Σάββατο, Οκτωβρίου 17, 2026

Το αλφάβητο της σιωπής, DELPHINE MINOUI

Ίσως αυτό συνοψίζει με τον καλύτερο τρόπο τη χώρα της.
Αυτή η έμφυτη τάση για καταπίεση. 
καλλιέργεια μιας ακόρεστης δίψας για απόδραση.
     Ένα ακόμα διαμαντάκι της αξιόλογης δημοσιογράφου και συγγραφέα που το διάβασα μετά το «Ελεύθερη» («Badjens»), και που είναι νομίζω και το τελευταίο της βιβλίο. Η συγγραφέας Delphine Minoui, από Γαλλίδα μητέρα και Ιρανό πατέρα, έχει εξειδικευτεί στα θέματα της Μέσης Ανατολής με πολυετή θητεία ως ανταποκρίτρια στη Le Figaro (Ιράν, Ιράκ, Συρία). Είναι πιο γνωστή για το βιβλίο της «Συλλέκτες βιβλίων στην Νταράγια»[1], το οποίο το γύρισε μάλιστα και ως ντοκιμαντέρ, ενώ τα τελευταία 20 χρόνια ταξιδεύει πολύ σε όλον τον αραβομουσουλμανικό κόσμο. Αν παρατηρήσει κανείς συνολικά το έργο της[2] θα διαπιστώσει πόσο βαθιά πολιτικό είναι, και πως παράλληλα με τη λογοτεχνία η Μινουί υπηρετεί τις αξίες της ισότητας, της ανθρωπιάς, της εξέγερσης απέναντι στην αδικία. Σήμερα ζει στην Τουρκία, έχει επομένως άμεση αντίληψη της κατάστασης που επικρατεί στην Τουρκία του Ερντογάν, που είναι και ο χώρος δράσης του «Αλφάβητου της σιωπής» (2023).
     Καθαρά πολιτικό ενδιαφέρον λοιπόν παρουσιάζει κι αυτό το βιβλίο, αλλά δεν θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει «στρατευμένο». Κι αυτό γιατί κυριαρχεί το συναίσθημα, η ψυχογράφηση των ηρώων, οι ανθρώπινες αδυναμίες –ο φόβος, η διάψευση, η αδυναμία, ενώ απ’ την άλλη υπάρχουν πολιτικά μηνύματα -καθότι ο άνθρωπος είναι «πολιτικόν ζώον»-, που υποβάλλονται όμως έμμεσα κι όχι κραυγαλέα: η αποδοχή του διαφορετικού, η συμπαράσταση στον αδύναμο, η διαμαρτυρία απέναντι στην ανελευθερία του καθεστώτος, την αδικία και τον καταναγκασμό.
     Η έμφαση στο συναίσθημα είναι ένα στοιχείο που προσωπικά το έχω παρατηρήσει σε πολλούς συγγραφείς της Ανατολής και μάλιστα του αραβικού κόσμου, όπως τον Καναφάνι, τον Γιασμίνα Χάντρα, τον Τάρικ Άλι, τον Καλέντ Χοσεϊνί, την Ασλί Ερντογάν κ.α., και διαπιστώνω -είναι προσωπική μου αίσθηση αυτή- ότι μάλλον η κουλτούρα τους έχει καλλιεργήσει πολύ περισσότερο το συναίσθημα/τη συναισθηματική νοημοσύνη/ ως εργαλείο ξεκλειδώματος του κόσμου, κατανόησης και δράσης, απ’ ό, τι η διανοητική «δυτική» κουλτούρα. Ίσως επειδή οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες στις οποίες μεγάλωσαν γενιές και γενιές στις ανατολικές χώρες είναι έκρυθμες και πολύ ανελεύθερες, συμπεριλαμβανομένης και της θέση της γυναίκας, η οποία κατά κανόνα είναι πολύ υποβαθμισμένη.
     Πρόσθετο λοιπόν ενδιαφέρον για τον/την αναγνώστη/στρια είναι η «εκ των έσω» κατανόηση ενός κόσμου γεμάτου αντιθέσεις, όπου συμπλέκονται και συγκρούονται το παραδοσιακό με το σύγχρονο (οι δύο ήρωες είναι γνώστες και λάτρεις της γνήσιας τουρκικής παράδοσης, ιδιαίτερα ο Γκιοκτάι που είναι καθηγητής Ιστορίας), όπως και η δημοκρατία/ισότητα/ελευθερία με τον αυταρχισμό της εξουσίας. Αυτές οι αντίρροπες δυνάμεις βέβαια συγκρούονται πάντα, σε όλους τους πολιτισμούς κι όλες τις εποχές, κι αυτό είναι ίσως το βαθύτερο νόημα που θα πρέπει να αναζητά κάθε ιστορική συνείδηση. Εδώ όμως πρόκειται για τη ιδιομορφία της γείτονας χώρας, και ιδιαίτερα της Κωνσταντινούπολης, που είναι ένα μοναδικό πολυπολιτισμικό κέντρο όπου ενσωματώθηκαν και συμβίωσαν κατά καιρούς αλλεπάλληλα μεταναστευτικά κύματα προσφύγων, με πολύ διαφορετικούς πολιτισμούς.
     Αυτήν τη ιδιαίτερη, πολυπολιτισμική Ιστορία της πόλης τους οι δύο ήρωές μας όχι μόνο τη γνωρίζουν καλά και την εκτιμούν (ως πανεπιστημιακοί καθηγητές-διανοούμενοι), αλλά την αγαπούν και περηφανεύονται γι’ αυτήν· ακριβώς για την ποικιλομορφία, την πολυγλωσσία, τις μεταμορφώσεις της κοινωνίας της Κωνσταντινούπολης. Οι ίδιοι βρίσκονται μέσα στη δίνη των αντιθέσεων και βιώνουν αυτές τις αλλαγές που πολλές φορές είναι οδυνηρές (κι όμως, αυτή η πολιτεία-κόσμος, παραμένει η πόλη όλων των κινδύνων, στοιχειωμένη από ένα παρελθόν γεμάτο διωγμούς, σφαγές, κάθε είδους αυταρχισμό. Η ιστορία της έχει δείξει ότι μπορεί από τη μια στιγμή στην άλλη να μεταμορφωθεί σε μια πόλη-τέρας, ικανό να καταβροχθίσει ακόμα και τους ίδιους του κατοίκους της).
     Έτσι, θύμα της Ιστορίας με γιώτα κεφαλαίο είναι ο Γκιοκτάι, τραγικό πρόσωπο, όχι μόνο επειδή εξαιτίας μιας «ασήμαντης» υπογραφής φυλακίστηκε στην απάνθρωπη φυλακή που εκμηδενίζει την προσωπικότητα, αλλά επειδή κουβαλάει ένα βαρύ τραύμα: μεγάλωσε με την πεποίθηση ότι ο πατέρας του, στρατηγός που συμμετείχε στις εκκαθαρίσεις των Κούρδων στην ανατολική Τουρκία, ήταν ήρωας. Τον θυμάται, έξι χρονών παιδί, να επιστρέφει απ’ τον πόλεμο με μετάλλια, ενώ ο θάνατός του στο Μαρντίν το 1979 (ήταν ένα από τα πρώτα θύματα του κούρδικου αντάρτικου), αποκαλύπτεται στον Γκιοκτάι με πολύ οδυνηρό τρόπο (με τη σιωπή της, η μητέρα του επέβαλλε διπλή τιμωρία: τον χαμό του πατέρα του αλλά και την αδυναμία να τον αποχαιρετήσει. Του έκλεψε τη δυνατότητα να θρηνήσει). Θα περάσουν πολλά χρόνια μέχρι να συνειδητοποιήσει ο Γκιοκτάι ότι ο πατέρας του δεν ήταν ήρωας, αλλά πιόνι σ’ έναν πόλεμο μισαλλοδοξίας. Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο που ο Γκιοκτάι έδειξε ιδιαίτερη ευαισθησία στο κουρδικό ζήτημα, όταν με πολλή αμηχανία και οδύνη ανακάλυψε την αλήθεια, τη φριχτή μοίρα του κουρδικού λαού (τα ερωτήματα που δεν είχε θέσει ποτέ, που θάφτηκαν μαζί με τον πατέρα του ξεπηδούσαν ορμητικά. Ποιος πυροβόλησε πρώτος εκείνη τη μέρα του 1979; Για ποιο λόγο; Ήταν ο πατέρας του βασανιστής; Πόσους ανθρώπους είχε βασανίσει και κακοποιήσει για να φτάσει στο σημείο να τον δολοφονήσει ένας μαχητής του αντάρτικου;). Ήταν ένα ζήτημα που τον αφορούσε και προσωπικά, γιατί άγγιζε και ανέτρεπε παιδικές μνήμες και βιώματα.
Η παρουσία της απουσίας του
Πράγματι, αυτό ο κόσμος δεν είναι πλέον ο δικός της.
Υπερβολικά μαχητικός.
Υπερβολικά επικίνδυνος.
     Το πρωί της 16ης Ιανουαρίου του 2016, η αστυνομία συλλαμβάνει τον Γκιοκτάι Ντελίμ, καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου, ως κατηγορούμενο για τρομοκρατία, εξαιτίας ενός κειμένου διαμαρτυρίας που υπέγραψε μαζί με άλλους καθηγητές: την προκήρυξη «Πανεπιστημιακοί για την Ειρήνη» (τώρα πλέον αρκούσε να πεις μια λέξη παραπάνω στο Twitter ή σ’ ένα βαγόνι του μετρό για να κατηγορηθείς για υβριστική συμπεριφορά απέναντι στον πρόεδρο). Το κείμενο αφορούσε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στα νοτιοανατολικά της χώρας (τουρκικό Κουρδιστάν)[3], που συνεχίζονταν παρά την εκεχειρία που είχε αποφασιστεί το 2013 με ΡΚΚ[4] (Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν), κόμμα που χαρακτηρίστηκε από τον Ερντογάν ως τρομοκρατική οργάνωση (και διώχτηκε μέχρι που διαλύθηκε το 2025).
     Ο Γκιοκτάι είναι παντρεμένος από το 2009 με την Αϊλά, καθηγήτρια Γαλλικών στο γαλλόφωνο Πανεπιστήμιο του Γαλατα-σαράι και πρώην ακτιβίστρια του φεμινιστικού κινήματος, κι έχουν ένα κοριτσάκι, την εξάχρονη Ντενίζ. Έχουν γνωριστεί στα πλαίσια μιας εκδήλωσης για τον ανατρεπτικό συγγραφέα Τεφβίκ Φικρέτ[5], όπου κύριος ομιλητής ήταν ο Γκιοκτάι (ήταν κάτι που η Αϊλά ήξερε να το κάνει. Να αφήσει κάποιον να την αναστατώσει). Οι δύο βασικοί ήρωες ανήκουν επομένως στους προοδευτικούς κύκλους της επαναστατικής διανόησης της Κωνσταντινούπολης (ο Γκιοκτάι υπογράφει τακτικά κάθε είδους διαμαρτυρίες (…) υπέρ της προστασία του περιβάλλοντος. Της αναγνώρισης της γενοκτονίας των Αρμενίων, κατά της κερδοσκοπίας της αγοράς ακινήτων, της κοινότητας ΛΟΑΤ). Παρόλ’ αυτά, υπάρχει ψυχολογική εξέλιξη που έχει μοναδικό ενδιαφέρον: βλέπουμε την μεταστροφή της Αϊλά από διστακτική υποστηρίκτρια σε συνειδητή μαχήτρια, βλέπουμε και την εσωτερική σύγκρουση του Γκιοκτάι, που πέρα από τις κακουχίες στη φυλακή κουβαλάει την ενοχή για τις επιλογές του πατέρα του.
     Ο φακός της αφήγησης πέφτει αρχικά στην Αϊλά, που μένει πίσω μόνη μ’ ένα πολύ μικρό παιδί, προσπαθώντας μέσα στο σκοτάδι όχι μόνο να βοηθήσει τον Γκιοκτάι, να κατανοήσει τους κρατικούς μηχανισμούς και να βρει διέξοδο μέσα από τη νόμιμη οδό, αλλά και να επιβιώσει μέσα σ’ ένα περιβάλλον που γίνεται ολοένα και πιο εχθρικό και πιο απρόβλεπτο. Από τις πρώτες κιόλας μέρες νιώθει στιγματισμένη κι απομονωμένη (η υπόθεση των καθηγητών που «υποστηρίζουν την τρομοκρατία» έχει ήδη γίνει πρωτοσέλιδο στις φιλοκυβερνητικές εφημερίδες), ορισμένοι γείτονες και συνάδελφοι την αποφεύγουν, ενώ η ίδια με διάφορες προφάσεις αποφεύγει να εμφανίζεται στο Πανεπιστήμιο. Όλη της η ενέργεια τώρα στρέφεται στο να συναντήσει τον Γκιοκτάι που, όπως μαθαίνει, μετά από το κρατητήριο της αστυνομίας του Σισλί οδηγείται στις τρομερές φυλακές της Σηλυβρίας[6] ως «Εγκληματίας ειρήνης» (!). Η επαφή της Αϊλά είναι μόνο με τη δικηγόρο, την Ντιλέκ Αλμάζ, που έχει αναλάβει παρόμοιες υποθέσεις όπως του Σελαχαντίν Ντεμιρτάς (αρχηγού του φιλοκουρδικού αριστερού κόμματος HDP), του δημοσιογράφου αρχισυντάκτη της Τζουμχουριέτ Τζαν Ντουντάρ, της περίφημης συγγραφέα Ασλί Ερντογάν  κ.α.
     Ο Ερντογάν, ανέλαβε ως πρόεδρος την εξουσία το 2013 (είχε διατελέσει παλιότερα και ως πρωθυπουργός) προαναγγέλλοντας κάποιες υποσχέσεις για εκδημοκρατισμό (με το νέο του κόμμα, το ΑΚΡ[7], είχε σπουδαία σχέδια για τη χώρα του, στο κατώφλι μιας Ευρώπης με την οποία τότε ερωτοτροπούσε. Η ασφαλτόστρωση των δρόμων, η πρόσβαση στο ηλεκτρικό ρεύμα για τους ξεχασμένους πληθυσμούς του οροπεδίου της Ανατολίας, η κατασκευή γεφυριών, αξιοπρεπών κατοικιών, οδών ταχείας κυκλοφορίας, η βελτίωση των μέσω μεταφοράς). Ήταν η εποχή όπου η Αϊλά θεωρούσε ότι αυτός ο γιος ψαρά της Μαύρης Θάλασσας, ο «άνθρωπος του λαού» που επαγγελλόταν την κατάργηση της θανατικής ποινής και την καταπολέμηση της διαφθοράς, θα έφερνε επιτέλους ισορροπία ανάμεσα στις «αξίες του Ισλάμ και την Κεμαλική κοσμικότητα», ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια περίοδος ανεκτικότητας και συμφιλίωσης (επίμαχα ζητήματα: Κούρδοι, Αρμένιοι, γυναίκες).
     Εδώ και καιρό όμως η κατάσταση είναι έκρυθμη. Είναι η χρονιά που η δυσαρέσκεια (επιθέσεις βομβιστών, επιθέσεις αυτοκτονίας κούρδων αλλά και τζιχαντιστών) απέναντι στο καθεστώς για την εξωτερική πολιτική του ΑΚΡ απέναντι στους Κούρδους και τη Συρία του Άσσαντ κορυφώνεται με την απόπειρα πραξικοπήματος ενάντια στον «ψευτοσουλτάνο της σύγχρονης εποχής», τον Ερντογάν κάποιους μήνες αργότερα (16 Ιουλίου του 2016). Ήδη έχει σκληρύνει τη στάση του απέναντι στους αντικαθεστωτικούς, που τους ταυτίζει σκόπιμα με την ISIS, αλλά βέβαια μετά την απόπειρα πραξικοπήματος η δικτατορία γίνεται όλο και πιο άτεγκτη και σκληρή.
     Έτσι, η Αϊλά δεν βρίσκεται μεν στην πρώτη γραμμή του αγώνα κατά του καθεστώτος, αλλά σπουδασμένη στη Γαλλία, έχει μάθει να υποστηρίζει τα δικαιώματα των γυναικών, την ισότητα, τη δημοκρατία (που αυτήν την εποχή εκφράζεται στο δικαίωμα των μουσουλμάνων γυναικών να φορούν τη μαντίλα, θέμα που αποτέλεσε πεδίο σφοδρών αντιπαραθέσεων στη Γαλλία). Φορώντας τη μαντίλα, η Αϊλά ως φοιτήτρια στήριζε τη διεκδίκηση αυτή που είχε απαγορεύσει ο Κεμάλ, μια διεκδίκηση που οι περισσότεροι «λευκοί Τούρκοι» της γενιάς της θεωρούσαν «μεσαιωνική οπισθοδρόμηση» (η Αϊλά ένιωθε αμηχανία μπροστά στον δογματικό αθεϊσμό της οικογένειας και των φιλενάδων της). Η μικρή αυτή επανάσταση της Αϊλά τής στοίχισε την απομάκρυνσή της από την οικογένεια (ξένη μέσα στο ίδιο της το σπίτι, πήρε την απόφαση να φύγει/με το να υπερασπίζεται τις γυναίκες που ήθελαν να φορούν τη μαντίλα, υπερασπιζόταν την ελευθερία, ενδυματολογική ή θρησκευτική. Υποστήριζε τους καταπιεσμένους της εποχής. Από τότε και στο εξής, θα ήταν εκείνη η καταπιεσμένη).
     Ωστόσο, με τον Ερντογάν σιγά σιγά «το Ισλάμ διείσδυσε παντού». Η μαντίλα όχι μόνο νομιμοποιήθηκε (2008), αλλά επεκτάθηκε η χρήση της όπως βέβαια και κάθε μορφή θρησκευτικού φονταμενταλισμού. Έτσι, αντίθετα με την αρχική εικόνα του εκσυγχρονισμού και του εκδημοκρατισμού που άφησε προεκλογικά το ΑΚΡ, το πρότυπο της «γυναίκας-νοικοκυράς» σιγά σιγά κυριαρχεί, και οι δυνάμεις καταστολής αρχίζουν από το 2013 να διώκουν ανελέητα τους διαδηλωτές σε κάθε ένδειξη διαμαρτυρίας (το Γκεζί[8] αποτέλεσε μια κρίσιμη καμπή). Οι εκρήξεις και τα τρομοκρατικά χτυπήματα, πολλά από τα οποία είναι και από τον ISIS (έχει ξεκινήσει ο πόλεμος στην Συρία, ενώ το φιλοκουρδικό κόμμα HDP έχει μπει από το 2015 στο κοινοβούλιο) γίνονται καθημερινότητα (η λεωφόρος Ιστικλάλ έμοιαζε με πεδίο μάχης. Σπασμένες βιτρίνες. Πτώματα στο έδαφος).
     Ο Γκιοκτάι δεν ήταν απ’ αυτούς που μετά την προφυλάκιση αφέθηκαν ελεύθεροι, αντίθετα μεταφέρθηκε στις τρομερές φυλακές της Σηλυβρίας, και διαγράφτηκε από το Πανεπιστήμιο, όπως και το όνομά του απ’ όλες του τις δημοσιεύσεις. Η Αϊλά υποχρεώνεται να πάρει όλα του τα πράγματα από το γραφείο του, και όταν επιτέλους φτάνει η στιγμή να επισκεφθεί τον Γκιοκτάι στη φυλακή, τα συναισθήματα κι από τις δυο πλευρές είναι καταιγιστικά (αυτός που είναι συνήθως τόσο φλύαρος, τόσο ομιλητικός, νιώθει σαν να του φράζουν οι τύψεις τον λαιμό. Σαν αίσθημα ενοχής. Όχι επειδή υπέγραψε, αλλά επειδή επέβαλε στην κόρη του την οδύνη της απουσίας του/Η Αϊλά νιώθει να χάνει το χρώμα της. Διαισθάνεται στον άντρα της μια αμηχανία που δεν την έχει ξαναδεί. Θα ήθελε να του εμπιστευτεί την απόγνωσή της, την οργή της, όλα όσα καταπνίγει εδώ και βδομάδες).
     Γιατί η η Αϊλά έχει απόγνωση και οργή; γιατί δεν έχει το κουράγιο του Γκιοκτάι, άλλωστε η ίδια θεωρεί ότι «η δειλία είναι δείγμα διορατικότητας, ίσως και υπευθυνότητας». Έτσι σκέφτεται τουλάχιστον το πρώτο διάστημα, νιώθοντας βέβαια και την πίεση της μικρής Ντενίζ, που υποφέρει από αϋπνίες, ζητάει τον πατέρα της και παθαίνει κρίσεις πανικού. Η Αϊλά μαθαίνει να μην της χαλάει ποτέ πια χατίρι (τίποτα πια δεν τη νοιάζει, ούτε να ετοιμάσει φαγητό, ούτε να αλλάξει την άμμο της γάτας κλπ κλπ) και της λέει αναγκαστικά πολλά ψέματα. Όμως, η Ντενίζ, που παρόλο που είναι παιδί (ίσως ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο) δεν ικανοποιείται με τις απαντήσεις που παίρνει, γίνεται «ο πιο τρομερός αγιατολάχ» για την Αϊλά, την παρακολουθεί και την ελέγχει ενώ η Αϊλά αναγκάζεται να προσποιηθεί ότι η ζωή συνεχίζεται με κανονικούς ρυθμούς… Μέχρι που η μικρή ξεστομίζει σε ανύποπτο χρόνο ότι ο μπαμπάς της έχει πεθάνει, κι όταν την καθησυχάζουν, ζητά απεγνωσμένα να τον δει…
     Μαμά, τι πάει να πει μάρτυρας;
     Οι δεκάλεπτες επισκέψεις κάθε βδομάδα, το πεντάλεπτο τηλεφώνημα κάθε Πέμπτη και η ελπίδα ότι θα υπάρξει συνάντηση χωρίς διαχωριστικό, καθώς και αργότερα η δυνατότητα να στέλνει βιβλία και γραφική ύλη, είναι τον πρώτο καιρό η σανίδα από την οποία κρατιέται η Αϊλά. Το τρέξιμο στις όχθες του Βοσπόρου και η ενατένιση του απίστευτου τοπίου των Στενών, η αγάπη στον τόπο της είναι επίσης μια ψυχοθεραπεία που η ίδια η Αϊλά ονομάζει «βοσπορισμό», παρηγοριά είναι και τα ποιήματα του Τεφβίκ Φικρέτ. Και η Αϊλά ωριμάζει καθώς τα γεγονότα την ξεπερνάνε: στις 28 Ιουνίου το πολύνεκρο χτύπημα στο Διεθνές Αεροδρόμιο Ατατούρκ έδωσε νέα ώθηση στον αυταρχισμό του Ερντογάν αλλά και στις συνειδήσεις των δημοκρατικών πολιτών[9] (ο στρατός θεωρούσε ανέκαθεν πως ήταν θεματοφύλακας των δημοκρατικών και κοσμικών αξιών/-Και δεν σας φαίνεται περίεργο; Απαντάει μια συνάδελφος, πεπεισμένη πως η αποτυχημένη επιχείρηση ήταν προσχεδιασμένη, στημένη απ’ την αρχή, με σκοπό να ενισχυθεί η δημοτικότητα του Ερντογάν).
     «Ή αυτό ή ο θάνατος»
     Είναι το πρώτο «συμβάν» που θα αποτελέσει αφορμή για την μεταστροφή της Αϊλά σε πιο ενεργή αγωνίστρια. Οι συνθήκες στην καθημερινότητα γίνονται όλο και πιο δύσκολες: η συνάδελφος και φίλη της Νεβρά εγκαταλείπει τη χώρα με… φουσκωτή βάρκα μέσω Ελλάδας, απαγορεύουν την έξοδο από την επικράτεια στην Αϊλά, και τα μέτρα μέσα στη φυλακή σκληραίνουν, ο δε Γκιοκτάι, μετά από περίοδο δυσβάσταχτης μοναξιάς και αλλοτρίωσης, έχει αρχίσει απεργία πείνας και είναι υπερβολικά αδύναμος (ο Γκιοκτάι είναι ιστορικός· δεν μπορεί να ανεχθεί αυτήν τη νέα πολιτική ανάγνωση της Ιστορίας). Η τυχαία συνάντηση της Αϊλά με την φιλοκαθεστωτική Φατμά (ανήκει στο ΑΚΡ), που βρήκε την εξαφανισμένη γάτα τους (προς μεγάλη χαρά της Ντενίζ) δίνει ακόμα μια ώθηση στην Αϊλά, αλλά και η υποχρεωτική της πια παρουσία στο Πανεπιστήμιο (δεν τη διώχνουν γιατί το συγκεκριμένο διοικείται από κοινού με τη Γαλλία) την αναγκάζουν να ενταχτεί ξανά στο κοινωνικό σύνολο. Έχει περάσει ένας χρόνος πια, και η σκλήρυνση του καθεστώτος έχει επηρεάσει όλους τους τομείς, κυρίως όμως τους φοιτητές, που υποδέχονται την καθηγήτριά τους με πολλή χαρά και συγκίνηση.
      Έχουν ωριμάσει πια οι συνθήκες για πιο οργανωμένη αντίσταση, έχει ωριμάσει και η Ντενίζ που αρχίζει και μπαίνει στον νόημα –άλλωστε της επιτρέπουν να επισκεφτεί τον πατέρα της, οπότε το κοριτσάκι ηρεμεί και η Αϊλά μπορεί να μην κρύβει πια τις ανησυχίες της. Από τον βούρκο της αδράνειας ουσιαστικά την βγάζει ένας Κούρδος φοιτητής της, ο Αζάντ, πολύ ενεργός πολιτικά, αρχικά προσκαλώντας την σε παράσταση (ελεύθερη διασκευή του έργου «Κροκόδειλος» του Ντοστογιέφσκι, από ομάδα απολυμένων καθηγητών). Πρόκειται για μια καθαρά πολιτική πράξη αντίστασης («είναι ο καθρέφτης της δικής μας τραγωδίας»), και η συνειδητή πια συμμετοχή της Αϊλά, με την παρουσία της Ντενίζ, σηματοδοτεί το πέρασμά της σε μια νέα εποχή: Δεν βρίσκει λόγια να περιγράψει αυτό που ζει. Δεν πρόκειται ούτε για παράσταση ούτε για διαδήλωση ούτε για απόλυτη σύμπνοια, είναι κάτι πιο δυνατό απ’ όλα αυτά μαζί.
     Η Αϊλά έχει μήνες να δει τον Γκιοκτάι, ο οποίος έχει γίνει σκελετός από την απεργία πείνας (έχει αδειάσει εντελώς. Κι όμως αρνείται το πρωινό του. Γι’ αυτόν, όσο χάνει βάρος, τόσο κερδίζει σε αξιοπρέπεια. Η απεργία πείνας μοιάζει με ύστατη κραυγή για να διεκδικήσει την ελευθερία του). Είναι όμως αποφασισμένη να δοθεί στον αγώνα, και ακολουθεί τον Αζάντ στην Άγκυρα, σε μια πρωτότυπη μορφή αντίστασης: καθιστικές διαμαρτυρίες από ομάδες καθηγητών («Δώστε μας πίσω τα πανεπιστήμιά μας!») από απολυμένους εκπαιδευτικούς, από γυναίκες… Τους συλλαμβάνουν, δυο και τρεις κάθε φορά, τους επιβάλλον πρόστιμο, τους αφήνουν μετά ελεύθερους και πάλι. Το αποκορύφωμα όμως είναι τα βραδινά μαθήματα που παραδίδουν κρυφά οι επαναστάτες απολυμένοι καθηγητές στην «Ψηφιακή Ακαδημία Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων», μεταδίδοντας π.χ. αρχές του συνταγαμτικού δικαίου σε χιλιάδες φοιτητές μέσω της οθόνης! Η διδασκαλία εξ αποστάσεως (ιδέα εμπνευσμένη από την ταινία «Ο μαυροπίνακας» της Ιρανής σκηνοθέτιδας Σαμίρα Μαχμπαλμπάφ) ξαφνικά αποκτά ένα τεράστιο και ανομοιογενές πλήθος συνδρομητών από νοικοκυρές, συνταξιούχους, άνεργους, συνδικαλιστές, φοιτητές… Ο Αζάντ πρωτοστατεί βέβαια, ενημερώνοντας τον κόσμο για τους άγριους διωγμούς των Κούρδων, ενώ ο ίδιος κουβαλάει τραύματα ψυχικά και σωματικά..
Αυτό μονάχα του είχε μείνει.
Το χαρτί. Το μολύβι.
Το αποτύπωμα της νύχτας του.
Και η δυνατότητα να επινοήσει ξανά το περίγραμμά της.
     Και ο φακός στρέφεται στον Γκιοκτάι, που βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης και σκέφτεται την αυτοκτονία. Βρίσκεται πια σε αναπηρικό καροτσάκι, και η μόνη του διέξοδος είναι τα σχέδια στο χαρτί, σ’ ένα σημειωματάριο που του έδωσε ένας δεσμοφύλακας που τον λυπήθηκε (ένας λαβύρινθος από γραμμές και καμπύλες, που μοιάζουν γράμματα σε κίνηση. Ένα αφηρημένο σχέδιο, κάτι ανάμεσα σε χαρακτικό και καλλιγραφία). Είναι το αλφάβητο της σιωπής, γιατί όταν ο πόνος γίνεται αφόρητος, όταν κανένα βογκητό δεν μπορεί να τον εκφράσει, οι λέξεις χάνουν το νόημά τους. Η Αϊλά στη θέα αυτών των πρωτότυπων, άναρθρων κραυγών του άντρα της συγκινείται, και τις συνδέει με τη νεαρή Κούρδισσα εικαστικό Ζεχρά Ντογάν, που ζωγραφίζει με αυτοσχέδια πινέλα φτιαγμένα από τα μαλλιά των συγκρατουμένων της στις φυλακές του Ντιγιάρμπακιρ.
     Ωστόσο, η ελπίδα ξαναγεννιέται, όταν η δικηγόρος αναγγέλλει στην Αϊλά την επερχόμενη δίκη, στο δικαστικό Μέγαρο Τσαγλαγιάν. Είναι πια Δεκέμβρης του 2017, έχει γίνει συνταγματική μεταρρύθμιση και ήρθε η ώρα να εκδικαστούν όσοι υπέγραψαν το επίμαχο κείμενο. Βέβαια, είναι η αρχή μιας τρομερής δικαστικής οδύσσειας, με αναβολές και διακοπές, και με αποκορύφωμα την προσωρινή αποφυλάκιση του Γκιοκτάι ενώ αμέσως μετά από λίγες ώρες επανεξετάστηκε η απόφαση του δικαστή και απορρίφθηκε η υπό όρους αποφυλάκιση! Η δυσλειτουργία του δικαστικού συστήματος είναι τόσο εκτυφλωτική, που η Αϊλά αναφωνεί μπροστά στους χωροφύλακες κάποια στιγμή που προσπαθούν να την ηρεμήσουν: «Το μόνο μου έγκλημα είναι που δεν υπέγραψα το κείμενο διαμαρτυρίας νωρίτερα! Μ’ ακούτε; Που δεν υπέγραψα νωρίτερα!».
     Η Αϊλά είναι πια περήφανη για τον άνδρα της (όσο παλεύουμε για να αποφυλακιστεί ο σύζυγός μου, κανείς δεν είναι θύμα!), ταυτίζεται με τις πληγές του λαού της αλλά και των Κούρδων (κάθε καινούργιος πόλεμος είναι το θραύσμα μιας οβίδας που ξανανοίγει την πληγή, τη δική μου, του πατέρα μου, του λαού μου, της Τουρκίας). Δεν διστάζει πια να εκδηλώσει τη διαμαρτυρία της, ακόμα και με κίνδυνο τη σύλληψη (μπορούν να πάρουν τα πάντα αλλά όχι τη σιωπή μου), ενώ στους νέους αγώνες εναντίον του Ερντογάν, εντός ή εκτός Πανεπιστημίου, η συμμετοχή της σε κάθε εκδήλωση, κάθε έκφραση αλληλεγγύης είναι δεδομένη. Άλλωστε, τώρα είναι στο πλευρό της και η 9χρονη πια Ντενίζ.
     Τον Ιούλιο του 2019, τριάμισι χρόνια μετά τη σύλληψη του Γκιοκτάι, η οικογένεια θα ξανασμίξει σ’ έναν καινούργιο κόσμο. Σ’ έναν κόσμο όπου πολλοί απλοί κι αδιάφοροι πολίτες έχουν αρχίσει να αφυπνίζονται και να διεκδικούν την ελευθερία και την αξιοπρέπειά τους. Γιατί, όπως γράφει και η συγγραφέας, οι εξεγέρσεις όπως και οι ιδεολογίες δεν είναι πάντα συλλογικές. Μερικές φορές πρέπει να αντλήσουμε τη δύναμη μέσα μας. Για να σταθούμε καλύτερα στα πόδια μας.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] https://fr.wikipedia.org/wiki/Biblioth%C3%A8que_secr%C3%A8te_de_Daraya
[2] Έχει σκηνοθετήσει και συνεργαστεί σε πολλά ντοκιμαντέρ και έχει εκδώσει αρκετά βιβλία.
Το 2006 , η Ντελφίν Μινούι τιμήθηκε με το βραβείο Albert-Londres για μια σειρά άρθρων σχετικά με το Ιράκ και το Ιράν . Έχει γράψει για τη Nojoud Ali , το πρώτο κοριτσάκι που πήρε διαζύγιο στην Υεμένη , για το Ιράν, και έλαβε επίσης το Μεγάλο Βραβείο Αναγνωστών Elle το 2018 [ 14 ] για το έργο της σχετικά με την ειρηνική αντίσταση της Συρίας στη Νταράγια και τη μυστική βιβλιοθήκη της Νταράγια , The Book Smugglers of Daraya [ 8 ] . Το 2023, δημοσίευσε το The Alphabet of Silence [ 2 ] , και το 2024 το Badjens (για την ειρηνική εξέγερση των Ιρανών γυναικών και εφήβων κοριτσιών)
[3] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%9A%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B4%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%BD
[4] Μετά τη σύλληψη και φυλάκιση το 1999 του αρχηγού του ΡΚΚ, Αμπντουλάχ Οτσαλάν, εγκατέλειψε τον Μαρξιστικό-Λενινιστικό χαρακτήρα του[15] και υιοθέτησε τη νέα πολιτική πλατφόρμα του Δημοκρατικού Συνομοσπονδισμού (επηρεασμένη από τον ελευθεριακό σοσιαλισμό) ενώ σταμάτησε τις επίσημες εκκλήσεις για δημιουργία ενός εντελώς ανεξάρτητου κράτους. Στις 21 Μαρτίου 2013, η οργάνωση κήρυξε επίσημη παύση του πυρός με τη Τουρκία. Στη συνέχεια συμμετείχε στις εχθροπραξίες ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος, όπως στην πολιορκία του Κομπάνε. Όμως μετά από βομβαρδισμό θέσεών του από την Τουρκία τον Ιούλιο του 2015, το ΡΚΚ άρχισε ξανά τις επιθέσεις εναντίον στόχων στην Τουρκία.
Το ΡΚΚ χαρακτηρίστηκε ως τρομοκρατική οργάνωση από αρκετά κράτη και οργανώσεις, όπως το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση,[17] ενώ από άλλες χώρες, όπως η Αρμενία, η Κίνα, η Ρωσία, το Βιετνάμ και η Κούβα όχι. Την 1η Μαρτίου 2025, το PKK κήρυξε κατάπαυση του πυρός με την Τουρκία και η οργάνωση διαλύθηκε στις 12 Μαΐου. Σύμφωνα με ανακοίνωση, που μετέδωσε το πρακτορείο ειδήσεων Firat που πρόσκειται στην οργάνωση, «το 12ο Συνέδριο του PKK αποφάσισε να διαλύσει την οργανωτική δομή του PKK και να βάλει τέλος στον ένοπλο αγώνα».
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%9A%CF%8C%CE%BC%CE%BC%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B4%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%BD
[5] Έμεινε γνωστός ως ο «ποιητής της ελευθερίας» λόγω του επαναστατικού του ύφους και της έντονης κριτικής του ενάντια στο απολυταρχικό καθεστώς του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β΄. Θεωρείται ο θεμελιωτής της σύγχρονης τουρκικής ποίησης.
[6] https://www.dnews.gr/eidhseis/kosmos/537180/silyvria-i-terastia-tourkiki-fylaki-pou-egine-symvolo-tou-aftarxismoy-tou-erntogan
[7] Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης
[8] Η καταστολή των διαδηλώσεων στο πάρκο Γκεζί στην Κωνσταντινούπολη ξεκίνησε τον Μάιο του 2013, όταν οι τουρκικές αρχές επιχείρησαν να εκκενώσουν βίαια ειρηνικούς διαδηλωτές που αντιδρούσαν στην κοπή δέντρων και στην ανέγερση εμπορικού κέντρου στην πλατεία Ταξίμ. Εκατοντάδες διαδηλωτές και ακτιβιστές αντιμετώπισαν ποινικές διώξεις και καταδίκες, ενώ ακόμη και χρόνια αργότερα (όπως στις επετείους της εξέγερσης), οι τουρκικές αρχές προχωρούν σε συλλήψεις και αποκλεισμούς της πλατείας Ταξίμ


[9] https://www.efsyn.gr/kosmos/eyropi/74375_polynekri-epithesi-aytoktonias-sto-aerodromio-atatoyrk

Δευτέρα, Αυγούστου 31, 2026

Εφτακόσιοι φοίνικες φυτεμένοι στο ίδιο σημείο, José Balza

Νιώθω διαρκώς την ανάγκη να επιβάλω νοήματα στις εμπειρίες:
και με τον τρόπο αυτόν νομίζω ότι καθιστώ μόνιμη
και την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια της καθημερινής ζωής,
κάτι σαν μια μεταφυσική του καθημερινού.
     Πρόκειται για ένα εξαιρετικό, πρωτοποριακό, φευγάτο κείμενο που δύσκολα θα το χαρακτήριζε κανείς «μυθιστόρημα», γραμμένο από τον μεγάλο Βενεζουελάνο Χοσέ Μπάλσα, επιπέδου Κορτάσαρ -κατά τη γνώμη μου-, ο οποίος παρεμπιπτόντως θεωρεί τον Μπάλσα σπουδαίο συγγραφέα, και επαίνεσε ιδιαίτερα το συγκεκριμένο βιβλίο. 
     Ένα ανήσυχο «εγώ» πρωταγωνιστεί σ’ αυτό το ακατάσχετο παραλήρημα, αυτό το καταπληκτικό αφήγημα όπου θαρρείς δεν υπάρχει αρχή και τέλος· ένα «εγώ» που αναπροσδιορίζεται ξανά και ξανά, προσπαθώντας να ανακαλύψει τη βαθύτερη ουσία της ύπαρξής του. Παρόλο που υπάρχουν σημαντικά εξωτερικά γεγονότα, το βάρος της αφήγησης πέφτει στην εσωτερική πορεία του ήρωα-αφηγητή(-συγγραφέα;), προς την αυτογνωσία και την αυτοπραγμάτωση. Οι εμπειρίες, είτε ευχάριστες είτε οδυνηρές, επισημαίνονται άτακτα και συνειρμικά, ενώ η μνήμη τις μεταστοιχειώνει και τους δίνει κάθε φορά καινούργιο νόημα· γιατί ο «χρόνος μεταμορφώνει το παρελθόν» όπως εύστοχα αναφέρει ο μεταφραστής Λευτέρης Μακεδόνας στο επίμετρο.
     Ο λόγος είναι ποιητικός, και παρόλο που ο αναγνώστης δυσκολεύεται να βρει κάποια συνοχή, η αποκαλυπτικότητα των λέξεων τον καθηλώνει. Συχνά παρακολουθούμε το αποτύπωμα των γεγονότων, των εικόνων, των βιωμάτων στον ψυχισμό -από μια εσχατολογική ματιά, δηλαδή από την οπτική γωνία ενός ανθρώπου που αναρωτιέται για το έσχατο νόημα, επισκοπώντας όλη την πορεία της ζωής του σε βάθος χρόνου. Η γραμμικότητα είναι στοιχειώδης, κυριαρχεί η «απορρύθμιση του χρόνου», σκέψεις ανάκατες με εικόνες και έντονα συναισθήματα, μέσα στα οποία ξεχωρίζει κάποια στιγμή η κυριαρχική και τρομακτική μορφή του μέθυσου πατέρα (δεν θα αργήσει να φανεί και πάλι, αλλά εγώ νιώθω σαν να θέλω να απομακρύνω από κοντά μου την πρασινωπή αύρα με την οποία ο αέρας ανακοινώνει την παρουσία του). Συνολικά, βλέπουμε καθαρά την πορεία μιας συνείδησης να προχωρά από την αντίφαση και τη δυαδικότητα, στην ποθητή ενότητα.
     Γιατί τον Πραξιτέλη;
Πιθανότατα το πάθος του για τον Πραξιτέλη να μην ήταν τίποτα άλλο
παρά ο πυρήνας των πολλών διαφορετικών παραλλαγών
αυτού που ήταν ο ίδιος:
εκτός τόπου
     Ο ήρωας, το alter ego του συγγραφέα, Βενεζουελάνος με ινδιάνικη καταγωγή όπως αποκαλύπτει αργότερα, ξεκινά την αφήγηση, που ίσως είναι γράμμα στην αγαπημένη του, την Αγλαΐα, προσπαθώντας να της μεταφέρει και να της εξηγήσει την εσωτερική σύγχυσή του: αρχικά, βιώνει ένα είδος αποκάλυψης, αυτοσυστήνεται ως Πραξιτέλης και απευθύνεται σε κάποιο Αλέξη (μαζί με κάποιον Γιώργο), ένα πρόσωπο που δεν συναντάμε ξανά, και που το γνώρισε μάλλον ως έφηβος στα «δάση της Αθήνας». Δύσκολα ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι το αφηγηματικό «εγώ» σ’ αυτήν τη φάση ταυτίζεται με τον γλύπτη της αρχαιότητας, τον Πραξιτέλη, και τριγυρίζει στο «Γυμνάσιο», θαυμάζοντας τους αθλητές, «την ακρίβεια των κινήσεων των σφαιριστών», βλέποντας «την αρχή των επερχόμενων μαχών». Γίνεται κάποτε σαφές ότι η παρουσία του ήρωα στην Αθήνα είναι εσωτερική, ονειρική (στην πραγματικότητα δεν βρισκόμουν ούτε στο σώμα μου, ούτε στη σκέψη μου, διέσχιζα σώμα και σκέψη· σαν να επρόκειτο για μια παράξενη κίνηση, την οποία εγώ ο ίδιος είχα εφεύρει)· ένα είδος μυστικής διαχρονικής συνάντησης με τον… Πραξιτέλη φαίνεται να διαμόρφωσε την «ελληνική σκέψη», τον θαυμασμό στο ελληνικό ιδεώδες ενσαρκωμένο στη μορφή του αρχαίου καλλιτέχνη. Ο Πραξιτέλης και η «δυαδικότητά του» τού γίνονται εμμονή, εφόσον όνειρο του αφηγητή-ήρωα είναι να δημιουργήσει ταινίες, και κυρίως την ταινία με τη ζωή του Πραξιτέλη (η ταινία αυτή επρόκειτο να είναι ένα σχόλιο γύρω από τη δική μου ζωή: από κει εκπηγάζουν κι οι αδυναμίες της). Ο ίδιος ο ήρωας έχει συνείδηση του δικού του εσωτερικού διχασμού «σε δύο προσωπικότητες, η μία από τις οποίες ξεδιπλωνόταν μέσα του κατά τη διάρκεια των μυστικών ελληνικών στιγμών του». Στο ένα άκρο είναι ο άνθρωπος ο επιφανειακός, ο φοβητσιάρης, στο άλλο άκρο η ιδεατή φύση που ενσαρκώνεται στο πρότυπο της ελληνικής κλασικής αρχαιότητας (ομορφιά, απολυτότητα, ελευθερία, έρωτας). Το ελληνικό ιδεώδες (η «ελληνική λευκότητα») εκφράζει το Απόλυτο, την εσωτερική κι εξωτερική ενότητα (το πραγματικό άπιαστο είναι η μεταστοιχείωση, η επίτευξη της πλήρους απώλειας της δικής μου πραγματικότητας, έτσι ώστε να εισέλθω στη δική του, στα δικά του όρια και στη δική του ευαισθησία). Η κλασική αρμονία που ενσαρκώνει ο Πραξιτέλης διαλύει όλες τις ανισορροπίες, ακόμη και στον έρωτα (η σύντηξη, το αιώνιο ζευγάρι, η κόλαση που έχει μετριαστεί/ ο Πραξιτέλης ψάχνει να βρει στη Φρύνη την ολοκληρωτική εμπειρία του έρωτα), ένα θέμα που όπως φαίνεται απ’ την αρχή βασανίζει τον ήρωα.
     Υπάρχει λοιπόν ένας διχασμός του «εγώ» (είναι τόσο ισχυρή αυτή η αντίθεση μεταξύ της ζούγκλας, των μονίμων κατοίκων και του δικού μου τρόπου ύπαρξης –πάντα σιωπηλός, αδιαφανής, ένα πραγματικό κενό), γιατί υπάρχει κι ένα εσύ (Πραξιτέλης) καθώς ο ήρωας οδεύει προς την αυτογνωσία: έχει συνείδηση ότι είναι ένας ευαίσθητος ονειροπόλος νεαρός με υπεραναλυτική σκέψη, σιωπηλός και χαρούμενος, που ίσως η καταγωγή του από τη ζούγκλα τον έκανε μοναχικό και δυσπροσάρμοστο, που η φιλοσοφία στο λύκειο τον ώθησε στο να αναζητήσει την ελληνική φιλοσοφική σκέψη (άρνηση της παραδοσιακής ηθικής από τους αρχαίους έλληνες), όπως και στο πάθος του να διαστρεβλώνει τα πραγματικά γεγονότα. Έχει τόσο πολύ συναίσθηση της «δυαδικότητάς» του, του διπλού εαυτού του, που πολλές φορές στην αφήγηση χρησιμοποιεί το γ΄ ενικό, το «εγώ» γίνεται «αυτός».
     Ο ίδιος ο αφηγητής, σε κάποιες στιγμές αναστοχασμού, απαντά στο ερώτημα «Γιατί τον Πραξιτέλη;»: από μιαν άποψη, ο Πραξιτέλης παίζει τον ρόλο του φακού: αντιπροσωπεύει την αποκάθαρση της δικής μου αντίληψης (…)· ο Πραξιτέλης θα μου έδειχνε πώς ακριβώς να σμιλεύσω τις ώρες και τα συναισθήματα. Όμως αυτή ήταν μόνο η μία όψη του ζητήματος. Η άλλη, που είναι πολύ πιο βαθιά, ακόμη μου διαφεύγει. Το μόνο που καταλαβαίνω είναι ότι πρόκειται για μια δύναμη που με ωθεί να αναζητήσω την ομορφιά που υπάρχει μέσα στους ανθρώπους και τα πράγματα. Τέλος, ο Πραξιτέλης τον φέρνει σε «κατάσταση εγρήγορσης».
     Σαν Ραφαέλ
Ήταν πολύ δύσκολο να ανακαλύψω τι ακριβώς κρυβόταν
πίσω από την επιστροφή μου στο Σαν Ραφαέλ·
είχα τόσο πολλές δικαιολογίες κρυμμένες στο μανίκι
     Ωστόσο, ο «ρεαλιστικός» άξονας που διατρέχει το βιβλίο ως πλοκή είναι η επιστροφή του ήρωα μετά από απουσία δέκα χρόνων στο Σαν Ραφαέλ, στο χωριό καταγωγής του (μετά από σπουδές;), όπου πιστεύει ότι θα βρει το νήμα που συνδέει τα αντιφατικά του κομμάτια. Πιστεύει ότι το Σαν Ραφαέλ, αιωρούμενο μέσα στο φως, με τις αδιαπέραστης συνοχής νύχτες του, είναι ο ιδανικός τόπος για να συντάξει το βασικό σενάριο της ζωής του Πραξιτέλη (!). Κι όχι μόνο: ο αέρας, το ποτάμι, το φως, ο βυθός έχουν μια ανεξήγητη επίδραση στον ψυχισμό, τον υποδουλώνουν και τον λυτρώνουν ταυτόχρονα (η φωτεινότητα του νερού στον βυθό του ποταμού, εκεί ακριβώς όπου εγώ δεν θα μπορέσω ποτέ να φτάσω/εκείνο το όνειρο, εκείνη η γη, που ήταν η δική μας γη, σ’ εκπαιδεύει μόνο για την πυρετώδη φαντασία, για το μερικό και το ασυνάρτητο). Είναι αξεπέραστες οι αναφορές στη φύση και στη δύναμή της να φορτίζει με ενέργεια τον αφηγητή ώστε να προχωρήσει στην ποθητή ενότητα, στο ζητούμενο, που είναι η «πραγματική ζωή» μέσα από την αγάπη και την ελευθερία. Γι’ αυτό και αναζητά το «πνευματικό γίγνεσθαι» στα βιβλία μεν, αλλά κυρίως στις σχέσεις τις ανθρώπινες, στη φιλία, στον έρωτα (έχω έρθει στον κόσμο για να παραβιάσω τα όρια, τα συναισθήματα: να τα χρησιμοποιήσω μεν, αλλά τελικά να εγκαταλείψω αυτά που μου είναι ήδη γνωστά και να δημιουργήσω κάποια άλλα, καινούργια).
     Μέσω της αφήγησης και των συνειρμών/αναμνήσεων λοιπόν, βλέπουμε χαρακτήρες και πρόσωπα που καθόρισαν και διαμόρφωσαν τον ψυχισμό του αφηγητή: η Αγλαΐα και ο ανέφικτος έρωτας μαζί της· ο Αντόνιο, σκεπτικιστής διανοούμενος με προβληματισμούς σχετικά με την τέχνη, μουσικός, που του παραχώρησε το διαμέρισμά του της Λας Αρκάσιας, που τον εμπιστεύεται, του θέτει ερωτήματα και τον συμβουλεύει· η Ρακέλ, ο πραγματωμένος, σαρκικός έρωτας που του υπόσχεται αιώνια αγάπη· ο Λεσάμα, καρδιακός φίλος, συνομήλικος, με πολιτική δράση· ο Έκτορ Αλόνσο, ο ξάδερφος-φοιτητής που έχει έρθει στο σπίτι για διακοπές και που μαζί με τη Βεράνα σχηματίζουν το τρίγωνο που απογειώνει τον έρωτα· ο απατεωνίσκος Χούλιο Σεσάρ, η συμμορία του και η τραγελαφική σχέση τους. Και φυσικά, ο πατέρας ή μάλλον, το φάσμα ενός πατέρα που τους έχει εγκαταλείψει από καιρό, αλλά που έρχεται και ξανάρχεται μεθυσμένος και βίαιος (μες στο ημίφως αναγνώρισε το πρόσωπο του πατέρα του, μαβί και παραμορφωμένο (…) τότε ο πατέρας του άνοιξε τον φράχτη αδέξια,, τον ακινητοποίησε πιάνοντάς τον από το ένα χέρι και χτύπησε με δύναμη τα μάτια, τα μάγουλα και το σώμα του παιδιού).
     Στο Σαν Ραφαέλ, στην επιστροφή στη γενέθλια γη, ο ήρωας θα κατακτήσει την ποθητή μεταμόρφωση.
     Τα πρόσωπα
Αγάπη δεν είναι ο δεσμός μεταξύ των εραστών,
ούτε οι αντιδράσεις ευτυχίας ή πόνου, ούτε οι προσχεδιασμένες αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους. 
Αγάπη είναι η ανάδυση όλων των πνευματικών θησαυρών που ο εραστής διατηρούσε μέχρι στιγμής 
μέσα του, κρυφά, χωρίς να τους γνωρίζει ούτε αυτός ο ίδιος, 
κι οι οποίοι αναβλύζουν τώρα με ασυνήθιστη ορμή, στην επαφή του με την αγαπημένη.
Είναι η βαθύτερη ουσία εκείνου του πράγματος 
που πριν δεν γνώριζε καν ότι υπήρχε στη ζωή 
και τώρα ανθίζει εντελώς απρόσμενα.
     Πρώτα πρώτα ο αναγνώστης έρχεται σ’ επαφή με την «γλυκιά» Αγλαΐα, σύμβουλο-ψυχολόγο που εργάζεται μαζί με τον αφηγητή σ’ ένα σχολείο (τα πράσινα μάτια της Αγλαΐας, οι χειρονομίες της, η αθωότητά της/τα λαμπερά της μάτια που αποφεύγουν να συναντηθούν με τα δικά σου). Πρόκειται για έναν παθιασμένο αλλά ανέφικτο έρωτα με μια γυναίκα που είναι αισθησιακή, λάγνα και ασυγκράτητη αλλά αρνείται την προγαμιαία ολοκλήρωση του έρωτα (τόσο η Αγλαΐα όσο και η μητέρα μου συμφωνούν σ’ ένα σημείο: στο πόσο εκτιμούν κι οι δύο τον γάμο). Στο χρονικό σημείο όπου αρχίζει η αφήγηση, ο ήρωας θέλει να «απαλλαγεί άπαξ δια παντός από την Αγλαΐα», γι’ αυτό άλλωστε επαναφέρει συνέχεια το επεξηγηματικό γράμμα που θα της γράψει. Η Αγλαΐα είναι «ικανή να σου προκαλέσει αναστάτωση», είναι επίμονη και προκλητική στον έρωτα (η γλώσσα της Αγλαΐας, μια επιδερμίδα με πολλούς μικρούς πόρους εισχωρεί μέσα σου (…) ώσπου η απολαυστική αίσθηση μιας κυκλωτικής οξύτητας σου κόβει την ανάσα) αλλά και σταθερή στην εμμονή της (με μια «ασυνήθιστη έπαρση») να παραμείνει παρθένα· είναι γλυκιά και ήπιων τόνων, γίνεται όμως και είρων και κακεντρεχής. Η χωρίς νόημα επιμονή της τον κάνει να την περιφρονεί (είχα έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με τον αξιοθρήνητο συντηρητισμό της Αγλαΐας), έφτασε μάλιστα στο σημείο να τη χτυπήσει. Ωστόσο, ακόμα και οι φίλοι του (Αντόνιο, Λεσάμα), για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, αποδέχονται τον κοινωνικό συμβιβασμό του γάμου, τον οποίο ο ίδιος απορρίπτει στο όνομα της ελευθερίας (να αναγνωρίζεις την αγάπη, να τη μοιράζεσαι, και, μ’ αυτόν τον τρόπο, ν’ απορρίπτεις την οποιαδήποτε έξωθεν παρέμβαση στις επιλογές σου).
     Ρακέλ
J’ ai la tristesse du soleil au soir
     Ούτε όμως η Ρακέλ (πολύ νέα-ξανθιά-και-χυμώδης), με την οποία μοιράζεται απίστευτες στιγμές αισθησιακές ολοκληρωμένου έρωτα («διαχυτική και ταυτόχρονα απούσα»), ικανοποιεί αυτό που γυρεύει ο ήρωας, την αγάπη που συνοδεύεται από ελευθερία: το να υποτάξω τη ζωή μου σε μια γυναίκα που δεν έχει επίγνωση των λόγων για τους οποίους αποδέχεται την ελεύθερη ένωση μαζί μου θα ήταν εξίσου επιπόλαιο με το να παντρευτώ την Αγλαΐα.
     Για τον ήρωα, η Ρακέλ, παρόλο που ήταν αυτή που τον επηρέασε να ασχοληθεί με το σινεμά, ήταν «χαμηλής νοημοσύνης» που προσπαθούσε επί ματαίω να ανταποκριθεί στο στάτους του κοινωνικού της περιβάλλοντος (πίνακες, γαλλικά, πιάνο κλπ): γι’ αυτήν, το κλειδί της ζωής ήταν ένα παρόν που εξαντλούνταν στον εαυτό του. Η επιπολαιότητα της Ρακέλ (δεκάδες άντρες γύρω της, ο δε μέγιστον γλυκοκοιτάζει και τον Αντόνιο, σημαντικό φίλο του ήρωα) δημιουργεί συναισθήματα ποικίλα και αντιφατικά.
     Λεσάμα
Πρέπει να καταβάλω μεγάλη προσπάθεια, ώστε,
πίσω από την επιπολαιότητα του Λεσάμα
να καταφέρω να διακρίνω τον επαναστάτη.
     Σημαντική είναι η παρουσία του Λεσάμα που ο ήρωάς μας συναντά στο Σαν Ραφαέλ μετά από χρόνια (δεν υπήρχε παιδική περιπέτεια ή τρέλα που να μην την είχαμε μοιραστεί). Λάτρης των τυχερών παιχνιδιών (κοκορομαχίες, χαρτιά), και πολύ γυναικάς (αισχρή η κακοποίηση της δωδεκάχρονης ορφανής Ολγίτας από ομάδα μαθητών), είναι ωστόσο ο μόνος που αναφέρεται να είχε από νωρίς πολιτική δράση (μαζί και με τον ήρωα προ δεκαετίας), και να συνεχίζει να ανήκει στο ΚΚΒ , με όλα τα προβλήματα που αυτό συνεπάγεται (η οδός της βίας, επιμένει· όλα τα υπόλοιπα είναι καθαρή προδοσία/δηλαδή εσύ πιστεύεις ότι μπορούμε να αλλάξουμε αυτήν τη χώρα μόνο με τους νόμους;). Παρόλα τα πάθη του, ο Λεσάμα ήταν αυτός που θέλησε να αλλάξει η χώρα, που πονούσε για την καταπίεση των Ινδιάνων, που πίστευε ότι «όσοι αγαπούν αυτή τη γη επιλέγουν να μείνουν στη ζούγκλα» και ότι «χρειάζονται έναν άνθρωπο που θα φύγει έξω, θα σπουδάσει και θα επιστρέψει εδώ· και ταυτόχρονα θα είναι ερωτευμένος με τη ζούγκλα του: μ’ άλλα λόγια, θα έχει φύγει έξω απ’ αγάπη γι’ αυτήν».
     Ήταν «σύνδεσμος», είχε μυστικές επαφές και αποστολές με τους αντάρτες, τροφοδοτούσε, μετέφερε μηνύματα και φάρμακα (δεν είναι επομένως και τόσες πολλές οι ώρες που αφιερώνει πλέον στα ζάρια. Κάτι έχει αλλάξει μέσα του). Υπάρχουν και αποσπάσματα, όμως, όπου ο ήρωας αναθυμάται στιγμές απογοήτευσης κι αμφιταλάντευσης (από την άλλη βλέπεις όλους αυτούς του ΚΚΒ να αερίζουν τα τέτοια τους και να εργάζονται, λέει, για την εθνική συμφιλίωση. Ξέχασαν πολύ εύκολα όλους εκείνους τους συντρόφους που έχουμε χάσει), νιώθει ότι το όνειρο για μια κοινωνία ισότητας καταρρέει, κάποια στιγμή εξαφανίζεται από το χωριό κι απ’ τη δουλειά.
     Έμμεσα λοιπόν βλέπουμε και στοιχεία της πολιτικής κατάστασης στη Βενεζουέλα, π.χ. αναφέρεται συχνά ο «περεσχιμενισμός», δηλαδή η δικτατορία του Χιμένεθ (τρεις φορές δικτάτορας στο διάστημα 1948 μέχρι 1958) που στοίχειωσε τη χώρα, η κρυφή τοποθέτηση επαναστατικών σημαιών στους παραποτάμους σαν σημάδι αντίστασης στο καθεστώς, η αναφορά στους «cazadores»[1],και το αποκορύφωμα, την ταύτιση του ήρωα-αφηγητή με το θύμα εκτέλεσης (είναι ο Λεσάμα) από τους καθεστωτικούς –μια συγκλονιστική σκηνή από τις πολύ συνήθεις στη Λατινική Αμερική, δολοφονίας με πτώση από ελικόπτερο: εγώ βλέπω εσένα τώρα Λεσάμα· πέφτεις, διαλύεσαι μόλις έρχεσαι σ’ επαφή με τη γη, σαν κάποιο άγνωστο φρούτο. Μπορώ και τα βλέπω όλα: το ελικόπτερο, τον θάνατο· αυτός είναι που πέφτει, κι ακόμα τώρα που πέφτει, δεν θα καταφέρει να εξηγήσει τίποτα από όλο αυτό. Γιατί;
     Χούλιο Σέσαρ
Για μια στιγμή ένιωσε πως ήθελε να προφυλάξει
όλη εκείνη την άλογη, αχαλίνωτη νεότητα
     Η ανεκδιήγητη σχέση με τον απατεωνίσκο Χούλιο Σέσαρ και τη συμμορία του, όσο ο ήρωας (πολύ κουραστικό που δεν έχει όνομα) ήταν ακόμα στην πόλη (Καράκας), είναι ένας από τους άξονες που μυστηριωδώς ωθούν τον ανώνυμο ήρωά μας στην μετεξέλιξη της συνείδησής του. Πρόκειται για έναν κατεργάρη φτωχοδιάβολο, που έβαλε στο μάτι τον ήρωα-αφηγητή που εκείνη την εποχή πουλούσε… χύτρες, γιατί είχε καινούργιο αυτοκίνητο και φαινόταν ότι έχει γεμάτο πορτοφόλι. Αντίστοιχα, ο μάγκικος τρόπος ομιλίας (το «λεκτικό ιδίωμα»), οι παραμορφωμένες λέξεις, κυρίως όμως η φτώχεια (απείρου κάλλους η περιγραφή της παράγκας του Χούλιο), η χαμηλή νοημοσύνη, ο κόσμος (υπόκοσμος) που εκπροσωπούσε ο Χούλιο Σέσαρ προσέλκυσαν τον αφηγητή, ο οποίος ενέδωσε αμέσως στις περίεργες προσκλήσεις (μια μεθυστική ουσία παγίδευσε το κορμί του) και προσχώρησε στην ομάδα όπου κυριαρχούσαν διαφορετικοί νόμοι και αρχές, συμμετέχοντας σε «διασκεδαστικές» περιπέτειες όπως να δείρουν έναν περαστικό ή να καταστρέψουν ένα αυτοκίνητο, προσδοκώντας βασικά την επαφή με νέα πρόσωπα και νέες εμπειρίες (αυτά ήταν τα συστατικά στοιχεία που θα έφερναν τη μεταμόρφωση). Η «συνεργασία» με τον Χούλιο Σέσαρ περνάει διάφορα στάδια και δοκιμασίες, με φόντο μια μίζερη γειτονιά στο Μακαράο (συνοικία του Καράκας) μέσα σε «βουνά μπλε και λευκά, απίθανους σχηματισμούς που αντικατοπτρίζονταν πάνω στη βλάστηση». Το αποκορύφωμα είναι η προσπάθεια του Χούλιο να τον κλέψει (λεφτά και αυτοκίνητο), και το σατανικό σχέδιο να τον εξουδετερώσει/σκοτώσει, που όμως ο ήρωάς μας εύκολα ανέτρεψε κερδίζοντας για πάντα την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη όλης της συμμορίας (τότε ακριβώς αναγνώρισε το γεγονός ότι ο Χούλιο Σέσαρ ήταν ακριβώς ο τύπος του ανθρώπου που έψαχνε, κυριολεκτικά το κανάλι που θα τον οδηγούσε σε καινούργιος κύκλους/είχε ανάγκη από ανθρώπους που θα του θόλωναν την αντίληψη). Όχι, δεν ήθελε να χάσει την επαφή με τον Χούλιο, τη «σχισμή» μέσα απ’ την οποία μπορούσε να κοιτάξει τον κόσμο του, κάτι που δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν ούτε οι φίλοι του, ούτε βέβαια η Αγλαΐα («δεν θα κατανοήσεις τη δυαδικότητά μου»).
     Ο Χούλιο Σέσαρ αναδεικνύεται «σύμβολο μοναδικής αξίας», κάτι που ξεκίνησε ως παιχνίδι αλλά φαίνεται ότι ήταν βαθιά η ανάγκη του ανώνυμου αφηγητή να συναναστραφεί ανθρώπους όχι του ίδιου κοινωνικού στάτους. Φτάνει στο σημείο να αντλεί περισσότερη -πνευματική- ευχαρίστηση από τον σχεδιασμό μιας ληστείας απ’ ό, τι από μια φιλοσοφική διάλεξη (!). Αυτή η «πρωτόγνωρη ανθρωπογεωγραφία» που εκπροσωπούν οι καινούργιοι του φίλοι κρύβει βέβαια βαθύτερα κοινωνικοπολιτικά αίτια, κάτι που δεν παραγνωρίζει. Η ουσία είναι ότι οι «κατ’ επίφασιν εμβριθείς ελληνικές του ιδέες πρακτικά μηδενίζονταν από τους νέους του φίλους της συμμορίας» (ο Πραξιτέλης δεν είναι πια εγώ).
     Αντόνιο
Η πολλαπλότητα του είναι εντοπίζεται
στην κάθε αλλαγή που συμβαίνει στην αντίληψή μας
     Η συνάντησή του με τον Αντόνιο, στην πόλη πάντα, έγινε μετά τη γνωριμία του με τη συμμορία. Ήταν ο συμφοιτητής (σπούδαζε μουσική) του οποίου «η αθωότητα κι η καλλιτεχνική του ζέση θα μετατόπιζαν πολλά πράγματα μέσα του». Ο Αντόνιο ήταν εκείνος που καταλάβαινε τις πνευματικές αναζητήσεις του ήρωα, κι ας θεωρούσε «μαλακίες» το εγχείρημα του Πραξιτέλη· είχε και κείνος το σαράκι της αλλαγής, της μεταμόρφωσης, της αναζήτησης του «εαυτού», μέσα από την τέχνη της μουσικής. Ήταν επίσης εκείνος που είχε την ιδέα να γίνει «το πάρτι με τις χύτρες», δηλαδή επίδειξη και πώληση των χυτρών στο διαμέρισμά του. Η ιστορία με τις χύτρες εξελίσσεται σε σπαρταριστή κωμωδία, ή μάλλον γλυκόπικρη, γιατί το κλειδί το είχε κι ένας φίλος που κρυβόταν για πολιτικούς λόγους, ο οποίος το έδωσε σε άλλον και σε άλλον με αποτέλεσμα να υπάρχουν τόσα πολλά κλειδιά που δεν ξέρω τι πρόκειται να συναντήσω κάθε φορά στο σπίτι. Το σπίτι μετατράπηκε σε σημείο αντίστασης όπου μαζεύονταν φοιτητές, αργόσχολοι, πολιτικοί, ποιητές και κάθε λογής καρύδι… Έτσι λοιπόν, στο απίθανο πάρτι, εκτός των άλλων, παρευρίσκονται η χυμώδης Ρακέλ ανάμεσα σε έξι ξανθούς άντρες, ο Αντόνιο, η λευκοφορεμένη Εγλέ που μπερδεύεται με την οπτασία της Ειρήνης του Πραξιτέλη, και αποκορύφωμα, ο Χούλιο Σέσαρ. Η παράταιρη παρουσία του Χούλιο Σέσαρ στο πάρτι και οι χωρίς αιδώ αφηγήσεις του σχετικά με τις απατεωνιές που έκανε με τον ήρωα-αφηγητή, ήταν αποκαλυπτική για τον διανοούμενο Αντόνιο (κάποια στιγμή ο Αντόνιο έδειξε να χάνει την αντιληπτική του ισορροπία)! Δεν έχουν σημασία εδώ οι λεπτομέρειες, αλλά «από μια ανεξήγητη αλλαγή της διανυσματικής φοράς των γεγονότων» η τροπή του πάρτι είχε ένα γκροτέσκο, κινηματογραφικό φινάλε.
     Έκτορας Αλφόνσο, Βεράνα     
     Ένας ακόμα αναβαθμός στην ωρίμανση και στη λύτρωση από τη δυαδικότητα και την εμμονή στη ζωή του Πραξιτέλη, ήταν η σχέση με τον Έκτορα Αλφόνσο και τη Βεράνα (μια γυναίκα που μένει αποκλειστικά σ’ έναν και μοναδικό πόλο/η ίδια έχει αρνηθεί εξαρχής να αναλύει τις επιθυμίες της: το ένστικτό της την οδηγεί να αποκτά αυτό που θέλει χωρίς να θέτει πολλά πολλά ερωτήματα, με δυο λόγια, να είναι ευτυχισμένη). Η Βεράνα ήταν παντρεμένη και «προσκολλημένη» στον άντρα της, παρόλ’ αυτά δινόταν και σε άλλους άντρες μ’ ένα «ειλικρινές» πάθος, ένας απ’ τους οποίους ήταν ο όμορφος έφηβος, ξάδερφος Έκτορ Αλόνσο. Στο παράνομο ζευγάρι προστέθηκε αβίαστα και ο ήρωάς μας, μέσα σ’ ένα κλίμα αυθόρμητου ενθουσιασμού. Η σχέση των τριών δεν είναι αποκλειστικά σωματική-σεξουαλική, άλλωστε η Βεράνα είναι αυτή που έκανε τον ήρωα να συνειδητοποιήσει ότι «ήταν λανθασμένη η μέθοδος της ενδοσκόπησής του στην ίδια της τη βάση, ότι αναζητούσε δηλαδή μονίμως κάποιες σταθερές στη ζωή του». Από μια άποψη τη θαυμάζει κιόλας, είναι αυθεντική και τολμηρή… Η συνάντησή τους γίνεται μέσα σε μια ατμόσφαιρα χαράς και θυμηδίας, ενώ οι στιγμές όπου τα τρία σώματα γίνονται ένα, αγγίζουν την απόλυτη ευτυχία (απίθανες, ποιητικές περιγραφές). Χαμόγελα, «αδιάλειπτη χαρά», αθώο πάθος, εγρήγορση, «χροιά ευτυχίας». Το κυριότερο όμως, αυτό που χαρίζει την ευφορία της αρμονίας: οι τρεις μας δίναμε ζωή σ’ ένα νέο ον, σε μια άλλη συνείδηση, η οποία κατοικοέδρευε στα ακροδάχτυλά μας, στο δέρμα μας, παράλογη και διττή, πέρα από τις λέξεις.
     Πατέρας
 Απάλλαξέ με, σιωπή, από το πρόσωπο εκείνο που με δυναστεύει
Rafael Cadenas
     Δεν είναι γραμμική η αφήγηση του Μπάλσα, δεν είναι αμέσως κατανοητά τα γεγονότα. Νιώθεις όμως ότι είναι τρομερά. Ο φόβος έχει φωλιάσει μέσα του απ’ όταν ήταν μικρό παιδί, που πήρε το όπλο του πατέρα και το έκρυψε. Κι όταν τον άκουσε να περιγράφει σαν σε όραμα να καίει το σπίτι, κατάλαβε ότι «ο πατέρας του υπέκυπτε σ’ έναν παράδεισο δικής του κατασκευής: τον αλκοολισμό». Αυτός ο τρομερός άντρας, ο μέθυσος, με «τις αβυθομέτρητες γωνιές της ψυχής του».
     Όπως συνειδητοποιεί κι ο ίδιος ο ήρωας, είναι πολύ συγκεχυμένοι οι βαθύτεροι λόγοι που τον ώθησαν να επιστρέψει στο Σαν Ραφαέλ (χωρίς να το ξέρω επέστρεψα στο Σαν Ραφαέλ για να πραγματωθώ). Κι όλα εξανεμίζονται, ο Πραξιτέλης, το γράμμα στην Αγλαΐα, η ίδια η Αγλαΐα. Γιατί όταν πια ωριμάζουν τα γεγονότα, αντιλαμβάνεται ότι «ήταν εκείνη η εικόνα του πατέρα του καθώς τρέχει γυμνός στο ποτάμι». Μια εικόνα που επαναλαμβάνεται μετά από είκοσι χρόνια όχι σαν φάρσα αλλά σαν τραγωδία, γιατί τώρα ο πατέρας είναι «γέρος, μοναχικός και τρομακτικός», ένας πατέρας που αυτή τη φορά σκόρπισε τον όλεθρο και τον θάνατο (εκείνο το πρόσωπο είχε μιαν ανεπανάληπτη έκφραση, σου πρότεινε ένα τρόπο να αισθανθείς τι σημαίνει θάνατος μέσω ενός μακρινού χαμόγελου).
     Εφτακόσιοι φοίνικες…
     Στο παλιό κοιμητήριο του Σαν Ραφαέλ, το μονοπάτι περιστοιχίζεται από βασιλικούς φοίνικες. Κάποιοι είναι κατά πολύ νεότεροι, γιατί τους φύτεψε ο ήρωας με τους συμμαθητές του, όταν πήγαινε ακόμα σχολείο (ένας φόρος τιμής των μικρών παιδιών προς τον θάνατο). Μια μυστήρια ατμόσφαιρα «ιλίγγου» τους ενώνει και τους μεταμορφώνει καθώς περιδιαβαίνουν το τρομακτικό σκηνικό. Ίσως απ’ αυτό το εξαιρετικό απόσπασμα είναι εμπνευσμένος ο τίτλος, ή κι απ' τον στίχο του Νέστορ Φράνσια…
…η αγάπη είναι εφτακόσιοι φοίνικες φυτεμένοι στο ίδιο σημείο…
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] Άνθρωποι του στρατού που επιδίδονταν σε απαγωγές, βασανιστήρια και δολοφονίες των ανταρτών κατά τη δικτατορία του Χιμένεθ

Παρασκευή, Ιουνίου 26, 2026

Οι χυδαίες ορχιδέες, Έλενα Μαρούτσου

     Πρόκειται για μια σειρά από 11 διηγήματα, τα περισσότερα αρκετά εκτεταμένα, που καθένα προσελκύει με διαφορετικό τρόπο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, εφόσον ένα από τα κοινά στοιχεία είναι ο αιφνιδιασμός, η έκπληξη, η παραδοξότητα. Η αγαπημένη συγγραφέας («Θηριόμορφοι», «Το εξιλαστήριο θαύμα») σκαρφίζεται συνέχεια ελκυστικές ιστορίες κι έχει πάντα έναν πολύ πρωτότυπο τρόπο να αφηγείται, με έντονες εικόνες και ύφος παιγνιώδες, εισχωρώντας παρόλ’ αυτά βαθιά μέσα στον ψυχισμό των ηρών/ίδων της. Παρά το ανάλαφρο, καθημερινό ύφος δηλαδή, που φτάνει μερικές φορές στο χιούμορ ή στον σαρκασμό, και παρά τις πολύ παράδοξες (αλλά αληθοφανείς) περιστάσεις, παρά τα ευφάνταστα σκηνικά, το περιεχόμενο δεν εξαντλείται στην πρωτοτυπία και τα λεκτικά σχήματα. Αντίθετα, διαγράφονται χαρακτήρες, έντονα συναισθήματα, κοινώς η συγγραφέας έχει κάτι να πει. Και οι ήρωες/ίδες, πολλές φορές σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, επεξεργάζονται τα συναισθήματα, τις μνήμες τους, τη φαντασία τους χαρίζοντας στον αναγνώστη υπέροχες σελίδες με αποχρώσεις των σύγχρονων ανησυχιών και αναζητήσεων.
     Μια άλλη διάσταση που διαποτίζει όλα τα διηγήματα είναι η «συνομιλία», δηλαδή το διακειμενικό/διαχρονικό παιχνίδι με λογοτεχνικούς ήρωες, φράσεις ή μοτίβα γνωστών και κλασικών λογοτεχνικών έργων. Εδώ θα αντιγράψω το απόσπασμα από την κριτική παρουσίαση της Μαρίας Γιαγιάννου[1](καθότι εγώ, από άγνοια, δεν αναγνώρισα όλες τις αναφορές σε έργα άλλων συγγραφέων): «Η συγγραφέας συνομιλεί με την μεγάλη λογοτεχνία, αξιοποιώντας ένα μεταμοντέρνο εύρημα, που κάνει το βιβλίο σύγχρονο και ταυτόχρονα το κρατά σε ανοιχτή συνομιλία με διαχρονικές λογοτεχνικές σταθερές. Ο εραστής της Λαίδης Τσάτερλυ του Λώρενς, η Σαλώμη του Όσκαρ Ουάιλντ αλλά και της Βίβλου, το Κοράκι του Πόε, η σκοτεινή πλευρά του Καβαφικού βίου, ο Βασιλιάς Ληρ του Σαίξπηρ, το Ένα δικό μου δωμάτιο της Γουλφ, η Σύλβια Πλαθ ως σκυλίτσα που ονομάστηκε έτσι «επειδή ανοίγει μόνη της τον φούρνο και βάζει το κεφάλι μέσα» (δεν λείπει το ούτε το μαύρο χιούμορ), το Στρίψιμο της Βίδας του Χένρι Τζέιμς (όπου το Screw παραπέμπει στη βίδα αλλά και στο σεξ στην απεχθέστερη εν προκειμένω εκδοχή του), το Έρωτας στα Χιόνια του Παπαδιαμάντη, αλλά και το πορνογράφημα της Ε.Λ. Τζέιμς, 50 αποχρώσεις του γκρι – όλες οι παραπάνω αναφορές διατρέχουν το σώμα του κειμένου ως φλέβες. Δίνουν κίνηση στην ιστορία. Δίνουν τροφή στη φαντασία, αφού γαργαλάνε τη συγγραφέα να δημιουργήσει νέες εκδοχές των πρωτοτύπων, νέες εφαρμογές για το κεντρικό θέμα του κάθε βιβλίου. Η φαντασία των άλλων γονιμοποιεί την ιδία φαντασία κι έτσι προκύπτει ένα ακόμα είδος ορχιδέας που μέχρι τώρα δεν το είχαμε ξαναδεί». Αλλά και ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος[2] ανίχνευσε διακειμενικές αναφορές που παραπέμπουν άμεσα ή έμμεσα σε δημοφιλή βιβλία: «Όλα τα διηγήματα του βιβλίου συνομιλούν με ποικίλους τρόπους με γνωστά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας: τον «Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι», τη «Σαλώμη» του Όσκαρ Ουάιλντ, τον «Έρωτα στα χιόνια» του Παπαδιαμάντη, τον «Βασιλιά Ληρ», το δημοτικό τραγούδι «Του γιοφυριού της Άρτας», το μικρό πεζό του Κάφκα με τον τίτλο «Γέφυρα», το «Ένα 
δικό σου δωμάτιο» της Βιρτζίνια Γουλφ και άλλα ακόμη».
     Ο τίτλος του πρώτου, που δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο, σηματοδοτεί κι ένα ακόμα στοιχείο που υποβόσκει ή φανερώνεται σχεδόν σε όλα τα διηγήματα, έναν προκλητικό ερωτισμό που μπορεί να είναι πηγαίος, βαθύς, κεραυνοβόλος, μοιραίος αλλά γίνεται και αποκλίνων, χυδαίος, πρόστυχος με την έννοια του ανήθικου, άσεμνου, αποκλίνοντος από το καθιερωμένο. Δεν είναι τυχαίο που το διήγημα «Οι χυδαίες ορχιδέες» ανακαλεί/απηχεί ή μάλλον φέρνει σε σύγχρονη εκδοχή το «ερωτικό» μυθιστόρημα «Ο εραστής της Λαίδης Τσάτερλι» του Ντ. Λώρενς [3], που στην εποχή του τάραξε τα ήθη και μάλιστα ήταν απαγορευμένο για πολλά χρόνια. Στο διήγημα αναπαράγεται ο βασικός σκελετός, δηλαδή η ηρωίδα, εγγονή τής Κονστάνς (Κονστάνς λένε και τη Λαίδη Τσάτερλι ηρωίδα του Λώρενς) ερωτεύεται τον Νιγηριανό κηπουρό, τον Φιλ. Οι λογοτεχνικές αναφορές δεν έχουν βέβαια απόλυτη αντιστοιχία, άλλωστε το πραγματικό όνομα της γιαγιάς δεν είναι Κονστάνς ούτε του παππού Μέλορς (όπως είναι αντίστοιχα στο βιβλίο του Λώρενς), απλώς η κόρη τους η Μέλανι «κυοφορήθηκε μέσα στις σελίδες του Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι». Έτσι, η 37χρονη ηρωίδα μας, η Λίλη, που μεγάλωσε χωρίς πατέρα, γαλουχήθηκε μέσα σ’ ένα μυθιστορηματικό περιβάλλον ενώ οι δύο κηπουροί (του Λώρενς και της Μαρούτσου) έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Το μοιραίο πάθος εξελίσσεται σταδιακά, ευρηματικά, μοναδικά και φαίνεται η σχέση με τη λογοτεχνία να καθορίζει τη ζωή της ηρωίδας (μέχρι σήμερα σκεφτόμουν πως ο άντρας μου είχε κάποια κοινά με τον κηπουρό: τη ρώμη, την απλότητα, την ευθύτητα του χαρακτήρα. Του έλειπαν όμως το μυστήριο, το σκοτεινό παρελθόν και η λαγνεία που πότιζαν κάθε κίνηση του εραστή της Λαίδης Τσάτερλι).

Η μνήμη μου είναι τρύπια.
Τις τρύπες τις σκεπάζω με σελίδες από βιβλία, σκηνές από ταινίες,
ήρωες από σίριαλ που βλέπω τα απογεύματα
     Τους ίδιους ήρωες τους συναντάμε από άλλη οπτική, σε ένα από τα τελευταία διηγήματα, το «Γιατί ήταν πριν γιοφύρια», όπου η αφηγήτρια είναι η Μέλανι (μητέρα της ηρωίδας στις «Χυδαίες Ορχιδέες», που είναι πια 90χρονη γιαγιά (σχεδόν απούσα στο πρώτο διήγημα) και μιλά για το παρελθόν της στην εγγονή της, τη Φιόνα, την κόρη τής Λίλη η οποία (Λίλη) μαθαίνουμε ότι έχει πεθάνει). Ο μπαμπάς της, ο πραγματικός, όπως η ίδια αφηγείται, είναι ο… κηπουρός Μέλορς (συνώνυμος εραστής της λαίδη Τσάτερλι), ενώ ο σερ Κλίφφορντ ο ανάπηρος -σε καροτσάκι- πατριός της, είναι κι αυτός αντίστοιχος ήρωας του Ντ. Λώρενς. Η Μέλανι είναι ποτισμένη από τη λογοτεχνική τρέλα, και βιώνει την πραγματικότητα μέσα από τη φαντασία και τις εμμονές της (μικρή σημασία έχει για μένα τι είναι βγαλμένο απ’ τη ζωή μου και τι απ’ τα βιβλία. Τα φαντάσματά μου, ανακατεμένα με τους ανθρώπους μου, είναι πραγματικά, γιατί όλοι τους με κάνουν να στριφογυρνώ γύρω απ’ τον εαυτό μου όπως στο «στρίψιμο της βίδας» όταν ήμουν μικρή). Επίσης, μοτίβα από το «Στρίψιμο της βίδας» έρχονται κι επανέρχονται, εφόσον η Μέλανι ως μικρό κοριτσάκι βλέπει… φαντάσματα (η συγγραφέας φυσικά μάς αιφνιδιάζει όταν αποκαλύπτει τι ακριβώς ήταν αυτές οι φασματικές φιγούρες). Το στοιχείο του χυδαίου ερωτισμού σ’ αυτό το διήγημα πηγάζει από τις άνομες ορέξεις του παπά, που εκμεταλλεύεται την αθωότητα του μικρού κοριτσιού… Παράλληλα, η Μέλανι γνωρίζεται με τον εγγονό του παπά, τον Τομ (Τομ Σώγερ, τους λέω γιατί ξέρω πως περιμένουν να τα μπερδέψω πάλι με κάποιο βιβλίο και δεν θέλω να τους χαλάσω το χατίρι). Μυστικά τραύματα, απωθημένες αναμνήσεις κι έντονα συναισθήματα ανακυκλώνονται καθώς η Μέλανι ενηλικιώνεται, συνδέεται με τον Τομ, ο Τομ επιστρατεύεται κι επιστρέφει με παντελή αμνησία, ενώ ο «καταραμένος παπάς» πεθαίνει (ήθελα να υπάρχει γιατί όσο υπήρχε, ζούσε μαζί του η αόριστη ελπίδα μιας επανόρθωσης). Η πληγωμένη Μέλανι αποφασίζει να μην παντρευτεί αλλά να υιοθετήσει (η κόρη μου, καρπός της απόφασής μου να μην ξαναερωτευτώ, πάντα με κατέκρινε για τη θωρακισμένη αυτή στάση απέναντι στη ζωή και τους ανθρώπους. Θα προτιμούσε μια πιο υγρή, πιο κυματιστή μορφή αγάπης, όμως ο καθένας μπορεί να δώσει μόνο αυτό που του έχει δοθεί).
     Τη Φιόνα, την εγγονή, την έχουμε ήδη συναντήσει στο διήγημα «Η μοναδική απόχρωση του μαύρου» (δεν μπορεί κανείς να μη σκεφτεί τις «50 αποχρώσεις του γκρι»), ένα διήγημα όπου γίνεται σαφώς ένα παιχνίδι με τα χρώματα, κυρίως του… δέρματος. Η Φιόνα είναι χορεύτρια και συμμετέχει σ’ ένα φεστιβάλ με θέμα «Έχουν σώμα οι λέξεις;» όπου οι καλλιτέχνες εμπνέονται από το περί ου ο λόγος βιβλίο της Ε.Λ.Τζέιμς… Κάποια στιγμή καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για την κόρη της Λίλη και του Φιλ, του πρώτου διηγήματος (του κηπουρού και όχι του συζύγου, και το καταλαβαίνουμε γιατί είναι μαύρη). Η Φιόνα, 17 χρονών, νεοφώτιστη κι ενθουσιώδης, συμμετέχει ως χορογράφος σε μια ομάδα που φτιάχνει σχετικό ντοκιμαντέρ, ενώ αφηγητής είναι ο μπαμπάς της (προφανώς ο θετός, δηλαδή ο επίσημος σύζυγος της Λίλη: ένας λευκός με κόρη έγχρωμη ήταν ένα θέαμα), ο οποίος έχει μεταβεί στη Ρόδο για να παρακολουθήσει την εκδήλωση. Εδώ το ερωτικό/προκλητικό/αποκλίνον στοιχείο εκφράζεται μέσω του έρωτα της Φιόνας για τη Ντάλια, τη «γυναίκα-κλεψύδρα» (η γυναίκα που συνουσιαζόταν με τους θαυμαστές της στα παρασκήνια), μια γυναίκα που ουσιαστικά εκδίδεται (Φιόνα: είναι σκέτη υποκρισία να παριστάνουμε ότι δεν υπάρχει αυτή η πτυχή του πολιτισμού μας), ενώ το αποκορύφωμα είναι ο προκλητικός χορός της Ντάλιας στο μπαρ «Ιδού η Ρόδος», όπου ξεκινώντας από τον ρόλο της «άτακτης» μαθήτριας που την κυνηγά ξέφρενα η… δασκάλα, καταλήγει κατηγορούμενη δικαστικά γιατί προκάλεσε… έμφραγμα σε κάποιο -ανάπηρο- θαμώνα (τον Λούκας που θα τον δούμε σε επόμενο διήγημα!)! Η Φιόνα θέλει φυσικά να βοηθήσει την Ντάλια που κινδυνεύει (πέρα απ’ όλα τα’ άλλα είναι και παράνομη μετανάστρια), ενώ ο δόλιος ο πατέρας εμπλέκεται όλο και περισσότερο (να πείτε ένα μικρό ψέμα για να φανεί η μεγάλη αλήθεια). Στην υπόθεση αναφέρεται και η «Σαλώμη» του Όσκαρ Ουάλντ (απ’ τη βιβλιοθήκη της γιαγιάς, δηλαδή της Μέλανι), που μιλάει για την εκμετάλλευση της γυναίκας!!!
     Ο συνδυασμός λογοτεχνία-ερωτισμός, με άλλη πρωτότυπη ένδυση υπάρχει και στο ευφάνταστο διήγημα «Σελιδοδείκτης από μαλλιά» όπου μια τυχαία συνάντηση στην παραλία με μια νεαρή κοπέλα δημιουργεί πόθους ανομολόγητους (το σώμα της είχε την ηρεμία και την εγρήγορση που βλέπει κανείς στις γάτες/δίπλα στο κεφάλι της αποκαλύφθηκε ένα βιβλίο. Μέσα απ’ τις σελίδες του εξείχε σαν σελιδοδείκτης μια τούφα απ’ τα μαλλιά της). Το βιβλίο ήταν η Σαλώμη του Όσκαρ Ουάιλντ, και η ξαπλωμένη κοπέλα η Σκιαδενή ή Νίτσα (δεν είναι κακό, θυμίζει όμως λίγο κομμωτήριο/η μαμά μου έχει κομμωτήριο), μαθήτρια του προσώπου που αφηγείται, στο μάθημα των Νέων Ελληνικών -ένα πρόσωπο του οποίου την ταυτότητα δεν μαθαίνουμε, αλλά εκδηλώνει άμεσα τις άνομες σκέψεις που του γεννά η επαφή με τη Σκιαδενή (πώς θα ήθελα να βάλω το δάχτυλο στα μαύρα σου νερά)-, ενώ το αθώο κορίτσι, με αμφίσημες διαθέσεις, τον ωθεί στο κομμωτήριο όπου ο ερωτισμός κορυφώνεται μ’ έναν απίστευτα πρωτότυπο τρόπο. Στο τέλος, η έκπληξη!

Η αλήθεια ήταν πως οι καλλιτέχνες κάθε είδους μού γεννούσαν πάντα μια μικρή επιφύλαξη. Πίστευα πως καταστρατηγούσαν την άμεση σχέση που μας δένει με τη ζωή και τα αισθήματα, αναγορεύοντας την τέχνη σε διερμηνέα.

     Η σχέση τέχνης-ζωής, είναι μια ακόμη παράμετρος στα διηγήματα του βιβλίου, και νομίζω ότι το διήγημα όπου ξετυλίγεται αυτή η διάσταση πιο χαρακτηριστικά, είναι το «Κορδέλα στο στόμα» (η γυναίκα μου με έλεγε ψεύτη γιατί δεν έβλεπε τη βαθύτερη φύση μου, αυτήν του διασκεδαστή. Έλεγε πως παίζω θέατρο παντού εγώ όμως ήθελα να κάνω τη ζωή λιγότερο πληκτική). Ο αφηγητής Διονύσης, σκηνοθέτης, παντρεμένος/χωρισμένος/απελπισμένος που ψάχνει για σπίτι, εμπλέκεται σε μια ιστορία με κωμικοτραγικές συμπτώσεις. Βρίσκει όντως σπίτι σε συμφέρουσα τιμή, αλλά πρέπει να περιμένουν οι τρεις κόρες να πεθάνει ο γηραιός ιδιοκτήτης. Η συνάντησή του με τον μεσίτη ήταν και η αιτία της καθυστέρησής του στην ομάδα «Διάπλους» όπου δούλευε εθελοντικά παραδίδοντας μαθήματα θεάτρου σε άτομα εξαρτημένα (όποιος δεν μπορεί να παίξει σκηνοθετεί, κι όποιος δεν μπορεί να σκηνοθετήσει διδάσκει). Η Ξένια, ένα απ’ αυτά τα άτομα, γνωστή για τη μυθομανία της, προτείνει στον ήρωα να τον συνοδεύσει στο σπίτι με τον γέρο, για να τον γνωρίσει, λέγοντας (αλήθεια ή ψέμα;) ότι έμενε εκεί κοντά και γνώριζε τις αδερφές, ιδιαίτερα όμως τη μικρότερη την Αγγελική. Ο γηραιός κύριος Σταύρος, ένας καλοστεκούμενος εβδομηντάρης (όταν μας κοίταξε όμως, κάτι στα μάτια του μαρτυρούσε την έλλειψη βάθους που προσφέρει η μνήμη) δέχεται την επίσκεψη της… κόρης του Κορδέλιας (Κορδέλια ονομάζεται η μικρότερη και αγαπημένη κόρη του Βασιλιά Ληρ στην ομώνυμη τραγωδία του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ), όπως συστήθηκε η Ξένια. Με τον ευφάνταστο τρόπο της Μαρούτσου, η πραγματικότητα συγχέεται με τη φαντασία, εφόσον η θεατρική ομάδα του Διάπλου ετοιμάζει αποσπάσματα από τον «Βασιλιά Ληρ» (ήταν σαν ν’ άκουγα μέσα απ’ το σώμα της Κορίνας τη φωνή της Ξένιας), ένα έργο που ο ίδιος ο αφηγητής ομολογεί ότι ήταν επηρεασμένο από την ιστορία της Αγγελικής και της Ξένιας, ενώ όπως σχεδόν σε κάθε διήγημα στο τέλος υπάρχει κάποια ανατροπή.

Πάντα ένα κρεβάτι έχει ενδιαφέρον
     Το κρεβάτι της Τρέισι Έιμιν[4] φαίνεται να είναι η αφετηρία της έμπνευσης για το διήγημα «Ένα δικό σου δωμάτιο πάνω στο κρεβάτι μου», που εκτέθηκε στην Tate gallery, από την καλλιτέχνιδα που ως γνωστόν, είχε αυτοκτονικές τάσεις. Δεν είχε μόνο βέβαια η συγγραφέας έμπνευση από το συγκεκριμένο έργο, αλλά και η αφηγήτρια/ηρωίδα της, η Μαριλένα, που παίρνει μαθήματα φωτογραφίας κι ετοιμάζει την εργασία της, εφόσον η ιδέα της βασίζεται στο έργο που είδε και θα ονομαστεί «A room on my bed» (αντί να εκθέσω το κρεβάτι μου, όπως έκανε η Τρέσι Έιμιν, με ίχνη από τις εκκρίσεις μου, θα το ζωγράφιζα με ίχνη από τις βραδινές μου αναγνώσεις)!!!. Η Γιώτα, γνωριμία στην ίδια έκθεση κάνει διδακτορικό στο έργο της Βιρτζίνια Γουλφ «Ένα δικό σου δωμάτιο» (και δεν μπορεί να μην προσέξει ο αναγνώστης τα διαρκή λογοπαίγνια και την ανακύκλωση μοτίβων στην οποία επιδίδεται με μαεστρία η Μαρούτσου). Τα κρεβάτια και τα δωμάτια (π.χ. το δικό της έχει παράθυρο στο… ταβάνι) αποτελούν το μοτίβο που χτίζει το σκηνικό σ’ αυτό το διήγημα, εφόσον η Γιώτα προσκαλεί την Μαριλένα στο σπίτι της (όπου συγκατοικεί με άλλες… έξι γυναίκες) για να φωτογραφίσει το δικό της δωμάτιο (από τις αρχές του εικοστού αιώνα η γυναίκα πάλευε για ένα δωμάτιο δικό της και τώρα, στην εκπνοή του αιώνα (είναι 1999), παλεύει να βγει απ’ αυτό). Είναι πολλές οι ευκαιρίες που δίνονται σ’ αυτό το διήγημα να εισχωρήσει η αφήγηση στην ουσία της τέχνης: η Γιώτα που αφηγείται τα της έκθεσης με τρόπο που να ακούγεται πραγματικά μοναδική, χωρίς να έχει συμβεί κάτι πραγματικά αξιομνημόνευτο· η φράση ότι «ίσως η υπερβολή να είναι η αληθινή μας φύση»· η συνειδητοποίηση της ηρωίδας ότι χρησιμοποιεί συνέχεια παρομοιώσεις «γιατί δεν σκέφτεται με λέξεις αλλά με εικόνες. Ίσως γι’ αυτό έγινε φωτογράφος»· η βιβλιομαντεία (αγαπημένο παιχνίδι, ν’ ανοίγεις μια τυχαία σελίδα και το απόσπασμα που πέφτει στα μάτια σου να έχει μια μοιραία σημασία)· οι «σπασμωδικές και ασύνδετες προσπάθειες να έχουν οι φωτογραφίες της ένα συνολικό όραμα»· η γύμνια, το χασίς, το τρίτο φιλί, κι οι σουρεάλ φωτογραφίσεις.
     Και φυσικά υπάρχει και το ερωτικό στοιχείο, ή μάλλον το αισθησιακό, μέσα από αλλόκοτες συνθήκες (θερμόμετρο στο στόμα, ή το αιφνίδιο φιλί από γυναίκα στο ταξί –σα μαλάκιο που πάλευε να τρυπώσει σε ξένη σπηλιά). Το δεύτερο φιλί στη Γιώτα πιο συνειδητό πιο αισθησιακό (κι ας υπάρχει κι ένας Πέτρος που την αγαπά, και ψάχνουν μαζί τη χαμένη σκυλίτσα τους, τη… Σύλβια Πλαθ)!
     Όνειρα: δοσολογία, αντενδείξεις, παρενέργειες
Τα όνειρα είναι μηνύματα απ’ αυτό το τέρας
που βρίσκεται στο βάθος, στο σκοτάδι
     Ευρηματικό, πρωτότυπο και ανατρεπτικό κι αυτό το εκτενές 50σέλιδο διήγημα- νουβέλα, με ιδιαίτερο ψυχολογικό ενδιαφέρον, όπου όλα τα αγαπημένα θέματα (ερωτισμός, ανημπόρια, τέχνη-ζωή) ανακινούνται, ενώ κάποιοι από τους ήρωες «κάτι μας θυμίζουν»: ο -πρώην τσελίστας- Λούκας στο αναπηρικό καροτσάκι, ο ήρωας στις «50 αποχρώσεις του γκρι», αυτός που έπαθε έμφραγμα με τον χορό της Ντάλιας, του οποίου όλες τις κινήσεις τις καταγράφει με την «αναθεματισμένη κάμερα», μια γυναίκα (με σαδιστική αποστασιοποίηση). Τη γυναίκα αυτή λοιπόν, τη Ρεβέκκα, βλέπουμε εδώ ως πρωταγωνίστρια, ενώ ο αφηγητής είναι ψυχοθεραπευτής σε κέντρο αποκατάστασης ανθρώπων με ρευματικές παθήσεις κυρίως. Το όνειρο ως εργαλείο ψυχοθεραπείας πρωταγωνιστεί κι αυτό με τον τρόπο του, καθώς ο αφηγητής προσπαθεί να μπει στον ψυχισμό των θεραπευόμενων (η Άννα, ο κρυφός έρωτας του Λούκας π.χ., βλέπει συχνά ότι είναι στο κρεβάτι ανάσκελα και παρακολουθεί το σώμα της να γυψοποιείται). Το όνειρο, αυτό το πολύτιμο μέσον κατανόησης του εαυτού μας, που σε άλλο σημείο του βιβλίου αναφέρεται σοφά ότι έχει να κάνει με το σκοτεινό κουκούτσι της ύπαρξής μας. Δεν είμαστε εμείς υπεύθυνοι γι’ αυτό. Είμαστε υπεύθυνοι για τη συνειδητή ζωή μας.
     Η Ρεβέκκα, αν και δεν είναι ασθενής αλλά συνοδός, προκαλεί κι αυτή ψυχογραφικό ενδιαφέρον (σε κάθε ομαδική συνεδρία αναλυόταν σε δάκρυα). Βιντεοσκοπούσε τον Λούκας για να παρατηρεί εκείνος την εξέλιξή του στο τσέλο, όταν όμως αρρώστησε η βιντεοσκόπηση τού είχε γίνει εμμονή, ενώ ουσιαστικά αυτό που παρατηρούσε ήταν η επιδείνωση της αρρώστιας. Ωστόσο, αποκαλύπτεται ότι κατά βάθος, ο Λούκας ήθελε να απαθανατίζει τις στιγμές του με την Άννα (ο έρωτάς τους δεν ζούσε με την ελπίδα μιας κοινής ζωής στο μέλλον, αλλά τρεφόταν με τα πολύτιμα ψίχουλα του παρόντος).
     Η ιστορία ξεφεύγει από το τρίγωνο Λούκας-Ρεβέκκα-Άννας και στο δεύτερο μέρος εστιάζει στον ίδιο τον αφηγητή, την σκανδαλώδη περιπέτεια του (επιεικώς άβολη αλλά ερεθιστική) με μια νεαρή νοσοκόμα (νύχτα, πισίνα, μπάνιο μετά βίας, λιποθυμία κλπ κλπ). Οι παράξενες σκηνές εναλλάσσονται δημιουργώντας μια κατάσταση μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, ενώ η «οδυνηρή μεταμόρφωση» του σώματος των ηρώων Λούκας και Άννας παραπέμπει στην αρχή του « Η μεταμόρφωση» του Κάφκα (αναποδογυρισμένο σκαθάρι: καθήλωση, δυσκινησία), που άλλωστε αποτελεί και το περιεχόμενο των ονείρων τους.
     Ανατροπές υπάρχουν και στα τρία-τέσσερα μικρά διηγήματα όπου ο αναγνώστης αιφνιδιάζεται γιατί τον αφηγηματικό λόγο κρατούν ένα πουλί (κοράκι ή παπαγάλος;), μια γέφυρα, το χιόνι… Στο «Mange mon ange» (τρώγε άγγελέ μου, η ηρωίδα είναι μια κοπέλα ορφανή από μητέρα (που φαντάζεται τη μαμά της σαν την Κατρίν Ντενέβ, σεμνή μαζί και πρόστυχη), που πάσχει από νευρική ανορεξία γιατί αρνείται ότι η ζωή τρέφεται με θάνατο.
      Τελειώνοντας, έχω επίγνωση ότι είναι πολύ δύσκολο να μεταφέρει κανείς το πνεύμα ενός τόσο πληθωρικού βιβλίου, όταν μάλιστα πρόκειται για διηγήματα. Η επινοητικότητα της συγγραφέα, η παιχνιδιάρικη φαντασία, το διεισδυτικό βάθος και το υποβόσκον χιούμορ, που θυμίζει λίγο γλυκόπικρο παραμύθι, συναρπάζουν, γοητεύουν, ξεσηκώνουν καθώς ακροβατούν ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη δημιουργική, υποκειμενική πρόσληψη του αφηγητή (εδώ θέλω να τονίσω ότι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση χαρίζει πολύ στην εντύπωση αυτής της υποκειμενικότητας).
     Δεν είναι τυχαία η επιλογή βέβαια της ορχιδέας, αυτού του λουλουδιού που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή των αισθαντικών αυτών διηγημάτων. Όπως λέει κι η ηρωίδα στο ομώνυμο διήγημα: ονομάστηκαν έτσι επειδή τα δύο κάτω πέταλά τους μοιάζουν με όρχεις. Εγώ όμως νομίζω πως τα άλλα δύο, αυτά που λέμε σέπαλα, μοιάζουν με χείλη γυναικείου αιδοίου.
      Θα τελειώσω λοιπόν, δίνοντας ένα μικρό δείγμα της καλπάζουσας φαντασίας με μερικά απ’ τα ονόματα που έδινε η ηρωίδα (Λίλη) στις ορχιδέες του πρώτου διηγήματος, ονομασίες που θαρρείς χρωματίζουν την ποικιλομορφία των ερωτικών ή σεξουαλικών σχέσεων: 
Αντίδοτο έρωτα, 
Βελούδινη αράχνη, 
Τρύπιο αερόστατο, 
Φιλί δίδυμων Φιδιών, 
Λιγνή Στιγμή, 
Διπλό Κεντρί Σφήκας, 
Σφραγισμένα χείλη…
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/5778-maroutsou-elena-kichli-oi-chudaies-orchidees
[2] https://charalamposgiannakopoulos.com/2017/11/19/%CE%BF%CE%B9-%CF%87%CF%85%CE%B4%CE%B1%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CE%BF%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CE%B5%CF%82-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1-%CE%B5/
[3] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F_%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82_%CE%A4%CF%83%CE%AC%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BB%CE%B9
[4] https://www.tovima.gr/print/vimagazino/i-deyteri-zoi-tis-treisi-emin/

Τρίτη, Ιουνίου 16, 2026

Ο κηπουρός και ο θάνατος, Georgi Gospodinov

Αυτό δεν είναι ένα βιβλίο για τον θάνατο,
αλλά για τη θλίψη για τη ζωή που φεύγει.
Και υπάρχει διαφορά.
     Είναι ένα βιβλίο διαφορετικό, ακατάταχτο, όχι ακριβώς μυθιστόρημα. Είναι ολοφάνερο από την πρώτη πρώτη κιόλας συγκλονιστική φράση (Ο πατέρας μου ήταν κηπουρός. Τώρα είναι κήπος) ότι πρόκειται για μια κατάθεση του ίδιου του συγγραφέα, μια ελεγεία, μια αποχαιρετιστήρια χειρονομία στον ίδιο του τον πατέρα, από τη στιγμή που εκείνος έχανε σιγά σιγά τις δυνάμεις του και όδευε προς τον θάνατο, μέχρι που έσβησαν -αν ποτέ σβήνουν- όλα τα απόνερα της απώλειας. Έναν πατέρα που χάραξε βαθιά τη ζωή του γιου του, έναν άνθρωπο -όπως διακρίνουμε μέσα στο βιβλίο- sui generis, απλό και σπουδαίο ταυτόχρονα. Κι απ’ αυτήν την άποψη τουλάχιστον το βιβλίο μου θύμισε την αντίστοιχη συγκλονιστική κατάθεση του Κολομβιανού Έκτορ Φασιολίνσε, «Η λήθη που θα γίνουμε». Γι’ αυτό και θα αντιγράψω εδώ αυτό που έγραψα για το βιβλίο που προανέφερα, γιατί ισχύει αυτούσιο: «Πρόκειται για ένα αποκαλυπτικό βιβλίο γιατί είναι φανερό ότι ο συγγραφέας δεν επινοεί, απλώς καίγεται από την ανάγκη να αποκαλύψει, να διαιωνίσει, να μεταφέρει αυτό το εξαιρετικό που βίωσε, που είναι μοναδικό κι ανεπανάληπτο και αρνείται να το παραδώσει στη λήθη».
     Το βιβλίο, όπως αναφέρει ο ίδιος ο συγγραφέας, προέκυψε από σημειώσεις του, για όσο διάστημα βίωνε την πορεία του αγαπημένου προσώπου προς το αναπόφευκτο τέλος· ίσως κρατούσε ένα είδος ημερολογίου (ο ίδιος το αποκαλεί ελεγειακό μυθιστόρημα, μυθιστόρημα απομνημόνευμα ή μυθιστόρημα-κήπο). Γι’ αυτό και δεν περιμένουμε γραμμική σειρά από γεγονότα, αλλά μια εσωτερική, συνειρμική εξομολόγηση με ανάκατες μνήμες, περιστατικά, σκέψεις και συναισθήματα. Γιατί ο θάνατος δεν είναι ένα μονοδιάστατο φαινόμενο –έχει τόσες αποκλίσεις, τόσα ερωτηματικά όσα και οι άνθρωποι. Το ομολογεί κι ο ίδιος στην αρχή: «Δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω. Το θέμα είναι το τέλος, εννοείται, αλλά από πού αρχίζει το τέλος;». Κι έτσι όπως πεθαίνει ο «ήρωας» στη μέση του βιβλίου, έχει χάσει κάθε έννοια ο χρόνος, άλλωστε όπως έλεγε ο Γκαουστίν, στο παρελθόν ο χρόνος δεν ρέει προς μία μόνο κατεύθυνση. Ή αλλιώς με άλλα λόγια: Αυτό το βιβλίο θα μπορούσε να έχει πολλά ξεκινήματα, μόνο το τέλος είναι ένα.
     Το ποιητικό, ελλειπτικό, στοχαστικό ύφος είναι αναπόφευκτο, και είναι αυτό που αιχμαλωτίζει την καρδιά και τον νου του αναγνώστη, ο οποίος δεν μπορεί να μην ανατρέξει σε δικά του αντίστοιχα βιώματα. Έτσι, ομολογώ ότι διαβάζοντας το βιβλίο, διάσπαρτες προσωπικές αναμνήσεις αλλά κυρίως συναισθήματα αγάπης, νοσταλγίας, πένθους («περιπολίας μέσα στη θλίψη») για όλα τα αγαπημένα πρόσωπα που έφυγαν, ανάγκης για διαιώνιση και για ζωή-με-νόημα κεντούσαν την ψυχή, καθώς οι εσχατολογικές αυτές αναζητήσεις είναι καθολικές και διαχρονικές (για τι μιλάμε όταν μιλάμε για τον θάνατο; Για εκείνον που έφυγε ή για εμάς τους ίδιους; Για την απουσία και μόνο; Για τι μιλάμε όταν μιλάμε για τον θάνατο; Για τη ζωή φυσικά. Για όλη τη θαυμαστή της παροδικότητα).
     Το πένθος δεν είναι μονοδιάστατο. Δεν είναι απλά μια θλίψη –σε φέρνει αντιμέτωπο με τα χιλιάδες ερωτηματικά που συνοδεύουν αυτό το σκάνδαλο, που ονομάζεται θάνατος, π.χ. Υπάρχουμε ακόμα αν φύγει και ο τελευταίος άνθρωπος που μας θυμάται παιδιά;/γιατί κανείς δεν μας μαθαίνει τι να κάνουμε με τον θάνατο των άλλων;/γιατί κανείς δεν μας μαθαίνει πώς να πεθαίνουμε;
     Μιλάω για την παιδική ηλικία για να μη μιλήσω γα τον θάνατο.
Μόνο εκεί, στην παιδική ηλικία, είμαστε πρακτικά αθάνατοι.
Τις περισσότερες φορές.
     Κι έρχονται κι επανέρχονται στο νου επεισόδια και ιστορίες, φωτογραφίες, οι τελευταίες επιθυμίες, τα τελευταία λόγια, τα σημαδιακά λόγια, τα αγαπημένα… Ξεχωρίζω την ιστορία «με την κοπριά»: ενώ όλοι θαύμαζαν τα μουσεία κα τα αγάλματα σε μια «μουσειακή πόλη», ο απίστευτος πατέρας έσκυψε με έκσταση πάνω από μια… κοπριά βουβαλιού επαινώντας τις ιδιότητές της! (σχόλιο του συγγραφέα: το υψηλό βρίσκεται παντού/ πάντα βρίσκει έναν τρόπο να σου φανερωθεί).
     Η αγαπημένη φράση "όλα καλά»· αστείες κι απίθανες (και λίγο υπερβολικές) ιστορίες απ’ τη νιότη του· η επίδραση του σοσιαλισμού που κατέρρευσε όταν εκείνος ήταν 45 χρονών (1989)· ο τεράστιος λαχανόκηπος στα 79 του χρόνια· το δυνατό, φωτεινό γέλιο που το έχασε μετά τον πρώτο καρκίνο, πριν 17 χρόνια· ο φόβος του παιδιού ότι θα χάσει τους γονείς του· η παιδική και εφηβική ηλικία με τις στερήσεις λόγω φτώχειας και… σοσιαλισμού· οι αποτυχημένες προσπάθειες επιχειρηματικότητας (ο πατέρας μου έμοιαζε όλο και περισσότερο με Δον Κιχώτη) ·η απαρίθμηση των ασθενειών του στον γιατρό που ηχούσε πραγματικά επική, όπως η απαρίθμηση των πλοίων στην Ιλιάδα· το τεφτέρι όπου κατέγραφε τι έκανε στον κήπο· η αποστειρωμένη γλώσσα της διάγνωσης (τα λατινικά, η γλώσσα του θανάτου)· η ταπείνωση του σώματος όταν αρρωσταίνει (μπορείς να πάρεις έναν άνθρωπο χωρίς να τον ταπεινώνεις/δεν υπάρχει καμιά ρομαντικοποίηση γύρω από κείνον που πεθαίνει από καρκίνο. Τα βλέμματα αποστρέφονται)· οι τελευταίες φορές που ανέβηκε τις σκάλες, που είδε τον κήπο, που αντίκρισε το σκυλί· έμμεσες εκφράσεις αγάπης (εκείνα τα ξυραφάκια που μου έφερες…)· τα ελάχιστα προσωπικά αντικείμενα· λίγες ανάσες κοινές, εισπνοές και εκπνοές μέσα στο σκοτάδι…
     Είναι ο πατέρας και είσαι ο γιος -με όλον τον θαυμασμό που τρέφει το παιδί προς τον πατέρα που είναι αδιαμφισβήτητος, αδιαπραγμάτευτος (είχε λιώσει αλλά για μένα ήταν πάντα ο ίδιος, ο πιο όμορφος, ο πιο ψηλός, ο πατέρας μου), ιδιαίτερα όταν πρόκειται για έναν περήφανο και γεμάτο ζωή άνθρωπο, όπως φαίνεται να ήταν ο πατέρας του συγγραφέα ("δεν πειράζει, έχω ήδη ζήσει αρκετά"…). Κι όταν έρχεται η ώρα και η στιγμή που αυτό το αλώβητο πρότυπο γίνεται τρωτό, ο πόνος είναι μεγάλος. Ο πόνος του πατέρα Γκοσποντίνοφ γίνεται κάποια στιγμή αβάσταχτος, κι ο συγγραφέας μαθαίνει να του κρατά το χέρι, να ξαπλώνει δίπλα του (ξαπλώναμε δίπλα στον πατέρα μας σαν κάποια φρουρά), να κουβεντιάζει και να του διαβάζει (η ασθένεια επιταχύνει τις ανείπωτες συζητήσεις, τη χαμένη εγγύτητα). Η αίσθηση ότι κι ο ίδιος ο ασθενής έχοντας συναίσθηση του επικείμενου τέλους, αποχαιρετά το κάθε τι (μια θλίψη που τρέφεται όχι μόνο απ’ το παρελθόν, αλλά και απ’ το μέλλον). Κι ωστόσο, ενώ ο συνοδός νομίζει ότι κάθε κουβέντα την ύστατη ώρα είναι σημαδιακή, ο πόνος σαρώνει κάθε συναίσθημα, ο πόνος κονιορτοποιεί τα πάντα… Ενίοτε είναι τόσο αφόρητος, που σε κάνει να ξεχνάς το μεταφυσικό τίποτε του θανάτου που αντιμετωπίζεις/το φυσικό του πέπλο κρύβει διάφορες μεταφυσικές αβύσσους. Κι ο άθεος, μεγαλωμένος μέσα στον σοσιαλισμό γιος, αρχίζει και υπολογίζει τους «κακούς οιωνούς»· όπως λέει κι ο ίδιος, «βυθίζεται στη μαγική σκέψη».
     Κηπουρική και θάνατος
     Ο πατέρας, πέρα από τον προσωπικό του κήπο, ασχολούνταν ως κηπουρός και σε μια ψυχιατρική μονάδα απομόνωσης ως υπεύθυνος εργασιοθεραπείας. Ήταν ευτυχισμένος εκεί, και ίσως η αιτία που ξεπέρασε τον πρώτο καρκίνο πριν 17 χρόνια. Όπως γράφει και ο συγγραφέας, «η κηπουρική είναι μια πράξη εγγενώς στραμμένη εναντίον του θανάτου», τα φυτά ανασταίνονται, ξαναζούν υπάρχουν ακόμα κι όταν ο κηπουρός έχει φύγει απ’ τη ζωή, ξέρουν πώς να πεθαίνουν, έτσι ώστε να επιστρέφουν ξανά στη ζωή.
     Τέτοιο είναι το αδιάκοπο δώρο του πατέρα –καρποφόρα δέντρα και αμπέλια. Και αυτό το δώρο είναι ατελείωτο, γιατί θα ανανεώνεται κάθε χρόνο.
     Θα προλάβουμε τα χιονολούλουδα;
 Θα’ ρθει καιρός που θα πάω να προσπέσω 
παρακαλώντας για μια μόνο μέρα. 
Μόλις ακούσω τους γύρω μου να ψιθυρίζουν «μέχρις εδώ ήτανε», 
τότε θα ξαναπάω ζητιανεύοντας έστω μια μέρα μονάχα, 
κι αν είναι φιλεύσπλαχνος θα μου τη δώσει κι ας του έχω σούρει τόσα και τόσα.
Μάριος Χάκκας, «Το κοινόβιο»
(διήγημα: «Τα τελευταία μου»)
     Άφησα για το τέλος αυτής της παρουσίασης, τη συγκλονιστική αυτή φάση, από την οποία -υποθέτω- περνά κάθε άνθρωπος που συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχει γυρισμός, και κάθε ώρα, κάθε λεπτό κάθε στιγμή είναι ένα πολύτιμο δώρο:
      Ο πατέρας μου διαπραγματεύεται το τέλος του… Ζητάει απ’ τους γιατρούς μήπως μπορέσει να φτάσει μέχρι του Αγίου Γεωργίου, μια μέρα οικογενειακής γιορτής… -Εντάξει του Αγίου Γεωργίου είναι μακριά, παραδέχεται. Τουλάχιστον θ’ ακούσουμε τον κούκο να λαλεί; Μα είναι πολύ μακριά η άνοιξη, σε είκοσι μέρες είναι τα Χριστούγεννα. Νέος συμβιβασμός: Μέχρι τα Χριστούγεννα, να μαζευτούμε, να ανθίσει ο γάλανθος.
     Μέχρι τα Χριστούγεννα, μπορεί, απάντησε ο γιατρός.
     Και αυτή η απάντηση ήταν η πιο σπλαχνική και η πιο ανελέητη που έχω ακούσει ποτέ.
Χριστίνα Παπαγγελή

Πέμπτη, Ιουνίου 11, 2026

Στόμα γεμάτο χώμα, Μπρανιμίρ Στσεπάνοβιτς

Τότε σκέφτηκε ότι ίσως δεν είχαν χαθεί τα πάντα.
Αν κάθε του επόμενη στιγμή τη ζούσε με όλη του την καρδιά
σαν να ήταν η μοναδική και τελευταία,
ίσως στο τέλος να το πίστευε ότι έζησε όσο έπρεπε.
     Πρόκειται για ένα ασθματικό «χρονικό» μιας παράλογης ολιγόωρης καταδίωξης που ξεκίνησε σαν παιχνίδι, στα βουνά του Μαυροβουνίου, σε δύο παράλληλες αφηγήσεις που αποδίδονται αντιστικτικά, δηλαδή εναλλάξ, και ενώνουν αλληγορικά δυο αντίθετους κόσμους: τον ατομικό/υπαρξιακό/μεταφυσικό που αναδύεται κάτω από το πρίσμα του επικείμενου θανάτου, και τον ζωώδη -των ενστίκτων επιβίωσης, του κοινωνικού φόβου και της ανάγκης για κυριαρχία όταν απειλείται η ασφάλεια.
     Σε πολύ μικρές ενότητες, σχεδόν κινηματογραφικά, παρακολουθούμε τους «διώκτες» από τη μια, και από την άλλη τον κεντρικό ήρωα, που παραμένει ανώνυμος μέχρι τέλους (άλλωστε δεν έχει σημασία το όνομά του). Θα λέγαμε αλλιώς, είναι το θύμα και οι θύτες, το θήραμα και οι κυνηγοί. Το «παράλογο και ανελέητο» κυνηγητό, όπως γράφεται στο οπισθόφυλλο, χτίζεται και κορυφώνεται σιγά σιγά, καθώς οι διώκτες στην αρχή είναι δύο, δύο φιλήσυχοι κατασκηνωτές στο βουνό, που αναστατώνονται από την ανεξήγητη παρουσία του άγνωστου και μυστηριώδους ανθρώπου που τάραξε τη σιωπηλή γαλήνη της νύχτας (αυτός ο άνθρωπος μας φαινόταν σχεδόν σαν πνεύμα, μια οπτασία, ένας σκούρος λεκές /ένα τεράστιο έντομο). Στην αρχή τον ακολουθούν απλώς, χωρίς διάθεση επιθετική, πιστεύοντας μάλιστα ότι μπορούν και να τον βοηθήσουν αν χρειάζεται κάτι, όμως η σιωπή του και η αδιαφορία του τους ταράζει, τον θεωρούν ύποπτο, επικίνδυνο· Αυτός ο «γελοίος άνθρωπος που συνεχίζει να τρέχει με το κορμί κορδωμένο» νιώθουν να τους απειλεί… Τον θεωρούν φυγά, λιποτάκτη, δολοφόνο μέχρι και κατάσκοπο, καθώς η φαντασία καλπάζει. Μπαίνουν λοιπόν σ’ έναν ρόλο κυνηγού, αδικαιολόγητο ουσιαστικά, με τη βεβαιότητα ωστόσο ότι απειλείται η ίδια η ύπαρξή τους από έναν ακατανόητο εχθρό. Τα συναισθήματα βέβαια αλλάζουν (περιέργεια, κίνδυνος, γινάτι, οργή, μίσος). Κάποιον άραγε κυνηγάει, ή από κάποιον προσπαθεί να ξεφύγει;
     Η αφήγηση γίνεται πρωτοπρόσωπη όταν μιλούν οι διώκτες (βασικά ο ένας από τους δύο, ανώνυμος κι αυτός -μόνο για τον σύντροφό του μαθαίνουμε ότι λέγεται Γιάκοβ), στην πορεία όμως τους συντροφεύουν κι άλλοι, όπως ένας τσοπάνης, ο δασονόμος, οι οποίοι προστίθενται σαν τα σκυλιά σ’ αυτό το ζωώδες κυνηγητό του ήρωά μας, ο δε δασονόμος επεμβαίνει σθεναρά, με το κύρος της εξουσίας: «αυτός ο άνθρωπος ανήκει μόνο σε μένα»!!!
     Όταν όμως γίνεται αναφορά στον κεντρικό πρωταγωνιστή, δηλαδή το θύμα/θήραμα/διωκόμενο, η αφήγηση γίνεται απρόσωπη, δηλαδή τριτοπρόσωπη, αυτή που ονομάζεται του «παντογνώστη αφηγητή», παρόλο που εδώ αυτός ο παντογνώστης συγγραφέας εισχωρεί βαθιά μέσα στον προσωπικό, συναισθηματικό κόσμο του ευάλωτου υποκειμένου. Μαθαίνουμε λοιπόν ότι ο ήρωας είναι σχετικά ηλικιωμένος, κι επιστρέφει με το τρένο στο Μαυροβούνιο, στην Ποντγκόριτσα (πατρίδα του συγγραφέα, παρεμπιπτόντως), μετά από πολλά χρόνια, τόσα πολλά που δεν περιμένει ότι θα υπάρχει κάποιος εκεί για να τον θυμάται… Είναι όμως η ιδιαίτερη πατρίδα του...  και οι τρεις «ψυχρές λατινικές λέξεις» που του πρόφερε ο γιατρός του και του έδωσαν πολύ στενό περιθώριο ζωής, τον ώθησαν να πάρει την απόφαση να πεθάνει στη γενέτειρά του. Γρήγορα ωστόσο αποφασίζει να κατέβει απ’ το τρένο μέσα στη νύχτα, στο σκοτάδι και στην ερημιά και να πάρει με βιάση τον δρόμο προς το βουνό της, τις κορφές της Πρεκόρνιτσα (δεν ήξερε ούτε πού βρισκόταν ούτε προς τα πού θα πήγαινε, μα ούτε και τι θα έκανε. Ήξερε μονάχα ότι δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά εκείνα τα μικρά χωριά του Μαυροβουνίου, στα οποία κάποτε έτυχε να υποφέρει κα να νιώσει ευτυχισμένος).
     Ο «φυγάς», μόλις αντιλαμβάνεται τους δύο κατασκηνωτές ότι τον κυνηγούν σκόπιμα, διατρέχεται από διάφορα συναισθήματα, από ανησυχία, πανικό μέχρι αδιαφορία που του δίνουν το θάρρος να σταματήσει και να τους ρωτήσει (με ποιο δικαίωμα επεμβαίνουν στη ζωή του, δηλαδή στον θάνατό του), όμως τελικά η δύναμη της αδράνειας τον σπρώχνει προς το δάσος όπου είναι πιο προστατευμένος αντλώντας δύναμη από την πιο βαθιά και πιο όμορφη απόγνωση που ένιωσε ποτέ. Έχει σποραδικά την πολυτέλεια χρόνου να συνειδητοποιήσει τη ζωή του, πόσες μέρες, ώρες και λεπτά του απομένουν και αποφασίζει ότι αυτό δεν ήταν και τόσο λίγο, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι θα ζούσε καθεμιά απ’ αυτές τις στιγμές με όλο του το είναι…
Η πρώτη αλήθεια είναι ο θάνατος.
Απομένει να μάθουμε ποια είναι η τελευταία.
Οδυσσέας Ελύτης, «Ανοιχτά χαρτιά»
     Δεν αργεί ο αναγνώστης να αντιληφθεί ότι αυτό που καταδιώκει τον κεντρικό μας ήρωα είναι ουσιαστικά το νόημα της ζωής του, η ιδέα του θανάτου, τέλος ο ίδιος ο θάνατος· κι έτσι καθώς το ζωώδες ένστικτο της επιβίωσης τον ωθεί όλο και πιο μακριά, στο οριακό μεταίχμιο της ζωής, η συνείδηση διανοίγεται και η αίσθηση του χώρου και του χρόνου διευρύνονται. Όχι, δεν θέλει να το σκάσει από τον κόσμο αλλά να αποδράσει απ’ όλα όσα συνέδεαν ακόμα την ψυχή του με τη ζωή/στην πραγματικότητα προσπαθούσε να αποδράσει από τον ίδιο του τον εαυτό. Οι μεταλλαγές της συνείδησής του καθώς τρέχει, κρύβεται, σταματά και αφουγκράζεται, ή τέλος καταφέρνει να ξεφύγει από τους παράδοξους διώκτες του, αρχίζουν και τον οδηγούν σε ένα επίπεδο πιο μεταφυσικό. Από ένα σημείο και μετά βλέπουμε την αγωνία ή μάλλον τη γαλήνη της ψυχής του, όταν πια «μαθαίνει» να αποδέχεται τον επικείμενο θάνατο. Μια λαχτάρα για τη ζωή και τις ομορφιές της, τη θάλασσα, τα κύματα, τα βράχια τις μυρωδιές τον κατακλύζουν, και φυσικά, έτσι που βρίσκεται πια σε άλλο επίπεδο, έχει ξεχάσει πια το αλλοπρόσαλλο έξαλλο τσούρμο που τον αναζητά. Ένα χαμόγελο απλώνεται στο πρόσωπό του καθώς εικόνες από την παιδική ηλικία, από την οικογένεια κι απ’ τη ζωή του όλη έρχονται απρόσκλητες, ενώ καινούργια έντονα συναισθήματα, πρωτόγνωρα τον καταλαμβάνουν, μια καινούρια προγονική δύναμη.
     Η μοναχική πορεία του ανώνυμου, κεντρικού ήρωα καταλήγει σ’ ένα απίθανο κρεσέντο και συνιστά μια αλληγορία του Ανθρώπου (με άλφα κεφαλαίο), που όταν χτυπά η καμπάνα του θανάτου παίρνει τον δρόμο χωρίς επιστροφή, ένα δρόμο που αναπόφευκτα τον διατρέχει μέσα από ένα ευρύ φάσμα συναισθημάτων και ακραίων συνειδητοποιήσεων:
     Ξαφνικά αντικατοπτρίστηκε με τρομακτική σαφήνεια, και σαν να επρόκειτο για κάποιον πίνακα πολύ κοντά του, με λάθος γραμμές και αταίριαστα χρώματα, τρεμόπαιξε μπροστά στα μάτια του, αποκαλύπτοντάς του αναπάντεχα ότι το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης βρισκόταν πρωτίστως στην αγάπη και στην ομορφιά, δηλαδή σε όλα εκείνα που δεν υπήρχαν στην ήδη θολή και άσχημη εικόνα της ζωής του.
Χριστίνα Παπαγγελή