Τρίτη, Δεκεμβρίου 10, 2019

Η θεραπεία των αναμνήσεων, Χρήστου Αστερίου


Τόσα άγνωστα πρόσωπα απέναντι και ποτέ το δικό σου να τρανταχτεί από βροντερά γέλια.
Τόσα ενθαρρυντικά βλέμματα και ποτέ το δικό σου να δώσει την πολυπόθητη έγκριση μ’ ένα κλείσιμο του ματιού.
Σταθερά άφαντος, δεν θέλησες να συμμετάσχεις έστω μια στιγμή στο καρναβαλικό γλέντι της θλιβερής μας ύπαρξης, που σαν αόρατο χέρι μας σώζει από την ακαμψία.
Γιατί το χιούμορ είναι η δύναμη που μας γλιτώνει από καταστάσεις σαν αυτή που βρίσκεσαι τώρα εσύ, έτοιμος να υποκύψεις στην απόλυτη σιωπή, στο μοιραίο, στην ακινησία.  
(από την επιστολή του ήρωα στον νεκρό πατέρα)
Ευχάριστη έκπληξη ήταν για μένα το βιβλίο αυτό, που διάλεξα σχεδόν στα τυφλά, εφόσον ο συγγραφέας μού ήταν τελείως άγνωστος. Βαθύ, διεισδυτικό και έξυπνο, και μέσα στα προσωπικά γούστα μου, εφόσον έχω ιδιαίτερη αδυναμία στα μυθιστορήματα όπου ο πρωταγωνιστής/στρια είναι συγγραφέας -και μάλιστα όταν αφηγείται σε… α΄ ενικό. Γιατί οι «συγγραφείς» -πρωταγωνιστές, κατά κανόνα πάντα, έχουν μεγάλη ανεκτικότητα και ευαισθησία στα ανθρώπινα πάθη, παρατηρούν με δέος την ανθρώπινη ψυχή χωρίς ηθικολογίες, και κρατούν ταυτόχρονα την απαραίτητη απόσταση εφόσον επεξεργάζονται νοητικά ό, τι συμβαίνει, ακόμα κι όταν συμβαίνει στους ίδιους.
Ο αφηγητής/συγγραφέας λοιπόν Μάικ Μπουζιάνης (Αμερικανός πολίτης με ελληνική καταγωγή από πατέρα και ιρλανδική από μητέρα) είναι μια ιδιαίτερη προσωπικότητα, κι αυτό το αντιλαμβανόμαστε από τις τρεις πρώτες σειρές: Τον Οκτώβριο του 2015 έχασα τον έλεγχο κατά τη διάρκεια μιας εκδήλωσης  (…) η εξέλιξη της βραδιάς επιβεβαίωσε τους  χειρότερους φόβους μου, αφού λίγα λεπτά πριν απ’ τη λήξη της κατέρρευσα φαρδύς πλατύς μπροστά στο κοινό. Η εικόνα του τρωτού, ευάλωτου στο ποτό «φευγάτου» συγγραφέα που ταλανίζεται από βαθιά θλίψη, ενώ παράλληλα είναι δημοφιλής ως κωμικός στον κόσμο των γραμμάτων, δεν μπορεί παρά να είναι ελκυστική. Αργότερα μαθαίνουμε ότι πάσχει παιδιόθεν από «περιστασιακή βραδυγλωσσία», πάθηση που τον έχει φέρει δεκάδες φορές σε αμηχανία. Ζει μόνος στη Νέα Υόρκη, υποφέροντας  από τον πρόσφατο χωρισμό με τη γυναίκα του κι από την απουσία της μοναδικής του κόρης, και προσπαθώντας να ξαναβρεί τον δημιουργικό του εαυτό.  Ωστόσο, έχει ως διέξοδο το ποτό σε βαθμό απαγορευτικό.
Το επεισόδιο της κατάρρευσης  στη διάρκεια της εκδήλωσης προς τιμήν του (στην οποία σημειωτέον δεν ήθελε καθόλου να πάει) είναι κεντρικό, γιατί υπήρξε η αφορμή για σοβαρή αποτοξίνωση σε κλινική απεξάρτησης, και μετά για πρόσληψή του ως καθηγητή στο πανεπιστήμιο, για να διδάξει το σεμινάριο (με τίτλο «Η περιπέτεια του χιούμορ. Πώς να είστε αστείοι και πώς να γράφετε αστεία κείμενα»). Μετά απ’ αυτό η ζωή του αλλάζει άρδην, γιατί αποκτάει ξαφνικά νόημα. Η σημασία του κομβικού αυτού περιστατικού  επισημαίνεται και στον τίτλο της πρώτης από τις δυο ενότητες: «Χρονικό μιας πτώσης». Είναι βέβαια in medias res, εφόσον ακολουθούν  πολλές αναδρομές και στα πρόσφατα περασμένα χρόνια αλλά και στα παιδικά στη δεύτερη ενότητα («Σημειώσεις για τη ζωή μου»), ενώ στο τρίτο μέρος («Η θεραπεία των αναμνήσεων»), βλέπουμε την απροσδόκητη εξέλιξη στη διαταραγμένη σχέση με τον πατέρα του, μετά το θάνατο του τελευταίου. Κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι και η σημαντικότερη ενότητα, σε περιεχόμενο και ευρηματικότητα.
Σε τόνο εξομολογητικό και χαμηλόφωνο, ο Μάικ Μπουζιάνης μάς μεταφέρει τον κόσμο του εργένη πενηντάρη, με γαργαλιστικές αυτοσαρκαστικές εικόνες (π.χ. μπαίνοντας στο μπάνιο: μια φευγαλέα ματιά στον καθρέφτη επιβεβαίωνε πως όλα ήταν υπό έλεγχο. Προσπέρασα μια παλιά ουλή στην κοιλιακή χώρα, ένα παροδικό μελάνιασμα στη γάμπα κι άναψα πράσινο φως). Η έμφυτη φαντασία του διανθίζει τις ώρες της μοναξιάς με φανταστικά, κωμικά κατά βάση σενάρια, όπως την υποθετική «τελευταία στιχομυθία» με την πρώην σύντροφο και μητέρα της κόρης τους, Λώρα, όπου θα της ανακοίνωνε την «τραγική κατάσταση της υγείας του». Γιατί ο Μπουζιάνης δεν είναι μόνο πότης σε βαθμό αλκοολισμού, αλλά πέρα από το χρόνιο τραύλισμα πάσχει και από ανεξήγητους πόνους.
Η λύση ωστόσο που του πρόσφερε στο πιάτο ένας φίλος, η ακαδημαϊκή απασχόληση, αλλάζει σταδιακά το εσωτερικό τοπίο. Όχι, δεν έχουμε να κάνουμε με μια περίπτωση παρακμιακή, όπως θα περίμενε ο αναγνώστης.  Αντίθετα, ο ήρωας επιδίδεται με ζήλο στο καινούριο του επάγγελμα όπου αντλεί από τα αποθέματα γνώσεων κι απ το πηγαίο του χιούμορ αγάπη και όρεξη για ζωή, μεταφέροντας στους φοιτητές την αντίστοιχη διάθεση. Έτσι, μέσα σ’ ένα κλίμα αναγέννησης και ευφορίας, χωρίς να το επιδιώκει (αντίθετα έκανε κάθε τι γα να το αποτρέψει) ερωτεύεται και τον ερωτεύεται μια κατά πολύ νεότερη απ’ αυτόν φοιτήτριά του, η Αντιγόνη, πανέμορφη και πανέξυπνη. Και θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για το γαργαλιστικό κλισέ στα campus novel -καθηγητής ερωτεύεται μαθήτρια και τούμπαλιν, βγαλμένο απευθείας απ’ τη ζωή-, αλλά η πρωτοτυπία εδώ είναι διπλή: πρώτα πρώτα παρακολουθούμε τις γνήσιες και συνειδητές αντιστάσεις του μεσήλικου ήρωα, τις προσπάθειες να μην ενδώσει σ’ έναν πειρασμό όπου υπήρχαν  λίγες πιθανότητες μη διάψευσης (κατάφερνα να κρατάω ισορροπίες ανάμεσα στην παρόρμηση και την εγκράτεια, όχι μόνο σε ό, τι αφορά το αλκοόλ, αλλά και σε ό, τι είχε να κάνει με τα ζητήματα της σάρκας/ήταν το βλέμμα της ερωτευμένης γυναίκας που ερχόταν χωρίς λόγο στο γραφείο για να με ρωτήσει απίθανες λεπτομέρειες για το ένα ή το άλλο θέμα. Είχα χρόνια να βγω ραντεβού με μια τόσο νεαρή κοπέλα, ωστόσο, η αφλογιστία μου δεν σήμαινε πως ήμουν ανίκανος να καταλάβω πού οδηγούσε όλο αυτό). Προσπάθειες που προκαλούν θυμηδία αλλά και συμ-πάθεια. Ακόμα όμως κι όταν επέρχεται πια η σαρκική επαφή, προσπαθεί να μην εμπλακεί συναισθηματικά:
Απόλαυσα το αναπάντεχο δώρο της ομορφιάς της, ενώ την ίδια στιγμή βασανιζόμουν να καταλάβω τι θα μπορούσε να βλέπει σε μένα μια τέτοια γυναίκα. Αρκετές φορές έφτασα στο σημείο να τη ρωτήσω ευθέως, να της ζητήσω μια εξήγηση για την αφύσικη σχέση που ξεκίνησε μ’ ένα φιλί (…) Από την άλλη, η πιθανότητα ενός ακόμα ναυαγίου πριν καλά καλά ξεπεράσω τη Λώρα με πίεζε να ξεκαθαρίσω τα πράγματα. Έπρεπε να προφυλαχθώ συναισθηματικά μέχρι να φτάσει η ώρα που θα ανοίγαμε τα χαρτιά μας ο ένας στον άλλο. Σε διαφορετική περίπτωση, το αναμενόμενο τέλος της ιστορίας θα με άφηνε κανονικό κουρέλι και σε χειρότερη κατάσταση απ’ ό, τι πριν.
Όμως, η επικοινωνία με την Αντιγόνη Καρλάτος αποδεικνύεται ουσιαστική και αδιατάρακτη μέχρι τέλους  κι αυτή είναι η δεύτερη πρωτοτυπία. Γιατί το βιβλίο, από τη μια μάς θυμίζει τα αγγλικά ή αμερικάνικα κάμπους νόβελ (Ντέηβιν Λοτζ, Φίλιπ Ροθ κλπ), όχι μόνο γιατί έχουμε λεπτομέρειες από τον κόσμο των πανεπιστημίων, βιβλιοθηκών, εκδόσεων κλπ αλλά γιατί ο εξομολογούμενος ήρωας δεν μιλά άμεσα για τον συναισθηματικό του κόσμο και αναλυτικά, αλλά έμμεσα, καθώς ξεδιπλώνει τα γεγονότα και τις σχέσεις του με διάφορα πρόσωπα∙ πάντα με τρόπο ανάλαφρο και  γλυκόπικρο. Από την άλλη όμως δεν έχει το φλεγματικό χιούμορ και την ψυχρότητα των παραπάνω, ούτε την προδικασμένη έκβαση του ευφυούς αλλά άτυχου καθηγητή (στυλ Γούντυ Άλλεν) που καταλήγει να είναι θύμα των συναισθηματικών εντάσεων των άλλων.  
Η σχέση εξελίσσεται πολύ «θετικότερα απ’ ότι μπορούσε ποτέ να ελπίσει».  Η συμπληρωματικότητα ανάμεσα στη νεανική φρεσκάδα και την εμπειρία ενός «πετυχημένου» μεσήλικα αποδίδεται με πολύ εσωτερικό τρόπο και πείθει για την αυθεντικότητά της. Δημιουργούν μαζί, επιδίδονται σε «ασκήσεις ύφους»  (αλλιώς: λεκτικό πινγκ πονγκ) και, κυρίως θέλουν να γνωρίσουν ο ένας τον άλλον σε βάθος (ήθελε να μάθει όσο το δυνατόν περισσότερα πράγματα για μένα κι εγώ γι αυτή. Κάναμε σαν πρωτόβγαλτοι που χαίρονταν με το παραμικρό. Της εκμυστηρεύτηκα μυστικά και φοβίες μου, ακόμα κι όσα είχαν συμβεί με τη Λώρα, κάτι που λίγους μήνες νωρίτερα φάνταζε απίθανο).  Κι αυτό το άνοιγμα ψυχής, διακριτικό στοιχείο της ερωτικής βαθιάς σχέσης, δίνει και τη δύναμη στον ήρωα να κάνει μια γενναία βουτιά στο παρελθόν, στη σχέση του με τον πατέρα του.
 Αυτή την εσωτερική «περιπέτεια»  τη βλέπουμε στο β΄και γ΄μέρος. Το δεύτερο μέρος μάλιστα δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο του μυθιστορηματικού συγγραφέα, που μέσα σ’ ένα κλίμα ευφορίας άρχισε πάλι να γράφει.
«Σημειώσεις για τη ζωή μου»
Γεννιέται στην Κολούμπια του 1958 και μεγαλώνει χωρίς τρανταχτά γεγονότα, έχοντας ως διέξοδο στη βραδυγλωσσία του τις μιμήσεις, το χιούμορ, τη σταντ απ κόμεντι και τις «συναρπαστικές ανατροπές» στις αφηγήσεις του σαγηνευτικού Ιρλανδού παππού (άκουγα αποσβολωμένος όσα εξιστορούσε ο παππούς, καθισμένος στην κόγχη του παιδικού μου κρεβατιού. Με αφορούσαν προσωπικά, δεν ήταν μόνο λεπτομέρειες ιστορικής σημασίας). Ο τρόπος με τον οποίο ο ίδιος περιγράφει την αμηχανία και τα συναισθήματα γενικά του παιδιού που κολλάει η γλώσσα του και μένει αβοήθητος χωρίς να μπορεί να αρθρώσει κουβέντα (στο σχολείο, στα κορίτσια, στον πατέρα), είναι συναρπαστικός και δεν κρύβει αισθήματα αυτολύπησης, εφόσον από πολύ μικρή ηλικία έχει βρει τον τρόπο να καλύπτει το χαμένο έδαφος: το χιούμορ, τις αστείες ιστορίες στις οποίες είναι ασυναγώνιστος. Σπαρταριστά επεισόδια (όπως ότι είδε τους γονείς του να κάνουν σεξ, ή η γροθιά στη μύτη στο σχολείο) διαδέχονται το ένα το άλλο και χτίζουν μια προσωπικότητα αυτοδύναμη, με αυτοπεποίθηση και καλλιτεχνικές ανησυχίες. Οπωσδήποτε χτίζει έναν χαρακτήρα αντισυμβατικό, σε σχέση με τον αδερφό του Αντρέι που είναι το «καλό παιδί της οικογένειας», ενώ ο μεν πατέρας είναι παρών-απών και η μάνα όταν οι καταστάσεις δυσκόλευαν απέφευγε να πάρει θέση κι αποσυρόταν αμίλητη στον εαυτό της πιστεύοντας ότι τα πράγματα με κάποιο τρόπο θα διορθώνονταν» (πολύ εύκολα μπορούσε κάποιος να την κατηγορήσει για ψυχρότητα, αν δεν είχε την υπομονή να την ψυχολογήσει, να καταλάβει το κρυβόταν πίσω από την κρούστα της φαινομενικής της απάθειας και ποιες καταστάσεις την είχαν διαμορφώσει με τα χρόνια).
Η σύγκρουση με τον πατέρα δεν έχει προϊστορία, γιατί ο πατέρας δεν είναι αυταρχικός ή θυμώδης. Τον περισσότερο καιρό απουσιάζει ή αδιαφορεί. Απλώς ο γιος διαψεύδει τις προσδοκίες του, που είναι οι σπουδές στο πανεπιστήμιο (μετρημένος στα λόγια και συνήθως απών από τη ζωή μου, δεν μου είχε δώσει να καταλάβω τι περίμενε από μένα). Ο δεκαοκτάχρονος Μάικ δεν ξέρει τι θέλει να κάνει στη ζωή του, αλλά σιγά σιγά τον κερδίζει η λογοτεχνία. Η κρίση με τον πατέρα είναι έντονη (ανάμεσά μας ξέσπασε ένας πόλεμος χαρακωμάτων) αλλά πολύ σύντομη, γιατί γρήγορα ο ήρωάς μας αποφασίζει να φύγει απ’ το σπίτι και να μην ξαναγυρίσει ΠΟΤΕ.
«Η θεραπεία των αναμνήσεων»
Το μέρος αυτό του βιβλίου δεν είναι απλώς συναρπαστικό ή ενδιαφέρον, είναι αποκαλυπτικό. Γιατί, ενώ ο γιος έχει κόψει κάθε ομφάλιο λώρο, κάθε νήμα που τον συνδέει με τον πατέρα και με το παρελθόν (αρνούμενος για χρόνια ΚΑΘΕ επαφή, ακόμα κι όταν ο πατέρας παθαίνει απανωτές ανακοπές και κάποια δύσκολη επέμβαση εξανεμίζει τις πιθανότητες επανασύνδεσης), η ζωή τον προκαλεί σε τέτοιο βαθμό που όχι μόνο γνωρίζει σε βάθος τον πατέρα αλλά και τον εαυτό του. Αυτό το εσωτερικό ταξίδι είναι συγκλονιστικό, γιατί  αγγίζει το βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης που, μέσα απ το φάσμα του θανάτου, προσπαθεί να φτάσει τα όρια της γνώσης για τον κόσμο. Κι όλες οι βαθύτερες δομές  της ανθρώπινης ύπαρξης αποκτούν υπόσταση, αποκτούν σάρκα και οστά: μνήμη, θλίψη, ενοχή, αγάπη, μοναξιά, τραγωδία της ζωής έναντι του θανάτου.
Ο ημιθανής πατέρας συνέρχεται χωρίς να συναντήσει τον άπιστο γιο, μεταμορφώνεται πάλι σε «κραταιό πατριάρχη» εξανεμίζοντας κάθε πιθανότητα συνάντησης. Όταν όμως καταρρέει πάλι, στέλνει επίμονα μηνύματα στον Μάικ να τον επισκεφτεί. Η επανασύνδεση των δύο είναι συνταρακτικά αμήχανη, αλλά μέσα απ το γλαφυρό γράψιμο του -πραγματικού- συγγραφέα Αστερίου, βιώνουμε τις αβάσταχτες λεπτομέρειες της αργής φθοράς, του σταδιακού αποχαιρετισμού του ανθρώπου που έχει χάσει κάθε ελπίδα για ζωή και του ανθρώπου που συμπαραστέκεται αδύναμος να βοηθήσει με άλλον τρόπο παρά να είναι δίπλα του. Βλέπουμε το πριν και το μετά του ύστατου αποχαιρετισμού, όπου κανένας όμως απ τους δυο δεν κάνει βήμα να ξεπεράσει τον απαγορευμένο "τοίχο". 
Μεσολαβεί μια μεγάλη επιστολή του Μάικ, επιστολή χωρίς παραλήπτη, που απευθύνεται στον νεκρό πλέον πατέρα… Θα ήθελα να την παραθέσω όλη, για να τη θυμάμαι ολόκληρη, δεν έχει βέβαια νόημα. Είναι μια εξομολόγηση από καρδιάς, που σκιαγραφεί όλη τη συναισθηματική πορεία ανάμεσα στους δυο, με κορφές την έλλειψη σωματικής και συναισθηματικής εμπλοκής, την ομοιότητα ότι στο θέμα της πατρότητας απέτυχαν κι οι δυο, αλλά αυτό που θα αντιγράψω είναι αυτό που κατά τη γνώμη μου αποτελεί και την κορύφωση:
Δεν είμαι παρορμητικός πια, κλαίω και γελάω με δυσκολία. Μπορώ να συγχωρήσω ευκολότερα, αν και αρκετοί υποστηρίζουν πως αυτό συμβαίνει, επειδή απλώς έχω αρχίσει να ξεχνώ πρόσωπα και καταστάσεις. Σε κάθε περίπτωση νομίζω πως σε έχω ήδη συγχωρέσει. Δεν είναι μόνο ότι βρίσκω ανόητη μια τόσο παλιά ιστορία ούτε επειδή έχω αποδεχτεί τα δικά μου λάθη σ’ αυτήν την υπόθεση. Απλώς κατάλαβα ότι όντως δεν είχες ιδέα τι περιμέναμε από σένα. Δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για να παίξεις τον ρόλο του πατέρα. Δεν είχες λύσεις ούτε για τη δυσλεξία μου ούτε για τις κρίσεις υποχονδρίας ούτε σου πέρασε ποτέ απ΄ το μυαλό πως θα μπορούσες να τις έχεις προκαλέσει εσύ ο ίδιος.  
Και παρακάτω:
Κανείς δεν θα πίστευε πόσες φορές σε φαντάστηκα να ξεκαρδίζεσαι με κάποιο απ’ τα καλύτερά μου νούμερα. Οι άντρες αποζητάμε πάντοτε εκείνη τη μία και μοναδική πατρική ψήφο εμπιστοσύνης, ακόμα κι αν απολαμβάνουμε καθολική αναγνώριση.
Οι απανωτές εκπλήξεις όμως και οι ανατροπές ακολουθούν την κηδεία: ένα δέμα με μηνύματα απροσδόκητα που είχε ετοιμάσει ο πατέρας για τον «άσωτο υιό», κι ένας φίλος του πατέρα από το παρελθόν αποτελούν την αρχή του νήματος για νέες αποκαλύψεις. Ο ήρωάς μας πέφτει με τα μούτρα στην έρευνα ενός μυστηρίου με σχεδόν αστυνομική πλοκή, στην οποία έχει πολύτιμη βοηθό και την πανέξυπνη Αντιγόνη. Σ’ αυτό το μέρος του βιβλίου έχουμε την ευκαιρία να δούμε πολλές πλευρές της τότε κοινωνικής πραγματικότητας στν καλλιτεχνικό χώρο, εφόσον στην έρευνα εμπλέκονται μουσικοί και ηθοποιοί, που όπως αποδεικνύεται είχαν σχέση με τον Νίκο Μπουζιάνη. Η υποθετική επιστολή στον ανύπαρκτο πια πατέρα συνεχίζεται: ο θάνατός σου έφερε στην επιφάνεια όσα έκρυβα κάτω απ’ το χαλί, πιστεύοντας πως δεν με αφορούν ή πως τα είχα ξεπεράσει.
Η «θεραπεία των αναμνήσεων» δεν είναι, όπως θα πιστεύει αρχικά κάθε αναγνώστης, η βουτιά στο παρελθόν και η εξήγηση μιας συμπεριφοράς με βάση τα βιώματα. Πρόκειται για μια «τεχνική» που μάλλον θυμίζει τον συνειρμό του πειράματος Παβλόφ, σύμφωνα με την οποία όταν δώσεις ένα κατάλληλο ερέθισμα στον ανοϊκό, εκείνος ανασύρει από το βάθος του υποσυνείδητου εικόνες και μνήμες ακατάστατες. Αφορά τον τελευταίο κρίκο της έρευνας στην οποία επιδόθηκε με ζήλο ο ήρωάς μας, τον Ματ Φρατέλο, που ενώ κατέχει πολύτιμες πληροφορίες για τον πατέρα, πάσχει από άνοια.  Μήνες επέμενε ο Μάικ να επισκέπτεται τον Φρατέλο, περιμένοντας κάποια έκλαμψη. Μάταια.
Μα δεν είχε σημασία.
Ο ήρωάς μας γνωρίζει, καιρό μετά την τελευταία του πνοή του Νίκου Μπουζιάνη, έναν άλλον πατέρα, ή μάλλον γνωρίζει επιτέλους τον πατέρα του (ποιος θα το πίστευε ότι θα με νικούσες στο δικό μου γήπεδο;), και για να το εκφράσω καλύτερα, γνωρίζει καλύτερα τον εαυτό του:
Εκτός από μένα κανείς δεν θα καταλάβαινε καλύτερα τι πέρασες. Μπορεί να προέκρινες τον Αντρέα για συνεχιστή του μαγαζιού, μα μόνο εγώ θα μπορούσα να μπω στα δικά σου παπούτσια. Η στάση σου απέναντί μου είχε να κάνει, όπως το καταλαβαίνω τώρα με την καλλιτεχνική μου φύση και την επιθυμία που εξέφρασα να πάρω έναν δρόμο διαφορετικό. Στον νεαρό γελωτοποιό που έλεγε ανέκδοτα τραυλίζοντας, έβλεπες να βλασταίνει ο σπόρος του άλλου σου εαυτού και τρόμαξες. Η σπασμωδική προσπάθεια να με αποτρέψεις δεν έκρυβε κανένα μίσος∙ ήταν περισσότερο μια άγαρμπη κίνηση πανικού.
Χριστίνα Παπαγγελή

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 02, 2019

ρηχό νερό, σκιές, Άκη Παπαντώνη


το νερό, ακόμα και το πιο ρηχό,
πάντα βρίσκει τον δρόμο προς τη θάλασσα

Πρωτότυπο και βαθιά ποιητικό, αν και κάπως δύσβατο για τον αναγνώστη στην πρώτη ανάγνωση, το μικρό σε έκταση βιβλίο του Παπαντώνη μάς οδηγεί στον συναισθηματικό κόσμο όσων έζησαν από κοντά την καταστροφή στο Τσέρνομπιλ, εφόσον οι  ήρωες κατοικούσαν στις παρυφές της βιομηχανικής αυτής περιοχής, στο Πρίπιατ[1], και πιο συγκεκριμένα στο μπλοκ της οδού Εντουζιάστιφ.
 Με κεντρικό άξονα την 26η Απριλίου 1986, την ημερομηνία δηλαδή έκρηξης του Τσέρνομπιλ, έχουμε τέσσερις ενότητες (25,26,27 και 28 Απριλίου 1986), που σε καθεμιά της παρακολουθούμε αντιστικτικά (σε 6 κεφάλαια ανά ενότητα) στοιχεία διάσπαρτα της καθημερινότητας και της ψυχολογίας των προσώπων του μυθιστορήματος. Είναι ευρηματική η δομή και εξυπηρετεί τον στόχο του συγγραφέα, που δεν είναι η ολοκληρωμένη απόδοση του ιστορικού γεγονότος και των ασύλληπτων  συνεπειών - κοινωνικοπολιτικών και περιβαλλοντικών-, όσο να εστιάσει στην ατομική πρόσληψη μιας μοναδικής ιστορικής συγκυρίας, που δεν αφορά μόνο την καταστροφή και εκκένωση της πόλης, αλλά και την καθημερινότητα σε μια πόλη που χτίστηκε για να εξυπηρετήσει ένα σταθμό πυρηνικής ενέργειας, αυτόν του Τσέρνομπιλ. Μικρά διαμερίσματα, φτωχογειτονιές, αυτοκίνητα Λάντα, ποδήλατα με σκουριασμένα πετάλια σε χωματόδρομους, μπρελόκ με το ανάγλυφο του Στάλιν και του Λένιν, άνθρωποι που κάνουν κρυφά το σταυρό τους, δίνουν πινελιές ενός ολόκληρου κόσμου μέσα στο σοβιετικό καθεστώς της περιοχής, που σήμερα ανήκει στην Ουκρανία, 100 χιλιόμετρα από το Κίεβο.
Δεν είναι εύκολο στον αναγνώστη να ξεκαθαρίσει τις συγγενικές σχέσεις, ή τις φιλικές, ακόμη και ποιος κάθε φορά «μιλάει», κι αυτός είναι ο λόγος που χαρακτήρισα το βιβλίο κάπως δύσβατο. Σε κάθε κεφάλαιο αλλάζει το πρόσωπο, χωρίς εξωτερικό στοιχείο. Ομολογώ ότι κρατούσα σημειώσεις για να συγκρατήσω τις σχέσεις μεταξύ των προσώπων, πράγμα που είναι καθοριστικής σημασίας, εφόσον σχηματίζεται ένα κοινωνικό πλέγμα. Η σύγχυση αυτή αντισταθμίζεται από το ποιητικό, κάπως ιμπρεσιονιστικό ύφος που ξεφεύγει απ' τον γειωμένο ρεαλισμό και υπαγορεύει τέτοιου είδους αφαιρέσεις.
 Βλέπουμε λοιπόν τρεις γενιές, και τέσσερις οικογένειες, των οποίων τα εγγόνια είναι η Σβέτα και ο Πιοτρ (έφηβοι), και τα αγόρια Βάνια, Βιτάλι, Πέτια, Μαξ (9-12 χρονών) που έχουν φιλικές σχέσεις και παίζουν μαζί στη γειτονιά. Υπάρχει βέβαια και η μεσαία γενιά των ενηλίκων, αλλά στη γενιά των παππούδων όμως γίνονται οι περισσότερες αναφορές, που αγγίζουν με σκληρό τρόπο τη συλλογική μνήμη του Α΄Παγκοσμίου πολέμου, ενώ η μνήμη αυτή μεταγγίζεται και στους απόγονους: ο πανταχού παρών λοχαγός Αντρέι, ο άνθρωπος τον οποίο δεν κατάφερνε να βγάλει απ’ το μυαλό της ούτε τώρα, καθώς έκανε πετάλι, λες και φορούσε διαρκώς τις ξεπατωμένες μπότες του –θέλει πολλή δύναμη για να τον ξεριζώσεις απ’ την πρώτη γραμμή της μνήμης σου.
Το παρελθόν διεισδύει μέσα από το παραλήρημα του παππού του Μαξ∙ μέσα από γράμματα ή ποιήματα που φυλάει η γιαγιά Ρεγγίνα στον κόρφο της (την ιστορία δεν την γράφουν οι μάρτυρες και οι πεσόντες, Ρεγγίνα. Τη γράφουν εκείνοι που το’ βαλαν στα πόδια, οι αόρατοι, εκείνοι που δεν τους πρόσεξε ποτέ κανείς. Τη γράφουν όσοι επέζησαν για να τη διηγηθούν/ποτέ δεν υπάρχει αρκετό σκοτάδι για να ξεφορτωθούμε το παρελθόν) μέσα από τις ερωτικές επιστολές που έστελνε ο Ντμίτρι (πατέρα του Βιτάλι) στην ερωμένη του Ιρίνα. Μέσα από φωτογραφίες (στη φωτογραφία που ο λοχαγός Αντρέι μάθαινε στον Πιοτρ πώς να ψαρεύει η Σβέτα έβλεπε ένα παιδί που τουμάθαιναν πώς να σκοτώνει∙ στον χορό του Πιοτρ με τη μητέρα της έβλεπε έναν έφηβο που βιαζόταν να δει πώς είναι μια γυναίκα γυμνή∙ στη φωτογραφία του μασκαρεμένου Πιοτρ έβλεπε ολόγυμνο τον πραγματικό του εαυτό), και μέσα από αναμνήσεις/αφηγήσεις ή από απομεινάρια μιας εποχής, όπως το ΖΙΛ-4104[2] που παραχώρησε το Κόμμα τιμητικά στον λοχαγό Αντρέι («ναπολοβίνου»), το καλογυαλισμένο περίστροφο του παππού κ.α.
Έτσι, θα συμφωνήσω με τον Χρίστο Κυθρεώτη, που στην παρουσίαση του βιβλίου στην Καθημερινή, στο άρθρο «Ασκήσεις μνήμης»  γράφει τα εξής:
Βασικός καμβάς μέσα στον οποίον πλέκει ο συγγραφέας τα νήματα του μυθιστορήματος είναι το θέμα της μνήμης, συλλογικής και ατομικής. Η προβληματική της συλλογικής μνήμης προετοιμάζεται ήδη με έναν οιονεί εξωκειμενικό τρόπο, δεδομένου ότι το πυρηνικό ατύχημα του Τσερνόμπιλ αποτελεί μια κομβική στιγμή της, ειδικά για ανθρώπους της ηλικιακής γενιάς του συγγραφέα. Μέσα στο ίδιο το κείμενο, πάντως, ως μεγάλο φάντασμα της συλλογικής μνήμης προβάλλει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, που ρίχνει τη σκιά του στις ζωές των ηρώων του δεκάδες χρόνια μετά τη λήξη του, φωτίζοντας αυτό που ενδιαφέρει ιδιαίτερα τον Παπαντώνη: την τομή της συλλογικής μνήμης με την ατομική, τον τρόπος με τον οποίον η μεγάλη Ιστορία διαμορφώνει, παραβιάζει και ενίοτε κακοποιεί τη μικρή. Από τη συνάντηση των δύο παράγεται ένα αποτέλεσμα – κάποια πράγματα τα καταπίνει η συλλογική μνήμη, εντάσσοντάς τα στο μεγάλο, ομοιόμορφο αφήγημά της, και κάποια άλλα τα διασώζει η ατομική μνήμη, περιφρουρώντας τα έστω και ως χαλάσματα. Είναι αυτή η δεύτερη πλευρά που απασχολεί κατά βάση τον συγγραφέα: μετάλλια τιμής, φωτογραφίες, σπαράγματα ημερολογίων, φάρμακα των οποίων η ημερομηνία λήξης έχει παρέλθει εδώ και δεκαετίες, όλα αυτά μαζί συνθέτουν ένα σπαρακτικό παζλ, θυμίζοντας στον αναγνώστη πως πίσω από τη μεγάλη Ιστορία υπάρχουν πάντα οι μικρές ιστορίες, ένας πυρήνας ατομικής μνήμης που αντιστέκεται στην ομογενοποίηση, την ισοπέδωση και τη λήθη.
Η ενότητα «26 Απριλίου 1986» βρει το Πρίπιατ ερημωμένο. Οι μαρτυρίες λιγοστεύουν ή μάλλον γίνονται πιο αποσταγματικές, οι εσωτερικοί μονόλογοι πιο σημαδιακοί, κι ίσως ίσως πιο διαχρονικοί. Δεν έχουμε καμιά άμεση (πρωτοπρόσωπη) αναφορά στην καταστροφή αυτή καθαυτή, έχουμε όμως εκ βαθέων καταθέσεις ψυχής, όπως γίνεται συνήθως στις οριακές καταστάσεις: Ο Ντμίτρι, π.χ., γράφει και σβήνει επιστολές στην Ιρίνα (πες μου αλήθεια τι είναι αυτό που μας κάνει έρμαια στις προσταγές του έρωτα/ που μας κάνει να υποκύπτουμε στη βίαιη αμνησία που μας επιβάλλει ο έρωτας; (…) ποιες ερωτήσεις να κάνουμε και ποιες απαντήσεις να δώσουμε; Και σε ποιον;), ενώ κλείνει με σπαρακτικό τρόπο την επικοινωνία :
…συγνώμη για τα γράμματα των δύο τελευταίων ετών, πες πως δεν γράφτηκαν ποτέ, πες πως με κάποιον παράδοξο και ανεξιχνίαστο τρόπο χάθηκαν καθ’ οδόν για το γραμματοκιβώτιό σου, δεν έχει πια σημασία γιατί τα έγραψα, τι ήλπιζα να πετύχω ή αν τα διάβασες ποτέ, ξέχασέ τα και θα ξεχάσω κι εγώ αυτό εδώ, το τελευταίο γράμμα, εξάλλου, στα μάτια σου δεν είμαι παρά ένας δειλός, ένας άντρας με τα χείλη ραμμένα και, ακριβώς όπως ο παππούς σου κατά τη διάρκεια του πολέμου, όλα όσα κάνω είναι απλώς μια άσκηση αφωνίας (οριστικά δικός σου, με ή χωρίς φωνή,  Ντμίτρι)
Καθηλώνει η «μητρική γραμμή του Μαξίμ»,  η «γραμμή μαυροφορεμένων γυναικών που διαρκώς πενθούσαν για κάτι»: φαντάζομαι όλες αυτές τις γιαγιάδες, προγιαγιάδες, τις θείες, τις ανιψιές και τις ξαδέρφες να θηλάζουν το απόσταγμα της απώλειας από το ίδιο στήθος, να ράβονται όλες μαζί -όλες τους μια κοψιά- στην ίδια υπεραιωνόβια μοδίστρα. Γυναίκες «σκυφτές, παντρεμένες με άντρες που κρύβονται πίσω απ’ τους εαυτούς τους, απόμακρους και αμίλητους, που δεν έκαναν παρά μόνο απανωτά λάθη». Είναι η Λίλι, η μητέρα του Μαξ, που συγκλονίζουν τα στερνά της λόγια τη μέρα της καταστροφής: από πού κρατά λοιπόν η σκούφια μου εμένα; Από το ατελείωτο πένθος και το κατά συρροή λάθος; Είμαι Πόντια ή Εβραία; ΛΙθουανή ή από λάθος Ουκρανορωσίδα με τη βία; Αλλά τι σημασία έχουν τελικά όλα αυτά; Είμαι μητέρα χωρίς αριθμό διαβατηρίου, σύζυγος χωρίς όνομα, σκιά διάφανη, κορμί που δεν είναι αδιάβροχο∙ είμαι πορεία πρόχειρα σχεδιασμένη σε χαρτοπετσέτα, είμαι το χωνευτήρι των ονείρων και των τριών μας, κι έτσι από απόψε, μπροστά στο ορθάνοιχτο πια στόμα της Αποκάλυψης, θα παραμείνουν αδιήγητες οι ιστορίες μας, οι ιστορίες της πατρικής μας και της μητρικής μας γραμμής, μουγγές οι ιστορίες τόσων αποστραμμένων προσώπων.
Η Ρεγγίνα πεθαίνει (ήταν εκεί και δεν ήταν εκεί –όπου κι αν ήταν αυτό το εκεί: εκεί που δεν υπήρχαν φωνές, ο Βάνια δεν κατάφερε ποτέ να φτάσει το ποτάμι, κάποιοι φεύγουν, κάποιοι μένουν.

Η 27η και 28η Απριλίου είναι δυο σύντομες ενότητες με μικρά, κατακερματισμένα κεφάλαια, όπου ο λόγος γίνεται ασθμαίνων, εφιαλτικός, καθώς η ζωή έχει τραυματιστεί, αγγίζει τα όρια της φυγής, ή του θανάτου: ο Βιτάλι δεν τον άκουγε, γιατί τώρα είχε χάσει τη φωνή του και ο πατέρας του, ανοιγόκλεινε το στόμα, μα δεν ακουγόταν∙ τεντώθηκε να τον αγγίξει και τρομαγμένος ξύπνησε∙ η μητέρα του τού κρατούσε το ένα χέρι και η γιαγιά του το άλλο μες στις παλάμες της –ανοιγόκλειναν κι οι δυο τα στόματά τους, χωρίς όμως να ακούγονται.
Χριστίνα Παπαγγελή



[1]  Ιδρύθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 1970, όπου αποτέλεσε την ένατη πυρηνική πόλη (ένα είδος κλειστής πόλης) στη Σοβιετική Ένωση, ώστε να εξυπηρετήσει τον κοντινό σταθμό πυρηνικής ενέργειας του Τσερνόμπιλ. Ανακηρύχθηκε επίσημα ως πόλη το 1979 και είχε αναπτυχθεί σε πληθυσμό των 49.360 μέχρι τη στιγμή που εκκενώθηκε, το απόγευμα της 27ης Απριλίου 1986, την επομένης μέρας της καταστροφής του.  Η πρόσβαση στο Πρίπιατ, σε αντίθεση με τις πόλεις στρατιωτικής σημασίας, δεν περιορίστηκε πριν από την καταστροφή, καθώς οι πυρηνικοί σταθμοί ηλεκτρικής ενέργειας θεωρήθηκαν από τη Σοβιετική Ένωση ως ασφαλέστεροι από άλλους τύπους σταθμών ηλεκτροπαραγωγής. Οι πυρηνικοί σταθμοί παραγωγής ενέργειας παρουσιάστηκαν ως επίτευγμα της σοβιετικής τεχνολογίας, όπου η πυρηνική ενέργεια χρησιμοποιήθηκε για ειρηνικά έργα. Το σύνθημα "ειρηνικό άτομο" (Ρωσικά: мирный атом), ήταν δημοφιλές εκείνη την εποχή. Το αρχικό σχέδιο περιελάμβανε την κατασκευή του εργοστάσιο μόνο 25 χιλιόμετρα (16 μίλια) από το Κίεβο, αλλά η Ουκρανική Ακαδημία Επιστημών, μεταξύ άλλων φορέων, εξέφρασε ανησυχία για το γεγονός ότι ήταν πολύ κοντά στην πόλη.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 25, 2019

Άνθρωποι του δάσους, Άννυ Πρου


Οι «άνθρωποι του δάσους» (“Barkskins”), ογκώδες βιβλίο δυναστειών, καλύπτει  την εποχή που η «Νέα Γαλλία» ήταν μια απέραντη, δασώδης, παρθένα έκταση -στις παρυφές της οποίας συμβίωναν πολλές φυλές αυτοχθόνων-, δηλαδή την περίοδο από τα τέλη του 17ου αιώνα, και φτάνει μέχρι και τον 21ο   (για την ακρίβεια μέχρι το 2013). Όμως  κεντρικό θέμα δεν είναι τόσο  οι οικογενειακές σχέσεις όσο η εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου του Καναδά, και η συρρίκνωση/εξαφάνιση των ινδιάνικων φύλων. Με άξονα  την εξέλιξη δυο οικογενειών και την προσαρμογή τους στις εκάστοτε συνθήκες, η συγγραφέας ουσιαστικά μας οδηγεί βαθιά μέσα στην ιστορία του Καναδά, στις συγκρούσεις των διαφορετικών πολιτισμών (ντόπιων αλλά και ευρωπαϊκών), και σε διλήμματα που εξακολουθούν να είναι επίκαιρα ως τις μέρες μας. «Επικό οικολογικό μυθιστόρημα» ονομάζει το βιβλίο ο Μιχάλης Μοδινός (που κι ο ίδιος έχει ασχοληθεί με ανάλογα θέματα στην Αφρική)∙ και είναι εύστοχος ο χαρακτηρισμός, εφόσον το κύριο βάρος είναι η καταστροφή του δάσους απ’ την ακόρεστη αλαζονεία των λευκών, που πιστεύουν ότι η γη είναι ανεξάντλητη, αλλά και η συντριπτική συρρίκνωση του ινδιάνικου στοιχείου, με αποτέλεσμα την εξαφάνιση σημαντικών πολιτισμών.
Άπειρα ονόματα και σχέσεις  συμπλέκονται σχηματίζοντας ένα πολυδιάστατο παζλ, και καταδεικνύοντας την ματαιοδοξία των ανθρώπων που ενώ νομίζουν ότι το πέρασμά τους απ’ τη ζωή είναι μοναδικό και αιώνιο, αφήνουν μόλις ένα χνάρι που στην καλύτερη περίπτωση είναι κάποιοι απόγονοι, που κι αυτοί με τη σειρά τους  πασχίζουν με φιλοδοξίες και προσδοκίες για ένα μέλλον που καταλήγει επισφαλές. Έτσι, η δομή του βιβλίου που είναι χωρισμένο σε κεφάλαια κατά χρονικές περιόδους αλλά και με βάση κάθε φορά μια από τις δυο οικογένειες -κατά γενιές πηγαίνοντας από παιδιά σε εγγόνια, ανίψια, δισέγγονα κλπ-, συντελεί στο να αφήσει αυτή τη γεύση του φευγαλέου, του μάταιου, αλλά και του ακόρεστου. Δεν προλαβαίνει ο αναγνώστης να «ταυτιστεί» παρά για λίγες σελίδες με κάποιους από τους εκάστοτε πρωταγωνιστές που είναι πιο ενδιαφέροντες, ή πιο συμπαθητικοί, πιο συναισθηματικοί, πιο ανθρώπινοι. Έτσι δεν θα βρει ο αναγνώστης ενδιαφέρον τόσο σε συναισθηματικό επίπεδο, όσο σε ιστορικό, περιβαλλοντικό, και  -γιατί όχι;-γεωγραφικό ή μάλλον ανθρωπογεωγραφικό.
Οι περισσότεροι κατιόντες ήρωες, ποτισμένοι από τη φιλοδοξία των προγόνων, συνεχίζουν το έργο της καθυπόταξης του φυσικού πλούτου, μεθούν από την αφθονία της ξυλείας και των παρθένων δασών βάζοντας τον εαυτό τους στο κέντρο του σύμπαντος. Όμως κι αυτούς το πέρασμα του χρόνου τούς προβάλλει τρωτούς και αδύναμους. Πολλές φορές η φύση εκδικείται κι έχουμε τραγικούς και πρώιμους θανάτους.

Οι θεμελιωτές των δύο δυναστειών είναι δυο Γάλλοι μετανάστες, ο Ρενέ Σελ και ο Σαρλ Ντυκέ που έφτασαν μαζί ως “engagés”στη Νέα Γαλλία, δηλαδή ως υπηρέτες  με συμβόλαιο από την πατρίδα τους, και συμπορεύονται για ένα πολύ μικρό διάστημα στην υπηρεσία του Κλοντ Τρεπανί. Φτωχός κι αμόρφωτος ο Σελ, προερχόμενος από φτωχογειτονιές του Παρισιού ο Ντυκέ, είναι στο έλεος του νέου αφέντη. Παρακολουθούμε με ενδιαφέρον την προσπάθειά τους να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες της διαφορετικής ηπείρου  (κρύο, ατέλειωτο δάσος, σκοτάδι, έντομα, τις αρρώστιες, βότανα, Ινδιάνοι, παγωμένος ποταμός κλπ), κυρίως όμως στη σκαιά συμπεριφορά του Τρεπανί που τους φέρεται σα να είναι σκυλιά. Έτσι, λίγες είναι οι μέρες που οι δυο πρωταγωνιστές συνυπάρχουν, γιατί ο Σαρλ Ντυκέ εξαφανίζεται (για να τον βρούμε ως αναγνώστες στο επόμενο κεφάλαιο), όχι μόνο λόγω του κυνισμού του αφεντικού, αλλά γιατί αντιλήφθηκε γρήγορα ότι ο Τρεπανί θα γίνει κάτι σαν φεουδάρχης που δεν πρόκειται να τους παραχωρήσει γη (όπως έγραφε το συμβόλαιο) αλλά θα τους έχει σαν δουλοπάροικους.   
Γρήγορα ο Σελ αντιλαμβάνεται ότι η νέα του δουλειά είναι να κόβει δέντρα. Για την ακρίβεια, ότι ο στόχος όλων αυτών αποίκων είναι να αποψιλώσουν όσο μεγαλύτερη έκταση δάσους μπορούν, προμηθεύοντας με ξυλεία τις ευρωπαϊκές αγορές, για την οποία ξυλεία οι ανάγκες γίνονται όλο και μεγαλύτερες στον «παλιό κόσμο».  Έτσι, παρακολουθούμε την εξέλιξη αυτών των δυο τυχοδιωκτών: ο μεν Ρενέ Σελ επιδίδεται στην κοπή δέντρων και κάποια στιγμή ανεξαρτητοποιείται, ενώ παντρεύεται  σχεδόν αναγκαστικά την Ινδιάνα φυλής Μικμάκ, τη Μαρί (η γαλανομάτα fille du roi των ονείρων του εξαφανίστηκε. Ένιωσε ξανά τον εαυτό του να παρασύρεται μέσα στο ορμητικό ρεύμα των γεγονότων από το οποίο ήταν ανίσχυρος να ξεφύγει) κι έτσι η μια οικογένεια της οποίας την εξέλιξη παρακολουθούμε έχει έντονο το ινδιάνικο στοιχείο. Ο Σαρλ Ντυκέ απ’ την άλλη, αφού διασώζεται σαν από θαύμα, κυνηγάει την τύχη του αρχικά στο γουνεμπόριο (εδώ έχουμε ευκαιρία να δούμε πόσο τυχοδιωκτικά διακινούνταν το εμπόριο της εποχής, με πρωτοπόρους τους Ολλανδούς και ταξίδια ρίσκου μέχρι την Κίνα), για να αντιληφθεί όμως γρήγορα μετά από αρκετές περιπέτειες ότι το συμφέρον βρίσκεται στην εκμετάλλευση της ξυλείας. Πιο ψυχρός υπολογιστής, υιοθετεί τρεις γιους για να έχει διαδοχή στην εταιρεία (που λέγεται από ένα σημείο Τσαρλς Ντιουκ και Υιοί, και αλλάζει ονόματα στο διάβα των χρόνων), ενώ έχει και δικά του παιδιά των οποίων ένα παρακλάδι συγγενεύει με τους Σελ (ένας από τους γνήσιους γιους παντρεύεται ιθαγενή και η κόρη τους παντρεύεται Σελ) αλλά ποτέ δεν το ανακαλύπτουν! Χειριστές νεροπρίονων, εκτιμητές του όγκου της ξυλείας που υπάρχει σε μια περιοχή, συνεργεία παντός είδους, έμπειροι ξυλοκόποι, εργολάβοι και επιθεωρητές/επιστάτες γης,  επιστρατεύονται δημιουργώντας τεράστιες μονάδες εκμετάλλευσης, ενώ συμπληρωματικές επιχειρήσεις υποβοηθούν την κεντρική επιχείρηση.
Τα οικογενειακά δέντρα είναι τόσο μπλεγμένα που  θεωρήθηκε σκόπιμο να παρατεθούν για τον αναγνώστη στις πίσω σελίδες του βιβλίου. Είναι πολυπληθείς οι σχέσεις, οι καταστάσεις, και τα συμφέροντα αλληλοκρουόμενα. Ξεχωρίζουν κάποιες ισχυρές προσωπικότητες, και μάλιστα κάποιες απ’ αυτές είναι γυναίκες: είναι η Μπέατριξ (που ανήκει και στις δυο οικογένειες, εφόσον είναι απόγονος των Σελ και παντρεύεται Ντυκέ 324),η Πόουζι των Ντιούκ και η κόρη της Λαβίνια, που αναδεικνύεται σε μεγάλη επιχειρηματία, με ακόρεστη φιλοδοξία και προσαρμοστικότητα στις εκάστοτε νέες συνθήκες.  Η τελευταία μάλιστα μπλέκει και σε ρομαντικό ειδύλλιο με τον σκεπτικιστή (όσο αφορά την καταστροφή των δασών) Ντίκερ, που κι αυτός είναι μια προσωπικότητα ξεχωριστή. Ιδιαίτερη είναι και η Σαπατίσια της εποχής μας πια, που αποσύρθηκε στις ερημιές αφού μελέτησε τα οικοσυστήματα και γύρισε όλον τον κόσμο.
Όμως οι πραγματικοί πρωταγωνιστές είναι τα… πραγματικά δέντρα, του απέραντου, μοναδικού και ανεπανάληπτου δάσους. Πονάει η ψυχή του αναγνώστη όταν βλέπει με μυθιστορηματική λεπτομέρεια πόσο άπληστος για ενέργεια/πλούτο/κέρδος ήταν ανέκαθεν ο άνθρωπος, με πόση άγνοια και αποκοτιά καταπατά τη φύση και τους ανθρώπους που σέβονται τη φύση, και με πόσο εγωισμό την ισοπεδώνει χωρίς έλεος (για μια στιγμή τρόμαξε∙ αν ολόκληρα χιλιόμετρα δάσους μπορούσαν να αφαιρεθούν τόσο γρήγορα από μερικούς άντρες με τσεκούρια, μήπως τότε το δάσος ήταν τόσο ευάλωτο όσο και οι κάστορες;). Καλλιεργεί ανταγωνιστικές σχέσεις με όσους καταπατούν, όπως κι αυτός, τις εκτάσεις που εποφθαλμιά, και κηρύσσει πόλεμο με όποιον στέκεται εμπόδιο. Χαρακτηριστική η περίπτωση του Ντυκέ:
Μετά απ’ όλες τις αδικίες που είχε υπομείνει, μετά απ’ όλα όσα είχε κάνει, που πέρασε στο Νέο Κόσμο, που δραπέτευσε από τον Τρεπανί, που έμαθε τη σκληρή δουλειά, του voyageur, ανακάλυψε τον τρόπο να χρησιμοποιεί το δάσος για να πλουτίσει, που έμαθε να διαβάζει και να γράφει και να μετράει, που ταξίδεψε στην Κίνα, μετά απ’ όλες τις εμπορικές διασυνδέσεις που είχε δημιουργήσει, είχαν έρθει αυτά τα αποβράσματα του Μέιν για να κλέψουν τη δική του ξυλεία.  
Οι άνθρωποι του βασιλιά στη Νέα Γη, που είναι ανεξέλεγκτη για τη γηραιά ήπειρο, "κλέβουν το Στέμμα" εκχωρώντας κομμάτια γης σε άλλους, ενώ εξασφαλίζουν τα καλύτερα φιλέτα για τον εαυτό τους. Στην καλύτερη περίπτωση κάποιοι απ’ τους ιδιοκτήτες εταιρειών, πριονιστηρίων κλπ φροντίζουν για μερική (;;!!) αναδάσωση, που ποτέ όμως δεν μπορεί να υποκαταστήσει τα αιωνόβια δέντρα που εξαφανίστηκαν ανεπιστρεπτί. Οι επιχειρήσεις εξαπλώνονται και στον τομέα της κατασκευής τσεκουριών, η δε απληστία οδηγεί κάποιους μέχρι την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία (Εταιρεία Νέας Ζηλανδίας) με συστηματικό εποικισμό (ιεραπόστολους κλπ), όπου η επαφή με τους ανθρωποφάγους Μαορί ήταν πρόκληση. Η ομορφιά του καινούριου κόσμου με τα παρθένα δάση, τα έντονα χρώματα και τα μεθυστικά αρώματα αντισταθμίζεται από τους άγνωστους, «αρχαίους» κινδύνους. Εκεί όμως υπάρχει και ο παράδεισος της ξυλείας, τεράστιες εκτάσεις με τα περίφημα, απίστευτα  δέντρα «κάουρι»,  των οποίων ο κορμός μπορούσε να έχει την περιφέρεια μιας μεγάλης χριστιανικής εκκλησίας (τώρα βέβαια έχουν εξαφανιστεί αυτού του μεγέθους τα κάουρι)!!
Βέβαια, υπάρχουν κι αυτοί που πενθούν για την απώλεια του δάσους κι όλης της ποικιλότητας ζωής φυτικής και ζωικής που σημαίνει το δάσος, και είναι φυσικά οι ινδιάνοι. Η πρώτη φωνή που ακούμε, φωνή που θρηνεί για την απώλεια των πυκνών σημείων στο δάσος όπου φύτρωναν ορισμένα φυτά αλλά δεν φυτρώνουν πια λόγω της δραστηριότητας των αποίκων και που αντιστέκεται σ’ αυτήν την αλόγιστη αποψίλωση, είναι της Μαρί, της γυναίκα του Ρενέ Σελ: το δάσος ήταν μια ζωντανή οντότητα, ζωτικής σημασίας όσο και οι υδάτινοι δρόμοι, γεμάτο με δώρα, φάρμακα, τροφή, καταφύγιο, υλικά γα εργαλεία. Έπρεπε να ζεις μαζί του αρμονικά, νιώθοντας ευγνωμοσύνη. Γυναικεία λόγια, κατά τον Ρενέ. Όμως, σύμφωνα με την παράδοση των Ινδιάνων, οι γυναίκες είναι σημαντικές, αυτές έπαιρναν τις μεγάλες αποφάσεις.
Βλέπουμε λοιπόν αυτούς τους λαούς να εκτοπίζονται από Γάλλους και Άγγλους που προελαύνουν με τον αέρα του κατακτητή. Οι Γάλλοι μάλιστα χρησιμοποιούν τους Ινδιάνους σαν στρατιώτες που πολεμάν για λογαριασμό τους, ή για την προστασία τους, εκμεταλλεύονται σεξουαλικά τις γυναίκες τους, τους δίνουν δώρα, τους εξαγοράζουν, τους εξαπατούν (Ζοζέπ: δεν καταλαβαίνουν ότι είμαστε σύμμαχοι του Γάλλου βασιλιά, αλλά όχι υποτελείς του), όπως ακριβώς και οι Ισπανοί, Βέλγοι Ολλανδοί κλπ σε Κεντρική, Νότια Αμερική, και Αφρική. Βλέπουμε και τον ανταγωνισμό Γάλλων και Άγγλων για τη Νέα Γη, όπου οι πρώτοι παρουσιάζονται πιο ανθρώπινοι (παντρεύονται και κάποιες Μικμάκ), ενώ οι Άγγλοι νομίζουν πως όλα είναι ιδιοκτησία τους).
Καθώς διερχόμαστε τις γενιές, παρακολουθούμε τις τραγικά συγκινητικές προσπάθειες των Ινδιάνων (που βέβαια έρχονται σε επιμειξίες με τους «εισβολείς») να μη χάσουν στοιχεία του πολιτισμού τους, ενώ παράλληλα αναγκάζονται να μάθουν τη γλώσσα των ευρωπαίων, τη γραφή κλπ. Κάποιοι, όπως ο Τεοντίστ,  πολεμούν κι εναντίον των Άγγλων (όταν οι Άγγλοι κήρυξαν το Χάλιφαξ αγγλικό οικισμό, το 1749). Δυσκολεύονται όμως να διατηρήσουν τον τρόπο ζωής τους ∙ να βρουν αχιβάδες που υπήρχαν άλλοτε κάτω απ’ τα παχιά φυλλώματα και τα έτρωγαν τα γουρούνια∙ βότανα που ήταν πολύ κοινά –μολόχα, τσουκνίδα, ζοχός, λάπαθο κ.α.- τώρα γίνονται σπάνια, κι έτσι δεν έχουν άλλη λύση επιβίωσης από το  να υιοθετήσουν τους τρόπους των Ευρωπαίων. Το κυνήγι των ζώων σπανίζει, κι έτσι οι κυνηγοί τώρα πια λείπουν ώρες από τα σπίτια τους. Κάποια στιγμή συνειδητοποιούν ότι είναι δυο διαφορετικοί κόσμοι, και πρέπει με συνειδητές προσπάθειες να κρατούν τον «κόσμο τους ως Μικμάκ», ενώ παράλληλα τους λείπει η τροφή κι η στέγη.  Όσο περνούν τα χρόνια αντιμετωπίζουν και μεγαλύτερη εχθρότητα (ιδιαίτερα από τους Άγγλους) και οι ίδιοι βρίσκονται σε απόγνωση: Ήταν μαρτύριο να βλέπει τους ανθρώπους της φυλής του πεινασμένους να τρέχουν πίσω απ’ τους Εγγλέζους ζητώντας δουλειά ή φαγητό). Το χειρότερο όμως είναι ότι, όσο περνούν τα χρόνια, χάνουν την ικανότητα να νιώθουν πώς να καταλαβαίνουν και να αποκρυπτογραφούν π.χ. τα ίχνη των ζώων, τα εποχικά σημάδια των φυτών και των δέντρων, τις οσμές των αρκούδων, κλπ κλπ. Ο ρόλος των Ινδιάνων πια σιγά σιγά ξεπέφτει σε οδηγούς των λευκών στο κυνήγι, στο ψάρεμα (οι λευκοί δεν καταλαβαίνουν ότι αυτή ήταν η δουλειά μας. Γι αυτούς το κυνήγι και το ψάρεμα είναι παιχνίδι μόνο. Νομίζουν ότι είμαστε τεμπέληδες γιατί μόνο «παίζουμε»).
Απ’ την άλλη, η δυτική/χριστιανική αντίληψη θεωρεί τους Ινδιάνους «πρόβλημα», γιατί δεν χρησιμοποιούν σωστά τη γη, απλώς περιφέρονται και κυνηγούν. Για τους Ευρωπαίους, είναι φυσιολογική και χριστιανική η αλλοτριωμένη αντίληψη:  «Όπως μας λέει η Αγία Γραφή, είναι καθήκον μας να χρησιμοποιούμε τη γη. Και υπάρχει τόση γη εδώ, που μπορείς να κάνεις οτιδήποτε θέλεις. Οι Ινδιάνοι δεν μπορούν να καταλάβουν ότι η σωστή χρήση είναι να αποψιλώσεις, να οργώσεις, να φυτέψεις και να συγκομίσεις, να βάλεις ζώα να βοσκήσουν, να ανοίξεις ορυχεία και να παραγάγεις ξυλεία. Με λίγα λόγια είναι απολίτιστοι. Και αντίχριστοι». Υπάρχει βέβαια και ο αντίλογος του Μπερνάρ, που τον κρατά όμως για τον εαυτό του: «και γιατί δε θεωρούσε χρήση της γης το κυνήγι και τη συλλογή καρπών;»
Οι απόγονοι του Σελ, που έχουν έντονο το ινδιάνικο στοιχείο, έχουν περισσότερο ενδιαφέρον γιατί ζουν στο μεταίχμιο των δυο κόσμων: (Δεν ανήκω εδώ. Δεν ανήκω στο Μικμάκι –Νέα Σκωτία το λένε τώρα. Είμαι κάτι ξέχωρο απ’ όλους, Άγγλους, Μικμάκ, Γάλλους, Αμερικανούς. Δεν έχω θέση πουθενά. Πολλοί Μικμάκ στο χωριό προσποιούνται ότι όλα είναι εντάξει, αλλά τα ζώα σπανίζουν, και κανείς δεν ξέρει ποιος είναι ο σωστός τρόπος να ζει). Μερικούς μάλιστα τους προορίζουν και για επιχειρηματίες.
Οι αιώνες περνούν και η τεχνολογία προχωράει. Οι τεράστιοι κορμοί δεν μεταφέρονται πια με το ρεύμα των ποταμών, αλλά δημιουργούνται οι σιδηρόδρομοι, με όλες τις απαραίτητες διεργασίες που σημαίνει αυτό (κι άλλη αποψίλωση, ρευστοποίηση μεταλλευμάτων=> απίστευτος αριθμός δέντρων , πυρκαγιές ελεγχόμενες και ανεξέλεγκτες .  Φτάνοντας στον 20ο αιώνα, κάποιοι έχουν συνειδητοποιήσει ότι  η φύση είναι πεπερασμένη, κι ότι η εκμετάλλευσή της προϋποθέτει μια πολιτική συντήρησης. Ήδη ο Ρούσβελτ ενσωματώνει αυτήν την πολιτική σε θεσμούς και νόμους (δασοπονική Υπηρεσία, κρατική κατάσχεση δασικών εκτάσεων, κρατικός έλεγχος). Όμως η πρώτη πραγματικά συνειδητή «οικολογικά ευαίσθητη»  φωνή στο βιβλίο, που νοιάζεται όχι για τον άνθρωπο-εκμεταλλευτή αλλά για το ίδιο το δάσος είναι του Τσάρλι, του «αποτυχημένου» γιου του Ντίρερ:
-Είδα πάρα πολλές φυτείες πεύκων σε τακτοποιημένες σειρές. Αλλά δεν τα θεωρώ δάση.
-Μάλιστα. Για σένα δηλαδή τι είναι δάσος;
ίμαι σίγουρος ότι οι άγριες φυσικές δασικές εκτάσεις είναι τα μόνο πραγματικά δάση. Ολόκληρη η ατμόσφαιρα-το περιβάλλον, ο αέρας, οι μπλεγμένες μεταξύ τους ρίζες, οι ταπεινές φτέρες και οι λειχήνες, τα έντομα και οι αρρώστιες, το χώμα, το νερό, ο καιρός. Όλα αυτά τα κομμάτια φαίνονται πως πλέκονται μαζί και σχηματίζουν μια μεγάλη άγρια ορχήστρα. ΄
Ένα δάσος που ζει για τον εαυτό του και όχι προς όφελος της ανθρωπότητας. 
Καθώς προχωράμε στο τέλος του 20ου αιώνα και στις αρχές του 21ου, βρίσκουμε τους απόγονους των δυο δυναστειών Κόνραντ, Ζαν και Φίλιξ πιο ευαισθητοποιημένους  να σπουδάζουν, να ερευνούν τα οικοσυστήματα και ιαματικά φυτά των Μικμάκ, να προσχωρούν στον ακτιβισμό, («οικοβλαμμένους», του αποκαλεί κάποιος!). Οι δυο τελευταίοι μάλιστα επισκέπτονται την Σαπατίσια Σελ, θεία τους επιστήμονα που έχει αποσυρθεί στην ερημιά, για να τη ρωτήσουν για τα βότανα των Μικμάκ: αν ξέρουμε ότι ένα συγκεκριμένο φυτό γιατρεύει τον πόνο ή τη φαγούρα, γιατί δεν μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε πια;
Θα τελειώσω την «ανάγνωση» αυτού του βιβλίου με τη μεγαλειώδη απάντηση της Σαπατίσια, που νομίζω ότι είναι και απόσταγμα σοφίας όλης της μυθιστορηματικής πλοκής:
-Για όνομα του θεού, ήρθατε μέχρι εδώ για να με ρωτήσετε αυτό;(…)Ίσως νομίζετε ότι έχω την απάντηση. Δεν την έχω.(…) Εκείνα τα φυτά περιτριγυρίζονταν από δυνατά και υγιή δέντρα, δέντρα που δεν υπάρχουν πια, δέντρα που αντικαταστάθηκαν από άλλα, αδύναμα κι αρρωστημένα. Δε γνωρίζουμε τίποτα για τη συμβιωτική σχέση που είχαν αναπτύξει εκείνα τα φυτά με τα δέντρα και τους θάμνους της εποχής τους.
Το δάσος είναι η αρχή και πιθανώς το τέλος.

Υγ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η παρουσίαση της Μάρω Βασιλειάδου, στο άρθρο  "Η ευαίσθητη επιδερμίδα των δέντρων"
Χριστίνα Παπαγγελή


Σάββατο, Νοεμβρίου 02, 2019

Κόμπο τον κόμπο, Δήμητρα Λουκά


Πρόκειται για 22 σπαραχτικές αφηγήσεις  από την περιοχή της Πρέβεζας, στα σκληρά μεσοπολεμικά χρόνια οι περισσότερες, μέχρι και τον εμφύλιο. Με έντονο το στοιχείο της προφορικότητας, όχι μόνο γιατί έχουμε αυτούσιο -υποθέτω- το ιδίωμα της περιοχής, αλλά και γιατί η δομή της αφήγησης ακολουθεί τις τεχνικές του προφορικού λόγου: το ενδιαφέρον υψώνεται εξαρχής κάθετο μέσα από ένα κεντρικό συναίσθημα (π.χ. αφού επιμένεις να με ρωτάς για τον πατέρα μ’, θα σου πω ότι περήφανος δεν είμαι/τι τα θέλεις μωρέ παιδάκι μ’ και τα σκαλίζεις τώρα; Ήταν άτυχος ο αδερφός μ’, και κάθε φορά που τον θυμιέμαι μου λιγώνεται η καρδιά/στην κηδεία του άντρα της του Θωμά, η Φρόσω έμοιαζε σα να θέλει κι εκείνη να πεθάνει) που ξεδιπλώνεται από τις πρώτες πρώτες αράδες προς τον κεντρικό πυρήνα της αφήγησης. Συνήθως υπάρχει ένα β΄ενικό («παπά μ΄», «Θοδωρούλα μ’», «παιδάκι μ’», «Διονυσούλα μ’»), ένα πρόσωπο στο οποίο εξομολογείται ο εκάστοτε αφηγητής/τρια. Κυρίως όμως, όπως ακριβώς και στον προφορικό λαϊκό λόγο, δεν υπάρχει παραστατικότητα θεατρική, ανάλυση ή αναστοχασμός αλλά γεγονότα που πολλές φορές μάλιστα απλώνονται σε μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ τα συναισθήματα αποδίδονται λιτά και σύντομα, όμως με δυνατές μεταφορές (έλεγα ότι η σιωπή θα ημερέψει σιγάσιγά τον πόνο, αλλά εκείνη τον θέριεψε σαν τον ασπάλαθρα την άνοιξη κι όλο μ’ αγκυλώνει την καρδιά). «Κόμπο τον κόμπο» αφηγείται κάθε φορά το πρόσωπο-πρωταγωνιστής, που τον πνίγουν ο πόνος και οι αναμνήσεις, και νομίζω ότι δεν θα μπορούσε να υπάρχει πιο εύστοχος τίτλος: από κόμπο σε κόμπο προχωρά στέκεται η μνήμη, η αφήγηση, η ματιά, η ψυχή. Η αφήγηση επομένως γίνεται πολλές φορές συνοπτική σε χρόνο όπως ακριβώς λειτουργεί η ανάμνηση, με ελάχιστους διαλόγους, ενώ σταλάζουν στον αναγνώστη εικόνες ανεξίτηλες, εικόνες  που μέσα απ την διάφανη σκληρότητά τους υποδηλώνουν κάθε φορά το απύθμενο  βάθος μιας ανώνυμης -πάντα όμως προσωπικής- τραγωδίας.  Απ΄αυτές τις αμέτρητες, που σκηνοθετεί η σκληρή ζωή της ελληνικής επαρχίας, ιδιαίτερα  στα «πέτρινα χρόνια». Κι όταν πρόκειται για μια περιοχή με ιδιαίτερη ιστορία όπως η περιοχή της Πρέβεζας, όπου δεσπόζουν τα Τζουμέρκα με την ιστορική παράδοση στην κλεφτουριά, σχετικά κοντά στα σύνορα με την Αλβανία, με μειονότητες όπως οι Τσάμηδες και με φουντωμένα τα πάθη του εμφυλίου στα ηπειρωτικά βουνά, οι μαρτυρίες είναι καυτή λάβα.
Κάθε διήγημα λοιπόν, ακόμα κι αυτά που εκτείνονται σε 2-3 σελίδες, σηματοδοτεί κι από μια τραγωδία, αγγίζοντας από τη μια τα περιθώρια της επίσημης ιστορίας, κι απ την άλλη το βάθος της ανθρώπινης ζωής στην υπαρξιακή μοναξιά της. Και οι συνθήκες είναι μοναδικές κι ανεπανάληπτες:
·         Η κόρη που περιμένει την επίσκεψη της μάνας, η οποία  τους είχε εγκαταλείψει μαζί με τον αδερφό, όταν ήταν πολύ μικρά για να κάνει μεγάλη ζωή με άντρα σταφιδέμπορο απ’ την Πάτρα. Κι όταν έρχεται σαν την άνοιξη, είναι «η ομορφιά της καλύτερη κι απ’ το λουλούδι τα’ άσπρο», μα έμεινε τρία βράδια και δεν ξαναγύρισε ποτέ. Η ζωή προχωρά «κόμπο τον κόμπο» για να καταλήξει στην έσχατη γνώση (τότε κατάλαβα που ο άνθρωπος άμα αλέθεται με τούτο και με κείνο, θέλει δε θέλει, λησμονάει τους πεθαμένους, λησμονάει και τους ζωντανούς που, χει χρόνια πολλά να τους δει, γιατί και κείνοι πεθαμένοι λογαριάζονται μέσα τ’. Έτσι, τη συχώρεσα τη μάνα μ’, και με τη συχώρεση τη δική της γίνηκε το κλάμα μ’ τραγούδι, και από τότες πορεύτκα στη ζωή αχόλευτη ως τα σήμερα)
·         Το μακελειό στο σπιτικό του Ραχάμ του εβραίου στη διάρκεια του πολέμου , που «ψυχή σαν αυτού δεν ηύρε» (τη νίλα που είδαμε στο αραγώι την έχω αγκίδα στην καρδιά να με τρυπάει ως τα σήμερα)
·         Το κρίμα του πατέρα που ο γιος του βρήκε παράδες και μας το κρατάει κρυφό, και  κείνος καλύπτει το φονικό με την πρόφαση ότι ο γιος ατίμαζε την αδερφή (ήρθα να σε βρω και να στα πω παπά μ’, γιατί οι αράχνες μου δαγκάνουν τώρα το κορμί και να τις ξεπαστρέψω δεν μπορώ)
·         Το φευγιό μέσα στη νύχτα απ’ τους «αμίτες» (ΕΑΜίτες) της μάνας με τα παιδιά και τα μωρά στην αγκαλιά και τη μηχανή SINGER (βάλε σημάδι, κοπέλα μ’, να τη βρούμε πάλε όταν περάσει ο χαλασμός)
·         Η νύφη που την είχαν σαν δούλα και δεν την άφησαν ούτε το παιδί της να μεγαλώσει
·         Οι Τουρκαλβανοί/Τσάμηδες[1] που δέχτηκαν στην περιοχή της Πρέβεζας τα κύματα των προσφύγων του ’22 (οι Τσάμηδες δεν περιλήφθηκαν στην ανταλλαγή πληθυσμών), αλλά ζούσαν πάντα με φόβο γιατί ήταν μουσουλμάνοι και δεν τους ήθελαν ούτε στην Τουρκία (ο φόβος κερί αναμμένο έκαιε μέρα νύχτα απάνου στο σοφρά). Η αφηγήτρια είναι Τσάμισα  και μιλά στο δάσκαλο του χωριού (Σπαθαραίους) για το «κακό το μεγάλο» (όποιος σέρνει το χορό , δάσκαλε, θέλει και κάποιον να του κρατά τα ίσια, κνένας δε χορεύει μοναχός τ’): με αφορμή διακόσια πρόβατα γίνεται μεγάλο φονικό Τσάμηδων (δε ρίχνω το βάρος όλο στους χριστιανούς/έκαμαν κι οι δικοί μας πολλά/εκεί απάνου απ΄το κορμί μ’ το σακατεμένο, ορκίστκα να κρατήσω το παιδί).
·         Ο αψίθυμος Σπύρος, που από πληγωμένο φιλότιμο σκότωσε άνθρωπο και κρύφτηκε για ένα χρόνο στα βουνά γίνεται αφορμή για νέο φονικό απ’τον αφηγητή, όταν μαθαίνει ότι τον ξεγέλασε αυτός που τον φυγάδευσε απ’ την Πάργα (αλλά τι τα θέλεις, Μήτσο μ’, τα πλούτη έρχονται και φεύγουν σαν τα περατάρικα τα πουλιά)
Δεν είναι φυσικά σκόπιμο να αναφερθώ και στις 22 τραγωδίες της συλλογής, αν και όλες ανεξαιρέτως έχουν κάτι μοναδικό και ιδιαίτερο. Το  πρόχειρο δείγμα παραπάνω δείχνει  τον σπαραγμό ψυχής που κρύβεται πίσω απ’ αυτές τις ανώνυμες εξιστορήσεις, όπου κοινός τόπος είναι οι στερήσεις, η σκληρή αγροτική ζωή, το αναποδογύρισμα της μοίρας με εύκολη λύση το φονικό, το φευγιό, η εκδίκηση, ο ολοφυρμός των γυναικών (το φευγιό δε σβήνει το μνημονικό, μόνο ο Χάρος το ξεριζώνει). Κι ο θάνατος, φυσικός σαν κεραυνός, βιώνεται με διαφορετικό τρόπο σ’ αυτό το πλαίσιο: συγκλονιστικό το διήγημα «Πηγαδούσες» όπου μιλά η κόρη που έπεσε στο πηγάδι και την πήραν οι πηγαδούσες, εκειές οι έρμες που γλυκαίνουν τις κοπέλες με τη φωνή τους και τις παίρνουν στον κόσμο τον άλλο, αλλά και οι συμβουλές της αφηγήτριας για να γυρίσει ο αποθαμένος στο «Ο γυρισμός» (Σώπα, με το μοιρολόι δεν έρχεται πίσω/Τίποτα δε γένεται αν δεν προσεύχεται πρώτα η ψυχή και μετά το στόμα. Όταν ακούω ελαφρά τα πατήματά τα’ στις πλάκες της αυλής, σκώνομαι και του ανοίγω σιγανά την πόρτα. Το καντήλι σβήνει, οι άγιοι σφαλίζουν τα μάτια (…) τα ματάκια τ’ θολά, τα χείλια τ’ μπλάβα, τα μαλλάκια τ’ άσπρα τούφες τούφες και λιγοστά. Το κουστούμι τ’ έχει πάρει να πρασινίζει και να ξεφτίζει τόπους τόπους. Δε γίνεται να στ’ αλλάξω, σταυραϊτέ μ’ του λέω).
Ξεχωριστό είναι το σχετικά εκτεταμένο τελευταίο διήγημα, «Η εξαφάνιση της κεφαλής του Λάμπρου Γκαμέρα», ο οποίος εμφανίζεται ως ιστορικό πρόσωπο, ληστής που σκοτώθηκε στην Κρυοπηγή των Τζουμέρκων μετά από συμπλοκή με τη χωροφυλακή το 1931. Η υπόθεση  ξεφεύγει από το ιστορικό ενδιαφέρον κι αποκτά αστυνομική πλοκή με στοιχεία μεταφυσικής, εφόσον η κεφαλή και το μαχαίρι του Γκαμέρα έχουν εξαφανιστεί μυστηριωδώς απ΄ τη θέση τους στο Ιατροδικαστικό Τμήμα. Με θαυμαστό τρόπο ξεδιπλώνεται η τραγική ιστορία του ήρωα από την κόρη του, προς τον αφηγητή/ερευνητή του μυστηρίου:
-Μη με τηράς έτσι, σου’ πα απ’ την αρχή ότι, αν δεν πιστεύεις σαν το παιδί τα’ απονήρευτο ετούτα που σου λέω, να φύγεις.
Δεν ήθελα να τη θυμώσω. Της εξήγησα ότι
άλλο πράγμα είναι η έκπληξη κι άλλο η πίστη σ’ όσα ακούω.

Το θηλυκό στοιχείο
Όπως είδαμε και στα διηγήματα που προαναφέρθηκαν, σ’ αυτόν τον κόσμο της σκληρής ζωής και του θανάτου, η γυναίκα αγκαλιάζει τον πόνο με απαντοχή, θρηνεί σιωπηλά και καρτερικά (εξαιρετικό και το «Σαρκό» όπου η «θειά» αντιμετωπίζει την αρρώστια «σαν έτοιμη από καιρό»: Όσο να’ ρθεις πάλι, μπορεί να την έχω χάσει τη λαλιά μ’ Σοφούλα μ’. Ε, τότες θα πούμε κι εκειά που δε λέγονται). Γιατί ακόμα πιο τραγική είναι η θέση της γυναίκας στην κοινωνία αυτή, που είναι φτιαγμένη στα μέτρα των αντρών. Μια κοινωνία όπου τη στέρφα γυναίκα την επιστρέφουν στο πατρικό της, όπου ο πατέρας γκαστρώνει την κόρη του εν γνώσει της μάνας και η λύση βέβαια είναι να τη δώσουν σε σακάτη άνδρα, όπου ο σύζυγος νομιμοποιεί στη διαθήκη το παιδί που έκανε με την οικιακή βοηθό, όπου ο αδερφός («αλλάδελφος» για την ακρίβεια) προσπαθεί να «ρίξει» την αδερφή στα κληρονομικά («Στον τάφο τ’ να χορέψω» είναι ο καταπληκτικός τίτλος), όπου η γιαγιά πενθεί όλη της τη ζωή το θάνατο του πρώτου της παιδιού.
Κι η μάνα, που το παιδί  της γεννήθηκε παράλυτο, «ξεψυχάει για να το βλέπει να βαριοκοιμάται και να γέρνει το κεφαλάκι τ’ αδέξια σαν το λουλούδι το μαραμένο», του μιλάει και του τραγουδάει, και δίνει τη νύχτα όσα δίνει στα άλλα δυο τη μέρα, κι ενώ ο «πόνος τ’ της πλακώνει την καρδιά», φτάνει στη μεγαλύτερη σοφία που μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη καρδιά:
Μη βαρυγκομάς, καρδούλα μ’, έλεγα από μέσα μ’, πουλί του θεού είναι κι αυτό, θέλει να κουρνιάσει στη φωλιά της μάνας τ’.
 Χριστίνα Παπαγγελή


[1] Τσάμηδες(από την Wikipedia): Με την ενσωμάτωση της Ηπείρου στο ελληνικό κράτος το 1913, η Ελλάδα αναγνώρισε την ύπαρξη μουσουλμάνων Τσάμηδων στη Θεσπρωτία, στην Πρέβεζα και στα Ιωάννινα. Το αλβανικό κράτος έκανε λόγο για ύπαρξη επίσης χριστιανών Τσάμηδων και διεκδικούσε εδάφη από την Ελλάδα, τα οποία αποκαλούσε Çamëria (Τσαμουριά στα ελληνικά). Στο διάστημα της κατοχής της Ελλάδας από τον Άξονα, το 1941 με 1944, ένα μέρος των Τσάμηδων συνεργάστηκε με τις δυνάμεις κατοχής και διέπραξαν εγκλήματα σε βάρος Ελλήνων στη Θεσπρωτία. Η Ιταλία, η οποία αναγνώριζε χριστιανούς Τσάμηδες και πλειοψηφία των Αλβανών στη Θεσπρωτία, εισηγήθηκε στον Άξονα να δοθούν κομμάτια της Ηπείρου στην Αλβανία, το σχέδιο όμως απορρίφθηκε από τη Γερμανία. Με την αποχώρηση των Ναζί από την Ελλάδα, ο ελληνικός στρατός εκδίωξε το μεγαλύτερο μέρος΄των μουσουλμάνων Τσάμηδων.


Τετάρτη, Οκτωβρίου 23, 2019

Έχων σώας τας φρένας & άλλες τρελές ιστορίες, Αργύρη Χιόνη


Στο δρόμο, πάλι στο δρόμο,
κουβαλώντας μέσα μας το δρόμο,
οδοιπόροι και πορείες,
διανύοντας τον εαυτό μας,
χαμένοι μες στον εαυτό μας.

Πρόκειται για 11 διηγήματα του αγαπημένου συγγραφέα και  -πιο αγαπημένου ακόμα- ποιητή, εκ των οποίων άλλα έχουν αναδημοσιευτεί, άλλα ήταν ολοκληρωμένα προς έκδοση με σημειώσεις του συγγραφέα, και  άλλα σχεδόν ολοκληρωμένα, που δημοσιεύονται σ’ αυτή τη συλλογή με σχόλια, σημειώσεις κι επιμέλεια της Γιώτας Κριτσέλη. Η πολύ προσεγμένη από φιλολογική άποψη έκδοση μπερδεύει λίγο τον αναγνώστη με τα πολλά σχόλια (σχόλια του συγγραφέα, σχόλια της επιμελήτριας), τις σημειώσεις (συγγραφέα και επιμελήτριας), τις εισαγωγές, διευκρινίσεις και επίμετρα ανάλογα με την κατηγορία των διηγημάτων (ολοκληρωμένα, μη ολοκληρωμένα, παράρτημα κειμένων), αλλά οφείλω να παραδεχτώ με την ιδιότητα του φιλολόγου ότι αυτό ήταν δεοντολογικά απαραίτητο.
Και δεν μας διαψεύδει ο συγγραφέας ως προς το περιεχόμενο, γιατί όντως πρόκειται για «τρελές» ιστορίες, γιατί, όπως γράφει και ο ίδιος στην έκδοση που σχεδίαζε (αλλά δυστυχώς έφυγε απ’ τη ζωή), το κοινό θέμα των ιστοριών είναι το παράλογο της ύπαρξης και η ασάφεια των ορίων μεταξύ τρέλας και λογικής. Επίσης, στην ίδια σημείωση (στην αίτησή του προς το ΕΚΕΒΙ) καταγράφει ρητά αυτό που αντιλαμβάνεται κι ο αναγνώστης και που αποτελεί και πρωτοτυπία των διηγημάτων: οι σημειώσεις που «επεξηγούν» τα στοιχεία  κάποιων διηγημάτων   είναι  «μικρά αφηγήματα», συμπληρώνουν το διήγημα, κι εντέλει  αποτελούν ουσιαστικά μέρη του διηγήματος.
Ανάμεσα στα 11 διηγήματα/αφηγήματα ο αναγνώστης -που δεν ενδιαφέρεται και τρελά για τα πραγματολογικά στοιχεία- ξεχωρίζει αυτά που είναι πιο προσωπικά, κι αυτά που εξιστορούν ήθη και πάθη τρίτων προσώπων.  Στα της πρώτης κατηγορίας (που είναι έξι), δεν υπάρχει συνήθους τύπου «εξιστόρηση»∙ ο συγγραφέας ξεδιπλώνει ουσιαστικά την προσωπική του σχέση με ζώα και αντικείμενα που συντρόφευαν τη μοναχική του ζωή (γάτα, τραπέζι, σόμπα κ.α.), και σ’ αυτά μιλά σε α΄ενικό, όπου αφηγητής και συγγραφικό εγώ συμπίπτουν. Στα δεύτερα (που όλα κι όλα είναι τέσσερα) ο συγγραφέας αποστασιοποιείται, γίνεται και «παντογνώστης» σε γ΄ενικό, και τα τρία απ’ αυτά έχουν θέμα έναν μοναδικής ποιότητας έρωτα. Μοναδικό στο είδος του (ή ίσως προσεγγίζει στην πρώτη κατηγορία) είναι «Τα κόλλυβα» όπου ο συγγραφέας κάνει μια πραγματεία σε ιλαρό πάντα ύφος για τα συστατικά του αγαπημένου αυτού εδέσματος, με ύφος γευσιγνώστη αντιμετωπίζει τις διαφορές ανάλογα με την ταξική… προέλευση  και τέλος σχολιάζει ως γαστριμαργικό μεταμοντερνισμό τη διαφήμιση Έλληνα σεφ όπου παρουσιάζει τα κόλλυβα ως… ντεσέρ.
Το παιγνιώδες ύφος («μπορχεσιανού τύπου», σημειώνει κάπου η Κριτσέλη) είναι ο κοινός παρανομαστής, στοιχείο που διακρίνεται και στους τίτλους:  Ο «έχων σώας τα φρένας» είναι ο αφηγητής-συγγραφέας  που συντάσσει την διαθήκη του και, αφού απαριθμήσει τις αρετές του… τραπεζιού του, καθιστά «την τράπεζάν του» (το προσφιλέστερο των τετραπόδων του) γενικήν κληρονόμον όλης της κινητής και ακινήτου περιουσίας, διευκρινίζοντας ρητά ότι έχει σώας τας φρένας Το «Δούρειον Θήλυ» έχει σαφή υπαινιγμό ως τίτλο, ενώ το «Πώς χτίζεται ένα σπίτι» έχει ως θέμα τη σχέση του συγγραφέα με τη Φρόσω, τη γάτα και προφανώς ο τίτλος είναι σχόλιο για το πώς το μικρό αυτό «πατσαβουράκι» άλλαξε τη ζωή του άρδην: οι απαιτήσεις της Φρόσως για μονοπώλιο στην αγάπη του τον ανάγκασαν να πάψει τα ξενύχτια και τις διαδρομές από ταβέρνα σε μπαρ, και  να συγκεντρωθεί στα μακρόπνοα σχέδιά του (με κάποια μικρή καθυστέρηση άρχισε το δεύτερο επιτυχημένο αυτή τη φορά και, ως εκ τούτου οριστικό πενταετές πρόγραμμα, κατά τη διάρκεια του οποίου ετέθησαν τα θεμέλια και άρχισε η οικοδόμηση του σπιτιού μου στο Θροφαρί, συνέθεσα και εξέδωσα τα «Εσωτικά τοπία» συγκέντρωσα υλικό..., μετέφρασα…, διάβασα… κλπ)
Την δηλωμένη -απ’ το πρώτο κιόλας διήγημα- αδυναμία του συγγραφέα σε κάθε είδους τετράποδο (τραπέζι, καρέκλα, κρεβάτι, γάτα, σκύλο) την εκδηλώνει ακόμα περισσότερο λοιπόν όχι μόνο στο διήγημα με πρωταγωνίστρια τη -φιλόμουση, παρεμπιπτόντως- Φρόσω μπαίνοντας βαθιά μέσα στην γατοψυχολογία  του οικόσιτου που «κάνει μούτρα», που έχει ένα σωρό καπρίτσια όταν έχει οίστρο, και που με τον τρόπο της επιβάλλει  στο αφεντικό της δεκάδες υποχωρήσεις και παραχωρήσεις. Η προσήλωσή του αυτή κορυφώνεται στο τελευταίο διήγημα που η επιμελήτρια επέλεξε μάλλον σκόπιμα να μπει τελευταίο, στο παράρτημα κειμένων. Πρόκειται για το «Τότε που η Χίμαιρα». Πρόκειται για ένα φανταστικό πλάσμα,  σχεδόν τέρας, ανάμεσα σε γάτα και σκύλο, που το βρήκε τραυματισμένο και το υιοθέτησε. Κι εδώ το παράξενο ον μονοπωλεί τον συναισθηματικό κόσμο του μοναχικού συγγραφέα, συμμετέχει με τον τρόπο της στην έμπνευση και την τέχνη του (ποτέ στη ζωή μου δεν βρήκα ακροατή πιο προσεχτικό, πιο προσηλωμένο απ’ την Χίμαιρα/η συγκίνησή της εκφραζόταν, συνήθως, με δάκρυα, ναι, αληθινά δάκρυα που κυλούσαν απ’ τα τεράστια εκστατικά μάτια της).
Ανάλογα «ερωτική» σχέση περιγράφει ο αφηγητής (αυτή τη φορά έχει όνομα, Ευτυχίδης) και με τα «όντως όντα(!)» μαχαίρια του, που τα λατρεύει ως συλλέκτης (δίχως ν’ αρθρώνουμε μια λέξη, συνομιλούσαμε, επί ώρες, μόνο δια της αφής και της οράσεως). Υπάρχει μάλιστα στο διήγημα μια εκτενής εισαγωγή με περιεχόμενο την εξελικτική ιστορία του μαχαιριού («ψευδοδοκίμιο» χαρακτηρίζει η Κριτσέλη στο Επίμετρο), πάντα σε ύφος παιγνιώδες, ενώ σε μια γκροτέσκο-θρίλερ  εξέλιξη της υπόθεσης, του τα κλέβουν για να ανακαλύψει ότι τα έχει στην κατοχή του ο ψυχίατρος στον οποίο καταφεύγει. Η αφήγηση γίνεται σπαρταριστή μέσα απ την παράκρουση του αφηγητή, σαν να πρόκειται για όνειρο, για εφιάλτη, μια παράκρουση που τον οδηγεί στο ψυχιατρικό τμήμα των φυλακών.
Ακόμα θερμότερη είναι η σχέση του αφηγητή-συγγραφέα με τη… σόμπα του, που ονομάζει «Μπουμπού» (είναι κοντή, χοντρή, μαυριδερή κι ελαφρώς κουτσή, αλλά -γιατί να σας το κρύψω;- εγώ την αγαπώ). «Ομιλεί» για έρωτα, αλλά «μη φανταστείτε περιπτύξεις, κλινοπάλες κι άλλα τέτοια πονηρά». Ούτε όμως και καθαρά πλατωνική σχέση, εφόσον υπάρχει θέρμη! Άλλωστε, όπως λέει ο συγγραφέας, "λατρεύουμε κι οι δυο τη φωτιά (του έρωτα ή τη φωτιά φωτιά), αλλά τη θέλουμε κι οι δυο μας ελεγχόμενη, (…), μέσα μας, μονάχα μέσα μας, γιατί μονάχα τότε είναι η φωτιά ζωοποιός".  
Το «τριακοστό πέναλτι» είναι μια ιστορία από την αγορίστικη ενηλικίωση, με τον ψηλό, αθλητή  στίβου Λεωνίδα που τα παιδιά της γειτονιάς τον ανάγκασαν να κάνει τον τερματοφύλακα (τότε που το ποδόσφαιρο στις γειτονιές παιζόταν με κάλτσες παραγεμισμένες με κουρέλια), ένας θρύλος στην παιδική μνήμη που επιβεβαίωσε τη φήμη του στο επεισόδιο με τον ανταγωνιστή Νικηφόρο. Θεωρώ ότι είναι το πιο «κλασικό» από τα αφηγήματα της συλλογής, με «αρχή, μέση, τέλος».
Όσο αφορά τα τρία διηγήματα με άξονα κάποιον έρωτα, υπάρχει …ποικιλία:
Το «Δούρειον θήλυ» αναφέρεται σαν σε παρωδία σε ιστορία του μεσαίωνα, όπου οι βασιλιάδες των γειτονικών βασιλείων Corn και… Horn βρίσκονται συνέχεια σε εμπόλεμη κατάσταση και μήλον της έριδος είναι το δούρειον θήλυ  (καθοριστικής σημασίας η μαντινάδα που προτάσσεται ως motto: Η αγάπη κάστρα καταλεί/μπεντένια ρίχνει κάτω/και παλληκάρια του σπαθιού/τα ρίχνει του θανάτου).
Το «απομεσήμερο ενός φαύνου» καταπιάνεται με το υπέροχο θέμα της γεροντικής λαγνείας (εκείνη 23 χρόνων με πρωτόλειο ποιητικό έργο, εκείνος 60, καταξιωμένος ποιητής/κριτικός). Γλαφυρή, χωρίς ιδιαίτερο χιούμορ αυτή τη φορά, η περιγραφή της αντίθεσης κορμιού νεανικού και γεροντικού (η σύγκριση του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος τον τζάκιζε/ Μα πώς τολμάς, πώς τολμάς να είσαι τόσο νέα, τόσο ωραία;).
Κάπως πιο σύνθετη, μια και απλώνεται σε 7 χρόνια, είναι και η Cavalleria Cretese [1], όπου ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής αναφέρεται σε επεισόδιο που εκτυλίχτηκε όταν ήταν 10-17 ετών. Πρόκειται για μια πραγματικά εξαιρετική (με την έννοια της εξαίρεσης) ιστορία απ’ αυτές που μόνο στην Κρήτη μπορεί να συμβούν… Η πανέμορφη ξαδέρφη γίνεται φονιάς του πεθερού της μετά από ερωτική εγκατάλειψη. Το τέλος είναι απροσδόκητο[2] αλλά αξίζει να αναφερθούμε στη σκηνή που η κοπέλα βγαίνει απ΄ τη φυλακή και η κουβέντα που ακολούθησε ήταν κυριολεκτικά περί ανέμων και υδάτων, ένα συνονθύλευμα κοινοτοπιών και ασήμαντων πληροφοριών, με άλλα λόγια, της βγάλαμε γλυκό, της βγάλαμε και μέντα, μα για το φονικό δεν είπαμε κουβέντα.
Κλείνοντας την ανάρτηση που αφορά τα τελευταία κείμενα που μας άφησε ο συγγραφέας, παραθέτω τα τελευταία του λόγια, από το τελευταίο διήγημα της συλλογής («Τότε ου η Χίμαιρα»), γιατί ίσως εκφράζουν και την πιο μύχια «τρέλα» του:
Τώρα που η Χίμαιρα δεν είναι πια εδώ, (…)  και νιώθω σα να είμαι χτισμένος  ως το βαθύτερο είναι μου, ως τα μύχια της ψυχής μου, το μόνο που μου απομένει, η μοναδική άξια λόγου πράξη της ζωής μου, είναι να σηκώνομαι τα ξημερώματα, γυμνός, ξυπόλυτος, και να προστρέχω εκεί στη μουσμουλιά, με την ελπίδα να ξανάβρω εκείνη την αιμάσσουσα πληγή, τη Χίμαιρα, τη Χίμαιρα της ζωής μου.
Χριστίνα Παπαγγελή


[1] Κώδικας κρητικής τιμής, κατά το Cavaleria rusticana (κώδικας αγροτικής τιμής)
[2] Ο συγγραφέας λέει στο ίδιο διήγημα: «Όσοι αγαπούν τη δουλειά μου λένε ότι τα καταφέρνω αρκετά καλά στην ανατροπή που επέρχεται, σχεδόν πάντα, στο τέλος των ποιημάτων μου ή των ιστοριών μου. Σ’ αυτήν όμως εδώ την ιστορία, η μαστόρισσα της ανατροπής είναι η ίδια η ζωή».

Δευτέρα, Οκτωβρίου 14, 2019

Νόμος περί τέκνων, Ίαν Μακ Γιούαν


Ένα μυθιστόρημα που, με εγγύηση τον αγαπημένο και καταξιωμένο Άγγλο συγγραφέα, ανιχνεύει με λογοτεχνικό τρόπο ζητήματα φιλοσοφικής ηθικής: Τι αξίζει περισσότερο, η ανθρώπινη ζωή ή η πίστη; Η ζωή ή η αξιοπρέπεια του ατόμου; Κατά πόσο είναι ηθικό με την απόφασή σου να δώσεις ζωή σε κάποιον -αν όμως αυτό σημαίνει ότι χάνεται  η ζωή κάποιου άλλου  (ενώ η εναλλακτική είναι να πεθάνουν κι οι δυο); Επιστήμη ή πίστη; Μέχρι ποίου σημείου πρέπει να σέβεται ο πολίτης και κατ’ επέκταση ο νόμος  τις διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις του «Άλλου»; Ποιες συνθήκες καθιστούν κάποιον «ενήλικα», δηλαδή κύριο του εαυτού του; Τέλος, πόσο άτεγκτος συναισθηματικά πρέπει να είσαι για να εξασκήσεις το επάγγελμά σου, σε ποιο βαθμό δηλαδή δεν πρέπει να επιτρέπεις στο συναίσθημά σου να εισχωρεί στον επαγγελματικό στίβο;
Πόσο μάλλον όταν το επάγγελμα αυτό είναι δικαστής σε Ανώτατο Δικαστήριο, στο τμήμα Οικογενειακών Υποθέσεων. Γιατί η πρωταγωνίστριά μας, η Φιόνα Μέι είναι δικαστίνα, επομένως χειρίζεται στον ανώτατο βαθμό δύσκολες περιπτώσεις όπου βασικό εργαλείο της πρέπει να είναι, όχι βέβαια το συναίσθημα, αλλά ο Νόμος.
Και η Φιόνα Μέι είναι μια πανέξυπνη γυναίκα, υποδειγματική στη δουλειά της, αφοσιωμένη στο καθήκον, με κρίση, ευαισθησία και πολύ δυνατό λόγο (οι δικαστές συνάδελφοί της την επαινούσαν για την κοφτή και σταράτη της γλώσσα, για την εντυπωσιακή εξισορρόπηση ειρωνείας και ζεστασιάς, για τα σφιχτοδεμένα επιχειρήματα με τα οποία διευθετούσε μια αντιδικία). Ο συγγραφέας αφιερώνει πολλές σελίδες όπου παρατίθενται συνοπτικά οι δύσκολες περιπτώσεις που αναλαμβάνει η δικαστική λειτουργός, κι έτσι παρακολουθούμε στενά τις επαγγελματικές έγνοιες της, την αδιάκοπη εργασία, τα ηθικά διλήμματα αλλά και την πεζή της καθημερινότητα που προσφέρει ελάχιστες αποδράσεις. Αποκορύφωμα, η υπόθεση με τα σιαμαία νεογέννητα των οποίων η ζωή είναι επισφαλής εκτός αν πεθάνει το ένα απ’ τα δύο, μια υπόθεση που φαίνεται ότι πολύ την βασάνισε και την επηρέασε.
 Παράλληλα με τις δύσκολες και καταιγιστικές υποθέσεις (νομίζω ότι ο συγγραφέας υπερέβαλε σε νομικές λεπτομέρειες), παρακολουθούμε και την οικογενειακή της ζωή: σε πρώτο πλάνο η πίεση που της ασκεί ο σύζυγός της Τζακ, που νιώθει απηυδισμένος και παραγκωνισμένος απ’ αυτούς τους εντατικούς ρυθμούς, ζητά εξηγήσεις για το ότι έχουν πολλές βδομάδες να κάνουν σεξ και αφήνει να υπονοηθεί ότι αν δεν υπάρξει κάποια εξέλιξη, θα φύγει με μια νεότερη συνάδελφό του. Η Φιόνα αντιδρά σπασμωδικά, μη αφήνοντας περιθώριο συνεννόησης, οπότε επιλέγει ουσιαστικά τον δρόμο της μοναξιάς. Άλλωστε, δεν φαίνεται και πολύ προοδευτική η Φιόνα στο θέμα των οικογενειακών υποθέσεων όταν πρόκειται για διάλυση γάμου («Απλό κυνήγι της απόλαυσης. Ηθικό κιτς»). Το κεφάλαιο όμως αυτό δεν λήγει εδώ. Όσο εξελίσσεται η πλοκή του βιβλίου, ο Τζακ επιστρέφει μετανιωμένος και προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα, ενώ εκείνη παραμένει σταθερά με το συναίσθημα της προδοσίας. Αυτό που πρέπει να τονιστεί, είναι ότι ο συγγραφέας αποδίδει με πολύ αληθοφανή και γλαφυρό τρόπο τις σκηνές των έντονων διαλόγων, αλλά και τα σιωπηρά συναισθήματα των δυο χαρακτήρων που είναι κάθε άλλο παρά συνηθισμένοι.
Δεν κρύβω ότι ο χαρακτήρας της Φιόνας μου φάνηκε αντιπαθητικός, παρόλο που σκιαγραφείται με αληθοφάνεια και συνέπεια. Ίσως εκφράζει μια διαφορετική κουλτούρα από τη δική μας (όπου το συναίσθημα παίζει πιο κυρίαρχο ρόλο), ενώ η σκέψη της Φιόνα δεν αφιερώνει ούτε ένα πεντάλεπτο για να ακούσει πραγματικά και να αναστοχαστεί τη σχέση της με τον Τζακ. Πρόκειται για μια ώριμη κυρία που επέλεξε να μην κάνει οικογένεια, βλέποντας τις δεκαετίες να περνούν, για να μην αφήσει την επαγγελματική της καριέρα. Μόνη της απόδραση η μουσική, όπου κι εκεί είναι προσκολλημένη στην παρτιτούρα, σε αντίθεση με τον Τζακ που αγαπά την ελεύθερη τζαζ. Ακόμα, στη σύγκρουση αυτή, όπου επιφανειακά εκείνη είχε κάποιο δίκιο  -εφόσον ο Τζακ είχε ήδη μια «έτοιμη» εξωσυζυγική σχέση- η αδιαφορία της και η έλλειψη ανταπόκρισης στο κάλεσμά του μου φάνηκε ναρκισσιστική κι εγωιστική, με πινελιές «αυτοοικτιρμού»: Θλίψη και διογκούμενη αίσθηση αδικίας, ενώ ο πραγματικός θυμός καραδοκούσε. Μια εγκαταλειμμένη πενηνταεννιάχρονη γυναίκα, στη νηπιακή ηλικία των γηρατειών, που μόλις είχε μάθει να μπουσουλάει. Και αλλού: Η μουσική στο κεφάλι της είχε ξεθωριάσει, όμως τώρα την κατέκλυσε ένα άλλο παλιό θέμα: η αυτοκατάκριση. Ήταν εγωίστρια, δύστροπη, ψυχρά φιλόδοξη. Στοχοπροσηλωμένη, υποδυόμενη ότι η καριέρα της δεν ήταν στην ουσία αυτοϊκανοποίηση, αρνούμενη την ύπαρξη σε δύο ή τρία θερμά και ταλαντούχα πλάσματα. 
Παρόλ’ αυτά δέχομαι ότι είναι υπαρκτοί τέτοιοι χαρακτήρες κι η συμπεριφορά αυτή άλλωστε συνάδει με την άτεγκτη στάση της και στην πολύ σοβαρή υπόθεση που την απασχόλησε στη συνέχεια, και αποτελεί και το κεντρικό περιστατικό του μυθιστορήματος. Ο συγγραφέας ζωγράφισε έναν τέτοιο χαρακτήρα, ώστε να αναδειχθεί καλύτερα το μεγάλο ζήτημα με το οποίο καταπιάστηκε, και που όπως είπαμε πριν, άπτεται φιλοσοφικών δυσεπίλυτων ερωτημάτων.
Ο δεκαοκτάχρονος (παρά τρεις μήνες) Άνταμ είναι βαριά άρρωστος με καλπάζουσα λευχαιμία, όμως είναι Μάρτυρας του Ιεχωβά και αρνείται, εκείνος και οι δικοί του, να υποστεί μετάγγιση αίματος που θα του σώσει τη ζωή. Το νοσοκομείο που έχει αναλάβει τη θεραπεία ακολουθεί τη δικαστική οδό, κάνοντας αγωγή κατά των γονέων και επισημαίνοντας το πόσο επιτακτικό είναι για τη σωτηρία του Άνταμ να προβεί στη θεραπεία άμεσα. Η δικαστική διαδικασία  δίνεται με πολλές λεπτομέρειες από τον συγγραφέα, παρουσιάζονται εκτεταμένα όλοι οι εμπλεκόμενοι με το σκεπτικό τους, με αποτέλεσμα να παρακολουθεί ο αναγνώστης πολύ αναλυτικά τα υπέρ και τα κατά. Πρώτα πρώτα, βέβαια, το υπαρξιακό δίλημμα των γονέων που το δόγμα τους και η βαθιά τους πίστη έρχεται σε αντίθεση με τη βαθύτερη επιθυμία τους, να ζήσει το παιδί τους (-Και αν η άρνηση της μετάγγισης προκαλέσει τον θάνατό του; -Θα έχει κάνει το σωστό και το αληθινό, αυτό που ο θεός προστάζει/το να αναμειγνύεις το αίμα σου με το αίμα ενός ζώου ή ενός άλλου ανθρώπινου πλάσματος είναι ρύπανση, μόλυνση). Το πρόβλημα πίστη/αξιοπρέπεια ή ζωή είναι και νομικό, είναι και ηθικό.
Η οριακή ηλικία του Άνταμ (δεκαοχτώ χρονών παρά τρεις μήνες) μεταθέτει το πρόβλημα στο κατά πόσο είναι ο ίδιος υπεύθυνος στο να παίρνει αποφάσεις για τον εαυτό του. Η σκηνή του νοσοκομείου, όπου η Φιόνα επισκέπτεται τον Άνταμ για να διαπιστώσει την πνευματική του ωριμότητα είναι κατά τη γνώμη μου από τις πιο ωραίες του βιβλίου. Η προσέγγιση σ’ αυτήν την πολύ ιδιαίτερη συνάντηση ανάμεσα σε δυο πανέξυπνους ανθρώπους με υψηλό δείκτη ΚΑΙ συναισθηματικής ευφυΐας είναι αριστουργηματική. Η Φιόνα υπερβαίνει τον εαυτό της και βρίσκει έναν άμεσο και αβίαστο τρόπο να αγγίξει τις ευαίσθητες χορδές του καχύποπτου -αρχικά- νεαρού,  , ενώ ο «πνευματικά μικρομέγαλος» νεαρός ανοίγει τον εαυτό του με αυθορμητισμό, μην έχοντας τίποτα να χάσει (σιγά σιγά  -η Φιόνα- αντιλαμβανόταν ότι το βασικότερο χαρακτηριστικό του ήταν η αθωότητα, μια δροσερή και αψίθυμη αθωότητα, μια παιδική ευθύτητα που ενδεχομένως είχε κάποια σχέση με την κλειστή φύση της αίρεσης).
Η Φιόνα, με εξαιρετική σοφία, στρέφει το ενδιαφέρον της συζήτησης και σε περιφερειακά θέματα διακρίνοντας τη δημιουργική φύση του νεαρού(ποίηση, βιολί κ.α.), όμως δεν αποφεύγει, όταν σπάει πια ο πάγος, να θέσει και με ευθύ τρόπο τον Άνταμ μπροστά στην αλήθεια (χωρίς μετάγγιση μπορεί να πεθάνεις. Το καταλαβαίνεις αυτό). Του επισημαίνει ότι θα μπορούσε να ζει ανάπηρος, χωρίς ποιότητα ζωής (θα το σιχαινόμουν κάτι τέτοιο). Η ψυχική σύγκρουση ανάμεσα στη λαχτάρα της ζωής που είναι έκδηλη και στην επιταγή του κοινωνικού και θρησκευτικού περίγυρου είναι συγκλονιστική (-Γιατί δεν θέλεις να σου γίνει μετάγγιση αίματος; -Επειδή είναι λάθος. –Γιατί είναι λάθος; -Γιατί κάτι είναι λάθος; Επειδή το γνωρίζουμε. Τα βασανιστήρια, ο φόνος, το ψέμα, η κλοπή, ξέρουμε ότι είναι λάθος). 
Εξίσου παραστατικά με την πρώτη εκδίκαση παρακολουθούμε και την τελική ετυμηγορία που μας αιφνιδιάζει, γιατί ενώ η δικαστίνα παραδέχεται, ακόμα και μπροστά στον Άνταμ, ότι έχει πλήρη αντίληψη της κατάστασής του (αν και ποτέ κανείς δεν έχει πλήρη εικόνα των δεινών που τον περιμένουν σε μια εκφυλιστική ασθένεια), παρόλο λοιπόν που ως ενήλικος σχεδόν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί τη θεραπεία, δεν θα προάγει την ευημερία του το να υποστεί έναν βασανιστικό, μη αναγκαίο θάνατο κι έτσι να γίνει μάρτυρας της πίστης του. Η ευημερία του παιδιού λοιπόν προτάσσεται σαν ανώτερη αξία,  όπως προβλέπει το άρθρο 1(α), (Νόμος περί τέκνων), ή όπως εκφράζει η ίδια η Φιόνα στη μεγαλειώδη καταληκτική της φράση: Κατά την κρίση μου, η ζωή του είναι πολυτιμότερη από την αξιοπρέπειά του.
Η θεραπεία και ανάρρωση του Άνταμ φέρνει καινούριες εξελίξεις. Γιατί πρόκειται για έναν έφηβο ιδιαίτερα ευφυή, ευαίσθητο και γεμάτο λαχτάρα κι έρωτα για τη ζωή που παρά λίγο να στερηθεί. Και τα μοναδικά του βιώματα οδηγούν σε μοναδική αίσθηση αυτογνωσίας και συνειδητότητας (όταν είδα τους γονείς μου να κλαίνε και ταυτόχρονα να ξεφωνίζουν από χαρά, τα πάντα κατέρρευσαν. Όμως αυτό είναι το θέμα. Κατέρρευσαν για να φανερώσουν την αλήθεια. Ασφαλώς και δεν ήθελαν να πεθάνω! Με αγαπούν. Τότε ήταν που είδα την αντίδρασή τους σαν ένα φυσιολογικό ανθρώπινο πράγμα. Φυσιολογικό και καλό. Δεν είχε καμία σχέση με το θεό. Όλα αυτά ήταν ανοησίες. Σαν να είχε μπει ένας ενήλικος σε ένα δωμάτιο γεμάτο παιδιά, που το ένα βασάνιζε το άλλο, και να είπε: «Ελάτε, σταματήστε αυτές τις ανοησίες, είναι ώρα για τσάι!»)
 Έτσι, με τον αυθορμητισμό που κινεί τα πηγαία συναισθήματα, στέλνει επιστολές στη δικαστίνα, όπου ξεδιπλώνει σκέψεις, βιώματα και συναισθήματα σε ρυθμό καταιγίδας, ενώ η Φιόνα κουμπώνεται όλο και περισσότερο (δεν ήταν η ασθενική του όψη που επανερχόταν στο νου της, αλλά το πάθος του, η ευάλωτη αθωότητά του. Ακόμα και η λέξη «ανορεξία» στα χείλη του ηχούσε σαν σύντομη, αισιόδοξη εκδρομή). Η γνήσια πνευματική επικοινωνία γίνεται ανάγκη και εξάρτηση, ο Άνταμ επιδίδεται σ’ ένα περιπετειώδες κυνηγητό, ο ρομαντισμός και η ποίηση καταλήγουν σ΄ένα φευγαλέο φιλί (η αίσθηση της επιδερμίδας πάνω σε επιδερμίδα εξάλειψε κάθε δυνατότητα επιλογής. Αν υπήρχε μια πιθανότητα να τον φιλήσει αγνά στα χείλη, ήταν αυτή ακριβώς. Μια φευγαλέα επαφή, όμως κάτι παραπάνω από την ιδέα ενός φιλιού/διάστημα αρκετό για να αισθανθεί την απαλότητα των χειλιών του που κάλυπτε τη σφριγηλότητά τους, για να νιώσει όλα τα χρόνια, όλη τη ζωή που τη χώριζε από κείνον).
Πανικός, τρόμος για την αποκοτιά… Η αλήθεια «σκληρή και σκοτεινή σα χαλασμένος σπόρος» στοιχειώνει τη Φιόνα που κλείνεται ακόμα περισσότερο και δεν απαντά σε κανένα από τα απελπισμένα καλέσματα του Άνταμ. Μέσα στην απόγνωσή του επιστρέφει με τον τρόπο του στους κόλπους της θρησκείας που τον ανέθρεψε, ενώ στέλνει ποιήματα και γράμματα. Και η Φιόνα, ως συνήθως άτεγκτη κι επαγγελματική, προσπαθεί ζήσει «φυσιολογικά», να προχωρήσει τη σχέση με τον Τζακ, να ανταποκριθεί στη συναυλία μουσικής όπου παίζει πιάνο. Όμως τα γεγονότα σαν καταιγίδα την προλαβαίνουν και της δείχνουν μέσα σ’ έναν καθρέφτη τον αληθινό της εαυτό.
Πόσο ντρεπόταν τώρα για τους ουτιδανούς φόβους μήπως πληγεί η υπόληψή της. Η παράβασή της βρισκόταν πέρα απ’ το πεδίο οποιασδήποτε πειθαρχικής επιτροπής. Ο Άνταμ είχε έρθει αναζητώντας την κι εκείνη δεν του πρόσφερε τίποτα στη θέση της θρησκείας, καμία προστασία, παρόλο πουο νόμοςήταν σαφή, η υπέρτατη μέριμνά της έπρεπε να είναι η ευημερία του. (…) Μα πώς ήταν δυνατόν; Ο Άνταμ είχε σπεύσει να την αναζητήσει, προσδοκώντας εκείνο που όλοι προσδοκούν, 
εκείνο που μόνο οι ελευθερόφρονες και όχι οι υπεράνθρωποι μπορούν να δώσουν
Το νόημα.
Χριστίνα Παπαγγελή