Παρασκευή, Φεβρουαρίου 03, 2023

Οι χώρες της επαγγελίας, Jean-Michel Guenassia

     Διαπίστωσα πόσο δύσκολο είναι να περιγράψει κανείς την πραγματικότητα: νομίζεις ότι την πλησιάζεις, προσπαθείς να ταιριάξεις τις λέξεις με ό, τι έζησες, πασχίζεις να ομορφύνεις το πορτρέτο, αλλά, όσο επιμένεις, τόσο κατασκευάζεις ένα κυβιστικό παραμύθι, με την δυσάρεστη εντύπωση ότι πρόδωσες την αλήθεια και ότι είσαι ανίκανος να ανασυστήσεις το παρελθόν.
     Με λαχτάρα διαβάζει ο αναγνώστης το βιβλίο αυτό του Γκενασιά, μια και γνωρίζει ότι θα συναντήσει τους ήρωες από το αγαπημένο βιβλίο «Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων» (Γαλλία 1959-1964), και βασικά τον έφηβο (12 χρονο αρχικά) Μισέλ[1] που τον αφήσαμε μαθητή δεκαεπτά χρονών, και τον μεγαλύτερο κατά επτά χρόνια αδερφό του, τον φοιτητή και στρατευμένο κομμουνιστή, Φρανκ[2]. Γύρω απ’ αυτά τα κεντρικά πρόσωπα περιστρέφονται κι άλλοι σημαντικοί χαρακτήρες, των οποίων παρακολουθούμε την εξέλιξη, καθώς μικρές ενότητες εναλλάσσονται, με τον φακό να φωτίζει μια τον έναν και μια τον άλλον. Κυρίως όμως θα λέγαμε ότι πρωταγωνιστεί ο 20ός αιώνας στο δεύτερο μισό του, στη Γαλλία και όχι μόνο, με τις ιδεολογικές αντιθέσεις, τη δυναμική νεολαία που οδήγησε στον Μάη του ’68, τα όνειρα για έναν καλύτερο κόσμο και την πίστη ότι αυτός ο κόσμος είναι εφικτός. Έτσι, ακολουθώντας τα βασικά πρόσωπα, βλέπουμε κάποιες από τις «χώρες της επαγγελίας», χώρες που αναδιοργανώνονταν με βάση τις νέες ελπιδοφόρες μεταπολεμικές αξίες: την Αλγερία (5 Ιουλίου 1962 ανακηρύχτηκε ανεξάρτητη), το νεοσύστατο Ισραήλ με τα κιμπούτς, την Τσεχοσλοβακία που  την άνοιξη του 1968 επαγγελλόταν έναν «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο», ακόμα και την Σοβιετική Ένωση, που επί Χρουστσόφ και Γκορμπατσόφ προχώρησε σ ένα πιο ήπιο αποσταλινοποιημένο καθεστώς.
     Ο Μισέλ και ο Φρανκ, ο ένας βασικά από τον καλλιτεχνικό χώρο κι ο άλλος από τον πολιτικό (που ασφαλώς συμπλέκονται μεταξύ τους), λειτουργούν σαν δυο πόλοι όπου γύρω τους περιστρέφονται ποικίλες, μοναδικές και σημαντικές προσωπικότητες, έτσι ώστε το αποτέλεσμα είναι μια πολυσύνθετη αναπαράσταση του παλμού της εποχής. Παρόλο που απέχουν μεταξύ τους επτά χρόνια και παρόλο που ο Φρανκ εξαφανίστηκε από την οικογένεια (και τη Γαλλία) χωρίς σημάδι ζωής από το 1962 για σαράντα (!) χρόνια, οι δύο αδερφοί έχουν διαφορετκό χαρακτήρα (πιο συναισθηματικός ο Μισέλ, πιο δογματικός ο Φρανκ), αρκετές ομοιότητες (τυχοδιωκτικοί, ασυμβίβαστοι), αλλά σχετικά παράλληλες πορείες: σύγκρουση με την οικογένεια και βασικά με την αντιδραστική μάνα, η οποία έδιωξε τον Φρανκ λόγω πολιτικών πεποιθήσεων (τον αντιμετώπιζε σαν ταξικό εχθρό, σαν να ένιωθε προσωπικά θιγμένη από τα ιδεολογιστικά λογύδρια του μεγάλου της γιου), ενώ ο Μισέλ γεμάτος θυμό και μίσος ακριβώς για τον ίδιο λόγο έφυγε απ’ το σπίτι. Και οι δυο αναζητούν απελπισμένα μια γυναίκα, ο Φρανκ στην Αλγερία την Τζαμίλα και ο Μισέλ την Καμίγ στο Ισραήλ, ενώ αρκετά και οι δυο αργότερα υιοθετούν, και ο ένας και ο άλλος, από ένα παιδί που δεν είναι δικό τους. Βέβαια, στα 40 χρόνια που μεσολαβούν μέχρι να ξανανταμώσουν, πολλά πράγματα αλλάζουν, και οι ίδιοι μεταστρέφονται πολλές φορές, ωστόσο παραμένουν κι οι δυο ανήσυχα πνεύματα, με έντονη δράση και συμμετοχή στην πρώτη γραμμή των ιστορικών γεγονότων.
     Είναι η εποχή της ανασυγκρότησης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μέσα στο ψυχροπολεμικό κλίμα που ακολούθησε, η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, η ανεξαρτησία της Αλγερίας, η άνοιξη της Πράγας, ο Μάης του ’68, η σταδιακή αποσταλινοποίηση, η κατάρρευση του τείχους του Βερολίνου ήταν ιστορικοί σταθμοί που έφεραν ανακατατάξεις, και μαζί μ’ αυτές ελπίδες για έναν καλύτερο κόσμο. Σ΄αυτό το πλαίσιο ανδρώθηκαν οι ήρωες και οι ηρωίδες μας. Δεν είναι τυχαίο ότι και ο Φρανκ και ο Μισέλ, με πολλές δυσκολίες, βρήκαν τον δρόμο τους και δούλεψαν για πολλά χρόνια, ο ένας στην Αλγερία και ο δεύτερος στο Ισραήλ. Δυο «χώρες της επαγγελίας» όπως υπαγορεύει ο τίτλος, χώρος όπου θα μπορούσαν να εφαρμοστούν τα ιδεώδη της ισότητας και της ελευθερίας. Μ’ ένα ευρύ πνεύμα θα μπορούσαμε να περιλάβουμε και την Ρωσία του Γκορμπατσόφ, όπου έζησε ο Φρανκ την περίοδο του Γκορμπατσόφ, αλλά και την Τσεχοσλοβακία, εφόσον υπάρχουν αρκετές εκτεταμένες αναφορές στη δυσφορία κάποιων ηρώων με το κομμουνιστικό καθεστώς (Έλενα, Πάβελ) και στην καταδικασμένη προσπάθεια του Ντούμπτσεκ να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα φιλελευθεροποίησης και εκδημοκρατισμού στη χώρα (άνοιξη του 1968).
     Πρόκειται επομένως για ένα πολυσύνθετο μυθιστόρημα, με πολλές παράλληλες ιστορίες και πολλή Ιστορία, με αντιθέσεις, συγκρούσεις κι έντονα συναισθήματα καθώς η παραστατική γραφή του Γκενασιά δεν αναφέρει απλώς αλλά «ζωντανεύει» γεγονότα με θεατρικό/κινηματογραφικό τρόπο.
     Συνδετικό στοιχείο στις διάφορες ιστορίες είναι το «τετράφυλλο τριφύλλι», ένα είδος «φυλαχτού» που αλλάζει χέρια και διατρέχει όλες σχεδόν τις ιστορίες. Το «γούρι» αυτό το βρήκε ο πατέρας των δύο αγοριών, ο Πωλ, την πρώτη κρύα του μέρα στο στάλαγκ (στρατόπεδο αιχμαλώτων της Ναζιστικής Γερμανίας) και θεώρησε ότι τον προφύλαξε απ’ τα δεινά του πολέμου και τον βοήθησε να επιστρέψει ζωντανός. Το έδωσε στον Μισέλ, με τη σειρά του εκείνος στην Σεσίλ, στον Ιγκόρ, και ξανά στον πατέρα, ο οποίος αυτή τη φορά το έδωσε στον Φρανκ. Ωστόσο, επειδή σκέφτηκε πως πάντα χρειαζόταν να σπρώξεις ελαφρώς την τύχη σου, έφτιαξε παιγνιωδώς κι άλλο ένα, ένα ψεύτικο (ήταν μια ανόητη ιδέα, φυσικά. Ένα ψεύτικο τετράφυλλο τριφύλλι δεν μπορεί να κάνει τη δουλειά του, όλοι το ξέρουν αυτό/σκέφτηκε ότι η επίδραση του τετράφυλλου τριφυλλιού δεν εξαρτιόταν από το αν ήταν αληθινό ή ψεύτικο, αλλά από το αν είχε τέσσερα φύλλα (!)). Η ουσία είναι ότι τα τριφύλλια αυτά ταξίδεψαν σε πολλά χέρια, που τα φύλαγαν οι κάτοχοί τους μεαγάπη και σεβασμό, και μετά από πολλές σπείρες έγινα το σημάδι αναγνώρισης των δύο αδερφών.
 
(Σημείωση: Ζητώ συγνώμη για το μέγεθος της ανάρτησης, και για την αδυναμία μου να αποφύγω ένα είδος «περίληψης» του περιεχομένου. Η πολυδιάστατη αφήγηση και η επιθυμία μου να καταγράψω ό, τι θα ήθελα να θυμάμαι, με ανάγκασε στην συνοπτική απόδοση του περιεχομένου, πράγμα που συνήθως το αποφεύγω. Όποιος αναγνώστης επιθυμεί, μπορεί να σταματήσει εδώ).

Μισέλ
Γιατί είμαστε τόσο αβέβαιοι όσο αφορά το μέλλον μας,
γνωρίζοντας πολύ καλά τι δεν θέλουμε να κάνουμε,
μα ποτέ τι θέλουμε να κάνουμε στη ζωή μας;
     Ο έφηβος Μισέλ, που στο προηγούμενο βιβλίο τον είδαμε επί πέντε χρόνια να μπαινοβγαίνει στην σκακιστική Λέσχη «Balto» με τους εμιγκρέδες-πολιτικούς εξόριστους- έχει σχεδόν υποκαταστήσει την προβληματική του οικογένεια με τις αρράγιστες φιλίες που είχαν κτιστεί εκεί: ο Ίγκορ,[3] ο Σάσα[4] (ο αδερφός του Ίγκορ, ο Βέρνερ, ο Λεονίντ[5] κ.α. είναι πρόσωπα που εξακολουθούν να επηρεάζουν αποφασιστικά τον ψυχισμό του, και που συντέλεσαν σε μια πρώιμη ωρίμανση και στη συγκρότηση μιας πολύ ιδιαίτερης κοινωνικής ευαισθησίας.
     Θα έλεγε κανείς ότι η βασική οπτική γωνία είναι του Μισέλ, άλλωστε είναι ο μόνος που μιλάει σε α΄ενικό. Έτσι, με μια σχετική αμεσότητα, εκφράζει όχι μόνο τα συναισθήματά του αλλά και την αντίληψή του για τον ίδιο του τον χαρακτήρα, καθώς ενηλικιώνεται. Μετά την εξαφάνιση του Φρανκ -που εγκατέλειψε όχι μόνο την οικογένεια αλλά και την Σεσίλ-, βρίσκεται σε μεγάλο σταυροδρόμι, που τον κάνει να έχει μια πορεία ζιγκ ζαγκ: νιώθει ότι μισεί τη μάνα του (είχα την εντύπωση ότι ήμουν ορφανός. Χωρίς τον πόνο. Έχοντας κληρονομήσει τη μνησικακία της, δεν είχα καμία πρόθεση να κάνω το πρώτο βήμα), του λείπει η φιλενάδα του, η Εβραία Καμίγ (που έφυγε στο Ισραήλ με τους δικούς της), νοσταλγεί την Σεσίλ -την εγκαταλελειμμένη από τον Φρανκ ερωμένη, πενθεί τον αδερφό τής Σεσίλ τον Πιερ (που σκοτώθηκε στην Αλγερία), ενώ διαβάζει με πάθος Λατινικά για προαγωγικές εξετάσεις.
     Ωστόσο χάνει τη μέρα των εξετάσεων «λόγω ενός ολέθριου τηλεφωνήματος» (συνέλαβαν τον Ιγκόρ με την κατηγορία ότι σκότωσε τον Σάσα, τον αδερφό του) και γράφεται στη Γαλλική φιλολογία. Γρήγορα όμως πλήττει θανάσιμα (Πώς μπορεί να καθίσταται ανιαρό κάτι τόσο όμορφο; Δολοφονούμε τον Σαιν Σιμόν. Δεν είναι μόνο η εκφορά του λόγου (του καθηγητή) μονότονη, αλλά και τα περιεχόμενο της αφήγησης κουραστικό και άγευστο. Για μένα το διάβασμα είναι η ενσάρκωση της ζωής, όπως το φαγητό ή η αναπνοή, κάτι απολύτως απαραίτητο για την ύπαρξη, ωστόσο έχω την εντύπωση πως παρακολουθώ κάθε μέρα ένα μάθημα λογοτεχνικής μουμιοποίησης το οποίο παραδίδει ένας νεκροθάφτης/Πρέπει να σου αρέσει τρομερά η λογοτεχνία για να μην την σιχαθείς).
     Στο δεύτερο έτος λοιπόν, αρχίζει πάλι απ’ το μηδέν. Έχει καινούργια φιλαράκια, την απερίσκεπτη Λουίζ (Δεν πειράζει να πεθάνεις, σημασία έχει να ζήσεις), και τον Τζίμυ, ηθοποιό ανερχόμενο, που μαζί δεν κάνουνε και χώρια δεν μπορούνε –ενδιαφέρουσες περιπτώσεις κι οι δυο, οι ιστορίες των οποίων περιλαμβάνονται σε θραύσματα στην αφήγηση του Μισέλ. Ο τελευταίος μένει με τον πατέρα και τη φιλενάδα του Μαρί και γυρεύει τρόπο και χρήματα να βρει την Καμίγ, δηλαδή να πάει στο Ισραήλ (νέα σύγκρουση με οικογένεια, καθότι χρειάζεται υπογραφή κηδεμόνα). Αποφασίζει να δεχτεί να εργαστεί στη νεοσύστατη επιχείρηση-μαμούθ του πατέρα του μετά από ταχύρρυθμη εκπαίδευση, αλλά γρήγορα βγαίνουν στην επιφάνεια και οι αντιθέσεις με το πατρικό πρότυπο: ο πατέρας μου ήταν μιας άλλης εποχής άνθρωπος, είχε πάρει μέρος στον πόλεμο, διακατεχόταν από μια παράφορη επιθυμία να ζήσει καλύτερα, ήταν βαθύτατα πεπεισμένος ότι η αγορά μιας τηλεόρασης ή ενός πλυντηρίου αποτελούσε καθοριστικό βήμα προς την ευτυχία. Εγώ ήμουν πεπεισμένος για το αντίθετο: οφείλαμε να αντισταθούμε σε κείνο το ευτελές σύμπαν.
     Ο Μισέλ καθώς ενηλικιώνεται πια, αφού βεβαιώνεται για το τι δεν θέλει στη ζωή του, βρίσκει επιτέλους τι θέλει. Ο δρόμος από την άρνηση στην κατάφαση δεν είναι εύκολος… κι εκείνος μ’ όλην του την ψυχή θέλει πρωταρχικά να πάει στο Ισραήλ, να βρει την Καμίγ. Με τον Ίγκορ και τον Λεονίντ (ο πρώτος για να δουλέψει ως γιατρός και ο δεύτερος ως… πιλότος) καταφέρνουν να ταξιδέψουν εντέλει στην «Γη της επαγγελίας», πλανιέται επί βδομάδες αναζητώντας με διάφορες περιπέτειες την Καμίγ σε διάφορα κιμπούτς (όταν σκεφτόμουν την Καμίγ, ένιωθα το κορμί μου να παραλύει, η θερμοκρασία μου ανέβαινε, με έπιανε ένα ελαφρύ άγχος, αγνοούσα αν εκείνη είχε την ίδια εντύπωση για μένα), για να ανακαλύψει τον πατέρα της στο απομακρυσμένο Σαάρ Χαγκολάν και να μάθει ότι η Καμίγ βρίσκεται στο Τελ Αβίβ. Η συνάντησή του μαζί της, όταν πια εκείνος είχε αποφασίσει να γυρίσει στο Παρίσι και να κάνει την… αυτοκριτική του, περνάει από πολλά σπαραξικάρδια κύματα, πολλά «μεγάλα λόγια» («Δεν είμαι η Πηνελόπη», «θέλω να ζήσω, να διασκεδάσω, να ταξιδέψω, να πάω στις ΗΠΑ, δεν θέλω να παντρευτώ, θέλω να είμαι ελεύθερη κλπ κλπ», «είμαι ακόμα ερωτευμένη μαζί σου» ενώ ο άμοιρος Μισέλ δηλώνει ότι τα έχει χαμένα με τούτο το "ερωτικό γρονθοκόπημα".
     Το επεισοδιακό ταξίδι επιστροφής στο Παρίσι, μαζί με την Καμίγ, θέτει όχι μόνο τη σχέση τους σε δοκιμασία αλλά ανοίγει καινούργιους ορίζοντες στον Μισέλ: η καταιγίδα που ταρακουνούσε το σαπιοκάραβο τούς βγάζει στο Λιβόρνο, κι ενώ η Καμίγ τον εγκαταλείπει ταλαιπωρημένη κι εξοργισμένη για το Παρίσι, εκείνος αποφασίζει να παραμείνει και να επισκεφτεί, για τουριστικούς/καλλιτεχνικούς λόγους, την Φλωρεντία. Είναι αρχές Νοεμβρίου του 1966, μέρες που έχουν μείνει στην ιστορία της πόλης[6]λόγω των τρομακτικών καταστροφών από κατακλυσμό και υπερχείλιση του Άρνου. Είναι τόσο κολοσσιαία και ισοπεδωτική αυτή η πλημμύρα, που όλοι πιστεύουν ότι έχει συντελεστεί η Αποκάλυψη! Οι μοναδικές φωτογραφίες που βγάζει ο Μισέλ με την θρυλική Leica του φίλου του Σοβιετικού φωτογράφου Σάσα (γνωστός φωτογράφος στο κύκλωμα), τον κάνουν διάσημο και… επιτέλους ο Μισέλ βρίσκει τον προορισμό του (δεν επέλεξα, ούτε αποφάσισα τίποτα, το έπραξε η μοίρα αντί για μένα). Ο Φιλίπ Μορζ, κάτοχος φωτογραφικού πρακτορείου, δρομολογεί από δω και μπρος την επαγγελματική πορεία του Μισέλ (δεν έκανα τίποτα σπουδαίο, απλώς βρέθηκα στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή και προσπάθησα ν’ αποτυπώσω όσο μπορούσα καλύτερα την ένταση του δράματος). Το νέο του επάγγελμα τον φέρνει πολλές φορές σε αμηχανία (π.χ. μισεί τον Κλο Κλο που του αναθέτουν να φωτογραφίσει), αλλά αναλαμβάνει και ρεπορτάζ δύσκολα που τον ευαισθητοποιούν, όπως για τους ανθρακωρύχους της περιοχής της Λανς.
     Το ξανασμίξιμο με την Καμίγ είναι όχι μόνο αβίαστο (χρειάστηκαν όλα πέντε δευτερόλεπτα για να ξαναβρούμε την σύμπνοιά μας) αλλά ο έρωτας («σχηματίσαμε ένα και μοναδικό ον») αποκτά και διάρκεια, ενώ η μοίρα τους φέρνει σχεδόν στην πόρτα τους την Άννα, την κόρη του Φρανκ και της Σεσίλ (ο εξαφανισμένος Φρανκ δεν έχει ιδέα), την οποία και μεγαλώνουν σαν δικό τους παιδί.
Οι «αθεράπευτα αισιόδοξοι»
     Μέσω αυτής της τεθλασμένης πορείας του Μισέλ, παρακολουθούμε με αμείωτο ενδιαφέρον και την εξίσου δαιδαλώδη πορεία κάποιων από τους «αθεράπευτα αισιόδοξους», τους εξόριστους εμιγκρέδες του σοσιαλισμού. Τον Βέρνερ[7] που υπερασπίζεται τον Ίγκορ μέχρι τελικής πτώσεως, τον Λεονίντ που αγωνίζεται να μπει στην EL Al Airlines και παρότι μη Εβραίος στρέφεται στον ιουδαϊσμό, αλλά κυρίως την τραγική περίπτωση του Ίγκορ που είναι φυλακισμένος με την κατηγορία ότι σκότωσε τον αδερφό του Σάσα (ο αδερφός του, συνταγματάρχης των μυστικών υπηρεσιών στην ΕΣΣΔ και μετέπειτα αυτοεξόριστος, θαμώνας της Λέσχης αυτοκτόνησε αφήνοντας ένα σημείωμα στον μοναδικό φίλο που τον αποδεχόταν, τον Μισέλ). Το μεγάλο μυστικό του Σάσα -ότι ήταν άνθρωπος της KGΒ- τον είχε κάνει μισητό στους υπόλοιπους και δή στον Ίγκορ, αν και ο αθώος έφηβος Μισέλ (μέχρι που διαλύθηκε η λέσχη, δεν ήξερε ότι ο Ίγκορ ήταν αδερφός του Σάσα) τον εκτιμά πολύ και ως φωτογράφο, σ΄αυτόν άλλωστε οφείλει την αγάπη του στην φωτογραφική τέχνη.
     Όπως μας λέει ο Μισέλ, απέναντι στον Σάσα ο Ίγκορ στάθηκε ανυποχώρητος, ανίκανος να του συγχωρήσει το γεγονός ότι υπήρξε ένας ανελέητος κομμουνιστής στην ΕΣΣΔ, ότι παραποίησε χιλιάδες φωτογραφίες και εξαφάνισε έτσι χιλιάδες ανθρώπους από προσώπου γης. Εκ των υστέρων ο Ίγκορ κατηγορείται για φόνο, νιώθει ηθικά υπεύθυνος και ένοχος, και ζητά εξιλέωση μέσω της ποινής του. Ο Μισέλ με τον Βέρνερ κάνουν υπεράνθρωπες προσπάθειες (και 20.000 φράγκα προκαταβολή!) για να τον απαλλάξουν, τονίζοντάς του τη λεπτή διαφορά μεταξύ ευθύνης και ενοχής, κι ότι δεν γίνεται να είμαστε ένοχοι για πράγματα που δεν διαπράξαμε. Όταν μετά από πολλές «άγρυπνες νύχτες που πέρασε ξαναβλέποντας την ταινία της ζωής του και τελικά απελευθερώθηκε από τον θυμό που τον έπνιγε για πάνω από δώδεκα χρόνια» ελευθερώνεται, αποφασίζει να πάει με τον Μισέλ στο Ισραήλ για να εξασκήσει την ιατρική σε μια χώρα όπου δεν υπάρχουν ακόμα πολλές ειδικότητες.
     Κι από κει και πέρα βλέπουμε να ξεδιπλώνεται μια απίστευτη οδύσσεια, που την παρακολουθούμε μέχρι τέλους. Ο μεγάλος καημός του Ίγκορ να γυρίσει στην οικογένειά του, στην Σοβιετική Ένωση, την Ναντέζντα και τα δυο παιδιά, που τους εγκατέλειψε βίαια το 1952 (μετά από προειδοποίηση ότι διώκεται για εσχάτη προδοσία- εποχή μεγάλων διώξεων, «εκκαθαρίσεις της λευκής μπλούζας» ή «συνωμοσία των γιατρών» που έστησε ο Στάλιν), περνά από σαράντα κύματα: μετά από πρακτική σε νοσοκομείο της Χάιφα προκειμένου να αναγνωριστεί το ρωσικό του πτυχίο στην ιατρική, και την βαθιά εκτίμηση συναδέλφων του λόγω της τρομακτικής του εμπειρίας στην ΕΣΣΔ στο παρελθόν, του προτείνουν απ’ το νοσοκομείο να πάει σε μυστική αποστολή στην Σοβιετική Ένωση, να στρατολογήσει τους εκεί Εβραίους για να επιστρέψουν και να στελεχώσουν το νεοσύστατο Ισραήλ, την «Γη της Επαγγελίας» (!!!). Θα πάει ως ιατρός Ισραηλινός πολίτης με επαγγελματική βίζα για να παραδώσει προηγμένο ιατρικό εξοπλισμό «στο πλαίσιο μιας συμφωνίας συνεργασίας με τα ρωσικά νοσοκομεία». Η αρχική άρνηση έγινε κατάφαση, προκειμένου να ξαναδεί έστω για λίγο τους δικούς του, κι έτσι αρχίζει μια τρελή περιπέτεια: μετά από εκπαίδευση -κινηματογραφικού στυλ- οκτώ εβδομάδων, με το όνομα Αντρέι Αλτμάν εμφανίζεται στο σοβιετικό νοσοκομείο για να επιδείξει έναν… διασονογράφο (μηχάνημα υπερήχων)! Το σχέδιο προχωράει, αλλά παρόλο που φαλτσάρει και τον ειδοποιούν ότι κινδυνεύει, ρισκάρει για να συναντήσει τη Ναντέζντα, ενώ τα παιδιά του δεν θέλουν πια να τον δουν (σήμερα είσαι για μένα ένας ξένος. Και για τα παιδιά επίσης, δεν θα έπρεπε να έχεις επιστρέψει ποτέ. Τι νόμιζες; Ότι θα πετούσαμε από τη χαρά μας; Ότι θα ξαναρχίζαμε τη ζωή μας από την αρχή;. το ξέραμε πως κατάφερες να το σκάσεις. Και μπράβο σου. Εγώ κατάφερα να μην σε σκέφτομαι πια).
     Σύντομα ο Ίγκορ συλλαμβάνεται (εμείς οι αναγνώστες μαθαίνουμε ότι τον κατέδωσε εικοσάχρονος ο γιος του, Πιερ) και τον ρίχνουν βαριά άρρωστο, με συμπτώματα σηψαιμίας, στις θρυλικές φυλακές Κρέστυ. Σωτήρας του αναδεικνύεται ο γιος του Σάσα, ο ανιψιός του Βίκτορ, άνθρωπος του συστήματος (KGB), που δεν έχει γνωρίσει όμως τον πατέρα του. Στις ατέλειωτες μέρες που ακολούθησαν την δύσκολη ανάρρωσή του, ο Ίγκορ συνειδητοποιεί ότι δεν είχε σημασία που η αντάμωσή τους δεν στέφθηκε με επιτυχία χάρηκε που έμαθε ότι η γυναίκα του και τα παιδιά του ήταν ζωντανοί/δεν καταδίκαζε την κίνηση του Πιότρ, δεν ήταν θυμωμένος μαζί του, τον εαυτό του κατηγορούσε, θα έπρεπε να έχει υπόψη του ότι, σε τούτη τη χώρα, η κατάδοση συγκαταλεγόταν στα αναγκαία μέσα επιβίωσης. Το πιο τραγικό και μεγαλειώδες είναι ότι, όταν του δίνει την ευκαιρία ο Βίκτωρ να τον φυγαδεύσει, εκείνος αρνείται: Θα μείνω εδώ. Είμαι Ρώσος. Είναι η πατρίδα μου, δεν θα ξαναφύγω.
     Το τίμημα ήταν τέσσερα χρόνια φυλακή. Η επανένταξη του Ίγκορ στην κανονική ζωή με μια άλλη γυναίκα που γνώρισε και αγάπησε, η προσαρμογή σε μια διαφορετική Σοβιετική ένωση απ΄ αυτήν που έζησε (μιλάς για μια εποχή που έχει πια περάσει, η πολιτική του κράτους άλλαξε, ο εχθρός μας σήμερα είναι η διαφθορά και η μαύρη αγορά), και η σχέση του όχι μόνο με την Λουντμίλα (την κόρη του) που τον αποδέχτηκε, αλλά με τον καταδότη γιο του, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον (κατανοώ απολύτως ότι πληγώθηκε με την αναχώρησή μου, ήταν πολύ μικρός ακόμη, πες του ότι τον αγαπάω, ότι θα είναι για πάντα γιος μου και ότι θα χαιρόμουν αφάνταστα να τον ξαναδώ). Ο συγγραφέας μας παρουσιάζει αρκετά αναλυτικά αυτές τις παράλληλες ιστορίες, και τέλος ρίχνει τον φακό του στην εσωτερική σύγκρουση του Πιοτρ, που αισθάνεται όπως θα έπρεπε να αισθάνεται κι ο Οιδίποδας όταν έβγαλε τα μάτια του.
Φρανκ και Σεσίλ
Ήταν ανέκαθεν ιδεαλιστής,
ένα παιδί που ονειρευόταν έναν καλύτερο κόσμο
και ήθελε πάντα να βοηθάει τους φτωχούς

     Μπορεί ο Φρανκ να μην παρουσιάζεται με πρωτοπρόσωπη αφήγηση, μπορεί να κυριαρχεί η οπτική γωνία του Μισέλ (ακόμα και στην έκταση των αφηγήσεων), αλλά εξίσου έντονη και συναρπαστική είναι η προσωπικότητα του Φρανκ. Πιο απόλυτος, δογματικός, ιδεολόγος, «αδιάλλακτος κομμουνιστής» και ανελέητος σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και προς τον εαυτό του, είναι ο ήρωας με τις μεγαλύτερες και πιο ακραίες αντιθέσεις στον βίο του. Μια γεύση που την είχαμε και στο προηγούμενο βιβλίο…
     Έχοντας ρητά εκφραστεί από μικρό παιδί ότι «αυτό που θέλει να κάνει στη ζωή του είναι επανάσταση», θαυμαστής του πατέρα ντε Φουκώ (εκείνον τον καλόγερο-στρατιώτη που είχε αφιερώσει τη ζωή του σ’ έναν σκοπό μεγαλύτερον από τον ίδιο!) και με παιδική θητεία ως …παπαδοπαίδι, αποφάσισε από φοιτητής ακόμα να είναι ένας γνήσιος κομμουνιστής που δεν θα έκανε ποτέ εκπτώσεις απ’ τις αρχές του, ότι η ηθική του θα ήταν άτεγκτη. Εξαφανίστηκε από την Γαλλία χωρίς κανένα ίχνος το 1962, ανεπιθύμητος από την δεξιάς ιδεολογίας μάνα, στην Ολλανδία πρώτα, με όνειρο να πάει στην Κούβα ενώ στη συνέχεια καταφεύγει στην Αλγερία, ως λιποτάκτης, προγραμμένος χωρίς περίπτωση να αμνηστευθεί εφόσον κατά λάθος σκότωσε έναν… Γάλλο αξιωματικό! Έχοντας βαθιά σημαδευτεί από μια έγκυο που μπροστά στα μάτια του αυτοκτόνησε στις γραμμές του μετρό, ψάχνει κι αυτός απεγνωσμένα την Τζαμίλα, μια νεαρή Αλγερινή που έχει στην κοιλιά της το δικό του παιδί, εγκαταλείποντας την Σεσίλ (που είδαμε στο πρώτο βιβλίο) και που εξακολουθεί να είναι σφοδρά ερωτευμένη (Ο Φρανκ, λέει ο Μισέλ, δεν σκέφτηκε ποτέ ότι επιλέγοντας την Τζαμίλα είχε απαρνηθεί την Σεσίλ, το θεωρούσε αποτέλεσμα της πολιτικής του συνειδητοποίησης, διότι γι’ αυτόν ο κομμουνισμός ήταν ηθική. (…) Στην αποβάθρα του αιματοβαμμένου μετρό, ο Φρανκ εγκατέλειψε την Σεσίλ σ’ ένα δευτερόλεπτο, το καθήκον του ήταν η Τζαμίλα). Ο άμεμπτος ηθικά λοιπόν Φρανκ, ούτε διανοείται ότι πληγώνει αθεράπευτα την Σεσίλ, η οποία με τη σειρά της είναι επίσης… έγκυος!
     Ο Φρανκ δεν το ξέρει βέβαια και το μαθαίνει… σαράντα χρόνια μετά, με αρκετά παράδοξο τρόπο. Ο συγγραφέας, με την αντιστικτική του δομή, μας δίνει λεπτομερώς και την πορεία της Σεσίλ, η οποία υποφέρει, γιατί όχι μόνο εξακολουθεί να αγαπά τον Φρανκ που την εγκαταλείπει να τον περιμένει στο πλοίο με το οποίο θα πήγαιναν …Βενεζουέλα αφήνοντάς της μόνο μια επιστολή, (όσο παλιά κι αν θυμηθώ τον εαυτό μου, ήμουν ανέκαθεν ερωτευμένη με τον Φρανκ, ποτέ δεν αγάπησα ούτε κοίταξα άλλον άνδρα), όχι μόνο περιμένει το παιδί του, αλλά μαθαίνει και τον τραγικό θάνατο του αδερφού της, Πιερ. Πίστευε ότι ο Φρανκ θα επέστρεφε, δυσκολεύτηκε να πάρει την απόφαση να κρατήσει το παιδί, δυσκολεύτηκε στην γέννα, και παρά τις απελπισμένες της προσπάθειες -και μάλιστα με τη βοήθεια ψυχολόγου-, δεν το αγάπησε ποτέ. Πρόκειται για έναν μάλλον αντιπαθητικό χαρακτήρα που πίσω από τον εγωισμό του κρύβονται ψυχοπαθολογικά χαρακτηριστικά, εμμονικά και αυτοκαταστροφικά. Η Σεσίλ μετά από τα απανωτά αυτά χτυπήματα δεν συνήλθε ποτέ, ωστόσο ο συγγραφέας μας δίνει με ψυχογραφικές λεπτομέρειες το τραυματικό παρελθόν της, αλλά και τις προσπάθειες να ορθοποδίσει -καθώς παρακολουθούμε και κάποιες από τις συνεδρίες της στον ψυχολόγο- να εκτελέσει το «καθήκον» της, να αγαπήσει το κοριτσάκι της, την Άννα. Όμως η καρδιά της είναι πέτρα, δεν αισθάνεται καν ένοχη (η Σεσίλ δεν μπορούσε να την αγαπήσει, ήταν αδύνατον, τεχνικά ανέφικτο, η κόρη εκείνου του καθάρματος σίγουρα θα του έμοιαζε/μου είναι αδιάφορη ή, ακόμα χειρότερα, τη βαριέμαι, η παρουσία της είναι μια διαρκής μομφή, ότι δεν την αγαπώ, ότι δεν την αγκαλιάζω ποτέ). Έτσι, η Σεσίλ μ’ έναν επιδέξιο χειρισμό, συναντά τον Μισέλ και του παραδίδει την τετράχρονη Άννα, ενώ εκείνη εξαφανίζεται οριστικά!
     Από καθαρή ειρωνεία, την ίδια εκείνη μέρα του ματαιωμένου ραντεβού, ο Φρανκ είχε συγκλονιστεί από την έγκυο γυναίκα στο μετρό που αυτοκτόνησε, κι έχοντας κατά νου την Τζαμίλα πήρε την οριστική του απόφαση: αναρωτήθηκα: τι θέλεις στ’ αλήθεια να κάνεις με τη ζωή σου; Και, σε τούτη την ερώτηση, η απάντηση ήταν σαφής: να ζήσω με την Τζαμίλα και να ξαναχτίσω την Αλγερία.
     Δυο μήνες πριν να κηρυχτεί η Αλγερία ανεξάρτητη δημοκρατία ( 5 Ιουλίου του 1962) ο Φρανκ βρίσκεται στα σύνορα απ’ την πλευρά του Μαρόκου, αποκλεισμένος (κλειστές δίοδοι, έλεγχοι) ενώ βλέπει τα καραβάνια των Γάλλων να εγκαταλείπουν τη χώρα. Παραδόξως, Ο Φρανκ είχε βρεθεί και από τις δύο πλευρές σε εκείνον τον πόλεμο: πρώτα υπηρετώντας στον γαλλικό στρατό για να υπερασπιστεί την επικράτεια ενάντια στην εξέγερση του πληθυσμού της, συμμετέχοντας μάλιστα σε επιχειρήσεις καταστολής των εξεγερμένων· έπειτα, φρίττοντας με ό, τι τον διέταζαν να κάνει, υποστήριξε τον αγώνα των εχθρών της Γαλλίας και άλλαξε στρατόπεδο, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι συμπατριώτες του να τον θεωρούν πλέον προδότη. Πέρ’ απ’ αυτό όμως, είναι προγραμμένος ως λιποτάκτης και δολοφόνος. Η Αλγερία για τον Φρανκ είναι μονόδρομος. Αναπόφευκτα επομένως, παρακολουθώντας την πορεία του Φρανκ, ακολουθούμε και τα δειλά βήματα της Αλγερίας προς την ανασυγκρότηση.
     Στο Μαρόκο ο Φρανκ γνωρίζει τον Μιμούν Χαμαντί, άνθρωπο του Μπουμεντιέν[8], που όπως θα δούμε αργότερα πήρε πραξικοπηματικά την εξουσία από τον χαρισματικό, δημοφιλή ηγέτη του αντιαποικιακού αγώνα, Αχμέντ Μπεν Μπελά[9]. Ο Φρανκ, βάζει στην άκρη τις επιφυλάξεις του βιβλιοπώλη που τον φιλοξένησε (ο Μιμούν δεν διαθέτει και τις καλύτερες συστάσεις, έχει βάψει τα χέρια του με αίμα, άφθονο αίμα. Μην τον εμπιστεύεσαι. Είναι άνθρωπος του Μπουμεντιέν, είναι βίαιοι και σκληροί άνθρωποι που δεν γνωρίζουν τα σημαίνει οίκτος) και περνά τα σύνορα με όραμα να συμβάλει στην οικοδόμηση ενός νέου κόσμου. Οι Γάλλοι φεύγοντας εγκατέλειψαν καίριες διοικητικές θέσεις, κατέστρεψαν αρχεία και φακέλους (δεν διαθέτουμε καμιά απογραφή, το κράτος πρέπει να κτιστεί απ’ την αρχή, ξέραμε πώς να πολεμάμε μα δεν ήμασταν προετοιμασμένοι για την ειρήνη).
     Η σύντομη φιλοξενία του σε μοναστήρι από έναν τραπιστή μοναχό, τον Λυκ, ενισχύει την ροπή του προς θρησκευτικού χαρακτήρα στράτευση (η ικανότητα αυταπάρνησης, η βούληση να αφοσιωθούν σε κάτι υψηλότερο από το ασήμαντο εγώ τους για να βοηθήσουν όσους δεν είχαν τίποτα, για να αλλάξουν τον κόσμο αποκλειστικά με τη δύναμη της πίστης τους και της πεποίθησής τους), και προοιωνίζει την απροσδόκητη μεταστροφή του χρόνια αργότερα. Ωστόσο, ακόμα είναι άθεος και μαρξιστής και, παράλληλα με την αναζήτηση της Τζαμίλα, πέφτει με τα μούτρα στη δουλειά: αρχικά του προτείνουν να διοικήσει… το νοσοκομείο! Παρόλη την ασχετοσύνη του περί ιατρικών, καταβάλλει υπεράνθρωπες προσπάθειες προς πάσα κατεύθυνση, από να τελεί έκτακτα χρέη… μαίας, να επισκευάζει ασανσέρ και χαλασμένες βρύσες μέχρι να δίνει απαντήσεις σε ηθικά διλήμματα, τύπου αν πρέπει να παρέχουν ιατρική περίθαλψη σε μέλη της OAS[10](παραστρατιωτική, τρομοκρατική οργάνωση υπέρ της ανεξαρτησίας της Αλγερίας) που κρίνονται «δολοφόνοι».
     Το πολιτικό κλίμα είναι πολύ έντονο: το δημοψήφισμα για την αυτοδιάθεση ακολουθεί η άτακτη φυγή των Γάλλων της Αλγερίας, η υποστελέχωση όλων των δομών, οι πράξεις εκδίκησης… Λίγες μέρες μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας (5/7/67) έχουμε στο Οράν σφαγή των Γάλλων που απέμειναν από ανθρώπους της FLN (Αλγερινοί επιτέθηκαν στους Γάλλους, τους πυροβόλησαν, τους έσφαξαν, τους βασάνισαν, τους έβγαλαν τα μάτια, οι δρόμοι του κέντρου ήταν σπαρμένοι με πτώματα κλπ /το χειρότερο ήταν ότι δολοφονήθηκαν οι Γάλλοι που δεν είχαν αναχωρήσει, που ήθελαν να παραμείνουν στη νέα Αλγερία και την στήριζαν). Εδώ να σημειώσουμε ότι λίγους μήνες πριν είχε εξαπολυθεί «πογκρόμ» 10.000 τουλάχιστον Αλγερινών στο Παρίσι και βάφτηκε κόκκινος ο Σηκουάνας[11]. Η σχέση επομένως των δύο εθνών είναι κάτι παραπάνω από εχθρική[12]. Πέρ’ απ’ αυτό, η Αλγερία, μια χώρα πλούσια σε πετρέλαιο, υδρογονάνθρακες και φυσικό αέριο, τετραπλάσια από τη Γαλλία, είναι γεμάτη φυλές από διάφορες εθνότητες που πολλές φορές βρίσκονται σε διχόνοια (βλ. περίπτωση Καβυλίας[13]). Ακόμα, πηγή πλούτου ήταν και η πώληση τεράστιων ποσοτήτων κρασιού (14εκ. εκατόλιτρα το χρόνο) στην αγορά της Γαλλίας –ένα προϊόν που δεν καταναλώνεται καθόλου στις μουσουλμανικές κοινωνίες.
      Οι πρώτοι μήνες τη ανεξαρτησίας ήταν μια συγκεχυμένη περίοδος, κοντά 800.000 Γάλλοι είχαν εγκαταλείψει την Αλγερία, λιγότεροι από 200.000 είχαν απομείνει, άνθρωποι ηλικιωμένοι, αριστεροί κλπ. Ο Φρανκ, όπως και ο Λυσιέν (γιατρός) και ο Μαρσιάλ (ιδιοκτήτης μαγαζιού με παπούτσια) ως εναπομείναντες Γάλλοι, είναι σαν τη μύγα μές στο γάλα. Ο Φρανκ μαθαίνει αραβικά με τον Χασέν, τον μπακάλη, βοηθώντας τον στο μαγαζί (Χασέν: φανταζόταν πλέον το μέλλον του με μεγαλύτερη αισιοδοξία, αν οι Αλγερινοί κατάφερναν επιτέλους να βάλουν τους Γάλλους να δουλέψουν). Με τον καιρό ο ήρωάς μας αποδεικνύεται άνθρωπος εμπιστοσύνης, και η γνωριμία του με τον Μιμούν –άνθρωπο, όπως είπαμε, του Μουμεντιέν-, τον χώνει ακόμα πιο βαθιά στα γρανάζια της εξουσίας. Ο Μιμούν τον προσλαμβάνει στη Νομαρχία, όπου δουλεύει ακατάπαυστα σε αποστολές, προγράμματα σχεδιασμού, συμμετέχει στην προσπάθεια αγροτικής αυτοδιαχείρισης, και νιώθει αφάνταστα τυχερός που συμμετέχει σ’αυτό το όραμα, έναν «αλγερινό ή μάλλον, ισλαμικό σοσιαλισμό». Ο Λυσιέν αποκτά τη θέση εμπειρογνώμονα στο Υπουργείο Υγείας και καλεί Κουβανούς γιατρούς και ιατρικό προσωπικό από κομμουνιστικές χώρες (συνεργαζόμαστε πλέον μ’ αυτές τις χώρες, εκπονούμε σχέδια μαζί τους, χωρίς τη βοήθειά τους θα ήταν σκέτη καταστροφή). Ωστόσο οι δυσκολίες στην κυριάρχηση της ειρήνης, π.χ. σφαγές των αρκί[14], δεν σταματούν (Φρανκ: Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, προς το παρόν. Ο λαός πρέπει να ξεθυμάνει/Ε, μήπως πάθατε αμνησία; Πώς φερθήκαμε στου Γάλλους δωσίλογους μετά την απελευθέρωση;), τον δε Μαρσιάλ τον κυνηγούν άνθρωποι του FLN.
     Όλα είναι πολύ δύσκολα να χτιστούν απ’ την αρχή, υπάρχει ακόμα και «Ινστιτούτο Σχεδιασμού (!) (δεν μπορούμε να εστιάσουμε την προσοχή μας σε πολλά πράγματα μαζί, πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας στα βιομηχανικά σχέδια που θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας) κλπ κλπ. Eγκαινιάζουν καινούργιο νόμισμα, συσφίγγουν τις σχέσεις με Βουλγαρία, ΕΣΣΔ, Τσεχοσλοβακία, παρόλ’ αυτά η Τσέχα Ελένα που για ένα διαστημα συνδέεται ερωτικά με τον Φρανκ, όταν καταλαβαίνει ότι εκείνος ποτέ δεν θα επιστρέψει στη Γαλλία, τον εγκαταλείπει.
     Με το πραξικόπημα του Μιμούν Χαμαντί, τον Ιούνιο του 1965, ο Φρανκ αναλαμβάνει την χαρτογράφηση των αποθεμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου, μαζί με Αμερικανούς εργολάβους και στέλνεται στο Χάσι Μεσαούντ[15]. Εκεί τον συλλαμβάνει και η γαλλική χωροφυλακή, με προοπτική να τον επαναπατρίσουν στην Γαλλία όπου θα περνούσε στρατοδικείο (είχε έρθει το τέλος, ο Φρανκ θα βρισκόταν αντιμέτωπος με τον εαυτό του), αλλά μετά από μια βδομάδα απελευθερώθηκε χάρη στη μεσολάβηση του Μιμούν.
Προσωπική ζωή, μεταστροφή
     Το κεφάλαιο με την Τζαμίλα κλείνει οριστικά, εφόσον ο Φρανκ την βρίσκει μετά από πολλές προσπάθειες με τον γιο τους Καρίμ, αλλά ανακαλύπτει ότι εκείνη έχει παντρευτεί και τον αποδιώχνει. Ωστόσο, όπως κι ο Μισέλ, αργότερα δημιουργεί ένα είδος οικογένειας εφόσον γνωρίζει την Ιταλίδα Ροζέτα, μια απελευθερωμένη γυναίκα που δεν σκόπευε ωστόσο να ζήσει όλη της τη ζωή στην Αλγερία, και οι δυο τους με απροσδόκητη γενναιοδωρία προστατεύουν έναν πιτσιρικά, ένα δωδεκάχρονο αγόρι, τον Σαρλί, που τον πιάνουν να κλέβει συστηματικά τον Χασέν. Πρόκειται για μια συνήθη περίπτωση παιδιών, που μετά τον πόλεμο της Αλγερίας δεν έχουν χαρτιά, είναι εγκαταλελειμμένα, αναγκασμένα να τα βγάλουν πέρα μόνα τους, παιδιά μαρτύρων ή ορφανά πολέμου. Τον παίρνει στο σπίτι του με αξιοθαύμαστη ανεκτικότητα παρόλο που ο Σαρλί κλέβει, εξαφανίζεται κλπ. Η ιστορία του Σαρλί είναι συγκλονιστική: με καταγωγή από την Καβυλία, ο πατέρας δεκανέας του γαλλικού στρατού· σκότωσαν με φρικτούς τρόπους την οικογένειά του που προσπάθησαν να μεταβούν στη Γαλλία. Μισεί τους Γάλλους που τους εγκατέλειψαν στη μοίρα του, μισεί τους Αλγερινούς που σκότωσαν τους δικούς του.
     Ο Φρανκ μετά τις επιτυχίες του στις διαπραγματεύσεις για πώληση των πλεονασμάτων αλγερινού κρασιού, απέκτησε και βίλα και Peugeot! Kαι, το 1970, σε ηλικία 30 ετών, έγινε αλγερινός πολίτης έχοντας απαρνηθεί χωρίς καμιά τύψη τη γαλλική του υπηκοότητα. (Τούτος ο στόχος, τον οποίο προσπάθησε να επιτύχει από τότε που επέστρεψε στην Αλγερία, δεν ήταν ένας δρόμος στρωμένος με γιασεμιά, αλλά μια μάχη). Ο Σαρλί με την «τακτοποιημένη ζωή μιας σχεδόν φυσιολογικής, φαινομενικά τουλάχιστον, οικογένειας», μεγαλώνει, ψηλώνει και μεστώνει· πάει σχολείο όπου περνά τα 40 κύματα, θέλει να γίνει μπακάλης, θέλει να πάει Αμερική, θέλει να γίνει ροκάς. Ο Φρανκ τον πιέζει να μη γίνει μπακάλης, φτάνει στο σημείο να τον πληρώνει για να… σπουδάσει, μαλώνουν, το παιδί εξαφανίζεται. Οι συγκρούσεις με τον Φρανκ ιδιαίτερα είναι αναπόφευκτες (το μίσος ήταν εκεί, επίμονο, αιχμηρό, και επεκτεινόταν μέσω μιας συναισθηματικής τριχοειδούς δράσης στη θρησκεία των βασανιστών). Οι διαφορές Ροζέτας- Φρανκ επεκτείνονται και στη σχέση τους με το παιδί, τις παρακολουθούμε αρκετά αναλυτικά μέσα από το γλαφυρό ύφος του Γκενασιά μέχρι το 1976, και κάποια στιγμή με πρόσχημα 15μερες διακοπές στην Ιταλία, η Ροζέτα φεύγει με τον Σαρλί και δεν επιστρέφουν ποτέ.
Αλλαγή σελίδας
Ένα ωραίο βράδυ, το μέλλον ονομάζεται παρελθόν
Τότε γυρίζουμε και βλέπουμε τη νεανική μας ηλικία
Λουί Αραγκόν

     Πρέπει να μάθεις να απαλλάσσεσαι από τη δυστυχία που σου φθείρει το μυαλό σα χαλίκι στο παπούτσι σου. Πρέπει να τους αφήσεις πίσω σου, τα λόγια του Μιμούν. Η μουσουλμανική σοφία είναι στωική και επικούρεια, οφείλουμε να απελευθερωνόμαστε από τα βάσανα της ψυχής. Για να προχωράμε.
     Ο Φρανκ το 1978 συνοδεύει τον άρρωστο Μπουμεντιέν στην ΕΣΣΔ τελώντας τα χρέη μεταφραστή. Ο Μπουμεντιέν πέθανε σύντομα, διάδοχος έγινε ο Μπεντζεντίντ, και η εύνοια του καθεστώτος απέναντι στον Μιμούν, επομένως και τον Φρανκ έπαψε να τους προστατεύει. Ο Φρανκ για άλλη μια φορά ρίχνει μαύρη πέτρα πίσω του· δεν θέλει πια να γυρίσει ούτε Αλγερία, ούτε Γαλλία («Είμαι Ρώσος τώρα»). Δεν ήταν ο μόνος που ζητούσε άσυλο στην ΕΣΣΔ, μερικές δεκάδες κυρίως Βρετανοί διπλωμάτες, Λατινοαμερικάνοι, ορισμένοι Αφρικανοί δικτάτορες κλπ.
     Ο Φρανκ ζει στη Μόσχα ζώντας από κοντά όλες τις συγκλονιστικές πολιτειακές μεταβολές της ΕΣΣΔ (Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, 1985-1991[16]: πρέπει να ξαναχτίσουμε τα πάντα, το σλόγκαν). Ήδη, το ενδιαφέρον του Φρανκ για την ανασυγκρότηση των λαών έχει ατονήσει… Το 1988, η συνάντησή του με τον πατέρα Μπορίς ήταν μοιραία. Οι ατέλειωτες συζητήσεις μαζί του τον οδηγούν στο να βοηθάει την ολοκλήρωση των εργασιών στον ναό της Παρθένου Μαρίας του Μπάρασι. Και… η ζωή του θα είχε συνεχιστεί έτσι αν δεν είχε ανατραπεί το απόγευμα της Κυριακής 8 Αυγούστου 1993: στην Κόκκινη Πλατεία, μέσα σ’ ένα γκρουπ από τουρίστες ξεχωρίζει και τον αναγνωρίζει η… μητέρα του, ναι, εκείνη η απρόσωπη κι άσπλαχνη μάνα. Μετά από 33 χρόνια πλήρους εξαφάνισης, τον χαιρετά, τον αγκαλιάζει θερμά και του λέει τα νέα της οικογένειας… Ο Μισέλ έχει δυο παιδιά με την Καμίγ, και φυσικά του μιλά με αφέλεια για την 30χρονη πια Άννα (την κόρη του Φρανκ που δεν ήξερε καν την ύπαρξή της).
     Είναι το μόνο σημείο στο 600σέλιδο βιβλίο όπου ο συγγραφέας βάζει τον Φρανκ να μιλά πρωτοπρόσωπα: Ήρθε πια η ώρα να ζήσω τη ζωή μου, την αληθινή, αυτήν που ανέκαθεν προσδοκούσα, όχι εκείνη που μου επέβαλε η κοινωνία και με την οποία δεν ένιωσα ποτέ άνετα. (…) Η απόφασή μου δεν αποτελεί ούτε διαπίστωση ήττας, ούτε παραίτηση, ούτε φυγή, αλλά υπόσχεση. Μόνο υπόσχεση. Δίχως ονειροπόληση. Δίχως αντάλλαγμα. Δίχως παζάρεμα. Είναι το πεπρωμένο μου σε αυτή τη γη και θα το εκπληρώσω.
     Ο άθεος, υλιστής, μαρξιστής Φρανκ παρουσιάστηκε στο μοναστήρι Μπογκοροντίτσε ως δόκιμος μοναχός με την αμετάκλητη απόφαση να μην «ξαναγυρίσει στον κόσμο των ανθρώπων». Μόλις έλαβε το χρίσμα στάλθηκε σε άλλο μοναστήρι, δίπλα στον στάρετς Βιτάλι. Οι κοπιαστικές εργασίες συνοδεύονταν από πνευματική άσκηση (το να είσαι καλόγερος είναι μια πνευματική, ή καλύτερα, ψυχική κατάσταση). Στα τριάμισι χρόνια χειροτονείται κι αποκτά το όνομα Παύλος, στα επτά εγκαταλείπει το μοναστήρι («Δεν βρήκα αυτό που έψαχνα»). Δεν γυρίζει ωστόσο στην κοσμική ζωή, προχωρά ακόμα περισσότερο, στον ασκητισμό (η κλίση μου είναι η μοναξιά, η σταθερότητα, η σιωπή). Καταφεύγει σε ένα ερημητήριο χωμένο σε πυκνό δάσος, με συνοδό τον δόκιμο Στέπαν που με δική του πρωτοβουλία του αφήνει φαγητό. Γιατί το κρύο, τα χιόνια, οι λύκοι κάνουν το μέρος απροσπέλαστο (ο Παύλος συνήθισε να ζει με την υγρασία που του τρυπούσε τα κόκαλα, το κρύο που τον παρέλυε, το σκοτάδι, να κατευνάζει την πείνα που τον βασάνιζε όταν οι προμήθειές του λιγόστευαν).
     Πρόκειται για μια «οδυνηρή περίοδο», γεμάτη στερήσεις, φωνές κι εφιάλτες αλλά σιγά σιγά ο Φρανκ/Παύλος δέχεται επισκέψεις, δίνει συμβουλές, παρηγορεί πονεμένες ψυχές, κι όταν πια μετά την ευλογία μιας στέρφας γυναίκας εκείνη γεννά δίδυμα, ανακηρύσσεται άγιος!
     Σαράντα χρόνια είχαν να ιδωθούν ο Φρανκ με τον Μισέλ, ο οποίος όταν ειδοποιήθηκε ότι ο αδερφός του ζει και βρίσκεται στο ερημητήριο, έφτασε με την Άννα, γίνεται μέσα στη συγκίνηση η «αναγνώριση» και ο εξηντάχρονος ήρωάς μας γυρίζει πάλι σελίδα: Σκέφτεται ότι
η ζωή είναι αυτή που φτιάχνουμε. Ότι δεν γυρίζουμε πίσω, αλλά ότι μπορούμε να τη ζήσουμε. Να μην την αφήσουμε να περάσει από δίπλα μας για μία ακόμα φορά.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] Από την ανάρτηση του «Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων»: «Πρωταγωνιστής και αφηγητής είναι ο Μισέλ, ένας ιδιαίτερης ευφυΐας πιτσιρικάς, με αυξημένη περιέργεια κι ευαισθησία, που γράφει το σχολείο στα παλιά του τα παπούτσια αλλά είναι εξαιρετικά βιβλιόφιλος, αγαπά το ροκ εν ρολ, τη φωτογραφία και είναι πολύ επιδέξιος στο ποδοσφαιράκι (γι αυτό και γίνεται θαμώνας του « Balto», καταπλήσσοντας του θαμώνες με τις επιδόσεις του). Ανήκει σε μια οικογένεια όπου οι πολιτικές διαφορές λόγω διαφορετικής κοινωνικής προέλευσης είναι αξεπέραστες (οι φίλοι μου είχαν μία οικογένεια∙ εγώ είχα δύο). Τον παρακολουθούμε από τη μέρα που γιορτάζει τα δωδέκατα γενέθλιά του, τη μόνη φορά που είδε τις δυο οικογένειες μαζί, αρκετά μικρός για να καταλαβαίνει τις αγεφύρωτες ιδεολογικές διαφορές αλλά αρκετά μεγάλος για να τις θυμάται και να μπορεί να αποκωδικοποιήσει αργότερα. Η εφηβική όμως, υγιής αντίδραση είναι να προσπερνά όλες αυτές τις αντιθέσεις με χιούμορ (η αλήθεια είναι ότι δεν μου καιγόταν καρφί για τις ιστορίες, τα πιστεύω και τις βρισιές που αντάλλασσαν. Η ισχυρογνωμοσύνη τους μου έδινε στα νεύρα), και να παρακολουθεί τον καθένα με την προσοχή που περιμένει κανείς από ένα άτομο τόσο παθιασμένο με τη λογοτεχνία (ήμουν ο μόνος που τον πρόσεχε όταν μιλούσε. Μου άρεσε πάντα ν’ ακούω τους άλλους) (http://anagnosi.blogspot.com/2013/12/jean-michel-guenassia.html,).
[2] Ο Φρανκ είναι και το πιο τραγικό πρόσωπο της οικογένειας, εφόσον ο ασυμβίβαστος χαρακτήρας του τον κάνει να αφιερωθεί στο Κόμμα να διαρρήξει κάθε δεσμό με την δεξιά οικογένεια (βασικά τη μάνα, που τον διώχνει απ το σπίτι) και να εξαφανιστεί από τη Σεσίλ, την κοπέλα που αγαπά. Ο Μισέλ προσπαθεί να χειριστεί τις ιδιαίτερες περιστάσεις μιας και βρίσκεται στο κέντρο των επί μέρους τραγικών επεισοδίων (σύγκρουση μάνας- πατέρα, απόπειρα αυτοκτονίας της Σεσίλ, μυστικές συναντήσεις με τον Φρανκ ο οποίος αποφασίζει να γραφτεί εθελοντικά στο στρατό υπέρ της ανεξαρτησίας της Αλγερίας, συνεννόηση με πατέρα για να τον συναντήσει, λιποταξία, δίωξη από την αστυνομία, ένταλμα σύλληψης, κ.α.).
[3] Έτσι, έχουμε τον Ίγκορ, γιατρό στην πατρίδα του αλλά χωρίς χαρτιά στη Γαλλία, ιδρυτή της Λέσχης μαζί με τον Βίκτορ (ισχυριζόταν ότι σκότωσε τον Ρασπούτιν, αλλά δεν ήταν ψεύτης, ήταν παραμυθάς!). Ιδεολογικοί αντίπαλοι, εκδιώχτηκαν κι οι δυο απ τη χώρα τους και… βρέθηκαν να αναπολούν τη μυρωδιά, τη μουσική και το φως της χώρας τους, μολονότι ο ένας ήταν φιλομοναρχικός, χριστιανός ορθόδοξος, αντισημίτης, μισογύνης και εχθρός των μπολσεβίκων ενώ ο άλλος ένας παλιός εχθρός, ένας βαμμένος κόκκινος, φανατικός κι ενθουσιώδης, που είχε συμμετάσχει στην εγκαθίδρυση του κομμουνισμού. Οι διαφορές τους, που στη χώρα τους θα τους έκαναν να ξεκοιλιάσουν ο ένας τον άλλον, χάνονταν εδώ.
[4] Η πιο απίθανη όμως περίπτωση, η πιο θλιβερή/τραγική/αδιέξοδη είναι η περίπτωση του Σάσα, ο οποίος, απομονωμένος από τους υπόλοιπους, είναι φανερό απ την αρχή στον Μισέλ ότι κρύβει μεγάλο μυστικό. Λόγω της ενασχόλησης του με τη φωτογραφία, οι δυο τους συνδέονται με ιδιαίτερα φιλικό δεσμό. Ο τραγικός του θάνατος φέρνει στα χέρια του Μισέλ γράμμα απολογισμού, όπου αποκαλύπτεται ο αποφασιστικός του ρόλος στο διωγμό πολλών συγγενών συμπατριωτών του, γιατί ήταν πεπεισμένος ότι όσοι τον διατάζανε είχαν δίκιο, ότι έπρεπε να εξοντώσουν τους εχθρούς. Αυτό που σοκάρει όμως είναι η παραχάραξη της αλήθειας που φτάνει στην καταστροφή έργων ποιητών (τα μάθαινε απ έξω…) ως και στην επέμβαση σε… φωτογραφίες! (η δική μου δουλειά ήταν να διαγράφω). Με τη μοναξιά και τη συγκίνηση αυτού του ανθρώπου που αυτοψυχογραφείται (κι αυτός θυσίασε τα πάντα για ένα πουκάμισο αδειανό…) και με την κάθαρση που φέρνει η κατανόηση τελειώνει και το βιβλίο (http://anagnosi.blogspot.com/2013/12/jean-michel-guenassia.html).
[5] Άλλη σημαδιακή προσωπικότητα ο Λεονίντ, που είχε το χρυσό αστέρι του Ήρωα της Σοβιετικής Ένωσης, γνωστός για τα τρομερά του ανέκδοτα που έκαναν ακόμα και τον Στάλιν να γελάει. Ο πρώτος υψηλόβαθμος που αυτομόλησε στη Δύση, για μια γυναίκα. Για ένα πουκάμισο αδειανό, γιατί αυτή η γυναίκα δεν τον δέχτηκε: μερικοί από δω μέσα πιστεύουν ότι έχω τύψεις που χαράμισα τη ζωή μου και θυσίασα τη θέση μου για μια περιπέτεια δίχως αύριο. Στο είπα, δε μετανιώνω για τίποτα. Αυτό που έζησα μαζί της για 794 μέρες ήταν τόσο μοναδικό, τόσο έντονο, που φτάνει για να γεμίσει μια ολόκληρη ζωή. (…) Είναι η μοίρα μου, ο δικός μου τρόπος να της είμαι πιστός.
[6] Στις 4 και 5 Νοεμβρίου 1966, η Ιταλία καταποντίστηκε από τις Άλπεις μέχρι τη Σικελία, καθώς καταρρακτώδεις βροχές έπεφταν χωρίς διάλειμμα επί 40 ώρες. Τα αποτελέσματα ήταν τραγικά. Συνολικά 35 άτομα βρήκαν τον θάνατο και εκατοντάδες άλλα τραυματίστηκαν από τους ποταμούς νερού και λάσπης που έπνιξαν τις πεδιάδες και απομόνωσαν επί ημέρες τεράστια τμήματα της χώρας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Μπελούνο στο βορειοδυτικό τμήμα της χώρας, όπου οι άστεγοι υπερέβησαν τους 15.000. Τρομερή ωστόσο ήταν η καταστροφή στην Τοσκάνη, όπου τα αγριεμένα νερά του ποταμού Άρνου παρέσυραν σπίτια και γέφυρες και, το κυριότερο, προκάλεσαν ανεπανόρθωτες ζημιές στα αριστουργήματα της Αναγέννησης. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%BB%CE%B7%CE%BC%CE%BC%CF%8D%CF%81%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%86%CF%81%CE%BD%CE%BF%CF%85_%CF%84%CE%BF%CF%85_1966#:~:text=%CE%97%20%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%BC%CE%BC%CF%8D%CF%81%CE%B1%20%CF%84%CE%BF%CF%85%20%CE%86%CF%81%CE%BD%CE%BF%CF%85%20%CF%84%CE%BF,%CF%84%CE%B7%CF%82%20%CF%84%CE%AD%CF%87%CE%BD%CE%B7%CF%82%20%CE%BA%CE%B1%CE%B9%20%CF%83%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%B1%20%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1.
[7] Γερμανός από την Ανατολική Γερμανία, που τον βρίσκουν ημιλιπόθυμο, σε κατάσταση πλήρους αμνησίας κι επειδή φαινόταν « Γερμαναράς» δεν θα τον περιμάζευαν αν δεν επενέβαινε ο Ίγκορ από ανθρωπισμό και δεν τον αναγνώριζε ο Μαρκυζό (δεν είναι δυνατόν! Είναι παράλογο! Πείτε μου ότι ονειρεύομαι! Ο Βέρνερ είναι αντιναζιστής! Μέλος του δικτύου Monnaie, ειδικευόταν στη διείσδυση στις γερμανικές υπηρεσίες. Παρασημοφορεμένος απ την αντίσταση, κλπ κλπ/ δεν ήξερα ότι είχαμε και Γερμανούς στην Αντίσταση). Ο τρόπος ανάκτησης της μνήμης του είναι απίστευτος… μέσα από μια παρτίδα σκάκι!
[8] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A7%CE%BF%CF%85%CE%B1%CF%81%CE%AF_%CE%9C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%AD%CE%BD#:~:text=%CE%9F%20%CE%A7%CE%BF%CF%85%CE%B1%CF%81%CE%AF%20%CE%9C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%AD%CE%BD%20(%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%B9%CE%BA%CE%AC%3A%20%D9%87%D9%88%D8%A7%D8%B1%D9%8A,%CF%83%CF%84%CE%B9%CF%82%2027%20%CE%94%CE%B5%CE%BA%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CF%81%CE%AF%CE%BF%CF%85%20%CF%84%CE%BF%CF%85%201978.
[9] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%87%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%84_%CE%9C%CF%80%CE%B5%CE%BD_%CE%9C%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%AC
[10] https://en.wikipedia.org/wiki/Organisation_arm%C3%A9e_secr%C3%A8te
[11] https://www.koutipandoras.gr/article/san-simera-i-sfagi-ton-algerinon-sto-parisi-toy-1961/
[12] Η ένταση ανάμεσα στους δύο πληθυσμούς οδήγησε το 1954 στην έναρξη του Πολέμου της Αλγερίας, ο οποίος έληξε το 1962 με την ανεξαρτησία της Αλγερίας, μετά από τη συμφωνία του Εβιάν και δημοψήφισμα στην Αλγερία. Η Αλγερία ανακηρύχθηκε ανεξάρτητη τις 5 Ιουλίου 1962. Περίπου 900.000 Ευρωπαίοι πιε-νουάρ έφυγαν από την Αλγερία ανάμεσα στο 1962 και το 1964.[35]
[13] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%B1%CE%B2%CF%85%CE%BB%CE%AF%CE%B1
[14] https://en.wikipedia.org/wiki/Harki
[15] Πετρέλαιο ανακαλύφθηκε στην περιοχή το 1956 και η σημασία της πόλης έχει αυξηθεί ταχύτατα έκτοτε. Θεωρείται η πρώτη ενεργειακή πόλη της Αλγερίας όπου όλες οι μεγάλες εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου έχουν γραφεία και βάσεις. Είναι πόλη διυλιστηρίων πετρελαίου που ονομάστηκε από την πρώτη πετρελαιοπηγή που βρέθηκε στην περιοχή. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A7%CE%AC%CF%83%CE%B9_%CE%9C%CE%B5%CF%83%CE%B1%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%.
[16] Στα επτά χρόνια που ηγήθηκε της Ε.Σ.Σ.Δ. προσπάθησε να οικοδομήσει ένα μοντέλο σοσιαλισμού, στο οποίο να συνυπάρχουν και οι νόμοι της αγοράς και του ελεύθερου εμπορίου, ένα κομμουνιστικό καθεστώς με πλουραλιστική βάση λειτουργίας

Πέμπτη, Ιανουαρίου 19, 2023

Καυτό μυστικό, Στέφαν Τσβάιχ

     Το απίστευτο μυστήριο της ανθρώπινης φύσης, που αποκαλύπτεται σε όλους τους ανθρώπους συνήθως στην ήβη (και συνήθως αρνούνται οι περισσότεροι να το αποδεχτούν όσο αφορά τους γονείς) είναι και το καυτό μυστικό που ανιχνεύει ο κεντρικός ήρωας-παιδί, της εκτεταμένης νουβέλας του μεγάλου ψυχογράφου. Ένα μυστικό που αλλοιώνει τη συμπεριφορά της μητέρας του και τον κάνει να νιώθει ο ίδιος, ο δωδεκάχρονος Έντγκαρ, όχι μόνο απομονωμένος, αλλά χωρίς πια ενδιαφέρον για την παιδική του ζωή. Πρόκειται με λίγα λόγια για μια ιστορία «ενηλικίωσης», ένα πέρασμα κάπως οδυνηρό -με τα δεδομένα της ευρωπαϊκής, αστικής κουλτούρας- στα πρώτα στάδια της ωριμότητας: την αμφισβήτηση του αρράγιστου κόσμου των μεγάλων.
     Βρισκόμαστε στο Ζέμμερινγκ, θέρετρο στις αυστριακές Άλπεις, όπου ο Ένγκαρ, ένα έξυπνο αλλά ασθενικό, χλωμό αγόρι κάνει διακοπές για λόγους υγείας, με την προστατευτική του μητέρα. Στο ίδιο ξενοδοχείο βρίσκεται κι ο «βαρόνος», ένας κομψός νεαρός αριστοκράτης, κοινωνικός, ανήσυχος και… γυναικοθήρας (όπως το σπίρτο χρειάζεται την τριβή με μια επιφάνεια για ν’ ανάψει, έτσι κι εκείνος χρειαζόταν τη συναναστροφή με τους ανθρώπους προκειμένου να λάμψουν όλα του τα ταλέντα, προκειμένου να ζωντανέψει η φλόγα και η ευφορία της καρδιάς του). Η όμορφη, άγνωστη γυναίκα με το πληθωρικό κορμί τραβάει αμέσως την προσοχή του ως το τέλειο θήραμα, ενώ ιδανικό δόλωμα για να την προσεγγίσει φυσιολογικά και αβίαστα είναι το άρρωστο, μοναχικό αγόρι της (δεν χρειαζόταν να κουνήσει ούτε το μικρό του δαχτυλάκι για να μειώσει την απόσταση που τον χώριζε από την όμορφη άγνωστη).
     Έτσι, με κινηματογραφική λεπτομέρεια παρακολουθούμε το αριστοτεχνικό πλησίασμα του παιδιού από τον βαρόνο και όλες τις συναισθηματικές διακυμάνσεις που προκαλεί η δυναμική παρουσία του «καινούργιου φίλου», που δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Έντγκαρ, του υπόσχεται σκύλο, κι απαντά με υπομονή στις αλλεπάλληλες, ενθουσιώδεις ερωτήσεις. Γιατί η οπτική γωνία είναι σαφώς του Έντγκαρ (αν και η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη). Το πάθος, τη χαρά που φτάνει στην έξαψη την διαδέχονται γρήγορα «ένα μείγμα ευτυχίας και παιδικής απελπισίας» όταν πράγματι, οι αθώες κινήσεις του παιδιού έφεραν κοντά τους δυο επίδοξους εραστές.
     Από κει και πέρα τα έντονα συναισθήματα εναλλάσσονται: ανυπομονησία, ενθουσιασμός με τις ιστορίες του κοινού φίλου, απογοήτευση όταν τον αντιμετωπίζουν σαν μικρό παιδί. Η μαεστρία του συγγραφέα είναι απαράμιλλη στο να περιγράφει αυτές τις πολύ μύχιες σχεδόν υποσυνείδητες αποχρώσεις. Και, παρόλο που η οπτική γωνία, όπως είπαμε, είναι του Έντγκαρ, παρακολουθούμε και τις ασθενικές ομολογουμένως αντιδράσεις και προσπάθειες αντίστασης της 40χρονης μητέρας και παρατηρήσεις που ανήκουν στις ανώτερες σφαίρες της ψυχολογικής εμβάθυνσης: οι πιθανότητες να μη μείνουν άκαρπες οι προσπάθειές του μ’ αυτήν τη γυναίκα ήταν πολλές. Βρισκόταν στην κρίσιμη αυτήν ηλικία που μια γυναίκα αρχίζει και μετανιώνει για το ότι έμεινε πιστή σ’ έναν σύζυγο, τον οποίο ποτέ της δεν αγάπησε πραγματικά· στην ηλικία που η πορφυρή δύση της ομορφιάς της της προσφέρει μια τελευταία επιλογή ανάμεσα στη μητρότητα και τη θηλυκότητα- μια επιλογή που δεν χωράει αναβολή. (…) Για τελευταία φορά, η μαγική βελόνα της θέλησης τρεμοπαίζει ανάμεσα στην ελπίδα μιας ερωτικής περιπέτειας και την οριστική παραίτηση από την επιθυμία.
     Οι ελιγμοί του βαρόνου (όπως κάθε άνθρωπος με έντονο ερωτικό ταμπεραμέντο, τα έκανε όλα δυο φορές καλύτερα, ήταν δύο φορές ο εαυτός του όταν ένιωθε ότι αρέσει στις γυναίκες), οι μεταστροφές της μητέρας· η λάμψη των ματιών, ο κρυφός αισθησιασμός, η έξαψη του παιχνιδιού που δίνει ζωή στην ώριμη γυναίκα, δεν ξεφεύγει από τον μικρό, διψασμένο για προσοχή μάρτυρα. Όλα αυτά διογκώνονται σε ψέματα, υπεκφυγές, άδικες τιμωρίες (μισούσε την ίδια του την παιδική ηλικία), ενώ η τυφλή του εμπιστοσύνη στους ενήλικες αρχίζει να αποκτά ρωγμές. Η απογοήτευση γίνεται μίσος και του δίνει τη δύναμη να συγκρουστεί όταν οι δυο μελλοντικοί εραστές, ενοχλημένοι από την παρουσία του παιδιού, αρχίζουν και τον παραγκωνίζουν, ή, του λένε ακόμα και ψέματα!
     Η περιέργεια του παιδιού να αποκαλύψει αυτό το «καυτό μυστικό» το κάνει παράτολμο, και η ακατανόητη συμπεριφορά των μεγάλων τον κάνει εχθρικό και μοχθηρό. Στην επακόλουθη σύγκρουση με τη μητέρα, ξεσπάει με τέτοια οργή που… θυμίζει τον πατέρα του, ενώ, όταν πια οι δυο εραστές τον εξαπατούν και ξεφεύγουν κάτω απ’ τη μύτη του, η προδοσία τον οπλίζει με απίστευτη οργή. Μετά το «τελευταίο κλάμα της παιδικής του ηλικίας» (το πιο άγριο, η τελευταία φορά που παραδινόταν, σαν γυναικούλα, στην ηδονή των δακρύων) καταστρώνει το σχέδιό του, προκειμένου να ανακαλύψει το «καυτό μυστικό»… Απορεί με το γέλιο της μητέρας του (γέλιο που δεν είχε ξανακούσει από εκείνη, ασυνήθιστα διαπεραστικό, τσιριχτό και νευρικό, σαν να τη γαργαλούσαν, ένα γέλιο που τον ξένισε και τον τρόμαξε) και νιώθει ότι την απειλούν.
     Η τελική σκηνή που οδηγεί και στη λύτρωση, η άμεση επίθεση και στον βαρόνο αλλά και λεκτικά, στη μητέρα του η οποία αντιδρά σπασμωδικά και πολύ άδικα για το παιδί, είναι αυτή που κάνει να βγει στην επιφάνεια μια προσωπικότητα στο μεταίχμιο του παιδιού και του ενήλικα: αντιστέκεται με πρωτοφανή παρρησία στους παραλογισμούς της μητέρας του, και στο τέλος καταφεύγει στην φυγή, στο κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Πρώτη γνώση».
     Το πρώτο του παρθενικό ταξίδι μετά την αποκάλυψη της ψεύτικης εικόνας των μεγάλων, η αγωνία της επιβίωσης, της διαχείρισης των χρημάτων και του χρόνου, είναι αυτά που δίνουν ένα άλλο νόημα πια στη ζωή: κοίταξε πίσω για άλλη μια φορά, είδε τα βουνά να στέκουν εκεί, γαλαζωπά και όμοια με σκιές, μακριά κι απρόσιτα, κι ένιωσε ξαφνικά πως στο σημείο που γίνονταν λίγο λίγο ένα με τον συννεφιασμένο ουρανό, εκεί αναπαύονταν εν ειρήνη η παιδική του ηλικία.

     Ο Στέφαν Τσβάιχ, με το μεστό του γράψιμο δίνει πάλι υπέροχες σελίδες όπου περιγράφονται αδιόρατες εσωτερικές ψυχικές συγκρούσεις -δεδομένης μιας συνθήκης, όχι τόσο συνηθισμένης μεν, αλλά ταυτόχρονα και γνώριμης: η αδιανόητη υποψία του παιδιού ότι η μητέρα του απομακρύνεται από κοντά του, αίσθημα που δημιουργεί ρωγμές στην αδιαφιλονίκητη σχέση μάνας-παιδιού, και το παιδί μπαίνει πια στον κόσμο των ενηλίκων. Ταυτόχρονα, κάπως έμμεσα, δείχνει και την ιδιαίτερη ψυχολογία του άνδρα-κυνηγού και της ώριμης γυναίκας-θηράματος. Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να μην παρατηρήσει ότι ένα παιδί ΔΩΔΕΚΑ χρονών, αγόρι, είναι απίστευτο να μην έχει διανοηθεί ότι υπάρχει κάποια ερωτική έλξη ή έστω ερωτικό παραστράτημα ανάμεσα στους δύο αγαπημένους και, εντέλει, «εχθρούς» του. Τόσο υπερπροστατευτικό είναι το περιβάλλον όπου ανατράφηκε; (ίσως, γιατί του επέβαλαν ύπνο από τις 9 η ώρα το βράδυ!) Δεν άκουσε τίποτα ποτέ από κάποιον συμμαθητή του στο σχολείο για έρωτα και σεξ;;; Θα δικαιολογούνταν όλη αυτή η περιέργεια να αποκαλύψει το «μυστικό» αν επρόκειτο για παιδί 6-8 χρονών! Ακόμη και η άγνοια του Έντγκαρ όσο αφορά την τιμή των εισιτηρίων και τη δυσκολία να ταξιδέψει μόνος δείχνει μια κάποια «αναπηρία», μάλλον από αδυναμία της γραφής του κατά τα άλλα απαράμιλλου Τσβάιχ, και όχι από συγγραφική πρόθεση.
Χριστίνα Παπαγγελή

Σάββατο, Ιανουαρίου 14, 2023

Νύχτες πανούκλας, Ορχάν Παμούκ

     Στον χώρο της δυστοπικής φαντασίας κινείται το έργο αυτό του αγαπημένου συγγραφέα, ένα πολυσέλιδο (910 σελίδες!) βιβλίο που δεν θα χαρακτήριζε κανείς ακριβώς μυθιστόρημα… Άλλωστε κι ο ίδιος το ονομάζει «ιστόρημα» ή «μυθιστόρημα-ιστορία» (γράφουμε το ιστόρημα ενός πολύ μικρού τόπου, του οποίου η πορεία καθορίστηκε από προσωπικά αισθήματα και αποφάσεις), καθώς η πρόθεση της υποτιθέμενης συγγραφέα, Μίνας Μίνγκερ, δισεγγονής του πατισάχ Μουράτ Ε΄, ήταν να διασώσει τις «ιστορικές λεπτομέρειες» από τη μεγάλη κρίση πανούκλας που έπληξε στις αρχές του 20ου αιώνα το νησί Μίνγκερ, τμήμα κάπως αυτόνομο της τότε Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
     Η καταγραφή της ιστορίας του φανταστικού αυτού νησιού (τοποθετημένου ανάμεσα Κύπρο, Ρόδο και Κρήτη) θα αποτελέσει τη βάση διδακτορικής διατριβής της Μίνγκερ, που γράφει εν έτει 2017, και βασίζεται κυρίως σε επιστολές που έγραφε κατά την παραμονή της εκεί πριν μια εκατονταετία η σουλτάνα Πακιζέ στην αδερφή της Χατιτζέ, κόρες του έγκλειστου πρώην πατισάχ Μουράτ Ε΄ και ανιψιές του τελευταίου σουλτάνου (και αδερφού του Μουράτ Ε΄), του Αμπντούλ Χαμίτ. Υπάρχει επομένως κάποιο σταθερό ιστορικό πλαίσιο (Οθωμανική αυτοκρατορία, Μουράτ Ε΄, Αμπντούλ Χαμίτ, Χατιτζέ) όπου όμως παρεισφρέουν στοιχεία μυθιστορηματικά, όπως η Πακιζέ, και βασικά το απομονωμένο αυτό νησί Μίνγκερ.
     Ο Ορχάν Παμούκ μ΄αυτό το βιβλίο προβαίνει σ’ ένα διανοητικό/λογοτεχνικό εγχείρημα, προσπαθώντας με τα μυθιστορηματικά «εργαλεία» να διερευνήσει τις ιστορικές, πολιτικές, πολιτειακές, ψυχολογικές, κοινωνικές κλπ συνέπειες της εξάπλωσης μιας ολέθριας πανδημίας σε μια μικρής έκτασης κοινωνία, που υπό την πίεση των γεγονότων και της διεθνούς απομόνωσης, αποκτά –επισφαλή βέβαια- ανεξαρτησία. Όλο το βιβλίο δηλαδή είναι ένα σχόλιο στην ανθρώπινη φύση, στις σχέσεις εξουσίας όπως αναπτύσσονται σε συνθήκες ακραίου φόβου και θανάτου, πάντα κάτω από το μουσουλμανικό πρίσμα (κατ’ ανάγκην δηλαδή, εφόσον βεβαίως μιλάμε για ιστορικές συνθήκες οθωμανικής κυριαρχίας, επικρατεί η κουλτούρα των μουσουλμάνων). Άλλωστε η ίδια η υποτιθέμενη συγγραφέας, η Μίνα Μίνγκερ, στην εισαγωγή της αναφέρει: χρειάστηκε να διακόπτω φορτισμένες συναισθηματικά στιγμές για να παρουσιάσω στον αναγνώστη πληροφορίες, νούμερα και ιστορίες σχετικά με τους κρατικούς θεσμούς κλπ κλπ.
     Πολύ ενδιαφέρον και φιλόδοξο το τόλμημα, αλλά… κουραστικό! Σαν αντιστάθμισμα στα καταιγιστικά ονόματα, ιστορικά γεγονότα, ίντριγκες, καθώς και φρικιαστικές λεπτομέρειες της πανδημίας ο αναγνώστης απολαμβάνει την γλαφυρή πένα του Ορχάν Παμούκ. Το ενδιαφέρον και η περιέργεια εντείνονται καθώς από την αρχή στήνεται το μυστήριο της δολοφονίας του Μπονκόφσκι πασά, χημικού και φαρμακοποιού που φτάνει στο νησί ως αρχιεπιθεωρητής υγείας, ειδήμων επί θεμάτων καραντίνας από παλιότερες επιδημίες χολέρας. Είναι κατανοητό ότι το πρόβλημα που απλώνεται στις 900 σελίδες δεν είναι μόνο η πανούκλα καθαυτή, αλλά οι επακόλουθες αντιθέσεις στον τρόπο αντιμετώπισης της θανατηφόρου λαίλαπας: έντονη σύγκρουση ανάμεσα στην επιστημονική διερευνητική μέθοδο και την παραδοσιακή θρησκευτική αντιμετώπιση της πίστης, μιας πίστης βαθιά ριζωμένης στην καρδιά της μουσουλμανικής κοινωνίας.
     Έτσι λοιπόν, ο αναγνώστης που ψάχνει να ψηλαφίσει χαρακτήρες και ανθρώπινες σχέσεις μάλλον θα απογοητευτεί. Φυσικά, υπάρχουν πρόσωπα, πρωταγωνιστικά και μη, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον και προκαλούν αγωνία και συναισθηματικές εντάσεις, αλλά είναι σε δεύτερο πλάνο. Αρχικά, είναι η σουλτάνα Πακιζέ (φανταστικό πρόσωπο) που με τον σύζυγό της διακεκριμένο γιατρό Νουρί πασά, τον αρχιχημικό Μπονκόφσκι πασά και τον Έλληνα βοηθό του Ηλία φτάνει στο νησί τον Απρίλιο του 1901, μια ξεχωριστή οθωμανική αντιπροσωπεία, επιφορτισμένη με μια ειδική αποστολή: να αξιοποιήσουν τις επιστημονικές τους γνώσεις και την εμπειρία τους από καραντίνες της χολέρας για να σωθεί το νησί. Δεδομένου ότι οι πληροφορίες της Μίνας Μίνγκερ, –που κάνει τη διατριβή και είναι… δισεγγονή της Πακιζέ - προέρχονται από τις επιστολές της προγιαγιάς της, η τελευταία παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο· μια σχετικά προοδευτική παρατηρήτρια από την αρχή μέχρι το τέλος αυτής της τρομερής περιπέτειας από κράτησε έξι μήνες συνολικά κι είχε ως αποτέλεσμα να ιδρυθεί το «ανεξάρτητο κράτος του Μίνγκερ», με δική του ιστορία, ήρωες, θρύλους, σημαία, γλώσσα και αλφάβητο.
     Ενδιαφέρον ως προσωπικότητα έχει και ο Σαμί πασάς, ο βαλής/νομάρχης του νησιού (όταν κηρυχθεί ανεξάρτητο κράτος γίνεται πρωθυπουργός), που κάνει απελπισμένες προσπάθειες να φέρουν αποτέλεσμα τα μέτρα που επινοεί, σε μια κοινωνία διχασμένη. Διορισμένος πέντε χρόνια πριν, έξυπνος και μορφωμένος, παντρεμένος μεν, αλλά με τρυφερά ερωτικά συναισθήματα προς την ερωμένη του χριστιανή Μαρίκα, πέρασε από διάφορα αξιώματα κι εξακολουθεί να έχει φιλοδοξίες. Ο αναγνώστης λυπάται για το άδοξο και βασανιστικό τέλος του Σαμί πασά, που το επέβαλαν μετά από δίκη παρωδία οι ιδεολογικοί του αντίπαλοι, οι σεΐχηδες και χοτζάδες όταν πήραν την εξουσία υπό την ηγεσία του λαοφιλούς Χαμπντουλάχ εφέντ, του «αντίπαλου δέους» (είναι δύσκολο ν’ αγαπήσουμε ή να μισήσουμε τα πρόσωπα ενός βιβλίου Ιστορίας. Διαβάζοντας όμως μυθιστορήματα μπορούμε να νιώσουμε αυτά τα συναισθήματα. Για να μη στενοχωρήσουμε περισσότερο τους αναγνώστες μας που αγάπησαν (έστω λίγο) τον Σαμί πασά, δεν θα αναφερθούμε άλλο στον πόνο του, στις θλιβερές σκέψεις του όσο φανταζόταν κλεισμένος στο κελί του ότι θα τον συγχωρούσαν ο σεΐχης Χαμπντουλάχ ή ο Νιμετουλάχ, δεν θέλουμε να μιλήσουμε άλλο για τον φόβο που ένιωθε για τον θάνατο).
     Συμπαθητικό είναι και το ερωτικό ζευγάρι του βιβλίου, ο προοδευτικός, με ευρωπαϊκές τρόπον τινά ιδέες λοχαγός Κιαμίλ πασά (ήταν κι αυτός ιδεολόγος και δεν ήθελε να καλύπτουν οι γυναίκες υπερβολικά το κεφάλι τους και το πρόσωπό τους κατά τον αραβικό τρόπο. Μισούσε τους χατζήδες όταν παντρεύονταν τέσσερις γυναίκες, τους ηλικιωμένους πλούσιους όταν παντρεύονταν νεαρά κορίτσια) και η Ζεϊνέπ, κόρη δεσμοφύλακα που πέθανε από την αρρώστια. Μια ρομαντική σχέση αναπτύσσεται ανάμεσά τους, που επισφραγίζεται με έναν επίσης ρομαντικό θάνατο. Ο λοχαγός Κιαμίλ μέσα σε μια σύμπτωση συγκυριών ανακηρύσσεται διοικητής και στη συνέχεια ιδρυτής του ανεξάρτητου κράτους ενώ η αιφνίδια και σχεδόν ταυτόχρονη αποχώρηση από τη ζωή, τούς ηρωοποιεί και τους τοποθετεί μέσα στους θρύλους της ιστορίας του νησιού.
     Όπως είναι όμως φανερό εξαρχής, το κύριο βάρος της αφήγησης πέφτει στις κοινωνικές και ιστορικές/πολιτισμικές συνθήκες σε μια εποχή μεταβατική της οθωμανικής Ιστορίας. Στις αντιθέσεις πλούσιων και φτωχών, στην συνύπαρξη μορφωμένων Ελλήνων και συντηρητικών μουσουλμάνων (δεν είναι τυχαίο που οι περισσότεροι γιατροί είναι Έλληνες ή Γάλλοι), χριστιανών ορθόδοξων, καθολικών και ισλαμιστών, στην διαρκή παρουσία και την επιρροή των πρόξενων των ξένων δυνάμεων, τον ρόλο των δημοσιογράφων κλπ. επίσης, πολιτικο/κοινωνιολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εξάρτηση αυτού του τμήματος της παρακμάζουσας οθωμανικής αυτοκρατορίας από την κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης, τον πατισάχ Αμπντούλ Χαμίτ. Δέος προκαλούν οι ίντριγκες και οι μυστικές δολοφονίες, οι καχυποψίες οι άπειρες εκτελέσεις και οι απαγχονισμοί, η πάλη για την την διαδοχή της εξουσίας και την διατήρησή της (αξιοσημείωτο, π.χ., είναι ότι ο προπροπάππος Μεχμέτ Γ΄ εκτέλεσε δεκαεννιά αδέρφια του για να μην απειλήσουν την εξουσία του!!).
     Εντύπωση κάνει στον δυτικό αναγνώστη η δύναμη των «τεκέδων», των χώρων συνάθροισης των δερβίσηδων που ήταν κέντρα πολιτικής εξουσίας αλλά και η επιρροή τους στον κόσμο ήταν τέτοια που αντιστέκονταν στα μέτρα προστασίας, αδιαφορώντας για τα χιλιάδες θύματα της πανούκλας. Τέτοιος ισχυρός σεΐχης ήταν, όπως ειπώθηκε παραπάνω, ο πανίσχυρος Χαμπντουλάχ εφέντ, εχθρός της καραντίνας και ετεροθαλής αδερφός του επίσης ισχυρού και αδίστακτου Ραμίζ, υπ’ αριθμόν ένα ύποπτου για τη δολοφονία του Μποκόνφκι πασά (αυτοί οι άνθρωποι κάνουν τα πάντα για να δείξουν ότι οι χριστιανοί γιατροί είναι εχθροί, ώστε να ξεσπάσουν καβγάδες ανάμεσα στους χριστιανούς αι τους μουσουλμάνους). Σ΄αυτό το επίπεδο κινείται και η βασική σύγκρουση που περιγράφει η Μίνγκερ και έμμεσα ο Ορχάν Παμούκ, ένα μυστήριο που εξυφαίνεται και καθώς σιγά σιγά αποκαλύπτεται διακρίνει κανείς τις ιδεολογικές και ουσιαστικά τις πολιτισμικές διαφορές, σ΄αυτήν την μικρή κοινωνία, μικρογραφία των δυναμικών που αναπτύχθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα.
     Γιατί, δεν είναι τυχαίο ότι σ΄αυτό το μικρό, απομονωμένο, ξεχασμένο τμήμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας γεννήθηκε, μέσα από τις συγκρούσεις και τις εναλλαγές της εξουσίας η «εθνικιστική» συνείδηση των Μινγκεριανών, και κάτω από την πίεση των ακραίων συνθηκών θανάτου ξέσπασε η «Επανάσταση του Μίνγκερ»: οι εθνικιστές ιστορικοί που αρέσκονται να συγκρίνουν την ταπεινή «Επανάσταση του Μίνγκερ» με μεγάλα ιστορικά γεγονότα παρομοιάζουν τις επόμενες μέρες με την περίοδο τρομοκρατίας της Γαλλικής επανάστασης (!). Το ηρωικό ζευγάρι Κιαμίλ και Ζεϊνέπ γίνονται σύμβολα, ο διοικητής και μετέπειτα πρωθυπουργός του ανεξάρτητου κρατιδίου προωθεί τα μινγκεριανά, καταγράφεται η γλώσσα, φτιάχνουν αλφάβητο κι έπειτα από πολλές πολιτειακές μεταβολές το μινγκεριανό κράτος ανακηρύσσεται Δημοκρατία!
     Ο ίδιος ο Ορχάν Παμούκ, ο οποίος διώχτηκε από τον Ερντογάν γι αυτό το βιβλίο με την κατηγορία ότι προσβάλλει την τουρκική σημαία και τον Κεμάλ Ατατούρκ (κάποιοι βρίσκουν αναλογίες ανάμεσα στον Κεμάλ και τον Κιαμίλ (!!!)),σε συνέντευξή του στην Καθημερινή αναφέρει:
«το μυθιστόρημά μου αποτελεί ένα είδος αλληγορίας για την επινόηση και τη θεμελίωση των εθνών μετά την πτώση των μεγάλων αυτοκρατοριών».
Χριστίνα Παπαγγελή

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 08, 2022

Οι εκατό μέρες, Joseph Roth

Ναι, παντού μιλούσαν για πόλεμο.
Και τον φοβούνταν. Ο αυτοκράτορας έφερνε πόλεμο!
Ήταν υπερβολικά μεγάλος για την ειρήνη.
Δεν προχωρούσε σαν άνθρωπος,
σαν άνεμος ορμούσε στη χώρα.
     Σίγουρα η προσωπικότητα του Ναπολέοντα και τα απόνερα που άφησαν οι δύο περίοδοι της αυτοκρατορικής του θυελλώδους διακυβέρνησης στην ιστορία της Γαλλίας αλλά και όλης της Ευρώπης, είναι ένα ιστορικό φαινόμενο που δημιουργεί μεγάλη έκπληξη και πολλές απορίες. Ελάχιστα χρόνια μετά τη γαλλική επανάσταση που έφερνε τον λαό στην εξουσία κάτω από τα συνθήματα «Ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα», ο Ναπολέων επέβαλε αργά και μεθοδικά μια μονοκρατορία, καταλύοντας κάθε θεσμό δημοκρατικής διακυβέρνησης· μα το αξιοπερίεργο δεν είναι αυτό, είναι ότι παρόλ’ αυτά, ο γαλλικός λαός σχεδόν σύσσωμος λάτρεψε σαν θεό τον Ναπολέοντα, τον ασήμαντης καταγωγής Κορσικανό στρατηλάτη, τον θεώρησε ελευθερωτή από την κυριαρχία των Βουρβώνων, του εμπιστεύτηκε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, θυσιάστηκε γι’ αυτόν, φανατίστηκε, πένθησε όταν εξορίστηκε τον Απρίλιο του 1814, και τον υποδέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες όταν επανήλθε στον θρόνο τον Μάρτιο του 1815 (ο Αυτοκράτορας πλησίαζε, ο ίσκιος του προπορευόταν –κι ήταν ίσκιος βαρύς. Σκίαζε απ’ άκρη σ’ άκρη τη Γαλλία, τον κόσμο ολόκληρο. Τον ήξεραν στη χώρα του και παντού στη γη. Η μεγαλοσύνη ήταν αλλιώτικη από κείνη των βασιλιάδων: είχε δική του τη μεγαλοσύνη της δύναμης. Το στέμμα του δεν το είχε κληρονομήσει· το’χε κατακτήσει, το’ χε αποκτήσει με τη βία. Ήταν από άσημη και ασήμαντη οικογένεια). Αυτή είναι τουλάχιστον η εικόνα του Βοναπάρτη που δίνει ο συγγραφέας, εστιάζοντας στην ψυχολογία της καθημερινότητας ενός θεοποιημένου ινδάλματος. Δεν ενδιαφέρεται τόσο για τα γεγονότα που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «ιστορικά», τις επιχειρήσεις, τις μάχες, τις ήττες, τις νίκες αλλά τα συναισθήματα του μονοκράτορα, ενώ διαρρέει ένας κρυφός θαυμασμός απέναντι στη δαιδαλώδη προσωπικότητά του.
     Ο Γιόζεφ Ροτ, αντιναζιστής μεν αλλά γνωστός για τις φιλομοναρχικές/ρομαντικές του αντιλήψεις, περιγράφει με απίστευτη γλαφυρότητα την επάνοδο του αυτοκράτορα στην εξουσία τις 100 μέρες μέχρι την τελική πτώση του, από τις 21 Μαρτίου 1815 μέχρι τις 21 Ιουνίου. Όπως γράφει ο ίδιος ο Ροτ στη Γαλλίδα μεταφράστριά του απαντώντας στην ερώτηση τι τον έκανε να γράψει για τον Ναπολέοντα, ήθελε να καταγράψει τη μεταμόρφωση του Ναπολέοντα, το πώς από θεός έγινε άνθρωπος Θέλω να δείξω πίσω από τον μεγάλο άνδρα τον ταπεινό άνθρωπο»).
     Ο Βοναπάρτης, αγαπητός ιδιαίτερα στα γυναίκες -οι οποίες κατά την περιγραφή του συγγραφέα με την επιστροφή του αγαπημένου τους ξαναβρήκαν τη νιότη τους-, εισέρχεται στο Παρίσι σ’ ένα απίστευτο κλίμα θριάμβου, ωστόσο, λόγω της προηγούμενης προδοσίας, ίσως περίμεναν απ’ αυτόν και συγχώρεση, σα να’ ταν θεός, εκείνος όμως «δεν είχε καιρό». Δεν είχε καιρό να φερθεί σαν θεός, να οργιστεί, να τιμωρήσει, να συγχωρήσει. Γιατί, όπως λέει στη συνέχεια, η οργή είναι πιο χρονοβόρα από την γενναιοδωρία. Γενναιόδωρος λοιπόν.
     Τον παρακολουθούμε να ξανασμίγει με τον λαό που τόσο αγάπησε (αυτός ήταν ο λαός της Γαλλίας, τους ήξερε. Ικανοί ν’ αγαπήσουν και να μισήσουν στη στιγμή. Εύκολοι να τους ενθουσιάσεις και δύσκολοι να τους πείσεις. Περήφανοι τον καιρό της δυστυχίας και γενναιόδωροι τον καιρό της ευτυχίας, αφοσιωμένοι κι απερίσκεπτοι στη νίκη, πικρόχολοι κι εκδικητικοί στην ήττα, χαρούμενοι σαν παιδιά στην ειρήνη, άσπλαχνοι κι ανυποχώρητοι στη μάχη), να τους αγκαλιάζει και να θυμάται ως και τα μικρά ονόματα ορισμένων· τον βλέπουμε να νιώθει τρυφερά απέναντι στον γιο του, να συναντιέται με τη μητέρα του γεμάτος σεβασμό και δέος (Ξέρω, δεν έχεις χρόνο. Ποτέ δεν είχε χρόνο γιε μου. Από ανυπομονησία έγινες τόσο μεγάλος, τόσο σπουδαίος. Πρόσεξε μη σε καταστρέψει η ανυπομονησία σου). Παρά τις επιφυλάξεις, του δίνει την ευλογία της για αιφνιδιαστικό πόλεμο, γιατί, όπως λέει κι ο ίδιος ο Ναπολέων, «Αν περιμένω κι άλλο, θα εισβάλουν!». Τον βλέπουμε επίσης να νιώθει μόνος στο ψηλό βήμα-θρόνο του, νιώθοντας όμως συγκίνηση καθώς βλέπει τη λατρεία των στρατιωτών και του πλήθους (Ζήτω ο αυτοκράτορας! Μια ιαχή που «ακούγεται’ μέσα στις σελίδες του βιβλίου 52 φορές σύμφωνα με το επίμετρο του Richard Panchyk).
Ανήκε στον μεγάλο αυτοκράτορα,
αλλά αυτός δεν την ήξερε, δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτήν.
Ήταν μικρή και ασήμαντη, πιο ασήμαντη από τις ασήμαντες μυγούλες
που ζουζούνιζαν στην κάμαρα του αυτοκράτορα (…).
Αλλά η καρδιά της την πρόσταζε να μένει κοντά στην ευλογία της παρουσίας του,
όσο κι αν ήταν ασήμαντη και αόρατη γι’ αυτόν.
Γιατί ήταν στ’ αλήθεια ευτυχία η ζωή στη χρυσή σκιά του,
στη χρυσή σκιά που μόνο αυτός έριχνε γύρω του.
     Συμπρωταγωνίστρια στο βιβλίο είναι η νεαρή πλύστρα Αντζελίνα Πιέτρι, μέλος του κατώτερου υπηρετικού στο αυτοκρατορικό παλάτι. Με συμμετρία ο συγγραφέας αφιερώνει δύο κεφάλαια στον Ναπολέοντα και δυο κεφάλαια στην Αντζελίνα, προσδίδοντας μ’ αυτόν τον τρόπο ενδιαφέρον και ιδιαίτερο βάθος στις δυο προσωπικότητες αλλά και στην εποχή. Ανιψιά της αρχιπλύστρας και περίφημης χαρτορίχτρας Βερονίκ Καζιμίρ, πλένει κι αυτή ρούχα στο παλάτι, ως μέλος της ομάδας των 36 υπηρετών και υπηρετριών. Εισβάλλουμε λοιπόν στα ενδότερα του αυτοκρατορικού οίκου (από την πρώτη περίοδο της θητείας του Βοναπάρτη) αλλά και στην καρδιά της Αντζελίνας, που είναι στραμμένη με λατρεία στον αυτοκράτορα. Το εφηβικό ξύπνημα του πόθου συνοδεύεται από λιγοστές αισθησιακές εμπειρίες (το μαντίλι του αυτοκράτορα, το γυμνό κορμί μιας κυρίας της Αυλής στο λουτρό κλπ) που στεριώνουν την απόλυτη αφοσίωση (κάθε μέρα, κάθε ώρα μπορούσε να συμβεί το θαύμα και να δει η Αντζελίνα τον αυτοκράτορα).
     Το θαύμα έγινε, μα ο αυτοκράτορας δεν συγκινήθηκε από τα θέλγητρα της Αντζελίνας όπως με άλλες κοπέλες (από κείνη την αλλόκοτη νύχτα και μετά η καρδιά της μικρής Αντζελίνας ήταν μουδιασμένη και πονεμένη/ακάλεστες έρχονταν και ξανάρχονταν στο μυαλό της οι λεπτομέρειες, αλύπητες της έδειχναν και της ξανάδειχναν το πρόσωπό τους, το σκληρό τους περίγραμμα/έπαψε να κοιτάζει το πρόσωπό της, όλοι οι καθρέφτες διαμιάς τυφλώθηκαν). Μα είναι συνηθισμένες οι υπηρέτριες σε τέτοιες συμπεριφορές… Όλες λίγο πολύ έχουν δοκιμάσει τα «ερωτικά του ξεσπάσματα» (δεν ξεχνούσαν ότι ήταν θεός-κι είναι στη φύση των θεών να’ αγαπούν βιαστικά και γρήγορα). Η γνωριμία της Αντζελίνας με τον λοχία Σοστέν που την άφησε έγκυο (χωρίς εκείνη να το θέλει) δεν έσβησε την αγάπη προς τον Βοναπάρτη, αντίθετα, στο καφέ όπου μεθοκοπούσε η συντροφιά του λοχία και τον κακολογούσαν, ύψωσε με απρόβλεπτη παρρησία τη φωνή της και ξεσπάθωσε: «Θα έπρεπε να ντρέπεστε που μιλάτε έτσι για τον αυτοκράτορα. Δεν θα ήσασταν τίποτα –θα ήσασταν λιγότερο κι από τίποτα χωρίς αυτόν. Χωρίς τον αυτοκράτορα δεν θα είχατε ούτε σπαθιά, ούτε κράνη, ούτε ζώνες ούτε λεφτά να πληρώσετε το κρασί που πίνετε κλπ κλπ».
     Εφτά χρόνια αργότερα, στη διάρκεια των 100 ημερών, ο μικρός Πασκάλ είναι πια εφτά χρονών. Παθιασμένος με τα στρατιωτικά μπαινοβγαίνει στα στρατόπεδα, μαθαίνει εμβατήρια και στρατιωτικά σαλπίσματα και μετατρέπεται σιγά σιγά σε «μικρό τυμπανιστή» (ένα από τα πολλά αγόρια που είχε ο αυτοκρατορικός στρατός). Η νεαρή Αντζελίνα, απόλυτα αφιερωμένη στον μεγάλο της έρωτα (ένιωσε ότι μπορούσε να αγαπήσει τον έναν, τον μοναδικό που υπήρχε γι’ αυτήν –και ότι η αγάπη τούτη από μόνη της, η ικανότητά της να παραδοθεί ψυχή τε και σώματι σ’ αυτήν την αγάπη ήταν ένα γεγονός τόσο μεγάλο που αμαρτία, σφάλμα, πλάνη και ντροπή δεν είχαν καμιά σημασία πια) έχει τη μοίρα που έχουν εκατοντάδες νεαρές γυναίκες στην εποχή της (ανύπαντρη μητέρα, γιος εξαφανισμένος στο στρατόπεδο, περιστασιακές σχέσεις). Η κρυφή της λατρεία στον αυτοκράτορα παίρνει σάρκα και οστά σ’ ένα μαντίλι δικό του, που το υπέκλεψε κατά το πλύσιμο. Όταν δε την ερωτεύεται «με όλη τη δύναμη της απλοϊκής ψυχής του» ο χωλός και λίγο τρομακτικός Γιαν Βοκούρκα, Πολωνός τσαγκάρης, και θέλει να την κάνει γυναίκα του, στην αρχή η Αντζελίνα ανταποκρίνεται χλιαρά (είδε τα γκρίζα μάτια του. Ήταν πολύ διαφορετικά από τα μάτια που τόσο καιρό νόμιζε πως ήξερε. Μέσα τους δεν είχαν τη σπίθα του άπληστου πόθου, αλλά φως χαμογελαστό/ξυπνούσε μέσα της πολύ φόβο, λίγη απέχθεια, πάρα πολλή λύπηση), στη συνέχεια δέχεται να φύγει μαζί του στην Πολωνία, αλλά γρήγορα συνειδητοποιεί ότι η καρδιά της ανήκει πάντα στον έκπτωτο, οσονούπω, αυτοκράτορα. Οι εχθρικές δυνάμεις οδεύουν πια προς το Παρίσι και, όταν η Αντζελίνα συναντά επιτέλους τον γιο της δεν κλαίει μόνο από συγκίνηση, αλλά θρηνώντας τον θάνατο ενός ολόκληρου κόσμου, που τον είχε πιστέψει αιώνιο/για τους κρίνους του βασιλιά. Κλαίει για τις άσπρες σημαίες των Βουρβώνων που ανέμιζαν στην είσοδο του στρατώνα, για την πτώση του αυτοκράτορα.
     Γιατί έχει φτάσει πια η πτώση. Το Βατερλώ σηματοδοτεί την οριστική ήττα και τα είκοσι χιλιάδες αδέρφια μεγαλωμένα στα ίδια πεδία μαχών, στη χρυσή, ματωμένη και θανάσιμη σκιά του αυτοκράτορα τα αγκαλιάζει πια «ένας άλλος πολύ δυνατότερος αυτοκράτορας, ο αυτοκράτορας Θάνατος». Παρακολουθούμε τις μεταλλαγές της διάθεσης και των συναισθημάτων του θεοποιημένου στρατηλάτη καθώς νιώθει το αναπότρεπτο (λαχανιάζει, πονά η μέση, είναι πελιδνός, καλπάζει, προσεύχεται, συνειδητοποιεί… οι ήχοι της δυστυχίας συνέχισαν απ’ όλες τα μεριές να πέφτουν πάνω του). Ο παραλληλισμός με τον έκπτωτο Ιώβ είναι συγκλονιστικός (Είναι ο Ιώβ, είναι ο Ιώβ/όλοι μια μέρα είμαστε Ιώβ/Τι σκληρός που ήταν ο ακατανόητος Θεός και πόσο ειρωνικά χλεύαζε τον αυτοκράτορα!).
     Ίσως θα μου ήταν τελείως αδιάφορα τα συναισθήματα ενός ιμπεριαλιστή τις «τραγικές» στιγμές που βλέπει να χάνει το παιχνίδι της κατάκτησης του κόσμου. Η συνειδητοποίηση της χιλιάδων θυμάτων είναι πιο ισχυρή από την ψυχογράφηση ενός φιλόδοξου/ματαιόδοξου στρατηλάτη. Ούτε στην προσωποκεντρική εποχή που έγραψε το βιβλίο ο Ροτ (1936), εκείνο έγινε δεκτό με ενθουσιασμό, ούτε η εποχή μας -παρόλο που το ενδιαφέρον για την «ανατομία του κακού» έχει αυξηθεί μετά τη ναζιστική φρίκη- μπορεί να συμμεριστεί την προσωπολατρία, τον ηρωισμό της εποχής της γαλλικής επανάστασης και των κατοπινών χρόνων. Σίγουρα οι εποχές είναι διαφορετικές.
     Ωστόσο αυτό που κρατά το ενδιαφέρον σ αυτό το -αξιόλογο εντέλει- βιβλίο είναι η συναρπαστική γραφή, αυτές οι σχεδόν παντού παρούσες συναισθηματικές πινελιές. Πουθενά δεν υπάρχουν περιγραφές κουραστικές, εικόνες που να μη συνδέονται με τον εσωτερικό κόσμο, είτε του Ναπολέοντα, είτε της Αντζελίνας είτε του «λαού», των στρατιωτών, του συλλογικού ασυνείδητου. Ο Ροτ καταφέρνει, καθώς οι δυο του ήρωες του οδηγούνται στη συναισθηματική σκοτεινιά, στην «κατάμαυρη αιωνιότητα, γεμάτη σκοτεινή σιωπή», να δώσει μια καθολικότητα που επιτρέπει στον καθένα να αναγνωρίσει τον εαυτό του. Γιατί ο καθένας μας έχει το Βατερλώ του, και καθένας μας έχει/είχε μια αγάπη στην οποία δίνουμε και χάνουμε την καρδιά μας. Γιατί η Αντζελίνα ίσως είναι μια ακόμα πιο τραγική φιγούρα, εκείνη που ήξερε ότι
τίποτα δεν ήταν πιο δυνατό από κείνη την ξαφνική αγάπη, που έκλεινε μέσα της όλα τ’ άλλα: πόθο και νοσταλγία, περηφάνια και ντροπή, λαχτάρα και θλίψη, ζωή και θάνατο.
Χριστίνα Παπαγγελή

Τετάρτη, Νοεμβρίου 16, 2022

Χάθηκε βελόνι, Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Τσίμπι -τσιμπιτόνι
Χάθηκε βελόνι
Πήγα να το βρω
Χάθηκα κι εγώ
     Την πολύπαθη πορεία μιας πολυμελούς οικογένειας Αλβανών, που κάτω από την πίεση των ιστορικών γεγονότων αναγκάστηκαν να εκπατριστούν, ξεδιπλώνει εδώ ο Αλβανικής καταγωγής καταξιωμένος συγγραφέας. Μοναδική ιστορία μεν που απηχεί ωστόσο τη μοίρα χιλιάδων συμπατριωτών του, που έζησαν σε συνθήκες στέρησης και φτώχειας λόγω της πολιτικής κατάστασης (η Αλβανία για μισόν αιώνα βρισκόταν σε άλλη διάσταση. Από το 1946 μέχρι και το 1991 ήταν αποκομμένη, φρούριο) και μετά την κατάρρευση του καθεστώτος του Εμβέρ Χότζα πήραν τον δρόμο της μετανάστευσης, δρόμο που τις περισσότερες φορές τους οδήγησε στην Ελλάδα της δεκαετίας του ΄90.
     Η ιστορία είναι ουσιαστικά μία αλλά το έργο είναι σπονδυλωτό, χωρισμένο σε πέντε κεφάλαια που παρουσιάζουν διακριτές ανομοιότητες μεταξύ τους: στο «μηδέν» κεφάλαιο που ονομάζεται «Πέτρος», ο αφηγητής -ο Πέτρος-, Έλληνας φοιτητής και συμφοιτητής του κεντρικού ήρωα, του Αλβανού Αλέξανδρου, μιλά για τον μυστηριώδη φίλο του και την αιφνίδια εξαφάνισή του από την χώρα. Ο Πέτρος είναι και το μόνο πρόσωπο που δεν έχει σχέση με την οικογένεια, ενώ στη συνέχεια δεν επανεμφανίζεται καθόλου. Είναι σαν να μας κάνει μια «εισαγωγή», μια θεατρική ή μάλλον βιωματική παρουσίαση του ήρωα, καθώς μας κάνει να τον δούμε με τα μάτια ενός συνομήλικου Έλληνα, ανοιχτόμυαλου σαφώς, φοιτητή. Παράλληλα μας δίνει με σύντομες πινελιές την κατάσταση στην Ελλάδα και τον φοιτητόκοσμο την εποχή αυτή, και αντίστοιχα τον κόσμο της Αλβανίας με την ιδιαίτερη ιστορική εξέλιξη, ενώ με έναν ευρηματικό τρόπο (τη μαρτυρία Έλληνα περιπτερά) μάς παρουσιάζει και τον πατέρα του Αλέξανδρου, τον Παύλο (ο Παύλος ήτανε απ’ τους πρώτους που μπήκανε στην Ελλάδα όταν ανοίξανε τα σύνορα της Αλβανίας, μαζί με την φαμίλια του. Μίλαγε ούλη η φαμίλια ελληνικά κανονικότατα αφού ήτανε Βορειοηπειρώτες).
      Στην πρώτη ενότητα/κεφάλαιο (εφόσον το προηγούμενο «μηδέν» λειτουργεί ως εισαγωγή), το φως πέφτει στον παππού Βασίλη (γεννημένο το 1924) και την τραγική ιστορία που τον άφησε ανάπηρο. Η δομική πρωτοτυπία εδώ είναι ότι σταματάμε σε ημερομηνίες-κλειδιά, ξεκινώντας από το «σήμερα» που είναι το 1985 και κάνοντας φλας μπακ στο 1932, 1938, 1939, 1945 κλπ. φτάνοντας μέχρι το καλοκαίρι του 1989, οπότε, όπως μαθαίνουμε αργότερα, ο Βασίλης βρέθηκε νεκρός. Η αφήγηση, σε αντίθεση με την προηγούμενη και την επόμενη ενότητα, είναι κάπως απρόσωπη: έχουμε τον παντογνώστη αφηγητή δηλαδή τριτοπρόσωπη παρουσίαση, με ελαφρώς ποιητικό και αφαιρετικό λόγο. Γιατί ο βίος του Βασίλη είναι γεμάτος απρόοπτα και πολύ πόνο.
     Στη συνέχεια αφηγήτρια είναι η Τέτα, η νύφη του Βασίλη, η μητέρα των έξι παιδιών. Μάνα για όλους, με ενσυναίσθηση και αγάπη βαθιά, πηγαία, ανεπιτήδευτη. Έντιμη και ντόμπρα όπως και τα λόγια της, κι ας είναι ντιπ αγράμματη. Ο λόγος της, σε ιδιωματική (βορειοηπειρώτικη) γλώσσα, ένας εσωτερικός μονόλογος με τον οποίο περιγράφει γεγονότα και συναισθήματα, είναι σπαραχτικός.
     Στο επόμενο κεφάλαιο παρακολουθούμε τον νεαρό πια Αλέξανδρο να περιπλανιέται στην πολύβουη και πληθωρική Αμερική, κρατώντας ένα λεπτό νήμα στα ίχνη του αδερφού που δεν γνώρισε ποτέ, ενώ στο πέμπτο μέρος κρυφοκοιτάζουμε στο μαύρο σημειωματάριό του (του Αλέξανδρου), γεμάτο με τρυφερά, χειρόγραφα ποιήματα που αποκαλύπτουν την αθεράπευτη μοναξιά του.

     Ο Βασίλης, η Τέτα και ο Αλέξανδρος είναι λοιπόν οι κύριοι άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται όλο το βιβλίο. Τρεις άνθρωποι που ανήκουν σε τρεις διαφορετικές γενιές, γενιές που διατρέχουν την ιστορία και τη μοίρα της Αλβανίας. Με τον διαφορετικό τρόπο γραφής που χαρακτηρίζει κάθε ενότητα και με τις ακραίες πολιτισμικές αντιθέσεις (σκληροτράχηλο ορεινό χωριό στην Αλβανία, φτώχεια και περιορισμοί στο εμβερικό καθεστώς από τη μια, μετανάστευση στην Ελλάδα, και πληθωρική καταναλωτική κοινωνία της Νέας Υόρκης στο τέταρτο κεφάλαιο που τιτλοφορείται «electric blue»), ο αναγνώστης βιώνει, μαζί με τους ήρωες, και κυρίως μαζί με τον κεντρικό ήρωα τον Αλέξανδρο, τις αντιφάσεις του σύγχρονου κόσμου. Ενός κόσμου που κουβαλάει στις αποσκευές του μνήμες από παππούδες μιας εποχής που μοιάζει μακρινή, αλλά είναι γεμάτη πληγές και σημάδια που καλούν, που προσκαλούν τον σύγχρονο άνθρωπο να τα «θεραπεύσει» για να μπορέσει να προχωρήσει. Όπως λέει ο ίδιος ο συγγραφέας στη συνέντευξή του στην Ελένη Γκίκα, «Δεν ήρθαμε μόνο από μια άλλη χώρα, ήρθαμε από μια άλλη εποχή, ήταν σαν να μπήκα σε μια κάψουλα και να βγήκα ξαφνικά μετά από 50 χρόνια μες στον χρόνο. Αυτή η διαφορά φάσης υπήρχε και σε σχέση με την οικογένειά μου, μιας και εγώ ήμουν με διαφορά ο μικρότερος και ο μόνος που πήγε σχολείο και μεγάλωσε στην Ελλάδα». Ο Αλέξανδρος λογικά είναι ένα από τα alter ego του συγγραφέα, λοιπόν.
     Βασίλης Ζέφος, ο παππούς
     Με καταγωγή από το Δρεπένι της Νότιας Αλβανίας (Βορείας Ηπείρου) και από πλούσια αρχοντική οικογένεια ο γεννημένος το 1924 Βασίλης -που από μικρό παιδί θέλει να φύγει από το Δρεπένι- είναι προορισμένος από τα 14 του χρόνια να παντρευτεί αυτήν που του υποδεικνύει ο πατέρας του Παύλος και να αυγατίσει την περιουσία που εμπιστεύτηκαν στους προγόνους του οι δημογέροντες του Δρεπενιού, για την «ζηλευτή» ανδρεία του παππού του στην Απελευθέρωση (έδωσαν στον μοναχογιό του και στη χήρα του έναν λόφο ολόκληρο σε καλή τοποθεσία και τη γύρω γη να τη δουλέψουν)! Ο Βασίλης θέλει να σπουδάσει, αλλά λίγο μετά τον ανεπιθύμητο αρραβώνα ένα απίθανο περιστατικό τον καθηλώνει, ανάπηρο σε καροτσάκι, με κρίσεις επιληψίας και χωρίς διάθεση για ζωή. Η ανημπόρια και ο φόβος των κρίσεων (την επόμενη στιγμή μπορεί να έρθει. Όσο τον περιμένει, ο αέρας μπαίνει κρύος στο στόμα του και ο φόβος τού παγώνει το αίμα) αλλάζουν πρόσωπο καθώς διανύουμε τις δεκαετίες, ο πατέρας του καταφέρνει να τον παντρέψει με την κουτσή Ρόζα, και γεννιέται κι ένα παιδί, ο Παύλος. Παρακολουθούμε τις διαλείψεις, τις εικασίες της προβληματικής του διανόησης, την επικοινωνία με τον επίσης ξέμπαρκο, τον Κοσμά, οσφραινόμαστε την αθέλητη βία που ασκεί στον μικρό Παύλο.
     Με τον ιμπρεσσιονιστικό τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται το δεύτερο κεφάλαιο διατρέχουμε τις δεκαετίες και βρίσκουμε τον Παύλο παντρεμένο με τέσσερα παιδιά (τα άλλα δύο έρχονται αργότερα) και τη νύφη Τέτα να αγκαλιάζει στοργικά τον ανήμπορο Βασίλη με τη μεγάλη της καρδιά, να τον ταΐζει, να τον προσέχει, να του μιλάει· να του κάνει παρέα και να του έχει μαλακώσει την καρδιά. Τον κάνει να νιώθει άνθρωπος, ένας άνθρωπος ακέραιος, με αξιοπρέπεια (αυτή η γυναίκα είναι ό, τι καλύτερο του συνέβη από τη μέρα που έφαγε τη σφαίρα (…) Η Τέτα είχε μια ψυχραιμία που σ’ εκείνο το σπίτι έλαμπε όπως τα κάρβουνα κάτω απ’ τη στάχτη του τζακιού. Δεν ύψωνε ποτέ τη φωνή της, ακόμα κι όταν διαφωνούσαν ή τσακωνόντουσαν με τον Παύλο/η Τέτα ό, τι ήθελε να πάρει ή να πει απλώς το έκανε, χωρίς να το μολύνει με αμφιβολία).
      Ο Βασίλης, αυτός ο έξυπνος άνθρωπος που η κακοτυχιά τον χτύπησε σαν κεραυνός ανατρέποντας κάθε επίγεια χαρά συθέμελα, φεύγει από τη ζωή κάνοντας μια πράξη απίστευτης μεγαλοψυχίας, ουσιαστικά συγχωρώντας την πρώην αρραβωνιαστικιά του-αιτία της κακοδαιμονίας του, κατανοώντας και θαυμάζοντας «αυτή της την αδάμαστη θέληση για ζωή. Τη ζήλευε και τη θαύμαζε. Αυτός. Θαύμαζε εκείνη».
     Το τρίτο κεφάλαιο (όπως και το δεύτερο), που επιγράφεται «τσιμπιτόνι», μπορεί να σταθεί αυτόνομο, και κατά τη γνώμη μου είναι κορυφαίο μέσα στο χώρο της ελληνικής διηγηματογραφίας. Ήδη όμως, από τα προηγούμενα κεφάλαια, έχουμε αποκτήσει ένα απαραίτητο περίγραμμα, ένα πλαίσιο όπου κινούνται οι ήρωες, κι αυτό προσδίδει ιδιαίτερο βάθος. Εδώ τώρα βλέπουμε την οπτική γωνία μιας γυναίκας, μιας γυναίκας ψημένης, έξυπνης, νοικοκυράς, με ισχυρό το μητρικό ένστικτο και μεγάλη αγάπη για τη ζωή.
     Τέτα/Ηλέκτρα, η νύφη. Γυναίκα του Παύλου, μητέρα του Αλέξανδρου
     Η Τέτα, αφηγείται όπως είπαμε στη λαϊκή ντόπια γλώσσα και με αρχετυπικό λόγο. Αυτοσυστήνεται ξεκινώντας με την περιεκτική φράση «μου’ λαχε μένα να φτιάσω τη μοίρα των Ζεφαίων». Μόνο κορίτσι σε πολυμελή οικογένεια, μεγάλωσε κάνοντας δουλειές (εγώ να μαγειρεύω, εγώ να πλένω, εγώ να σκομίζω για τόσους νοματαίους του σπιτιού. Σο χωράφι από τα δώδεκα, να κουβαλάω ξύλα για την κοπερατίβα. Να φορτώνω στην μπλάτη σαφύλια και πατάτες, κλπ κλπ). Μιλά για όλα, για τον «Ενβέρη», για τον αδερφό της τον άθεο, για τον κακοτράχαλο τόπο καταγωγής της. Αφηγείται με τον δικό της τρόπο την «ιστορία των Ζεφάδων», φωτίζοντας το μυστήριο της κακοδαιμονίας του Βασίλη και δίνοντας κι άλλη εκδοχή (κάποιος τον έφα, λέει, επειδή δεν ήθελε την Ένωση με την Ελλάδα. Τον είχαν ακούσει να λέει σα παιδία που τους έκανε μάθημα σο σκολείο ότι το Δρεπένι είχε και από παλαία Αλβανούς. Ότι πρέπει να μάθουμε να ζούμε μονοιασμένοι αναμεταξύ μας. Ότι άμα μάθουμε να δείχνουμε σέβα ο ένας σον άλλονε, θα είμεσα όλοι νούρι (μια χαρά). Πού ηκούστη!).
     Η Τέτα μιλά με τρυφερότητα για τον Παύλο, για τη γνωριμία τους και την θετική της απάντηση να τον παντρευτεί παρόλο που ήταν ανήκουστο να θελήσει γυναίκα να «πάρει Ζέφο», άνθρωπο σημαδεμένο και ανάπηρο. Με συμπόνια και σπάνια καλοσύνη όμως μιλάει για τον πεθερό της τον Βασίλη, παρόλο που είναι τρομακτικός. Στη συνέχεια μιλά για τα παιδιά της που γεννιούνται ένα ένα, και φέρνουν αγάπη και χαρά στο σπιτικό, κι όλοι από τότε «γλύκαναν», ακόμα κι μισότρελη η Ρόζα.
     Με τον θάνατο του Εμβέρ (κλάμα που ρίξαμε όλοι! Αναΐα!), βάζει πείσμα να κατέβουν στην Ελλάδα, πιο πολύ σκεπτόμενη τα παιδιά (ήδη είχαν γεννηθεί τα δυο μικρά, ο Αλέξανδρος κιο Μενέλαος), να μάθουν τέχνη, να σπουδάσουν. Η μεγάλη πληγή της απώλειας του τρίχρονου Μενέλαου, αγιάτρευτη. Παρόλ’ αυτά σφίγγουν τα δόντια, νιώθουν σαν τη μύγα μέσ’ στο γάλα αλλά συνεχίζουν για τη Μεθενιά (φανταστικό χωριό στην Πελοπόννησο). Οι δυσκολίες ανυπέρβλητες, η προσαρμογή δύσκολη, οι ταπεινώσεις συνεχείς και απροσδόκητες (το ήγλεπες στα μάτια τους ότι μας είχανε για Αλβανούς, για ξένους, για φτύματα).
     Ο μονόλογος της Τέτας είναι συγκλονιστικός. Όχι μόνο γιατί διατρέχει όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια της προσφυγιάς (μέχρι το 2014 που επιστρέφει χήρα πια στο Δρεπένι), της εξοντωτικής δουλειάς, της απίστευτης προσπάθειας να εξοικειωθούν και να βρουν τον πραγματικό τους εαυτό, να κάνουν φίλους, να σπουδάσουν τα παιδιά, να τα βλέπουν να φεύγουν και να εκπατρίζονται ξανά κλπ κλπ, αλλά γιατί κρατά μέσα σ’ όλες αυτές τις αντιξοότητες σαν σπάνια φλόγα την ανθρωπιά, την κατανόηση, την αγάπη της για όλους και για όλα. Μέσα στη δίνη μιας δύσκολης επιβίωσης καταφέρνει να δίνει την καρδιά της και να προσαρμόζεται σε κάθε αλλαγή, σε κάθε αναποδιά, να κάνει όνειρα, να βλέπει μπροστά.
     Αλέξανδρος
Κάποτε είχε πιστέψει, είχε ελπίσει μάλλον ότι το μίσος θα έφτανε για να τον κάνει να σηκώνεται απ’ το κρεβάτι το πρωί, όμως τώρα το ξέρει:
Το μίσος δεν αρκεί, κι η αγάπη είναι τόσο δύσκολη

     Μεταφερόμαστε απότομα στο «σήμερα», στο τέταρτο μέρος του βιβλίου (“Electric blue”) όπου ο αφηγηματικός λόγος είναι κλασικός (όπως και στο κεφάλαιο «Πέτρος»), σ’ ένα όμως τελείως φουτουριστικό σκηνικό, στον ουρανοξύστη Χάνκοκ της Βοστόνης. Μαθαίνουμε για τον νεαρό Αλέξανδρο ότι αγαπούσε μια Άννα αλλά χώρισε, ότι η σημερινή σύντροφός του απαιτεί κουβέντα κι όχι μόνο σεξ («Είσαι σαν μηχανή» του λέει. «Ναι ρε φίλε, σαν μηχανή»), ότι τον απασχολεί το γράψιμο καθώς κρατά ποιήματα σ΄ένα «μικρό μαύρο τετράδιο» (το γράψιμο, αυτή η ανάδευση κα το κλώσιμο του πόνου, είχε σταθεί η καλύτερη αφορμή που του είχε εμφανιστεί προκειμένου να μη ζει). Γρήγορα καταλαβαίνουμε ότι ο χαμένος, χωρίς πατρίδα Αλέξανδρος, εξαφανισμένος για όλους, αναζητά ίχνη από την μυστήρια εξαφάνιση του μικρού αδερφού (τον οποίο βέβαια δεν θυμάται): λένε ότι ο Μενέλαος χάθηκε στα σύνορα –χάθηκε; Πώς χάθηκε;- λοιπόν αν ο Μενέλαος είναι έκκεντρος, ο Μενέλαος είναι πιο έκκεντρος, αν ο Αλέξανδρος είναι ευερέθιστος, ο Μενέλαος είναι πιο ευερέθιστος. Μέσα στους συλλογισμούς του Αλέξανδρου αναδεύεται σαν σε όνειρο η εκδοχή του Μενέλαου, της πορείας του σαν μικρό παιδάκι που χάθηκε, το μεγάλωμά του, η ζωή του προβάλλει σαν σε ονειροφαντασία. Για τον Αλέξανδρο και για τον αναγνώστη.
     Μια φωτογραφία τυχαία, μοιραία γίνεται αφορμή για να ξεδιπλώσει ο Αλέξανδρος την εμμονή του (με τον Μενέλαο μαζί θα μπορούσαν να γεμίσουν τις ξεχειλωμένες ρωγμές του χρόνου) και να ακολουθήσει το αμφίβολο νήμα της μέσα στις μεγαλουπόλεις της Αμερικής. Ο συγγραφέας, πέρα από το αίσθημα του «αδύνατου νόστου» μάς χαρίζει τρεις απίστευτες σελίδες όπου μεταφέρεται ο παλμός της Αμερικής, όλος αυτός ο πολύχρωμος σύνθετος κόσμος: ναι εδώ καταλήγουν, εδώ συσσωρεύονται όλα, σκόνη γίνονται και λιώνουν και χυλώνουν για να απλωθούν και να σκεπάσουν σαν μια αόρατη βλέννα στο τέλος τους δρόμους, τους ανθρώπους και τα κτίρια.
     «Βρόμικο φως», το πέμπτο μέρος
     Είναι το μαύρο σημειωματάριο που ξεφορτώνεται κάποια στιγμή ο Αλέξανδρος, γεμάτο «κείμενα γι΄αυτούς τους λίγους που μπόρεσε να αγγίξει». Αντιγράφω, από το ποίημα γραμμένο για την Άννα:
     Ποιος μου το κάρφωσε, 
όταν γεννήθηκα 
αυτό το σύννεφο στην πλάτη; 
Χριστίνα Παπαγγελή

Τετάρτη, Νοεμβρίου 02, 2022

Το αδύνατο, Erri de Luca

Αδύνατο είναι
ο ορισμός ενός γεγονότος μία στιγμή προτού συμβεί.
Όσα μηδενικά κι αν θέλετε να βάλετε,
ούτε η στατιστική ούτε εσείς μπορείτε να αρνηθείτε τις συμπτώσεις.
Υπάρχουν σε πείσμα των μηδενικών.
     Ένα μικρό βιβλίο που ισορροπεί ανάμεσα στον ορθό λόγο και στον λυρισμό, στη στεγνή μαθηματική δικανική γλώσσα και τη συναισθηματική εξομολόγηση. Ένα κείμενο-διάλογος, σχεδόν θεατρικός, όπου κάθε φράση αποκτά πολιτική και ηθική διάσταση, και που διακόπτεται από ανεπίδοτες επιστολές στο αγαπημένο πρόσωπο γραμμένες με σπάνια τρυφερότητα και εσωτερικό, ποιητικό ύφος.
     Ο κεντρικός ήρωας είναι ένας μεσήλικας αγωνιστής του αντιεξουσιαστικού χώρου (δεν κατονομάζονται λεπτομέρειες) που έχει εκτίσει στο παρελθόν πολλά χρόνια φυλάκισης για πολιτικούς λόγους, και σήμερα, περίοδο πολιτικής ηρεμίας, θεωρείται υπ’ αριθμόν ένα ύποπτος για φόνο. Συγκεκριμένα, στο απόκρημνο βουνό όπου ως φανατικός ορειβάτης και λάτρης της φύσης ανέβαινε τα τελευταία χρόνια, βρέθηκε «συμπτωματικά» την ίδια μέρα σε δύσβατο κι επικίνδυνο μέρος νεκρός ένας άντρας, καθόλου άγνωστος: ήταν ένας παλιός φίλος του και συναγωνιστής του με τον οποίο είχαν διαρραγεί οι σχέσεις, εφόσον ο τελευταίος πρόδωσε τον αγώνα και κατέδωσε πολλούς συντρόφους, μέσα στους οποίους και τον ήρωά μας. Δεν υπάρχει λοιπόν μόνο ακραία, ακατανόητη σύμπτωση, αλλά και ισχυρό κίνητρο.
Θα σας φανεί παράξενο: 
όντας σε μειονεκτική θέση, ως κρατούμενος,
πιστεύω ότι απέναντί σας πλεονεκτώ.
Έχω περισσότερες ικανότητες να αντικρούω κατηγορίες
απ’ όσες έχετε εσείς να τις αποδεικνύετε.
     Στον διάλογο που διαβάζουμε (χωρίς καθόλου πρόζα) ο δικαστής προβαίνει σε πιεστική ανάκριση, προκειμένου να αναγκάσει τον ήρωα να ομολογήσει. Η περιγραφή των γεγονότων από μεριάς του ανακρινόμενου, δηλαδή η παράθεση των γεγονότων της μέρας του «εγκλήματος» διακόπτεται από ερωτήσεις παγίδες στις οποίες ο ήρωάς μας απαντά με νηφαλιότητα, ετοιμότητα και σταθερότητα. Πέρα από την αφήγηση, που αποκτά σιγά σιγά σπάνια γλαφυρότητα, ο προδομένος αγωνιστής ξεδιπλώνει όχι μόνο έναν αμετανόητο, ανυποχώρητο και σταθερό στις πολιτικές του αξίες άνθρωπο, αλλά και κάποιες εσωτερικές σκέψεις που αποκαλύπτουν σπάνιο χαρακτήρα (καθένας από μας έχει έναν δικό του λόγο που πηγαίνει (στο βουνό). Ο δικός μου είναι να γυρίζω την πλάτη σε όλα, να πάρω αποστάσεις. Αφήνω πίσω μου όλον τον κόσμο. Μετακινούμαι σ’ έναν τόπο κενό και σ’ ένα χρόνο κενό. Βλέπω πώς ήταν ο κόσμος χωρίς εμάς, πώς θα είναι μετά. Ένας τόπος που θα έχει την ανάγκη να τον αφήνουμε στην ησυχία του). Πρόκειται για έναν αγωνιστή που ανήκει σε μια γενιά που έδρασε συλλογικά (γι’ αυτό θεωρώ ασήμαντες τις ατομικότητες, τις προσωπικότητες).
     Καθώς προχωράει η ανάκριση, ο διάλογος παίρνει φιλοσοφική χροιά. Ο κατηγορούμενος αποδεικνύεται πολύ ευαίσθητος στη χρήση των λέξεων,  επαναπροσδιορίζει τους όρους, π.χ. ο νεκρός που τον κατέδωσε δεν είναι «συνεργάτης της δικαιοσύνης» αλλά ξεκάθαρα προδότης (ένα άτομο που καρφώνει τους συντρόφους του για να εξασφαλίσει το πλεονέκτημα να μειωθεί η ποινή του, να ανακτήσει την ελευθερία του, τον χαρακτηρίζω προδότη), η «μετάνοια» ανήκει σε κάτι πολύ προσωπικό και δεν εμπορεύεται τον εαυτό της, κι όταν ο δικαστής τον χαρακτηρίζει «αδιαπραγμάτευτο», απαντά «αδιαπραγμάτευτη ήταν η ποινή που μου επιβλήθηκε –δεν μου χαρίστηκε ούτε μια μέρα. Αρνούμαι τον ορισμό σας, ο οποίος αξιώνει να κρίνει τη γνώμη που έχω για τον πολιτικό μου αγώνα». Διαφωνούν για το τι σημαίνει «εχθρός» και τι «προδότης», τι σημαίνει «θύμα». Το «νεολαιίστικο κίνημα διαμαρτυρίας» -κατά τον δικαστή- ήταν «επαναστατικό κίνημα όχι φοιτητική διαμαρτυρία», ενώ η ισότητα είναι μια πολιτική ιδέα που σημαίνει ισοδυναμία, δηλαδή ίσες ατομικές αξίες. Τα συναισθήματά του προς τους καταδότες δεν είναι περιφρόνηση/μίσος/μνησικακία, αλλά λύπηση (τέτοια άτομα καταλαβαίνουν τον ξεπεσμό τους. Κουβαλούν πάνω τους το βάρος μιας ατίμωσης). Εκείνος, παρά τον εγκλεισμό, δεν νιώθει ίχνος ταπείνωσης, αντίθετα, όπως επαναλαμβάνει πολλές φορές ο δικαστής «εκτίει την ποινή της συμμετοχής του στην οργάνωση». Και η ανάκριση κάποια στιγμή μετατρέπεται σε φιλοσοφική διερεύνηση του κατά πόσο ένα έγκλημα, έστω κι αν έχει διαπραχθεί συλλογικά, παραμένει στο πλαίσιο της προσωπικής ευθύνης. Για τον αγωνιστή μας, εξέχουσα αξία έχει βέβαια η ελευθερία (μπορείτε να μου στερήσετε λίγη από την ελευθερία κινήσεων, όχι όμως την ελευθερία να έχω τις απόψεις μου και τις πεποιθήσεις μου) και η ισότητα, αλλά κυρίως η αδερφοσύνη (είναι το συναίσθημα που συγκρατεί τα νήματα μιας κοινωνίας, ενισχύει την ενότητά της και παράγει την ενέργεια που της είναι απαραίτητη για να πολεμήσει για ελευθερία και ισότητα).
     Η διαφορά ηλικίας ανάμεσά τους δίνει το προβάδισμα στον ήρωά μας που ανταπαντά με αυτοπεποίθηση και μ’ έναν αέρα ειρωνείας (το να μαθαίνεις τα γεγονότα μέσα από δικογραφίες είναι σα να μελετάς τα άστρα κοιτάζοντάς τα να καθρεφτίζονται σ΄έναν βάλτο)· στα επιχειρήματα του δικαστή ότι τον συμφέρει να ομολογήσει την ενοχή του, δίνει την απίστευτη απάντηση «να καταδώσω τον εαυτό μου, δηλαδή, πρωτόγνωρη εμπειρία». Καθώς ο κατηγορούμενος αρνείται την παρουσία δικηγόρου υπεράσπισης (που ορίστηκε φυσικά αυτεπάγγελτα), ο δικαστής, φανερά γοητευμένος από την ισχυρή προσωπικότητα που έχει απέναντί του προχωρά σε πιο προσωπικές ερωτήσεις, που ανασκαλεύουν το παρελθόν και προσπαθούν να αλώσουν τον συναισθηματικό κόσμο. Αποκαλύπτεται ότι οι δυο παλιοί σύντροφοι (ο κατηγορούμενος και ο νεκρός) γνωρίζονταν ήδη από τα μαθητικά θρανία (όσο καλά μπορούν να γνωρίζονται όποιοι υποστηρίζουν τις ίδιες ιδέες), και σε κάποιες περιπτώσεις ο απολογούμενος δεν κρύβει τον θαυμασμό που έτρεφε στο παρελθόν για το θύμα. Ο δικαστής διεισδύοντας στην προσωπική του ζωή και στο παρελθόν, με πολύ προσωπικές ερωτήσεις προσπαθεί να σπάσει τον προστατευτικό φλοιό του κατηγορούμενου ελπίζοντας ότι κάποιο μυστικό θα διαρρεύσει, επί ματαίω όμως (υπάρχει σε σας ένα κράμα αποφασιστικότητας και απόγνωσης που για πρώτη φορά συναντάω).
Μαζί σου έμαθα τη λέξη αγάπη
και τις μέρες-πασχαλινά αυγά,
καθεμιά με μια έκπληξη κρυμμένη μέσα της
     Οι ενδιάμεσες επιστολές που απευθύνονται στην αγαπημένη γυναίκα, σαν ιντερλούδια μας μεταφέρουν σ’ έναν κόσμο τρυφερό, γεμάτο ποίηση και συναισθήματα, σε αντίθεση με το στεγνό, μαχητικό και αμυντικό χαρακτήρα των διαλόγων (αν και προς το τέλος σπάει το τσόφλι). Όπως και στο βιβλίο «Τα ψάρια δεν κλείνουν τα μάτια», η μεγάλη διάνοιξη της συνείδησης γίνεται μέσα από την αγάπη στο «πρόσωπο» (σε αντίθεση με τον απρόσωπο χαρακτήρα του συλλογικού αγώνα). Μέσα στο κελί της απομόνωσης, όπως επισημαίνει κι ο ίδιος, έχει την δυνατότητα να αντιλαμβάνεται τις «αποχρώσεις ανεπανάληπτων στιγμών». Μας μεταφέρει ριπές απ’ αυτές τις στιγμές, μονάκριβες αναμνήσεις που τον κάνουν ακόμα ευτυχισμένο· μιλάει ελεύθερα από καρδιάς, εκμυστηρεύεται ότι το να πηγαίνεις στο βουνό, να το ανεβαίνεις, να φτάνεις στην κορφή του, είναι μια προσπάθεια με τις ευλογίες του ανώφελου, κυρίως όμως της μιλάει για τις αποχρώσεις της αγάπης του, μια κατάσταση που δεν την είχε γνωρίσει προτού τη συναντήσει. Που πάει πέρα από τους καυγάδες, τις συγκρούσεις τα ελαττώματα, ώσπου φτάνει ν’ αγαπήσει ακόμα κι αυτά (είναι όπως στο βουνό, μου αρέσει κάθε έκφρασή του, ακόμα κι η βροχή, που σε μουσκεύει καθώς κινείσαι, δε σου παγώνει το σώμα και δε σε αναγκάζει να προφυλαχτείς κάπου/έτσι αποφάσισα αυτός είναι ο δικός μου ορισμός της λέξης αγάπη: εσύ).
     Μιλάει στην αγαπημένη του για τον χρόνο του μέσα στην απομόνωση, τις κουβέντες που αντάλλαξε με τον ανακριτή, κι εκφράζει τις ενδόμυχες σκέψεις του και  τη φαντασία του που στήνει εικόνες και παιχνίδια μέσα στη μοναξιά του (εδώ μέσα είσαι παντού. Δε σε φανταζόμουν τόσο σταθερή). Κυρίως όμως την ευτυχία του να την σκέπτεται, μια ευτυχία που τον κάνει να μην καταλαβαίνει τους συγκρατούμενούς τους που ζηλεύουν τις γυναίκες τους: ένα σωρό στιγμές ευτυχίας έζησα μαζί σου, δεν μου τις στέρησες ποτέ, αντίθετα σκαρφίστηκες τόσες, που δεν μπορούσα καν να τις φανταστώ. 
Εκείνες είναι δικές μου, καταδικές μου, με κανέναν άλλον δεν μπορούν να υπάρξουν ξανά.
     Μέσα από την τελευταία επιστολή στη Λαβίνια μαθαίνουμε και ότι η σχέση ανακριτή και ανακρινόμενου ξεπερνάει τα συνήθη όρια κι έχει απροσδόκητη κατάληξη, αντάξια του ήθους του ήρωα και αρκετά αμφίσημη.
Χριστίνα Παπαγγελή