Πέμπτη, Ιουλίου 19, 2018

Σαν μυθιστόρημα, Γιάννη Κιουρτσάκη (ΤΟ ΙΔΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟ)


Μ αυτόν τον τρόπο πλάθεις την ιστορία σου:
κοιτάζοντας πρόσωπα και πράγματα
όπως τα βλέπεις τώρα κι όπως μπορούσες τότε να τα δεις∙
 κοιτάζοντάς τα, όσο μπορείς,
συγχρόνως από έξω κι από μέσα-
και καθρεφτίζοντας αυτό το έξω πάνω στο μέσα,
αυτό το μέσα πάνω στο έξω

Ξαναδιάβασα το πρώτο αυτό  βιβλίο του αγαπητού συγγραφέα μετά από 23 χρόνια, έχοντας πια κάνει από κοντά γνωριμία με τον ίδιο και με τον κόσμο του, κι έχοντας διαβάσει το δεύτερο βιβλίο του (κυρίως) της τριλογίας («Εμείςοι άλλοι») όπως και πολλά από τα δοκίμιά του για τον Καραγκιόζη και τον λαϊκό πολιτισμό.
Όπως και το «Εμείς οι άλλοι», πρόκειται για ένα βιβλίο εσωτερικού μονόλογου (αν και εναλλάσσεται το α΄ενικό με το γ΄ενικό), αυτοβιογραφικό και εξομολογητικό, μιας ανήσυχης προσωπικότητας που ψάχνει με αγωνία την αληθινή της ταυτότητα ήδη από την ευαίσθητη αλλά καθοριστική παιδική ηλικία. Δεν πρέπει να περιμένει δηλαδή ο αναγνώστης κάποια πλοκή συναρπαστική, ή βιώματα μοναδικά και ανεπανάληπτα, όσο σκέψεις, εικόνες και γνώριμα συναισθήματα  που μεταλλάσσονται, ωριμάζουν, αντιφάσκουν με τον εαυτό τους και αποκρυσταλλώνονται σε λέξεις για να αυτοαναιρεθούν (όπως σπεύδει και ο ίδιος να διευκρινίσει στην πρώτη εισαγωγική σελίδα: να πεις τα ίδια πράγματα με άλλο τρόπο: όχι για να επαναλάβεις τον εαυτό σου, αλλά ακριβώς για να πεις το άλλο –το άλλο που φωλιάζει μέσα στο ίδιο). Θα έλεγε κάποιος κριτικός λογοτεχνίας ότι είναι ένα –«σαν», όπως λέει ο τίτλος- μυθιστόρημα «ενηλικίωσης», κυριολεκτικά και μεταφορικά∙  κυριολεκτικά εφόσον ο συγγραφέας μιλά για την παιδική του ηλικία μέχρι που έγινε 18 χρονών, αλλά και μεταφορικά εφόσον τότε ήταν που αυτοκτόνησε ο μεγαλύτερος αδερφός του, γεγονός καθοριστικό για το άλμα, το πέρασμα στην ωριμότητα και την αυτοσυνειδησία. Είναι ένα προσωπικό μυθιστόρημα, όπου ο βίος μετουσιώνεται σε κάτι άλλο χάρη στη γραφή.
Το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε ο Γιάννης Κιουρτσάκης και τον καθόρισε αποφασιστικά ήταν μεσοαστικό, κλειστό, συντηρητικό. Έζησε και μεγάλωσε στο κέντρο της Αθήνας με πολλές ανέσεις, με προσεγμένη μόρφωση και αυστηρό γονεϊκό έλεγχο. Ο πατέρας που καθόρισε τη ζωή και τις αξίες των δύο αγοριών (που είχαν ωστόσο τη μεγάλη διαφορά των 8 χρόνων μεταξύ τους) παντρεύτηκε με προξενιό σε μεγάλη ηλικία (55 χρονών όταν γεννήθηκε ο Γιάννης, ο μικρότερος), ήταν εισαγγελέας με ένα αξιοσέβαστο παρελθόν πίσω του προτού αφοσιωθεί  με πολλή φροντίδα στα αγόρια (ένας πατέρας γεμάτος μητρότητα). Ο Γιάννης, σαν μικρότερος με μεγάλη διαφορά από τον αδερφό του,  εσωτερίκευσε όλες αυτές τις επιταγές του περιβάλλοντος εις διπλούν… Όμως με διαρκή επεξεργασία των επιρροών διαμορφώνει σιγά σιγά τη δική του, μοναδική συγγραφική προσωπικότητα.
Δεν υπάρχει ακριβώς γραμμική σειρά στην παράθεση των γεγονότων και της εσωτερικής διευθέτησής τους στην ψυχή του ήρωα. Ο συγγραφέας πηγαινοέρχεται από το «σήμερα» (που είναι όταν γράφει το βιβλίο, δηλαδή τα διάφορα κεφάλαια που μπορεί να γράφτηκαν το 1986, 1990, 1991 κλπ  -το βιβλίο δημοσιεύτηκε το 1995) στο απώτερο παρελθόν, στον βίο των δικών του, στα περιστατικά που τον καθόρισαν∙ το βιβλίο ξεκινάει από το πιο σημαδιακό γεγονός που ήταν ο εκούσιος θάνατος του αδερφού του, του Χάρη στην ηλικία των 26 χρόνων (αυτό το τρελό αγόρι που τόσο διψούσε για ζωή, θα είχε δώσει άραγε ο ίδιος τέλος στη ζωή του εκείνο το βράδυ του Γενάρη στις Βρυξέλλες, αν όσα έζησε και σκέφτηκε εκείνες τις λίγες μέρες ή εκείνες τις λίγες ώρες είχαν εξελιχθεί ελάχιστα διαφορετικά;), για την ακρίβεια ξεκινάει από την αναφορά σ αυτό το πυρηνικό συμβάν, που έδωσε και το κίνητρο να γραφτεί το βιβλίο. Γιατί η ακραία συνειδητοποίηση «εγώ είμαι ο Χάρης» δεν γίνεται αμέσως κατανοητή από τον αναγνώστη στις πρώτες σελίδες, παρά μόνο αφού φανεί και η βαθιά σχέση των δύο αδερφών αλλά και οι αναλογίες στους δυο χαρακτήρες. Απ τις πρώτες σελίδες πάντως δίνεται το βάθος αυτής της καταβύθισης στον «εαυτό», στον ίδιο και στον Χάρη, με την εικόνα του «Δίκωλου», του προσώπου με το διπλό σώμα, στο λαϊκό θέατρο του ποντιακού καρναβαλιού του Δωδεκάμερου, το οποίο κουβαλάει μόνιμα στη ράχη του το σώμα του νεκρού αδερφού του. Και η αφήγηση απλώνεται σε κύκλους που επεξηγούν, περιγράφουν, ερμηνεύουν, θέτουν διαρκώς ερωτήματα εκ νέου, αναπτύσσοντας «το ίδιο και το άλλο», το «μέσα και το έξω». Και πέρα από τα φαινόμενα, κυριαρχεί ένα ερώτημα πολύ πιο βαθύ και θεμελιώδες, κυριολεκτικά αβυσσαλέο, το ερώτημα «ποιος είμαι». Μια διαρκής αναζήτηση του «εαυτού», που δεν μπορείς να τόνε βρεις γιατί αλλάζει ακατάπαυστα.
Όπως λέει και ο ίδιος από την αρχή του βιβλίου, από πολύ μικρός θησαυρίζει κάθε ερέθισμα, κάθε βίωμα μεγάλο ή ταπεινό, ψάχνει τις λέξεις και χτίζει τον εαυτό του, ή την εικόνα για τον εαυτό του. Και δεν είναι τυχαία αυτή η υπέρτατη καταξίωση κάθε μικρού και σχεδόν ανεπαίσθητου συναισθήματος, ίσως να έχει τη ρίζα της στη μεγάλη απώλεια, πρώτα του πατέρα και μετά του αδερφού, σε καθοριστική ηλικία αντίστοιχα∙ στη μεγάλη απώλεια που δίνει αξία σε κάθε τι που δίνει ζωή και νόημα στον κόσμο. Μέσα στη φθορά και την αλλαγή αποζητά το άφθαρτο, το αιώνιο, γιατί πατρίδα σου είναι ο άφθαρτος, αθάνατος, αιώνιος κόσμος μέσα στον πυρήνα του εαυτού σου. Πατρίδα σου είναι ο πρώτος σου εαυτός –και κάθε αναζήτηση του πρώτου σου εαυτού είναι ένας νόστος. Στην αρχή ακόμα του βιβλίου (σελ.50) ο συγγραφέας κωδικοποιεί με υπέροχο, ποιητικό τρόπο την ου-τοπία του «αδύνατου νόστου», την ουσία όχι μόνο της γραφής του αλλά και της ζωής του (άλλωστε, το λέει και προς το τέλος: ζω μέσα απ’ το γράψιμο):
Τώρα λοιπόν το καταλαβαίνεις:
Για να ξανάβρεις εκείνη την αιωνιότητα, πρέπει να απαρνηθείς την αιωνιότητα και να περάσεις από τον χρόνο.
Και για να ξανάβρεις εκείνη την αθανασία, πρέπει να περάσεις απ’ την παραδοχή του θανάτου.  
(…) Και για να βρεις τον εαυτό σου, πρέπει να βγεις απ’ τον εαυτό σου και να περάσεις από τον άλλον.
Και στο τέλος:
Μοναδική πατρίδα σου είναι ο έρωτας και ο θάνατος.

Έτσι, έχουμε το σπίτι, το «μέσα» και το «έξω», το Ίδιο και το Άλλο, τον έρωτα και τον θάνατο. Κι όλο το «χτίσιμο» της προσωπικότητας του συγγραφέα περιστρέφεται γύρω από τρεις σημαντικούς θεματικούς άξονες: πατέρας, το ταξίδι του Χάρη στη μυθοποιημένη «Ευρώπη» για σπουδές, η εθελοντική αποχώρηση του Χάρη από τη ζωή.
Κεντρική θέση στο σύμπαν των δυο αγοριών κατέχει ο πατέρας: δυναμικός, άτεγκτος και δυναμικός εισαγγελέας από τη μια, πατρικός/μητρικός και τρυφερός απ’ την άλλη. Στην επαγγελματική περιπλάνησή του ως αντεισαγγελέας και στη συνέχεια ως εισαγγελέας στα Γρεβενά, Κρήτη, Δράμα (π.χ. ήταν αντεισαγγελέας στη Δράμα κατά την εισβολή των Βουλγάρων το 1916), Βόλο,  κλπ. έχει πολλές φορές πρωταγωνιστικό ρόλο στην επίσημη Ιστορία, από την οποία τα παιδιά του, ως παιδιά μένουν προφυλαγμένα (από τι άλλο γύρευε να μας προστατέψει ανατρέφοντάς μας όπως μας ανέτρεφε μες στον κλειστό παράδεισο του σπιτιού μας, αν όχι απ τον εφιάλτη που είχε γίνει και γι αυτόν η Ιστορία –λες κι είχε την αφέλεια να πιστεύει ότι η Ιστορία μπορούσε να σταματήσει στο κατώφλι του σπιτιού μας;).  Η ιστορία του που την στοιχειοθετεί εκ των υστέρων ο Κιουρτσάκης, όταν πια είναι ενήλικας, του προκαλεί και κάποια «δαγκώματα» στην καρδιά, όπως ο σημαντικός του ρόλος στη δίκη του Παναΐτ  Ιστράτι, Νίκου Καζαντζάκη και Δημήτρη Γληνού που ήταν κατηγορούμενοι για «διέγερσιν ερεθισμού και διχονοίας και εχθροπαθείας μεταξύ των πολιτών» τον Φεβρουάριο του 1928. Η τάση του πατέρα να «αποστειρώνει» την Ιστορία αφήνοντάς την έξω απ’ το σπίτι, όπως λέει ο συγγραφέας, είχε το πλεονέκτημα ότι τον γλίτωσε από την αντικομμουνιστική υστερία που γνώρισαν πιθανώς άλλα παιδιά της γενιάς του και της τάξης του. Έτσι, όπως πολλά παιδιά της αστικής αθηναϊκής τάξης ζούσε σε μια συντηρητική «γυάλα», δεν γνώριζε καν για τον εμφύλιο, και η πολιτική του συγκρότηση ήταν στοιχειώδης. Ο συγγραφέας ανατέμνει την προσωπικότητα του αντιφατικού πατέρα και τη σχέση του με τη μάνα, ενώ είναι φανερό σε πολλαπλές περιπτώσεις ότι ο -αυστηρός κατά τ’ άλλα-  πατέρας κυριαρχούσε όχι με την επιβολή μιας ορατής πειθαρχίας, αλλά με την αγάπη, ή πιο σωστά το πάθος.  Ο γιος ψάχνει το παρελθόν του πατέρα του, τον τόπο όπου μεγάλωσε, ψηλαφεί κάθε χνάρι που θα μπορούσε να συμπληρώσει τη μεγάλη εικόνα (γίνομαι ο πατέρας μου ή ο πατέρας μου γίνεται εγώ/όταν παλεύεις να πλάσεις τη μορφή ενός άλλου, δεν σταματάς να πλάθεις τον εαυτό σου), όλες τις μορφές στις οποίες μεταμορφώνεται –ποιος ήταν ο πατέρας σου;
Οι σπουδές του Χάρη στο Gembloux του Βελγίου  ταράζουν τις ισορροπίες της οικογένειας, η οποία σύσσωμη συμμετέχει στα καινούρια πάθη. Η προσγείωση του Χάρη και έμμεσα και της οικογένειας είναι απότομη- οι εξευτελισμοί και οι ταπεινώσεις στο πανεπιστημιακό περιβάλλον απέναντι στους νεοφώτιστους κάνουν τον Χάρη πολύ δυστυχισμένο. Οι συγκρούσεις μέσα στην ψυχή του μεγάλου αδερφού σχετικά με την  πατρίδα, τον πολιτισμό, τη βαρβαρότητα , οι έρωτές του, οι αποτυχίες και οι επιτυχίες, ο φόβος της αποτυχίας, οι κοινωνικές και υπαρξιακές ανησυχίες γίνονται μέρος της ζωής όλων, αλλά ιδιαίτερα του  δωδεκάχρονου Γιάννη. Καταγράφοντας τώρα, εκ των υστέρων, αυτήν την εποχή, ο συγγραφέας προσπαθεί να εισχωρήσει στον τραγικό πυρήνα του προσώπου του αδερφού του (είναι κάτι πιο βαθύ και ριζικό, συνυφασμένο, φαίνεται, με τον πυρήνα του προσώπου μας και που δεν ξέρω πούθε ξεκινάει: αυτή η αδιάκοπη εναλλαγή ευφορίας και της κατάθλιψης, του σκοταδιού και του φωτός, του «πάνω» και του «κάτω» μέσα στην ψυχή μας). Και, όπως λέει σε άλλο σημείο, η «αυτοκτονική ροπή» ήταν μια άλλη μορφή της λαχτάρας του να αγαπήσει και να ζήσει.
Καθώς ο συγγραφέας μετέρχεται από την ήβη στην εφηβεία, παρακολουθούμε με αργά και σταδιακά βήματα το πέρασμα σ ένα δικό του, συναρπαστικό κόσμο (είχε αρχίσει η περίοδος της μεγαλομανίας μου). Τις πρώιμες φιλοδοξίες να γράψει ένα βιβλίο (να θρέψει το άπληστο εγώ του με όλο το άπειρο του κόσμου, ώστε να νιώσει πάλι ένα με τον κόσμο, όπως στα πρώτα χρόνια της ζωής του), την επαφή του με την τέχνη που τον απομόνωνε από τα άλλα παιδιά. Αλλά και η σχέση με τον Χάρη αλλάζει, έχουν ιδιαίτερη αλληλογραφία, ενώ ο Χάρης συμβουλεύει τον Γιάννη σαν ένας καινούριος νεανικός  πατέρας! Το αίσθημα του ξένου, του φυλακισμένου βασανίζει τον «μικρομέγαλο»  μοναχικό έφηβο, ενώ προσεγγίζει το «Άλλο» (του πατέρα, του αδερφού)  σαν μεταμορφώσεις μέσα απ’ τις οποίες «πλάθεις τον εαυτό σου».
Ο θάνατος του πατέρα γίνεται «ξύπνημα» (κάτι μέσα μου έχει κλονιστεί, κάτι έχει φύγει από τη θέση του, ύστερα από κείνον τον σεισμό του Νοεμβρίου), κι όλα φωτίζονται διαφορετικά. Όλες οι μύχιες σκέψεις αλλά και οι εικόνες από την καθημερινή, ζωή ρουτίνας του παράξενου έφηβου  χρωματίζονται με μοναδικό τρόπο, εφόσον δεν χρειάζονται πάντα εξαιρετικές (>εξαίρεση) συνθήκες για να εξυψωθεί η ψυχή. Ο θάνατος του αγαπημένου προσώπου αποτελεί το πιο κοινότοπο σκάνδαλο  κάθε ανθρώπου, μπροστά στο οποίο δοκιμάζεται  το πνεύμα και ψάχνει ερωτήματα και απαντήσεις. Ο μικρός Γιάννης αναρωτιέται για την ύπαρξη του θεού, ενώ μπορεί και αποφαίνεται με τη νεανική του αποκοτιά ότι ξέρει με απόλυτη βεβαιότητα ότι υπήρχε τ ο υ λ ά χ ι σ τ ο ν η ομορφιά
Μια «δεύτερη ζωή», πιο εσωτερική πιο πλούσια, τον οδηγεί να αδιαφορεί για το «έξω». Σημειώνει το παραμικρό θαύμα, όπως  π.χ. το τραγούδι ενός γρύλου, ενώ προσπαθεί να κρατήσει με τη γραφή όλα αυτά τα ερωτήματα και τα θαύματα (ξέρω πως η ανυπομονησία μου για ζωή σκοτώνει την τέχνη). Σχολιάζει τώρα, από την οπτική γωνία του μεσήλικα τα νεανικά αυτά θραύσματα γραφής (γράφω και ξαναγράφω το ίδιο κείμενο), κρίνει ότι βιαζόταν να «αιχμαλωτίσει τον εαυτό του». Κι όμως έχει σημασία ότι κάτι πολύ βαθύ να πει, πως υπάρχει μια ιερή φλόγα κατοικεί τον κόσμο, και πως
Αυτός ο κόσμος –είτε εμφανίζεται ως το απέραντο και ποικίλο έ ξ ω που μας περιβάλλει, είτε ως το αβυθομέτρητο και ανεξιχνίαστο μ έ σ α που χάνεται στα βάθη του εαυτού μας –είναι ένα είδος κρυπτικού κειμένου που πρέπει να αποκρυπτογραφηθεί, μια ανάκουστη μουσική που πρέπει να ακουστεί.
Ο θάνατος του Χάρη στα 26 του χρόνια, όταν ο Γιάννης ήταν 18, φοιτητής Νομικής στη Γαλλία, παρουσιάζεται αρχικά πολύ λιτά, σε 4 σειρές. Ξέρει τώρα, κάποιες δεκαετίες αργότερα, ότι αυτή η απουσία έκανε όλη του την εφηβεία μελέτη θανάτου. Ότι αυτός ο θάνατος τον έριξε στην αγκαλιά της ζωής (πάντα ο θάνατος σε φέρνει στον έρωτα, πάντα σε ξαναφέρνει στη ζωή από τον ένα ή τον άλλο δρόμο) ενώ η γραφή τον οδηγεί στο νέο, μαγικό παρόν. Ένα παρόν χωρίς πατρίδα, μια ιστορία ξενιτιάς, μια ιστορία αδύνατου νόστου.
Η αφήγηση γίνεται ένας τρόπος να νικήσει κανείς τη φθορά και τον θάνατο, ουσιαστικά τον χρόνο. Από πολύ μικρός ο Γιάννης, πλαισιωμένος απ τους δυο θανάτους των πιο κοντινών του προσώπων(του πατέρα και λίγα χρόνια αργότερα του Χάρη), ψάχνει καταφύγιο σ’ αυτό το συνεχές και αιώνιο παρόν όπου όλα ιστορούνται.
Κι αυτή είναι η πρώτη αλήθεια της ιστορίας: πως τίποτε απ’ όσα ξετυλίγονται μέσα στο χρόνο δεν τελειώνει ούτε μπορεί να έχει νόημα οριστικό, δοσμένο μια για πάντα, αφού το παρελθόν ζει πάντα μέσα σου και δεν παύει να αλλάζει όπως κάθε τι ζωντανό.
Χριστίνα Παπαγγελή

Σάββατο, Ιουνίου 09, 2018

Αρχάγγελοι, Paco Ignacio Taibo II


Είναι κάποιοι άνθρωποι που μοιάζουν να έχουν καταπιεί έναν άγγελο
και ταΐζουν τα δεινά τους μ’ αυτό το μαγικό μείγμα πείσματος και ακεραιότητας.
Προσωπικότητες που δεν ταλαντεύονται εν μέσω της καταιγίδας,
που δεν αναπαύονται. 

Πολύ αξιόλογο αυτό το «αταξινόμητο» βιβλίο, αν και δεν διαβάζεται «εύκολα», δεν είναι ακριβώς λογοτεχνία αλλά ούτε και στεγνή, απρόσωπη Ιστορία∙ η προσπάθεια  του συγγραφέα να μην προδώσει τα τεκμηριωμένα ιστορικά στοιχεία κουράζει, όμως το περιεχόμενο αποζημιώνει και με το παραπάνω. Ο συγγραφέας, ιστορικός, ερευνητής και πανεπιστημιακός Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ, γνωστός από τη μονογραφία του πάνω στον Τσε Γκεβάρα και από τα αστυνομικά του μυθιστορήματα, επιχειρεί εδώ να αποδώσει φόρο τιμής («λογοτεχνικούς τρόπους απόδοσης δικαιοσύνης», λέει ο ίδιος) σε 12 θρυλικές προσωπικότητες που έζησαν τον 20ο  αιώνα, και με τη θυελλώδη τους δράση έγιναν ενεργά «υποκείμενα» της ιστορίας, χωρίς να σημαίνει βέβαια ότι δεν διαψεύστηκαν. Πρόκειται για δώδεκα  πρωτότυπες και έξυπνες αφηγήσεις, με διαφορετική -λογοτεχνικά- τεχνοτροπία και προσέγγιση η κάθε μια, που αφορούν  ανθρώπους «της δράσης» που η επίσημη ιστορία εξοβέλισε σκόπιμα, ανθρώπους- αγγέλους μιας άλλης ουτοπικής ίσως κοινωνίας, που δεν μπορούσαν να ζήσουν αλλιώς παρά μόνο επαναστατικά.
Ομολογώ  ότι απ’ όλους αυτούς τους πολύ αξιόλογους μαρξιστές, αναρχοσυνδικαλιστές ή απλώς αναρχικούς, διεθνιστές, αγροτικιστές κλπ επαναστάτες, ήξερα μόνο τον Μεξικανό ζωγράφο Ντιέγκο Ριβέρα. Φρόντισε η επίσημη ιστορία και η αυτοκρατορία των μίντια να μην φτάσουν μέχρι καν τα αυτιά των περισσοτέρων οι απίστευτες προσωπικότητες που πλαισίωσαν με την επαναστατική τους φλόγα τις μεγάλες επαναστατικές εστίες του 20ου αιώνα, στο Μεξικό, την κεντρική Ευρώπη, την Ισπανία, την Κούβα κ.α.,  ιδιαίτερα των πρώτων δεκαετιών του αιώνα (ήταν η εποχή της Σοβιετικής επανάστασης, της γερμανικής εξέγερσης, των εργατικών συμβουλίων του Τορίνο, του κοινωνικού αγώνα στην Ισπανία). Η ασάφεια των στοιχείων και οι λειψές πληροφορίες φαίνεται ότι απασχόλησαν πολύ τον συγγραφέα, ο οποίος ερεύνησε συστηματικά και απέδωσε με αυτοαναφορικό τρόπο (συχνά δηλαδή αναφέρεται στην υποκειμενικότητα των πληροφοριών, στην ασάφεια στις προσπάθειές να αποδώσει την πραγματικότητα στη σωστή της διάσταση κλπ) και με πολλή επιφύλαξη όλες τις πηγές απ’ όπου μαθαίνουμε γι αυτούς τους εκπληκτικούς ανθρώπους. Όπως λέει ο ίδιος: είναι πολύ δύσκολο να χειριστώ προσωπικότητες σαν αυτές που περιλαμβάνονται σ αυτό το βιβλίο χωρίς να νιώσω τον βαθύ φόβο ότι η λογοτεχνία μπορεί να τις τραυματίσει, να τις αποδυναμώσει, να τις αμβλύνει εντός του μύθου. Έτσι, γράφτηκαν με την αφηγηματική συστολή του ιστορικού που κλονιζόταν από τη συντετριμμένη τόλμη του συγγραφέα.
Πράγματι, μόνο σαν Ιστορία μπορεί κανείς να διαβάσει το βιβλίο («ιστορίες για την ιστορία», λέει ο ίδιος). Προσωπικά το διάβασα εν πλήρει εγρηγόρσει (δηλαδή ποτέ πριν πάω για ύπνο), με μολύβι και σημειώσεις. Κατά τη γνώμη μου, αυτές οι «μικροϊστορίες», με πινελιές από την καθημερινότητα, συμπληρώνουν ουσιαστικά την Ιστορία, μεταφέροντας όχι μόνο εκπληκτικές βιογραφίες, αλλά μέσα από ιστορικά γεγονότα-σταθμούς το πνεύμα μιας ολόκληρης εποχής/περιοχής. 
Θα αναφερθώ γραμμικά και σύντομα στους «αρχάγγελους», τους αφανείς αυτούς αγγέλους  μιας επανάστασης που δεν έχει τέλος, κάνοντας ένα είδος περίληψης και τονίζοντας σε κάθε ενότητα τα ιστορικά στοιχεία που θα ήθελα να θυμάμαι. Ζητώ λοιπόν συγνώμη, προκαταβολικά, για τις 6021 λέξεις της ανάρτησης...
ΜΕΞΙΚΟ
·  Το Μεξικό, μια πολύπαθη περιοχή, πατρίδα του Τάιμπο, πρωταγωνιστεί στις ιστορίες του συγγραφέα. Δεν θα καταλάβουμε πόση σημασία είχαν οι δράσεις των Χουάν Εσκουδέρο, του Ντιέγκο Ριβέρα (και γενικά των μουραλίστας), του Σεμπαστιάν σαν Βισέντε, του Μπουαναβεντούρα και του Λιμπράδο Ριβέρα αν δεν έχουμε υπόψη την ιστορική πορεία του Μεξικού[1] όπου, παρά την ανεξαρτησία τους από τους Ισπανούς (1821), τη μεξικανική επανάσταση και τον δεκαετή εμφύλιο (1911-1920), οι ανισότητες από τα κατάλοιπα της ισπανικής φεουδαρχίας αλλά και την γειτνίαση με τις ΗΠΑ εξακολουθούν να είναι ανυπέρβλητες.

Ο Χουάν Εσκουδέρο (1890- 1923), Μεξικανός ισπανικής καταγωγής , μεγάλωσε στο «διεφθαρμένο παράδεισο» του Ακαπούλκο,  μια περιοχή που στις αρχές του 20ου αιώνα εκμεταλλεύονταν σχεδόν απόλυτα οι Ισπανοί έμποροι με δωροδοκίες, πιστολέρο και εκβιασμούς κάθε είδους. Τρεις εταιρείες όλες κι όλες ασκούσαν μονοπώλιο που απομόνωνε το λιμάνι και βύθιζε τους «κοστένιος» (κατοίκους των ακτών) σε απόλυτη φτώχεια. Οι εμπορικοί οίκοι ήταν επίσης ιδιοκτήτες των «χασιέντας» (μεγάλα κτήματα, κατάλοιπο της φεουδαρχικής αποικιοκρατίας), υποχρέωναν τους αγρότες να καλλιεργούν αυτό που εξυπηρετούσε τους σπανιόλους, ενώ νοίκιαζαν τα αγκίστρια, δολώματα κλπ στους ψαράδες προκειμένου να πουλάν όλα τα ψάρια στους προμηθευτές!  Ο Χουάν άρχισε τελείως μόνος του να οργανώνει τους ψαράδες και τους λιμενεργάτες, ίδρυσε την Ένωση εργατών Θαλάσσης και Γης, γρήγορα όμως τον εξόρισαν για να επιστρέψει το 1918, όταν η μεξικανική επανάσταση/εμφύλιος είχε πρακτικά τελειώσει (1911-1920).
Δεν είναι γνωστό αν έχει  γνωρίσει προσωπικά τον Ρικάρντο Φλόρες Μαγόν (από τους κύριους υποκινητές της Μεξικανικής επανάστασης που, μαζί με τον Εμιλιάνο Ζαπάτα ξεσηκώθηκαν το 1911, έδιωξαν τον Πορφίριο Ντίας και η χώρα μπήκε στον δεκαετή εμφύλιο), αλλά  όταν ο Εσκουδέρο επιστρέφει στο Ακαπούλκο, αφοσιώνεται στην επαναστατική δράση που του προσφέρει κάθε ευκαιρία της καθημερινότητας, π.χ. κηρύγματα στα διαλείμματα του κινηματογραφικού έργου, ή στα λιμάνια με τους ψαράδες και τους λιμενεργάτες κλπ. Ως αυθεντικός αγκιτάτορας[2], γρήγορα ξεσηκώνει γύρω του πλήθη και ιδρύει το Εργατικό Κόμμα του Ακαπούλκο (POA), τη θρυλική εφημερίδα Regeneracion (η μαγεία της βρισκόταν στην ομάδα συνεργατών που είχε βρει ο Χουάν: ομάδα παιδιών που μόλις είχαν τελειώσει το δημοτικό και που έκαναν το έντυπο να φτάσει μέχρι την τελευταία γωνιά του Ακαπούλκο).  Ξεκινά εκστρατείες ενάντια στο κεφάλαιο, π.χ. ενάντια στην υφαντουργία  El Ticui” ή την σαπωνοποΐα “La especial”, ενώ το κόμμα κερδίζει ολοένα σε ισχύ και κόσμο. Διστάζει να συμμετέχει στις εκλογές του 1920 γιατί δεν ήθελε να σκεφτεί κανείς ότι είχε οργανώσει το POA προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως βάση για την προσωπική του ανέλιξη. Με τον θάνατο του Ζαπάτα και την ήττα και απομόνωση του Πάντσο Βίγια έχει αποδυναμωθεί το ριζοσπαστικό κίνημα, το οποίο όμως συσπειρώνεται ξανά στην περιοχή από  τον Εσκουδέρο.
Τώρα  βασικός αντίπαλος είναι ο δεξιός πρόεδρος Καράνσα, ενάντια στον οποίο στρέφεται και το κεντρώο κόμμα του Ομπρεγόν. Με την εκλογή του στη δημαρχία έρχεται σε μετωπική αντίθεση με τα συμφέροντα των Σπανιόλων εμπόρων, ενώ το έργο του αναδεικνύει τις απίστευτες ανεπάρκειες και αυθαιρεσίες του κράτους (δεν υπήρχαν π.χ. μισθοί, δημόσιο ταμείο, οι φόροι επιβάλλονταν κατά το δοκούν, δεν υπήρχαν τοπικά συμβούλια κ.α.).
Ο αγώνας από δω και πέρα του Εσκουδέρο και των αδερφών του είναι συνεχής και τα εμπόδια απρόβλεπτα∙ άδικες κατηγορίες, συκοφαντίες, επιθέσεις, απειλές είναι σε ημερήσια διάταξη συμπληρώνοντας την ήδη χαοτική εικόνα της κοινωνίας του Ακαπούλκο. Καθώς κλιμακώνονται οι εντάσεις (Δεκέμβρης του 1920) ο Χουάν Εσκουδέρο διώκεται ως… μπολσεβίκος (Μπολσεβίκος ήταν η επάρατη λέξη. Εκείνα τα χρόνια ο σοβιετικός τύπος της πρωτεύουσας συσχέτιζε τον όρο με την «ερυθρά συνωμοσία» σοβιετικής προέλευσης και κάτω απ’ αυτό το όνομα χωρούσαν κομμουνιστές, ακτιβιστές συνδικαλιστές, Ισπανοί ή Ρώσοι αναρχικοί, σοσιαλιστές ριζοσπάστες στρατιωτικοί, αριστερίζοντες λιποτάκτες του στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών…). Φυλακή και αθώωση και πάλι εκλογή στη δημαρχία και πάλι φυλακή.
Το κεφάλαιο έχει τον τίτλο «Οι δυο θάνατοι του Χουάν Εσκουδέρο» (όχι, δεν έχει θεματικά σχέση με τον Δεύτερο θάνατο του Ραμόν Μερκαντέρ, το βιβλίο του Σεμπρούν όπου ο πρώτος θάνατος νοείται σε μεταφορικό επίπεδο). Εδώ ο Εσκουδέρο πεθαίνει σχεδόν… κυριολεκτικά: είναι επικηρυγμένος, παρόλ αυτά παρουσιάστηκε… αυτοπροσώπως σε μια κλήτευση ενώπιον του δημαρχείου απαιτώντας τη σύλληψη του τότε δημάρχου Οτέρο. Η πρόκληση δημιούργησε καταδίωξη με  κινηματογραφική εξέλιξη, όπου ο Χουάν καταλήγει να σπάσει το ποδάρι του πηδώντας έναν φράχτη και όταν πια τον έπιασαν, του έριξαν τη χαριστική βολή.
Όμως ο κόκκινος δήμαρχος εξακολουθούσε να αναπνέει… αλλά η σφαίρα είχε επηρεάσει ένα μέρος του εγκεφάλου και έμεινε στο εξής παράλυτος από την αριστερή πλευρά, ενώ το δεξί χέρι το ακρωτηρίασαν. Σε δυο μήνες αναλαμβάνει ξανά δράση ενώ το POA, βρισκόμενο σε αδιέξοδο,  αναπροσαρμόζει τους στόχους του.  Οι εκλογές του Ιουλίου 1922 φέρνουν άλλα ευτράπελα (συμπλοκές, τραμπουκισμούς, παραβιάσεις της εκλογικής διαδικασίας, «αλκοολικές σκηνές» κ.α.). Eνώ το POA κερδίζει πάλι την εκλογική μάχη, ο αγώνας αρχίζει να γίνεται καθαρά ταξικός ανάμεσα στους γκατσουπίστας (φιλοσπανιόλους) + στρατιωτικούς και τους εσκουδερικούς. Τους πύρινους λόγους του Χουάν από το αναπηρικό καροτσάκι τούς διαδέχονται δολοφονίες από τον «νόμιμο» δήμαρχο Φλόρες, ενώ ο δεύτερος και τελευταίος θάνατος του Χουάν Εσκουδέρο και των δύο αδερφών του, ύστερα από εξαπάτηση της μητέρας τους που τους κατέδωσε δείχνοντας εμπιστοσύνη στις υποσχέσεις, είναι ένας θάνατος ηρωικός, αντάξιος της ζωής του 33χρονου επαναστάτη.

Η πρωτότυπη ακτιβιστική δράση των «μουραλίστας» στο Μεξικό, από τους οποίους ο πιο γνωστός είναι ο Ντιέγκο Ριβέρα (σύντροφος της Φρίντα Κάλο) ξεκίνησε από το 1922 μαζί με μια ομάδα νέων ζωγράφων (Ριβέρα, Γκερέρο, Σαρλό, Σικέιρος, Ορόσκο), προωθώντας σοσιαλιστικά ιδεώδη και χαρακτηριστικά στοιχεία της μεξικανικής ταυτότητας. Οι «ντιεγκίτος» πληθύνονται καθώς τους παραχωρούνται από το Υπουργείο Δημόσιας Εκπαίδευσης άδειες για πολλές τοιχογραφίες σε τοίχους δημόσιων κτιρίων και υπαίθριων χώρων , που σιγά σιγά αποκτούν εθνικό  και θρησκευτικό χαρακτήρα (Ριβέρα: ήθελα να εκφράσω στα πρόσωπα τη γνήσια μεξικανική ομορφιά). Η δύναμη της μνημειακής ζωγραφικής (η πιο μεγάλη τοιχογραφία, «Η δημιουργία»  απλώνεται σε 90 τετραγωνικά στην Escuela  Nacional Preparatoria)  κάποια στιγμή ήταν τόσο εκτεταμένη και τόσο ξεσηκωτική για τα πλήθη που φυσικά θεωρήθηκε επικίνδυνη για την κυβέρνηση…
Οι αντιδράσεις προέρχονται και από τους συντηρητικούς φοιτητές που εφορμούν με τσίχλες, γιουχαΐσματα, επιθέσεις, βανδαλισμούς ή… εικαστικές παρεμβάσεις (κοινώς μουτζούρωμα), ενώ με την άφιξη του 26χρονου Σικέιρος και του Αμάντο ντε λα Κουέβα, η ζωγραφική στους τοίχους παίρνει καθαρά πολιτικό χαρακτήρα (χρόνια αργότερα, τα ονόματά τους θα αποτελέσουν μέρος ενός μύθου που θα σαρώσει όλη τη γη). Απογοητευμένοι από τη συμβιβαστική πολιτική της CROM (Τοπική Εργατική Ομοσπονδία Μεξικού), οι νεαροί ζωγράφοι αναζητούν ριζοσπαστικές λύσεις και στρέφονται πιο αριστερά (στη Γενική Ομοσπονδία Εργατών, CGT), ενώ ο Ντιέγκο εγγράφεται στο τότε ΚΚΜ, το κόμμα με την αύρα της Σοβιετικής Επανάστασης.
Στα τέλη του 1922 οι ζωγράφοι ιδρύουν το «Συνδικάτο» (μετέπειτα «Επαναστατική ένωση Τεχνιτών, Ζωγράφων, Γλυπτών και Συναφών Συντεχνιών») των εννέα μουραλίστας που είχαν συμβόλαια με την Πρεπαρατόρια, με κεντρικές αρχές καθαρά πολιτικές, προσήλωση στην Τρίτη Διεθνή (κατάργηση του καπιταλισμού/δικτατορία του προλεταριάτου, και κυρίως αντίληψη της καλλιτεχνικής δουλειάς ως αντικατοπτρισμού της κοινωνίας στην οποία ζουν και ως τοποθέτησης έναντι αυτής (βρίσκονταν ενώπιον μιας επανάστασης που τους οδηγούσε προς μια ζωγραφική που μπορούσαν να εκτιμήσουν οι πλατιές μάζες). Τον ριζοσπαστισμό συμπληρώνει ένας «πρώιμος αυτοχθονισμός». Ο Ριβέρα, αλλά και οι υπόλοιποι, «μεξικανοποιούν» και πολιτικοποιούν τα θέματά τους (άρχισε να δημιουργεί στους τοίχους ιστορίες εργατών και χωρικών, τον αγώνα και τον μόχθο, ξεκινώντας έτσι, συνειδητοποιημένος και εμμονικός, τρελαμένος και ανήσυχος, μία από τις αθάνατες ιστορίες του Μεξικού, μία από τις παράλληλες ως προς την επίσημη ιστορία αφηγήσεις, στην οποία, πολλά χρόνια αργότερα, εμείς οι Μεξικανοί, ακόμη αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας…). Ο Ορόσκο μάλιστα γίνεται παράτολμα προκλητικός κι έτσι, ο μέχρι τώρα φιλικός προς τους ζωγράφους Τύπος γίνεται εχθρικός, ενώ τους πρώτους μήνες του 1924 οι συγκρούσεις γενικεύονται επικίνδυνα.
Παρόλες τις ρωγμές που επήλθαν ανάμεσα στους ζωγράφους, και τον επίσημο παραγκωνισμό τους, τον Μάρτιο του 1924 εκδίδεται η Machete, όπου η πολιτικές πεποιθήσεις των ακτιβιστών ζωγράφων καταγράφονται πλέον απερίφραστα, ενώ τα σατιρικά σχέδια, τα σκίτσα, η ζωγραφική βρίσκουν άλλη διέξοδο για να εκφραστούν πολιτικά, εφόσον οι τοιχογραφίες έχουν αρχίσει να καταστρέφονται.  Παρόλες τις αντιξοότητες και την κατάργηση της αμοιβής τους, πολλοί συνεχίζουν να ζωγραφίζουν, μέχρι το 1925 που διαλύθηκε το συνδικάτο.
Το κεφάλαιο αυτό τελειώνει με μια προσωπική κατάθεση του συγγραφέα Τάιμπο, που δείχνει την ακτινοβολία αυτής της δράσης των αρχών του αιώνα μέχρι τις μέρες μας:
Επίσης, μέρος μιας άλλης ιστορίας αποτελεί το γεγονός ότι ο συγγραφέας ήταν δεκάξι χρονών το 1965, όταν πέρασε στην Εσκουέλα Νασιονάλ Πρεπαρατόρια για να πάρει πτυχίο. Οι φοιτητές της δικής μου γενιάς τις εκτιμούσαμε βαθιά και ήμασταν περήφανοι που μπορούσαμε να σπουδάζουμε περιτριγυρισμένοι από αυτήν την όψη της χώρας, εκείνη την ηχώ που άφηναν ορισμένες ντεμοντέ λέξεις όπως «πατρίδα», «πάθος», «περηφάνια». Εξακολουθώ να είμαι ευγνώμων από τα βάθη της άθεης καρδιάς μου στον Ντιέγο, τον Ορόσκο, τον Ρεβουέλτας, τον Σικέιρος, τον Σαρλό, τον Γκερέρο, τον Πατσέκο, για την εμπειρία να μπορέσω να ωριμάσω ανάμεσα στους τοίχους τους.
Επιστρέφω εκεί συχνά.

Στην ταραγμένη εποχή (1921-25)όπου η επίδραση της Σοβιετικής επανάστασης στο ήδη φλεγόμενο Μεξικό (και όχι μόνο) ήταν μεγάλη, έδρασε και ο Βάσκος Σεμπαστιάν Σαν Βισέντε (ή «Πέδρο Σάντσες ο Ταμπικένιο), του οποίου η ανακατασκευή της πρωτύτερης βιογραφίας δεν ήταν εύκολη, όπως γράφει ο συγγραφέας. Ξεκίνησε από την Γκέρνικα, γύρισε όλον τον κόσμο, εντάχτηκε στους αναρχικούς και στους Βιομηχανικούς εργάτες του Κόσμου (IWW)[3], διέφυγε στην Κούβα όταν κατηγορήθηκε ότι προσπάθησε να ανατινάξει το «Mayflower» με τον πρόεδρο Ουίλσον, κι από κει πέρασε παράνομα στο Μεξικό. Εξελέγη δεύτερος γραμματέας της CGT  (οργάνωση σύγκρουσης ενάντια στον εξημερωμένο συνδικαλισμό της CROM, όπως ειπώθηκε παραπάνω). Αναρχικός και διεθνιστής, ερχόταν σε βίαιη αντιπαράθεση με τους ιδιοκτήτες των χασιέντας (φεουδάρχες) και τους απεργοσπάστες, ώσπου συνελήφθη από την κυβέρνηση Ομπρεγόν, και εστάλη στη Γουατεμάλα.
Η δράση του Βισέντε, πολλές φορές με το δεύτερο του όνομα είναι αδιάλειπτη: συνδικάτα, απεργίες διαδηλώσεις, συλλήψεις. Περιπετειώδεις αποδράσεις, ξανά συλλήψεις, απελάσεις  ώσπου τα ίχνη του χάνονται κάπου στον ισπανικό εμφύλιο…
Αυτά είναι τα στοιχεία, σαν αστυνομική αναφορά, στεγνά και αντικειμενικά. Όμως ο Τάιμπο προβληματίζεται για το «πρόσωπο», για τον άνθρωπο πίσω απ τη σκιά (όπως κάθε καλή μυθιστορηματική προσωπικότητα, εμφανίζεται ξαφνικά, με έναν ήχο σαν συριγμό που σκίζει τον αέρα και έρχεται με προίκα παρατσούκλια και ψευδώνυμα, πλαστά διαβατήρια και πλαστές ιστορίες). Ο Τάιμπο ψάχνει τον μύθο όπως ψάχνει και την Ιστορία. Βρίσκει ότι τον αποκαλούσαν «Μαύρος Άγγελος ο εξολοθρευτής» (άγγελος μαύρος, νικημένος, προερχόμενος απ’ την άβυσσο, ηττημένος άγγελος, εωσφορικός). Ο ήρωάς του, ο αναρχικός ακτιβιστής διαβάζει… Λεοπάρντι («ποιητής της αγωνίας, του δισταγμού, της απόγνωσης), Μπακούνιν, Μαλατέστα, Ουγκώ, κ.α… Ο συγγραφέας ψάχνει με πάθος ερευνητή τα ίχνη από τα διαβάσματα του Βισέντε, γιατί στα διαβάσματα κάποιου  ανακαλύπτεις ότι κάποιος δεν είναι μόνο ένα πράγμα αλλά οι αντηχήσεις του. Ότι ο μοναδικός τρόπος να τον αντιληφθείς είναι να αναλύσεις τις δεκάδες αντηχήσεις που αφήνει πίσω του.  

Στο Μεξικό έδρασε και ο «αρχάγγελος» Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι που μαζί με τον Ασκάσο ήταν οι βασικοί «Περιπλανώμενοι» του Μεξικού (οι «Περιπλανώμενοι» ήταν ομάδα Ισπανών αναρχικών που «απένειμαν δικαιοσύνη» δολοφονώντας του ιδιοκτήτες  εργοστασίων που κακομεταχειρίζονταν τους εργάτες, κάνοντας βομβιστικές επιθέσεις και άλλα συναφή). Στην Ισπανία, στην Κούβα, και τέλος στο Μεξικό ταράζουν τα νερά με εγκληματικές επιθέσεις στα γραφεία ης κλωστοϋφαντουργίας Carolina, ληστεύοντας χρηματοκιβώτια, βυθίζοντας στο σκοτάδι τις αστυνομικές έρευνες (οι οποίες στέφονται σε αθώους πολίτες). Όπως γράφει ο Τάιμπο, οι δύο Ισπανοί ήταν άνθρωποι της βίας, που είχε ριζώσει στη ζωή τους κατά τις ένοπλες συγκρούσεις που έβαψαν με αίμα, από το 1918 ως του 1923, το ισπανικό έδαφος και ειδικά την Καταλονία. Η συνεργασία των δύο επαναστατών με τη ριζοσπαστική CGT τους σπρώχνει στη μαζική δράση σε αγώνες στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας, σε διυλιστήρια, στην οργάνωση αγροτικού συμβουλίου.
Η αφήγηση του Τάιμπο εδώ δεν είναι ακριβώς γραμμική. Εστιάζει μια στους Περιπλανώμενους φωτίζοντας όσο μπορεί τη νοοτροπία τους και μια στον Τύπο, επιγράφοντας τα αντίστοιχα υποκεφάλαια «Κάτι σαν την εκδοχή του αστυνομικού συντάκτη της εφημερίδας “El Democrata”. Έτσι, βλέπουμε το χάσμα ανάμεσα στην πραγματικότητα, στις προθέσεις των επαναστατών, και στα αποτελέσματα των αστυνομικών ερευνών. Οι «συγκλονιστικές» συλλήψεις των αστυνομικών αρχών είναι άνευ προηγουμένου άσχετες, και οι αρχάγγελοι Ισπανοί, αφού ολοκλήρωσαν το «απαλλοτριωτικό» τους έργο παραδίδοντας στην Ομοσπονδία 4000 πέσος, συνέχισαν την επαναστατική τους περιοδεία στη Χιλή, και μετά στην Αργεντινή.

 Τέλος, ο Λιμπράδο Ριβέρα, ο τελευταίος «μαγονίστας» που έκλεισε με τον θάνατό του τον Φεβρουάριο του 1931 την περίοδο αυτή σκληρών αγώνων των αναρχικών απέναντι στην οικονομική και κυβερνητική εξουσία, επέστρεψε στο Μεξικό το 1923, μετά από 18χρονη εξορία εκ των οποίων τα εντεκάμισι τα είχε περάσει στις φυλακές των ΗΠΑ. Με σταθμό το 1918 (έχει πεθάνει ο Ζαπάτα, έχει ηττηθεί ο Βίγια) οπότε καταδικάστηκε μαζί με τον Ρικάρντο Φλόρες Μαγόν ( θρυλική μορφή, εξ ου και «μαγονίστας»), μένουν άλλα πέντε χρόνια στο Φρούριο Λίβενγουορθ όπου ο Μαγόν βρίσκεται δολοφονημένος κάτω από ανεξιχνίαστες συνθήκες.
Η ιστορία που αφηγείται ο Τάιμπο ξεκινά από το 1923, όταν μετά από υπερβολικές παρεμβάσεις και πιέσεις η Ουάσιγκτον απελαύνει τον Ριβέρα. Είναι 59 ετών (τον αποκαλούν «γέρο»), άρρωστος, φαφούτης και αποκαμωμένος απ τον θάνατο του συντρόφου του, παρόλ αυτά δεν υπογράφει καμιά δήλωση, δεν δέχεται ούτε τη στοιχειώδη σύνταξη (δεν θέλω τίποτα από το κράτος), ούτε καν να του πληρώσουν τα έξοδα μεταφοράς.
Ο Λιμπράδο Ριβέρα πιστεύει στη δράση, στον εργατικό αγώνα, στον ακτιβισμό. Αμέσως όταν συνέρχεται από την αρρώστια  αναζητά τους «δρόμους της επόμενης επανάστασης», τους νέους στόχους του «μαγονισμού» (που παλιά ήταν η αγώνας ενάντια στη δικτατορία του Πορφίριο Ντίας). Η κατάσταση στο αναρχικό κίνημα είναι πολύ σύνθετη όταν αποφασίζει να συμμετάσχει στην ομάδα «Γη και ελευθερία», ταμένος στην «επαναστατική προπαγάνδα». Μεταβαίνει στο Ταμπίκο, καρδιά των κοινωνικών αγώνων, πετρελαϊκό λιμάνι και προπύργιο της συνομοσπονδίας CGT, όπου υπάρχει δυναμικό το αναρχικό στοιχείο που στηρίζεται στους εργάτες, και εξέχουσες προσωπικότητες του πετρελαϊκού συνδικαλισμού. Ενταγμένος στην ομάδα «Κόκκινοι αδερφοί»  αφοσιώνεται στην έκδοση εφημερίδας με καταγγελτικό και προπαγανδιστικό χαρακτήρα (κι όχι απλά ενημερωτικό) και γράφει πύρινα άρθρα με υποτυπώδες τυπογραφείο περιγράφοντας με λεπτομέρειες π.χ. την άγρια καταστολή στην εργατική διαδήλωση απεργών της Mexican Gulf.
Η δράση του τελευταίου μαγονέρου είναι συνεχής και θυελλώδης, συμμετέχει σ’ όλες τις κινητοποιήσεις, με αποκορύφωμα τις παρεμβάσεις για την απελευθέρωση των Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι. Οι απεργίες, οι συλλήψεις (συνελήφθη κινηματογραφικά τουλάχιστον 5 φορές για να αφεθεί ελεύθερος και ξανά να φυλακιστεί) συνεχίζονται μέχρι που πέθανε από τροχαίο, σε ηλικία 66 ετών. Στο διάστημα αυτό μετά τις εκάστοτε αποφυλακίσεις του προχωρούσε σε καταγγελίες, περιγράφοντας στις εφημερίδες του (που συνέχιζε με μυστήριο τρόπο να εκδίδει παρόλο που του κατάσχουν το «τυπογραφείο») τα βιώματά του, τους απίστευτους διαλόγους με τους αστυνόμους και τους εισαγγελείς όπου βλέπουμε να ξεδιπλώνονται οι αρχές του «μαγονισμού»  δοκιμασμένες στην πράξη (εκεί βρίσκεται το λάθος, στο να πιστεύετε ότι εμείς ξεκινήσαμε την επανάσταση για να ρίξουμε την κυβέρνηση του Ντίας και να φέρουμε μια άλλη όμοιά της στη θέση της/δεν είμαι εχθρός της κυβέρνησης, είμαι εχθρός όλων των κυβερνήσεων/δολοφόνος είναι όποιος σκοτώνει κάποιον άλλο με προμελέτη, υστεροβουλία και όφελος. Σήμερα ο Κάγιες έχει διατάξει τη δολοφονία και τον αφανισμό των Ινδιάνων Γιάκι και, παρά το γεγονός ότι δεν διαπράττει έγκλημα προσωπικά, είναι πρωτεργάτης του).

ΚΟΥΒΑ
Πέθαινες  πολύ εκείνες τις μέρες στην Αβάνα
Μια φωτογραφία φαίνεται να είναι η αφορμή της έρευνας (στα τυφλά) που επιχειρεί ο Τάιμπο και στην περίπτωση του Ραούλ Ντίας ΑργουέγιεςΟ άντρας με τα σκούρα γυαλιά που κοιτά τον ουρανό»). Μια έρευνα σε αποκόμματα εφημερίδων, σε ξεθωριασμένες φωτοτυπίες, σε κρυψώνες όπου έχει κρυφτεί μέσα σε βιβλία σχεδόν αδιανόητα. Από θραύσματα πληροφοριών λοιπόν στοιχειοθετεί μια απίστευτη βιογραφία,  θυμίζοντας ότι πλάι στον Τσε δεκάδες άλλες προσωπικότητες είχαν παρόμοιες διαδρομές, σχεδόν παράλληλες, ψάχνοντας να αναδιαμορφώσουν τον πλανήτη σε ρυθμό πολυβόλου.
Η σκληρή δικτατορία του Μπατίστα που όχι μόνο δολοφονούσε, αλλά άφηνε τα πτώματα ξεσκισμένα για εκφοβισμό, έχει χτίσει ένα απίστευτο κλίμα συγκρούσεων στην Αβάνα, γύρω στα 1956. Ο Ραούλ ενώνεται με τους φοιτητές που μάχονται στο δρόμο, αλλά τις μέρες που ο Κάστρο με τον Τσε Γκεβάρα αποβιβάζουν 82 νέους στο Οριέντε (και ξεκινά η ένοπλη επανάσταση στη Κούβα), ο Αργουέγιες παίρνει το δρόμο της εξορίας.
Στα μέσα του ‘57 ο Αργουέγιες βρίσκεται πάλι στην Κούβα, στο επίκεντρο της δίνης της μεγάλης επανάστασης (ανταρτοπόλεμος, επιχείρηση δολοφονίας του Μπατίστα, αναγκαστική προσγείωση αεροπλάνου γεμάτου ντουφέκια (!!), αποδράσεις, απεργίες, μάχες στους δρόμους, επιθέσεις αποτυχημένες και μη). Ο Τάιμπο μας μεταφέρει την επαναστατική ατμόσφαιρα, κι ένα υποτυπώδες χρονικό καθώς αποτυπώνει τα στιγμιότυπα που κατάφερε να αποθησαυρίσει από τη συμμετοχή του Ραούλ: είναι 22 χρονών, λοχαγός, γίνεται αρχηγός επιχειρήσεων του Επαναστατικού Διευθυντηρίου, σπάει τον αστράγαλό του καθώς τον κυνηγούν, κρύβεται στην πρεσβεία της Βραζιλίας, συμμετέχει σε μάχη μαζί με τον Τσε.
Στις 2 Ιανουαρίου 1959 η δικτατορία καταρρέει. Τα πρώτα χρόνια ο Ραούλ παραμένει στην Κούβα, ως διευθυντής στο Τεχνικό  τμήμα της Επαναστατικής Αστυνομίας (όπου αποκαλύπτονται απίστευτα κυκλώματα διαφθοράς), αλλά μετά τον θάνατο του Τσε (1967) ακολουθώντας το παράδειγμά του αφοσιώνεται στην Διεθνή Επανάσταση, πηγαίνοντας στον Αλιέντε (χιλή) και στη συνέχεια Αφρική, στην επανάσταση της Γουινέας-Μπισάου[4]. Ηγήθηκε ως επικεφαλής του PAIGC, μέχρι το 1974. Όμως μαζί μ’ αυτόν προχωρά και ο μύθος του. Λέγεται πως βρέθηκε και στον πόλεμο των 6 ημερών, πλάι στον συριακό στρατό. Απ΄το 1974 και μετά αφοσιώνεται στην ανεξαρτησία της Ανγκόλα[5] , όπου συμμετέχει ως στρατηγός με το μέρος της πιο ριζοσπαστικής οργάνωσης (MPLA) (είναι άνθρωπος του πολέμου, όχι του γραφείου). Παρά την έκκληση στην Κούβα για αποστολή στρατιωτικών με επαναστατική πείρα (εστάλησαν 480 «εκπαιδευτές»), η αναμέτρηση στην Ανγκόλα είναι πολύ σκληρή. Σε μια από τις θυελλώδεις μάχες ο Ραούλ Ντίας Αργουέγιες θα τρυματιστεί θανάσιμα.

ΡΩΣΙΑ
Μεγάλη μορφή της ρωσικής επανάστασης φαίνεται (απ’ τα λεγόμενα του Τάιμπο) ότι ήταν η Λαρίσα Ράισνερ, που στα 34 χρόνια της σύντομης ζωής της έδρασε στηρίζοντας την επανάσταση κι έγραψε, πέρα από τα άρθρα, 4 βιβλία-ντοκουμέντα της εποχής. Με καταγωγή από τη ρωσική Πολωνία (Λούμπλιν), κόρη του δικηγόρου και καθηγητή στη Γεωπονική Σχολή Μιχάλη Ράισνερ, συντηρητικού και φιλομοναρχικού αρχικά, και στη συνέχεια …μαρξιστή και σοσιαλδημοκράτη.
Η Λαρίσα στην επανάσταση του 1905 είναι 13 χρονών. Ήδη η οικογένειά της έχει μετακομίσει στην Αγία Πετρούπολη όπου το καζάνι βράζει. Από έφηβη επιδίδεται στο γράψιμο (έγραφε όχι μόνο για να αφηγηθεί αλλά για να καταλάβει. Το να αφηγείται ήταν ένας τρόπος να διορθώνει την εξωτερική αδικία, να κλείνει τους λογαριασμούς, να εξαγνίζει). Αργότερα μαζί με τον πατέρα της ιδρύει το περιοδικό Rudin εκφράζοντας τις θέσεις του αντιπολεμικού σοσιαλισμού, ενώ  μετά τη Φεβρουαριανή επανάσταση του 1917 (25 χρονών) προσχωρεί στον μπολσεβικισμό.
Δεν άφησε κανένα γραπτό στοιχείο απ’ αυτήν την περίοδο που να μας πληροφορεί πώς βίωσε η ίδια την Ρωσική Επανάσταση. Στον εμφύλιο που ακολούθησε πάντως, συνδέεται με το πιο σκληροπυρηνικό κομμάτι της ένοπλης αριστεράς, στις ομάδες των ναυτών της Κροστάνδης. Δουλεύει στο Τμήμα Πολιτιστικών Αγαθών και στη συνέχεια στο Τμήμα Προπαγάνδας όπου γνωρίζει τον περίφημο Ράντεκ. Ως μέλος του Κόκκινου Στρατού γνωρίζει και παντρεύεται τον άνθρωπο που θα γίνει ο σύντροφός της στα όπλα, τον Φιόντορ Ρασκόλνικοφ, μεγάλη επαναστατική μορφή με ζωή στην παρανομία, συλλήψεις και φυλακές, που στην επανάσταση του Φεβρουαρίου ήταν οργανωτής του σοβιέτ των ναυτών της Κροστάνδης. Όσο κρατά ο εμφύλιος Κόκκινων -Λευκών ακολουθεί τον άντρα της και καταγράφει με δημοσιογραφικό μένος διάφορα επεισόδια του πολέμου (είμαστε ακόμα στον Α’ Παγκόσμιο, έχει μεσολαβήσει βέβαια η Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ που έχει διχάσει τους επαναστάτες, οι σύμμαχοι έχουν καταλάβει πολλά εδάφη, και παράλληλα μια λεγεώνα Τσέχων (22.000 στρατιώτες!) απειλούν την επανάσταση ελέγχοντας τον υπερσιβηρικό στο Καζάν και κόβοντας τη Ρωσία στα δύο).
Η αναμέτρηση στο Καζάν-Σβιανσκ  ήταν η πρώτη επιχείρηση στην οποία παρίσταται η Λαρίσα συνοδεύοντας τον άντρα της (μαζί είναι και ο Τρότσκι), ίσως και η πρώτη όπου τα μέτρα είναι τόσο σκληρά για τους αντιπάλους. Απ’ αυτήν την ιστορική φάση η Λαρίσα καταγράφει πολλές ιστορίες στο βιβλίο «Στο μέτωπο» (που λογοκρίθηκε μετά από τον Στάλιν). Η πτώση του Καζάν ήταν μια μεγάλη νίκη για τους μπολσεβίκους, ενώ η Λαρίσα γίνεται γνωστή στους επαναστατικούς κύκλους, κι ακόμα και ο Τρότσκι την αναγνωρίζει όχι μόνο ως «υπέροχη γυναίκα», «μορφή ολύμπιας θεάς», αλλά και ως «λεπτή ευφυΐα ακονισμένη με ειρωνεία και με τη γενναιότητα ενός πολεμιστή».  
Με σασπένς και πολλούς κινδύνους ξεκινά η επιχείρηση που διευθύνεται από τον Ρασκόλνικοφ ενάντια στον Ντενίκιν (στρατηγός των Λευκών). Η Λαρίσα εξακολουθεί να καταγράφει ακόμα κι όταν η αποστολή τους στο Αφγανιστάν είχε διπλωματικό χαρακτήρα κι όχι πολεμικό, όπως είχε συνηθίσει. Οι ήλειες όμως του Ρασκόλνικοφ και η επαναστατική της συνείδηση την έκαναν να φύγει απ τον άντρα της και να πάει στη Γερμανία (1923) όπου συμβαίνει εκείνη τη στιγμή η παγκόσμια επανάσταση. Η συνάντησή της με τον Ράντεκ (επικεφαλής της Κομμουνιστικής Διεθνούς) είναι μοιραία, ενώ κυκλοφορούν τέσσερα ρεπορτάζ της από την εξέγερση στο Αμβούργο. Αλλά και στη Σοβιετική Ένωση θα δουλέψει με τον Τρότσκι γράφοντας το 3ο της βιβλίο «Κάρβουνο, σίδηρος και ανθρώπινα όντα». Ταξιδεύει συνέχεια, γράφει συνέχεια, πεθαίνει όμως πολύ νέα από τύφο(που κόλλησε στο Αφγανιστάν), στα 1926, την εποχή που ο Στάλιν με τον Μπουχάριν αρχίζουν να οικοδομούν το γραφειοκρατικό σύστημα που λίγο αργότερα θα γίνει εργαλείο καταστολή ενάντια στο ίδιο το κόμμα. Ανάμεσα στα θύματα του Στάλιν θα είναι βέβαια και ο Ράντεκ (1937) και ο Ρασκόλνικοφ.

Στην ίδια περίοδο της Ρωσικής ιστορίας ανήκει και ο επόμενος «άγγελος», ο Άντολφ Αμπράμοβιτς Γιόφε, του οποίου τη ζωή, ή μάλλον τον θάνατο, ο Τάιμπο παρουσιάζει σαν σενάριο κινηματογράφου, με πολλά φλας μπακ.
Τον Νοέμβριο του 1927, περίοδο εδραίωσης του σταλινισμού, ο Γιόφε βρίσκεται νεκρός, αυτοπυροβολημένος, στην ηλικία των 44 χρόνων. Το σενάριο ξετυλίγεται αργά αργά: ο Γιόφε κοιτώντας τον φακό αναφέρεται στη ζωή του και στους λόγους που τον οδήγησαν στην αυτοκτονία (όπως τα έγραψε στο γράμμα του προς τον Τρότσκι).  Ήδη, ως μπολσεβίκος πριν την επανάσταση είχε έντονη δράση στο Μπακού, στη Μόσχα, στην Κριμαία, στο Βερολίνο (μαζί με τον Τρότσκι εκδίδουν την Pravda),  στην Οδησσό, έκανε εξορία στη Σιβηρία, αρνήθηκε να υπογράψει τη συνθήκη Μπρεστ- Λιτόφσκ ως πρόεδρος της ρωσικής ειρηνευτικής αντιπροσωπείας. Κομισάριος Εξωτερικών Υποθέσεων και Κοινωνικής ασφάλειας, πρέσβης στο Βερολίνο, στη Λιθουανία, στην Ουκρανία, στο Τουρκεστάν, στην Άπω Ανατολή. Το 1924αρρωσταίνει, αλλά ήδη το κόμμα δεν τον στηρίζει πια.
Σε άλλη σειρά πλάνων ο Τρότσκι παραβιάζει την αστυνομική εντολή να μπουν μόνο είκοσι άτομα στο νεκροταφείο. Η συγκέντρωση αποκτά πολιτικό χαρακτήρα όταν ο Τρότσκι εκφωνεί τον επικήδειο ρίχνοντας πύρινα βέλη κατά της «κλίκας Στάλιν- Μπουχάριν», όταν μιλά ο Βικτόρ Σερζ και άλλοι γνωστοί, που δυο μέρες μόλις πριν εκδιώχτηκαν από το κόμμα και την Κεντρική Επιτροπή (Ρακόφσκι:  η αυτοκτονία του Ρακόφσκι είναι μια μορφή διαμαρτυρίας ενάντια στον τρόπο με τον οποίο τσαλαπατιέται η δημοκρατία των μπολσεβίκων).

ΓΕΡΜΑΝΙΑ
Η περίπτωση του Μαξ Χελτς είναι τελείως διαφορετική- προέρχεται απ’ τον τόπο όπου οι ήρωες  καλλιεργούνται σε γλάστρες φτώχειας και ονείρων. Γιος μιας οικογένειας εργατών της γης, έφυγε 14 χρονών απ’ το σπίτι του αλητεύοντας και κάνοντας διάφορα επαγγέλματα. 28χρονών στο μέτωπο (1917) κάνει την πρώτη ανταρσία: αρνείται να παρακολουθήσει τον Γκέοργκ Σούμαν, αντιρρησία συνείδησης. Ο Σούμαν θα γίνει και ο καθοδηγητής του, αυτός που θα του ανοίξει τα μάτια. Η Ρώσικη επανάσταση δίνει ακόμα μια ώθηση στην επαναστατική συνείδηση του Χελτς, κι έτσι, μετά τη λήξη του πολέμου κι όταν πια έχει παραιτηθεί ο Κάιζερ (4-11-18), αρχίζει τη θυελλώδη του επαναστατική δράση από το Φαλκενστάιν (βιομηχανική πόλη της Βαυαρίας), τέτοια που ο Τάιμπο τιτλοφορεί το κεφάλαιο «Το Χελτσιανό στυλ». Δρα πρώτα συναισθηματικά, χωρίς να πλαισιώνει από θεωρίες, βάζοντας μπροστά τη δράση. Συγκεντρώσεις, εφημερίδα, οργανώσεις, επαφές με τους σπαρτακιστές (είναι η εποχή της δολοφονίας της Λούξεμπουργκ και του Λίμπκνεχτ). Βλέποντας την επανάσταση να πεθαίνει ιδρύει την τοπική οργάνωση του KPD (Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας) και το Συμβούλιο των άνεργων Εργατών. Οι διαδηλώσεις εξαπλώνονται ενώ ο Χελτς μετακινείται παντού όπου υπάρχει φλόγα, γιατί πρέπει πάντα να βρίσκεται εκεί που η δράση μπορεί να ξαναφουντώσει.
Οι δράσεις και οι παρεμβάσεις του Χελτς είναι ξεπερνούν κάθε κινηματογραφική φαντασία: επίθεση στο δημαρχείο -που θυμίζει οπερέτα-, για να απελευθερωθούν μέλη του Συμβουλίου ανέργων, άγρια ανθρωποκυνηγητά σε τρένα, πρόστιμα στους… κεφαλαιοκράτες της περιοχής, συγκρούσεις, συλλήψεις, αποδράσεις, πλαστές ταυτότητες, ο δε μέγιστον, ενώ είναι επικηρυγμένος μπαίνει θεατρικά από το παράθυρο σε κάποια συγκέντρωση όπου οι δυνάμεις καταστολής έμειναν εμβρόντητες! Από το Φαλκενστάιν μεταβαίνει την πόλη Ρουρ (κύριος προμηθευτής χάλυβα και άνθρακα) ενώ μετά το πραξικόπημα του Καπ (δικτάτορας μετά τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης)υπηρετεί τις δυνάμεις του αντιπραξικοπήματος.
Ο Χελτς δεν είναι θεωρητικός∙ είναι κομμουνιστής γιατί οι κομμουνιστές θέλουν να κάνουν την επανάσταση, ενώ όλοι οι άλλοι όχι. Ιδρύει έναν «μικρό κόκκινο στρατό» από άνεργους που κάποια στιγμή γίνεται μεγάλος, και η ευτυχέστερη μέρα της ζωής του είναι όταν απελευθερώνει 24 εργάτες κρατούμενους. Γρήγορα όμως το KPD τον διαγράφει, γιατί κάνει του κεφαλιού του. Στην Τσεχία όπου συλλαμβάνεται ως φυγάς φυλακίζεται για τέσσερις μήνες κι όταν επιστρέφει στη Γερμανία γράφει πια τον επίλογο: νέες πλαστές ταυτότητες, δική του οργάνωση (δεν τον θέλουν οι αριστεροί), «απαλλοτριώσεις» (ληστείες σε τράπεζες και ταχυδρομεία), επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα, επιχείρηση ανατίναξης της Στήλης της Νίκης στο Βερολίνο… Ένα ηλίθιο σφάλμα στην εκπυρσοκρότηση μιας χειροβομβίδας του κοστίζει το ένα μάτι, αλλά όλη η κεντρική Γερμανία βρίσκεται στο πόδι από τον κόκκινο στρατό του Χελτς και ελεύθερες ταξιαρχίες ανέργων (δεν υπάρχει σχέδιο εκτός από το να χτυπούν, να αποσύρονται και να ξαναχτυπούν), ενώ τα αριστερά κόμματα αδρανούν. Η εξέγερση γενικεύεται και η κατακερματισμένη αριστερά δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει την αξία του: στα βιομηχανικά χωριά κόκκινες σημαίες, επιθέσεις σε γραφεία, τράπεζες, καταστήματα, χρηματοκιβώτια εταιρειών. Έχει φτάσει ο Ρομπέν των δασών. Βέβαια η «επανάσταση» γι άλλη μια φορά ξεγλιστράει, ενώ τον Απρίλιο του 1921 είναι επικηρυγμένος για 185.000 μάρκα.
Η ήττα, η σύλληψη, τα βασανιστήρια, η δίκη (με κατηγορίες για ληστεία, εσχάτη προδοσία, απαγωγή, εμπρησμό, δολοφονία), η καταδίκη σε ισόβια κάθειρξη δεν πτοούν το φρόνημά του. Υπερασπίζεται το δόγμα «η βία είναι ένα κοινωνικό μέσον, όχι σκοπός από μόνη της» ενώ την ίδια εποχή η 3η Διεθνής καταδικάζει την τρομοκρατία και τις ατομικές ενέργειες σαμποτάζ.
Ο εγκλεισμός τρελαίνει τον Χελτς που δεν υποφέρει την απραξία. Φτύνει και χαστουκίζει τους φρουρούς, και για τη συνείδηση χιλιάδων εργατών είναι το πρότυπο, ο άνθρωπος που αντιπροσωπεύει τα καλύτερά τους όνειρα, ο μεγάλος εκδικητής όλων των αδικιών.  Αποφυλακίζεται όμως 39 χρονών το 1928, και το κόμμα (KPD) χρησιμοποιεί τον μύθο του στον αγώνα του κατά των ναζιστικών οργανώσεων. Όταν όμως τον στέλνουν στη Ρωσία θάβεται ζωντανός, νιώθει ότι αρχίζει να τρελαίνεται, ενώ το αίτημα για επιστροφή στη Γερμανία δεν γίνεται δεκτό (για το KPD έχει φτάσει η στιγμή να τον τελειώσουν). Η ιστορία δεν έχει αποφασίσει ακόμα αν ήταν λενινιστής, αναρχικός, «επικίνδυνος τυχοδιώκτης», ή ανεύθυνος και προδότης…

ΚΙΝΑ
Ο αφηγητής εδώ είναι ο ίδιος ο ήρωας, ο Πενγκ Πάι, πρώιμος άγγελος της αγροτικής επανάστασης  το 1927, που έχει πολλές ομοιότητες με την επανάσταση του Μάο (1949): μεγάλωσα σε μια χώρα σε επανάσταση, στην οποία το φεουδαρχικό καθεστώς άλλαζε με αλματώδη βήματα στο πολιτικό πεδίο, αλλά διατηρούνταν στο οικονομικό, και είχε αγκιστρωθεί γερά στο παρελθόν μέσα από τα έθιμα.
Εγγονός φεουδάρχη, γρήγορα έρχεται σε σύγκρουση με την οικογένεια αρνούμενος να δέσει η γυναίκα του τα πόδια της, ενώ ως φοιτητής στο Τόκιο ήρθε κοντά με σοσιαλιστικές και αγροτικιστικές ομάδες. Όταν έγινε το Κίνημα της 4ης  Μαΐου 1919  στην Κίνα (Νέα Κίνα)  ήταν στο Τόκιο αλλά ήδη είχε ξυπνήσει μέσα του η επαναστατική φλόγα. Επιστρέφοντας στην Κίνα γράφεται στο ΚΚΚ με μυστική αποστολή να προωθήσει τον μαρξισμό στη Χαϊφένγκ και ως διευθυντής στο Γραφείο Εκπαίδευσης χρησιμοποιεί την εκπαίδευση ως εργαλείο για την επανάσταση. Στόχος της επανάστασης είναι κατά τη γνώμη του να εξαλειφθεί η αγροτική σκλαβιά (οι σοσιαλιστές δεν πίστευαν στους αγρότες) και ξεκινά έναν απίστευτα μοναχικό αγώνα (με τραγελαφικές περγραφές) για να συσπειρώσει τους χωρικούς (που διστάζουν να δραστηριοποιηθούν). Τέλος, με διάφορες ακτιβιστικές δράσεις κατάφερε να βρει τον κώδικα συνεννόησης και με βασικά αιτήματα τη μείωση των ενοικίων, τον αναδασμό της γης και την πάταξη της διαφθοράς ενεργοποιήθηκαν  όλο  περισσότεροι, ενώ σε αντιπαράσταση δημιουργήθηκε η Ένωση Γαιοκτημόνων (μιλιούνια κουρελιασμένων χωρικών άρχισαν να μπαίνουν στην πόλη και να συγκεντρώνονται στο κέντρο της. Πήρα το λόγο ανεβασμένος σ’ ένα κάρο με άχυρα. Στις αρχές του καλοκαιριού το κίνημα έχει περίπου 130.000 μέλη. Ιδρύεται μάλιστα και Ινστιτούτο εκπαίδευσης αγωνιστών για τους χωρικούς.
Στην Κίνα η πορεία της επανάστασης έχει πολλές ιδιαιτερότητες. Η Κουομιντάγκ (ΚΜΤ) χαρακτηρίζεται από «προοδευτικό εθνικισμό» ενώ η κοινή πεποίθηση είναι ότι η εθνική επανάσταση θα άνοιγε τι πόρτες της κοινωνικής επανάστασης. Στόχος είναι ο αγροτικισμός με τις εγγυήσεις μιας αστικής δημοκρατίας. Τα προβλήματα θεωρίας και τακτικής που εγείρονται είναι πολλά, όσο αφορά τον ρόλο των αγροτών. Ο Πενγκ Πάι τάσσεται με τα πιο ριζοσπαστικό κίνημα, καθώς οδεύουμε προς την αγροτική επανάσταση του 1927 (όπου πρωτοεμφανίζεται και ο Μάο Τσε Τουνγκ). Το ΚΜΤ αποδεικνύεται πολύ συντηρητικό κι έτσι η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα (χιλιάδες αγωνιστές πλήρωσαν με τη ζωή τους την αφέλεια του κόμματος). 9 μέρες διήρκεσε η κομμούνα στη Χαϊφένγκ, οι αγρότες με την καθοδήγηση του Πάι και του Μάο στράφηκαν κατά του ΚΜτ, δημιουργήθηκαν 14…σοβιέτ, και η δράση ξεπερνά τη θεωρία εφόσον προκύπτου ζητήματα όπως τι θα γίνει με την απαλλοτριωμένηγη (πρέπει να μοιραστεί ή να δουλευτεί από κοινού;), ποιοι έχουν προτεραιότητα κλπ κλπ. Όμως πολύ γρήγορα καταπνίγηκε όλη η προσπάθεια στο αίμα –η δίκη και τα βασανιστήρια οδηγούν στην εκτέλεση, του ανθρώπου που έλεγε
Ζεις γι αυτό για το οποίο πεθαίνεις.

ΙΤΑΛΙΑ
Υπερβολικά όμορφη για να είναι ψέμα είναι η ιστορία του Ιταλού Πιέρο Μαλαμπόκα, «κόκκινου διεθνιστή και βωμολόχου», αλλιώς Βρομόγλωσσου ή Βρομόστομου, για τον οποίο ο ίδιος ο Τάιμπο στην εισαγωγή λέει ότι ποτέ δεν κατάφερε να μάθει τι ήταν τελικά. Με αφηγητή τον υποτιθέμενο δισέγγονό του, ο συγγραφέας ψηλαφεί αυτήν την προσωπικότητα που έχει γίνει θρύλος για τις ευφυείς βρισιές που απηύθυνε συμμετέχοντας στο ιταλικό εκστρατευτικό σώμα στις Διεθνείς Ταξιαρχίες στον Ισπανικό εμφύλιο (ήταν ο πόλεμος των ελεύθερων εναντίον όλων των άλλων: τσιφλικάδων, σκοταδιστών, παπάδων, στρατηγών, επαγγελματιών στρατιωτών, των αεροπλάνων του Χίτλερ, των τεθωρακισμένων του Μουσολίνι, των φαλαγγιτών των Ρεκέτες), και συγκεκριμένα στη μάχη της Γκουανταλαχάρα.
Ο αφηγητής-δισέγγονος του Βρομόστομου τσαλαβουτά στις άναρχες πηγές, σημαντικότερη από τις οποίες είναι ο Εουσέμπιο Καράνσα που γνώρισε τον Βρομόστομο(ήταν από τους χαρισματικούς που μπορούν να βάλουν επίθετο-κλειδί στις αναμνήσεις, να πουν τη μεταφορά που σου μένει στο μυαλό για πολλά χρόνια και που εξηγεί όσα πολλά πράγματα). Με τον Καράνσα ως σημείο αναφοράς, Μιλά με πάθος για τον «πόλεμο των λέξεων» στην υπηρεσία της προπαγάνδας. Από τις δυο ντουντούκες στην οροφή τυ φορτηγού που παλιά διαφήμιζε ένα τσίρκο, ο Πιέρο εξαπολύει απίστευτους συνδυασμούς λέξεων καυστικών, χυδαίων, εύστοχων.
Υπήρξε ο Βρωμόστομος ή ήταν μία από τις καλοπροαίρετες επινοήσεις που με το πέρασμα του χρόνου δημιουργούνται μες στο μυαλό αυτού που ακούει κι αυτού που αφηγείται;

Ο Τάιμπο αναρωτιέται για τα όρια της Ιστορίας -με γιώτα κεφαλαίο- και του μύθου/θρύλου τονίζοντας ότι μέσα στα αφηγούμενα πολλές φορές διαβάζεις τον αφηγητή κι όχι αυτό που αφηγείται. Οι ίδιες οι ιστορίες ξεπερνούν τον αφηγητή, ουσιαστικά ανήκουν σ αυτό που ονομάζουμε «συλλογική μνήμη των λαών» (ποιος διάολος ενδιαφέρεται για την πραγματικότητα; Το ενδιαφέρον είναι η αίσθηση της πραγματικότητας). Προσπαθεί να εντάξει και το "συναίσθημα"μέσα στα αδιάψευστα, αντικειμενικά και τεκμηριωμένα γεγονότα, γιατί το συγκινησιακό στοιχείο δεν μπορεί να λείπει από την κινητήρια δύναμη της ιστορίας. Έτσι, οι 12 αρχάγγελοί του
αναζητούσαν την επανάσταση και πήγαν πολλές φορές μέχρι την κόλαση για να τη συναντήσουν. Ενώνονται από το πείσμα τους, από την πίστη τους στην προσπάθεια να αλλάξουν ριζικά τον κόσμο, αυτό το θαυμάσιο πείσμα τους.
 Χριστίνα Παπαγγελή



[1] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CE%BA%CF%8C: Ο Πορφίριο Ντίας ήταν ηγετική μορφή στην πολιτική ζωή της χώρας στο τέλος του 19ου αιώνα. Η περίοδος εξουσίας του σημαδεύτηκε από οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη αλλά και από κοινωνική ανισότητα και πολιτική καταστολή. Η αποτυχία να βρεθεί ο διάδοχός του στον προεδρικό θώκο και καταγγελίες για νοθεία στις εκλογές του 1910 οδήγησαν στην Μεξικανική Επανάστασητο 1910, αρχικά υπό την ηγεσία του πολιτικού αντιπάλου του Ντίας, Φρανσίσκο Μαδέρο. Ο Μαδέρο εξελέγη πρόεδρος, αλλά ανατράπηκε και δολοφονήθηκε το 1913 και η επανάσταση αναζωπυρώθηκε, και ο Πάντσο Βίγια και ο Εμιλιάνο Ζαπάτα σχημάτισαν τους δικούς τους στρατούς. Μια τρίτη δύναμη, ο συνταγματικός στρατός του Βενουστιάνο Καρράνσα κατάφερε να λήξει τον πόλεμο το 1920, τροποποιώντας το σύνταγμα του 1857. Υπολογίζεται ότι ο πόλεμος οδήγησε στο θάνατο 900.000 ανθρώπων σε σύνολο πληθυσμού 15 εκατομμυρίων το 1910.
Τον Καρράνσα διαδέχθηκε στην προεδρία ο Άλβαρο Ομπρεγόν και το 1924 ο Πλούταρκο Ελίας Κάγιες. Το 1929, ο Κάγιες ίδρυσε το Εθνικό Επαναστατικό Κόμμα (αργότερα Θεσμικό Επαναστατικό Κόμμα - PRI), το οποίο κυβέρνησε το Μεξικό μέχρι το 2000. Ανάμεσα στο 1940 και το 1980, το Μεξικό βίωσε περίοδο οικονομικής ανάπτυξης, αλλά οι κοινωνικές ανισότητες παρέμειναν. Επιπλέον, η εξουσία του PRI έγινε αυταρχικά και ακόμη και καταπιεστική. Το 1994, η οικονομία του Μεξικού κατέρρευσε, με αποτέλεσμα την αποστολή πακέτου βοηθείας από τον Αμερικανό πρόεδρο Μπιλ Κλίντον, αλλά μετά από μακροοικονομικές μεταρρυθμίσεις ανέκαμψε το 1999 είχε ρυθμό ανάπτυξης σχεδόν 7%. Το 2000, για πρώτη φορά μετά από 71 χρόνια, το PRI έχασε τις προεδρικές εκλογές, από το Κόμμα Εθνικής Δράσης και τον Βισέντε Φοξ. Το 2006 τον διαδέχθηκε ο Φελίπε Καλδερόν. Στις εκλογές του 2012, το PRI νίκησε πάλι και πρόεδρος ανακηρύχθηκε ο Ενρίκε Πένια Νιέτο
[2] αυτός που με λόγους, συνθήματα, καταγγελίες κλπ, ξεσηκώνει και κινητοποιεί τις μάζες να αναλάβουν δράση για τη διεκδίκηση πολιτικών ή κοινωνικών αιτημάτων
[3] Η φιλοσοφία και οι τακτικές της IWW χαρακτηρίζονται ως «επαναστατικός βιομηχανικό συνδικαλισμός»
[4] Τα πρώτα ψήγματα του αγώνα για ανεξαρτησία άρχισαν να φαίνονται στη δεκαετία του '50, οπότε ιδρύθηκε το PAIGC (Αφρικανικό Κόμμα για την Ανεξαρτησία της Γουινέας και του Πρασίνου Ακρωτηρίου), με πρόεδρο τον Αμίλκαρ Καμπράλ. Οι εθνικιστές του κόμματος αυτού κατάφεραν με τα όπλα να ανακτήσουν από τους Πορτογάλους σημαντικό μέρος από τα εδάφη της χώρας. Το 1973 ο Καμπράλ δολοφονήθηκε και παρά το γεγονός αυτό, ανακηρύχθηκε μονομερώς η ανεξαρτησία του κράτους.
[5]  Τον Ιούλιο του 1975 ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στις απελευθερωτικές οργανώσεις. Από τη μια πλευρά το MPLA και από την άλλη το FNLA (Εθνικό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Ανγκόλας) και η UNITA. Τον Οκτώβριο, στρατεύματα της Νότιας Αφρικής εισέβαλαν στην Αγκόλα για να βοηθήσουν τον συνασπισμό του FNLA και της UNITA. Το MPLA, από τη μεριά του, έκανε έκκληση για στρατιωτική βοήθεια και όπλα στην Κούβα και στην τότε Σοβιετική Ένωση.

Σάββατο, Μαΐου 19, 2018

Ιστορίες ανθρώπων, Βασίλη Διακοβασίλη


Δώδεκα ανθρώπινες ιστορίες, με αφετηρία τους τη σύγχρονη πραγματικότητα λίγο ως πολύ, ξετυλίγονται μέσα στο μικρό αυτό βιβλίο -αυτοέκδοση  του αγαπητού φίλου, συναδέλφου-εκπαιδευτικού και συν-αναγνώστη (στη Λέσχη Δράμας) Βασίλη Διακοβασίλη.  Δώδεκα διηγήματα στα οποία καταθέτει κομμάτια απ’ τον κόσμο τον δικό του και των ανθρώπων γύρω του, απ’ τον τόπο καταγωγής του (Κάρπαθο), από τη μεγάλη πόλη (Θεσσαλονίκη), απ΄ τη ζωή του εκπαιδευτικού.
Όταν η ζωή λοιπόν γίνεται διήγημα∙ μέσα στα οποία μπορεί να αναγνωρίσει κανείς και τον εαυτό του, όπως στα δύο όπου περιγράφεται ο διορισμός του δασκάλου στο Καστελόριζο[1], ή η ψυχολογία των αναπληρωτών εκπαιδευτικών την εποχή της κρίσης που κάθε χρονιά τοποθετούνται σε καινούρια σχολεία κουβαλώντας ολόκληρο νοικοκυριό[2]. Απολαμβάνουμε τη μοναδικότητα της Καρπάθου και γενικότερα των Δωδεκανήσων στην ελληνική ιστορία, που γνώρισαν και  -πρόσφατα μάλιστα- την ιταλική κατοχή (ενσωματώθηκαν στην Ελλάδα το 1947, ουσιαστικά εμφύλιο δεν έζησαν), την ιδιαίτερη πολιτική της εξέλιξη. Στο σήμερα αλλά και στο παρελθόν, όπως στο σύντομο, γουστόζικο  «Ένα καλοκαίρι kitsch», με τόσο γνώριμες εικόνες για όποιον έχει ζήσει τα καλοκαίρια στα τουριστικά νησιά τη δεκαετία του ’80. Η συνάντηση των ηρώων ξανά στο νησί των ερωτευμένων πριν από χρόνια, (τότε που ακόμα ζούσαν στο παρόν και ονειρεύονταν το μέλλον) στο διήγημα «Συνέχισε το δρόμο του!» και ο φευγαλέος έρωτάς τους στο σήμερα (τα σώματα και οι καρδιές να χορεύουν στο ρυθμό της νιότης τους), για να ξαναχαθούν οριστικά, ίσως δεν είναι κάτι τόσο συνηθισμένο. Αντίθετα, το «Ένα πικάπ με περίμενε στη γωνία», που περιγράφει τις κυριακάτικες εκδρομές στη θάλασσα με το αστραφτερό λεωφορείο που διέθετε και… πικάπ, πέρα από τη δραματική εξέλιξη παρουσιάζει και λαογραφικό ενδιαφέρον. 
Υπάρχουν όμως και ιστορίες εξαιρετικά ασυνήθιστες, απ’ αυτές που όταν τις διαβάζεις λες μέσα σου «πόση φαντασία έχει ο συγγραφέας», ιστορίες που, όπως μας διαβεβαίωσε ο συγγραφέας στη λέσχη, στην ουσία τους είναι εμπνευσμένες από πραγματικά γεγονότα (με απαραίτητες λογοτεχνικές παρεμβάσεις) και που επιβεβαιώνουν τον κανόνα ότι η πραγματικότητα ξεπερνά κάθε φαντασία. Πράγματι, είναι όχι απλώς ιστορίες  ανθρώπων, αλλά ανθρώπινες, όπου δηλαδή πρωταγωνιστεί η «ανθρωπινότητα», τα ιδιαίτερα πάθη των ανθρώπων που οδηγούν π.χ. έναν απ’ τους ήρωες να δουλεύει 40 (!) χρόνια στην ξενιτιά για να μπορέσει να παντρευτεί την πρώτη του αγάπη, στην κλειστή κοινωνία που ζητά απ' τον μέλλοντα σύζυγο να έχει οικονομική άνεση. Ή τον μοναχικό Περικλή, τον ήρωα του διηγήματος «Θε μου, η μητρική στοργή πού το βρήκε τόσο δηλητήριο;», που η «στοργή» της μάνας του, αλλά κυρίως η δική του αδυναμία να φύγει από τη μάνα, του χαντάκωσε όλη τη ζωή. Και στο διήγημα «Ο μόνος δρόμος» η ηρωίδα αγαπούσε τον τόπο της αλλά αυτός αντί να σε κάνει ελεύθερο, αντί να σου δίνει τη δύναμη να υψώνεσαι και να τον καμαρώνεις από ψηλά, σε κρατούσε κάτω, δεμένη σφιχτά, με αλυσίδες τους ίδιος τους ανθρώπους του. Η Μαρία, στις σπουδές της στη Θεσσαλονίκη, έρχεται σ επαφή μ’ άλλους κόσμους, άλλους ανθρώπους που έχουν άλλες ιστορικές μνήμες (εδώ ο συγγραφέας βρίσκει ευκαιρία να μας δώσει μια γεύση του εθνικού διχασμού στον εμφύλιο), που την οδηγούν στο να μεθοδεύσει την επανάστασή της (στη Θεσσαλονίκη η Μαρία ανέπνεε. Επιτέλους αισθανόταν ελεύθερη, παρά τη δικτατορία στην οποία ζούσαν).
Χαρακτηριστικό στοιχείο του ύφους είναι η απλότητα, οι συγκρατημένες συναισθηματικές πινελιές (Είμαι μόλις 22 χρόνων. Δεν έχω να πω κατι με τον εαυτό μου. Αυτό που θέλω είναι να γεμίσω την ψυχή μου με ζωή) και η συνοπτική αφήγηση∙ μεγάλες χρονικές περίοδοι  περιλαμβάνονται σε λίγες αράδες (με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που αυτό συνεπάγεται). Με λιγοστές εξαιρέσεις, τα διηγήματα (ειδικά της δεύτερης κατηγορίας) θα μπορούσαν ν’ αποτελέσουν τον σκελετό μιας νουβέλας ή ακόμα κι ενός μυθιστορήματος.
Ξεχωρίζει στη δομή αλλά και στο ύφος το δισέλιδο «Η ωραία εποχή», ένα ποιητικό σχέδιο ενηλικίωσης (σελήνη ολόγιομη και λαμπρή!... είσαι μόλις στα δεκάξι σου!), και το τελευταίο διήγημα του βιβλίου για το περιεχόμενο (το πρώτο που γράφτηκε, όπως μάθαμε απ’ τον συγγραφέα), που είναι εμπνευσμένο από μια μυθιστορηματική ηρωίδα, του βιβλίου του Θαραλούκι «Για εραστές και κλέφτες». Ο Διακοβασίλης συνεχίζει κατά το δοκούν την πλοκή με επίκεντρο την γοητευτική Ντολόρες, δίνοντας κατά τη γνώμη μου μια τραγική διάσταση (δεν θυμάμαι ακριβώς το ρόλο της Ντολορές στο αρχικό βιβλίο), ενώ ο τίτλος του διηγήματος «Μια συνηθισμένη ιστορία» έρχεται σε αντίθεση με το ασύνηθες περιεχόμενο.
Χριστίνα Παπαγγελή


[1] «Καστελόριζο, προ αεροδρομίου, προ Mediterraneo, προ διαγγέλματος Παπανδρέου»
[2] «Είναι κουτό, γιατρέ… ή μήπως δεν είναι και τόσο;»

Παρασκευή, Μαΐου 11, 2018

So long, Marianne, Κάρι Χεστχάμαρ


We met when we were almost young
Deep in the green lilac park
You held on to me like I was a crucifix
As we went kneeling through the dark
Oh, so long, Marianne
It's time that we began to laugh
And cry and cry and laugh about it all again

«Μαριάννε Ιλέν –Λέναρντ Κόεν: Μια ιστορία έρωτα» είναι ο υπότιτλος του βιβλίου, και δεν θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν δεν αφορούσε τον γνωστό και πολυαγαπημένο Λέναρντ Κόεν, που, ως γνωστόν, έζησε πολλά χρόνια στην Ύδρα (από το 1960 ως το 1967). Έτσι, βλέπουμε πώς το ελληνικό νησί έγινε τη δεκαετία του ΄60 πόλος έλξης για πολλούς καλλιτέχνες ευρωπαίους και Αμερικάνους, μια αποικία ξένων διανοούμενων που άλλαξε την τοπική κοινωνία.
Η αφήγηση περιστρέφεται βασικά γύρω από τη ζωή της Νορβηγίδας Μαριάννε Μιλέν που, μαζί με τον σύντροφό της, μετέπειτα Νορβηγό συγγραφέα Άξελ Γιένσεν, στην ηλικία των 22 και 25 χρονών αντίστοιχα (δηλ. το 1957) εγκατέλειψαν τη Νορβηγία για να ζήσουν «στο νότο» (το Όσλο του φαινόταν σαν παλιός, κολλημένος δίσκος). Παρορμητικός και φιλόδοξος ο Άξελ, ήπια και ανασφαλής η Μαριάννε,  ένα όμορφο ζευγάρι, αντισυμβατικό, κάνει πράξη το όραμα που μετέπειτα έθρεψε το κίνημα των παιδιών των λουλουδιών, του Μάη του ’68 κλπ: ελεύθερη ζωή, έρωτας, ταξίδια, φύση, τέχνη, αναζήτηση του εσωτερικού κόσμου, αναζήτηση της ελευθερίας. Η απόφαση να ζήσουν στην Ελλάδα προέκυψε κυρίως από την ανάγκη του Άξελ να γράφει απερίσπαστος, ενώ η χαμηλού προφίλ Μαριάννε ακολουθεί τον έρωτά της, παρά τις αντιρρήσεις των γονιών της (ο Άξελ οδηγούσε τη σχέση τους κι η Μαριάννε καταλάβαινε ότι, αν ήθελε να είναι μαζί του, τότε η συμβίωσή τους θα γινόταν ως επί το πλείστον με τους δικούς του όρους). Θυελλώδεις επιστολές έρωτα αλλά και «καθοδήγησης»  ωθούν τη Μαριάννε σ’ έναν δρόμο χειραφέτησης και αυτογνωσίας (θα μπορούσα να κάνω τα πάντα για σένα. Αλλά τη ζωη σου πρέπει να τη ζήσεις μόνη σου. Δεν μπορώ να τη ζήσω εγώ για σένα. Ούτε να δμιουργήσω εγώ για σένα. Όλα αυτά πρέπει να τα ανακαλύψεις μόνη σου. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι πραγματικά, στο βάθος είναι το καλύτερο για τον άλλο).
Η ελευθεριότητα με την οποία αντιμετωπίζει ο Άξελ όλες τις καταστάσεις τρομάζει την Μαριάννε, όπως και τον αναγνώστη. Φαίνεται εγωκεντρισμός και επιπολαιότητα να εγκαταλείπει τη Μαριάννε σε μια ξένη χώρα για μια άλλη γυναίκα, κι ακόμα περισσότερο όταν την παντρεύεται με χίλιες δυο υποσχέσεις, να την εγκαταλείπει ξανά μ’ ένα μικρό παιδί που ποτέ του δεν το πλησίασε (είναι; Ή μήπως είναι μια αντίληψη για την ελευθερία, που σπρώχνει τον άλλον στην αυτογνωσία;). Ακόμα περισσότερο αιφνιδιάζει τα ήθη όταν ζητά τη βοήθεια της Μαριάννε μετά το βαρύ τροχαίο ατύχημα της φιλενάδας του (και η Μαριάννε, που αγαπά τον Άξελ όσο τίποτα, ανταποκρίνεται).
Όμως η Μαριάννε ήδη είναι ερωτευμένη με τον Λέναρντ (η γνωριμία του Λέναρντ και της Μαριάννε ήταν σαν ένα αργό βαλς), που βρίσκεται πια εδώ και καιρό στην Ύδρα, μαζί μ’ έναν κύκλο νιόφερτων ξένων που είναι πια μόνιμοι κάτοικοι και δίνουν άλλο χρώμα στο νησί. Είναι μια δύσκολη περίοδος για τη Μαριάννε γιατί ψάχνει και κείνη την ταυτότητά της, έχοντας και τον μικρό Άξελ Γιόακιμ που, καθώς μεγαλώνει, έχει τις δικές του απαιτήσεις. Αναζητώντας τις ισορροπίες ανάμεσα στον πατέρα του παιδιού, το παιδί, τον Λέναρντ και τις προσωπικές της αναζητήσεις, πηγαινοέρχεται Νορβηγία, Ύδρα αλλά και στο Μόντρεαλ, την πατρίδα του Κοέν όπου κι εκείνος αναζητά την καλλιτεχνική του φυσιογνωμία.
Παρακολουθούμε τα πρώτα βήματα του Κοέν στο χώρο της τέχνης- δεν ήξερα προσωπικά ότι ξεκίνησε πάμφτωχος, ως συγγραφέας και ποιητής, ότι κυκλοφόρησαν ήδη δυο βιβλία του στα ελληνικά. Βλέπουμε να ξεδιπλώνεται η ευαισθησία του μέσα από το αρχείο της Μαριάννε (που πέθανε πρόπερσι), ή σε πρώιμα ή ανέκδοτα ποιήματα και τραγούδια. Ο Κοέν απογειώνεται με το τραγούδι  Suzanne (που ανακάλυψε η Τζούντι Κόλλινς)που σηματοδότησε όχι μόνο την αρχή μιας καριέρας, αλλά και το τέλος της μόνιμης παραμονής του στην Ύδρα, το 1967, εφόσον ήθελε να παρακολουθεί τις διεθνείς καλλιτεχνικές εξελίξεις. Η επαφή τουμε ονόματα όπως Τζάνις Τζόπλιν, Μπομπ Ντύλαν, Τζόνι Μίτσελ κλπ τον οδήγησε μακριά από την Ελλάδα, και τον απομάκρυνε οριστικά κι από τη Μαριάννε. Όμως το σπίτι του στην Ύδρα τον περίμενε για λίγες μέρες διακοπών μέχρι τον θάνατό του, το 2016, λίγους μήνες μετά τη Μαριάννε[1].
Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, το γνωστό αγαπημένο τραγούδι του, γραμμένο για τη Μαριάννε Ιλέν, παίρνει πιο γλυκόπικρη διάσταση
Γνωριστήκαμε όταν ήμασταν σχεδόν νέοι
Μέσα στο πασχαλιάτικο πράσινο πάρκο
Κρατήθηκες από πάνω μου σαν να ήμουν σταυρός
Όπως πηγαίναμε να γονατίσουμε στο σκοτάδι
(…)
 Γιατί τώρα χρειάζομαι την κρυμμένη σου αγάπη
Και είμαι παγωμένος σαν λεπίδα ξυραφιού καινούρια
Με άφησες όταν σου είπα ότι είμαι παράξενος
Ποτέ δεν είπα ότι ήμουν γενναίος

Τώρα αντίο Μάριαν, πάει καιρός που ξεκινήσαμε
να γελάμε και να κλαίμε και να κλαίμε και να γελάμε για τα πάντα πάλι
 Χριστίνα Παπαγγελή



[1]  Cohen wrote to her shortly before her death, saying: "Know that I am so close behind you that if you stretch out your hand, I think you can reach mine... Goodbye old friend. Endless love, see you down the road."[6] He died three months later, on November 7.