Όπως είναι εύλογο, πολλές προσωπικότητες του μυθιστορήματος είναι ιστορικά, υπαρκτά πρόσωπα. Η ιστορική τεκμηρίωση που είναι απαραίτητη όταν καταπιάνεται κανείς με τέτοιες πολυθρύλητες προσωπικότητες, διασώζεται απ’ τον συγγραφέα μ’ έναν πολύ ευφυή τρόπο: στο αφηγηματικό «σήμερα» -50 χρόνια μετά τον θάνατο του ήρωα, η βασική αφηγήτρια Λιμπερτάδ Κασάλ, δημοσιογράφος στη «Nouvel Observateur», διερευνά την «αλήθεια» σχετικά με τον θάνατο του Ντουρούτι, δηλαδή όχι μόνο τις συνθήκες του θανάτου αλλά και ποιος τον σκότωσε τελικά, πράγμα που ιστορικά είναι αδιευκρίνιστο (υπάρχει υπόνοια ότι τον «καθάρισαν» κάποιοι από τους Δημοκρατικούς καθότι ο Ντουρούτι κατά την πολιορκία της Μαδρίτης συνεργάστηκε με τις δημοκρατικές και πιο συντηρητικές αναρχικές δυνάμεις, αν και η επίσημη εκδοχή είναι ότι πυροβολήθηκε από ελεύθερο σκοπευτή των εθνικιστών). Μην ξεχνάμε, είναι η κρίσιμη περίοδος για τον ισπανικό εμφύλιο (που ξεκίνησε επίσημα τον Ιούλιο του 1936) μεταξύ των Ισπανών Εθνικιστών υπό την καθοδήγηση του στρατηγού Φρανθίσκο Φράνκο και των Δημοκρατικών (που συνεργάζονταν με τους «Κόκκινους»), δηλαδή του συνασπισμού των αριστερών, σοσιαλιστών, αναρχικών και κομμουνιστών[5].
Η Λιμπερτάδ Κασάλ, της οποίας η μητέρα ως νοσοκόμα περιέθαλψε τον Ντουρούτι στο νοσοκομείο στις τελευταίες του στιγμές, έχει ως κίνητρο της έρευνας μια πολύ χαλαρή προσωπική σύνδεση με τον θρυλικό αγωνιστή, στον οποίο χρωστάει το όνομά της. Προκειμένου να μαζέψει σχετικά στοιχεία ταξιδεύει στην Σοβιετική ένωση του 1986, για να συναντήσει τον Αστουριάνο -ηλικιωμένο πια- Αντρές Τουδέλα, στέλεχος παλιό του ΚΚΙ, που ήταν και το τελευταίο πρόσωπο που είδε ζωντανό τον Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι, όπως και τη γυναίκα του Ντουρούτι, την Εμιλιέν Μορέν ή Μιμί, που ζούσε τότε με την κόρη τους Κολέτ στη Βρετάνη. Ωστόσο δε συμμετέχει στην αφήγηση παρά σε ελάχιστα, μικρά κι αυτόνομα κεφάλαια του βιβλίου, σε α΄ ενικό, ενώ στον κύριο κορμό υπάρχει η παραστατική φωνή ενός αφηγητή παντογνώστη, που αντίστοιχα σε κάθε κεφάλαιο ζωντανεύει με κάθε λεπτομέρεια επεισόδια από τη δράση των αναρχικών, αυτήν την δύσκολη, περίπλοκη και τόσο κρίσιμη εποχή που προηγήθηκε του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Έργα και ημέρες
Παρακολουθούμε αρχικά με κινηματογραφικές λεπτομέρειες τις δράσεις των Σολιδάριος αυτά τα χρόνια, π.χ. τη δολοφονία του καρδινάλιου της Σαραγόσα Χουάν Σολδεβίλα Ρομέρο (μήπως ξεχάσαμε πως αυτό το αγγελούδι έδινε οδηγίες στους πιστολέρο του Ελεύθερου Συνδικάτου που εξοντώνουν αναρχικούς στην Καταλονία;), σε απάντηση της δολοφονίας των αναρχικών Σαλβαδόρ Σεγκί και Φρανσέσκ Κόμες που «δολοφονήθηκαν στη Βαρκελώνη απ’ τους μπράβους της εργοδοσίας και του καρδινάλιου», ή την «ηχηρή» ληστεία της Τράπεζας της Ισπανίας της Χιχόν, με θύμα τον Διευθυντή της Τράπεζας (που πήγε να αντισταθεί) Αλκαράτε Άλβαρεθ και λάφυρα 600.000 πεσέτες, που φυσικά μοιράστηκαν στους αγωνιστές για τον αγώνα υπό μορφή τουφεκιών και φυσιγγιών, κυρίως (Ντουρούτι: αυτό που εσύ αποκαλείς ληστεία τραπεζών εμείς το αποκαλούμε απαλλοτριωτικό αναρχισμό). Αυτή η πανωλεθρία αναγκάζει την ισπανική αστυνομία να συσπειρωθεί και να κηρύξει ανελέητη δίωξη που πολλές φορές έχει θύματα ανεκτίμητους συντρόφους, όπως τον Εουσέμπιο Μπράου και τον Ραφαέλ Εσκαρτίν.
Έχουμε όμως και κεφάλαια όπου ξεδιπλώνεται η καθημερινότητα των αναρχοσυνδικαλιστών ηρώων μας, μια καθημερινότητα που ζωντανεύει από τη χαρισματική πέννα του συγγραφέα -με ξεχωριστή θεατρικότητα, και… χιούμορ! Περιστατικά που αναδεικνύουν το ήθος και το φρόνημα όλων, με προεξάρχοντα βέβαια τον Ντουρούτι[10], που δικαιολογημένα ήταν θρύλος και τόσο αγαπητός, ώστε εν μέσω εμφυλίου, στην κηδεία του παρέστησαν 500.000 άνθρωποι! Ο ίδιος βέβαια αυτοσυστήνεται ως «μαθητευόμενος πολιτοφύλακας της φάλαγγας Ντουρούτι»! Ήταν δεινός ρήτορας, γοήτευε τα πλήθη όχι μόνο με τα λόγια του (έχουμε δείγματα των λόγων του[11]), αλλά κυρίως με το παράδειγμά του (δεν ήταν σαν τους Στρατηγούς της Δημοκρατίας, που δεν διακινδύνευαν τη ζωή τους στην πρώτη γραμμή. Ο Πέπε ήταν αρχηγός των πολιτοφυλακών αλλά δεν θέλησε ποτέ να γίνει στρατιωτικός. Ο κίνδυνος ήταν ανέκαθεν κομμάτι της ζωής του). Άλλωστε, ιδιαίτερα γοητευτικό είναι τα κεφάλαιο όπου με φλας μπακ βλέπουμε «πώς γεννήθηκε και μεγάλωσε ένας θρύλος», μέσα στη φτώχεια, με τον πατέρα του να τον συλλαμβάνουν όταν ο ίδιος ήταν 7 χρονών, ως υποκινητή της απεργίας των βυρσοδεψών. Είναι η εποχή του πολέμου στο Μαρόκο (υπάρχει αναφορά στην πολύνεκρη μάχη στο Ανουάλ[12]) όπου έστελναν βορά των κανονιών τα παιδιά των φτωχών οικογενειών. Ο πατέρας του Ντουρούτι πέθανε προτού προλάβει να μάθει ότι επρόκειτο να χάσει τέσσερα από τα έξι παιδιά του που θα πέθαιναν επειδή ήταν σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αναρχικοί ή φαλαγγίτες, ανάλογα με τη στιγμή και την περίσταση. Στο ίδιο αναδρομικό κεφάλαιο μαθαίνουμε ότι ο Ντουρούτι, ενώ είχε την ευκαιρία να σπουδάσει, επέλεξε να γίνει εργάτης «σαν τον πατέρα του» κι έγινε μηχανικός στα δεκατέσσερα, αλλά και «σοσιαλιστής»!
Οι αστυνομικές αναφορές σχετικά με τα μέλη της άπιαστης αυτής ελευθεριακής οργάνωσης είναι απίθανες, καθώς τα μέλη της εφάρμοζαν ένα σύστημα εκ περιτροπής όταν προέβαιναν σε κάποια δράση, κι αυτό δυσκόλευε την αστυνομία (παντού και πουθενά. Σκόρπιοι, άπιαστοι…). Επίσης τα μέλη της διακατέχονται από χιούμορ, φαντασία, ανθρωπιά, πίστη στις αξίες τους και βαθιά αγάπη του καθένα για τον άλλον, π.χ. μιλάει ο Ντουρούτι μέσα από τη φυλακή: «Μη στενοχωριέσαι για μένα, δεν είμαι δυστυχισμένος. Τις δυστυχίες μου τις αντέχω ο ίδιος με τα ιδανικά μου, που είναι πιο ισχυρά απ’ όλες τις ανθρώπινες μικροπρέπειες. Τα ιδανικά μου είναι βαθιά, γεννήθηκαν στους κόλπους αυτής της άδικης κοινωνίας, αντιπροσωπεύουν την αγάπη για την ελευθερία. Είναι γερά σαν το ατσάλι κι αυτά με παρηγορούν, γιατί έχω την πεποίθηση ότι είναι σωστά».
Εξίσου ζωντανά και κινηματογραφικά ζωντανεύουν και σκηνές από τους «διώκτες», είτε είναι η αστυνομία, είτε η χωροφυλακή, είτε ο στρατός, ακόμα και στελέχη κυβερνήσεων, δεδομένου ότι ζητούσαν την έκδοσή τους από τις χώρες όπου είχαν αυτοεξοριστεί. Σχεδόν ξεκαρδιστική π.χ. είναι η σκηνή ανάμεσα στον επιθεωρητή Εστράδο που δίνει αναφορά σχετικά με τις έρευνες της ληστείας και στον πανέξυπνο αλλά κατά τ’ άλλα αντιπαθητικό και κυνικό αστυνομικό διοικητή Φερμίν Γρανάδος, ο οποίος μέσα στον φόβο του επειδή είχε να λογοδοτήσει στον πολιτικό κυβερνήτη και στον στρατηγό της Χωροφυλακής Γιάνος (υποψιαζόμαστε βέβαια ανταγωνισμό μεταξύ αστυνομίας και χωροφυλακής), αυτογελοιοποιείται και προσβάλλει τον Εστράδος, ενώ ο συγγραφέας χαρίζει χαμόγελα στον εντυπωσιασμένο αναγνώστη με τη λεπτή ειρωνεία των περιγραφών και τους έξυπνους διαλόγους!
Μετά τη θρυλική ληστεία της τράπεζας της Χιχόν, οι συνθήκες γίνονται πολύ σκληρές για τη συμμορία, που αναγκάζονται να κρύβονται και να κινούνται παράνομα (όχι με πολλή προσοχή είναι αλήθεια, έτσι χάθηκε και ο Μπράου) με προορισμό την Πόλα ντε Γορδόν (κοντά στη Λεόν, όπου έμενε η οικογένεια του Ντουρούτι), και στη συνέχεια στη Βαρκελώνη («όλως παραδόξως, θα ήταν ασφαλείς μόνο στη λιγότερο για την εποχή ασφαλή πόλη: την πόλη όπου δρούσαν οι πιστολέρο, λευκοί κόκκινοι και μαύροι, εκεί όπου μιλούσαν οι βόμβες και γίνονταν ένοπλες μικροσυμπλοκές, όπου πέθαιναν βίαια συνδικαλιστές και απεργοσπάστες, εργοδότες και εργάτες, την ιερή πόλη του αναρχισμού). Είναι 13 Σεπτεμβρίου του 1923, λίγες ώρες μετά το πραξικόπημα του Πρίμο Ντε Ριβέρα, όταν οι πρωτεργάτες των «Λος Σολιδάριος» έφτασαν στη Βαρκελώνη, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι «προτεραιότητά τους ήταν να γλυτώσουν τον θάνατο ή τη φυλακή, επομένως ή εξορία ή παρανομία»!
Οι ήρωές μας σκορπούν την αμηχανία και την αγωνία στους αξιωματούχους της δικτατορικής κυβέρνησης, εφόσον οι φήμες τούς τοποθετούν είτε στην Αμερική, είτε στην Αργεντινή είτε στην Ουρουγουάη, ενώ η είδηση ότι οι «Τρεις Αναρχικοί Σωματοφύλακες» έχουν καταφύγει στη Γαλλία (Ιούλιος του 1927), όπου βρίσκονται στη φυλακή μετά από «μια δίκη σκάνδαλο» (τους κατηγορούν ότι έκαναν απόπειρα κατά του βασιλιά Αλφόνσου ΙΓ), σκάει σαν βόμβα: η Γαλλία δεν εκδίδει τους πολιτικούς φυγάδες εκείνη την εποχή, οπότε μετά την αποφυλάκισή τους, οι τρεις «στρατευμένοι αγωνιστές της εργατικής πάλης» Ντουρούτι, Χοβέρ και Ασκάσο δεν θα παραδοθούν στις ισπανικές αρχές παρόλες τις πιέσεις της Ισπανίας και της Αργεντινής, αλλά θα περπατούν ελεύθεροι στους δρόμους της γαλλικής πρωτεύουσας όπως οποιοσδήποτε άλλος πολίτης!!! Είναι πραγματικά ξεκαρδιστικές οι σελίδες που μεταφέρουν συνέντευξη από τους τρεις όταν αποφυλακίστηκαν (έξυπνες και εύστοχες οι απαντήσεις του Ντουρούτι, με χιούμορ και κέφι), ενώ ορίζεται ως συνοδός τους σωφέρ, ένας Ιταλός αναρχικός, ο Vaporetto!
Τότε μάλιστα πραγματοποιείται και η καθοριστική γνωριμία του Ντουρούτι με την Εμιλιέν Μορέν (Μιμί), μέσα στο Διεθνές Αναρχικό Βιβλιοπωλείο στο Παρίσι όπου εκείνη εργαζόταν, μια γυναίκα με οξύ πνεύμα και φυσικά ομοϊδεάτισσα, ενημερωμένη για τη δράση και την τύχη των τριών «σωματοφυλάκων». Ο έρωτας θα αποδειχθεί κεραυνοβόλος και αμοιβαίος. Έχουμε και τη συνέντευξη, πολλά χρόνια αργότερα, της Λιμπερτάδ με την Μιμί, η οποία είναι 84 χρονών αλλά μεταφέρει ζωντανά τις μνήμες της, εντυπωσιάζοντας τη δημοσιογράφο: η Μιμί είχε καταπληκτική μνήμη. Ανήκε στους ανθρώπους που είναι ικανοί να καταγράφουν σαν σε πρακτικά τις μικρές και ζεστές λεπτομέρειες της ζωής όταν ο Κόσμος, με κεφαλαίο, τρέμει και γκρεμίζεται γύρω τους. Δεν κατάλαβα ποτέ αν πρόκειται για έναν μηχανισμό άμυνας του ανθρώπου απέναντι στην εκατόμβη, ή απλώς, για ανθρώπους ευλογημένους από την αισιοδοξία, ικανούς να εντοπίζουν και να κρατούν την όμορφη πλευρά της ζωής, ακόμα και στις πιο άσχημες μέρες, και στα πιο σκληρά σκηνικά. Η Μιμί, ο άνθρωπος που χρόνια μετά τον θάνατό του Πέπε δηλώνει ότι τον αγάπησε βαθιά, μας δίνει πολλά στοιχεία για τον χαρακτήρα του όπως ότι δεν του άρεσε καθόλου ο «προσωποκεντρισμός»…
1927. Είναι η εποχή που η Γαλλία, με πρόεδρο τον Πουανκαρέ, προσπαθεί να ανασυνταχτεί μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έχει ανοίξει τα σύνορά της και ακολουθεί πολιτική ανεκτικότητας απέναντι στους πολιτικούς φυγάδες. Ωστόσο, οι τρεις αναρχικοί πρέπει να εγκαταλείψουν τη Γαλλία μέσα σε περιθώριο 15 ημερών… Έτσι, παρά την «προοδευτική» πολιτική της Γαλλίας, οι ανώτεροι αξιωματούχοι (υπουργός Εσωτερικών, υπουργός Εξωτερικών και Υπουργός Πολέμου) βρίσκονται σε μεγάλη αναταραχή για το πώς θα ξεφορτωθούν τους τρεις (που τελικά είναι δύο γιατί αποφασίστηκε ο Χοβέρ να αλλάξει ταυτότητα και να μείνει στη Γαλλία), και στη σχετική σύσκεψη αποφάσισαν αν τους στείλουν στα σύνορα στο… Βέλγιο (βεβαίως θα είναι μια αόρατη επιχείρηση, ανύπαρκτη που κανείς δεν θα απορέσει ούτε να την αποδείξει, ούτε να την αντιληφθεί). Στο σημείο αυτό, ο συγγραφέας μας χαρίζει πάλι μερικές πολύ απολαυστικές σελίδες…
Φυσικά, οι Σολιδάριος ονειρεύονται την κοινωνική επανάσταση στην Ισπανία, γιατί, όπως τους είπε κι ο άλλος θρύλος του αναρχικού κινήματος (της Ουκρανίας, τον οποίο συνάντησαν παροπλισμένο και άρρωστο στο Παρίσι –στο πρόσωπό του σχηματιζόταν το κενό της ήττας), ο Νέστορ Μαχνό[13], "οι συνθήκες στην Ισπανία έχει καλύτερες συνθήκες, έχει εργάτες και αγρότες με παράδοση στους αγώνες". Άλλωστε, οι Βέλγοι σύντομα τους αναγνώρισαν και τους επέστρεψαν στη… Γαλλία (το Παρίσι έγινε για τον Ασκάσο και τον Ντουρούτι μια τεράστια ποντικοπαγίδα), και μετά από πολλές «μετακομίσεις», φυλακίσεις (Γερμανία, πάλι Βρυξέλλες όπου τους δέχτηκαν με τον όρο να έχουν πλαστή ταυτότητα!!!) και παράνομες επισκέψεις στην Ισπανία, κατέληξαν πάλι στην Καταλονία, στη Βαρκελώνη (ο Αλφόνσο ΙΓ΄ εντωμεταξύ είχε εγκαταλείψει την Ισπανία).
Τα χρόνια που προηγήθηκαν του εμφυλίου ήταν πλούσια σε ελευθεριακές και αυτονομιστικές δράσεις, της Καταλονίας (ηγετική μορφή ο Φρανσέσκ Μασιά, πρόεδρος της Ζενεραλιτάτ[14]), των Βάσκων και των διάφορων αναρχικών ομάδων. Με την ανακήρυξη της Β΄ Δημοκρατίας[15], η φωτεινή μεσογειακή αστική άνοιξη της Βαρκελώνης έφερνε φως και χρώμα και στο καφέ των ελευθεριακών. Η οικογένεια του Πέπε έχει μεταφερθεί στη Βαρκελώνη -όπως είπαμε πριν την «πόλη των αναρχικών»-, όπου στο «ιερό» αναρχικό μπαρ «La tranquilidad» διαμείβονται λογομαχίες, ζυμώσεις, συναλλαγές. Για να καταλάβουμε το κλίμα αλλά και την κοινωνική σύνθεση την εποχή που προηγείται της επέλασης του Φράνκο και του εμφυλίου, αξίζει να αναφερθώ και στα ελευθεριακά «ατενέος», κοινωνικά κέντρα με σκοπό της διάδοση της κουλτούρας στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα (βιβλιοθήκες, σχολεία, εκδρομές, παραστάσεις, διαλέξεις).
Είναι λοιπόν ένα καζάνι που βράζει η Βαρκελώνη… Οι κινήσεις των Καταλανών για αυτονομία προκαλούν ποικίλες αντιδράσεις στον χώρο του αναρχισμού (τάσεις συνεργασίας, επιφυλακτικότητα, εχθρική στάση/ανάμεσα στους συμβιβαστικούς αναρχικούς και τους καθαρά αναρχικούς), όχι τυχαία μιας και σημειώνονται και βίαια περιστατικά που γίνονται τραγελαφικά, όταν π.χ. στρατιώτες είναι αυτοί που αποτρέπουν τη σφαγή αμάχων από τους Καταλανούς (απίστευτο κι όμως αληθινό τι ζούσαν στην Ισπανία εκείνης της εποχής)! Η CNT εντωμεταξύ έχει γίνει όλο και πιο δυνατή, οι Σολιδάριος που χρειάζονται όπλα συνεργάζονται με τον Μασιά των Καταλανών και, πού ακούστηκε, … η Ζενεραλιτάτ να προμηθεύεται όπλα πληρωμένα με τα κλοπιμαία από τη ληστεία ενός υποκαταστήματος της Τράπεζας της Ισπανίας; Απίστευτο κι όμως αληθινό τι ζούσαν εκείνες τις μέρες. Ωστόσο, οι διαφωνίες μέσα στους αναρχικούς έχει το τίμημά της…. Η Προσωρινή Κυβέρνηση άρχισε να συλλαμβάνει συνδικαλιστές, αναρχικούς και απεργούς.
Μέσα σε «καυτό πολιτικό κλίμα» γράφτηκε από άντρες της CNT το «Μανιφέστο των τριάντα», όπου επέκριναν την κυβέρνηση μεν για ελάχιστα κοινωνικά μέτρα, καταδικάζουν όμως τις πράξεις βίας (FAI). Ο Ντουρούτι με τον Ασκάσο και τον Ολιβέρ συναντιούνται με δύο από τους προωθητές του Μανιφέστου (ο Πεϊρό, διευθυντής αναρχικής εφημερίδας, θα συμπράξει αργότερα ως… αναρχικός υπουργός της Καταλονίας, πριν τον Φράνκο), όπου ξεδιπλώνεται η ιδεολογία των Σολιδάριος σε αντιπαράθεση με τους συμβιβαστικούς αναρχικούς σ’ έναν πολύ καίριο διάλογο (Πεϊρό: αυτό που εννοείτε εσείς επανάσταση είναι να βγάλετε τους εργάτες στους δρόμους για να τους σφάξουν σαν πρόβατα;).
Μετά από «επιβεβλημένες διακοπές» στα… Κανάρια Νησιά, και με επεισοδιακό ταξίδι επιστροφής στη Βαρκελώνη, ξανά CNT και FAI τους υποδέχονται θερμά, αρχίζει η τελική αναμέτρηση. Είναι 1932, κι η επόμενη περίοδος είναι γεμάτη απεργίες απόπειρες πραξικοπήματος, καταστολή , σφαγές (Κάσας Βιέχας του Κάδιθ), αναρχική απεργία στη Σαραγόσα, επανάσταση του 1934 στην Αστούρια. Η κοινωνικοπολιτική κατάσταση άρχισε να μετατοπίζεται από το γκροτέσκο στο τρομακτικό. Η Ισπανία ολίσθαινε στην κλίση μιας πλαγιάς που οδηγούσε στην άβυσσο ενός εμφυλίου πολέμου.
Στην τελική ευθεία…[16]
Με σκηνές τραγικές (θάνατος Ασκάσο –του «ακτιβιστή της βιασύνης») αλλά και τραγελαφικές (απίστευτες πατέντες θωράκισης οχημάτων, αντιαεροπορική άμυνα με… πέτρες κ.α.) η δράση του Ντουρούτι με τη Φάλαγγά του μεταφέρεται αρχικά στη Σαραγόσα και, στη συνέχεια, λόγω αφόρητης πίεσης των στρατευμάτων του Φράνκο, στη Μαδρίτη. Στις παρατηρήσεις των Καταλανών στρατιωτικών ότι στο στράτευμά τους δεν υπάρχει πειθαρχία, αντιτείνεται: αυτοί οι άντρες αύριο ή μεθαύριο θα πολεμάνε σα λιοντάρια, αλλά μόνο αν τους φερόμαστε σαν σε γενναίους εργάτες κι όχι σαν λιποτάκτες ή δειλούς. Η πειθαρχία οδηγεί στο μίσος και στην αποκτήνωση και δεν χωράει εδώ.
Η πτώση της Μαδρίτης όμως, είναι πια ζήτημα ημερών. Είναι συγκλονιστικές οι τελευταίες στιγμές του θρύλου, καθώς και οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου –όταν πια έχει γίνει Προσωρινή Κυβέρνηση στην Καταλονία και 4 αναρχικοί έχουν υπουργικό χαρτοφυλάκιο μαζί με σοσιαλιστές… Η κατάσταση ξεπερνά τις δημοκρατικές δυνάμεις παρόλο που ήρθαν ενισχύσεις από τις Διεθνείς Ταξιαρχίες, ξεπερνά και τον Ντουρούτι ο οποίος αφήνει την τελευταία του πνοή σε ηλικία 40 χρονών, ενώ παραμένει άγνωστο από ποιον «ήρθε η σφαίρα» -σίγουρα όχι φρανκιστή μας λέει η Μιμί γιατί ήταν από πολύ κοντά... Τροτσκιστής; Σταλινιστής; Αναρχικός που διαφωνούσε ιδεολογικά; Ατύχημα;
"Τι αφήνετε πίσω σας;"
Αφήνουμε μια ελευθεριακή επανάσταση σε εξέλιξη/τα πιο πολυτελή ξενοδοχεία της πόλης διαμορφωμένα σε λαϊκούς χώρους σίτισης/ ένα τραπέζι ελεύθερο όπου σερβίρονται ζεστά πιάτα σε όσους πεινάνε/τα εργοστάσια στα χέρια των εργατών/την ασφάλεια των πολιτών υπό την ευθύνη των λαϊκών περιπολιών ελέγχου/την υπόσχεση ότι θα επιστρέψουμε με τη νίκη επί του φασισμού…
Εγώ είμαι από ξερότοπο. Στα μέρη μου η βροχή είναι πάντα ευχάριστο νέο.
[2] Πρωτοστάτησε μαζί με άλλους αναρχικούς στην απόκρουση των εθνικιστών στη Βαρκελώνη τον Ιούλη του 1936 και πολέμησε εναντίον των εθνικιστών σε διάφορα μέτωπα. Ως στρατιωτικός διοικητής αναρχικών πολιτοφυλακών εφάρμοσε αυστηρή πειθαρχία στο τμήμα του. Σκοτώθηκε στη Μαδρίτη πιθανότατα σε ατύχημα και η κηδεία του ήταν η μεγαλύτερη που είχε γίνει στη Μαδρίτη.
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CE%B2%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1_%CE%9D%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%84%CE%B9
[3] https://www.sansimera.gr/biographies/3165#goog_rewarded
[4] Κατά την Ισπανική Επανάσταση του 1936-1937, η CNT οργάνωσε το αναρχοσυνδικαλιστικό πρόγραμμα που εφαρμόστηκε σε μεγάλο βαθμό στην βιομηχανική περιοχή της Καταλονίας (Βαρκελώνη) και στην αγροτική περιοχή της Αραγονίας, οι οποίες ελέγχονταν από την CNT, η οποία την περίοδο εκείνη έφτανε ή ίσως και να ξεπερνούσε τα 2.000.000 μέλη.
[5] Το πολιτικό εύρος των λεγομένων Δημοκρατικών Δυνάμεων ήταν μεγάλο, από Φιλελεύθερους αστούς μέχρι Κομμουνιστές και Αναρχικούς "επαναστάτες". Η κύρια δύναμή τους βρισκόταν στις αστικές και βιομηχανικές περιοχές και σε αυτές που είχαν αυτονομιστικές τάσεις, όπως η Αστούριας και η Καταλονία, αλλά είχαν επίσης ισχυρά ερείσματα στους ακτήμονες. Μαζί τους τάχτηκαν και η εθνικιστική κυβέρνηση των Βάσκων αυτονομιστών, πράγμα παράδοξο, που οδήγησε την αριστερά στο να χαρακτηριστεί από τους εθνικιστές ως προδοτική.
[6] https://en.wikipedia.org/wiki/Francisco_Ascaso
[7] https://fr.wikipedia.org/wiki/Juan_Garc%C3%ADa_Oliver
[8] https://en.wikipedia.org/wiki/Los_Solidarios
[9] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B9%CE%B3%CE%BA%CE%AD%CE%BB_%CE%A0%CF%81%CE%AF%CE%BC%CE%BF_%CE%BD%CF%84%CE%B5_%CE%A1%CE%B9%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%B1
[10] Στη ζωή και το θάνατο του Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι αναφέρεται το έργο του γερμανού συγγραφέα Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ «Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας», που εκδόθηκε το 1972. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε αρχικά από τις εκδόσεις «Οδυσσέας» και στη συνέχεια από τις εκδόσεις «Εστία» «Όταν κάποιος πήγαινε επίσκεψη σπίτι του, εκείνος φορούσε συχνά ποδιά επειδή καθάριζε εκείνη τη στιγμή πατάτες. Η γυναίκα του δούλευε. Δεν τον πείραζε καθόλου· δεν είχε τη μανία του ανδρισμού και δεν ένιωθε ότι οι δουλειές του σπιτιού πλήγωναν τον εγωισμό του. Την άλλη μέρα έπαιρνε το πιστόλι κι έβγαινε στον δρόμο για να τα βάλει με έναν κόσμο κοινωνικής καταστολής. Το έκανε με τον ίδιο φυσικό τρόπο, όπως την προηγουμένη το βράδυ είχε αλλάξει πάνες στην κορούλα του, την Κολέτ.» Το κλασικό πια έργο του Χανς-Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ "Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας" είναι ένα κολάζ μαρτυριών για τη ζωή και τον θάνατο του Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι, του ηγέτη των αναρχικών και ήρωα της Ισπανικής Επανάστασης. Ο συγγραφέας μοντάρει σε ένα βιογραφικό μωσαϊκό αναμνήσεις φίλων, συγγενών και συντρόφων, ανέκδοτα, ρεπορτάζ, ομιλίες, συνεντεύξεις, επιστολές, φέιγ βολάν, αποσπάσματα εφημερίδων και προπαγανδιστικά φυλλάδια. Ανάμεσά τους ενθέτει οκτώ δικές του παρεμβάσεις για τον ισπανικό αναρχισμό και το ιστορικό και πολιτικό υπόβαθρο της εποχής, της δεκαετίας του '30, που σημαδεύτηκε από την άνοδο του φασισμού. Ο Ισπανός μηχανικός Ντουρούτι οργάνωνε απεργίες και απαγωγές δικαστικών, λήστευε τράπεζες, έβαζε βόμβες, έστηνε οδοφράγματα και αφοσιώθηκε με το εθελοντικό τάγμα του στον αγώνα κατά του στρατηγού Φράνκο. Φυλακίστηκε και κατέφυγε επανειλημμένα στην εξορία. Ηλέκτριζε τα πλήθη και αφιέρωσε ανεπιφύλακτα τη ζωή του στις ιδέες του. Η ζωή και η δράση του δεν έτυχαν ποτέ εξαντλητικής ιστορικής έρευνας. Ακόμα και για τον αιφνίδιο θάνατό του υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Στο πολυσυζητημένο ερώτημα αν το έργο αυτό του Εντσενσμπέργκερ είναι μυθιστόρημα ή ντοκουμέντο έδωσε μια απάντηση ο βιβλιοκριτικός της εφημερίδας "Frankfurter Rundschau": «Το βιβλίο αυτό είναι πιο πλούσιο σε περιεχόμενο και πιο συναρπαστικό στην ανάγνωση από τα έργα που κυκλοφορούν σήμερα ως "μυθιστορήματα" στην αγορά».
[11] «Δε μας φοβίζουν τα ερείπια. Πάντοτε ζούσαμε μέσα σε τρώγλες και θα τα καταφέρουμε για λίγο καιρό ακόμα. Αλλά μην ξεχνάτε ότι εμείς οι εργάτες, ξέρουμε επίσης και να χτίζουμε. Εμείς χτίσαμε όλα αυτά τα παλάτια και τα μέγαρα, εδώ, στην Αμερική και παντού. Και θα τα χτίσουμε ακόμα πιο όμορφα, γιατί εμείς θα κληρονομήσουμε τη Γη και γι’ αυτό να μην έχετε την παραμικρή αμφιβολία. Η αστική τάξη λοιπόν, ας γκρεμίσει τον κόσμο της πριν αποχωρήσει οριστικά από το προσκήνιο της ιστορίας. Εμείς κουβαλάμε έναν καινούριο κόσμο, εδώ, στις καρδιές μας. Κι ο κόσμος αυτός μεγαλώνει κάθε στιγμή. Μεγαλώνει και τώρα, αυτή τη στιγμή που σας μιλάω…» (Χοσέ Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι Ντουμάνγκε)
[12] Η Μάχη του Ανουάλ (22 Ιουλίου 1921) ήταν μια καθοριστική σύγκρουση στο πλαίσιο του Πολέμου του Ριφ, όπου ο ισπανικός στρατός υπέστη καταστροφική ήττα από τις δυνάμεις των Βερβερίνων του Αμπντ ελ-Κριμ στα βορειοανατολικά του Μαρόκου. Αποτέλεσε μία από τις χειρότερες αποικιακές καταστροφές στην ιστορία της Ισπανίας
[13] https://www.topontiki.gr/2022/03/08/nestor-machno-o-anarchikos-pou-organose-tin-ethniki-amina-ton-oukranon-ke-polemise-gia-tin-anexartisia-tis-patridas-tou/
[14] Η τοπική καταλανική πρωτεύουσα
[15] Η Δεύτερη Ισπανική Δημοκρατία (Segunda República) ήταν το δημοκρατικό πολίτευμα της Ισπανίας από τις 14 Απριλίου 1931 έως την 1η Απριλίου 1939. Η περίοδος αυτή σημαδεύτηκε από εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις, αλλά και από έντονη πολιτική πόλωση που οδήγησε τελικά στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο και στη μακρόχρονη δικτατορία του Φράνκο
[16] https://www.izquierdadiario.es/Cuando-el-anarquismo-entro-al-gobierno-en-Espana