Κυριακή, Οκτωβρίου 25, 2026

Γκάρνα, Μουράτης Κοροσιάδης

       Γύρισε μόνο το κεφαλάκι της και με το ράμφος της τράβηξε και έβγαλε ένα πούπουλο απ’ τα φτερά της. Κι όπως το πατούσε και το έσερνε, αυτό μαδούσε και χάλαγε. Έβγαζε τότε άλλο πούπουλο απ’ τα φτερά της. Και ξανά πάλι.
      «Γκάρνα» είναι το πρώτο μυθιστόρημα του αγαπημένου φίλου και συγγραφέα Κοροσιάδη, μετά τα πρώτα δείγματα λογοτεχνικής γραφής, τις συλλογές διηγημάτων του «Το σύνθημα» και «Ήμερες ημέρες», (να σημειώσουμε ότι ο συγγραφέας έχει γράψει και το «Ίχνη λαϊκιστικού και αντιλαϊκιστικού λόγου στην Αρχαία Αθήνα» επιστημονικό έργο στον τομέα της πολιτικής επιστήμης).
     Πρόκειται για ένα πολυδιάστατο και χορταστικό μυθιστόρημα που μας μεταφέρει σε γνώριμο χωριό του νομού Δράμας (δεν κατονομάζεται αλλά πρόκειται για τη γενέτειρα του συγγραφέα, τα Κύργια), και μας προσγειώνει από τη σφαίρα του φαντασιακού και του υποκειμενικού (όπου μας ταξίδευαν τα διηγήματα και κυρίως η δεύτερη συλλογή) στο γήινο, στο πραγματικό, το ρεαλιστικό· και από τη σφαίρα του ατομικού, που εκδηλώνεται στα διηγήματα κατά κανόνα μ’ έναν μοναχικό ήρωα/ηρωίδα (που βέβαια δεν ζει στη γυάλα αλλά αναζητεί την ταυτότητά του σε διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες) στον κόσμο του κοινοτικού, του συλλογικού. Πιο συγκεκριμένα, στον κόσμο του χωριού, το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.
     Κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο
     Έτσι λοιπόν, το μυθιστόρημα βασικά «πατάει» στην Ιστορία, με γιώτα κεφαλαίο, χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπάρχει μυθοπλασία. Όμως, τα ήθη, οι συνθήκες, το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο ακόμα και κάποια περιστατικά είναι βασισμένα στην ιστορική πραγματικότητα και είναι αναγνωρίσιμα σε όποιον έζησε στην περιοχή. Ξεκινώντας από τη δεκαετία του ‘60, και φτάνοντας μέχρι περίπου το 1985, ο συγγραφέας μέσα από μεγάλα και μικρά επεισόδια, κυρίως βέβαια μέσα από τους ήρωές του και την ψυχοσύνθεσή τους, μας επιτρέπει να ζήσουμε -ξανά για κάποιους- την ατμόσφαιρα που υπήρχε αυτήν την περίοδο σ’ αυτήν τη γωνιά της ελληνικής επαρχίας (και όχι μόνο), με τα ιδιαίτερα προβλήματα, τα πάθη, τις έγνοιες τις δυσκολίες, τις διχόνοιες αλλά και το μεγαλείο της: φτώχεια που διώχνει τους νέους για μετανάστες στη Γερμανία· παιδιά που μεγαλώνουν με γιαγιάδες και θείους· καλλιέργεια καπνών (ιδιαίτερα ευνοϊκές οι συνθήκες στη Βόρεια Ελλάδα) με όλες τις δυσκολίες παραγωγής (επίπονη εργασία, υψηλό κόστος, κίνδυνος μη απορρόφησης της παραγωγής)· λύκοι που κατεβαίνουν απ’ τα βουνά και απειλούν τους ανθρώπους μέσα στα χωριά· απίστευτες ιστορίες για λίρες κρυμμένες απ’ τον πόλεμο που οι απόγονοι -Τούρκοι και Έλληνες- τις ψάχνουν και οδηγούνται μέχρι και σε φονικά· κατάρες και μάγια από τις γριές του χωριού και τέλος, κίνδυνοι που παραμονεύουν τα μικρά παιδιά που τρέχουν και παίζουν ελεύθερα κι ανεξέλεγκτα στα δρομάκια, στα χωράφια, στα ποτάμια, στα δάση.
     Αλλά και οι καθαρά πολιτικές συγκυρίες είχαν τις ιδιαιτερότητές τους συγκριτικά πάντα με την υπόλοιπη Ελλάδα: η πρόσφατη σχετικά συνύπαρξη με τους Τούρκους (απελευθέρωση Ανατολικής Μακεδονίας 1913, ανταλλαγή πληθυσμών 1922, πολλοί πρόσφυγες πρώτης και δεύτερης γενιάς) έχει αφήσει τα σημάδια της, πρώτα πρώτα στην ντοπιολαλιά που είναι αναμεμειγμένη με πολλά τούρκικα (και ποντιακά) στοιχεία, καθότι οι περισσότεροι παππούδες κι οι γιαγιάδες καταλάβαιναν και μιλούσαν ακόμα τούρκικα, ή ήρθαν από Μικρασία-Πόντο· επίσης, οι Βουλγαρικές κατοχές, με πιο πρόσφατη την τρίτη 1941-1944,[1] που έχει σημαδέψει τη γενιά του πολέμου κι έχει ξεχωρίσει κάποιους ως «βουλγαρογραμμένους», διχάζοντας τους χωριανούς και κληροδοτώντας τα τραύματα στους μεταγενέστερους· στη ίδια περίοδο βουλγαρικής κατοχής μάλιστα, κάποιοι στρατεύσιμοι οδηγήθηκαν ως «ντουρντουβάκια»[2] σε καταναγκαστικά τάγματα εργασίας στη Βουλγαρία, κουβαλώντας άλλου τύπου τραυματικές αναμνήσεις.
     Και φυσικά συναντάμε και τις γνωστές παθογένειες που αφορούν όλη την τότε Ελλάδα μετά τον πόλεμο και τη λαίλαπα του εμφυλίου, όπως πολιτικές διχόνοιες, πάθη, μνησικακίες και μίση μεταξύ δεξιών και αριστερών, χουντικών και «Κομμουνιστοσυμμοριτών». Βλέπουμε τον ρόλο του αγροφύλακα, του χαφιέ, του χωροφύλακα, του παπά, που σ’ αυτές τις μικρές κοινωνίες είναι κυριαρχικός, και την αδίστακτη δράση των ΤΕΑ (Τάγματα Εθνικής Ασφαλείας) που εκφόβιζαν και τρομοκρατούσαν τον κόσμο. Τέλος, τη μιζέρια, τη φτώχεια και την απατεωνιά αγκαλιά με στιγμές μεγαλοσύνης και αλληλοβοήθειας, με κορυφαία την τρυφερή καρδιά της γιαγιάς Μαριώρας.
     Πνεύμα και ύφος
     Από τις πρώτες σελίδες ξεχωρίζει ο κεντρικός ήρωας, ο εξάχρονος Δημητράκης, γύρω από τον οποίο περιστρέφεται όλη η αφήγηση. Γεννημένος το 1958, με γονείς μετανάστες στη Γερμανία, μεγαλώνει με την ακαταμάχητη γιαγιά Μαριώρα, και φτάνουμε να τον παρακολουθούμε μέχρι την ηλικία των 28 χρόνων. Θα μπορούσαμε λοιπόν από μια άποψη να ισχυριστούμε ότι έχουμε μια ιστορία «ενηλικίωσης». Όμως και πάλι, ο έντεχνος κι αβίαστος εγκιβωτισμός πολλών παράλληλων ιστοριών ανθρώπων του χωριού -και όχι μόνο- όπως του καπετάνιου, της Μαρίας, του παπα-Μιχάλη, των Τούρκων που ήρθαν για να βρουν τις λίρες του παππού τους κ.α., σπάει τη χρονική γραμμικότητα της βασικής αφήγησης και μετατοπίζει το κέντρο βάρους, δηλαδή τον κύριο άξονα, στην ιστορία του χωριού, ή μάλλον στην Ιστορία με γιώτα κεφαλαίο. Ούτε απ’ την άλλη ο συγγραφέας κάνει «ηθογραφία», αν και έμμεσα και κατ’ ανάγκην αναφέρονται πολλά στοιχεία από τις συνήθειες, τους τρόπους, τα ήθη του χωριού, όπως π.χ. το βελόνιασμα των καπνών, οι γκιουμέδες, τα σεμεδάκια, τα Μπαμπούγερα (ένας αχταρμάς από ζώα και ανθρώπους αγκαλιάζονταν, σπρώχνονταν, γελούσαν. Κι όλους μαζί τους σκέπαζε ο ήχος των κουδουνιών, της γκάιντας και του νταχαρέ. Χαρούμενος και τρομακτικός, ρυθμικός και ασύντακτος σκαρφάλωνε χωρίς να κουράζεται μέχρι τα βουνά), πάντα όμως εξυπηρετώντας τη δράση. Είναι φανερό λοιπόν ότι η βαθύτερη πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι η «λαογραφική» καταγραφή.
     Κι αυτό γιατί τα κεφάλαια που απαρτίζουν το βιβλίο έχουν μια σχετική αυτονομία και φέρνουν στην επιφάνεια περιστατικά της ζωής στο χωριό και της ζωής του Δημητράκη που όμως είναι έκτακτα, «εξαιρετικά», με την έννοια της εξαίρεσης, πολλά μάλιστα απ’ αυτά έχουν ιδιαίτερη σκληρότητα ενώ η εξέλιξη δημιουργεί στον αναγνώστη συναισθήματα αγωνίας, έκπληξης, βαθιάς θλίψης, ακόμα και οργής (απίστευτες πολλές από τις ιστορίες όχι όμως απίθανες να συμβούν, και χωρίς να προσβάλλεται ποτέ το αίσθημα της αληθοφάνειας)! Πρόκειται για «επεισόδια» σαν χάντρες στο ίδιο κομπολόι που με τους ίδιους πάνω κάτω πρωταγωνιστές συνθέτουν μια μεγαλύτερη αφήγηση, κάθε επεισόδιο όμως κρύβει μια μικρή τραγωδία, όπου συναντά κανείς ακόμα και τα αριστοτελικά στοιχεία του είδους, πέρα απ’ τον «έλεο και φόβο» που είπαμε πριν, τις έννοιες της δέσης-λύσης (στοιχείο που το είδαμε και στα διηγήματα)[3], αλλά και της «περιπέτειας», με την αρχαία σημασία της «μεταβολής της τύχης». Και η «λύση», ή αλλιώς η κάθαρση, πολλές φορές εμπεριέχει τον θάνατο, που περιγράφεται (αντίθετα με την αρχαία τραγωδία) με ρεαλιστικό, σκληρό και αμείλικτο τρόπο.
     Αυτή η σκληρότητα αντισταθμίζεται βέβαια με τις εκτεταμένες διαλογικές σκηνές, χαρακτηριστικές για την παραστατικότητα, τη ζωντάνια αλλά και το πικρό χιούμορ μέσα απ’ το οποίο αναδεικνύονται οι χαρακτήρες με τα ανθρώπινα πάθη τους. Οι απολαυστικοί αυτοί διάλογοι αποδίδουν μια έντονη θεατρικότητα και ανακουφίζουν τον αναγνώστη από τη ζοφερότητα των σκοτεινών επεισοδίων, διασκεδάζοντας/διασκορπίζοντας την τραγικότητα και συνυφαίνοντας το αποτρόπαιο με το κωμικοτραγικό, και γιατί όχι, με το κωμικό. Πολλές σκηνές μάλιστα φτάνουν στο γκροτέσκο, όπως η σκηνή της ταφής του καπετάνιου που γίνεται κάτω από κατακλυσμιαία βροχή, με κίνδυνο το φέρετρο να γίνει βάρκα (δεν είχαν ξαναδεί φέρετρο να αρνείται τον ενταφιασμό του).
     Υπάρχει όμως κι ένα ακόμα χαρακτηριστικό της γραφής του Κοροσιάδη που αντισταθμίζει την οδύνη, τη δυσφορία ή την αγωνία που πολλές φορές μεταφέρεται στον αναγνώστη μόνο και μόνο από τα εξωτερικά γεγονότα, τα λόγια ή τις πράξεις των ηρώων/ίδων. Αυτό που θα ονομάσω «παρεκβάσεις» ή «εμβόλιμες σκέψεις», όπου σα να σταματά ο κινηματογραφικός χρόνος (και πράγματι, η παραστατικότητα και στους διαλόγους και στην εξωτερική περιγραφή έχει μια κινηματογραφική υφή), και ο παντογνώστης αφηγητής/συγγραφέας παραθέτει σκέψεις και συναισθήματα, πιο καθολικά και πιο φιλοσοφικά, σαν ένας θυμόσοφος παρατηρητής. Στο κεφάλαιο π.χ. «Τα σεμεδάκια», μετά από έναν χαρακτηριστικό διάλογο με τις γυναίκες του χωριού που μαζεύονταν όλες μαζί κι έπλεκαν, κι αφού η γιαγιά άνοιξε το σεντούκι για να δείξει τα έργα της στον Δημητράκη, παρεμβαίνει ο αόρατος αφηγητής:
     «Ήταν η κρυφή γλώσσα των γυναικών. Οι πόθοι τους σε μια ζωή βουβή και υποταγμένη. Ο κρυπτογραφημένος κόσμος τους (…) Βιβλία ήταν τα πλεκτά τους. Ποιήματα διπλωμένα και σιδερωμένα. Γραμμένα σε καλλιγραφική γραφή. Πνιγμένα σε σεντούκια σκοτεινά. Ήταν τα «σ’ αγαπώ» που δεν ακούσανε ποτέ. Οι «καλημέρες» που δηλητηριάστηκαν πριν γεννηθούν. Οι «καληνύχτες» που μάταια περίμεναν. Όλη η σιωπή που δίδασκαν στις κόρες τους με νεύματα. Αυτή ήταν η αληθινή τους προίκα».
     Ήρωες και πλοκή
     Ως προς την πλοκή, λοιπόν, έχουμε ένα γαϊτανάκι από μικρές, σχετικά αυτοτελείς ιστορίες με πολλές ανατροπές, ένα μωσαϊκό που σχηματίζει την ποικιλότητα της ζωής σ’ αυτήν τη γωνιά της γης. Ενδεικτικοί οι τίτλοι π.χ. «Ο φούρνος», «Το ποδήλατο», «Τα ζάρια», «Γέφυρα», «Το βελόνιασμα», «Η ανάκριση» κ.α., κατά την αγαπημένη συνήθεια του Κοροσιάδη να τιτλοφορεί λιτά και υπαινικτικά τις επί μέρους ιστορίες, μ’ ένα βασικό ουσιαστικό, όπως είδαμε και στα διηγήματα. Η απίστευτη ιστορία του ηρωικού καπετάνιου που την αφηγείται στο καφενείο, όταν διέσωσε τη ζωή ενός ναύτη στα καράβια που με δεξιοτεχνικό τρόπο συνυφαίνεται με τη συγκλονιστική ιστορία του επικηρυγμένου λύκου που βρέθηκε μπροστά στον εξάχρονο Δημητράκη, τότε που σε μια νύχτα από ΒΒημήτρης έγινε Δημήτρης, κι από ζαβαλής έγινε «ασλάν»[4]…, όταν δηλαδή έσωσε ο Δημητράκης με τη σειρά του τη ζωή του καπετάνιου. Και, παρόλο που σώθηκε, έφυγε λίγες μέρες αργότερα για το μεγάλο ταξίδι από στραβοτιμονιά της τύχης κι από κακό του κεφαλιού του (αγνώριστος ο καπετάνιος. Πρησμένος και παραμορφωμένος. Άλλο το χρώμα του. Βουβή η φωνή του. Άλλος ήτανε. Όχι αυτός που ήξερε ο ασλάν Δημητράκης). Έχουμε τον απόηχο από την ιστορία όπου ο βουργαρογραμμένος πατέρας του αγροφύλακα σκότωσε (το 1943) τον αρχηγό των ανταρτών Δημητριάδη μέσα στην πλατεία με βάρβαρο τρόπο (λιθοβολισμό και χτυπήματα με τον υποκόπανο) κατ’ εντολήν του τρομερού Βούλγαρου Βόρι (υπαρκτό πρόσωπο), ενώ μαθαίνουμε αργότερα απ’ τον αγροφύλακα (τον πιστεύουμε;) ότι διαφορετικά ήταν τα κίνητρα του δολοφόνου (ο ασλάν Δημητράκης ήξερε πως ο πλούτος βασίζεται στο αίμα και στον φόνο. Ότι ο έρωτας κι η ευτυχία θα μπορούσαν κι αυτά να αναζητηθούν εκεί, αυτό δεν το φανταζόταν). Βλέπουμε τον κόσμο της Μαρίας της καλύτερης μαθήτριας του σχολείου και παραστάτριας, να σκοτεινιάζει μετά τις άνομες χειρονομίες του δασκάλου, ένα χειμωνιάτικο πρωινό (ξέχασε τα παιχνίδια και τα γέλια η Μαρία. Ξέχασε τις κρυψώνες, το κυνηγητό αι το τζαμί. Η Μαρία δεν ήταν πια αυτή που ήξερε ο ασλάν Δημητράκης).
     Αυτά είναι ενδεικτικά κάποια βασικά επεισόδια που δεν έχουν άμεση σχέση με τον Δημητράκη, τον κεντρικό ήρωα του βιβλίου (εκτός απ’ τη σκηνή με τον λύκο). Γιατί υπάρχουν μεν πολλές παράλληλες ιστορίες, αλλά ο φακός του συγγραφέα ακολουθεί κατά τον κύριο λόγο τον ήρωά μας. Ο Δημητράκης είναι ένα μοναχικό, έξυπνο κι ευαίσθητο παιδί, που καθώς μεγαλώνει αποκτά όλο και περισσότερο θάρρος και παρρησία. Πέρα απ’ τη μεταμόρφωσή του σε Δημητράκη (από ΒΒημήτρη σε ασλάν Δημήτρη) -που σηματοδοτεί το πέρασμα απ’ τη νηπιακή ηλικία στην παιδική καθώς και την αποδοχή/σεβασμό από μικρούς και μεγάλους στο χωριό-, υπάρχουν και άλλα καθοριστικά περιστατικά που διαμορφώνουν την προσωπικότητά του, την επηρεάζουν, την εξελίσσουν. Κομβικό είναι π.χ. και το επεισόδιο με τον ειρωνικό ή μάλλον δίσημο τίτλο «Η βάπτιση», μία απ’ τις μικρές τραγωδίες που προανέφερα, που καταλήγει στον θάνατο δυο παιδιών. Έτσι, εκτός απ’ την αναμέτρηση με τον λύκο και τον καπετάνιο, στα δεκατέσσερα ο Δημητράκης περνάει μια ακόμα μεγάλη δοκιμασία καθώς πνίγονται δυο συμμαθητές του/βασανιστές πουλιών, τα ονομαζόμενα «δίδυμα» μπροστά στα μάτια του, κι ενώ προσπαθεί -απρόθυμα είναι η αλήθεια- να τους σώσει! Ο Δημητράκης που αγαπά ιδιαίτερα τα πουλιά, είναι ήδη αναστατωμένος βλέποντας ότι η αλαναρία του χωριού με προεξάρχοντες τα δύο αδέρφια, πιάνει τα πουλάκια για να τα βασανίσουν και να τα σκοτώσουν (και πρέπει να σκοτώνουμε πουλάκια; Αυτά είναι γιαβράκια ρε. Έπιασες καμιά φορά κανένα να δεις πόσο γρήγορα χτυπάει η καρδιά του απ’ το φόβο;). Η στάση λοιπόν του Δημητράκη είναι αμφίθυμη, καθώς κι οι παριστάμενοι αλλά κι εμείς αναρωτιόμαστε αν σκόπιμα τους άφησε να πνιγούν στη γκιόλα όπου γλιστρήσανε ή όντως ζαλίστηκε (τι κάνεις, ρε, γιατί μ’ αφήνεις), κι όταν πια μαθεύτηκε η συμφορά, με κλωτσιές και γροθιές καταφέρνει να «ξεσφραγίσει» την τρομερή κατάρα της πολύπαθης θείας Ζαφείρας, της γιαγιάς των άτυχων παιδιών, που τον θεώρησε υπεύθυνο (σκόρπισαν όλα στον αέρα. Μαντζούνια, φτερά, κόκκαλα, πόδια. Μαζί το αίμα κι οι κατάρες. Άλλα έπεσαν στην αυλή κι άλλα πήγαν στον ουρανό).
     Μετά από το συγκλονιστικό αυτό επεισόδιο ο Δημητράκης έπεσε σε βαθύ λήθαργο για σαράντα μέρες (κλείσανε τα μάτια του. Και ξανανοίξανε ύστερα από σαράντα μέρες). Η αρρώστια του αυτή έφερε εκτάκτως τους γονείς του πίσω από τη Γερμανία μετά από τέσσερα χρόνια (είναι η μοναδική σκηνή όπου τους βλέπουμε στο μυθιστόρημα, κι η μοναδική αναφορά που γίνεται στον πατέρα), που με ασυνήθη σκληρότητα ξαναφεύγουν προτού ανανήψει ο Δημητράκης (- Και άμα δε γίνει καλά το παιδί, πάλι θα φύγετε; -Θα γίνει. Όλα τα’ χει. Τίποτα δεν τον λείπει. Μάνα είμαι και ξέρω. Αλλά δεν έχουμε και το δικό του το χαβά. Πρέπει να δουλέψουμε). Κι είναι η πρώτη φορά που ο συγγραφέας υποδηλώνει τον καημό που τρώει τον ήρωά μας, τη στέρηση της μάνας, της μητρικής αγκαλιάς. Αυτήν την «πρώτη προδοσία», όπως θα την ονομάσει αργότερα, όταν συνειδητοποιήσει τον αντίκτυπο αυτής της στέρησης. Όμως τώρα δεν υπάρχουν λόγια ακόμα, μιλάει το σώμα, και το σώμα δε λέει να ξυπνήσει. Το μόνο που λέει στη γιαγιά του (δεν θα ανοίξεις τα ματάκια σου να δεις τη μάνα σου, αγόρι μου;) είναι ότι μυρωδιά της μάνας του, είναι «μπαγιάτικη», και η αγκαλιά της επίσης. Μόλις έφυγε το ταξί με τους γονείς του, τότε μόνον άνοιξε τα μάτια του!
     Θέλω να δω τις πληγές που έχεις στο στήθος σου,
     Θέλω να μου δείξεις τα σημάδια που έχεις στην καρδιά σου.
Έτσι πέρασαν για τον Ασλάν Δημητράκη τα λεπτά,
οι ώρες και τα χρόνια το βράδυ εκείνο της μεγάλης επιστροφής.
Ανήμπορα στάθηκαν τα φιλιά του να θεραπεύσουν τα τραύματά της.
Ανήμπορη και η θεία μετάληψη να θεραπεύσει τα δικά του.
     Το επεισόδιο λοιπόν στη γκιόλα σηματοδοτεί μια νέα μετάβαση στη ζωή του Δημητράκη. Και τον βλέπουμε στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη να φοιτά σε τεχνική σχολή για ηλεκτρολόγους, ενώ παράλληλα σερβίρει καφέδες για να τα βγάλει πέρα. Εκεί έχει επαφή με ανθρώπους της πόλης, εργαζόμενους κι αφεντικά, ακούει πρώτη φορά για συνδικαλισμό, εργατικά δικαιώματα, θεωρίες περί κομμουνισμού και παραπετάσματος, τον βλέπουμε αργότερα να υπερασπίζεται τα συμφέροντα των εργατών (υπάρχει χειρότερη συνήθεια απ’ τη δουλειά;). Κυρίως όμως αυτήν την περίοδο γνωρίζει τη Μαρία (αυτήν την «ιέρεια της λύπης»), που θα του αλλάξει τη ζωή (σιωπές που συναντήθηκαν μέσα στο δάσος). Πρόκειται για μια «συνάντηση» όχι μόνο ερωτική αλλά και πνευματική, που αποδίδεται με πολύ μοναδικό και ιδιάζοντα ποιητικό τρόπο, όπως όλες οι γνήσιες συναντήσεις ανήσυχων ψυχών. Η Μαρία είναι μια κοπέλα που κρύβει κι αυτή μια τραγική ιστορία, μεγαλύτερή του μεν, αλλά που έχει όνειρο να πάει στην… Κούβα, στη Νικαράγουα, στη Λατινική Αμερική (Να πολεμήσω με τους αντάρτες. Να κάνω ό, τι έκανε ο Τσε). Η γνωριμία μ’ αυτήν την ιδιαίτερη προσωπικότητα είναι ένα νέο άνοιγμα, θα λέγαμε μια ακόμα επισταθμία στην εσωτερική πορεία του ήρωά μας, και οι σχετικές σελίδες που χαρίζει ο συγγραφέας στους αναγνώστες είναι απολαυστικές, γεμάτες χιούμορ, φαντασία, λυρισμό, ρομαντισμό αλλά και πίκρα· γιατί η Μαρία δεν είναι διατεθειμένη να κάνει πίσω στα όνειρά της…
     Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για μια πρωτοπόρα γυναίκα, που φτάνει στο σημείο να… φορέσει το πετραχήλι και να εξομολογήσει τον δύστυχο παπα-Μιχάλη που τους έκρυψε από τα «μπασκίνια» που τους κυνηγούσαν, και λέω δύστυχο γιατί αφηγείται κι αυτός μια σπαραχτική τραγική ιστορία που τον ταλανίζει μέχρι την οριστική κατάληξη.
Τότε η φτώχεια της μάνας
 Τώρα οι ελπίδες της Μαρίας
     Ωστόσο η απόφαση της Μαρίας να φύγει είναι αμετάκλητη, κι έτσι με ένα θριαμβευτικό κρεσέντο, ένα - ταξίδι στη Θάσο με σκηνή, μαγικό και απόκοσμο («μετακομίσαμε στο όνειρο») ουσιαστικά οι δυο ερωτευμένοι σφράγισαν μια αγάπη ξεχωριστή, δυνατή αλλά εφήμερη... Ενωμένοι με τη φύση, απολαμβάνοντας τη θάλασσα, τη γύμνια, τα χρώματα, το σκοτάδι, το σώμα τους, τον έρωτα· εκεί ο Δημητράκης χρίστηκε ποιητής… Εκεί η Μαρία του χάρισε το τετράδιο για να γράψει τα πρώτα του ποιήματα, την πρώτη συλλογή «Το ακρωτήρι των γλάρων» (είσαι πλούσιος και δεν το ξέρεις). Εκεί έζησε το όνειρο, την τέχνη, τον πλούτο της ψυχής παρόλο που υπήρχε το φάσμα της επικείμενης φυγής (η Μαρία έκρυβε τη λύπη της. Όμως χρόνια γι’ αυτό το ταξίδι ετοιμαζότανε. Γι’ αυτή τη δεύτερη ζωή. Η αγάπη από τη μια, η ελπίδα από την άλλη). Και, σύμφωνα με την αγαπημένη συνήθεια του συγγραφέα να συνυφαίνει το τραγικό με το κωμικό, το λυρικό με το ρεαλιστικό, όλη η ένταση των αποχαιρετιστήριων στιγμών διασκορπίστηκε με το επεισόδιο των απατεώνων τσομπάνων, που καραδοκούσαν με μπανιστήρι για να ορμήσουν και να επωφεληθούν παντοιοτρόπως! Ένα επεισόδιο που θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο, ωστόσο η κατάληξη ανακουφίζει τον αναγνώστη.
     Και η Μαρία έφυγε.
Μονή σκέψη, μονή ανάσα, μονό τσιγάρο, μονό αύριο. Όλα μονά.
Οι άνθρωποι, έχουν κι αυτοί κάτι που τους τραβάει πάντα στον βυθό.
Έχουν και κάτι που τους σπρώχνει προς τα πάνω.
     Και βλέπουμε πια τον Δημητράκη ξανά στο χωριό, αφού απολύθηκε από φαντάρος, πιο ώριμο πολιτικά, πιο ετοιμόλογο και πιο αποφασιστικό. Ίσως και λίγο πιο πικρόχολο, πιο ανυποχώρητο, πιο ασυμβίβαστο (απολαυστικός κι ο διάλογος με τον παπά, που προσπαθεί να τον πείσει ότι τα μεγάφωνα δεν ενδείκνυνται στην εκκλησία γιατί «οι γριές δεν μπορούν ν’ ακούνε την εκκλησία και να κάνουνε και δουλειές στο σπίτι τους», ό δε μέγιστον «να κατεβάζουν τα βρακιά τους και να κατουράνε»). Ωστόσο ενδίδει στις πιέσεις του αγροφύλακα (θυμίζω ότι ο αγροφύλακας είναι χουντικός, γιος βουλγαρογραμμένου) και δύο Τούρκων αδερφών, του Αχμέτ και του Αλπαρσλάν, που επέστρεψαν στην Ελλάδα για να βρουν τις λίρες του παππού τους, να βοηθήσει κι αυτός στην αναζήτηση. Πρόκειται για ένα επεισόδιο πάλι καθοριστικό γιατί σημαδεύει την ψυχή του Δημητράκη και του αλλάζει τη ζωή, μια νέα περιπέτεια με τις φαιδρές και τις τραγικές της όψεις, που επεκτείνεται σε πέντε κεφάλαια (με πολλές εγκιβωτισμένες μικροϊστορίες) κι αποκαλύπτει νέες πτυχές του χαρακτήρα, όχι μόνο του Δημητράκη αλλά και των τριών συνεργών. Αυτό που εντυπωσιάζει είναι οι διαφορετικές προσωπικότητες των δύο αδερφών, αλλά και οι λαϊκές κουβέντες που ανταλλάσσουν εκφράζοντας άλλος τον εθνικισμό του (όλα απ’ τους Έλληνες ξεκίνησαν/οι λίρες είναι στη δικιά μας τη γη/για να είσαι αληθινός ήρωας, πρέπει να έχεις ελληνικό αίμα), άλλος την αγάπη για την πατρίδα (ήταν και δικά μας πριν λίγα χρόνια ρε ασλάν/εδώ μιλάμε για την περιουσία της οικογένειάς μας) κι άλλος πιο προοδευτικές απόψεις (πριν τους Έλληνες ήταν άλλοι εδώ. Και πριν από κείνους άλλοι. Και στα διπλανά μέρη ζούσαν άλλοι άνθρωποι. Όλοι κάτι δίνουν κάτι παίρνουν. Έτσι προχωράει ο κόσμος). Ο αναγνώστης ζει στιγμές αγωνίας μαζί με τους ήρωες, διασκεδάζει με τους αδιέξοδους διαλόγους που αποκαλύπτουν τις διαφορετικές προθέσεις του καθένα, την αυθόρμητη ανθρωπιά ίσως, αλλά παρατηρεί και τις καχυποψίες που γεννιούνται ανάμεσά τους, τους τσακωμούς, τις συμμαχίες, τα ρίσκα, και κυρίως την πλεονεξία που κάνει τον άνθρωπο να φτάνει στα άκρα, στο όριο του θανάτου ή του φόνου. Γιατί και αυτό το επεισόδιο καταλήγει με πολύ τραγικό τέλος.
-Δεν ξέρεις πόσο προδομένος ένιωσα που έφυγε. Για δεύτερη φορά.
-Για δεύτερη;
- Η πρώτη ήταν η μάνα μου.
     Ένας οδυνηρός διάλογος με τη γιαγιά Μαργιώρα, που ανησυχεί για την αποκατάσταση του εγγονού της και τον γυροφέρνει με σχετικές κουβέντες, είναι και η αφορμή για να αποκαλύψει ο συγγραφέας τα βαθύτερα υπόγεια στρώματα της ψυχής του Δημητράκη, που νιώθει διπλά προδομένος και εγκαταλελειμμένος… κι ίσως αυτό το υπόγειο τραύμα είναι που εξηγεί πολλές πλευρές του χαρακτήρα του, όπως μια κάποια αστάθεια στις αξίες, μια κάποια σκληρότητα, μια κάποια ανηθικότητα… (να σημειώσουμε εδώ ότι ο παντογνώστης συγγραφέας δεν κρίνει και δεν κατακρίνει ούτε μια στιγμή τις επιλογές του ήρωά του, όλα αναδεικνύονται μέσα από τις πράξεις και τα λόγια του).
     Έχουν περάσει πια τα χρόνια, και η Μαρία έχει εξαφανιστεί, ούτε γύρισε, ούτε έστειλε κάποιο σημείο ζωής. Η γιαγιά είχε συμπαθήσει πολύ τη Μαρία και, παρά την εξαφάνιση, διατηρεί καλοπροαίρετη στάση απέναντί της (εμένα, στην καρδιά μου μέσα μπήκε αυτό το κορίτσι), όμως ο Δημητράκης έχει σκληρύνει και της απαντά λογικά και αποφασισμένα (άσε ρε γιαγιά που θα με πεις ότι με σκέφτεται/φτάνει όσο περίμενα/πέντε χρόνια πέρασαν, όχι δύο. Αν με ήθελε τόσο πολύ ας έμενε. Αλλά γι’ αυτήν μεγαλύτερη αξία είχε να φύγει/μπορούσε να με στείλει ένα γράμμα. Για να μη στείλει, πάει να πει ότι δεν την ενδιαφέρει).
     Κι έχει δίκιο. Κι έχει δίκιο όταν λέει επιτέλους ξεκάθαρα ότι κι η μάνα του… κι αυτή έκανε την επιλογή της όπου δεν τον είχε συμπεριλάβει (δεν θέλω να με σκέφτεται. Ούτε κι εγώ τους σκέφτομαι/αντί ν’ α αγαπάει εμένα η μάνα μου, τα ντουβάρια αγαπούσε/εδώ με ξέγραψε η ίδια η μάνα μου και δεν θα με ξέγραφε μια ξένη;)
     Αλλά κι η γιαγιά έχει δίκιο, κι η Μαρία. Γιατί το κεφάλαιο «Μαρία» δεν τελειώνει εδώ αλλά επιφυλάσσει μια ακόμα έκπληξη στον Δημητράκη, μια ακόμα τραγωδία που θα του αλλάξει άρδην τη ζωή…
     Να μη μπλέξεις μόνο και βγει και τ’ όνομά σου και λένε για σένα στα καφενεία
     Η ανάμειξη του Δημητράκη στην πολιτική ζωή είναι και ο τελευταίος σημαντικός κόμβος στη ζωή του, ή μάλλον στο... μυθιστόρημα! Βρισκόμαστε στη δεκαετία του ’80, δηλαδή δεκαετία που έφερε το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Ο Δημητράκης δουλεύει πια σ’ έναν εργολάβο που χτίζει αυθαίρετα («κάνω εγκαταστάσεις στα παραθεριστικά»), βγάζει καλά λεφτά, είναι καταξιωμένος, αν και βέβαια έχει κάνει τους συμβιβασμούς του. Η έντονη προσωπικότητά του κι ο τρόπος που επενέβη και χειρίστηκε μια έντονη σύγκρουση στο χωριό (επίθεση Πασόκων σε δεξιούς που έκαναν προκλητικές κινήσεις στην πλατεία), οι σοσιαλιστικές του ιδέες και ο τρόπος που τις υπερασπίζεται, τον οδηγούν στους κόλπους του ΠΑΣΟΚ, ή μάλλον οδηγούν το ΠΑΣΟΚ στον Δημητράκη, λίγο πριν τις εκλογές του 1985. Η νομαρχιακή επιτροπή του ΠΑΣΟΚ διπλαρώνει τον Δημητράκη για να βάλει υποψηφιότητα για βουλευτής! Κι ο αναγνώστης εδώ απολαμβάνει τον γνήσιο λαϊκίστικο λόγο των τότε οπαδών του ΠΑΣΟΚ με τις πολλές υποσχέσεις υπέρ του λαού, που ελαφρώς πιο ωραιοποιημένα από τη δεξιά, επί της ουσίας όμως μεταχειρίζονται τον ίδιο μηχανισμό προσωπολατρίας και πελατειακών σχέσεων (πρέπει να ενισχύσουμε το αριστερό μας προφίλ/πρέπει να δείξουμε ότι δεν έχουμε χάσει τον ιδεολογικό μας προσανατολισμό και βηματισμό). Τολμούν μάλιστα να του προτείνουν να εκμεταλλευτούν την εικόνα της Μαρίας ως μαχήτριας των Σαντινίστας, για να τονίσουν το αριστερό του προφίλ, και με έκπληξη βλέπουμε ότι παρόλες τις αρχικές αντιστάσεις, ο Δημητράκης ενδίδει στην πρόκληση (δεν έχω το δικαίωμα να αρνηθώ) παρόλο που η αλήθεια για λόγους προβολής διαστρεβλώνεται (ποιος θα το μάθει; Ό, τι πούμε εμείς, θα το πιστέψουν/ τι σημασία έχει η αλήθεια; Δε βλέπεις την τηλεόραση; Όλες οι διαφημίσεις ψέματα λένε αλλά ο κόσμος τις πιστεύει).
     Όνειρο και γκάρνα
Όνειρο μέσα στο όνειρο.
Καθρέφτης που βλέπει σε καθρέφτη.
Κατάδυση σε σπήλαια συγκοινωνούντα.
     Τέλος, ένας σημαντικός δείκτης που διατρέχει το μυθιστόρημα και κυρίως την ψυχολογία του Δημητράκη είναι το όνειρο. Μέσα απ’ το όνειρο, αυτόν τον προδότη του υποσυνείδητου, αποκαλύπτονται πολλές φορές σαν πινελιές οι πιο απόκρυφες πτυχές της ψυχής του ήρωα. Και η γιαγιά σιγοντάρει, δίνοντας σημασία κι αυτή στη σημειολογία των ονείρων…
     Πιο εμβληματικό όμως είναι το όνειρο με τη γκάρνα, αυτό το παράξενο μικρό χρωματιστό πουλί που ενώ κελαηδούσε ωραία μαδούσε τα φτερά του ένα ένα μόνο του, κι αντί να πετάει σερνόταν στον δρόμο, το μικρό πουλάκι που το είδε κι ο Αχμέτ αλλά κι ο Δημητράκης στο όνειρό του. Ήδη γνωρίζουμε την ευαισθησία, την αδυναμία που είχε από μικρό παιδί ο Δημητράκης στα πουλιά, που τους έσωζε τη ζωή, τα υπερασπιζόταν απ’ τους βασανιστές τους, κι όλο αυτό έγινε η αφορμή για την πρώτη τραγωδία της ζωής του. Ένα όνειρο επομένως εμβληματικό, που τον οδηγεί κατευθείαν στο επεισόδιο με τους δύο συμμαθητές του στη γκιόλα, τότε που ο έφηβος Δημητράκης έκανε ένα αποφασιστικό άλμα προς την ωριμότητα.
   ...Γύρισε μόνο το κεφαλάκι της και με το ράμφος της τράβηξε και έβγαλε ένα πούπουλο απ’ τα φτερά της. Κι όπως το πατούσε και το έσερνε, αυτό μαδούσε και χάλαγε. Έβγαζε τότε άλλο πούπουλο απ’ τα φτερά της. Και ξανά πάλι.
      Έτσι λοιπόν, η γκάρνα γίνεται ένα διακριτικό μοτίβο, που το βλέπουμε στον τίτλο, κι επιστρέφει ξανά, σαν υπόμνηση στο υποσυνείδητο του ενήλικου πια ασλάν Δημητράκη, για να του θυμίσει την πιο τρυφερή και οδυνηρή εμπειρία κρυμμένη στα κατάβαθα της ύπαρξής του, ίσως την πιο καθοριστική, την πιο σημαδιακή, τότε που ήρθε για πρώτη φορά αντιμέτωπος με τον θάνατο και την ενοχή.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] Η περίοδος αυτή αποτελεί την τρίτη κατά σειρά βουλγαρική κατοχή των ελληνικών αυτών εδαφών στον 20ό αιώνα, ενώ έχουν προηγηθεί η Α΄ Βουλγαρική Κατοχή (1913) και η Β΄ Βουλγαρική Κατοχή (1916-1918). Τελείωσε το 1944 με την αποχώρηση των βουλγαρικών στρατευμάτων, έπειτα από την αλλαγή του πολιτικού και στρατιωτικού σκηνικού στη Βουλγαρία και τα Βαλκάνια.
[2] https://www.news247.gr/history/mixani-tou-xronou-ntourntouvakia-oi-vasanismenoi-makedones-pou-espagan-petres-mesa-se-vroxi-kai-xioni/
[3] Αντιγράφω από την ανάρτησή μου για το «Ήμερες ημέρες»[1] Η «δέση» και η «λύση» είναι στοιχεία της αρχαίας τραγωδίας κατά Αριστοτέλη. Χρησιμοποιώ αυθαίρετα τον όρο, δεδομένου ότι οι ιστορίες του Κοροσιάδη έχουν «αρχή-μέση-τέλος», πλοκή, «δέση» και «λύση» (Αριστοτέλης, Περί ποιητικής: Σε κάθε τραγωδία υπάρχει δέση και λύση. Όσα είναι έξω από το δράμα και μερικά από αυτά που είναι μέσα σ᾽ αυτό αποτελούν πολλές φορές τη δέση· τα υπόλοιπα είναι η λύση. Με τη «δέση» εννοώ όσα γίνονται από την αρχή της υπόθεσης ως το σημείο που είναι το έσχατο: αυτό από το οποίο αρχίζει η μετάβαση προς την ευτυχία ή τη δυστυχία· με τη «λύση» εννοώ όσα γίνονται από την αρχή της μετάβασης ως το τέλος.
[4] ασλάν = λιοντάρι/παλληκάρι

Σάββατο, Οκτωβρίου 17, 2026

Το αλφάβητο της σιωπής, DELPHINE MINOUI

Ίσως αυτό συνοψίζει με τον καλύτερο τρόπο τη χώρα της.
Αυτή η έμφυτη τάση για καταπίεση. 
καλλιέργεια μιας ακόρεστης δίψας για απόδραση.
     Ένα ακόμα διαμαντάκι της αξιόλογης δημοσιογράφου και συγγραφέα που το διάβασα μετά το «Ελεύθερη» («Badjens»), και που είναι νομίζω και το τελευταίο της βιβλίο. Η συγγραφέας Delphine Minoui, από Γαλλίδα μητέρα και Ιρανό πατέρα, έχει εξειδικευτεί στα θέματα της Μέσης Ανατολής με πολυετή θητεία ως ανταποκρίτρια στη Le Figaro (Ιράν, Ιράκ, Συρία). Είναι πιο γνωστή για το βιβλίο της «Συλλέκτες βιβλίων στην Νταράγια»[1], το οποίο το γύρισε μάλιστα και ως ντοκιμαντέρ, ενώ τα τελευταία 20 χρόνια ταξιδεύει πολύ σε όλον τον αραβομουσουλμανικό κόσμο. Αν παρατηρήσει κανείς συνολικά το έργο της[2] θα διαπιστώσει πόσο βαθιά πολιτικό είναι, και πως παράλληλα με τη λογοτεχνία η Μινουί υπηρετεί τις αξίες της ισότητας, της ανθρωπιάς, της εξέγερσης απέναντι στην αδικία. Σήμερα ζει στην Τουρκία, έχει επομένως άμεση αντίληψη της κατάστασης που επικρατεί στην Τουρκία του Ερντογάν, που είναι και ο χώρος δράσης του «Αλφάβητου της σιωπής» (2023).
     Καθαρά πολιτικό ενδιαφέρον λοιπόν παρουσιάζει κι αυτό το βιβλίο, αλλά δεν θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει «στρατευμένο». Κι αυτό γιατί κυριαρχεί το συναίσθημα, η ψυχογράφηση των ηρώων, οι ανθρώπινες αδυναμίες –ο φόβος, η διάψευση, η αδυναμία, ενώ απ’ την άλλη υπάρχουν πολιτικά μηνύματα -καθότι ο άνθρωπος είναι «πολιτικόν ζώον»-, που υποβάλλονται όμως έμμεσα κι όχι κραυγαλέα: η αποδοχή του διαφορετικού, η συμπαράσταση στον αδύναμο, η διαμαρτυρία απέναντι στην ανελευθερία του καθεστώτος, την αδικία και τον καταναγκασμό.
     Η έμφαση στο συναίσθημα είναι ένα στοιχείο που προσωπικά το έχω παρατηρήσει σε πολλούς συγγραφείς της Ανατολής και μάλιστα του αραβικού κόσμου, όπως τον Καναφάνι, τον Γιασμίνα Χάντρα, τον Τάρικ Άλι, τον Καλέντ Χοσεϊνί, την Ασλί Ερντογάν κ.α., και διαπιστώνω -είναι προσωπική μου αίσθηση αυτή- ότι μάλλον η κουλτούρα τους έχει καλλιεργήσει πολύ περισσότερο το συναίσθημα/τη συναισθηματική νοημοσύνη/ ως εργαλείο ξεκλειδώματος του κόσμου, κατανόησης και δράσης, απ’ ό, τι η διανοητική «δυτική» κουλτούρα. Ίσως επειδή οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες στις οποίες μεγάλωσαν γενιές και γενιές στις ανατολικές χώρες είναι έκρυθμες και πολύ ανελεύθερες, συμπεριλαμβανομένης και της θέση της γυναίκας, η οποία κατά κανόνα είναι πολύ υποβαθμισμένη.
     Πρόσθετο λοιπόν ενδιαφέρον για τον/την αναγνώστη/στρια είναι η «εκ των έσω» κατανόηση ενός κόσμου γεμάτου αντιθέσεις, όπου συμπλέκονται και συγκρούονται το παραδοσιακό με το σύγχρονο (οι δύο ήρωες είναι γνώστες και λάτρεις της γνήσιας τουρκικής παράδοσης, ιδιαίτερα ο Γκιοκτάι που είναι καθηγητής Ιστορίας), όπως και η δημοκρατία/ισότητα/ελευθερία με τον αυταρχισμό της εξουσίας. Αυτές οι αντίρροπες δυνάμεις βέβαια συγκρούονται πάντα, σε όλους τους πολιτισμούς κι όλες τις εποχές, κι αυτό είναι ίσως το βαθύτερο νόημα που θα πρέπει να αναζητά κάθε ιστορική συνείδηση. Εδώ όμως πρόκειται για τη ιδιομορφία της γείτονας χώρας, και ιδιαίτερα της Κωνσταντινούπολης, που είναι ένα μοναδικό πολυπολιτισμικό κέντρο όπου ενσωματώθηκαν και συμβίωσαν κατά καιρούς αλλεπάλληλα μεταναστευτικά κύματα προσφύγων, με πολύ διαφορετικούς πολιτισμούς.
     Αυτήν τη ιδιαίτερη, πολυπολιτισμική Ιστορία της πόλης τους οι δύο ήρωές μας όχι μόνο τη γνωρίζουν καλά και την εκτιμούν (ως πανεπιστημιακοί καθηγητές-διανοούμενοι), αλλά την αγαπούν και περηφανεύονται γι’ αυτήν· ακριβώς για την ποικιλομορφία, την πολυγλωσσία, τις μεταμορφώσεις της κοινωνίας της Κωνσταντινούπολης. Οι ίδιοι βρίσκονται μέσα στη δίνη των αντιθέσεων και βιώνουν αυτές τις αλλαγές που πολλές φορές είναι οδυνηρές (κι όμως, αυτή η πολιτεία-κόσμος, παραμένει η πόλη όλων των κινδύνων, στοιχειωμένη από ένα παρελθόν γεμάτο διωγμούς, σφαγές, κάθε είδους αυταρχισμό. Η ιστορία της έχει δείξει ότι μπορεί από τη μια στιγμή στην άλλη να μεταμορφωθεί σε μια πόλη-τέρας, ικανό να καταβροχθίσει ακόμα και τους ίδιους του κατοίκους της).
     Έτσι, θύμα της Ιστορίας με γιώτα κεφαλαίο είναι ο Γκιοκτάι, τραγικό πρόσωπο, όχι μόνο επειδή εξαιτίας μιας «ασήμαντης» υπογραφής φυλακίστηκε στην απάνθρωπη φυλακή που εκμηδενίζει την προσωπικότητα, αλλά επειδή κουβαλάει ένα βαρύ τραύμα: μεγάλωσε με την πεποίθηση ότι ο πατέρας του, στρατηγός που συμμετείχε στις εκκαθαρίσεις των Κούρδων στην ανατολική Τουρκία, ήταν ήρωας. Τον θυμάται, έξι χρονών παιδί, να επιστρέφει απ’ τον πόλεμο με μετάλλια, ενώ ο θάνατός του στο Μαρντίν το 1979 (ήταν ένα από τα πρώτα θύματα του κούρδικου αντάρτικου), αποκαλύπτεται στον Γκιοκτάι με πολύ οδυνηρό τρόπο (με τη σιωπή της, η μητέρα του επέβαλλε διπλή τιμωρία: τον χαμό του πατέρα του αλλά και την αδυναμία να τον αποχαιρετήσει. Του έκλεψε τη δυνατότητα να θρηνήσει). Θα περάσουν πολλά χρόνια μέχρι να συνειδητοποιήσει ο Γκιοκτάι ότι ο πατέρας του δεν ήταν ήρωας, αλλά πιόνι σ’ έναν πόλεμο μισαλλοδοξίας. Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο που ο Γκιοκτάι έδειξε ιδιαίτερη ευαισθησία στο κουρδικό ζήτημα, όταν με πολλή αμηχανία και οδύνη ανακάλυψε την αλήθεια, τη φριχτή μοίρα του κουρδικού λαού (τα ερωτήματα που δεν είχε θέσει ποτέ, που θάφτηκαν μαζί με τον πατέρα του ξεπηδούσαν ορμητικά. Ποιος πυροβόλησε πρώτος εκείνη τη μέρα του 1979; Για ποιο λόγο; Ήταν ο πατέρας του βασανιστής; Πόσους ανθρώπους είχε βασανίσει και κακοποιήσει για να φτάσει στο σημείο να τον δολοφονήσει ένας μαχητής του αντάρτικου;). Ήταν ένα ζήτημα που τον αφορούσε και προσωπικά, γιατί άγγιζε και ανέτρεπε παιδικές μνήμες και βιώματα.
Η παρουσία της απουσίας του
Πράγματι, αυτό ο κόσμος δεν είναι πλέον ο δικός της.
Υπερβολικά μαχητικός.
Υπερβολικά επικίνδυνος.
     Το πρωί της 16ης Ιανουαρίου του 2016, η αστυνομία συλλαμβάνει τον Γκιοκτάι Ντελίμ, καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου, ως κατηγορούμενο για τρομοκρατία, εξαιτίας ενός κειμένου διαμαρτυρίας που υπέγραψε μαζί με άλλους καθηγητές: την προκήρυξη «Πανεπιστημιακοί για την Ειρήνη» (τώρα πλέον αρκούσε να πεις μια λέξη παραπάνω στο Twitter ή σ’ ένα βαγόνι του μετρό για να κατηγορηθείς για υβριστική συμπεριφορά απέναντι στον πρόεδρο). Το κείμενο αφορούσε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στα νοτιοανατολικά της χώρας (τουρκικό Κουρδιστάν)[3], που συνεχίζονταν παρά την εκεχειρία που είχε αποφασιστεί το 2013 με ΡΚΚ[4] (Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν), κόμμα που χαρακτηρίστηκε από τον Ερντογάν ως τρομοκρατική οργάνωση (και διώχτηκε μέχρι που διαλύθηκε το 2025).
     Ο Γκιοκτάι είναι παντρεμένος από το 2009 με την Αϊλά, καθηγήτρια Γαλλικών στο γαλλόφωνο Πανεπιστήμιο του Γαλατα-σαράι και πρώην ακτιβίστρια του φεμινιστικού κινήματος, κι έχουν ένα κοριτσάκι, την εξάχρονη Ντενίζ. Έχουν γνωριστεί στα πλαίσια μιας εκδήλωσης για τον ανατρεπτικό συγγραφέα Τεφβίκ Φικρέτ[5], όπου κύριος ομιλητής ήταν ο Γκιοκτάι (ήταν κάτι που η Αϊλά ήξερε να το κάνει. Να αφήσει κάποιον να την αναστατώσει). Οι δύο βασικοί ήρωες ανήκουν επομένως στους προοδευτικούς κύκλους της επαναστατικής διανόησης της Κωνσταντινούπολης (ο Γκιοκτάι υπογράφει τακτικά κάθε είδους διαμαρτυρίες (…) υπέρ της προστασία του περιβάλλοντος. Της αναγνώρισης της γενοκτονίας των Αρμενίων, κατά της κερδοσκοπίας της αγοράς ακινήτων, της κοινότητας ΛΟΑΤ). Παρόλ’ αυτά, υπάρχει ψυχολογική εξέλιξη που έχει μοναδικό ενδιαφέρον: βλέπουμε την μεταστροφή της Αϊλά από διστακτική υποστηρίκτρια σε συνειδητή μαχήτρια, βλέπουμε και την εσωτερική σύγκρουση του Γκιοκτάι, που πέρα από τις κακουχίες στη φυλακή κουβαλάει την ενοχή για τις επιλογές του πατέρα του.
     Ο φακός της αφήγησης πέφτει αρχικά στην Αϊλά, που μένει πίσω μόνη μ’ ένα πολύ μικρό παιδί, προσπαθώντας μέσα στο σκοτάδι όχι μόνο να βοηθήσει τον Γκιοκτάι, να κατανοήσει τους κρατικούς μηχανισμούς και να βρει διέξοδο μέσα από τη νόμιμη οδό, αλλά και να επιβιώσει μέσα σ’ ένα περιβάλλον που γίνεται ολοένα και πιο εχθρικό και πιο απρόβλεπτο. Από τις πρώτες κιόλας μέρες νιώθει στιγματισμένη κι απομονωμένη (η υπόθεση των καθηγητών που «υποστηρίζουν την τρομοκρατία» έχει ήδη γίνει πρωτοσέλιδο στις φιλοκυβερνητικές εφημερίδες), ορισμένοι γείτονες και συνάδελφοι την αποφεύγουν, ενώ η ίδια με διάφορες προφάσεις αποφεύγει να εμφανίζεται στο Πανεπιστήμιο. Όλη της η ενέργεια τώρα στρέφεται στο να συναντήσει τον Γκιοκτάι που, όπως μαθαίνει, μετά από το κρατητήριο της αστυνομίας του Σισλί οδηγείται στις τρομερές φυλακές της Σηλυβρίας[6] ως «Εγκληματίας ειρήνης» (!). Η επαφή της Αϊλά είναι μόνο με τη δικηγόρο, την Ντιλέκ Αλμάζ, που έχει αναλάβει παρόμοιες υποθέσεις όπως του Σελαχαντίν Ντεμιρτάς (αρχηγού του φιλοκουρδικού αριστερού κόμματος HDP), του δημοσιογράφου αρχισυντάκτη της Τζουμχουριέτ Τζαν Ντουντάρ, της περίφημης συγγραφέα Ασλί Ερντογάν  κ.α.
     Ο Ερντογάν, ανέλαβε ως πρόεδρος την εξουσία το 2013 (είχε διατελέσει παλιότερα και ως πρωθυπουργός) προαναγγέλλοντας κάποιες υποσχέσεις για εκδημοκρατισμό (με το νέο του κόμμα, το ΑΚΡ[7], είχε σπουδαία σχέδια για τη χώρα του, στο κατώφλι μιας Ευρώπης με την οποία τότε ερωτοτροπούσε. Η ασφαλτόστρωση των δρόμων, η πρόσβαση στο ηλεκτρικό ρεύμα για τους ξεχασμένους πληθυσμούς του οροπεδίου της Ανατολίας, η κατασκευή γεφυριών, αξιοπρεπών κατοικιών, οδών ταχείας κυκλοφορίας, η βελτίωση των μέσω μεταφοράς). Ήταν η εποχή όπου η Αϊλά θεωρούσε ότι αυτός ο γιος ψαρά της Μαύρης Θάλασσας, ο «άνθρωπος του λαού» που επαγγελλόταν την κατάργηση της θανατικής ποινής και την καταπολέμηση της διαφθοράς, θα έφερνε επιτέλους ισορροπία ανάμεσα στις «αξίες του Ισλάμ και την Κεμαλική κοσμικότητα», ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια περίοδος ανεκτικότητας και συμφιλίωσης (επίμαχα ζητήματα: Κούρδοι, Αρμένιοι, γυναίκες).
     Εδώ και καιρό όμως η κατάσταση είναι έκρυθμη. Είναι η χρονιά που η δυσαρέσκεια (επιθέσεις βομβιστών, επιθέσεις αυτοκτονίας κούρδων αλλά και τζιχαντιστών) απέναντι στο καθεστώς για την εξωτερική πολιτική του ΑΚΡ απέναντι στους Κούρδους και τη Συρία του Άσσαντ κορυφώνεται με την απόπειρα πραξικοπήματος ενάντια στον «ψευτοσουλτάνο της σύγχρονης εποχής», τον Ερντογάν κάποιους μήνες αργότερα (16 Ιουλίου του 2016). Ήδη έχει σκληρύνει τη στάση του απέναντι στους αντικαθεστωτικούς, που τους ταυτίζει σκόπιμα με την ISIS, αλλά βέβαια μετά την απόπειρα πραξικοπήματος η δικτατορία γίνεται όλο και πιο άτεγκτη και σκληρή.
     Έτσι, η Αϊλά δεν βρίσκεται μεν στην πρώτη γραμμή του αγώνα κατά του καθεστώτος, αλλά σπουδασμένη στη Γαλλία, έχει μάθει να υποστηρίζει τα δικαιώματα των γυναικών, την ισότητα, τη δημοκρατία (που αυτήν την εποχή εκφράζεται στο δικαίωμα των μουσουλμάνων γυναικών να φορούν τη μαντίλα, θέμα που αποτέλεσε πεδίο σφοδρών αντιπαραθέσεων στη Γαλλία). Φορώντας τη μαντίλα, η Αϊλά ως φοιτήτρια στήριζε τη διεκδίκηση αυτή που είχε απαγορεύσει ο Κεμάλ, μια διεκδίκηση που οι περισσότεροι «λευκοί Τούρκοι» της γενιάς της θεωρούσαν «μεσαιωνική οπισθοδρόμηση» (η Αϊλά ένιωθε αμηχανία μπροστά στον δογματικό αθεϊσμό της οικογένειας και των φιλενάδων της). Η μικρή αυτή επανάσταση της Αϊλά τής στοίχισε την απομάκρυνσή της από την οικογένεια (ξένη μέσα στο ίδιο της το σπίτι, πήρε την απόφαση να φύγει/με το να υπερασπίζεται τις γυναίκες που ήθελαν να φορούν τη μαντίλα, υπερασπιζόταν την ελευθερία, ενδυματολογική ή θρησκευτική. Υποστήριζε τους καταπιεσμένους της εποχής. Από τότε και στο εξής, θα ήταν εκείνη η καταπιεσμένη).
     Ωστόσο, με τον Ερντογάν σιγά σιγά «το Ισλάμ διείσδυσε παντού». Η μαντίλα όχι μόνο νομιμοποιήθηκε (2008), αλλά επεκτάθηκε η χρήση της όπως βέβαια και κάθε μορφή θρησκευτικού φονταμενταλισμού. Έτσι, αντίθετα με την αρχική εικόνα του εκσυγχρονισμού και του εκδημοκρατισμού που άφησε προεκλογικά το ΑΚΡ, το πρότυπο της «γυναίκας-νοικοκυράς» σιγά σιγά κυριαρχεί, και οι δυνάμεις καταστολής αρχίζουν από το 2013 να διώκουν ανελέητα τους διαδηλωτές σε κάθε ένδειξη διαμαρτυρίας (το Γκεζί[8] αποτέλεσε μια κρίσιμη καμπή). Οι εκρήξεις και τα τρομοκρατικά χτυπήματα, πολλά από τα οποία είναι και από τον ISIS (έχει ξεκινήσει ο πόλεμος στην Συρία, ενώ το φιλοκουρδικό κόμμα HDP έχει μπει από το 2015 στο κοινοβούλιο) γίνονται καθημερινότητα (η λεωφόρος Ιστικλάλ έμοιαζε με πεδίο μάχης. Σπασμένες βιτρίνες. Πτώματα στο έδαφος).
     Ο Γκιοκτάι δεν ήταν απ’ αυτούς που μετά την προφυλάκιση αφέθηκαν ελεύθεροι, αντίθετα μεταφέρθηκε στις τρομερές φυλακές της Σηλυβρίας, και διαγράφτηκε από το Πανεπιστήμιο, όπως και το όνομά του απ’ όλες του τις δημοσιεύσεις. Η Αϊλά υποχρεώνεται να πάρει όλα του τα πράγματα από το γραφείο του, και όταν επιτέλους φτάνει η στιγμή να επισκεφθεί τον Γκιοκτάι στη φυλακή, τα συναισθήματα κι από τις δυο πλευρές είναι καταιγιστικά (αυτός που είναι συνήθως τόσο φλύαρος, τόσο ομιλητικός, νιώθει σαν να του φράζουν οι τύψεις τον λαιμό. Σαν αίσθημα ενοχής. Όχι επειδή υπέγραψε, αλλά επειδή επέβαλε στην κόρη του την οδύνη της απουσίας του/Η Αϊλά νιώθει να χάνει το χρώμα της. Διαισθάνεται στον άντρα της μια αμηχανία που δεν την έχει ξαναδεί. Θα ήθελε να του εμπιστευτεί την απόγνωσή της, την οργή της, όλα όσα καταπνίγει εδώ και βδομάδες).
     Γιατί η η Αϊλά έχει απόγνωση και οργή; γιατί δεν έχει το κουράγιο του Γκιοκτάι, άλλωστε η ίδια θεωρεί ότι «η δειλία είναι δείγμα διορατικότητας, ίσως και υπευθυνότητας». Έτσι σκέφτεται τουλάχιστον το πρώτο διάστημα, νιώθοντας βέβαια και την πίεση της μικρής Ντενίζ, που υποφέρει από αϋπνίες, ζητάει τον πατέρα της και παθαίνει κρίσεις πανικού. Η Αϊλά μαθαίνει να μην της χαλάει ποτέ πια χατίρι (τίποτα πια δεν τη νοιάζει, ούτε να ετοιμάσει φαγητό, ούτε να αλλάξει την άμμο της γάτας κλπ κλπ) και της λέει αναγκαστικά πολλά ψέματα. Όμως, η Ντενίζ, που παρόλο που είναι παιδί (ίσως ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο) δεν ικανοποιείται με τις απαντήσεις που παίρνει, γίνεται «ο πιο τρομερός αγιατολάχ» για την Αϊλά, την παρακολουθεί και την ελέγχει ενώ η Αϊλά αναγκάζεται να προσποιηθεί ότι η ζωή συνεχίζεται με κανονικούς ρυθμούς… Μέχρι που η μικρή ξεστομίζει σε ανύποπτο χρόνο ότι ο μπαμπάς της έχει πεθάνει, κι όταν την καθησυχάζουν, ζητά απεγνωσμένα να τον δει…
     Μαμά, τι πάει να πει μάρτυρας;
     Οι δεκάλεπτες επισκέψεις κάθε βδομάδα, το πεντάλεπτο τηλεφώνημα κάθε Πέμπτη και η ελπίδα ότι θα υπάρξει συνάντηση χωρίς διαχωριστικό, καθώς και αργότερα η δυνατότητα να στέλνει βιβλία και γραφική ύλη, είναι τον πρώτο καιρό η σανίδα από την οποία κρατιέται η Αϊλά. Το τρέξιμο στις όχθες του Βοσπόρου και η ενατένιση του απίστευτου τοπίου των Στενών, η αγάπη στον τόπο της είναι επίσης μια ψυχοθεραπεία που η ίδια η Αϊλά ονομάζει «βοσπορισμό», παρηγοριά είναι και τα ποιήματα του Τεφβίκ Φικρέτ. Και η Αϊλά ωριμάζει καθώς τα γεγονότα την ξεπερνάνε: στις 28 Ιουνίου το πολύνεκρο χτύπημα στο Διεθνές Αεροδρόμιο Ατατούρκ έδωσε νέα ώθηση στον αυταρχισμό του Ερντογάν αλλά και στις συνειδήσεις των δημοκρατικών πολιτών[9] (ο στρατός θεωρούσε ανέκαθεν πως ήταν θεματοφύλακας των δημοκρατικών και κοσμικών αξιών/-Και δεν σας φαίνεται περίεργο; Απαντάει μια συνάδελφος, πεπεισμένη πως η αποτυχημένη επιχείρηση ήταν προσχεδιασμένη, στημένη απ’ την αρχή, με σκοπό να ενισχυθεί η δημοτικότητα του Ερντογάν).
     «Ή αυτό ή ο θάνατος»
     Είναι το πρώτο «συμβάν» που θα αποτελέσει αφορμή για την μεταστροφή της Αϊλά σε πιο ενεργή αγωνίστρια. Οι συνθήκες στην καθημερινότητα γίνονται όλο και πιο δύσκολες: η συνάδελφος και φίλη της Νεβρά εγκαταλείπει τη χώρα με… φουσκωτή βάρκα μέσω Ελλάδας, απαγορεύουν την έξοδο από την επικράτεια στην Αϊλά, και τα μέτρα μέσα στη φυλακή σκληραίνουν, ο δε Γκιοκτάι, μετά από περίοδο δυσβάσταχτης μοναξιάς και αλλοτρίωσης, έχει αρχίσει απεργία πείνας και είναι υπερβολικά αδύναμος (ο Γκιοκτάι είναι ιστορικός· δεν μπορεί να ανεχθεί αυτήν τη νέα πολιτική ανάγνωση της Ιστορίας). Η τυχαία συνάντηση της Αϊλά με την φιλοκαθεστωτική Φατμά (ανήκει στο ΑΚΡ), που βρήκε την εξαφανισμένη γάτα τους (προς μεγάλη χαρά της Ντενίζ) δίνει ακόμα μια ώθηση στην Αϊλά, αλλά και η υποχρεωτική της πια παρουσία στο Πανεπιστήμιο (δεν τη διώχνουν γιατί το συγκεκριμένο διοικείται από κοινού με τη Γαλλία) την αναγκάζουν να ενταχτεί ξανά στο κοινωνικό σύνολο. Έχει περάσει ένας χρόνος πια, και η σκλήρυνση του καθεστώτος έχει επηρεάσει όλους τους τομείς, κυρίως όμως τους φοιτητές, που υποδέχονται την καθηγήτριά τους με πολλή χαρά και συγκίνηση.
      Έχουν ωριμάσει πια οι συνθήκες για πιο οργανωμένη αντίσταση, έχει ωριμάσει και η Ντενίζ που αρχίζει και μπαίνει στον νόημα –άλλωστε της επιτρέπουν να επισκεφτεί τον πατέρα της, οπότε το κοριτσάκι ηρεμεί και η Αϊλά μπορεί να μην κρύβει πια τις ανησυχίες της. Από τον βούρκο της αδράνειας ουσιαστικά την βγάζει ένας Κούρδος φοιτητής της, ο Αζάντ, πολύ ενεργός πολιτικά, αρχικά προσκαλώντας την σε παράσταση (ελεύθερη διασκευή του έργου «Κροκόδειλος» του Ντοστογιέφσκι, από ομάδα απολυμένων καθηγητών). Πρόκειται για μια καθαρά πολιτική πράξη αντίστασης («είναι ο καθρέφτης της δικής μας τραγωδίας»), και η συνειδητή πια συμμετοχή της Αϊλά, με την παρουσία της Ντενίζ, σηματοδοτεί το πέρασμά της σε μια νέα εποχή: Δεν βρίσκει λόγια να περιγράψει αυτό που ζει. Δεν πρόκειται ούτε για παράσταση ούτε για διαδήλωση ούτε για απόλυτη σύμπνοια, είναι κάτι πιο δυνατό απ’ όλα αυτά μαζί.
     Η Αϊλά έχει μήνες να δει τον Γκιοκτάι, ο οποίος έχει γίνει σκελετός από την απεργία πείνας (έχει αδειάσει εντελώς. Κι όμως αρνείται το πρωινό του. Γι’ αυτόν, όσο χάνει βάρος, τόσο κερδίζει σε αξιοπρέπεια. Η απεργία πείνας μοιάζει με ύστατη κραυγή για να διεκδικήσει την ελευθερία του). Είναι όμως αποφασισμένη να δοθεί στον αγώνα, και ακολουθεί τον Αζάντ στην Άγκυρα, σε μια πρωτότυπη μορφή αντίστασης: καθιστικές διαμαρτυρίες από ομάδες καθηγητών («Δώστε μας πίσω τα πανεπιστήμιά μας!») από απολυμένους εκπαιδευτικούς, από γυναίκες… Τους συλλαμβάνουν, δυο και τρεις κάθε φορά, τους επιβάλλουν πρόστιμο, τους αφήνουν μετά ελεύθερους και πάλι. Το αποκορύφωμα όμως είναι τα βραδινά μαθήματα που παραδίδουν κρυφά οι επαναστάτες απολυμένοι καθηγητές στην «Ψηφιακή Ακαδημία Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων», μεταδίδοντας π.χ. αρχές του συνταγαμτικού δικαίου σε χιλιάδες φοιτητές μέσω της οθόνης! Η διδασκαλία εξ αποστάσεως (ιδέα εμπνευσμένη από την ταινία «Ο μαυροπίνακας» της Ιρανής σκηνοθέτιδας Σαμίρα Μαχμπαλμπάφ) ξαφνικά αποκτά ένα τεράστιο και ανομοιογενές πλήθος συνδρομητών από νοικοκυρές, συνταξιούχους, άνεργους, συνδικαλιστές, φοιτητές… Ο Αζάντ πρωτοστατεί βέβαια, ενημερώνοντας τον κόσμο για τους άγριους διωγμούς των Κούρδων, ενώ ο ίδιος κουβαλάει τραύματα ψυχικά και σωματικά..
Αυτό μονάχα του είχε μείνει.
Το χαρτί. Το μολύβι.
Το αποτύπωμα της νύχτας του.
Και η δυνατότητα να επινοήσει ξανά το περίγραμμά της.
     Και ο φακός στρέφεται στον Γκιοκτάι, που βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης και σκέφτεται την αυτοκτονία. Βρίσκεται πια σε αναπηρικό καροτσάκι, και η μόνη του διέξοδος είναι τα σχέδια στο χαρτί, σ’ ένα σημειωματάριο που του έδωσε ένας δεσμοφύλακας που τον λυπήθηκε (ένας λαβύρινθος από γραμμές και καμπύλες, που μοιάζουν γράμματα σε κίνηση. Ένα αφηρημένο σχέδιο, κάτι ανάμεσα σε χαρακτικό και καλλιγραφία). Είναι το αλφάβητο της σιωπής, γιατί όταν ο πόνος γίνεται αφόρητος, όταν κανένα βογκητό δεν μπορεί να τον εκφράσει, οι λέξεις χάνουν το νόημά τους. Η Αϊλά στη θέα αυτών των πρωτότυπων, άναρθρων κραυγών του άντρα της συγκινείται, και τις συνδέει με τη νεαρή Κούρδισσα εικαστικό Ζεχρά Ντογάν, που ζωγραφίζει με αυτοσχέδια πινέλα φτιαγμένα από τα μαλλιά των συγκρατουμένων της στις φυλακές του Ντιγιάρμπακιρ.
     Ωστόσο, η ελπίδα ξαναγεννιέται, όταν η δικηγόρος αναγγέλλει στην Αϊλά την επερχόμενη δίκη, στο δικαστικό Μέγαρο Τσαγλαγιάν. Είναι πια Δεκέμβρης του 2017, έχει γίνει συνταγματική μεταρρύθμιση και ήρθε η ώρα να εκδικαστούν όσοι υπέγραψαν το επίμαχο κείμενο. Βέβαια, είναι η αρχή μιας τρομερής δικαστικής οδύσσειας, με αναβολές και διακοπές, και με αποκορύφωμα την προσωρινή αποφυλάκιση του Γκιοκτάι ενώ αμέσως μετά από λίγες ώρες επανεξετάστηκε η απόφαση του δικαστή και απορρίφθηκε η υπό όρους αποφυλάκιση! Η δυσλειτουργία του δικαστικού συστήματος είναι τόσο εκτυφλωτική, που η Αϊλά αναφωνεί μπροστά στους χωροφύλακες κάποια στιγμή που προσπαθούν να την ηρεμήσουν: «Το μόνο μου έγκλημα είναι που δεν υπέγραψα το κείμενο διαμαρτυρίας νωρίτερα! Μ’ ακούτε; Που δεν υπέγραψα νωρίτερα!».
     Η Αϊλά είναι πια περήφανη για τον άνδρα της (όσο παλεύουμε για να αποφυλακιστεί ο σύζυγός μου, κανείς δεν είναι θύμα!), ταυτίζεται με τις πληγές του λαού της αλλά και των Κούρδων (κάθε καινούργιος πόλεμος είναι το θραύσμα μιας οβίδας που ξανανοίγει την πληγή, τη δική μου, του πατέρα μου, του λαού μου, της Τουρκίας). Δεν διστάζει πια να εκδηλώσει τη διαμαρτυρία της, ακόμα και με κίνδυνο τη σύλληψη (μπορούν να πάρουν τα πάντα αλλά όχι τη σιωπή μου), ενώ στους νέους αγώνες εναντίον του Ερντογάν, εντός ή εκτός Πανεπιστημίου, η συμμετοχή της σε κάθε εκδήλωση, κάθε έκφραση αλληλεγγύης είναι δεδομένη. Άλλωστε, τώρα είναι στο πλευρό της και η 9χρονη πια Ντενίζ.
     Τον Ιούλιο του 2019, τριάμισι χρόνια μετά τη σύλληψη του Γκιοκτάι, η οικογένεια θα ξανασμίξει σ’ έναν καινούργιο κόσμο. Σ’ έναν κόσμο όπου πολλοί απλοί κι αδιάφοροι πολίτες έχουν αρχίσει να αφυπνίζονται και να διεκδικούν την ελευθερία και την αξιοπρέπειά τους. Γιατί, όπως γράφει και η συγγραφέας, οι εξεγέρσεις όπως και οι ιδεολογίες δεν είναι πάντα συλλογικές. Μερικές φορές πρέπει να αντλήσουμε τη δύναμη μέσα μας. Για να σταθούμε καλύτερα στα πόδια μας.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] https://fr.wikipedia.org/wiki/Biblioth%C3%A8que_secr%C3%A8te_de_Daraya
[2] Έχει σκηνοθετήσει και συνεργαστεί σε πολλά ντοκιμαντέρ και έχει εκδώσει αρκετά βιβλία.
Το 2006 , η Ντελφίν Μινούι τιμήθηκε με το βραβείο Albert-Londres για μια σειρά άρθρων σχετικά με το Ιράκ και το Ιράν . Έχει γράψει για τη Nojoud Ali , το πρώτο κοριτσάκι που πήρε διαζύγιο στην Υεμένη , για το Ιράν, και έλαβε επίσης το Μεγάλο Βραβείο Αναγνωστών Elle το 2018 [ 14 ] για το έργο της σχετικά με την ειρηνική αντίσταση της Συρίας στη Νταράγια και τη μυστική βιβλιοθήκη της Νταράγια , The Book Smugglers of Daraya [ 8 ] . Το 2023, δημοσίευσε το The Alphabet of Silence [ 2 ] , και το 2024 το Badjens (για την ειρηνική εξέγερση των Ιρανών γυναικών και εφήβων κοριτσιών)
[3] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%9A%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B4%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%BD
[4] Μετά τη σύλληψη και φυλάκιση το 1999 του αρχηγού του ΡΚΚ, Αμπντουλάχ Οτσαλάν, εγκατέλειψε τον Μαρξιστικό-Λενινιστικό χαρακτήρα του[15] και υιοθέτησε τη νέα πολιτική πλατφόρμα του Δημοκρατικού Συνομοσπονδισμού (επηρεασμένη από τον ελευθεριακό σοσιαλισμό) ενώ σταμάτησε τις επίσημες εκκλήσεις για δημιουργία ενός εντελώς ανεξάρτητου κράτους. Στις 21 Μαρτίου 2013, η οργάνωση κήρυξε επίσημη παύση του πυρός με τη Τουρκία. Στη συνέχεια συμμετείχε στις εχθροπραξίες ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος, όπως στην πολιορκία του Κομπάνε. Όμως μετά από βομβαρδισμό θέσεών του από την Τουρκία τον Ιούλιο του 2015, το ΡΚΚ άρχισε ξανά τις επιθέσεις εναντίον στόχων στην Τουρκία.
Το ΡΚΚ χαρακτηρίστηκε ως τρομοκρατική οργάνωση από αρκετά κράτη και οργανώσεις, όπως το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση,[17] ενώ από άλλες χώρες, όπως η Αρμενία, η Κίνα, η Ρωσία, το Βιετνάμ και η Κούβα όχι. Την 1η Μαρτίου 2025, το PKK κήρυξε κατάπαυση του πυρός με την Τουρκία και η οργάνωση διαλύθηκε στις 12 Μαΐου. Σύμφωνα με ανακοίνωση, που μετέδωσε το πρακτορείο ειδήσεων Firat που πρόσκειται στην οργάνωση, «το 12ο Συνέδριο του PKK αποφάσισε να διαλύσει την οργανωτική δομή του PKK και να βάλει τέλος στον ένοπλο αγώνα».
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%9A%CF%8C%CE%BC%CE%BC%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B4%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%BD
[5] Έμεινε γνωστός ως ο «ποιητής της ελευθερίας» λόγω του επαναστατικού του ύφους και της έντονης κριτικής του ενάντια στο απολυταρχικό καθεστώς του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β΄. Θεωρείται ο θεμελιωτής της σύγχρονης τουρκικής ποίησης.
[6] https://www.dnews.gr/eidhseis/kosmos/537180/silyvria-i-terastia-tourkiki-fylaki-pou-egine-symvolo-tou-aftarxismoy-tou-erntogan
[7] Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης
[8] Η καταστολή των διαδηλώσεων στο πάρκο Γκεζί στην Κωνσταντινούπολη ξεκίνησε τον Μάιο του 2013, όταν οι τουρκικές αρχές επιχείρησαν να εκκενώσουν βίαια ειρηνικούς διαδηλωτές που αντιδρούσαν στην κοπή δέντρων και στην ανέγερση εμπορικού κέντρου στην πλατεία Ταξίμ. Εκατοντάδες διαδηλωτές και ακτιβιστές αντιμετώπισαν ποινικές διώξεις και καταδίκες, ενώ ακόμη και χρόνια αργότερα (όπως στις επετείους της εξέγερσης), οι τουρκικές αρχές προχωρούν σε συλλήψεις και αποκλεισμούς της πλατείας Ταξίμ


[9] https://www.efsyn.gr/kosmos/eyropi/74375_polynekri-epithesi-aytoktonias-sto-aerodromio-atatoyrk

Δευτέρα, Αυγούστου 31, 2026

Εφτακόσιοι φοίνικες φυτεμένοι στο ίδιο σημείο, José Balza

Νιώθω διαρκώς την ανάγκη να επιβάλω νοήματα στις εμπειρίες:
και με τον τρόπο αυτόν νομίζω ότι καθιστώ μόνιμη
και την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια της καθημερινής ζωής,
κάτι σαν μια μεταφυσική του καθημερινού.
     Πρόκειται για ένα εξαιρετικό, πρωτοποριακό, φευγάτο κείμενο που δύσκολα θα το χαρακτήριζε κανείς «μυθιστόρημα», γραμμένο από τον μεγάλο Βενεζουελάνο Χοσέ Μπάλσα, επιπέδου Κορτάσαρ -κατά τη γνώμη μου-, ο οποίος παρεμπιπτόντως θεωρεί τον Μπάλσα σπουδαίο συγγραφέα, και επαίνεσε ιδιαίτερα το συγκεκριμένο βιβλίο. 
     Ένα ανήσυχο «εγώ» πρωταγωνιστεί σ’ αυτό το ακατάσχετο παραλήρημα, αυτό το καταπληκτικό αφήγημα όπου θαρρείς δεν υπάρχει αρχή και τέλος· ένα «εγώ» που αναπροσδιορίζεται ξανά και ξανά, προσπαθώντας να ανακαλύψει τη βαθύτερη ουσία της ύπαρξής του. Παρόλο που υπάρχουν σημαντικά εξωτερικά γεγονότα, το βάρος της αφήγησης πέφτει στην εσωτερική πορεία του ήρωα-αφηγητή(-συγγραφέα;), προς την αυτογνωσία και την αυτοπραγμάτωση. Οι εμπειρίες, είτε ευχάριστες είτε οδυνηρές, επισημαίνονται άτακτα και συνειρμικά, ενώ η μνήμη τις μεταστοιχειώνει και τους δίνει κάθε φορά καινούργιο νόημα· γιατί ο «χρόνος μεταμορφώνει το παρελθόν» όπως εύστοχα αναφέρει ο μεταφραστής Λευτέρης Μακεδόνας στο επίμετρο.
     Ο λόγος είναι ποιητικός, και παρόλο που ο αναγνώστης δυσκολεύεται να βρει κάποια συνοχή, η αποκαλυπτικότητα των λέξεων τον καθηλώνει. Συχνά παρακολουθούμε το αποτύπωμα των γεγονότων, των εικόνων, των βιωμάτων στον ψυχισμό -από μια εσχατολογική ματιά, δηλαδή από την οπτική γωνία ενός ανθρώπου που αναρωτιέται για το έσχατο νόημα, επισκοπώντας όλη την πορεία της ζωής του σε βάθος χρόνου. Η γραμμικότητα είναι στοιχειώδης, κυριαρχεί η «απορρύθμιση του χρόνου», σκέψεις ανάκατες με εικόνες και έντονα συναισθήματα, μέσα στα οποία ξεχωρίζει κάποια στιγμή η κυριαρχική και τρομακτική μορφή του μέθυσου πατέρα (δεν θα αργήσει να φανεί και πάλι, αλλά εγώ νιώθω σαν να θέλω να απομακρύνω από κοντά μου την πρασινωπή αύρα με την οποία ο αέρας ανακοινώνει την παρουσία του). Συνολικά, βλέπουμε καθαρά την πορεία μιας συνείδησης να προχωρά από την αντίφαση και τη δυαδικότητα, στην ποθητή ενότητα.
     Γιατί τον Πραξιτέλη;
Πιθανότατα το πάθος του για τον Πραξιτέλη να μην ήταν τίποτα άλλο
παρά ο πυρήνας των πολλών διαφορετικών παραλλαγών
αυτού που ήταν ο ίδιος:
εκτός τόπου
     Ο ήρωας, το alter ego του συγγραφέα, Βενεζουελάνος με ινδιάνικη καταγωγή όπως αποκαλύπτει αργότερα, ξεκινά την αφήγηση, που ίσως είναι γράμμα στην αγαπημένη του, την Αγλαΐα, προσπαθώντας να της μεταφέρει και να της εξηγήσει την εσωτερική σύγχυσή του: αρχικά, βιώνει ένα είδος αποκάλυψης, αυτοσυστήνεται ως Πραξιτέλης και απευθύνεται σε κάποιο Αλέξη (μαζί με κάποιον Γιώργο), ένα πρόσωπο που δεν συναντάμε ξανά, και που το γνώρισε μάλλον ως έφηβος στα «δάση της Αθήνας». Δύσκολα ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι το αφηγηματικό «εγώ» σ’ αυτήν τη φάση ταυτίζεται με τον γλύπτη της αρχαιότητας, τον Πραξιτέλη, και τριγυρίζει στο «Γυμνάσιο», θαυμάζοντας τους αθλητές, «την ακρίβεια των κινήσεων των σφαιριστών», βλέποντας «την αρχή των επερχόμενων μαχών». Γίνεται κάποτε σαφές ότι η παρουσία του ήρωα στην Αθήνα είναι εσωτερική, ονειρική (στην πραγματικότητα δεν βρισκόμουν ούτε στο σώμα μου, ούτε στη σκέψη μου, διέσχιζα σώμα και σκέψη· σαν να επρόκειτο για μια παράξενη κίνηση, την οποία εγώ ο ίδιος είχα εφεύρει)· ένα είδος μυστικής διαχρονικής συνάντησης με τον… Πραξιτέλη φαίνεται να διαμόρφωσε την «ελληνική σκέψη», τον θαυμασμό στο ελληνικό ιδεώδες ενσαρκωμένο στη μορφή του αρχαίου καλλιτέχνη. Ο Πραξιτέλης και η «δυαδικότητά του» τού γίνονται εμμονή, εφόσον όνειρο του αφηγητή-ήρωα είναι να δημιουργήσει ταινίες, και κυρίως την ταινία με τη ζωή του Πραξιτέλη (η ταινία αυτή επρόκειτο να είναι ένα σχόλιο γύρω από τη δική μου ζωή: από κει εκπηγάζουν κι οι αδυναμίες της). Ο ίδιος ο ήρωας έχει συνείδηση του δικού του εσωτερικού διχασμού «σε δύο προσωπικότητες, η μία από τις οποίες ξεδιπλωνόταν μέσα του κατά τη διάρκεια των μυστικών ελληνικών στιγμών του». Στο ένα άκρο είναι ο άνθρωπος ο επιφανειακός, ο φοβητσιάρης, στο άλλο άκρο η ιδεατή φύση που ενσαρκώνεται στο πρότυπο της ελληνικής κλασικής αρχαιότητας (ομορφιά, απολυτότητα, ελευθερία, έρωτας). Το ελληνικό ιδεώδες (η «ελληνική λευκότητα») εκφράζει το Απόλυτο, την εσωτερική κι εξωτερική ενότητα (το πραγματικό άπιαστο είναι η μεταστοιχείωση, η επίτευξη της πλήρους απώλειας της δικής μου πραγματικότητας, έτσι ώστε να εισέλθω στη δική του, στα δικά του όρια και στη δική του ευαισθησία). Η κλασική αρμονία που ενσαρκώνει ο Πραξιτέλης διαλύει όλες τις ανισορροπίες, ακόμη και στον έρωτα (η σύντηξη, το αιώνιο ζευγάρι, η κόλαση που έχει μετριαστεί/ ο Πραξιτέλης ψάχνει να βρει στη Φρύνη την ολοκληρωτική εμπειρία του έρωτα), ένα θέμα που όπως φαίνεται απ’ την αρχή βασανίζει τον ήρωα.
     Υπάρχει λοιπόν ένας διχασμός του «εγώ» (είναι τόσο ισχυρή αυτή η αντίθεση μεταξύ της ζούγκλας, των μονίμων κατοίκων και του δικού μου τρόπου ύπαρξης –πάντα σιωπηλός, αδιαφανής, ένα πραγματικό κενό), γιατί υπάρχει κι ένα εσύ (Πραξιτέλης) καθώς ο ήρωας οδεύει προς την αυτογνωσία: έχει συνείδηση ότι είναι ένας ευαίσθητος ονειροπόλος νεαρός με υπεραναλυτική σκέψη, σιωπηλός και χαρούμενος, που ίσως η καταγωγή του από τη ζούγκλα τον έκανε μοναχικό και δυσπροσάρμοστο, που η φιλοσοφία στο λύκειο τον ώθησε στο να αναζητήσει την ελληνική φιλοσοφική σκέψη (άρνηση της παραδοσιακής ηθικής από τους αρχαίους έλληνες), όπως και στο πάθος του να διαστρεβλώνει τα πραγματικά γεγονότα. Έχει τόσο πολύ συναίσθηση της «δυαδικότητάς» του, του διπλού εαυτού του, που πολλές φορές στην αφήγηση χρησιμοποιεί το γ΄ ενικό, το «εγώ» γίνεται «αυτός».
     Ο ίδιος ο αφηγητής, σε κάποιες στιγμές αναστοχασμού, απαντά στο ερώτημα «Γιατί τον Πραξιτέλη;»: από μιαν άποψη, ο Πραξιτέλης παίζει τον ρόλο του φακού: αντιπροσωπεύει την αποκάθαρση της δικής μου αντίληψης (…)· ο Πραξιτέλης θα μου έδειχνε πώς ακριβώς να σμιλεύσω τις ώρες και τα συναισθήματα. Όμως αυτή ήταν μόνο η μία όψη του ζητήματος. Η άλλη, που είναι πολύ πιο βαθιά, ακόμη μου διαφεύγει. Το μόνο που καταλαβαίνω είναι ότι πρόκειται για μια δύναμη που με ωθεί να αναζητήσω την ομορφιά που υπάρχει μέσα στους ανθρώπους και τα πράγματα. Τέλος, ο Πραξιτέλης τον φέρνει σε «κατάσταση εγρήγορσης».
     Σαν Ραφαέλ
Ήταν πολύ δύσκολο να ανακαλύψω τι ακριβώς κρυβόταν
πίσω από την επιστροφή μου στο Σαν Ραφαέλ·
είχα τόσο πολλές δικαιολογίες κρυμμένες στο μανίκι
     Ωστόσο, ο «ρεαλιστικός» άξονας που διατρέχει το βιβλίο ως πλοκή είναι η επιστροφή του ήρωα μετά από απουσία δέκα χρόνων στο Σαν Ραφαέλ, στο χωριό καταγωγής του (μετά από σπουδές;), όπου πιστεύει ότι θα βρει το νήμα που συνδέει τα αντιφατικά του κομμάτια. Πιστεύει ότι το Σαν Ραφαέλ, αιωρούμενο μέσα στο φως, με τις αδιαπέραστης συνοχής νύχτες του, είναι ο ιδανικός τόπος για να συντάξει το βασικό σενάριο της ζωής του Πραξιτέλη (!). Κι όχι μόνο: ο αέρας, το ποτάμι, το φως, ο βυθός έχουν μια ανεξήγητη επίδραση στον ψυχισμό, τον υποδουλώνουν και τον λυτρώνουν ταυτόχρονα (η φωτεινότητα του νερού στον βυθό του ποταμού, εκεί ακριβώς όπου εγώ δεν θα μπορέσω ποτέ να φτάσω/εκείνο το όνειρο, εκείνη η γη, που ήταν η δική μας γη, σ’ εκπαιδεύει μόνο για την πυρετώδη φαντασία, για το μερικό και το ασυνάρτητο). Είναι αξεπέραστες οι αναφορές στη φύση και στη δύναμή της να φορτίζει με ενέργεια τον αφηγητή ώστε να προχωρήσει στην ποθητή ενότητα, στο ζητούμενο, που είναι η «πραγματική ζωή» μέσα από την αγάπη και την ελευθερία. Γι’ αυτό και αναζητά το «πνευματικό γίγνεσθαι» στα βιβλία μεν, αλλά κυρίως στις σχέσεις τις ανθρώπινες, στη φιλία, στον έρωτα (έχω έρθει στον κόσμο για να παραβιάσω τα όρια, τα συναισθήματα: να τα χρησιμοποιήσω μεν, αλλά τελικά να εγκαταλείψω αυτά που μου είναι ήδη γνωστά και να δημιουργήσω κάποια άλλα, καινούργια).
     Μέσω της αφήγησης και των συνειρμών/αναμνήσεων λοιπόν, βλέπουμε χαρακτήρες και πρόσωπα που καθόρισαν και διαμόρφωσαν τον ψυχισμό του αφηγητή: η Αγλαΐα και ο ανέφικτος έρωτας μαζί της· ο Αντόνιο, σκεπτικιστής διανοούμενος με προβληματισμούς σχετικά με την τέχνη, μουσικός, που του παραχώρησε το διαμέρισμά του της Λας Αρκάσιας, που τον εμπιστεύεται, του θέτει ερωτήματα και τον συμβουλεύει· η Ρακέλ, ο πραγματωμένος, σαρκικός έρωτας που του υπόσχεται αιώνια αγάπη· ο Λεσάμα, καρδιακός φίλος, συνομήλικος, με πολιτική δράση· ο Έκτορ Αλόνσο, ο ξάδερφος-φοιτητής που έχει έρθει στο σπίτι για διακοπές και που μαζί με τη Βεράνα σχηματίζουν το τρίγωνο που απογειώνει τον έρωτα· ο απατεωνίσκος Χούλιο Σεσάρ, η συμμορία του και η τραγελαφική σχέση τους. Και φυσικά, ο πατέρας ή μάλλον, το φάσμα ενός πατέρα που τους έχει εγκαταλείψει από καιρό, αλλά που έρχεται και ξανάρχεται μεθυσμένος και βίαιος (μες στο ημίφως αναγνώρισε το πρόσωπο του πατέρα του, μαβί και παραμορφωμένο (…) τότε ο πατέρας του άνοιξε τον φράχτη αδέξια,, τον ακινητοποίησε πιάνοντάς τον από το ένα χέρι και χτύπησε με δύναμη τα μάτια, τα μάγουλα και το σώμα του παιδιού).
     Στο Σαν Ραφαέλ, στην επιστροφή στη γενέθλια γη, ο ήρωας θα κατακτήσει την ποθητή μεταμόρφωση.
     Τα πρόσωπα
Αγάπη δεν είναι ο δεσμός μεταξύ των εραστών,
ούτε οι αντιδράσεις ευτυχίας ή πόνου, ούτε οι προσχεδιασμένες αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους. 
Αγάπη είναι η ανάδυση όλων των πνευματικών θησαυρών που ο εραστής διατηρούσε μέχρι στιγμής 
μέσα του, κρυφά, χωρίς να τους γνωρίζει ούτε αυτός ο ίδιος, 
κι οι οποίοι αναβλύζουν τώρα με ασυνήθιστη ορμή, στην επαφή του με την αγαπημένη.
Είναι η βαθύτερη ουσία εκείνου του πράγματος 
που πριν δεν γνώριζε καν ότι υπήρχε στη ζωή 
και τώρα ανθίζει εντελώς απρόσμενα.
     Πρώτα πρώτα ο αναγνώστης έρχεται σ’ επαφή με την «γλυκιά» Αγλαΐα, σύμβουλο-ψυχολόγο που εργάζεται μαζί με τον αφηγητή σ’ ένα σχολείο (τα πράσινα μάτια της Αγλαΐας, οι χειρονομίες της, η αθωότητά της/τα λαμπερά της μάτια που αποφεύγουν να συναντηθούν με τα δικά σου). Πρόκειται για έναν παθιασμένο αλλά ανέφικτο έρωτα με μια γυναίκα που είναι αισθησιακή, λάγνα και ασυγκράτητη αλλά αρνείται την προγαμιαία ολοκλήρωση του έρωτα (τόσο η Αγλαΐα όσο και η μητέρα μου συμφωνούν σ’ ένα σημείο: στο πόσο εκτιμούν κι οι δύο τον γάμο). Στο χρονικό σημείο όπου αρχίζει η αφήγηση, ο ήρωας θέλει να «απαλλαγεί άπαξ δια παντός από την Αγλαΐα», γι’ αυτό άλλωστε επαναφέρει συνέχεια το επεξηγηματικό γράμμα που θα της γράψει. Η Αγλαΐα είναι «ικανή να σου προκαλέσει αναστάτωση», είναι επίμονη και προκλητική στον έρωτα (η γλώσσα της Αγλαΐας, μια επιδερμίδα με πολλούς μικρούς πόρους εισχωρεί μέσα σου (…) ώσπου η απολαυστική αίσθηση μιας κυκλωτικής οξύτητας σου κόβει την ανάσα) αλλά και σταθερή στην εμμονή της (με μια «ασυνήθιστη έπαρση») να παραμείνει παρθένα· είναι γλυκιά και ήπιων τόνων, γίνεται όμως και είρων και κακεντρεχής. Η χωρίς νόημα επιμονή της τον κάνει να την περιφρονεί (είχα έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με τον αξιοθρήνητο συντηρητισμό της Αγλαΐας), έφτασε μάλιστα στο σημείο να τη χτυπήσει. Ωστόσο, ακόμα και οι φίλοι του (Αντόνιο, Λεσάμα), για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, αποδέχονται τον κοινωνικό συμβιβασμό του γάμου, τον οποίο ο ίδιος απορρίπτει στο όνομα της ελευθερίας (να αναγνωρίζεις την αγάπη, να τη μοιράζεσαι, και, μ’ αυτόν τον τρόπο, ν’ απορρίπτεις την οποιαδήποτε έξωθεν παρέμβαση στις επιλογές σου).
     Ρακέλ
J’ ai la tristesse du soleil au soir
     Ούτε όμως η Ρακέλ (πολύ νέα-ξανθιά-και-χυμώδης), με την οποία μοιράζεται απίστευτες στιγμές αισθησιακές ολοκληρωμένου έρωτα («διαχυτική και ταυτόχρονα απούσα»), ικανοποιεί αυτό που γυρεύει ο ήρωας, την αγάπη που συνοδεύεται από ελευθερία: το να υποτάξω τη ζωή μου σε μια γυναίκα που δεν έχει επίγνωση των λόγων για τους οποίους αποδέχεται την ελεύθερη ένωση μαζί μου θα ήταν εξίσου επιπόλαιο με το να παντρευτώ την Αγλαΐα.
     Για τον ήρωα, η Ρακέλ, παρόλο που ήταν αυτή που τον επηρέασε να ασχοληθεί με το σινεμά, ήταν «χαμηλής νοημοσύνης» που προσπαθούσε επί ματαίω να ανταποκριθεί στο στάτους του κοινωνικού της περιβάλλοντος (πίνακες, γαλλικά, πιάνο κλπ): γι’ αυτήν, το κλειδί της ζωής ήταν ένα παρόν που εξαντλούνταν στον εαυτό του. Η επιπολαιότητα της Ρακέλ (δεκάδες άντρες γύρω της, ο δε μέγιστον γλυκοκοιτάζει και τον Αντόνιο, σημαντικό φίλο του ήρωα) δημιουργεί συναισθήματα ποικίλα και αντιφατικά.
     Λεσάμα
Πρέπει να καταβάλω μεγάλη προσπάθεια, ώστε,
πίσω από την επιπολαιότητα του Λεσάμα
να καταφέρω να διακρίνω τον επαναστάτη.
     Σημαντική είναι η παρουσία του Λεσάμα που ο ήρωάς μας συναντά στο Σαν Ραφαέλ μετά από χρόνια (δεν υπήρχε παιδική περιπέτεια ή τρέλα που να μην την είχαμε μοιραστεί). Λάτρης των τυχερών παιχνιδιών (κοκορομαχίες, χαρτιά), και πολύ γυναικάς (αισχρή η κακοποίηση της δωδεκάχρονης ορφανής Ολγίτας από ομάδα μαθητών), είναι ωστόσο ο μόνος που αναφέρεται να είχε από νωρίς πολιτική δράση (μαζί και με τον ήρωα προ δεκαετίας), και να συνεχίζει να ανήκει στο ΚΚΒ , με όλα τα προβλήματα που αυτό συνεπάγεται (η οδός της βίας, επιμένει· όλα τα υπόλοιπα είναι καθαρή προδοσία/δηλαδή εσύ πιστεύεις ότι μπορούμε να αλλάξουμε αυτήν τη χώρα μόνο με τους νόμους;). Παρόλα τα πάθη του, ο Λεσάμα ήταν αυτός που θέλησε να αλλάξει η χώρα, που πονούσε για την καταπίεση των Ινδιάνων, που πίστευε ότι «όσοι αγαπούν αυτή τη γη επιλέγουν να μείνουν στη ζούγκλα» και ότι «χρειάζονται έναν άνθρωπο που θα φύγει έξω, θα σπουδάσει και θα επιστρέψει εδώ· και ταυτόχρονα θα είναι ερωτευμένος με τη ζούγκλα του: μ’ άλλα λόγια, θα έχει φύγει έξω απ’ αγάπη γι’ αυτήν».
     Ήταν «σύνδεσμος», είχε μυστικές επαφές και αποστολές με τους αντάρτες, τροφοδοτούσε, μετέφερε μηνύματα και φάρμακα (δεν είναι επομένως και τόσες πολλές οι ώρες που αφιερώνει πλέον στα ζάρια. Κάτι έχει αλλάξει μέσα του). Υπάρχουν και αποσπάσματα, όμως, όπου ο ήρωας αναθυμάται στιγμές απογοήτευσης κι αμφιταλάντευσης (από την άλλη βλέπεις όλους αυτούς του ΚΚΒ να αερίζουν τα τέτοια τους και να εργάζονται, λέει, για την εθνική συμφιλίωση. Ξέχασαν πολύ εύκολα όλους εκείνους τους συντρόφους που έχουμε χάσει), νιώθει ότι το όνειρο για μια κοινωνία ισότητας καταρρέει, κάποια στιγμή εξαφανίζεται από το χωριό κι απ’ τη δουλειά.
     Έμμεσα λοιπόν βλέπουμε και στοιχεία της πολιτικής κατάστασης στη Βενεζουέλα, π.χ. αναφέρεται συχνά ο «περεσχιμενισμός», δηλαδή η δικτατορία του Χιμένεθ (τρεις φορές δικτάτορας στο διάστημα 1948 μέχρι 1958) που στοίχειωσε τη χώρα, η κρυφή τοποθέτηση επαναστατικών σημαιών στους παραποτάμους σαν σημάδι αντίστασης στο καθεστώς, η αναφορά στους «cazadores»[1],και το αποκορύφωμα, την ταύτιση του ήρωα-αφηγητή με το θύμα εκτέλεσης (είναι ο Λεσάμα) από τους καθεστωτικούς –μια συγκλονιστική σκηνή από τις πολύ συνήθεις στη Λατινική Αμερική, δολοφονίας με πτώση από ελικόπτερο: εγώ βλέπω εσένα τώρα Λεσάμα· πέφτεις, διαλύεσαι μόλις έρχεσαι σ’ επαφή με τη γη, σαν κάποιο άγνωστο φρούτο. Μπορώ και τα βλέπω όλα: το ελικόπτερο, τον θάνατο· αυτός είναι που πέφτει, κι ακόμα τώρα που πέφτει, δεν θα καταφέρει να εξηγήσει τίποτα από όλο αυτό. Γιατί;
     Χούλιο Σέσαρ
Για μια στιγμή ένιωσε πως ήθελε να προφυλάξει
όλη εκείνη την άλογη, αχαλίνωτη νεότητα
     Η ανεκδιήγητη σχέση με τον απατεωνίσκο Χούλιο Σέσαρ και τη συμμορία του, όσο ο ήρωας (πολύ κουραστικό που δεν έχει όνομα) ήταν ακόμα στην πόλη (Καράκας), είναι ένας από τους άξονες που μυστηριωδώς ωθούν τον ανώνυμο ήρωά μας στην μετεξέλιξη της συνείδησής του. Πρόκειται για έναν κατεργάρη φτωχοδιάβολο, που έβαλε στο μάτι τον ήρωα-αφηγητή που εκείνη την εποχή πουλούσε… χύτρες, γιατί είχε καινούργιο αυτοκίνητο και φαινόταν ότι έχει γεμάτο πορτοφόλι. Αντίστοιχα, ο μάγκικος τρόπος ομιλίας (το «λεκτικό ιδίωμα»), οι παραμορφωμένες λέξεις, κυρίως όμως η φτώχεια (απείρου κάλλους η περιγραφή της παράγκας του Χούλιο), η χαμηλή νοημοσύνη, ο κόσμος (υπόκοσμος) που εκπροσωπούσε ο Χούλιο Σέσαρ προσέλκυσαν τον αφηγητή, ο οποίος ενέδωσε αμέσως στις περίεργες προσκλήσεις (μια μεθυστική ουσία παγίδευσε το κορμί του) και προσχώρησε στην ομάδα όπου κυριαρχούσαν διαφορετικοί νόμοι και αρχές, συμμετέχοντας σε «διασκεδαστικές» περιπέτειες όπως να δείρουν έναν περαστικό ή να καταστρέψουν ένα αυτοκίνητο, προσδοκώντας βασικά την επαφή με νέα πρόσωπα και νέες εμπειρίες (αυτά ήταν τα συστατικά στοιχεία που θα έφερναν τη μεταμόρφωση). Η «συνεργασία» με τον Χούλιο Σέσαρ περνάει διάφορα στάδια και δοκιμασίες, με φόντο μια μίζερη γειτονιά στο Μακαράο (συνοικία του Καράκας) μέσα σε «βουνά μπλε και λευκά, απίθανους σχηματισμούς που αντικατοπτρίζονταν πάνω στη βλάστηση». Το αποκορύφωμα είναι η προσπάθεια του Χούλιο να τον κλέψει (λεφτά και αυτοκίνητο), και το σατανικό σχέδιο να τον εξουδετερώσει/σκοτώσει, που όμως ο ήρωάς μας εύκολα ανέτρεψε κερδίζοντας για πάντα την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη όλης της συμμορίας (τότε ακριβώς αναγνώρισε το γεγονός ότι ο Χούλιο Σέσαρ ήταν ακριβώς ο τύπος του ανθρώπου που έψαχνε, κυριολεκτικά το κανάλι που θα τον οδηγούσε σε καινούργιος κύκλους/είχε ανάγκη από ανθρώπους που θα του θόλωναν την αντίληψη). Όχι, δεν ήθελε να χάσει την επαφή με τον Χούλιο, τη «σχισμή» μέσα απ’ την οποία μπορούσε να κοιτάξει τον κόσμο του, κάτι που δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν ούτε οι φίλοι του, ούτε βέβαια η Αγλαΐα («δεν θα κατανοήσεις τη δυαδικότητά μου»).
     Ο Χούλιο Σέσαρ αναδεικνύεται «σύμβολο μοναδικής αξίας», κάτι που ξεκίνησε ως παιχνίδι αλλά φαίνεται ότι ήταν βαθιά η ανάγκη του ανώνυμου αφηγητή να συναναστραφεί ανθρώπους όχι του ίδιου κοινωνικού στάτους. Φτάνει στο σημείο να αντλεί περισσότερη -πνευματική- ευχαρίστηση από τον σχεδιασμό μιας ληστείας απ’ ό, τι από μια φιλοσοφική διάλεξη (!). Αυτή η «πρωτόγνωρη ανθρωπογεωγραφία» που εκπροσωπούν οι καινούργιοι του φίλοι κρύβει βέβαια βαθύτερα κοινωνικοπολιτικά αίτια, κάτι που δεν παραγνωρίζει. Η ουσία είναι ότι οι «κατ’ επίφασιν εμβριθείς ελληνικές του ιδέες πρακτικά μηδενίζονταν από τους νέους του φίλους της συμμορίας» (ο Πραξιτέλης δεν είναι πια εγώ).
     Αντόνιο
Η πολλαπλότητα του είναι εντοπίζεται
στην κάθε αλλαγή που συμβαίνει στην αντίληψή μας
     Η συνάντησή του με τον Αντόνιο, στην πόλη πάντα, έγινε μετά τη γνωριμία του με τη συμμορία. Ήταν ο συμφοιτητής (σπούδαζε μουσική) του οποίου «η αθωότητα κι η καλλιτεχνική του ζέση θα μετατόπιζαν πολλά πράγματα μέσα του». Ο Αντόνιο ήταν εκείνος που καταλάβαινε τις πνευματικές αναζητήσεις του ήρωα, κι ας θεωρούσε «μαλακίες» το εγχείρημα του Πραξιτέλη· είχε και κείνος το σαράκι της αλλαγής, της μεταμόρφωσης, της αναζήτησης του «εαυτού», μέσα από την τέχνη της μουσικής. Ήταν επίσης εκείνος που είχε την ιδέα να γίνει «το πάρτι με τις χύτρες», δηλαδή επίδειξη και πώληση των χυτρών στο διαμέρισμά του. Η ιστορία με τις χύτρες εξελίσσεται σε σπαρταριστή κωμωδία, ή μάλλον γλυκόπικρη, γιατί το κλειδί το είχε κι ένας φίλος που κρυβόταν για πολιτικούς λόγους, ο οποίος το έδωσε σε άλλον και σε άλλον με αποτέλεσμα να υπάρχουν τόσα πολλά κλειδιά που δεν ξέρω τι πρόκειται να συναντήσω κάθε φορά στο σπίτι. Το σπίτι μετατράπηκε σε σημείο αντίστασης όπου μαζεύονταν φοιτητές, αργόσχολοι, πολιτικοί, ποιητές και κάθε λογής καρύδι… Έτσι λοιπόν, στο απίθανο πάρτι, εκτός των άλλων, παρευρίσκονται η χυμώδης Ρακέλ ανάμεσα σε έξι ξανθούς άντρες, ο Αντόνιο, η λευκοφορεμένη Εγλέ που μπερδεύεται με την οπτασία της Ειρήνης του Πραξιτέλη, και αποκορύφωμα, ο Χούλιο Σέσαρ. Η παράταιρη παρουσία του Χούλιο Σέσαρ στο πάρτι και οι χωρίς αιδώ αφηγήσεις του σχετικά με τις απατεωνιές που έκανε με τον ήρωα-αφηγητή, ήταν αποκαλυπτική για τον διανοούμενο Αντόνιο (κάποια στιγμή ο Αντόνιο έδειξε να χάνει την αντιληπτική του ισορροπία)! Δεν έχουν σημασία εδώ οι λεπτομέρειες, αλλά «από μια ανεξήγητη αλλαγή της διανυσματικής φοράς των γεγονότων» η τροπή του πάρτι είχε ένα γκροτέσκο, κινηματογραφικό φινάλε.
     Έκτορας Αλφόνσο, Βεράνα     
     Ένας ακόμα αναβαθμός στην ωρίμανση και στη λύτρωση από τη δυαδικότητα και την εμμονή στη ζωή του Πραξιτέλη, ήταν η σχέση με τον Έκτορα Αλφόνσο και τη Βεράνα (μια γυναίκα που μένει αποκλειστικά σ’ έναν και μοναδικό πόλο/η ίδια έχει αρνηθεί εξαρχής να αναλύει τις επιθυμίες της: το ένστικτό της την οδηγεί να αποκτά αυτό που θέλει χωρίς να θέτει πολλά πολλά ερωτήματα, με δυο λόγια, να είναι ευτυχισμένη). Η Βεράνα ήταν παντρεμένη και «προσκολλημένη» στον άντρα της, παρόλ’ αυτά δινόταν και σε άλλους άντρες μ’ ένα «ειλικρινές» πάθος, ένας απ’ τους οποίους ήταν ο όμορφος έφηβος, ξάδερφος Έκτορ Αλόνσο. Στο παράνομο ζευγάρι προστέθηκε αβίαστα και ο ήρωάς μας, μέσα σ’ ένα κλίμα αυθόρμητου ενθουσιασμού. Η σχέση των τριών δεν είναι αποκλειστικά σωματική-σεξουαλική, άλλωστε η Βεράνα είναι αυτή που έκανε τον ήρωα να συνειδητοποιήσει ότι «ήταν λανθασμένη η μέθοδος της ενδοσκόπησής του στην ίδια της τη βάση, ότι αναζητούσε δηλαδή μονίμως κάποιες σταθερές στη ζωή του». Από μια άποψη τη θαυμάζει κιόλας, είναι αυθεντική και τολμηρή… Η συνάντησή τους γίνεται μέσα σε μια ατμόσφαιρα χαράς και θυμηδίας, ενώ οι στιγμές όπου τα τρία σώματα γίνονται ένα, αγγίζουν την απόλυτη ευτυχία (απίθανες, ποιητικές περιγραφές). Χαμόγελα, «αδιάλειπτη χαρά», αθώο πάθος, εγρήγορση, «χροιά ευτυχίας». Το κυριότερο όμως, αυτό που χαρίζει την ευφορία της αρμονίας: οι τρεις μας δίναμε ζωή σ’ ένα νέο ον, σε μια άλλη συνείδηση, η οποία κατοικοέδρευε στα ακροδάχτυλά μας, στο δέρμα μας, παράλογη και διττή, πέρα από τις λέξεις.
     Πατέρας
 Απάλλαξέ με, σιωπή, από το πρόσωπο εκείνο που με δυναστεύει
Rafael Cadenas
     Δεν είναι γραμμική η αφήγηση του Μπάλσα, δεν είναι αμέσως κατανοητά τα γεγονότα. Νιώθεις όμως ότι είναι τρομερά. Ο φόβος έχει φωλιάσει μέσα του απ’ όταν ήταν μικρό παιδί, που πήρε το όπλο του πατέρα και το έκρυψε. Κι όταν τον άκουσε να περιγράφει σαν σε όραμα να καίει το σπίτι, κατάλαβε ότι «ο πατέρας του υπέκυπτε σ’ έναν παράδεισο δικής του κατασκευής: τον αλκοολισμό». Αυτός ο τρομερός άντρας, ο μέθυσος, με «τις αβυθομέτρητες γωνιές της ψυχής του».
     Όπως συνειδητοποιεί κι ο ίδιος ο ήρωας, είναι πολύ συγκεχυμένοι οι βαθύτεροι λόγοι που τον ώθησαν να επιστρέψει στο Σαν Ραφαέλ (χωρίς να το ξέρω επέστρεψα στο Σαν Ραφαέλ για να πραγματωθώ). Κι όλα εξανεμίζονται, ο Πραξιτέλης, το γράμμα στην Αγλαΐα, η ίδια η Αγλαΐα. Γιατί όταν πια ωριμάζουν τα γεγονότα, αντιλαμβάνεται ότι «ήταν εκείνη η εικόνα του πατέρα του καθώς τρέχει γυμνός στο ποτάμι». Μια εικόνα που επαναλαμβάνεται μετά από είκοσι χρόνια όχι σαν φάρσα αλλά σαν τραγωδία, γιατί τώρα ο πατέρας είναι «γέρος, μοναχικός και τρομακτικός», ένας πατέρας που αυτή τη φορά σκόρπισε τον όλεθρο και τον θάνατο (εκείνο το πρόσωπο είχε μιαν ανεπανάληπτη έκφραση, σου πρότεινε ένα τρόπο να αισθανθείς τι σημαίνει θάνατος μέσω ενός μακρινού χαμόγελου).
     Εφτακόσιοι φοίνικες…
     Στο παλιό κοιμητήριο του Σαν Ραφαέλ, το μονοπάτι περιστοιχίζεται από βασιλικούς φοίνικες. Κάποιοι είναι κατά πολύ νεότεροι, γιατί τους φύτεψε ο ήρωας με τους συμμαθητές του, όταν πήγαινε ακόμα σχολείο (ένας φόρος τιμής των μικρών παιδιών προς τον θάνατο). Μια μυστήρια ατμόσφαιρα «ιλίγγου» τους ενώνει και τους μεταμορφώνει καθώς περιδιαβαίνουν το τρομακτικό σκηνικό. Ίσως απ’ αυτό το εξαιρετικό απόσπασμα είναι εμπνευσμένος ο τίτλος, ή κι απ' τον στίχο του Νέστορ Φράνσια…
…η αγάπη είναι εφτακόσιοι φοίνικες φυτεμένοι στο ίδιο σημείο…
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] Άνθρωποι του στρατού που επιδίδονταν σε απαγωγές, βασανιστήρια και δολοφονίες των ανταρτών κατά τη δικτατορία του Χιμένεθ

Παρασκευή, Ιουνίου 26, 2026

Οι χυδαίες ορχιδέες, Έλενα Μαρούτσου

     Πρόκειται για μια σειρά από 11 διηγήματα, τα περισσότερα αρκετά εκτεταμένα, που καθένα προσελκύει με διαφορετικό τρόπο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, εφόσον ένα από τα κοινά στοιχεία είναι ο αιφνιδιασμός, η έκπληξη, η παραδοξότητα. Η αγαπημένη συγγραφέας («Θηριόμορφοι», «Το εξιλαστήριο θαύμα») σκαρφίζεται συνέχεια ελκυστικές ιστορίες κι έχει πάντα έναν πολύ πρωτότυπο τρόπο να αφηγείται, με έντονες εικόνες και ύφος παιγνιώδες, εισχωρώντας παρόλ’ αυτά βαθιά μέσα στον ψυχισμό των ηρών/ίδων της. Παρά το ανάλαφρο, καθημερινό ύφος δηλαδή, που φτάνει μερικές φορές στο χιούμορ ή στον σαρκασμό, και παρά τις πολύ παράδοξες (αλλά αληθοφανείς) περιστάσεις, παρά τα ευφάνταστα σκηνικά, το περιεχόμενο δεν εξαντλείται στην πρωτοτυπία και τα λεκτικά σχήματα. Αντίθετα, διαγράφονται χαρακτήρες, έντονα συναισθήματα, κοινώς η συγγραφέας έχει κάτι να πει. Και οι ήρωες/ίδες, πολλές φορές σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, επεξεργάζονται τα συναισθήματα, τις μνήμες τους, τη φαντασία τους χαρίζοντας στον αναγνώστη υπέροχες σελίδες με αποχρώσεις των σύγχρονων ανησυχιών και αναζητήσεων.
     Μια άλλη διάσταση που διαποτίζει όλα τα διηγήματα είναι η «συνομιλία», δηλαδή το διακειμενικό/διαχρονικό παιχνίδι με λογοτεχνικούς ήρωες, φράσεις ή μοτίβα γνωστών και κλασικών λογοτεχνικών έργων. Εδώ θα αντιγράψω το απόσπασμα από την κριτική παρουσίαση της Μαρίας Γιαγιάννου[1](καθότι εγώ, από άγνοια, δεν αναγνώρισα όλες τις αναφορές σε έργα άλλων συγγραφέων): «Η συγγραφέας συνομιλεί με την μεγάλη λογοτεχνία, αξιοποιώντας ένα μεταμοντέρνο εύρημα, που κάνει το βιβλίο σύγχρονο και ταυτόχρονα το κρατά σε ανοιχτή συνομιλία με διαχρονικές λογοτεχνικές σταθερές. Ο εραστής της Λαίδης Τσάτερλυ του Λώρενς, η Σαλώμη του Όσκαρ Ουάιλντ αλλά και της Βίβλου, το Κοράκι του Πόε, η σκοτεινή πλευρά του Καβαφικού βίου, ο Βασιλιάς Ληρ του Σαίξπηρ, το Ένα δικό μου δωμάτιο της Γουλφ, η Σύλβια Πλαθ ως σκυλίτσα που ονομάστηκε έτσι «επειδή ανοίγει μόνη της τον φούρνο και βάζει το κεφάλι μέσα» (δεν λείπει το ούτε το μαύρο χιούμορ), το Στρίψιμο της Βίδας του Χένρι Τζέιμς (όπου το Screw παραπέμπει στη βίδα αλλά και στο σεξ στην απεχθέστερη εν προκειμένω εκδοχή του), το Έρωτας στα Χιόνια του Παπαδιαμάντη, αλλά και το πορνογράφημα της Ε.Λ. Τζέιμς, 50 αποχρώσεις του γκρι – όλες οι παραπάνω αναφορές διατρέχουν το σώμα του κειμένου ως φλέβες. Δίνουν κίνηση στην ιστορία. Δίνουν τροφή στη φαντασία, αφού γαργαλάνε τη συγγραφέα να δημιουργήσει νέες εκδοχές των πρωτοτύπων, νέες εφαρμογές για το κεντρικό θέμα του κάθε βιβλίου. Η φαντασία των άλλων γονιμοποιεί την ιδία φαντασία κι έτσι προκύπτει ένα ακόμα είδος ορχιδέας που μέχρι τώρα δεν το είχαμε ξαναδεί». Αλλά και ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος[2] ανίχνευσε διακειμενικές αναφορές που παραπέμπουν άμεσα ή έμμεσα σε δημοφιλή βιβλία: «Όλα τα διηγήματα του βιβλίου συνομιλούν με ποικίλους τρόπους με γνωστά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας: τον «Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι», τη «Σαλώμη» του Όσκαρ Ουάιλντ, τον «Έρωτα στα χιόνια» του Παπαδιαμάντη, τον «Βασιλιά Ληρ», το δημοτικό τραγούδι «Του γιοφυριού της Άρτας», το μικρό πεζό του Κάφκα με τον τίτλο «Γέφυρα», το «Ένα 
δικό σου δωμάτιο» της Βιρτζίνια Γουλφ και άλλα ακόμη».
     Ο τίτλος του πρώτου, που δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο, σηματοδοτεί κι ένα ακόμα στοιχείο που υποβόσκει ή φανερώνεται σχεδόν σε όλα τα διηγήματα, έναν προκλητικό ερωτισμό που μπορεί να είναι πηγαίος, βαθύς, κεραυνοβόλος, μοιραίος αλλά γίνεται και αποκλίνων, χυδαίος, πρόστυχος με την έννοια του ανήθικου, άσεμνου, αποκλίνοντος από το καθιερωμένο. Δεν είναι τυχαίο που το διήγημα «Οι χυδαίες ορχιδέες» ανακαλεί/απηχεί ή μάλλον φέρνει σε σύγχρονη εκδοχή το «ερωτικό» μυθιστόρημα «Ο εραστής της Λαίδης Τσάτερλι» του Ντ. Λώρενς [3], που στην εποχή του τάραξε τα ήθη και μάλιστα ήταν απαγορευμένο για πολλά χρόνια. Στο διήγημα αναπαράγεται ο βασικός σκελετός, δηλαδή η ηρωίδα, εγγονή τής Κονστάνς (Κονστάνς λένε και τη Λαίδη Τσάτερλι ηρωίδα του Λώρενς) ερωτεύεται τον Νιγηριανό κηπουρό, τον Φιλ. Οι λογοτεχνικές αναφορές δεν έχουν βέβαια απόλυτη αντιστοιχία, άλλωστε το πραγματικό όνομα της γιαγιάς δεν είναι Κονστάνς ούτε του παππού Μέλορς (όπως είναι αντίστοιχα στο βιβλίο του Λώρενς), απλώς η κόρη τους η Μέλανι «κυοφορήθηκε μέσα στις σελίδες του Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι». Έτσι, η 37χρονη ηρωίδα μας, η Λίλη, που μεγάλωσε χωρίς πατέρα, γαλουχήθηκε μέσα σ’ ένα μυθιστορηματικό περιβάλλον ενώ οι δύο κηπουροί (του Λώρενς και της Μαρούτσου) έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Το μοιραίο πάθος εξελίσσεται σταδιακά, ευρηματικά, μοναδικά και φαίνεται η σχέση με τη λογοτεχνία να καθορίζει τη ζωή της ηρωίδας (μέχρι σήμερα σκεφτόμουν πως ο άντρας μου είχε κάποια κοινά με τον κηπουρό: τη ρώμη, την απλότητα, την ευθύτητα του χαρακτήρα. Του έλειπαν όμως το μυστήριο, το σκοτεινό παρελθόν και η λαγνεία που πότιζαν κάθε κίνηση του εραστή της Λαίδης Τσάτερλι).

Η μνήμη μου είναι τρύπια.
Τις τρύπες τις σκεπάζω με σελίδες από βιβλία, σκηνές από ταινίες,
ήρωες από σίριαλ που βλέπω τα απογεύματα
     Τους ίδιους ήρωες τους συναντάμε από άλλη οπτική, σε ένα από τα τελευταία διηγήματα, το «Γιατί ήταν πριν γιοφύρια», όπου η αφηγήτρια είναι η Μέλανι (μητέρα της ηρωίδας στις «Χυδαίες Ορχιδέες», που είναι πια 90χρονη γιαγιά (σχεδόν απούσα στο πρώτο διήγημα) και μιλά για το παρελθόν της στην εγγονή της, τη Φιόνα, την κόρη τής Λίλη η οποία (Λίλη) μαθαίνουμε ότι έχει πεθάνει). Ο μπαμπάς της, ο πραγματικός, όπως η ίδια αφηγείται, είναι ο… κηπουρός Μέλορς (συνώνυμος εραστής της λαίδη Τσάτερλι), ενώ ο σερ Κλίφφορντ ο ανάπηρος -σε καροτσάκι- πατριός της, είναι κι αυτός αντίστοιχος ήρωας του Ντ. Λώρενς. Η Μέλανι είναι ποτισμένη από τη λογοτεχνική τρέλα, και βιώνει την πραγματικότητα μέσα από τη φαντασία και τις εμμονές της (μικρή σημασία έχει για μένα τι είναι βγαλμένο απ’ τη ζωή μου και τι απ’ τα βιβλία. Τα φαντάσματά μου, ανακατεμένα με τους ανθρώπους μου, είναι πραγματικά, γιατί όλοι τους με κάνουν να στριφογυρνώ γύρω απ’ τον εαυτό μου όπως στο «στρίψιμο της βίδας» όταν ήμουν μικρή). Επίσης, μοτίβα από το «Στρίψιμο της βίδας» έρχονται κι επανέρχονται, εφόσον η Μέλανι ως μικρό κοριτσάκι βλέπει… φαντάσματα (η συγγραφέας φυσικά μάς αιφνιδιάζει όταν αποκαλύπτει τι ακριβώς ήταν αυτές οι φασματικές φιγούρες). Το στοιχείο του χυδαίου ερωτισμού σ’ αυτό το διήγημα πηγάζει από τις άνομες ορέξεις του παπά, που εκμεταλλεύεται την αθωότητα του μικρού κοριτσιού… Παράλληλα, η Μέλανι γνωρίζεται με τον εγγονό του παπά, τον Τομ (Τομ Σώγερ, τους λέω γιατί ξέρω πως περιμένουν να τα μπερδέψω πάλι με κάποιο βιβλίο και δεν θέλω να τους χαλάσω το χατίρι). Μυστικά τραύματα, απωθημένες αναμνήσεις κι έντονα συναισθήματα ανακυκλώνονται καθώς η Μέλανι ενηλικιώνεται, συνδέεται με τον Τομ, ο Τομ επιστρατεύεται κι επιστρέφει με παντελή αμνησία, ενώ ο «καταραμένος παπάς» πεθαίνει (ήθελα να υπάρχει γιατί όσο υπήρχε, ζούσε μαζί του η αόριστη ελπίδα μιας επανόρθωσης). Η πληγωμένη Μέλανι αποφασίζει να μην παντρευτεί αλλά να υιοθετήσει (η κόρη μου, καρπός της απόφασής μου να μην ξαναερωτευτώ, πάντα με κατέκρινε για τη θωρακισμένη αυτή στάση απέναντι στη ζωή και τους ανθρώπους. Θα προτιμούσε μια πιο υγρή, πιο κυματιστή μορφή αγάπης, όμως ο καθένας μπορεί να δώσει μόνο αυτό που του έχει δοθεί).
     Τη Φιόνα, την εγγονή, την έχουμε ήδη συναντήσει στο διήγημα «Η μοναδική απόχρωση του μαύρου» (δεν μπορεί κανείς να μη σκεφτεί τις «50 αποχρώσεις του γκρι»), ένα διήγημα όπου γίνεται σαφώς ένα παιχνίδι με τα χρώματα, κυρίως του… δέρματος. Η Φιόνα είναι χορεύτρια και συμμετέχει σ’ ένα φεστιβάλ με θέμα «Έχουν σώμα οι λέξεις;» όπου οι καλλιτέχνες εμπνέονται από το περί ου ο λόγος βιβλίο της Ε.Λ.Τζέιμς… Κάποια στιγμή καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για την κόρη της Λίλη και του Φιλ, του πρώτου διηγήματος (του κηπουρού και όχι του συζύγου, και το καταλαβαίνουμε γιατί είναι μαύρη). Η Φιόνα, 17 χρονών, νεοφώτιστη κι ενθουσιώδης, συμμετέχει ως χορογράφος σε μια ομάδα που φτιάχνει σχετικό ντοκιμαντέρ, ενώ αφηγητής είναι ο μπαμπάς της (προφανώς ο θετός, δηλαδή ο επίσημος σύζυγος της Λίλη: ένας λευκός με κόρη έγχρωμη ήταν ένα θέαμα), ο οποίος έχει μεταβεί στη Ρόδο για να παρακολουθήσει την εκδήλωση. Εδώ το ερωτικό/προκλητικό/αποκλίνον στοιχείο εκφράζεται μέσω του έρωτα της Φιόνας για τη Ντάλια, τη «γυναίκα-κλεψύδρα» (η γυναίκα που συνουσιαζόταν με τους θαυμαστές της στα παρασκήνια), μια γυναίκα που ουσιαστικά εκδίδεται (Φιόνα: είναι σκέτη υποκρισία να παριστάνουμε ότι δεν υπάρχει αυτή η πτυχή του πολιτισμού μας), ενώ το αποκορύφωμα είναι ο προκλητικός χορός της Ντάλιας στο μπαρ «Ιδού η Ρόδος», όπου ξεκινώντας από τον ρόλο της «άτακτης» μαθήτριας που την κυνηγά ξέφρενα η… δασκάλα, καταλήγει κατηγορούμενη δικαστικά γιατί προκάλεσε… έμφραγμα σε κάποιο -ανάπηρο- θαμώνα (τον Λούκας που θα τον δούμε σε επόμενο διήγημα!)! Η Φιόνα θέλει φυσικά να βοηθήσει την Ντάλια που κινδυνεύει (πέρα απ’ όλα τα’ άλλα είναι και παράνομη μετανάστρια), ενώ ο δόλιος ο πατέρας εμπλέκεται όλο και περισσότερο (να πείτε ένα μικρό ψέμα για να φανεί η μεγάλη αλήθεια). Στην υπόθεση αναφέρεται και η «Σαλώμη» του Όσκαρ Ουάλντ (απ’ τη βιβλιοθήκη της γιαγιάς, δηλαδή της Μέλανι), που μιλάει για την εκμετάλλευση της γυναίκας!!!
     Ο συνδυασμός λογοτεχνία-ερωτισμός, με άλλη πρωτότυπη ένδυση υπάρχει και στο ευφάνταστο διήγημα «Σελιδοδείκτης από μαλλιά» όπου μια τυχαία συνάντηση στην παραλία με μια νεαρή κοπέλα δημιουργεί πόθους ανομολόγητους (το σώμα της είχε την ηρεμία και την εγρήγορση που βλέπει κανείς στις γάτες/δίπλα στο κεφάλι της αποκαλύφθηκε ένα βιβλίο. Μέσα απ’ τις σελίδες του εξείχε σαν σελιδοδείκτης μια τούφα απ’ τα μαλλιά της). Το βιβλίο ήταν η Σαλώμη του Όσκαρ Ουάιλντ, και η ξαπλωμένη κοπέλα η Σκιαδενή ή Νίτσα (δεν είναι κακό, θυμίζει όμως λίγο κομμωτήριο/η μαμά μου έχει κομμωτήριο), μαθήτρια του προσώπου που αφηγείται, στο μάθημα των Νέων Ελληνικών -ένα πρόσωπο του οποίου την ταυτότητα δεν μαθαίνουμε, αλλά εκδηλώνει άμεσα τις άνομες σκέψεις που του γεννά η επαφή με τη Σκιαδενή (πώς θα ήθελα να βάλω το δάχτυλο στα μαύρα σου νερά)-, ενώ το αθώο κορίτσι, με αμφίσημες διαθέσεις, τον ωθεί στο κομμωτήριο όπου ο ερωτισμός κορυφώνεται μ’ έναν απίστευτα πρωτότυπο τρόπο. Στο τέλος, η έκπληξη!

Η αλήθεια ήταν πως οι καλλιτέχνες κάθε είδους μού γεννούσαν πάντα μια μικρή επιφύλαξη. Πίστευα πως καταστρατηγούσαν την άμεση σχέση που μας δένει με τη ζωή και τα αισθήματα, αναγορεύοντας την τέχνη σε διερμηνέα.

     Η σχέση τέχνης-ζωής, είναι μια ακόμη παράμετρος στα διηγήματα του βιβλίου, και νομίζω ότι το διήγημα όπου ξετυλίγεται αυτή η διάσταση πιο χαρακτηριστικά, είναι το «Κορδέλα στο στόμα» (η γυναίκα μου με έλεγε ψεύτη γιατί δεν έβλεπε τη βαθύτερη φύση μου, αυτήν του διασκεδαστή. Έλεγε πως παίζω θέατρο παντού εγώ όμως ήθελα να κάνω τη ζωή λιγότερο πληκτική). Ο αφηγητής Διονύσης, σκηνοθέτης, παντρεμένος/χωρισμένος/απελπισμένος που ψάχνει για σπίτι, εμπλέκεται σε μια ιστορία με κωμικοτραγικές συμπτώσεις. Βρίσκει όντως σπίτι σε συμφέρουσα τιμή, αλλά πρέπει να περιμένουν οι τρεις κόρες να πεθάνει ο γηραιός ιδιοκτήτης. Η συνάντησή του με τον μεσίτη ήταν και η αιτία της καθυστέρησής του στην ομάδα «Διάπλους» όπου δούλευε εθελοντικά παραδίδοντας μαθήματα θεάτρου σε άτομα εξαρτημένα (όποιος δεν μπορεί να παίξει σκηνοθετεί, κι όποιος δεν μπορεί να σκηνοθετήσει διδάσκει). Η Ξένια, ένα απ’ αυτά τα άτομα, γνωστή για τη μυθομανία της, προτείνει στον ήρωα να τον συνοδεύσει στο σπίτι με τον γέρο, για να τον γνωρίσει, λέγοντας (αλήθεια ή ψέμα;) ότι έμενε εκεί κοντά και γνώριζε τις αδερφές, ιδιαίτερα όμως τη μικρότερη την Αγγελική. Ο γηραιός κύριος Σταύρος, ένας καλοστεκούμενος εβδομηντάρης (όταν μας κοίταξε όμως, κάτι στα μάτια του μαρτυρούσε την έλλειψη βάθους που προσφέρει η μνήμη) δέχεται την επίσκεψη της… κόρης του Κορδέλιας (Κορδέλια ονομάζεται η μικρότερη και αγαπημένη κόρη του Βασιλιά Ληρ στην ομώνυμη τραγωδία του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ), όπως συστήθηκε η Ξένια. Με τον ευφάνταστο τρόπο της Μαρούτσου, η πραγματικότητα συγχέεται με τη φαντασία, εφόσον η θεατρική ομάδα του Διάπλου ετοιμάζει αποσπάσματα από τον «Βασιλιά Ληρ» (ήταν σαν ν’ άκουγα μέσα απ’ το σώμα της Κορίνας τη φωνή της Ξένιας), ένα έργο που ο ίδιος ο αφηγητής ομολογεί ότι ήταν επηρεασμένο από την ιστορία της Αγγελικής και της Ξένιας, ενώ όπως σχεδόν σε κάθε διήγημα στο τέλος υπάρχει κάποια ανατροπή.

Πάντα ένα κρεβάτι έχει ενδιαφέρον
     Το κρεβάτι της Τρέισι Έιμιν[4] φαίνεται να είναι η αφετηρία της έμπνευσης για το διήγημα «Ένα δικό σου δωμάτιο πάνω στο κρεβάτι μου», που εκτέθηκε στην Tate gallery, από την καλλιτέχνιδα που ως γνωστόν, είχε αυτοκτονικές τάσεις. Δεν είχε μόνο βέβαια η συγγραφέας έμπνευση από το συγκεκριμένο έργο, αλλά και η αφηγήτρια/ηρωίδα της, η Μαριλένα, που παίρνει μαθήματα φωτογραφίας κι ετοιμάζει την εργασία της, εφόσον η ιδέα της βασίζεται στο έργο που είδε και θα ονομαστεί «A room on my bed» (αντί να εκθέσω το κρεβάτι μου, όπως έκανε η Τρέσι Έιμιν, με ίχνη από τις εκκρίσεις μου, θα το ζωγράφιζα με ίχνη από τις βραδινές μου αναγνώσεις)!!!. Η Γιώτα, γνωριμία στην ίδια έκθεση κάνει διδακτορικό στο έργο της Βιρτζίνια Γουλφ «Ένα δικό σου δωμάτιο» (και δεν μπορεί να μην προσέξει ο αναγνώστης τα διαρκή λογοπαίγνια και την ανακύκλωση μοτίβων στην οποία επιδίδεται με μαεστρία η Μαρούτσου). Τα κρεβάτια και τα δωμάτια (π.χ. το δικό της έχει παράθυρο στο… ταβάνι) αποτελούν το μοτίβο που χτίζει το σκηνικό σ’ αυτό το διήγημα, εφόσον η Γιώτα προσκαλεί την Μαριλένα στο σπίτι της (όπου συγκατοικεί με άλλες… έξι γυναίκες) για να φωτογραφίσει το δικό της δωμάτιο (από τις αρχές του εικοστού αιώνα η γυναίκα πάλευε για ένα δωμάτιο δικό της και τώρα, στην εκπνοή του αιώνα (είναι 1999), παλεύει να βγει απ’ αυτό). Είναι πολλές οι ευκαιρίες που δίνονται σ’ αυτό το διήγημα να εισχωρήσει η αφήγηση στην ουσία της τέχνης: η Γιώτα που αφηγείται τα της έκθεσης με τρόπο που να ακούγεται πραγματικά μοναδική, χωρίς να έχει συμβεί κάτι πραγματικά αξιομνημόνευτο· η φράση ότι «ίσως η υπερβολή να είναι η αληθινή μας φύση»· η συνειδητοποίηση της ηρωίδας ότι χρησιμοποιεί συνέχεια παρομοιώσεις «γιατί δεν σκέφτεται με λέξεις αλλά με εικόνες. Ίσως γι’ αυτό έγινε φωτογράφος»· η βιβλιομαντεία (αγαπημένο παιχνίδι, ν’ ανοίγεις μια τυχαία σελίδα και το απόσπασμα που πέφτει στα μάτια σου να έχει μια μοιραία σημασία)· οι «σπασμωδικές και ασύνδετες προσπάθειες να έχουν οι φωτογραφίες της ένα συνολικό όραμα»· η γύμνια, το χασίς, το τρίτο φιλί, κι οι σουρεάλ φωτογραφίσεις.
     Και φυσικά υπάρχει και το ερωτικό στοιχείο, ή μάλλον το αισθησιακό, μέσα από αλλόκοτες συνθήκες (θερμόμετρο στο στόμα, ή το αιφνίδιο φιλί από γυναίκα στο ταξί –σα μαλάκιο που πάλευε να τρυπώσει σε ξένη σπηλιά). Το δεύτερο φιλί στη Γιώτα πιο συνειδητό πιο αισθησιακό (κι ας υπάρχει κι ένας Πέτρος που την αγαπά, και ψάχνουν μαζί τη χαμένη σκυλίτσα τους, τη… Σύλβια Πλαθ)!
     Όνειρα: δοσολογία, αντενδείξεις, παρενέργειες
Τα όνειρα είναι μηνύματα απ’ αυτό το τέρας
που βρίσκεται στο βάθος, στο σκοτάδι
     Ευρηματικό, πρωτότυπο και ανατρεπτικό κι αυτό το εκτενές 50σέλιδο διήγημα- νουβέλα, με ιδιαίτερο ψυχολογικό ενδιαφέρον, όπου όλα τα αγαπημένα θέματα (ερωτισμός, ανημπόρια, τέχνη-ζωή) ανακινούνται, ενώ κάποιοι από τους ήρωες «κάτι μας θυμίζουν»: ο -πρώην τσελίστας- Λούκας στο αναπηρικό καροτσάκι, ο ήρωας στις «50 αποχρώσεις του γκρι», αυτός που έπαθε έμφραγμα με τον χορό της Ντάλιας, του οποίου όλες τις κινήσεις τις καταγράφει με την «αναθεματισμένη κάμερα», μια γυναίκα (με σαδιστική αποστασιοποίηση). Τη γυναίκα αυτή λοιπόν, τη Ρεβέκκα, βλέπουμε εδώ ως πρωταγωνίστρια, ενώ ο αφηγητής είναι ψυχοθεραπευτής σε κέντρο αποκατάστασης ανθρώπων με ρευματικές παθήσεις κυρίως. Το όνειρο ως εργαλείο ψυχοθεραπείας πρωταγωνιστεί κι αυτό με τον τρόπο του, καθώς ο αφηγητής προσπαθεί να μπει στον ψυχισμό των θεραπευόμενων (η Άννα, ο κρυφός έρωτας του Λούκας π.χ., βλέπει συχνά ότι είναι στο κρεβάτι ανάσκελα και παρακολουθεί το σώμα της να γυψοποιείται). Το όνειρο, αυτό το πολύτιμο μέσον κατανόησης του εαυτού μας, που σε άλλο σημείο του βιβλίου αναφέρεται σοφά ότι έχει να κάνει με το σκοτεινό κουκούτσι της ύπαρξής μας. Δεν είμαστε εμείς υπεύθυνοι γι’ αυτό. Είμαστε υπεύθυνοι για τη συνειδητή ζωή μας.
     Η Ρεβέκκα, αν και δεν είναι ασθενής αλλά συνοδός, προκαλεί κι αυτή ψυχογραφικό ενδιαφέρον (σε κάθε ομαδική συνεδρία αναλυόταν σε δάκρυα). Βιντεοσκοπούσε τον Λούκας για να παρατηρεί εκείνος την εξέλιξή του στο τσέλο, όταν όμως αρρώστησε η βιντεοσκόπηση τού είχε γίνει εμμονή, ενώ ουσιαστικά αυτό που παρατηρούσε ήταν η επιδείνωση της αρρώστιας. Ωστόσο, αποκαλύπτεται ότι κατά βάθος, ο Λούκας ήθελε να απαθανατίζει τις στιγμές του με την Άννα (ο έρωτάς τους δεν ζούσε με την ελπίδα μιας κοινής ζωής στο μέλλον, αλλά τρεφόταν με τα πολύτιμα ψίχουλα του παρόντος).
     Η ιστορία ξεφεύγει από το τρίγωνο Λούκας-Ρεβέκκα-Άννας και στο δεύτερο μέρος εστιάζει στον ίδιο τον αφηγητή, την σκανδαλώδη περιπέτεια του (επιεικώς άβολη αλλά ερεθιστική) με μια νεαρή νοσοκόμα (νύχτα, πισίνα, μπάνιο μετά βίας, λιποθυμία κλπ κλπ). Οι παράξενες σκηνές εναλλάσσονται δημιουργώντας μια κατάσταση μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, ενώ η «οδυνηρή μεταμόρφωση» του σώματος των ηρώων Λούκας και Άννας παραπέμπει στην αρχή του « Η μεταμόρφωση» του Κάφκα (αναποδογυρισμένο σκαθάρι: καθήλωση, δυσκινησία), που άλλωστε αποτελεί και το περιεχόμενο των ονείρων τους.
     Ανατροπές υπάρχουν και στα τρία-τέσσερα μικρά διηγήματα όπου ο αναγνώστης αιφνιδιάζεται γιατί τον αφηγηματικό λόγο κρατούν ένα πουλί (κοράκι ή παπαγάλος;), μια γέφυρα, το χιόνι… Στο «Mange mon ange» (τρώγε άγγελέ μου, η ηρωίδα είναι μια κοπέλα ορφανή από μητέρα (που φαντάζεται τη μαμά της σαν την Κατρίν Ντενέβ, σεμνή μαζί και πρόστυχη), που πάσχει από νευρική ανορεξία γιατί αρνείται ότι η ζωή τρέφεται με θάνατο.
      Τελειώνοντας, έχω επίγνωση ότι είναι πολύ δύσκολο να μεταφέρει κανείς το πνεύμα ενός τόσο πληθωρικού βιβλίου, όταν μάλιστα πρόκειται για διηγήματα. Η επινοητικότητα της συγγραφέα, η παιχνιδιάρικη φαντασία, το διεισδυτικό βάθος και το υποβόσκον χιούμορ, που θυμίζει λίγο γλυκόπικρο παραμύθι, συναρπάζουν, γοητεύουν, ξεσηκώνουν καθώς ακροβατούν ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη δημιουργική, υποκειμενική πρόσληψη του αφηγητή (εδώ θέλω να τονίσω ότι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση χαρίζει πολύ στην εντύπωση αυτής της υποκειμενικότητας).
     Δεν είναι τυχαία η επιλογή βέβαια της ορχιδέας, αυτού του λουλουδιού που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή των αισθαντικών αυτών διηγημάτων. Όπως λέει κι η ηρωίδα στο ομώνυμο διήγημα: ονομάστηκαν έτσι επειδή τα δύο κάτω πέταλά τους μοιάζουν με όρχεις. Εγώ όμως νομίζω πως τα άλλα δύο, αυτά που λέμε σέπαλα, μοιάζουν με χείλη γυναικείου αιδοίου.
      Θα τελειώσω λοιπόν, δίνοντας ένα μικρό δείγμα της καλπάζουσας φαντασίας με μερικά απ’ τα ονόματα που έδινε η ηρωίδα (Λίλη) στις ορχιδέες του πρώτου διηγήματος, ονομασίες που θαρρείς χρωματίζουν την ποικιλομορφία των ερωτικών ή σεξουαλικών σχέσεων: 
Αντίδοτο έρωτα, 
Βελούδινη αράχνη, 
Τρύπιο αερόστατο, 
Φιλί δίδυμων Φιδιών, 
Λιγνή Στιγμή, 
Διπλό Κεντρί Σφήκας, 
Σφραγισμένα χείλη…
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/5778-maroutsou-elena-kichli-oi-chudaies-orchidees
[2] https://charalamposgiannakopoulos.com/2017/11/19/%CE%BF%CE%B9-%CF%87%CF%85%CE%B4%CE%B1%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CE%BF%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CE%B5%CF%82-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1-%CE%B5/
[3] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F_%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82_%CE%A4%CF%83%CE%AC%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BB%CE%B9
[4] https://www.tovima.gr/print/vimagazino/i-deyteri-zoi-tis-treisi-emin/