Πέμπτη, Οκτωβρίου 14, 2021

Τα αστέρια του Σίντι Μουμέν, Mahi Binebine

     Η πείνα απλώνει τα πλοκάμια της, σφίγγει τους λαιμούς μέχρι την ασφυξία, αλλά δεν σκοτώνει το Σίντι Μουμέν, γιατί οι άνθρωποι μοιράζονται το λίγο που έχουν. Γιατί ορκίστηκαν πίστη στην κοινή τους απόγνωση. Αύριο θα είναι η σειρά κάποιου. Μεθαύριο κάποιου άλλου. Η ρόδα γυρίζει τόσο γρήγορα. Στο λίγο ή στο τίποτα υπάρχουν μόνο ψίχουλα που παίρνει το παραμικρό φύσημα αέρα.
     
     Χωρίς αμφιβολία, είναι ένα απ’ τα καλύτερα μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί πάνω στο θέμα της ισλαμικής τρομοκρατίας, του φονταμενταλιστικού κινήματος[1] που επιτάσσει την τιμωρία των απίστων (των χριστιανών), με θάνατο αθώων μέσω «αυτοθυσίας». Και είναι απ’ τα καλύτερα απ’ την άποψη ότι μπαίνουμε βαθιά στην καρδιά της ψυχολογίας των νεαρών που δέχονται με απίστευτη αυταπάρνηση τη σκληραγώγηση και την μύηση σε μια τόσο σκοτεινή και αδιέξοδη αποστολή, θεωρώντας τους εαυτούς τους ήρωες. 
     Ο πρωταγωνιστής και αφηγητής Μωχ, που τον φωνάζουν όμως Γιασίν όπως τον διάσημο τερματοφύλακα -ίνδαλμα των παιδιών της αλάνας όπου παίζουν ποδόσφαιρο-, έζησε με την οικογένειά του στο Σίντι Μουμέν, σ’ έναν «δημόσιο» σκουπιδότοπο με χωματερή μιας «ανύπαρκτης» γειτονιάς της Καζαμπλάνκα ∙ εννιά αγόρια και οι γονείς μέσα σε δυο δωμάτια (14 γέννες έκανε η βερβερικής καταγωγής Γιέμμα, η μητέρα του(!)), σε μια πόλη γεμάτη «ευρηματικές κατασκευές από κατσαρολικά» για κεραίες, σe γειτονιά όπου κυριαρχεί η σαπίλα, ο θάνατος, οι τρωγλοδύτες, οι μύγες, τα κουνούπια. Σ’ αυτά τα «σιχαμερά ερείπια» ο Γιασίν, τα αδέρφια του κι οι φίλοι τους έστησαν τα παιδικά τους χρόνια, γεμάτα έντονες αναμνήσεις (δεν ντρέπομαι να σας ομολογήσω ότι μου’ τυχε να είμαι χαρούμενος πάνω στα σκουπίδια αυτού του καταραμένου κοπρόλακκου, ναι, ήμουν ευτυχισμένος στο Σίντι Μουμέν, στον τόπο μου). Σ’ αυτόν τον τόπο όπου ο «θάνατος είναι πανταχού παρών».
     Όπως μας πληροφορεί ήδη από την δεύτερη σελίδα: «δεν έχω την παραμικρή νοσταλγία των δεκαοχτώ βασανισμένων χρόνων της δύσκολης ζωής που μου δόθηκε να ζήσω», επομένως «δεν λυπάται που τέλειωσε», προοικονομώντας ότι έχει ήδη πεθάνει, έχει ήδη "θυσιαστεί" και μας μιλά το πνεύμα του εκ των υστέρων (το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι έχω καταντήσει μια οντότητα και –για να χρησιμοποιήσω τη γλώσσα που μιλούν εδώ κάτω- θα την ονομάσω συνείδηση: δηλαδή, την ατάραχη απόρροια από μυριάδες καθαρές σκέψεις. Όχι τις σκοτεινές και μίζερες που διέτρεχαν τη μίζερη ύπαρξή μου, αλλά σκέψεις με χίλιες όψεις, τόσο αστραφτερές που πολλές φορές τυφλώνουν). 
     Εκτός από τον θρυλικό ποδοσφαιριστή Γιασίν, ίνδαλμά του είναι και ο μεγαλύτερος αδερφός του, ο Χαμίντ, ατρόμητος στη γειτονιά, που «ήξερε να χειρίζεται τις γροθιές» του, ο μόνος που αψηφούσε τους πάντες (ακόμα και την «τελετή» όσφρησης της Γιέμμα που τους απαγόρευε να σκαλίζουν τα σκουπίδια), που είχε κάνει ολόκληρη επιχείρηση με τα απορρίμματα και που δεν δίστασε να σκοτώσει κάποιον και να τον θάψει στη χωματερή όταν υποπτεύτηκε ότι εκείνος προσπαθούσε να βιάσει τον ανυποψίαστο, οκτάχρονο Γιασίν.
     Ο Γιασίν μάς ξεναγεί στον μικρό, κλειστό του κόσμο: στην καθημερινή οδύσσεια της «καθαρής και σχολαστικής» Γιέμμα (Γιέμμα = μάνα στα βερβέρικα) που τους πρόσεχε όπως η κλώσα τα κλωσόπουλά της, στη μοναξιά του πατέρα που γέρασε πριν την ώρα του στα λατομεία, αλλά κυρίως στη δύσκολη ζωή των παιδικών του φίλων, τόσο ιδιαίτερων και μοναδικών. Ακόμα, ιδιαίτερο λυρικό τόνοστην αφήγησή του έχουν οι σελίδες όπου περιγράφεται η παιδική/εφηβική αγάπη προς την αδερφή του Φουάντ, την Γκισλάν (είχα δικαίωμα κι εγώ στο μερίδιο της ευτυχίας).
     Ο μικρόκοσμος αυτός ξετυλίγεται μέσα από τη «σημερινή» συνείδηση του νεκρού πια ήρωα (όσα σας διηγούμαι εδώ είναι η περίληψη δεκαοχτώ χρόνων σε μια σφηκοφωλιά), ο οποίος αφηγείται έχοντας το «προνόμιο» να παρακολουθεί από μακριά την κηδεία του, των φίλων του και τη δική του, όπου ξεχωρίζει ο σπαραγμός της τραγικής μάνας, της Γιέμμα. Οι «όψιμες» σκέψεις του νεκρού πια ήρωα, έχουν μεν το ανατολίτικο μεταφυσικό στοιχείο αλλά και μια ιδιαίτερη γοητεία (όταν οι ζωντανοί με σκέφτονται, μου ανοίγουν έναν φεγγίτη στον κόσμο τους/διαθέτουμε έναν περιορισμένο αριθμό από σήματα που μ’ αυτά πλησιάζουμε την πορεία κάποιων δικών μας ανθρώπων, φτάνει να κάνουν τον κόπο να μας συλλογιστούν).
     Τα «Αστέρια του Σίντι Μουμέν» λοιπόν, είναι η παρέα αυτή που συσπειρώθηκε γύρω από μια μπάλα σ’ ένα γήπεδο- σκουπιδότοπο. Ο Ναμπίλ, ο πιο στενός φίλος του Γιασίν, όμορφος κι ανοιχτόχρωμος, με μάνα «καλλιτέχνη» (πουτάνα), που σαγηνεύει γνωστούς και άγνωστους με την καλλίπυγο εμφάνισή του∙ ο Φουάντ που πήγαινε σχολείο και του απαγορευόταν η μπάλα, μέχρι που τον έσπασε στο ξύλο ο μουεζίνης πατέρας του και ξαναγύρισε στο γήπεδο όταν ο πατέρας αρρώστησε με παράλυση∙ ο Αλί, λευκός αλλά πάντα μαύρος ως παιδί καρβουνιάρη, που έκρυβε πίσω από το αληθινό του όνομα (Γιουσέφ) μια απίστευτα πικρή ιστορία∙ ο Χαλίλ, ο κεντρικός αμυντικός, ξεπεσμένος κοινωνικά που κατέληξε λούστρος. Οι πέντε αυτοί φίλοι μαζί με τον μεγάλο αδερφό, τον Χαμίντ , είναι πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους, ο καθένας με την προσωπική του οικογενειακή μικροϊστορία, ωστόσο καθώς μεγαλώνουν, πιάνουν δουλειές, γνωρίζονται καλύτερα, φτιάχνουν το στέκι τους, ενώνουν τα ταλέντα τους ενάντια στους κοινούς αντιπάλους (μυθικά παιχνίδια που σχεδόν πάντα τελείωναν σαν μάχες Ρωμαίων μονομάχων) και… ονειρεύονται πίνοντας και καπνίζοντας διάφορα (βρισκόμαστε σ’ ένα κόσμο φανταστικό, μακριά απ’ τη βρόμα, μακριά απ’ τη μιζέρια και τα φαντάσματα που τη στοιχειώνουν. Το μόνο που λογάριαζε ήταν το αόρατο αίσθημα που μας τύλιγε. Ήμαστε οι βασιλιάδες του κόσμου). Αυτοί οι έξι, χωρισμένοι σε δυο ομάδες, είναι που μετά από κάποια κοινά στάδια προετοιμασίας θα βρουν κοινό ηθελημένο θάνατο.
     Τα πρώτα σημάδια της αλλαγής αφορούν τον Χαμίντ, που πρώτος άρχισε να επηρεάζεται από τις διδασκαλίες των καθοδηγητών, να μεταμορφώνεται, να μην ασχολείται τόσο με το ποδόσφαιρο, μέχρι που έφυγε κι απ’ το σπίτι. Στη συνέχεια προτρέπονται και τα υπόλοιπα «αστέρια» να παρακολουθήσουν μαθήματα (κι έτσι άρχισε ο σκοτεινός κατήφορος σ’ έναν κόσμο που δεν ήταν ο δικός μας. Ένας κόσμος καινούριος όπου σιγά σιγά θα γλιστρούσαμε και στο τέλος θα μας καταβρόχθιζε για τα καλά). Πρόλαβαν βέβαια οι μαθητευόμενοι να γευτούν κάποιες από τις χαρές της ζωής (χαρές του τεχνίτη, έρωτες, πάθη, μέθη κλπ), αλλά καθώς ο αφηγητής περιγράφει τα στάδια της μύησης (πολεμικές τέχνες, αυτοσυγκράτηση, φιγούρες, τεχνικές χειρισμού όπλων, φιλμ, προπαγάνδα κατά του δυτικού πολιτισμού) η κατάσταση για τους έφηβους φίλους γίνεται ιδιαίτερα γοητευτική και ηρωική (κι εμείς θέλαμε να υπερασπιστούμε τους αδύναμους και να εφαρμόσουμε τη δικαιοσύνη).
     Ο πνευματικός καθοδηγητής της ομάδας, Αμπού Ζουμπέιρ, και οι τρεις σύντροφοί του δεν δυσκολεύονται να ενσταλάξουν την πίστη στους νεαρούς μαθητές (ήταν μια νίκη στη μετριότητα της μικρής μα ζωής. Ρουφούσαμε τα λόγια του γιατί μπορούσαμε να τα καταλάβουμε). Νιώθουν περήφανοι, και είναι έτοιμοι για κάθε θυσία. Μαθαίνουν απέξω το Κοράνι, κάνουν αναλύσεις, και πείθονται ότι η Τζιχάντ είναι η μοναδική τους σωτηρία, με τη φωτογραφία του νεκρού αγοριού της Παλαιστίνης στην αγκαλιά του πατέρα του.
     Η αντίστροφη μέτρηση είναι συγκλονιστική. Η τελευταία φορά που βλέπει τους γονείς (όπου ο Χαμίντ προκάλεσε με τα αστεία του ένα «τρελό οικογενειακό γέλιο», η τελευταία φορά με την Γκισλάν. Οι τελετές, οι προσευχές στο βουνό, η κατασκήνωση, το μοναδικό στη ζωή τους ταξίδι με το φορτηγό στο βουνό (οι μέρες που περάσαμε στο βουνό θα μείνουν από τις πιο ευτυχισμένες αναμνήσεις της σύντομης ύπαρξής μου). Ο έρωτας με τον Ναμπίλ. Το τελευταίο σαρανταοκτάωρο. Το τρέμουλο του αδίστακτου Χαμίντ, που φαίνεται να έχει περισσότερη συναίσθηση του τρομακτικού εγχειρήματος (δεν καταλάβαινε γιατί ήμουν τόσο ήρεμος, σχεδόν νηφάλιος. Ψηλά στο σύννεφο που βρισκόμου, αυτό μού φαινόταν σαν παιχνιδι: παιχνίδι ζωής και θανάτου τυλιγμένου με άγνοια). Τα τελευταία γεύματα, οι τελευταίες συγγνώμες, το ζώσιμο με τα εκρηκτικά, το σχέδιο δράσης (προχωρούσα σαν υπνοβάτης. Ήμουν εγώ και συγχρόνως κάποιος άλλος). 
     Από τα λόγια του «μάρτυρα» πλέον Γιασίν διαρρέουν κάποια ίχνη αμφισβήτησης. Ο ίδιος όσο ζούσε αμφέβαλλε για το κατά πόσο ο Αλλά είναι δίκαιος (αλλιώς πώς να δικαιολογήσω την ύπαρξη τόπων σαν το Σίντι Μουμέν), και ως νεκρός αφηγείται ότι η από τη μέρα του θανάτου του «βασανίζεται» γιατί θεωρεί ότι ο Αμπού Ζουμπέιρ «τους κορόιδεψε όταν τους υποσχέθηκε άμεση πρόσβαση στον Παράδεισο». Ο «εκλεκτός», που τον επέλεξε ο θάνατος για να φέρει την ισότητα και τη δικαιοσύνη στον κόσμο, να μη βλέπει πια τα πιτσιρίκια με τα κουρέλια να τρέχουν πίσω από τα φορτηγά με τα σκουπίδια, ως πνεύμα πια τριγυρνά βαρύς στον ουρανό των παιδικών χρόνων, κλαίγοντας, με τον δικό του τρόπο, «περιμένοντας το ξημέρωμα».
Χριστίνα Παπαγγελή 

[1] Δεν γνωρίζω, ούτε αναφέρεται πουθενά στο βιβλίο αν πρόκειται για τον ISIS.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 07, 2021

Neverhome, Λερντ Χαντ

Προχώρα. Προχώρα και δες τι έχεις εσύ μέσα σου.
      Δεν μπορεί ο αναγνώστης αυτού του βιβλίου να μην φέρει στο νου του την «Οδύσσεια», τις περιπέτειες του ήρωα που πολέμησε περνώντας όλα τα φρικτά στάδια του πολέμου, περιπλανήθηκε για να επιστρέψει σπίτι του, και όταν έφτασε στην πατρίδα, στη συγκεκριμένη περίπτωση στο σπίτι, είχε να αντιμετωπίσει άλλου είδους «τέρατα». Είναι μια πιο πρόσφατη Οδύσσεια τοποθετημένη στον Αμερικανικό εμφύλιο (1862-65), μόνο που το πρόσθετο ενδιαφέρον έγκειται στο ότι ο ήρωας είναι ηρωίδα, είναι μια γυναίκα από την Ιντιάνα που αποφασίζει να καταταχτεί εθελοντικά στον στρατό των Βορείων ενάντια στους Νότιους, αφήνοντας στο σπίτι τον πιο αδύναμο κα ασθενικό άντρα της, με τον οποίο έχει άριστες σχέσεις. Κι όπως γράφει και η Βαρβάρα Ρούσσου στην εξαιρετική της παρουσίαση  , σύμφωνα με τον συγγραφέα η μεταμφίεση της Κονστάνς στον Ας Τόμπσον βασίζεται σε «φαινόμενο πραγματικό αφού, σύμφωνα με τις έρευνές του, 500 περίπου γυναίκες έλαβαν μέρος στον πόλεμο μεταμφιεσμένες σε άντρες κινδυνεύοντας με εξευτελιστική τιμωρία ή κατηγορία προδοσίας εγκλεισμό ή θάνατο εάν αποκαλυφθούν. Η συγγραφή μάλιστα του Neverhome βασίστηκε σε βιβλίο που απαρτίστηκε από πραγματικές επιστολές γυναίκας που είχε πολεμήσει ως άντρας»[1].
     Υπάρχει ένα πολύ βαθύ και σκοτεινό κίνητρο που σπρώχνει τη γυναίκα αυτή στα όρια της απόλυτης ατρομησιάς (υποψιαζόμαστε απ’ την αρχή ότι έχει να κάνει με τη φωνή της νεκρής μητέρας), ενώ η ένταξη στο στρατόπεδο την κάνει… «τρομερά ευτυχισμένη», όπως γράφει στο πρώτο γράμμα της στον Βαρθολομαίο. Έχουμε παρόλ’ αυτά ένα φρικτό πόλεμο σώμα με σώμα σχεδόν (μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για 19ο αι.), ιδωμένο όχι από τη συνήθη σκοπιά όπως καταγράφεται στην επίσημη ιστορία, ακόμα και στη μέχρι τώρα λογοτεχνία (ίσως όλοι έχουν τους λόγους τους. Για να αφηγηθούν την ιστορία σαν ποίημα, εννοώ, γράφει η ηρωίδα λίγο πριν την επιστροφή της).
     Δεν είναι αυτό που συνήθως αποκαλούμε «γυναικεία ευαισθησία» το συναίσθημα που διαποτίζει όλες τις απίστευτες σκηνές που περιγράφει σε α΄ενικό η αφηγήτρια, καθώς είναι τόσο σκληρή με τον θάνατο που σκορπά η ίδια (ήθελα να πιάσω το κεφάλι του νεκρού και να το κρατήσω στην αγκαλιά μου, αλλά δεν το έκανα, αφού ήξερα ότι σκέψεις όπως αυτή ήταν ένα από τα πράγματα που επίσης έπρεπε να μάθω να σκοτώνω), τόσο άσσος στο σημάδι και στο τρέξιμο και τόσο ανθεκτική στις κακουχίες, που ξεπερνά όλους τους άνδρες του τάγματός της, δεν δειλιάζει ποτέ και δεν κάνει πίσω στην πρώτη γραμμή, όταν μπαίνει μέσα στη φωτιά της μάχης. Ξεχωρίζει τόσο για τη γενναιότητά της, που γρήγορα την αποκαλούν «ο γενναίος Ας» και βγάζουν και τραγούδι με τα «ιπποτικά» κατορθώματά του/της (σώζει κάποιον που δεν ήξερε κολύμπι, σώζει μια κοπέλα από ντροπή σκαρφαλώνοντας σε δέντρο κ.α.). Ωστόσο, ενώ η περιγραφή έχει πολλές φορές τον φυσικό «κυνισμό» του ανθρώπου που είναι συνηθισμένος/εθισμένος στη φρίκη (το θέαμα εκείνων των υπέροχων καβαλάρηδων που ορμούσαν καταπάνω μας μέσα απ’ τον καπνό, ήταν στ’ αλήθεια πανέμορφο (!)), διαρρέει μια σπάνιας ποιότητας ευαισθησία (δεν μπορώ να σας πω ακριβώς το γιατί, αλλά αυτή η φράση για το φτερό που πέταξε μακριά για να με βρει, έφερε στη γωνιά του ματιού μου ένα δάκρυ που δεν έφυγε ακόμα κι όταν το σκούπισα).
     Η σκληραγώγηση και η επίπονη προετοιμασία (φτάνεις στο σημείο να κάνεις πράγματα που στο παρελθόν δεν τα είχες ποτέ φανταστεί: «κηδείες του πενταλέπτου», προχώματα, ορύγματα, λάκκοι, γέφυρες) δίνουν γρήγορα τη θέση τους στη φρίκη όχι μόνο του πολέμου (εκατοντάδες άταφοι νεκροί, πληγωμένοι στα όρια του θανάτου, κ.α.) αλλά και των σημαδιών της σκλαβιάς των μαύρων (πλάι σε μια κατηφοριά στο χωμάτινο πάτωμα, βρήκαμε μια αλυσίδα και ένα ανοιχτό σιδερένιο κολάρο. Ήταν φανερό ότι το κολάρο είχε μείνει σφιγμένο γι’ αρκετό καιρό, και μάλλον περισσότερες από μία φορές, γύρω από κάτι μαλακό), εικόνες στις οποίες η ηρωίδα φαίνεται να λυγίζει εσωτερικά. Η πρώτη φάση λοιπόν είναι μια περίοδος με ατέλειωτες πορείες και διαρκείς μάχες (η φωτιά απ’ τα κανόνια έγινε τόσο καυτή που έμοιαζε σα να είχαμε τραυματιστεί πριν μπούμε καν στη μάχη και είχαμε γίνει κομμάτι της αιώνιας θλίψης και της δόξας του κόσμου, ενώ τα δέντρα γκρεμίζονταν με εκκωφαντικό θόρυβο και από όλες τις μεριές ακούγονταν οι κραυγές των πληγωμένων που άφηναν την τελευταία τους πνοή), όπου παράξενες ιστορίες ανθρώπων που χάνουν τα πάντα εγκιβωτίζονται στην αφήγηση. Το περιστατικό της αιχμαλωσίας της από ληστές που θα την παρέδιδαν στους αντίπαλους και ο περιπετειώδης τρόπος διαφυγής είναι ανάλογος των περιπετειών του Οδυσσέα, μια και μιλάμε για τετραπέρατη, πονηρή και απίστευτα τολμηρή γυναίκα-θηλυκό Οδυσσέα.
     Ίσως και να κατάλαβε ο συνταγματάρχης «της» την απάτη τής αλλαγής φύλου, όταν κάλεσε τον Ας Τόμπσον κατηγορώντας τον/την για κλοπή. Πρόκειται για ένα πρόσωπο που καθώς προχωρά η αφήγηση και «φτάνουν στο μέρος όπου «θα άρχιζε η κόλαση», όπως προανήγγειλε η αφηγήτρια, παίζει όλο και σημαντικότερο ρόλο, ενώ ο «ξάδερφός» του της φέρεται με απροσδόκητη τρυφερότητα (ο πιο όμορφος άντρας που είχα αντικρίσει ποτέ, -ήταν η ομορφιά που βλέπεις μονάχα από κοντά, καθώς ζυγώνει ο θάνατος, μια ομορφιά μαυρισμένη απ΄την καπνιά, με μάγουλα απαλά και μάτια που φεγγοβολάνε).
     Τα γεγονότα του δεύτερου μέρους, αυτή η «κόλαση» για την οποία κάνει λόγο, δεν αφορούν άμεσα το πεδίο της μάχης. Η ηρωίδα μας τραυματίζεται, σφηνώνεται για ώρες κάτω από ένα δέντρο, το σκάει, φιλοξενείται από την εξίσου ιδιόρρυθμη νοσοκόμα Νέβα Θάτσερ αποκαλύπτοντας φυσικά το μυστικό της, γίνεται αντικείμενο πάθους και μίσους και… μετά από απρόσμενη προδοσία παραδίδεται στο στρατόπεδο ως κατάσκοπος («μια πόρνη από την Τσατανούγκα, ντυμένη άντρας»). Η κατάληξή της στο φρενοκομείο αποδεικνύεται μεγαλύτερος εφιάλτης από την φωτιά της μάχης, ένα φρενοκομείο «παλιάς εποχής», όπου επανεμφανίζεται και κάνει μαζί της αποκαλυπτικό διάλογο ο συνταγματάρχης «της» (δεν είσαι πόρνη, δεν είσαι κατάσκοπος, απομένει η τρέλα). Ωστόσο, αφού περνά δια πυρός και σιδήρου, με κρίσεις βίας, πυρετού, οραμάτων, εξάντλησης κλπ πάλι καταφέρνει με παράδοξους τρόπους όχι μόνο να επιβιώσει αλλά και να δραπετεύσει. Το σχέδιο που βάζει σε εφαρμογή είναι απίστευτο, όσο και σκληρό.
     Κι έτσι έχουμε το τρίτο μέρος, την επιστροφή, ή αλλιώς τον «νόστο». Όλο αυτό το διάστημα, αλλά κυρίως την «εποχή της κόλασης», η αφήγηση είναι διάσπαρτη από αναμνήσεις, από τρυφερές και σπαραχτικές στην απλότητά τους σκηνές με τον Βαρθολομαίο «της», αλλά κυρίως από αναφορές στη νεκρή μητέρα, στην οποία καταφεύγει συνεχώς για να πάρει δύναμη.
     Από τη μητέρα αντλεί δύναμη μέχρι τώρα, ανοίγοντας κάθε τόσο διάλογο μαζί της, σταλάζοντας σε μας κάθε λίγο έμμεσες πληροφορίες για το σκοτεινό παρελθόν της οικογένειας, της εγκατάλειψης από τον απαράδεκτο πατέρα, του φρικώδους εμπρησμού των «βρωμονέγρων» γειτόνων, σκηνή που εγγράφεται ανεξίτηλα στην άγραφη παιδική μνήμη ως την πρώτη και μόνη στιγμή που είδε την άτεγκτη μητέρα να αναρριγά:
«Δεν γυρίζουμε ποτέ το άλλο μάγουλο, έτσι δεν είναι, μαμά;» είπα
(…)
«Όχι, ποτέ» είπε η μητέρα μου και κείνη τη στιγμή η φωνή της τρεμούλιασε. Ήταν ένα τόσο δά τρεμούλιασμα, σαν κλαδάκι που αναρριγεί στο άγγιγμα του χειμώνα, όμως εγώ δεν είχα ξανακούσει ποτέ τη φωνή της να τρεμουλιάζει.
     Οι περιπέτειες και οι ιστορίες-επεισόδια, φρικτές και μεγαλειώδεις, συνεχίζονται (όπως με τη γυναίκα που είχε υπηρετήσει στο Πέμπτο έγχρωμο Σύνταγμα, η ιστορία με τα τρία μικρά κορίτσια κ.α.). Κι όταν με τα πολλά βρίσκει τον δρόμο για να επιστρέψει, «δεν πρόφτασε καλά καλά να φτάσει σπίτι και έφυγε ξανά», σαν τον Οδυσσέα που βρίσκει το σπίτι του κυριευμένο από άγνωστους εχθρούς… 
     Η τελική πράξη είναι βγαλμένη από τραγωδία, γεμάτη ανατροπές και ένταση και η έκβαση μοιραία.
Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Από συνέντευξη του συγγραφέα, που παρεμπιπτόντως παντρεύτηκε τη δισεγγονή του Α. Σικελιανού: «Για το «Neverhome» βασιστήκατε σε αληθινή ιστορία; Υπήρξαν δηλαδή πράγματι γυναίκες οι οποίες πολέμησαν στον αμερικανικό Εμφύλιο μεταμφιεσμένες;
     Μα έτσι μάλιστα άρχισαν όλα. Η γυναίκα μου, η Ελένη, μου δώρισε πριν από καμιά 20ετία, στα γενέθλιά μου, ένα βιβλίο («Uncommon soldier»-«Ασυνήθιστος στρατιώτης», έχει τίτλο) που περιλάμβανε την επιστολογραφία μιας γυναίκας που, κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, είχε πολεμήσει ως άντρας. Ήταν μια γυναίκα από μια πάμφτωχη αγροτική οικογένεια στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης, η οποία, ήδη πριν από τον Εμφύλιο, μεταμφιεζόταν σε άντρα για να μπορεί να βρει δουλειά. Οκτώ-εννιά χρόνια μετά, θυμήθηκα αυτή τη συναρπαστική ιστορία: Ήταν μάλλον κάτι, εκείνη την εποχή, διάχυτο στο πολιτιστικό κλίμα που με οδήγησε εκεί και γενικώς είχε αρχίσει και να με ενδιαφέρει να γράψω γυναικοκεντρικές ιστορίες».
https://www.efsyn.gr/tehnes/ekdoseis-biblia/312920_giati-prepei-na-einai-panta-i-pinelopi-poy-menei-piso-sto-spiti

Παρασκευή, Οκτωβρίου 01, 2021

Ο δικός μας πόθος, Carolin Emcke

Μόνο έτσι γίνεται να σβηστεί το πένθος για την αφωνία του τότε:
γράφοντας την ιστορία αυτή, τη δική του, τη δική μου, τη δική τους
-εκείνων που και σήμερα ακόμα υποφέρουν σιωπηλά για τον πόθο.
     Στο αυτοβιογραφικό αυτό βιβλίο, πρωταγωνιστεί ο «πόθος», ο «διαφορετικός πόθος» της Καρολίν Έμκε, που τον συνειδητοποιεί σταδιακά καθώς διέρχεται την εφηβεία. Ενόσω ενηλικιώνεται, αναζητώντας την ταυτότητά της -δηλαδή τον τρόπο να ζει ελεύθερα κάνοντας αυτά που αγαπά και όντας αποδεκτή από τους άλλους, ανακαλύπτει πτυχές του εαυτού της που την καθορίζουν ως προσωπικότητα: τη ρευστότητα του σεξουαλικού πόθου που κάποια στιγμή στρέφεται με πάθος προς το ίδιο φύλο, την αγάπη για τη μουσική και τη φύση, και την ενοχή για την αυτοκτονία του Ντάνιελ, ενός αγοριού διαφορετικού και αποκλεισμένου από τους άλλους στα γυμνασιακά της χρόνια. Αυτοί είναι οι βασικοί άξονες που καθορίζουν την ψυχοσύνθεσή της και που μεταφέρονται στην αφήγηση με πολλή διεισδυτικότητα κι ευαισθησία.
     Η εξιστόρηση ξεκινά με την ενοχή, από την πρώτη κιόλας παράγραφο (μπορεί αυτός να είναι ο λόγος για τούτη την ιστορία. Ίσως έτσι πρέπει να αρχίζει: με την ενοχή, μια ενοχή που δεν γίνεται να εξαλειφθεί, μόνο να βιωθεί μέσα από τη ζωή). Η ενοχή της διαφορετικότητας, που βιώνεται από την πρώτη γυμνασιακή μέρα, όταν οι -άγνωστοι- συμμαθητές βάζουν την αφηγήτρια και τον Ντάνιελ να «πλακωθούν» (προσπάθεια μιας άμορφης ομάδας να εγκαταστήσει μια ιεραρχία/η έγνοια του κάθε μαθητή ξεχωριστά μην τυχόν καταλήξει ο ίδιος στη μέση του κύκλου, να μη μπει ο ίδιος στο στόχαστρο, να μην περιθωριοποιηθεί ο ίδιος, ήδη από την πρώτη μέρα).
 
Ποτέ ξανά -έτσι ορκίστηκα στον εαυτό μου την άλλη μέρα-,
ποτέ ξανά δεν θα μείνω απλώς να παρακολουθώ όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο,
ποτέ ξανά δεν θα μείνω άφωνη
     Ωστόσο δεν πρόκειται για ένα μεμψίμοιρο βιβλίο που απλώς αναδεικνύει τον συντηρητισμό της γερμανικής κοινωνίας της δεκαετίας του ’80 κοινωνίας (τραγέλαφος το μάθημα σεξολογίας), που δεν ανεχόταν το διαφορετικό. Η ενοχή της ηρωίδας/συγγραφέα δεν έγκειται στο ότι είναι κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που επιτάσσει το κοινωνικό σύνολο, δεν νιώθει δηλαδή ενοχικά ή μειονεκτικά γι αυτό που είναι αλλά μάλλον το αντίστροφο: ότι η ίδια, παρόλο που νιώθει διαφορετική και συναισθάνεται τη μοναξιά του αδύναμου, σε δεδομένες περιστάσεις ταυτίστηκε με το σύνολο, δεν αντέδρασε δεν υπερασπίστηκε το δικαίωμα του Άλλου να είναι διαφορετικός (ίσως θέλω να αντιτάξω στη σιωπή τού τότε ένα αφήγημα, που θα μπορούσε να μην είναι μόνο αυτό του Ντάνιελ, αλλά όλων εκείνων που ψάχνουν ιστορίες τις οποίες μπορούν να βιώσουν). Ξεκινώντας από την περίπτωση του Ντάνιελ, που σιγά σιγά απομονώνεται μέσα στη σχολική κοινωνία όλο και περισσότερο κι έφυγε απ’ τη ζωή χωρίς να προλάβει να ζήσει την ενηλικίωση αφήνοντας δεκάδες ερωτηματικά πίσω του, το μοτίβο αυτό επαναλαμβάνεται μέσα στη ζωή της Καρολίν: το μοτίβο να προσέρχεται σε κείνην, σαν σε καταφύγιο, ο αδύναμος-ο αποκλεισμένος-ο απομονωμένος και κείνη να αντιδρά όχι βέβαια επιθετικά όπως οι άλλοι, αλλά χλιαρά και αποστασιοποιημένα (Στεκόμασταν λοιπόν οι δυο μας εκεί, σιωπηλοί και παρατηρούσαμε τους άλλους. Ίσως αυτή να ήταν η στιγμή. Η στιγμή που θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για όλα όσα είχαμε κοινά, για όλα όσα μας ξεχώριζαν απ’ τους άλλους. Ίσως τότε να είχαν πάρει όλα άλλη τροπή. Ίσως να είχαμε καταφέρει να βρούμε μια άλλη γλώσσα για ό, τι μας εμπόδιζε να συμμετάσχουμε στο παραλήρημα των φίλων μας -εννοεί στα πάρτι-, ίσως να είχαμε βρει έναν όρο για αυτήν την απώθηση προς όλα εκείνα που οι άλλοι θεωρούσαν αυτονόητα). Η ταπείνωση του Ντάνιελ συνεχίζεται αμείλικτα καθώς περνά ο καιρός, και η αδράνεια της Καρολίν, τώρα που πέρασαν τα χρόνια καθώς μας τα αφηγείται αυτά, την γεμίζει «ντροπή και φρίκη για τον εαυτό της». Έτσι, ο Ντάνιελ εξαφανίστηκε προτού ακόμα εξαφανιστεί. Τα ερωτήματα και οι ενοχές που έχει η Καρολίν, όπως λέει και η ίδια, είναι επειδή μπορούσε να σκεφτεί κάποιους λόγους που οδήγησαν τον Ντάνιελ στην μοιραία φυγή (ήθελα να μάθω σε ποιο βαθμό ο θάνατός του είχε να κάνει με μας, μ’ όλους αυτούς τους κύκλους που χαράσσονται, που περικλείουν και αποκλείουν).
     Ο βασανισμός όμως στα παιχνίδια των παιδιών αλλάζει πρόσωπο. Το επόμενο σκληρό επεισόδιο με πρωταγωνιστή τον συμμαθητή τους Μίχα, προξενεί στην Καρολίν ζαλάδα απ’ την αηδία (στεκόμουν μακριά απ’ όλους τους κύκλους κι έτρεμα) και όπως εξομολογείται, πολύ θα ήθελε να μπορούσε να ισχυριστεί ότι μπήκε στη μέση και τράβηξε τον Μίχα απ’ τον κύκλο των βασανιστών (πως την αποστροφή που ένιωθα τη μετέτρεψα σε κάτι άλλο, κάτι καλό). Όμως, όχι. Κι ίσως αυτός ο καταπιεσμένος θυμός είναι που, σαν εξιλέωση, ώθησε τη συγγραφέα να εργαστεί μετά τις σπουδές της (φιλοσοφία, πολιτικές επιστήμες, ιστορία) ως διεθνής ρεπόρτερ και πολεμική ανταποκρίτρια του Der Spiegel, με αποστολές στο Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Κόσοβο και το Ιράκ (1998-2006), και της Die Zeit, με αποστολές στο Ισραήλ, τη Δυτική Όχθη, το Πακιστάν, την Αίγυπτο, το Ιράκ, την Αϊτή και τις ΗΠΑ (2007-2014). Στα ταξίδια αυτά έχει εμπειρίες από «διαφορετικά» άτομα που ζουν μάλιστα σε πολύ καταπιεσμένες χώρες της Ανατολής και με εξαιρετική τόλμη υπερασπίζεται τα δικαιώματά τους.
     Έτσι, μέσα στο βιβλίο, που έχει βέβαια κάποια γραμμικότητα, αλλά δομείται από παραγράφους κι ενότητες με βάση τους συνειρμούς της ενήλικα συγγραφέα, βλέπουμε κάποιες αναφορές στις μετέπειτα εμπειρίες της ως γυναίκας λεσβίας δημοσιογράφου και πολεμικής ανταποκρίτριας στη Γάζα, Ιράν, Αλβανία, Αϊτή κλπ καθώς και σκέψεις/προβληματισμούς και ενδιαφέρουσες πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο του queer κινήματος στη Γερμανία.
 
Υπάρχουν αναρίθμητες ιδιότητες που συνθέτουν ένα άτομο.
Είμαι φιλόσοφος και δημοσιογράφος,
γράφω για περιοχές βίας και είμαι οπαδός της Μπορούσια Ντόρτμουντ,
τα τηγανητά κρεμμύδια και οι αντισημίτες μου φέρνουν αναγούλα κλπ κλπ

     Η Καρολίν Έμκε τονίζει ιδιαίτερα το ότι οι περισσότεροι ετεροφυλόφιλοι όταν γνωρίζουν ομοφυλόφιλο άτομο εστιάζουν μόνο στον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ξεχνώντας ότι πρόκειται, όπως όλοι, για μια πολύπλευρη και σύνθετη προσωπικότητα. Η αγάπη της όμως για τη φύση από τα παιδικά και για τη μουσική από τα γυμνασιακά χρόνια είναι καθοριστική για την ταυτότητά της και μάς πείθει ποικιλότροπα. Παιχνίδια στο ποτάμι, εξερευνήσεις στο δάσος, επικοινωνία με τα δέντρα οξιές, σημύδες (άρχισα τώρα να μελετάω τις οσμές, έσπαγα κλαδιά και τα μύριζα, έκοβα άνθη απ’ το κοτσάνι τους, έπλαθα τη λάσπη κι έχωνα τη μύτη μου μέσα/οπότε το να πάω για το πρώτο μου φιλί στη φωλιά μας, μέσα στο δάσος μού φάνηκε το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο/στον χορό ψηλαφείς την αγκαλιά όπως τα δέντρα) προδίδουν ένα κορίτσι με τόλμη και φυσική περιέργεια.
     Οι αναφορές στη μουσική παιδεία είναι ακόμα περισσότερες όσο περνούν τα χρόνια της εφηβείας, δεδομένου ότι καθοδηγητής είναι ένας πολύ εμπνευσμένος καθηγητής τους, ο κ. Κοσαρίνσκι, που τους μυεί στη γλώσσα της μουσικής με αξιομνημόνευτο τρόπο. Τους μάθαινε να "ακούν" εφαρμόζοντας κάτι σαν κυνήγι θησαυρού, παρατηρούν τις διαφορετικές εκτελέσεις, μαθαίνουν να αναγνωρίζουν τα μοτίβα στις φούγκες, τους εκπαιδεύει στην «αρχή της ερμηνείας» (την ερμηνευτική προσέγγιση, τα είδη ανάγνωσης και υποκριτικής απόδοσης του κειμένου –όλα αυτά τα έμαθα τότε μέσω της μουσικής. Όχι από τις φιλολογικές μου σπουδές/η βεβαιότητα ότι κάθε κανονιστικό κείμενο, κάθε νοηματική γλώσσα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και να ερμηνευτεί με διαφορετικό πάντα τρόπο και σύμφωνα με τις εκάστοτε επικρατούσες συνθήκες δεν αποτελούσε ένα θεωρητικό δόγμα, αλλά συνηθισμένη, καθημερινή εμπειρία, κερδισμένη από τον κόσμο της μουσικής). Και το μεγαλειώδες, που αγγίζει τη φιλοσοφία και προκύπτει μέσα από τη «γραμματική της φούγκας»: πώς οι δομές θέτουν κανόνες και όρια και ταυτόχρονα μπορούν να διανοίγουν ελεύθερους χώρους δεν μας το εξήγησε ο Κοσαρίνσκι αλλά η μουσική, την οποία εκείνος μας δίδαξε να καταλαβαίνουμε.
     Αργότερα, ο καθηγητής προχωράει στη τζαζ με το πάθος και τον ενθουσιασμό που τον διέκρινε, όμως μόνο όταν την επόμενη φορά πέρασε στη δωδεκατονική και τον Σένμπεργκ, βρέθηκε και πάλι στο στοιχείο του. Η επαφή με την τέχνη, καθώς ωριμάζει η έφηβη Καρολίν, την σπρώχνει και στο θέατρο ή στον χορό επισημαίνοντας ότι ο ήρωας της νεανικής της ηλικίας ήταν ο Μαξ Μίντινετ (χόρευε άκοπα, κι ωστόσο διέκρινες μια τρωτότητα, τον πόνο από κάτι απροσδιόριστο, αναντίρρητο όμως, τον περιέβαλλε μια αύρα εξορίας σε κάθε του κίνηση, κάθε βήμα, κάθε περιστροφή/σαν οδικός του χρόνος να ήταν άλλος απ’ αυτός των συνεργατών του).
     Οι παρατηρήσεις και οι εμβαθύνσεις της Καρολίν στα καλλιτεχνικά γεγονότα που τη σημαδεύουν έχουν τρομερό ενδιαφέρον, κι έχουν καθαρά προσωπικό χαρακτήρα γιατί εξηγούν «εκ των έσω» πώς την διαμορφώνουν και την ελευθερώνουν. Π.χ. για τον χορευτή Ρόναλντ Ντέρντεν: όταν θέλω να εμπνεύσω εμπιστοσύνη, τότε προσπαθώ να μπω νοερά στο σώμα του Ρόναλντ Ντάρντεν: αναζητώ εκείνη τη βραδύτητα μέσα μου, εκείνους τους ορθάνοιχτους βραχίονες που τα υποδέχονται όλα, τα προστατεύουν, τη βαθιά βεβαιότητά του, και ελπίζω ότι ακτινοβολώ την ίδια ηρεμία που είχε κι εκείνος, την ηρεμία που μετέδιδε στους άλλους, την ηρεμία που συμφιλιώνει.

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΠΟΘΟΣ
Οι ταυτότητες δεν επιλέγονται ελεύθερα,
οι ταυτότητες είναι και κατασκευασμένες, επιβαλλόμενες,
ετεροκαθοριζόμενες, πάνε χέρι χέρι με περιορισμούς,
με μια ιστορία ποινικοποίησης,
με στιγματισμό και περιθωριοποίηση

     Αναμφισβήτητα πάντως, η εφηβεία συνδέεται με την γέννηση της ερωτικής επιθυμίας κι όλες τις διακυμάνσεις, τους κρυφούς πόθους, τα συμπλέγματα και τις παρορμήσεις που αυτή φέρει. Έτσι, παρακολουθούμε την διαφορετική «φύση του πόθου» όπως αναφέρει και η συγγραφέας σε πολλά σημεία του βιβλίου -και φυσικά στον τίτλο-, ενός πόθου έντονου και μοναχικού. Γιατί όπως γράφει η ίδια από τις πρώτες κιόλας σελίδες, στους ετεροφυλόφιλους η κατηγορία «φύλο» μοιάζει αυτονόητη, γιατί το σώμα δεν μπαίνει ποτέ σε αμφισβήτηση και εκείνος που ανταποκρίνεται στις νόρμες διαθέτει την πολυτέλεια να αμφισβητεί την ύπαρξή τους. Παράλληλα, η πικρή διαπίστωση ότι δεν είμαστε μόνο αυτό που θέλουμε να είμαστε. Είμαστε κι αυτό που οι άλλοι μας κάνουν να είμαστε, την φέρνει αντιμέτωπη με το κοινωνικό «υπερεγώ».
     Χρόνια μετά την αποφοίτηση αναζητά τη φύση αυτού του πόθου, αυτό το «θέλω» χωρίς προσδιορισμένη έννοια, το ξεκίνημα της επιθυμίας. Άλλωστε, τα πρώτα φιλιά, τα πρώτα σκιρτήματα, οι πρώτες σεξουαλικές επαφές, είναι με αγόρια απ’ το σχολείο (τα όρια της ηδονής ήταν ακόμα στα όρια της φαντασίας). Η πρώτη γυναίκα που γεννά ασυγκράτητη σωματική λαχτάρα έρχεται σχετικά αργά (η σεξουαλική ορμή μετασχηματίζεται διαρκώς, το αντικείμενο του πόθου αλλάζει). Και σ΄αυτόν τον τομέα, όπως η ίδια ισχυρίζεται, η μουσική τής έδειξε τον δρόμο προς την επιθυμία της (η πολυπλοκότητα της μουσικής εμπειρίας/ήταν ο ορίζοντας που μου επέτρεψε να επιζήσω, ο ορίζοντας τον οποίο ο Ντάνιελ δεν μπόρεσε ποτέ να βρει). Όπως μετά από χρόνια αναστοχάζεται, ο έρωτας και η μουσική δεν είναι αποτέλεσμα επιλογής, δεν βασίζεται σε αιτιολόγηση. Δεν αποφασίζεις ακριβώς ποιον θα ερωτευτείς, γιατί ο έρωτας σε κυριεύει, εμπεριέχει ο ίδιος τη γενεσιουργό αιτία του. Και η Καρολίν ανακαλύπτει αρκετά όψιμα (25 χρονών) ότι ποθεί κάτι διαφορετικό απ’ τους άλλους (είχα πάει στο χάντμπολ επειδή με είλκυε το κοινωνικό περιβάλλον των κοριτσιών εκείνων; Ή άρχισε να με τραβάει ο κόσμος αυτός μόνο αφού μου είχε γίνει οικείος μέσα από το άθλημα;). Γρήγορα βέβαια συνειδητοποιεί ότι δεν έχει σημασία η απάντηση στο ερώτημα αυτό, αν δηλαδή η «διαφορετική» επιθυμία είναι γενετικά καθορισμένη ή οφείλεται στην επίδραση του περιβάλλοντος. Στην ερώτηση κάποιου συνταξιδιώτη της στην Αργεντινή, χρόνια αργότερα, γιατί με τις γυναίκες είναι πιο συναρπαστικό, απαντά (στον εαυτό της): όσο περισσότερο το σκεφτόμουν, τόσο δυσκολότερη μου φαινόταν η απάντηση, επειδή δεν υπάρχουν κανόνες, επειδή δεν υπάρχουν παραδεδομένες τακτικές, δεν υπάρχουν νόρμες σε εικόνες και αφηγήματα, επειδή όλες αυτές οι κατηγορίες -ενεργητικός, παθητικός, αρσενικός, θηλυκός- δεν υφίστανται, επειδή δεν υπάρχουν προδιαγραφές για το πώς πρέπει να ερχόμαστε σε σεξουαλική επαφή. Είναι, γράφει αλλού, όπως μας το παρουσιάζει ο σαίξπηρ στο «Όνειρο θερινής νυκτός», ο έρωτας τυφλός και δεν βλέπουμε τα μακριά αυτιά της αγαπημένης ή το τρίχωμα ζώου… Το μαγικό φίλτρο στη ζωή μπορεί να είναι μια ματιά, μια λέξη, ένα απαλό μουρμουρητό (…)μπορεί όμως να χάσει τη δύναμή του και τότε να δεις την αγαπημένη να θυμίζει ύποπτα γάιδαρο με μακριά αυτιά.
     Για την «φύση του πόθου» των ετεροφυλόφιλων, η Καρολίν επισημαίνει ότι ισχύει κι εδώ φυσικά η διάκριση πόθου και αγάπης, τα διαφορετικά είδη ηδονής κι επιθυμίας κλπ κλπ, ωστόσο τις περισσότερες φορές όλα αυτά περνούν απαρατήρητα γιατί είναι αυτονόητα.

Δεν είναι «καλό» ή «κακό» να είσαι ομοφυλόφιλος, απλώς είσαι.
Όπως και δεν είναι ηθικό παράπτωμα να είσαι ετεροφυλόφιλος,
μεσοφυλικός ή αμφιφυλόφιλος,
αλλά απλώς είσαι.
     Η ενήλικη Καρολίν, μελετά το ζήτημα των ταυτοτήτων και από κοινωνική άποψη. Παρατηρεί π.χ. ότι στην εβραϊκή παράδοση, το κριτήριο ενηλικίωσης περνά από την ικανότητα κατανόησης του Ταλμούδ στα σωματικά/ορμονικά γνωρίσματα. Στην Ανατολή, όπως γνωρίζουμε, η γυναίκα είναι ανύπαρκτη και η ομοφυλοφιλία δεν τολμά να φανερωθεί, αλλά και στη Γερμανία οι απαγορεύσεις για τους ομοφυλόφιλους, όταν άρχισε βέβαια να συζητιέται ανοιχτά το θέμα γιατί στην παιδική ηλικία υπήρχε απόλυτη σιωπή, αφορούν μόνο την ανδρική ομοφυλοφιλία! Ο λεσβιακός έρωτας ισοδυναμεί με ανυπαρξία πόθου (το στερεότυπο της «γυναικείας ανόρεχτης εκπλήρωσης καθήκοντος»! Ωστόσο η ομοφυλοφιλία καταδικαζόταν στη Γερμανία ήδη από το ναζιστικό καθεστώς, χωρίς ν’ αλλάξουν πολλά πράγματα μετά τον πόλεμο, ενώ ίσχυαν απαγορεύσεις και ταμπού μέχρι τη δεκαετία του ‘90. Για την ενήλικη Καρολίν (γεννημένη το 1967), το να είσαι «queer» πολιτικά θεωρείται σύνηθες αλλά όχι τόσο αποδεκτό. Παρακολουθεί την εξέλιξη του Ποινικού Δικαίου σχετικά με το σεξ στη Δυτική Γερμανία και τη νομιμοποίηση της ομοφυλοφιλίας, και παρόλες τις νομικές αλλαγές η ομοφυλοφιλία θεωρείται «ακολασία» ή «επιδημία» (βιοπολιτική ρητορική: ιδεολογήματα περί βιοπολιτικής και ηθικής καθαρότητας συνδυάστηκαν, καθώς η «διατήρηση της ηθικής υγεία του λαού» απαιτούσε την προστασία από την «επιδημική εξάπλωση» της ομοφυλοφιλίας).
     Όπως ειπώθηκε και παραπάνω, τα βιώματα της εφηβικής ηλικίας (ντροπή για αδράνεια/ενοχή) την ώθησαν να κάνει τις επιλογές της. Η επαγγελματική της παρουσία σε σε Αλβανία, Ιράν, Αϊτή κλπ αλλά κυρίως στην Γάζα/Παλαιστίνη έδωσε ευκαιρία στη συγγραφέα να απαλλαγεί αργά και σταδιακά από το «ψέμα» που τη συνόδευε αναγκαστικά (π.χ. αν είναι παντρεμένη), να γνωρίσει άτομα που έχουν απίστευτες δυσκολίες στη χώρα τους να ομολογήσουν τη διαφορετικότητά τους, να μιλήσει γενικότερα για τα θύματα του κοινωνικού ρατσισμού ανά την υφήλιο.
     Την αλήθεια του Ντάνιελ δεν την γνωρίζω. Δεν γνωρίζω καν τη δική μου. Η ιστορία αυτή είναι φτιαγμένη από γνώση κι από άγνοια, από ένα μακρύ ψυχανέμισμα που μπορεί κανείς μόνο να ερμηνεύει και να επανερμηνεύει, που μπορεί να το αφηγείται μόνο κατά μήκος της άγνοιας, σαν κατά μήκος μιας βραχώδους κορυφογραμμής.
Χριστίνα Παπαγγελή

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 27, 2021

Χαρράγκα: Αυτοί που καίνε τα χαρτιά τους, Mahi Binevine

     «Όλα σας τα έγγραφα. Διαβατήρια, ταυτότητες, χαρτιά γεννήσεως, διευθύνσεις. Κάθε τεκμήριο που θα μπορούσε να σας κάνει να αναγνωριστείτε. Θα πρέπει να είστε σχεδόν γυμνοί στην άλλη πλευρά». […] Ο διακινητής έσκαψε μια τρύπα μέσα στην άμμο, έβαλε μέσα όλα τα έγγραφα, τα έθαψε και επάνω έχωσε ένα ξύλο. Θα τα έκαιγε σίγουρα την επόμενη μέρα στο γυρισμό του.
     Μια ιστορία από τις χιλιάδες που διαδραματίζονται στα περάσματα της Μεσογείου τα τελευταία χρόνια, μια ιστορία φυγής, σπαραχτική στην απλότητά της και στην τραγικότητά της, είχε ήδη περιγράψει ο αγαπημένος Μαροκινός συγγραφέας και ζωγράφος Μαχί Μπινβίν («Τα αστέρια του Σίντι Μουμέν») από το 1999! Ή μάλλον πολλές ιστορίες εφόσον πρόκειται για μια ομάδα ετερόκλητων ανθρώπων (Μαροκινοί, ένας Βερβερίνος, ένας Αλγερίνος, δύο από το Μαλί, μια νεαρή μητέρα με το βρέφος της, και ο διακινητής) που περιμένουν την κατάλληλη ευκαιρία για να διασχίσουν παράνομα μέσα στη νύχτα το πέρασμα του Γιβραλτάρ, αναζητώντας στα τυφλά «μια καλύτερη ζωή». Άνθρωποι που η μοίρα τούς έριξε στην αναζήτηση καλύτερης τύχης και που τους ένωσε ο κοινός κίνδυνος, περνούν κάποιες ώρες μαζί και τους συνδέει η αγωνία της επιβίωσης (Φτάνει να μπορέσω να φύγω! Να φύγω και να ξεχάσω. Μακριά απ’ αυτόν τον αδυσώπητο ήλιο που σε ροκανίζει, από την αδράνεια και την απραξία, τη διαφθορά και τη βρομιά, και την κατεργαριά που εδώ ορίζουν το ριζικό μας).
      Έτσι λοιπόν, ο πραγματικός χρόνος είναι δυο τρία μερόνυχτα (ξεκινώντας από το καφενείο όπου συναντιούνται με τον διακινητή), ενώ ο Αζούζ, ο Μαροκινός αφηγητής, με οξυδέρκεια κι ευαισθησία ξεδιπλώνει τις προσωπικές ιστορίες των συντρόφων του στο καθοριστικό αυτό ταξίδι. Μέσα από μια αφήγηση απλή, καθημερινή σχεδόν προφορική, ακολουθώντας τα βιώματα και τις σκέψεις/συναισθήματα που τα συνοδεύουν, μάς «συστήνει» με τους συνοδοιπόρους του μεταφέροντας ουσιαστικά τις συγκλονιστικές πορείες αυτών των ανθρώπων, που κατέληξαν τελείως απογυμνωμένοι από κάθε αίσθηση ασφάλειας, πατρίδας, ταυτότητας (ίσως θα’ πρεπε να κάνουμε και μεις το ίδιο και να εξασκηθούμε για το μέλλον: να μάθουμε να είμαστε αόρατοι, να εξαφανιζόμαστε μέσα στην πολυκοσμία, να προχωράμε ξανά στους τοίχους, να αποφεύγουμε να παρατηρούμε τους ανθρώπους, να μην απευθύνουμε καμιά κουβέντα σε κανέναν, να θάψουμε την αξιοπρέπειά μας, να κλείσουμε την καρδιά μας στις προσβολές και στα καψόνια, να πετάξουμε το στιλέτο μας σ΄έναν υπόνομο, να είμαστε άυλοι, να είμαστε ένα τίποτα).
     Είναι οι «γυμνές» ζωές ενός πλήθους που στις μέρες μας όλο και πολλαπλασιάζεται, που ο Giorgio Agamben ονόμασε με τον ρωμαϊκό όρο “Homo sacer”[1]το 2005, ανυποψίαστος για την έκταση που θα έπαιρνε σε λίγα χρόνια το φαινόμενο των ανθρώπων χωρίς ταυτότητα, χωρίς στέγη, ασφάλεια, υγεία, των οποίων η σύγχρονη εξουσία καταστρατηγεί ανεξέλεγκτα το δικαίωμα όχι μόνο στην αξιοπρεπή ζωή, αλλά στη ζωή την ίδια. Σε σύγχρονη συνέντευξή[2] του ο συγγραφέας λέει: «Όταν έγραψα το βιβλίο το 1999, λίγοι άνθρωποι είχαν συνειδητοποιήσει την έκταση του δράματος. Μαζί με το νερό, πρόκειται για το μεγαλύτερο πρόβλημα αυτού του αιώνα. Έπρεπε να φτάσουμε να δούμε την τραγωδία των boat-people για να αντιληφθούμε τη σοβαρότητα του φαινομένου. Η Μεσόγειος έγινε νεκροταφείο για τους νέους κολασμένους της γης. Εκείνη την εποχή μιλούσαμε για τρεις νεκρούς τη μέρα, σήμερα δεν τους μετράμε πια».
     Μέσα στην παράδοξη «συντροφιά» υπάρχει η Νουαρά -που ψάχνει τον άντρα της- με το παιδί της, του οποίου το κλάμα αποτελεί απειλή, γι αυτό την κρύβουν κάτω από μια βάρκα. Κάποια στιγμή η Νουαρά επιδεικνύει γιγάντιο θάρρος δαγκώνοντας τον σκύλο που τους ανακάλυψε. Ο σιωπηλός δάσκαλος, Αλγερινός Κασέμ Ντζουντί, του οποίου η οικογένεια υπήρξε θύμα της τρομερής σφαγής στη Μπλίντα[3] (ο Ριζοσπάστης αναφέρει ότι πρόκειται για τη χειρότερη σφαγή του εμφυλίου, Αύγουστο του 1997), που δείχνει ιδιαίτερη συμ-πάθεια στη Νουαρά και αργότερα, όταν εκείνη θα βγει απ’ την κρυψώνα της, τρυφερότητα σε κείνη και το παιδί της (ξαφνικά νιώσαμε δεμένοι μ’ αυτό το πράγμα που κουνιόταν και μας έδωσε τόσο τρόμο). Ο Γιουσέφ, «υποτιθέμενος Μαρρακσί αλλά μάλλον Βερβερίνος του Μέσου Άτλαντα», με την απίθανη ιστορία του ποντικοφάρμακου που ξεκλήρισε όλη του την οικογένεια. Ο πελώριος Παφαντζνάμ, καθαρόαιμος Σονινγκέζος, με τις κρίσεις πανικού στη θέα των φώτων (ότι πρόκειται για την ακτοφυλακή) και ο Γιαρσέ από το Μαλί («Γαλλικό Σουδάν») με το όνειρο να πουλά ψεύτικα Λακόστ στα παζάρια της Μάντ-λα-Ζολί. Αλλά και ο συνέταιρος του διακινητή, Μόραντ ή Μομό, ο «Απελαθείς της Ευρώπης» (τρεις φορές), που σαγηνεύει την ομάδα με τις απίθανες περιπέτειες και τις ερωτικές του ιστορίες, με το απίστευτο όνειρο που βλέπει κάθε σχεδόν βράδυ. 
     Τέλος, ο νεαρός Αζούζ, παραθέτει σπονδυλωτά τη δική του παράδοξη πορεία. Παιδί που αγαπούσε τα γράμματα και τη γνώση (το πάθος μου για μάθηση ήταν χωρίς όρια), αφού τελείωσε - απ’ τους λίγους στο χωριό- τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ξέφυγε από τη μοίρα του χωριού (πρόβατα, χωράφια, βιαιότητα πατέρα) με τη βοήθεια του παππού του (του εξήγησα την κατάστασή μου κι αυτήν του πατέρα μου, του χωρικού που δε συμφωνούσε να με στείλει στην πόλη να συνεχίσω τις σπουδές μου. Αρνιόμουν να περάσω τις εξετάσεις της χωροφυλακής: σιχαινόμουν τους χωροφύλακες. Με τρομοκρατούσαν. Όμως αυτό ήταν το όνειρό του πατέρα μου∙ και η απαίτησή του).
     Με τις συστάσεις του Ρουμάνου καθηγητή του Ρομαντσέφ έγινε δεκτός στο φιλανθρωπικό ίδρυμα «Φυτώριο της βελονιάς», ένα εκκλησιαστικό σχολείο… κεντήματος όπου η αδερφή Μπενεντίκτ αποδείχτηκε η καλή του μοίρα, μια γυναίκα που τον αγάπησε και τον στήριξε ακόμα και μετά θάνατον, εφόσον του άφησε ένα γερό κομπόδεμα για να σπουδάσει (αυτό το κομπόδεμα που τελικά έδωσε στον διακινητή, επιλέγοντας τη φυγή). Εκεί γνωρίζει και τον πατέρα Αλί που του θυμίζει τον παππού του, άλλη σημαδιακή προσωπικότητα του οποίου παρατίθεται η επεισοδιακή ζωή του (οι αναμνήσεις του μού έδιναν την εντύπωση ενός ξεστρατισμένου παρατηρητή μέσα στην προσωπική του ιστορία).
     Τέλος, μαζί με την προσωπική ιστορία του Αζούζ ξεδιπλώνεται και η συνταρακτική ιστορία του ξαδέρφου του, Ρεντά, ενός τρομερά φοβισμένου, κατατρεγμένου και εσωστρεφούς πλάσματος, που μετά από περιπέτειες άφησε πίσω την τραγική του οικογένεια και τον δίδυμο αδερφό του, και ξετρύπωσε στο ίδρυμα τον Αζούζ (λυπόσουν να τον βλέπεις γιατί ήταν τόσο καχεκτικός και βρώμικος). Όταν ο Αζούζ πια αποφασίζει να αποτολμήσει τη φυγή, αναλαμβάνει και την ευθύνη του ευάλωτου ξαδέρφου, που δημιουργεί διάφορα προβλήματα και δυσκολίες. Κι όταν λιποψυχά τελευταία στιγμή, ενώ η βάρκα έχει γεμίσει με τους ταξιδευτές και είναι έτοιμη να χαθεί στο σκοτάδι, παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα τη συναισθηματική ένταση του Αζούζ που επηρεάζει την ύστατη επιλογή:
     Ο Ρεντά ήταν εδώ, κοντά μου. Ζωντανός. Κι αυτό μου έφτανε να είμαι χαρούμενος.
     Δεν θέλω να προδώσω το απροσδόκητο τέλος, αλλά θα σχολιάσω μόνο ότι γίνεται αισθητό ότι η μεγάλη περιουσία που απομένει στη «γυμνή ζωή» είναι η ανθρωπιά.
Χριστίνα Παπαγγελή


[1] Homo sacer. Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή: «Στο αρχαϊκό ρωμαϊκό δίκαιο είναι ξεκάθαρος ο ρόλος του Homo sacer όπως και η σημασία του για τη δόμηση της κυριαρχίας και της βιοπολιτικής. Πρόκειται για μια φιγούρα στην οποία αποτυπώνεται για πρώτη φορά η παράδοξη σχέση εξουσίας/κυριαρχίας και απλής βιολογικής ζωής. Γιατί αυτός ο χαρακτήρας παρουσιάζει τόσο ενδιαφέρον; Μα γιατί πρόκειται για κάποιον που ενώ η κοινότητα τον έχει κρίνει για κάποιο έγκλημα, εντούτοις δεν τον καταδικάζει με τους συνηθισμένους τρόπους, αλλά του αποδίδει μια ιερότητα που απαγορεύει μεν τη θυσία του, επιτρέπει όμως σε οποιοδήποτε άλλο μέλος της κοινότητας να τον σκοτώσει χωρίς τον κίνδυνο τιμωρίας. Πρόκειται επομένως για μια ζωή στο όριο, ή καλύτερα για μια παράδοξη ύπαρξη που ανοίγεται στην ανυπαρξία, για το ίδιο το μεταίχμιο μεταξύ ζωής και θανάτου».https://www.protoporia.gr/agamben-giorgio-homo-sacer-kyriarxh-e3oysia-kai-gymnh-zwh-9789607909657.html

[3] https://www.rizospastis.gr/story.do?id=3696620

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 23, 2021

Σπίτι παιδιού, Κυριάκος Συλφιτζόγλου

Ο κόσμος είναι ίσος με την συνείδηση που έχουμε γι’ αυτόν.

Ο κόσμος δεν είναι παρά αυτό που αντιλαμβάνεται η ψυχή ως κόσμο
(Χρήστος Μαλεβίτσης, «Ἐφημερία»)

     «Σπίτια του παιδιού»[1] ονομάζονταν τα ιδρύματα που δημιουργήθηκαν από τη Βασιλική Πρόνοια στις αρχές της δεκαετίας του ’50 για τη φροντίδα των παιδιών των ακριτικών περιοχών, αλλά και για την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού. Σ’ ένα τέτοιο σπίτι, στην Πλατανιά του ν. Δράμας δούλευε η μητέρα του συγγραφέα στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν εκείνος ήταν 8 χρονών, κι εκεί διέμενε όλη η οικογένεια τις πέντε εργάσιμες μέρες, ενώ το Σαββατοκύριακο πήγαιναν στο «κανονικό τους σπίτι», στην Προσοτσάνη.
      Όμως ο τίτλος του βιβλίου είναι δίσημος∙ χωρίς τα άρθρα, το «σπίτι παιδιού» παραπέμπει και στον παιδικό κόσμο – σ’ έναν κόσμο ολοκληρωμένο, ιδωμένο μέσα απ’ τα μάτια ενός ευαίσθητου και ώριμου αγοριού, ευαίσθητου γιατί με τις κεραίες ενός πολύ ευπαθούς δέκτη προσλαμβάνει μηνύματα εξαιρετικής ακρίβειας, και ώριμου γιατί αυτά τα μηνύματα τα επεξεργάζεται με την παιδική καθαρότητα και τα κάνει οργανικό σύνολο, τα κάνει συνείδηση. Γιατί, όπως λέει κι ο Ρ. Ταγκόρ, "το παιδί είναι σχεδόν πάντα οργανικό", όπου οργανικότητα είναι να ζει κάποιος σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους, σε ένα πρωταρχικό επίπεδο (Γιέρζι Γκροτόφσκι, Ο δρόμος για την ανώτερη ένωση)
     Σε λιτό, απλό και καθημερινό ύφος λοιπόν, ο συγγραφέας-αφηγητής επιστρέφοντας στην ηλικία του οκτάχρονου αγοριού ξεδιπλώνει τις αναμνήσεις του σε παρελθόντα χρόνο, χωρίς ωστόσο να παρεμβαίνει διαστρεβλωτικά η ενήλικη ταυτότητά του –τα λέει όπως ακριβώς θυμάται να τα έζησε. Η αυτοβιογραφικότητα των επί μέρους μικρών επεισοδίων από τα οποία απαρτίζεται η νουβέλα, το γεγονός δηλαδή ότι πρόκειται για αναμνήσεις κι όχι για επινοημένα επεισόδια, δεν αφαιρεί, αντίθετα στην περίπτωση προσδίδει αξία. Δεν πρόκειται για ζωγραφική, αλλά «φωτογράφιση» ενός ολόκληρου κόσμου, και η φωτογραφία είναι οπωσδήποτε μια εξίσου μεγάλη τέχνη, με τα δικά της μυστικά. Παράλληλα, ενώ αυτή η καταγραφή αυθεντικών βιωμάτων διεγείρει και το ηθογραφικό ενδιαφέρον του αναγνώστη, δεν στέκεται μόνο εκεί. Γιατί ο ήρωας, ο συγγραφέας-παιδί καταθέτει μια ματιά πολύ ιδιαίτερη, μοναδική, προδίδοντας μια εξαιρετική (με την έννοια της εξαίρεσης) προσωπικότητα.
     Ο αναγνώστης σκύβει με ενδιαφέρον σ’ αυτόν τον παρελθόντα κόσμο∙ με τους πολλούς συγγενείς στη Γερμανία που τους καθαρίζουν τα σπίτια όταν πρόκειται να έρθουν για Πάσχα, τον τρελό του χωριού που μιλάει με τις αφίσες και βρωμάει αλλά τον αγαπούν πολύ, τα τουρσιά που ετοιμάζουν, τις βραδινές εξορμήσεις για σαλιγκάρια, το μικρόφωνο του μανάβη που το έδινε στα παιδιά (ήταν όπως οι τραγουδιστές. Μου το έδινε καμιά φορά κι εγώ ό, τι έβλεπα στην καρότσα από ζαρζαβατικό το φώναζα), την μπάλα στις αλάνες, τις ατέλειωτες ώρες παραμονής πάνω...  στα δέντρα, τα ακατοίκητα κι ερειπωμένα σπίτια.
     Αλλά αυτή η ιδιαίτερη ματιά που «κομίζει» η μικρή νουβέλα, είναι ότι μέσα σ' αυτό το οργανικό σύνολο που αναφέρθηκε παραπάνω, βασικό στοιχείο είναι η εξοικείωση με τον θάνατο, τόσο πιο εύκολη στη μικρή κοινωνία του χωριού όσο και πιο τραγική. Ο μικρός ήρωας παρακολουθεί από κοντά την διαφορετική αποχώρηση από τη ζωή κάθε χωριανού (και όχι μόνο) που πεθαίνει, γιατί φυσικά η παιδική περιέργεια ιντριγκάρεται από το σκανδαλώδες πρόσωπο του Θανάτου. Άλλωστε όλα τα παιδιά συνοδεύουν τον νεκρό με τα εξαπτέρυγα. Εκστασιάζεται, απορεί, ταυτίζεται, συμπάσχει, παιχνιδίζει. Μετέχουμε σε πολλά κωμικά/τραγικά/κωμικοτραγικά επεισόδια -μικρές, αυτοτελείς ιστορίες- όπου ο θάνατος του Άλλου αφήνει διαφορετικό κάθε φορά αποτύπωμα στην παιδική ψυχή και το σκάνδαλο γίνεται Φύση, ή η άλλη πλευρά τη Ζωής.

     Όταν ξεκινήσαμε όλοι μαζί για την εκκλησία, οι αγελάδες μουγκάνιζαν σαν να έκλαιγαν. Ήμουν σίγουρος ότι είχαν καταλάβει πως δεν θα ξαναδούν τη γιαγιά. Έφυγα απ’ τη σειρά μου και πήγα στο νεκροθάφτη και του’ πα ότι κανονικά θα έπρεπε να έρθουν κι οι αγελάδες στην κηδεία. Αυτός προσπαθούσε να πνίξει το γέλιο του και με το χέρι μ’ έδειξε να πάω στη θέση μου.
Χριστίνα Παπαγγελή


[1] Σπίτι του Παιδιού ονομάστηκαν ιδρύματα που δημιούργησε το 1950-1955 το Βασιλικό Ίδρυμα Πρόνοιας κάτω από την προσωπική φροντίδα της Βασίλισσας Φρειδερίκης για τη φροντίδα των παιδιών σε 260 Ακριτικά χωριά της Βόρειας Ελλάδας. Το 1955 αναφέρονταν ότι λειτουργούσαν 140 Σπίτια του Παιδιού και 20 παραρτήματα στα οποία φοιτούσαν 25.000 άτομα και πλέον ετησίως στην Ήπειρο, Μακεδονία και Θράκη, ενώ το 1965 λειτουργούσαν 260 Σπίτια του Παιδιού στα οποία παρακολουθούσαν τα προγράμματά τους 53.857 παιδιά[https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%80%CE%AF%CF%84%CE%B9_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%A0%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%8D

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 21, 2021

Το οχυρό, Quentin Lafay

Δεν είμαστε τίποτα άλλο παρά η ιστορία που αφηγούμαστε οι ίδιοι στον εαυτό μας 

     Πρόκειται για μυθιστόρημα με περιεχόμενο πολιτικό, με τη στενή έννοια, εφόσον ο πρωταγωνιστής και αφηγητής διετέλεσε Υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας στη σημερινή εποχή, και μάλιστα μόνο για έξι μέρες, όπως αναφέρεται στις τρεις πρώτες πρώτες σειρές του βιβλίου! Δεν είναι βέβαια πραγματικό πρόσωπο, αλλά πλαστό∙ όπως φαίνεται όμως, η εμπειρία του Λαφαί ως συνεργάτη/λογογράφου και σύμβουλου του Μακρόν στην προεκλογική του εκστρατεία (πολύ γρήγορα παραιτήθηκε λόγω της δεξιάς στροφής του Προέδρου της Γαλλίας), έδωσε το έναυσμα στον συγγραφέα να γράψει το πρώτο του αυτό μυθιστόρημα. 
     Έτσι, ο Τερίς Μπερανζέ, διάσημος καθηγητής πανεπιστημίου στις Οικονομικές Επιστήμες («ο καλύτερος οικονομολόγος της Γαλλίας/ειδικός στα δημόσια οικονομικά και στα ευρωπαϊκά ζητήματα» θα πουν ορισμένοι), δέχεται αιφνιδιαστική πρόταση για να αναλάβει το Υπουργείο Οικονομικών∙ κολακευμένος την αποδέχεται, έχοντας κατά νου να υπερασπιστεί την ξεκάθαρη πολιτική του θέση ως προς το συζητούμενο «Frexit», όμως γρήγορα καταλαβαίνει ότι του έχουν στήσει παγίδα: ο Πρόεδρος (που δεν κατονομάζεται) ζητά νέους συνεργάτες με οικονομοτεχνικές γνώσεις, που θα εκτελέσουν την απόφαση που ο ίδιος θα πάρει – και φαίνεται ότι όλο το κλίμα στην κυβέρνηση είναι υπέρ της εξόδου της Γαλλίας από την Ευρωπαϊκή ένωση, πολιτική με την οποία ο Μπερανζέ δεν συμφωνεί. Έτσι βλέπουμε τον πρωταγωνιστή μας να μπαίνει στα βαθιά νερά έχοντας να αντιμετωπίσει όλες τις δοκιμασίες ενός ανθρώπου που δεν έχει συνηθίσει στην μικροπολιτική: τον βλοσυρό γενικό γραμματέα Ωγκυστέν Β., τον προκάτοχό του υπουργό Οικονομικών Κριστιάν Τ. (που φέρεται να «τους ανάγκασε να τον διώξουν» επειδή κατάλαβε ότι η έξοδος από την Ε.Ε. είναι μονόδρομος), τις πρώτες εντυπώσεις στις συνεντεύξεις και την αδυσώπητη έκθεση στα ΜΜΕ, τους νέους του συνεργάτες, την πίεση από τους συμβούλους, το απίστευτα ασφυκτικό πρόγραμμα, τις δημοσκοπήσεις, τα άπειρα μηνύματα, τα υπουργικά συμβούλια, τη Βουλή (ένιωσα σα να με είχαν πετάξει μέσα σε αρένα), τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ.α. 
      Ο συγγραφέας έχει την ευκαιρία να μας μεταφέρει στην πολιτική ατμόσφαιρα της Γαλλίας λίγα χρόνια πριν (δεν έχω τις γνώσεις και τα μέσα να κρίνω την αντικειμενικότητα ή να συγκρίνω με τον πραγματικό παλμό), περίοδος όπου φαίνεται ότι υπήρχε έντονη λαϊκή αντίδραση απέναντι στην ευρωπαϊκή πολιτική και στο ευρωπαϊκό νόμισμα, καθώς μεσουρανούσε η γαλλική ακροδεξιά, η γερμανική κυριαρχία, και παράλληλα οι Άγγλοι ψήφιζαν για το Brexit. 
      Το βιβλίο χωρίζεται σε οκτώ κεφάλαια, τα οποία αντιστοιχούν στις έξι ημέρες της υπουργικής θητείας, μαζί με την σύντομη εισαγωγή (όπου πληροφορείται ο αναγνώστης αναδρομικά την παραίτηση του ήρωα) και το επιλογικό σημείωμα, τέσσερα χρόνια αργότερα. Ήδη από την τρίτη σελίδα ο αφηγητής μάς έχει διαβεβαιώσει ότι θα πει την «αλήθεια», που δεν έχει να κάνει μόνο με παραίτηση για πολιτικούς λόγους (γράφω για να ελαφρύνω τη συνείδησή μου, για να μη μου προσάψει ποτέ κανείς ότι έμεινα μέσα στην ασάφεια, ότι άφησα τον κόσμο να νομίζει πως η παραίτησή μου ήταν προϊόν θάρρους και ελεύθερης βούλησης. Σήμερα, δεν δικαιούμαι πια την επιείκεια κανενός. Και θέλω να αναδυθεί από αυτήν την πράξη μεταμέλειας ένα μέρος της αλήθειας). Η αφήγηση είναι εξομολογητική και λεπτομερής, σαν να διαβάζει κανείς ένα αναλυτικό ημερολόγιο, τόσο που αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον γα τον αναγνώστη η στενή παρακολούθηση των ρυθμών και των καθηκόντων ενός προσώπου σε τόσο νευραλγική θέση. 
      Δεν υπάρχει επομένως στην αφήγηση το «στενά» πολιτικό στοιχείο, δεν διαβάζουμε μπροσούρα, αν και παρατίθενται τεχνηέντως επιχειρήματα υπέρ της Ε.Ε. όπως και αντεπιχειρήματα. Αυτό όμως που κυριαρχεί είναι το συναισθηματικό, ή μάλλον το βιωματικό στοιχείο, μέσα από την εμπειρία ενός ανθρώπου που τοποθετήθηκε σε πολιτική θέση-κλειδί. Βλέπουμε τους φόβους και τους δισταγμούς του (είναι δύσκολο να φαίνεσαι φυσικός την ώρα που προσπαθούν σώνει και καλά να σε απαθανατίσουν), τους διπλωματικούς ελιγμούς μέσα στην προσπάθεια να διατηρήσει τις ιδέες του, τους τρόπους της ρητορικής τέχνης (βιρτουόζος για τη γαλλική έννοια του όρου δεν είναι απλώς όποιος κατορθώνει να συνδυάσει εύστοχα την έκφραση και το λογοπαίγνιο∙ είναι πρωτίστως εκείνος που ξεδιπλώνει μια σαφή σκέψη, μια άρτια και πειστική σκέψη που κερδίζει τον κοινό νου/η μεγαλύτερη απογοήτευση για τους δημοσιογράφους θα ήταν να είμαι βαρετός). 
      Παράλληλα, κι αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη αξία στο συγκεκριμένο βιβλίο, ο Τερίς Μπερανζέ παραθέτει αυτούσια την ηλεκτρονική αλληλογραφία του με τη Σοφί, την κοπέλα με την οποία είχε στο παρελθόν έντονη ερωτική σχέση και στην οποία ανατρέχει ξανά κι επίμονα όταν μαθαίνει τα νέα του καθήκοντα, σαν να προσπαθεί να πιαστεί από κάποια σανίδα σωτηρίας. Γιατί η Σοφί τον ξέρει από την καλή και την ανάποδη, γιατί δεν μπορεί να της κρυφτεί, γιατί την αγαπά και τη χρειάζεται, γιατί είναι ο καθρέφτης του. Μέσα από τα μακροσκελή μηνύματα της Σοφί μαθαίνουμε τον τρόπο επικοινωνίας τους, τον τρόπο χωρισμού τους, τις μικρές χαρές και απολαύσεις αλλά και τα αξεπέραστα ελαττώματα του Τερίς που την απομάκρυναν οριστικά και αμετάκλητα. 
      Έτσι, μαθαίνουμε αναδρομικά τη σκοτεινή πλευρά του καθηγητή και τώρα υπουργού, στην προσωπική του ζωή∙ βλέπουμε ανάγλυφα τη φιλοδοξία, τη ματαιοδοξία του χαρακτήρα του, τον εγωισμό και τη βία στην οποία κατέφυγε ανεξέλεγκτα όταν ένιωσε προσβεβλημένος. Παρόλ’ αυτά η Σοφί δέχεται να τον παρακολουθεί στη δύσκολη αυτή φάση της ζωής του, να τον συμβουλεύει από μακριά και να τον στηρίζει. 
      Το μεγάλο προκλητικό ερώτημα, που αποτελεί και το κομβικό σημείο, το θέτει ο -παραιτηθείς υπουργός- Κριστιάν Τ. στη Βουλή: «η κυβέρνηση φαίνεται να οργανώνει την έξοδο της Γαλλίας από την ευρωζώνη/απαιτούμε κάτι απλό: να σταματήσετε, σήμερα, τη μυστικοπάθεια κλπ κλπ». Ο αιφνιδιασμένος Μπερανζέ, που είναι υποχρεωμένος να απαντήσει μέσα σε δύο λεπτά, βρίσκεται αντιμέτωπος με την Αλήθεια (όλη μου τη ζωή, στηλίτευα την πολιτική τάξη για την ανικανότητά της να πει την αλήθεια). Η ντόμπρα απάντηση (η έξοδος από το ευρώ θα ήταν μια οικονομική ασυναρτησία, ένα κοινωνικό δράμα, ένα πολιτικό σφάλμα) και η (παρορμητική;) δέσμευσή του ότι όσο είναι ο ίδιος Υπουργός Οικονομικών δεν θα βγει η Γαλλία από την ευρωζώνη, ξεσηκώνει σαν παλίρροια μια θύελλα από αντιδράσεις άμεσες (θετικές και αρνητικές) από συνεργάτες, συμβούλους, ή από ανθρώπους που δε νοιάζονται για τη Γαλλία ή την Ευρώπη αλλά προσπαθούν απλώς να σταθούν στο πολιτικό προσκήνιο, ενώ σαφώς έχουμε θυελλώδη αντίδραση από τον ίδιο τον Πρόεδρο (μία προς μία οι λέξεις του είχαν χυμήξει πάνω μου). 
     Τα συναισθήματα του Μπερανζέ δεν είναι μονοσήμαντα. Δεν δείχνει τόσο αποφασισμένος όσο φάνηκε στη Βουλή όταν έριξε τη «βόμβα» της δέσμευσής του, ερήμην του Προέδρου (μετάνιωνα για την ελευθερία που είχα αδράξει και είχα τολμήσει να χρησιμοποιήσω). Έχει 24 ώρες για να βάλει τους συνεργάτες του να συντάξουν φάκελλο-έκθεση υπέρ της παραμονής της Γαλλίας στην Ε.Ε., γνωρίζοντας στο βάθος ότι καμιά τεκμηριωμένη άποψη δεν θα αλλάξει το κυβερνητικό τοπίο. Η πρόταση του δημοψηφίσματος εκτίθεται με τα υπέρ και τα κατά (οι ψηφοφόροι δεν θα ψηφίσουν υπέρ ή κατά της Ευρώπης αλλά υπέρ ή κατά της κυβέρνησης). Μετά την επίσημη «ετυμηγορία» του Προέδρου υπέρ του Frexit, ο Μπερανζέ «αδειάζει». Εκφράζει την ταλάντευσή του στην ακλόνητη Σαϊρά (μη δίνετε σε τούτη τη δέσμευση περισσότερη σημασία απ’ όση έχει), την στενή του συνεργάτιδα που τρέφει θαυμασμό και προσδοκίες και υπεραμύνεται της σταθερής του πίστης στην ευρωπαϊκή συνεργασία (η παραίτησή σας ήταν ο μόνος τρόπος που είχαμε για να αφήσουμε ένα θετικό αποτύπωμα).       Η παραίτηση του ήρωα τάραξε τα νερά της πολιτικής, αλλά πραγματοποιήθηκε για πολύ προσωπικούς λόγους. Όπως επισημαίνει ο Μπερανζέ στο επιλογικό σημείωμα που το γράφει τέσσερα χρόνια αργότερα (η Γαλλία όπως ξέρουμε άλλωστε δεν έφυγε από την Ε.Ε.),η πραγματικότητα είναι πολύ περίπλοκη για να μπορεί κάποιος να αποδώσει «στην Ιστορία την αλήθεια της». Τελειώνει τη μαρτυρία του λέγοντας «σε μια άλλη ζωή, θα επιθυμούσα να είχα γίνει κανονικός υπουργός και να είχα επιδείξει θάρρος μέχρι τέλους. Έτσι, θα είχα ίσως σώσει ό, τι μπορούσε να σωθεί: τη Σοφί, την τρυφερότητά της, τις πεποιθήσεις μου, την τιμή μου. Συνειδητοποιώ, ωστόσο, ότι η ευκαιρία δεν θα ξαναπαρουσιαστεί. Δεν θα υπάρξει δεύτερη ζωή».
Χριστίνα Παπαγγελή

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 09, 2021

Ο Τουρίστας, Olen Steinhauer

     Πρόκειται για ένα χορταστικό και συναρπαστικό κατασκοπικό μυθιστόρημα που ποτέ δεν θα είχα αγοράσει καθότι με δυσκολία διαβάζω ακόμη και τα αστυνομικά. Παρόλ’ αυτά, με άπειρες σημειώσεις (ονόματα, ήρωες κι ιδιότητές τους) και πισωγυρίσματα, όχι μόνο κατάφερα να το τελειώσω (δεν τελειώνω βιβλίο αν δεν μου αρέσει) αλλά μετά το ένα τρίτο είχε ήδη κατακτήσει το ενδιαφέρον μου.
     Η εμπλοκή της CIA, της Υπηρεσίας εσωτερικής Ασφάλειας ή Εξωτερικού της Γαλλίας, των Υπηρεσιών Πληροφοριών διαφόρων χωρών, διαφόρων μυστικών υπηρεσιών και μυστικών πρακτόρων, οικονομικών συμφερόντων στην Αφρική, ψυχρού πολέμου με Ρωσία κ.α. ίσως δίνει ένα χαρακτήρα «νουάρ», εφόσον είναι έντονο το κοινωνικοπολιτικό στοιχείο και η μυθιστορηματική καταγραφή μιας απτής πραγματικότητας: στον κόσμο των μυστικών υπηρεσιών υπάρχει ένα δίκτυο αόρατο για τον απλό πολίτη, που ρυθμίζει τις κοινωνικοοικονομικές σχέσεις. Παράλληλα γίνεται αναφορά στην εξωτερική πολιτική της Αμερικής μετά την κατάρρευση των πύργων (εισβολή στο Αφγανιστάν, εμπάργκο, ανταγωνισμός με Κίνα για το σουδανικό πετρέλαιο κ.α). Οι «Τουρίστες», όπως γράφει και το οπισθόφυλλο, είναι «επίλεκτη μυστική υπηρεσία της CIA, που αναλαμβάνει άκρως απόρρητες και ανορθόδοξες αποστολές σε όλο τον κόσμο». Είναι ένα από τα πλέον μυστικά τμήματα που εξυπηρετούν τους «βρόμικους» στόχους της αμερικανικής πολιτικής∙ τα μέλη της αλλάζουν τόπους, ονόματα και βιογραφικά και δεν γνωρίζονται καλά καλά μεταξύ τους, ενώ φημολογείται ότι υπάρχει μια «Μαύρη Βίβλος», κάτι σαν το άγιο δισκοπότηρο, σε εικοσιένα αντίτυπα τοποθετημένα σε μυστικούς τόπους σε όλον τον κόσμο, ένας «μυστικός οδηγός επιβίωσης». Γιατί, όπως διαφαίνεται σε όλο το βιβλίο, έχουν έναν συγκεκριμένο τρόπο δράσης και προσέγγισης των άλλων (η ιδέα να εμπιστευτεί οποιονδήποτε άλλον εκτός από τον άντρα που του ανέθετε αποστολές είχε αποδειχθεί εδώ και πολύ καιρό μη βιώσιμη/στον Τουρισμό δεν υπάρχει χρόνος να μετανιώνεις για πράγματα που δεν έκανες και στην ουσία η μεταμέλεια είναι συνώνυμο της πανώλης για τον Τουρίστα).
     Ο κεντρικός ήρωας Μάιλο Γουίβερ, ο «Τουρίστας μας», είναι πολύ συμπαθητικός και ίσως είναι αυτή και η αιτία που αυτός ο κυκεώνας ονομάτων και μυστικών ιδιοτήτων δεν με απέτρεψε από το να βυθιστώ στον εξίσου περίπλοκο λαβύρινθο κατασκοπείας, προδοσίας, αντικατασκοπίας κλπ. Τον Μάιλο, τον παρακολουθούμε να δρα σε δυο χρονικά επίπεδα: στις 10/11 Σεπτεμβρίου 2001 (ναι, συμπτωματικά τη μέρα της κατάρρευσης των δίδυμων πύργων), όπου διαδραματίζονται σημαντικά γεγονότα και όσο αφορά την τρέχουσα έρευνα του Μάιλο, αλλά και την προσωπική του ζωή -γιατί γνωρίζει με επεισοδιακό τρόπο την μέλλουσα γυναίκα του-, γεγονότα και τα δύο που τον ωθούν στο να παραιτηθεί από τον περιπλανώμενο ρόλο του Τουρίστα και αποσυρθεί στα κεντρικά γραφεία της CIA. Έξι χρόνια μετά, τον Ιούλιο του 2007, τον ξαναβλέπουμε να επιστρατεύεται ξανά στον «τουρισμό» ωθούμενος από έκτακτες συγκυρίες.
     Με αφορμή την εξανίχνευση ενός θρυλικού, πληρωμένου δολοφόνου, του επονομαζόμενου Τίγρη (που ανακαλύπτουμε ότι κι αυτός υπήρξε Τουρίστας και είχε μακρόχρονη σχέση με τον Μάιλο), ο Μάιλο -παρά τη βαθύτερη θέλησή του- επιστρέφει σε ενεργό δράση. Από κει ξεκινά ένα κουβάρι μυστηρίου, καθώς η αποστολή του μετατίθεται συνέχεια. Η συνάντησή του με τον «Τίγρη», ο οποίος αυτοκτονεί μπροστά στα μάτια του (ήδη όμως προσβεβλημένος από AIDS από άγνωστους δολοφόνους) δημιουργεί ερωτηματικά (ποιος τον χρηματοδοτούσε; Ποιος ήθελε τον φρικτό θάνατο του;), ενώ ο Μάιλο θεωρείται υπ’ αριθμόν ένα ύποπτος. Ύποπτος θεωρείται και για την «αυτοκτονία» της συνεργάτιδάς του και παλιάς του φίλης, Άντζελα Γέιτς (διευθύντριας της CIA στην πρεσβεία, Τουρίστρια κι αυτή), η οποία κατηγορείται για διπλή πράκτορας, ότι δηλαδή πουλάει μυστικά στους Κινέζους.
     Επομένως, κυνηγημένος τώρα και από τους «δικούς» του ανθρώπους ο Μάιλο επιδίδεται σ’ ένα κρυφτό, αναγκάζεται να είναι μακριά από την οικογένειά του (κάποια στιγμή μάλιστα φεύγει αιφνιδιαστικά μέσα στη νύχτα), ενώ φοβάται για την ασφάλεια των δικών του ανθρώπων.
     Η  μια έκπληξη διαδέχεται την άλλη καθώς ο Μάιλο ξεφεύγει οριακά από τα «στόματα των λύκων», εφόσον είναι στο στόχαστρο των υπηρεσιών ενώ ανακαλύπτει ότι ακόμα κι ο μέντοράς του παίζει σκοτεινό παιχνίδι.
     Το τοπίο είναι πολύ σκοτεινό, εφόσον όλοι είναι ύποπτοι, και, όπως γράφει και ο Γιώργος Σχορετσιανίτης (Παράνοια και μεταβαλλόμενες ταυτότητες σ΄έναν αβέβαιο κόσμο): «ο μυστήριος κόσμος της κατασκοπείας έχει γίνει ακόμα πιο γκρίζος απ’ ό, τι ήταν κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου». Οι ρόλοι είναι ανταγωνιστικοί, η αλήθεια δυσεύρετη, ενώ η εμπιστοσύνη κλονίζεται ακόμα και απέναντι σ’ αυτούς που δίνουν εντολές. Ήδη ο Μάιλο, στη δεύτερη αυτή του θητεία στον Τουρισμό, είχε αρχίσει να μην υιοθετεί τις αξίες της Μαύρης Βίβλου. Η αλήθεια ξεκαθαρίζει κάποια στιγμή, αλλά η θέση του Μάιλο είναι δεινή. Φτάνει στο σημείο να φυλακιστεί από την CIA και να βασανιστεί φρικτά, ενώ η κάθαρση έρχεται τελείως απροσδόκητα, από ένα πρόσωπο που σχετίζεται με την πραγματική ταυτότητα του Μάιλο, όχι όμως χωρίς κόστος.
Χριστίνα Παπαγγελή

Τετάρτη, Αυγούστου 11, 2021

τα χρόνια της βραδύτητας, Φερνάντο Αραμπούρου

πώς γίνεται παραποιώντας την πραγματικότητα να φτάνεις σε κάτι πιο αληθινό απ’ αυτήν;
(Όλοι θέλουν να χορεύουν, Alberto Garlini)

     Πρωτότυπο και συναρπαστικό και το βιβλίο αυτό του αγαπημένου Βάσκου συγγραφέα. Πρωτότυπο, παρόλο που ο πυρήνας του είναι και πάλι, όπως και στην «Πατρίδα», η βασκική πληγή – η βίαιη αγωνία της διατήρησης ζωντανού ενός πολιτισμού που κινδυνεύει να εξαφανιστεί, η διάψευση ενός αμείλικτου αγώνα για αυτονόμηση, η προδοσία, η ματαιότητα της θυσίας.
     Ο τρόπος που διάλεξε ο συγγραφέας να παρουσιάσει αυτήν την ελκυστική ιστορία είναι μοναδικός, και μάλλον μπορεί να χαρακτηριστεί μεταμοντέρνος: από τη μια υπάρχουν κεφάλαια στα οποία ο κεντρικός ήρωας-αφηγητής, ο Τσίκι, αφηγείται στον συγγραφέα την περιπετειώδη συμβίωσή του με την οικογένεια της θείας του, επί εννέα χρόνια όταν ήταν ακόμα παιδί στην κρίσιμη για το Βασκικό ζήτημα δεκαετία του ‘60. Ο λόγος του καταγράφεται με την προφορικότητα της μαρτυρίας, σαν να πρόκειται για απομαγνητοφώνηση κάποιων βιωμάτων που ενέπνευσαν το συγγραφέα, ο οποίος μαζεύει το «υλικό» του (π.χ.: εσείς ο ίδιος με παροτρύνατε να εκφραστώ κατά το δοκούν, με ακρίβεια αλλά αδιαφορώντας για τη δομή ή το στυλ, αφού αυτό είναι δική σας δουλειά ως συγγραφέας που είστε/σας παρακαλώ να μεταχειριστείτε με σεβασμό την ξαδέρφη μου/αυτά μπορεί να είναι δικές μου εικασίες. Καλού κακού μην τις πάρετε πολύ στα σοβαρά). Παράλληλα, εναλλάσσονται κεφάλαια με άλλη γραμματοσειρά στα οποία παρακολουθούμε τις σημειώσεις του συγγραφέα, σημειώσεις στις οποίες ο υποτιθέμενος πραγματικός Αραμπούρου επεξεργάζεται αυτές τις πληροφορίες με έντονη αυτοαναφορικότητα, καταγράφει τις αμφιβολίες του και «σκηνοθετεί» την πλοκή εμπλουτίζοντάς την πολλές φορές και με μυθοπλαστικά στοιχεία, όταν ο «μύθος» αποδίδει καλύτερα την αλήθεια (αν πρέπει να απομακρυνθώ από τη μαρτυρία του πληροφοριοδότη, θα γίνει. Πρώτα η λογοτεχνία∙ μετά, αν μένει χώρος, η αλήθεια). Κατά τ’ άλλα, ο άξονας της πλοκής προχωρά γραμμικά στον χρόνο. Όπως λέει και ο Τσίκι, πρόθεση του «κυρίου Αραμπούρου» είναι να καταγράψει τα πεπραγμένα μιας οικογένειας της Ιμπαέτα την εποχή των παιδικών του χρόνων, την δεκαετία του ’60, εποχή που μεσουρανούσε ο Φράνκο. Μιας βασκικής οικογένειας φτωχής, λαϊκής, με τα χαρακτηριστικά προβλήματα της κατώτερης κοινωνικής τάξης. Έτσι, αφενός βλέπουμε από ηθογραφική, ή μάλλον ιστορική διάσταση την κοινωνία των Βάσκων την εποχή εκείνη, αφετέρου υπάρχει ένα παιχνίδι «πραγματικότητας» και μυθοπλασίας, ένας κάπως αποστασιοποιημένος «διάλογος» πραγματικής ζωής και τέχνης.
     Αυτή η ασυνήθιστη ροή στην πλοκή αρχικά δεν ευνοεί την ταύτιση του αναγνώστη με τα δρώμενα, απ’ την άλλη διασώζει τη λαϊκότητα τού -ελαφρώς αφελούς, αλλά ουσιαστικά καλοπροαίρετου- κύριου αφηγητή. Ταυτόχρονα, δίνει την αίσθηση του «μη οριστικού», που είναι μέσα στις προθέσεις του συγγραφέα. Άλλωστε σε συνέντευξή του ο ίδιος ο συγγραφέας λέει ότι του αρέσει να χρησιμοποιεί επάλληλα επίπεδα γραφής.
     Ο ήρωας-αφηγητής, ενήλικας σήμερα, καταγόμενος από την ισπανοκρατούμενη Ναβάρρα, ήταν οκτώ χρονών όταν αναγκάστηκε να μείνει με τους συγγενείς του στο Σαν Σεμπαστιάν «για λόγους που γνωρίζετε» (η καημένη η μητέρα μου όταν την παράτησε ο παλιάνθρωπος που είχε παντρευτεί δεν ήταν σε θέση να συντηρήσει ούτε μένα ούτε τα αδέρφια μου). Τον βλέπουμε λοιπόν μικρό παιδί να προσπαθεί να προσαρμοστεί σε μια τελείως διαφορετική οικογένεια σε μια μεγαλύτερη πόλη. Μέσα απ’ τα αγνά μάτια του γνωρίζουμε τον θείο Βισέντε (εργάτη σε σαπωνοποιΐα), τη δυναμική θεία Μαριπούι του που -ως άμεσος συγγενής- τον υποδέχεται εγκάρδια, τον άξεστο ξάδερφο Χουλέν που τον υποδέχεται με… σπαρταριστή «γαϊδουριά» και την ελαφρόμυαλη ξαδέρφη Μάρι Νιέβες. Έχουμε σκηνές σπαραξικάρδιες, μιζέριας και μεγαλείου (ο ηλεκτρολόγος που την πέφτει στην Μαριπούι και κείνη καταφεύγει στον άβουλο άντρα της χωρίς να μπορεί να αποφύγει τη φαντασίωση∙ η τροφαντή Μάρι Νέβες με την ασυγκράτητη σεξουαλική όρεξη, που γυρνάει με τον έναν και τον άλλον και δημιουργεί συνέχεια προβλήματα στην οικογένεια∙ ο ιερέας δον Βικτοριάνο, φανατικός Βάσκος που διδάσκει την βασκική γλώσσα και βασικά ελέγχει τον αγώνα των Βάσκων, όπως ανακαλύπτει σιγά σιγά ο μικρός Τσίκι∙ σκαμπίλια και μαλλιοτραβήγματα ανάμεσα στις γειτόνισσες∙ ο αδύναμος Βισεντίκο (θείος), με τη φήμη του «φοβητσιάρη», που τον εκβιάζουν και που στα δύσκολα το ρίχνει στο ποτό ∙ τα σαπουνάκια που τυλίγουν επί ώρες όλα τα μέλη της οικογένειας για να βοηθήσουν τον Βισεντίκο∙ στρίμωγμα στα πεζοδρόμια για «να δουν τον Φράνκο να περνάει»).
     Αυτή είναι η ατμόσφαιρα στην οποία ο Τσίκι προσαρμόζεται σχετικά γρήγορα, αποκτά φίλους με τους οποίους παίζει στην αλάνα, ενώ ο ξάδερφος που αρχικά τον περιφρονεί και τον ονομάζει «βουτυρομπεμπέ από τη Ναβάρρα» (περιοχή όπου επικράτησε το ισπανικό στοιχείο) σιγά σιγά τον συμπαθεί, παίζει μαζί του (τους περίφημους «ποδηλάτες»), κι όταν ο μικρός μπαίνει στο νόημα και τον καλύπτει στα δύσκολα, μια σχέση μεγάλης αγάπης δημιουργείται ανάμεσα στους δυο.
     Αυτά τα εννέα χρόνια λοιπόν που βρίσκεται ο Τσίκι με τους συγγενείς του, εξελίσσονται δύο βασικές ιστορίες, που αναστατώνουν τις ισορροπίες στην οικογένεια. Παράλληλα όμως είναι δυο τραγικές ιστορίες στο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, που αναδεικνύουν την τραγική κατάσταση της Ισπανίας του Φράνκο. Δεν είναι τυχαίο που ο συγγραφέας αφήνει την υπόνοια ότι πρόκειται για πραγματικά πρόσωπα, που τα έχει γνωρίσει. Η μία λοιπόν ιστορία αφορά την αθέλητη εγκυμοσύνη της άσχημης Μάρι Νέβες, που δεν φαίνεται να γνωρίζει (ή τουλάχιστον δεν ομολογεί) τον πατέρα του παιδιού της∙ η άλλη είναι η ένταξη του Χουλέν στον βασκικό αγώνα, με ό, τι συνέπειες συνεπάγεται αυτό.

Ποτέ δεν θα γίνω ευτυχισμένη, ποτέ! Αυτό θέλεις;
Ή
Υπάρχουν χειρότερα πράγματα από το να είσαι παντρεμένη

     Η ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη της Μάρι Νιέβες, προκαλεί σκηνές μέσα στο σπίτι που μάλλον είναι κωμκοτραγικές, έτσι τουλάχιστον όπως τα βιώνει ο οκτάχρονος Τσίκι και τα μεταφέρει στον συγγραφέα. Μυστήριο, ψίθυροι, ίντριγκες και χαστούκια για να αποσπάσουν από την ξεροκέφαλη Μάρι Νιέβες το όνομα του πατέρα. Απίστευτα σχέδια με την μητέρα του Τσίκι που έρχεται εκτάκτως (ερασιτεχνικές προσπάθειες αποβολής, γέννα και μετά ορφανοτροφείο κλπ) κι όλα αυτά επειδή η θεία Μαριπούι προτιμούσε να πέσει από το μπαλκόνι παρά να διασχίζει τους δρόμους της γειτονιάς χωρίς να τολμάει να σηκώσει το βλέμμα της από το έδαφος. Τα σενάρια στις σημειώσεις του συγγραφέα περιλαμβάνουν μέχρι και απόπειρες αυτοκτονίας (γειτονιά γεμάτη κουτσομπόλες. Θα σκοτωθώ. Δεν μπορώ να ζω έτσι).
     Η ντροπή της οικογένειας όπου η κόρη στιγματίζεται ως «πουτάνα» ξεδιπλώνεται σ’ όλο το μεγαλείο, καθώς ο καιρός περνάει και δεν γνωρίζουν ακόμα ποιος ήταν «εκείνος ο παλιάνθρωπος». Η λύση που δόθηκε δείχνει τα ήθη της εποχής: η δυναμική Μαριπούι βρίσκει γαμπρό στην κόρη της, με το έτσι θέλω! Εμφανίζεται στο προσκήνιο ο Τσάτσο, που ήταν κάπως χοντροκέφαλος, για να μην πούμε ότι έπασχε από νοητική υστέρηση, για τον οποίο η Μάρι Νιέβες είναι μεγάλο κελεπούρι (πιστεύω ότι δεν είχε αρκετή φαντασία ούτε για να σχηματίσει στο μυαλό του την εικόνα μιας γυμνής γυναίκας). Η λύση αυτή έχει οπωσδήποτε κοινωνικό κόστος (κουτσομπολιό, δούλεμα κλπ) αλλά για τα δεδομένα της κοινωνίας είναι η «καλύτερη».
     Η παρωδία των αρραβώνων αλλά και του γάμου περιγράφεται αναλυτικά και αγγίζει τα όρια του τραγέλαφου -αν και ο αφελής Τσάτσο με τον αυθορμητισμό του και τον ενθουσιασμό του, σώζει την κατάσταση. Η πραγματική τραγωδία ξεκινά όταν γεννήθηκε το μωρό, προφανώς με προβλήματα λόγω των ατυχών επεμβάσεων (ό, τι κι αν είδαν τους κόπηκε η μιλιά), ενώ η κοινωνική πίεση από τη γειτονιά, ακόμα κι απ’ τον παπά Βικτοριάνο είναι σκληρή και αμείλικτη (Οίκτο έπρεπε να προκαλούμε! Οίκτο).
     Η ζωή όμως δεν είναι μονοδιάστατη. Παρόλη την απελπισία που φέρνει ένα μωρό ασθενικό, τυφλό, που βογκάει όλη μέρα από τους πόνους, ο Τσάτσο, ο «τρελός του χωριού» βρήκε μια οικογένεια, είναι θετικός, πρόθυμος, και… χαρούμενος (εγώ, έτσι άσχημος που είμαι, με ποιαν θα πηδιόμουν αν δεν παντρευόμουν;).
     Ο ένας από τους επιλόγους που έγραψε ο συγγραφέας αφορά την τραγική λύση στην ιστορία αυτή της Μάρι Νιέβες.

Αν χρειάζεστε για το βιβλίο σας την ιστορία ενός αγωνιστή τυχοδιώκτη,
δραστήριο, πρωταγωνιστή σε αμέτρητα λίγο πολύ ηρωικά επεισόδια,
σας προειδοποιώ ότι η ιστορία του ξαδέρφου μου
δεν θα σας χρησιμεύσει

     Η συμπάθεια που τρέφει ο Χουλέν προς τον μικρό του ξάδερφο τού επιτρέπει να τον εμπιστεύεται τα βράδια που κοιμούνται στο ίδιο δωμάτιο («με σκότωνε με τη μπόχα των ποδιών του»), να του εξιστορεί περιπέτειες και βιώματα και τέλος να του εκμυστηρεύεται το όνειρό του για μια αυτόνομη ελεύθερη βασκική πατρίδα. Στην οικογένεια δεν γνωρίζουν βασκικά, μιλάνε ισπανικά «τσάτρα πάτρα», ωστόσο ο φανατικός ιερέας Βικτοριάνο όχι μόνο διδάσκει τα βασκικά, αλλά εντάσσει στον αγώνα τους νεαρούς φίλους του Χουλέν. Οι σκηνές που ο μικρός -καλός κι έξυπνος μαθητής ωστόσο- Τσίκι βοηθά τον Χουλέν σ’ αυτά τα μαθήματα γλώσσας, είναι απολαυστικότατες. Ο Βικτοριάνο, εκτός από τα μαθήματα και τα κηρύγματα, διοργανώνει και εξορμήσεις στο βουνό, όπου εμπέδωνε στους νεαρούς ορειβάτες την ιδέα μιας απελευθερωμένης πατρίδας, καλλιεργώντας τους ταυτόχρονα τη φλόγα για τη γλώσσα, τα έθιμα, και τα τοπία της γης τους. Ιερό σύμβολο, η «ικουρίνια», η βασκική σημαία∙ κρυφό όνειρο, να σκοτώσουν τον Φράνκο (αξιοσημείωτο ότι ο θείος, ο πατέρας του Χουλέν, ούτε ξέρει ποιος είναι ο Φράνκο, και φυσικά δεν έχει ιδέα ότι ο γιος του είναι μπλεγμένος στην πολιτική δράση «μέχρι τα μπούνια»).
     Η πρώτη σύλληψη του Χουλέν και του Γκαρμέντια ήταν χωρίς συνέπειες (χάρη και στον Τσίκι –«Τσίκι είσαι και ο πρώτος») αλλά ήταν και μια προειδοποίηση και για την οικογένεια, και για τους ίδιους τους νεαρούς. Είναι η εποχή που η ΕΤΑ σκότωσε τον «τρομερό αρχηγό της Κοινωνικής Ταξιαρχίας, Μελιτόν Μανθάνας και το ξύλο που έριχναν στους συλληφθέντες ήταν φρικαλέο. Οι σημειώσεις του συγγραφέα σ’ αυτό το σημείο αναδεικνύουν όχι μόνο τις τραγικές έως γελοίες μεθόδους των βασανιστών, αλλά και τον ελαφρώς θρασύδειλο χαρακτήρα του Χουλέν, πράγμα που εξηγεί -ίσως- και την κατοπινή εξέλιξη. Γιατί οι έρευνες και οι έφοδοι στα σπίτια των υπόπτων συνεχίζονται, τον Χουλέν τον παρακολουθούν, ενώ κάποιο βράδυ επιστρέφει τραυματισμένος. Τον Μάρτιο του 1969 τους ειδοποιούν ότι οι μπάτσοι ψάχνουν τα σπίτια κι ο Χουλέν φυγαδεύεται στη Γαλλία, όπου εξακριβωμένα υπήρχε δίκτυο βοήθειας και υποδοχής των εξόριστων Βάσκων αγωνιστών. Από δω και πέρα μόνο από τις σκηνοθετικές οδηγίες του συγγραφέα μαθαίνουμε τις δυσκολίες των δύο εικοσάχρονων να επιβιώσουν στην ανέχεια και στη μοναξιά της εξορίας, καθώς και στην αβεβαιότητα του αν αξίζει ο αγώνας αυτός και η αυτοθυσία. Η κρυφή επίσκεψη των θείων στη Γαλλία μετά από καιρό τους βυθίζει στην απελπισία γιατί αντικρίζουν ένα Χουλέν βρώμικο, ταλαιπωρημένο αλλά κυρίως αποκαρδιωμένο (απίθανη η λίστα του συγγραφέα με τα «πιθανά βάσανα» του Χουλέν, και το επιμύθιο: δεν χρειάζεται να τα αναφέρω όλα. Με βάση λογοτεχνικά κριτήρια, θα επιλέξω τα τρία ή τέσσερα που μπορούν ν’ απεικονιστούν καλύτερα μέσω ενεργειών, μεγαλόφωνων σκέψεων, διαλόγων…). Κι όταν αντίκρισε τον μικρό του ξάδερφο συγκινήθηκε τόσο πολύ που τον έπιασε ακατάλυτος λόξυγκας («αν ήξερα ότι θα συγκινούνταν τόσο πολύ, δεν θα σ΄ είχα φέρει»). Δεν μαθαίνουμε ποτέ τις λεπτομέρειες που έκαναν τον Χουλέν να τσακωθεί με τον παιδικό φίλο και σύντροφό του, τον Γκαρμέντια, ούτε τον λόγο για τον οποίο ένιωθε απομονωμένος στην εξορία (μια υπόνοια η άγνοια της γλώσσας). Γεγονός είναι ότι όταν επέστρεψε πια αυτοβούλως, ξεσηκώνοντας ένα σωρό απορίες, δεν ήταν πια ο ίδιος (μου θύμιζε τον φελλό του καλαμιού μου, ακουμπισμένο πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας, να παρασύρεται από δω κι από κει από δυνάμεις ανώτερες απ’ τον ίδιο). Σιγά σιγά ο Τσίκι αντιλαμβάνεται ότι τον ξαδερφό του δεν τον έχει σε εκτίμηση η γειτονιά, κι είναι φανερό στον αναγνώστη ότι ο Χουλέν «λύγισε», αν και δεν ανοίγει την καρδιά του σε κανέναν. Το μίσος του κόσμου ήταν τέτοιο που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ιμπαέτα. Γιατί ο Χουλέν, ένας φτωχοδιάβολος σε τελευταία ανάλυση, βγήκε χαμένος.
     Είναι τα χρόνια που ο δικτάτορας Φράνκο βρίσκεται ήδη επί τρεις δεκαετίες στην εξουσία, τα «χρόνια της βραδύτητας» για την Ισπανία και τις επαρχίες της… Γιατί όπως γράφει ο συγγραφέας στις σημειώσεις του, σε άλλες χώρες φαίνεται σα να ζούσαν πιο γρήγορα, ενώ στη χώρα του υπήρχε μια ατμόσφαιρα ιστορικού μαρασμού
      Όταν σταματώ για να φέρω στο μυαλό μου τις αναμνήσεις μου από κείνα τα χρόνια, μου ξανάρχεται μια παλιά αίσθηση βραδύτητας. Έχω την εντύπωση ότι σήμερα ένα λεπτό διαρκεί τριάντα με σαράντα δευτερόλεπτα∙ αντίθετα, τα λεπτά της δικτατορίας διαρκούσαν ενάμιση με δυο λεπτά. Τρεις δεκαετίες βρισκόταν ο Φράνκο στην εξουσία, (…), και, παρόλο που στα τέλη της δεκαετίας του ’60 είχαν ήδη αρχίσει να αναδεύονται τα υπόγεια ύδατα, η ιστορία της Ισπανίας σερνόταν ακόμα νωχελικά.
Χριστίνα Παπαγγελή

Παρασκευή, Ιουνίου 25, 2021

Κορίτσι, γυναίκα, άλλο, Bernardine Evaristo

      Τόσο σύνθετο, τόσο φευγάτο, τόσο ιδιαίτερο! Ένα απίστευτο πολυφωνικό παζλ, από διαφορετικές προσωπικότητες, ένας ύμνος στην αποδοχή του διαφορετικού, ένα ψηφιδωτό που κάθε του ψηφίδα είναι ένας ολόκληρος, μοναδικός κόσμος στον οποίο εισχωρεί με πρωτοποριακό τρόπο η συγγραφέας. Κάθε υποκεφάλαιο κι ένα γυναικείο όνομα, ένας πολύπλευρος βίος που ξεδιπλώνεται με τις αναζητήσεις και τις αντιφάσεις του σε ταξίδια και αναδρομές στο βαθύ παρελθόν, στα μυστήρια της καταγωγής, της μετανάστευσης, του ρατσισμού αλλά κυρίως της έμφυλης ταυτότητας. Οι κύριες ηρωίδες είναι γυναίκες: μαύρες, λευκές ή μιγάδες, λεσβίες, φτωχές ή πλούσιες, τρανς γυναίκες ή τρανς άντρες, μη δυαδικοί, ακόμα και μια περίπτωση «ελευθερόφυλου» (ουδέτερο γένος) ζουν στο -σχετικά- ανεκτικό και πολυπολισμικό σύγχρονο Λονδίνο (όπου οι άνθρωποι διακήρυσσαν με καμάρι την αποκλίνουσα σεξουαλική τους ταυτότητα) και απλώνουν σε μια τεράστια γκάμα αναζητήσεων τις δραστηριότητές τους.
     Το έργο είναι σπονδυλωτό και η σύνδεση ανάμεσα στα κεφάλαια μοιάζει να είναι πολύ χαλαρή: κάθε υποκεφάλαιο «στέκεται από μόνο του», εστιάζει σε ένα διαφορετικό πρόσωπο αλλά τα πρόσωπα αυτά δεν είναι μεταξύ τους άσχετα. Κάθε τρία υποκεφάλαια κλείνει κι ένα κεφάλαιο με ηρωίδες που έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους (π.χ. μάνα -κόρη-φίλη), ενώ υπάρχουν υπόγειες σχέσεις που συνδέουν όλες μεταξύ τους. Δώδεκα προσωπικότητες μοναδικές και ιδιόρρυθμες μέσα στην εκκεντρικότητά τους, με κοινό στοιχείο τη θέληση να βρουν την ταυτότητά τους, μια ταυτότητα όμως όπου να ζουν ελεύθερα από κάθε είδους περιορισμό, είτε στον κοινωνικό/ταξικό τομέα είτε στον φυλετικό (χρώμα, φύλο), που ασφαλώς είναι αλληλένδετα. Και γύρω απ’ αυτά τα επιλεγμένα πρόσωπα περιστρέφονται φίλοι, συγγενείς, παιδιά, πρόγονοι και απόγονοι με τις δικές τους ιδιαιτερότητες ο καθένας.
     Πώς διαχειρίζεται όλο αυτό το πολυσχιδές υλικό η συγγραφέας (πάμπολλα ονόματα, ποικίλες δράσεις, παρελθόν, καταγωγή, πάλη ιδεών); Με έναν πολύ πρωτότυπο τρόπο γραφής, που στην αρχή ξενίζει και αποσπά τον αναγνώστη, αλλά στη συνέχεια είναι φανερό ότι μ’ αυτόν τον τρόπο εξυπηρετείται το φιλόδοξο περιεχόμενο: δεν υπάρχει ΠΟΥΘΕΝΑ τελεία (η αλήθεια είναι ότι δεν το είχα προσέξει (!),το πρόσεξα καθώς το επισήμαναν άλλοι μπλόγκερς)∙ κάθε φράση (που μπορεί να αποτελείται από λίγες προτάσεις) είναι και παράγραφος, σα να διαβάζουμε δηλαδή ένα τεράστιο ποίημα, ή μάλλον μια αφήγηση σε στίχους (δεν υπάρχει δηλαδή η κλασική αφηγηματικότητα, αλλά ένα είδος ιμπρεσιονιστικού γραψίματος, με στοιχειώδη βέβαια χρονικό άξονα αλλά κυρίως εσωτερικό ειρμό). Η γραφή μοιάζει με ποιητική όχι μόνο λόγω φόρμας (που σε ωθεί να «παίρνεις ανάσα» κάθε φορά που αλλάζει ο στίχος), αλλά και από την άποψη ότι η συγγραφέας σα να επιλέγει στιγμές από τον βίο και τη δράση κάθε ηρωίδας που παρουσιάζει, στιγμές όμως καθοριστικές, σημαντικές με την αρχική έννοια ότι αποτελούν «σημάδι» μιας κατάστασης, ενός συναισθήματος, μιας μύχιας σκέψης, ενός ονείρου, μιας προσδοκίας. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι έχουμε «εσωτερικό μονόλογο» σε γ΄ενικό.

(Σημείωση: Στις παρουσιάσεις των βιβλίων προσπαθώ να αποφύγω την «περίληψη», αν και κάποιες φορές η αναφορά στην υπόθεση είναι αναπόφευκτη. Ωστόσο, αυτό το βιβλίο είναι τόσο σύνθετο, ένα σύχρονο «έπος» που περιλαμβάνει χαρακτηριστικές προσωπικότητες σύγχρονων μαχητριών, και για να αντιληφθεί κάποιος το εύρος στο κοινωνικό-ψυχολογικό-ιδεολογικό πεδίο, ένιωσα αναγκαία την παράθεση των βιογραφικών στοιχείων και των σχέσεων μεταξύ των ηρωίδων. Βέβαια, αυτό που αξίζει πάνω απ’ όλα και δεν μεταφέρεται είναι ο ΤΡΟΠΟΣ που όπως είπαμε είναι παραστατικός, αντιστικτικός, ιμπρεσιονιστικός)

Άμα, Γιαζ, Ντόμινικ
     Η Άμα (πατέρας από Γκάνα-πολιτικοποιημένος, μητέρα μιγάς), η πρώτη στη σειρά ηρωίδα, είναι η πιο συνειδητή και φανατική φεμινίστρια, μαύρη και λεσβία, και με κάποιον τρόπο ο συνδετικός κρίκος όλων σχεδόν των ηρωίδων. Μια αντάρτισσα που πετούσε χειροβομβίδες στο κατεστημένο που την απέκλειε, μια καθολικά ανατρεπτική προσωπικότητα σε όλους τους τομείς, με επαναστατική/ακτιβιστική δράση (π.χ. μπίρα στο κεφάλι σκηνοθέτη επειδή έβαλε στο έργο του μισόγυμνες μαύρε γυναίκες σαν γλάστρες), που ασχολείται με το πρωτοποριακό θέατρο κι ετοιμάζεται για την πρεμιέρα του έργου της «Η τελευταία αμαζόνα της Δαχομέης». Πολύ φίλη («αδερφή ψυχή») με τη Ντόμινικ, μαζί κάνουν τσαμπουκάδες, μαζί διαβάζουν εναλλακτικά βιβλία, απαιτούν να παίξουν μαύρες ηθοποιοί ρόλους του Σέξπηρ (διευθυντής σχολής: ήρθες εδώ για να γίνεις ηθοποιός όχι πολιτικός).
     Η πολιτική διάσταση της δράσης της Άμα (και της Ντόμινικ μέχρι να φύγει για Αμερική) έχει πολύ ενδιαφέρον, αν και για μένα ήταν ο πιο αντιπαθής, μονοκόμματος και φανατισμένος εναντίον του αντρικού στοιχείου χαρακτήρας (σεξισμός απ’ την ανάποδη). Αρχικά, αντιλαμβάνεται γρήγορα ότι ο σοσιαλιστής πατέρας της δεν παύει να αναπαράγει τα πατριαρχικά πρότυπα. Εντοπίζει και στηλιτεύει και στις πιο αδιόρατες καθημερινές περιστάσεις τον υποβόσκοντα ρατσισμό (συζητούσαν πώς ένιωθαν όταν λευκοί άντρες έδιναν τη θέση τους στα δημόσια μέσα μεταφοράς σε λευκές γυναίκες (που ήταν σεξιστικό), αλλά όχι σ’ αυτές (που ήταν ρατσιστικό)). Ο «Θεατρικός Θίασος άγριων Γυναικών» είναι ο μόνος τρόπος να μην προδώσουν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις για να βρουν δουλειά (όπως Εμείς το Θέλουμε ή Καθόλου). Στο εγκαταλελειμμένο κτίριο όπου εγκαταστάθηκαν, βρίσκουν καταφύγιο και διεκδικούν τους όρους τους (πολύ γέλιο) χορτοφάγοι, χίπηδες, περιβαλλοντολόγοι, μαρξιστές, Χάρε κρίσα, πανκ, γκέι, λεσβίες ριζοσπαστικές φεμινίστριες, μαύρες λεσβίες ριζοσπαστικές φεμινίστριες, αναρχικοί (που αποχώρησαν επειδή οποιαδήποτε μορφή διακυβέρνησης αποτελούσε προδοσία όλων εκείνων στα οποία πίστευαν) κλπ!.
     Το υποβόσκον χιούμορ, η λεπτή σάτιρα είναι ιδιαίτερα εμφανής σ’ αυτό το πρώτο υποκεφάλαιο αφιερωμένο στην Άμα, γιατί και κείνη είναι αδιαπραγμάτευτα «ισονομιστική» (κράτησε μυστική την αδυναμία της για τα μεγάλα βυζιά επειδή ήταν μη φεμινιστικό να απομονώνει κανείς μέρη του σώματος για σεξουαλική αντικειμενοποίηση). Δεν κοιμάται ποτέ με την ίδια γυναίκα πάνω από δυο τρεις φορές γιατί σιχαίνεται τη δέσμευση. Παρόλ’ αυτά έχει κάποιες σταθερές φιλίες, τη θυελλώδη Ντόμινικ και την σεμνή και «συντηρητική» Σέρλι , πιστή και αφοσιωμένη από τα 11 τους χρόνια (για πολύ καιρό η σχέση τους έμοιαζε μονόπλευρη, μέχρι που η Άμα σκέφτηκε ότι έκανε την ασφαλή και προβλέψιμη ζωή της Σέρλι πιο ενδιαφέρουσα και απαστράπτουσα).
     Η κόρη της, Γιαζ, (το θαύμα που ποτέ δεν είχε σκεφτεί ότι ήθελε), το «αντικομφορμιστικό της πείραμα», παιδί του σωλήνα με πατέρα τον Ρόλαντ (γκέι) γίνεται γρήγορα ο «δάσκαλός» της. Καθώς μπαίνουμε στην παρουσίαση της Γιαζ, η αφήγηση γίνεται πιο ενδιαφέρουσα, λιγότερο μονοκόμματη… Η Γιαζ, καθώς μεγαλώνει με εφτά νονές και δυο νονούς, με ανατροφή τόσο «ελεύθερη» που προκαλεί γέλια, την αποκαλεί τη μάνα της «φεμι-ναζί», και γίνεται ένα πανέξυπνο πλάσμα που αποκρούει κάθε ακρότητα και «καταναγκασμό ελευθερίας» που της επιβάλλει η μητέρα της (αυτό είναι το πρόβλημα όταν έχεις μια κόρη τόσο οξυδερκή που μπορεί να διακρίνει τις μαλακίες της μάνας της σαν ακτινογραφίες). Η Γιαζ δεν θέλει να αυτοαποκαλείται φεμινίστρια (ο φεμινισμός θυμίζει κοπάδι/τα φύλα είναι τεχνητά/οι γυναικείες σου πολιτικές μαμάκα, δεν θα ισχύουν ποτέ/ εγώ είμαι ανθρωπίστρια που είναι σε πολύ ψηλότερο επίπεδο από τον φεμινισμό), δεν θέλει να απολαύσει το έργο της Άμα και κοιτάει όλους της γενιάς της μάνας της με κριτική ματιά (π.χ. βάζει σε κατηγορίες τους νονούς και τις νονές ανάλογα με το πόσο γαλαντόμοι είναι). Αλλά και ο πατέρας της δεν μένει παραπονεμένος από την κοφτερή κριτική της Γιαζ.
     Η Γιαζ, απηυδισμένη από την «πολυφυλετική πορνεία» της μάνας της με τις αναρίθμητες γκόμενες, αναζητά τον ρομαντικό έρωτα, όμως συνειδητοποιεί ότι ανήκει στη Γενιά «Swipe-Like-Chat-Βγαίνουμε-Πηδιόμαστε». Τους κοινωνικούς προβληματισμούς της τους μοιράζεται με τα «κολλητάρια» της, τη Σομαλή μουσουλμάνα Γουόρις (οι άνθρωποι είναι τόσο ηλίθιοι που πιστεύουν ότι πάνω από 1,5 δισ. μουσουλμάνοι σκέφτονται και φέρονται με τον ίδιο τρόπο) την πλούσια αιγύπτια Νένετ και την Κόρτνεϋ που μεγάλωσε σε φάρμα. Κι αυτοί οι προβληματισμοί δεν αφορούν μόνο σεξιστικά θέματα, αλλά διαφορές ταξικές και διαφορές στην κουλτούρα τους.
     Μπαίνοντας στο υποκεφάλαιο «Ντόμινικ» το ενδιαφέρον κορυφώνεται: η Ντόμινικ, η εντυπωσιακή φίλη της Άμα, γνωρίζει την «θεσπέσια οπτασία» Νζίνγκα, μια ακόμα πιο εντυπωσιακή αφροαμερικανίδα από την Γκάνα, βασικά «Αντρογυναίκα», με απίστευτο -κι αυτή- παρελθόν, που δουλειά της είναι να… χτίζει ξύλινα σπίτια σε γυναικείες κοινότητες («ριζοσπαστική ακτιβίστρια φεμινίστρια λεσβία οικοδόμος» (!). Παρακολουθούμε μια ιστορία σταδιακής πολιορκίας σωματικής και ψυχικής, μια ιστορία άσκησης επιβολής και εξουσίας (η Ντόμινικ αποφάσισε ότι η Νζίνγκα ήταν μια νεράιδα σταλμένη να τη βοηθήσει να γίνει μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού της) σε όλα τα επίπεδα (π.χ. ως βέγκαν θέλει να τρώνε όλοι σύμφωνα με τις δικές της προτιμήσεις).
     Οι ακρότητες πάνε σύννεφο (π.χ. «ρατσιστικές επιπτώσεις του να πατάει κανείς ένα μαύρο χαλάκι στην είσοδο») και οι συγκρούσεις με τον κύκλο της Άμα είναι αναπόφευκτες, δεδομένου ότι και η Άμα είναι ισχυρή προσωπικότητα. Όμως, η καινούρια Ντόμινικ πίστευε ασυζητητί όλες τις μαλακίες που ξεφούρνιζε η βασίλισσα του βουντού, κι έτσι, όταν η Νζίνγκα έστειλε τελεσίγραφο στη Ντόμινικ να πάει στην Αμερική μαζί της αλλιώς χωρίζουν, εκείνη την ακολούθησε στο κοινόβιο «το Πνεύμα του φεγγαριού».
     Η επιρροή και η επιβολή γίνεται καταδυνάστευση (η Νζίνγκα δεν έβλεπε ποτέ τον εαυτό της σαν κάτι λιγότερο από αλάνθαστη), όλα γίνονται δυσάρεστα, μέχρι που η Νζίνγκα τής αλλάζει και το όνομα! Η Ντόμινικ «με τη θέλησή» της ζει σαν φυλακισμένη ώσπου μετά από τρία χρόνια αυξανόμενης χειραγώγησης εμφανίζεται στην Αμερική η από μηχανής θεός: η Άμα. Σπαρταριστά επεισόδια ακολουθούν με τις συγκρούσεις των δύο υπερ-προσωπικοτήτων, με την Ντόμινικ να υπερασπίζεται ψελλίζοντας τον νέο της εαυτό (η Νζίνγκα μού δείχνει πώς να ζω μια πραγματικά φεμινιστική ζωή, η αρσενική ενέργεια διαταράσσει κλπ κλπ) ώσπου η Άμα οργανώνει «σχέδιο διάσωσης»!  
     Παρακολουθούμε την αργή αποκατάσταση της ψυχικής ισορροπίας της Ντομινίκ ύστερα από τον βιασμό αυτόν της προσωπικότητάς της, κάνοντας μέχρι και ψυχοθεραπεία για «γυναίκες που έχουν επιζήσει από ενδοοικογενειακή κακοποίηση» (η Ντόμινικ κατάλαβε ότι είχε νιώσει έλξη για τη Νζίνγκα επειδή υποσυνείδητα έψαχνε να βρει μια μητέρα να τη φροντίζει).

Κάρολ, Μπούμι, ΛαΤίσα
     Μια πολύ διαφορετική προσωπικότητα ξεπροβάλλει από την αρχή του υποκεφαλαίου, μέσα σ’ ένα φουτουριστικό σκηνικό από κυλιόμενες σκάλες, τεράστιους διαδρόμους με οροφές από γυαλιά και ατσάλι. Η Νιγηριανή Κάρολ, με τελείως κυριλέ εμφάνιση, δουλεύει στο Λονδίνο στο χρηματιστήριο. Με πονεμένο παρελθόν (ομαδικός βιασμός στα 13) πέρασε μια περίοδο σοκ χωρίς να το έχει πει σε κανέναν, αλλά ύστερα έκανε ως μαθήτρια τη μεγάλη εσωτερική επανάσταση: ζήτησε από τη μονόχνωτη καθηγήτρια Σέρλι Κινγκ ( «Στρίγγλα», «Μαλάκω», ο Δράκος του σχολείου», διευθύντρια του «Πράσινου Σπιτιού», θα την δούμε παρακάτω) που την είχε ξεχωρίσει ως μαθήτρια, να τη βοηθήσει να σπουδάσει σε ανώτερη σχολή.
     Έτσι, σε αντίθεση με τις ηρωίδες της πρώτης ενότητας, βλέπουμε μια πλήρως ενταγμένη στο σύστημα προσωπικότητα, με συσκέψεις και πελάτες που αιφνιδιάζονται όταν βλέπουν μια σκουρόχρωμη, μια κοπέλα που θα έπρεπε να σπρώχνει ένα τρόλεϊ με καφέδες ρέπει συνέχεια να υπερασπίζεται τον ρόλο της). Μια μαχητική προσωπικότητα που, σε αντίθεση με τις επίσης μαχητικές Άμα, Ντόμινικ κλπ, αγωνίστηκε για την επαγγελματική της θέση μετά από άπειρες δυσκολίες (ορφανή από πατέρα, μητέρα καθαρίστρια κλπ), κατάφερε να ενσωματωθεί π.χ. ως προς την εγγλέζικη προφορά ή ως προς την εμφάνιση (δόξα τω θεώ δεν είναι πολύ χοντρά τα χείλη της)(!), μαθαίνει «κοινωνική συμπεριφορά». Ωστόσο, πάντα δίνονται αφορμές για να διεκδικεί την ίση αντιμετώπιση.
     Κι εδώ έχουμε σπαραχτική αφήγηση, αναδρομή στα φοιτητικά χρόνια της Κάρολ (θα έμενε για πάντα γνωστή ως η φοιτήτρια με την τρελή Αφρικανή μάνα), με φαγητό «από τη λίθινη εποχή» κλπ, κλπ… Εποχή που αισθάνεται μόνη, παραγκωνισμένη, δαχτυλοδειχτούμενη, τόσο που λιποψυχά και θέλει να σταματήσει. Όμως επεμβαίνει η φοβερή μητέρα Μπούμι (την συναντάμε παρακάτω): πρέπει να βρεις ανθρώπους που θα θέλουν να είναι φίλοι σου ακόμα κι αν είναι όλοι λευκοί/να δώσεις τις μάχες για τα βρετανικά πατρογονικά σου δικαιώματα, σαν αληθινή Νιγηριανή. Έτσι, αρχίζει και αποκλείει όσους δεν την ενδιαφέρουν.
     Το μοντέλο της σέξι υπαλλήλου («κομψά λεπτή») δεν μπορεί παρά να τραβήξει την προσοχή του γερο-σαλιάρη αφεντικού της, ο οποίος παρόλη την απόρριψη την προάγει σε αντιπρόεδρο. Ο γάμος της με τον λευκό Φρέντι, (γνήσια αριστοκρατικό κολλεγιόπαιδο) εξασφαλίζει την πλήρη ένταξη στον κόσμο των ονείρων της.
     Μπαίνοντας ο αναγνώστης στο επόμενο υποκεφάλαιο, στην προσωπικότητα της Μπούμι, της μητέρας της Κάρολ, βλέπουμε να ανακυκλώνονται κάποια γεγονότα από άλλη οπτική γωνία. Η Μπούμι δεν φαντάστηκε ότι η επιτυχία της Κάρολ στο «πανεπιστήμιο για πλούσιους» -και μάλιστα η ίδια την προέτρεψε να μην τα παρατήσει- ήταν η αρχή μιας σειράς συνηθειών που θα απομάκρυναν την κόρη της από την νιγηριανή κουλτούρα, με αποκορύφωμα τον αρραβώνα της με τον λευκό, Άγγλο Φρέντι (φτύνεις το λαό σου, φτύνεις τη ζωή του μπαμπά σου). Δεν άργησε η σύγκρουση, όμως η σοφή και παραδοσιακή Μπούμι δεν διάλεξε τον θυμό και τον καταναγκασμό, αλλά στην αρχή την αδιαφορία∙ στη συνέχεια όμως με μια πανέξυπνη επίθεση στον κούφιο καταναλωτικό χαρακτήρα του δυτικού πολιτισμού, κατάφερε τη συμφιλίωση.
     Καθώς ο συγγραφέας μάς οδηγεί στο παρελθόν της Μπούμι, ανακαλύπτουμε ότι είναι μια εξίσου δυναμική γυναίκα δεδομένων των διαφορετικών συνθηκών ­ (καταγωγή από το Δέλτα του Νίγηρα, πεθαίνει ο πατέρας –ανατινάχτηκε όταν προσπαθούσε παράνομα να διυλίσει ντίζελ-, τους διώχνουν κι απ’ τα δύο πατρικά σπίτια, κι η μάνα της αγωνίζεται σκληρά για να μορφώσει την κόρη της αλλά πεθαίνει κι εκείνη∙ με τη βοήθεια μιας θείας η Μπούμι σπουδάζει μαθηματικά στο πανεπιστήμιο του Ιμπαντάν, όπου γνωρίζει τον Ογκάστιν, τον πατέρα της Κάρολ). Όταν μετανάστευσαν στη Βρετανία προσγειώνονται απότομα (η Μπούμι παραπονιόταν ότι ο κόσμος την έβλεπε σε σχέση με αυτό που έκανε (καθαρίστρια) και όχι με αυτό που ήταν (μια μορφωμένη γυναίκα)). Γιατί γρήγορα ανακαλύπτει ότι το πτυχίο μιας τριτοκοσμικής χώρας δεν έχει καμιά αξία, κι ότι οι αιτήσεις της για δουλειά δεν εξετάζονται καν. Ο πρώιμος θάνατος του Ογκάστιν την κάνει να χάσει την πίστη της, αλλά γρήγορα αποφασίζει να πάρει τα ηνία της ζωής της ιδρύοντας δικό της γραφείο καθαρισμού. Η «διευθύνουσα σύμβουλος των Διεθνών Υπηρεσιών Καθαρισμού ΜΓ ΕΠΕ (!)» υποδέχεται ως πρώτη πελάτισσα την Πενέλοπι Χάλιφαξ (κι αυτή ηρωίδα του βιβλίου), που όπως θα μάθουμε παρακάτω ήταν καθηγήτρια στο σχολείο της Κάρολ, μαζί με την Σέρλι Κινγκ.
     Η Μπούμι εξελίσσεται όχι μόνο επαγγελματικά αλλά και συναισθηματικά, μέχρι που ερωτεύεται μια νιγηριανή καθαρίστρια (άλλη περιπτωσάρα) κι έχει μια σύντομη περιπέτεια μαζί της (ξαφνιάστηκε με το πόσο την αναστάτωσε αυτό), αλλά όταν την πλησίασε διακριτικά και με τακτ ο Κόφι -μια όψιμη ρομαντική ιστορία που απλώνεται σε αρκετές σελίδες- ξαναγεννήθηκε σε όλα τα επίπεδα και προχώρησε σε μια σχέση ζωής, ενώ παράλληλα η ηρωίδα μας αποδέχτηκε και τον «ξένο» Φρέντι ως γαμπρό της κόρης της (είπε στον Κόφι ότι ο Φρέντι έκανε την Κάρολ ένα πολύ πιο χαλαρό και χαρούμενο άτομο).
     Την τρίτη ηρωίδα του κεφαλαίου, την ΛαΤίσα, τη συναντήσαμε τη μέρα του βιασμού της Κάρολ. Ήταν η κοπέλα που έκανε το τρομερό πάρτι. «Σήμερα» είναι προϊσταμένη σε τμήμα σούπερ μάρκετ, η Υποστράτηγος μαμά, όπως την φωνάζουν τα τρία της αγόρια. Ήταν μια κοπέλα ξεσαλωμένη, εριστική, ανόητη χωρίς κανένα προσόν που δεν άκουγε κανέναν, και τρομερά αυθάδης απέναντι στη Σέρλι Κινγκ (τη «Μαλάκω» που λέγαμε), που παρόλ’ αυτά προσπαθούσε να την κάνει να πιστέψει στις ικανότητές της (δεν είσαι χαζή, ΛαΤίσα, μακάρι να στρωνόσουν στη δουλειά).
     Με καταγωγή από την Καραϊβική, με πατέρα (μεγαλωμένο με χίλια βάσανα) που τον λατρεύει, όταν βρίσκονταν πια στο αποκορύφωμα της αστικής οικογενειακής ευτυχίας, εκείνος έφυγε (η ΛαΤίσα κάθισε στο παράθυρο του λίβινκ ρουμ και περίμενε να γυρίσει) πριν τα 13 της χρόνια. Λίγο πριν το θρυλικό πάρτι ήδη μισούσε το σχολείο, και μετά το θρυλικό πάρτι η μάνα της που γύρισε πιο νωρίς από το αναμενόμενο και βρήκε το χάος έδωσε στην ΛαΤίσα το ξύλο της χρονιάς της (ήταν αυτό που η μαμά της αργότερα χαρακτήρισε «σημείο καμπής» στη σχέση τους).
     Παρακολουθούμε με την επιλεκτική μέθοδο της συγγραφέα τις τρεις διαφορετικές παροδικές και οδυνηρές «σχέσεις» με τις οποίες η ΛαΤίσα έκανε τα τρία της αγόρια, σε διάστημα 4 χρόνων (21 χρονών είχε και τα τρία), ενώ ο τρίτος πατέρας είναι αυτός που βίασε την Κάρολ –( ΧΑΟΣ). Τα βαζε με τον εαυτό της που ήταν τόσο ηλίθια, ναι, ηλίθια. Όμως καταφέρνει να γίνει η «νέα ΛαΤίσα» που τώρα κοντεύει τα τριάντα και το έχει πάρει απόφαση ότι θα μείνει αδέσμευτη όσον καιρό χρειαστεί. Κι έτσι απροσδόκητα, σ’ αυτήν τη στροφή της ωριμότητας εμφανίζεται απ’το πουθενά ο πατέρας, , ένας γίγαντας που τα εντεκάχρονα παιδιά της δεν ήξεραν πώς να αντιμετωπίσουν, όμως ο μικρός κι ο πιο ατίθασος έλαμπε κοιτάζοντας τον παππού του, με μια τόσο αγγελική έκφραση στο πρόσωπό του/ που η ΛαΤίσα κατάλαβε ότι ο μικρός της γιος χρειαζόταν τον πατέρα της στη ζωή του.

Σέρλι, Γουίνσομ, Πενέλοπι

Η Σέρλι προχώρησε αρκετά για παιδί της δεύτερης γενιάς
     Σ’ αυτό το κεφάλαιο ο φακός στρέφεται στη Σέρλι (πιστή συντηρητική φίλη της Άμα, όπως είδαμε), και στην Πενέλοπι, κι οι δυο δυναμικές καθηγήτριες στο σχολείο της Κάρολ και της ΛαΤίσα (σχολείο Αρρένων και Θηλέων του Πέκαμ), ενώ η Γουίνσομ είναι η μητέρα της Σέρλι.
     Η Σέρλι είναι το καμάρι των γονιών της, που κατάφερε να μπει στο πανεπιστήμιο σε αντίθεση με τους δυο μεγαλύτερους αδερφούς της. Η καλύτερή της φίλη, η Άμα, το μόνο μαύρο κορίτσι στην τάξη της, της ομολόγησε στα 16 της ότι είναι λεσβία (που αρχικά ήταν αρκετά αηδιαστικό/της φάνηκε σαν προδοσία της φιλίας τους/τελικά αποφάσισε ότι εφόσον η Άμα δεν την γούσταρε δεν πολυπείραζε).
     Την βλέπουμε ως καθηγήτρια μέσα στο σκηνικό του σχολείου, να δουλεύει με αγάπη και αυτοπεποίθηση, με κάποιες αρχές, αντιμετωπίζοντας ήρεμα και εναλλακτικά τις προκλήσεις (π.χ. σβάστικες στα θρανία). Είναι χαρακτηριστικό ότι παίρνει εξαιρετικές κριτικές στην πρώτη της αξιολόγηση (η Σέρλι ένιωσε ότι τώρα είχε αρχίσει η πίεση να είναι σπουδαία δασκάλα και πρέσβειρα/για κάθε μαύρο άτομο στον κόσμο). Γίνεται έμπειρη δασκάλα παρά τις δυσκολίες για τους εκπαιδευτικούς την εποχή της Θάτσερ (πολλά παιδιά, πίνακες αξιολόγησης, περιορισμένες ελευθερίες στους καθηγητές ως προς τη διδασκαλία, «γραφειοκρατική παράνοια»).
     Με τον σύντροφό της Λένοξ, δικηγόρο με καταγωγή από την Γουιάνα, που βιώνει κι αυτός ρατσισμό, κουβέντιασε το θέμα (η εξυπνάδα δεν είναι έμφυτη αλλά επίκτητη), για να καταλήξει στον στόχο της ζωής της (δουλειά μου ως δασκάλας είναι να βοηθήσω όσους μειονεκτούν). Αυτό είναι και το σκεπτικό με το οποίο αποφάσισε να βοηθήσει την Κάρολ, που δεν ήταν κι εύκολη περίπτωση. Στο «σήμερα», η Σέρλι έχει δυο κόρες και εγγόνια.
     Βλέπουμε τις σχέσεις της με τους συναδέλφους που είναι σχετικά καλές(που μάλλον οφείλεται στον ήπιο χαρακτήρα της Σέρλι), αν και υπάρχει ένας άλφα ρατσισμός. Η Πενέλοπι (διευθύντρια της έκτης τάξης), η μόνη δυναμική γυναίκα που υπερασπίζεται τη διαφορετική της γνώμη στις συνεδριάσεις, αρχικά δεν της μιλά, μετά όμως μαζί κρίνουν τις κοσμοϊστορικές αλλαγές στην εκπαίδευση. Κι όμως η Σέρλι επεμβαίνει στον απαράδεκτο ρατσισμό που υπάρχει στην πρόταση της Πενέλοπι (πιστεύω ότι πρέπει να κάνουμε την κοινωνία πιο ίση για τα παιδιά μας) με πολύ παιδαγωγικά κριτήρια (δεν τα πάνε όλοι καλά υπό πίεση ούτε δείχνουν όλοι την εξυπνάδα τους σε νεαρή ηλικία, μπορεί να την αποκτήσουν αργότερα/πρέπει να είμαστε κάτι παραπάνω από δάσκαλοι).
     Με τη νέα χιλιετία η κατάσταση στην εκπαίδευση χειροτερεύει, και η Σέρλι, που υπερασπιζόταν με πάθος τον Νόμο περί Εκπαίδευσης του 1944 (θέμα της διατριβής της), νόμο που ενισχύει το δημόσιο σχολείο, έχει απηυδήσει από τον δημόσιο τομέα ακόμα κι αν αλλάξει σχολείο (η σκέψη ότι θα περνούσε από συνέντευξη από μια ομάδα αγνώστων που θα εξέταζαν εξονυχιστικά το μυαλό της, τις δεξιότητές της, τη φιλοσοφία της για τη διδασκαλία κλπ κλπ ).
     Οι διακοπές των έξι εβδομάδων στο κτήμα των γονιών της είναι μια μεγάλη ανάσα (η Σέρλι ζει για τη στιγμή κάθε καλοκαίρι που το ταξί φτάνει στην παραλία) αναζητώντας τη θαλπωρή που της προσφέρει η Γουίνσομ.
     Κι ο φακός δείχνει την Γουίνσομ που υποδέχεται όλη την ευρεία οικογένεια στο σπίτι των διακοπών, κι έτσι βλέπουμε τη Σέρλι ΚΑΙ μέσα από τα μάτια της μητέρας της Γουίνσομ (η Σέρλι/που ποτέ δεν είναι ευχαριστημένη με αυτά που είχε: εξαιρετική υγεία, άνετη δουλειά, ωραίο άντρα, αξιγάπητες κόρες και εγγονή, καλό σπίτι κ.α.).
     Η Γουίνσομ (πρώτης γενιάς μετανάστρια), πέρασε τη ζωή της ως εισπράκτορας σε λεωφορείο και τώρα στα 80 της, μαζί με τον άντρα της Κλόβις, έχει στήσει μια αξιοπρεπή ζωή για την πολυμελή της οικογένεια (έχουν μέχρι και δισέγγονα) φιλοξενώντας όλους στο εξοχικό σπίτι στα Μπαρμπέιντος. Έχει φίλες με τις οποίες έχουν στήσει ομάδα ανάγνωσης λογοτεχνίας, με συζητήσεις των οποίων τις «κορυφές» μας δείχνει η συγγραφέας (π.χ. έκαναν έναν καυγά, όχι, δεν ήταν καβγάς, τις προάλλες, για το αν ένα ποίημα ήταν καλό επειδή ταυτίζονταν μ’ αυτό ή αν ήταν καλό από μόνο του/η Μ. είπε ότι ήταν θέμα των ειδικών της λογοτεχνίας να αποφασίσουν τι ήταν καλό, εκείνες ήξεραν μόνο αν τους άρεσε ή όχι).
     Γνωρίζουμε έτσι λοιπόν όλη την οικογένεια της Γουίνσομ, επομένως και της Σέρλι. Η Ρέιτσελ, εγγονή, ρωτά την Γουίνσομ για τη γνωριμία της με τον παππού (στη Γουίνσομ αρέσει το γεγονός ότι η Ρέιτσελ είναι αρκετά περίεργη να μάθει ποια ήταν η γιαγιά της πριν γίνει μητέρα, όταν ήταν ο εαυτός της, όπως το περιέγραψε).
     Κι έτσι, όπως και στις άλλες «βιογραφίες», ακολουθεί μια αναδρομή στο παρελθόν. Ήταν κι οι δυο παιδιά ψαράδων, κι αφού γνωρίστηκαν κι ερωτεύτηκαν απρόσκοπτα, ο Κλόβις ήθελε να ασχοληθεί με την ψαρική, μα οι φτωχοί άνθρωποι στο Πλίμουθ δεν έδιναν δουλειά σ΄έναν ξένο. Μια πανέμορφη εικόνα των δύο εντυπωσιακών «έγχρωμων» ντυμένων με τα καλά τους, εξήντα χρόνια πίσω, να γυρεύουν την τύχη τους με μια βαλίτσα ο καθένας σ’ όλες της νότιες ακτές της Βρετανίας για να καταλήξουν στα νησάκια Σίλι μάς χαρίζει η συγγραφέας. Όμως ο ρατσισμός στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο (οι περισσότεροι άνθρωποι πρώτη φορά έβλεπαν έγχρωμους), κι έτσι επέστρεψαν στο Πλίμουθ όπου ο Κλόβις βρήκε δουλειά αχθοφόρου. Και κει βιώνουν σκηνές απίστευτου ρατσισμού (ο διάστικτος τρόπος γραφής της Εβαρίστο δίνει πληρέστατη εικόνα) με ελάχιστες χαραμάδες ανθρωπιάς. Η Γουίνσομ (άλλη δυναμική γυναίκα της «συλλογής») αποφασίζει να επιστρέψει με τα παιδιά στο Λονδίνο.
     Η συγγραφική έκπληξη όσο αφορά την Γουίνσομ είναι ότι ένιωθε έρωτα για τον Κλόβις, του συμπαραστάθηκε όσο ήταν νέος και απερίσκεπτος στα νοτιοδυτικά, την αγαπούσε, την σεβόταν και έκαναν μια όμορφη οικογένεια μαζί, όμως… το πρόβλημα ήταν αυτό που δεν ήταν –συναρπαστικός! Έτσι, κάποια στιγμή, γνωρίζοντας τον γαμπρό της, τον Λένοξ άρχισε να νιώθει κάτι που δεν είχε νιώσει ποτέ για τον Κλόβις –έναν εκρηκτικό σεξουαλικό πόθο, πάθος, όπως κι αν το λέγανε. Τα αμοιβαία συναισθήματα οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε αχαλίνωτο σεξ (ξεκίνησε πόλεμο με την ηθική της εκ μέρους των αισθημάτων της/μαντέψτε ποια πλευρά νίκησε/κόντευε τα πενήντα/της άξιζε να το έχει αυτό/αυτόν. Η ιστορία κράτησε έναν χρόνο, τελείωσε απότομα χωρίς να αφήσει σημάδια απλώς έγινε υλικό φαντασιώσεων.
Παραδέχτηκε ότι είχε χάσει το εγώ του εαυτού της για να υπαχθεί στο εγώ του γάμου
     Η Πενέλοπι είναι λευκή, ψηλή και όμορφη («γκλαμουράτη καλλονή»), με πυρρόξανθα μαλλιά και γεμάτα χείλη. Πατέρας της ο Έντγουιν, τοπογράφος γέννημα θρέμμα του Γιορκ και μητέρα η Μάργκαρετ που είχε γεννηθεί στη Ν.Α. Ένωση από πατέρα που μαστίγωνε τους εργάτες γης για να επιβληθεί στη φάρμα κριθαριού που είχε, μέχρι που τον καθάρισαν οι δυσαρεστημένοι εργάτες. Η Μάργκαρετ πολύ πιο μοντέρνα κι επαναστατική (κάπνισμα, χορός, γύμνια, κλπ) ήθελε να γίνει δασκάλα (ένα από τα λίγα γυναικεία επαγγέλματα την εποχή εκείνη) αλλά μόλις γινόταν σύζυγος θα έπρεπε να τα σταματήσει.
     Όταν η Πενέλοπι ήταν δεκαέξι, της είπαν ότι ήταν υιοθετημένη (ήρθε όμως η στιγμή που της είπαν ότι η ίδια ήταν ένα ψέμα), όμως αυτό που δεν πρόσθεσαν, εκείνη τη στιγμή, ήταν ότι την αγαπούσαν, κάτι που δεν της είχαν πει ποτέ. Γι’ αυτούς ήταν ένα συνηθισμένο σαββατιάτικο απόγευμα (μια αγκαλιά ήταν κάτι που δεν μπορούσε να ελπίζει). Το χάσμα που νιώθει ότι δεν την θέλει κανείς (δεν/ήταν αγκυροβολημένη/δεν/την ήθελε κανείς το αναπληρώνει με το όνειρο να γίνει δασκάλα, να παντρεφτεί, να κάνει παιδιά). Παντρεύτηκε όντως τον Τζάιλς κι έκανε τον Άνταμ και τη Σάρα (ο Τζάιλς είχε γεμίσει το κενό στην καρδιά της με την αγάπη του, ωστόσο η αγάπη που ένιωθε για τα παιδιά της ήταν συγκλονιστική, απεριόριστη). Η οικογενειακή ρουτίνα όμως γρήγορα την κάνει να πλήττει και ψάχνει διεξόδους (πρωινοί καφέδες, «Εθνική μέρα Βολ-ο Βαν», βιβλία) μέχρι που νακάλυψε εξίσου δυσαρεστημένες άπραγες μαμάδες-νοικοκυρές ουκ ολίγες τον αριθμό (κι έτσι συνειδητοποίησε ότι αυτό που ως τότε είχε θεωρήσει προσωπικό της θέμα στην πραγματικότητα ίσχυε για πολλές γυναίκες). Η αντίδραση του Τζάιλς φέρνει την έκρηξη και τον χωρισμό και στο διάβα της τον «σύζυγο νούμερο 2, τον Φιλίπ» (το κάτι άλλο, πραγματικό κελεπούρι, ένας ιδιοφυής ψυχολόγος/άντρας της νέας εποχής). Όμως γρήγορα τα σύννεφα πύκνωσαν (αδιάκριτες ανακρίσεις, κατηγόριες για ψυχολογικές εμμονές, κ.α. μέχει που, όταν πια τα παιδιά μεγάλωσαν σε ψυχροπολεμικό κλίμα, ανακάλυψε ότι την απατούσε.
     Η ελεύθερη πια Πενέλοπι, σε φάση να ανακαλύπτει την ευτυχία να είσαι μόνος, γνωρίζει την «εξαιρετική Αφρικανή καθαρίστρια», την Μπούμι (βλ. παραπάνω) αλλά αποκτά και δυναμική παρουσία στο σχολείο όπου διδάσκει. Είναι εκεί όπου θα συναντηθεί με την Σέρλι (βλ.παραπάνω), την «Αγία Σέρλι Πουριτανή της Καραϊβικής» όπως την περιέγραψε στο ημερολόγιό της, και, ιστορία που την είδαμε κι από την οπτική γωνία της Σέρλι, χρειάστηκε πολύ καιρό για να συγχωρέσει την Αγία Σέρλι, αλλά όταν η συγχώρεσε έγιναν φίλες.
     Η κόρη της Σάρα (ατζέντισα ηθοποιών) γίνεται το μεγάλο της στήριγμα μαζί με το «τσούρμο» της (την οικογένειά της), που όμως θα φύγουν για Αμερική και… ξαφνικά συνειδητοποιεί πόσο θα της λείψει να βλέπει αυτά τα δυο μαϊμουδάκια να μεγαλώνουν.

Μέγκαν/Μόργκαν, Χάτι, Γκρέις
δεν θέλεις ν’ αλλάξεις τον κόσμο;
θέλω ν’ αλλάξω τον δικό μου κόσμο πρώτα, Μπίμπι
     Η προβληματική παιδική ηλικία της Μέγκαν (λίγο Αιθίοψ, λίγο Αφροαμερικάνα, λίγο Μαλάουι και λίγο Αγγλίδα) συνίστατο στο ότι η μητέρα της,Τζούλι, την ήθελε να φαίνεται πιο γλυκούλι απ’ τα πιο γλυκούλια γλυκουλίνια! Γι’ αυτό την έντυνε «όμορφα» και «θηλυκά», με ροζ φουστανάκια με φουσκωτά μανίκια και κορδελίτσες. Γρήγορα, ακόμα και όσο ήταν πολύ μικρό παιδί, ένιωσε ότι η ομορφιά της θα έπρεπε να την κάνει υπάκουη, και όταν δεν ήταν, όταν επαναστατούσε, απογοήτευε όλους εκείνους που είχαν επενδύσει στο να είναι αξιολάτρευτη. Αρχίζε να μισεί τις επιβαλλόμενες Μπάρμπι (με τα πόδια τους σαν σπίρτα και τα στήθη τους σαν ρουκέτες), μέχρι που έφτασε μέχρι και σε «μπαρμπικτονία» -είναι η αρχή της εσωτερικής επανάστασης. Η κατάσταση «αγριμιού» στην οποία περιέρχεται η Μέγκαν προβληματίζει την μάνα της ενώ μόνο η προγιαγιά της τη δεχόταν όπως ακριβώς ήταν.
     Τα προβλήματα ταυτότητας αυξάνονται καθώς ωριμάζει η Μέγκαν κι αποκτά γυναικείες καμπύλες, καθώς αρχίζει και νιώθει απέχθεια γι’ αυτό. όταν ξυρίζει το κεφάλι της κι όλες τις τρίχες παντού νιώθει ανάλαφρη (γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου; Τρελάθηκες;), φοράει χοντροπάπουτσα και φαρδιά αντρικά ρούχα και χαιρόταν που οι άντρες δεν την κοίταζαν πια. Παρατάει το σχολείο και τη μέρα των 19ων γενεθλίων της κάνει τατουάζ με φλόγες για να δείξει στον κόσμο πόσο αναστατωμένη ήταν μαζί του. Η σπασμωδική αντίδραση της μάνας κάνει τη Μέγκαν να φύγει απ’ το σπίτι (τους επόμενους λίγους μήνες ένιωσε ότι απέβαλλε στρώματα απ’ αυτό που της είχαν επιβάλει, ελπίζοντας να φτάσει στον πυρήνα του εαυτού της).
     Η Μπίμπι, η διαδικτυακή της φίλη, πιο «προχωρημένη» στα ζητήματα της έμφυλης ταυτότητας, την μυεί στον λαβύρινθο των διεμφυλικών, τρανσέξουαλ, trangender, μη δυαδικών, θολόφυλων, πολύφυλων, ρευστόφυλων κλπ κλπ (θα χτυπήσω το επόμενο άτομο που μπερδεύει τους διεμφυλικούς με τους τρανσέξουαλ). Άλλο το γένος, άλλο το βιολογικό φύλο, άλλο η έννοια του ελεύθερου φύλου (μη δυαδικότητα), η αλλαγή φύλου είναι η επιβεβαίωση φύλου. Το φύλο είναι κοινωνική κατασκευή, τίποτα δεν είναι έμφυτο/ο φεμινισμός δεν έχει καμιά σχέση με το μίσος κατά των αντρών –αφορά την απελευθέρωση των γυναικών/όλοι θέλουμε να είμαστε ο εαυτός μας και να νιώθουμε καλά με τον κόσμο. Οι συζητήσεις τους προχωράνε σε βάθος όταν αποκαλύπτεται ότι η Μπίμπι γεννήθηκε με αντρικό φύλο (απίθανη και η δική της ιστορία), αλλά βαθιά μέσα της ένιωθε θηλυκό (για μένα το θέμα δεν είναι να θέλω να παίξω με κούκλες, είναι κάτι πιο βαθύ), ενώ η Μέγκαν αναρωτιόταν αν θα έπρεπε να έχει γεννηθεί άντρας.
     Το θέμα της ανισότητας των γυναικών ξεδιπλώνεται περισσότερο εδώ από κάθε άλλη περίπτωση, γι’ αυτό όπως είπε η Μπίμπι μετά την αλλαγή φύλου γίνεται «διατομεακή» φεμινίστρια επειδή το θέμα δεν είναι μόνο το φύλο, αλλά η φυλή, η σεξουαλικότητα, η κοινωνική τάξη και άλλοι τομείς που διασταυρώνονται χωρίς να τους δίνουμε σημασία.
     Μαλώνουν όταν η Μέγκαν τρελαίνεται με το «τρελοκομείο του Τρανσύμπαντος» (Τρανσκετητρέλα) καθώς προσπαθεί να «μορφωθεί», και η σιωπή 4 ημερών που ακολούθησε ήταν η αφορμή για να συναντηθούν επιτέλους από κοντά («ιστορική συνάντηση»). Η Μπίμπι φάνηκε στην Μέγκαν «μια γυναίκα με αντρική αυτοπεποίθηση». Οι ατέλειωτες συζητήσεις προς ανεύρεση ταυτότητας της Μέγκαν κατέληξαν στην κατάργηση της ιδέας του φύλου ολοκληρωτικά κατά τη διάρκεια της δικής της ζωής. Κι έτσι καταλήγει στην επιλογή της ουδέτερης αντωνυμίας για τον αυτοπροσδιορισμό της: το Μόργκαν, ελευθερόφυλο.
     Στο «σήμερα» έχουν περάσει έξι χρόνια από την γέννηση της ελευθερόφυλης υπόστασής της, έχει γίνει «transwarrior» και «influencer» μέσω ίτερνετ (κριτικές, ομιλίες κλπ πάνω σε ζητήματα έμφυλης ταυτότητας), και στέκεται έξω από το πάρτι της θρυλικής παράστασης της μεγάλης, μαύρης, λεσβίας σκηνοθέτιδας, της Άμα («γνήσια αφρικανική αμαζονική μαυρίλα»)!. Με την Μπίμπι βλέπονται πιο αραιά αλλά συναντιούνται συχνά στη φάρμα της ΤζίΤζι, της 93χρονης προγιαγιάς που ζει και βασιλεύει και κληροδότησε την περιουσία της στο Μόργκαν.
     Το συναρπαστικό αυτό κεφάλαιο κλείνει με μια ομιλία του Μόργκαν στο Πανεπιστήμιο (συναντάμε ξανά τη Γιαζ του πρώτου κεφαλαίου και την παρέα της), μια ομιλία από καρδιάς: το να είναι κανείς τρανς είναι κάτι προσωπικό/το να είσαι τρανς δεν σημαίνει να παίρνεις μια ταυτότητα από καπρίτσιο, αλλά να γίνεις ο αληθινός εαυτός σου παρά την πίεση της κοινωνίας.
     Η Τζίτζι (Χάτι, Χάριετ) είναι ενενήντα τριών χρονών κι έχει ακόμα μέλλον.
     Μια απίθανη τύπισσα που την βλέπουμε να ετοιμάζει το χριστουγεννιάτικο γεύμα στην αγροικία Γκρίφιλντς (πάνω από 200 χρονών) με τα παιδιά της, τα εγγόνια, τα δισέγγονα και τα τρισέγγονα, περί τα εξήντα άτομα. Την βοηθούν το Μόργκαν με τη Μπίμπι, ενώ η συγγραφέας μάς ξεναγεί όχι μόνο στους χώρους της αγροικίας αλλά και σε κάποια από τα πρόσωπα. Τα δυο της παιδιά γύρω στα εβδομήντα προσδοκούν να πάρουν αυτήν την περιουσία αλλά εκείνη είναι αποφασισμένη: δεν πρόκειται να πάρουν την αγροικία Γκρίνφιλντς που ανήκει στην οικογένειά της πάνω από 200 χρόνια για να την πουλήσουν σε ξένους σαν εκείνους τους Ρώσους ή τους Κινέζους που θα χτίσον ένα πολυτελές ξενοδοχείο ή θα τη μετατρέψουν σε γήπεδο του γκολφ/παγκοσμιοποίηση; Μπορούν να τη βάλουν εκεί που ξέρουν.
     Τη σκηνή της οικογενειακής μάζωξης τη μέρα των Χριστουγέννων («Απληστούγεννα» τα λέει η Χάτι) την βλέπουμε μέσα από το πρίσμα της ΤζίΤζι, ή Χάτι. Βλέπει την οικογένειά τη που έχει αρχίσει να γίνεται λευκή, αλλά τους απογόνους της τους θεωρεί «πάρε τον έναν και χτύπα τον άλλο». Αγαπά το Μόργκαν και δηλώνει ότι δεν ξαφνιάστηκε όταν έγινε ομοφυλόφιλη (είχε ανάλογες παραστάσεις) αλλά το παράκανε όταν δήλωσε, δεν δηλώνω πια αρσενική ή θηλυκή (είναι τόσο παρατραβηγμένο που καταντάει εντελώς γελοίο).
     Η βουτιά στο παρελθόν της Χάριετ περνάει από διάφορα επίπεδα… (93 χρόνια είναι αυτά): έχει ζήσει όλα αυτά τα χρόνια σ’αυτήν τη φάρμα, που χρονολογείται από το 1806, και ιδρύθηκε από τον πλοίαρχο σωματέμπορο Λινέους Ραϊντεντέιλ με την Ισπανίδα γυναίκα του (δεν είμαστε ούτε εγώ ούτε ο μπαμπάς μου προσωπικά υπεύθυνοι, Σλιμ). Το μυστικό της Χάτι, το παιδί (Μπάρμπαρα) που γέννησε στα 14 της χρόνια που το έδωσαν κρυφά οι γονείς απ’ όλη την κοινωνία, όχι μόνο δεν το έμαθε ποτέ κανείς, αλλά είναι κι ένα από τα «κλειδιά» του βιβλίου που συνδέουν τους χαρακτήρες μεταξύ τους.
     Ο άντρας της, Σλιμ (συμπαθητικός και αγαπητός), που στο «σήμερα» έχει πεθάνει, έχει φρικτές ρατσιστικές αναμνήσεις, πράγμα που εξηγεί και την απάθειά του μπροστά στον «ήπιο» ρατσισμό που υφίστανται τα παιδιά τους (οι Νέγροι είχαν λόγους να είναι οργισμένοι, έχοντας περάσει τετρακόσια χρόνια στην Αμερική σκλαβωμένοι, θυματοποιημένοι και καταπιεσμένοι (ήταν ένα βαρέλι μπαρούτι έτοιμο να εκραγεί).
     Το οικογενειακό παρελθόν της Χάτι ολοκληρώνεται με το υποκεφάλαιο που τιτλοφορείται Γκρέις, και πρόκειται για τη μάνα της. Από πατέρα θερμαστή Αβησσυνό και μητέρα την Ντέιζι, γεννήθηκε από έρωτα, αλλά αφού έφυγε ο πατέρας για ταξίδι (θα ξανάρθω να σε βρω, υποσχέθηκε)… Η Ντέιζι διώχτηκε από την πατρική της οικογένεια, με την Γκρέις σε μάρσιπο έκανε διάφορες δουλειές αλλά πέθανε όταν η Γκρέις έγινε 8 χρονών (η Γκρέις χρειάστηκε πολύ καιρό για να πάψει να ελπίζει ότι η μαμά της θα εμφανιζόταν στην πόρτα/ακόμα περισσότερο για να πάψεινα τη νιώθει σαν μια ζεστασιά που απλωνόταν στο στομάχι της όποτε τη σκεφτόταν). Στο Ίδρυμα Θηλέων του Βορρά όπου βρέθηκε, μαθαίνει εκτός από γραφή και αριθμητική, κανόνες καθαριότητας, διάφορες τέχνες «γυναικείες» (να ράβει, να πλέκει, να μαγειρεύει κλπ) και γρήγορα προκόβει και νιώθει ξεχωριστή. Ωστόσο γρήγορα προσκρούει στον κλοιό του «καθωσπρεπισμού» (η πολύ έντονη προσωπικότητα δεν ταιριάζει σε καμιά κοπέλα), και καθώς μεγαλώνει την προτρέπουν "να μετριάσει τη φυσική της ζωντάνια και να αφήσει τα παιδιαρίσματα και την laissez faire στάση της, γιατί σκοπός του ιδρύματος είναι να προετοιμάσει ευπρεπείς υπηρέτριες /καμαριέρες".
     Το όνειρο της Γκρέις ήταν να γίνει πωλήτρια σε πολυκατάστημα, ωστόσο 13 χρονών βρίσκεται υπηρέτρια στο νέο βαρόνο Χάιντμαρς. Αισθάνεται αδικημένη γιατί ήταν από τις καλύτερες τρόφιμες σε όλα τα αντικείμενα, και το παίρνει απόφαση ότι θα μείνει για πάντα γεροντοκόρη (κανείς δεν θέλει μια μιγάδα) αλλά η τύχη της χαμογελάει απρόσμενα: την ανακαλύπτει ο Τζόζεφ Ραϊντεντέιλ, ένας άντρας που έχει επιβιώσει από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, ένας άντρας όχι απ’ αυτούς που προσπαθούν να την εκμεταλλευτούν (θα πρέπει να είσαι η κυρία του Νείλου), αλλά που της έκανε αμέσως σχεδόν πρόταση γάμου κα την πήρε στο σπίτι τους, στη φάρμα στο Γκρίνφιλντς.
     Οι ανατροπές είναι διασκεδαστικές σ αυτό το σημείο της βιογραφίας: η Γκρέις έχει συνηθίσει στην πάστρα και στη νοικοκυροσύνη, μα η φάρμα του Τζόζεφ είναι μέσα στη μούχλα∙ ο δε μέγιστον, η μικρή λευκή -και βρομιάρα- υπηρέτρια Άγκνες δεν μπορεί να δεχτεί διαταγές από μια μιγάδα, μια νέγρα, Βασίλισσα του Κωλονείλου!
     Η εμμονή του Τζόζεφ να υπάρξει διάδοχος για την περίφημη ιστορική φάρμα είναι νέα πηγή σασπένς. Οι αποτυχημένες προσπάθειες εξαφανίζουν τον αρχικό παθιασμένο έρωτα και φτάνουν στο σημείο να μπαίνει μέσα της σαν μηχανή, όχι με χάδια και φιλιά όπως παλιά, ενώ εκείνη βιώνει αυτήν την περίοδο με στενοχώρια και άγχος (διάβαζε μυθιστορήματα, όποιο έβρισκε στο γραφείο για να την απασχολήσει/να την πάρει μακριά απ’ αυτό, από κείνον, από τον εαυτό της/από ένα σώμα που γεννούσε θάνατο).
     Όταν έφτασε η Χάριετ (αυτή θα επιζήσει, Γκρέισι, το νιώθω, είναι αγωνίστρια, δεν έχει σημασία που είναι κορίτσι) την Γκρέισι την καταλαμβάνει μακρά περίοδος επιλόχειας κατάθλιψης… Όμως το δυνατό, χαριτωμένο και γεμάτο ζωή κοριτσάκι φτάνοντας τριών χρονών «συναντήθηκε» επιτέλους με τη μητέρα του, δικαιώνοντας και τις προσδοκίες του Τζόζεφ να κουμαντάρει τη φάρμα μέχρι τα 93 της, «καλύτερα κι από άντρας». Το κεφάλαιο κλείνει με μια επίκληση στη μάνα , στην Ντέιζι (μακάρι να μην είχες πεθάνει τόσο νέα μαμά…), όπου με απίστευτο λυρισμό η Γκρέις συμπυκνώνει όλη της τη συναισθηματική ζωή.

Στο «σήμερα»
     Όλες αυτές οι δυναμικές γυναικείες προσωπικότητες συναντιούνται στο «σήμερα», στη γιορτή που ακολουθεί την πρεμιέρα του έργου της Άμα. Έτσι, μέσα σε 50 περίπου σελίδες τις βλέπουμε στο μυθιστορηματικό παρόν, αλλά κυρίως βλέπουμε τις σημερινές τους σχέσεις (Άμα, Ντομινίκ, Γιαζ, ΛαΤίσα, Σέρλι, Κάρολ, Πενέλοπι, Μόργκαν). Το έργο, ριζοσπαστικό και περιθωριακό (ο αφρο-γυναικοκεντρισμός προκάλεσε σεισμό απόψε), προκαλεί εντυπώσεις, θριαμβευτικά σχόλια αλλά και κριτική (στην πραγματικότητα αυτό που ενοχλεί είναι η εμπορευματοποίηση του φεμινισμού). Βλέπουμε επίσης και τον Ρόλαντ, τον πατέρα της Γιαζ, καθηγητή και συγγραφέα πλέον, ενταγμένο στο σύστημα, και τη σχέση με την κόρη του (της έχει τρομερή αδυναμία). Η παλιά συντηρητική φίλη Σέρλι συναντά μετά από τόσα χρόνια την «κηδεμονευόμενή» της, την Κάρολ, και συμφωνούν ότι δεν τους άρεσε το έργο, ωστόσο το σημαντικότερο στην πολύ δυνατή σκηνή συνάντησης είναι ότι η Κάρολ, πίσω από την «παθητική επιθετικότητα» της Σέρλι «είδε» επιτέλους την κα Κινγκ (λες η κα Κινγκ να έχει συναισθήματα;). Τέλος, μ’ έναν απροσδόκητα ευφυή τρόπο βλέπουμε ότι συνδέονται και τα υπόλοιπα ζώντα πρόσωπα ( Χάτι, Μόργκαν) με την 80χρονη Πενέλοπι (νιώθει σαν να πηγαίνει στην άκρη της γης, ενώ ταυτόχρονα επιστρέφει στις πηγές της).
     Κλείνοντας αυτήν τη μακροσκελή "ανάγνωση", θα τονίσω για άλλη μια φορά τον επικό χαρακτήρα αυτού του έργου, παρόλο που έχει πολύ λυρικό και συναισθηματικό στοιχείο, κι ίσως αυτός ο συνδυασμός είναι και η μέγιστη αρετή και αξία του: επικό γιατί οι προσωπικότητες που ζωντανεύει έχουν μια απίστευτη δύναμη μέσα στις αντιξοότητες και την προσπάθεια να αναδυθούν στον πραγματικό τους εαυτό, και λυρικό γιατί ο τρόπος της Μπερναρντίν Εβαρίστο περνάει μέσα απ’ το συναίσθημα.

Χριστίνα Παπαγγελή