Παρασκευή, Ιουνίου 25, 2021

Κορίτσι, γυναίκα, άλλο, Bernardine Evaristo

      Τόσο σύνθετο, τόσο φευγάτο, τόσο ιδιαίτερο! Ένα απίστευτο πολυφωνικό παζλ, από διαφορετικές προσωπικότητες, ένας ύμνος στην αποδοχή του διαφορετικού, ένα ψηφιδωτό που κάθε του ψηφίδα είναι ένας ολόκληρος, μοναδικός κόσμος στον οποίο εισχωρεί με πρωτοποριακό τρόπο η συγγραφέας. Κάθε υποκεφάλαιο κι ένα γυναικείο όνομα, ένας πολύπλευρος βίος που ξεδιπλώνεται με τις αναζητήσεις και τις αντιφάσεις του σε ταξίδια και αναδρομές στο βαθύ παρελθόν, στα μυστήρια της καταγωγής, της μετανάστευσης, του ρατσισμού αλλά κυρίως της έμφυλης ταυτότητας. Οι κύριες ηρωίδες είναι γυναίκες: μαύρες, λευκές ή μιγάδες, λεσβίες, φτωχές ή πλούσιες, τρανς γυναίκες ή τρανς άντρες, μη δυαδικοί, ακόμα και μια περίπτωση «ελευθερόφυλου» (ουδέτερο γένος) ζουν στο -σχετικά- ανεκτικό και πολυπολισμικό σύγχρονο Λονδίνο (όπου οι άνθρωποι διακήρυσσαν με καμάρι την αποκλίνουσα σεξουαλική τους ταυτότητα) και απλώνουν σε μια τεράστια γκάμα αναζητήσεων τις δραστηριότητές τους.
     Το έργο είναι σπονδυλωτό και η σύνδεση ανάμεσα στα κεφάλαια μοιάζει να είναι πολύ χαλαρή: κάθε υποκεφάλαιο «στέκεται από μόνο του», εστιάζει σε ένα διαφορετικό πρόσωπο αλλά τα πρόσωπα αυτά δεν είναι μεταξύ τους άσχετα. Κάθε τρία υποκεφάλαια κλείνει κι ένα κεφάλαιο με ηρωίδες που έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους (π.χ. μάνα -κόρη-φίλη), ενώ υπάρχουν υπόγειες σχέσεις που συνδέουν όλες μεταξύ τους. Δώδεκα προσωπικότητες μοναδικές και ιδιόρρυθμες μέσα στην εκκεντρικότητά τους, με κοινό στοιχείο τη θέληση να βρουν την ταυτότητά τους, μια ταυτότητα όμως όπου να ζουν ελεύθερα από κάθε είδους περιορισμό, είτε στον κοινωνικό/ταξικό τομέα είτε στον φυλετικό (χρώμα, φύλο), που ασφαλώς είναι αλληλένδετα. Και γύρω απ’ αυτά τα επιλεγμένα πρόσωπα περιστρέφονται φίλοι, συγγενείς, παιδιά, πρόγονοι και απόγονοι με τις δικές τους ιδιαιτερότητες ο καθένας.
     Πώς διαχειρίζεται όλο αυτό το πολυσχιδές υλικό η συγγραφέας (πάμπολλα ονόματα, ποικίλες δράσεις, παρελθόν, καταγωγή, πάλη ιδεών); Με έναν πολύ πρωτότυπο τρόπο γραφής, που στην αρχή ξενίζει και αποσπά τον αναγνώστη, αλλά στη συνέχεια είναι φανερό ότι μ’ αυτόν τον τρόπο εξυπηρετείται το φιλόδοξο περιεχόμενο: δεν υπάρχει ΠΟΥΘΕΝΑ τελεία (η αλήθεια είναι ότι δεν το είχα προσέξει (!),το πρόσεξα καθώς το επισήμαναν άλλοι μπλόγκερς)∙ κάθε φράση (που μπορεί να αποτελείται από λίγες προτάσεις) είναι και παράγραφος, σα να διαβάζουμε δηλαδή ένα τεράστιο ποίημα, ή μάλλον μια αφήγηση σε στίχους (δεν υπάρχει δηλαδή η κλασική αφηγηματικότητα, αλλά ένα είδος ιμπρεσιονιστικού γραψίματος, με στοιχειώδη βέβαια χρονικό άξονα αλλά κυρίως εσωτερικό ειρμό). Η γραφή μοιάζει με ποιητική όχι μόνο λόγω φόρμας (που σε ωθεί να «παίρνεις ανάσα» κάθε φορά που αλλάζει ο στίχος), αλλά και από την άποψη ότι η συγγραφέας σα να επιλέγει στιγμές από τον βίο και τη δράση κάθε ηρωίδας που παρουσιάζει, στιγμές όμως καθοριστικές, σημαντικές με την αρχική έννοια ότι αποτελούν «σημάδι» μιας κατάστασης, ενός συναισθήματος, μιας μύχιας σκέψης, ενός ονείρου, μιας προσδοκίας. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι έχουμε «εσωτερικό μονόλογο» σε γ΄ενικό.

(Σημείωση: Στις παρουσιάσεις των βιβλίων προσπαθώ να αποφύγω την «περίληψη», αν και κάποιες φορές η αναφορά στην υπόθεση είναι αναπόφευκτη. Ωστόσο, αυτό το βιβλίο είναι τόσο σύνθετο, ένα σύχρονο «έπος» που περιλαμβάνει χαρακτηριστικές προσωπικότητες σύγχρονων μαχητριών, και για να αντιληφθεί κάποιος το εύρος στο κοινωνικό-ψυχολογικό-ιδεολογικό πεδίο, ένιωσα αναγκαία την παράθεση των βιογραφικών στοιχείων και των σχέσεων μεταξύ των ηρωίδων. Βέβαια, αυτό που αξίζει πάνω απ’ όλα και δεν μεταφέρεται είναι ο ΤΡΟΠΟΣ που όπως είπαμε είναι παραστατικός, αντιστικτικός, ιμπρεσιονιστικός)

Άμα, Γιαζ, Ντόμινικ
     Η Άμα (πατέρας από Γκάνα-πολιτικοποιημένος, μητέρα μιγάς), η πρώτη στη σειρά ηρωίδα, είναι η πιο συνειδητή και φανατική φεμινίστρια, μαύρη και λεσβία, και με κάποιον τρόπο ο συνδετικός κρίκος όλων σχεδόν των ηρωίδων. Μια αντάρτισσα που πετούσε χειροβομβίδες στο κατεστημένο που την απέκλειε, μια καθολικά ανατρεπτική προσωπικότητα σε όλους τους τομείς, με επαναστατική/ακτιβιστική δράση (π.χ. μπίρα στο κεφάλι σκηνοθέτη επειδή έβαλε στο έργο του μισόγυμνες μαύρε γυναίκες σαν γλάστρες), που ασχολείται με το πρωτοποριακό θέατρο κι ετοιμάζεται για την πρεμιέρα του έργου της «Η τελευταία αμαζόνα της Δαχομέης». Πολύ φίλη («αδερφή ψυχή») με τη Ντόμινικ, μαζί κάνουν τσαμπουκάδες, μαζί διαβάζουν εναλλακτικά βιβλία, απαιτούν να παίξουν μαύρες ηθοποιοί ρόλους του Σέξπηρ (διευθυντής σχολής: ήρθες εδώ για να γίνεις ηθοποιός όχι πολιτικός).
     Η πολιτική διάσταση της δράσης της Άμα (και της Ντόμινικ μέχρι να φύγει για Αμερική) έχει πολύ ενδιαφέρον, αν και για μένα ήταν ο πιο αντιπαθής, μονοκόμματος και φανατισμένος εναντίον του αντρικού στοιχείου χαρακτήρας (σεξισμός απ’ την ανάποδη). Αρχικά, αντιλαμβάνεται γρήγορα ότι ο σοσιαλιστής πατέρας της δεν παύει να αναπαράγει τα πατριαρχικά πρότυπα. Εντοπίζει και στηλιτεύει και στις πιο αδιόρατες καθημερινές περιστάσεις τον υποβόσκοντα ρατσισμό (συζητούσαν πώς ένιωθαν όταν λευκοί άντρες έδιναν τη θέση τους στα δημόσια μέσα μεταφοράς σε λευκές γυναίκες (που ήταν σεξιστικό), αλλά όχι σ’ αυτές (που ήταν ρατσιστικό)). Ο «Θεατρικός Θίασος άγριων Γυναικών» είναι ο μόνος τρόπος να μην προδώσουν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις για να βρουν δουλειά (όπως Εμείς το Θέλουμε ή Καθόλου). Στο εγκαταλελειμμένο κτίριο όπου εγκαταστάθηκαν, βρίσκουν καταφύγιο και διεκδικούν τους όρους τους (πολύ γέλιο) χορτοφάγοι, χίπηδες, περιβαλλοντολόγοι, μαρξιστές, Χάρε κρίσα, πανκ, γκέι, λεσβίες ριζοσπαστικές φεμινίστριες, μαύρες λεσβίες ριζοσπαστικές φεμινίστριες, αναρχικοί (που αποχώρησαν επειδή οποιαδήποτε μορφή διακυβέρνησης αποτελούσε προδοσία όλων εκείνων στα οποία πίστευαν) κλπ!.
     Το υποβόσκον χιούμορ, η λεπτή σάτιρα είναι ιδιαίτερα εμφανής σ’ αυτό το πρώτο υποκεφάλαιο αφιερωμένο στην Άμα, γιατί και κείνη είναι αδιαπραγμάτευτα «ισονομιστική» (κράτησε μυστική την αδυναμία της για τα μεγάλα βυζιά επειδή ήταν μη φεμινιστικό να απομονώνει κανείς μέρη του σώματος για σεξουαλική αντικειμενοποίηση). Δεν κοιμάται ποτέ με την ίδια γυναίκα πάνω από δυο τρεις φορές γιατί σιχαίνεται τη δέσμευση. Παρόλ’ αυτά έχει κάποιες σταθερές φιλίες, τη θυελλώδη Ντόμινικ και την σεμνή και «συντηρητική» Σέρλι , πιστή και αφοσιωμένη από τα 11 τους χρόνια (για πολύ καιρό η σχέση τους έμοιαζε μονόπλευρη, μέχρι που η Άμα σκέφτηκε ότι έκανε την ασφαλή και προβλέψιμη ζωή της Σέρλι πιο ενδιαφέρουσα και απαστράπτουσα).
     Η κόρη της, Γιαζ, (το θαύμα που ποτέ δεν είχε σκεφτεί ότι ήθελε), το «αντικομφορμιστικό της πείραμα», παιδί του σωλήνα με πατέρα τον Ρόλαντ (γκέι) γίνεται γρήγορα ο «δάσκαλός» της. Καθώς μπαίνουμε στην παρουσίαση της Γιαζ, η αφήγηση γίνεται πιο ενδιαφέρουσα, λιγότερο μονοκόμματη… Η Γιαζ, καθώς μεγαλώνει με εφτά νονές και δυο νονούς, με ανατροφή τόσο «ελεύθερη» που προκαλεί γέλια, την αποκαλεί τη μάνα της «φεμι-ναζί», και γίνεται ένα πανέξυπνο πλάσμα που αποκρούει κάθε ακρότητα και «καταναγκασμό ελευθερίας» που της επιβάλλει η μητέρα της (αυτό είναι το πρόβλημα όταν έχεις μια κόρη τόσο οξυδερκή που μπορεί να διακρίνει τις μαλακίες της μάνας της σαν ακτινογραφίες). Η Γιαζ δεν θέλει να αυτοαποκαλείται φεμινίστρια (ο φεμινισμός θυμίζει κοπάδι/τα φύλα είναι τεχνητά/οι γυναικείες σου πολιτικές μαμάκα, δεν θα ισχύουν ποτέ/ εγώ είμαι ανθρωπίστρια που είναι σε πολύ ψηλότερο επίπεδο από τον φεμινισμό), δεν θέλει να απολαύσει το έργο της Άμα και κοιτάει όλους της γενιάς της μάνας της με κριτική ματιά (π.χ. βάζει σε κατηγορίες τους νονούς και τις νονές ανάλογα με το πόσο γαλαντόμοι είναι). Αλλά και ο πατέρας της δεν μένει παραπονεμένος από την κοφτερή κριτική της Γιαζ.
     Η Γιαζ, απηυδισμένη από την «πολυφυλετική πορνεία» της μάνας της με τις αναρίθμητες γκόμενες, αναζητά τον ρομαντικό έρωτα, όμως συνειδητοποιεί ότι ανήκει στη Γενιά «Swipe-Like-Chat-Βγαίνουμε-Πηδιόμαστε». Τους κοινωνικούς προβληματισμούς της τους μοιράζεται με τα «κολλητάρια» της, τη Σομαλή μουσουλμάνα Γουόρις (οι άνθρωποι είναι τόσο ηλίθιοι που πιστεύουν ότι πάνω από 1,5 δισ. μουσουλμάνοι σκέφτονται και φέρονται με τον ίδιο τρόπο) την πλούσια αιγύπτια Νένετ και την Κόρτνεϋ που μεγάλωσε σε φάρμα. Κι αυτοί οι προβληματισμοί δεν αφορούν μόνο σεξιστικά θέματα, αλλά διαφορές ταξικές και διαφορές στην κουλτούρα τους.
     Μπαίνοντας στο υποκεφάλαιο «Ντόμινικ» το ενδιαφέρον κορυφώνεται: η Ντόμινικ, η εντυπωσιακή φίλη της Άμα, γνωρίζει την «θεσπέσια οπτασία» Νζίνγκα, μια ακόμα πιο εντυπωσιακή αφροαμερικανίδα από την Γκάνα, βασικά «Αντρογυναίκα», με απίστευτο -κι αυτή- παρελθόν, που δουλειά της είναι να… χτίζει ξύλινα σπίτια σε γυναικείες κοινότητες («ριζοσπαστική ακτιβίστρια φεμινίστρια λεσβία οικοδόμος» (!). Παρακολουθούμε μια ιστορία σταδιακής πολιορκίας σωματικής και ψυχικής, μια ιστορία άσκησης επιβολής και εξουσίας (η Ντόμινικ αποφάσισε ότι η Νζίνγκα ήταν μια νεράιδα σταλμένη να τη βοηθήσει να γίνει μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού της) σε όλα τα επίπεδα (π.χ. ως βέγκαν θέλει να τρώνε όλοι σύμφωνα με τις δικές της προτιμήσεις).
     Οι ακρότητες πάνε σύννεφο (π.χ. «ρατσιστικές επιπτώσεις του να πατάει κανείς ένα μαύρο χαλάκι στην είσοδο») και οι συγκρούσεις με τον κύκλο της Άμα είναι αναπόφευκτες, δεδομένου ότι και η Άμα είναι ισχυρή προσωπικότητα. Όμως, η καινούρια Ντόμινικ πίστευε ασυζητητί όλες τις μαλακίες που ξεφούρνιζε η βασίλισσα του βουντού, κι έτσι, όταν η Νζίνγκα έστειλε τελεσίγραφο στη Ντόμινικ να πάει στην Αμερική μαζί της αλλιώς χωρίζουν, εκείνη την ακολούθησε στο κοινόβιο «το Πνεύμα του φεγγαριού».
     Η επιρροή και η επιβολή γίνεται καταδυνάστευση (η Νζίνγκα δεν έβλεπε ποτέ τον εαυτό της σαν κάτι λιγότερο από αλάνθαστη), όλα γίνονται δυσάρεστα, μέχρι που η Νζίνγκα τής αλλάζει και το όνομα! Η Ντόμινικ «με τη θέλησή» της ζει σαν φυλακισμένη ώσπου μετά από τρία χρόνια αυξανόμενης χειραγώγησης εμφανίζεται στην Αμερική η από μηχανής θεός: η Άμα. Σπαρταριστά επεισόδια ακολουθούν με τις συγκρούσεις των δύο υπερ-προσωπικοτήτων, με την Ντόμινικ να υπερασπίζεται ψελλίζοντας τον νέο της εαυτό (η Νζίνγκα μού δείχνει πώς να ζω μια πραγματικά φεμινιστική ζωή, η αρσενική ενέργεια διαταράσσει κλπ κλπ) ώσπου η Άμα οργανώνει «σχέδιο διάσωσης»!  
     Παρακολουθούμε την αργή αποκατάσταση της ψυχικής ισορροπίας της Ντομινίκ ύστερα από τον βιασμό αυτόν της προσωπικότητάς της, κάνοντας μέχρι και ψυχοθεραπεία για «γυναίκες που έχουν επιζήσει από ενδοοικογενειακή κακοποίηση» (η Ντόμινικ κατάλαβε ότι είχε νιώσει έλξη για τη Νζίνγκα επειδή υποσυνείδητα έψαχνε να βρει μια μητέρα να τη φροντίζει).

Κάρολ, Μπούμι, ΛαΤίσα
     Μια πολύ διαφορετική προσωπικότητα ξεπροβάλλει από την αρχή του υποκεφαλαίου, μέσα σ’ ένα φουτουριστικό σκηνικό από κυλιόμενες σκάλες, τεράστιους διαδρόμους με οροφές από γυαλιά και ατσάλι. Η Νιγηριανή Κάρολ, με τελείως κυριλέ εμφάνιση, δουλεύει στο Λονδίνο στο χρηματιστήριο. Με πονεμένο παρελθόν (ομαδικός βιασμός στα 13) πέρασε μια περίοδο σοκ χωρίς να το έχει πει σε κανέναν, αλλά ύστερα έκανε ως μαθήτρια τη μεγάλη εσωτερική επανάσταση: ζήτησε από τη μονόχνωτη καθηγήτρια Σέρλι Κινγκ ( «Στρίγγλα», «Μαλάκω», ο Δράκος του σχολείου», διευθύντρια του «Πράσινου Σπιτιού», θα την δούμε παρακάτω) που την είχε ξεχωρίσει ως μαθήτρια, να τη βοηθήσει να σπουδάσει σε ανώτερη σχολή.
     Έτσι, σε αντίθεση με τις ηρωίδες της πρώτης ενότητας, βλέπουμε μια πλήρως ενταγμένη στο σύστημα προσωπικότητα, με συσκέψεις και πελάτες που αιφνιδιάζονται όταν βλέπουν μια σκουρόχρωμη, μια κοπέλα που θα έπρεπε να σπρώχνει ένα τρόλεϊ με καφέδες ρέπει συνέχεια να υπερασπίζεται τον ρόλο της). Μια μαχητική προσωπικότητα που, σε αντίθεση με τις επίσης μαχητικές Άμα, Ντόμινικ κλπ, αγωνίστηκε για την επαγγελματική της θέση μετά από άπειρες δυσκολίες (ορφανή από πατέρα, μητέρα καθαρίστρια κλπ), κατάφερε να ενσωματωθεί π.χ. ως προς την εγγλέζικη προφορά ή ως προς την εμφάνιση (δόξα τω θεώ δεν είναι πολύ χοντρά τα χείλη της)(!), μαθαίνει «κοινωνική συμπεριφορά». Ωστόσο, πάντα δίνονται αφορμές για να διεκδικεί την ίση αντιμετώπιση.
     Κι εδώ έχουμε σπαραχτική αφήγηση, αναδρομή στα φοιτητικά χρόνια της Κάρολ (θα έμενε για πάντα γνωστή ως η φοιτήτρια με την τρελή Αφρικανή μάνα), με φαγητό «από τη λίθινη εποχή» κλπ, κλπ… Εποχή που αισθάνεται μόνη, παραγκωνισμένη, δαχτυλοδειχτούμενη, τόσο που λιποψυχά και θέλει να σταματήσει. Όμως επεμβαίνει η φοβερή μητέρα Μπούμι (την συναντάμε παρακάτω): πρέπει να βρεις ανθρώπους που θα θέλουν να είναι φίλοι σου ακόμα κι αν είναι όλοι λευκοί/να δώσεις τις μάχες για τα βρετανικά πατρογονικά σου δικαιώματα, σαν αληθινή Νιγηριανή. Έτσι, αρχίζει και αποκλείει όσους δεν την ενδιαφέρουν.
     Το μοντέλο της σέξι υπαλλήλου («κομψά λεπτή») δεν μπορεί παρά να τραβήξει την προσοχή του γερο-σαλιάρη αφεντικού της, ο οποίος παρόλη την απόρριψη την προάγει σε αντιπρόεδρο. Ο γάμος της με τον λευκό Φρέντι, (γνήσια αριστοκρατικό κολλεγιόπαιδο) εξασφαλίζει την πλήρη ένταξη στον κόσμο των ονείρων της.
     Μπαίνοντας ο αναγνώστης στο επόμενο υποκεφάλαιο, στην προσωπικότητα της Μπούμι, της μητέρας της Κάρολ, βλέπουμε να ανακυκλώνονται κάποια γεγονότα από άλλη οπτική γωνία. Η Μπούμι δεν φαντάστηκε ότι η επιτυχία της Κάρολ στο «πανεπιστήμιο για πλούσιους» -και μάλιστα η ίδια την προέτρεψε να μην τα παρατήσει- ήταν η αρχή μιας σειράς συνηθειών που θα απομάκρυναν την κόρη της από την νιγηριανή κουλτούρα, με αποκορύφωμα τον αρραβώνα της με τον λευκό, Άγγλο Φρέντι (φτύνεις το λαό σου, φτύνεις τη ζωή του μπαμπά σου). Δεν άργησε η σύγκρουση, όμως η σοφή και παραδοσιακή Μπούμι δεν διάλεξε τον θυμό και τον καταναγκασμό, αλλά στην αρχή την αδιαφορία∙ στη συνέχεια όμως με μια πανέξυπνη επίθεση στον κούφιο καταναλωτικό χαρακτήρα του δυτικού πολιτισμού, κατάφερε τη συμφιλίωση.
     Καθώς ο συγγραφέας μάς οδηγεί στο παρελθόν της Μπούμι, ανακαλύπτουμε ότι είναι μια εξίσου δυναμική γυναίκα δεδομένων των διαφορετικών συνθηκών ­ (καταγωγή από το Δέλτα του Νίγηρα, πεθαίνει ο πατέρας –ανατινάχτηκε όταν προσπαθούσε παράνομα να διυλίσει ντίζελ-, τους διώχνουν κι απ’ τα δύο πατρικά σπίτια, κι η μάνα της αγωνίζεται σκληρά για να μορφώσει την κόρη της αλλά πεθαίνει κι εκείνη∙ με τη βοήθεια μιας θείας η Μπούμι σπουδάζει μαθηματικά στο πανεπιστήμιο του Ιμπαντάν, όπου γνωρίζει τον Ογκάστιν, τον πατέρα της Κάρολ). Όταν μετανάστευσαν στη Βρετανία προσγειώνονται απότομα (η Μπούμι παραπονιόταν ότι ο κόσμος την έβλεπε σε σχέση με αυτό που έκανε (καθαρίστρια) και όχι με αυτό που ήταν (μια μορφωμένη γυναίκα)). Γιατί γρήγορα ανακαλύπτει ότι το πτυχίο μιας τριτοκοσμικής χώρας δεν έχει καμιά αξία, κι ότι οι αιτήσεις της για δουλειά δεν εξετάζονται καν. Ο πρώιμος θάνατος του Ογκάστιν την κάνει να χάσει την πίστη της, αλλά γρήγορα αποφασίζει να πάρει τα ηνία της ζωής της ιδρύοντας δικό της γραφείο καθαρισμού. Η «διευθύνουσα σύμβουλος των Διεθνών Υπηρεσιών Καθαρισμού ΜΓ ΕΠΕ (!)» υποδέχεται ως πρώτη πελάτισσα την Πενέλοπι Χάλιφαξ (κι αυτή ηρωίδα του βιβλίου), που όπως θα μάθουμε παρακάτω ήταν καθηγήτρια στο σχολείο της Κάρολ, μαζί με την Σέρλι Κινγκ.
     Η Μπούμι εξελίσσεται όχι μόνο επαγγελματικά αλλά και συναισθηματικά, μέχρι που ερωτεύεται μια νιγηριανή καθαρίστρια (άλλη περιπτωσάρα) κι έχει μια σύντομη περιπέτεια μαζί της (ξαφνιάστηκε με το πόσο την αναστάτωσε αυτό), αλλά όταν την πλησίασε διακριτικά και με τακτ ο Κόφι -μια όψιμη ρομαντική ιστορία που απλώνεται σε αρκετές σελίδες- ξαναγεννήθηκε σε όλα τα επίπεδα και προχώρησε σε μια σχέση ζωής, ενώ παράλληλα η ηρωίδα μας αποδέχτηκε και τον «ξένο» Φρέντι ως γαμπρό της κόρης της (είπε στον Κόφι ότι ο Φρέντι έκανε την Κάρολ ένα πολύ πιο χαλαρό και χαρούμενο άτομο).
     Την τρίτη ηρωίδα του κεφαλαίου, την ΛαΤίσα, τη συναντήσαμε τη μέρα του βιασμού της Κάρολ. Ήταν η κοπέλα που έκανε το τρομερό πάρτι. «Σήμερα» είναι προϊσταμένη σε τμήμα σούπερ μάρκετ, η Υποστράτηγος μαμά, όπως την φωνάζουν τα τρία της αγόρια. Ήταν μια κοπέλα ξεσαλωμένη, εριστική, ανόητη χωρίς κανένα προσόν που δεν άκουγε κανέναν, και τρομερά αυθάδης απέναντι στη Σέρλι Κινγκ (τη «Μαλάκω» που λέγαμε), που παρόλ’ αυτά προσπαθούσε να την κάνει να πιστέψει στις ικανότητές της (δεν είσαι χαζή, ΛαΤίσα, μακάρι να στρωνόσουν στη δουλειά).
     Με καταγωγή από την Καραϊβική, με πατέρα (μεγαλωμένο με χίλια βάσανα) που τον λατρεύει, όταν βρίσκονταν πια στο αποκορύφωμα της αστικής οικογενειακής ευτυχίας, εκείνος έφυγε (η ΛαΤίσα κάθισε στο παράθυρο του λίβινκ ρουμ και περίμενε να γυρίσει) πριν τα 13 της χρόνια. Λίγο πριν το θρυλικό πάρτι ήδη μισούσε το σχολείο, και μετά το θρυλικό πάρτι η μάνα της που γύρισε πιο νωρίς από το αναμενόμενο και βρήκε το χάος έδωσε στην ΛαΤίσα το ξύλο της χρονιάς της (ήταν αυτό που η μαμά της αργότερα χαρακτήρισε «σημείο καμπής» στη σχέση τους).
     Παρακολουθούμε με την επιλεκτική μέθοδο της συγγραφέα τις τρεις διαφορετικές παροδικές και οδυνηρές «σχέσεις» με τις οποίες η ΛαΤίσα έκανε τα τρία της αγόρια, σε διάστημα 4 χρόνων (21 χρονών είχε και τα τρία), ενώ ο τρίτος πατέρας είναι αυτός που βίασε την Κάρολ –( ΧΑΟΣ). Τα βαζε με τον εαυτό της που ήταν τόσο ηλίθια, ναι, ηλίθια. Όμως καταφέρνει να γίνει η «νέα ΛαΤίσα» που τώρα κοντεύει τα τριάντα και το έχει πάρει απόφαση ότι θα μείνει αδέσμευτη όσον καιρό χρειαστεί. Κι έτσι απροσδόκητα, σ’ αυτήν τη στροφή της ωριμότητας εμφανίζεται απ’το πουθενά ο πατέρας, , ένας γίγαντας που τα εντεκάχρονα παιδιά της δεν ήξεραν πώς να αντιμετωπίσουν, όμως ο μικρός κι ο πιο ατίθασος έλαμπε κοιτάζοντας τον παππού του, με μια τόσο αγγελική έκφραση στο πρόσωπό του/ που η ΛαΤίσα κατάλαβε ότι ο μικρός της γιος χρειαζόταν τον πατέρα της στη ζωή του.

Σέρλι, Γουίνσομ, Πενέλοπι

Η Σέρλι προχώρησε αρκετά για παιδί της δεύτερης γενιάς
     Σ’ αυτό το κεφάλαιο ο φακός στρέφεται στη Σέρλι (πιστή συντηρητική φίλη της Άμα, όπως είδαμε), και στην Πενέλοπι, κι οι δυο δυναμικές καθηγήτριες στο σχολείο της Κάρολ και της ΛαΤίσα (σχολείο Αρρένων και Θηλέων του Πέκαμ), ενώ η Γουίνσομ είναι η μητέρα της Σέρλι.
     Η Σέρλι είναι το καμάρι των γονιών της, που κατάφερε να μπει στο πανεπιστήμιο σε αντίθεση με τους δυο μεγαλύτερους αδερφούς της. Η καλύτερή της φίλη, η Άμα, το μόνο μαύρο κορίτσι στην τάξη της, της ομολόγησε στα 16 της ότι είναι λεσβία (που αρχικά ήταν αρκετά αηδιαστικό/της φάνηκε σαν προδοσία της φιλίας τους/τελικά αποφάσισε ότι εφόσον η Άμα δεν την γούσταρε δεν πολυπείραζε).
     Την βλέπουμε ως καθηγήτρια μέσα στο σκηνικό του σχολείου, να δουλεύει με αγάπη και αυτοπεποίθηση, με κάποιες αρχές, αντιμετωπίζοντας ήρεμα και εναλλακτικά τις προκλήσεις (π.χ. σβάστικες στα θρανία). Είναι χαρακτηριστικό ότι παίρνει εξαιρετικές κριτικές στην πρώτη της αξιολόγηση (η Σέρλι ένιωσε ότι τώρα είχε αρχίσει η πίεση να είναι σπουδαία δασκάλα και πρέσβειρα/για κάθε μαύρο άτομο στον κόσμο). Γίνεται έμπειρη δασκάλα παρά τις δυσκολίες για τους εκπαιδευτικούς την εποχή της Θάτσερ (πολλά παιδιά, πίνακες αξιολόγησης, περιορισμένες ελευθερίες στους καθηγητές ως προς τη διδασκαλία, «γραφειοκρατική παράνοια»).
     Με τον σύντροφό της Λένοξ, δικηγόρο με καταγωγή από την Γουιάνα, που βιώνει κι αυτός ρατσισμό, κουβέντιασε το θέμα (η εξυπνάδα δεν είναι έμφυτη αλλά επίκτητη), για να καταλήξει στον στόχο της ζωής της (δουλειά μου ως δασκάλας είναι να βοηθήσω όσους μειονεκτούν). Αυτό είναι και το σκεπτικό με το οποίο αποφάσισε να βοηθήσει την Κάρολ, που δεν ήταν κι εύκολη περίπτωση. Στο «σήμερα», η Σέρλι έχει δυο κόρες και εγγόνια.
     Βλέπουμε τις σχέσεις της με τους συναδέλφους που είναι σχετικά καλές(που μάλλον οφείλεται στον ήπιο χαρακτήρα της Σέρλι), αν και υπάρχει ένας άλφα ρατσισμός. Η Πενέλοπι (διευθύντρια της έκτης τάξης), η μόνη δυναμική γυναίκα που υπερασπίζεται τη διαφορετική της γνώμη στις συνεδριάσεις, αρχικά δεν της μιλά, μετά όμως μαζί κρίνουν τις κοσμοϊστορικές αλλαγές στην εκπαίδευση. Κι όμως η Σέρλι επεμβαίνει στον απαράδεκτο ρατσισμό που υπάρχει στην πρόταση της Πενέλοπι (πιστεύω ότι πρέπει να κάνουμε την κοινωνία πιο ίση για τα παιδιά μας) με πολύ παιδαγωγικά κριτήρια (δεν τα πάνε όλοι καλά υπό πίεση ούτε δείχνουν όλοι την εξυπνάδα τους σε νεαρή ηλικία, μπορεί να την αποκτήσουν αργότερα/πρέπει να είμαστε κάτι παραπάνω από δάσκαλοι).
     Με τη νέα χιλιετία η κατάσταση στην εκπαίδευση χειροτερεύει, και η Σέρλι, που υπερασπιζόταν με πάθος τον Νόμο περί Εκπαίδευσης του 1944 (θέμα της διατριβής της), νόμο που ενισχύει το δημόσιο σχολείο, έχει απηυδήσει από τον δημόσιο τομέα ακόμα κι αν αλλάξει σχολείο (η σκέψη ότι θα περνούσε από συνέντευξη από μια ομάδα αγνώστων που θα εξέταζαν εξονυχιστικά το μυαλό της, τις δεξιότητές της, τη φιλοσοφία της για τη διδασκαλία κλπ κλπ ).
     Οι διακοπές των έξι εβδομάδων στο κτήμα των γονιών της είναι μια μεγάλη ανάσα (η Σέρλι ζει για τη στιγμή κάθε καλοκαίρι που το ταξί φτάνει στην παραλία) αναζητώντας τη θαλπωρή που της προσφέρει η Γουίνσομ.
     Κι ο φακός δείχνει την Γουίνσομ που υποδέχεται όλη την ευρεία οικογένεια στο σπίτι των διακοπών, κι έτσι βλέπουμε τη Σέρλι ΚΑΙ μέσα από τα μάτια της μητέρας της Γουίνσομ (η Σέρλι/που ποτέ δεν είναι ευχαριστημένη με αυτά που είχε: εξαιρετική υγεία, άνετη δουλειά, ωραίο άντρα, αξιγάπητες κόρες και εγγονή, καλό σπίτι κ.α.).
     Η Γουίνσομ (πρώτης γενιάς μετανάστρια), πέρασε τη ζωή της ως εισπράκτορας σε λεωφορείο και τώρα στα 80 της, μαζί με τον άντρα της Κλόβις, έχει στήσει μια αξιοπρεπή ζωή για την πολυμελή της οικογένεια (έχουν μέχρι και δισέγγονα) φιλοξενώντας όλους στο εξοχικό σπίτι στα Μπαρμπέιντος. Έχει φίλες με τις οποίες έχουν στήσει ομάδα ανάγνωσης λογοτεχνίας, με συζητήσεις των οποίων τις «κορυφές» μας δείχνει η συγγραφέας (π.χ. έκαναν έναν καυγά, όχι, δεν ήταν καβγάς, τις προάλλες, για το αν ένα ποίημα ήταν καλό επειδή ταυτίζονταν μ’ αυτό ή αν ήταν καλό από μόνο του/η Μ. είπε ότι ήταν θέμα των ειδικών της λογοτεχνίας να αποφασίσουν τι ήταν καλό, εκείνες ήξεραν μόνο αν τους άρεσε ή όχι).
     Γνωρίζουμε έτσι λοιπόν όλη την οικογένεια της Γουίνσομ, επομένως και της Σέρλι. Η Ρέιτσελ, εγγονή, ρωτά την Γουίνσομ για τη γνωριμία της με τον παππού (στη Γουίνσομ αρέσει το γεγονός ότι η Ρέιτσελ είναι αρκετά περίεργη να μάθει ποια ήταν η γιαγιά της πριν γίνει μητέρα, όταν ήταν ο εαυτός της, όπως το περιέγραψε).
     Κι έτσι, όπως και στις άλλες «βιογραφίες», ακολουθεί μια αναδρομή στο παρελθόν. Ήταν κι οι δυο παιδιά ψαράδων, κι αφού γνωρίστηκαν κι ερωτεύτηκαν απρόσκοπτα, ο Κλόβις ήθελε να ασχοληθεί με την ψαρική, μα οι φτωχοί άνθρωποι στο Πλίμουθ δεν έδιναν δουλειά σ΄έναν ξένο. Μια πανέμορφη εικόνα των δύο εντυπωσιακών «έγχρωμων» ντυμένων με τα καλά τους, εξήντα χρόνια πίσω, να γυρεύουν την τύχη τους με μια βαλίτσα ο καθένας σ’ όλες της νότιες ακτές της Βρετανίας για να καταλήξουν στα νησάκια Σίλι μάς χαρίζει η συγγραφέας. Όμως ο ρατσισμός στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο (οι περισσότεροι άνθρωποι πρώτη φορά έβλεπαν έγχρωμους), κι έτσι επέστρεψαν στο Πλίμουθ όπου ο Κλόβις βρήκε δουλειά αχθοφόρου. Και κει βιώνουν σκηνές απίστευτου ρατσισμού (ο διάστικτος τρόπος γραφής της Εβαρίστο δίνει πληρέστατη εικόνα) με ελάχιστες χαραμάδες ανθρωπιάς. Η Γουίνσομ (άλλη δυναμική γυναίκα της «συλλογής») αποφασίζει να επιστρέψει με τα παιδιά στο Λονδίνο.
     Η συγγραφική έκπληξη όσο αφορά την Γουίνσομ είναι ότι ένιωθε έρωτα για τον Κλόβις, του συμπαραστάθηκε όσο ήταν νέος και απερίσκεπτος στα νοτιοδυτικά, την αγαπούσε, την σεβόταν και έκαναν μια όμορφη οικογένεια μαζί, όμως… το πρόβλημα ήταν αυτό που δεν ήταν –συναρπαστικός! Έτσι, κάποια στιγμή, γνωρίζοντας τον γαμπρό της, τον Λένοξ άρχισε να νιώθει κάτι που δεν είχε νιώσει ποτέ για τον Κλόβις –έναν εκρηκτικό σεξουαλικό πόθο, πάθος, όπως κι αν το λέγανε. Τα αμοιβαία συναισθήματα οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε αχαλίνωτο σεξ (ξεκίνησε πόλεμο με την ηθική της εκ μέρους των αισθημάτων της/μαντέψτε ποια πλευρά νίκησε/κόντευε τα πενήντα/της άξιζε να το έχει αυτό/αυτόν. Η ιστορία κράτησε έναν χρόνο, τελείωσε απότομα χωρίς να αφήσει σημάδια απλώς έγινε υλικό φαντασιώσεων.
Παραδέχτηκε ότι είχε χάσει το εγώ του εαυτού της για να υπαχθεί στο εγώ του γάμου
     Η Πενέλοπι είναι λευκή, ψηλή και όμορφη («γκλαμουράτη καλλονή»), με πυρρόξανθα μαλλιά και γεμάτα χείλη. Πατέρας της ο Έντγουιν, τοπογράφος γέννημα θρέμμα του Γιορκ και μητέρα η Μάργκαρετ που είχε γεννηθεί στη Ν.Α. Ένωση από πατέρα που μαστίγωνε τους εργάτες γης για να επιβληθεί στη φάρμα κριθαριού που είχε, μέχρι που τον καθάρισαν οι δυσαρεστημένοι εργάτες. Η Μάργκαρετ πολύ πιο μοντέρνα κι επαναστατική (κάπνισμα, χορός, γύμνια, κλπ) ήθελε να γίνει δασκάλα (ένα από τα λίγα γυναικεία επαγγέλματα την εποχή εκείνη) αλλά μόλις γινόταν σύζυγος θα έπρεπε να τα σταματήσει.
     Όταν η Πενέλοπι ήταν δεκαέξι, της είπαν ότι ήταν υιοθετημένη (ήρθε όμως η στιγμή που της είπαν ότι η ίδια ήταν ένα ψέμα), όμως αυτό που δεν πρόσθεσαν, εκείνη τη στιγμή, ήταν ότι την αγαπούσαν, κάτι που δεν της είχαν πει ποτέ. Γι’ αυτούς ήταν ένα συνηθισμένο σαββατιάτικο απόγευμα (μια αγκαλιά ήταν κάτι που δεν μπορούσε να ελπίζει). Το χάσμα που νιώθει ότι δεν την θέλει κανείς (δεν/ήταν αγκυροβολημένη/δεν/την ήθελε κανείς το αναπληρώνει με το όνειρο να γίνει δασκάλα, να παντρεφτεί, να κάνει παιδιά). Παντρεύτηκε όντως τον Τζάιλς κι έκανε τον Άνταμ και τη Σάρα (ο Τζάιλς είχε γεμίσει το κενό στην καρδιά της με την αγάπη του, ωστόσο η αγάπη που ένιωθε για τα παιδιά της ήταν συγκλονιστική, απεριόριστη). Η οικογενειακή ρουτίνα όμως γρήγορα την κάνει να πλήττει και ψάχνει διεξόδους (πρωινοί καφέδες, «Εθνική μέρα Βολ-ο Βαν», βιβλία) μέχρι που νακάλυψε εξίσου δυσαρεστημένες άπραγες μαμάδες-νοικοκυρές ουκ ολίγες τον αριθμό (κι έτσι συνειδητοποίησε ότι αυτό που ως τότε είχε θεωρήσει προσωπικό της θέμα στην πραγματικότητα ίσχυε για πολλές γυναίκες). Η αντίδραση του Τζάιλς φέρνει την έκρηξη και τον χωρισμό και στο διάβα της τον «σύζυγο νούμερο 2, τον Φιλίπ» (το κάτι άλλο, πραγματικό κελεπούρι, ένας ιδιοφυής ψυχολόγος/άντρας της νέας εποχής). Όμως γρήγορα τα σύννεφα πύκνωσαν (αδιάκριτες ανακρίσεις, κατηγόριες για ψυχολογικές εμμονές, κ.α. μέχει που, όταν πια τα παιδιά μεγάλωσαν σε ψυχροπολεμικό κλίμα, ανακάλυψε ότι την απατούσε.
     Η ελεύθερη πια Πενέλοπι, σε φάση να ανακαλύπτει την ευτυχία να είσαι μόνος, γνωρίζει την «εξαιρετική Αφρικανή καθαρίστρια», την Μπούμι (βλ. παραπάνω) αλλά αποκτά και δυναμική παρουσία στο σχολείο όπου διδάσκει. Είναι εκεί όπου θα συναντηθεί με την Σέρλι (βλ.παραπάνω), την «Αγία Σέρλι Πουριτανή της Καραϊβικής» όπως την περιέγραψε στο ημερολόγιό της, και, ιστορία που την είδαμε κι από την οπτική γωνία της Σέρλι, χρειάστηκε πολύ καιρό για να συγχωρέσει την Αγία Σέρλι, αλλά όταν η συγχώρεσε έγιναν φίλες.
     Η κόρη της Σάρα (ατζέντισα ηθοποιών) γίνεται το μεγάλο της στήριγμα μαζί με το «τσούρμο» της (την οικογένειά της), που όμως θα φύγουν για Αμερική και… ξαφνικά συνειδητοποιεί πόσο θα της λείψει να βλέπει αυτά τα δυο μαϊμουδάκια να μεγαλώνουν.

Μέγκαν/Μόργκαν, Χάτι, Γκρέις
δεν θέλεις ν’ αλλάξεις τον κόσμο;
θέλω ν’ αλλάξω τον δικό μου κόσμο πρώτα, Μπίμπι
     Η προβληματική παιδική ηλικία της Μέγκαν (λίγο Αιθίοψ, λίγο Αφροαμερικάνα, λίγο Μαλάουι και λίγο Αγγλίδα) συνίστατο στο ότι η μητέρα της,Τζούλι, την ήθελε να φαίνεται πιο γλυκούλι απ’ τα πιο γλυκούλια γλυκουλίνια! Γι’ αυτό την έντυνε «όμορφα» και «θηλυκά», με ροζ φουστανάκια με φουσκωτά μανίκια και κορδελίτσες. Γρήγορα, ακόμα και όσο ήταν πολύ μικρό παιδί, ένιωσε ότι η ομορφιά της θα έπρεπε να την κάνει υπάκουη, και όταν δεν ήταν, όταν επαναστατούσε, απογοήτευε όλους εκείνους που είχαν επενδύσει στο να είναι αξιολάτρευτη. Αρχίζε να μισεί τις επιβαλλόμενες Μπάρμπι (με τα πόδια τους σαν σπίρτα και τα στήθη τους σαν ρουκέτες), μέχρι που έφτασε μέχρι και σε «μπαρμπικτονία» -είναι η αρχή της εσωτερικής επανάστασης. Η κατάσταση «αγριμιού» στην οποία περιέρχεται η Μέγκαν προβληματίζει την μάνα της ενώ μόνο η προγιαγιά της τη δεχόταν όπως ακριβώς ήταν.
     Τα προβλήματα ταυτότητας αυξάνονται καθώς ωριμάζει η Μέγκαν κι αποκτά γυναικείες καμπύλες, καθώς αρχίζει και νιώθει απέχθεια γι’ αυτό. όταν ξυρίζει το κεφάλι της κι όλες τις τρίχες παντού νιώθει ανάλαφρη (γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου; Τρελάθηκες;), φοράει χοντροπάπουτσα και φαρδιά αντρικά ρούχα και χαιρόταν που οι άντρες δεν την κοίταζαν πια. Παρατάει το σχολείο και τη μέρα των 19ων γενεθλίων της κάνει τατουάζ με φλόγες για να δείξει στον κόσμο πόσο αναστατωμένη ήταν μαζί του. Η σπασμωδική αντίδραση της μάνας κάνει τη Μέγκαν να φύγει απ’ το σπίτι (τους επόμενους λίγους μήνες ένιωσε ότι απέβαλλε στρώματα απ’ αυτό που της είχαν επιβάλει, ελπίζοντας να φτάσει στον πυρήνα του εαυτού της).
     Η Μπίμπι, η διαδικτυακή της φίλη, πιο «προχωρημένη» στα ζητήματα της έμφυλης ταυτότητας, την μυεί στον λαβύρινθο των διεμφυλικών, τρανσέξουαλ, trangender, μη δυαδικών, θολόφυλων, πολύφυλων, ρευστόφυλων κλπ κλπ (θα χτυπήσω το επόμενο άτομο που μπερδεύει τους διεμφυλικούς με τους τρανσέξουαλ). Άλλο το γένος, άλλο το βιολογικό φύλο, άλλο η έννοια του ελεύθερου φύλου (μη δυαδικότητα), η αλλαγή φύλου είναι η επιβεβαίωση φύλου. Το φύλο είναι κοινωνική κατασκευή, τίποτα δεν είναι έμφυτο/ο φεμινισμός δεν έχει καμιά σχέση με το μίσος κατά των αντρών –αφορά την απελευθέρωση των γυναικών/όλοι θέλουμε να είμαστε ο εαυτός μας και να νιώθουμε καλά με τον κόσμο. Οι συζητήσεις τους προχωράνε σε βάθος όταν αποκαλύπτεται ότι η Μπίμπι γεννήθηκε με αντρικό φύλο (απίθανη και η δική της ιστορία), αλλά βαθιά μέσα της ένιωθε θηλυκό (για μένα το θέμα δεν είναι να θέλω να παίξω με κούκλες, είναι κάτι πιο βαθύ), ενώ η Μέγκαν αναρωτιόταν αν θα έπρεπε να έχει γεννηθεί άντρας.
     Το θέμα της ανισότητας των γυναικών ξεδιπλώνεται περισσότερο εδώ από κάθε άλλη περίπτωση, γι’ αυτό όπως είπε η Μπίμπι μετά την αλλαγή φύλου γίνεται «διατομεακή» φεμινίστρια επειδή το θέμα δεν είναι μόνο το φύλο, αλλά η φυλή, η σεξουαλικότητα, η κοινωνική τάξη και άλλοι τομείς που διασταυρώνονται χωρίς να τους δίνουμε σημασία.
     Μαλώνουν όταν η Μέγκαν τρελαίνεται με το «τρελοκομείο του Τρανσύμπαντος» (Τρανσκετητρέλα) καθώς προσπαθεί να «μορφωθεί», και η σιωπή 4 ημερών που ακολούθησε ήταν η αφορμή για να συναντηθούν επιτέλους από κοντά («ιστορική συνάντηση»). Η Μπίμπι φάνηκε στην Μέγκαν «μια γυναίκα με αντρική αυτοπεποίθηση». Οι ατέλειωτες συζητήσεις προς ανεύρεση ταυτότητας της Μέγκαν κατέληξαν στην κατάργηση της ιδέας του φύλου ολοκληρωτικά κατά τη διάρκεια της δικής της ζωής. Κι έτσι καταλήγει στην επιλογή της ουδέτερης αντωνυμίας για τον αυτοπροσδιορισμό της: το Μόργκαν, ελευθερόφυλο.
     Στο «σήμερα» έχουν περάσει έξι χρόνια από την γέννηση της ελευθερόφυλης υπόστασής της, έχει γίνει «transwarrior» και «influencer» μέσω ίτερνετ (κριτικές, ομιλίες κλπ πάνω σε ζητήματα έμφυλης ταυτότητας), και στέκεται έξω από το πάρτι της θρυλικής παράστασης της μεγάλης, μαύρης, λεσβίας σκηνοθέτιδας, της Άμα («γνήσια αφρικανική αμαζονική μαυρίλα»)!. Με την Μπίμπι βλέπονται πιο αραιά αλλά συναντιούνται συχνά στη φάρμα της ΤζίΤζι, της 93χρονης προγιαγιάς που ζει και βασιλεύει και κληροδότησε την περιουσία της στο Μόργκαν.
     Το συναρπαστικό αυτό κεφάλαιο κλείνει με μια ομιλία του Μόργκαν στο Πανεπιστήμιο (συναντάμε ξανά τη Γιαζ του πρώτου κεφαλαίου και την παρέα της), μια ομιλία από καρδιάς: το να είναι κανείς τρανς είναι κάτι προσωπικό/το να είσαι τρανς δεν σημαίνει να παίρνεις μια ταυτότητα από καπρίτσιο, αλλά να γίνεις ο αληθινός εαυτός σου παρά την πίεση της κοινωνίας.
     Η Τζίτζι (Χάτι, Χάριετ) είναι ενενήντα τριών χρονών κι έχει ακόμα μέλλον.
     Μια απίθανη τύπισσα που την βλέπουμε να ετοιμάζει το χριστουγεννιάτικο γεύμα στην αγροικία Γκρίφιλντς (πάνω από 200 χρονών) με τα παιδιά της, τα εγγόνια, τα δισέγγονα και τα τρισέγγονα, περί τα εξήντα άτομα. Την βοηθούν το Μόργκαν με τη Μπίμπι, ενώ η συγγραφέας μάς ξεναγεί όχι μόνο στους χώρους της αγροικίας αλλά και σε κάποια από τα πρόσωπα. Τα δυο της παιδιά γύρω στα εβδομήντα προσδοκούν να πάρουν αυτήν την περιουσία αλλά εκείνη είναι αποφασισμένη: δεν πρόκειται να πάρουν την αγροικία Γκρίνφιλντς που ανήκει στην οικογένειά της πάνω από 200 χρόνια για να την πουλήσουν σε ξένους σαν εκείνους τους Ρώσους ή τους Κινέζους που θα χτίσον ένα πολυτελές ξενοδοχείο ή θα τη μετατρέψουν σε γήπεδο του γκολφ/παγκοσμιοποίηση; Μπορούν να τη βάλουν εκεί που ξέρουν.
     Τη σκηνή της οικογενειακής μάζωξης τη μέρα των Χριστουγέννων («Απληστούγεννα» τα λέει η Χάτι) την βλέπουμε μέσα από το πρίσμα της ΤζίΤζι, ή Χάτι. Βλέπει την οικογένειά τη που έχει αρχίσει να γίνεται λευκή, αλλά τους απογόνους της τους θεωρεί «πάρε τον έναν και χτύπα τον άλλο». Αγαπά το Μόργκαν και δηλώνει ότι δεν ξαφνιάστηκε όταν έγινε ομοφυλόφιλη (είχε ανάλογες παραστάσεις) αλλά το παράκανε όταν δήλωσε, δεν δηλώνω πια αρσενική ή θηλυκή (είναι τόσο παρατραβηγμένο που καταντάει εντελώς γελοίο).
     Η βουτιά στο παρελθόν της Χάριετ περνάει από διάφορα επίπεδα… (93 χρόνια είναι αυτά): έχει ζήσει όλα αυτά τα χρόνια σ’αυτήν τη φάρμα, που χρονολογείται από το 1806, και ιδρύθηκε από τον πλοίαρχο σωματέμπορο Λινέους Ραϊντεντέιλ με την Ισπανίδα γυναίκα του (δεν είμαστε ούτε εγώ ούτε ο μπαμπάς μου προσωπικά υπεύθυνοι, Σλιμ). Το μυστικό της Χάτι, το παιδί (Μπάρμπαρα) που γέννησε στα 14 της χρόνια που το έδωσαν κρυφά οι γονείς απ’ όλη την κοινωνία, όχι μόνο δεν το έμαθε ποτέ κανείς, αλλά είναι κι ένα από τα «κλειδιά» του βιβλίου που συνδέουν τους χαρακτήρες μεταξύ τους.
     Ο άντρας της, Σλιμ (συμπαθητικός και αγαπητός), που στο «σήμερα» έχει πεθάνει, έχει φρικτές ρατσιστικές αναμνήσεις, πράγμα που εξηγεί και την απάθειά του μπροστά στον «ήπιο» ρατσισμό που υφίστανται τα παιδιά τους (οι Νέγροι είχαν λόγους να είναι οργισμένοι, έχοντας περάσει τετρακόσια χρόνια στην Αμερική σκλαβωμένοι, θυματοποιημένοι και καταπιεσμένοι (ήταν ένα βαρέλι μπαρούτι έτοιμο να εκραγεί).
     Το οικογενειακό παρελθόν της Χάτι ολοκληρώνεται με το υποκεφάλαιο που τιτλοφορείται Γκρέις, και πρόκειται για τη μάνα της. Από πατέρα θερμαστή Αβησσυνό και μητέρα την Ντέιζι, γεννήθηκε από έρωτα, αλλά αφού έφυγε ο πατέρας για ταξίδι (θα ξανάρθω να σε βρω, υποσχέθηκε)… Η Ντέιζι διώχτηκε από την πατρική της οικογένεια, με την Γκρέις σε μάρσιπο έκανε διάφορες δουλειές αλλά πέθανε όταν η Γκρέις έγινε 8 χρονών (η Γκρέις χρειάστηκε πολύ καιρό για να πάψει να ελπίζει ότι η μαμά της θα εμφανιζόταν στην πόρτα/ακόμα περισσότερο για να πάψεινα τη νιώθει σαν μια ζεστασιά που απλωνόταν στο στομάχι της όποτε τη σκεφτόταν). Στο Ίδρυμα Θηλέων του Βορρά όπου βρέθηκε, μαθαίνει εκτός από γραφή και αριθμητική, κανόνες καθαριότητας, διάφορες τέχνες «γυναικείες» (να ράβει, να πλέκει, να μαγειρεύει κλπ) και γρήγορα προκόβει και νιώθει ξεχωριστή. Ωστόσο γρήγορα προσκρούει στον κλοιό του «καθωσπρεπισμού» (η πολύ έντονη προσωπικότητα δεν ταιριάζει σε καμιά κοπέλα), και καθώς μεγαλώνει την προτρέπουν "να μετριάσει τη φυσική της ζωντάνια και να αφήσει τα παιδιαρίσματα και την laissez faire στάση της, γιατί σκοπός του ιδρύματος είναι να προετοιμάσει ευπρεπείς υπηρέτριες /καμαριέρες".
     Το όνειρο της Γκρέις ήταν να γίνει πωλήτρια σε πολυκατάστημα, ωστόσο 13 χρονών βρίσκεται υπηρέτρια στο νέο βαρόνο Χάιντμαρς. Αισθάνεται αδικημένη γιατί ήταν από τις καλύτερες τρόφιμες σε όλα τα αντικείμενα, και το παίρνει απόφαση ότι θα μείνει για πάντα γεροντοκόρη (κανείς δεν θέλει μια μιγάδα) αλλά η τύχη της χαμογελάει απρόσμενα: την ανακαλύπτει ο Τζόζεφ Ραϊντεντέιλ, ένας άντρας που έχει επιβιώσει από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, ένας άντρας όχι απ’ αυτούς που προσπαθούν να την εκμεταλλευτούν (θα πρέπει να είσαι η κυρία του Νείλου), αλλά που της έκανε αμέσως σχεδόν πρόταση γάμου κα την πήρε στο σπίτι τους, στη φάρμα στο Γκρίνφιλντς.
     Οι ανατροπές είναι διασκεδαστικές σ αυτό το σημείο της βιογραφίας: η Γκρέις έχει συνηθίσει στην πάστρα και στη νοικοκυροσύνη, μα η φάρμα του Τζόζεφ είναι μέσα στη μούχλα∙ ο δε μέγιστον, η μικρή λευκή -και βρομιάρα- υπηρέτρια Άγκνες δεν μπορεί να δεχτεί διαταγές από μια μιγάδα, μια νέγρα, Βασίλισσα του Κωλονείλου!
     Η εμμονή του Τζόζεφ να υπάρξει διάδοχος για την περίφημη ιστορική φάρμα είναι νέα πηγή σασπένς. Οι αποτυχημένες προσπάθειες εξαφανίζουν τον αρχικό παθιασμένο έρωτα και φτάνουν στο σημείο να μπαίνει μέσα της σαν μηχανή, όχι με χάδια και φιλιά όπως παλιά, ενώ εκείνη βιώνει αυτήν την περίοδο με στενοχώρια και άγχος (διάβαζε μυθιστορήματα, όποιο έβρισκε στο γραφείο για να την απασχολήσει/να την πάρει μακριά απ’ αυτό, από κείνον, από τον εαυτό της/από ένα σώμα που γεννούσε θάνατο).
     Όταν έφτασε η Χάριετ (αυτή θα επιζήσει, Γκρέισι, το νιώθω, είναι αγωνίστρια, δεν έχει σημασία που είναι κορίτσι) την Γκρέισι την καταλαμβάνει μακρά περίοδος επιλόχειας κατάθλιψης… Όμως το δυνατό, χαριτωμένο και γεμάτο ζωή κοριτσάκι φτάνοντας τριών χρονών «συναντήθηκε» επιτέλους με τη μητέρα του, δικαιώνοντας και τις προσδοκίες του Τζόζεφ να κουμαντάρει τη φάρμα μέχρι τα 93 της, «καλύτερα κι από άντρας». Το κεφάλαιο κλείνει με μια επίκληση στη μάνα , στην Ντέιζι (μακάρι να μην είχες πεθάνει τόσο νέα μαμά…), όπου με απίστευτο λυρισμό η Γκρέις συμπυκνώνει όλη της τη συναισθηματική ζωή.

Στο «σήμερα»
     Όλες αυτές οι δυναμικές γυναικείες προσωπικότητες συναντιούνται στο «σήμερα», στη γιορτή που ακολουθεί την πρεμιέρα του έργου της Άμα. Έτσι, μέσα σε 50 περίπου σελίδες τις βλέπουμε στο μυθιστορηματικό παρόν, αλλά κυρίως βλέπουμε τις σημερινές τους σχέσεις (Άμα, Ντομινίκ, Γιαζ, ΛαΤίσα, Σέρλι, Κάρολ, Πενέλοπι, Μόργκαν). Το έργο, ριζοσπαστικό και περιθωριακό (ο αφρο-γυναικοκεντρισμός προκάλεσε σεισμό απόψε), προκαλεί εντυπώσεις, θριαμβευτικά σχόλια αλλά και κριτική (στην πραγματικότητα αυτό που ενοχλεί είναι η εμπορευματοποίηση του φεμινισμού). Βλέπουμε επίσης και τον Ρόλαντ, τον πατέρα της Γιαζ, καθηγητή και συγγραφέα πλέον, ενταγμένο στο σύστημα, και τη σχέση με την κόρη του (της έχει τρομερή αδυναμία). Η παλιά συντηρητική φίλη Σέρλι συναντά μετά από τόσα χρόνια την «κηδεμονευόμενή» της, την Κάρολ, και συμφωνούν ότι δεν τους άρεσε το έργο, ωστόσο το σημαντικότερο στην πολύ δυνατή σκηνή συνάντησης είναι ότι η Κάρολ, πίσω από την «παθητική επιθετικότητα» της Σέρλι «είδε» επιτέλους την κα Κινγκ (λες η κα Κινγκ να έχει συναισθήματα;). Τέλος, μ’ έναν απροσδόκητα ευφυή τρόπο βλέπουμε ότι συνδέονται και τα υπόλοιπα ζώντα πρόσωπα ( Χάτι, Μόργκαν) με την 80χρονη Πενέλοπι (νιώθει σαν να πηγαίνει στην άκρη της γης, ενώ ταυτόχρονα επιστρέφει στις πηγές της).
     Κλείνοντας αυτήν τη μακροσκελή "ανάγνωση", θα τονίσω για άλλη μια φορά τον επικό χαρακτήρα αυτού του έργου, παρόλο που έχει πολύ λυρικό και συναισθηματικό στοιχείο, κι ίσως αυτός ο συνδυασμός είναι και η μέγιστη αρετή και αξία του: επικό γιατί οι προσωπικότητες που ζωντανεύει έχουν μια απίστευτη δύναμη μέσα στις αντιξοότητες και την προσπάθεια να αναδυθούν στον πραγματικό τους εαυτό, και λυρικό γιατί ο τρόπος της Μπερναρντίν Εβαρίστο περνάει μέσα απ’ το συναίσθημα.

Χριστίνα Παπαγγελή

Πέμπτη, Ιουνίου 10, 2021

Λεβιάθαν, Γιόζεφ Ροτ

Η κρυφή του νοσταλγία για τα ύδατα
και όλα όσα ζούσαν και συνέβαιναν εντός του
αναδύθηκε μονομιάς στην επιφάνεια της ίδια τους της ζωής,
σαν ένα σπάνιο και παράξενο ζώο

     Μια νουβέλα-παραμύθι με στοιχεία διδακτικά -εν είδει παραβολής- είναι αυτό το πολύ μικρό βιβλίο (90 σελίδες του πιο μικρού μεγέθους), ομολογώ όχι του γούστου μου (δεν μου αρέσει προσωπικά ο συνοπτικός/συμβολικός λόγος), αλλά πολύ διαφωτιστικό για την κατανόηση της προσωπικότητας του Γιόζεφ Ροτ και της συγγραφικής του ιδιαιτερότητας.
     Ο κεντρικός ήρωας, ο Εβραίος Νίσεν Πιτσένικ, έμπορος κοραλλιών σε μια μικρή πόλη της Ανατολικής Γαλικίας,[1]είναι φημισμένος σε όλη την περιοχή και διαθέτει πανέμορφα χρωματιστά κοράλλια, ιδιαίτερα στη διάρκεια της ετήσιας εμποροπανήγυρης. Λατρεύει τα κοράλλια όσο τίποτα στον κόσμο (έτρεφε την πεποίθηση ότι δεν ήταν φυτά, αλλά ζωντανά, ζώα, ένα είδος μικρών κόκκινων θαλάσσιων ζώων –και κανένας προφέσορας της ωκεανολογίας δε θα μπορούσε ποτέ να του αλλάξει αυτή την άποψη)∙ τα ταξινομεί, τα καμαρώνει, τους αποδίδει ως και ανθρώπινες ιδιότητες, ενώ δέκα νεαρά κορίτσια περνάνε τα κοράλλια του σε κλωστές για να γίνουν κοσμήματα.
     Ο Νίσεν είναι ένας ήσυχος, μετρημένος άνθρωπος (όπου κατοικούσε η ειλικρίνεια, η έμπρακτη τιμιότητα, η ευστροφία του ειδήμονα και τη ίδια στιγμή οι στενοί ορίζοντες ενός ανθρώπου που δεν είχε φύγει ποτέ από τη μικρή πόλη Προγκρόντι), πολύ αγαπητός στους συμπολίτες του∙ τηρεί τις θρησκευτικές τελετές, προσεύχεται τακτικά και αγαπά τα κοράλλια σαν τα παιδιά που δεν μπόρεσε να κάνει, περισσότερο από την «άσχημη και άγονη» γυναίκα του. Αγράμματος και αδαής, δεν έχει δει ποτέ του θάλασσα, ούτε καν ποτάμι ή λίμνη, μόνο κάποια έλη (στη μυρωδιά των στάσιμων νερών του βάλτου ήταν βέβαιος πως διέκρινε τη δυνατή, φρέσκια μυρωδιά του μεγάλου ωκεανού). Όνειρο και καημός του, εκείνου που ήταν «μεγαλωμένος καταμεσής της πιο βαθιάς ενδοχώρας» να ταξιδέψει στη θάλασσα, να γνωρίσει τον αχανή ωκεανό όπου κατοικεί ο Λεβιάθαν.
     Το σχήμα «Ύβρις- Άτη- Νέμεσις- Τίσις» είναι ξεκάθαρο:
     Η ξένοιαστη και ανέμελη ρουτίνα δεν ικανοποιεί τον Νίσεν, ο οποίος στην πρώτη ευκαιρία παρασύρεται από τον μοναδικό ναυτικό που γνώρισε στη ζωή του, τον Κρομρόβερ, που πέρασε για λίγες μέρες από την μικρή πόλη και ζάλισε τον Νίσεν με τις εμπειρίες και τις απίθανες ιστορίες του. Η Ύβρις όμως δεν τελέστηκε μόνο όταν ο Νίσεν τα παράτησε όλα (αφού ξέσπασε στην άμοιρη γυναίκα του) και ακολούθησε τον Κρομρόβερ ως την Οδησσό για τρεις βδομάδες, όπου θαμπώθηκε από τον κόσμο της θάλασσας. Ούτε όταν η επιθυμία του να ανήκει στον κόσμο της θάλασσας τον έκανε τολμηρό και παθιασμένο τόσο ώστε να βγάζει πύρινους λόγους στους συνεπιβάτες του ταξιδιού. Το σαράκι της φυγής μπαίνει για τα καλά μέσα του, και στο επόμενο ταξίδι προς Πετρούπολη συναντά τον Λακάτος, έναν Ούγγρο κοραλλέμπορο ψεύτικων όμως κοραλλιών από σελουλόιντ, με τον οποίο αποφασίζει να συνεργαστεί. Θα αγοράσει ψεύτικα κοράλλια, αλλά προχωρά περισσότερο από τον Λάκατος: θα τα ανακατέψει με τα αληθινά και θα τα πουλάει στην τιμή των αληθινών, και τούτο ήταν ακόμα χειρότερο από το να πουλούσε μόνο ψεύτικα (με αυτόν τον τρόπο, ο Διάβολος έβαλε σε πειρασμό τον κοραλλέμπορο Νίσεν Πιτσένικ για πρώτη φορά). Στο σημείο αυτό υπάρχει κι ο ηθικοδιδακτισμός που προσωπικά με ενόχλησε, παρόλο που θεωρώ τον Γιόζεφ Ροτ μεγάλο συγγραφέα: αυτό συμβαίνει με τους ανθρώπους που τους παρασέρνει ο Σατανάς: σε κάθε σατανική τους πράξη ξεπερνούν τον ίδιο το Διάβολο.
     Η Άτη (σύγχυση, απερισκεψία) φέρνει τη Νέμεση και την Τίσι. Το σχήμα της τιμωρίας αποδίδεται συνοπτικά και καθολικά: αρχίζει από την αποδοκιμασία των συγχωριανών που αποδίδουν στα κοράλλια του Νίσεν την φριχτή αρρώστια και τον θάνατο ενός μικρού παιδιού, ακολουθεί η αρρώστια και ο θάνατος της γυναίκας του, η μοναξιά, η απαξίωση, οι καταχρήσεις. Το τρίτο και τελευταίο ταξίδι του προς Καναδά καταλήγει στον βυθό της θάλασσας, εφόσον το πλοίο όπου επέβαινε καταποντίστηκε, και δεν είναι τυχαίο που ο Νίσεν πήδηξε αυτοβούλως στη θάλασσα πριν επιτελεστεί το ναυάγιο (γύρισε σπίτι του, στα κοράλλια, στον πυθμένα του ωκεανού, όπου κουλουριαζόταν ο πανίσχυρος Λεβιάθαν).
     Σύμβολο ισχυρό ο Λεβιάθαν, όχι μόνο στη χριστιανική παράδοση (εβραϊκή Καβάλα) αλλά και στον κόσμο του συγγραφέα, όπως επισημαίνει πολύ εύστοχα η Πελαγία Τσινάρη στο εξαιρετικό της επίμετρο: ο Λεβιάθαν είναι ένα θαλάσσιο τέρας, σύμβολο από τη μια μεριά «μιας ζωογόνου δύναμης που έλκει τον ήρωα», αλλά που συμβολίζει και το Κακό, «δαίμονας του φθόνου» κατά τον Θωμά Ακινάτη∙ έχει απασχολήσει τον Τόμας Χομπς, ο οποίος ταυτίζει τον Λεβιάθαν με το κράτος, τον Καρλ Σμιτ αλλά και πρόσφατα (2020) , τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά[2], που έχουν αποκαλέσει «Λεβιάθαν» το σύστημα που καταπίνει την προσωπικότητα του ατόμου με διάφορους τρόπους. Στην πατρίδα του Λάκατος, στην Ουγγαρία, μας επισημαίνει η Πελαγία Τσινάρη, ο Λεβιάθαν είναι η θεότητα του Κακού.
     Δεν μπορώ να μην εκφράσω την προσωπική μου δυσφορία απέναντι σε ερμηνείες της ανθρώπινης συμπεριφοράς με όρους «Κακό» (με κεφαλαίο), Σατανάς, Διάβολος, Καλό κλπ. Στην καλύτερη περίπτωση πρόκειται για μια υπεραπλούστευση της ψυχικής αβύσσου που ενυπάρχει στον καθένα μας, ή των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών που προσδιορίζουν συμπεριφορές, στη χειρότερη δαιμονοποίηση δυνάμεων που είναι έξω από μας, κι επομένως δε φέρουμε ευθύνη αν μας κατευθύνουν. Γι’ αυτό και δεν προτιμώ τις νουβέλες- χρονικά, όπου συνήθως συνοψίζεται πλοκή (που θα μπορούσε να είναι μυθιστόρημα) ή τα «παραμύθια» που έχουν διδακτικό στόχο.
     Ωστόσο, πέρα από το ότι ο Γιόζεφ Ροτ έχει χαρίσει τρομερά αξιόλογες σελίδες στους αναγνώστες, είναι εμφανής και στην προσωπική του διαδρομή αλλά και στο έργο του ο καημός αναζήτησης ταυτότητας σ’ έναν «ου τόπο». Γι΄αυτό και τελειώνω την ανάρτησή μου με τα τελευταία λόγια από το Επίμετρο της Πελαγίας Τσινάρη: 
     Απώτερος σκοπός του φαίνεται πως παραμένει και στον Λεβιάθαν η αφήγηση της μύχιας και πολύ ανθρώπινης περιπέτειας κατά την αναζήτηση εκείνου του άλλου Τόπου, του άπιαστου,, του άγνωστου, του απέραντου, αλλά και οικείου: της αληθινής πατρίδας του καθενός.
Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Από την Ανατολική Γαλικία κατάγεται και ο συγγραφέας, η οποία όταν γεννήθηκε ανήκε στην Αυστροουγγαρία, ενώ τώρα η περιοχή ανήκει στην Ουκρανία https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%B1_(%CE%91%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%95%CF%85%CF%81%CF%8E%CF%80%CE%B7)
[2] https://biblionet.gr/titleinfo/?titleid=244799

Παρασκευή, Ιουνίου 04, 2021

Όλοι θέλουν να χορεύουν, Alberto Garlini

Κι εγώ είμαι κομμάτι του ίδιου ωκεανού, αγάπη μου,
δεν είμαστε στ’ αλήθεια χωρισμένοι (Ουίτμαν)

     Τέσσερις είναι οι βασικοί χαρακτήρες που ξεδιπλώνονται στο μυθιστόρημα αυτό, καθώς βλέπουμε την πορεία τους και τις αναμεταξύ τους σχέσεις από το 1975 μέχρι το 1987 με επίκεντρο την Ιταλία. Μια πορεία ενηλικίωσης εφόσον οι δύο φίλοι από τους οποίους ξεκινάει το νήμα της εξιστόρησης, ο Ρομπέρτο και ο Ρικάρντο, είναι δύο παιδιά οκτώ και εννιά χρονών αντίστοιχα, συμμαθητές στην Πάρμα, που γνωρίζονται και συνδέονται σε μια παραδοσιακή τελετή. Η τελετη αυτή -σφαγής ενός χοίρου- είναι η πρώτη σκηνή από την οποία ξεκινά η εξιστόρηση και σημαδιακή. Γιατί δραπετεύοντας από τον ακατανόητο κόσμο των γονιών σκοντάφτουν στον κόσμο των περιθωριακών, μιας κολεκτίβας νεαρών που πενθούν τον… θάνατο του Παζολίνι. Εκεί συναντούν για πρώτη φορά τον ποιητή Βίκι, μετέπειτα Πιερ[1], τον τρίτο ήρωά μας που σαγηνεύει εξαρχής τον οκτάχρονο Ρομπέρτο (ο Ρ. δεν μπορεί να πάρει τα μάτια του, λες και ο Βίκτορ ενσάρκωνε το καλοκαίρι) και που του χαρίζει ένα μενταγιόν (παρ΄το για να θυμάσαι αυτή τη μέρα). Η μοίρα θα φέρει ξανά τον Ρομπέρτο κοντά τον Πιερ μετά από αρκετά χρόνια, το 1985, όταν ο πρώτος θα είναι πια 18 χρονών, ωστόσο μέχρι τότε παρακολουθούμε την διαδρομή του Πιερ στις διάφορες πόλεις όπου αναζητά το νόημα της ζωής και της τέχνης, ενώ καταξιώνεται ως συγγραφέας. Το τέταρτο μοιραίο πρόσωπο της ζωής των δύο συνοδοιπόρων στην εξερεύνηση των μυστηρίων της ενήλικης ζωής, είναι η σαγηνευτική και ιδιόρρυθμη Κιάρα, με την οποία θα προκύψει ένας βαθύς, αμοιβαίος και αισθησιακός έρωτας ανάμεσα στην κοπέλα και τον Ρικάρντο.
     Αισθησιακή είναι και η γραφή του Γκαρλίνι, ποτισμένη από βαθιά ποιητικότητα, διάστικτη από στίχους και καλλιτεχνικές πινελιές (Παζολίνι, Μπουλγκάκοφ, Γκίνσμπεργκ, Ουίτμαν κ.α.), εφόσον και ο Πιερ είναι συγγραφέας/ποιητής, ο Ρομπέρτο αγαπά τη λογοτεχνία ακολουθώντας τον πατέρα του Φράνκο, και η Κιάρα ασχολείται με το θέατρο. Πέρα όμως από την ενασχόληση των πρωταγωνιστών, η αντιστικτική/ιμπρεσιονιστική μέθοδος του συγγραφέα μας οδηγεί να περιπλανηθούμε μαζί με τους ήρωες, πρωτεύοντες και δευτερεύοντες, από την Πάρμα στο Λινιάνο, στη Φλωρεντία, στη Ρώμη, στο Ρίμινι, στη Μάντοβα αλλά κι εκτός Ιταλίας (Μοντεβιδέο, Πεσαβάρ, Ιμπίθα, Βαρκελώνη, Φίλαχ Αυστρίας, κ.α.) σε μικρά μικρά κεφάλαια. Αυτή η περιδιάβαση δίνει μια αίσθηση «road movie» ή μάλλον «road novel», που εντείνεται από το στοιχείο της αναζήτησης των ηρώων, να βρουν τον εαυτό τους, τον έρωτα, το νόημα, την αλήθεια.
     Είναι άλλωστε η κρίσιμη δεκαετία του ’80-’90… Όπως γράφει και ο Άρης Σφακιανάκης, στη δεκαετία του ’80 «οι περισσότεροι χόρευαν. Χόρευαν σε μισοφωτισμένες υπόγειες ντισκοτέκ με πελιδνές κουλτουριάρες που διάβαζαν Καμύ και Κίρκεγκορ, χόρευαν στις αμμουδιές τις νύχτες του θέρους αγκαλιά με Βαλκυρίες του Βορρά που είχαν καταφτάσει με ναυλωμένα τσάρτερ αναζητώντας μια φλογερή αγκαλιά Ροδίτη εραστή, χόρευαν σε φοιτητικές εστίες αφήνοντας να λιώσουν στις ασπαίρουσες γλώσσες τους χαρτάκια που έφεραν στη δομή τους ιλιγγιώδεις παραισθήσεις». Δεν είναι και τυχαία η χρονική σηματοδότηση με τον φρικιαστικό θάνατο του –ποιητή, ηθοποιού, συγγραφέα αλλά γνωστότερου ως σκηνοθέτη- Παζολίνι (με το αίμα του Παζολίνι τελείωσε μια εποχή και άρχισε η μεσοβασιλεία μιας νέας): έμβλημα σουρεαλισμού, σεξουαλικής επανάστασης και πολιτικού ριζοσπαστισμού, που χαρακτηρίζει το τέλος του 20ου αι.: είναι η εποχή των νεοφασιστών και των τρομοκρατικών επιθέσεών τους, της αντιφασιστικής έξαρσης, της καλλιτεχνικής αναζήτησης, της αμφισβήτησης, του γυμνισμού, του aids, της περιπλάνησης…
     Πέρα λοιπόν από τις προσωπικότητες που εξελίσσονται μέσα στο χρονικό αυτό πλαίσιο, διαγράφεται ένας ολόκληρος κόσμος με τα ιδιαίτερα χρώματά του. Με διάφορες αφορμές ο συγγραφέας σκιαγραφεί αυτό το πλαίσιο: οι αγνοούμενοι στην Αργεντινή του Μασέρα[2] που τους καταγράφει ο πατέρας του Ρομπέρτο, Φράνκο, ως «ειδικός απεσταλμένος» της Corriere∙ οι συχνές βομβιστικές επιθέσεις και η κατακραυγή για τα ανθρώπινα/παράπλευρα θύματα∙ η Πεσαβάρ (Πακιστάν σύνορα με το «απρόσβατο» Αφγανιστάν μετά τη σοβιετική εισβολή), όπου καταφεύγει ο αρθρογράφος Ενρίκο, ο αδερφός του Ρομπέρτο επειδή έχει σιχαθεί το ρομαντισμό του πατέρα του και τα παιδιαρίσματα του μικρού αδερφού του, σ’ έναν κόσμο όπου γεννιέται ο ιερός πόλεμος των μουτζαχεντίν∙ το στρατόπεδο των προσφύγων των Αφγανών στο Πακιστάν, και η φωτογράφιση της νεαρής και περήφανης Αφγανής χωρίς τσαντόρ, μια φωτογραφία «διεστραμμένη», που γεννήθηκε από αγάπη αλλά φτιάχτηκε με χρήματα∙ η «κοινωνία του θεάματος» (το θέαμα της ομορφιάς και το θέαμα της πίστης, στη θέση της αληθινής ομορφιάς και της αληθινής πίστης), κ.α.

Δείχνουν ερωτευμένοι με τον κόσμο
(Πώς γίνεται να φοβόμαστε σκέψεις που τρέχουν τόσο γρήγορα;)  
     Ακόμα κι αν θέλεις να το ξεχάσεις, ερωτεύεσαι αυτή την υπέροχη έξοδο από το σχολείο στον ανοιξιάτικο αέρα∙ ερωτεύεσαι τα σπουργίτια που πετούν, το γουργούρισμα των περιστεριών που επισκιάζει το θόρυβο των μηχανών, και κάποιους μαθητές/ είναι αδύνατον να’ χεις στην πλάτη μια σάκα γεμάτη βιβλία και να μην την εκσφενδονίσεις στον ανοιξιάτικο αέρα.
     Από τη μέρα που γνωρίστηκαν τα δυο αγόρια, έγιναν αχώριστοι φίλοι (σαν δυο βελόνες μπηγμένες στην ίδια σάρκα/είναι δίδυμοι, θα πεθάνουν μαζί). Παίζουν, πειραματίζονται, εξερευνούν, ωριμάζουν αργά και σταδιακά αποδεχόμενοι ο ένας τις ιδιαιτερότητες του άλλου, γοητεύονται από τους νεαρούς που διαφέρουν απ τους γονείς και συγγενείς. Βαριούνται το σχολείο (το σχολείο σε μαθαίνει να είσαι ακίνητος), το σκάνε, νιώθουν τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα (πώς μπορώ ν’ ανακόψω την ορμή αυτού του λίθου;). Ο Ρομπέρτο νιώθει ρίγος με το πρώτο ανδρικό σώμα που βλέπει γυμνό (η αυγή ενός πράγματος καινούργιου, τρομερού), ενώ στο χριστουγεννιάτικό πάρτι του συμμαθητή τους (είναι πια 14-15 χρονών) τα σώματα χορεύουν, αυτά τα σώματα αυτής της ζωής, αυτής της στιγμής, και δεν είναι μόνο σώματα, αλλά και η πιο αγνή μορφή αποδοχής του κόσμου. Το πρώτο φιλί του Ρικάρντο. Και, στο ίδιο πάρτι, η οργή του Ρομπέρτο για το ομαδικό πείραγμα (κοινώς μπούλινγκ) απέναντι στον Τζαμπιέρο (-Γιατί τα’ κανες γυαλιά-καρφιά; -Γιατί ήταν όλο λάθος/κανέναν δεν υπερασπίζομαι. Διασκεδάζω σπάζοντας μπουκάλια).
     Είναι διαφορετικοί, αλλά τρελοί έφηβοι κι οι δυο (δίνουν παράξενη όψη, σχεδόν ρομαντική και διεστραμμένη). Περπατάνε στη βροχή, κάνουν ωτοστόπ (είναι τόσο ωραίο και τόσο απαιτητικό να ζεις, ώστε δεν υπάρχει ανάγκη να καταστρώνεις σχέδια ή να επινοείς ασχολίες), απορρίπτουν φλερτ (όχι∙ το πεπρωμένο έχει άλλα σχέδια για μας (!!)), και μέσα σε μια απίστευτη τρέλα γνωρίζουν την Κιάρα, λάτρη του θεάτρου και της ποίησης. Ο έρωτας Κιάρας και Ρικάρντο είναι βαθύς και ακαταμάχητος και ο συγγραφέας δίνει τις πιο ποιητικές αποχρώσεις για να τον περι-γράψει (τα δίνει όλα και τα παίρνει όλα, κι αυτή είναι η γοητεία της. Μια φύση ριζωμένη μέσα της. Μια αγάπη φτιαγμένη από βάθος). Είναι παρόν, είναι ομορφιά, είναι δύναμη, είναι ποίηση (τώρα κάθε στιγμή περικλείει όλες τις στιγμές). Παρόλο που στη ζωή της ζαλίζεται και παρασύρεται κι απ’ τον Τζάνι, επαγγελματία ηθοποιό του θεατρικού έργου που μελετούν (Ρωμαίος και Ιουλιέτα) και που την τριγυρίζει σαν τη μέλισσα, η Κιάρα βασικά μεθάει από έρωτα για τον Ρικάρντο (πώς γίνεται παραποιώντας την πραγματικότητα να φτάνεις σε κάτι πιο αληθινό απ’ αυτήν).
     Κι έτσι η τρέλα πολλαπλασιάζεται τώρα επί τρία (Ρομπέρτο- Ρικάρντο -Κιάρα), φτιάχνονται, μεθάνε, ξενυχτάνε, χορεύουν γυμνοί, φιλιούνται, οργιάζουν. Μα ο Ρομπέρτο βγαίνει απ’ τη σκηνή.

Περίμενα τόσο καιρό να έρθεις

     Ο Ρομπέρτο είναι ακόμα μαθητής όταν ξανασυναντά τον -συγγραφέα πια- Πιερ, σε μια πρωτοποριακή παράσταση (όπου… σκοτώνουν ένα αληθινό άλογο επί σκηνής) και η συγκινησιακή φόρτιση τους φέρνει πολύ κοντά, ενώ αναθυμούνται την σκηνή στο παρελθόν με «κλειδί» το μενταγιόν. Στην Βαρκελώνη όπου εκδηλώνεται ο έρωτας (ο Ρομπέρτο είναι σκαστός απ’ τα σχολείο) ο ερωτικός πόθος γιγαντώνεται καθώς περιπλανούνται, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Τα συναισθήματα είναι ακραία, αλλά η ζεστασιά του Πιερ είναι ευμετάβολη, ασταθής, φευγαλέα. Ο ερωτισμός, η «ευφορική θλίψη», η «αίσθηση πυκνότητας και κάλλους», η αίσθηση του χρόνου που έχει αποκτήσει μια «κυκλική μηδαμινότητα», η αγάπη και η αγνότητα που δεν καταφέρνει ν’ απελευθερώσει, που την έχει απωθήσει πολύ καιρό (θα ήθελε να εκφράσει όλη την ευθραυστότητα που αισθάνεται στον φίλο του, την ευαισθησία του, όλον τον φόβο που αντιλαμβάνεται μέσα του).
     Ωστόσο γρήγορα αρχίζει να σιγοβράζει μια βία που ζωγραφίζει στο χώρο παραισθητικά σχήματα. Μια βία υπόκωφη, αλλά έτοιμη να εκραγεί, αναπάντεχη. Η απαράδεκτη συμπεριφορά του Πιερ ξεσηκώνει την «οργή του ταπεινωμένου».

Κάποτε το χάος ήταν ωραίο, είχε τη δύναμη των ανεξερεύνητων κόσμων.
Τώρα είναι απλώς η ακραία μορφή ενός πράγματος κενού και ακίνητου.


     Κι έτσι φτάσαμε στον «κόμβο», στο δέσιμο της πλοκής, όπου μετά το μοιραίο επεισόδιο αρχίζει η «λύση». Ο «κόμβος» είναι οι συναισθηματικές σχέσεις των τεσσάρων, που οδηγούν τους τρεις φίλους να μεθύσουν και να τρέξουν να συναντήσουν τον Πιερ στην Αυστρία, απροειδοποίητα, οδηγώντας σαν τρελοί μέσα στη νύχτα ενώ το επεισόδιο-κλειδί είναι το μοιραίο ατύχημα που θα ανατρέψει όλες τις σχέσεις και ισορροπίες.
     Βρισκόμαστε στα 1986, και περίπου στη μέση του βιβλίου. Η νέα δοκιμασία που θα βυθίσει την Κιάρα σε κώμα και μετά σε αναπηρία διώχνει τον τρομαγμένο Ρικάρντο μακριά, ενώ ο Ρομπέρτο έχει να αντιμετωπίσει και τον θάνατο του πατέρα του, Φράνκο.
     Δεν είναι σκόπιμο βέβαια να αναφερθώ στην πλοκή, στην πορεία των ηρώων μετά το καθοριστικό επεισόδιο. Ο καθένας ψάχνει τον δρόμο του, πίνουν, σπαταλιούνται, συναντιούνται ξανά, χωρίζουν, περιπλανιούνται, κάποιοι φεύγουν απ’ τη ζωή. Και η Κιάρα, που δεν έπαψε με τον τρόπο της να ασχολείται με το θέατρο, «εφευρίσκει» μια καινούρια γλώσσα για να μιλήσει για όλα αυτά.

Οι λέξεις  είναι οάσεις

     Δεν ξέρω αν είναι τυχαίο που όλοι οι ήρωες, από μια διαφορετική άποψη, βασανίζουν τη γλώσσα, την έκφραση, τις λέξεις. Ακόμα και ο Φράνκο, ο πατέρας του Ρομπέρτο που περιμένει τον θάνατο (υπέροχες σελίδες μας χαρίζει ο συγγραφέας για τον Φράνκο και την γυναίκα του την Γκρατσιέλα, πώς αντιμετωπίζουν το μοιραίο), είναι αυτός που μύησε από μικρό παιδί τον γιο του στον κόσμο της λογοτεχνίας.
     Διαβάζοντας το βιβλίο μπορεί να κουράζουν λίγο οι διαφορετικές μετακινήσεις στον χώρο και στον χρόνο, αλλά απολαμβάνεις έναν λόγο σχεδόν ποιητικό, πολλές φορές λυρικό, όπου και οι σιωπές έχουν νόημα. Είναι συνυφασμένος με την περιπλανώμενη ψυχή των ηρώων.
     Μα και οι εικόνες έχουν ποίηση, κρύβουν διαλογισμό, αναστοχασμό:
     Μπορεί κανείς να μείνει εκεί ώρες και να κοιτάζει τα κύματα, το στενόμακρο λοφίο αχνού που βγάζουν καθώς σκάνε στην αμμουδιά. Έναν αχνό που σηκώνεται ανάλαφρα, ακριβώς τη στιγμή της επαφής με το νερό.
     Είναι ο τρόπος με τον οποίο τα κύματα εκφράζουν την ευτυχία τους.

Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Ο Βίκι, λάτρης της λογοτεχνίας και συγγραφέας στη συνέχεια, αλλάζει το όνομά του επηρεασμένος από τον Πιερ Βιτόριο Τοντέλι, συγγραφέα του «Ρίμινι»

[2] Εμίλιο Εδουάρδο Μασέρα, ένας από τους πρωταίτιους του πραξικοπήματος που εγκαθίδρυσε στην Αργεντινή την αιμοσταγή δικτατορία Βιντέλα, το διάστημα 1976-1983

Πέμπτη, Μαΐου 06, 2021

Ήμερες ημέρες, Μουράτης Κοροσιάδης

 Οι μεγάλες απαντήσεις βρίσκονται πάντα μακριά μας

     Ο μοναχικός πρωταγωνιστής που γνωρίσαμε στο προηγούμενο βιβλίο του συγγραφέα, «Το σύνθημα» (που αυτή τη φορά πιο συχνά είναι και μοναχική πρωταγωνίστρια), φαίνεται να συνεχίζει την περιπλάνησή του και σ’ αυτή τη σειρά διηγημάτων. Δεν είναι βέβαια ποτέ ο «ίδιος»∙ άλλος χαρακτήρας, άλλος ρόλος, άλλο σκηνικά, άλλες επιθυμίες, άλλη βούληση –μα πάντα κοινός παρονομαστής η μοναξιά και η αναζήτηση. Η φαντασία και το παιχνίδι με την πραγματικότητα στα όρια της φθοράς, της ευτυχίας, της προδοσίας, του έρωτα και του θανάτου συνεχίζουν κι εδώ, με πιο τολμηρό τρόπο∙ αγγίζουν μέχρι την εποχή της οικονομικής κρίσης και της πανδημίας όπου ο άνθρωπος δοκιμάζεται σε νέου τύπου οριακές καταστάσεις.
     Αλλά αυτό που νομίζω ότι «κομίζει» αυτή η νέα σειρά διηγημάτων είναι ότι μας εξοικειώνουν με το… «ανοίκειο». Το ανοίκειο που υπηρετεί τη βαθιά, υπαρξιακή ανάγκη να ανακαλύψει ο άνθρωπος τη βαθύτερη ταυτότητά του και να συμφιλιωθεί με την προσωπική του αλήθεια∙ να βρει το δρόμο του γιατί είναι σημαντικότερο να βρει κανείς ένα δρόμο παρά να πάρει ένα δρόμο. Έτσι οι ήρωες υπερβαίνουν με διάφορους τρόπους τον εαυτό τους: αναγνώρισε το σκάφος του. Κι ας ήταν, χρόνια τώρα, διαγραμμένο από τα νηολόγια. Θα το άφηνε να τον ταξιδέψει. Κι ας έχανε και τον τελευταίο του εαυτό.
     Αν επομένως ο αναγνώστης διαβάσει το βιβλίο προσδοκώντας ρεαλιστική απεικόνιση και γραμμική συνέπεια, θα απογοητευτεί. Υπάρχει ασφαλώς πλοκή: σκηνικό, διάλογος, συναισθήματα∙ «δέση»/μυστήριο, και «λύση»[1]/κάθαρση τις περισσότερες φορές. Το χαρακτηριστικό όμως όλων των διηγημάτων κι εντέλει της γραφής του Κοροσιάδη είναι το «παραξένισμα», μια στραβοτιμονιά στη μνήμη, στην ψυχολογία, στην προσδοκία, στη φαντασία. Αυτό που ο ίδιος ο ήρωας στο διήγημα «Η κρέμα» εντοπίζει παρατηρώντας τις αλλαγές στον φαρμακοποιό του φαρμακείου της κρίσης: «Πάντα μου ήταν ακατανόητη αυτή η αλλαγή. Αυτή η μεταβολή. Η μεταστροφή της τύχης. Της ζωής. Των ανθρώπων. Μια ζωή τακτοποιημένη και συνετή. Μια ζωή πάνω σε ράγες. Και ξαφνικά, ένα γεγονός, ή πολλά να φέρει τον εκτροχιασμό. Χωρίς ελπίδα, μάλλον, για μια εκ νέου επανατροχιοδρόμηση». Αν και κάποιες φορές αυτή η ελπίδα δικαιώνεται.
     Το παιχνίδι ανάμεσα στο ρεαλιστικό/γνώριμο/καθημερινό και στο παράξενο/παράδοξο/ανοίκειο γίνεται -κατά κανόνα- με τρομακτική ισορροπία. Συνδετικός ιστός ο αναστοχασμός, ή μάλλον ο εσωτερικός μονόλογος του πρωταγωνιστή/τριας, που μπορεί να αποδίδεται όχι μόνο σε α΄ αλλά και σε γ΄ενικό, δεν έχει σημασία. Η κατάργηση της δομής στη σκέψη και στην πλοκή σε πολλές περιπτώσεις κορυφώνεται στο τέλος κάποιων διηγημάτων, όπου επικρατεί ο ποιητικός, αποδομητικός λόγος.
     Έτσι, ενδεικτικά, ο ανώνυμος -πάντα- ήρωας στο «Το ενυδρείο» ρίχνει μπουκάλια στη θάλασσα «στον έφηβο εαυτό του», στέλνοντας μηνύματα (ο καθένας στέλνει το δικό του μήνυμα), περιμένοντας απαντήσεις (είναι και η σιωπή μια απάντηση)∙ στο «Το πρωτάθλημα» η γυναίκα που γνώρισε τον ήρωα, πριν του δείξει τις χαρές της ήθελε να του δείξει τις λύπες της, και στο πρώτο ραντεβού τον οδηγεί σε μια «δοκιμασία» στο νεκροταφείο, πάνω απ’ τον τάφο του χαμένου αδερφού∙ ο μοναχικός ήρωας στο « Το όνομα» αλλάζει ονόματα, και η εμμονή που τον ωθεί να βρει το όνομα που του ταιριάζει δεν είναι άλλη παρά η ανάγκη να βρει τον «αληθινό» του εαυτό. Το όνομα-ρόλος στο οποίο προσφεύγει είναι και η μοίρα του. Στο «Το στεγνοκαθαριστήριο» το κεραμιδί παντελόνι της πελάτισσας είναι το αντικείμενο που φέρνει κοντά τον ήρωα με την απρόβλεπτη προσωπικότητα της κατόχου (Αιφνιδιάστηκε. Δεν ήξερε κατά πού να κοιτάξει. Τέτοιο ξεγύμνωμα από την πρώτη στιγμή. Γκολ από τα αποδυτήρια). Στο «Το συνεργείο» το παραξένισμα είναι ακόμα μεγαλύτερο όταν ο ήρωας αναζητά από τη νεκρή μητέρα «το δίκιο του μαστού» (εγώ, όμως, θα πάρω τώρα αυτό που μου στέρησες όσο ήσουν ζωντανή)∙ μια ονειρική παραίσθηση συμπλέκει το αίσθημα «αυτοδικίας» με τον εφιάλτη μιας αυτοπαγίδευσης μέσα στο παλιό αυτοκίνητο που βρέθηκε να πετάει στον ουρανό. Ο ήρωας στο «Τα κεριά» γνωρίζει μια τυφλή κυρία (μεταφράζω τους ήχους σε φως) στην οποία εξομολογείται ότι έχει και κείνος μια αναπηρία, έχει πρόβλημα στην όραση (δεν μπορώ να διακρίνω την αγάπη. Έχω και μια παράλυση στα χέρια. Δεν μπορώ να αγκαλιάσω όσους με αγαπούν). Η κυρία στο διήγημα «Το παλαιοπωλείο» σοκάρει τον ήρωα λέγοντάς του ότι είναι έμπορος (εμπορεύομαι οργασμούς/από τον βαθύ σκοτεινό και ορμητικό μέχρι τον ορμητικό και κυματιστό/όσα και τα προσωπεία της γυναίκας/όσα και τα προσωπεία της εξαπάτησης). Στο «Η κρέμα», η πελάτισσα του φαρμακείου θέλει μια κρέμα για να γίνει μια άλλη, θέλει να αλλάξει το πρόσωπό της. Στο τελευταίο διήγημα, το «Πρόγνωση καιρών» οι τρεις άστεγοι εκφράζουν την κακοδαιμονία της σύγχρονης οικονομικής κρίσης, ενώ ο κύριος πρωταγωνιστής με αφορμή έναν μπουφέ και...μια γυναίκα, (γιατί πήρε αυτόν τον δρόμο η ζωή του; να είχε ένα τσιμπιδάκι, να, σαν κι αυτό εκεί μπροστά, και να έβγαζε ένα ένα, σαν ακίδες, σαν αγκάθια αχινού, τα λάθη του) μετφέρεται ψυχικά από το «μηκέτι καιρός» στο «οι καιροί ου μενετοί». Είναι και η τελευταία φράση του βιβλίου: πάντα υπάρχει καιρός για τους ανθρώπους.

Οι λέξεις και οι σκέψεις είναι καλέσματα, φαίνεται.
Βόμβες ανεπίγνωστες, βραδυφλεγείς.

Λέξεις μιας μισογκρεμισμένης γλώσσας.
Εγκαταλειμμένης.
Φράσεις κομμένες με μπαλτά.
Ασυνάρτητες. Λέξεις –προσάναμμα.
Δεν έφταναν για να λιώσουν τους πάγους της βόρειας θάλασσάς μας.

     Το μοτίβο της αναζήτησης του εαυτού, του παρελθόντος, της αλήθειας είναι στενά συνυφασμένο με τη γλώσσα. Αν «τα όρια του κόσμου μου είναι τα όρια της γλώσσας μου»[2], ο συγγραφέας σμιλεύει τη γλώσσα δίνοντας στις λέξεις μια δύναμη σχεδόν επιτελεστική. Παίζει με τα «σπίρτα των λέξεων» με τη βαθιά επίγνωση ότι οι λέξεις δεν μπορούν να εκφράσουν το άρρητο. Η ισορροπία ανάμεσα στο ρεαλισμό και τον συμβολισμό, τις μεταφορές και τις συνεκδοχές είναι ένα μείγμα χαρακτηριστικό της γραφής του Κοροσιάδη. Κατά κανόνα οι σκηνές όπου προχωράει η πλοκή πατάνε γερά στη γη και οι διάλογοι έχουν αμεσότητα και παραστατικότητα -όπως π.χ. ο διάλογος των άστεγων, των θαμώνων μέσα στην ταβέρνα ή του ταξιτζή με τον ήρωα-, μεταφέροντας το πνεύμα της εποχής. Ακόμα και οι διάλογοι με τους νεκρούς ή με τον Χάρο έχουν μια γήινη ζωντάνια. Ωστόσο, σαν να μπαίνει ταυτόχρονα η πραγματικότητα σ’ ένα παραμορφωτικό πρίσμα και μέσω του αναστοχασμού αναζητιέται το Νόημα, το νόημα αυτής της πραγματικότητας, που είναι βέβαια υποκειμενικό. Κι εκεί η πρόσληψη του ήρωα, ο συγγραφέας δηλαδή μέσω του ήρωα, παίζει με τις λέξεις, με τις αναλογίες και τις μεταφορές, ακροβατώντας ανάμεσα στον πεζό και τον ποιητικό λόγο. Γιατί και οι ήρωες πνίγονται από την αδυναμία των λέξεων: η κατάληξη των ρημάτων είναι σταθερή-των ανθρώπων όμως είναι αβέβαιη/ Είναι βαρύ φορτίο η γραμματική του παρελθόντος. Και ούτε ένας ενεστώτας δίπλα μου να με ξεκουράζει. Και η ποθητή αγκαλιά, η αγκαλιά του άλλου κλείνει στα χέραι της το σώμα του άλλου, καταγράφει όλες τις διαστάσεις, τον χρόνο παρελθόντα και μέλλοντα, και τις μετοχές, που δεν θα μετέχουν πια (…) όλη τη γραμματική του πόνου. Σε ενεστώτα χρόνο. Διαρκείας. Και σε μέλλοντα. Εξακολουθητικό. Συντελεσμένης απελπισίας.

Μόνο οι νεκροί μπορούν να βλέπουν έτσι τη ζωή

     Όσοι έχουν πονέσει πολύ από πένθος, σίγουρα έχουν αναρωτηθεί τι διάλογο θα έκαναν με τον αγαπημένο που έφυγε, αν γινόταν το «θαύμα», και παρουσιαζόταν μπροστά τους. Ο διάλογος νεκρών και ζωντανών έχει ενδιαφέρον, γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας στο διήγημα «Το πρωτάθλημα», και παρακάτω: δεν υπάρχουν φωνές, ούτε αντεγκλήσεις. Μονάχα κατανόηση και σιωπή/ πάντα πρόθυμος είναι ο νεκρός για εξομολόγηση.
     Παρόλ' αυτά ο συγγραφέας και δω μας αιφνιδιάζει. Δεν είναι οι διάλογοι αυτοί γεμάτοι μόνο λόγια αγάπης και συγχώρεσης, όπως θα περίμεναν οι αμύητοι. Στο διήγημα «Ήμερες ημέρες» ο κύριος Ευτύχης, βαριά άρρωστος σε παραλήρημα σύμφωνα με τα παιδιά του, ανοίγει ειρωνικό διάλογο με τη νεκρή του σύζυγο, που τον είχε εγκαταλείψει χρόνια πριν: «Καλώς την. Καιρό έχω να σε δω. Χρόνια. Πώς κι απ’ τα μέρη μας;». Με διάθεση «κατανόησης και σιωπής» εκστομίζονται λόγια βαθιά, σημαδιακά (σε συγχώρεσα, αλλά χωρίς να ξέρω το γιατί/είμαι ακόμα κουρασμένη). Ο κύριος Ευτύχης, στο κατώφλι του θανάτου, αλαφροΐσκιωτος πια (χωράνε όλοι μέσα στην αγκαλιά του. Κανέναν δεν διώχνει από κοντά του. Όλους τους ακούει. Και συγχωρεί τα λάθη τους), διαλέγεται όχι μόνο και με τον ίδιο τον χάρο, αλλά και με τον Θεό, τον «μεγάλο σκηνοθέτη της ζωής» εκφράζοντας σε τρεις τέσσερις σελίδες το αδιέξοδο του ανθρώπου που αναζητά το Νόημα, της ζωής και του θανάτου (Ηττηθήκαμε. Όλοι οι άνθρωποι. Προδοθήκαμε. Μας πρόδωσε το σώμα μας που αρρωσταίνει και γερνάει, το μυαλό μας που φυραίνει, η δύναμή μας που χάνεται).
     Ακόμα πιο αιφνιδιαστικός είναι ο διάλογος του γιου με τη νεκρή μητέρα στο διήγημα «Το συνεργείο», όπου ο αναγνώστης έχει προετοιμαστεί ότι υπάρχει χάσμα ανάμεσα σε μάνα-γιο: ποτέ σου δεν μου είπες αυτό που κάθε μάνα λέει στο παιδί της/ήρθες εσύ. Και πλάκωσες τη ζωή μου/δεν με νοιάζει αν έφταιξες. Ούτε κι εγώ έφταιξα. Και το κορυφαίο: θυσιάστηκες, αλλά τουλάχιστον έγινες καλύτερος πατέρας. Μεγάλωσες τους γιους σου με μητρική πατρότητα/μια μάνα έχει πάντα δίκιο. Ακόμη και όταν έχει άδικο, ακόμη και τότε, δίκιο έχει.

Η μυστική και άρρητη αλήθεια των γυναικών

     Η σιωπηλή μοναχική γυναίκα πρωταγωνιστεί σε τρία από τα 15 διηγήματα, αλλά κι άλλες γυναίκες παίζουν σημαντικό ρόλο και σε κάποια από τα υπόλοιπα. Όπως και στην προηγούμενη συλλογή διηγημάτων, η πολύπλευρη, μυστηριώδης «σχεδόν δαιμονική» γυναικεία υπόσταση υπερτερεί και ενίοτε εκτροχιάζει τον μονοδιάστατο άντρα, που ζαλισμένος αφήνεται στη δίνη είτε του έρωτα είτε της προδοσίας. Τέτοια είναι η παρουσία της γυναίκας με το κεραμιδί παντελόνι που αμφισβητεί τον υπάλληλο του στεγνοκαθαριστηρίου (για κοίταξε γύρω σου και πες μου αν βλέπεις κάτι καθαρό. Είναι καθαρές οι λέξεις που χρησιμοποιούμε; Τα χαρτονομίσματα; Τα σκεύη;/όλες (οι λέξεις) έχουν το βάρος της φθοράς από τη χρήση τους, τις κηλίδες από το ψέμα), τέτοια και η γυναίκα στο «Το παλαιοπωλείο» (ήρωας: δεν ήξερε ποια ήττα να διαλέξει. Να τον νικήσει η αρσενική βαρβαρότητα ή η θηλυκή αλαζονεία;). Θυελλώδης είναι και η ζωγράφος στο διήγημα «Η έκθεση», που επισκοπεί τη θέση της γυναίκας την περίοδο της κρίσης, εκθέτοντας μια καλλιτεχνική έκφραση της «ψευδαίσθησης ελευθερίας» (ενώ φαίνονται αέρινα, ελεύθερα και ευκίνητα, στην πραγματικότητα είναι αιχμάλωτα). Πικρή και σκληρή είναι η νεκρή μάνα στο "Το συνεργείο", κρυφή δύναμη έχει η τυφλή κυρία στο «Τα κεριά» και σχεδόν μέγαιρα η σύζυγος που περιμένει τον άνδρα της στο «Τα δώρα των Δαναών».
     Μα βέβαια, υπάρχει κι ο έρωτας. Άλλοτε κρυφός, άλλοτε εμμονικός, άλλοτε μοιραίος.
     Ο έρωτας είναι όπως η πίστη. Δεν ζητά αποδείξεις. Ούτε θέλει πανοπλίες. Μόνο άφημα. Στη δίνη του. Αλλά και στην οδύνη του.
   Ο έρωτας υπάρχει ως αναζήτηση –είναι μια αναζήτηση βαθιά, υπαρξιακή (η μυρωδιά του λαιμού, το σφίξιμο στο στήθος, το θόλωμα του μυαλού και των ματιών. Ο βρόγχος. Η αποκόλληση στο τέλος. Της σάρκας και της ψυχής). Ο έρωτας κρύβει κάπου το πρόσωπο μιας προδοσίας, ένα ακόμα αγαπημένο μοτίβο (την πλησίασε, σκόπιμα, από τη μεριά του φωτισμένου της προσώπου, ώστε εκείνη να στρέψει το σκοτεινό προς αυτόν. Έτσι φάνηκε και το υπόλοιπο μισό. Με ένα τέχνασμα. Με μια μικρή προδοσία).

Η καρδιά έχει πολύ μεγάλη δύναμη

     Μια εικόνα είναι όλη κι όλη το διήγημα «Η άγκυρα», που το ξεχώρισα για τελείως προσωπικούς λόγους: ο μοναχικός μας ήρωας καθισμένος σ’ ένα καφέ στην άκρη του λιμανιού, στη χειμωνιάτικη λιακάδα, βυθίζεται στις σκέψεις του. Απέναντί του αγκυροβολημένο ένα καράβι της γραμμής. Κι αρχίζει το όραμα, μια απίστευτη, βιβλική εικόνα ανάμεσα σε ύπνο και ξύπνιο: τα καράβια πελώρια, να κινούνται όλα μαζί, όχι όμως προς τα μπροστά ή προς τα πίσω. Ούτε και προς τα πλάγια. Προς τα πάνω πήγαιναν/αγέρωχα, περήφανα, επιβλητικά.
     Υψώνονται και πέφτουν, με διάφορες παραλλαγές, αναμοχλεύοντας μύριες σκέψεις και συναισθήματα στον αφηγητή, δίνοντάς του μέσα στον απροσδόκητο οραματισμό του τροφή για νέους συνδυασμούς λέξεων, για νέες οριακές και ουσιαστικές συνειδητοποιήσεις:
     Ο καθένας έχει μια ζωή. Και την αφιερώνει όπου νομίζει. Μπορεί ο καθένας να εξαντλήσει όπως θέλει τις συσπάσεις της μικρής του καρδιάς. Όλες του τις αναπνοές. Τις κοφτές αλλά και τις βαθύτερες. Κυρίως αυτές, που φτάνουν μέχρι τις ρίζες των πνευμόνων του. Και πλουτίζουν το αίμα της με αέρα. Αέρα για να ταξιδέψει η ζωή. Για να φουσκώσει τα πανιά της, ν’ ανοιχτεί.
Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Η «δέση» και η «λύση» είναι στοιχεία της αρχαίας τραγωδίας κατά Αριστοτέλη. Χρησιμοποιώ αυθαίρετα τον όρο, δεδομένου ότι οι ιστορίες του Κοροσιάδη έχουν «αρχή-μέση-τέλος», πλοκή, «δέση» και «λύση» (Αριστοτέλης, Περί ποιητικής: Σε κάθε τραγωδία υπάρχει δέση και λύση. Όσα είναι έξω από το δράμα και μερικά από αυτά που είναι μέσα σ᾽ αυτό αποτελούν πολλές φορές τη δέση· τα υπόλοιπα είναι η λύση. Με τη «δέση» εννοώ όσα γίνονται από την αρχή της υπόθεσης ως το σημείο που είναι το έσχατο: αυτό από το οποίο αρχίζει η μετάβαση προς την ευτυχία ή τη δυστυχία· με τη «λύση» εννοώ όσα γίνονται από την αρχή της μετάβασης ως το τέλος.

[2] Λούντβιχ Βιτγκενστάιν

Τετάρτη, Απριλίου 21, 2021

Όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά, Robert Penn Warren

Η Ιστορία είναι τυφλή όμως ο άνθρωπος δεν είναι.
Η γνώση είναι ο στόχος του ανθρώπου,
όμως υπάρχει ένα πράγμα που δεν μπορεί να το γνωρίζει.
Δεν μπορεί να γνωρίζει αν η γνώση θα τον σώσει ή θα τον σκοτώσει.

     Ένα εντυπωσιακά πολύπλευρο βιβλίο, που κατά τη γνώμη μου δικαιολογημένα αποτελεί βιβλίο αναφοράς, και δικαίως επίσης θεωρείται ως ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία της αμερικανικής λογοτεχνίας -και όχι μόνο. Το τεράστιο μέγεθός του αρχικά αποτρέπει τον αναγνώστη, σύντομα όμως το ύφος και το σπιρτόζικο πνεύμα μιας πρωτοπρόσωπης αφήγησης κατακτούν το ενδιαφέρον. Παράλληλα με τον ελκυστικό τρόπο γραφής, αυτό που συναρπάζει μοναδικά, και υψώνει κάθετα την απόλαυση της ανάγνωσης είναι το πλούσιο πολυπρισματικό περιεχόμενο με πολιτικές, φιλοσοφικές, ψυχολογικές προεκτάσεις σε συνδυασμό με το ακαταμάχητο -αμερικανικής κοπής- χιούμορ. Διαβάζοντας το βιβλίο, μπαίνουμε στον παλμό της αμερικανικής «ψυχής», του τρόπου ζωής και σκέπτεσθαι που αναπτύχθηκε μέσα στις ιστορικές συγκυρίες της 4η δεκαετίας του 20ου αιώνα στην Αιόβα, στον Αμερικανικό Νότο, ενώ οι ήρωες του βιβλίου, δηλαδή ο «βασιλιάς» και οι άνθρωποί του, χτίζουν μια δική τους «ηθική», εντελώς μοναδική και αξιομνημόνευτη.
     Βρισκόμαστε στα 1939, στο Μέισον Σίτι, αλλά οι αφηγηματικές αναδρομές ξεκινούν από το 1922, όταν οι δυο κύριοι πρωταγωνιστές, ο «βασιλιάς» και ο αφηγητής, ανταμώνουν για πρώτη φορά. Ο «βασιλιάς» είναι ο Γουίλι Σταρκ[1], το λεγόμενο «Αφεντικό», που ξεκινώντας ως «χωριατόπαιδο» από το Μέισον Σίτι, από φτωχή αγροτική οικογένεια, εκλέχτηκε Κυβερνήτης με φιλολαϊκό προφίλ και με ριζοσπαστικές προθέσεις. Μια προσωπικότητα απίστευτη σε κάθε λεπτομέρεια, έτσι τουλάχιστον όπως μας την παρουσιάζει ο αφηγητής, ο Τζακ Μπέρντεν από το Μπέρντενς Άιλαντ, το δεξιό του χέρι του Γουίλι και από μια άποψη το alter ego του. Είναι ο βασικός «άνθρωπος» του βασιλιά, δαιμονικός και οξυδερκής, ιστορικός και δημοσιογράφος που αρχικά δούλευε στην Chronicle.
     Οι υπόλοιποι «άνθρωποι του βασιλιά» είναι εξίσου μοναδικοί χαρακτήρες, και παρακολουθούμε με αμείωτο ενδιαφέρον την εξέλιξή τους στο πλάι του «Αφεντικού» και του Τζακ. Είναι όλοι γραφικοί, σαν καρικατούρες, τουλάχιστον μέσα από το πρίσμα του σαρκαστικού μας αφηγητή: ο Σούγκαρ Μπόι πιστός, ψευδός (ο Σούγκαρ Μπόι δεν μπορούσε να μιλήσει αλλά εκφραζόταν μια χαρά με το πάτημα του γκαζιού), αφοσιωμένος, οριακός στην οδήγηση και ασυναγώνιστος στο σημάδι∙ η Σέιντι Μπερκ, η παράφορη γραμματέας που έχει βρει τον τρόπο να παίζει στα δάχτυλα το αφεντικό της (ήταν η μόνη που ήξερε πώς. Ή που είχε τα κότσια)∙ ο γλοιώδης Τάινι Ντάφι, το κοπρόσκυλο του αφεντικού, «χρήσιμος, αν ξέρεις πώς να τον αξιοποιήσεις», που κανείς δεν τον εμπιστεύεται, και ο ίδιος ο Γουίλι λέει γι’ αυτόν ότι είναι «ο πιο σιχαμερός χοντροκώλης», που για ανεξιχνίαστους λόγους όμως ο Γουίλι τον έκανε κάποια στιγμή Αναπληρωτή Κυβερνήτη.
     Αυτά είναι τα πρόσωπα του στενού γραμματειακού περιβάλλοντος. Αλλά φυσικά υπάρχει και η οικογένεια – η σύζυγος του Γουίλι η Λούσι, ο γιος του ο Τομ, όπως και τα πρόσωπα του στενού περιβάλλοντος του Τζακ: η μητέρα του∙ ο εξαφανισμένος πατέρας του ο Έλις Μπέρντεν ή «Λόγιος Δικηγόρος»∙ η Ανν Στάντον παιδική φίλη και ουτοπικός έρωτας∙ ο Άνταμ Στάντον, αδερφός της Ανν, παιδικός φίλος και γιατρός με άκαμπτη ηθική∙ ο επίσης αμέμπτου ηθικής, αγέρωχος κι ατρόμητος δικαστής Ίρβιν. Καθώς ο Γουίλι ανέρχεται στο αξίωμα του Κυβερνήτη, εξουδετερώνει το κατεστημένο και γίνεται δημοφιλής, η ιστορία περιπλέκεται και στη δίνη της αφήγησης περιστρέφονται όλοι αυτοί οι χαρακτήρες, ο καθένας με τον δικό του μοναδικό και αντισυμβατικό τρόπο.
     Η πορεία του φτωχού χωριατόπαιδου με την αιρετική ηθική, που ξεκινά από απλός κοινοτικός ταμίας της Κομητείας Μέισον κι έχει τη φιλοδοξία να γίνει Κυβερνήτης συντρίβοντας την παλιά τάξη, με κεντρικό όραμα να χτίσει ένα νοσοκομείο και ιατρικό κέντρο στα οποία να έχουν δωρεάν πρόσβαση όλοι οι πολίτες της Κομητείας δεν είναι γραμμική∙ σκοντάφτει σε πολλά εμπόδια, εξωτερικά κι εσωτερικά. Ούτε είναι ο μόνος βασικός άξονας του βιβλίου. Εξίσου μεγάλη βαρύτητα έχει και η πορεία του ίδιου του Τζακ, που στο πλάι αυτού του χαρισματικού ηγέτη βιώνει τη δική του τεθλασμένη επαγγελματική πορεία αλλά και το δικό του δράμα, ερωτικό, οικογενειακό, υπαρξιακό.
     Γιατί όσο χαρισματικός είναι ο Κυβερνήτης ως άνθρωπος της δράσης/πράξης, άλλο τόσο χαρισματικός είναι και ο αφηγητής, που όπως ανακαλύπτει σταδιακά ο αναγνώστης χαρακτηρίζεται από ταλέντο να διεισδύει στην ψυχολογία των γύρω του, να παρατηρεί ανελέητα ακόμα και τους πιο αγαπημένους του, να αυτοσαρκάζεται, να λύνει ντόμπρα και σταράτα υποθέσεις-κουβάρι. Είναι και οι δυο (αλλά και πολλοί απ’ τα κοντινά τους πρόσωπα) τραγικές φυσιογνωμίες, και η πορεία της ζωής τους αποδεικνύεται εξίσου τραγική, δεν είναι λοιπόν τυχαίο που ο Τζακ Μπέρντεν στις τελευταίες σελίδες της αφήγησης λέει: «Αυτή ήταν η ιστορία του Γουίλι Σταρκ αλλά και η δική μου ιστορία. Γιατί έχω κι εγώ μια ιστορία/η ιστορία του Γουίλι Σταρκ και η ιστορία του Τζακ Μπέρντεν είναι, κατά μία έννοια, μια ιστορία». Μια ιστορία με μοναξιά, με πόνο, με θανάτους, με ενοχή, με λύτρωση, με γνώση.

Ο-Εξάδελφος-Γουίλι-από-το-χωριό στη θέση του Κυβερνήτη

     Η αντισυμβατικότητα του Γουίλι είναι αισθητή στον Τζακ από την πρώτη μέρα που τον γνώρισε. Στα 1922, όταν ο πρώτος ήταν ακόμα κοινοτικός ταμίας και ο Τζακ δημοσιογράφος στην Chronicle συναντήθηκαν στα μπιλιάρδα του Σλέιντ τυχαία. Πέρα από το μυστηριώδες κλείσιμο του ματιού (όπως κλείνουμε το μάτι σε κάποιον που αναγνωρίζουμε αστραπιαία σαν «δικό μας άνθρωπο»), η άρνησή του να πιει μπίρα παρά την ενοχλητική επιμονή του Τάινι Ντάφι, δεν περνά απαρατήρητη. Πίνει γκαζόζα, κι αφήνει τον Ντάφι με το ύφος «μουνουχισμένου μοσχαριού τη στιγμή που βλέπει το σφυρί να το σημαδεύει ανάμεσα στα μάτια».
     Είναι ορμητικός, ετοιμόλογος, απρόβλεπτος (έβλεπες ξαφνικά τα μάτια να γουρλώνουν έτσι δα, σα να είχε γίνει κάτι μέσα του, άρχιζαν να σπιθίζουν. Το’ ξερες ότι κάτι είχε γίνει μέσα του και σκεφτόσουν: Να’ το μας έρχεται). Έχει μια δική του αντίληψη για τη δικαιοσύνη (τον ξέρω είναι καλό παιδί και δεν μ’ ενδιαφέρει ποιον έσφαξε. Η αναμέτρηση ήταν έντιμη, απλά ήταν άτυχος) ή μάλλον για το «πολιτικό», ένα είδος πολιτικής διαίσθησης που τον ωθεί να δρα-αντιδρά «εδώ και τώρα».
     Χαρακτηριστικό παράδειγμα το κομβικό επεισόδιο της αντιπαράθεσης του Γουίλι Σταρκ με τον άλλο μεγάλο πυλώνα, πρότυπο δικαιοσύνης και συνετής σκέψης, τον αγέρωχο και αδέκαστο δικαστή Ίρβιν. Όταν o «βασιλιάς» έμαθε ότι ο δικαστής Ίρβιν θα υποστηρίξει στις εκλογές τον πολιτικό του αντίπαλο Κάλλαχαν (κάτι μη αναμενόμενο), κάνει κάθετη εφόρμηση μέσα στη νύχτα στο σπίτι του δικαστή (το «κάποια στιγμή» δεν είναι ποτέ «τώρα») εγκαταλείποντας πίσω του την οικογενειακή θαλπωρή του πατρικού και διασχίζοντας 80 χλμ με όλη τη συνοδεία (Τζακ: έπρεπε να το έχω φανταστεί/προετοιμάστηκα για την εμπειρία του να εκτοξεύομαι πότε στη μια μπάντα και πότε στην άλλη κάθε φορά που βρίσκαμε στροφή), για να βρει τον δικαστή με τις πυτζάμες και να τον «κοιτάξει κατάματα». Η απολαυστική γραφή του Γουώρεν δίνει μια χροιά μεγαλείου στη σκηνή που συγκρούονται αυτές οι δύο τόσο δυνατές προσωπικότητες, μια σκηνή όπου απολαμβάνουμε χιούμορ, σαρκασμό, εκφοβισμούς και πικρές αλήθειες∙ ωστόσο του Ίρβιν η συνείδηση δεν κλονίστηκε ή, το βλέφαρο, όπως επισημαίνει ο παρατηρητής μας, «δεν σπάραξε».

Ο δικαστής Ίρβιν είναι ένας από τους παλιούς γνώριμους του αφηγητή μας, φίλος της πληθωρικής και μυστηριώδους μητέρας του, γνωρίζει τον Τζακ από όταν εκείνος ήταν παιδί και οι «μπηχτές» που του ρίχνει τώρα ο Τζακ υπηρετεί τον Γουίλι είναι καυστικές κι αιχμηρές (σε καλεί ο εργοδότης σου, κε Μπέρντεν). Είναι κι αυτός ένας από τους «ανθρώπους του βασιλιά», εφόσον σ’ αυτό το παιχνίδι, ο ρόλος του είναι σχεδόν συμπρωταγωνιστικός, όπως φαίνεται στη συνέχεια. Γιατί μετά απ’ αυτήν την αδιέξοδη συνάντηση, ο Γουίλι βρίσκει τη βασική αποστολή του Τζακ, να ψάξει στο παρελθόν του Ίρβιν για να βρει κάποια λαμογιά (πάντα κάτι θα υπάρχει).
     Η άνοδος του Γουίλι Σταρκ στη θέση του Κυβερνήτη της Αιόβα ήταν… τεθλασμένη, και η περιγραφή γλαφυρή και σπαρταριστή. Η αρχική του φήμη (ο «τύπος με τη χριστουγεννιάτικη γραβάτα, ο Εξάδελφος Γουίλι από το χωριό») ως ανορθόδοξου πολιτευτή, συνδέεται με την πρόθεσή του ως κοινοτικού ταμία να υποστηρίξει μια προσφορά «της πλάκας» για χτίσιμο σχολείου ταράζοντας τα ήρεμα νερά, γιατί αυτή η προσφορά που ήταν πιο χαμηλή, προϋπέθετε ξένους, έγχρωμους εργάτες (θέλει τη χαμηλή προσφορά και να μας κουβαλήσει ένα λεφούσι αραπάδες εδώ πέρα). Εννοείται ότι δεν πέρασε η πρότασή του παρόλο που ο Γουίλι πήρε τους δρόμους κι έπιανε τους περαστικούς και προσπαθούσε να τους εξηγήσει την κατάσταση, αλλά είναι η πρώτη επαφή του Τζακ ως δημοσιογράφου με τον Γουίλι, κι αυτή που στοίχισε την απόλυσή και των… δύο λίγο καιρό αργότερα, εφόσον ο Τζακ είχε αρχίσει να τάσσεται ιδεολογικά στο πλευρό του Γουίλι.
     Eίναι η εποχή που το χωριατόπαιδο ασχολείται με το αγρόκτημα, με μαστορέματα, και με διάβασμα (εξετάσεις στη νομική, τελείωσε τελικά δικηγόρος) κόβοντας βόλτες στο δωμάτιο του πατρικού. Όμως, όπως παρατηρεί ο διεισδυτικός αφηγητής μας, η μεγάλη τύχη κυνηγάει αυτούς που δεν την έχουν ανάγκη. Έτσι, η προσφορά του αντιπάλου είχε κόστος τον θάνατο και τον τραυματισμό παιδιών κατά τη δοκιμαστική εκκένωση του κτισθέντος σχολείου, κι ο άνεργος μεν αλλά επίδοξος Κυβερνήτης μας αποδείχτηκε σωστότερος (ο Γουίλι ήταν ο τύπος που είχε το Θεό μαζί του). Από κει και πέρα αρχίζει ένας τραγέλαφος προεκλογικού αγώνα όπου χρησιμοποιούν τον -δικαιωμένο πια- Γουίλι σαν μπαλαντέρ, για να αποσπάσουν ψήφους από τον ένα υποψήφιο. Μάλιστα το πρόσωπο που τον χρησιμοποίησε ήταν ένα από τους κατοπινούς «ανθρώπους του», ο γλοιώδης Τάινι Ντάφι. Οι πρόβες των ομιλιών του υποψήφιου κυβερνήτη είναι ξεκαρδιστικές (όλο και κάτι θα έβρισκε να αναθεωρήσει στο κωλοκείμενο, όλο και κάτι θα έβρικε να λουστράρει), και προκαλούν απίστευτα χάχανα στον αφηγητή μας ενώ την ώρα της ομιλίας κανείς δεν παρακολουθεί (ήταν φρίκη. Ήταν όλο γεγονότα και νούμερα). Η πανωλεθρία φάνηκε ότι θα συνεχιστεί στο Άπτον, αλλά ένα γεγονός αποδείχτηκε μοιραίο για να πάρει άλλη τροπή όλη η πορεία του Γουίλι. Ενώ είχε πάρει τη μεγάλη απόφαση ότι «Δεν είναι ανάγκη να γίνει κανείς Κυβερνήτης» (!!!), μαθαίνει κάπως τυχαία από την ορμητική Σέιντι ότι του την έχουνε στημένη (για μια φορά είχε αφήσει ακάλυπτα τα νώτα της). Άλλη μια σπαρταριστή σκηνή μάς χαρίζει ο συγγραφέας, όταν ο αδέξιος («χαϊβάνι») Γουίλι συνειδητοποιεί ότι είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος και, ενώ ήταν έτοιμος να παραδώσει τα όπλα στροφάρει ανάποδα (Τζακ: …ανακαλύπτεις ένα πρόσωπο που δεν είχες δει ποτέ σου). Αυτός που δεν έπινε παρά μόνο γκαζόζα, πίνει όλο το βράδυ πριν την ομιλία του, είναι ακόμα φουλ μεθυσμένος το πρωί, παρόλ’ αυτά αποφασισμένος να μιλήσει –κι όταν αποφασίζει πια να ανοίξει το στόμα του κρατώντας το χειρόγραφο στα χέρια, καταπλήσσει το πλήθος, όχι επειδή βγάζει πύρινο λόγο αλλά επειδή αυτοσχεδιάζει λέγοντας σκέτη –νέτη την αλήθεια: ότι ο ίδιος ήταν ένα ζωντόβολο, ένα χωριατόπαιδο που πίστευε κι αυτός πως κι ο πιο απλός, κι ο πιο φτωχός πολίτης μπορεί να γίνει Κυβερνήτης. Τους λέει ακόμα ότι τον χρησιμοποίησαν, ότι γλυκάθηκε με τις υποσχέσεις οι «τσανακογλείφτες» του ενός απ’ τους δυο αντιπάλους, ότι αποσύρεται, κι ότι θα υποστηρίξει τον άλλον!
     Η περίοδος ενδοστρέφειας του Γουίλι Σταρκ, κατά την οποία ασχολήθηκε με ήπιες δικηγορικές υποθέσεις μέχρι να βάλει υποψηφιότητα για τις προκριματικές του Δημ. Κόμματος και να τις κερδίσει, συνέπεσε με την απόλυση του Τζακ. Λίγο καιρό αργότερα, όταν ο Γουίλι άρχισε να κερδίζει τα αξιώματα, τον προσέλαβε ως δεξί του χέρι.
     Η επεισοδιακή άνοδος του Γουίλι στο αξίωμα του Κυβερνήτη έφερε στην εξουσία έναν άνθρωπο που είχε μια πολύ προχωρημένη άποψη για το νόμο: Ο νόμος ανέκαθεν παραήταν κοντός, παραήταν στενός για την ανθρωπότητα που ολοένα εξελίσσεται. Το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να κάνεις κάτι, κι ώσπου να φτάσει αυτός ο νόμος στα βιβλία, εσύ θα έχεις πάει παρακάτω. Και: το καλό πρέπει να το φτιάξεις μέσα απ’ το κακό, γιατί δεν έχεις από πού αλλού να το φτιάξεις. Αυτή είναι η βαθύτερη «φιλοσοφία» του Γουίλι, που μην ξεχνάμε, είναι «άνθρωπος της πράξης» (αγόρι μου, δουλεύεις για λογαριασμό μου, γιατί είμαι αυτός που είμαι και είσαι αυτός που είσαι/δεν υπάρχουν ερμηνείες. Για οτιδήποτε. Το μόνο που σε παίρνει να κάνεις είναι να εστιάσεις στη φύση των πραγμάτων).

Η ιστορία του Τζακ

Η απόλυση του Τζακ από την Chronicle, που την αποδέχτηκε με αξιοπρέπεια, ίσως και με ανακούφιση, τον έριξε σε μια περίοδο που ο ίδιος την ονομάζει «Μεγάλο Ύπνο» (είναι φορές που ο ύπνος γίνεται κάτι σοβαρό και πλήρες), κάτι που δεν του συμβαίνει πρώτη φορά. Είναι αρκετά εκτενή και εξίσου απολαυστικά τα μέρη του βιβλίου όπου ο αφηγητής ανατρέχει στο παρελθόν αναδιευθετώντας το, και δίνοντας στον αναγνώστη ένα ολοζώντανο πορτρέτο ενός ιδιαίτερου, sui generis χαρακτήρα του. Μας βάζει στον κόσμο του, στην παιδική του ηλικία, σκιαγραφεί τους δικούς του ανθρώπους: μια μητέρα «αθώα σαν κοριτσάκι», που νιώθει ότι δεν του δίνει σημασία, γιατί, όπως λέει, πολύ απλά ήμουν ένας άλλος αρσενικός που ήθελε να τον έχει σπίτι, γιατί ήταν από κείνες τις γυναίκες που έπρεπε να έχουν άντρες τριγύρω τους και να τους χορεύουν στον δικό τους σκοπό, που έχει χωρίσει τον πατέρα και αλλάζει τους άντρες όπως τα έπιπλα του σπιτιού της∙ έναν πατέρα θρησκόληπτο που πουλάει «χαζοφυλλάδια», άρρωστο ψυχικά, που τον λέει «Λόγιο Δικηγόρο» (σε κάθε περίπτωση είχα βρει αυτό που ήξερα ότι θα έβρισκα, γιατί ήταν πράγματα που είχαν συμβεί και τίποτα δεν επρόκειτο να αλλάξει ό, τι είχε συμβεί)∙ η Ανν, με την οποία τον ενώνει αυτού του είδους η βαθιά, παιδική ερωτική φιλία, και που καθρεφτίζεται μέσα από τα μάτια της (δεν μπορείς να τους αγαπήσεις λίγο ή να τους συγχωρήσεις ή απλά να μην τους σκέφτεσαι, ή κάτι τέλος πάντων; Κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που είσαι τώρα;)∙ ο αδερφικός φίλος Άνταμ, ο αδερφός της Ανν, ντόμπρος, λογικός και φυσιολάτρης. Και η πιο ατόφια και αυθεντική ανάμνηση, που υποψιαζόμαστε ότι καθόρισε τον ψυχισμό του, ένα από τα πικ νικ που έκαναν οι τρεις τους (ο Τζακ και ο Άνταμ 17χρονών, η Ανν 13: ελάχιστες εικόνες σαν αυτές εγγράφονται στο μυαλό μας –είναι από κείνες που γίνονται όλο και πιο ζωντανές, λες και το πέρασμα του χρόνου δε συσκοτίζει την αυθεντικότητά τους). Τέλος ο οικογενειακός φίλος δικαστής Ίρβιν, ένας άνθρωπος αποδεδειγμένα γενναίος, που μάθαινε στον μικρό Τζακ πώς να κυνηγά τις πάπιες, και που πάντα τον έβλεπε ως «ήρωα». Βιώματα ανεξίτηλα που τα επεξεργάζεται ξανά, σ’ αυτό το μεταίχμιο της ζωής του για να καταλήξει: λέγεται ότι οι όροι που καθορίζουν την ύπαρξή σου είναι αυτή της σχέσης σου με τους άλλους. Αν δεν υπήρχαν οι άλλοι, δεν θα υπήρχες και συ, διότι αυτό που κάνεις, που είναι αυτό που είσαι, έχει νόημα μόνο σε σχέση με τους άλλους. Πολύ καθησυχαστική η συγκεκριμένη σκέψη, ειδικά όταν βρίσκεσαι στο αυτοκίνητο μέσα στη βροχή, μόνος τη νύχτα, γιατί σ’ αυτήν την περίπτωση δεν είσαι εσύ και με το να μην είσαι εσύ, ή κάτι τέτοιο, μπορείς να ξαπλώσεις με την ησυχία σου και να ξεκουραστείς λιγάκι. Είναι ένα είδος διακοπών από το να είσαι εσύ.

Η «δέση» και η «λύση» μιας σύνθετης τραγωδίας

     Μέχρι λοιπόν περίπου τη σελίδα 200 υπάρχει αυτό το «δέσιμο» ή αλλιώς το «στήσιμο» της υπόθεσης, όπου ξεδιπλώνονται οι χαρακτήρες, οι συνθήκες, οι δυναμικές που στη συνέχεια θα οδηγήσουν σε μια θυελλώδη πλοκή «κατά το εικός και αναγκαίον», όπου θεμελιακά γεγονότα/αποφάσεις/δράσεις οδηγούν τους ήρωές μας, τον «βασιλιά» και τους ανθρώπους του που αλληλεπιδρούν, σε τραγική κορύφωση. Σε λύση/κάθαρση δηλαδή, που είναι αποτέλεσμα τραγικής σύγκρουσης και -από μια άποψη- με τραγικό αποτέλεσμα.
     Δεν είναι πρόθεσή μου να «προδώσω» αυτήν την θυελλώδη πλοκή (που ωστόσο είναι προϋπόθεση για να συλλάβει κανείς την τέχνη αυτής της τεράστιας σύνθεσης, κυριολεκτικά και μεταφορικά), τουλάχιστον με γραμμικό τρόπο. Ανάμεσα σε όλα τα απίθανα επεισόδια που φωτίζουν πλευρές των ιδιόρρυθμων χαρακτήρων (όπως η στάση του «Αφεντικού» απέναντι στα ατασθαλίες του οικονομικού ελεγκτή Γουάιτ και η σύγκρουσή του σχετικά μ’ αυτό με τον Γενικό Εισαγγελέα Χιου Μίλλερ, ή την μακροσκελή εγκιβωτισμένη ιστορία του μακρινού συγγενή του Τζακ, Κας Μάστερν) υπάρχουν επεισόδια αλλά και συναισθηματικές σχέσεις μεταξύ των ηρώων που θα τα χαρακτήριζα «κομβικά» γιατί αποτελούν το «νήμα» και οδηγούν κατευθείαν σ’ αυτό που παραπάνω ονόμασα κάθαρση.
     Το βασικό πρόγραμμα και μεγάλο όνειρο του Γουίλι, να φτιάξει λαϊκό νοσοκομείο και ιατρείο (κάθε άντρας, κάθε γυναίκα, κάθε παιδί που θα αρρωστήσει ή θα πονάει θα διαβαίνει τις πόρτες του και θα ξέρει ότι θα έχει εξασφαλισμένη κάθε ανθρωπίνως δυνατή περίθαλψη. Δωρεάν. Όχι σαν φιλανθρωπία. Αλλά ως δικαίωμα. Το δικό σας δικαίωμα. Με ακούτε;) είναι η απαρχή των συμφορών. Σκοντάφτει στην προσωπικότητα του Ίρβιν, σκοντάφτει σε μικροπολιτικά συμφέροντα (ο Τάινι Ντάφι προωθεί κάποιον ανταγωνιστή), ενώ εκείνος θέλει τον Άνταμ διευθυντή, που είναι άμεμπτος και δεν θέλει εξάρτηση από κανένα πολιτικό πρόσωπο.
     Και τις δύο υποθέσεις τις αναλαμβάνει ο Τζακ: να «βρει κάποια βρομιά για τον Ίρβιν» (υπάρχει πάντα το ίχνος, η επιταγή που ακυρώθηκε, ο λεκές απ’ το κραγιόν κλπ), και να πείσει τον Άνταμ να αναλάβει τη διεύθυνση του νοσοκομείου. Ο Τζακ έχει και με τους δύο βαθιά γνωριμία από τα παλιά χρόνια. Είναι επομένως το κατάλληλο πρόσωπο, αλλά ταυτόχρονα είναι δαιμόνιος, πανέξυπνος, ντόμπρος και αποτελεσματικός. Θαυμάζουμε τον ήρεμο ντετεκτιβικό τρόπο με τον οποίο αποκαλύπτει μια μεγάλη λαδιά στο παρελθόν του Ίρβιν (που κρατά σα φυλαχτό αποφεύγοντας να τη «χρησιμοποιήσει»), ενώ βρίσκει τον τρόπο να διεισδύσει και στην ψυχολογία του φίλου της νιότης, του θερμού ιδεολόγου, ρομαντικού Άνταμ. Τον διαβεβαιώνει ότι το Αφεντικό δεν θέλει ούτε να τον κολακέψει, ούτε να τον εξαγοράσει, ούτε να τον κολακέψει: Ξέρει τι θέλεις. Μπορώ να σου το πω με μια λέξη, Άνταμ/Τι;/Θέλεις να κάνεις το καλό. Αυτό τον σώπασε.
     Το φράγμα της καχυποψίας του Άνταμ απέναντι στους πολιτικούς -και ιδιαίτερα στον Γουίλι- κατάφερε και ο Τζακ και ο Γουίλι να το σπάσουν. Απολαυστικοί και έξυπνοι διάλογοι ζωντανεύουν τις μεταστροφές των συναισθημάτων. Όμως, η πληροφορία που έφτασε στα αυτιά του Άνταμ, πρώτα ότι ο πατέρας τους κυβερνήτης Στάντον κάλυψε τη δωροδοκία του Ίρβιν αποκαθηλώνοντας το πρότυπο του πατέρα, και δεύτερον ότι η αδερφή του έχει σχέσεις με τον Γουίλι Σταρκ, κλονίζουν τον Άνταμ ανεπανόρθωτα. Η ευάλωτη στους εκβιασμούς ψυχολογία του Άνταμ είναι λοιπόν ένα από τα κλειδιά της πλοκής.
     Κομβικός γίνεται και ο ρόλος του ατίθασου γιου, του Τομ, ταλέντου στο ποδόσφαιρο και αντικείμενο διεκδίκησης από τον Γουίλι και τη Λούσι, και αιτία άπειρων συγκρούσεων μεταξύ τους. Στο γεγονός ότι ο Τομ αφήνει μια κοπέλα έγκυο, γεγονός που τον χρησιμοποιούν οι αντίπαλοι εκβιαστικά, προστίθεται και το φοβερό ατύχημα στη διάρκεια ποδοσφαιρικού αγώνα.
     Τέλος, οι αποκαλύψεις των μυστικών (του Ίρβιν, της Ανν, του Τομ) όχι μόνο θα αλλάξουν τις ισορροπίες αλλά θα φέρουν την κάθαρση, μια κάθαρση τραγική γιατί καταλήγει σε μια αυτοκτονία κι ένα διπλό φονικό, των οποίων πάλι ανιχνευτηής αυτοκαθορίζεται ο Τζακ.

Η αλήθεια μού έδωσε πίσω το παρελθόν

     Στο κουβάρι αυτό των σχέσεων και των γεγονότων έρχονται να προστεθούν η μεγάλη στροφή στην ψυχολογία του Τζακ όταν έμαθε ότι η Ανν έχει ερωτική σχέση με τον Γουίλι – είναι μια στροφή προς τα «έσω», που τον σπρώχνει σ’ ένα απρόοπτο ταξίδι προς τη Δύση για να αναστοχαστεί τον εαυτό του, την Ανν και τη σχέση του μαζί της. Ήδη η κρυφή αγάπη και λαχτάρα του Τζακ για την Ανν και τη σχέση του μαζί της στο παρελθόν μάς έχουν χαρίσει γοητευτικές σελίδες, που μας βυθίζουν στο ανέφικτο ενός πολύ βαθιού έρωτα. Ωστόσο όλα ανατρέπονται, τώρα που αντικρίζει μια διαφορετική πλευρά της «αλήθειας» της Ανν (δεν τον είχε αγαπήσει, απλά είχε μια μυστήρια λαχτάρα στο αίμα της/και πάλευε διαρκώς ανάμεσα στην παρόρμηση και στον φόβο/δεν γίνεται να χάσει κάτι που δεν σου ανήκε). Η ενδοσκόπηση του χαρίζει μια νέα, «μυστική» γνώση που την ονομάζει «Μεγάλη Σύσπαση» (ολόκληρη η ζωή δεν είναι παρά ο σκοτεινός παλμός του αίματος ο σκοτεινός παλμός του αίματος και ο σπασμός του νεύρου),μιαάμυνα που τον κάνει άτρωτο, λιγότερο ευάλωτ ως κυνικό.
     Όμως η εσωτερική εξέλιξη του Τζακ δεν σταματά εδώ. Η ενεργός ανάμειξή του στην ανεύρεση της αλήθειας τον γεμίζει βέβαια ευθύνες κι ίσως και ενοχές (θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο Μόρτιμερ κι εγώ ήμασταν απλώς τα δίδυμα εργαλεία της παρατεταμένης και αναπόδραστης αυτοκαταστροφής του Δικαστή Ίρβιν). Έρχεται όμως αντιμέτωπος με νέες αποκαλύψεις που αφορούν τη δική του τραγική οικογενειακή πορεία. Αποκαλύψεις που αφορούν τον πατέρα και τη μητέρα του, τη σχέση μεταξύ τους και την Αλήθεια. Σιγά σιγά ενστερνίζεται μια διαφορετική στάση απέναντι στην ίδια του τη μητέρα (μου έδωσε μια καινούρια εικόνα του εαυτού της και αυτό σε τελική ανάλυση σήμαινε μια καινούια εικόνα του κόσμου) απέναντι στο επάγγελμα (αμέσως παραιτείται από την αποστολή να εξουδετερώσει τον αντίπαλο διεκδικητή του νοσοκομείου) και αυτοβούλως, ως ιστορικός ερευνητής όπως αυτοαποκαλείται, διερευνά τους αυτουργούς, ηθικούς και μη, των εγκλημάτων.
     Οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου μάς δίνουν την κατάληξη όλων των «ανθρώπων του βασιλιά», αλλά κυρίως σελίδες σοφίας και αυτογνωσίας του Τζακ:
(…) προσπάθησα να της πω πως, αν δεν αποδεχτεί κανείς το παρελθόν του και το φορτίο του, δεν υπάρχει μέλλον, γιατί χωρίς το ένα δεν μπορεί να υπάρξει το άλλο κι πως, αν μπορέσεις να αποδεχτείς το παρελθόν, μπορείς να ελπίζεις για το μέλλον, γιατί μόνο μέσα από το παρελθόν μπορείς να χτίσεις το μέλλον.
Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Από το μπλογκ του αγαπητού Άγη Αθανασιάδη: «Στο μυθιστόρημα του Penn Warren, που εμπνεύστηκε τον τίτλο του από ένα παιδικό τραγουδάκι, ο κεντρικός χαρακτήρας γύρω από τον οποίον περιστρέφονται όλοι οι άλλοι, είναι ο Γουίλιαμ Σταρκ. Ο συγγραφέας μπορεί να το αρνήθηκε όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο, αλλά η προσωπικότητα του ήρωά του, βασίζεται στα έργα και τις ημέρες του Κυβερνήτη της Λουιζιάνας (1928-1932) και αργότερα Γερουσιαστή (1932-1935), Χιούι Λονγκ ενός αντιφατικού Δημοκρατικού, που προσέφερε πολλά στην πολιτεία της Λουιζιάνας, διαφώνησε ανοικτά με τον Ρούζβελτ για την πολιτική του New Deal και δολοφονήθηκε από τον γαμπρό ενός πολιτικού του αντιπάλου. Ο Λονγκ ήταν ένας λαϊκιστής πολιτικός, που κινητοποιούσε τις μάζες, κυβέρνησε αυταρχικά, έκανε πολλά δημόσια έργα και χρησιμοποιούσε συζητήσιμες μεθόδους. Κάτι ανάλογο φέρεται να κάνει ο Σταρκ στο βιβλίο, ο οποίος, ξεκινάει ως ιδεαλιστής πολιτικός που θέλει να αλλάξει τον κόσμο και αλλάζει τον εαυτό του. Θεωρεί ότι κάνει το Καλό αλλά στην πραγματικότητα χρησιμοποιεί τις χειρότερες μεθόδους για να το επιτύχει. Ακόμα και στην φαινομενικά καλύτερη πράξη του, την κατασκευή του Νοσοκομείου – εκβιάζει τον Δικαστή Ίρβιν, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που μπορεί να επιφέρει αυτή του η ενέργεια στους γύρω του, ακόμα και σε πολύ κοντινά του πρόσωπα. Στον βωμό της σκοπιμότητας, μπορεί να θυσιάσει τα πάντα»( https://librofilo.blogspot.com/2021/03/blog-post_20.html).