από το καθεστώς της Νοτιοαφρικανικής Δημοκρατίας. Ωστόσο, το 1984 η τελευταία υπέγραψε συμφωνία με τη Μοζαμβίκη, με βάση την οποία δε θα έκανε επίθεση η μία στην άλλη και θα εμπόδιζαν τη δράση ανταρτών που θα στρέφονταν κατά του άλλου κράτους. Ο Ματσέλ σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα, στις 19 Οκτωβρίου του 1986 στη Νότια Αφρική, η οποία αρνήθηκε τη δική της ανάμειξη στο γεγονός εκείνο[5]. Το FRELIMO προχώρησε στον ορισμό νέου Προέδρου και αυτός ήταν ο Ζοακίμ Τσισάνο. Το 1990 ψηφίστηκε νέο Σύνταγμα και η χώρα μετονομάστηκε σε Δημοκρατία της Μοζαμβίκης. Το RENAMO δεν αναγνώρισε το Σύνταγμα και συνέχισε τον ανταρτοπόλεμο, από τα εδάφη της Νότιας Αφρικής. Τελικά, τον Οκτώβριο του 1992 στη Ρώμη υπογράφηκε ειρηνευτική συμφωνία και τερματίστηκε ο εμφύλιος πόλεμος, του οποίου ο απολογισμός ως εκείνη την εποχή ήταν 1 εκατομμύριο νεκροί και περίπου 1,3 εκατομμύρια πρόσφυγες σε άλλα κράτη. Παράλληλα, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ αποφάσισε την αποστολή διεθνούς επιχειρησιακής δύναμης 7.500 αντρών ονόματι ONUMOZ. Λίγα χρόνια μετά, το 1995 η δύναμη αυτή άρχισε να αποσύρεται, καθώς η κατάσταση στη χώρα εξομαλύνθηκε. Ωστόσο, κατάλοιπο του εμφυλίου πολέμου παρέμειναν οι νάρκες, που βρίσκονται ακόμη στο έδαφος της αφρικανικής χώρας και εξακολουθούν να ευθύνονται για θανάτους και ακρωτηριασμούς ανθρώπων και ζώων λόγω τυχαίας πυροδότησής τους.
Το 1994 διεξήχθησαν οι πρώτες γενικές εκλογές, στις οποίες συμμετείχε και το RENAMO, ως πολιτικό κόμμα πια. Πρόεδρος εξελέγη ο Τσισάνο, όπως και στις εκλογές του 1999. Το 2004 εξελέγη Πρόεδρος ο Αρμάντο Γκεμπούζα, νέος υποψήφιος του RENAMO.