Πέμπτη, Ιουνίου 11, 2026

Στόμα γεμάτο χώμα, Μπρανιμίρ Στσεπάνοβιτς

Τότε σκέφτηκε ότι ίσως δεν είχαν χαθεί τα πάντα.
Αν κάθε του επόμενη στιγμή τη ζούσε με όλη του την καρδιά
σαν να ήταν η μοναδική και τελευταία,
ίσως στο τέλος να το πίστευε ότι έζησε όσο έπρεπε.
     Πρόκειται για ένα ασθματικό «χρονικό» μιας παράλογης ολιγόωρης καταδίωξης που ξεκίνησε σαν παιχνίδι, στα βουνά του Μαυροβουνίου, σε δύο παράλληλες αφηγήσεις που αποδίδονται αντιστικτικά, δηλαδή εναλλάξ, και ενώνουν αλληγορικά δυο αντίθετους κόσμους: τον ατομικό/υπαρξιακό/μεταφυσικό που αναδύεται κάτω από το πρίσμα του επικείμενου θανάτου, και τον ζωώδη -των ενστίκτων επιβίωσης, του κοινωνικού φόβου και της ανάγκης για κυριαρχία όταν απειλείται η ασφάλεια.
     Σε πολύ μικρές ενότητες, σχεδόν κινηματογραφικά, παρακολουθούμε τους «διώκτες» από τη μια, και από την άλλη τον κεντρικό ήρωα, που παραμένει ανώνυμος μέχρι τέλους (άλλωστε δεν έχει σημασία το όνομά του). Θα λέγαμε αλλιώς, είναι το θύμα και οι θύτες, το θήραμα και οι κυνηγοί. Το «παράλογο και ανελέητο» κυνηγητό, όπως γράφεται στο οπισθόφυλλο, χτίζεται και κορυφώνεται σιγά σιγά, καθώς οι διώκτες στην αρχή είναι δύο, δύο φιλήσυχοι κατασκηνωτές στο βουνό, που αναστατώνονται από την ανεξήγητη παρουσία του άγνωστου και μυστηριώδους ανθρώπου που τάραξε τη σιωπηλή γαλήνη της νύχτας (αυτός ο άνθρωπος μας φαινόταν σχεδόν σαν πνεύμα, μια οπτασία, ένας σκούρος λεκές /ένα τεράστιο έντομο). Στην αρχή τον ακολουθούν απλώς, χωρίς διάθεση επιθετική, πιστεύοντας μάλιστα ότι μπορούν και να τον βοηθήσουν αν χρειάζεται κάτι, όμως η σιωπή του και η αδιαφορία του τους ταράζει, τον θεωρούν ύποπτο, επικίνδυνο· Αυτός ο «γελοίος άνθρωπος που συνεχίζει να τρέχει με το κορμί κορδωμένο» νιώθουν να τους απειλεί… Τον θεωρούν φυγά, λιποτάκτη, δολοφόνο μέχρι και κατάσκοπο, καθώς η φαντασία καλπάζει. Μπαίνουν λοιπόν σ’ έναν ρόλο κυνηγού, αδικαιολόγητο ουσιαστικά, με τη βεβαιότητα ωστόσο ότι απειλείται η ίδια η ύπαρξή τους από έναν ακατανόητο εχθρό. Τα συναισθήματα βέβαια αλλάζουν (περιέργεια, κίνδυνος, γινάτι, οργή, μίσος). Κάποιον άραγε κυνηγάει, ή από κάποιον προσπαθεί να ξεφύγει;
     Η αφήγηση γίνεται πρωτοπρόσωπη όταν μιλούν οι διώκτες (βασικά ο ένας από τους δύο, ανώνυμος κι αυτός -μόνο για τον σύντροφό του μαθαίνουμε ότι λέγεται Γιάκοβ), στην πορεία όμως τους συντροφεύουν κι άλλοι, όπως ένας τσοπάνης, ο δασονόμος, οι οποίοι προστίθενται σαν τα σκυλιά σ’ αυτό το ζωώδες κυνηγητό του ήρωά μας, ο δε δασονόμος επεμβαίνει σθεναρά, με το κύρος της εξουσίας: «αυτός ο άνθρωπος ανήκει μόνο σε μένα»!!!
     Όταν όμως γίνεται αναφορά στον κεντρικό πρωταγωνιστή, δηλαδή το θύμα/θήραμα/διωκόμενο, η αφήγηση γίνεται απρόσωπη, δηλαδή τριτοπρόσωπη, αυτή που ονομάζεται του «παντογνώστη αφηγητή», παρόλο που εδώ αυτός ο παντογνώστης συγγραφέας εισχωρεί βαθιά μέσα στον προσωπικό, συναισθηματικό κόσμο του ευάλωτου υποκειμένου. Μαθαίνουμε λοιπόν ότι ο ήρωας είναι σχετικά ηλικιωμένος, κι επιστρέφει με το τρένο στο Μαυροβούνιο, στην Ποντγκόριτσα (πατρίδα του συγγραφέα, παρεμπιπτόντως), μετά από πολλά χρόνια, τόσα πολλά που δεν περιμένει ότι θα υπάρχει κάποιος εκεί για να τον θυμάται… Είναι όμως η ιδιαίτερη πατρίδα του...  και οι τρεις «ψυχρές λατινικές λέξεις» που του πρόφερε ο γιατρός του και του έδωσαν πολύ στενό περιθώριο ζωής, τον ώθησαν να πάρει την απόφαση να πεθάνει στη γενέτειρά του. Γρήγορα ωστόσο αποφασίζει να κατέβει απ’ το τρένο μέσα στη νύχτα, στο σκοτάδι και στην ερημιά και να πάρει με βιάση τον δρόμο προς το βουνό της, τις κορφές της Πρεκόρνιτσα (δεν ήξερε ούτε πού βρισκόταν ούτε προς τα πού θα πήγαινε, μα ούτε και τι θα έκανε. Ήξερε μονάχα ότι δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά εκείνα τα μικρά χωριά του Μαυροβουνίου, στα οποία κάποτε έτυχε να υποφέρει κα να νιώσει ευτυχισμένος).
     Ο «φυγάς», μόλις αντιλαμβάνεται τους δύο κατασκηνωτές ότι τον κυνηγούν σκόπιμα, διατρέχεται από διάφορα συναισθήματα, από ανησυχία, πανικό μέχρι αδιαφορία που του δίνουν το θάρρος να σταματήσει και να τους ρωτήσει (με ποιο δικαίωμα επεμβαίνουν στη ζωή του, δηλαδή στον θάνατό του), όμως τελικά η δύναμη της αδράνειας τον σπρώχνει προς το δάσος όπου είναι πιο προστατευμένος αντλώντας δύναμη από την πιο βαθιά και πιο όμορφη απόγνωση που ένιωσε ποτέ. Έχει σποραδικά την πολυτέλεια χρόνου να συνειδητοποιήσει τη ζωή του, πόσες μέρες, ώρες και λεπτά του απομένουν και αποφασίζει ότι αυτό δεν ήταν και τόσο λίγο, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι θα ζούσε καθεμιά απ’ αυτές τις στιγμές με όλο του το είναι…
Η πρώτη αλήθεια είναι ο θάνατος.
Απομένει να μάθουμε ποια είναι η τελευταία.
Οδυσσέας Ελύτης, «Ανοιχτά χαρτιά»
     Δεν αργεί ο αναγνώστης να αντιληφθεί ότι αυτό που καταδιώκει τον κεντρικό μας ήρωα είναι ουσιαστικά το νόημα της ζωής του, η ιδέα του θανάτου, τέλος ο ίδιος ο θάνατος· κι έτσι καθώς το ζωώδες ένστικτο της επιβίωσης τον ωθεί όλο και πιο μακριά, στο οριακό μεταίχμιο της ζωής, η συνείδηση διανοίγεται και η αίσθηση του χώρου και του χρόνου διευρύνονται. Όχι, δεν θέλει να το σκάσει από τον κόσμο αλλά να αποδράσει απ’ όλα όσα συνέδεαν ακόμα την ψυχή του με τη ζωή/στην πραγματικότητα προσπαθούσε να αποδράσει από τον ίδιο του τον εαυτό. Οι μεταλλαγές της συνείδησής του καθώς τρέχει, κρύβεται, σταματά και αφουγκράζεται, ή τέλος καταφέρνει να ξεφύγει από τους παράδοξους διώκτες του, αρχίζουν και τον οδηγούν σε ένα επίπεδο πιο μεταφυσικό. Από ένα σημείο και μετά βλέπουμε την αγωνία ή μάλλον τη γαλήνη της ψυχής του, όταν πια «μαθαίνει» να αποδέχεται τον επικείμενο θάνατο. Μια λαχτάρα για τη ζωή και τις ομορφιές της, τη θάλασσα, τα κύματα, τα βράχια τις μυρωδιές τον κατακλύζουν, και φυσικά, έτσι που βρίσκεται πια σε άλλο επίπεδο, έχει ξεχάσει πια το αλλοπρόσαλλο έξαλλο τσούρμο που τον αναζητά. Ένα χαμόγελο απλώνεται στο πρόσωπό του καθώς εικόνες από την παιδική ηλικία, από την οικογένεια κι απ’ τη ζωή του όλη έρχονται απρόσκλητες, ενώ καινούργια έντονα συναισθήματα, πρωτόγνωρα τον καταλαμβάνουν, μια καινούρια προγονική δύναμη.
     Η μοναχική πορεία του ανώνυμου, κεντρικού ήρωα καταλήγει σ’ ένα απίθανο κρεσέντο και συνιστά μια αλληγορία του Ανθρώπου (με άλφα κεφαλαίο), που όταν χτυπά η καμπάνα του θανάτου παίρνει τον δρόμο χωρίς επιστροφή, ένα δρόμο που αναπόφευκτα τον διατρέχει μέσα από ένα ευρύ φάσμα συναισθημάτων και ακραίων συνειδητοποιήσεων:
     Ξαφνικά αντικατοπτρίστηκε με τρομακτική σαφήνεια, και σαν να επρόκειτο για κάποιον πίνακα πολύ κοντά του, με λάθος γραμμές και αταίριαστα χρώματα, τρεμόπαιξε μπροστά στα μάτια του, αποκαλύπτοντάς του αναπάντεχα ότι το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης βρισκόταν πρωτίστως στην αγάπη και στην ομορφιά, δηλαδή σε όλα εκείνα που δεν υπήρχαν στην ήδη θολή και άσχημη εικόνα της ζωής του.
Χριστίνα Παπαγγελή

Κυριακή, Ιουνίου 07, 2026

Εγώ; Peter Flamm

Πιστεύετε ότι μπροστά σας είναι ένας ζωντανός,
ένας άνθρωπος που μιλάει ή κάποιος τρελός.
     Αιφνιδιάζει τον αναγνώστη το βιβλίο αυτό από την πρώτη κιόλας σελίδα, όπου ο αφηγητής δηλώνει ότι είναι ήδη… νεκρός, στην πολύνεκρη, μακρόχρονη και αποφασιστικής σημασίας για τη Γαλλία μάχη του Βερντέν[1] (Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος) κι ότι κείται άταφο το σώμα του μαζί με χιλιάδων άλλων νεκρών. Παρακολουθούμε από κει και πέρα έναν παραληρηματικό, βιωματικό λόγο του Γερμανού στρατιώτη, που από την αρχή παραδέχεται ότι δεν έχει όνομα, και το σώμα του δεν ανήκει καν σ’ αυτόν αλλά σε μια μοίρα που «τον έχει κατακυριεύσει και δεν είναι… η δική του».  
     Είναι ένα πρωτοποριακό για την εποχή του βιβλίο, γραμμένο το 1926 από τον Peter Flamm («κατά κόσμον Έριχ Μόσε», γράφει στο βιογραφικό), πολύ πριν εγκαταλείψει την Γερμανία (1933) και εγκατασταθεί στη Νέα Υόρκη ως ψυχίατρος. Ο συγγραφέας μάς δίνει ένα ψυχολογικό μυθιστόρημα, με στοιχεία μοντερνισμού, καθώς δημιουργεί σκόπιμα σύγχυση στον αναγνώστη για την ταυτότητα του πρωταγωνιστή/αφηγητή, μια σύγχυση που προφανώς επικρατεί και στη συνείδηση του ίδιου του ήρωα λόγω των ψυχολογικών τραυμάτων του πολέμου. Έτσι, καθώς προχωράει η αφήγηση κάπως ρεαλιστικά μετά τον πρώτο αιφνιδιασμό, δεν μπορούμε να διακρίνουμε εύκολα αν ο κύριος ήρωας είναι ο πετυχημένος χειρουργός Χανς Στερν από το Βερολίνο, ή ο πιο ταπεινής καταγωγής φούρναρης Βίλχελμ Μπέτουχ από την Φρανφούρτη, που πολέμησαν στο ίδιο ακριβώς πεδίο τη μοιραία μέρα. Για την ακρίβεια μπορεί να ισχύουν διάφορες εκδοχές/ερμηνείες, όπως επισημαίνεται εύστοχα στο επίμετρο της μεταφράστριας-επιμελήτριας Μαρίας Μεντή. Αυτή η συνεχής αμφιβολία ίσως είναι και το ζητούμενο του συγγραφέα, και εναπόκειται στην πρόσληψη του αναγνώστη να δώσει τη δική του ερμηνεία στα παράλογα που συμβαίνουν στην αφήγηση και στα εύλογα ερωτηματικά που δημιουργούνται.
     Έτσι, σ’ ένα διάχυτο κλίμα υπαρξιακής αγωνίας και αμφιβολίας, αναμειγνύεται το ρεαλιστικό με το φανταστικό, το αντικειμενικό με το υποκειμενικό, καθώς ο Χανς/Βίλχελμ, σε προσωπικό κι εξομολογητικό ύφος, εξιστορεί τη μετάβασή του από τον κόσμο των νεκρών στρατιωτών στην κανονική, προηγούμενη ζωή. Η εξιστόρηση ξεκινά από τη μοιραία εκείνη μέρα που έμαθαν ότι έχει τελειώσει ο τετραετής πόλεμος (ανακρίβεια; Στο Βερντέν η κυριότερη μάχη έγινε στις 19 Δεκεμβρίου του 1916, ωστόσο μπορεί να συνεχίστηκαν οι εκεί συγκρούσεις) κι οι Γερμανοί στρατιώτες, μεθυσμένοι από χαρά πανηγυρίζουν, γιατί δεν «θα ξάπλωναν πια στη λάσπη, που θα βρίσκονταν ξανά πάνω σε λευκά σεντόνια, που θα είχαν ένα μέλλον». Με παραστατικότητα και αληθοφάνεια αφηγείται πώς, ενώ όλοι γλεντούσαν, εκείνος σκαρφάλωσε έξω από το καταφύγιο και σκόνταψε πάνω στο νεκρό σώμα του γιατρού Χανς, που κατά τραγική μοίρα, σκοτώθηκε μια μέρα πριν (δεν μπορούσαν να σταματήσουν μια μέρα νωρίτερα, είναι γελοίο, τώρα ήταν νεκρός, ήταν ξαπλωμένος εκεί, ένας «μορφωμένος», και τι αποκόμισε από τη μόρφωσή του;). Σε μια ακατάσχετη ροή εσωτερικών δισταγμών, όντας σε έντονη συναισθηματική διέγερση και φόβο αποφάσισε (ο Βίλχελμ, εννοείται), να αποσπάσει από τον νεκρό το μικρό γκρίζο βιβλιαράκι, το διαβατήριό του, το όνομά του- και τη μοίρα του.
     Ο αναγνώστης παρακολουθεί τον «μικρό Χένινγκς» (δεν ήμουν εγώ αυτός, δεν είμαι εγώ αυτός), ή αλλιώς τον Βίλχελμ Μπέτουχ (το όνομα το μαθαίνουμε πολύ αργότερα) να αποποιείται την ταυτότητά του, να πείθει τον ίδιο του τον εαυτό ότι είναι κάποιος άλλος, συγκεκριμένα ένας πλούσιος, μορφωμένος κύριος που ταξιδεύει στην πρώτη θέση για το Βερολίνο (κι όχι στην Φρανκφούρτη), να γίνεται ο Χανς Στερν. Δεν ήταν καθόλου δύσκολο, δεν υπήρχε θέμα. Δεν έχει ξαναβρεθεί στο Βερολίνο, κι όμως «ήξερε ότι αυτό ήταν το Βερολίνο». Συστήνεται με το όνομα του γιατρού, κι όλες οι πόρτες είναι ανοιχτές, ονειρεύεται την εικόνα μιας γυναίκας, ενός κοριτσιού «γεμάτου γλύκα, φόβο, πόνο, λαχτάρα» και πάραυτα γνωρίζει την σύζυγο του Χανς, τη Γκρέτε, που όταν τον αντίκρισε «δάκρυα το ένα μετά το άλλο κυλούσαν ανεξέλεγκτα στα μάγουλά της, τα χείλη της άνοιξαν υγρά και απαλά σε ένα άλυτο φιλί». Κι έχουν κι ένα μικρό κοριτσάκι.
     Ο αφηγητής μας λοιπόν, υποδυόμενος τον γιατρό Χανς, και είναι φανερό μέσα στο κείμενο ότι δεν είναι ο ίδιος ο Χανς αλλά τον υποδύεται σκόπιμα, προσαρμόζεται στον τρόπο ζωής, ξαπλώνει με τη γυναίκα του νεκρού (Και λοιπόν; Ένα ανυπεράσπιστο πτώμα: τι έχει να χάσει. Δε θα γίνει πιο φτωχό, ενώ εγώ θα γίνω πλουσιότερος) και, μπαίνει στον ρυθμό της καθημερινής ζωής (δεν υπάρχει χρόνος να σκεφτώ, τα πράγματα προχωρούν διαρκώς, σαν βιβλίο με εικόνες, κάθε σελίδα και μια νέα έκπληξη), ακόμα και στον επαγγελματικό τομέα. Όμως όλα αυτά κόντρα στη λογική του αναγνώστη (καλά, δεν κατάλαβε η γυναίκα του τίποτα; Πώς ήξερε να χειρουργεί ένας φούρναρης;). Τα ερωτήματα και η αναληθοφάνεια αρχίζουν να βασανίζουν τον αναγνώστη… μήπως είναι όντως ο Χανς κι έχει υποστεί μετατραυματικό σοκ; Ή, μια ερμηνεία που απαντά σε πολλά ερωτηματικά και την ενστερνίζομαι, μήπως όλη αυτή η ονείρωξη είναι επιθανάτια του Βίλχελμ, ο οποίος είναι κι αυτός στα πρόθυρα του θανάτου, καθώς ξέρουμε ότι σαν σε όνειρο, στα τελευταία λεπτά πριν τον θάνατο ο χρόνος διαστέλλεται;
Εγώ, εγώ, εγώ,
ένας άλλος είναι εγώ,
εγώ είμαι ο άλλος ο νεκρός που τώρα ζει,
πρόσωπο, σώμα κάποιου άλλου,
μύες, σάρκα, έντερα, εγκέφαλος και ψυχή.
     Προσωπικά, θεώρησα ότι το βασικό «υποκείμενο» της αφηγηματικής εκμυστήρευσης είναι ο Βίλχελμ στο κατώφλι του θανάτου… Δεν είναι ο Χανς, όπως υποστηρίζουν κάποιοι αναγνώστες, γιατί με τον Βίλχελμ ξεκινάει η φαντασίωση, και μ’ αυτόν ως επίκεντρο τίθενται όλα τα ερωτήματα, και μάλιστα υπάρχουν νύξεις και για τις ταξικές διαφορές που τον βασανίζουν, όπως και η κοροϊδία για το όνομά του –που σημαίνει σεντόνι. Έχει επομένως την τάση να αποδράσει από τον παλιό του εαυτό, αλλά φυσικά το αίσθημα του ανοίκειου και της αποξένωσης συνοδεύει πολλές στιγμές της νέας του καθημερινότητας. Στην αρχή αποδέχτηκα/κατάπια την απίθανη περίπτωση να είναι ζωντανός, να προχώρησε συνειδητά στην εξαπάτηση του περιβάλλοντος του γιατρού, και η Γκρέτε να μην αναγνώρισε τον άντρα της λόγω της τετραετίας του πολέμου και των κακουχιών, άντε και η κρυφή ερωμένη, η φορτική και παθιασμένη Μπούσι Σάντορ· αλλά όταν ο ήρωας-φούρναρης άρχισε να χειρουργεί με επιτυχία, και μάλιστα επί μακρόν διάστημα, παραιτήθηκα από την ανάγκη του αναγνώστη να υπάρχει λογική συνέπεια. Με ενόχλησε -είναι η αλήθεια- το ανακόλουθο, αλλά με προσέλκυσαν όλα τα εμβόλιμα αποσπάσματα του εσωτερικού μονόλογου, που εκφράζουν την επιθανάτια αγωνία ενός ανθρώπου που έζησε την απόλυτη φρίκη των χαρακωμάτων και της μάχης σώμα με σώμα, την απόλυτη στέρηση, τον φόβο του θανάτου και φυσικά και τον θάνατο. Μέσα σ’ αυτήν την ταραχή, ο άνθρωπος χάνει όχι μόνο τις αξίες του, τα ανθρώπινα μέτρα, αλλά και την ταυτότητά του, το ποιος είναι πραγματικά, πράγμα που υπογραμμίζεται από τον τίτλο: «Ich? (Εγώ;)». Που μεθερμηνεύεται, «υπάρχω; Κι αν υπάρχω ποιος είμαι; Ποιες είναι δηλαδή οι ποιότητές μου;». οι παραληρηματικές παρεμβολές λοιπόν διανθίζουν τη ροή των γεγονότων και αποτελούν ποιητικοφιλοσοφικά διαμάντια:
· Βλέπω τον εαυτό μου να στέκεται εκεί, τελείως μόνος, σαν σε τάφο, μια φωνή απ’ τον τάφο, ένας όρκος απ’ τον τάφο, είναι σα να στέκομαι δίπλα απ’ τον εαυτό μου, όλα είναι ομιχλώδη.
· Είμαι στάχτη στον άνεμο, φυγάς απ’ τον ίδιο μου τον εαυτό με άγνωστο προορισμό, έχω χάσει την ισορροπία μου, πάντα φτάνω κάπου αλλά τα χέρια μου παραμένουν άδεια, δε μπορώ να ριζώσω
· Σαν να’ μαι κάτω από μια βαριά καμπάνα και αποκομμένος
· Όλα είναι εναντίον μου, δεν είμαι πια άνθρωπος, όλα καλύπτονται από μιαν ομίχλη, πάντα ήμουν διχασμένος
· Μήπως κοιμάμαι, μέρα μεσημέρι; Όλη η ομορφιά του τοπίου, η ομορφιά της ανθισμένης γης, η ομορφιά των ευλογημένων αγρών, περνά απαρατήρητη από μπροστά μου, δεν τη βλέπω, δεν είναι για μένα
· Ίσως έχω ήδη πεθάνει εκεί κάτω και φωνάζω τον εαυτό μου μέσα στο παγωμένο διάστημα και τώρα με ακούω και με βλέπω, αλλά ίσως δεν είμαι καθόλου εδώ–

    Αυτά είναι σπαράγματα, σύμφωνα με την δική μου «ανάγνωση», μιας συνείδησης βασανισμένης, την έσχατη ώρα που εγκαταλείπει τα εγκόσμια… Ωστόσο, μέσα στο παραλήρημα της αλλαγής ταυτότητας παρεισφρέουν και στοιχεία που αποκαλύπτουν ένα είδος ενοχής που αποποιήθηκε τον αρχικό του εαυτό: αρχικά, η παρουσία του κου Σβεν Μπόργκες, του μυστηριώδους ανθρώπου που συνάντησε στο τρένο, και του έδωσε την αίσθηση ότι κατάλαβε την απάτη. Τον συναντά αργότερα ως σύντροφο της παθιάρας ερωμένης (ξέρεις ότι δεν τον αγαπώ), και η παρουσία του γενικά είναι απειλητική. Είναι και ο σκύλος του Χανς, ο Νέρο, ο μόνος που δεν τον αναγνωρίζει, του επιτίθεται και τον δαγκώνει.
     Τέλος, καθοριστικά ενδεικτικό της «ταυτότητας» του ήρωα (σε εισαγωγικά γιατί ποτέ πια δεν θα είναι ίδιος) είναι το επεισόδιο με την αδερφή του (την πραγματική), η οποία στην απελπισία της φτώχειας και της αρρώστιας της μάνας τους, εκδίδεται και διαπράττει κάποιο έγκλημα, στη δίκη του οποίου καλείται ο Χανς/Βίλχελμ ως μάρτυρας! Η ιστορία αυτή είναι αρκετά εξωπραγματική για να είναι αληθινή, ο δε μέγιστον η μητέρα (τους) μετά από λίγο πεθαίνει φτωχή κι εγκαταλελειμμένη κι ο συγγραφέας μας χαρίζει απίστευτες σελίδες πενθητικού αποχαιρετισμού του απεγνωσμένου, μπρος στον θάνατο, ήρωα.
Θέλω να ξυπνήσω, θέλω να δω τη δική μου ζωή ως το τέλος,
έχω πέσει μέσα σ’ ένα ποτάμι
και πρέπει να κολυμπήσω μέχρι να με ξεβράσει έξω
     Αν δεν μιλάει η ψυχή στα πρόθυρα του θανάτου, σ’ αυτό το απόσπασμα των τελευταίων σελίδων, ποιος μιλάει; Δέχομαι βέβαια ότι η αμφισημία, η σύγχυση, η αμφιβολία είναι το ζητούμενο του συγγραφέα. Όμως αυτή η δική μου, ομολογώ υποκειμενική αλλά όχι και πολύ αυθαίρετη ερμηνεία, φωτίζει με διαφορετικό, μεταφυσικό και υπαρξιακό τρόπο, αυτά τα ποιητικά αποσπάσματα που κορυφώνονται προς το τέλος, σ’ ένα απίθανο κρεσέντο, σε μια εξομολόγηση που είναι και απολογία μαζί, εφόσον η ψυχή που παραδίδεται ζυγίζει τον εαυτό της σαν να απευθύνεται σ’ ένα νοερό δικαστήριο:
     Είναι ένας δρόμος που ανεβαίνει στον λόφο, από κει πέρασαν με κανόνια, εκεί έφτασε το νερό για τους διψασμένους κι έγινε αίμα, εκεί ανέβηκε η ζωή και επέστρεψε ως θάνατος, τώρα βρίσκομαι στους λόφους, δεν φυτρώνει πια γρασίδι, δεν υπάρχει πράσινο ούτε θάμνοι, είναι όλα σταχτιά, δεν έρχεται καμιά πνοή, επικρατεί σιωπή, απόλυτη σιωπή (…) Εδώ βρίσκομαι κύριοι δικαστές κάντε με ό, τι θέλετε, μου είναι αδιάφορο –νιώθω τόσο κουρασμένος, δεν μπορώ πια να σταθώ όρθιος, είναι σαν να έχω πέτρες στο στήθος μου... (…)
Χριστίνα Παπαγγελή
(1) https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AC%CF%87%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%92%CE%B5%CF%81%CE%BD%CF%84%CE%AD%CE%BD