Δευτέρα, Οκτωβρίου 30, 2023

Ο παππούς στο τζάκι και άλλες ιστορίες, Δημήτρης Τερζής

Κλάψε, σωριάσου, αλλά μην τα παρατήσεις.
Χώσε ξανά τα χέρια μέσα σου,
εκεί που κρύβεται πίκρα, απόρριψη,
εγκατάλειψη και καταπίεση,
εκεί που καταχώνιασες κάθε αχ (…)
Πρέπει να ματώσεις. Οφείλεις να ματώσεις.
Μόνο έτσι θα ξαναγεννηθείς
     Δέκα σύντομα διηγήματα, δέκα ιστορίες- διαμαντάκια, από τον γνωστό συγγραφέα και δημοσιογράφο Δημήτρη Τερζή, καθεμιά από τις οποίες έχει ξεχωριστή πρωτοτυπία, ωστόσο οι περισσότερες θαρρείς ανιχνεύουν την αδυσώπητη κοινή «μοίρα» που περιμένει όλους, την διαφορετική απήχηση που μπορεί να έχει ο θάνατος σε διαφορετικούς ανθρώπους και σε διαφορετικό χωροχρόνο: αναμονή του θανάτου, το βίωμα του θανάτου, ο τραγικός θάνατος, το πένθος, ο φόβος του θανάτου· η διασταύρωσή του θανάτου με τον… γάμο (άλλη κορυφαία στιγμή του βίου), η δολοφονία, το νεκρό κατοικίδιο, ο κόσμος του ήδη νεκρού. Κοινός πρωταγωνιστής λοιπόν, κατά κάποιον τρόπο, ο θάνατος.
     Ωστόσο, δεν έχουμε κάνουμε με ζοφερές αφηγήσεις (παρόλη την τραγική κατάληξη των περισσότερων) αλλά με ακροβατικά «παιχνίδια» πάνω στο μεταίχμιο ζωής-θανάτου, όπου ο θάνατος παίζει με τη ζωή αλλάζοντας πολλά πρόσωπα. Παράλληλα, ο συγγραφέας αγγίζει σύγχρονα, καυτά θέματα κοινωνικού προβληματισμού, όπως η μοναξιά των ηλικιωμένων, η μοίρα των προσφύγων, η εισβολή της τεχνητής νοημοσύνης, η πολιτική διάψευση. Στις πρώτες σελίδες υπάρχει, κατά κανόνα, ένα ευρηματικό σκηνικό, στήνεται η πλοκή, φτάνουμε γρήγορα στη «δέση» που λένε οι φιλόλογοι για τις τραγωδίες, ενώ συνήθως η «λύση» έχει μια ανατροπή, μια «έκπληξη». Το μεστό, χωρίς περιττολογίες ύφος, σε κάποιες περιπτώσεις γίνεται λυρικό, σε κάποιες σκωπτικό και σε κάποιες κωμικοτραγικό, αποτυπώνοντας αυτές τις πολλές πρωτεϊκές μεταμορφώσεις των ανθρώπων μπροστά στο αναπόφευκτο πεπρωμένο. Η γενική αίσθηση που αφήνει πάντως ο λόγος του συγγραφέα, είναι μια πικρή, ή μάλλον γλυκόπικρη τρυφερότητα μπροστά στο δέος της «έσχατης ώρας».
    Τρυφερός είναι ο μονόλογος της ηλικιωμένης μάνας («Πικροδάφνη»), που αποχαιρετά το καλοκαίρι στο οικογενειακό θέρετρο μέσα στη μόνη το σούρουπο, πλάι στην πικροδάφνη (τέτοιες μέρες, όπως η σημερινή, είναι επίτηδες σταλμένες απ’ τον χειμώνα, είναι ο δικός του τρόπος να δείξει την έξοδο στο καλοκαίρι, να του ξεκαθαρίσει πως οι μέρες του τελείωσαν) απευθύνοντας έναν μονόλογο στον απόντα γιο της, που χωρίς να το ομολογεί ρητά, καταλαβαίνουμε έμμεσα ότι έχει φύγει για πάντα. Ωστόσο, καθώς εκείνη αναμασάει την πίκρα της, βλέπουμε τον πλούσιο εσωτερικό κόσμο του ώριμου ανθρώπου που έχει πάρει απόφαση το πεπρωμένο.
     Τραγικό, παρά την γεμάτη οργή ανεπιτήδευτη φρασεολογία του φαντάρου πρωταγωνιστή (δεν έπρεπε να’ μουν εκεί τώρα, όχι! Γαμώ τα βύσματά μου μέσα και γαμώ τις μεταθέσεις μου. Δεν έπρεπε ρε μαλάκες) το τέλος στο «Τέλος που περίμενα». Στο φυλάκιο του Έβρου (ο ήρωας θυμάται και «Το ποτάμι» του Σαμαράκη που το διδάχτηκε στο σχολείο), αναμετριέται όχι μόνο με την αβελτηρία των άλλων φαντάρων (σπαρταριστή η περιγραφή), αλλά και με την «ασυδοσία του θανάτου», όπως εύστοχα επισημαίνει η Λίνα Πανταλέων
     Την ίδια αίσθηση τραγικότητας, αλλά με πολύ διαφορετικό τρόπο έχει και το διήγημα «Για ποιον χτυπά η καμπάνα». Σε τριτοπρόσωπη αφήγηση αυτήν τη φορά, ζωντανεύει μπροστά μας χαρακτηριστική φιγούρα στα ελληνικά χωριά, μιας «ψημένης» γυναίκας που ενώ μαθαίνει ότι θα πεθάνει σύντομα από αρρώστια μένει πιστή στο «εδώ και τώρα»(«κλάψε, αλλά κούνα και τα χέρια σου, έγκωσα από την κάψα!». Γιατί εκείνην, άλλο την καίει, πιο σοβαρό ακόμα κι απ' τον θάνατο… και καταστρώνει τολμηρό σχέδιο για να δοκιμάσει τα συναισθήματα της μαλωμένης αδερφής.
     «Οι κυρίες στην ακτή», ηλικιωμένες ξεπεσμένες αριστοκράτισσες-κόρες επιφανούς σταφιδέμπορου  (η μια μάλιστα τα έχει κι ολότελα χαμένα), ζουν σε παραλιακό αρχοντικό ερειπωμένο, με την ανοχή των χωριανών (κακορίζικες οι έρμες. Μείνανε μόνες τους. Κι η περιουσία τους, πάει). Κι εδώ έκπληξη περιμένει τον αναγνώστη για τον τρόπο θανάτου τους στις τελευταίες σελίδες, ενώ ο ρόλος του αφηγητή (που συντηρεί στέγες στα εξοχικά της παραλίας τον χειμώνα) παραμένει μυστήριος.
     Τραγέλαφος καταλήγει η συνάντηση της νεκροφόρας με τον δον Αντόνιο και της νυφικής πομπής (καμιά ντουζίνα αυτοκίνητα με πολύχρωμες γιρλάντες ν’ ανεμίζουν στις κεραίες και στους εξωτερικούς καθρέφτες) στους σιτοβολώνες της Σικελίας κοντά στο Παλέρμο, στο διήγημα «Εκείνο που καίγεται». Οι μεν ανηφορίζουν και οι δε κατηφορίζουν για να συναντηθούν στον στενό δρόμο («τρατσέρα») όπου ο αφηγητής με την σύντροφό του έχουν μείνει από λάστιχο, και να ξεσπάσει μια άνευ προηγουμένου οχλαγωγία (ένα πολύβουο μελίσσι από φωνές γεννήθηκε εκείνο το απομεσήμερο στο Πέρασμα του Μπόργκο. Έτσι λεγόταν αυτό το απίθανο μέρος όπου ο θάνατος και η ζωή είχαν ανταμώσει με μάρτυρες όλους εμάς, καμιά σαρανταριά Σικελούς, Σικελές κι ένα ζευγάρι Ελλήνων). Μετά την καθυστερημένη κηδεία (ο δον Αντόνιο πέρασε τη νύχτα του ανάμεσα σε παγάκια που τ’ ανανέωναν τακτικά οι συγγενείς του στο φέρετρο) ακολουθεί ο… γάμος.
     «Η τελευταία νύχτα του κόσμου» που όλοι περιμένουν (δεν δίνονται εξηγήσεις, κάτι σαν την αναμονή του κομήτη του Χάλεϋ), αναγκάζουν τους ανθρώπους να σκεφτούν την ουσία της ζωή τους: μια ολόκληρη ζωή σε λίγες λέξεις. Τι αφήνεις πίσω, ποιο κομμάτι του χρόνου έχεις ακόμα μπροστά σου. Οι εσωτερικές σκέψεις της –«στραγγισμένης από συναίσθημα»- Φωτεινής την οδηγούν στο ξενοδοχείο «Μάρτζι», όπου συναντά τον νεότερο, θλιμμένο Λουκά κι ενώνουν τις τελευταίες εναγώνιες στιγμές τους.
     Στην «Κυψέλη», βρισκόμαστε στην ομώνυμη συνοικία της Αθήνας. Οι δύο φίλες, Άννα και Κλειώ πενθούν την ήττα, την ήττα μιας γενιάς που πίστευε ότι «ο κόσμος μπορεί να αλλάξει», που πίστεψε στο δίκιο για το οποίο πάλεψαν οι παππούδες. Η ήττα είναι πολιτική (Ιούλιος του ’15;), αλλά και συναισθηματική μια «και ο μαλάκας ακόμα να πάρει τηλέφωνο» ενώ το σκηνικό συμπληρώνει ένας απρόσμενος θάνατος.
    Το διήγημα «Παλμός» είναι ξεχωριστά ευρηματικό, μια και αφηγητής είναι ένα… μηχάνημα («εγκαταστάθηκα σ’ αυτό το σώμα ένα βροχερό απόγευμα»), ένα «μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης, συνδεδεμένο με την καρδιά του ετοιμοθάνατου ηλικιωμένου άνδρα. Αποστολή του είναι να παρακολουθεί την ομαλή λειτουργία του ανθρώπου που βρίσκεται σε κώμα, και να ειδοποιεί ή να ρυθμίζει την επιστροφή στην κανονική λειτουργία! Είναι ένα μηχάνημα… σκεπτόμενο, με ανησυχίες (αυτός εδώ ο άνθρωπος με προβληματίζει), περιέργεια, και… συναισθήματα (πολύ θα ήθελα να είχα πρόσβαση στα νευρωνικά κυκλώματα του εγκεφάλου του/μ΄εκνευρίζει). Η εξέλιξη της ιστορίας έχει απροσδόκητο ενδιαφέρον, ενώ η εισχώρηση στην απόκρυφη μνήμη του εγκεφάλου τις τελευταίες στιγμές πριν τον θάνατο («ατελείωτα κατεβατά δεδομένων»), είναι κορυφαία.
     Το τελευταίο σύντομο διήγημα τιτλοφορείται «Η μηχανή» (φαντάσου να υπήρχε μια μηχανή που θα ρύθμιζε τον ύπνο σου). Σίγουρα λειτουργεί σαν ένας επίλογος, μια και περιλαμβάνει θραύσματα απ’ όλα τα διηγήματα, σ' ένα παραληρηματικό, σουρεαλιστικό τόνο, ενώ διατρέχεται από έντονο συναισθηματικό ηλεκτρισμό ανθρώπου που προσπαθεί να απαντήσει στο αρχικό ερώτημα «Να μ’ αγαπάς στα ψέματα. Μπορείς;». Μια απάντηση στο μοναδικό β΄ ενικό του βιβλίου, μια κατακερματισμένη επιστολή, μάλλον ανεπίδοτη, που απευθύνεται στο ανέφικτο, σ' αυτό που δεν αντέχουμε, που δεν ελέγχουμε, που ονειρευόμαστε μόνο.
     Παρόλο που το παραπάνω («Η μηχανή») κλείνει τη συλλογή με θαυμαστό τρόπο, εγώ διάλεξα για τέλος της παρουσίασης το διήγημα που έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο «Ο παππούς στο τζάκι». Ένα διήγημα τόσο ευρηματικό, που δεν θα μπορούσες να το χαρακτηρίσεις ούτε τραγικό, ούτε κωμικό, μια φάρσα μακάβρια ίσως, όπου ο παππούς-πρωταγωνιστής είναι σε μορφή… στάχτης μέσα σε μια υδρία. Βρισκόμαστε στην επίσημη οικογενειακή τελετή όπου όλοι είναι σοβαροί/σοβαροφανείς/ επίσημοι και κλεισμένοι μέσα στον ρόλο τους (ο Γιος, η Μητέρα, ο Αδερφός, κλπ) ενώ ο -νεκρός- παππούς είναι πιο παρών από ποτέ (Χαιρετίζω τον θάνατο γιατί δεν έχει τίποτα το υποκριτικό), κρίνει, θυμάται, σχολιάζει και… σκάει στα γέλια: Γελάστε, γαμώτο, τι κάθεστε έτσι σαν βαλσαμωμένοι; Θεέ μου, τι πλάκα ήταν αυτή! Δεν περίμενα να γελάσω τόσο πολύ στο θάνατό μου. Ειλικρινά, νομίζω πως θα πεθάνω ξανά από τα γέλια.
Χριστίνα Παπαγγελή

Τετάρτη, Οκτωβρίου 25, 2023

Μίσια, (ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ –ΠΟΛΕΜΟΣ-ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ-ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ), Μιχάλης Α. Ανδρέοβιτς

     Ο Μίσια Αντρέιεβιτς -ο πρωταγωνιστής του βιβλίου- το 1910 ήταν είκοσι χρονών. Προνομιούχος νεαρός· απόγονος μεγαλογαιοκτημόνων της Ρωσικής αυτοκρατορίας στην περιοχή του Χάρκοβου, και πτυχιούχος οικονομικών και εμπορικών/βιομηχανικών σπουδών στην Πετρούπολη. Με το πτυχίο αυτό θα μπορέσει να διαχειριστεί την περιουσία της οικογένειας Τιμαφέιεφ επάξια της κοινωνικής του τάξης. To τσιφλίκι των Τιμαφέιεφ περιλάμβανε εκτός από τις τεράστιες καλλιεργήσιμες εκτάσεις, και εκτροφή αλόγων που προορίζονταν για την αυλή του τσάρου, περιώνυμων για την ξεχωριστή τους εγγυημένη ράτσα και την υπεροχή τους. Μετά από δυο χρόνια, το 1912, ο Μίσια θα πάρει και το απολυτήριο του στρατού, ως ευγενής, με τον βαθμό αξιωματικού του ιππικού (ανθυπίλαρχου). Είναι ήδη ερωτευμένος και συνδεδεμένος με αμοιβαίες υποσχέσεις με την Νατάσσα Μάριοβα, απόφοιτο Λυκείου και υποψήφια για τη Νομική Σχολή της Γενεύης.
     Όλα σχεδόν λοιπόν ήταν προδιαγεγραμμένα ευνοϊκά για τον μέλλοντα γαιοκτήμονα. Ωστόσο, όπως όλοι γνωρίζουμε, το 1912 η Ευρώπη, τα Βαλκάνια και κυρίως η Ρωσία είναι ένα καζάνι που βράζει. Οι κοσμογονικές αλλαγές που ακολούθησαν (εθνικά κινήματα, βαλκανικοί πόλεμοι, Α΄ παγκόσμιος πόλεμος, Οκτωβριανή Επανάσταση) ήταν μια δίνη που παρέσυρε όλους τους πολίτες των εμπλεκόμενων περιοχών, χαράσσοντας απίστευτες τραγωδίες και συγκλονιστικές προσωπικές ιστορίες. Ο κόσμος άλλαζε ταχύρρυθμα σε ιστορικό αλλά και κοινωνικοπολιτικό επίπεδο, και μαζί μ’ αυτόν, η πορεία των περισσότερων ανθρώπων που έζησαν αυτόν τον κυκεώνα, παύει να είναι ευθύγραμμη αλλά ακολουθεί τεθλασμένη κι απρόβλεπτη τροχιά.
     Μια τέτοια περίπτωση, ίσως πιο ακραία από το συνηθισμένο, είναι ο βίος και η πολιτεία του Μίσια Ανδρέιεβιτς, ένα μέρος της οποίας μας εξιστορεί εδώ ο εγγονός του, ο Μιχάλης Ανδρέοβιτς. Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία, τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα, όλα τα πρόσωπα του βιβλίου υπήρξαν πραγματικά, και ο Μίσια επομένως δεν είναι μυθιστορηματικό πρόσωπο. Είναι ο παππούς του συγγραφέα.
     Ίσως πρόκειται για μια εξαιρετική περίπτωση. Και στις εξαιρετικές περιπτώσεις -και όχι μόνο- η ανάγκη για διατήρηση της μνήμης είναι επιτακτική· μια ανάγκη που δεν πηγάζει μόνο από περιέργεια και δίψα για γνώση, αλλά από την ανάγκη να προσανατολιστούμε στο παρόν και στο μέλλον. Γιατί το παρελθόν επιζεί στο παρόν, το φωτίζει, του προσδίδει βάθος· οπότε η διατήρηση της μνήμης, της Ιστορίας με γιώτα κεφαλαίο, ΜΑΣ ΑΦΟΡΑ όλους, κι όχι μονάχα τους «συγγενείς». Ακόμα, γιατί η ρευστότητα της σύγχρονης εποχής, οι ταχύρρυθμες μεταβολές με την ανάπτυξη της τεχνολογίας, η περιβαλλοντική κρίση κλπ κλπ, επαναφέρουν το αίσθημα της απειλής, του φόβου. Ο φόβος έχει γίνει πια «δομικό στοιχείο της σύγχρονης κοινωνίας» όπως επισημαίνουν οι ιστορικοί,  και τα τραύματα του παρελθόντος μάς καλούν όχι μόνο για να πενθήσουμε αλλά για να τα κατανοήσουμε και να μάθουμε απ’ αυτά.
     Δεν είναι τυχαίο που τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί τόσο μεγάλη άνθηση της προφορικής ιστορίας και θεμελίωσή της ως θεμιτή πηγή ιστορίας. Αλλά και η «λογοτεχνοποίηση» πλευρών της ιστορίας, όπως κι η αγάπη του κόσμου στα ιστορικά μυθιστορήματα αναδεικνύουν την ανάγκη να αποκτήσει η Ιστορία, -που τη μαθαίναμε στο σχολείο σαν μια σειρά ξερών γεγονότων-, συγκινησιακό βάθος, ανθρώπινο και προσωπικό χαρακτήρα.
     Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα πιστεύω και ο συγγραφέας του Μίσια, προσπάθησε να ζωντανέψει τα γεγονότα της οικογενειακής του ιστορίας και τους χαρακτήρες· όχι απλώς φτιάχνοντας ένα χρονικό, αλλά αναπαριστώντας, δίνοντας θεατρική/κινηματογραφική διάσταση σε σκηνές-κλειδιά που συνθέτουν τη διαδρομή μιας πολυδαίδαλης πορείας. Και εδώ βέβαια παρεισφρέει με δειλά βήματα και η φαντασία. Ο συγγραφέας,  με λιτό και εύστοχο ύφος, διατηρεί μια αξιοθαύμαστη ισορροπία ανάμεσα στη γλαφυρή αφήγηση, το ιστορικό πλαίσιο και τις συναισθηματικές μεταλλαγές των ηρώων του. Η τεχνική αυτή ικανοποιεί όχι μόνο την περιέργεια ή την φιλομάθεια του αναγνώστη, αλλά και την ανάγκη να συμμετέχει στην συναισθηματική ζωή των ηρώων.
     Παρόλη την συνοπτικότητα που χαρακτηρίζει την αφήγηση (δεν υπάρχουν π.χ. μακροσκελείς περιγραφές ή εμβάθυνση στα συναισθήματα), ξεχωρίζουν ξεκάθαρα οι διαφορετικοί χαρακτήρες: Ο Μίσια, φιλόδοξος μεν αλλά με πάθος για δικαιοσύνη, για ελευθερία, για ισότητα (ένιωθε, στο εφηβικό του μυαλό, πως ίσως έτσι θα έρθει η δικαιοσύνη στην κοινωνία. Ίσως έφτασε ο καιρός να ανέβει ένα σκαλί ψηλότερη ανθρωπότητα και να εξαλειφθούν οι μεγάλες κοινωνικές διαφορές/ένας νέος που έμαθε στη ζωή το να λύνει τις αντιθέσεις του με διάλογο και κατανόηση), πράγμα που εξηγεί την ευελιξία του στις δύσκολες εποχές· η Νατάσα με έντονη προσωπικότητα, αγωνίστρια, φεμινίστρια, με πάθος και όρεξη να γνωρίσει τον κόσμο έστω κι αν αυτό σημαίνει σύγκρουση με την οικογένεια· η Ελένα, αγαπημένη θεία με αγάπη και φροντίδα για όλους, που μεγάλωσε τα δυο αγόρια (τον Μίσια και τον αδερφό του, Γκεόργκι) σαν δικά της παιδιά· ο πατέρας Αντρέι, που παρόλη την απουσία του αναπτύσσει θερμή σχέση με τα δυο του παιδιά, είναι αυστηρός και συντηρητικός αλλά όχι αμετακίνητος, σε αντίθεση με τον Ιγκόρ Μαριόφ, τον πατέρα της Νατάσσας· ο τελευταίος, στερημένος από τίτλους ευγενείας ως δικηγόρος, είναι ακόμα πιο συντηρητικός και δύσκαμπτος ιδεολογικά, αλλά βλέπει τον επικείμενο γάμο του Μίσια με τη Νατάσσα σαν «μάννα εξ ουρανού» προκειμένου να προσχωρήσει η οικογένειά του στην τάξη των ευγενών· τα δυο ετεροθαλή αδέρφια του Μίσια (οι γιοι της μητριάς Όλγας), Μάρκο και Μπόρις, αλαζόνας και αψύς ο πρώτος, πιο αμφισβητούμενης ηθικής ο δεύτερος. Κι έχουμε βέβαια και πιο δευτερεύοντες χαρακτήρες καθώς προχωρά η αφήγηση, νέα πρόσωπα, φίλους και φίλες των πρωταγωνιστών όπως η δυναμική Βέρα και ο ιδεαλιστής Μαξίμ, που με την ιδεολογία τους και τη διαφορετική τους στάση απέναντι στα θυελλώδη γεγονότα επηρεάζουν την εξέλιξη των δύο βασικών ηρώων.
      Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε μικρά κεφάλαια, μικρές σκηνές θα λέγαμε, με ευκολονόητους τίτλους που προσανατολίζουν τον αναγνώστη για το τι θα ακολουθήσει (όπως, πχ. «Ο μεγάλος Πόλεμος», «Η διάσωση», «Το τέλος του φέουδου» κλπ). Συνήθως στην αρχή των κεφαλαίων εντάσσονται με συντομία και τα ιστορικά στοιχεία που στηρίζουν τα γεγονότα. Η αναφορά αυτή, μπορεί να φανεί κουραστική στον αναγνώστη που βιάζεται να παρασυρθεί από την πλοκή, είναι όμως αναγκαία για την συγκινησιακή συμμετοχή και την κατανόηση των ηρώων, των αντιδράσεών τους και των συναισθημάτων τους.
                                         Ιστορικό πλαίσιο
    Χάρκοβο 1890. Τότε το Χάρκοβο ανήκε στην τεράστια, πολυφυλετική  Ρωσική αυτοκρατορία. Στην ευρύτερη, πλούσια περιοχή βρίσκεται και το τσιφλίκι των Τιμαφέιεφ, μια περιουσία που κατατάσσει τους ήρωές μας στην κοινωνική τάξη των ευγενών, με όλα τα προνόμια και τις υποχρεώσεις που αυτό σημαίνει (π.χ. υποχρέωση των ευγενών ήταν να αφιερώσουν ένα από τα αγόρια της οικογένειας στην υπηρεσία της αυτοκρατορίας).
     Παρόλη τη φαινομενική ηρεμία στις εκτεταμένες πεδιάδες της περιοχής του Χάρκοβου, η Ρωσία ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα βρίσκεται σε αναβρασμό. Ο μετασχηματισμός των κοινωνικών δομών έχει καθυστερήσει σε σχέση με την Ευρώπη εφόσον κυρίαρχο οικονομικό σύστημα είναι ακόμα η φεουδαρχία και, παρόλες τις μεταρρυθμίσεις του τσάρου Αλέξανδρου (το 1861 κατήργησε την δουλοπαροικία) η αστικοποίηση, η εκβιομηχάνιση και ο εκσυγχρονισμός ακολουθούν αργούς ρυθμούς. Ενώ η οικονομική ανάπτυξη της Δυτικής Ευρώπης επιταχύνθηκε κατά τη διάρκεια της Βιομηχανικής Επανάστασης, η Ρωσία χαρακτηρίζεται από την οικονομική καθυστέρηση και την ανεπάρκεια της εξουσίας να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των καιρών.
     Οι αντιδράσεις λαμβάνουν χώρα σε όλη την διάρκεια του 19ου αι. και αρχές του 20ου, ενώ κάποιες φορές η δυσαρέσκεια εκφράστηκε με εξεγέρσεις που αντικατέστησαν τον τσάρο. Ο τσάρος Νικόλαος Β΄, μάλιστα, υποχρεώθηκε να ιδρύσει ένα συμβουλευτικό, νομοθετικό όργανο, την Δούμα (το «Ρωσικό Κοινοβούλιο»), που από το 1906 μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση έπαιρνε μέρος στις αποφάσεις του τσάρου.
     Τα πιο φιλελεύθερα στοιχεία μεταξύ των βιομηχάνων καπιταλιστών και της αριστοκρατίας πίστευαν στην ειρηνική κοινωνική μεταρρύθμιση και στη συνταγματική μοναρχία, αποτελώντας το Συνταγματικό Δημοκρατικό Κόμμα (ΚΑ.ΝΤΕ., ηγέτης ο Μιλιουκόφ). Το Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα (εσέροι) υποστήριζε τη διανομή γης μεταξύ των αγροτών, εκείνων που την καλλιεργούσαν πραγματικά, ενώ το Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα (μαρξιστικό) πίστευε ότι μια επανάσταση πρέπει να στηρίζεται στους εργάτες των πόλεων και όχι στην αγροτιά. Αυτοί πάλι χωρίστηκαν στους μενσεβίκους που πίστευαν στον σταδιακό μετασχηματισμό της κοινωνίας, και στους ριζοσπαστικούς Μπολσεβίκους που πίστευαν στην επανάσταση.
     Αυτό το σκηνικό αποτελεί τον καμβά του μυθιστορήματος. Ο στρόβιλος της Ιστορίας θα χτυπήσει την πόρτα του ανθυπίλαρχου Μίσια σε πολύ νεαρή ηλικία. Τα απειλητικά σύννεφα που προμηνύουν την έναρξη του «Μεγάλου Πολέμου» το 1913 έχουν φτάσει μέχρι και το μακρινό Χάρκοβο, προκαλώντας στους ήρωές μας κύματα ανησυχίας. Στη συνέχεια όσοι απ’ αυτούς είναι στρατεύσιμοι αναγκαστικά θα στρατευτούν 
     Με την κήρυξη του πολέμου, οι Ρώσοι υπερασπίζονται τους Σέρβους (ορθόδοξους, Σλάβους), τασσόμενοι όπως ξέρουμε με την πλευρά της Αντάντ, από την αρχή λοιπόν ο 24χρονος Μίσια στρατεύεται. Τον Αύγουστο του 1914 ο ρωσικός στρατός εισβάλλει στη γερμανική επαρχία της Ανατολικής Πρωσίας και καταλαμβάνει σημαντικό τμήμα της ελεγχόμενης από την Αυστρία Γαλικίας προς υποστήριξη των Σέρβων και των συμμάχων τους - των Γάλλων και των Βρετανών.
     Από τα τρία μέτωπα που δημιουργήθηκαν στην ευρωπαϊκή πλευρά της Ρωσίας, ο συγγραφέας εστιάζει στην Γαλικία, όπου μετά από έναν πολύ βαρύ χειμώνα, την άνοιξη του 1915, τα «αποτελέσματα των συγκρούσεων ήταν αμφίρροπα» όπως γράφει ο ίδιος ο Μίσια. Ήδη στα μέσα του 1915 ο αντίκτυπος του πολέμου ήταν απογοητευτικός. Υπήρχε έλλειψη τροφίμων και καυσίμων, οι απώλειες αυξάνονταν και μεγάλωνε ο πληθωρισμός. Ξέσπασαν απεργίες μεταξύ των χαμηλόμισθων εργατών στα εργοστάσια ενώ παράλληλα οι αγρότες ζητούσαν μεταρρυθμίσεις της ιδιοκτησίας της γης.
     Οι αξιωματικοί του ρωσικού στρατού, αλλά και κατώτερες τάξεις του, θεωρούσαν ότι το κόστος του πολέμου ήταν υπερβολικό, ενώ θεωρούσαν ότι υπάκουαν εντολές από μια διεφθαρμένη και προδοτική ηγεσία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την πτώση της απόδοσης στο μέτωπο και ευνόησε το κίνημα που θα ανέτρεπε την ηγεσία της χώρας και το πολίτευμα. Το τσαρικό σύστημα ανατράπηκε με την επανάσταση  του Φεβρουαρίου του 1917. Οι Μπολσεβίκοι διακήρυξαν "καμία προσάρτηση, καμία αποζημίωση" και κάλεσαν τους εργαζόμενους να αποδεχθούν την πολιτική τους και να απαιτήσουν τον τερματισμό του πολέμου. Με την κατάλυση της εξουσίας του, ο Νικόλαος παραιτήθηκε στις 2 Μαρτίου 1917, και μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση θα υπάρχει μια «κυβέρνηση φιλελεύθερων αστών και αριστοκρατών με φιλοδυτικό προσανατολισμό», με επικεφαλής τον γαιοκτήμονα και δικηγόρο Γκεόεργκι Λβοφ, ενώ αργότερα αναλαμβάνει ο Κερένσκι.
     Οι «επιπτώσεις του πολέμου στη ρωσική κοινωνία» περιγράφονται γλαφυρά στο ομώνυμο κεφάλαιο του βιβλίου: εφόσον οι άνδρες είναι στα χαρακώματα, οι γυναίκες αναλαμβάνουν και την αγροτική, και τη βιομηχανική παραγωγή· προβλήματα στην τροφοδοσία ιδιαίτερα των πόλεων, μαύρη αγορά, αδυναμία διακίνησης των προϊόντων λόγω καταστροφών, πείνα και φτώχια εξαθλιώνουν τη χώρα. Η ιδέα της αναδιανομή της γης κερδίζει έδαφος (έχει ενδιαφέρον εδώ πώς αντιμετώπισαν τις νέες προκλήσεις οι Τιμαφέιεφ/Ανδρέιεβιτς).
     Είμαστε πλέον μέσα στη δίνη όχι μόνο του Πολέμου αλλά και των πολιτικών ανατροπών. Οι ήρωες του βιβλίου, γυναίκες και άντρες, συζητούν, διαφωνούν, τάσσονται με τους συντηρητικούς ή με τους επαναστάτες, καθρεφτίζοντας τις πολλές ιδεολογικές τάσεις που δημιουργούν οι επαναστατικές περίοδοι. Παράλληλα, οι αποσχιστικές τάσεις της Ουκρανίας δημιουργούν επιπρόσθετη κρίση. Η όξυνση των αντιθέσεων με το καθεστώς Κερένσκι, προκαλεί ποικίλες αντιδράσεις και καταλήγει στην κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων από τους μπολσεβίκους. Είναι η Οκτωβριανή Επανάσταση. Από τον Μάρτιο του 1918, πρωτεύουσα τα Σοβιετικής Ένωσης πια, γίνεται η Μόσχα.
     Μέσα από τους ήρωές του ο συγγραφέας μάς μεταφέρει το ιδεολογικό κλίμα των μπολσεβίκων, την επικράτησή τους και την αποδοχή τους από ευρύτερα στρώματα του λαού, τα διλήμματα των ηρώων. Αλλά και τις σφοδρές αντιδράσεις των κυρίων αντιπάλων τους, των «Λευκών», που σε πολλές περιπτώσεις ενισχύονται από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Έχει ξεκινήσει ο εμφύλιος.
     Ίσως είναι και το πιο ενδιαφέρον μέρος του βιβλίου από ιστορική άποψη, γιατί έχουμε τη ζωντανή ατμόσφαιρα από μια πολύ σκοτεινή και δυσανάγνωστη πλευρά της ιστορίας. Ο εμφύλιος συνεχίζεται σφοδρός, ακόμα και με το τέλος του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου. Η επανάσταση των μπολσεβίκων κινδυνεύει πολλές φορές αλλά γράφει και σελίδες θριάμβου.
     Στην Ουκρανία όπου βρίσκεται το επίκεντρο του μυθιστορήματος, δρουν και οι «μαύροι του Μάχνο», ένα κίνημα αναρχικών που συνεργάστηκαν με τον Κόκκινο Στρατό του Τρότσκι και απελευθερώνουν το Χάρκοβο από τον Λευκό στρατό.
     Αυτό λοιπόν είναι το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο κεντρικός μας ήρωας, ο Μίσια, αλλά και τα αγαπημένα του πρόσωπα αγωνίζονται όχι μόνο να επιβιώσουν ή να προστατεύσουν την οικογένειά τους, αλλά να υπερασπιστούν τις αξίες που θα εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή, δίκαιη και ελεύθερη ζωή. Ας δούμε όμως τι τους επιφύλασσε η μοίρα.
Ερωτική ιστορία στην κόψη του ξυραφιού
     Όπως επισημαίνει στα «Προλεγόμενα» ο συγγραφέας, «τον βασικό κορμό του έργου διαπερνά μια ερωτική ιστορία». Μια ερωτική, ρομαντική ιστορία που αντανακλά στην πολιτιστική κατάσταση της περιοχής του Χάρκοβου εκείνη την εποχή. Ο Μίσια, ένας φιλόδοξος νέος «απόγονος δύο κόσμων που αλληλοσυγκρούονται», εφόσον ο πατέρας του μεν ήταν μεγαλοτσιφλικάς αλλά η μητέρα του –που την έχασε 6 χρονών- ήταν αστικής καταγωγής, με εμπορικές επιχειρηματικές δραστηριότητες στο κέντρο του Χάρκοβου. Η παρουσία-απουσία του πατέρα, και η εμφάνιση μητριάς με δυο αγόρια από προηγούμενο γάμο οπωσδήποτε επηρεάζει τον ψυχισμό του Μίσια, ο οποίος όμως βρισκόμενος στο κατώφλι της ενηλικίωσης, έχει ήδη ανοίξει τα φιλόδοξα φτερά του. Στην ηλικία των 19 χρονών γνωρίζει και την δεκαπεντάχρονη Νατάσα, και γεννιέται ένας έρωτας αμοιβαίος, και σχεδόν κεραυνοβόλος. Η διαφορά ηλικίας και κοινωνικών συνθηκών στην αρχή τους κρατούν μακριά δίνοντας στο συναίσθημα την δυνατότητα να φουντώσει σαν φλόγα. Είναι όμως κι οι δυο σίγουροι για τα συναισθήματά τους και τολμηροί, κι έτσι νικούν τις δυσκολίες που αρχικά περιορίζονται στις οικογενειακές σχέσεις, στη συνέχεια εντοπίζονται στην τεράστια για την εποχή απόσταση Πετρούπολη- Χάρκοβο- Γενεύη (όπου σπουδάζει, όπως είπαμε, η Νατάσα) και αυξάνουν με γεωμετρική πρόοδο όταν αρχίζει ο πόλεμος.
     Σ΄αυτό το σημείο της αφήγησης το ενδιαφέρον -που μέχρι τώρα επικεντρωνόταν στη ρομαντική ιστορία και ήταν παράλληλα ιστορικό, ανθρωπογεωγραφικό, λαογραφικό- αρχίζει και υψώνεται κατακόρυφα, εφόσον τα γεγονότα εξελίσσονται ραγδαία, δοκιμάζουν τους ήρωες και προκαλούν γενναίες αποφάσεις. Το σασπένς και η αγωνία εντείνονται στην σκέψη ότι πρόκειται για πραγματικά γεγονότα.   
     Ο Α' παγκόσμιος πόλεμος φέρνει τον Μίσια σε έσχατο κίνδυνο απ’ τον οποίο επέζησε σχεδόν από θαύμα. Όμως οι  προδοσίες, οι απώλειες, οι θάνατοι συνοδεύουν κάθε πόλεμο, που γίνεται τραγικότεροι όταν πρόκειται για εμφύλιο πόλεμο. Οι εμφύλιες συγκρούσεις ανατρέπουν συνέχεια το σκηνικό και τις οικογενειακές ισορροπίες. Στην περίπτωση του Μίσια, που ήταν προύχοντας και μεγαλογαιοκτήμονας, οι ιδεαλιστικές του θέσεις και η προσαρμογή τους στις νέες συνθήκες που προδιέγραφε το μέλλον της μπολσεβικικής επανάστασης, δεν ήταν αρκετά… Οι περιπέτειες (με την έννοια της «απότομης μεταβολής της τύχης») και οι τραυματικές εμπειρίες δεν θα λυπηθούν τον ακέραιο και έντιμο χαρακτήρα του.
     Θα τον δούμε, στην τελευταία σκηνή του βιβλίου, παραιτημένο και διωγμένο από τον πόνο της αδικίας και του αδιέξοδου, πρόσφυγα πια, στο καράβι της φυγής για Πειραιά. Μια νέα ζωή ξεκινά για τον 30χρονο πια Μίσια, που σηματοδοτείται από τον ήλιο που ανατέλλει λαμπρός, καθώς το πλοίο μπαίνει στο λιμάνι.
Χριστίνα Παπαγγελή

 

Σάββατο, Οκτωβρίου 14, 2023

Η εγγονή, Bernhard Schlink

Τι θα έκανα αν την επόμενη μέρα
έπρεπε να παρατήσω την παλιά μου ζωή
και να αρχίσω μια καινούρια;

    Ένα ακόμη αριστούργημα μάς χάρισε ο αγαπημένος συγγραφέας, γνωστός περισσότερο από το πολυμεταφρασμένο «Διαβάζοντας στη Χάννα» που μεταφέρθηκε με επιτυχία στον κινηματογράφο («Τα σφραγισμένα χείλη»). Ο Μπέρναρντ Σλινκ, όπως και σε προηγούμενα βιβλία του, βάζει κι εδώ βαθιά το μαχαίρι στις πληγές της μεταπολεμικής Γερμανίας, αντικρίζοντας κατάματα τα εγκλήματα, τα τραύματα, τις υπερβολές και τις μετατραυματικές αντιδράσεις των επόμενων γενεών: στο «Διαβάζοντας στη Χάννα», ο έφηβος ήρωας ερωτεύεται μια αναλφάβητη γυναίκα που αποδεικνύεται εγκληματίας πολέμου· στο βιβλίο «Ο γυρισμός» ο ήρωας γοητεύεται από αφηγήσεις της προηγούμενης γενιάς, και θέτει καυτά ιδεολογικά ηθικά ζητήματα σχετικά με τη σχέση του καλού και του κακού· στο «Σαββατοκύριακο»  οι κεντρικοί ήρωες είναι μέλη της Μπάαντερ Μάινχοφ ενώ ο συγγραφέας δίνει με τέχνη όλη την γκάμα των ακροαριστερών ιδεολογιών· στο «ΟΛΓΑ» (τέλη 19ου αι.-αρχές 20ου), ιδεολογικό χάσμα υπάρχει ανάμεσα στην κεντρική ηρωίδα και τον αγαπημένο της που είναι συνεπαρμένος από το «γερμανικό όνειρο» της εποχής εκείνης, καθώς και με τον γιο της που προσχωρεί στον ναζισμό.
     Στο παρόν λοιπόν βιβλίο «Η εγγονή» (γράφτηκε το 2021) που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα πρόσφατα, ο συγγραφέας καταπιάνεται μ’ ένα επίσης πολύ λεπτό και τολμηρό ιστορικό θέμα, αγγίζοντας περισσότερο τη σύγχρονη πραγματικότητα, εφόσον αναφέρεται κυρίως στην τρίτη πια γενιά μετά τα εγκλήματα του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, για τα οποία ένα ολόκληρο έθνος ενοχοποιείται συλλήβδην. Αυτό που απασχολεί βαθιά τον Σλινκ εδώ, είναι ο απόηχος του χωρισμού του Γερμανικού Κράτους σε δύο κράτη, την Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας και την Δυτική Γερμανία -από το 1949 μέχρι την επανένωση, το 1990. Η δεύτερη γενιά στη ΛΔΕ έχει μεγαλώσει με τελείως διαφορετικές αρχές και στόχους, και παρόλο που ο δυτικός κόσμος δεν θέλει να το παραδεχτεί, έχει γαλουχήσει αντίστοιχα τα παιδιά της με ιδανικά που φαίνονται ξένα και απρόσιτα αλλά προάγουν την αξία της συλλογικότητας. Δεν είναι τυχαίο όμως ότι από την πρώην ΛΔΕ ξεπηδούν και οι περισσότερες σύγχρονες νεοναζιστικές οργανώσεις…
     Παράλληλα, η ευφυής πλοκή που επινοεί ο συγγραφέας δίνει κι άλλες ψυχογραφικές διαστάσεις: τη δύναμη της αγάπης, τη δύναμη της τέχνης, τη σχέση της τρίτης γενιάς με την νεότερη γενιά, το συλλογικό όνειρο που προάγει την κοινότητα αλλά χειραγωγεί τα μέλη και κυοφορεί τη νεοναζιστική ιδεολογία, με όλη την τρομοκρατία -σε όλες της τις εκφάνσεις- που τις περισσότερες φορές συνεπάγεται αυτό.
     Όλα αυτά τα στοιχεία λοιπόν χτίζονται αριστουργηματικά σ΄ένα μυθιστόρημα του οποίου η υπόθεση είναι πολύ δελεαστική: ο 70χρονος ήρωας Κάσπαρ Βέτνερ, βιβλιοπώλης από την Δυτική Γερμανία, χάνει την ανατολικογερμανίδα γυναίκα του Μπίργκιτ από ατύχημα που προκάλεσε το ποτό και οι καταχρήσεις. Το μυστήριο που καλύπτει την προσωπικότητα της Μπίργκιτ, βασανίζει τον Κάσπαρ ακόμη και μετά τον θάνατό της, γιατί εξακολουθεί να νιώθει ερωτευμένος και γιατί την αγαπά βαθιά και ουσιαστικά, παρόλο τον αλκοολισμό, την κατάθλιψη, τις τάσεις φυγής και εσωστρέφειας που είχε (βυθισμένος στη θλίψη που του προκαλούσε πάντα και παντού η απουσία της Μπίργκιτ, θαρρείς και ήταν πάντα και παντού δίπλα του, ξεχνούσε πόσο συχνά και πόσο μακριά έφευγε εκείνη). Ψάχνοντας τα ποιήματά της και το μυθιστόρημα που εκείνη ήθελε να εκδώσει εν αγνοία του (στην αγάπη και στη θλίψη του είχε τρυπώσει ένα μικρό παράπονο/μιλούσε για τα γραπτά της μ’ έναν άγνωστο –κι όχι μ’ εκείνον;), τα γράμματά της, τις σημειώσεις της από το βιβλίο που δεν έγραψε ποτέ, ανακαλύπτει στοιχεία άγνωστα και καθοριστικά για κείνην από το παρελθόν της στην Ανατολική Γερμανία (όταν την ρώτησε ο εκδότης για το μυθιστόρημά της, του είπε πως αναφερόταν στη ζωή ως απόδραση. Στη δική της ζωή ως απόδραση, σε όλες τις ζωές ως απόδραση).
     Γιατί όπως θα φανεί και από το σύντομο φλας μπακ όπου μας περιγράφει ο συγγραφέας πώς γνωρίστηκαν οι δυο νέοι, αλλά και από την εγκιβωτισμένη αφήγηση της Μπίργκιτ που κρατούσε κρυφά στον υπολογιστή της, η ζωή της Μπίργκιτ ήταν όντως απόδραση: η Μπίργκιτ όταν γνώρισε και αγάπησε τον Κάσπαρ στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο στις 17 Μαΐου του 1964, την ημέρα της Πεντηκοστής όπου συναντήθηκαν νέοι και από το Δυτικό και από το Ανατολικό Βερολίνο, ήταν ήδη έγκυος από τον Λέο Βάιζε, γραμματέα της επαρχιακής διοίκησης, υπεύθυνο των φοιτητικών οργανώσεων και… παντρεμένο. Η Μπίργκιτ θέλει να ξεφορτωθεί το παιδί, και κυρίως δεν θέλει να το δώσει στον Βάιζε, ο οποίος αξιώνει να το πάρει και να το μεγαλώσει με τη νόμιμη γυναίκα του. Στο διάστημα που ο Κάσπαρ περιμένει τα χαρτιά για να περάσει –παράνομα φυσικά- η Μπίργκιτ τα σύνορα, η Μπίργκιτ γεννά, παραδίδει το παιδί σε μια παιδική της φίλη -την συνετή και ηθική Πάουλα-, παρακαλώντας την να το δώσει σε ίδρυμα, και αναχωρεί για τη Δύση (Είμαι χαρούμενη που δεν έμεινα. Είμαι χαρούμενη που δεν έφυγα. Δεν θέλω καμιά από αυτές τις ζωές που δεν έζησα).
        Κάσπαρ και Μπίργκιτ, Δύση και Ανατολή
     Ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να απολαύσει τη μεγάλη δεξιοτεχνία του Σλινκ στην ψυχογράφηση των πρωταγωνιστών, αρχικά του Κάσπαρ και της Μπίργκιτ, δύο ανθρώπων που έζησαν σε μοναδικές συγκυρίες. Αρχικά, παρακολουθούμε τις σκέψεις και τα συναισθήματα του πράου και υπομονετικού Κάσπαρ, που αισθάνεται βέβαια εκ των υστέρων -μαζί με την αγάπη και το πένθος- κύματα θυμού για την Μπίργκιτ, εφόσον του έκρυψε ουσιαστικές πλευρές της ζωής της. Ωστόσο ο βαθύτερος πόθος του είναι να αποκαλύψει, να κατανοήσει, να βοηθήσει.
     Ο Κάσπαρ από νέος ακόμα έχει το όραμα της Ενωμένης Γερμανίας, και εντοπίζει από τότε χωρίς προκαταλήψεις τις διαφορές στην κουλτούρα, στα ήθη, στις αξίες. Ήδη ως φοιτητής ασχολείται με την αντίθεση Ανατολής –Δύσης, επισκέπτεται το Πανεπιστήμιο Χούμπολντ στην Ανατολική Γερμανία με την ελπίδα ότι θα μπορέσει να φοιτήσει εκεί για ένα εξάμηνο! Στην γιορτή π.χ. της Πεντηκοστής όπου γνώρισε την Μπίργκιτ, παρατηρεί πόσο πιο απλά είναι ντυμένοι οι Ανατολικοί, αλλά και πόσο έντονη είναι η –λεκτική- αντιπαράθεση Ανατολής Δύσης στις ομιλίες των πανηγυρισμών. Ο έρωτας τον χτυπάει… κατακέφαλα όταν την είδε και την ξαναείδε γεμάτη ζωντάνια, λαμπερή, ετοιμόλογη, και, αντίθετα από τους άλλους, καθόλου προκατειλημμένη ιδεολογικά και με ζωηρή διάθεση για αντιπαράθεση.
     Τον πλούσιο εσωτερικό κόσμο του Κάσπαρ τον παρακολουθούμε βήμα βήμα σε όλο το βιβλίο. Έχουμε όμως την ευκαιρία να ψηλαφήσουμε και τα έντονα συναισθήματα της Μπίργκιτ, μια και στα πολυπληθή και ποικίλα σημειώματα που άφησε πίσω της, ο διακριτικός Κάσπαρ δεν άντεξε να μην τα «ξεκλειδώσει». Με πολλή επιφύλαξη, και υπό το κράτος της θλίψης ο Κάσπαρ απάντησε θετικά στο ηθικό δίλημμα αν έχει δικαίωμα να παραβιάσει τα γραπτά της: παρομοιάζει τον εαυτό του με τον Ορφέα, ο οποίος πρέπει να μην κοιτάξει πίσω την Ευρυδίκη να δει αν τον ακολουθεί, ώστε να μην την χάσει: ο Κάσπαρ ήξερε ότι, αποσπώντας από την Μπίργκιτ το μυστικό του κειμένου, ήταν σαν να γύριζε το κεφάλι του προς τα πίσω για να τη δει. Όσα και να μάθαινε από την ανάγνωση, όσο καλά και να γνώριζε την Μπίργκιτ, εκείνη θα ξεγλιστρούσε ολοένα και πιο μακριά.
     Το άλλο πρωί μάζεψε τα φύλλα. Το βράδυ είχε χάσει την Ευρυδίκη. Αυτό δεν είχε πια σημασία.
     Το κείμενο της Μπίργκιτ τιτλοφορείται «Ένας αυστηρός θεός». Εκεί καταγράφει κάθε μύχια σκέψη, κάθε κυματισμό στην πολυτάραχη ζωή της, μια και δεν ήταν μικρό το ρίσκο να γεννήσει κρυφά απ’ όλους, να εγκαταλείψει το παιδί και να διακινδυνεύσει την έξοδο από την χώρα. Μαθαίνουμε για την ζωή της μέχρι τότε, τις σκέψεις της για το καθεστώς (η ΛΔΕ δεν θα γίνει ποτέ η χώρα που ονειρευτήκαμε. Δεν υπάρχει πια (…). Η εξορία δεν έχει τελειωμό. Η χώρα και το όνειρο έχουν ανεπανόρθωτα απωλεσθεί). Μιλά για τον τρόπο ζωής της, για την οικογένειά της, τα συναισθήματα προς τον Βάιζε που μετατράπηκαν σε απέχθεια, και φυσικά για την κόρη της! Τέλος, αισθάνεται ότι «τους πρόδωσε όλους» (πώς ξεφεύγεις από τους άλλους; Με το να έχεις αποφασίσει πώς θα ζήσεις τη δική σου ζωή/δεν ήθελα να περιμένω, ήθελα να ζήσω). Ωστόσο, τα χρόνια που έζησε στην Δύση δεν μπόρεσε να απαλλαγεί από το βάρος της εγκατάλειψης της κόρης (βρήκε μια φωτογραφία που την κρατά σαν φυλαχτό), η διάθεσή της είναι πάντα αμφίσημη, κάνει μάταιες προσπάθειες να δραπετεύσει από τον εαυτό της (διάφορα επαγγέλματα, ταξίδι στην Ινδία, διαλογισμός) κάτω από την σκέπη της αποδοχής του Κάσπαρ, και βέβαια γίνεται αλκοολικιά. Τέλος, τελειώνοντας το μισοτελειωμένο βιβλίο της, μιλά και για τα συναισθήματά της απέναντι στον Κάσπαρ με σπαραχτικό τρόπο, αφήνοντάς του μια πολύτιμη (και πάλι αμφίσημη, βέβαια) παρακαταθήκη:
     Αχ, Κάσπαρ (…). Όταν κάποιες φορές με κουβαλάς και με ξαπλώνεις στο κρεβάτι, σε βλέπω, κι εγώ ξυπνάω χωρίς να σ’αφήσω να το προσέξεις. Ύστερα κάθεσαι στο σκαμπό, έχεις το βλέμμα στραμμένο σε μένα, αλλά ονειρεύεσαι. Ονειρεύεσαι τα παιδιά που δεν αποκτήσαμε, τη σύντροφο που δεν υπήρξα για σένα, τη γυναίκα που θα ήμουν αν δεν έπινα; Ή ονειρεύεσαι τη νεαρή γυναίκα που ερωτεύτηκες; Εξακολουθείς να με αγαπάς, το ξέρω. Είναι η μεγάλη παρηγοριά της ζωής μου: ό, τι δεν έχω υπάρξει στη ζωή μου, ό, τι δεν έχω υπάρξει για σένα –μου αρκεί ότι μέχρι τώρα εσύ με αγαπάς.
      Ζίγκρουν
Υπάρχει μόνο μία αλήθεια.
Δεν ανήκει σε μένα, δεν ανήκει σ΄εσένα,
απλώς υπάρχει.
Όπως ο ήλιος και η σελήνη.
     Υπάρχει επομένως μια κόρη στην Ανατολική Γερμανία, ενήλικας πια, την οποία η Μπίργκιτ, στα τελευταία χρόνια πριν πεθάνει, ήθελε να συναντήσει διακαώς ενώ παράλληλα δίσταζε, κι αυτή η αμφίρροπη ψυχική διάθεση την διέλυε. Όταν την βρίσκει με τα πολλά ο Κάσπαρ (παρακολουθούμε με αγωνία τα βήματά του στις συναντήσεις του με την Πάουλα, με τον Βάιζε και την γυναίκα του, στην ενωμένη πια Γερμανία), ανακαλύπτει ότι η κόρη (Σβένια) είχε ένα πολύ ζοφερό παρελθόν: είχε κάνει την επανάστασή της απέναντι στην οικογένεια του Βάιζε με αποτέλεσμα να περάσει από πολύ σκληρά αναμορφωτήρια (το Τοργκάου ήταν το σκληρότερο «ειδικό ίδρυμα» της ΛΔΕ), ναρκωτικά, ρατσιστικές επιθέσεις, ομάδες σκίνχεντ (προκαλούσε επεισόδια, έπινε, έδερνε, έσπαγε τα μπουκάλια στον δρόμο, ενοχλούσε τους πελάτες/γιατί παρέμενα στους σκίνχεντ; Για να καταστρέψω, να καταστρέψω επιτέλους ό, τι με κατέστρεφε) ώσπου η ηρωίνη την έριξε στον άντρα της τον Μπιορν, ο οποίος εμφανίστηκε ως προστάτης της στην πλευρά των φανατικών εθνικιστών (το σχέδιο ήταν στο τέλος να ιδρύσουν ένα εθνικιστικό χωριό).
     Ωστόσο, όπως ανακαλύπτει ο κατάπληκτος Κάσπαρ, υπάρχει ΚΑΙ μια εγγονή! Η Ζίγκρουν είναι ένα δεκατετράχρονο κορίτσι που ρουφάει τη ζωή, γεμάτο ενέργεια και περιέργεια για όλα, με τρομερό ζήλο και πάθος να υπηρετήσει τις αρχές με τις οποίες έχει μεγαλώσει. Ο Κάσπαρ συναντά την οικογένεια της Σβένιας (της κόρης), συστήνεται ως παππούς («αυτός ο άντρας είναι ο παππούς μου;»), και γίνεται αποδεκτός παρόλη την δυτική του κουλτούρα από μια οικογένεια που τηρεί και προασπίζεται τις αξίες της ανατολικής Γερμανίας χάρη στην κληρονομιά που δικαιούται η Ζίγκρουν. Ένα είδος συμφωνίας τού επιτρέπει να βλέπει κάποιες βδομάδες τον χρόνο την «εγγονή» του εξ αγχιστείας, φιλοξενώντας την στον δικό του χώρο.
     Απ’ αυτό το σημείο και μετά αρχίζει το «κέντημα». Ο Σλινκ χτίζει αριστουργηματικά την σχέση των δύο αλλόφερτων κόσμων, αλλόφερτων όχι βέβαια μόνο λόγω διαφοράς ηλικίας, αλλά και διαφοράς κουλτούρας. Ο ενθουσιασμός και η αγάπη για ζωή, η δίψα για μάθηση και γνώση της Ζίγκρουν κουμπώνει με τον ήπιο, στοργικό και καρτερικό χαρακτήρα του Κάσπαρ, που αντιμετωπίζει με παιδαγωγική μαεστρία τις εθνικιστικές έως νεοναζιστικές εξάρσεις της μικρής, την καχυποψία της μάνας της και την υπεροψία του επίσης εθνικιστή πατέρα. Ωστόσο, οι δύο ετερόκλητοι κόσμοι καταφέρνουν να συγκλίνουν –είναι η δύναμη της αγάπης; Ίσως αυτές οι δυο ηλικίες, παρόλη την χρονική διαφορά, έχουν τις προδιαγραφές μιας βαθιάς επικοινωνίας. Η ουσία είναι ότι η εμφάνιση της Ζίγκρουν στη ζωή του Κάσπαρ δίνει νόημα στην καθημερινότητά του: προβληματίζεται πώς να ετοιμάσει τον προσωπικό της χώρο, ψάχνει βιβλία που να την ενδιαφέρουν, μουσικά έργα, ρεσιτάλ κλασικής μουσικής. Στις εβδομάδες που ταξιδεύουν μαζί, πηγαίνουν περιπάτους, ακούνε μουσική, κουβεντιάζουν για βιβλία και όχι μόνο, μέχρι που ο παππούς της συστήνει δάσκαλο πιάνου, όταν αντιλαμβάνεται την αγάπη και το ταλέντο που κρύβει μέσα της η Ζίγκρουν.
     Το πάθος της να επισκεφτεί τον τάφο της Ίρμα Γκρέζε (της «΄Υαινας του Άουσβιτς»)[1], η ανακήρυξη του Ρούντολφ Ες ως ήρωά της, η εμμονή της μόνο με τους Γερμανούς συγγραφείς ή μουσουργούς, η άρνηση των στρατόπεδων συγκέντρωσης και της μαρτυρίας της Άννας Φρανκ ιντριγκάρουν τον Κάσπαρ, τον προβληματίζουν. Ακούει τα εθνικιστικά λόγια του Μπιορν και δεν μπορεί να μην σκεφτεί τον σφαγέα της Πολωνίας Χανς Φρανκ ο οποίος έπαιζε περιπαθώς Σοπέν στο κάστρο του στην Κρακοβία, τον Χίτλερ, ο οποίος αγαπούσε τον σκύλο του (πώς θα ήταν δυνατόν να μην αφαιρούνται, να μην ονειροπολούν, να μη μελαγχολούν και οι ακροδεξιοί, όπως εμείς;).
     Ο τρόπος που ο Κάσπαρ χειρίζεται τις προκλήσεις αυτές είναι αριστουργηματικός. Γιατί βέβαια, όχι μόνο δεν θέλει να χάσει την Μπίργκιτ, αλλά καταλαβαίνει ότι εκείνη βρίσκεται σε μια ηλικία εύπλαστη. Είναι αλήθεια ότι «τυχαίνει» η Ζίγκρουν να είναι ένα προικισμένο παιδί, και από διανοητική αλλά και από συναισθηματική πλευρά, έξυπνη και με ενσυναίσθηση. Είναι τρυφερή και ενθουσιώδης, και με πολύ θετική αύρα. Μεγαλωμένη με τις αξίες της σωματικής ρώμης (εξαιρετική αθλήτρια, με αντοχή, αγάπη για περπάτημα κλπ) της αυτάρκειας (ψωνίζει μόνη της και μαγειρεύει, κάνει τις δουλειές του σπιτιού) και του ζήλου για κοινοτική ζωή. Ο διαχυτικός χαρακτήρας της Ζίγκρουν διευκολύνει την επικοινωνία αλλά ο Κάσπαρ δεν παύει να βασανίζεται από ηθικά διλήμματα τύπου «με ποιο δικαίωμα εισέβαλλε στη ζωή της;/ήθελε να τη σώσει από την ηθική και πνευματική παρακμή»;
     Το εθνικιστικό χωριό που ονειρεύονται οι γονείς της (βασικά ο πατέρας) είναι και δικό της ιδανικό. Ωστόσο, αρχίζει να χαράζει και τον δικό της δρόμο, ξεκόβοντας από την επιρροή των δικών της: θέλει να φύγει απ’το χωριό, να ζήσει στο Βερολίνο και να ενταχτεί στους Αυτόνομους Εθνικιστές (τρομοκράτες), να συναντήσει την ήδη ενταγμένη Ιρμτράουντ, να αγωνιστεί ενεργητικά (αντάρτισσα πόλεων). Η ιδεολογική σύγκρουση με τον Κάσπαρ αρχίζει και σκληραίνει όταν αρχίζουν τα ρατσιστικά παραληρήματα, η άρνηση του Άουσβιτς, η επιθυμία να επισκεφτεί το αποτρόπαιο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπρικ[2]. Ωστόσο, η συναισθηματική προσέγγιση μέσα από τους περιπάτους, την μουσική (στην αρχή αποδέχεται μόνο τους Γερμανούς μουσουργούς) λειαίνει κάπως τις αντιθέσεις. Αναλώνονται σε διαλόγους, της εξηγεί την προσωπικότητα της γιαγιάς της, της Μπίργκιτ, της δείχνει έργα μη Γερμανών καλλιτεχνών.
     Ο Κάσπαρ έχει βρει τώρα κάποιο νόημα στην θλιμμένη του ζωή. Αθλείται για να μπορεί να συνοδεύσει την Ζίγκρουν, εξασκείται στο σκάκι, μαγειρεύει, ψάχνει τις μουσικές συναυλίες. Επίσης, βλέπει ότι στον «ανατολικό τρόπο ζωής» υπάρχουν πλεονεκτήματα, έχουν συλλογικό πνεύμα, έχουν όραμα για κοινοτική ζωή και όχι εξάρτηση από τον καταναλωτισμό. Συνειδητοποιεί ότι ανήκε μέχρι τώρα στον κόσμο της νεκρής Μπίργκιτ, ενώ η εβδομάδα με την Ζίγκρουν ήταν αληθινή. Ωστόσο, αρχίζει και φτάνει στα όριά του όσο αφορά τον νεοναζισμό: τυπώνει την σωστή εκδοχή του ημερολογίου της Άννας Φρανκ, αντιδρά στο «ψέμα του ολοκαυτώματος», είναι λακωνικός κι αμίλητος όταν η Ζίγκρουν εκθειάζει τις γυναίκες-φύλακες του Ράβενσμπρικ. Η Ζίγκρουν παίζει παιχνίδια εξουσίας ή νιώθει ότι ο παππούς της την αμφισβητεί, εκείνην, τον κόσμο της, τους γονείς της, τις απόψεις τους; Πόσο πρέπει να παρεμβαίνει, έχει το δικαίωμα να παρεμβαίνει;
     Η απάντηση έρχεται κάποιους μήνες αργότερα, από τον Μπιορν και τη Σβένια. Ο Μπιορν ξεσπαθώνει με θυμό και απειλές κατηγορώντας τον, θεωρώντας ότι οι αλλαγές της Ζίγκρουν (διαβάζει ένα βιβλίο που περιγράφει την επανάσταση μιας κοπέλας απέναντι στους ακροδεξιούς γονείς της (για το οποίο ο Κάσπαρ δεν είχε ιδέα) οφείλονται στην επιρροή του Κάσπαρ. Ο Κάσπαρ αηδιάζει με την πρόστυχη συμπεριφορά κι εξαφανίζεται. Αν και πάλι, όταν περνούν τα καυτά συναισθήματα, προσπαθεί να καταλάβει.
     Φυσικά και το βιβλίο δεν τελειώνει εδώ. Υπάρχει ανατροπή, μεγάλη, και για τον Κάσπαρ και για τον αναγνώστη. Δυο χρόνια αργότερα η Ζίγκρουν χτυπά απελπισμένη το κουδούνι του Κάσπαρ. Είναι μπλεγμένη άσχημα σε συμπλοκή με θύτες και θύματα. Τόσο άσχημα, που ο Κάσπαρ αισθάνεται ότι δεν υπάρχει πια περιθώριο ούτε υπομονής, ούτε αναβολής σε ορισμένες απαντήσεις, σε ηθικά διλήμματα που θέτει η ζωή. Ξεδιπλώνει με συγκρατημένη οργή και αποφασιστικότητα την άποψή του για τα τρομοκρατικά χτυπήματα (Δεν αντέχετε να τις τρώτε κι εσείς πότε πότε; Πυροβολείτε κάποιον για να μη φάει ξύλο ο Γκιοργκ; Τι κακομαθημένα, αδύναμα, αξιοθρήνητα άτομα που είστε! Θέλετε να ξανακάνετε μεγάλη τη Γερμανία; Πλακωθείτε με τους άλλους, τους Αντίφα, παίξτε το ηλίθιο παιχνίδι σας όσο συχνά θέλετε, αλλά τα παιχνίδια έχουν και τα όριά τους), μιλά με αυστηρότητα έξω απ’ τα δόντια.
     Το τελευταίο και ακραίο ηθικό δίλημμα που αντιμετωπίζει η Ζίγκρουν, το αντιμετωπίζει με γενναιότητα, εκπλήσσοντας τον Κάσπαρ, και φυσικά, και τον αναγνώστη, και προκαλώντας υψηλές δονήσεις συγκίνησης όχι μόνο με τις ανατρεπτικές αποφάσεις που πήρε όπως η γιαγιά της η Μπίργκιτ, αλλά με την γεύση που αφήνει η ορμή της νιότης, ότι κάποιες φορές πρέπει να δραπετεύεις…
Χριστίνα Παπαγγελή

[1] https://www.mixanitouxronou.gr/to-panemorfo-teras-i-kopela-pou-vasanize-kai-mastigone-tis-kratoumenes-sta-nazistika-stratopeda-gia-tin-efxaristisi-tis-oi-frikaleotites-tin-ikanopoiousan-seksoualika/

[2] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A1%CE%AC%CE%B2%CE%B5%CE%BD%CF%83%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BA