Τρίτη, Ιανουαρίου 08, 2019

η χαμένη κόρη, Έλενα Φερράντε


Θυμόμουν πάρα πολύ καλά πόσο βέβαιη ήμουν,
πως μόλις με γέννησε η μητέρα μου με ξαπόστειλε
όπως όταν μας πιάνει αηδία και απομακρύνουμε το πιάτο
με μια απότομη κίνηση.

Μάλλον απογοητευτικό το σύντομο αυτό μυθιστόρημα της διάσημης συγγραφέα (γνωστής από την Τετραλογία της Νάπολης), που ο ιταλικός του όμως τίτλος είναι “La figlia oscura”, δηλαδή η «σκοτεινή κόρη», κι όχι η «χαμένη (perduta) κόρη» των εκδόσεων Πατάκη, που απλώς θυμίζει το τέταρτο της πολυδιαβασμένης τετραλογίας (και κάνει τον αναγνώστη να αναρωτιέται αν πρόκειται για τη χαμένη κόρη της Λίνας). Για να είμαι ειλικρινής, εμένα δεν με απογοήτευσε ακριβώς, με εξόργισε, γιατί εξοργιστική ήταν η ηρωίδα, πράγμα που σημαίνει ότι ίσως η συγγραφέας πέτυχε να ψυχογραφήσει με πειστικότητα μια γυναίκα με ακραία σύνδρομα, που σχετίζονται με τη γυναικεία της φύση.
Δεν θα δίσταζα να αποδώσω στο βιβλίο τα χαρακτηριστικά της «γυναικείας» λογοτεχνίας[1], αν και απεχθάνομαι τον όρο, με την έννοια όχι μόνο ότι απευθύνεται σαφώς σε γυναικείο κοινό (νομίζω ποτέ οι άνδρες δεν θα καταλάβαιναν τις κυκλοθυμίες της ηρωίδας), αλλά κι ότι  όλα τα πάθη και τα συναισθήματα απορρέουν από το γεγονός ότι είναι γυναίκα, μητέρα, ερωμένη κλπ. Δεν εξισώνω φυσικά το βιβλίο με τα ευπώλητα τύπου ροζ με τους χάρτινους ήρωες/ίδες που σκορπάνε μπόλικο κλάμα στις αναγνώστριες. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Γιατί η αφηγήτρια ηρωίδα είναι αντιπαθέστατη, μια αντι-ηρωίδα συνειδητά πλασμένη ως τέτοια απ’ τη συγγραφέα, που ολοφάνερα είχε σκοπό να δείξει τη συγκρουσιακή κατάσταση στην οποία βρίσκεται η σύγχρονη γυναίκα, μητέρα και εργαζόμενη.
Θα ήθελα όμως πολύ να συμφωνήσω με τον Γιάννη Ζαραμπούκο ότι ουσιαστικά είναι κοινωνικό το μυθιστόρημα, αλλά… θα πρέπει να επισημανθεί ότι ουσιαστικά αποτελεί ψυχογράφηση μιας πολύ ιδιαίτερης παθολογικά περίπτωσης (όχι, δεν θα συμφωνούσα ότι είναι «ένας χαρακτήρας γήινος και προσιτός προς όλους τους αναγνώστες»), μιας γυναίκας που δεν μπορεί να εκπροσωπήσει γενικά το γυναικείο φύλο, παρόλο που θίγονται φυσικά και τα προβλήματα κοινωνικής ανισότητας (η σύγχρονη γυναίκα με τους πολλαπλούς ρόλους, που δεν βρίσκει  χρόνο για τον εαυτό της κλπ κλπ). Και δεν ισχύει ότι απλώς συγκρούεται ο ρόλος της μητέρας με το ρόλο της γυναίκας, συζύγου ή εργαζόμενης. Η «πάθηση» (ψύχωση, νεύρωση; Νομίζω το πρώτο) πάει πολύ βαθύτερα, ξεκινάει μάλλον από πολύ πρώιμα στάδια της παιδικής ηλικίας όπου προφανώς υπάρχει καθήλωση, και η ηρωίδα μας δεν μπορεί να αγαπήσει ούτε τα ίδια της τα παιδιά. Ο ανταγωνισμός και η σύγκριση κυριαρχεί σε κάθε στάδιο και με οποιονδήποτε, άντρα ή γυναίκα, ενώ το «εγώ» κυριαρχεί σε κάθε στιγμή της καθημερινότητας.
Το οικείο και εξομολογητικό ύφος της συγγραφέα δεν αφήνει να δεις από την αρχή την ψυχοπαθολογία της Λήδας. Άλλωστε η ίδια δεν μπορεί να ξέει τι της συμβαίνει, κι αυτή είναι η αρετή της Φερράντε, ότι υπάρχει η παραμορφωτική ενδοσκόπηση αλλά και τα γεγονότα που συμπληρώνουν το παζλ. Πρόκειται για μια γυναίκα μορφωμένη, καθηγήτρια αγγλικής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο, που μάλιστα κάποια στιγμή διαπρέπει και  ως ερευνήτρια. Η αναδρομική αφήγηση μας προετοιμάζει ότι έχει κάνει μια πράξη ακατανόητη, ακόμα και για την ίδια. Όμως η πρωτοπρόσωπη αφήγηση σε ωθεί να ταυτιστείς με την αγχωτική  γυναίκα-εργαζόμενη που επιτέλους απαλλάχτηκε από τις υποχρεώσεις της μητρότητας και της συζυγικής ζωής και απολαμβάνει τις διακοπές της σε ένα θέρετρο της ναπολιτάνικης επαρχίας, ελεύθερη και μόνη. Παραξενεύεσαι λίγο που εστιάζει μόνο στις υποχρεώσεις της απέναντι στις δυο κόρες, που είναι μόνο ένα τηλέφωνο κάθε τόσο, και δε μιλάει με ίχνος αγάπης ή νοσταλγίας γι αυτές.  Αλλά μπορείς να κατανοήσεις ότι νιώθει μεγάλη απελευθέρωση από τότε που ζει μόνη (κατάσταση πρωτόγνωρης ευεξίας), εφόσον πρόκειται για αγχώδη και νευρωτικά ανήσυχη και προστατευτική μάνα («τα παιδιά είναι μόνιμη έγνοια»).  Όλα αυτά είναι κατανοητά και τα αποδέχεται κανείς  ως συνήθεις εκφορές της σύγχρονης  μητρότητας, όπου συμπλέκονται οι ενοχές (ανεπάρκειας στο ρόλο) και κούρασης από τους πολλαπλούς ρόλους.
Η συγγραφέας  βάζει στο σκηνικό και μια φασαριόζικη ναπολιτάνικη οικογένεια που δημιουργεί εφήμερους δεσμούς με τη Λήδα κι έρχεται σε επαφή με άλλες απόμακρες περιπτώσεις γυναικείων ρόλων: Πρόκειται  για τη Νίνα, νεαρή όμορφη μητέρα, την κόρη της Έλενα, την αδερφή του άντρα της που είναι έγκυος και άλλοι, κάπως δευτερεύοντεςήρωες. Οι διαπροσωπικές σχέσεις και οι ενδόμυχες σκέψεις που κάνει η Λήδα, αποκαλύπτουν την πραγματική της ψυχοπάθεια. Καταλαβαίνεις ότι κάτι δεν πάει καλά, ή μάλλον ας πω ότι δεν ταυτίζεσαι πια με την αφηγήτρια, από τη στιγμή που αρνείται να πάει πιο κει την ομπρέλα της για να εξυπηρετήσει την ευτυχισμένη οικογένεια. Ο αναστοχασμός της δεν φτάνει στο σημείο να παραδεχτεί ότι ζηλεύει, φαίνεται όμως από τις επόμενες σελίδες. Κοιτάει με λύσσα την Έλενα να παίζει με την κούκλα της. Κι όταν το μικρό κορίτσι χάνει το πολύτιμο παιχνίδι, και το βρίσκει στην άμμο η ηρωίδα μας,  κάποια δύναμη την ωθεί να  κρατήσει την άχρηστη για κείνη κούκλα και να μην την επιστρέψει, παρόλο που η απώλεια προκαλεί μεγάλο σάλο και δυστυχία στην Έλενα (ήμουν μπερδεμένη, ακούμπησα το χέρι μου στο στήθος για να ηρεμήσω την καρδιά μου που χτυπούσε δυνατά. Την κούκλα την είχα πάρει εγώ∙ ήταν στην τσέπη μου). Στην αρχή εσωτερικεύει την «πράξη» (προφανώς αυτήν για την οποία μας προετοίμασε στην πρώτη σελίδα) σαν ένα αστείο, άλλωστε σκοπεύει να επιστρέψει το παιχνίδι. Όμως όχι. Περιντύνει τα συναισθήματα λύπησης με αερολογίες (ξέρει ότι έχει δημιουργήσει πανικό) και ασχολείται με την κούκλα σαν δυο χρονών κακιωμένο παιδί που του στερήσαν το γάλα, ενώ περνούν οι μέρες χωρίς να την επιστρέφει. Τη ντύνει, τη γδύνει, της αγοράζει ρούχα, τη ζουλάει, τη φιλάει, τη σφίγγει, της κάνει μπάνιο, της ανοιγοκλείνει πόδια χέρια κλπ. και την αντιμετωπίζει σαν φετίχ.
Κάπου μέσα στο παραλήρημα των στοχασμών, φαίνεται ξεκάθαρα η καθήλωση που υποπτεύεται ο αναγνώστης: ότι δηλαδή είχε απωθημένο μίσος και οργή, αλλά και τρομερό ανταγωνισμό και απέναντι στη δική της μάνα (εκείνη ξεχείλιζε από μια ζωογόνο θέρμη, εγώ πάλι ένιωθα ψυχρή, θαρρείς και οι φλέβες μου ήταν από μέταλλο). Σε ανύποπτο χρόνο (κι αυτή η συνύφανση προσμετράται στα συν της συγγραφικής αρετής της Φερράντε) ομολογεί ότι όταν ήταν μικρή ένιωθε χαμένη:  οι ελπίδες της νιότης μου φάνταζαν κιόλας καμένες, όλες, είχα την αίσθηση ότι κατρακυλούσα προς τα πίσω, προς τη μητέρα μου, προς τη γιαγιά μου, την αλυσίδα εκείνων των αμίλητων ή οξύθυμων γυναικών από τις οποίες καταγόμουν. Η οργή, η αντιπάθεια και ο ανταγωνισμός μεταφέρεται και απέναντι στις κόρες της.  Οι σκέψεις της πάνω στο κορμί της (όταν ήταν έγκυος) αλλά και στα παιδιά της, οι πράξεις της κι ο τρόπος γενικά που αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα είναι εξωφρενικός:  τα έχει βάλει με την τρίχρονη κόρη της σπρώχνοντάς την με άγρια χαρά επειδή της είχε πάρει την… κούκλα, ανταγωνιζόταν τις έφηβες κόρες της ερωτικά, στη συνέχεια τις σύγκρινε με συνομήλικες φίλες τους σκορπώντας τον όλεθρο, τους δημιουργούσε κόμπλεξ, ζήλευε τη φίλη της που έχτιζε ωραίες σχέσεις με τις δικές της κόρες-κι όλα αυτά τα αναθυμάται χωρίς να τα αναθεωρεί. Και τώρα, στο παρόν, φαίνεται ακόμα να αντιπαθεί τα παιδιά της (που δεν αποκλείεται να εξελίχθηκαν όντως αντιπαθητικά με τέτοια μάνα!): άμοιρα πλάσματα, που βγήκατε από την κοιλιά μου, ολομόναχα τώρα στην άκρη του κόσμου. Αλλά και έμμεσα η γλώσσα προδίδει τη σύγχυση:  την Μπιάνκα την ΕΚΑΝΑ με μεγάλο στήθος, προδίδοντας την ανικανοποίητη ανάγκη της να κυριαρχεί στη ζωή των παιδιών της. Και το ανυπόφορο για ένα παιδί που έχει μια τέτοια μάνα: αχ, να τις έκανα αόρατες, να μην ένιωθα πια τις απαιτήσεις  της σάρκας τους σαν πιεστικές εντολές, πιο ισχυρές από κείνες που έβγαιναν από τη δική μου.  
Γι αυτό και φυσικά ικανοποιείται όταν βλέπει τη δυσφορία στη σχέση Νίνας- Έλενας, σχέση που στην αρχή φαινόταν ιδανική (και πάλι ένιωθε έλξη, και την παρατηρούσε με υπερβολική προσήλωση). Ο μηχανισμός της προβολής κορυφώνεται (η Έλενα φοβόταν προπαντός μην της ξεγλιστρήσει η μητέρα της) και η Λήδα εγκλωβίζεται μόνη της μέσα στο μηχανισμό του μητρικού ρόλου χωρίς να βρίσκει διέξοδο, νιώθει φυλακισμένη, τυφλή μέσα στο «εγώ»: απαιτώ να με δουν ως άτομο κι όχι ως λειτουργία.
Η τετε-α-τετ συνάντηση με τη Νίνα στο τέλος του βιβλίου, αποτελεί κάθαρση στο επεισόδιο όχι μόνο επειδή η Νίνα εξοργισμένη όταν έμαθε ότι η Λήδα είχε τόσο καιρό την κούκλα την παρατάει σύξυλη, αλλά επειδή ο διάλογος δίνει την ευκαιρία στη Λήδα να συνειδητοποιήσει και δυο τρία πράγματα (-Γιατί άφησες τις κόρες σου; -Τις αγαπούσα πολύ και είχα την αίσθηση ότι η αγάπη μου για κείνες με εμπόδιζε να είμαι ο εαυτός μου –Δεν πονούσες; -Όχι, ήμουν πολύ απορροφημένη απ’ τη ζωή μου/ήμουν όπως κάποια που κατακτά τη ζωή της και νιώθει ένα σωρό πράγματα ταυτόχρονα, μεταξύ αυτών κι ένα αβάσταχτο κενό).
Η Φερράντε έγραψε ένα άρτιο ψυχολογικά και εξαιρετικά δομημένο μυθιστόρημα, ψυχογραφώντας μια ιδιαίτερη παθολογική περίπτωση μάνας που δεν μπορεί να αισθανθεί τη μαγεία της μητρότητας και το θαύμα της ζωής. Θεωρώ ότι το βιβλίο αποτελεί κατάθεση της συνείδησης ενός ατόμου καθηλωμένου σε κάποιο στάδιο της εξέλιξης, και δεν προχωρά ούτε στην ψυχολογική ερμηνεία, αλλά οπωσδήποτε ούτε στην κοινωνική διάσταση του φαινομένου, μια και το ζήτημα είναι καθαρά διαπροσωπικό.
Χριστίνα Παπαγγελή



http://www.kathimerini.gr/257767/article/politismos/arxeio-politismoy/to-vivlio-shmera-einai-genoys-8hlykoy



Κυριακή, Δεκεμβρίου 16, 2018

Το ξανθό κορίτσι της Σαντορίνης, Μαρίζα Κωχ


Εντυπωσιακό είναι το «αυτοβιογραφικό αφήγημα» -όπως το αποκαλεί η ίδια- της Μαρίζας Κωχ, που πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια, σε πολύ ιδιαίτερες συνθήκες. Ένα βιωματικό αφήγημα που καλύπτει την ηλικία από 9 έως 12 χρονών και που, πέρα από το συγκινητικό περιεχόμενο αποπνέει τις μυρωδιές του νησιού (της Σαντορίνης), την ανθρωπιά και την αλληλεγγύη των ανθρώπων της και γενικότερα, την ομορφιά  του φυσικού και ανθρώπινου περιβάλλοντος.
Η αφήγηση ξεκινά από το 1952, όταν το θρυλικό πλοίο «Γλάρος» της άγονης γραμμής μεταφέρει τα δυο κορίτσια, την εννιάχρονη  Μαρίζα και τη δεκάχρονη αδερφή της Ειρήνη από τον Πειραιά στη Σαντορίνη για να συναντήσουν τους θείους τους και να ενταχτούν κανονικά στη ζωή της γενέτειρας της μάνας τους, και φτάνει μέχρι τα 1956 λίγο μετά τον σεισμό στο νησί. Τα δυο κορίτσια έχουν ήδη περάσει πέντε χρόνια (!) στο «Ίδρυμα», δηλαδή στο Ψυχιατρείο του Δαφνιού όπου μαζί με τους ψυχικά ασθενείς νοσηλεύονται παιδιά για θεραπεία από τράχωμα στα μάτια (αρρώστια της εποχής απ την οποία είχαν προσβληθεί πολλά παιδιά στη Σαντορίνη, που θα μπορούσε να τους στοιχίσει την όραση) από την ηλικία τεσσάρων και πέντε χρόνων αντίστοιχα! Καμιά κουβέντα δεν αναφέρει η Μαρίζα για τον Γερμανό πατέρα της γύρω απ’ τον οποίο υπήρχε σιωπή στα παιδικά χρόνια, παρά μόνο στο τέλος του βιβλίου, όταν οι δυο κοπέλες ανακαλύπτουν μια φωτογραφία του. Αλλά  και η μάνα  απουσιάζει, εφόσον αναγκάζεται απ τη δουλειά να μείνει πίσω στην Αθήνα. Έτσι, τα δύο «ορφανά» -ονομασία που την άκουγαν ήδη στα Αναφιώτικα όπου έμεναν πριν το Ίδρυμα-  φτάνουν μόνα τους στη Σαντορίνη, έναν τόπο εν πολλοίς άγνωστο.
Η δροσερή κι αισιόδοξη παιδική ματιά, η ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου νησιού και τα ειλικρινή συναισθήματα αγάπης που δένουν τους ανθρώπους  στα δύσκολα είναι τα χαρακτηριστικά που βλέπουμε να ξεδιπλώνονται στις σελίδες του μικρού βιβλίου, και που συναρπάζουν τον αναγνώστη. Η αφήγηση προκαλεί  ένα συνεχές μειδίαμα συμπάθειας  και συν-ταύτισης, κυρίως γιατί ταυτιζόμαστε με τα βιώματα ενός παιδιού. Ήδη το ταξίδι μετάβασης στη Σαντορίνη με το πλοίο της άγονης γραμμής, η απειλή του Κάβο Ντόρο, η επέλαση των μικροπωλητών  απ’ τη Σύρο που πουλάνε χαλβαδόπιτες, ο Κίτσος -το δελφίνι στο λιμάνι της Νιος-   είναι απολαυστικά γνώριμα για τους Κυκλαδίτες, ενώ αποκορύφωμα στα ήθη της εποχής είναι η λεπτομέρεια του ταξιδιού: ότι στη λίστα προϊόντων που μεταφέρει ο κυρ Φώτης, που συνοδεύει τα δυο παιδιά στο πλοίο, μαζί με τους τενεκέδες λάδι και τις οκάδες καφέ είναι γραμμένα και «δυο κορίτσια της Μαργαρίτης του παπά»! 
Η Μαρίζα ήταν ατίθαση, το’ σκαγε συνέχεια απ’ το σχολείο κι έτρεχε στα χωράφια, στη φύση, βόσκοντας… κατσίκια και κυνηγώντας τις κότες. Υπερβολικά σκάνταλη, έκανε τσουλήθρα στις κισηριές[1], την περνούσαν για αγρίμι, έφτασε στο σημείο να βάψει εσώρουχά της με… ζαφορά για να μοιάζουν με μαγιώ,  και να πέσει στη θάλασσα χωρίς να ξέρει κολύμπι! Δεν είναι τυχαίο που έχει αδυναμία στη γιαγιά το Ρηνιώ, που ζούσε στα χωράφια (όλη μου τη ζωή ήθελα να μοιάσω σ’ αυτή τη γιαγιά! Μου άρεσε πολύ η ζωή που ζούσε. Ελεύθερη να κάνει  ό, τι αρέσει, να πηγαίνει στις εκκλησιές στην εξοχή, να ζει μέσα στη φύση!). Ζει «πρωτόγνωρα πράγματα» μόνη της κι όταν τη μαλώνει η αδερφή της που δεν παρακολουθεί τα μαθήματα, την αποστομώνει «Ξέρω πράγματα που δεν τα ξέρεις εσύ!». Και πράγματι, εντυπωσιάζει με γνώσεις από την εμπειρική ζωή. Άλλωστε, της αρέσει να πηγαίνει και στον καφενέ («παγκάδα») του Παντελή όπου μαθαίνει όλα τα νέα του χωριού, αλλά και στους εσπερινούς σε όλα τα ξωκλήσια, μαθαίνοντας με καταπληκτική ευκολία όλα τα λόγια από τις ψαλμωδίες απ έξω (ο δεύτερος σημαντικός λόγος για τον οποίο δεν έχανα κανέναν εσπερινό με τον παππού ήταν ότι, όταν έψελνα, φανταζόμουν πως τραγουδούσα, κι αυτό το αίσθημα μου χάριζε μεγάλη ελευθερία)! Κάποια στιγμή μάλιστα κάνει νύξη και για δυσλεξία.
Η συγγραφέας-τραγουδίστρια μάς αποκαλύπτει   τις απαρχές της ενασχόλησής της με το τραγούδι, που βρίσκονται στα πολύ μικρά της χρόνια, στα χρόνια στο Ίδρυμα. Εκεί, έξω από το συρματόπλεγμα της περίφραξης κάθε Σάββατο χόρευε ο κόσμος σε ανοιχτό χώρο με γραμμόφωνο.  Το πιο συγκινητικό ήταν τα γλέντια των Μικρασιατών, όπου για να συμμετέχουν, τραγουδώντας πάντα, η Μαρίζα και 5-6 αγόρια είχαν σκάψει ένα λαγούμι και βγαίναν απ το ίδρυμα! Εκεί έμαθε και τα γνωστά τραγούδια που τραγούδησε στη συνέχεια, «Καροτσέρη τράβα να πάμε στα Τατάβλα», «Στο’ πα και στο ξαναλέω» κλπ. Όλα τα τραγούδια τα μάθαινε με ταχύτητα, κι αυτό το ταλέντο της ήταν που ανακάλυψαν οι δάσκαλοι, και την έπεισαν, πολύ μετά τα Χριστούγεννα, να ενταχτεί στο σχολείο!
Είναι πραγματικά αποκαλυπτικά αυτά τα δύο χρόνια στα οποία φαίνεται να διαμορφώθηκε η προσωπικότητα της Μαρίζας Κωχ.  Μαζί με την ενηλικίωση της μικρής Μαρίας παρακολουθούμε και όλες τις φάσεις της ζωής στο νησί: τα χαρακτηριστικά φαγητά (φάβα, ντοματοκεφτέδες, ρεβυθοκεφτέδες, τηγανίτες, μελιτίνια), τον τρόπο παρασκευής τους και φύλαξής τους (δεν υπήρχαν ψυγεία)∙ τον τρόπο που γιόρταζαν τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, τις απόκριες, το Πάσχα∙ τον θερισμό και τον λίχνο του κριθαριού (η Σαντορίνη προμήθευε  τη ζυθοποιΐα του ΦΙΞ). Σ’ αυτό το διάστημα έφυγαν απ’ τη ζωή η γιαγιά το Ρηνιώ, ο παππούς αλλά και ο θείος Γιάννης από εργατικό ατύχημα (η απουσία του θείου και του παππού απ’ τη ζωή μας, για μας και τα παιδιά τα μικρά, τον Γιάννη και το Μαράκι, μας ένωνε σα να είμαστε τα τέσσερα αδέρφια. Νιώθαμε την ορφάνια βλέποντας κάθε μέρα τη θεία και τη μάνα μας χωρίς χαμόγελο).
Ο σεισμός της 9 Ιουλίου 1956 αλλάζει όλο το σκηνικό. Από τη Σαντορίνη ξανά στην Αθήνα όπου η 12χρονη Μαρίζα μπαίνει «φιλοξενούμενη» σ’ ένα σπίτι όπου τη μεταχειρίζονταν όμως σαν «δουλάκι» (συνηθισμένη πρακτική να παίρνουν νέα κορίτσια απ’ τα νησιά, για εσωτερική υπηρεσία) και όπου περνά τρεις εφιαλτικούς μήνες. Η επάνοδος στα Φηρά είναι σαν βάπτισμα σε μια περίοδο αλλαγών αλλά και ενηλικίωσης. Οι δυο κοπέλες έχουν πια μπει στην εφηβεία, λούζουν τα μαλλιά τους με… κυπαρισσόμηλα για να μην είναι ξανθά (!), η Μαρίζα ερωτεύεται, και το «αφήγημα» τελειώνει με την αναφορά στην απουσία του Πατέρα.
Χριστίνα Παπαγγελή



[1] http://greek_greek.enacademic.com/220174/%CE%BA%CE%AF%CF%83%CE%B7%CF%81%CE%B9%CF%82_%CE%AE_%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%86%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B1

Σάββατο, Δεκεμβρίου 08, 2018

Έλενα Φερράντε, Η τετραλογία της Νάπολης -4


Βιβλίο 4: η ιστορία της χαμένης κόρης
Αχ, Λενού, 
τώρα βλέπουμε ποιος είναι ο πραγματικός κόσμος,
Δεν υπάρχει τίποτα, μα τίποτα απολύτως
για το οποίο μπορεί να πει κανείς με βεβαιότητα: Αυτό είναι.
Κοινή εισαγωγή:
(βιβλίο πρώτο εδώ, βιβλίο δεύτερο εδώ, βιβλίο τρίτο εδώ)
Σε πολλαπλά επίπεδα κινείται το μεγάλο αυτό μυθιστόρημα που η συγγραφέας του αναγκάστηκε να το επιμερίσει σε τέσσερα βιβλία (2300 περίπου σελίδες, συνολικά). Και είναι σημαντική αυτή η διάκριση (κατά τη γνώμη μου, πάντα), ότι δηλαδή δεν πρόκειται για τέσσερα αυτόνομα βιβλία με χαλαρή συνέχεια το ένα του άλλου (όπως είναι συνήθως οι τετραλογίες), αλλά για ΕΝΑ βιβλίο με μεγάλη εσωτερική συνοχή. Αυτό είναι φανερό αν μπορέσει κάποιος να επισκοπήσει και τα τέσσερα βιβλία (πράγμα δύσκολο λόγω μεγέθους, αλλά και γιατί δεν κυκλοφόρησαν όλα μαζί), εφόσον υπάρχει ένας τέλειος «κύκλος» που ενώνει το πρώτο με το τέταρτο βιβλίο.
Η δομή άλλωστε παραμένει η ίδια: η μία από τις δυο βασικές ηρωίδες, η Έλενα, αφηγείται μετά από πολλά χρόνια (στο αφηγηματικό «σήμερα» είναι 66 χρονών) τη ζωή, τον βίο και την πολιτεία της ίδιας αλλά και της «άσπονδης» φίλης της, της Λίλας, η οποία έχει μυστηριωδώς εξαφανιστεί (σελίδα 22 του πρώτου βιβλίου: ελαχιστοποιούσε κάθε πιθανότητα αναζήτησης ίχνους της. Δεν ήθελε απλώς να εξαφανιστεί τώρα, στα εξήντα έξι της, αλλά και να διαγράψει όλη τη ζωή που άφηνε πίσω της). Ήδη προετοιμαζόμαστε για ένα είδος «ανταγωνισμού» ανάμεσα στις δυο φίλες, που φαίνεται στις αμέσως επόμενες σειρές: «εξοργίστηκα. Για να δούμε ποια θα νικήσει αυτή τη φορά, μονολόγησα. Άνοιξα τον υπολογιστή και βάλθηκα να γράφω κάθε λεπτομέρεια της ιστορίας μας, ό, τι είχε εντυπωθεί στο μυαλό μου). Ήδη η πρώτη, βασική αντίθεση έχει διαγραφτεί, στις πρώτες σειρές.
Τα γεγονότα λοιπόν, που είναι καταιγιστικά -με τόσα πρόσωπα που σε κάθε βιβλίο υπάρχει αρχικό υπόμνημα με τις συγγενικές σχέσεις και λίγα στοιχεία για κάθε πρόσωπο-, συναρπάζουν από μόνα τους και ικανοποιούν τον αναγνώστη που θέλει «πλοκή». Υπάρχει όμως και το ψυχογραφικό στοιχείο έντονο, το κοινωνικοπολιτικό, το υπαρξιακό. Αυτό όμως που εμένα με συνάρπασε πιο πολύ, και νομίζω είναι και το πιο κεντρικό  είναι ο προβληματισμός πάνω στη «γραφή», όχι μόνο τη λογοτεχνική, αλλά την καταγραφή της εμπειρίας με το Λόγο, που χτίζει τη μνήμη και γράφει Ιστορία.
Στο τέταρτο αυτό μέρος, μάλιστα, κορυφώνονται όλοι αυτοί οι άξονες  επιβεβαιώνοντας την οργανική σύνδεση όλων των βιβλίων της τετραλογίας, και όχι την απλή, γραμμική τους παράταξη. Δεν είναι ΜΟΝΟ μια απλή ιστορία που έχει αρχή- μέση- τέλος, αν και θα μπορούσε κανείς να το δει κι έτσι. Μέσα από τα γεγονότα της προσωπικής ζωής της Έλενας, που τα αφηγείται η ίδια με αφοπλιστική ειλικρίνεια, μέσα από τις δικές της αγωνίες, φιλοδοξίες να επιβιώσει ως εργαζόμενη γυναίκα με τρία παιδιά και μέσα από τη σχέση της με την πέρα από κάθε προσδοκία Λίλα, διαφαίνεται/παίρνει σάρκα και οστά μια κύρια και βασική αντίθεση, δυο ολότελα διαφορετικές στάσεις ζωής που εκπροσωπείται η μια από τη Λενού και η άλλη από τη Λίλα. Κι όλα αυτά στο κοινωνικοπολιτικό χάος της Νάπολης, στα τέλη του 20ου αιώνα.

Λίγα λόγια σχετικά με την πλοκή
Τα γεγονότα στο τέταρτο βιβλίο καλύπτουν τη ζωή των συνομήλικων γυναικών από την τέταρτη δεκαετία (1976) μέχρι την εξαφάνιση της Λίλας, το 2010, όταν και οι δυο είναι πια 66 χρόνων. Στο προηγούμενο βιβλίο είχαμε αφήσει τη Λενού να επιστρέφει στη Νάπολη με τον Νίνο Σαρατόρε, τον παιδικό της έρωτα, προμηνύοντας με την επιλογή της αυτή μεγάλη αναταραχή  και στην οικογένεια του πατέρα των παιδιών της, και στη δική της, αλλά και στη φθονερή μικροκοινωνία της Νάπολης.
Όπως και στα προηγούμενα βιβλία, η πλοκή είναι πραγματικά καταιγιστική, και φυσικά δεν είναι δυνατόν (ούτε σκόπιμο) να παρατεθεί κάποια περίληψη. Όμως, αναγκαστικά γίνονται αναφορές γιατί οι συναισθηματικές καταστάσεις είναι πολύ έντονες… Συγκεκριμένα, η Λενού βιώνει έναν έρωτα σαρωτικό με τον επιπόλαιο καθόλα Νίνο, που της αναποδογυρίζει όλη τη ζωή. Περνάει τρομακτικές δυσκολίες, δεδομένου ότι συνειδητά επιλέγει και τον δρόμο της γυναικείας χειραφέτησης, μέσα στην πιο συντηρητική κοινωνία της Ιταλίας. Καβγαδίζει με όλους, υφίσταται κάθε λογής πιέσεις από τα παιδιά, υφίσταται την υστερία της μάνας (νόμιζα ότι η φίλη σου η Λίνα σ’ έσπρωχνε στον στραβό δρόμο, όμως έκανα λάθος, εσύ, εσύ είσαι η ξεδιάντροπη), ξεσηκώνεται από τον έρωτα για τον Νίνο αθετώντας υποσχέσεις (πολύ σύντομα ανακάλυψα ότι σιγά σιγά συνήθιζα να είμαι ευτυχισμένη και δυστυχισμένη συνάμα, θαρρείς και ήταν το καινούριο αναπόφευκτο καταστατικό της ζωής μου). Ακόμα και η Λίλα την καθηλώνει με την αυστηρή της στάση, εφόσον έχει κάθε λόγο να μην εμπιστεύεται τον Νίνο. Όμως εκείνη είναι απτόητα τρελή από έρωτα, ακόμα κι όταν μαθαίνει ότι εκείνος όχι μόνο ποτέ δεν εγκατέλειψε την οικογένειά του, αλλά η γυναίκα του είναι και έγκυος. Ο δε μέγιστον, μένει και η Λενού έγκυος! Οι δυσκολίες στο να είναι και ελεύθερη και αυτόνομη, να βλέπει πάντα θετική την έκβαση της ζωής της, να έχει καλές σχέσεις στην οικογένεια με μάνα αλλά και αδέρφια μεγαλώνουν ολοένα. Σ’ όλα αυτά προστίθεται η εγκυμοσύνη της Λίλας, η αυτοκτονία του Φράνκο, ο καρκίνος και θάνατος της μητέρας, το μπλέξιμο σε ναρκωτικά του αδερφού και του γιου της Λίλας, η αμφισβήτηση της αξίας του Νίνο και ο οριστικός χωρισμός τους όταν την απατά ασύστολα. Οι αγώνες με τους εκδοτικούς οίκους, καθώς μεγαλώνει τρία παιδιά μόνη της. Και, καθώς μεγαλώνουν πια τα παιδιά και τα δυο μικρά συνομήλικά κορίτσια Λενούς και Λίλας,  νέα προβλήματα, νέες δυσκολίες:  η μεγάλη κόρη ερωτεύεται τον Τζεννάρο (γιο της Λίλας) αλλά αυτός… φεύγει με την μικρή (>ρήξη ανάμεσα στα δυο παιδιά). Άπειρα μικροεπεισόδια και ψυχικά σκαμπανεβάσματα επισκιάζονται από ένα σημαδιακό κομβικό επεισόδιο: την οριστική εξαφάνιση της Τίνας, της μικρής κόρης της Λίλας.
Αλλά και το πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο στη δεκαετία του ’70 και μετά είναι ένα καζάνι που βράζει: είναι η εποχή των Ερυθρών Ταξιαρχιών και της απαγωγής του Άλντο Μόρο, η εποχή της παρακμής του κομματισμού και της διαφθοράς∙ συλλήψεις και διώξεις αριστεριστών, μέσα στους οποίους ο παιδικός φίλος αριστερός και κομμουνιστής Πασκουάλε και η Νάντια (κόρη της αγαπημένης καθηγήτριας) με την κατηγορία ότι είναι τρομοκράτες∙ βία και αίμα από τους νεοφασίστες σε όλη την Ιταλία, σε συνδυασμό με τη βία της Καμόρα∙ ναρκωτικά θύμα των οποίων ήταν ο Ρίνο και ο Τζεννάρο, και βία στον ομοφυλόφιλο Αλφόνσο που τελικά βρέθηκε δολοφονημένος∙ δολοφονίες- αντίποινα, με αποκορύφωμα τη διπλή δολοφονία των δυο αδερφών Σολάρα (ο ένας έχει παντρευτεί την αδερφή της Λενούς), τους οποίους, παρά τις εγκληματικές τους ενέργειες και την παράνομη περιουσία που είχαν αποκτήσει, όλοι σέβονταν στη γειτονιά (εκτός από τη Λίλα) ή τουλάχιστον τους αποδέχονταν… Τα πάντα γίνονται περίπλοκα και η ίδια η Λενού χάνει το μέτρο (φτάνει στο σημείο να προτείνει να παραδώσουν τον Πασκουάλε στο κράτος! Η Λίλα γίνεται έξαλλη!). Η Νάντια από τη φυλακή καρφώνει κόσμο, γίνονται εκλογές… Ο φιλόδοξος Νίνο βάζει υποψηφιότητα με τους σοσιαλιστές  ενώ κατηγορούν τον πρώην πεθερό της Λενούς για διαφθορά (αν κάποτε  ο κόσμος είχε κάνει πίσω έντρομος μπροστά σ’ αυτούς που ήθελαν να ρίξουν το κράτος, τώρα υποχωρούσε αηδιασμένος μπροστά σ’ εκείνους που, προσποιούμενοι ότι το υπηρετούσαν από τη θέση τους, το καταβρόχθιζαν σαν σκληρό σκουλήκι μες στο μήλο).
Αυτό είναι ένα υποτυπώδες περίγραμμα, ο καμβάς όπου η συγγραφέας κεντάει την ουσία: το χτίσιμο του συναισθηματικού κόσμου που προκύπτει από τις αντιθέσεις, και πιο κυρίαρχα, την αντίθεση Λίλας- Λενούς.

Η σχέση με τη ζωή/η σχέση με τη γραφή

Ετούτο το πρωί προσπαθώ να δαμάσω την κούρασή μου και ξανακάθομαι στο γραφείο μου. Τώρα που κοντεύω να φτάσω στο πιο επώδυνο σημείο της ιστορίας μας, θέλω να βρω μέσα από αυτές τις σελίδες μια ισορροπία ανάμεσα σε μένα και σε κείνη, μια ισορροπία που στη ζωή δεν κατάφερα να βρω ούτε ανάμεσα στον εαυτό μου και σε μένα.
Η διαφορετική σχέση με τη γραφή ορίζει και τις βασικές αντιθέσεις των δύο φίλων. Η σχέση δηλαδή με τη γλώσσα, η σχέση με τη μνήμη, κι εντέλει η σχέση με τη ζωή.
 Η Λίλα σε αντίθεση με την Έλενα  δεν διακατέχεται από κανένα είδος φιλοδοξίας, παρόλο που από μικρή χειρίζεται πιο αποτελεσματικά τη γλώσσα (η Λίλα ξεδίπλωνε εκείνη την κρυφή της γλώσσα, μια γλώσσα που εγώ ήξερα ότι χειριζόταν), τουλάχιστον αυτό νιώθει η συγγραφέας φίλη της που πάντα ήταν η καλή μαθήτρια, αλλά σαφώς ανταγωνιστική και φιλόδοξη. Η  Λίλα έχει την έμπνευση, η Έλενα την επιμονή και επιμέλεια. Παρόλ’ αυτά και η Έλενα είναι αξιοθαύμαστη γιατί προσπαθώντας να ξεπεράσει χίλια πρακτικά καθημερινά εμπόδια, αξιοποιεί στο έπακρο το χάρισμα που αποδείχτηκε ότι έχει, να μετατρέπει τα μικρά προσωπικά της γεγονότα σε συλλογικό προβληματισμό.
Η Λίλα έχει ήδη πει (στο τρίτο βιβλίο) με επώδυνο τρόπο τη γνώμη της για τα βιβλία της Έλενας. Παρόλ’ αυτά, συνεργάζεται μαζί της κάποια στιγμή για να γράψουν, με σκοπό να εκθέσουν τα δυο καθάρματα της γειτονιάς τους, τους αδερφούς Σολάρα (και όχι μόνο). Οι παρεμβάσεις και οι σημειώσεις της Λίλας είναι αμίμητες (συνειδητοποίησα μεμιάς ότι η μνήμη ήταν ήδη λογοτεχνία και ότι ίσως είχε δίκιο η Λίλα: το βιβλίο μου –που παρ’ όλα αυτά έκανε θραύση- ήταν πράγματι κακό και ήταν κακό επειδή είχε δομηθεί σωστά, επειδή είχε γραφτεί με εμμονική φροντίδα, επειδή δεν μπορούσα να αντιγράψω την άχαρη, αντιαισθητική, ανακόλουθη, άμορφη πεζότητα των πραγμάτων).  Κι όμως, ούτε η στενή σχέση αλήθειας και μυθοπλασίας ικανοποιεί τη Λενού: όταν άρχισε να περιγράφει την πραγματική Νάπολη με ονόματα, πράξεις και αποδείξεις, χάθηκε η ισορροπία και τα βρήκε σκούρα. Οι αντιδράσεις της γειτονιάς και ο  αντίκτυπος των καταγγελιών ήταν μεγάλος, κι εκείνη δεν ήταν έτοιμη να υποστεί το κοινωνικό κόστος (Λίλα: ή τα λες τα πράγματα με το όνομά τους ή δεν τα λες (…) Θύμωσαν οι Σολάρα; Τι να κάνουμε; Σε απειλεί ο Μικέλε; Στα παλιά σου τα παπούτσια/τα βιβλία γράφονται για να ακούγονται, όχι για να σωπαίνουν/κάνε τα όλα λίμπα).  
Δεν είναι όμως αυτή η βασική αντίθεση, άλλωστε η Λίλα δεν έχει συγκροτημένο λόγο κι επιχειρήματα. Αυτά είναι που καταλαβαίνει εκ των υστέρων η Έλενα. Η Λίλα αρνείται τη γραφή από σεβασμό στην ιερότητα της ζωής, κι αυτή είναι μια δική μου ίσως αυθαίρετη ερμηνεία, που όμως συνάδει με την προσωπικότητά της. Έχει προσδοκίες από την Έλενα αλλά προφανώς όχι με στόχο ούτε αυτοπροβολής, ούτε κέρδους και φιλοδοξίας, μόνο με στόχους ακτιβιστικούς (π.χ. να ξεμπροστιάσουν τους Σολάρα, ή να αναδειχθεί η ιδιαιτερότητα της Νάπολης). Όμως, αυτή η άμεση σχέση της με τη ζωή έρχεται τελικά σε οριστική σύγκρουση με την αδηφαγία της Έλενα-συγγραφέα, που θέλει κάθε εμπειρία να τη μετατρέψει σε γραφή-εμπόρευμα.
Γιατί η Λίλα είχε βάλει τη φίλη της να της υποσχεθεί ότι δεν πρόκειται ποτέ να κάνει μυθιστόρημα την ίδια, τη ζωή της. Όμως η Λενού, τυφλωμένη από τη μωροφιλοδοξία, γράφει μια νουβέλα περίπου 80 σελίδων όπου αναφέρεται στην εξαφάνιση της Τίνας (για μερικούς μήνες είχα την αίσθηση πως είχα γράψει το ωραιότερο βιβλίο μου, η φήμη μου ως συγγραφέα πήρε την ανιούσα, πήγαινε πλέον πολύς καιρός που είχα νιώσει τέτοια αποδοχή γύρω μου. (…) δοκίμασα να της τηλεφωνήσω, πρώτα στο σταθερό, ύστερα στο κινητό κι έπειτα πάλι στο σταθερό. Δε μου απάντησε, δε μου απάντησε ποτέ ξανά).
Γιατί ο πόνος λόγια δε έχει… γιατί η Τίνα μπορεί να ζει, μπορεί να έχει πεθάνει, μα δεν μπορώ να αντέξω καμία απ’ αυτές τις δύο πιθανότητες/αυτός ο θάνατος είναι πιο αβάσταχτος απ’ τον πραγματικό, κι αυτά είναι τα λόγια που δεν τα ξεστομίζει η πραγματική Λίλα αλλά η «επινοημένη», η Λίλα της Λενούς (πλασμένο μόνο απ’ τα δικά μου συναισθήματα αυτό το ξέσπασμα που ευχόουν κι έκαναν τη Λίλα να φαντάζει στα μάτια μου ακόμα πιο απροσπέλαστη).  
Αλλά και η τετραλογία που κρατάμε στα χέρια μας και διαβάζουμε, δεν είναι παρά η -ειλικρινής και χωρίς να αποσκοπεί σε φιλοδοξία ή κέρδος- προσπάθεια της Λενούς να «κρατήσει» το πνεύμα της φιλενάδας της, μια προσπάθεια που την έκανε όμως να εξαφανιστεί για πάντα. Κι όχι μόνο εξαφανίστηκε, αλλά εξαφάνισε και κάθε ίχνος της…
Ποια είναι λοιπόν η Λίλα;
Η  αυθεντικότητα της Λίλας επηρεάζει τόσο την ενδοσκοπούμενη και συνέχεια ετεροπροσδιοριζόμενη Λενού, που πολλές φορές εύχεται για τη φίλη της να… αρρωστήσει και να πεθάνει! Στη συνέχεια βέβαια, η αγάπη και η ανάγκη της φίλης της (του alter ego?) τη φέρνει πάλι κοντά της. Η εσωτερική της φωνή, της γραφής -της ζωής, της μνήμης-, είναι σα να περνάει μέσα από το φίλτρο της Λίλας, για την ακρίβεια μέσα από μια Λίλα όπως η Λενού την αντιλαμβάνεται…. Η Λίλα, με τη χαρακτηριστική της κοφτή έκφραση (μάτια μισόκλειστα σα σχισμές), λέει σε όλους λόγια σκληρά που δεν χαϊδεύουν τα αυτιά (θα κάνεις παιδί με τον Νίνο; -Όχι βέβαια!), αλλά αγαπά τη φίλη της, πιστεύει σ’ αυτήν, τη βοηθά πολύ με τα παιδιά, κι όταν γίνεται γλυκιά και τρυφερή η εσωτερικότητά της αυτή έχει άλλη δύναμη. Γιατί η Λίλα είναι πάντα απρόβλεπτη (ήξερε πώς να προβάλλει ξαφνικά μέσα απ την ίδια της την κακία και να με εκπλήσσει)∙ γιατί η Λίλα είναι αλλού.
Για τη Λίλα, ιδιαίτερα μετά την εξαφάνιση της Τίνας, τίποτα δεν έχει πραγματικά νόημα, και  η ίδια κάποτε αναρωτιέται «πού είναι γραμμένο ότι οι ζωές πρέπει να έχουν κάποιο νόημα;».
Όμως, η αποκάλυψη του εσωτερικού πυρήνα του ψυχισμού της γίνεται στην Έλενα με τον σεισμό του 1980. Η Λίλα χάνει τελείως τον έλεγχο (δεν έμοιαζε με τίποτα με τη φίλη μου που μέχρι πριν από λίγα λεπτά ζήλευα για το πόσο επιδέξια επέλεγε τα λόγια της,  δεν της έμοιαζε καν ούτε ως προς τα χαρακτηριστικά της, αλλοιωμένα απ την αγωνία). Αυτό που βιώνει η Λίλα σε κάποιες τέτοιες στιγμές, η ίδια το ονομάζει «εξαΰλωση», μια άλλη αίσθηση του κόσμου μέσα στην οποία περνούσε συχνά (ήδη το είδαμε από το πρώτο βιβλίο), ένα είδος ρευστοποίησης της ύλης (το μοναδικό μου πρόβλημα ήταν το ταραγμένο μου μυαλό):
Όσο κι αν μας κατακυρίευε πάντοτε όλους, όσο κι αν επέβαλλε και εξακολουθούσε να επιβάλλει σε όλους έναν συγκεκριμένο τρόπο ύπαρξης υπό την απειλή της μνησικακίας και της παραφοράς της, ένιωθε να ρευστοποιείται κι όλες της οι προσπάθειες εντέλει επικεντρώνονταν μόνο στο πώς θα συγκρατήσει τον εαυτό της. Κι όταν, παρότι φρόντιζε να χειραγωγεί πρόσωπα και πράγματα, υπερίσχυε τελικά αυτή η ρευστοποίηση, η Λίλα έχανε τη Λίλα, το χάος φάνταζε η μοναδική της αλήθεια, κι εκείνη –τόσο δραστήρια, τόσο θαρραλέα- εξαλειφόταν κατατρομαγμένη, γινόταν τίποτα.
Χριστίνα Παπαγγελή

Τετάρτη, Νοεμβρίου 28, 2018

Μας συνέλαβαν! Can Dundar


η Σηλυβρία ήταν η δική μου "στάση για να εντοπίσω τον ουρανό"
Τουργκούτ Ουγιάρ

Το βιβλίο αυτό δεν είναι λόγος, είναι πράξη. Έχει δηλαδή επιτελεστική δύναμη. Γράφτηκε στην Τουρκία μέσα από τη φυλακή της Σηλυβρίας, έναν χρόνο πριν το περίφημο στρατιωτικό πραξικόπημα της 16ης Ιουλίου 2016 (που έδωσε στον Ερντογάν το έναυσμα για τις πιο άγριες διώξεις και την πιο σκληρή καταστολή που γνώρισε το τουρκικό κράτος τον τελευταίο αιώνα). Υπήρξε ένας τρόπος συσπείρωσης και αντίστασης στον κυβερνητικό αυταρχισμό, που επερχόταν αδίσταχτος.
Ο -τότε- αρχισυντάκτης της Τζουμχουριέτ, Τζαν Ντουντάρ, στις 29 Μαΐου 2015 αποκάλυψε μέσω της εφημερίδας (μια βδομάδα σχεδόν πριν τις εκλογές της 8ης  Ιουνίου), ότι η τουρκική κυβέρνηση το 2014 έστελνε όπλα χωρίς κοινοβουλευτική έγκριση σε «ριζοσπαστικές ισλαμιστικές οργανώσεις» (ISIS), καθιστώντας την Τουρκία συνεργό στον συριακό εμφύλιο πόλεμο.  Το δημοσίευμα βασίστηκε σε φωτογραφικό και βιντεοσκοπημένο υλικό όπου, πέραν κάθε αμφιβολίας, αποδεικνύεται ότι φορτηγά της ΜΙΤ (Μυστικές Υπηρεσίες/Εθνική Οργάνωση Πληροφοριών) έστελναν όπλα στη Συρία (ο τίτλος της εφημερίδας: «Αυτά είναι τα όπλα που ο Ερντογάν λέει πως δεν υπάρχουν»).
Ο αρχισυντάκτης της Τζουμχουριέτ στην Κων/πολη και συγγραφέας του βιβλίου, συνελήφθη στις 29 Νοεμβρίου (ημέρα επετείου του γάμου του!) και προσήχθη μαζί με τον αντίστοιχο υπεύθυνο της Άγκυρας, Ερντέμ Γκιουλ. Υποβλήθηκε σε 92 μέρες φυλάκιση εκ των οποίων τις περισσότερες σε πλήρη απομόνωση (στο τέλος συγκατοίκησαν), μέτρα μάλλον ήπια σε σχέση με όσα ξέρουμε ότι γίνονται στους αντιφρονούντες (προφανώς επειδή είναι προσωπικότητα με παγκόσμια εμβέλεια). Ο Ερντογάν ποτέ δεν αρνήθηκε τις κατηγορίες του δημοσιεύματος ενώ στον Ντουντάρ απαγγέλθηκαν ανυπόστατες κατηγορίες για «αποκάλυψη κρατικών μυστικών», «κατασκοπεία», «συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση». Και φυσικά ότι συνεργάζεται με τον… Γκιουλέν (αν και ο μέχρι πρό τινος φιλοκυβερνητικός Γκιουλέν ήταν στο στόχαστρο της εφημερίδας για ένα διάστημα)[1]! Ο Ντουντάρ αποφυλακίστηκε τον Φεβρουάριο του 2016, όταν ο Ερντογάν δεν είχε ακόμη τον έλεγχο της Δικαιοσύνης, και στη συνέχεια παραιτήθηκε από την εφημερίδα για να συνεχίσει την ακτιβιστική του δράση.
            Όπως θα έγινε αντιληπτό, μεσολάβησε ένα διάστημα 5-6 μηνών στο οποίο ο δημοσιογράφος είχε την ευκαιρία να διαφύγει στο εξωτερικό, και μάλιστα πήγε στο Λονδίνο για να παραλάβει βραβείο, αλλά επέλεξε συνειδητά να επιστρέψει για λόγους σαφώς πολιτικούς. Καθαρά δημοσιογραφικού χαρακτήρα το ύφος του κειμένου, μάς αναπαριστά με κάθε λεπτομέρεια τις συνθήκες της σύλληψης, την απήχηση στον στενό οικογενειακό αλλά και τον ευρύτερο επαγγελματικό και πολιτικό κύκλο, καθώς και τα ποικίλα συναισθήματα (πίκρα, φόβους, αγωνίες) που συνοδεύουν αυτές τις αποφάσεις. Έχουμε ακόμα μια πολύ αναλυτική περιγραφή της φυλακής της Σηλυβρίας που ιδρύθηκε το 2008 απ τον Ερντογάν, των συνθηκών ζωής, των ψυχικών σκαμπανεβασμάτων του ήρωα και του Ερντέμ Γκιουλ, αλλά και του χάους στην Τουρκία με τα σκάνδαλα και τους διωγμούς που προετοίμασαν την σκλήρυνση της στάσης του Ερντογάν. Εντοπίζεται μάλιστα η εποχή που το κράτος κατάλαβε ότι όταν οι φυλακισμένοι είναι πολλοί μαζί, στηρίζουν ο ένας τον άλλον, οι φυλακές ήταν σχολές λογοτεχνίας από μόνες τους… Έτσι εμπνεύστηκαν μεγάλοι ποιητές όπως ο Ορχάν Κεμάλ και ο Ναζίμ Χικμέτ: όποιος έμπαινε μέσα, έβγαινε με καλύτερα εφόδια. Αντί να αποφυλακίζονται απλώς, αποφοιτούσαν, συμπληρώνοντας τα κενά στη σταδιοδρομία τους. Έτσι το τουρκικό κράτος, σκληραίνοντας τη στάση του, προώθησε έναν χειρότερο τρόπο τιμωρίας, την απομόνωση, όπου μέσα σ’ όλα τα βασανιστήρια προστίθεται και η μοναξιά...
Η αφήγηση είναι διανθισμένη με στίχους και αποσπάσματα από ποιητές και στοχαστές στην Τουρκία, περνώντας το μήνυμα σε όλον τον κόσμο ότι μπορεί η δικτατορία να είναι πολύ σκληρή, αλλά εξίσου έντονος και σκληρός είναι ο αγώνας για δημοκρατική και ελεύθερη χώρα.
Απ’ όλες αυτές τις λεπτομέρειες της κράτησης του Ντουντάρ, αυτό που μ’ εντυπωσίασε σαν πρακτική ήταν «η Αγρύπνια της Ελπίδας»: ένας συνάδελφος του αρχισυντάκτη, κάποιο πρωινό, φτάνει στην πύλη της Σηλυβρίας με μια ξύλινη καρέκλα κι αρχίζει την Αγρύπνια της Ελπίδας, προσφέροντας συμπαράσταση στους φυλακισμένους. Αυτή ήταν η αρχή. Κάθε μέρα ερχόταν ένας άλλος, δημιουργώντας με τους κρίκους μια ολόκληρη αλυσίδα! Οι υποψήφιοι συμμετέχοντες κάποια στιγμή σχημάτισαν ουρά!
Επίσης, μέσα στα τραγελαφικά αυτών των καταστάσεων καταγράφεται το θεατρικό έργο από τρόφιμους, που διαδραματιζόταν σ’ ένα… μπουντρούμι (το ρεπερτόριο έμοιαζε να βασίζεται στην ιδέα ότι το να μάθουμε για έναν άλλον κόσμο θα’ ταν επιβλαβές. Στην ιδέα πως αν βλέπαμε άλλους σε πολύ χειρότερη κατάσταση από μας, αυτό θα μας έκανε να θεωρούμε τον εαυτό μας τυχερό. (…) έτσι, ένα διπλό έργο παιζόταν απ’ τις δυο μεριές του γυαλιού).
Ο Ντουντάρ έχει απόλυτη επίγνωση ότι είναι τυχερός που βγήκε αλώβητος απ’ αυτήν την ιστορία και που είναι ζωντανός (αν και κινδύνεψε στη συνέχεια η ζωή του), εφόσον χιλιάδες συμπολίτες του πλήρωσαν με φρικτά βασανιστήρια, φυλακές, εξορίες ή και με τη ζωή τους την αγάπη τους στην ελευθερία και τη δημοκρατία. 
Ο αγώνας για μια δημοκρατική Τουρκία τη σήμερον ημέρα έχει γίνει ακόμα πιο σκληρός, κι αυτό που πρέπει να προβληματίζει Έλληνες κι Ευρωπαίους είναι ότι η Ευρώπη δεν αντιδρά γιατί η συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης- Τουρκίας για το προσφυγικό κλείνει το στόμα της Ευρώπης για όσα συμβαίνουν στην Τουρκία, όπως επισημαίνει ο Ντουντάρ σε συνέντευξή του στις 8 Μαρτίου 2017.
Χριστίνα Παπαγγελή


[1] Ο Γκιουλέν, σύμφωνα με την επιμελήτρια του βιβλίου, ήτα αρχικά ανεπίσημος συνεργάτης του ΑΚΡ

Τρίτη, Νοεμβρίου 20, 2018

Άγριο παραμύθι, Καίσαρας Βαγιέχο


Τρώει την πέτρα σαν ψωμί
ο Καίσαρας Βαγιέχο
άλλο αδελφό δεν έχω
άλλο αδελφό δεν έχω…
(Θ. Παπακωνσταντίνου, «Διάφανος»)

Ναι, πρόκειται για έναν από τους γνωστότερους και πιο αξιόλογους ποιητές της Λατινικής Αμερικής[1] και γενικότερα της ισπανόφωνης λογοτεχνίας, του οποίου το  όνομα κάποιοι από μας γνωρίζαμε από το τραγούδι  «Διάφανος» του Θανάση Παπακωνσταντίνου (που το εμπνεύστηκε από την ποιητική συλλογή του Περουβιανού ποιητή «Poema para ser leído y cantado»/«Ποίημα για να διαβαστεί ή να τραγουδιστεί»).
Ζωντανός θρύλος ο Βαγιέχο∙ έζησε άναρχα –περιπλανώμενος σε Αμερική και Ευρώπη και αρνούμενος κάθε είδους δέσμευση-, πέθανε φτωχός και νέος (κάποιοι τον παραλληλίζουν με τον Καρυωτάκη, άλλοι με τον Άσιμο) κι έγραψε σε αυτόματη γραφή πολύ πριν τον Μπρετόν[2]. Μοντερνιστής, σουρεαλιστής, «αποδομητής» χωρίς να γνωρίζει τους όρους. Ένας «μιγάς» (el cholo στα ισπανικά σημαίνει μισός ιθαγενής μισός λευκός) που μετεωρίζεται ανάμεσα σε δυο τελείως διαφορετικούς πολιτισμούς, τον κόσμο των θρύλων και των δεισιδαιμονιών της παράδοσης των ιθαγενών, και του ορθολογισμού της δυτικής κουλτούρας.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ποίηση του Βαγιέχο είναι πρωτοποριακή για την εποχή (έζησε 1892-1938) αλλά και διαχρονικά επίκαιρη, ποτισμένη από τη συναισθηματική ένταση των λατινικών και ντόπιων καταβολών. Όμως η συγκεκριμένη νουβέλα κατά τη γνώμη μου έχει υπερτιμηθεί (δεν είναι τυχαίο ότι το πεζογραφικό του έργο είναι πολύ μικρό). Πρόκειται για ένα εκτενές διήγημα 70 σελίδων μικρού μεγέθους, όπου βλέπουμε την αυξανόμενη ψυχική διαταραχή του κεντρικού ήρωα, του εργάτη της γης των Άνδεων Μπάλτα Εσπινάρ, από τη στιγμή που καρφώνεται στο μυαλό του η ιδέα ότι κάποιος τον παρακολουθεί μέχρι την κορύφωση του τέλους. Κι ενώ ζει ανέφελα με τη γυναίκα του που τον υπεραγαπά, όλη του η εμμονή και η υποψία καταλήγει πάνω της, δημιουργώντας ρήγματα που στο τέλος γίνονται μοιραία. Τελείως αψυχολόγητα σαν πρόχειρη αφηγηματική λύση μπαίνει στις τελευταίες σελίδες κι ένας τρίτος ήρωας, ο 8χρονος αδερφός της Αδελαΐδας, ίσα για να προωθήσει την τελική έκβαση.
Αυτή είναι η βασική γραμμή αυτού του «ψυχογραφήματος» (αν και συμφωνώ με την άποψη της Δήμητρας Παπαβασιλείου στο «Επίμετρο» ότι δεν μπορεί εύκολα κανείς να το κατατάξει (ψυχολογικό αφήγημα; Φανταστική λογοτεχνία; Λογοτεχνία του «ιθαγενισμού»;). Μπορεί να διακρίνει κανείς συναισθηματικές καταστάσεις και μοτίβα π.χ. του σπασμένου καθρέφτη που θυμίζουν ως και Πόε –άλλωστε η σταδιακή παράνοια ως αποτέλεσμα υπαρξιακής αγωνίας είναι αγαπημένο θέμα.
Όμως, τα ίδια θέματα (παράνοια, ζήλεια, μανία καταδίωξης, θάνατος) στην ποιητική τους εκδοχή από τον Βαγιέχο έχουν άλλη δύναμη. Η πεζογραφική  απόδοση με κούρασε, με λίγα λόγια έπληξα (ευτυχώς ήταν μόνο 70 σελίδες). Υπάρχει βέβαια το σκηνικό των Άνδεων με τα απόκοσμα τοπία, τις ντόπιες παραδόσεις των Ίνκας, τον ινδιάνικο τρόπο ζωής κλπ που συντηρούν κάπως το ενδιαφέρον,  αλλά δεν επαρκούν για να καλύψουν την ανία από το προβλέψιμο και το μη οργανικό. Ο παραλληλισμός με αρχαία τραγωδία (στο επίμετρο της Δ.Παπαβασιλείου) μου φαίνεται άκρως υπερβολική (από πού κι ως πού η Αδελαΐδα είναι υποκατάστατο της μητέρας ή της αδερφής;), όσο για Σεξπηρικές επιδράσεις μόνο το θέμα της ζήλειας θα μπορούσε κάποιος να το παραλληλίσει από πλευράς έντασης με την ένταση του Οθέλου, αλλά με κανένα τρόπο τα εκφραστικά μέσα.
Όσο αφορά την απόδοση του τίτλου «Fabla salvaje» στα ελληνικά… Η λέξη fabla/fabula χρησιμοποιείται περισσότερο με την έννοια του μύθου/θρύλου ενώ salvaje σημαίνει βέβαια και άγριος, αχαλίνωτος, πρωτόγονος, ανεπεξέργαστος. «Πρωτόγονος μύθος», λοιπόν καλύτερα, που αποδίδει περισσότερο τις απαίδευτες, ενστικτώδεις αντιδράσεις του κεντρικού ήρωα απέναντι στον αρχέγονο τρόμο της υπαρξιακής καταδίωξης.
Τέλος, πόσο ωραίο κι εκφραστικό το σχετικό ποίημα:
Ξέρω πως είναι κάποιος
Που με ψάχνει μέσα στο χέρι του νύχτα-μέρα,
Και με βρίσκει, κάθε λεπτό, μες στα παπούτσια του.  
 Χριστίνα Παπαγγελή


[1] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%AD%CF%83%CE%B1%CF%81_%CE%92%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AD%CF%87%CE%BF
[2] https://www.youtube.com/watch?v=raco-EJ1sQk

Τετάρτη, Νοεμβρίου 07, 2018

Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες, Δημήτρη Κανελλόπουλου

Πολλές φορές το σκέφτομαι το παλιό το σπίτι μου.
Τις νύχτες το βλέπω συχνά στον ύπνο μου.
Τα βαγένια, τα δικράνια και τις τριχιές, τις καπιστριάνες του αλόγου και τον πάγκο…
και τις μυρωδιές του και τα χρώματά του.
Και το στοιχειό του, που σαν ξυπνούσε έκαμε το σπίτι να τρέμει.
Όλα αυτά σκέφτομαι, όλα αυτά που γλιστρούν και χάνονται στη μνήμη. 

Δέκα διηγήματα, ή καλύτερα «ιστορίες» όπως λέει και ο τίτλος, μας μεταφέρουν στον χώρο και στον χρόνο: με κέντρο τη γενέτειρα του συγγραφέα -τη Νεμούτα Ηλείας- αλλά και την ευρύτερη περιοχή, παρακολουθούμε  σύντομα δραματικά επεισόδια  (δραμα-τικά με την έννοια της δράσης όχι του μελοδράματος), που δεν έχουν ηθογραφικό χαρακτήρα αλλά σίγουρα δεν θα μπορούσαν να συμβούν μ’ αυτόν τον τρόπο στις αστικές περιοχές. Έμμεσα δηλαδή γευόμαστε τις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου τόπου, που μόνο αυτός θα μπορούσε να «χτίσει» τις συνθήκες όπου λαμβάνουν χώρα οι μικρές τραγωδίες (δέση-λύση-κάθαρση) ή έστω, οι ιστορίες  που κατά κανόνα έχουν «αρχή-μέση-τέλος», χαρακτήρες, αγωνία και  άλλοτε τραγικό, άλλοτε αίσιο τέλος.  Στο επίπεδο του χρόνου, βρισκόμαστε στη σύγχρονη Ελλάδα, από τα μέσα του 20ου περίπου αιώνα και μετά.
Το σκηνικό, που περιλαμβάνει τον χώρο δράσης και τα πρόσωπα, στήνεται σε λίγες γραμμές έως λίγες σελίδες, ενώ η πλοκή κατά κανόνα απλώνεται χρονικά (δεν έχουμε δηλαδή διηγήματα στιγμιοτύπων). Μερικές φορές μάλιστα απλώνεται σε δυο και τρεις γενιές. Πολλά τοπωνύμια της περιοχής, με λεπτομερείς αναφορές, δίνουν ατμόσφαιρα αυθεντικότητας ενώ το βιωματικό στοιχείο τονίζεται ιδιαίτερα με την προφορικότητα της γραφής (σα να αφηγείται κάποιος ιστορίες απ τον τόπο του), με τα πολλά παρατσούκλια, την αναφορά στα πολλά παιδιά στις οικογένειες με διαφορετική τύχη να περιμένει το καθένα. Μπορούμε ακόμα να μιλήσουμε και για χαρακτήρες, εφόσον μέσα από τη σχετικά έντονη δράση βλέπουμε να διαγράφονται, με αδρές γραμμές, οι ιδιαιτερότητες των συγκεκριμένων ανθρώπων, πάντα προσδιορισμένων όμως από τις συγκυρίες της -κάποτε ανελέητης-  ζωής στην επαρχία, και μάλιστα τη δύσκολη μεταπολεμική εποχή.
Γιατί  οι περισσότεροι ήρωες των διηγημάτων είναι σκληρά δοκιμασμένοι από συνθήκες  της ζωής στον συγκεκριμένο τόπο: το θανατηφόρο δάγκωμα του αστρίτη, που έδωσε τον ομώνυμο τίτλο στο βιβλίο∙ το άλεσμα στο μύλο μέσα στο χιόνι και το κρύο∙ τον θάνατο του αγαπημένου αλόγου∙ τη δύσκολη κατάβαση στο ρέμα που γίνεται αιφνίδια καταρράκτης ∙ οι μικροπαντρεμένες που παίρνουν τον γαμπρό που τους τάξανε οι οικογένειες και υποφέρουν∙ τσακωμοί για τα χωράφια∙ άνθρωποι που χάνονται στο χιόνι∙ το «μπαχαλό» κορίτσι που το γκαστρώνουν στο βουνό και γίνεται η ντροπή της οικογένειας. Κ άλλες γραφικές και γαργαλιστικές λεπτομέρειες της ζωής στην Ηλεία, που μπαίνουν σαν σφήνα στην εξιστόρηση, και καμιά φορά πρωταγωνιστούν διαμορφώνοντας το «ήθος», δηλαδή χαρακτήρες και συμπεριφορές.
Γιατί έχουμε όχι απλώς ανθρώπινους τύπους, αλλά ήρωες που ξεχωρίζουν για την προσωπική τους στάση απέναντι σ όλες αυτές τις δοκιμασίες… που αγαπούν τη ζωή και σε πείσμα των συνθηκών ευημερούν (όπως στο πρώτο διήγημα η Δημήτρω), που υψώνουν την περηφάνια τους και αναγνωρίζουν τα σφάλματά τους, που αγαπούν, ερωτεύονται παράφορα, μισούν παράφορα, ή σκοτώνουν ή λένε ψέματα, το μετανοούν και το λένε με όποιο κόστος…
Έντονο είναι το χαρακτηριστικό της σύμπτυξης του χρόνου, ειδικά στα δύο τελευταία διηγήματα...  Στο «Ένα σπίτι, μια ιστορία» η υπόθεση εκτείνεται σε τρεις γενιές με άξονα τη μοίρα του παλιού, ξεπεσμένου σπιτιού (μετά τον Μικρασιατικό πόλεμο) ενώ στο τελευταίο, ο χώρος είναι η Ελευσίνα όπου μετοικούν απ το Νιχώρι οι δυο κεντρικοί ήρωες, ο Σωτήρος με τη γυναίκα του, την Σαραντινιώ. Η γρήγορη μετάλλαξη του τόπου σε βιομηχανική περιοχή και η βασική χρονική περίοδος (χούντα) δίνει κάπως πιο έντονο πολιτικό χρώμα στην αφήγηση, σε σχέση με τα υπόλοιπα διηγήματα. 
   Δεν είναι εύκολο να μιλήσει κανείς για διηγήματα χωρίς να προδώσει την πλοκή. Μόνο γενικεύοντας μπορεί κανείς να δώσει το απόσταγμα που μένει στον αναγνώστη, που είναι αυτός ο συνδυασμός σκοτεινών ενστίκτων, παθών και ομορφιάς για τα οποία μιλά και ο συγγραφέας στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, ένας ολόκληρος κόσμος, τον οποίο με τη γραφή καταφέρνει να περισώσει από τη λήθη. 
Χριστίνα Παπαγγελή

Τετάρτη, Οκτωβρίου 17, 2018

Η λήθη που θα γίνουμε, Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε

Τι σου λέει η συνείδηση σου; 
Να γίνεις αυτός που είσαι
 Φ. Νίτσε
Αυτοβιογραφικού περιεχομένου  το αποκαλυπτικό αυτό μικρό βιβλίο του Κολομβιανού συγγραφέα  (που πέρασε από ιατρική, φιλοσοφία, δημοσιογραφία, σπουδές σύγχρονης λογοτεχνίας, για να ασχοληθεί με μεταφράσεις από τα ιταλικά και τη συγγραφή). Αποκαλυπτικό γιατί ο συγγραφέας είναι φανερό ότι δεν επινοεί, απλώς καίγεται από την ανάγκη να αποκαλύψει, να διαιωνίσει, να  μεταφέρει  αυτό το εξαιρετικό που βίωσε, που είναι μοναδικό κι ανεπανάληπτο και  αρνείται  να το παραδώσει στη λήθη. Γιατί όταν «έχεις κάτι να πεις», δεν έχεις παρά να το ξεσκεπάσεις.
Αυτοβιογραφικό μεν, δεν έχει όμως ως κύριο άξονα τη δική του ακριβώς ζωή αλλά τον «βίο και την πολιτεία» του πατέρα του∙ το βιβλίο είναι ένας φόρος τιμής, ένα μνημόσυνο με την αρχική έννοια, στον καταπληκτικό ομολογουμένως αυτόν άνθρωπο. Δεν είναι τυχαίος λοιπόν ο τίτλος [1] παρμένος από τον Μπόρχες (κατά τον πατέρα Φασιολίνσε, στου οποίου την τσέπη βρέθηκε όταν δολοφονήθηκε) αμφισβητείται όμως από τον ίδιο τον συγγραφέα αν οι στίχοι αυτοί ανήκουν στον ποιητή: Είμαστε κιόλας η λήθη που θα γίνουμε/η στοιχειώδης σκόνη που μας αγνοεί…»,
Η αρχική εντύπωση είναι ευχάριστη: πρωτοπρόσωπη γλαφυρή αφήγηση ενός νέου αγοριού που περιγράφει τις οικογενειακές βασικά σχέσεις μέσα στη φλεγόμενη Κολομβία. Και όλα δείχνουν αρχικά ότι πρόκειται για ένα ακόμα «μυθιστόρημα ενηλικίωσης» όπως συνήθως λέγονται, που πάντα φυσικά έχουν ενδιαφέρον. Και αρχικά παραξενεύεσαι με την παθολογική αδυναμία που τρέφει ο νεαρός Έκτορ για τον πατέρα του, και αποδίδεις αυτή την εξάρτηση στον άβουλο χαρακτήρα του παιδιού (καθώς και ότι έχει 5 αδερφές κι είναι το μοναδικό αγόρι!). Όμως γρήγορα, δηλαδή στις πρώτες 50 σελίδες, συνειδητοποιείς ότι πράγματι ο πατέρας είναι μια περίπτωση εξαίρεσης, κι ότι η λαχτάρα του συγγραφέα να κρατήσει κάποιες σπίθες από αυτό το πνεύμα, είναι δικαιολογημένα ακατανίκητη.
Προσπαθώντας να μην τεκμηριώσω αυτή την αίσθηση της «εξαίρεσης» που μας μεταφέρει ο συγγραφέας με μια σειρά επιθέτων (αυθεντικός, ανεκτικός, γενναιόδωρος κλπ) θα τον χαρακτηρίσω μόνο με… ουσιαστικά, έννοιες που διαποτίζουν όλες τις πράξεις του: ενέργεια, αγάπη (που εκφράζεται και σωματικά), εμπιστοσύνη, ενσυναίσθηση. Τι πιο λυτρωτικό για ένα παιδί, που κινδυνεύει να μεγαλώσει αγκυλωμένο σε μια οικογένεια με καθολικές αρχές, μια πολύ δυναμική μητέρα  και 5 αδερφές εκ των οποίων οι 4 μεγαλύτερες, από το να έχει έναν πατέρα –πηγή χαράς και ζωής, αλλά και εκδηλωτικής αγάπης;
Με γέλια, με αγκαλιές, με χαχανητά και τραγούδια, επευφημώντας οποιαδήποτε ασυναρτησία, ο πατέρας χωρίς βία ξεκλειδώνει τον μικρό Έκτορ αγνοώντας κάθε κοινωνική σύμβαση: οι τρυφερές περιπτύξεις ανάμεσα σε πατέρα- γιο, π.χ.,  χαρακτηρίζονταν από  τους συμμαθητές «αδερφίστικος χαιρετισμός κακομαθημένου παιδιού».  Και, ναι, με τα συνήθη κριτήρια, ο συγγραφέας ήταν «παραχαϊδεμένος», άλλωστε η θεωρία ήταν η εξής: αν θέλεις το παιδί σου να γίνει καλό, κάνε το ευτυχισμένο, αν θέλεις να γίνει ακόμα καλύτερο, κάνε το πιο ευτυχισμένο. Η αγάπη ήταν υπερβολική, αν υπάρχει η υπερβολή στην αγάπη. Αλλά και πιο ακραίες αντιδράσεις αποκαλύπτουν μια ανεκτικότητα  που δεν χαρακτηρίζει ούτε τη σημερινή εποχή: όταν ο μικρός Έκτορ δυσφορεί να πάει σχολείο, η προτεινόμενη από τον πατέρα λύση είναι να αναβληθεί  ένα ολόκληρο χρόνο η φοίτηση! Το αποτέλεσμα είναι ότι την επόμενη χρονιά ο μικρός πάει  στο σχολείο με χαρά και δίψα για μάθηση.
Άπειρα τέτοια μικρά και μεγάλα επεισόδια δείχνουν την αστείρευτη αγάπη και την έμπνευση που δημιουργεί ο πατέρας σ όλα του τα παιδιά, κυρίως όμως στο αγόρι. Αυθόρμητος αλλά ιδανικός ο χειρισμός του φόβου του έφηβου γιου ότι μπορεί να είναι ομοφυλόφιλος, επιδέξιος ο τρόπος αντίδρασης στην εικόνα του αυνανισμού του (συγνώμη δεν ήξερα πως ήσουν απασχολημένος). Καθόλου και με κανέναν τρόπο δεν δημιουργεί ενοχές ή αίσθημα μειονεξίας (μου είπε να περιμένω λίγο καιρό, αλλά κι ότι το μόνο πρόβλημα που θα μπορούσα να έχω σε περίπτωση που θα αυτοπροσδιοριζόμουν ως ομοφυλόφιλος, θα ήταν κάποια κοινωνική διάκριση σ’ ένα περιβάλλον τόσο μικρόμυαλο όπως το δικό μας, αλλά κι αυτό θα μπορούσε ν’ αντιμετωπιστεί με ίσες δόσεις αδιαφορίας και περηφάνιας, διακριτικότητας και σαματά, και κυρίως με αίσθηση του χιούμορ, επειδή το χειρότερο στη ζωή είναι να μην είσαι αυτό που είσαι).
Αυτό που ένιωθα πιο έντονα ήταν πως ο μπαμπάς μου μου είχε εμπιστοσύνη, χωρίς να τον νοιάζει τι έκανα, κι επίσης ότι εναπόθετε πάνω μου μεγάλες ελπίδες, αν και πάντα έσπευδε να με διαβεβαιώσει πως δεν ήταν απαραίτητο να επιτύχω οτιδήποτε στη ζωή, πως και μόνο η ύπαρξή μου αρκούσε για την ευτυχία του (…)  κάθε αποτέλεσμα, ακόμα και το πιο ασήμαντο και γελοίο, τον ευχαριστούσε, οι πρώτες μου μουντζουρωμένες σελίδες τον ενθουσίαζαν, τις τρελές αλλαγές κατεύθυνσης που έκανα τις ερμήνευε ως εξαίρετη μέθοδο εξάσκησης, την αντιφατικότητά μου ως γενετικό σημάδι από το οποίο υπέφερε και ο ίδιος κλπ κλπ).
Η αγάπη του βέβαια στον Άνθρωπο επεκτείνεται και εκτός της οικογένειας. Είναι γιατρός, «κόντρα στον πόνο και τον φανατισμό» επιγράφεται το αντίστοιχο κεφάλαιο, και αφιερώνεται στους φτωχούς των παραγκουπόλεων του Μεγεδίν, αποδίδοντας  τα περισσότερα ιατρικά προβλήματα στις άθλιες συνθήκες και θυσιάζοντας άπειρο χρόνο για να προλάβει  ασθένειες, που οφείλονται σε μολυσμένο νερό, υποσιτισμό κλπ. Έκανε ποικίλες ενέργειες για να υπάρχει καθαρό  πόσιμο νερό, καλό αποχετευτικό σύστημα, εκστρατείες ενάντια στα εντερικά παράσιτα, ποιότητα στο γάλα και τα αναψυκτικά. Ένας «ακτιβιστής» επιστήμονας  θα λέγαμε σήμερα, που έκανε κυριολεκτικά ό, τι  περνούσε απ το χέρι του για να πετύχει το μίνιμουμ της αξιοπρεπούς διαβίωσης για όλους τους ανθρώπους. Τις αρχές της κοινωνικής ιατρικής, όπως την ονόμασε, τις εξέθετε σε εφημερίδες: ο καθηγητής γιατρός πρέπει να βρίσκεται στους δρόμους, παρατηρώντας, ψηλαφώντας, βλέποντας, ακούγοντας, αγγίζοντας, μοχθώντας να θεραπεύσει.
Φυσικά, αυτό το κοινωνικό έργο είχε το ανάλογο κοινωνικό κόστος: παπάδες και δεξιοί πολιτικοί αρχίζουν να παραληρούν για την επικινδυνότητα αυτού του «κομμουνιστή γιατρού» που μόλυνε τις συνειδήσεις των ανθρώπων στις λαϊκές συνοικίες της πόλης. Κι όταν η θέση του πανεπιστημιακού καθηγητή απειλείται από τις δραστηριότητες «ξένες προς αυτήν», η απάντηση είναι έτοιμη: ποτέ δεν αντιλήφθηκα την καθηγητική μου θέση ως αποποίηση  των δικαιωμάτων μου ως πολίτη και της ελεύθερης έκφρασης των ιδεών και των απόψεών μου με τρόπο που τον θεωρώ πρόσφορο.
Ιδιαιτερότητα έχει και η προσωπικότητα της μητέρας  που, παρόλο που κατάγεται από πολύ θρήσκα καθολική οικογένεια και τηρεί τις παραδόσεις της (σε αντίθεση με τον πατέρα που θεωρεί επικίνδυνο «αυτό το είδος ισπανικού καθολικισμού»), είναι ανοιχτό πνεύμα και λειτουργεί συμπληρωματικά  με τον πατέρα (ό, τι έλεγε ο καθένας τους μερικές φορές ήταν σαν να μην αντιστοιχούσε στις συμπεριφορές του στην πραγματική ζωή και ο αγνωστικιστής φερόταν σαν μυστικιστής και η μυστικίστρια σαν υλίστρια, και μερικές φορές το εντελώς αντίθετο, ο ιδεαλιστής σαν αδιάφορος ρατσιστής και η υλίστρια και ρατσίστρια σαν πραγματική χριστιανή για την οποία όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι). Κοινός παρονομαστής: η χαρά! Πιο φαλλοκράτης ο πατέρας στην πράξη, πιο ρατσίστρια εκείνη στη θεωρία, εργάζεται  παρά τις αντιρρήσεις, γιατί κατάφερε να επιβάλει τη θέλησή της με τον σταθερό κι επίμονο χαρακτήρα της, ανάμεικτο με μία ακατάλυτη χαρά στο υπόβαθρο που την κάνει απρόσβλητη στις μνησικακίες και τις μακροχρόνιες διενέξεις. Το να παλεύεις κόντρα στη σθεναρότητά της, μεταμφιεσμένη σε χαρά, ήταν πάντα αδύνατο. Η εργασία της μητέρας επιτρέπει στον πατέρα να είναι ανεξάρτητος ιδεολογικά , εφόσον δεν τον τρομάζει κανένας εργασιακός εκβιασμός.
Τα χρόνια της ευδαιμονίας, που συναρτώνται από τις σχέσεις των μελών της οικογένειας - γεμάτες χαρά, γέλιο, μουσική και διαβάσματα-  παίρνουν κάποτε τέλος  (η ευτυχία είναι φτιαγμένη από μια ουσία τόσο ανάλαφρη, ώστε εύκολα σβήνει στη θύμηση). Συμβαίνει όταν η αμέσως μεγαλύτερη αδερφή του Έκτορ, η Μάρτα, ένας προικισμένος άγγελος, αρρωσταίνει από επιθετικό καρκίνο και πεθαίνει μέσα σε λίγους μήνες. Η ζωή της οικογένειας κόβεται στα δυο, και τίποτα δε γίνεται όπως πριν. Φαίνεται ότι αυτό το γεγονός είναι που έδωσε την τελική ώθηση στον εξαιρετικό πατέρα να δοθεί αστόχαστα σε κάθε ουτοπία, με πάθος σε κάθε καταδικασμένο αγώνα που πίστευε ότι αξίζει τον κόπο, μέσα σε μια χώρα που οι πολιτικές δολοφονίες και οι εξαφανίσεις ήταν στην ημερήσια διάταξη (δεν ξέρω ποια στιγμή η δίψα για δικαιοσύνη περνάει εκείνο το επικίνδυνο σύνορο όπου μετατρέπεται καισε πειρασμό μαρτυρίου).  Επί δεκαπέντε χρόνια, μέχρι την τραγική του δολοφονία παρακολουθούμε μέσα απ’ τα μάτια του ενήλικα πια γιου, τις απέλπιδες μάχες σε κάθε επίπεδο. Αντιστάθμισμα ήταν η αναζήτηση της ομορφιάς, που έπαιρνε σάρκα και οστά στα… τριαντάφυλλα που καλλιεργούσε με πάθος κι επιστημονική φροντίδα.
Κόβεται το αίμα του αναγνώστη στη σύντομη αλλά περιεκτική σε συναισθήματα περιγραφή του πολιτικού κλίματος σε μια από τις πιο βίαιες χώρες του κόσμου, όπου η ανάμειξη στην πολιτική μοιάζει αυτοκτονία, κι όπου περιμένεις από στιγμή σε στιγμή τον θάνατο, τον δικό σου ή των δικών σου ανθρώπων. Το βιβλίο ολοκληρώνεται με την απόδοση τιμής στον δολοφονημένο πατέρα, αντίδοτο στην τρομερή λήθη, όπως ειπώθηκε και στην αρχή (το βιβλίο ετούτο είναι η προσπάθεια ν’ αφήσω μια μαρτυρία αυτού του πόνου, μια μαρτυρία ταυτόχρονα ανώφελη και απαραίτητη. Ανώφελη γιατί ο χρόνος δε γυρίζει πίσω ούτε αλλάζουν τα γεγονότα, αλλά απαραίτητη τουλάχιστον για μένα).
 Όμως εγώ θα τελειώσω την ανάρτηση κάνοντας στάση σε μια άλλη «δολοφονία», την  ανθρώπινη στιγμή που ο γιος νιώθει την ανάγκη να «σκοτώσει» τον τέλειο αυτόν πατέρα, που ποτέ δε ήταν επικριτικός, ποτέ δεν ήταν κατήγορος:
Δεν θέλω ν’ ακουστεί πολύ φροϋδικό, επειδή πρόκειται για λογοτεχνικό σχήμα. Ένας μπαμπάς τόσο τέλειος μπορεί να καταλήξει ανυπόφορος, παρόλο που ό, τι κάνεις του φαίνεται σωστό (ή μάλλον επειδή ό, τι κάνεις του φαίνεται σωστό), φτάνει κάποια στιγμή όπου μέσω μιας συγκεχυμένης και σχιζοφρενούς διαδικασίας, θέλεις αυτός ο ιδανικός θεός να μη βρίσκεται πια εκεί για να σου λέει πάντα ωραία, πάντα ναι, πάντα όπως θέλεις. Είναι λες και, εν πάση περιπτώσει, εκεί στα τέλη της εφηβείας, δε χρειάζεται κανείς ένα σύμμαχο αλλά έναν ανταγωνιστή.
Έτσι, βρίσκονται σχεδόν τυχαία σ ένα αυτοκίνητο που τρέχει ιλιγγιωδώς, όπου ο συγγραφέας δεν σταματά να πατά τέρμα το γκάζι θέλοντας να σκοτωθεί, μαζί με τον πατέρα του που κοιμόταν γεμάτος εμπιστοσύνη- ώσπου στο τρομακτικό φρενάρισμα που ακολούθησε ο τέλειος πατέρας έδειξε ότι επιτέλους, δεν ήταν τέλειος…
Χριστίνα Παπαγγελή



[1] Ο τίτλος του βιβλίου σας προέρχεται από τον Μπόρχες;
«Ο πατέρας μου, όταν τον δολοφόνησαν, είχε στην τσέπη του δύο χαρτιά. Το ένα ήταν μια λίστα με μελλοθάνατους, όσους επρόκειτο να σκοτώσουν οι παρακρατικοί, υπήρχε και το δικό του όνομα εκεί. Το άλλο, με το οποίο ήταν τυλιγμένη η λίστα, ήταν ένα χαρτί όπου είχε αντιγράψει ένα ποίημα που αποδιδόταν στον Χ.Λ.Μ. Η υπογραφή παρέπεμπε, ασφαλώς, στον Μπόρχες. Το σονέτο αυτό το χαράξαμε αργότερα επάνω στην επιτάφια πλάκα. Και όταν αποφάσισα να γράψω το βιβλίο, μια εικοσαετία αργότερα, το τιτλοφόρησα από το ποίημα, εκεί που λέει «Eίμαστε κιόλας η λήθη που θα γίνουμε». Βέβαια, το συγκεκριμένο ποίημα δεν το βρήκα πουθενά στα δημοσιευμένα έργα του Μπόρχες» (https://www.tovima.gr/2017/06/23/books-ideas/ektor-ampad-fasiolinse-i-adikia-eksorgize-ton-patera-moy/)
.



Τετάρτη, Οκτωβρίου 10, 2018

Τζουντ ο αφανής, Τόμας Χάρντυ


Πολύ καιρό έχω να νιώσω τέτοια εμπάθεια για βιβλίο που έχω διαβάσει, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν ψυχαναγκάζω ποτέ τον εαυτό μου να τελειώσω ένα μυθιστόρημα όταν δεν μου αρέσει. Αλλά εδώ τα πράγματα λειτούργησαν διαφορετικά, όχι γιατί θα το συζητούσαμε στη Λέσχη ανάγνωσης (έτσι κι αλλιώς έχασα την προθεσμία), αλλά αφενός για να ανιχνεύσω τα γούστα του συμπαθούς μέλους που το εκθείασε, κι αφετέρου γιατί η οργή μου κορυφώθηκε στις τελευταίες σελίδες κυρίως σελίδες, οπότε οπλίστηκα με υπομονή για να δω «πού το πάει»! Στο κάτω κάτω, ο Τόμας Χάρντυ είναι καταξιωμένος συγγραφέας, είπα ότι αξίζει να του δοθεί μια ευκαιρία... (!)
Όμως όχι. Και με τη φόρτιση του αναγνώστη που θα θελε να σκίσει τις σελίδες, δεν μπορώ παρά να μιλήσω συναισθηματικά, παραβιάζοντας κώδικες, δεοντολογίες, φιλολογικές αρχές κλπ.  Μα ήταν τόσο, τόσο αντιπαθητικοί οι ήρωες με προεξάρχουσα την πρωταγωνίστρια Σου (που στην αρχή σε κέρδιζε εφόσον την περιέγραφε ο συγγραφέας ως μια αιθέρια ύπαρξη, ερωτική και γεμάτη αισθησιασμό αλλά και κρυφή επαναστατικότητα), που αναρωτιέται κανείς για τις βαθύτερες προθέσεις του συγγραφέα, όπως φυσικά και για την ιδεολογία του. Γιατί δεν είναι απλώς αντιπαθητικοί οι ήρωες (και σ άλλα κορυφαία βιβλία έχουμε αντιήρωες), είναι χάρτινοι, εγκεφαλικοί, ψεύτικοι και «κατασκευασμένοι»  οι διάλογοι (ιδιαίτερα προς το τέλος) και τέλος, η όλη σύλληψη πάσχει από νοσηρότητα χωρίς νόημα. 
Αλλά ας αρχίσουμε από την αρχή. Το βιβλίο στο πρώτο του μισό έχει «ροή», παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον  (στοιχείο ευοίωνο) χωρίς όμως να υπάρχει ιδιαίτερο βάθος ή γοητεία στη γραφή (στοιχείο δυσοίωνο). Βρισκόμαστε στην Αγγλική επαρχία του 19ου αιώνα, και παρακολουθούμε τις συγκινητικές προσπάθειες του κεντρικού ήρωα του τίτλου, Τζουντ, να ξεφύγει από την καταδίκη της αγροτικής ζωής και να αυτομορφωθεί. Το όνειρό του είναι να πάει στη γειτονική πόλη Κράιστμίνστερ, κέντρο πανεπιστημιακής μόρφωσης, όπου έχε ήδη μετατεθεί ο αγαπημένος του δάσκαλος, για να σπουδάσει και ενδεχομένως να ακολουθήσει ιερατική καριέρα. Μέχρι να ενηλικιωθεί όμως και να πραγματώσει το όνειρό του, τον «τυλίγει» μια δόλια γυναίκα, παντρεύεται αλλά αμέσως σχεδόν τον εγκαταλείπει για να πάει στην Αυστραλία.
Δεν θα επεκταθώ σε λεπτομέρειες της υπόθεσης, αν και θα ήταν απαραίτητο για να φανεί η «πλαστή/εγκεφαλική» πλοκή. Σε αδρές γραμμές: στο Κραισμίνστερ όπου καταφέρνει κάποια στιγμή να πάει ο Τζουντ, όχι όμως ως σπουδαστής, αλλά ως εργάτης της πέτρας,  γνωρίζει κι ερωτεύεται ακαριαία την αιθέρια Σου, που όμως είναι ξαδέρφη του και μάλιστα είναι μέλος αντίπαλης οικογενειακής μερίδας, κι επομένως διπλά απαγορευμένος καρπός. Παρόλ αυτά, και οι δυο αντιστέκονται στις προλήψεις της εποχής κι αφήνουν χαραμάδες για να ανθίσει η εκτίμηση, που γίνεται έλξη, αγάπη, εξάρτηση, άντε κι ένα φιλί.
Μέχρι εδώ το βιβλίο κυλάει αβίαστα, με χλιαρή πλοκή και με κάποια διαλείμματα καλλιτεχνικού και λογοτεχνικού ενδιαφέροντος. Η τόλμη μάλιστα των δύο νέων που συναντιούνται παρά τις κοινωνικές προκαταλήψεις και τις οικογενειακές επιφυλάξεις, και ιδιαίτερα η αθώα τόλμη της Σου δίνουν έναν αέρα πρώιμης -για την εποχή- χειραφέτησης που κάνει την αφήγηση άξια λόγου.
Η αντιπάθεια προς τη Σου ξεκινάει όταν εξομολογείται στον Τζουντ ότι είναι λογοδοσμένη με τον καθηγητή  (που κι ο ίδιος γνωρίζει).  Όχι βέβαια εξαιτίας αυτού του γεγονότος, αλλά επειδή ξεδιπλώνει έναν χαρακτήρα εγωπαθή/εγωκεντρικό, που συνέχεια κατηγορεί τον εαυτό της και παίρνει το ρόλο του θύματος εκβιάζοντας τον δύστυχο ερωτευμένο άνδρα. Ούτε αυτό όμως με πρώτη ματιά ήταν πολύ βασική αιτία για να εξοργιστεί ο αναγνώστης, δηλ. εγώ. Θα έλεγε μάλιστα κάποιος  ότι ψυχογραφείται άριστα  αυτός ο συνήθης τύπος γυναίκας, κι ότι στην ουσία μπορεί να παραπαίει η αιθέρια ύπαρξη μεταξύ θύματος και  γόησσας, αλλά εντέλει έχει την τόλμη να αντισταθεί στις κοινωνικές νόρμες: μετά τον γάμο με τον καθηγητή, βρίσκει το σθένος να τον εγκαταλείψει (και κείνος από αγάπη της το επιτρέπει).
Ο πραγματικός εκνευρισμός ξεκινάει όταν το μοτίβο της αυτοτιμωρίας φτάνει σε ταύτιση με τον άκρο εγωισμό, και η  υποβολή του άλλου σε ψυχολογικά μαρτύρια γίνεται πια βασικό μοτίβο που εναλλάσσεται με το δίδυμο τύψεις/αυτομαστίγωμα. Όχι μόνο αψυχολόγητο αλλά και βαρετό. Ιδού ένα ελάχιστο δείγμα σχεδόν τυχαίο, όταν η Σου ζήτησε από τον Τζουντ να τη συνοδέψει στον γάμο της: Μήπως απλώς η Σου ήταν τόσο διεστραμμένη ώστε να προκαλεί εκούσια πόνο στον εαυτό της και σ’ εκείνον για χάρη της παράξενης και θλιβερής πολυτέλειας του να υποβάλλεται σε μαρτύρια και να νιώθει τρυφερό οίκτο προς τον ίδιο επειδή τον έκανε να συμπάσχει; (μπλιαχ!)
Το κουβάρι  άρνησης της φυσικής ορμής (ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα κλπ), πόνου χωρίς λόγο, τύψεων, αυτοτιμωρίας κλπ  δημιουργεί απίστευτα και πολύ κουραστικά ζιγκ ζαγκ στην πλοκή (έχει πλάκα: η Σου με τα πολλά εγκαταλείπει τον σύζυγο, ο Τζουντ χωρίζει με τα πολλά την πρώτη του γυναίκα, όταν σμίγουν τέλος πάντων οι δυο τους  φτάνουν στον γάμο αλλά, όχι, η Σου δεν τον θέλει, μετά τον θέλει, μετά υιοθετούν τον γιο του Τζουντ απ την πρώτη του γυναίκα που τον αποκαλούν με το ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ όνομα Πατέρα- Χρόνο! και ξανά προσπαθούν, και ξανά δεν ξέρει τι θέλει, όλη αυτή η πορεία έχει κόστος στο επάγγελμα και στην οικονομική κατάσταση, κλπ κλπ).
Εκεί όμως που θέλεις να πετάξεις το βιβλίο απ τα χέρια σου είναι το παραλήρημα του τέλους: όταν μετά από χρόνια και με δυο ακόμα παιδιά, εξαιτίας της αθλιότητας στην οποία ζουν, ο Πατέρας-Χρόνος σκοτώνει τα δυο αδέρφια του για να απαλλάξει τους γονείς απ τις έγνοιες (τι σύλληψη), η Σου φτάνει στο αποκορύφωμα της «αυταπάρνησης» χωρίζοντας  τον Τζουντ κι επιστρέφοντας στον πρώτο της γάμο για τον οποίο νιώθει αποστροφή! Οι παλινδρομήσεις και οι γυναικουλίστικες τζιριτζάντζουλες της Σου είναι άνευ προηγουμένου. Το μόνο υγιές αντιστάθμισμα είναι οι αρχικές αντιστάσεις του Τζουντ, που κοιτά από απόσταση αυτή τη μεταστροφή, αλλά δε βγαίνει απ τα ρούχα του όπως ο αναγνώστης (πιστεύω και του 19ου αιώνα)! Στο τέλος ενδίδει στα βίτσια της αγαπημένης του, «επειδή την αγαπάει».
Ποιο είναι το ιδεολογικό απόσταγμα; η παρακμιακή πορεία ανθρώπων που θέλησαν να πάνε "κόντρα στην εκκλησία και στην κοινωνία";;;; δηλαδή, δεν είναι εντέλει αντιδραστικό ένα βιβλίο που δείχνει τόσο μονόπλευρα την τιμωρία όσων πάνε κόντρα στην εκκλησία;;; Δεν αξίζει να  ψάξω "τι θέλει να πει ο ποιητής", είναι άσκοπο, ανούσιο. 
Δεν αξίζει καν να γράψω περισσότερα. Ούτε  το ύφος δε σώζει την κατάσταση.
Χριστίνα Παπαγγελή

Τρίτη, Οκτωβρίου 02, 2018

Έλενα Φερράντε, Η τετραλογία της Νάπολης-3

Βιβλίο 3: Αυτοί που μένουν κι αυτοί που φεύγουν

Η σκιά της με κέντριζε, με έθλιβε,
με έκανε να φουσκώνω από περηφάνια,
να ξεφουσκώνω, δίχως να με αφήνει σε ησυχία.
Σήμερα που γράφω, αυτό το κέντρισμα μου είναι πιο αναγκαίο.
Θέλω να υπάρχει, γι αυτό γράφω. Θέλω να σβήνει, να προσθέτει,
να συνεργάζεται στην ιστορία μας εμπλουτίζοντάς την,
ανάλογα με τον οίστρο της.

Κοινή εισαγωγή: (βιβλίο1: εδώ, βιβλίο2: εδώ
Σε πολλαπλά επίπεδα κινείται το μεγάλο αυτό μυθιστόρημα που η συγγραφέας του αναγκάστηκε να το επιμερίσει σε τέσσερα βιβλία. Και είναι σημαντική αυτή η διάκριση (κατά τη γνώμη μου, πάντα), ότι δηλαδή δεν πρόκειται για τέσσερα αυτόνομα βιβλία με χαλαρή συνέχεια το ένα του άλλου (όπως είναι συνήθως οι τετραλογίες), αλλά για ΕΝΑ βιβλίο με μεγάλη εσωτερική συνοχή. Αυτό είναι φανερό αν μπορέσει κάποιος να επισκοπήσει και τα τέσσερα βιβλία (πράγμα δύσκολο λόγω μεγέθους, αλλά και γιατί δεν κυκλοφόρησαν όλα μαζί), εφόσον υπάρχει ένας τέλειος «κύκλος» που ενώνει το πρώτο με το τέταρτο βιβλίο.
Η δομή άλλωστε παραμένει η ίδια: η μία από τις δυο βασικές ηρωίδες, η Έλενα, αφηγείται μετά από πολλά χρόνια (στο αφηγηματικό «σήμερα» είναι 66 χρονών) τη ζωή, τον βίο και την πολιτεία της ίδιας αλλά και της «άσπονδης» φίλης της, της Λίλας, η οποία έχει μυστηριωδώς εξαφανιστεί (σελίδα 22 του πρώτου βιβλίου: ελαχιστοποιούσε κάθε πιθανότητα αναζήτησης ίχνους της. Δεν ήθελε απλώς να εξαφανιστεί τώρα, στα εξήντα έξι της, αλλά και να διαγράψει όλη τη ζωή που άφηνε πίσω της). Ήδη προετοιμαζόμαστε για ένα είδος «ανταγωνισμού» ανάμεσα στις δυο φίλες, που φαίνεται στις αμέσως επόμενες σειρές: «εξοργίστηκα. Για να δούμε ποια θα νικήσει αυτή τη φορά, μονολόγησα. Άνοιξα τον υπολογιστή και βάλθηκα να γράφω κάθε λεπτομέρεια της ιστορίας μας, ό, τι είχε εντυπωθεί στο μυαλό μου). Ήδη η πρώτη, βασική αντίθεση έχει διαγραφτεί, στις πρώτες σειρές.
Τα γεγονότα λοιπόν, που είναι καταιγιστικά -με τόσα πρόσωπα που σε κάθε βιβλίο υπάρχει αρχικό υπόμνημα με τις συγγενικές σχέσεις και λίγα στοιχεία για κάθε πρόσωπο-, συναρπάζουν από μόνα τους και ικανοποιούν τον αναγνώστη που θέλει «πλοκή». Υπάρχει όμως και το ψυχογραφικό στοιχείο έντονο, το κοινωνικοπολιτικό, το υπαρξιακό αλλά και προβληματισμός πάνω στη «γραφή», όχι μόνο τη λογοτεχνική, αλλά και την καταγραφή της εμπειρίας με το Λόγο, που χτίζει τη μνήμη και γράφει Ιστορία.
Στο τρίτο αυτό βιβλίο η κύρια εστίαση είναι στην κοινωνικοποίηση και στη διαμόρφωση πολιτικής ταυτότητας -με την ευρεία έννοια- των δύο βασικών ηρωίδων, που πλέον είναι στην τρίτη δεκαετία της ζωής τους, και όχι μόνο έχουν μπει στην παραγωγή  αλλά δημιουργούν και τις βάσεις για οικογενειακή ζωή. Η Λίλα έχει ήδη έναν γιο από τον εξαφανισμένο Νίνο, που τον μεγαλώνει σε μια απομακρυσμένη γειτονιά με τον ευγενικό και αποστασιοποιημένο από συναισθηματική σχέση Έντσο (παιδικός φίλος, μαγκάκι που όμως από νωρίς έδειχνε αδυναμία στη Λίλα) και δουλεύει σε μια αλλαντοποιία ως εργάτρια. Την  Έλενα/Λενού την έχουμε αφήσει  αρραβωνιασμένη με τον Πιέτρο Αϊρότα, φιλόδοξο γιο Πανεπιστημιακού (γίνεται κι ο ίδιος καθηγητής Πανεπιστημίου), ενώ έχει γίνει ντόρος με το τολμηρό πρωτόλειό της έργο, που έγραψε αφηγούμενη τη δική της περιπέτεια «βιασμού» στην Ίσκια (βιβλίο 1).
Όπως ειπώθηκε και στις αναρτήσεις των πρώτων βιβλίων, ένας βασικός θεματικός άξονας που ξεδιπλώνεται σ όλη τη διάρκεια είναι η σχέση γραφής και ζωής (ίσως αυτό σηματοδοτεί και τη βασική αντίθεση ανάμεσα στις δυο γυναίκες: η Έλενα είναι «παρατηρήτρια» σε σχέση με τη Λίλα που ορμά κάθετα σ όλες τι προκλήσεις. Δεν είναι τυχαίο που η δεύτερη αρνείται πεισματικά την αφήγηση σαν μια μορφή έκπτωσης της πραγματικής ζωής όπως φαίνεται πολύ ξεκάθαρα προς το τέλος της τετραλογίας, ενώ αντίθετα, της Έλενας της γίνεται πάθος). Στις πρώτες σελίδες λοιπόν, γίνεται εκτεταμένη αναφορά στο πρώτο αυτό βιβλίο που έγραψε η Έλενα και στις εντυπώσεις που άφησε, αρνητικές και θετικές (η συγγραφέας  μας δίνει την ευκαιρία να δούμε τα δημοσιογραφικά τερτίπια που συνοδεύουν τέτοια  νεανικά κι αυθόρμητα εγχειρήματα, καθώς και την παντός είδους εμπορική και δημοσιογραφική «εκμετάλλευση»). Το συναισθηματικό ενδιαφέρον είναι ότι επανεμφανίζεται ο εξαφανισμένος Νίνο, δημιουργώντας πάλι ερωτικά ρίγη στην Έλενα, ενώ κατά την επαφή της με τον κύκλο των διανοουμένων στις περιοδείες για τη διακίνηση του βιβλίου επανέρχεται το παλιό αίσθημα κοινωνικής κατωτερότητας (η αλήθεια είναι πως αν θέλω, μπορώ να υποκριθώ την ειδήμονα, την παθιασμένη. Δεν μπορώ όμως να συνεχίσω έτσι, έχω μάθει ένα σωρό πράγματα που δεν έχουν την παραμικρή σημασία και ελάχιστα που είναι όντως σημαντικά). Η παρουσία του απρόβλεπτου Νίνο επαναφέρει τη βασική εσωτερική της σύγκρουση σχετικά με τη ζωή της και τις επιλογές της, πάντα έχοντας στο νου της «τι θα έκανε η Λίλα» (που όμως συνήθως έβγαινε έξω από τα περιθώρια, ήταν απρόβλεπτη για την Έλενα). Η ζυγαριά κλίνει προς την πλευρά του γάμου μ’ έναν άνθρωπο που δεν τον αγαπά τόσο, όπως ομολογεί η ηρωίδα, και με κοφτερή ειλικρίνεια παραδέχεται τα κίνητρά της (θα γλίτωνα από την καιροσκοπική συγκαταβατικότητα του πατέρα μου και τη χοντροκοπιά της μητέρας μου.
Ο γάμος της Έλενας, ωστόσο, είναι μια κοινωνική επανάσταση. Πρώτα πρώτα είναι πολιτικός, απόφαση μπροστά στην οποία οι γονείς χάνουν κάθε έλεγχο (για μια φορά αισθανόμουν πιο τολμηρή απ’ τη Λίλα). Έπειτα την απομακρύνει από τη φτωχογειτονιά της Νάπολης, την τοποθετεί σε άλλη κοινωνική τάξη, αυτή των διανοουμένων, ενώ η κοινωνική διαφορά ανάμεσα στις δύο οικογένειες είναι τέτοια που η  Έλενα δίνει καθημερινά μάχες στην οικογένεια και στον μικρόκοσμο της γειτονιάς για να γίνει αποδεκτή.
Και το βιβλίο όμως την ωθεί να ενταχτεί σε άλλη κοινωνική ομάδα. Αρχικά τη φέρνει σε θέση άμυνας, γιατί είναι προκλητικό και «χειραφετημένο» (σκηνές σεξ). Ο χειρισμός της «χυδαιότητας» εκ μέρους της Έλενας περνάει από πολλά στάδια, που έχουν πολύ ενδιαφέρον. Κατά κανόνα όμως, στα διάφορα ξένα για κείνη φοιτητικά περιβάλλοντα όπου απευθύνεται για να μιλήσει για το βιβλίο της, νιώθει σαν τη μύγα μες στο γάλα, καταχρηστικά παρούσα. για την οποία δεν έχει το υπόβαθρο, κι αυτό το έλλειμμα της δημιουργεί κόμπλεξ. Όταν μάλιστα συναντά γνωστά της πρόσωπα όπως τον Φράνκο, τη Μαριαρόζα, τη Σίλβια (πρώην φιλενάδα του Νίνο που έχει κι αυτή έναν γιο μαζί του!), θέλει να αποδείξει σε όλους ότι δεν είναι πια το άπραγο κοριτσάκι της φτωχογειτονιάς, και όχι μόνο δεν τα καταφέρνει (Φράνκο: έμεινες η ίδια μικροαστή), αλλά οι εσώτερες αντιθέσεις εντείνονται σε σχέση με τον κρυφό παιδικό έρωτα, τον Νίνο, που αποδεικνύεται άστατος, άπιαστος και αναξιόπιστος (έκανε τα δικά του, δεν υπήρχε εκμετάλλευση, δεν υπήρχαν ενοχές, μονάχα το δικαίωμα του πόθου).

Όλες αυτές οι εξελίξεις, όμως,  ωχριούν μπροστά στην τρικυμία που σαρώνει τη ζωή της Λίλας. Γιατί η Λίλα βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα της Έλενας: σ’ αυτή τη χρονική φάση  κινδυνεύει, έχει καταρρεύσει, η Λίλα φοβάται για τη ζωή της, και στέλνει σήματα βοήθειας προς την απούσα φίλη της (η Λίνα δεν είναι καλά και θέλει να σε δει/αν δε με βρουν ποτέ ξανά, να πάρεις τον Τζεννάρ, να τον κρατήσεις εσύ). Η Λίλα όχι μόνο δεν ανέρχεται κοινωνικά (ούτε την ενδιαφέρει, βέβαια), αλλά είναι εξαφανισμένη απ΄ όλο τον κόσμο, ζει τυπικά μ έναν άντρα έχοντας την ευθύνη ενός μικρού παιδιού που δεν ξέρει τον πατέρα του, και δουλεύει σε δύσκολες προλεταριακές συνθήκες στην αλλαντοποιία του παλιού φίλου του Νίνο, του Μπρούνο.
Όταν η Έλενα αποφασίζει να στρέψει την προσοχή της στη Λίλα, η Λίλα είναι βαριά άρρωστη με συνεχή πυρετό στην προσπάθεια να λύσει τις κοινωνικές αντιθέσεις που βιώνει: όταν το γλοιώδες αφεντικό της την πέφτει με εκβιασμούς και προστυχιές, φέρεται αλαζονικά, φοβάται την απόλυση, υφίσταται κάθε είδους πίεση. Κι όταν ο Πασκουάλε, παιδικός φίλος (κι αυτός ερωτευμένος τότε με τη Λίλα), κομμουνιστής και μάλιστα γραμματέας της κομματικής οργάνωσης βάσης την πλησιάζει με θαυμασμό, την παρασέρνει σε συνδικαλιστικές συνεδριάσεις όπου η Λίλα διακρίνει με ευστροφία τις αντιθέσεις εργατών και σπουδαστών, κατά προέκταση θεωρίας και πράξης. Όταν εκείνη παίρνει το λόγο από τους «καλοπροαίρετους» αγωνιστές με την ξύλινη γλώσσα, όλοι παθαίνουν σοκ με τον κοφτό και ουσιαστικό της λόγο (το συνδικάτο δεν έχει πάρει ποτέ θέση και οι εργάτες δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από φτωχαδάκια θύματα εκβιασμού, που υπόκεινται στο νόμο του αφεντικού, δηλαδή εγώ σε πληρώνω κι άρα σε κατέχω, κατέχω τη ζωή σου, την οικογένειά σου κι ό, τι σε περιβάλλει, κι αν δεν κάνεις ό, τι σου λέω θα σε καταστρέψω). Οι συνδικαλιστές χρησιμοποιούν τα λόγια της σε μπροσούρες, αλλά η ίδια κινδυνεύει, υφίσταται πιέσεις, αρνείται ότι τα είπε, την απειλούν. Κι ενώ ο πόλεμος συνεχίζεται με τους φασίστες («ξύλο στο ξύλο») γιατί δεν υπάρχει άλλος δρόμος, την κατηγορούν για κλέφτρα, νιώθει υπεύθυνη για τη σκληρή καταστολή που ακολουθεί (αρχηγός της οποίας είναι άλλος παιδικός φίλος), καταρρέει ξανά (συνεχής πυρετός), και βιώνει άλλο ένα κύμα της «εξαΰλωσης», όπως έχει ονομάσει η ίδια την εξωσωματική εμπειρία που έχει ήδη ζήσει αρκετές φορές (πόσο εύθραυστο ήταν το παρελθόν, κατέρρεε διαρκώς, ορμούσε πάνω της). Στην απελπισία της καταφεύγει στον κόσμο των διανοούμενων αγωνιστών (καθηγήτρια Γκαλιάνι) και νιώθει ξένη μέσα στο «επαναστατικό» περιβάλλον καλοβολεμένων νέων που αγωνίζονται από τον καναπέ. Το ότι εκείνη ρισκάρει τη δουλειά της μ’ ένα μικρό παιδί της αγκαλιάς, τη φέρνει σε σκληρή αντιπαράθεση (Λίνα, είναι λάθος να ανταγωνιζόμαστε ποιος ρισκάρει τα περισσότερα) ακόμα και με τον γραμματέα του Εργατικού Σωματείου. Την κάνει αυστηρή και επικριτική απέναντι στους «συντρόφους» (… Το συμπέρασμα, μεταξύ άλλων, ήταν πως η επιτροπή δεν μπορούσε να πάει απευθείας στον ιδιοκτήτη για να διαπραγματευτεί, χρειαζόταν η μεσολάβηση του συνδικάτου/ «Εγώ δεν είμαι συνδικάτο;», ξέσπασε εκείνη/Θέλετε να πείτε ότι εγώ έκανα όλον αυτόν τον κόπο, ότι ρισκάρω τη δουλειά μου για να μπορέσετε εσείς να κάνετε μια διευρυμένη συνεδρίαση και μια άλλη μπροσούρα;).
Το αποκορύφωμα είναι όταν αποκαλύπτεται ότι πίσω απ’ όλους είναι ο τρομερός καμορίστας Μικέλε, που έχει ένα είδος εμμονής με τη Λίλα («νομίζει ότι έχω κάποια δύναμη»), την εκθειάζει, προσπαθεί να την πείσει να συνεργαστεί μαζί του, την ταπεινώνει σ ένα κρεσέντο χυδαιότητας.
Όταν η Λίλα τέλος παραιτείται, βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση ανάγκης που ανατρέχει στην ψυχολογική στήριξη της Έλενας. Χωρίς δισταγμούς απογυμνώνει κάθε τρωτό της σημείο, μιλά στη φίλη της απλά και με απίστευτη ειλικρίνεια για τον εαυτό της, τις αδυναμίες της, τις σεξουαλικές εμπειρίες της. Κι εδώ φαίνεται η βασική διαφορά με την Έλενα, που αμέσως πέφτει στην παγίδα της σύγκρισης: στην ιδέα ότι έπρεπε να μιλήσω για μένα η δυσφορία μου φούντωσε, ξέχασα πως και για κείνη ήταν δύσκολη αυτή η εξομολόγηση, πως κάθε της λέξη, ακόμα και χυδαία, ήταν συνυφασμένη με την εξάντληση που φαινόταν στο πρόσωπό της, με το τρέμουλο των χειλιών της.
Μέσα στα θυελλώδη γεγονότα (γάμος Λενούς, αποκάλυψη ότι ο Αλφόνσο είναι ομοφυλόφιλος κλπ), ξεχωρίζω ένα περιστατικό πολιτικού αλλά και ηθικού προβληματισμού:  η Έλενα χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες της απευθύνεται στον Μπρούνο (το πρώην αφεντικό της Λίλας) απειλώντας τον, για να βοηθήσει τη φίλη της (να πληρωθεί τους μισθούς που της χρωστάνε). Πέρα απ αυτό, δημοσιεύει σχετικό άρθρο στην Ουνιτά, αντιγράφοντας ουσιαστικά τα γραφόμενα της Λίλας σχετικά με τις συνθήκες εργασίας στην αλλαντοποιία.  Οι αντιδράσεις είναι άμεσα θετικές (απολογητικό ύφος ο Μπρούνο, θαυμασμός ο δημοσιογράφος της εφημερίδας), όμως οι αγωνιστές φίλοι της (Πασκουάλε, Νάντια), που υφίστανται τις έμμεσες συνέπειες (επιθέσεις αστυνομικών και φασιστών) αντιδρούν… ανάποδα: Τέλεια. Θες να πεις ότι σε όλα τα εργοστάσια, σε όλες τις οικοδομές, σε κάθε γωνιά της Ιταλίας και όλου του κόσμου, μόλις το αφεντικό τα κάνει όλα μπουρδέλο και οι εργάτες κινδυνεύουν, καλούν την Έλενα Γκρέκο: εκείνη τηλεφωνάει στους φίλους της, στην Επιθεώρηση εργασίας, στους αγίους που έχει στον Παράδεισο και τα λύνει όλα/εξήγησέ μας τι σκατά νομίζεις ότι έκανες. Ξέρεις τι γίνεται στην Ιταλία; έχεις ιδέα τι είναι η πάλη των τάξεων; Στις δικαιολογίες που πάει να ψελλίσει η Λενού, η Λίλα επεμβαίνει με μια μόνο χειρονομία: Σταμάτα, Λενού, έχουν δίκιο.
Γιατί ξανά και ξανά η Λίλα βγαίνει έξω από τα προβλεπόμενα για τη Λενού όρια (δεν υπήρχε τρόπος να ηρεμήσει κανείς μαζί της, κάθε σταθερό νήμα της σχέσης μας αργά ή γρήγορα αποδεικνυόταν προσωρινό, κάτι μετατοπιζόταν στο μυαλό της και την αποσταθεροποιούσε, με αποσταθεροποιούσε).
Παρόλ’ αυτά η Λενού συνεχίζει να γράφει άρθρα που χαίρουν πολύ θερμής υποδοχής, και περνάει διάφορες φάσεις, από ενθουσιασμό μέχρι ανασφάλεια. Περιστασιακά νιώθει πληρότητα, η ρουτίνα όμως και η βαρετή σεξουαλική συνάφεια  την κάνουν να νιώθει άσκημη, γριά, ανήμπορη να συναγωνιστεί τους άλλους.  Περνάει διάφορες φάσεις: θέλει να είναι ποθητή (ήθελα να παρεκτραπώ), την κερδίζουν οι φεμινιστικές ιδέες της Μαριαρόζα, αδερφής του Πιέτρο (κανείς δε γνώριζε καλύτερα από μένα τι σημαίνει να προσπαθείς να σκέφτεσαι σαν άντρας, για να γίνεις αποδεκτή από την κουλτούρα του αντρικού κοινού), προσπαθεί να συγκεντρωθεί  στο καινούριο της βιβλίο (φεμινιστικού περιεχομένου), κι όταν γεννά και το δεύτερο παιδί η επιλόχια κατάθλιψη φτάνει στο αποκορύφωμα.  Κάτω από το πρίσμα της σύγκρισης με το αντρικό φύλο, η Έλενα ερνάει μια έντονη περίοδο αυτοκριτικής (το είχα παρακάνει, είχα βάλει τα δυνατά μου να αποκτήσω αντρικές ικανότητες. Νόμιζα ότι έπρεπε να ξέρω τα πάντα, να ασχολούμαι με τα πάντα. (…) Και τώρα, ύστερα απ’ όλο ετούτο τον σκληρό μόχθο να μάθω, έπρεπε να ξεμάθω/δεν είχα ούτε μια ιδέα χωρίς τη Λίλα/έπρεπε να δεχτώ πως ήμουν ένας μέσος άνθρωπος).
Και σ’ αυτήν τη δύσκολη φάση της ζωής τους, όπου συμπτωματικά και οι φασιστικές επιθέσεις φτάνουν κι αυτές στο αποκορύφωμα δυσκολεύοντας την καθημερινότητα, λαμβάνει χώρα και μία από τις πιο συγκλονιστικές και χαρακτηριστικές σκηνές της σχέσης των δύο κοριτσιών:
Η Λενού ζητά τη γνώμη της Λίλας για το δεύτερο βιβλίο (δεν γνωρίζει καν αν η Λίλα έχει διαβάσει το πρώτο) . Η Λίλα πάλι ξεπερνάει κάθε προσδοκία: μετά από προσπάθεια να είναι ευγενική και αποστασιοποιημένη, ξεσπάει σε αναφιλητά λέγοντας «δεν πρέπει να γράφεις τέτοια πράγματα Λενού, δεν είσαι εσύ αυτό, τίποτε απ’’ ό, τι έχω διαβάσει δε σου μοιάζει, το βιβλίο είναι κακό, κακό, κακό όπως και το προηγούμενο. Και η Έλενα των 66 χρόνων, που αναθυμάται εκείνο το κλάμα, λέει ότι ένιωσε μια «αντιφατική ικανοποίηση λες και κείνο το κλάμα, επιβεβαιώνοντάς μου τη στοργή της και την εμπιστοσύνη που έτρεφε για τις ικανότητές μου, συγχρόνως κατάφερε να διαγράψει την αρνητική της κριτική για τα δυο βιβλία)
Οι αντιθέσεις των δύο κοριτσιών  οδηγούν τη Λενού να πιστέψει ότι η Λίλα συμμετείχε στο βίαιο θάνατο του Μπρούνο και του Τζίνο, ότι δηλαδή εντάχτηκε σε αντάρτικη ομάδα πόλεων (είναι εποχή των Ερυθρών Ταξιαρχιών, της Πρίμα Λίνα, των Ένοπλων Προλεταριακών Πυρήνων). Όμως, αντίθετα, η Λίλα δουλεύει για… τους Σολάρα, κι αυτό γίνεται επίσης αφορμή σύγκρουσης, εφόσον η Λίλα τινάζει στον αέρα κάθε επαναστατική ιδεολογία («η επανάσταση, οι εργάτες, ο νέος κόσμος κι άλλες τέτοιες μαλακίες»). Η ανοχή και η συνεργασία με του καμορίστες έρχεται σε νέα δοκιμασία όταν η Λενού μαθαίνει ότι η αδερφή της θα παντρευτεί τον άλλον αδερφό Σολάρα, τον Μαρτσέλο, και μάλιστα ετοιμάζεται μεγάλο γλέντι όπου συμμετέχουν όλες οι οικογένειες, συμπεριλαμβανομένης και της Λίλας.
Τέλος, στη ζωή της Λενούς εισβάλλει αιφνιδιαστικά και κυριαρχικά, η πρώτη της μεγάλη αγάπη, ο απρόβλεπτος, σαν τη Λίλα, Νίνο. 
Χριστίνα Παπαγγελή