Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λεξεις ας εων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λεξεις ας εων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Ιανουαρίου 17, 2012

899 λέξεις για τις επιφυλλίδες του Γεράσιμου Βώκου

Η συλλογή των κειμένων που δημοσιεύτηκαν στο Βήμα παίρνει τη μορφή ιδιότυπου ημερολογίου που αποτελεί σχόλιο σε γεγονότα της επικαιρότητας, σαφώς όχι με βάση το δημοσιογραφικό κριτήριο. Αποτέλεσμα είναι να φεύγει η σκόνη της επικαιρότητας και να μένει η ουσία της ματιάς που την περιγράφει.
Μ’ αυτήν τη συλλογή ο Βώκος θυμίζει ότι κάθε φορά που γράφει μας αφήνει να βλέπουμε πίσω από την πλάτη του τις σκέψεις που αποτυπώνονται στο χαρτί, σκέψεις με αφετηρίες που σβήνουν για να αναδειχτεί η ουσία όσων συνέβησαν. Σκέψεις υπό το πρίσμα μεγάλων στοχαστών. Η απομάκρυνση από την εμπειρική αφετηρία δεν μειώνει σε τίποτα την αξία των κειμένων, ίσως αυτό να ήταν και το κριτήριο της επιλογής των κειμένων από το σύνολο των επιφυλλίδων που δημοσιεύτηκαν. Κατά τον τρόπο αυτόν τα κείμενα από σχόλια στην επικαιρότητα μετατρέπονται σε εισαγωγές στη σκέψη των στοχαστών που προσφέραν στιγμές χαράς στον συγγραφέα. Ας μην παρεξηγηθεί η λέξη εισαγωγές, εννοώ ότι ο τρόπος για να μπούμε στη σκέψη των μεγάλων στοχαστών δεν είναι εύκολη υπόθεση, ούτε μπορεί να είναι πάντα ο ίδιος – αν η σκέψη τους διατηρεί κάτι από τη δύναμη της.
Και ο Βώκος επιλέγει τον πιο δύσκολο, δηλαδή την ίδια την πραγματικότητα που φαίνεται να έχει τον εφήμερο χαρακτήρα όπως ορίζεται από την κυκλοφορία μιας εφημερίδας. Εδώ κρύβεται το μεγάλο στοίχημα. Πως η σκέψη της ανθρωπότητας όπως εκφράστηκε από τους μεγάλους στοχαστές γίνεται λόγος απλός και εύληπτος από τον εφήμερο αναγνώστη που μπορεί να βρίσκεται με την κυριακάτική εφημερίδα του στο καφενείο της γειτονιάς. Πως μπορεί να γίνουν κατανοητές προσεγγίσεις που θα νόμιζε κανείς ότι απαιτούν την αφοσίωση και την προσπάθεια μιας εστιασμένης ανάγνωσης. Αυτό συνιστά την μεγάλη αρετή των κειμένων που ανθολογούνται στο βιβλίο. Ο λόγος του συγγραφέα χωρίς να προδίδει τον βαθύ στοχασμό φτάνει οικείος και προσλήψιμος και συμμετέχει στην καθημερινή κουβέντα που αναλύει και κρίνει τα ζητήματα της καθημερινής ζωής μας.
Έτσι, γνωρίζουμε κάτι από τον κόσμο του Μακιαβέλλι, του Σοπενάουερ, του Χιούμ, του Καντ, του Χέγκελ, του Μαρξ, του Νίτσε και βέβαια – πώς αλλιώς; – του Σπινόζα· επίσης και του Τολστόι, του Μπαλζάκ του Τσέχοφ, του Ουγκώ του Σουίφτ, του Βαλερύ και άλλων. Κάτι από τον κόσμο μας. Και όλα αυτά, που καλύπτουν τη δεκαετία 1993-2003, αποτελούν το βιβλίο στις σελίδες του οποίου προτάσσεται σύντομος πρόλογος που δεν περνά απαρατήρητος.
Ο Βώκος αφιερώνει το βιβλίο στον πατέρα του και για το λόγο αυτόν γράφει τον σύντομο πρόλογο. Με ύφος προσωπικό ή καλύτερα εκμυστηρευτικό γράφει για ό,τι αγαπάει και για ό,τι όχι, και αναρωτιέται αν είναι δυνατόν να αγαπήσουμε χωρίς να περιμένουμε ανταπόδοση, δηλαδή με τον τρόπο που αγαπάμε τους νεκρούς μας… Ίσως έτσι ολοκληρώνει αυτό που άρχισε με την εισαγωγή για την Πολιτική Πραγματεία του Σπινόζα, Πατάκης 2003 [1996] (σ.9-88, μετάφραση Άρη Στυλιανού) που την είχε αφιερώσει στη μάνα του. Όμως για να μην συνεχίσω να γράφω με βάσιμη τη μομφή ότι δεν έχω να πω τίποτα, ας παραθέσω αυτούσια δύο αποσπάσματα που νομίζω ότι χαρακτηρίζουν το ύφος των κειμένων και τη ματιά που περνά μέσα απ’ αυτά.
Η αρχή της σελίδας 21:
«Μπορεί κανείς να τελειώσει στα γρήγορα με τον Σοπενάουερ, αν τον κατατάξει στην κατηγορία των απαισιόδοξων ανθρώπων και τον θεωρήσει πρωτεργάτη της φιλοσοφικής απαισιοδοξίας. Φαίνεται ότι αυτό έκανε η εποχή μας, στη βεβαιότητά μας ότι τελικά ο κόσμος στον οποίο ζούμε είναι σχεδόν ο καλύτερος δυνατός: κάποια μικρομειονεκτήματα που επιμένουν, όπως οι πόλεμοι, η ανεργία, η φτώχεια, η αρρώστια, θα λυθούν με τον χρόνο, τώρα μάλιστα που τρέχουμε στις λεωφόρους της παγκοσμιοποίησης, όπου όλοι μαζί, πλούσιοι και φτωχοί, θα βαδίσουμε ο καθένας τον δρόμο του: οι πλούσιοι θα γίνουν πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι».
Και από τις σελίδες 124-125:
«Αναφερόμενος στις θεολογικοπολιτικές έριδες που σπάραζαν την εποχή του, ο Σπινόζα εκπλησσόταν για τη θηριωδία με την οποία άνθρωποι που δίδασκαν τα ιδανικά της αγάπης, της ομόνοιας, της χαράς, της ειρήνης, της εγκράτειας, εξόντωναν τότε (τότε!) τους αντιπάλους των. Πού, πώς και τι να θεμελιώσεις σε ένα έδαφος ποτισμένο με τόσο αίμα; Ακούγοντας, λοιπόν, το μάθημα των πραγμάτων, ο Σπινόζα αναζητά τις αιτίες του κακού και προβαίνει σε μία διάκριση πού, κατά τη γνώμη μου, δεν έχει γίνει αντικείμενο συστηματικής προσοχής εκ μέρους όσων δοκιμάζουν να σκεφτούν τις πολιτικές πράξεις.
Ο συγγραφέας της Ηθικής διακρίνει τα λειτουργήματα από τα αξιώματα και υποστηρίζει ότι η ραγδαία μετατροπή των πρώτων στα δεύτερα δεν είναι άμοιρη, τόσο των πολιτικών συγκρούσεων όσο και της απόστασης που χωρίζει την πολιτική θεωρία από την πολιτική πράξη. Γιατί αν ένα οργανικό σύνολο δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τις συγκεκριμένες, πρακτικές, ορατές και αυτονόητες λειτουργίες που το συνιστούν, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι οι λειτουργίες αυτές αποτελούν οπωσδήποτε αξιώματα. Τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο επικίνδυνα, όταν οι λειτουργίες μετατρέπονται σε αξιώματα. Διότι ενώ μια λειτουργία ως αναγκαία και, συνεπώς, αυτονόητη δεν χρειάζεται κανενός είδους θεμέλιο, το αξίωμα πρέπει να θεμελιώσει την ύπαρξη του, γιατί, καθώς είναι μετέωρο, θα καταρρεύσει. Ο ρόλος της θεμελίωσης προκύπτει, τώρα, επιτακτικός: τα αξιώματα πρέπει πάση θυσία να αποκτήσουν υπόσταση, γι’ αυτό και θεμελιώνονται ως λειτουργήματα.
Με αφετηρία τη σπινοζική διάκριση μπορούν να τεθούν πρωτοβάθμιες ερωτήσεις και να διαπιστωθεί, για παράδειγμα, κατά πόσο η όρεξη για ένα λειτούργημα αποτελεί ή όχι και επιθυμία για ένα αξίωμα και μήπως, τελικά, το μόνο πού απομένει λειτουργικό είναι το σύστημα των αξιωμάτων. Τι θα σήμαινε όμως αυτή η διαπίστωση για ένα σύνολο που πρέπει να λειτουργήσει; Και πώς, επιτέλους, αυτό το σύνολο λειτουργεί; Η απάντηση στα προηγούμενα ερωτήματα καλό θα ήταν να αφορούσε όλο και περισσότερο κόσμο».



Κυριακή, Αυγούστου 09, 2009

1315 λέξεις για το Αρχαιολατρία και Γλώσσα του Βασίλη Αργυρόπουλου

Ο Βασίλης Αργυρόπουλος έχει βασικό σκοπό την αναίρεση των ψευδοεπιστημονικών απόψεων που προέρχονται από τον μυωπικό ελληνοκεντρικό χώρο της ακροδεξιάς πολιτικής.
Στο βιβλίο ταξινομείται η ύλη σε πέντε μέρη, δύο βασικά: την ετυμολογία και την ορθογραφία και τρία που συνιστούν προεκτάσεις: την κοινή ινδοευρωπαϊκή προέλευση γλωσσών στην οποία εντάσσεται και η ελληνική, την φοινικική προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου και την προφορά της αρχαίας ελληνικής.

Ο στόχος μοιάζει εύκολος από επιστημονική οπτική. Ίσως για αυτό το λόγο δεν έχουμε μέχρι τώρα συγκεκριμένες, λεπτομερείς και σχολαστικά τεκμηριωμένες αναιρέσεις για την γλωσσολογίζουσα ιδεολογία του ελληνοκεντρισμού. Αλλά, όπως επισημαίνει και ο Νίκος Σαραντάκος, στον οποίο γίνεται αναφορά αρκετά συχνά στο βιβλίο, το πρόβλημα είναι ότι χρειάζεται πολύ δουλειά και χρόνος για να αντιπαρατεθείς επιστημονικά με απόψεις που βγάζει ο καθένας «από την κοιλιά του στο πι και φι» (143). Ίσως πάλι, όπως σχολιάζει ο Αλέξανδρος Φατσής είναι τουλάχιστον αφέλεια να συζητά ένας γλωσσολόγος με αρχαιολάτρες (278) ή ματαιοπονεί κάποιος που κρίνει λογικά απόψεις που δεν έχουν στοιχεία συνοχής και συζητά με φορείς μιας ασυνάρτητης (και) γλωσσικής ιδεολογίας που επιστρατεύει βαθιοριζωμένες προλήψεις (H. Pernot 188).

Ο βασικός μύθος που πλέκεται και αναπαράγεται με ποικίλα δημοσιεύματα είναι σχετικός με την αιτιακή σχέση σημαίνοντος και σημαινόμενου της ελληνικής γλώσσας, χαρακτηριστικό που είναι μοναδικό και δεν υπάρχει σε άλλες γλώσσες. Ο συγγραφέας αναιρεί την παραπάνω άποψη με αναφορές κυρίως στο Σοσίρ (Saussure), που όριζε την εσωτερική σχέση σημάνσεως ως καθαρά συμβατική (44, 61, 76, κ.α) και επιμένει στη διάκριση της σχέσης σημαίνοντος – σημαινόμενου από τη σχέση λέξης – πράγματος (95, κ.α.) και καθόριζε ότι οι φωνολογικές μεταβολές μιας γλώσσας υπακούν σε συγκεκριμένους φωνολογικούς νόμους. Η κριτική αντιπαράθεση με αρχαιολατρικές ελληνοκεντρικές απόψεις γίνεται με συγκεκριμένο σχολιασμό λέξεων όπως είναι οι ηχομιμητικές (56-60), οι: αδελφός (61-63), πλους, αλς (66-73) και άλλες, με την παρουσίαση των απόψεων του Σοσίρ (79-103), με λογικά επιχειρήματα «αν ο δεσμός ανάμεσα στο περιεχόμενο και στην έκφραση μιας λέξης ήταν αιτιακής φύσεως, δε θα παρατηρούνταν διαφορές ανάμεσα στις φυσικές γλώσσες που μιλούν οι άνθρωποι ανά τον κόσμο», (92) με συνεισφορά κριτικής από συναδέλφους του (Δ. Μιχελιουδάκης) που αλλάζοντας τους όρους απευθύνει γλωσσολογικά ερωτήματα για τη θεωρία, ορολογία και μεθοδολογία των «αρχαιολατρών» (96) και (Π. Σταυρόπουλος) που αποδεικνύει το παράλογο και άτοπο των ελληνοκεντρικών απόψεων (108-109). Σε αυτό τον παραλογισμό της ελληνοκεντρικής αρχαιολατρίας που διαχέει αστήρικτες ιδέες για τη γλώσσα εμπλέκονται ακόμα και ο Ευριπίδης Στυλιανίδης, ως υπουργός Παιδείας, που αναπαρήγαγε τις «ίδιες εθνικιστικές ασυναρτησίες … περί υπολογιστών προχωρημένης τεχνολογίας, οι οποίοι δέχονται ως ‘‘νοηματική’’ γλώσσα μόνον την ελληνική…» (112-113), ο Χρήστος Σαρτζετάκης που γράφει για «τη μόνη εις τον κόσμο νοηματική και όχι απλώς συμβατική ελληνική μας γλώσσα» (115-116). Νομίζω ότι δε χρειάζεται να είναι κανείς γλωσσολόγος ή κάτι συναφές με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές για να καταλάβει την ασάφεια αυτών των κειμένων σύμφωνα με τα οποία οι υπολογιστές μπορούν να καταλάβουν μόνο τα αρχαία ελληνικά κ.τ.λ., κ.τ.λ. Στα πλαίσια του πρώτου μέρους εντάσσεται και η κριτική της εμπειρικής ετυμολόγησης που ανάγει στην ελληνική ακόμα και λέξεις που είναι δάνεια, η κριτική της ανακάλυψης ελληνικών λέξεων σε κάθε γλώσσα και της αντίληψης ότι «τα αγγλικά είναι ελληνική διάλεκτος», δηλαδή της εθνοκεντρικής αντίληψης ότι η ελληνική είναι μητέρα όλων των γλωσσών. Σε αυτά τα σημεία διαφαίνεται πεντακάθαρα η διαπλοκή ετυμολογίας (ή παρετυμολογίας) και ιδεολογίας.

Η ελληνοκεντρική ιδεολογία παρεισφρέει και στα ορθογραφικά ζητήματα, εφόσον η παρετυμολογία υπηρετεί πολλές φορές τις επιταγές για την ορθογράφηση των λέξεων. Το δεύτερο μέρος του βιβλίου ξεκινά με τη διευκρίνιση βασικών εννοιών, όπως γραφή, ορθογραφία, γράφημα, φωνητική, φωνολογική, ιστορική/ ετυμολογική ορθογραφία. Όπως είναι αυτονόητο και επισημαίνεται εύστοχα, γιατί σε τέτοιες αντιπαραθέσεις καταλύεται ακόμα και το αυτονόητο «η ορολογία… αποτελεί έναν τρόπο να μιλάμε την ίδια γλώσσα, όταν αναφερόμαστε σε διάφορα επιστημονικά θέματα» (61). Το ορθογραφικό πρόβλημα δημιουργείται εξαιτίας της γρηγορότερης εξέλιξης της προφοράς σε σχέση με τη γραφή (160), της ατελούς προσαρμογής του αλφαβήτου στην προφορά μιας γλώσσας (160) και της ετυμολογικής προκατάληψης (161). Αυτά σύμφωνα με το Σοσίρ «ο οποίος ήταν αντίθετος με τη λειτουργία της ετυμολογίας των λέξεων ως κριτηρίου για τη γραφή τους» (161). Ακολούθως ο Αργυρόπουλος εξετάζει το ορθογραφικό πρόβλημα της νέας ελληνικής. Νομίζω ότι η αιτία που ωθεί το συγγραφέα να ασχοληθεί ενδελεχώς με τα ορθογραφικά θέματα δηλώνεται καθαρά γιατί «η επιλογή μιας γραφής συχνά εξαρτάται από την ιδεολογία του καθενός… και συχνά για ιδεολογικούς λόγους υποστηρίζεται όχι μια γραφή, αλλά μια ψευδής ετυμολογία» (186). Αναφέρεται σε πολλές λέξεις, όπως καινούριος, φτιάχνω, αλλιώς, ονόματα σε –άκις, αβγό, αφτί, πιλοτή και άλλες και εξετάζει ειδικά την ετυμολογική ορθογραφία. Αυτό που φαίνεται ότι ενοχλεί περισσότερο το συγγραφέα είναι η αντιεπιστημονική δικαιολόγηση ορισμένων επιλογών γραφής με την παρετυμολογία. Αυτό που υποκρύπτεται πίσω από την αναγωγή της ορθογραφίας στην αρχαία ελληνική είναι «η απευθείας σύνδεση της νέας Ελληνικής με την Αρχαία… χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν τα ενδιάμεσα στάδια της Ελληνικής, δηλ. η Αλεξανδρινή (Ελληνιστική) κοινή και η Μεσαιωνική» (203). Έτσι εξετάζει ενδελεχώς τις λέξεις: καλύτερος, αφτί, αβγό, βρόμα, αλλιώς, παλιός, δίκιο, ελιά, ορθοπεδική, ταξίδι, Γουδί. Η στάση του και η οπτική του εμπεριέχονται σε πολλά σημεία του κειμένου, αλλά γίνονται ευδιάκριτα στα Γενικά Σχόλια των σελίδων 252-257. Προτιμά, κατά περίπτωση μια γραφή, χωρίς όμως να γίνεται σαφές αν εφαρμόζει την ίδια αρχή. Μάλλον προσπαθεί να διατηρήσει ουδέτερη οπτική προτάσσοντας την ιδιότητα του ερευνητή γλωσσολόγου. Γράφει: «Οι γρ. παλιός, δίκιο, ελιά δικαιολογούνται ετυμολογικά, υπερτερούν σε χρήση και είναι απλούστερες… Η ορθοπαιδική είναι ετυμολογικά βάσιμη, αλλά λιγότερο συχνή έναντι της ορθοπεδικής, που είναι και απλούστερη γραφή» (254). Στις σελίδες αναφέρονται το ετυμολογικό κριτήριο και το κριτήριο της χρήσης που κάνει συχνότερες κάποιες γραφές ή και μοναδικές, αφού «κανείς δε γράφει σήμερα και αγώρι», (255) όπως θα ήταν (σύμφωνα με το Μπαμπινιώτη) η ετυμολογική γραφή. Ωστόσο, επικαλείται το ένα ή το άλλο κατά περίπτωση. Στη σελίδα 256 γράφει ότι δε θεωρεί αναγκαίο να γραφεί κτήριο (όπως επιβάλλει η ετυμολογία) αφού «υπάρχουν γραφές που βασίζονται στο κριτήριο της παρετυμολογίας». Αυτό είναι ίσως το μοναδικό συγκεκριμένο σημείο του βιβλίου που μου προκαλεί απορία: υπάρχει τέτοιο κριτήριο ή εννοεί το κριτήριο της χρήσης; Στην περίπτωση της ορθοπαιδικής τάσσεται υπέρ της ετυμολογικής, «ίσως επειδή εδώ πρόκειται για επιστημονικό όρο».

Ακολουθούν οι σελίδες όπου ο συγγραφέας αναιρεί την πεποίθηση ότι η ελληνική είναι γλώσσα μοναδική στην οποία βασίστηκαν οι υπόλοιπες γλώσσες. Η ελληνική σαφώς ανήκει μαζί με πολλές άλλες γλώσσες στην ίδια ινδοευρωπαϊκή οικογένεια. Αυτό είναι που δικαιολογεί τις ομοιότητες μεταξύ αυτών των γλωσσών και όχι η εθνοκεντρική άποψη ότι οι υπόλοιπες γλώσσες οφείλουν την ύπαρξή τους στην ελληνική. Επίσης, σχετικά με το αλφάβητο, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τη φοινικική προέλευση του ελληνικού. Η ιδιαιτερότητά του σε σχέση με το φοινικικό είναι η χρήση γραμμάτων για την απόδοση των φωνηέντων, κάτι που δεν ήταν αναγκαίο στους Φοίνικες. Τέλος, οι σελίδες 337-364 αναφέρονται στην προφορά της αρχαίας ελληνικής και στις αλλαγές που υπήρξαν από την κλασική αρχαιότητα ως τις μέρες μας. Παράδειγμα, το β πιθανότατα προφερόταν [b] και όχι [v] όπως σήμερα

Ο Βασίλης Αργυρόπουλος δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει τα ίδια λογικά επιχειρήματα στηριζόμενος στις βασικές αρχές της γλωσσολογικής επιστήμης και στη σαφή χρήση των εννοιών της και της κατακτημένης γνώσης. Ανατρέχει συνεχώς στη βιβλιογραφία και τεκμηριώνει πολύπλευρα την κριτική του. Αναφορές γίνονται στο Σοσίρ, στο Μπαμπινιώτη, στο Χριστίδη (που είχε και την επιμέλεια του συλλογικού τόμου Ιστορία της ελληνικής γλώσσας. Από τις αρχές ως την ύστερη αρχαιότητα) και σε άλλους γνωστούς γλωσσολόγους κυρίως, όπως ο Ευάγγελος Πετρούνιας, ο Μ. Σετάτος, ο σπύρος Μοσχονάς, ο Θεόδωρος Μωυσιάδης, αλλά και στο Γιάννη Χάρη, το Νίκο Σαραντάκο, τον Π. Μπουκάλα. Ακόμη βασική τεκμηρίωση έχουμε συνεχώς στα δύο λεξικά – της κοινής νεοελληνικής του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη και στης Ελληνικής Γλώσσας (Μπαμπινιώτη) του Κέντρου Λεξικολογίας.

Έχουμε συχνές αναφορές στο Διαδίκτυο και σε απόψεις που δημοσιεύονται εκεί, όπως επίσης και σε συζητήσεις. Κατά τα άλλα τα κείμενα στα οποία ασκεί κριτική προέρχονται από περιοδικά και βιβλία που έχουν την ιδεολογική ταυτότητα του ακροδεξιού εθνικισμού βασικό χαρακτηριστικό του οποίου είναι η αναγωγή των πάντων στην αρχαία ελληνική γλώσσα και η υποτίμηση κάθε στοιχείου άλλου πολιτισμού.
Πολύ χρήσιμα είναι τα Ευρετήρια στο τέλος του βιβλίου.

Σάββατο, Αυγούστου 08, 2009

675 λέξεις για τη Γραφομηχανή, εισαγωγή στις Σκέψεις του Πασκάλ του Γεράσιμου Βώκου

Το αρχικό κεφάλαιο για την Αριθμομηχανή αποτελεί και την εισαγωγή του βιβλίου, τόσο στο έργο όσο και στο δημιουργικό βίου του Μπλέζ Πασκάλ. Τίθενται τα ζητήματα της περιγραφής και των οδηγιών για τη χρήση και την αναπαραγωγή της μηχανής που επινόησε ο Πασκάλ, ώστε να διευκολύνει τους ανθρώπους στην πραγματοποίηση των αριθμητικών πράξεων. Η δυσκολία να δοθούν γραπτές εξηγήσεις, χωρίς την εποπτεία του αντικειμένου, είναι το χαρακτηριστικό κάθε τέτοιας απόπειρας και αναγκαιότητας. Ο Πασκάλ χρησιμοποιεί το παράδειγμα του ρολογιού, μιας ήδη οικείας μηχανής, για να γίνει περισσότερο κατανοητός. Ωστόσο η αριθμομηχανή του Πασκάλ δεν είχε επιτυχία, γιατί υπήρχε το πρόβλημα της αναπαραγωγής αντιγράφων.
Στο κύριο μέρος του βιβλίου με τον τίτλο Σκέψεις, ο συγγραφέας με λιτό και απέριττο ύφος παρουσιάζει την ιστορία των σημειώσεων του Πασκάλ και των εκδόσεών τους. Κάθε εκδότης ήταν υποχρεωμένος να βγάζει το “δικό του” βιβλίο αναδιατάσσοντας και ταξινομώντας τα αποσπάσματα με βάση το χαρτόδετο/ δερματόδετο Πρωτότυπο και τα δύο Αντίγραφα. Το παράδοξο λοιπόν είναι ότι έχουμε βιβλία που περιέχουν κείμενα του Πασκάλ, αλλά ο ίδιος δεν είναι ο συγγραφέας τους.
Τα προβλήματα είναι πολλά και σημαντικότερα είναι ίσως τα απλούστερα: τι θεωρείται έργο; Θα πρέπει να ενταχθούν σε αυτό ένα σημείωμα, μια υπόμνηση ενός ραντεβού; επανερχόμαστε στο Πρωτότυπο και στα δύο Αντίγραφα, γιατί αυτά αποτελούν την αφετηρία κάθε έκδοσης. Ο Βώκος παρουσιάζει σχολαστικά τα ζητήματα και τα προβλήματα των εκδόσεων και με συνεχείς τεκμηριώσεις.
Στο τρίτο κεφάλαιο με τον τίτλο Γραφομηχανή καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούμε να δεχθούμε κάποια μορφή ως τελική για το βιβλίο που σχεδίαζε να γράψει ο Πασκάλ. Ίσως γιατί είναι σημειώσεις για τη συγγραφεί ενός βιβλίου. Ο συγγραφέας αυτής της Εισαγωγής στις Σκέψεις του Πασκάλ ισχυρίζεται ότι η Πρωτότυπη συλλογή και τα δύο Αντίγραφα λειτουργούν σα μηχανές παραγωγής βιβλίων και καταδείχνουν ότι κάθε βιβλίο είναι μια μηχανή.
Το βιβλίο τελειώνει με δύο Ερμηνείες για τις Σκέψεις του Πασκάλ. Πρώτα αυτή του Leon Brunschvicg, την οποία προφανώς ο Βώκος απορρίπτει. Οι Σκέψεις, σα μηχανή, εμπεριέχουν το μηχανισμό ασφαλείας τους που καθορίζει και την καλή λειτουργία τους και προστατεύει από εσφαλμένους χειρισμούς. Η ταξινόμηση και η ερμηνεία του Leon Brunschvicg οδηγεί στη θλίψη και στην ανία, χαρακτηριστικά που δεν έχει, δεν προκαλεί η ανάγνωση των αποσπασμάτων του Πασκάλ.
Δεύτερη η ερμηνεία του Lucien Goldman. Βασικό μεθοδολογικό εργαλείο της είναι η κατηγορία της ολότητας η οποία βρίσκεται στο κέντρο της διαλεκτικής σκέψης όπως αυτή αναπτύσσεται από το Χέγκελ, το νεαρό Μαρξ και το Λούκατς. Κινητήρια δύναμη αυτής της μεθόδου είναι οι διαλεκτικές σχέσεις ανάμεσα στο όλο και τα μέρη του. Αυτή η προσπάθεια ερμηνείας αντιμετωπίζει τον αποσπασματικό χαρακτήρα των Σκέψεων του Πασκάλ. Η αναζήτηση μιας τάξης στο έργο του φιλοσόφου έρχεται σε αντίθεση με το ίδιο το έργο, γιατί υπονομεύει τη συνοχή του. Ο Πασκάλ είναι ο προπομπός της ενότητας μορφής και περιεχομένου, συνεπώς δε μπορούμε να αναζητούμε ένα πραγματικό πλάνο συγγραφής. Σύμφωνα με τον Lucien Goldman οι Σκέψεις αποτελούν και δεν αποτελούν σύστημα, γιατί η συνοχή τους βρίσκει το νόημά της σε ένα σύστημα σκέψης που δεν έχει εμφανιστεί ακόμα: στη διαλεκτική. Η σκέψη του Πασκάλ είναι ανιστορική και αρνείται το γίγνεσθαι. Αυτό της δίνει το πλεονέκτημα να παρουσιάζει ανάγλυφα τις αντιφάσεις και το μειονέκτημα να παραμένει σε αυτές αγνοώντας τη σύνθεσή τους. Υπάρχει απουσία ιστορικής προοπτικής, η σύνθεση δεν επιτυγχάνεται και έτσι “τριγυρνάμε, μόνοι, και φωτίζουμε όπως μπορεί ο καθένας τη ζωή του και τα κομμάτια της”.
Το βιβλίο - εισαγωγή, που μιλά για τις Σκέψεις του Πασκάλ χωρίς να τις υποκαθιστά, κλείνει με το παρακάτω απόσπασμα:
Αυτοί που κρίνουν ένα βιβλίο χωρίς κανόνα είναι ως προς τους άλλους όπως είναι αυτοί που έχουν ρολόι ως προς τους άλλους. Ο ένας λέει: εδώ και δύο ώρες, ο άλλος λέει: έχουν περάσει μόνο τρία τέταρτα της ώρας. Κοιτάζω το ρολόι μου και λέω στον ένα: νιώθετε ανία, και στον άλλο: ο χρόνος δε σας σημαδεύει, γιατί έχει περάσει μιάμιση ώρα και περιγελώ όσους λένε ότι ο χρόνος σημαδεύει εμένα και ότι τον κρίνω κατά το κέφι μου. Δεν ξέρουν ότι τον κρίνω με το ρολόι μου.

Παρασκευή, Αυγούστου 07, 2009

736 λέξεις για το «γλώσσα, πολιτική, πολιτισμός» του Α.-Φ. Χριστίδη

Είναι τολμηρή "αναμέτρηση" να γράψει κανείς για το συγκεκριμένο βιβλίο, κατ’ ουσία θα έπρεπε να το αντιγράψει όλο αφού.
Η διεισδυτική σκέψη του Χριστίδη ξεκινά από γλωσσικά και γλωσσολογικά θέματα, κρίνει την κοινωνική δομή και την ιστορική συγκυρία και επιστρέφει στη γλώσσα διαγράφοντας σπείρες διαλεκτικής εμβάθυνσης.
Εστιάζω σε δύο «αδιάφορα» σημεία. Στη σελίδα 73 και καθώς συζητά τι θέμα «γλώσσα και παιδεία: 1976-1996» γράφει: «Η κοινωνία συρρικνώνεται βαθμιαία έτσι ώστε να ταυτιστεί με την αγορά και τις δυνάμεις της. Υπέρτατοι κριτές αναδεικνύονται οι έννοιες ‘‘κόστος’’-‘‘κέρδος’’ και ο νέος άνθρωπος που κατασκευάζεται – ή επιχειρείται να κατασκευαστεί –, αποκτά ένα βαθύτατα αντικοινωνικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι δεν αισθάνεται – και δεν οφείλει να αισθάνεται – κανενός είδους υποχρέωση απέναντι στον άλλο». Στη σελίδα 218, στην ομιλία του για την 20η συνάντηση του Τομέα Γλωσσολογίας Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ, λέει: «Σε τέτοιους καιρούς, η φιλία δεν μπορεί παρά να είναι ένα μικρό έστω όπλο αντίστασης στη βάναυση αυτή ιδιοτέλεια που μας περιβάλλει, συντρίβοντας κάθε έννοια συλλογικότητας που δίνει νόημα στην ανθρώπινη ζωή». Και συνεχίζοντας στην επόμενη σελίδα (220) γράφει για τον Μιχάλη Σετάτο και «την απόλυτη αδιαφορία του για τα εξουσιαστικά υπονοήματα της καθηγητικής πρωτοκαθεδρίας της εποχής και την απόλυτη προθυμία του για όποια συλλογική δραστηριότητα του Τομέα».
(Θέλω να σχολιάσω μια σύμπτωση παράξενη. Ο ορθογραφικός έλεγχος του γουόρντ, από όλες τις προηγούμενες, μου κοκκινίζει τις λέξεις: ‘‘Σετάτο’’ και ‘‘συλλογικότητας’’).
Νομίζω ότι τα προηγούμενα αποσπάσματα δείχνουν πολλά. Περιορίζω το νόημά τους στις βασικές προϋποθέσεις τις επιστήμης και του επιστήμονα μέσα στον κοινωνικό χώρο όπου ζει και εργάζεται. Δε συναντάς εύκολα τέτοιες ματιές, όπως του Χριστίδη. Αυτή η βαθιά ανθρώπινη διάσταση της σκέψης του τον έκανε, ίσως, να ασκεί δριμεία κριτική σε κάθε επιστημονικοφανή άποψη που υπηρετεί ιδεολογίες και σκοπιμότητες.
Η απόλυτη υπαγωγή της κοινωνίας στην αγορά συνθλίβει κάθε ορθολογικότητα και σε γλωσσολογικό επίπεδο αντανακλάται είτε ως κίβδηλος κοσμοπολιτισμός, είτε ως εθνικιστική αναδίπλωση. Στην πρώτη περίπτωση απαλλάσσει το γλωσσικά ζητήματα από το πολιτιστικό και εθνικό στοιχείο, στη δεύτερη μυθοποιεί την αρχαιοελληνική καλλιεργώντας μια προσκυνηματική στάση απέναντί της ώστε να πετύχει τον εθνικό φρονηματισμό μέσω της γλώσσας. Και στις δυο περιπτώσεις βρισκόμαστε εκτός ιστορίας και κοινωνικής πραγματικότητας που ορίζουν αυτές τις στάσεις και τροφοδοτούνται στη συνέχεια από αυτές.
Η ιδιαιτερότητα της ελληνικής γλώσσας συνίσταται στη συνέχεια της αλλά και στις δραστικές αλλαγές που υπέστη όταν έγινε διεθνής γλώσσα, κατά την ελληνιστική εποχή. Εκεί βρίσκονται οι ρίζες της νεοελληνικής και η εμμονή να αναχθεί κάθε στοιχείο της στην κλασική αρχαιότητα υπηρετεί άλλους σκοπούς. Τη συγκρότηση μιας εθνικής – εθνικιστικής γλωσσικής μυθολογίας που θα αξιοποιηθεί και στα πλαίσια της ευρωπαϊκής ένωσης ως καταγωγικό δικαίωμα σε ένα από τα θεμέλια της ευρωπαϊκής ταυτότητας και ταυτόχρονα τη κατασκευή μιας εθνικής συνείδησης με έρεισμα σε μια συντηρητική ιδεολογία.
Έτσι εξηγούνται οι αβάσιμες, ανιστόρητες και αντιεπιστημονικές κινδυνολογίες σχετικά με τη γλώσσα, οι απόψεις για φθορά και αλλοίωση της από κινδύνους όπως ο δανεισμός, η ‘‘λεξιπενία’’, η γλώσσα των νέων, κ.τ.λ. Και εφόσον η γλώσσα μπορεί να ρυθμιστεί – ή να γίνει συστηματική προσπάθεια ρύθμισης της – από τους θεσμούς, πρέπει να προστρέξουμε στο ‘‘σωστικό του έθνους’’, κατά τη Σκοπετέα, δηλαδή στην κλασική αρχαιότητα.
Πολύ περισσότερο σήμερα, η κριτική ματιά είναι δύσκολη μαζί και αναγκαία. Δύσκολη γιατί έχει να ξεπεράσει εμπόδια όπως η ιδεολογία ως αφετηρία των συντηρητικών στάσεων απέναντι στη γλώσσα και η παραγόμενη ιδεολογία που ανατροφοδοτεί ψευδοεπιστημονικές φλυαρίες. Όπως η υποταγή κάθε δραστηριότητας στη λογική του ‘‘κέρδους’’, και της επιστημονικής. Όπως η παγκοσμιοποιημένη επιβολή με τη μυθοποίηση των Νέων Τεχνολογιών, η κοινωνία της πληροφορίας δεν είναι τίποτα άλλο από την παγκοσμιοποιημένη κοινωνία του εμπορεύματος μέσα στην οποία πρέπει να «τεχνολογικοποιηθεί» και η γλώσσα, να μετατραπεί σε πληροφορία, σε δεδομένο, για να μπορέσει να πουληθεί με τους νέους όρους.
Και αναγκαία, γιατί δεν έχουμε άλλη επιλογή... Αυτή την αναγκαιότητα της κριτικής ματιάς διδάσκει η μελέτη του βιβλίου και τα 11.05 ευρώ της τιμής του μάλλον είναι πολύ λίγα. Αλλά, με τη λογική της αγοράς τόσο κοστολογούνται οι 230 περίπου σελίδες με μαλακό εξώφυλλο. Οι εκδόσεις Πόλις, με τις πολύ καλές επιλογές τους και τη φροντίδα των βιβλίων που έχουν τη σφραγίδα τους αξίζουν πολλές καλές κουβέντες. Και δεν είναι διαφήμιση η δηλωμένη εκτίμηση και εμπιστοσύνη σε έναν εκδοτικό οίκο που με τα βιβλία του υπηρετεί πρωτίστως την κοινωνία και όχι την αγορά.
Νιώθω, περισσότερο από άλλες φορές, ότι είναι αδύνατο να αποτυπωθεί το βιβλίο όπως το ένιωσα, το βίωσα, το διάβασα. Αλλά «χρωστάμε» στον Α.-Φ. Χριστίδη, χρωστάμε να συνεχίσουμε ο καθένας με τον τρόπο του το δρόμο που βάδιζε και ο ίδιος.

Πέμπτη, Ιουλίου 23, 2009

1120 λέξεις αναλφαβητοτακτοποίητες για τη λέσχη της αυτοκτονίας του Ρ. Λ. Στήβενσον

Το βιβλίο αρθρώνεται σε τρία εκτενή διηγήματα που αλληλοπλέκονται σαν κεφάλαια της ίδιας ιστορίας. Ο Πρίγκιπας Φλόριζελ με τον υπασπιστή του, Συνταγματάρχη Τζέραλντιν μεταμφιέζονται και βγαίνουν σε αναζήτηση της περιπέτειας. Σε ένα «μπαρ με θαλασσινά» θα ξεκινήσει η πλοκή του βιβλίου. Ο ερχομός ενός παράξενου νέου που κερνάει τάρτες στους άγνωστους πελάτες θα τραβήξει την προσοχή του Γκοντώλ και Χάμερσμιθ, ψυεδώνυμα που χρησιμοποιούν οι πρωταγωνιστές. Θα δεχτούν το κέρασμα του νέου ζητώντας του να τους κάνει παρέα. Καθώς αυτός έχει να μοιράσει και άλλες τάρτες τον ακολουθούν και ανακαλύπτουν ότι είναι χρεωκοπημένος και δυστυχισμένος που δε βρίσκει νόημα στη ζωή του (σελ. 21). Το ίδιο προσποιούνται και αυτοί. Ο Στήβενσον στήνει σταδιακά, αδιόρατα και με δεξιοτεχνία την ατμόσφαιρα. Με σύντομες περιγραφές, «όσο για το νέο, τα μάγουλά του έγιναν κόκκινα και τα μάτια του άστραψαν» (σελ. 23) και αφηγήσεις, «τέτοια τριάδα απένταρη, φώναξε, θα ‘πρεπε να κατέβει αγκαζέ στο παλάτι του Πλούτωνα...» (σελ. 22).

Ο μονόλογος του νέου στις σελίδες 23-24 προωθεί την εξέλιξη. Εκεί θα γίνει σαφής αναφορά στη Λέσχη της Αυτοκτονίας, όπου θα οδηγηθούν από το νεαρό. Στην αρχή θα αντιμετωπιστούν με δυσπιστία. Ο Πρόεδρος τους διαβεβαιώνει ότι πρόκειται για κατοικία και θα πρέπει να φύγουν, αλλά χάρη στις συστάσεις του νεαρού γίνονται δεκτοί. Ο Πρίγκιπας ισχυρίζεται ότι βαρέθηκε τη ζωή από «αθεράπευτη τεμπελιά» και ο Πρόεδρος αποφαίνεται ότι «οι πιο επιπόλαιες δικαιολογίες αυτοκτονίας είναι κι οι πιο σοβαρές...» (σελ. 31).

Ακολούθως στήνεται το σκηνικό με την παρουσία των μελών της Λέσχης. Ξεχωρίζει ο κύριος Μάλθους, που έρχεται στη Λέσχη εδώ και δύο χρόνια. Αυτό ανακουφίζει το Συνταγματάρχη, «εφόσον ο κύριος Μάλθους ερχόταν επί δύο χρόνια σ’ αυτό το μέρος, ο κίνδυνος που απειλούσε τον Πρίγκιπα για ένα μόνο βράδυ θα ήταν μικρός».

Η αναφορά στη δηλητηρίαση ενός κυρίου πριν από έξι μήνες και ο συσχετισμός του με τη Λέσχη και τη δράση του προέδρου εξελίσσει την υπόθεση. Στις σελίδες 43-45 έχουμε το πρώτο μοίρασμα της τράπουλας. «Προσοχή στον άσσο πίκα που είναι το σύμβολο του θανάτου, και στον άσσο σπαθί που δηλώνει τον ιερουργό της νύχτας». Ο άσσος πίκα είναι για το Μάλθους και ο άσσος σπαθί για το νέο με τις τάρτες, που «πάγωσε με το τραπουλόχαρτο κολλημένο στην άκρη των δακτύλων του· δεν είχε έρθει εκεί για να σκοτώσει, αλλά για να σκοτωθεί» (σελ. 45). Αυτό θα οδηγήσει στο θλιβερό ατύχημα με θύμα το Μάλθους.

Ο Πρίγκιπας εμμένει να ξαναπάει στη Λέσχη, «μέχρι τέλους» (σελ. 49) και έτσι παρακολουθούμε το δεύτερο μοίρασμα της τράπουλας. Τρεις φορές τα χαρτιά κάνουν το γύρο χωρίς να φανούν οι συμβολικοί άσσοι. Σύμφωνα με τη θέση του ο Πρίγκιπας θα έπαιρνε το προτελευταίο χαρτί. «Ήταν γενναίος αλλά ο ιδρώτας έτρεχε πάνω στο πρόσωπό του. Οι πιθανότητες ήταν πενήντα τοις εκατό». Ο Στήβενσον δε μας αναφέρει τίποτα για τον τελευταίο του κύκλου. Ο αναγνώστης εγκλιματίζεται με τον πιο δραματικό τρόπο. «Άνοιξε το χαρτί· ήταν ο άσσος πίκα»...

«Τρεις άντρες έπεσαν πάνω στον Πρίγκιπα Φλόριζελ και τον έσπρωξαν βίαια μέσα σε ένα αμάξι που χωρίς καθυστέρηση απομακρύνθηκε με ταχύτητα». Αυτή η επέμβαση του Συνταγματάρχη θα τον σώσει καθώς φεύγει από τη Λέσχη.

Στο τέλος προετοιμάζεται η δεύτερη ιστορία με κύριο πρόσωπο το νεαρό Τζέλαλντιν, αδελφό του Συνταγματάρχη.

Ο Σίλας Σκάνταμοουρ είναι το κύριο πρόσωπο στο δεύτερο κεφάλαιο – διήγημα. Μένει σε ξενοδοχείο και παρακολουθεί τις κινήσεις της κυρίας που μένει στο διπλανό δωμάτιο. Η περιέργειά του είναι, ίσως, που θα τον εμπλέξει στο γεγονός της ιστορίας. Στο απέναντι δωμάτιο μένει ο περίεργος Άγγλος γιατρός Νόελ, βασικός συνεργάτης του Προέδρου της Λέσχης όπως θα φανεί στο τέλος. Το διήγημα αυτό δε φτάνει στο επίπεδο του πρώτου, αλλά διατηρεί την ατμόσφαιρα και το μυστήριο που χαρακτηρίζουν τη γραφή του Στήβενσον.

Η κυρία θα δεχθεί τη επίσκεψη ενός ξένου που θα παρακολουθήσει ο Σκάνταμοουρ από τη χαραμάδα του τοίχου. Θα ακολουθήσει πρόσκλησή του σε χορό. Ο Στήβενσον αποτυπώνει αδρά την ανθρώπινη ψυχολογία και παρουσιάζει την αμφιταλάντευση του Σίλα να δεχθεί ή όχι. Η αίσθηση του υποχρεωτικού θάρρους τελικά βαραίνει και ο Σίλας πηγαίνει στο χορό όπου θα δεχθεί και δεύτερη πρόσκληση σε ραντεβού από άλλη κυρία που θα γνωρίσει εκεί. Πηγαίνει τη συγκεκριμένη ώρα. Η επιστροφή του στο δωμάτιο είναι το σημείο που η ατμόσφαιρα έχει ήδη φτιαχτεί. Ο τρόπος που ο Στήβενσον μας αποκαλύπτει την ύπαρξη ενός πτώματος στο κρεβάτι είναι ζωντανός σα να είναι ο αναγνώστης που κινείται στο σκοτεινό χώρο του δωματίου.

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο Σίλας Σκάνταμοουρ θα λυθεί με την επέμβαση του γιατρού Νόελ. Επειδή, όμως, δε μ’ αρέσει η γραμμική παρουσίαση του αφηγήματος σταματώ εδώ. Πολύ καλά σημεία είναι ο μονόλογος του γιατρού στη σελίδα 87, όπου υπονοείται η ταυτότητά του. Εν τέλει η λύση που δίνεται είναι να σταλεί το πτώμα στον Πρόεδρο της Λέσχης, στο Λονδίνο. Και αυτός που θα διευκολύνει τη μεταφορά είναι ο Πρίγκιπας Φλόριζελ. Η ταυτότητα του πτώματος θα αποκαλυφτεί όταν ο Πρίγκιπας θα πει «δε θέλω την παράκλησή μου να την ονομάσω διαφορετικά», σελ. 100, είναι ο μικρός αδελφός του Τζέραλντιν.

Τρίτη ιστορία είναι «η περιπέτεια της επιβατικής άμαξας». Ένας αμαξάς μεταφέρει το νεαρό στρατιωτικό σε δεξίωση. «Ήταν ένα γλυκό βράδυ, είχε πέσει ήδη το σκοτάδι και κάθε τόσο φαινόταν πως θα βρέξει» (106). Ο κύριος Μόρρις έχει δώσει την ίδια εντολή και σε άλλους αμαξάδες, να φέρουν στο σπίτι κυρίους αξιοπρεπείς, κατά προτίμηση στρατιωτικούς. «Η νύχτα ήταν ήδη αρκετά προχωρημένη όταν μια καταιγιστική κρύα βροχή άρχισε ξαφνικά να πέφτει μες στο σκοτάδι» (107). Όλα είναι καθαρά και τακτοποιημένα. Καθώς οι περίεργοι καλεσμένοι διασκεδάζουν ο Μόρρις τους παρατηρεί και διακριτικά φροντίζει να διώξει πολλούς από αυτούς. Πρόσχημα είναι ότι υπάρχει και άλλος Μόρρις λίγα σπίτια παρακάτω και πιθανόν να έγινε κάποιο λάθος.

Όλο το σκηνικό είναι στημένο, το σπίτι είναι ακατοίκητο και επιπλώθηκε μόνο για μια βραδιά, ο Μόρρις έχει κάποιο συγκεκριμένο σκοπό που θα αποκαλύψει: ο Πρίγκιπας Φλόριζελ θα μονομαχήσει με τον Πρόεδρο της Λέσχης και έχει επιφορτίσει τον Τζέραλντιν να βρει δύο μάρτυρες, άτομα με άψογη συμπεριφορά και διακριτικότητα που θα αγνοούν την ταυτότητά του. Ο Μόρρις είναι ο Ταγματάρχης Χάμερσμιθ, δηλαδή ο Συνταγματάρχης Τζέραλντιν. «Μέσα στον αδιάλειπτο θόρυβο της βροχής ...» (120). Βέβαια η ταυτότητα του Πρίγκιπα αποκαλύπτεται στη σελίδα 126, «... μου δίνεται η ευκαιρία να σας ευχαριστήσω και πιο επίσημα» δηλώνει προς τους δύο μάρτυρες.

«Η βροχή είχε πια σταματήσει· ήταν πια μέρα και τα πουλιά ...» (134). «Κοιτάξτε Τζέραλντιν... να το αίμα του ανθρώπου που σκότωσε τον αδελφό σας» (135) είναι τα λόγια του Πρίγκιπα που δίνουν τέλος στις τρεις ιστορίες που απαρτίζουν τη Λέσχη της Αυτοκτονίας».

Τώρα, αν πίσω από όλα αυτά θελήσουμε να συνάγουμε συμπεράσματα για την κοινωνική διάσταση της γραφής του Στήβενσον, για τη κριτική ματιά στην βικτωριανή Αγγλία, για..., για..., θα συμφωνοδιαφωνήσουμε. Εκεί όμως που, νομίζω, θα σταθούμε όλοι είναι η μοναδική ατμόσφαιρα που δημιουργεί βάζοντάς μας δίπλα στους πρωταγωνιστές των παραμυθιών του.

Τετάρτη, Ιουλίου 22, 2009

723 λέξεις για τα δόντια της μυλόπετρας του Νίκου Κάσδαγλη

Στα χρόνια της κατοχής διαδραματίζεται το αφήγημα του Νίκου Κάσδαγλη. Με ματιά αποστασιοποιημένη αλλά και διεισδυτική παρακολουθεί την ιστορία του Κοσμά.

Η ιστορία ξεκινά με το βασικό πρόσωπο του αφηγήματος σε κατάσταση πείνας κατά τη διάρκεια του δύσκολου χειμώνα 1941-42. Μέσα από το βλέμμα του βλέπουμε και μεις με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση την δραματική πραγματικότητα, τις δυνατές εικόνες, την πείνα που σφίγγει τα στομάχια. Σφίγγει και το στομάχι του αναγνώστη από τη γεύση της πειραγκαθιάς. Ο Μ προσπαθεί να συντηρηθεί μασώντας και τρώγοντας οτιδήποτε που δημιουργούν περισσότερα προβλήματα μετά. Όταν μια γυναίκα θα τον συμπονέσει και θα θελήσει να του δώσει λίγο ψωμί, αυτός θα το αρπάξει όλο.

Γρήγορα ο Κοσμάς οδηγείται στο τμήμα. Αρχίζει η τριτοπρόσωπη αφήγηση και ο αναγνώστης παίρνει τη θέση του για να παρακολουθήσει μια πτυχή της νεότερης Ιστορίας. Εκεί, στο κρατητήριο ο Κοσμάς βρίσκεται ανάμεσα σε ετερόκλητους κρατούμενους, εκεί θα θεωρηθεί δικός τους, θα στρατολογηθεί και ως πρώτη ανταμοιβή θα είναι το δικαίωμα να περνά για να κοιμάται και να τρώει. Η ιστορία του Κοσμά γίνεται η ιστορία μιας αντιστασιακής ομάδας της δεξιάς. Βασικοί αντίπαλοι δεν είναι οι Γερμανοί, αλλά οι κόκκινοι.

Ο συγγραφέας παρουσιάζει τις αντιστασιακές οργανώσεις, το ΕΑΜ και τον ΕΔΕΣ, το φόνο του Ψαρού και τον αγώνα που γίνεται για τον έλεγχο των Πανεπιστημίων, κυρίως όμως για τον έλεγχο των λεσχών και των συσσιτίων. Ο Κοσμάς θα συμμετάσχει σε “ανάκριση” για τον έλεγχο της Λέσχης του αφηγήματος, μετά από αυτό δε θα χρειαστεί να ξαναπάει από το τμήμα για φαγητό. Στην ταβέρνα θα γνωρίσει όλα τα πρόσωπα της οργάνωσης, το Ράσκο, το Κατσαγκιόλη, τον Ίντα κλπ. Λέσχη και Ταβέρνα θα γίνουν οι δυο μορφές του αγώνα για τους δεξιούς και για την οργάνωση μέλος της οποίας είναι πια και ο Κοσμάς.

Τα γεγονότα εξελίσσονται γρήγορα. Η ΟΠΛΑ θα εμφανιστεί με ένα σημείωμα που θα δοθεί από τους πεινασμένους που περιμένουν τη σειρά τους στη Λέσχη, σημείωμα απειλητικό για τη ζωή κάποιου. Παράλληλα θα εμφανιστεί και η Μύρρα, φίλη του Διακομανώλη. Η δράση της οργάνωσης περιλαμβάνει και την αναγραφή συνθημάτων στους τοίχους. Σε μια τέτοια επιχείρηση ο Κοσμάς θα συλληφθεί από τους “κόκκινους”.

Ο Διακομανώλης θα σκοτωθεί από τους “κόκκινους” και θα δούμε τη Μύρρα στο νεκροτομείο για την αναγνώρισή του. Από την άλλη έχουμε τη σύλληψη του “κόκκινου” Δηλανά από την οργάνωση. Μέσα στην εξέλιξη της εμφύλιας σύγκρουσης ο Κοσμάς και η Μύρρα έρχονται κοντά, αναπτύσσεται μια δυνατή και περίεργη ερωτική σχέση. Ο Δηλανάς κινδυνεύει από την ΟΠΛΑ και, παρόλο που για το λόγο αυτό φροντίζουν περισσότερο την προστασία του, ο Δηλανάς σκοτώνεται από την ΟΠΛΑ. Ο Κοσμάς αναρωτιέται πώς μπορεί να ήταν γνωστές οι κινήσεις του Δηλανά, υποψιάζεται το ρόλο της Μύρρας και αντιλαμβάνεται τη δράση της στην υπηρεσία του ΕΑΜ και της ΟΠΛΑ. Την ανακρίνει και αποσπά την ομολογία της. Άνθρωποι σαν το Δηλανά, πρώην “κόκκινοι”, θεωρούνται προδότες και έπρεπε να τιμωρούνται παραδειγματικά.

Στη θυελλώδη σχέση Κοσμά και Μύρρας αντικατοπτρίζεται ο παραλογισμός και η ένταση της ιστορίας. Η σχέση τους είναι αδιέξοδη. Είναι και οι δυο τους ταγμένοι και αμετάκλητα δεμένοι με τις οργανώσεις τους, κάθε απόπειρα αποδέσμευσή τους θα σήμαινε την καταδίκη τους. Η Μύρρα εξαφανίζεται από τη Λέσχη. Ο Κάσδαγλης παρακολουθεί τον Κοσμά με μια αφήγηση κοφτή και απέριττη στις διαδρομές του μέσα και έξω από τον εαυτό του. Με μια πόρνη, σε ένα περίπατό του στο λόφο του Στρέφη. Η Μύρρα θα ξανάρθει στη Λέσχη. Τα έντονα συναισθήματα του Κοσμά για τη Μύρρα τον αναγκάζουν να σκοτώσει τον “κόκκινο” Ντούβα, γνωστού της Μύρρας, για να μη μιλήσει, για να μην αποκαλυφθεί ο ρόλος της αγαπημένης του.

Ο Κοσμάς θα σκοτωθεί στο Λικαβηττό όπου είχε ραντεβού με τη Μύρρα. Οι υποψίες όλων θα δείξουν προς αυτήν.
Το αφήγημα τελειώνει με την κηδεία του Κοσμά.

Το αφήγημα παρουσιάζει μια στιγμή της ιστορίας που θέλουμε να ξεχνάμε, που δύσκολα αγγίζεται και με επιφύλαξη συζητιέται. Ο Κάσδαγλης τολμά και το κάνει με ειλικρίνεια που αφοπλίζει. Πλησιάζει και απομακρύνεται από τα πρόσωπα και τα γεγονότα. Τα φωτίζει και τα αφήνει στο σκοτάδι των μύχιων κινήτρων και του παραλογισμού. Πλέκει το μύθο με στοιχεία το βίαιο θάνατο και τον έρωτα. Στα ίδια μέρη που ζει ο έρωτας, βρίσκεται και η μοναξιά και παραμονεύει ο θάνατος. Τα πρόσωπα του Κοσμά και της Μύρρας γίνονται πιο δραματικά, πιο ανθρώπινα, πιο οικεία, καθώς εγκλωβίζονται στα γεγονότα της ιστορίας, στις δικές τους επιλογές και στη συναισθηματική σχέση που τους ενώνει.

Τρίτη, Ιουλίου 21, 2009

313 λέξεις για τη Δέσποινα του Διονύση Χαριτόπουλου

Σύντομο αφήγημα (νουβέλα χαρακτηρίζεται στην παράθεση των έργων του), 32 σελίδων. Η Δέσποινα του Χαριτόπουλου είναι η Ευδοκία του Δαμιανού. Εικοσάχρονη χωριατοπούλα, από χωριό πέντε χιλιόμετρα βόρεια της Αλεξανδρούπολης που φεύγει μαζί με τον ανθυπολοχαγό, ο οποίος μένει ανώνυμος σε όλη τη διάρκεια του διηγήματος. Η επίμονη παρουσία του στο καφενείο του πατέρα της Δέσποινας την πείθει να φύγει μαζί του για τη Θεσσαλονίκη, όπως της υποσχέθηκε. Ωστόσο η πορεία τους θα είναι ως τη γέφυρα του Νέστου, στα όρια της Θράκης μετά την Ξάνθη. Επιστροφή. Ο ανθυπολοχαγός θα υποτάξει βίαια την ηρωίδα που θα κρατήσει φυλαγμένο μόνο το στήθος της.

Στην Κομοτινή θα γίνουν αντιληπτοί από την ΕΣΑ. Η Δέσποινα θα συνεχίσει την πορεία της, με υπόδειξη του ανθυπολοχαγού, προς την Αλεξανδρούπολη με τα πόδια. Αυτός χτυπημένος και ματωμένος από τη συμπλοκή του με τους Εσατζήδες θα την προλάβει. Θα περιποιηθεί το τραύμα του με ουίσκι.

Η δεύτερη ένωση με τη Δέσποινα θα είναι ήρεμη, χωρίς τη βία της πρώτης. Η ηρωίδα θα δοθεί χωρίς να φυλάξει το στήθος της. Χαράματα θα φτάσουν στο χωριό της. Κοιμισμένη και τυλιγμένη σε μια κουβέρτα, ο ανθυπολοχαγός θα την αφήσει στα σκαλιά του πατρικού της σπιτιού. Μεθυσμένος καθώς είναι δε θα ακούσει τα δυο «μη», που ακούγονται το πρώτο σβησμένα και το δεύτερο σα ψίθυρος και σαν παράπονο.

Το διήγημα τελειώνει με πλάγια γράμματα, λόγια των αδελφών που ζούσαν στη Γερμανία. Από την οπτική τους βλέπουμε το τέλος. Ο γέρος, τι να ‘κανε… έριξε τον ντενεκέ το πετρέλαιο και τα ‘καψε όλα. Πάει το σπίτι, πάει κι αυτή.

Αυτή η παραλλαγή έχει το ενδιαφέρον της, αλλά φέρνει αναγκαστικά στη μνήμη τις εικόνες της ταινίας. Βέβαια απουσιάζει ο δυναμισμός και η ξέφρενη κίνηση των σωμάτων όπως καταγράφονται από την κάμερα. Η Δέσποινα μοιάζει περισσότερο παθητική και ο ανθυπολοχαγός μονοδιάστατος. Δε μπορώ να καταλάβω γιατί ο Χαριτόπουλος έγραψε το συγκεκριμένο αφήγημα. Ίσως είναι μια τιμή στο Δαμιανό.

Δευτέρα, Ιουλίου 20, 2009

386 λέξεις για την ερωτική αλληλογραφία Ρεμπό – Βερλέν

Το ενδιαφέρον σε αυτά τα κείμενα βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι χρονικά εμπεριέχουν τη συγγραφή της Μιας Εποχής στην Κόλαση. Συνεπώς μπορούν να δώσουν στοιχεία για να διερευνηθεί το ερώτημα για τη σχέση που μπορεί να έχει το ποιητικό κείμενο με τη ζωή του Ρεμπό. Πόσο μπορεί να λειτουργεί σα δείκτης;

Παρακολουθούμε σχηματικά τα γεγονότα από το φθινόπωρο του 1871 όταν ο Ρεμπό φιλοξενείται στο σπίτι του Βερλέν. Τον Ιανουάριο 1872 ο Ρεμπό νοικιάζει σπίτι στο Παρίσι, το Μάρτιο επιστρέφει στη Σαρλβίλ. Στις 7 Ιουλίου Ρεμπό και Βερλέν φεύγουν μαζί στις Βρυξέλες και στις 7 Σεπτεμβρίου πηγαίνουν στο Λονδίνο. Το Νοέμβριο 1872 ο Ρεμπό φεύγει και πάλι για τη Σαρλβίλ. Επιστρέφει στο Λονδίνο τον Ιανουάριο 1873. Στις 4 Απριλίου Ρεμπό και Βερλέν φεύγουν για τις Βρυξέλες, ο Ρεμπό πηγαίνει στη Ρος όπου αρχίζει να γράφει το Μια Εποχή στην Κόλαση.

25 Μαΐου 1873 ξαναβρίσκονται στο Λονδίνο και στις 3 Ιουλίου είναι ο Βερλέν αυτός που φεύγει. 8 Ιουλίου ο Βερλέν καλεί το Ρεμπό στις Βρυξέλες και στις 10 Ιουλίου τον πυροβολεί. Τον Οκτώβριο 1873 εκδίδεται η Μια Εποχή στην Κόλαση.

Στις 16 Ιανουαρίου 1875 αποφυλακίζεται ο Βερλέν και το Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς στέλνει το τελευταίο γράμμα στο Ρεμπό.

Βέβαια ένα κείμενο (και ουσιαστικά κανένα κείμενο) όπως η Εποχή στην Κόλαση δε μπορεί να ερμηνευτεί περιοριστικά με βάση μια μονοσήμαντη προσέγγιση που πηγάζει από τη ζωή του δημιουργού και ακόμα περισσότερο από μια πτυχή της ζωής του. Δηλαδή, στην αλληλογραφία δεν πρόκειται να βρεθεί κάποιο κλειδί για την ανάγνωση της Εποχής. Όμως υπάρχει μια αναλογία ανάμεσα στην οριακή ζωή του ποιητή και στη οριακή ποίηση που μας έδωσε. Μια σχέση αντανάκλασης του ίδιου τρόπου προσέγγισης της ζωής.

Ο Ρεμπό συμμετείχε στα γεγονότα της Παρισινής Κομμούνας, όπως και ο Βερλέν. Όταν ο Ρεμπό έστειλε το πρώτο γράμμα γνωριμίας στο Βερλέν ζητώντας τη βοήθειά του ο Βερλέν ήταν ήδη αναγνωρισμένος ποιητής και νιόπαντρος. Η γνωριμία του με το Ρεμπό θα σταθεί καθοριστική, αφού θα γοητευτεί από αυτόν και τα πρώτα του ποιήματα και εξαιτίας του θα εγκαταλείψει τη σύζυγο και το νεογέννητο γιο του. Η συμπεριφορά του Ρεμπό υπήρξε μόνιμα προκλητική και η ζωή του έκλυτη, οι εκπληκτικές του δυνατότητες και η αχρειότητά του συνάρπαζαν και φόβιζαν ταυτόχρονα.

Η γνωριμία με τη Μια Εποχή στην Κόλαση ενέχει τους ίδιους «κινδύνους» έρωτα που κατέστρεψαν τη συμβατική ζωή του Βερλέν.


Να θυμίσω την πολύ καλή παρουσίαση της Χριστίνας για την Μια Εποχή στην Κόλαση εδώ

Κυριακή, Ιουλίου 19, 2009

558 λέξεις για την Όμορφη Νύχτα του Θωμά Κοροβίνη

Σα να βρισκόμαστε και ‘μεις με την παρέα στο τραπεζάκι της Όμορφης Νύχτας. Ακούμε το συγγραφέα και τους θαμώνες να διηγούνται τις ιστορίες τους. Το κλίμα του μαγαζιού ζωντανεύει με μουσική και τραγούδια. Οι σύγχρονοι μύστες του αυθεντικού τραγουδιού είναι παρόντες. Η Ντιλέκ Κοτς, ο Γιώργος και ο Μανώλης Χουλιάρας, η Μαριώ, η Ελένη Τσαλιγοπούλου, ο Χρήστος Μητρέτζης, ο Ορφέας Περίδης, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, ο Γιώργος Καμπουρέλος, ο Νίκος Παπάζογλου, ο Νίκος Στρουθόπουλος, ο Αγάθωνας Ιακωβίδης, ο Λάρυ Χαριτίδης, η Λιλή, ο Χοντρονάκος, ο Δημήτρης Ζερβουδάκης, ο Μανώλης Ρασούλης, ο Τάκης Μπίνης, η Μελίνα Κανά, η Λιζέτα Καλημέρη, η Σωτηρία Μπέλλου και άλλοι, και άλλοι.
Ταυτόχρονα αντανακλάται το παρελθόν της μεταπολεμικής περιόδου και των μεγάλων δημιουργών του λαϊκού και ρεμπέτικου τραγουδιού. Γεωγραφικός χώρος σε όλο το αφήγημα παραμένει η Θεσσαλονίκη και τα μαγαζιά της. Οι επαναλήψεις είναι αναπόφευκτες και για το λόγο ότι διαφορετικοί αφηγητές παραθέτουν την οπτική τους. Αλλά και γιατί το βιβλίο έχει τη συνειρμική δομή της συζήτησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι αναφορές στις σπουδές του συγγραφέα και στους Γ.Π. Σαββίδη και Δ.Ν. Μαρωνίτη.

Το βιβλίο διανθίζεται με γνωμικά και παροιμίες από τη λαϊκή θυμοσοφία και πολλές φορές παίρνει λαογραφικό χαρακτήρα. Ως προς αυτό ο Θωμάς Κοροβίνης φαίνεται να αξιοποιεί τους δρόμους του Ηλία Πετρόπουλου. Επίσης, αρκετές φωτογραφίες οπτικοποιούν την αφήγηση και δίνουν την αίσθηση ντοκουμέντου. Σε μια από αυτές, τραβηγμένη το 1984 στο «Μπαλκονάκι» διακρίνεται πίσω με την κιθάρα ο Σωκράτης Μάλαμας.

Ξεφυλλίζω ξανά το βιβλίο και στέκομαι τυχαία:
Στη φράση του Ντοστογιέφσκι ότι η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο (37), στο σιγανομουρμούρισμα του Βουρλιώτη τα χείλη σου είναι ζάχαρη και το μουνί σου μέλι, γιαλάν ντουνιά, καχπέ ντουνιά (99), στην παροιμία το φίδι κοιμάται, ο εχθρός δεν κοιμάται (101), στις σελίδες για το Γιώργο Ιωάννου (125 κ.ε.), στη συναυλία για τη Σεβάς Χανούμ στη Νομική την 23η Ιανουαρίου 1984 όπου συμμετείχε και ο Πασχάλης Τερζής (141), στο κουκουβαγείο, όπως αποκαλούσε ο Γιάννης Σκαρίμπας την Ακαδημία, στις σελίδες για τη Θεσσαλονίκη και το Δημήτρη Δημητριάδη (153 κ.ε.), στα χλευαστικά λογοπαίγνια γαμίστερ κόσμος και γαμίς κόσμος (207), στη φράση του ποιητή Αργύρη Χιόνη όσο περνούν τα χρόνια, μεγαλώνουν οι κλειδαρότρυπες, μικραίνουνε οι πόρτες (219), στην Προσοτσάνη (258), στις σκέψεις για τη δεξιά και για την αριστερά σα δεξιά… (265), για τα μαγαζιά και τη μουσική στη Θεσσαλονίκη (278), στο χιούμορ του Χατζηδάκι που δήλωνε για τις γυναίκες, ότι στην αρχή τις ερωτευόμουν όλες. Ήμουν ανώμαλος. Σιγά – σιγά έστρωσα (289), στη φράση του Ταχτσή ότι οι συμπτώσεις μιας ζωής είναι έργο αιώνων και στη λέξη αγαπολατρεία που αποδίδει το τουρκικό sevtap (295), στην Πόλυ Πάνου που τραγουδά εσείς οι δυνατοί της γης/ εσείς που κυβερνάτε/ δώστε στην εργατιά λεφτά/ να πάρουνε τραχτέρια/ να μην οργώνει πια τη γη/ ο κόσμος με τα χέρια (313), στο περιοδικό Λαϊκό Τραγούδι που έβγαζε ο Γιώργος Κοντογιάννης (328), στο Μίλτο Σαχτούρη που υπήρξε ο πρώτος που φορούσε σκουλαρίκι (346), στο Σωτήρη Δημητρίου και τη φράση του αγάπη είναι αυτό που συμβαίνει χωρίς λόγο (352) και στην απορία του Σκαρίμπα, περίεργο πράγμα να έχω καεί και να με τραβάει η φωτιά (353), στην ιστορική πληροφορία ότι οι σύμμαχοι το 1919 δίναν την Κωνσταντινούπολη στο Βενιζέλο, αλλά αυτός δε δέχτηκε… (358) και ξανά στη Θεσσαλονίκη που είναι ένα συνονθύλευμα από κομπλεξικούς, κατηχητικά, δεξιούρες, γκλαμουράτους και μουράτους (371).

Ο Θωμάς Κοροβίνης στο αφήγημά του δεν κρύβεται και δεν κρύβει, το κείμενό του είναι ένα εξομολογητικό ντοκουμέντο.

Παρασκευή, Μαΐου 01, 2009

906 λέξεις για τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου

Για τον Επιτάφιο είναι δύσκολο να γράψει κανείς. Δύσκολο, γιατί πρόκειται για το πένθος και κανείς δε μπορεί να καθορίσει τη σχέση του άλλου με αυτό το οριακό συναίσθημα. Ο Ρίτσος μοιρολόγησε με τρόπο απόλυτα βιωματικό και μας έδωσε μοναδικούς στίχους συναίσθησης. Εικόνες μιας ζωής που χάθηκε ή καλύτερα που δεν πρόλαβε να βιωθεί χορταστικά. Τα συνεχή ερωτηματικά στους στίχους θέτουν ζητήματα για το θάνατο, για την αδικία, για τη στέρηση, για τον καημό, για τη θλίψη, για τον πόνο. Κυριαρχεί το παράπονο για την απώλεια του αγαπημένου γιου και οι συγκινήσεις κορυφώνονται, εναλλάσσονται με το χρόνο των ρημάτων να δίνει τη δική του ποιητική έκφραση στο χρόνο της ζωής. Το παρόν της οδύνης, το παρελθόν της ζωής και το μέλλον της απώλειας. Οι εικόνες είναι καθημερινές, από τη ζωή του απλού ανθρώπου της δουλειάς, από τη φύση στην πιο «ταπεινή» έκφρασή της, από όλα αυτά τα πεζά πράγματα που δε δίνουμε σημασία και που δύσκολα γίνονται ποίηση. Τυχαία ανθολογώ ένα δίστιχο από κάθε ένα ποίημα του Επιτάφιου.

1. Πουλί μου εσύ που μούφερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σα καλάμι;
2. Πώς μ’ άφησες να σέρνουμαι και να πονώ μονάχη
χωρίς γουλιά, σταλιά νερό και φως κι ανθό κι αστάχυ;
3. Μάτια γλαρά που μέσα τους αντίφεγγαν τα μάκρη
πρωινού ουρανού, και πάσκιζα να μη θαμπώσει δάκρυ,
4. Γιε μου, ποια Μοίρα στόγραψε και ποια μου τόχει γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιά στα στήθεια μου ν’ ανάψει;
5. Η μπλε σου η μπλούζα της δουλειάς στην πόρτα κρεμασμένη
6. Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκεια
τόσα όσα μήτε του γυαλιού δε φτάνουν τα χαλίκια.
7. Κανείς μη γγίξει απάνω του, παιδί μου είναι δικό μου.
Σιωπή· σιωπή κουράστηκε, κοιμάται το μωρό μου.
8. Να ταΐζω σε στη φούχτα μου σπιρί – σπιρί τη ζωή μου
και μες στον ίσκιο σου να ζω, καμαρωτό δεντρί μου.
9. Ω, Παναγιά μου, αν είσουνα, καθώς εγώ, μητέρα
βοήθεια στο γιο μου θάστελνες τον Άγγελο από πέρα.
10. Και νάσου, ένα ανοιξιάτικο πουρχόταν συγνεφάκι
στα γόνατά σου να τριφτεί σαν άσπρο προβατάκι.
11. Ένιωθα πάνω μου βαθύς ο θόλος ν’ ανασαίνει
και τ’ άστρα ως να με χτένιζαν με σιντεφένιο χτένι,
12. Και πάλι η έρμη ντρέπουμαι, γιόκα μου, εσύ να λείπεις
κι ακόμα εγώ νάχω φωνή – ξόμπλι φτηνό της λύπης
13. Σαν το λιοντάρι δυνατός, κ’ ήρεμος σαν πιτσούνι
κ’ η ανάσα σου ως αποσπερνό του κοπαδιού κουδούνι.
14. Και μόνο τα δυο μάτια μου σε παίρναν το κατόπι
σα δυο πιστά, πικρά σκυλιά που τάσκιαζαν οι ανθρώποι.
15. Το φύκι σπάει κι ο ωκεανός με σέρνει στα νερά του
κι ουδέ γνωρίζω τώρα ποιο το πάνου, ποιο το κάτου.
16. Τι έκανες, γιε μου, εσύ κακό; Για τους δικούς σου κόπους
Την πλερωμή σου ζήτησες απ’ άδικους ανθρώπους.
17. Την άχνα απ’ την ανάσα σου νιώθω στο μάγουλό μου,
αχ, κ’ ένα φως, μεγάλο φως, στο βάθος πλέει του δρόμου.
18. Πουλί μου, χίλιες δυο ζωές με σένανε με δένουν,
κι όσοι αγαπιούνται, και νεκροί, ποτέ τους δεν πεθαίνουν.
19. Να δεις, να πεις, να το χαρείς ακέριο τ’ όνειρό σου
να στέκεται ολοζώντανο κοντά σου, στο πλευρό σου.
20. Γλυκέ μου, εσύ δε χάθηκες, μέσα στις φλέβες μου είσαι.
Γιέ μου, στις φλέβες ολουνών, έμπα βαθιά και ζήσε.

Γενικότερα, η σχέση μου με το Γιάννη Ρίτσο είναι παράξενη. Ας μη φανεί ιεροσυλία, αλλά μου γίνεται λίγο κουραστικός. Και τώρα που το έγραψα θα πρέπει να το δικαιολογήσω και μετά να το «διορθώσω», πράγμα δύσκολο, γιατί η πρώτη κουβέντα σηκώνει το βάρος των εντυπώσεων.
Λοιπόν, μου έρχεται στο μυαλό μια κουβέντα του Ηλία Πετρόπουλου, ο φλύαρος Γιάννης Ρίτσος γραφεί, το θυμάμαι, όταν το διάβασα μου φάνηκε ότι εξηγεί με τον πιο απλό και κατανοητό τρόπο την ποίηση του Ρίτσου. Ο ποιητής ερμηνεύει τον εαυτό του, δε μένει τίποτα να εννοήσεις ή να φωτίσεις με το δικό σου τρόπο, αυτό ένιωθα όταν τον πρωτοδιάβασα. Απουσιάζει η πυκνότητα των νοημάτων, των εικόνων και των συγκινήσεων. Αυτό βέβαια έχει και την άλλη πλευρά. Ο Ρίτσος δεν κρύφτηκε, στρατεύτηκε στον δικό του αγώνα και στην κομμουνιστική ιδεολογία. Η φιγούρα του στα μεταπολιτευτικά μπαλκόνια των συγκεντρώσεων του Κ.Κ.Ε ήταν παρούσα. Ο Ρίτσος χρέωσε με τιμιότητα όλη του τη ζωή στον αγώνα που πίστεψε, χρέωσε και την ποίησή του. Και είναι σπάνια μια τέτοια στάση στους καιρούς που σωπαίνουν οι ποιητές.
Ο Ρίτσος μάλλον δημιουργεί συγκίνηση της θλίψης που προκαλεί η κοινωνική αδικία, η αίσθησης του αδικημένου που τυραννιέται ενώ δικαιούται να χαίρεται. Αγωνίζεται για τις προϋποθέσεις της χαράς, αλλά η χαρά απουσιάζει από τους στίχους του. Ο κοινωνικός χαρακτήρας της ποίησής του είναι φανερός και δε γίνεται να παραγνωριστεί, πολύ περισσότερο δε γίνεται να αποσιωπηθεί. Μέσα στους στίχους του βρίσκεται ο καθημερινός άνθρωπος που παλεύει για τη ζωή του. Απέναντι στην ελληνικότητα της αστικής ιδεολογίας ή τη λογοπαικτική διαφοροποίηση του ελληνισμού που διαμορφώνει ο Σεφέρης, ο Ρίτσος αντιτάσσει τη Ρωμιοσύνη του και συνδέει το μίτο των στίχων του με τα βαθύτερα λαϊκά στοιχεία του πολιτισμού. Μοιάζει σαν οι άλλοι να ντρέπονται για την αλήθεια αυτού του τόπου, την οποία ο Ρίτσος κάνει ποίηση ακόμα και στους τίτλους των έργων του: τρακτέρ, το τραγούδι της αδελφής μου, οι γειτονιές του κόσμου, η αρχιτεκτοική των δέντρων, οι γειτόνισσες και η θάλασσα, το παράθυρο, κάτω από τον ίσκιο του βουνού… Όμως, όλα αυτά ξεκινούν από θέση ήττας, αποπνέουν την αίσθηση ενός χαμένου παιχνιδιού που τους όρους του διαμορφώσαν άλλοι. Και ο Ρίτσος γίνεται συνώνυμο της σύγχρονης ιστορίας μας.

Τρίτη, Απριλίου 07, 2009

1356 λέξεις για τις ταυτότητες στη Μακεδονία, συλλογικό έργο

Τα προβλήματα ή καλύτερα οι νέες συνθήκες που διαμορφώνονται στις σύγχρονες κοινωνίες διέπονται από το χαρακτηριστικό της πολύ-πολιτισμικότητας της οποίας οι φορείς αναμειγνύονται μεταξύ τους και συνυπάρχουν στα πλαίσια του ίδιου εθνικού κράτους. Αυτές οι συνθήκες συνύπαρξης έχουν τον ιδεολογικό αντίκτυπο και θέτουν επιτακτικά το ζήτημα του προσδιορισμού ή του αυτοπροσδιορισμού της ταυτότητας.

Αν το ζήτημα των ταυτοτήτων τεθεί ως ζήτημα εθνικής ταυτότητας τότε η ιστορία καλύπτει το σύνολο του 20ου αιώνα και κυρίως από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και μετά. Τα κριτήρια της εθνικής ταυτότητας σε πολλές περιπτώσεις αποδείχθηκαν ανεπαρκή και σχετικά αφήνοντας ως μόνο αναμφισβήτητο αυτό του αυτοπροσδιορισμού. Και αυτό όμως πολλές φορές δεν αναγνωρίστηκε ως δικαίωμα, κυρίως όταν αφορούσε τις μειονότητες.

Σήμερα οι πιέσεις που ασκούνται είναι μεγαλύτερες επειδή η ομοιογένεια των εθνικών κρατών έχει διαταραχθεί εξαιτίας της έλευσης προσφύγων και οικονομικών μεταναστών στις χώρες της Δύσης και στην Ελλάδα. Η έννοια της εθνικής ταυτότητας – ιδωμένη στατικά – δέχεται πιέσεις που την καθιστούν ξεπερασμένη, αναχρονιστική. Η λύση που παρουσιάζεται δεν είναι καινούργια, έρχεται από την αρχαιότητα με τη ρήση του Ισοκράτη ότι Έλληνες είναι οι μετέχοντες της ελληνικής παιδείας (μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας, Ισοκράτους Πανηγυρικός, παρ. 50)

Εδώ τίθεται ξανά το ζήτημα με αριστοτελικό τρόπο, δηλαδή θα πρέπει να διερευνήσουμε το βάθος και το πλάτος της έννοιας εθνική ταυτότητα και ίσως πρέπει να θέσουμε το ζήτημα της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Συνήθη χαρακτηριστικά που αποδίδονταν στην εθνική ταυτότητα ήταν (και είναι σε ένα βαθμό) η γλώσσα, η θρησκεία, τα έθιμα, η καταγωγή κλπ (σχετικά με αυτό είναι ενδιαφέρουσα η παρουσίαση του βιβλίου της Ελπίδας Κ. Βόγλη, «Έλληνες το γένος» (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Όμως καθένα από αυτά αίρεται όταν έχουμε περιπτώσεις όπως οι παλινοστούντες – που δε γεννήθηκαν στην Ελλάδα, οι θρησκευτικά αλλόδοξοι των Κυκλάδων – που δεν υιοθετούν το Ορθόδοξο δόγμα, οι μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς στην Αμερική, την Ευρώπη ή αλλού – που δε γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα, κλπ.

Μειώνοντας το βάθος, δηλαδή τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται για να προσδιορίσουμε κάποιον με την έννοια της εθνικής ταυτότητας, αυτομάτως, αυξάνουμε το πλάτος της, μπορούμε δηλαδή να συμπεριλάβουμε περισσότερες πληθυσμιακές ομάδες που παρουσιάζονται πολιτισμικά και εθνοτικά διαφοροποιημένες. Αρκεί να έχουν την απαιτούμενη παιδεία ώστε να αυτοπροσδιορίζονται εθνικά με έναν συγκεκριμένο τρόπο.

Στο περιθώριο (ή στο κέντρο;) αυτής της συζήτησης έχει ενδιαφέρον να μελετήσουμε τη γένεση της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Αυτό θα μας οδηγούσε σε μεγάλη κουβέντα, αλλά νομίζω ότι όλη η προσπάθεια συγκρότησης ευρωπαϊκής ταυτότητας γίνεται γύρω από την υιοθέτηση ορισμένων εννοιών - αξιών όπως η δημοκρατία ή τα δικαιώματα των μειονοτήτων. Κάτι τέτοιο αμβλύνει την έννοια «ευρωπαίος» και επιτρέπει την ένταξη σε αυτή ομάδων με διαφορετικό χρώμα, διαφορετική μητρική γλώσσα από αυτές των ευρωπαϊκών, διαφορετικών τελικά εθνοτικών ομάδων.

Αυτή η ευρωπαϊκή πρακτική πιέζει και την πρακτική των κρατών σχετικά με την έννοια της εθνικής ταυτότητας τα χαρακτηριστικά της οποίας ορίζει το καθένα. Διαμορφώνονται και δυναμικοί συσχετισμοί μεταξύ των μειονοτικών πολιτισμικών χαρακτηριστικών, των εθνοτικών και εθνικών ταυτοτήτων ως συνέπεια των συσχετισμών μεταξύ εθνικών ταυτοτήτων και της ευρωπαϊκής ταυτότητας.

Νομίζω ότι η διεθνής κοινότητα ήδη τοποθετείται σχετικά με αυτά τα ζητήματα για παράδειγμα στη Διάσκεψη για την Ανθρώπινη Διάσταση, Κοπεγχάγη 1990, στη Συνάντηση της Γενεύης του 1991 και του Ελσίνκι 1992. Ενδεικτικά μπορεί να δει κανείς τους συνδέσμους 1.http://www.lawnet.gr/pages/eofn/2/meion.asp,
2.http://www.greekhelsinki.gr/bhr/greek/articles_2002/pr_30_03_02.doc
και 3. http://archive.enet.gr/1999/08/02/on-line/stiles/analisi.htm

Νομίζω ότι σε αυτά τα πλαίσια πρέπει να μελετήσουμε το συγκεκριμένο βιβλίο ή προς αυτά θα οδηγηθούμε.

Το βιβλίο είναι μια πολυεπίπεδη και πολύπλευρη προσέγγιση του ζητήματος των ταυτοτήτων στην Μακεδονία Πιο συγκεκριμένα είναι προσέγγιση στον προσδιορισμό και αυτοπροσδιορισμού των ντόπιων κατοίκων, στην ιστορική, κοινωνική, πολιτική, εθνοτική, πολιτισμική διάσταση των ταυτοτήτων και στις εκφάνσεις που αυτή αποκτά ως ψήφος, ως αντιπαράθεση με κατοίκους που προσδιορίζονται διαφορετικά (όπως οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν μετά το 1922 στη Μακεδονία), ως πολιτική και πολιτιστική δραστηριότητα, κλπ. Κοιτά με τόλμη την πραγματικότητα στην ελληνική Μακεδονία και προσπαθεί να ανταποκριθεί στις σύγχρονες συνθήκες που διαμορφώνονται διεθνώς και αφορούν τόσο την επιστήμη της ιστορίας όσο και τη θέση ομάδων ή μειονοτήτων με πολιτισμικά χαρακτηριστικά διαφορετικά από τα κυρίαρχα στα πλαίσια μιας επικράτειας. Έτσι διερευνώνται πολύπλευρα τα χαρακτηριστικά εκείνα που διαφοροποίησαν ή διαφοροποιούν ακόμη ομάδες δίγλωσσων/σλαβόφωνων κατοίκων της ελληνικής Μακεδονίας.

Το βιβλίο χαρακτηρίζεται από νηφάλια και αποστασιοποιημένη προσπάθεια να προσεγγίσει όλα αυτά τα φλέγοντα και συγκινησιακά φορτισμένα θέματα και από μια γλώσσα ιδιαίτερα προσεγμένη. Η χρήση ορολογίας είναι ιδιαίτερα προσεκτική, αφού όπως επισημαίνεται και στην εισαγωγή του Β. Γούναρη οι όροι που κατά καιρούς χρησιμοποιήθηκαν είναι αναγκαστικά φορτωμένοι με ιδεολογικές και πολιτικές σκοπιμότητες. Εκδόθηκε το 1997 και οι έκδοσή του στις γενικότερες συνθήκες της δεκαετίας το 1990 το καθιστά περισσότερο σημαντικό, δηλαδή εκτός από το περιεχόμενό του είναι και η κυκλοφορία του ίδιου, ως εκδοτικού συμβάντος που έχει σημασία.

Το στίγμα και τις προθέσεις του βιβλίου δίνει εξ’ αρχής ο πρόλογος του Θ. Βερέμη που καταλήγει στην αναγκαιότητα διαμόρφωσης μιας εθνικής ελληνικής συνείδησης, χωρίς τις αγκυλώσεις του παρελθόντος, μιας τέτοιας συνείδησης που θα μπορέσει να εντάξει το διαφορετικό έτσι όπως παρουσιάζεται στην πολυπολιτισμική πραγματικότητα των ημερών μας. Νομίζω ότι αποτελεί σταθμό στην εξέλιξη της επιστημονικής προσέγγισης που επιχειρείται στη χώρα μας. Κατά συνέπεια, η μελέτη του είναι απαραίτητη για τη διαμόρφωση ρεαλιστικής και σύγχρονης αντίληψης για το μακεδονικό ζήτημα.
Κάθε μία από τις οκτώ εργασίες του βιβλίου διατηρεί την αυτονομία της και όλες μαζί συγκλίνουν στο ίδιο ζήτημα της διαμόρφωσης ταυτοτήτων.

Χωρίς να υποτιμώ τις άλλες εργασίες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο θα ήθελα να σταθώ σε τρεις. Του Βλάση Βλασίδη, «η αυτονόμηση της Μακεδονίας, από τη θεωρία στην πράξη». Παρουσιάζει το μακεδονικό ζήτημα από τα χρόνια της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου (Μάρτιος 1878). Σύμφωνα με όσα αναφέρονται το αίτημα αυτονόμησης της Μακεδονίας τίθεται για πρώτη φορά το 1876 από τον Αυστριακό αυτοκράτορα Φραγκίσκο Ιωσήφ. Το 1893 ιδρύεται η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ) της οποίας η δράση θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις. Το 1895 έχουμε την ίδρυση του Ανώτατου Μακεδονικού Κομιτάτου και το 1903 τη σημαντική για τους βόρειους γείτονες εξέγερση του Ίλιντεν. Ο συγγραφέας παρακολουθεί την πολιτική και ένοπλη δράση. Αρχικά η ΕΜΕΟ ήταν προσανατολισμένη στην αυτονομία της Μακεδονίας. Το κομιτάτο όμως στόχευε στην ενσωμάτωση της στο Βουλγαρικό κράτος. Η ΕΜΕΟ διασπάστηκε και έτσι άφησε ελεύθερο πεδίο για να εμφανιστούν και ένοπλα ελληνικά σώματα στη Μακεδονία που αποτελούσε, ακόμη, μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Είναι ξεχωριστά ενδιαφέρουσα αυτή η πρώτη φάση του Μακεδονικού ζητήματος γιατί συνήθως επικεντρώνουμε την προσοχή μας στην μεταπολεμική περίοδο.

Ο Ιάκωβος Μιχαηλίδης μελετά τις σχέσεις Σλαβόφωνων και Προσφύγων, ένα ακανθώδες θέμα. Η διαφοροποίηση των δύο πληθυσμιακών ομάδων και η αντιπαράθεσή τους εκφράζεται και πολιτικά ως τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Οι πρόσφυγες ήταν προσκολλημένοι στους Φιλελεύθερους γιατί από εκεί προσδοκούσαν την αποκατάστασή τους και γιατί είχαν αντιμετωπίσει την έχθρα των «Λαϊκών» και των άλλων φιλοβασιλικών κομμάτων. Αυτή η αντιπροσφυγική πολιτική των δεύτερων έσπρωξε την πλειοψηφία των σλαβόφωνων στα δεξιά κόμματα. Ωστόσο κάποιοι από τους σλαβόφωνους συμπορεύτηκαν με το ΚΚΕ που υποστήριξε την αυτονόμηση της Μακεδονίας. Μετά τον πόλεμο και σε κάθε περίπτωση μετά την μεταπολίτευση δεν παρατηρούνται σημαντικές διαφοροποιήσεις, αν και έχουμε διαπιστωμένη τη μαζική περιχαράκωση και τη διοχέτευση των ντόπιων ψήφων προς συγκεκριμένα κάθε φορά κόμματα. Η εργασία βασίζεται στη διδακτορική διατριβή του συγγραφέα.
Για το ίδιο θέμα έχει συμπληρωματικό ενδιαφέρον ένα δημοσίευμα του Ιου στις 15/3/1998 σχετικά με την ιστορία και την αντιπαλότητα των χωριών Αγίου Παντελεήμονα και Βεγόρας.

Τρίτη εργασία αυτή του Άγγελου Χοτζίδη για την «Άρθρωση και Δομή του μειονοτικού λόγου». Μελετάται εκ των έσω η ιδεολογία που αναπτύσσουν οι σλαβόφωνοι με την έκδοση των περιοδικών «Μογλενά» και «Ζόρα». Αποτελεί προσέγγιση της πιο σύγχρονης εποχής. Η προώθηση εθνοτικών χαρακτηριστικών από το 1991 με την εμφάνιση της ΜΑΚΙΒΕ και την ευρωπαϊκή προοπτική της υπόθεσης με την οργάνωση «Ουράνιο Τόξο». Εξετάζονται το όνομα και οι ασαφείς διακηρύξεις μιας ομάδας που έχει ιδιαίτερα εθνοτικά χαρακτηριστικά αλλά όχι τα χαρακτηριστικά μιας εθνικής μειονότητας.

Κατά δεύτερο λόγο η κατάδειξη της διαφορετικότητας των σλαβόφωνων γίνεται μέσω της ιστορίας με αναφορές κυρίως στην εξέγερση του Ίλιντεν το 1903. Επίσης εξετάζεται η ξεχωριστή πολιτιστική ταυτότητά τους σε σχέση με την προσπάθεια ίδρυσης «Στέγης Μακεδονικού Πολιτισμού» στη Φλώρινα.

Σε όλα αυτά κεντρικό είναι το ζήτημα της γλώσσας και της γραφής, όπως επίσης και η κοινωνική διαφοροποίηση αφού οι ντόπιοι νιώθουν να βρίσκονται σε υποδεέστερη μοίρα συγκριτικά με τους πρόσφυγες.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1997 από τις εκδόσεις Παπαζήση

Υ.Γ. Πρόσφατα εκδόθηκε το "Μακεδονικές ταυτότητες στο χρόνο: Η διαχρονική τους πορεία".

Δευτέρα, Απριλίου 06, 2009

930 λέξεις αναλφαβητοτακτοποίητες για το τέχνη, γλώσσα και εξουσία του Μάριου Πλωρίτη

Πρόκειται για εννέα κείμενα που δημοσιεύτηκαν στο Βήμα από το 1983 και εξής. Σε αυτά ο συγγραφέας ασχολείται με τρία θέματα. Κατά πρώτο λόγο με ζητήματα τέχνης. Εξετάζει τη σχέση του καλλιτέχνη με την εξουσία, η οποία σε κάθε περίπτωση στέκεται περιφρονητική απέναντί του. Ευνοεί τους καλλιτέχνες που την υπηρετούν, αγνοεί όσους δε τη θίγουν και διώκει όσους την ενοχλούν. Ο καλλιτέχνης διεκδικεί λόγο και έκφραση, όμως η τέχνη είναι στο περιθώριο. Αυτό είναι φανερό από την απουσία της τέχνης στην Παιδεία που καθίσταται έτσι άγονη και παραγωγή ημιμάθειας. Η ανάγκη ελεύθερης έκφρασης των καλλιτεχνών είναι αδιαμφισβήτητη. Ο Πλωρίτης τεκμηριώνει τις απόψεις του με συγκεκριμένες αναφορές. Ο Μπρέχτ έγραφε: «κανένας ζωγράφος δε μπορεί να ζωγραφίσει όταν τρέμουν τα χέρια του από το φόβο για την ετυμηγορία κάποιου κομματικού αξιωματούχου». Υπερασπίζεται την ανάγκη ελευθερίας και αυτονομίας της Τέχνης με αναφορές και σε κείμενα του Τρότσκι και θεσμών του Σοβιετικού Κράτους όπου διατυπώνεται ότι η τέχνη είναι ένας χώρος από αυτούς που το κόμμα δεν πρέπει να ελέγχει. Στο ίδιο πνεύμα εξετάζει το θέμα της στράτευσης του καλλιτέχνη και της πνευματικής ελευθερίας που είναι ταυτόσημη με τη δημιουργία.

Το δεύτερο θέμα είναι η γλώσσα. Αντικρούει την κινδυνολογία για τη φτώχεια της γλώσσας. Είναι φυσικό να αχρηστεύονται και να χάνονται τύποι που δεν την υπηρετούν. Ας πούμε η απώλεια του δυικού αριθμού, της ευκτικής, της δοτικής δε συνεπάγεται πρόβλημα, αλλά είναι συνυφασμένη με την εξέλιξη της γλώσσας όπως αυτή διαμορφώνεται από το λαό που τη μιλά και τη διαμορφώνει. Το ίδιο συμβαίνει και με τα ζητήματα ορθογραφίας. Οι απλοποιήσεις της γραφής, η καθιέρωση του μονοτονικού δε βλάπτουν τη γλώσσα. Οι σχετικές κινδυνολογίες μάλλον κρύβουν άλλες σκοπιμότητες.

Από την άλλη, όμως, η γλώσσα δεν «πλουταίνει» με τη εισροή ξένων λέξεων. Στην ελληνική γλώσσα αυτό το φαινόμενο εξηγείται και από την υψηλή διάσταση που έχει η εκμάθηση ξένων γλωσσών. Βέβαια πολλές λέξεις ξένες έχουν υιοθετηθεί κατά την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας, λέξεις που αφομοιώθηκαν και τώρα πια δεν ξεχωρίζουν. Για το συγγραφέα το πρόβλημα υπάρχει σήμερα γιατί οι εισροή ξένων λέξεων είναι μαζική και έχουμε ταυτόχρονα παραγωγή λεκτικών τύπων με μίμηση ξενικών, όπως σπορτέξ.

Ο Πλωρίτης καταλήγει ότι είναι ευθύνη μας να φροντίζουμε το λεξιλογικό πλόυτο της γλώσσας και να μη περιοριζόμαστε στη χρήση μερικών εκατοντάδων που εξυπηρετούν οριακά την καθημερινή επικοινωνία. Δε θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε όλες τις παλιότερες λέξεις σα νεκρές, αλλά σα ξεχασμένες. Επικαλείται τον Ψυχάρη για το δικαίωμα να αναζητά λέξεις στην αρχαία γλώσσα ώστε να καλύψει σημερινές ανάγκες. Αρκεί βέβαια να τις προσαρμόζει στο τυπικό της δημοτικής. Αν οι λέξεις αυτές ξαναπεράσουν σε γενική χρήση είναι ζήτημα που θα κρίνει το κοινό γλωσσικό αίσθημα.

Το επόμενο κείμενο είναι αυτό που εισηγήθηκε στην «ημερίδα του Μίλωνα», τον Ιανουάριο του 1895. Στη σύγκρουση απόψεων που εκφράστηκε εκεί, ο Πλωρίτης προσπαθεί να κρατήσει ίσες αποστάσεις. Αυτό, κατ’ ουσίαν, δεν είναι εφικτό. Γράφει για κακοπάθεια της Δημοτικής που οφείλεται σε αμέλεια και δόλο. Διαπιστώνει ότι η δημοτική δε μελετήθηκε όπως και όσο θα έπρεπε και αφέθηκε να οδηγηθεί σε λαϊκιστικό κράμα. Κατά δεύτερο λόγο είναι πολλοί αυτοί που κρύβουν την αμάθεια και την αγραμματοσύνη τους πίσω από τη δημοτική. Ο περιορισμός του λεξιλογίου και ο εντυπωσιασμός των νέων γλωσσικών τύπων είναι κακοποίηση της γλώσσας και είναι υποκριτικό πίσω από κηρύγματα πολιτισμού να βρίσκεται η αμέλεια και η υποτίμηση της αξίας που έχει η γλώσσα. Σε κείνη την ημερίδα, μάλλον, ο λόγος του Πλωρίτη δικαίωνε τους κινδυνολόγους νεογλωσσαμύντορες. Βέβαια, είναι φανερό ότι η πρόθεση του δεν ήταν αυτή.

Τρίτο και συναφές άμεσα με το δεύτερο θέμα είναι το ζήτημα του μαθήματος των αρχαίων ελληνικών. Η σκέψη του Πλωρίτη τεκμηριώνεται με συχνές και σαφείς αναφορές. Στο Βηλαρά, στο Γληνό, κλπ. Συμφωνεί για την «άψυχη και τυπολογική αρχαιογνωσία» που συνιστούσε το μάθημα. Αλλά νομίζω ότι κάνει ένα λογικό σφάλμα. Θεωρεί τη γλώσσα ευρύτερο πολιτισμικό αγαθό από τον αρχαίο κόσμο. Στη σελίδα 67 γράφει: «... στάθηκε η ρίζα της αποστροφής των ‘‘ελληνοπαίδων’’ όχι μόνο για την αρχαία γραμματεία, αλλά και για την ελληνική γλώσσα, γενικότερα: ....». Αυτό είναι νομίζω το σημείο που θα τον οδηγήσει σε άλλα ιδεολογικοποιημένα συμπεράσματα και εξηγεί τον υπότιτλο του άρθρου, «κατάργηση ενός μαθήματος ή κατάργηση του μέγιστου μαθήματος». Είναι εντυπωσιοθηρικό και δίνει ψευδή εικόνα της εκπαιδευτικής πραγματικότητας. Τα αρχαία ελληνικά, η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας ποτέ δεν καταργήθηκε στην εκπαίδευση. Αυτό που είχε γίνει ήταν να γίνεται η διδασκαλία της από μεταφράσεις. Το ξέρει βέβαια καλά ο Πλωρίτης. Αυτό που ζητά μέσα στο κείμενό του είναι να υπάρχει παράλληλα με τη μετάφραση και η παράθεση του αρχαίου κειμένου. Είναι ένα λογικό και παιδαγωγικά σωστό αίτημα. Ούτε τότε έγινε, ούτε τώρα. Τώρα (εδώ και 17 χρόνια κρατά αυτό το τώρα) που επανήλθε η διδασκαλία της αρχαιοελληνικής γλώσσας στα Γυμνάσια. Όμως, για τον Πλωρίτη, όπως και για πολλούς άλλους, η αρχαία ελληνική γλώσσα και η παράθεση των κειμένων στο πρωτότυπο αποτελεί πρότυπο για την καλλιέργεια της γλώσσας και του ύφους των μαθητών (σελ. 71) και εδώ μάλλον διατυπώνει μία ιδεοληψία παρά μια γλωσσολογική ή εκπαιδευτική κρίση.

Τα δύο τελευταία άρθρα γράφονται το 1985 και το 1987. Ο Πλωρίτης επισημαίνει την λεξιλογική φτώχεια και τη δυσκολία σύνταξης του λόγου που έχουν οι νέοι, επιστρατεύει επιχειρήματα που ο ίδιος είχε αναιρέσει, όπως το ζήτημα της ορθογραφίας – ανορθογραφίας. Τεκμηριώνει το σκεπτικό του σε δημοσιεύματα του Ταχυδρόμου και «πειράματα» που κάνει ο ίδιος. Επιτίθεται στην πολιτική που «καταργεί τα Αρχαία Ελληνικά και καταρρακώνει τα Νέα» (σελ. 78) και εν τέλει υπηρετεί την αντιμεταρρύθμιση που εκδηλώθηκε κατά τη δεκαετία του ’80. Και στο τελευταίο άρθρο (1987) ούτε μια «καλή κουβέντα» για την εκπαιδευτική πραγματικότητα που για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού κράτους ήταν συνδεμένη με τον εκπαιδευτικό δημοτικισμό.


αΒδεηηίίλμνσςΣςυω αλφαβητοτακτοποιημένος

Κυριακή, Απριλίου 05, 2009

1515 λέξεις αναλφαβητοτακτοποίητες για το Δημόσιο Διάλογο για τη Γλώσσα (συλλογικό)

Πρόκειται για τα κείμενα των ομιλιών για τη γλώσσα στη σχετική «ημερίδα του Μίλωνα» που οργάνωσε το ΚΚΕ εσωτερικού στις 19 Ιανουαρίου 1985. Περιλαμβάνονται επίσης οι δευτερομιλίες και οι παρεμβάσεις των συνέδρων. Το βιβλίο αποτελεί, πλέον, ντοκουμέντο όπου καταγράφονται οι έντονες συζητήσεις για τα γλωσσικά ζητήματα και κυρίως οι δύο – κατ’ ουσίαν – διαφορετικές στάσεις απέναντι στη γλώσσα. Αυτή που θεωρεί ότι η γλώσσα κινδυνεύει και έχει ανάγκη τη ρυθμιστική παρέμβαση των ειδημόνων και την αναγωγή της σε παλιότερες και «ενδοξότερες» μορφές της και αυτή που υπερασπίζεται τη ζωντάνια της και θεωρεί ότι η γλώσσα αντιμετωπίζει μόνη της τα αδιέξοδα και τις δυσκολίες και χρέος των μελετητών αποτελεί η καταγραφή και η διδασκαλία της με βάση τη δική της εξέλιξη καθώς χρησιμοποιείται καθημερινά. Βέβαια αυτή παρουσίαση των δύο τάσεων είναι πολύ σχηματική και αδικεί την προσωπική ματιά των ομιλητών, αλλά...

Η ιστορική συγκυρία των κειμένων είναι συνυφασμένη με την εξέλιξη της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης που ξεκίνησε το 1976 και την αναγνώριση ή επιβολή της δημοτικής στην εκπαίδευση και στις υπόλοιπες εκφράσεις του Κράτους. Οι λέξεις «αναγνώριση» και «επιβολή» δείχνουν ακριβώς τις δύο διαφορετικές οπτικές που αναφέρθηκαν. Καθώς λοιπόν η μεταρρύθμιση δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί, δεν είχε κάνει ούτε τον πρώτο εννιαετή κύκλο της υποχρεωτικής φοίτησης ενός παιδιού στο σχολείο, καθώς η διδασκαλία της δημοτικής αντιμετώπιζε τα προβλήματα που προέρχονταν κυρίως από το γεγονός ότι πρώτη φορά διδάσκονταν – αν εξαιρέσουμε τις βραχύχρονες μεταρρυθμίσεις του 1917 και 1964 – και μάλιστα μετά την δύσκολη περίοδο της δικτατορίας, καθώς η καθιέρωση της ως επίσημης γλώσσας της Πολιτείας είχε ακόμα νηπιακή ηλικία και έπρεπε να αντιμετωπίσει δυσκολίες όπως η νομική ιδιόλεκτος και η απόδοσή της στη νεοελληνική, εμφανίστηκε ο αντίλογος, η νοσταλγία του γλωσσικού παρελθόντος, η ενοχοποίηση της γλωσσικής εξέλιξης με την κατάδειξη των αδυναμιών και των αδόκιμων προσπαθειών να ανταποκριθεί η «επίσημη» πλέον δημοτική στα καθήκοντα της γλώσσας που υπηρετεί την εκπαίδευση και την εξουσία. Επίσης, πολλές φορές, η ιδεολογική υπεράσπιση των παλιότερων μορφών της γλώσσας σε βάρος της ομιλούμενης οδηγούσε σε στρέβλωση της γλωσσικής πραγματικότητας, για να αντλήσει αντεπιχειρήματα.

Τώρα, σχεδόν 25 χρόνια μετά, τα κείμενα αυτά έχουν εκτός από γλωσσολογική αξία και ιστορικό ενδιαφέρον. Οι νεοσυντηρητικές απόψεις κυριάρχησαν. Ενδεικτικά, επανήλθε η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στα Γυμνάσια. Οι εξελίξεις ακολούθησαν το πνεύμα των απόψεων που εκφράσανε κυρίως ο Γ. Μπαμπινιώτης και ο Γ. Καλιόρης. Έχει ενδιαφέρον να διαβάσει κάποιος τις κριτικές και τις διακηρύξεις, ώστε να τις συγκρίνει με τη σημερινή γλωσσική πραγματικότητα όπως εμπειρικά – έστω – την αντιλαμβάνεται. Πρώτο θέμα του βιβλίου είναι το ερώτημα αν υπάρχει γλωσσικό πρόβλημα σήμερα, ήταν το πρώτο θέμα και της ημερίδας.

Συγκεκριμένα, στο κείμενο του Γ. Μπαμπινιώτη βρίσκουμε τη διαπίστωση ότι η γλώσσα εξαιτίας της ξενομανίας που συνιστά και γλωσσική εξάρτηση ρυπαίνεται και αλλοιώνεται η ταυτότητά της (20), η ξενομανία αυτή αφήνει αφύλαχτο το κάστρο της γλωσσικής μας ρωμιοσύνης και αποτελεί Εφιάλτη που παραδίνει τη γλώσσα μας στο γλωσσικό οδοστρωτήρα των ξένων γλωσσών (27). Για την αντιμετώπιση της γλωσσικής υποβαθμίσεως, ανάμεσα στα άλλα, θα πρέπει να διδαχτεί και πάλι στα σχολεία ο αρχαίος ελληνικός λόγος. (37) εδώ βρίσκεται μια από τις εσκεμμένες στρεβλώσεις που ανέφερα.

Προφανώς ένας γλωσσολόγος ξέρει καλά ότι είναι διαφορετικό πράγμα ο λόγος (κοινωνικό παράγωγο, γενική υπερ-ατομική γλώσσα των μελών μιας γλωσσικής κοινότητας 58) από ο,τι η γλώσσα που βέβαια ορίζεται πολυσύνθετα και δύσκολα 15, βασικά ως κύριο μέσο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων 25. Ο λόγος είναι η εσωτερική συστηματική πλευρά της γλώσσας, η κατ’ εξοχήν γλώσσα 45 και είναι ενδιάθετος, πρόκειται για κώδικα που μαθαίνει το άτομο από τα πρώτα έτη της ηλικίας του ... και που διαρκώς συμπληρώνει και βελτιώνει 59. Εξωτερική εφαρμογή της γλώσσας αποτελεί η ομιλία 45 που είναι φωνούμενη και χωρίζεται σε προφορική και γραπτή 89. (Η παράγραφός αυτή βασίζεται στο βιβλίο του Γ. Μπαμπινιώτη, Θεωρητική Γλωσσολογία, Αθήνα 1980, το οποίο είναι εξελιγμένη μορφή της Εισαγωγής εις την Γενικήν Γλωσσολογίαν, εν Αθήναις 1974, του ιδίου. Οι χρονολογίες των βιβλίων είναι αυτές των οποίων την έκδοση έχω υπόψη μου. Και τα δύο χρησιμοποιήθηκαν ως πανεπιστημιακά συγγράμματα. Οι αριθμοί παραπέμπουν στις σελίδες του πρώτου βιβλίου).

Τι εννοεί λοιπόν να διδαχτεί και πάλι στα σχολεία ο αρχαίος ελληνικός λόγος;
Στάθηκα στο Γ. Μπαμπινιώτη γιατί η ιστορία τον ανέδειξε επιφανέστερο από τους ομογνώμονες του. Να μην αδικήσω τους υπόλοιπους. Ο Γ. Καλιόρης ζητά ήδη από τον τίτλο μία ευρύχωρη δημοτική. Εκεί βρίσκω την παλιότερη καταγραφή της «λεξιπενίας» (41). Υπερασπίζεται την ονοματουργία των λογίων και της καθαρεύουσας που βαρύμοχθα πρόσφεραν στη γλώσσα πλήθος λέξεων (51). Και ίσως δε θα διαφωνούσε κάποιος, αλλά «στην καθαρεύουσα δημιουργήθηκαν μερικά από τα πιο υψηλά επιτεύγματα του λόγου, που ισάξιά τους η δημοτική δεν μπόρεσε ακόμα να δώσει». (51) ...

Ακολουθεί ο Ανδρέας Λεντάκης με ιστορική αναφορά στο γλωσσικό ζήτημα και την περιγραφή της σημερινής κατάστασης όπου μέμφεται τη δημοτικιστική ρυθμιστική επιβολή που επηρεάζει με διατάγματα τη γλώσσα κλπ.

Η άλλη οπτική εκφράζεται από το Β. Φόρη. Δηκτικός για όσους βλέπουν γλωσσικά λάθη μόνο στους άλλους, επισημαίνει ότι μόλις βγήκαμε από το χάος της διγλωσσίας και τονίζει τους παραλογισμούς της καθαρεύουσας και το αλληθώρισμα προς την αρχαία γλώσσα. Οι παρεμβάσεις των συνέδρων έχουν το δικό τους ενδιαφέρον καθώς απηχούν ένα γενικευμένο αντιμεταρρυθμιστικό κλίμα. Εξαίρεση σε αυτό είναι η παρέμβαση του Α. Μπελεζίνη.

Το δεύτερο θέμα είναι σχετικό με τη γλώσσα στην εκπαίδευση. Ο Μανόλης Ανδρόνικος εκφράζει με διαύγεια και με λακωνικό λόγο την πεποίθηση ότι η καθιέρωση της δημοτικής από την πολιτεία ήταν νομοτελειακή συνέπεια ιστορικών αιτιών. Η καθαρεύουσα δέχτηκε το τελειωτικό της χτύπημα από τη γλώσσα των συνταγματαρχών που τη γελοιοποίησαν άθελα τους. Η γλωσσική μεταρρύθμιση βρίσκεται ακόμα στα πρώτα της βήματα καθώς τη δημοτική διδάσκουν δάσκαλοι που δεν την έχουν διδαχτεί οι ίδιοι. Αναδεικνύει την πολιτική διάσταση των εκπαιδευτικών ζητημάτων και το καίριο ζήτημα να αγαπήσουν οι νέοι τη γλώσσα τους.

Ο Δ. Τομπαΐδης εξετάζει περισσότερο πρακτικά προβλήματα που έχει η διδασκαλία της δημοτικής στο σχολείο, πώς αντιμετωπίζονται και πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν καλύτερα.

Στον αντίποδα ο Κ. Γεωργουσόπουλος. Με θολό σκεπτικό που παρουσιάζεται κριτικό προς όλες τις κατευθύνσεις γίνεται σαφής στο τέλος όταν διατυπώνεται την κρίση ότι χωρίς την αρχαία και μεσαιωνική φάση της γλώσσας μας δεν μπορούμε να διδάξουμε γλώσσα στο σχολειό. Και, επίσης, όταν υποθέτει ότι το 2010 αν μία πολιτική εξουσία θεσπίσει ως γλώσσα της εκπαίδευση τη γλώσσα της βιογραφίας του Βαμβακάρη (!) θα μείνει έξω από την εκπαίδευση ο Ελύτης, ο Εμπειρίκος, ο Ταχτσής κλπ (!).

Ο Τάσος Λιγνάδης, τέλος, εστιάζει στην ανάγκη επαναφοράς της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών στο Γυμνάσιο. Προφανώς ως Αρχαία Ελληνικά εννοεί μόνο τη διδασκαλία τους στην πρωτότυπη γλώσσα. Απαξιώνει τη μετάφραση τους, θεωρεί την ηλικία των 12 -15 ετών ως την προσφορότερη και ζητά μία παιδεία που θα στον Έλληνα πολίτη πρώτα από όλα την συνείδηση της ιθαγένειάς του.

Ιδιαίτερη αξία έχει η άμεση παρέμβαση του Ανδρόνικου που αξίζει να παρατεθεί.

Το γενικό κλίμα επιβεβαιώνεται και πάλι προς την ίδια αντιμεταρρυθμιστική κατεύθυνση. Ανάμεσα στις παρεμβάσεις είναι και του Ταχτσή που ζητά «ούτε καθαρεύουσα, ούτε δημοτική, αλλά μια νεοελληνική που να τα περιέχει λίγο –πολύ όλα». Πέρα από αυτό είναι ίσως μια αυθεντική ιδιόμορφη οπτική ενός ιδιόμορφου λογοτέχνη.

Ανδρόνικος και Τομπαΐδης προχωρούν σε δευτερολογίες στις οποίες τα λεγόμενά τους μάλλον δείχνουν την ψυχαναγκαστική επίδραση της μαζικής αντιμεταρρυθμιστικής ιδεοληψίας που κυριαρχεί.

Τρίτο θέμα: γλώσσα και πολιτική, γλώσσα και πολιτισμός. Ο Μάριος Πλωρίτης διεισδυτικός και κριτικός φροντίζει να κρατήσει ίσες αποστάσεις. Το κείμενό του είναι από τα ενδιαφέροντα και τεκμηριωμένα κείμενα το βιβλίου.

Ο Δ. Μαρωνίτης γίνεται περισσότερο πολιτικός προσπαθώντας να εξηγήσει και να κατηγοριοποιήσει όσους αντιδρούν και κινδυνολογούν. Ξεκινά από την επισήμανση ότι είναι αναγκαία η ιστορική προσέγγιση του ζητήματος και ότι για πρώτη φορά η δημοτική γίνεται γλώσσα της εξουσίας. Επιτίθεται στο Γλωσσικό Όμιλο και κάνει τη διαπίστωση ότι στα χρόνια της δικτατορίας όπου η γλώσσα δεινοπαθούσε δε θα μπορούσε να γιορτάσει τα γενέθλιά του. Εντοπίζει επτά αιτίες που εξηγούν την καταγγελία εναντίον της «εξουσιαστικής δημοτικής». Τα συμφραζόμενα στο κείμενο το Μαρωνίτη είναι πολλά. Ζητά σαφώς να αναγνωριστεί γενναία το πολιτικό, πολιτιστικό και ιδεολογικό φορτίο της γλώσσας και να ομολογήσουν όλοι με ποιο συγκεκριμένο πολιτικό και ιδεολογικό οπλισμό προτείνουν να ξεπεραστεί η κρίση της δημοτικής γλώσσας.

Η παρουσία του Δ. Σαββόπουλου εντυπωσίασε, αλλά επέσυρε και έντονη κριτική και ο Σ. Ράμφος προσέγγισε με το δικό του ιδεολογικό και θρησκευτικό τρόπο τα γλωσσικά ζητήματα. Ουσιαστικότερη γλωσσολογική αξία έχουν οι παρεμβάσεις που ακολουθούν. Ο Κ. Ζουράρις που αυταναγορεύεται ως περίπου αρμόδιος να κρίνει την εγκυρότητα των απόψεων που άπτονται της πολιτικής επιστήμης. Ο Β. Φόρης που αποδομεί την παρουσίαση του Σαββόπουλου κλπ. Τα πνεύματα είναι μάλλον οξυμμένα. Ο Μπελεζίνης σαρκάζει ζητώντας να τον καλέσουν να αναλύσει μουσικά και θεολογικά θέματα (που προφανώς αγνοεί, υπονοώντας την ακαταλληλότητα του Σαββόπουλου και του Ράμφου να μιλήσουν για γλωσσικά ζητήματα). Ο Φωστιέρης μιλά για κρατική επιβολή του μονοτονικού αντιστρέφοντας την ιστορική πραγματικότητα, κάτι που δεν αφήνει ασχολίαστο ο Πλωρίτης. Ο Μαρωνίτης χαρακτηρίζει αυτό που έδωσε ο Σαββόπουλος επιστημονικοφανή φάρσα και αντιπαραθέτει στο Μπαμπινιώτη την ανάγκη να τεθεί το ζήτημα με όλα τα «υπονοούμενά» του και αρνείται στο Ζουράρι την αξίωση να αντιμετωπιστεί η γλώσσα ως ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο όπως ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο δεν είναι ούτε ο ελληνικός λαός. Ο Σαββόπουλος θα επανέλθει, το ίδιο και ο Ράμφος.

Και όλα γίναν ιστορία, μία ενδιαφέρουσα και επίκαιρη ιστορία...

Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2009

7414 χαρακτήρες για τον Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή της Μαρίας Γεωργιάδου

Ξαναδιάβασα το βιβλίο από την οπτική μιας ήδη σχηματισμένης γνώμης, ότι ο Κ.Κ, αν και δεν ήταν Ναζί, εξυπηρέτησε τα συμφέροντά τους. Είχα ξεφυλλίσει το εμπεριστατωμένο, πολύπλευρο και πληρέστατο βιβλίο την Άνοιξη του 2008. Και τώρα βέβαια (Ιανουάριος 2009) δε μπορώ να ισχυριστώ ότι στάθηκα στις πάρα πολλές λεπτομέρειες και τεκμηριωμένες αναφορές σχετικά με τη ζωή του και περισσότερο με το έργο του. Ιδίως για το έργο του απαιτούνται εξειδικευμένες μαθηματικές γνώσεις.

Έτσι η ανάγνωσή μου ήταν μια τομή που έψαχνε να βρει συγκεκριμένα στοιχεία για τον πολιτικό βίο του Καραθεοδωρή. Βρήκα την απάντηση που ζητούσα στην αντίθετη στάση του Μπορ και κυρίως του Αϊνστάιν. Περισσότερο βρήκα, στη σελίδα 852, την πιο εύστοχη λακωνική διατύπωση του H. Mehrtens σχετικά με τον Καραθεοδωρή: «ανεύθυνη καθαρότητα».

Το ερώτημα τίθεται ως εξής: δικαιούται ο επιστήμονας ή γενικά ο «άνθρωπος των γραμμάτων» να επικαλείται το διαχωρισμό επιστήμης και κοινωνικής ευθύνης; Μπορεί να μιλάμε για ουδέτερη επιστήμη, ανεξάρτητη από κοινωνικές και ιστορικές συνισταμένες; Μπορεί να υπάρξει τέτοιος διαχωρισμός χωρίς να δημιουργήσει πλήθος ερωτήματα και αντινομίες;

(Καθώς «ξεφύλλιζα» τις 1100 σελίδες εξελίσσονταν ένας διάλογος σχετικά με τα γεγονότα του Δεκέμβρη 2008. Αφορμή ήταν η επικριτική στάση του Απ. Δοξιάδη και άλλων για τις δράσεις που διέκοπταν θεατρικές παραστάσεις και πολιτιστικές εκδηλώσεις).

Επανέρχομαι στον Καραθεοδωρή και τη ζωή του.

Στις σελίδες 170-172, παντρεύεται με την Ευφροσύνη Καραθεοδωρή, θεία του, μικρότερη κατά έντεκα χρόνια. Αυτό θα ήταν κουτσομπολιό, αν ο πεθερός του Κωνσταντίνου δεν ήταν ο Αλέξανδρος Καραθεοδωρή Πασά που ήταν ανώτερος διπλωμάτης στην υπηρεσία του Σουλτάνου. Συμμετείχε στη Συνδιάσκεψη Κωνσταντινούπολης (Δεκ ’76 – Ιαν ’77) και στο Συνέδριο του Βερολίνου 1876.
Στη σελίδα 250 ο Καραθεοδωρή δεν υπογράφει την «Έκκληση προς τον κόσμο του πολιτισμού» που δικαιώνει τη γερμανική επιθετικότητα και τον πόλεμο ως υπόθεση πολιτισμού. Υπογράφουν ενενήντα τρεις διανοούμενοι τον Οκτώβριο 1914, ανάμεσά τους ο Μαξ Πλάνκ. Δεν υπογράφει ο Χίλμπερτ, αν και είναι Πρώσος. Στις 22-4-1915 οι Γερμανοί χρησιμοποιούν δηλητηριώδη αέρια. Ο Καραθεοδωρή δεν υπογράφει το «Υπόμνημα των καθηγητών» που δικαιολογεί την επεκτατική πολιτική των Γερμανών. Υπογράφουν 1347 διανοούμενοι.

Συνεχίζω το ξεφύλλισμα με πιο κωδικοποιημένο τρόπο, παραθέτω τις σελίδες και τα γεγονότα.
251, το 1914 ο Hans Reichenbach αναρωτιέται για την απουσία των πανεπιστημιακών από τα κοινωνικά ζητήματα. «Στα πανεπιστήμιά μας δε συναντούμε παρά καθηγητές». Ο Fritz Haber θέτει την έρευνα σχετικά με τα δηλητηριώδη αέρια στην υπηρεσία του γερμανικού στρατού. Ο Einstein υπογράφει την πρώτη του έκκληση για ειρήνη.
535, το 1931 ο Καραθεοδωρή εργάζεται ως Κυβερνητικός Επίτροπος, χωρίς να αφήσει τη θέση του στη Γερμανία, για την αναδιοργάνωση των ελληνικών πανεπιστημίων
552, στις 21/5/1933 εισάγεται από το Σύνδεσμο Γερμανικών Πανεπιστημίων, χωρίς εξωτερική πίεση, η «αρχή του ηγέτη». Στις 11/11/1933 επτακόσιοι από τους δύο χιλιάδες καθηγητές υπογράφουν όρκο πίστης στο Χίτλερ.
555 – 579, συνεχείς διώξεις επιστημόνων φίλων του Καραθεοδωρή. Ο Max Born αναγκάζεται να πάρει άδεια σε ηλικία 51 ετών. Ο Otto Neugebauer αρνήθηκε να δώσει όρκο πίστης στο Χίτλερ και αναγκάστηκε να φύγει από το Γκέτιγκεν όπου έγινε διευθυντής του Μαθηματικού Ινστιτούτου για μία μέρα. Ο Einstein δηλώνει: «χαρακτηρίζω την κατάσταση στην τωρινή Γερμανία σαν μια κατάσταση ψυχικής ασθένειας των μαζών», φεύγει από την Πρωσική Ακαδημία και διαγράφεται από τη Βαυαρική την ίδια στιγμή που «πολλοί στερούνται την ελευθερία να εργάζονται και να κερδίζουν τη ζωή τους». Ο Καραθεοδωρή σιωπά. Διώκεται ο Χούσερλ και ανακαλείται ο τίτλος του καθηγητή, είναι 77 χρονών. Ο Καραθεοδωρή αποφασίζει να μείνει στη Γερμανία. Από δω και πέρα η ελευθερία των επιλογών του συνεχώς μειώνεται...
603, ο Καραθεοδωρή διορίζεται σε επιστημονικές επιτροπές και εκπροσωπεί τη Γερμανία σε διεθνείς επιστημονικές συναντήσεις και συνέδρια
598 και 683, τη νύχτα της 9ης προς 10η Νοεμβρίου 1938 γίνονται επιθέσεις με στόχο τους Εβραίους όλης της χώρας, είναι γνωστή ως «Νύχτα των Κρυστάλλων».
682, το 1938 απονέμεται στον Καραθεοδωρή τίτλος επίτιμου Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Στις σελίδες 881 – 891 υπάρχει χρονολογικό παράρτημα. Σταχυολογώ:
887, στις 28 Αυγούστου 1934 δίνει όρκο πίστης στο Χίτλερ.
888, στις 28 Μαΐου 1935 εκλέγεται μέλος της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών και στις 13 Ιουνίου 1935 διορίζεται στη Διεθνή Επιτροπή Μαθηματικών με διάταγμα του Βαυαρικού υπουργείου παιδείας. Στις 28 Οκτωβρίου 1936 γίνεται «παπικός ακαδημαϊκός».
889, το Σεπτέμβριο του 1938 συμμετέχει στην ετήσια συνέλευση της Γερμανικής Ένωσης Μαθηματικών.

Στις σελίδες 843 – 862 βρίσκεται ο ενδιαφέρων και πυκνός επίλογος. Στέκομαι επιλεκτικά στη διαπίστωση ότι οι ιστορικοί των μαθηματικών είναι ελάχιστοι και κατά συνέπεια υπάρχει μεγάλο κενό σε αυτόν τον τομέα. Επιστρέφω στην αρχική οπτική μου που καθόρισε την «ανάγνωση». Ο Καραθεοδωρή απόφυγε ή προσπάθησε να αποφύγει την ανάληψη ευθυνών απέναντι στα γεγονότα του καιρού του. Δέσμιος της επιλογής του να μείνει στη Γερμανία ήταν αναγκασμένος να σωπαίνει και να υπηρετεί. Ενδεικτικό είναι ότι δεν ανέφερε ποτέ το ολοκαύτωμα των Εβραίων ή τα ναζιστικά εγκλήματα στην Ελλάδα. Όμως δεν υπηρέτησε την ουδετερότητα της επιστήμης αλλά την «ανεύθυνη καθαρότητα» της.

Γνωρίζω ότι η ανάγνωση που έκανα είναι «προκατειλημμένη». Νομίζω, όμως, ότι δικαιώνεται. Επίσης νομίζω ότι δεν αδικεί το βιβλίο, δηλαδή τις σελίδες εκείνες που έχουν βιογραφικό χαρακτήρα. Δε στάθηκα καθόλου σχεδόν στις υπόλοιπες. Θέλω να πιστεύω ότι τα ζητήματα της επιστημονικής προόδου θα είχαν υπηρετηθεί αποτελεσματικότερα χωρίς τους φραγμούς της ιστορικής συγκυρίας. Αν δηλαδή δεν ίσχυε ότι επιστήμονες «πολλοί στερούνται την ελευθερία να εργάζονται και να κερδίζουν τη ζωή τους».

Για να «ισορροπήσω» τα πράγματα παραθέτω απόσπασμα από τον επίλογο (σελ. 851-852):
«Ο Einstein παρατηρούσε σχετικά: «Είναι πράγματι παράδοση της γερμανικής διανόησης να μη νοιάζεται για τις δημόσιες υποθέσεις. Ως προς αυτό, οι Γερμανοί διανοούμενοι διαφέρουν από τους συναδέλφους τους στις ΗΠΑ και στην Αγγλία. [...] Υποτάχθηκε η μεγάλη μάζα των Γερμανών διανοούμενων στις διαθέσεις των Ναζί; [...] Ήταν αρκετά πρόθυμοι να λένε: «Χάιλ Χίτλερ» και να αγνοούν πολλά από όσα συνέβαιναν γύρω τους, όσο μια τέτοιας μορφής υποταγή τους επέτρεπε να συνεχίζουν τη μελέτη τους για το ηλεκτρόνιο ή, ας πούμε, για την πρώιμη ιστορία της ισπανικής γλώσσας. Οι περισσότεροι από τους συναδέλφους μου στο Βερολίνο υιοθέτησαν αυτήν τη στάση και όχι στάση θετικής αποδοχής του Χιτλερισμού, ούτε ανησυχούσαν υπερβολικά για το εισόδημά τους. Δεν χρειάζεται να τονίσω ότι η στάση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Εδώ ελλοχεύουν πραγματικά οι μέγιστοι κίνδυνοι της εξατομικευμένης ειδίκευσης των διανοουμένων. [...] Ανεξάρτητα από το πόσο άνετα αισθάνονται στον γυάλινο πύργο οι επιστήμονες, υπάρχουν, ασφαλώς, στοιχεία που συνηγορούν σε αυτό. Η δυσκολία είναι να βρει κανείς την κατάλληλη ισορροπία».

Χωρίς να αμφισβητεί κάποια αυτονομία της επιστήμης, ο Einstein υπεδείκνυε ότι υπό ναζιστική κυριαρχία το καθετί ήταν πολιτικό και η προσδοκία ότι η επιστήμη θα μπορούσε να κρατηθεί αλώβητη από τις προκλήσεις των καιρών, να διατηρήσει την αγνότητά της σε συνθήκες πλήρους κατεδάφισης και της παραμικρής ανθρωπιστικής αξίας ήταν τραγική πλάνη. Αυτό που ο H. Mehrtens αποκαλεί «ανεύθυνη καθαρότητα» ισοδυναμούσε με οικτρή αυταπάτη.


silisav sidinoemis καθρεφτιζόμενος
(ένα κείμενο του Τ. Καμπύλη απο την Καθημερινή) για το βιβλίο της Μ. Γεωργιάδου)

Σάββατο, Μαρτίου 21, 2009

4801 χαρακτήρες για «την Κωνσταντίνα και τις αράχνες της», της Άλκης Ζέη

«Δανείστηκα» το βιβλίο από την Κωνσταντίνα. Όταν το διάβασε το σχολίασε, χωρίς να θυμάμαι πώς ακριβώς, κάτι που δε συνηθίζει.
Είναι ένας τρόπος να μιλήσει κανείς για ένα δύσκολο θέμα όπως τα ναρκωτικά. Ένα θέμα για το οποίο φαίνεται να επικρατεί σιωπή, ένοχη σιωπή ή ίσως αμηχανία εξαιτίας άγνοιας και τόσης ιδιομορφίας που το χαρακτηρίζει. Κι όμως, την ίδια στιγμή που δαιμονοποιείται ο καπνός, αναμφίβολα εθιστικός και τοξικός, δε γίνεται ανάλογη κουβέντα για τις άλλες ουσίες που προκαλούν εθισμό και κίνδυνο για την υγεία και τη ζωή των χρηστών.
Η Άλκη Ζέη «στήνει» ένα μυθιστόρημα χωρίς δραματοποιήσεις και ηθικοπλαστική διάθεση κηρύγματος. Για αυτό το λόγο ίσως είναι και πιο αποτελεσματικό. Μέσα από τη ζωντάνια της αφήγησης τίθεται το ζήτημα των ναρκωτικών, οι κοινωνικοί και ψυχολογικοί παράγοντες του μικρο-περιβάλλοντος και τα εφηβικά αδιέξοδα που προέρχονται από την πίκρα της βίωσης ενός κόσμου που παρουσιάζεται «τελεσίδικος». Οι εμμονές των ενήλικων να ερμηνεύουν ή να μην ερμηνεύουν τα συμβάντα γύρω τους και να εθελοτυφλούν είναι χαρακτηριστικό αυτού του κόσμου.
Ο προβληματισμός και η ισχυροποίηση των μηχανισμών της κριτικής σκέψης είναι τα κέρδη που αποκομίζει ο νέος αναγνώστης. Η διαπίστωση ότι υπάρχει ένας κόσμος στον οποίο δε σκύβουμε για να τον κατανοήσουμε είναι το κέρδος για μας τους ενήλικες.
Το βιβλίο έχει όλες τις αρετές του μυθιστορήματος και της καλλιεργημένης γραφής της Ζέη. Αποτελεί έργο που δεν απευθύνεται μόνο σε παιδιά. Ή καλύτερα, σέβεται τόσο τα παιδιά ώστε είναι και για μεγάλους κυρίως αν το δούμε ως μια κριτική ματιά και ως αυτοκριτική, εστιάζοντας στο ρόλο των γονέων και στο χαρακτήρα της γιαγιάς. Η «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» που κατεξοχήν απευθυνόταν σε μεγάλους μου είχε αρέσει τόσο για τη γραφή του όσο και για την επαφή του με την ιστορική πραγματικότητα. «Η Κωνσταντίνα και η αράχνες της» μου άρεσαν για τη γραφή και τη μυθοπλασία.
Όμως ποια είναι η ιστορία; Το ζευγάρι αποκτά ένα καχεκτικό παιδί, την Κωνσταντίνα που η γιαγιά της από την πρώτη στιγμή χαρακτηρίζει «λειψανάκι», ίσως πικραμένη και επηρεασμένη από το άλλο της εγγονάκι που έχασε. Οι καταστάσεις οδηγούν τους δασκάλους γονείς να φύγουν στη Γερμανία για να εργαστούν εκεί. Εκεί θα αλλάξει και η ζωή τους και θα οδηγηθούν στο χωρισμό. Ο πατέρας είναι αυτός που θα ανακοινώσει εύσχημα στη μικρή Κωνσταντίνα το «τελεσίδικο» γεγονός. Η λέξη αυτή όπως και η λέξη «δεδομένο», ακατανόητες για το παιδί, θα χαραχτούν στη μνήμη του. Οι νέες καταστάσεις και το πρόβλημα υγείας με τα βρογχικά που έχει η Κωνσταντίνα θα υποβάλουν την απόφαση να γυρίσει στην Ελλάδα για να ζήσει ένα χρόνο με τη γιαγιά της. Σύμφωνα με τα εκπαιδευτικά συστήματα θα πάει στην πρώτη Γυμνασίου. Η γιαγιά, η φάρμπουρ, όπως την προσφωνεί η εγγονή θα είναι το σημαντικό πρόσωπο στη ζωή της. Η αδυναμία της να υποκαταστήσει τους γονείς παρουσιάζεται δεδομένη. Είναι και η εμμονή της γιαγιάς στο παρελθόν με την αντίσταση και τους Γερμανούς που επέφεραν τόσα δεινά εκείνα τα χρόνια. Η ζωή για τη φάρμπουρ σταμάτησε τότε. Η Κωνσταντίνα έχοντας τη δυσπιστία προς τη γιαγιά της, που – ενδεικτικά – δεν της έδινε κλειδί από το σπίτι, ενώ στο Άαχεν είχε από πολύ μικρή, θα φύγει μια μέρα κρυφά με δυο τουρίστες Γερμανούς στον Προυσό. Είχε βρεθεί στο Καρπενήσι μαζί με τη γιαγιά και τις φίλες της για να δουν τα μέρη της καταγωγής και της «ελεύθερης Ελλάδας» της Κατοχής. Εκεί για πρώτη φορά θα δοκιμάσει ένα γαλάζιο χαπάκι που θα την κάνει να νοιώσει όμορφα. Στο σχολείο είναι ένας μεγαλύτερος συμμαθητής της, ο Λουμίνης, που θα γίνει ο κρίκος με τον κόσμο των «ουσιών». Η παρόμοια προσωπική τους ιστορία είναι ένα κοινό σημείο. Με το Λουμίνη, θα γνωρίσει και τη Λαίδη Ντ. που αποτελεί τον σκοτεινό και αδιευκρίνιστο κόσμο που δεν πρέπει να επισκεφτεί μόνη της. Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής θα έχει ένας καθηγητής, ο Μπένος, που θα προσεγγίσει συναισθηματικά την Κωνσταντίνα και θα αντιληφθεί την εμπλοκή της με τον κόσμο των «ουσιών».
Η Κωνσταντίνα θα οδηγηθεί από τις περιστάσεις, δηλαδή τη ματαίωση της φυγής στη Γερμανία, στο σπίτι της Λάιδης Ντ. Εκεί θα κάνει για χρήση ενδοφλέβια. Ο Λουμίνης θα είναι αυτός που θα τη μεταφέρει στα σκαλιά του σπιτιού της γιαγιάς. Ο Λουμίνης θα έχει το οριστικό τέλος εξαιτίας ενδοφλέβιας χρήσης. Η Κωνσταντίνα θα σωθεί.
Σε όλη αυτή την περιπέτεια η Άλκη Ζέη στέκεται με αγάπη και τρυφερότητα κοντά στην παιδική ψυχή και τις πίκρες που βιώνει από τον κόσμο των ενηλίκων. Αυτή η προσέγγιση είναι, ίσως, που κερδίζει τον μικρό αναγνώστη. Η συγγραφέας είναι κάποιος που τον καταλαβαίνει και δίνει αξία στις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Του δίνει χρόνο.
Συζητώντας το βιβλίο με την Κωνσταντίνα ρώτησα δυο πράγματα. Το πρώτο ήταν τι ακριβώς συμβαίνει στο βιβλίο και το δεύτερο γιατί η Ζέη έγραψε ένα τέτοιο βιβλίο. Και η συζήτηση είχε περισσότερο ενδιαφέρον από όσο φανταζόμουν...

silisav sidinoemis καθρεφτιζόμενος

Τετάρτη, Μαρτίου 11, 2009

2695 χαρακτήρες για τη σημαία και το έθνος της Σώτης Τριανταφύλλου και του Ηλία Ιωακείμογλου

Πρόκειται για δυο διεισδυτικά πολιτικά δοκίμια που καταγράφουν κριτικά και αναλύουν με κοινωνιολογική και ιστορική ματιά ένα συγκεκριμένο σύμβολο και μια αφηρημένη έννοια, τα οποία καθορίζουν την σημερινή πραγματικότητα.
Ο Ιωακείμογλου εστιάζει στην ελληνική πραγματικότητα και στην αφηρημένη και δύσκολα προσδιορίσιμη έννοια του έθνους. Το κείμενό του επανέρχεται στον ίδιο κριτικό άξονα που θεωρεί το έθνος δημιούργημα των νεότερων ιστορικών συνθηκών και της εθνικιστικής ιδεολογίας. Αυτή η επανάληψη σκέψεων, που ήδη έχουν διατυπωθεί, μπορεί να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για κείμενο προχειρογραμμένο και ανεπεξέργαστο. Ή μήπως αποτελεί χαρακτηριστικό διαλεκτικής σκέψης που καθορίζει και τη δομή του λόγου, έτσι ώστε να διαφαίνεται διαρκώς ή αφετηρία της κριτικής;
Η Τριανταφύλλου γράφει για την αμερικανική σημαία και αναλύει τους συμβολισμούς και τη λειτουργία της αποφεύγοντας το σκόπελο να μιλήσει άμεσα για τα δικά μας. Η αμερικανική ιστορία είναι κάτι που γνωρίζει καλά, αφού είναι διδάκτωρ αμερικανικής ιστορίας. Τα πολυσχιδή ενδιαφέροντά της είναι αξιοπερίεργα, τουλάχιστον. Από τη φαρμακευτική και τη γαλλική φιλολογία ως τις μεταφράσεις και τη συγγραφή. Ο δοκιμιακός κριτικός λόγος είναι καινούρια έκφραση των ανησυχιών της.
Τα δυο κείμενα συγκλίνουν. Πώς φτάνουμε στο σημείο ένα σύμβολο να είναι τόσο φορτισμένο συναισθηματικά, ώστε να προκαλεί συγκινήσεις ακόμα και δάκρυα μόνο στη θέασή του; Πώς ένα πανί αποκτά εκείνα το ιδεολογικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά που το ιεροποιούν; Πώς ο εθνικισμός κατασκευάζει το έθνος και διαμορφώνει την ψευδαίσθηση ότι συμβαίνει το αντίθετο; Οι συγγραφείς ισχυρίζονται ότι το σύγχρονο κράτος δημιουργεί την έννοια του έθνους και του λαού γιατί απαιτεί έναν ομογενοποιημένο πληθυσμό ο οποίος χαρακτηρίζεται και προσδιορίζεται κοινά και αναγνωρίσιμα.
Αυτή η προσέγγιση είναι διαφορετική από την κυρίαρχη. Αξιοποιεί τη μαρξιστική και διαλεκτική σκέψη για την ιστορία. Η αστική τάξη κατέχει την εξουσία και έχει τη δύναμη και τους μηχανισμούς να παράγει την εθνικιστική ιδεολογία ή ηπιότερους εθνικισμούς που γίνονται η ψυχοκοινωνική βάση για τη συγκρότηση των εθνών. Η σκέψη των συγγραφέων θυμίζει τη σχολή της Φρανκφούρτης που συνδύασε τη σκέψη του Μαρξ και την ψυχαναλυτική διείσδυση του Φρόιντ.
Έτσι, οι κοινωνικές δομές και το ιστορικό γίγνεσθαι, όπως καθορίζονται από τις υλικές δυνάμεις και τις σχέσεις που αυτές καθορίζουν, αντανακλώνται στη συνείδηση η οποία διαμορφώνεται ψευδώς και παράγει ιδεολογία. Με τη συνεισφορά της ψυχολογίας ερμηνεύονται κριτικά τα φαινόμενα της ιεροποίησης και της συναισθηματικής επένδυσης των συμβόλων όπως η σημαία. Η σημαία αποτελεί το συγκεκριμένο υλικό σύμβολο της αφηρημένης ιδέας του έθνους.


silisav sidinoemis καθρεφτιζόμενος

Τρίτη, Μαρτίου 10, 2009

2770 χαρακτήρες για τη διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας του Δημήτρη Ε. Τομπαΐδη

Αποτελεί εξέλιξη εγχειριδίου σημειώσεων για τη ΣΕΛΜΕ. Σαφές και κατανοητό, χωρίς επιστημονισμούς, αλλά με επιστημονική εγκυρότητα. Γραμμένο στο πνεύμα που δηλώνει ο τίτλος, όταν δηλαδή η διδασκαλία της νεοελληνικής αντιμετώπιζε τα πρακτικά προβλήματα που ανέκυπταν από τη σχολική τάξη. Ο συγγραφέας ήταν από αυτούς που «στρατεύτηκαν» για την αποτελεσματική διδασκαλία της δημοτικής.
Το βιβλίο έχει τόσο τα απαραίτητα θεωρητικά στοιχεία γενικής γλωσσολογίας, όσο και συγκεκριμένα για τη συγχρονία και τη διαχρονία της νεοελληνικής. Με συνοπτικό τρόπο παρουσιάζονται οι πρώτες επιστημονικές προσεγγίσεις και οι βασικές έννοιες που θεμελιώθηκαν από τον Φερντινάντ ντε Σωσσύρ (Ferdinand de Saussure) και οι δομιστικές / στρουκτουραλιστικές (structuralism) σχολές που ακολούθησαν στη γλωσσολογική επιστήμη. Να σημειωθεί ότι ο Νόαμ Τσόμσκι (Noam Chomsky) και η Γενετική Μετασχηματιστική Γραμματική της οποίας είναι εισηγητής κατατάσσεται στις στρουκτουραλιστικές θεωρίες. Αυτά στις πρώτες σαράντα σελίδες.
Ακολουθούν παρατηρήσεις γραμματικής φύσης με σαφή επισήμανση ότι πρόκειται για ιστορική, διαχρονική προσέγγιση της γλώσσας. Ο Μιχάλης Οικονόμου, ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ο Γεώργιος Χατζιδάκης είναι συνηθισμένες αναφορές του συγγραφέα. Η κριτική προσέγγιση που κάνει είναι το ενδιαφέρον αυτών των σελίδων. Όπως, για παράδειγμα, η τεκμηριωμένη διαπίστωση ότι στη νεοελληνική γλώσσα δεν έχουμε απαρέμφατο και απαρεμφατική σύνταξη. Ότι η ποντιακή διάλεκτος δεν έχει παρακείμενο (σελ. 151). Ότι η προφορά των φωνηέντων δε διαφοροποιείται σε μακρά και βραχεία, αλλά μπορεί να την αντιληφθεί κανείς στα βόρεια γλωσσικά ιδιώματα της χώρας μας, ειδικότερα στα τονιζόμενα φωνήεντα (βρέχει, που ακούγεται βρέεχει), όπου βέβαια, κατά τη «γραμματική» το έψιλον είναι βραχύχρονο.
Επίσης, κριτικά και συγκριτικά με πίνακες παρουσιάζονται, στις σελίδες 124-130 τα συστήματα κλίσης των ονομάτων σύμφωνα με α) τον Τριανταφυλλίδη, β) τον Τσομπανάκη και γ) τον Μπαμπινιώτη.
Σχετικά με το λεξιλόγιο της νεοελληνικής ο συγγραφέας παρουσιάζει την άποψη του Τριανταφυλλίδη από τις σελ. 90-103 της Γραμματικής του. Διακρίνονται τρία στρώματα λέξεων. Λέξεις που μπήκαν εξαρχής, από την αρχαιότητα στην ελληνική γλώσσα, λέξεις που μπήκαν από τη χριστιανική εποχή ως περίπου το 1800 και τρίτο, λέξεις που μπήκαν από το 1800 και εξής. Μπορείτε να βρείτε τις σελίδες 190 – 196 από το βιβλίο του Τομπαΐδη ΕΔΩ. Αυτή η περιγραφική παρουσίαση του νεοελληνικού λεξιλογίου έχει σημασία γιατί είναι σαφώς αποϊδεολογοποιημένη, όταν στη δεκαετία του ’80 η αρχαία ελληνική άρχισε να ξαναπαρουσιάζεται ως λεξιλογικός πλούτος από όπου πρέπει να αντλεί η νεοελληνική.
Τέλος σε δέκα περίπου σελίδες ο συγγραφέας δίνει χρηστικές συμβουλές για τη διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας. Συμβουλές χρήσιμες και σήμερα. ΕΔΩ

silisav sidinoemis καθρεφτιζόμενος