Σάββατο, Ιουνίου 09, 2018

Αρχάγγελοι, Paco Ignacio Taibo II


Είναι κάποιοι άνθρωποι που μοιάζουν να έχουν καταπιεί έναν άγγελο
και ταΐζουν τα δεινά τους μ’ αυτό το μαγικό μείγμα πείσματος και ακεραιότητας.
Προσωπικότητες που δεν ταλαντεύονται εν μέσω της καταιγίδας,
που δεν αναπαύονται. 

Πολύ αξιόλογο αυτό το «αταξινόμητο» βιβλίο, αν και δεν διαβάζεται «εύκολα», δεν είναι ακριβώς λογοτεχνία αλλά ούτε και στεγνή, απρόσωπη Ιστορία∙ η προσπάθεια  του συγγραφέα να μην προδώσει τα τεκμηριωμένα ιστορικά στοιχεία κουράζει, όμως το περιεχόμενο αποζημιώνει και με το παραπάνω. Ο συγγραφέας, ιστορικός, ερευνητής και πανεπιστημιακός Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ, γνωστός από τη μονογραφία του πάνω στον Τσε Γκεβάρα και από τα αστυνομικά του μυθιστορήματα, επιχειρεί εδώ να αποδώσει φόρο τιμής («λογοτεχνικούς τρόπους απόδοσης δικαιοσύνης», λέει ο ίδιος) σε 12 θρυλικές προσωπικότητες που έζησαν τον 20ο  αιώνα, και με τη θυελλώδη τους δράση έγιναν ενεργά «υποκείμενα» της ιστορίας, χωρίς να σημαίνει βέβαια ότι δεν διαψεύστηκαν. Πρόκειται για δώδεκα  πρωτότυπες και έξυπνες αφηγήσεις, με διαφορετική -λογοτεχνικά- τεχνοτροπία και προσέγγιση η κάθε μια, που αφορούν  ανθρώπους «της δράσης» που η επίσημη ιστορία εξοβέλισε σκόπιμα, ανθρώπους- αγγέλους μιας άλλης ουτοπικής ίσως κοινωνίας, που δεν μπορούσαν να ζήσουν αλλιώς παρά μόνο επαναστατικά.
Ομολογώ  ότι απ’ όλους αυτούς τους πολύ αξιόλογους μαρξιστές, αναρχοσυνδικαλιστές ή απλώς αναρχικούς, διεθνιστές, αγροτικιστές κλπ επαναστάτες, ήξερα μόνο τον Μεξικανό ζωγράφο Ντιέγκο Ριβέρα. Φρόντισε η επίσημη ιστορία και η αυτοκρατορία των μίντια να μην φτάσουν μέχρι καν τα αυτιά των περισσοτέρων οι απίστευτες προσωπικότητες που πλαισίωσαν με την επαναστατική τους φλόγα τις μεγάλες επαναστατικές εστίες του 20ου αιώνα, στο Μεξικό, την κεντρική Ευρώπη, την Ισπανία, την Κούβα κ.α.,  ιδιαίτερα των πρώτων δεκαετιών του αιώνα (ήταν η εποχή της Σοβιετικής επανάστασης, της γερμανικής εξέγερσης, των εργατικών συμβουλίων του Τορίνο, του κοινωνικού αγώνα στην Ισπανία). Η ασάφεια των στοιχείων και οι λειψές πληροφορίες φαίνεται ότι απασχόλησαν πολύ τον συγγραφέα, ο οποίος ερεύνησε συστηματικά και απέδωσε με αυτοαναφορικό τρόπο (συχνά δηλαδή αναφέρεται στην υποκειμενικότητα των πληροφοριών, στην ασάφεια στις προσπάθειές να αποδώσει την πραγματικότητα στη σωστή της διάσταση κλπ) και με πολλή επιφύλαξη όλες τις πηγές απ’ όπου μαθαίνουμε γι αυτούς τους εκπληκτικούς ανθρώπους. Όπως λέει ο ίδιος: είναι πολύ δύσκολο να χειριστώ προσωπικότητες σαν αυτές που περιλαμβάνονται σ αυτό το βιβλίο χωρίς να νιώσω τον βαθύ φόβο ότι η λογοτεχνία μπορεί να τις τραυματίσει, να τις αποδυναμώσει, να τις αμβλύνει εντός του μύθου. Έτσι, γράφτηκαν με την αφηγηματική συστολή του ιστορικού που κλονιζόταν από τη συντετριμμένη τόλμη του συγγραφέα.
Πράγματι, μόνο σαν Ιστορία μπορεί κανείς να διαβάσει το βιβλίο («ιστορίες για την ιστορία», λέει ο ίδιος). Προσωπικά το διάβασα εν πλήρει εγρηγόρσει (δηλαδή ποτέ πριν πάω για ύπνο), με μολύβι και σημειώσεις. Κατά τη γνώμη μου, αυτές οι «μικροϊστορίες», με πινελιές από την καθημερινότητα, συμπληρώνουν ουσιαστικά την Ιστορία, μεταφέροντας όχι μόνο εκπληκτικές βιογραφίες, αλλά μέσα από ιστορικά γεγονότα-σταθμούς το πνεύμα μιας ολόκληρης εποχής/περιοχής. 
Θα αναφερθώ γραμμικά και σύντομα στους «αρχάγγελους», τους αφανείς αυτούς αγγέλους  μιας επανάστασης που δεν έχει τέλος, κάνοντας ένα είδος περίληψης και τονίζοντας σε κάθε ενότητα τα ιστορικά στοιχεία που θα ήθελα να θυμάμαι. Ζητώ λοιπόν συγνώμη, προκαταβολικά, για τις 6021 λέξεις της ανάρτησης...
ΜΕΞΙΚΟ
·  Το Μεξικό, μια πολύπαθη περιοχή, πατρίδα του Τάιμπο, πρωταγωνιστεί στις ιστορίες του συγγραφέα. Δεν θα καταλάβουμε πόση σημασία είχαν οι δράσεις των Χουάν Εσκουδέρο, του Ντιέγκο Ριβέρα (και γενικά των μουραλίστας), του Σεμπαστιάν σαν Βισέντε, του Μπουαναβεντούρα και του Λιμπράδο Ριβέρα αν δεν έχουμε υπόψη την ιστορική πορεία του Μεξικού[1] όπου, παρά την ανεξαρτησία τους από τους Ισπανούς (1821), τη μεξικανική επανάσταση και τον δεκαετή εμφύλιο (1911-1920), οι ανισότητες από τα κατάλοιπα της ισπανικής φεουδαρχίας αλλά και την γειτνίαση με τις ΗΠΑ εξακολουθούν να είναι ανυπέρβλητες.

Ο Χουάν Εσκουδέρο (1890- 1923), Μεξικανός ισπανικής καταγωγής , μεγάλωσε στο «διεφθαρμένο παράδεισο» του Ακαπούλκο,  μια περιοχή που στις αρχές του 20ου αιώνα εκμεταλλεύονταν σχεδόν απόλυτα οι Ισπανοί έμποροι με δωροδοκίες, πιστολέρο και εκβιασμούς κάθε είδους. Τρεις εταιρείες όλες κι όλες ασκούσαν μονοπώλιο που απομόνωνε το λιμάνι και βύθιζε τους «κοστένιος» (κατοίκους των ακτών) σε απόλυτη φτώχεια. Οι εμπορικοί οίκοι ήταν επίσης ιδιοκτήτες των «χασιέντας» (μεγάλα κτήματα, κατάλοιπο της φεουδαρχικής αποικιοκρατίας), υποχρέωναν τους αγρότες να καλλιεργούν αυτό που εξυπηρετούσε τους σπανιόλους, ενώ νοίκιαζαν τα αγκίστρια, δολώματα κλπ στους ψαράδες προκειμένου να πουλάν όλα τα ψάρια στους προμηθευτές!  Ο Χουάν άρχισε τελείως μόνος του να οργανώνει τους ψαράδες και τους λιμενεργάτες, ίδρυσε την Ένωση εργατών Θαλάσσης και Γης, γρήγορα όμως τον εξόρισαν για να επιστρέψει το 1918, όταν η μεξικανική επανάσταση/εμφύλιος είχε πρακτικά τελειώσει (1911-1920).
Δεν είναι γνωστό αν έχει  γνωρίσει προσωπικά τον Ρικάρντο Φλόρες Μαγόν (από τους κύριους υποκινητές της Μεξικανικής επανάστασης που, μαζί με τον Εμιλιάνο Ζαπάτα ξεσηκώθηκαν το 1911, έδιωξαν τον Πορφίριο Ντίας και η χώρα μπήκε στον δεκαετή εμφύλιο), αλλά  όταν ο Εσκουδέρο επιστρέφει στο Ακαπούλκο, αφοσιώνεται στην επαναστατική δράση που του προσφέρει κάθε ευκαιρία της καθημερινότητας, π.χ. κηρύγματα στα διαλείμματα του κινηματογραφικού έργου, ή στα λιμάνια με τους ψαράδες και τους λιμενεργάτες κλπ. Ως αυθεντικός αγκιτάτορας[2], γρήγορα ξεσηκώνει γύρω του πλήθη και ιδρύει το Εργατικό Κόμμα του Ακαπούλκο (POA), τη θρυλική εφημερίδα Regeneracion (η μαγεία της βρισκόταν στην ομάδα συνεργατών που είχε βρει ο Χουάν: ομάδα παιδιών που μόλις είχαν τελειώσει το δημοτικό και που έκαναν το έντυπο να φτάσει μέχρι την τελευταία γωνιά του Ακαπούλκο).  Ξεκινά εκστρατείες ενάντια στο κεφάλαιο, π.χ. ενάντια στην υφαντουργία  El Ticui” ή την σαπωνοποΐα “La especial”, ενώ το κόμμα κερδίζει ολοένα σε ισχύ και κόσμο. Διστάζει να συμμετέχει στις εκλογές του 1920 γιατί δεν ήθελε να σκεφτεί κανείς ότι είχε οργανώσει το POA προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως βάση για την προσωπική του ανέλιξη. Με τον θάνατο του Ζαπάτα και την ήττα και απομόνωση του Πάντσο Βίγια έχει αποδυναμωθεί το ριζοσπαστικό κίνημα, το οποίο όμως συσπειρώνεται ξανά στην περιοχή από  τον Εσκουδέρο.
Τώρα  βασικός αντίπαλος είναι ο δεξιός πρόεδρος Καράνσα, ενάντια στον οποίο στρέφεται και το κεντρώο κόμμα του Ομπρεγόν. Με την εκλογή του στη δημαρχία έρχεται σε μετωπική αντίθεση με τα συμφέροντα των Σπανιόλων εμπόρων, ενώ το έργο του αναδεικνύει τις απίστευτες ανεπάρκειες και αυθαιρεσίες του κράτους (δεν υπήρχαν π.χ. μισθοί, δημόσιο ταμείο, οι φόροι επιβάλλονταν κατά το δοκούν, δεν υπήρχαν τοπικά συμβούλια κ.α.).
Ο αγώνας από δω και πέρα του Εσκουδέρο και των αδερφών του είναι συνεχής και τα εμπόδια απρόβλεπτα∙ άδικες κατηγορίες, συκοφαντίες, επιθέσεις, απειλές είναι σε ημερήσια διάταξη συμπληρώνοντας την ήδη χαοτική εικόνα της κοινωνίας του Ακαπούλκο. Καθώς κλιμακώνονται οι εντάσεις (Δεκέμβρης του 1920) ο Χουάν Εσκουδέρο διώκεται ως… μπολσεβίκος (Μπολσεβίκος ήταν η επάρατη λέξη. Εκείνα τα χρόνια ο σοβιετικός τύπος της πρωτεύουσας συσχέτιζε τον όρο με την «ερυθρά συνωμοσία» σοβιετικής προέλευσης και κάτω απ’ αυτό το όνομα χωρούσαν κομμουνιστές, ακτιβιστές συνδικαλιστές, Ισπανοί ή Ρώσοι αναρχικοί, σοσιαλιστές ριζοσπάστες στρατιωτικοί, αριστερίζοντες λιποτάκτες του στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών…). Φυλακή και αθώωση και πάλι εκλογή στη δημαρχία και πάλι φυλακή.
Το κεφάλαιο έχει τον τίτλο «Οι δυο θάνατοι του Χουάν Εσκουδέρο» (όχι, δεν έχει θεματικά σχέση με τον Δεύτερο θάνατο του Ραμόν Μερκαντέρ, το βιβλίο του Σεμπρούν όπου ο πρώτος θάνατος νοείται σε μεταφορικό επίπεδο). Εδώ ο Εσκουδέρο πεθαίνει σχεδόν… κυριολεκτικά: είναι επικηρυγμένος, παρόλ αυτά παρουσιάστηκε… αυτοπροσώπως σε μια κλήτευση ενώπιον του δημαρχείου απαιτώντας τη σύλληψη του τότε δημάρχου Οτέρο. Η πρόκληση δημιούργησε καταδίωξη με  κινηματογραφική εξέλιξη, όπου ο Χουάν καταλήγει να σπάσει το ποδάρι του πηδώντας έναν φράχτη και όταν πια τον έπιασαν, του έριξαν τη χαριστική βολή.
Όμως ο κόκκινος δήμαρχος εξακολουθούσε να αναπνέει… αλλά η σφαίρα είχε επηρεάσει ένα μέρος του εγκεφάλου και έμεινε στο εξής παράλυτος από την αριστερή πλευρά, ενώ το δεξί χέρι το ακρωτηρίασαν. Σε δυο μήνες αναλαμβάνει ξανά δράση ενώ το POA, βρισκόμενο σε αδιέξοδο,  αναπροσαρμόζει τους στόχους του.  Οι εκλογές του Ιουλίου 1922 φέρνουν άλλα ευτράπελα (συμπλοκές, τραμπουκισμούς, παραβιάσεις της εκλογικής διαδικασίας, «αλκοολικές σκηνές» κ.α.). Eνώ το POA κερδίζει πάλι την εκλογική μάχη, ο αγώνας αρχίζει να γίνεται καθαρά ταξικός ανάμεσα στους γκατσουπίστας (φιλοσπανιόλους) + στρατιωτικούς και τους εσκουδερικούς. Τους πύρινους λόγους του Χουάν από το αναπηρικό καροτσάκι τούς διαδέχονται δολοφονίες από τον «νόμιμο» δήμαρχο Φλόρες, ενώ ο δεύτερος και τελευταίος θάνατος του Χουάν Εσκουδέρο και των δύο αδερφών του, ύστερα από εξαπάτηση της μητέρας τους που τους κατέδωσε δείχνοντας εμπιστοσύνη στις υποσχέσεις, είναι ένας θάνατος ηρωικός, αντάξιος της ζωής του 33χρονου επαναστάτη.

Η πρωτότυπη ακτιβιστική δράση των «μουραλίστας» στο Μεξικό, από τους οποίους ο πιο γνωστός είναι ο Ντιέγκο Ριβέρα (σύντροφος της Φρίντα Κάλο) ξεκίνησε από το 1922 μαζί με μια ομάδα νέων ζωγράφων (Ριβέρα, Γκερέρο, Σαρλό, Σικέιρος, Ορόσκο), προωθώντας σοσιαλιστικά ιδεώδη και χαρακτηριστικά στοιχεία της μεξικανικής ταυτότητας. Οι «ντιεγκίτος» πληθύνονται καθώς τους παραχωρούνται από το Υπουργείο Δημόσιας Εκπαίδευσης άδειες για πολλές τοιχογραφίες σε τοίχους δημόσιων κτιρίων και υπαίθριων χώρων , που σιγά σιγά αποκτούν εθνικό  και θρησκευτικό χαρακτήρα (Ριβέρα: ήθελα να εκφράσω στα πρόσωπα τη γνήσια μεξικανική ομορφιά). Η δύναμη της μνημειακής ζωγραφικής (η πιο μεγάλη τοιχογραφία, «Η δημιουργία»  απλώνεται σε 90 τετραγωνικά στην Escuela  Nacional Preparatoria)  κάποια στιγμή ήταν τόσο εκτεταμένη και τόσο ξεσηκωτική για τα πλήθη που φυσικά θεωρήθηκε επικίνδυνη για την κυβέρνηση…
Οι αντιδράσεις προέρχονται και από τους συντηρητικούς φοιτητές που εφορμούν με τσίχλες, γιουχαΐσματα, επιθέσεις, βανδαλισμούς ή… εικαστικές παρεμβάσεις (κοινώς μουτζούρωμα), ενώ με την άφιξη του 26χρονου Σικέιρος και του Αμάντο ντε λα Κουέβα, η ζωγραφική στους τοίχους παίρνει καθαρά πολιτικό χαρακτήρα (χρόνια αργότερα, τα ονόματά τους θα αποτελέσουν μέρος ενός μύθου που θα σαρώσει όλη τη γη). Απογοητευμένοι από τη συμβιβαστική πολιτική της CROM (Τοπική Εργατική Ομοσπονδία Μεξικού), οι νεαροί ζωγράφοι αναζητούν ριζοσπαστικές λύσεις και στρέφονται πιο αριστερά (στη Γενική Ομοσπονδία Εργατών, CGT), ενώ ο Ντιέγκο εγγράφεται στο τότε ΚΚΜ, το κόμμα με την αύρα της Σοβιετικής Επανάστασης.
Στα τέλη του 1922 οι ζωγράφοι ιδρύουν το «Συνδικάτο» (μετέπειτα «Επαναστατική ένωση Τεχνιτών, Ζωγράφων, Γλυπτών και Συναφών Συντεχνιών») των εννέα μουραλίστας που είχαν συμβόλαια με την Πρεπαρατόρια, με κεντρικές αρχές καθαρά πολιτικές, προσήλωση στην Τρίτη Διεθνή (κατάργηση του καπιταλισμού/δικτατορία του προλεταριάτου, και κυρίως αντίληψη της καλλιτεχνικής δουλειάς ως αντικατοπτρισμού της κοινωνίας στην οποία ζουν και ως τοποθέτησης έναντι αυτής (βρίσκονταν ενώπιον μιας επανάστασης που τους οδηγούσε προς μια ζωγραφική που μπορούσαν να εκτιμήσουν οι πλατιές μάζες). Τον ριζοσπαστισμό συμπληρώνει ένας «πρώιμος αυτοχθονισμός». Ο Ριβέρα, αλλά και οι υπόλοιποι, «μεξικανοποιούν» και πολιτικοποιούν τα θέματά τους (άρχισε να δημιουργεί στους τοίχους ιστορίες εργατών και χωρικών, τον αγώνα και τον μόχθο, ξεκινώντας έτσι, συνειδητοποιημένος και εμμονικός, τρελαμένος και ανήσυχος, μία από τις αθάνατες ιστορίες του Μεξικού, μία από τις παράλληλες ως προς την επίσημη ιστορία αφηγήσεις, στην οποία, πολλά χρόνια αργότερα, εμείς οι Μεξικανοί, ακόμη αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας…). Ο Ορόσκο μάλιστα γίνεται παράτολμα προκλητικός κι έτσι, ο μέχρι τώρα φιλικός προς τους ζωγράφους Τύπος γίνεται εχθρικός, ενώ τους πρώτους μήνες του 1924 οι συγκρούσεις γενικεύονται επικίνδυνα.
Παρόλες τις ρωγμές που επήλθαν ανάμεσα στους ζωγράφους, και τον επίσημο παραγκωνισμό τους, τον Μάρτιο του 1924 εκδίδεται η Machete, όπου η πολιτικές πεποιθήσεις των ακτιβιστών ζωγράφων καταγράφονται πλέον απερίφραστα, ενώ τα σατιρικά σχέδια, τα σκίτσα, η ζωγραφική βρίσκουν άλλη διέξοδο για να εκφραστούν πολιτικά, εφόσον οι τοιχογραφίες έχουν αρχίσει να καταστρέφονται.  Παρόλες τις αντιξοότητες και την κατάργηση της αμοιβής τους, πολλοί συνεχίζουν να ζωγραφίζουν, μέχρι το 1925 που διαλύθηκε το συνδικάτο.
Το κεφάλαιο αυτό τελειώνει με μια προσωπική κατάθεση του συγγραφέα Τάιμπο, που δείχνει την ακτινοβολία αυτής της δράσης των αρχών του αιώνα μέχρι τις μέρες μας:
Επίσης, μέρος μιας άλλης ιστορίας αποτελεί το γεγονός ότι ο συγγραφέας ήταν δεκάξι χρονών το 1965, όταν πέρασε στην Εσκουέλα Νασιονάλ Πρεπαρατόρια για να πάρει πτυχίο. Οι φοιτητές της δικής μου γενιάς τις εκτιμούσαμε βαθιά και ήμασταν περήφανοι που μπορούσαμε να σπουδάζουμε περιτριγυρισμένοι από αυτήν την όψη της χώρας, εκείνη την ηχώ που άφηναν ορισμένες ντεμοντέ λέξεις όπως «πατρίδα», «πάθος», «περηφάνια». Εξακολουθώ να είμαι ευγνώμων από τα βάθη της άθεης καρδιάς μου στον Ντιέγο, τον Ορόσκο, τον Ρεβουέλτας, τον Σικέιρος, τον Σαρλό, τον Γκερέρο, τον Πατσέκο, για την εμπειρία να μπορέσω να ωριμάσω ανάμεσα στους τοίχους τους.
Επιστρέφω εκεί συχνά.

Στην ταραγμένη εποχή (1921-25)όπου η επίδραση της Σοβιετικής επανάστασης στο ήδη φλεγόμενο Μεξικό (και όχι μόνο) ήταν μεγάλη, έδρασε και ο Βάσκος Σεμπαστιάν Σαν Βισέντε (ή «Πέδρο Σάντσες ο Ταμπικένιο), του οποίου η ανακατασκευή της πρωτύτερης βιογραφίας δεν ήταν εύκολη, όπως γράφει ο συγγραφέας. Ξεκίνησε από την Γκέρνικα, γύρισε όλον τον κόσμο, εντάχτηκε στους αναρχικούς και στους Βιομηχανικούς εργάτες του Κόσμου (IWW)[3], διέφυγε στην Κούβα όταν κατηγορήθηκε ότι προσπάθησε να ανατινάξει το «Mayflower» με τον πρόεδρο Ουίλσον, κι από κει πέρασε παράνομα στο Μεξικό. Εξελέγη δεύτερος γραμματέας της CGT  (οργάνωση σύγκρουσης ενάντια στον εξημερωμένο συνδικαλισμό της CROM, όπως ειπώθηκε παραπάνω). Αναρχικός και διεθνιστής, ερχόταν σε βίαιη αντιπαράθεση με τους ιδιοκτήτες των χασιέντας (φεουδάρχες) και τους απεργοσπάστες, ώσπου συνελήφθη από την κυβέρνηση Ομπρεγόν, και εστάλη στη Γουατεμάλα.
Η δράση του Βισέντε, πολλές φορές με το δεύτερο του όνομα είναι αδιάλειπτη: συνδικάτα, απεργίες διαδηλώσεις, συλλήψεις. Περιπετειώδεις αποδράσεις, ξανά συλλήψεις, απελάσεις  ώσπου τα ίχνη του χάνονται κάπου στον ισπανικό εμφύλιο…
Αυτά είναι τα στοιχεία, σαν αστυνομική αναφορά, στεγνά και αντικειμενικά. Όμως ο Τάιμπο προβληματίζεται για το «πρόσωπο», για τον άνθρωπο πίσω απ τη σκιά (όπως κάθε καλή μυθιστορηματική προσωπικότητα, εμφανίζεται ξαφνικά, με έναν ήχο σαν συριγμό που σκίζει τον αέρα και έρχεται με προίκα παρατσούκλια και ψευδώνυμα, πλαστά διαβατήρια και πλαστές ιστορίες). Ο Τάιμπο ψάχνει τον μύθο όπως ψάχνει και την Ιστορία. Βρίσκει ότι τον αποκαλούσαν «Μαύρος Άγγελος ο εξολοθρευτής» (άγγελος μαύρος, νικημένος, προερχόμενος απ’ την άβυσσο, ηττημένος άγγελος, εωσφορικός). Ο ήρωάς του, ο αναρχικός ακτιβιστής διαβάζει… Λεοπάρντι («ποιητής της αγωνίας, του δισταγμού, της απόγνωσης), Μπακούνιν, Μαλατέστα, Ουγκώ, κ.α… Ο συγγραφέας ψάχνει με πάθος ερευνητή τα ίχνη από τα διαβάσματα του Βισέντε, γιατί στα διαβάσματα κάποιου  ανακαλύπτεις ότι κάποιος δεν είναι μόνο ένα πράγμα αλλά οι αντηχήσεις του. Ότι ο μοναδικός τρόπος να τον αντιληφθείς είναι να αναλύσεις τις δεκάδες αντηχήσεις που αφήνει πίσω του.  

Στο Μεξικό έδρασε και ο «αρχάγγελος» Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι που μαζί με τον Ασκάσο ήταν οι βασικοί «Περιπλανώμενοι» του Μεξικού (οι «Περιπλανώμενοι» ήταν ομάδα Ισπανών αναρχικών που «απένειμαν δικαιοσύνη» δολοφονώντας του ιδιοκτήτες  εργοστασίων που κακομεταχειρίζονταν τους εργάτες, κάνοντας βομβιστικές επιθέσεις και άλλα συναφή). Στην Ισπανία, στην Κούβα, και τέλος στο Μεξικό ταράζουν τα νερά με εγκληματικές επιθέσεις στα γραφεία ης κλωστοϋφαντουργίας Carolina, ληστεύοντας χρηματοκιβώτια, βυθίζοντας στο σκοτάδι τις αστυνομικές έρευνες (οι οποίες στέφονται σε αθώους πολίτες). Όπως γράφει ο Τάιμπο, οι δύο Ισπανοί ήταν άνθρωποι της βίας, που είχε ριζώσει στη ζωή τους κατά τις ένοπλες συγκρούσεις που έβαψαν με αίμα, από το 1918 ως του 1923, το ισπανικό έδαφος και ειδικά την Καταλονία. Η συνεργασία των δύο επαναστατών με τη ριζοσπαστική CGT τους σπρώχνει στη μαζική δράση σε αγώνες στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας, σε διυλιστήρια, στην οργάνωση αγροτικού συμβουλίου.
Η αφήγηση του Τάιμπο εδώ δεν είναι ακριβώς γραμμική. Εστιάζει μια στους Περιπλανώμενους φωτίζοντας όσο μπορεί τη νοοτροπία τους και μια στον Τύπο, επιγράφοντας τα αντίστοιχα υποκεφάλαια «Κάτι σαν την εκδοχή του αστυνομικού συντάκτη της εφημερίδας “El Democrata”. Έτσι, βλέπουμε το χάσμα ανάμεσα στην πραγματικότητα, στις προθέσεις των επαναστατών, και στα αποτελέσματα των αστυνομικών ερευνών. Οι «συγκλονιστικές» συλλήψεις των αστυνομικών αρχών είναι άνευ προηγουμένου άσχετες, και οι αρχάγγελοι Ισπανοί, αφού ολοκλήρωσαν το «απαλλοτριωτικό» τους έργο παραδίδοντας στην Ομοσπονδία 4000 πέσος, συνέχισαν την επαναστατική τους περιοδεία στη Χιλή, και μετά στην Αργεντινή.

 Τέλος, ο Λιμπράδο Ριβέρα, ο τελευταίος «μαγονίστας» που έκλεισε με τον θάνατό του τον Φεβρουάριο του 1931 την περίοδο αυτή σκληρών αγώνων των αναρχικών απέναντι στην οικονομική και κυβερνητική εξουσία, επέστρεψε στο Μεξικό το 1923, μετά από 18χρονη εξορία εκ των οποίων τα εντεκάμισι τα είχε περάσει στις φυλακές των ΗΠΑ. Με σταθμό το 1918 (έχει πεθάνει ο Ζαπάτα, έχει ηττηθεί ο Βίγια) οπότε καταδικάστηκε μαζί με τον Ρικάρντο Φλόρες Μαγόν ( θρυλική μορφή, εξ ου και «μαγονίστας»), μένουν άλλα πέντε χρόνια στο Φρούριο Λίβενγουορθ όπου ο Μαγόν βρίσκεται δολοφονημένος κάτω από ανεξιχνίαστες συνθήκες.
Η ιστορία που αφηγείται ο Τάιμπο ξεκινά από το 1923, όταν μετά από υπερβολικές παρεμβάσεις και πιέσεις η Ουάσιγκτον απελαύνει τον Ριβέρα. Είναι 59 ετών (τον αποκαλούν «γέρο»), άρρωστος, φαφούτης και αποκαμωμένος απ τον θάνατο του συντρόφου του, παρόλ αυτά δεν υπογράφει καμιά δήλωση, δεν δέχεται ούτε τη στοιχειώδη σύνταξη (δεν θέλω τίποτα από το κράτος), ούτε καν να του πληρώσουν τα έξοδα μεταφοράς.
Ο Λιμπράδο Ριβέρα πιστεύει στη δράση, στον εργατικό αγώνα, στον ακτιβισμό. Αμέσως όταν συνέρχεται από την αρρώστια  αναζητά τους «δρόμους της επόμενης επανάστασης», τους νέους στόχους του «μαγονισμού» (που παλιά ήταν η αγώνας ενάντια στη δικτατορία του Πορφίριο Ντίας). Η κατάσταση στο αναρχικό κίνημα είναι πολύ σύνθετη όταν αποφασίζει να συμμετάσχει στην ομάδα «Γη και ελευθερία», ταμένος στην «επαναστατική προπαγάνδα». Μεταβαίνει στο Ταμπίκο, καρδιά των κοινωνικών αγώνων, πετρελαϊκό λιμάνι και προπύργιο της συνομοσπονδίας CGT, όπου υπάρχει δυναμικό το αναρχικό στοιχείο που στηρίζεται στους εργάτες, και εξέχουσες προσωπικότητες του πετρελαϊκού συνδικαλισμού. Ενταγμένος στην ομάδα «Κόκκινοι αδερφοί»  αφοσιώνεται στην έκδοση εφημερίδας με καταγγελτικό και προπαγανδιστικό χαρακτήρα (κι όχι απλά ενημερωτικό) και γράφει πύρινα άρθρα με υποτυπώδες τυπογραφείο περιγράφοντας με λεπτομέρειες π.χ. την άγρια καταστολή στην εργατική διαδήλωση απεργών της Mexican Gulf.
Η δράση του τελευταίου μαγονέρου είναι συνεχής και θυελλώδης, συμμετέχει σ’ όλες τις κινητοποιήσεις, με αποκορύφωμα τις παρεμβάσεις για την απελευθέρωση των Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι. Οι απεργίες, οι συλλήψεις (συνελήφθη κινηματογραφικά τουλάχιστον 5 φορές για να αφεθεί ελεύθερος και ξανά να φυλακιστεί) συνεχίζονται μέχρι που πέθανε από τροχαίο, σε ηλικία 66 ετών. Στο διάστημα αυτό μετά τις εκάστοτε αποφυλακίσεις του προχωρούσε σε καταγγελίες, περιγράφοντας στις εφημερίδες του (που συνέχιζε με μυστήριο τρόπο να εκδίδει παρόλο που του κατάσχουν το «τυπογραφείο») τα βιώματά του, τους απίστευτους διαλόγους με τους αστυνόμους και τους εισαγγελείς όπου βλέπουμε να ξεδιπλώνονται οι αρχές του «μαγονισμού»  δοκιμασμένες στην πράξη (εκεί βρίσκεται το λάθος, στο να πιστεύετε ότι εμείς ξεκινήσαμε την επανάσταση για να ρίξουμε την κυβέρνηση του Ντίας και να φέρουμε μια άλλη όμοιά της στη θέση της/δεν είμαι εχθρός της κυβέρνησης, είμαι εχθρός όλων των κυβερνήσεων/δολοφόνος είναι όποιος σκοτώνει κάποιον άλλο με προμελέτη, υστεροβουλία και όφελος. Σήμερα ο Κάγιες έχει διατάξει τη δολοφονία και τον αφανισμό των Ινδιάνων Γιάκι και, παρά το γεγονός ότι δεν διαπράττει έγκλημα προσωπικά, είναι πρωτεργάτης του).

ΚΟΥΒΑ
Πέθαινες  πολύ εκείνες τις μέρες στην Αβάνα
Μια φωτογραφία φαίνεται να είναι η αφορμή της έρευνας (στα τυφλά) που επιχειρεί ο Τάιμπο και στην περίπτωση του Ραούλ Ντίας ΑργουέγιεςΟ άντρας με τα σκούρα γυαλιά που κοιτά τον ουρανό»). Μια έρευνα σε αποκόμματα εφημερίδων, σε ξεθωριασμένες φωτοτυπίες, σε κρυψώνες όπου έχει κρυφτεί μέσα σε βιβλία σχεδόν αδιανόητα. Από θραύσματα πληροφοριών λοιπόν στοιχειοθετεί μια απίστευτη βιογραφία,  θυμίζοντας ότι πλάι στον Τσε δεκάδες άλλες προσωπικότητες είχαν παρόμοιες διαδρομές, σχεδόν παράλληλες, ψάχνοντας να αναδιαμορφώσουν τον πλανήτη σε ρυθμό πολυβόλου.
Η σκληρή δικτατορία του Μπατίστα που όχι μόνο δολοφονούσε, αλλά άφηνε τα πτώματα ξεσκισμένα για εκφοβισμό, έχει χτίσει ένα απίστευτο κλίμα συγκρούσεων στην Αβάνα, γύρω στα 1956. Ο Ραούλ ενώνεται με τους φοιτητές που μάχονται στο δρόμο, αλλά τις μέρες που ο Κάστρο με τον Τσε Γκεβάρα αποβιβάζουν 82 νέους στο Οριέντε (και ξεκινά η ένοπλη επανάσταση στη Κούβα), ο Αργουέγιες παίρνει το δρόμο της εξορίας.
Στα μέσα του ‘57 ο Αργουέγιες βρίσκεται πάλι στην Κούβα, στο επίκεντρο της δίνης της μεγάλης επανάστασης (ανταρτοπόλεμος, επιχείρηση δολοφονίας του Μπατίστα, αναγκαστική προσγείωση αεροπλάνου γεμάτου ντουφέκια (!!), αποδράσεις, απεργίες, μάχες στους δρόμους, επιθέσεις αποτυχημένες και μη). Ο Τάιμπο μας μεταφέρει την επαναστατική ατμόσφαιρα, κι ένα υποτυπώδες χρονικό καθώς αποτυπώνει τα στιγμιότυπα που κατάφερε να αποθησαυρίσει από τη συμμετοχή του Ραούλ: είναι 22 χρονών, λοχαγός, γίνεται αρχηγός επιχειρήσεων του Επαναστατικού Διευθυντηρίου, σπάει τον αστράγαλό του καθώς τον κυνηγούν, κρύβεται στην πρεσβεία της Βραζιλίας, συμμετέχει σε μάχη μαζί με τον Τσε.
Στις 2 Ιανουαρίου 1959 η δικτατορία καταρρέει. Τα πρώτα χρόνια ο Ραούλ παραμένει στην Κούβα, ως διευθυντής στο Τεχνικό  τμήμα της Επαναστατικής Αστυνομίας (όπου αποκαλύπτονται απίστευτα κυκλώματα διαφθοράς), αλλά μετά τον θάνατο του Τσε (1967) ακολουθώντας το παράδειγμά του αφοσιώνεται στην Διεθνή Επανάσταση, πηγαίνοντας στον Αλιέντε (χιλή) και στη συνέχεια Αφρική, στην επανάσταση της Γουινέας-Μπισάου[4]. Ηγήθηκε ως επικεφαλής του PAIGC, μέχρι το 1974. Όμως μαζί μ’ αυτόν προχωρά και ο μύθος του. Λέγεται πως βρέθηκε και στον πόλεμο των 6 ημερών, πλάι στον συριακό στρατό. Απ΄το 1974 και μετά αφοσιώνεται στην ανεξαρτησία της Ανγκόλα[5] , όπου συμμετέχει ως στρατηγός με το μέρος της πιο ριζοσπαστικής οργάνωσης (MPLA) (είναι άνθρωπος του πολέμου, όχι του γραφείου). Παρά την έκκληση στην Κούβα για αποστολή στρατιωτικών με επαναστατική πείρα (εστάλησαν 480 «εκπαιδευτές»), η αναμέτρηση στην Ανγκόλα είναι πολύ σκληρή. Σε μια από τις θυελλώδεις μάχες ο Ραούλ Ντίας Αργουέγιες θα τρυματιστεί θανάσιμα.

ΡΩΣΙΑ
Μεγάλη μορφή της ρωσικής επανάστασης φαίνεται (απ’ τα λεγόμενα του Τάιμπο) ότι ήταν η Λαρίσα Ράισνερ, που στα 34 χρόνια της σύντομης ζωής της έδρασε στηρίζοντας την επανάσταση κι έγραψε, πέρα από τα άρθρα, 4 βιβλία-ντοκουμέντα της εποχής. Με καταγωγή από τη ρωσική Πολωνία (Λούμπλιν), κόρη του δικηγόρου και καθηγητή στη Γεωπονική Σχολή Μιχάλη Ράισνερ, συντηρητικού και φιλομοναρχικού αρχικά, και στη συνέχεια …μαρξιστή και σοσιαλδημοκράτη.
Η Λαρίσα στην επανάσταση του 1905 είναι 13 χρονών. Ήδη η οικογένειά της έχει μετακομίσει στην Αγία Πετρούπολη όπου το καζάνι βράζει. Από έφηβη επιδίδεται στο γράψιμο (έγραφε όχι μόνο για να αφηγηθεί αλλά για να καταλάβει. Το να αφηγείται ήταν ένας τρόπος να διορθώνει την εξωτερική αδικία, να κλείνει τους λογαριασμούς, να εξαγνίζει). Αργότερα μαζί με τον πατέρα της ιδρύει το περιοδικό Rudin εκφράζοντας τις θέσεις του αντιπολεμικού σοσιαλισμού, ενώ  μετά τη Φεβρουαριανή επανάσταση του 1917 (25 χρονών) προσχωρεί στον μπολσεβικισμό.
Δεν άφησε κανένα γραπτό στοιχείο απ’ αυτήν την περίοδο που να μας πληροφορεί πώς βίωσε η ίδια την Ρωσική Επανάσταση. Στον εμφύλιο που ακολούθησε πάντως, συνδέεται με το πιο σκληροπυρηνικό κομμάτι της ένοπλης αριστεράς, στις ομάδες των ναυτών της Κροστάνδης. Δουλεύει στο Τμήμα Πολιτιστικών Αγαθών και στη συνέχεια στο Τμήμα Προπαγάνδας όπου γνωρίζει τον περίφημο Ράντεκ. Ως μέλος του Κόκκινου Στρατού γνωρίζει και παντρεύεται τον άνθρωπο που θα γίνει ο σύντροφός της στα όπλα, τον Φιόντορ Ρασκόλνικοφ, μεγάλη επαναστατική μορφή με ζωή στην παρανομία, συλλήψεις και φυλακές, που στην επανάσταση του Φεβρουαρίου ήταν οργανωτής του σοβιέτ των ναυτών της Κροστάνδης. Όσο κρατά ο εμφύλιος Κόκκινων -Λευκών ακολουθεί τον άντρα της και καταγράφει με δημοσιογραφικό μένος διάφορα επεισόδια του πολέμου (είμαστε ακόμα στον Α’ Παγκόσμιο, έχει μεσολαβήσει βέβαια η Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ που έχει διχάσει τους επαναστάτες, οι σύμμαχοι έχουν καταλάβει πολλά εδάφη, και παράλληλα μια λεγεώνα Τσέχων (22.000 στρατιώτες!) απειλούν την επανάσταση ελέγχοντας τον υπερσιβηρικό στο Καζάν και κόβοντας τη Ρωσία στα δύο).
Η αναμέτρηση στο Καζάν-Σβιανσκ  ήταν η πρώτη επιχείρηση στην οποία παρίσταται η Λαρίσα συνοδεύοντας τον άντρα της (μαζί είναι και ο Τρότσκι), ίσως και η πρώτη όπου τα μέτρα είναι τόσο σκληρά για τους αντιπάλους. Απ’ αυτήν την ιστορική φάση η Λαρίσα καταγράφει πολλές ιστορίες στο βιβλίο «Στο μέτωπο» (που λογοκρίθηκε μετά από τον Στάλιν). Η πτώση του Καζάν ήταν μια μεγάλη νίκη για τους μπολσεβίκους, ενώ η Λαρίσα γίνεται γνωστή στους επαναστατικούς κύκλους, κι ακόμα και ο Τρότσκι την αναγνωρίζει όχι μόνο ως «υπέροχη γυναίκα», «μορφή ολύμπιας θεάς», αλλά και ως «λεπτή ευφυΐα ακονισμένη με ειρωνεία και με τη γενναιότητα ενός πολεμιστή».  
Με σασπένς και πολλούς κινδύνους ξεκινά η επιχείρηση που διευθύνεται από τον Ρασκόλνικοφ ενάντια στον Ντενίκιν (στρατηγός των Λευκών). Η Λαρίσα εξακολουθεί να καταγράφει ακόμα κι όταν η αποστολή τους στο Αφγανιστάν είχε διπλωματικό χαρακτήρα κι όχι πολεμικό, όπως είχε συνηθίσει. Οι ήλειες όμως του Ρασκόλνικοφ και η επαναστατική της συνείδηση την έκαναν να φύγει απ τον άντρα της και να πάει στη Γερμανία (1923) όπου συμβαίνει εκείνη τη στιγμή η παγκόσμια επανάσταση. Η συνάντησή της με τον Ράντεκ (επικεφαλής της Κομμουνιστικής Διεθνούς) είναι μοιραία, ενώ κυκλοφορούν τέσσερα ρεπορτάζ της από την εξέγερση στο Αμβούργο. Αλλά και στη Σοβιετική Ένωση θα δουλέψει με τον Τρότσκι γράφοντας το 3ο της βιβλίο «Κάρβουνο, σίδηρος και ανθρώπινα όντα». Ταξιδεύει συνέχεια, γράφει συνέχεια, πεθαίνει όμως πολύ νέα από τύφο(που κόλλησε στο Αφγανιστάν), στα 1926, την εποχή που ο Στάλιν με τον Μπουχάριν αρχίζουν να οικοδομούν το γραφειοκρατικό σύστημα που λίγο αργότερα θα γίνει εργαλείο καταστολή ενάντια στο ίδιο το κόμμα. Ανάμεσα στα θύματα του Στάλιν θα είναι βέβαια και ο Ράντεκ (1937) και ο Ρασκόλνικοφ.

Στην ίδια περίοδο της Ρωσικής ιστορίας ανήκει και ο επόμενος «άγγελος», ο Άντολφ Αμπράμοβιτς Γιόφε, του οποίου τη ζωή, ή μάλλον τον θάνατο, ο Τάιμπο παρουσιάζει σαν σενάριο κινηματογράφου, με πολλά φλας μπακ.
Τον Νοέμβριο του 1927, περίοδο εδραίωσης του σταλινισμού, ο Γιόφε βρίσκεται νεκρός, αυτοπυροβολημένος, στην ηλικία των 44 χρόνων. Το σενάριο ξετυλίγεται αργά αργά: ο Γιόφε κοιτώντας τον φακό αναφέρεται στη ζωή του και στους λόγους που τον οδήγησαν στην αυτοκτονία (όπως τα έγραψε στο γράμμα του προς τον Τρότσκι).  Ήδη, ως μπολσεβίκος πριν την επανάσταση είχε έντονη δράση στο Μπακού, στη Μόσχα, στην Κριμαία, στο Βερολίνο (μαζί με τον Τρότσκι εκδίδουν την Pravda),  στην Οδησσό, έκανε εξορία στη Σιβηρία, αρνήθηκε να υπογράψει τη συνθήκη Μπρεστ- Λιτόφσκ ως πρόεδρος της ρωσικής ειρηνευτικής αντιπροσωπείας. Κομισάριος Εξωτερικών Υποθέσεων και Κοινωνικής ασφάλειας, πρέσβης στο Βερολίνο, στη Λιθουανία, στην Ουκρανία, στο Τουρκεστάν, στην Άπω Ανατολή. Το 1924αρρωσταίνει, αλλά ήδη το κόμμα δεν τον στηρίζει πια.
Σε άλλη σειρά πλάνων ο Τρότσκι παραβιάζει την αστυνομική εντολή να μπουν μόνο είκοσι άτομα στο νεκροταφείο. Η συγκέντρωση αποκτά πολιτικό χαρακτήρα όταν ο Τρότσκι εκφωνεί τον επικήδειο ρίχνοντας πύρινα βέλη κατά της «κλίκας Στάλιν- Μπουχάριν», όταν μιλά ο Βικτόρ Σερζ και άλλοι γνωστοί, που δυο μέρες μόλις πριν εκδιώχτηκαν από το κόμμα και την Κεντρική Επιτροπή (Ρακόφσκι:  η αυτοκτονία του Ρακόφσκι είναι μια μορφή διαμαρτυρίας ενάντια στον τρόπο με τον οποίο τσαλαπατιέται η δημοκρατία των μπολσεβίκων).

ΓΕΡΜΑΝΙΑ
Η περίπτωση του Μαξ Χελτς είναι τελείως διαφορετική- προέρχεται απ’ τον τόπο όπου οι ήρωες  καλλιεργούνται σε γλάστρες φτώχειας και ονείρων. Γιος μιας οικογένειας εργατών της γης, έφυγε 14 χρονών απ’ το σπίτι του αλητεύοντας και κάνοντας διάφορα επαγγέλματα. 28χρονών στο μέτωπο (1917) κάνει την πρώτη ανταρσία: αρνείται να παρακολουθήσει τον Γκέοργκ Σούμαν, αντιρρησία συνείδησης. Ο Σούμαν θα γίνει και ο καθοδηγητής του, αυτός που θα του ανοίξει τα μάτια. Η Ρώσικη επανάσταση δίνει ακόμα μια ώθηση στην επαναστατική συνείδηση του Χελτς, κι έτσι, μετά τη λήξη του πολέμου κι όταν πια έχει παραιτηθεί ο Κάιζερ (4-11-18), αρχίζει τη θυελλώδη του επαναστατική δράση από το Φαλκενστάιν (βιομηχανική πόλη της Βαυαρίας), τέτοια που ο Τάιμπο τιτλοφορεί το κεφάλαιο «Το Χελτσιανό στυλ». Δρα πρώτα συναισθηματικά, χωρίς να πλαισιώνει από θεωρίες, βάζοντας μπροστά τη δράση. Συγκεντρώσεις, εφημερίδα, οργανώσεις, επαφές με τους σπαρτακιστές (είναι η εποχή της δολοφονίας της Λούξεμπουργκ και του Λίμπκνεχτ). Βλέποντας την επανάσταση να πεθαίνει ιδρύει την τοπική οργάνωση του KPD (Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας) και το Συμβούλιο των άνεργων Εργατών. Οι διαδηλώσεις εξαπλώνονται ενώ ο Χελτς μετακινείται παντού όπου υπάρχει φλόγα, γιατί πρέπει πάντα να βρίσκεται εκεί που η δράση μπορεί να ξαναφουντώσει.
Οι δράσεις και οι παρεμβάσεις του Χελτς είναι ξεπερνούν κάθε κινηματογραφική φαντασία: επίθεση στο δημαρχείο -που θυμίζει οπερέτα-, για να απελευθερωθούν μέλη του Συμβουλίου ανέργων, άγρια ανθρωποκυνηγητά σε τρένα, πρόστιμα στους… κεφαλαιοκράτες της περιοχής, συγκρούσεις, συλλήψεις, αποδράσεις, πλαστές ταυτότητες, ο δε μέγιστον, ενώ είναι επικηρυγμένος μπαίνει θεατρικά από το παράθυρο σε κάποια συγκέντρωση όπου οι δυνάμεις καταστολής έμειναν εμβρόντητες! Από το Φαλκενστάιν μεταβαίνει την πόλη Ρουρ (κύριος προμηθευτής χάλυβα και άνθρακα) ενώ μετά το πραξικόπημα του Καπ (δικτάτορας μετά τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης)υπηρετεί τις δυνάμεις του αντιπραξικοπήματος.
Ο Χελτς δεν είναι θεωρητικός∙ είναι κομμουνιστής γιατί οι κομμουνιστές θέλουν να κάνουν την επανάσταση, ενώ όλοι οι άλλοι όχι. Ιδρύει έναν «μικρό κόκκινο στρατό» από άνεργους που κάποια στιγμή γίνεται μεγάλος, και η ευτυχέστερη μέρα της ζωής του είναι όταν απελευθερώνει 24 εργάτες κρατούμενους. Γρήγορα όμως το KPD τον διαγράφει, γιατί κάνει του κεφαλιού του. Στην Τσεχία όπου συλλαμβάνεται ως φυγάς φυλακίζεται για τέσσερις μήνες κι όταν επιστρέφει στη Γερμανία γράφει πια τον επίλογο: νέες πλαστές ταυτότητες, δική του οργάνωση (δεν τον θέλουν οι αριστεροί), «απαλλοτριώσεις» (ληστείες σε τράπεζες και ταχυδρομεία), επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα, επιχείρηση ανατίναξης της Στήλης της Νίκης στο Βερολίνο… Ένα ηλίθιο σφάλμα στην εκπυρσοκρότηση μιας χειροβομβίδας του κοστίζει το ένα μάτι, αλλά όλη η κεντρική Γερμανία βρίσκεται στο πόδι από τον κόκκινο στρατό του Χελτς και ελεύθερες ταξιαρχίες ανέργων (δεν υπάρχει σχέδιο εκτός από το να χτυπούν, να αποσύρονται και να ξαναχτυπούν), ενώ τα αριστερά κόμματα αδρανούν. Η εξέγερση γενικεύεται και η κατακερματισμένη αριστερά δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει την αξία του: στα βιομηχανικά χωριά κόκκινες σημαίες, επιθέσεις σε γραφεία, τράπεζες, καταστήματα, χρηματοκιβώτια εταιρειών. Έχει φτάσει ο Ρομπέν των δασών. Βέβαια η «επανάσταση» γι άλλη μια φορά ξεγλιστράει, ενώ τον Απρίλιο του 1921 είναι επικηρυγμένος για 185.000 μάρκα.
Η ήττα, η σύλληψη, τα βασανιστήρια, η δίκη (με κατηγορίες για ληστεία, εσχάτη προδοσία, απαγωγή, εμπρησμό, δολοφονία), η καταδίκη σε ισόβια κάθειρξη δεν πτοούν το φρόνημά του. Υπερασπίζεται το δόγμα «η βία είναι ένα κοινωνικό μέσον, όχι σκοπός από μόνη της» ενώ την ίδια εποχή η 3η Διεθνής καταδικάζει την τρομοκρατία και τις ατομικές ενέργειες σαμποτάζ.
Ο εγκλεισμός τρελαίνει τον Χελτς που δεν υποφέρει την απραξία. Φτύνει και χαστουκίζει τους φρουρούς, και για τη συνείδηση χιλιάδων εργατών είναι το πρότυπο, ο άνθρωπος που αντιπροσωπεύει τα καλύτερά τους όνειρα, ο μεγάλος εκδικητής όλων των αδικιών.  Αποφυλακίζεται όμως 39 χρονών το 1928, και το κόμμα (KPD) χρησιμοποιεί τον μύθο του στον αγώνα του κατά των ναζιστικών οργανώσεων. Όταν όμως τον στέλνουν στη Ρωσία θάβεται ζωντανός, νιώθει ότι αρχίζει να τρελαίνεται, ενώ το αίτημα για επιστροφή στη Γερμανία δεν γίνεται δεκτό (για το KPD έχει φτάσει η στιγμή να τον τελειώσουν). Η ιστορία δεν έχει αποφασίσει ακόμα αν ήταν λενινιστής, αναρχικός, «επικίνδυνος τυχοδιώκτης», ή ανεύθυνος και προδότης…

ΚΙΝΑ
Ο αφηγητής εδώ είναι ο ίδιος ο ήρωας, ο Πενγκ Πάι, πρώιμος άγγελος της αγροτικής επανάστασης  το 1927, που έχει πολλές ομοιότητες με την επανάσταση του Μάο (1949): μεγάλωσα σε μια χώρα σε επανάσταση, στην οποία το φεουδαρχικό καθεστώς άλλαζε με αλματώδη βήματα στο πολιτικό πεδίο, αλλά διατηρούνταν στο οικονομικό, και είχε αγκιστρωθεί γερά στο παρελθόν μέσα από τα έθιμα.
Εγγονός φεουδάρχη, γρήγορα έρχεται σε σύγκρουση με την οικογένεια αρνούμενος να δέσει η γυναίκα του τα πόδια της, ενώ ως φοιτητής στο Τόκιο ήρθε κοντά με σοσιαλιστικές και αγροτικιστικές ομάδες. Όταν έγινε το Κίνημα της 4ης  Μαΐου 1919  στην Κίνα (Νέα Κίνα)  ήταν στο Τόκιο αλλά ήδη είχε ξυπνήσει μέσα του η επαναστατική φλόγα. Επιστρέφοντας στην Κίνα γράφεται στο ΚΚΚ με μυστική αποστολή να προωθήσει τον μαρξισμό στη Χαϊφένγκ και ως διευθυντής στο Γραφείο Εκπαίδευσης χρησιμοποιεί την εκπαίδευση ως εργαλείο για την επανάσταση. Στόχος της επανάστασης είναι κατά τη γνώμη του να εξαλειφθεί η αγροτική σκλαβιά (οι σοσιαλιστές δεν πίστευαν στους αγρότες) και ξεκινά έναν απίστευτα μοναχικό αγώνα (με τραγελαφικές περγραφές) για να συσπειρώσει τους χωρικούς (που διστάζουν να δραστηριοποιηθούν). Τέλος, με διάφορες ακτιβιστικές δράσεις κατάφερε να βρει τον κώδικα συνεννόησης και με βασικά αιτήματα τη μείωση των ενοικίων, τον αναδασμό της γης και την πάταξη της διαφθοράς ενεργοποιήθηκαν  όλο  περισσότεροι, ενώ σε αντιπαράσταση δημιουργήθηκε η Ένωση Γαιοκτημόνων (μιλιούνια κουρελιασμένων χωρικών άρχισαν να μπαίνουν στην πόλη και να συγκεντρώνονται στο κέντρο της. Πήρα το λόγο ανεβασμένος σ’ ένα κάρο με άχυρα. Στις αρχές του καλοκαιριού το κίνημα έχει περίπου 130.000 μέλη. Ιδρύεται μάλιστα και Ινστιτούτο εκπαίδευσης αγωνιστών για τους χωρικούς.
Στην Κίνα η πορεία της επανάστασης έχει πολλές ιδιαιτερότητες. Η Κουομιντάγκ (ΚΜΤ) χαρακτηρίζεται από «προοδευτικό εθνικισμό» ενώ η κοινή πεποίθηση είναι ότι η εθνική επανάσταση θα άνοιγε τι πόρτες της κοινωνικής επανάστασης. Στόχος είναι ο αγροτικισμός με τις εγγυήσεις μιας αστικής δημοκρατίας. Τα προβλήματα θεωρίας και τακτικής που εγείρονται είναι πολλά, όσο αφορά τον ρόλο των αγροτών. Ο Πενγκ Πάι τάσσεται με τα πιο ριζοσπαστικό κίνημα, καθώς οδεύουμε προς την αγροτική επανάσταση του 1927 (όπου πρωτοεμφανίζεται και ο Μάο Τσε Τουνγκ). Το ΚΜΤ αποδεικνύεται πολύ συντηρητικό κι έτσι η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα (χιλιάδες αγωνιστές πλήρωσαν με τη ζωή τους την αφέλεια του κόμματος). 9 μέρες διήρκεσε η κομμούνα στη Χαϊφένγκ, οι αγρότες με την καθοδήγηση του Πάι και του Μάο στράφηκαν κατά του ΚΜτ, δημιουργήθηκαν 14…σοβιέτ, και η δράση ξεπερνά τη θεωρία εφόσον προκύπτου ζητήματα όπως τι θα γίνει με την απαλλοτριωμένηγη (πρέπει να μοιραστεί ή να δουλευτεί από κοινού;), ποιοι έχουν προτεραιότητα κλπ κλπ. Όμως πολύ γρήγορα καταπνίγηκε όλη η προσπάθεια στο αίμα –η δίκη και τα βασανιστήρια οδηγούν στην εκτέλεση, του ανθρώπου που έλεγε
Ζεις γι αυτό για το οποίο πεθαίνεις.

ΙΤΑΛΙΑ
Υπερβολικά όμορφη για να είναι ψέμα είναι η ιστορία του Ιταλού Πιέρο Μαλαμπόκα, «κόκκινου διεθνιστή και βωμολόχου», αλλιώς Βρομόγλωσσου ή Βρομόστομου, για τον οποίο ο ίδιος ο Τάιμπο στην εισαγωγή λέει ότι ποτέ δεν κατάφερε να μάθει τι ήταν τελικά. Με αφηγητή τον υποτιθέμενο δισέγγονό του, ο συγγραφέας ψηλαφεί αυτήν την προσωπικότητα που έχει γίνει θρύλος για τις ευφυείς βρισιές που απηύθυνε συμμετέχοντας στο ιταλικό εκστρατευτικό σώμα στις Διεθνείς Ταξιαρχίες στον Ισπανικό εμφύλιο (ήταν ο πόλεμος των ελεύθερων εναντίον όλων των άλλων: τσιφλικάδων, σκοταδιστών, παπάδων, στρατηγών, επαγγελματιών στρατιωτών, των αεροπλάνων του Χίτλερ, των τεθωρακισμένων του Μουσολίνι, των φαλαγγιτών των Ρεκέτες), και συγκεκριμένα στη μάχη της Γκουανταλαχάρα.
Ο αφηγητής-δισέγγονος του Βρομόστομου τσαλαβουτά στις άναρχες πηγές, σημαντικότερη από τις οποίες είναι ο Εουσέμπιο Καράνσα που γνώρισε τον Βρομόστομο(ήταν από τους χαρισματικούς που μπορούν να βάλουν επίθετο-κλειδί στις αναμνήσεις, να πουν τη μεταφορά που σου μένει στο μυαλό για πολλά χρόνια και που εξηγεί όσα πολλά πράγματα). Με τον Καράνσα ως σημείο αναφοράς, Μιλά με πάθος για τον «πόλεμο των λέξεων» στην υπηρεσία της προπαγάνδας. Από τις δυο ντουντούκες στην οροφή τυ φορτηγού που παλιά διαφήμιζε ένα τσίρκο, ο Πιέρο εξαπολύει απίστευτους συνδυασμούς λέξεων καυστικών, χυδαίων, εύστοχων.
Υπήρξε ο Βρωμόστομος ή ήταν μία από τις καλοπροαίρετες επινοήσεις που με το πέρασμα του χρόνου δημιουργούνται μες στο μυαλό αυτού που ακούει κι αυτού που αφηγείται;

Ο Τάιμπο αναρωτιέται για τα όρια της Ιστορίας -με γιώτα κεφαλαίο- και του μύθου/θρύλου τονίζοντας ότι μέσα στα αφηγούμενα πολλές φορές διαβάζεις τον αφηγητή κι όχι αυτό που αφηγείται. Οι ίδιες οι ιστορίες ξεπερνούν τον αφηγητή, ουσιαστικά ανήκουν σ αυτό που ονομάζουμε «συλλογική μνήμη των λαών» (ποιος διάολος ενδιαφέρεται για την πραγματικότητα; Το ενδιαφέρον είναι η αίσθηση της πραγματικότητας). Προσπαθεί να εντάξει και το "συναίσθημα"μέσα στα αδιάψευστα, αντικειμενικά και τεκμηριωμένα γεγονότα, γιατί το συγκινησιακό στοιχείο δεν μπορεί να λείπει από την κινητήρια δύναμη της ιστορίας. Έτσι, οι 12 αρχάγγελοί του
αναζητούσαν την επανάσταση και πήγαν πολλές φορές μέχρι την κόλαση για να τη συναντήσουν. Ενώνονται από το πείσμα τους, από την πίστη τους στην προσπάθεια να αλλάξουν ριζικά τον κόσμο, αυτό το θαυμάσιο πείσμα τους.
 Χριστίνα Παπαγγελή



[1] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CE%BA%CF%8C: Ο Πορφίριο Ντίας ήταν ηγετική μορφή στην πολιτική ζωή της χώρας στο τέλος του 19ου αιώνα. Η περίοδος εξουσίας του σημαδεύτηκε από οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη αλλά και από κοινωνική ανισότητα και πολιτική καταστολή. Η αποτυχία να βρεθεί ο διάδοχός του στον προεδρικό θώκο και καταγγελίες για νοθεία στις εκλογές του 1910 οδήγησαν στην Μεξικανική Επανάστασητο 1910, αρχικά υπό την ηγεσία του πολιτικού αντιπάλου του Ντίας, Φρανσίσκο Μαδέρο. Ο Μαδέρο εξελέγη πρόεδρος, αλλά ανατράπηκε και δολοφονήθηκε το 1913 και η επανάσταση αναζωπυρώθηκε, και ο Πάντσο Βίγια και ο Εμιλιάνο Ζαπάτα σχημάτισαν τους δικούς τους στρατούς. Μια τρίτη δύναμη, ο συνταγματικός στρατός του Βενουστιάνο Καρράνσα κατάφερε να λήξει τον πόλεμο το 1920, τροποποιώντας το σύνταγμα του 1857. Υπολογίζεται ότι ο πόλεμος οδήγησε στο θάνατο 900.000 ανθρώπων σε σύνολο πληθυσμού 15 εκατομμυρίων το 1910.
Τον Καρράνσα διαδέχθηκε στην προεδρία ο Άλβαρο Ομπρεγόν και το 1924 ο Πλούταρκο Ελίας Κάγιες. Το 1929, ο Κάγιες ίδρυσε το Εθνικό Επαναστατικό Κόμμα (αργότερα Θεσμικό Επαναστατικό Κόμμα - PRI), το οποίο κυβέρνησε το Μεξικό μέχρι το 2000. Ανάμεσα στο 1940 και το 1980, το Μεξικό βίωσε περίοδο οικονομικής ανάπτυξης, αλλά οι κοινωνικές ανισότητες παρέμειναν. Επιπλέον, η εξουσία του PRI έγινε αυταρχικά και ακόμη και καταπιεστική. Το 1994, η οικονομία του Μεξικού κατέρρευσε, με αποτέλεσμα την αποστολή πακέτου βοηθείας από τον Αμερικανό πρόεδρο Μπιλ Κλίντον, αλλά μετά από μακροοικονομικές μεταρρυθμίσεις ανέκαμψε το 1999 είχε ρυθμό ανάπτυξης σχεδόν 7%. Το 2000, για πρώτη φορά μετά από 71 χρόνια, το PRI έχασε τις προεδρικές εκλογές, από το Κόμμα Εθνικής Δράσης και τον Βισέντε Φοξ. Το 2006 τον διαδέχθηκε ο Φελίπε Καλδερόν. Στις εκλογές του 2012, το PRI νίκησε πάλι και πρόεδρος ανακηρύχθηκε ο Ενρίκε Πένια Νιέτο
[2] αυτός που με λόγους, συνθήματα, καταγγελίες κλπ, ξεσηκώνει και κινητοποιεί τις μάζες να αναλάβουν δράση για τη διεκδίκηση πολιτικών ή κοινωνικών αιτημάτων
[3] Η φιλοσοφία και οι τακτικές της IWW χαρακτηρίζονται ως «επαναστατικός βιομηχανικό συνδικαλισμός»
[4] Τα πρώτα ψήγματα του αγώνα για ανεξαρτησία άρχισαν να φαίνονται στη δεκαετία του '50, οπότε ιδρύθηκε το PAIGC (Αφρικανικό Κόμμα για την Ανεξαρτησία της Γουινέας και του Πρασίνου Ακρωτηρίου), με πρόεδρο τον Αμίλκαρ Καμπράλ. Οι εθνικιστές του κόμματος αυτού κατάφεραν με τα όπλα να ανακτήσουν από τους Πορτογάλους σημαντικό μέρος από τα εδάφη της χώρας. Το 1973 ο Καμπράλ δολοφονήθηκε και παρά το γεγονός αυτό, ανακηρύχθηκε μονομερώς η ανεξαρτησία του κράτους.
[5]  Τον Ιούλιο του 1975 ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στις απελευθερωτικές οργανώσεις. Από τη μια πλευρά το MPLA και από την άλλη το FNLA (Εθνικό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Ανγκόλας) και η UNITA. Τον Οκτώβριο, στρατεύματα της Νότιας Αφρικής εισέβαλαν στην Αγκόλα για να βοηθήσουν τον συνασπισμό του FNLA και της UNITA. Το MPLA, από τη μεριά του, έκανε έκκληση για στρατιωτική βοήθεια και όπλα στην Κούβα και στην τότε Σοβιετική Ένωση.

Σάββατο, Μαΐου 19, 2018

Ιστορίες ανθρώπων, Βασίλη Διακοβασίλη


Δώδεκα ανθρώπινες ιστορίες, με αφετηρία τους τη σύγχρονη πραγματικότητα λίγο ως πολύ, ξετυλίγονται μέσα στο μικρό αυτό βιβλίο -αυτοέκδοση  του αγαπητού φίλου, συναδέλφου-εκπαιδευτικού και συν-αναγνώστη (στη Λέσχη Δράμας) Βασίλη Διακοβασίλη.  Δώδεκα διηγήματα στα οποία καταθέτει κομμάτια απ’ τον κόσμο τον δικό του και των ανθρώπων γύρω του, απ’ τον τόπο καταγωγής του (Κάρπαθο), από τη μεγάλη πόλη (Θεσσαλονίκη), απ΄ τη ζωή του εκπαιδευτικού.
Όταν η ζωή λοιπόν γίνεται διήγημα∙ μέσα στα οποία μπορεί να αναγνωρίσει κανείς και τον εαυτό του, όπως στα δύο όπου περιγράφεται ο διορισμός του δασκάλου στο Καστελόριζο[1], ή η ψυχολογία των αναπληρωτών εκπαιδευτικών την εποχή της κρίσης που κάθε χρονιά τοποθετούνται σε καινούρια σχολεία κουβαλώντας ολόκληρο νοικοκυριό[2]. Απολαμβάνουμε τη μοναδικότητα της Καρπάθου και γενικότερα των Δωδεκανήσων στην ελληνική ιστορία, που γνώρισαν και  -πρόσφατα μάλιστα- την ιταλική κατοχή (ενσωματώθηκαν στην Ελλάδα το 1947, ουσιαστικά εμφύλιο δεν έζησαν), την ιδιαίτερη πολιτική της εξέλιξη. Στο σήμερα αλλά και στο παρελθόν, όπως στο σύντομο, γουστόζικο  «Ένα καλοκαίρι kitsch», με τόσο γνώριμες εικόνες για όποιον έχει ζήσει τα καλοκαίρια στα τουριστικά νησιά τη δεκαετία του ’80. Η συνάντηση των ηρώων ξανά στο νησί των ερωτευμένων πριν από χρόνια, (τότε που ακόμα ζούσαν στο παρόν και ονειρεύονταν το μέλλον) στο διήγημα «Συνέχισε το δρόμο του!» και ο φευγαλέος έρωτάς τους στο σήμερα (τα σώματα και οι καρδιές να χορεύουν στο ρυθμό της νιότης τους), για να ξαναχαθούν οριστικά, ίσως δεν είναι κάτι τόσο συνηθισμένο. Αντίθετα, το «Ένα πικάπ με περίμενε στη γωνία», που περιγράφει τις κυριακάτικες εκδρομές στη θάλασσα με το αστραφτερό λεωφορείο που διέθετε και… πικάπ, πέρα από τη δραματική εξέλιξη παρουσιάζει και λαογραφικό ενδιαφέρον. 
Υπάρχουν όμως και ιστορίες εξαιρετικά ασυνήθιστες, απ’ αυτές που όταν τις διαβάζεις λες μέσα σου «πόση φαντασία έχει ο συγγραφέας», ιστορίες που, όπως μας διαβεβαίωσε ο συγγραφέας στη λέσχη, στην ουσία τους είναι εμπνευσμένες από πραγματικά γεγονότα (με απαραίτητες λογοτεχνικές παρεμβάσεις) και που επιβεβαιώνουν τον κανόνα ότι η πραγματικότητα ξεπερνά κάθε φαντασία. Πράγματι, είναι όχι απλώς ιστορίες  ανθρώπων, αλλά ανθρώπινες, όπου δηλαδή πρωταγωνιστεί η «ανθρωπινότητα», τα ιδιαίτερα πάθη των ανθρώπων που οδηγούν π.χ. έναν απ’ τους ήρωες να δουλεύει 40 (!) χρόνια στην ξενιτιά για να μπορέσει να παντρευτεί την πρώτη του αγάπη, στην κλειστή κοινωνία που ζητά απ' τον μέλλοντα σύζυγο να έχει οικονομική άνεση. Ή τον μοναχικό Περικλή, τον ήρωα του διηγήματος «Θε μου, η μητρική στοργή πού το βρήκε τόσο δηλητήριο;», που η «στοργή» της μάνας του, αλλά κυρίως η δική του αδυναμία να φύγει από τη μάνα, του χαντάκωσε όλη τη ζωή. Και στο διήγημα «Ο μόνος δρόμος» η ηρωίδα αγαπούσε τον τόπο της αλλά αυτός αντί να σε κάνει ελεύθερο, αντί να σου δίνει τη δύναμη να υψώνεσαι και να τον καμαρώνεις από ψηλά, σε κρατούσε κάτω, δεμένη σφιχτά, με αλυσίδες τους ίδιος τους ανθρώπους του. Η Μαρία, στις σπουδές της στη Θεσσαλονίκη, έρχεται σ επαφή μ’ άλλους κόσμους, άλλους ανθρώπους που έχουν άλλες ιστορικές μνήμες (εδώ ο συγγραφέας βρίσκει ευκαιρία να μας δώσει μια γεύση του εθνικού διχασμού στον εμφύλιο), που την οδηγούν στο να μεθοδεύσει την επανάστασή της (στη Θεσσαλονίκη η Μαρία ανέπνεε. Επιτέλους αισθανόταν ελεύθερη, παρά τη δικτατορία στην οποία ζούσαν).
Χαρακτηριστικό στοιχείο του ύφους είναι η απλότητα, οι συγκρατημένες συναισθηματικές πινελιές (Είμαι μόλις 22 χρόνων. Δεν έχω να πω κατι με τον εαυτό μου. Αυτό που θέλω είναι να γεμίσω την ψυχή μου με ζωή) και η συνοπτική αφήγηση∙ μεγάλες χρονικές περίοδοι  περιλαμβάνονται σε λίγες αράδες (με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που αυτό συνεπάγεται). Με λιγοστές εξαιρέσεις, τα διηγήματα (ειδικά της δεύτερης κατηγορίας) θα μπορούσαν ν’ αποτελέσουν τον σκελετό μιας νουβέλας ή ακόμα κι ενός μυθιστορήματος.
Ξεχωρίζει στη δομή αλλά και στο ύφος το δισέλιδο «Η ωραία εποχή», ένα ποιητικό σχέδιο ενηλικίωσης (σελήνη ολόγιομη και λαμπρή!... είσαι μόλις στα δεκάξι σου!), και το τελευταίο διήγημα του βιβλίου για το περιεχόμενο (το πρώτο που γράφτηκε, όπως μάθαμε απ’ τον συγγραφέα), που είναι εμπνευσμένο από μια μυθιστορηματική ηρωίδα, του βιβλίου του Θαραλούκι «Για εραστές και κλέφτες». Ο Διακοβασίλης συνεχίζει κατά το δοκούν την πλοκή με επίκεντρο την γοητευτική Ντολόρες, δίνοντας κατά τη γνώμη μου μια τραγική διάσταση (δεν θυμάμαι ακριβώς το ρόλο της Ντολορές στο αρχικό βιβλίο), ενώ ο τίτλος του διηγήματος «Μια συνηθισμένη ιστορία» έρχεται σε αντίθεση με το ασύνηθες περιεχόμενο.
Χριστίνα Παπαγγελή


[1] «Καστελόριζο, προ αεροδρομίου, προ Mediterraneo, προ διαγγέλματος Παπανδρέου»
[2] «Είναι κουτό, γιατρέ… ή μήπως δεν είναι και τόσο;»

Παρασκευή, Μαΐου 11, 2018

So long, Marianne, Κάρι Χεστχάμαρ


We met when we were almost young
Deep in the green lilac park
You held on to me like I was a crucifix
As we went kneeling through the dark
Oh, so long, Marianne
It's time that we began to laugh
And cry and cry and laugh about it all again

«Μαριάννε Ιλέν –Λέναρντ Κόεν: Μια ιστορία έρωτα» είναι ο υπότιτλος του βιβλίου, και δεν θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν δεν αφορούσε τον γνωστό και πολυαγαπημένο Λέναρντ Κόεν, που, ως γνωστόν, έζησε πολλά χρόνια στην Ύδρα (από το 1960 ως το 1967). Έτσι, βλέπουμε πώς το ελληνικό νησί έγινε τη δεκαετία του ΄60 πόλος έλξης για πολλούς καλλιτέχνες ευρωπαίους και Αμερικάνους, μια αποικία ξένων διανοούμενων που άλλαξε την τοπική κοινωνία.
Η αφήγηση περιστρέφεται βασικά γύρω από τη ζωή της Νορβηγίδας Μαριάννε Μιλέν που, μαζί με τον σύντροφό της, μετέπειτα Νορβηγό συγγραφέα Άξελ Γιένσεν, στην ηλικία των 22 και 25 χρονών αντίστοιχα (δηλ. το 1957) εγκατέλειψαν τη Νορβηγία για να ζήσουν «στο νότο» (το Όσλο του φαινόταν σαν παλιός, κολλημένος δίσκος). Παρορμητικός και φιλόδοξος ο Άξελ, ήπια και ανασφαλής η Μαριάννε,  ένα όμορφο ζευγάρι, αντισυμβατικό, κάνει πράξη το όραμα που μετέπειτα έθρεψε το κίνημα των παιδιών των λουλουδιών, του Μάη του ’68 κλπ: ελεύθερη ζωή, έρωτας, ταξίδια, φύση, τέχνη, αναζήτηση του εσωτερικού κόσμου, αναζήτηση της ελευθερίας. Η απόφαση να ζήσουν στην Ελλάδα προέκυψε κυρίως από την ανάγκη του Άξελ να γράφει απερίσπαστος, ενώ η χαμηλού προφίλ Μαριάννε ακολουθεί τον έρωτά της, παρά τις αντιρρήσεις των γονιών της (ο Άξελ οδηγούσε τη σχέση τους κι η Μαριάννε καταλάβαινε ότι, αν ήθελε να είναι μαζί του, τότε η συμβίωσή τους θα γινόταν ως επί το πλείστον με τους δικούς του όρους). Θυελλώδεις επιστολές έρωτα αλλά και «καθοδήγησης»  ωθούν τη Μαριάννε σ’ έναν δρόμο χειραφέτησης και αυτογνωσίας (θα μπορούσα να κάνω τα πάντα για σένα. Αλλά τη ζωη σου πρέπει να τη ζήσεις μόνη σου. Δεν μπορώ να τη ζήσω εγώ για σένα. Ούτε να δμιουργήσω εγώ για σένα. Όλα αυτά πρέπει να τα ανακαλύψεις μόνη σου. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι πραγματικά, στο βάθος είναι το καλύτερο για τον άλλο).
Η ελευθεριότητα με την οποία αντιμετωπίζει ο Άξελ όλες τις καταστάσεις τρομάζει την Μαριάννε, όπως και τον αναγνώστη. Φαίνεται εγωκεντρισμός και επιπολαιότητα να εγκαταλείπει τη Μαριάννε σε μια ξένη χώρα για μια άλλη γυναίκα, κι ακόμα περισσότερο όταν την παντρεύεται με χίλιες δυο υποσχέσεις, να την εγκαταλείπει ξανά μ’ ένα μικρό παιδί που ποτέ του δεν το πλησίασε (είναι; Ή μήπως είναι μια αντίληψη για την ελευθερία, που σπρώχνει τον άλλον στην αυτογνωσία;). Ακόμα περισσότερο αιφνιδιάζει τα ήθη όταν ζητά τη βοήθεια της Μαριάννε μετά το βαρύ τροχαίο ατύχημα της φιλενάδας του (και η Μαριάννε, που αγαπά τον Άξελ όσο τίποτα, ανταποκρίνεται).
Όμως η Μαριάννε ήδη είναι ερωτευμένη με τον Λέναρντ (η γνωριμία του Λέναρντ και της Μαριάννε ήταν σαν ένα αργό βαλς), που βρίσκεται πια εδώ και καιρό στην Ύδρα, μαζί μ’ έναν κύκλο νιόφερτων ξένων που είναι πια μόνιμοι κάτοικοι και δίνουν άλλο χρώμα στο νησί. Είναι μια δύσκολη περίοδος για τη Μαριάννε γιατί ψάχνει και κείνη την ταυτότητά της, έχοντας και τον μικρό Άξελ Γιόακιμ που, καθώς μεγαλώνει, έχει τις δικές του απαιτήσεις. Αναζητώντας τις ισορροπίες ανάμεσα στον πατέρα του παιδιού, το παιδί, τον Λέναρντ και τις προσωπικές της αναζητήσεις, πηγαινοέρχεται Νορβηγία, Ύδρα αλλά και στο Μόντρεαλ, την πατρίδα του Κοέν όπου κι εκείνος αναζητά την καλλιτεχνική του φυσιογνωμία.
Παρακολουθούμε τα πρώτα βήματα του Κοέν στο χώρο της τέχνης- δεν ήξερα προσωπικά ότι ξεκίνησε πάμφτωχος, ως συγγραφέας και ποιητής, ότι κυκλοφόρησαν ήδη δυο βιβλία του στα ελληνικά. Βλέπουμε να ξεδιπλώνεται η ευαισθησία του μέσα από το αρχείο της Μαριάννε (που πέθανε πρόπερσι), ή σε πρώιμα ή ανέκδοτα ποιήματα και τραγούδια. Ο Κοέν απογειώνεται με το τραγούδι  Suzanne (που ανακάλυψε η Τζούντι Κόλλινς)που σηματοδότησε όχι μόνο την αρχή μιας καριέρας, αλλά και το τέλος της μόνιμης παραμονής του στην Ύδρα, το 1967, εφόσον ήθελε να παρακολουθεί τις διεθνείς καλλιτεχνικές εξελίξεις. Η επαφή τουμε ονόματα όπως Τζάνις Τζόπλιν, Μπομπ Ντύλαν, Τζόνι Μίτσελ κλπ τον οδήγησε μακριά από την Ελλάδα, και τον απομάκρυνε οριστικά κι από τη Μαριάννε. Όμως το σπίτι του στην Ύδρα τον περίμενε για λίγες μέρες διακοπών μέχρι τον θάνατό του, το 2016, λίγους μήνες μετά τη Μαριάννε[1].
Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, το γνωστό αγαπημένο τραγούδι του, γραμμένο για τη Μαριάννε Ιλέν, παίρνει πιο γλυκόπικρη διάσταση
Γνωριστήκαμε όταν ήμασταν σχεδόν νέοι
Μέσα στο πασχαλιάτικο πράσινο πάρκο
Κρατήθηκες από πάνω μου σαν να ήμουν σταυρός
Όπως πηγαίναμε να γονατίσουμε στο σκοτάδι
(…)
 Γιατί τώρα χρειάζομαι την κρυμμένη σου αγάπη
Και είμαι παγωμένος σαν λεπίδα ξυραφιού καινούρια
Με άφησες όταν σου είπα ότι είμαι παράξενος
Ποτέ δεν είπα ότι ήμουν γενναίος

Τώρα αντίο Μάριαν, πάει καιρός που ξεκινήσαμε
να γελάμε και να κλαίμε και να κλαίμε και να γελάμε για τα πάντα πάλι
 Χριστίνα Παπαγγελή



[1]  Cohen wrote to her shortly before her death, saying: "Know that I am so close behind you that if you stretch out your hand, I think you can reach mine... Goodbye old friend. Endless love, see you down the road."[6] He died three months later, on November 7.

Τετάρτη, Μαΐου 02, 2018

όταν η ανάσα γίνεται αέρας, PAUL KALANITHI


Εσύ που αναζητάς τι είναι η ζωή μέσα στο θάνατο
τώρα τη βρίσκεις σαν αέρα που ήταν κάποτε ανάσα
(Φούλκε Γκρέβιλ)[1]

Δεν μπορεί κανείς να διαβάσει το βιβλίο αυτό και να μην ταυτίζεται με τον αφηγητή, να μη σκέφτεται ότι θα μπορούσε ο ίδιος ή κάποιο αγαπημένο του πρόσωπο να βρίσκεται στη θέση του. Κι αυτό γιατί πρόκειται για τη μαρτυρία του γιατρού-νευροχειρουργού και συγγραφέα του βιβλίου Πωλ Καλανίθι, που καταγράφει  τις προσωπικές του σκέψεις/συναισθήματα, από τη στιγμή που έμαθε -νεότατος- ότι πάσχει από γενικευμένο καρκίνο, μέχρι τον θάνατό του δυο χρόνια αργότερα.
Το «όταν η ανάσα γίνεται αέρας» είναι ένα βιβλίο- εξομολόγηση, όχι ακριβώς λογοτεχνικό∙  είναι απ’ αυτά στα οποία, επειδή δεν μπορώ να τα κατατάξω, βάζω την ετικέτα… «αταξινόμητα». Ο βιωματικός του χαρακτήρας, το τύπου ημερολογίου ύφος, η αντιστοιχία των γεγονότων με την πραγματικότητα (όσο υποκειμενική κι αν είναι αυτή), αλλά κυρίως η συγκλονιστική περίσταση που αντιμετωπίζει ο αφηγητής/συγγραφέας, οδηγούν τον αναγνώστη σε καθολική συμμετοχή. Ο Καλανίθι δεν μπόρεσε να αποφύγει τον θάνατο, αλλά κατά τη γνώμη μου πάλεψε όσο μπορούσε καλύτερα με το άγχος του θανάτου, με την κατάθλιψη που προκαλεί η ιδέα της άμεσης αποχώρησης από τη ζωή προσπαθώντας να ζήσει στο μικρό διάστημα που του απέμενε μια ζωή με νόημα.
Και ήταν μόνο 36 χρονών.
Πάντα στον θάνατο εμπλέκεται η ειρωνεία, αλλά εδώ ξεπερνά τα όρια: ο επιτυχημένος ειδικευόμενος νευροχειρουργός, που ακόμη βρίσκεται στο τελευταίο έτος της ειδικότητας, έχει διαγνώσει άπειρους καρκίνους στον τομέα του, έχει εγχειρήσει πάμπολλες δύσκολες περιπτώσεις, έχει παρηγορήσει πάσχοντες και ασθενείς, έχει κατευοδώσει νέους και ηλικιωμένους στο τελευταίο τους ταξίδι. Στην ίδια αίθουσα που έμπαινε μέχρι τώρα με τη μπλούζα του γιατρού, θα μπει κάποια στιγμή με τη ρόμπα του ασθενή, και με πολύ δυσοίωνες προβλέψεις: ο καρκίνος του πνεύμονα είναι γενικευμένος, σε τέταρτο στάδιο, και προκαλεί τρομερούς πόνους.
Παρακολουθούμε κάθε μικρή και μεγάλη εξέλιξη, κάθε μικρό ή μεγάλο πόνο, κάθε μικρή ή μεγάλη ελπίδα, ενώ στο πλάι του Πωλ παραστέκονται με αξιέπαινο τρόπο οι γονείς, η γυναίκα του (με την οποία η σχέση περνούσε κρίση λόγω μακρόωρων απουσιών του Πωλ) και πάμπολλοι συνάδελφοι και φίλοι. Όσο διαρκεί η αρρώστια του, βρίσκει παρηγοριά στη λογοτεχνία ή στη γραφή (γράφει αυτό το βιβλίο). Άλλωστε, η λογοτεχνία ήταν το πρώτο του ενδιαφέρον, και οι πρώτες του σπουδές, πέρα από την ανθρωποβιολογία,  ήταν πάνω στην αγγλική λογοτεχνία και τη φιλοσοφία (σ’ όλο το κολέγιο, η μοναστική, σχολαστική μου μελέτη του ανθρώπινου νοήματος ερχόταν σε αντίθεση με την ανάγκη να σμιλέψω και να δυναμώσω τις ανθρώπινες σχέσεις που διαμόρφωναν αυτό το νόημα/σπούδασα λογοτεχνία και φιλοσοφία για να καταλάβω τι είναι αυτό που δίνει νόημα στη ζωή). Δεν είναι επομένως τυχαία η επιλογή των συγκεκριμένων αντικειμένων (λογοτεχνία, φιλοσοφία, ιατρική, εφόσον θεωρεί ότι το περιεχόμενό τους είναι συμπληρωματικό)
Στα σύντομα κεφάλαια του βιβλίου όπου ο συγγραφέας αναφέρεται στα χρόνια πριν την εκδήλωση της αρρώστιας, δίνει αρκετή έμφαση στις επιλογές των σπουδών του. Στην αναζήτηση αυτού του «ανθρώπινου νοήματος», δεν ήταν τυχαία η κατοπινή επιλογή σπουδών, στον τομέα των νευροεπιστημών: σπούδασα νευροεπιστήμες και εργάστηκα σ’ ένα εργαστήριο Λειτουργικής Μαγνητικής Τομογραφίας, για να καταλάβω πώς θα μπορούσε ο εγκέφαλος να δώσει πνοή σ’ έναν οργανισμό ικανό να βρει νόημα στον κόσμο. Η ιατρική που ακολούθησε στη συνέχεια ήταν για τον Πωλ Καλανίθι ένα μέσον για να απαντήσει στο αρχικό του ερώτημα, τι κάνει την ανθρώπινη ζωή σημαντική ακόμα και μπροστά στον θάνατο και στη φθορά. Θεωρεί την ιατρική μέσον για να προσεγγίσει μια σοβαρή ανθρωποβιολογική φιλοσοφία.
Έτσι περιγράφει γλαφυρά τα συναισθήματα των φοιτητών μπροστά στα ψεύτικα, αλλά και στα πραγματικά αργότερα πτώματα στο μάθημα της ανατομίας, προβάλλοντας αρκετά την ηθική διάσταση του θέματος και ασχολείται πολύ με τη σχέση ιατρού και ασθενών, υιοθετώντας την πρωτοποριακή άποψη ότι ο γιατρός πρέπει να ασχολείται πολύ με την ιδιαίτερη προσωπικότητα κάθε ασθενή. Μιλά για τα λάθη του, για τους απρόσμενους θανάτους που αντιμετώπισε ως ειδικευόμενος γιατρός, για την πρώτη γέννηση. Για την κούραση που μπορεί καμιά φορά να οδηγήσει τον φοιτητή να προσευχηθεί να έχει τόσες μεταστάσεις ο ασθενής ώστε να μη χρειαστεί εγχείρηση (και φυσικά για τις τύψεις που ακολουθούν)!
Όμως οι νευροχειρουργοί έχουν ακόμα πιο έντονες προκλήσεις: κάθε επέμβαση στον εγκέφαλο είναι, κατ’ ανάγκην, μια χειραγώγηση της ουσίας του εαυτού μας και κάθε συζήτηση μ’ έναν ασθενή που υφίσταται επέμβαση στον εγκέφαλο μοιραία θα βρεθεί αντιμέτωπη μ’ αυτό το γεγονός. Ο γιατρός, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, αποφασίζει εν πολλοίς τι είδους ζωή αξίζει να ζήσει ο ασθενής (π.χ. θα αντάλλασσες την ικανότητα της ομιλίας, τη δική σου ή της μητέρας σου, για λίγους μήνες παραπάνω ζωής στα μουγγά;). Έτσι, ο Πωλ αναγκάζεται να εκπαιδευθεί στο να καθοδηγεί τους ασθενείς και τους συγγενείς τους να κατανοούν τον θάνατο ή την αρρώστια. Όπως λέει ο ίδιος, δεν καλείται να προστατέψει απλώς τη ζωή, αλλά και την ταυτότητα του ανθρώπου.
Έτσι, θα έλεγε κανείς ότι, πέρα από την ειρωνεία να βρίσκεται πια στη θέση του πάσχοντα, ήταν κάπως προετοιμασμένος να επεξεργαστεί τα νέα ερωτήματα που του έβαλε η ίδια του η μοίρα. Μετά τις πολύ ισχυρές θεραπείες, ο Πωλ βρίσκει το κουράγιο να ξαναγυρίσει στους εξουθενωτικούς ρυθμούς της δουλειάς του, που, όπως ο ίδιος διατείνεται με πολύ πειστικό τρόπο, δεν είναι δουλειά αλλά λειτούργημα («ηθική δράση»). Με τη γυναίκα του Λούσυ μάλιστα κάνουν όλες τις απαραίτητες ενέργειες να αποκτήσουν παιδί, κρατώντας σπέρμα απ’ τον οργανισμό του προτού προσβληθεί από τις χημειοθεραπείες∙ και το καταφέρνουν: το αγοράκι τους γίνεται οκτώ μηνών όταν θα χάσει τον πατέρα του.

Αν το βάρος της θνητότητας δεν γίνεται ελαφρότερο, μήπως τουλάχιστον γίνεται πιο οικείο;

Δεν είναι οι απίστευτα συγκινητικές προσπάθειες που κάνει ο 36χρονος μελλοθάνατος να κρατηθεί στη ζωή, αυτό που συγκλονίζει περισσότερο απ’ όλα τον αναγνώστη.  Ο Πωλ μιλά για τον ίδιο του τον θάνατο ψυχρά σαν γιατρός (με στατιστικά και πιθανότητες) και ταυτόχρονα εν θερμώ μέσα σ’ ένα συγκινησιακό κλίμα, σαν ασθενής (Το γεγονός του θανάτου σε αναστατώνει. Όμως δεν υπάρχει άλλος τρόπος να ζήσεις). Γιατί καμία θεραπεία δεν μπορεί να δώσει τις απαντήσεις στα ερωτήματα -που θα πρεπε να απασχολούν όλους-, τι «πρέπει» να κάνει ο άνθρωπος τη ζωή του στο λίγο χρονικό διάστημα που του μέλλει να ζήσει, δηλαδή πώς να ζήσει…  Στο μικρό, όμως περιθώριο ζωής που συνειδητοποιεί ότι του απομένει, είναι στριμωγμένος ανάμεσα σε διλήμματα και ερωτήματα πιεστικά, όπως, π.χ. να κάνει παιδί ή όχι (δεν νομίζεις ότι αποχαιρετώντας το παιδί σου θα νιώσεις πιο οδυνηρά τον θάνατο;)
Ο Πωλ Καλανίθι, δίνει απαντήσεις μέσα από τη δράση του και τον αναστοχασμό του, και μέσα σ’ αυτήν την ακραία κατάσταση συνειδητοποιεί ότι η επιστημονική γνώση δεν μπορεί να ορίσει την υπαρξιακή, εσώτερη φύση της ανθρώπινης ζωής, η οποία είναι μοναδική, υποκειμενική και απρόβλεπτη. Το ύστατο καταφύγιο γίνεται η λογοτεχνία (χρειαζόμουν τις λέξεις για να προχωρήσω). Όταν νιώθει  το μοιραίο «Δεν μπορώ να συνεχίσω», αμέσως το αντίφωνό του απάντησε, συμπληρώνοντας τις έξι λέξεις του Σάμιουελ Μπέκετ, λέξεις που τις είχα μάθει πολύ καιρό πριν σαν προπτυχιακός φοιτητής: Θα συνεχίσω. Γιατί…
παρότι πεθαίνω, μέχρι να πεθάνω στ’ αλήθεια, εξακολουθώ να ζω.

Υ.Γ. Οι τελευταίες 30 σελίδες είναι γραμμένες από την γυναίκα του Πολ, τη Λούσυ, που περιγράφει όλα τα οδυνηρά συμπτώματα του τέλους  αλλά και απίστευτες, ιερές στιγμές, μεγαλείου και αγάπης. Το μικρό αυτό σημείωμα της Λούσυ Καλανίθι μας διαβεβαιώνει ότι κανένας δεν μπορεί να νικήσει την θνητότητα, αλλά είναι στο χέρι σου να αντιμετωπίσεις τον θάνατο με ακεραιότητα. Και ότι ο Πολ Καλανίθι τα κατάφερε. 
Χριστίνα Παπαγγελή



[1] Από το motto του βιβλίου

Πέμπτη, Απριλίου 26, 2018

Οι καλοί, Hannah Kent

Ο θάνατος είναι ο γιατρός των φτωχών

Είναι απορίας άξιο γιατί πολλοί  βιβλιόφιλοι και μπλόγκερς που διάβασαν γεμάτοι προσδοκίες το δεύτερο αυτό -μεταφρασμένο- βιβλίο της Hannah Kent, το βρήκαν μεν ενδιαφέρον αλλά όχι ισάξιο του πρώτου (Έθιμα ταφής). Η  εντύπωση που άφησε σε μένα το βιβλίο αυτό είναι εξίσου μαγική, εφόσον με μετέφερε πάλι σε μια άλλη ατμόσφαιρα, σε έναν άλλο κόσμο/πολιτισμό, ενώ το κεντρικό θέμα είναι πανανθρώπινο, διαχρονικό, υπαρξιακό.
Βρισκόμαστε στα 1825-6, στη Ν.Δ. Ιρλανδία αυτή τη φορά (Κιλάρνι, Κομητεία του Κέρνι), σε μια κοινωνία φτωχή, αγροτική, κλειστή και απομονωμένη. Μια κοινωνία όπου η επιβίωση είναι δύσκολη ενώ η αρρώστια κι ο θάνατος χτυπά απρόσκλητα και παράλογα και τους νέους ανθρώπους.
Τρεις γυναίκες είναι οι πρωταγωνίστριες, τρία ισοδύναμα σε σημασία πρόσωπα που διαμοιράζονται  με συμμετρικό θα λέγαμε τρόπο το βάρος της τραγικής πλοκής. Τρεις διαφορετικές ηλικίες (κορίτσι, γυναίκα, γριά) που ανοίγονται στο μυστήριο της ζωής, της αρρώστιας και του θανάτου από τη δική της θέση η καθεμιά.
Το σημαντικότερο πρόσωπο της τραγωδίας είναι η Νόρα Λίχι. Έχει χάσει την κόρη της και πρόσφατα τον άντρα της (από τον θάνατό του ξεκινά η πλοκή), οπότε αναλαμβάνει να μεγαλώσει μόνη της τον τετράχρονο εγγονό της Μίχολ, που όμως έχει νοητικά προβλήματα∙ όχι μόνο δεν μπορεί ακόμα να περπατήσει και να μιλήσει, αλλά αρρωσταίνει συνέχεια, δεν τρώει, ουρλιάζει και χτυπιέται χωρίς λόγο βασανίζοντας τους γύρω του.  Η ντροπή για τη συμφορά και ο φόβος της κακογλωσσιάς οδηγεί τη Νόρα σε μια ζωή μοναχική και κρυφή, ενώ αναγκάζεται να πάρει  ως βοηθό τη Μαίρη, μια κοπελίτσα 15 χρονών από διπλανό χωριό, για να τη βοηθά στην ανατροφή του δύστυχου Μίχολ.
Τρίτη και πιο μοιραία στην εξέλιξη της ιστορίας, η ιδιόρρυθμη Νανς, μια παράξενη γριά που ζει μόνη της μακριά στο βουνό (η γνώση κι η δύναμη πάνε μαζί με την παραξενιά/ποια γυναίκα μένει μόνη της με μια κατσίκα και ένα σωρό βότανα κρεμασμένα απ’ το ταβάνι της; Ποια γυναίκα κάνει παρέα με τα πουλιά και τα πλάσματα που ζούνε στις σκιές του δάσους; Ποια γυναίκα τη φτάνει να ζει στην ερημιά, χωρίς παιδιά, χωρίς άντρα; Μόνον όποια περπατάει με βήμα σίγουρο στα όρια, ανάμεσα σε τούτον τον κόσμο και τον άλλον. Όποια έχει βρει τρόπο να καταλαβαίνει τα μυστήρια και βλέπει στα φύλλα και στα κλαράκια τα γράμματα του ίδιου του Θεού). Η Νανς είναι μαμή και πρακτική γιατρέσα, με διορατικότητα, διαίσθηση, και πολλές επιτυχίες (τόσος πόνος κρατημένος κρυφός, μα ώρες ώρες, για μια στιγμή, για όσο κρατά μια ανάσα, κάτι άνοιγε και μπορούσες να δεις την καρδιά των πραγμάτων, πριν η πόρτα κλείσει πάλι. Ήταν σαν όραμα. Μια ψιθυριστή ομολογία της τρωτής, της ευάλωτης αλήθειας). Κατέχει την «παλιά γνώση» των βοτανιών, τη γλώσσα του βουνού και του ουρανού, ξέρει πού υπάρχει «δύναμη» (όλα μέσα στον κόσμο συγγένευαν μυστικά με όλα) και επικοινωνεί με τους «Καλούς», όπως κατ’ ευφημισμόν αποκαλούνται  τα μοχθηρά πνεύματα, τα «ξωτικά»  που στοιχειώνουν τους ανθρώπους, φέρνουν αρρώστιες, παίρνουν μαζί τους  τους υγιείς ανθρώπους και αφήνουν στη θέση τους τα «τελώνια».  
Ένα λοιπόν τέτοιο τελώνιο είναι και ο Μίχολ, που ευθύνεται για όλες τις συμφορές του χωριού (κακοκαιρίες, αποτυχημένες γέννες, λίγο γάλα στις αγελάδες κλπ), σύμφωνα πάντα όχι μόνο με τη Νανς, αλλά και με τη Νόρα (που δύσκολα το αποδέχεται αλλά η απελπισία και η κούραση από το ακαταλόγιστο του τετράχρονου παιδιού την ωθούν σ’ αυτήν την παραδοχή), και σύμφωνα επίσης με πολλούς συγχωριανούς, που αρχίζουν και κακοβλέπουν τον Μίχολ και τη Νόρα. 
Μπροστά στην αδυσώπητη μοίρα οι τρεις γυναίκες υψώνουν δυναμικά τη διαφορετική τους στάση: η 15χρονη Μαίρη, ξένη στον τόπο, δένεται συναισθηματικά με το παιδί, το προσέχει, το αγκαλιάζει, το πονάει. Η γιαγιά του η Νόρα, καταρρακωμένη από το πένθος για τον άντρα και την κόρη της, ζει σ’ ένα κόσμο φανταστικό όπου η ελπίδα πεθαίνει τελευταία και εξαντλεί κάθε μέσον για να φέρει τον «πραγματικό Μίχολ» πίσω, ενώ η Νανς βάζει μπροστά όλες τις γνώσεις που κατέχει ακε από το προγονικό της παρελθόν για να διώξει τους «καλούς» (έχουμε την ευκαιρία να μπούμε μέσα σ’ αυτόν τον μυστηριακό κόσμο της φύσης, των βοτανιών και των μαντζουνιών, απ’ τον οποίο τόσο πολύ έχει αποκοπεί ο πολιτισμός μας). Η συγγραφέας καταφέρνει να μας κάνει να ταυτιστούμε τόσο πολύ, ακόμα και με τη «γριά μάγισσα» (και να αντιπαθήσουμε ας πούμε όσους την πολεμάνε, όπως τον νιόφερτο παπά του χωριού, που βέβαια αντιστρατεύεται τα μαγικά ξόρκια), που κάποια στιγμή είχα τον φόβο ότι το βιβλίο είναι «παραμύθι», με μάγια, ξόρκια και νεράιδες (δεν κρύβω ότι τα βαριέμαι). Νομίζει κανείς δηλαδή ότι το σασπένς του βιβλίου αφορά το αν θα τα καταφέρει τελικά η Νανς να γιατρέψει με τον παραδοσιακό, αιώνιο πρακτικό τρόπο την νοητική στέρηση του παιδιού.
Όμως όχι. Η πάλη με τις αόρατες δυνάμεις που κυβερνάν τον κόσμο είναι απόκοσμη, είναι παράλογη, αλλά είναι δικαιολογημένη μέχρι δακρύων, γιατί καταδεικνύει  την απόγνωση του ανθρώπου μπροστά στην αρρώστια και το σκάνδαλο του θανάτου. Η Κεντ κρατάει μια απίστευτη ισορροπία ανάμεσα στην περιγραφή αυτής της τραγικής πάλης με το αδύνατο και στον κίνδυνο να γίνει το μυθιστόρημα μια αφελής, έστω συμβολική αφήγηση με μάγισσες και ξωτικά.
Κι αυτό το καταφέρνει οδηγώντας την πλοκή σε μια κορύφωση που σου κόβει την ανάσα, μετά από την οποία η οξεία αντιπαράθεση  μεταφέρεται  στην κοινωνία. Γιατί οι τρεις γυναίκες περιστοιχίζονται από διάφορα άτομα του χωριού (συγγενείς, γείτονες) κλπ  που αντιμετωπίζουν κι αυτοί με τη σειρά τους διαφορετικά τις περιστάσεις, άλλος με κατανόηση, άλλος με έμπρακτη βοήθεια, άλλος με πόλεμο. Ο στιγματισμός και η έχθρα απέναντι στο τρίο των γυναικών (και τον Μίχολ βέβαια) κλιμακώνεται, ενώ ο  θάνατος του παιδιού συγκλονίζει τη μικρή κοινωνία και φέρνει τα πάνω κάτω στις ισορροπίες. 
Η σύγκρουση ανάμεσα στον ορθολογικό, σύγχρονο τρόπο ζωής και τον κόσμο των δοξασιών, των προκαταλήψεων και των δεισιδαιμονιών παίρνει σάρκα και οστά μέσα στο δικαστήριο, ενώ το απρόσμενο τέλος αφήνει ένα παραθυράκι ανοιχτό στο ενδεχόμενο μερικές αιώνιες αλήθειες, όπως η μυστική, ασυνείδητη επικοινωνία του ανθρώπου με τη φύση, να επιβιώνουν.  
Χριστίνα Παπαγγελή

Υ.Γ. Το ότι η συγγραφέας εμπνεύστηκε από πραγματικό γεγονός προσδίδει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο μυθιστόρημα

Τρίτη, Απριλίου 17, 2018

Νυχτερινές ικεσίες, Santiago Gamboa


Ο χρόνος είναι ενίοτε ζήτημα φωτός.
Με το πέρασμά του,
κάποιες μορφές αποκτούν λάμψη
ή, αντίθετα,
καλύπτονται από μια παράξενη θολούρα.

Ένα σύγχρονο μυθιστόρημα στο μελαγχολικό ύφος των νουάρ αστυνομικών  που να αφορά την πολύπαθη Κολομβία -μια χώρα με τόσες κοινωνικές αντιθέσεις και αναταραχές-  έχει εξ ορισμού ενδιαφέρον (μια χώρα που τα τελευταία πενήντα χρόνια κατέστη το οικουμενικό στερεοτυπικό συνώνυμο της εμφύλιας βίας, της διαφθοράς, των ομαδικών παραβιάσεων των δικαιωμάτων και του ναρκεμπορίου[1]. Ωστόσο, ο κύριος πρωταγωνιστής και αφηγητής, ο Μανουέλ Μανρίκε, του οποίου η αφήγηση είναι και ο κεντρικός άξονας του βιβλίου, ισχυρίζεται ότι «πρόκειται για μια ιστορία αγάπης» -όχι πάντως ερωτικής.
Τρεις είναι οι αφηγητές, σε εναλλασσόμενα κεφάλαια, ώστε ο αναγνώστης να συμπληρώνει τα γεγονότα  αργά και σταδιακά.  Ο κατηγορούμενος για διακίνηση ναρκωτικών Μανρίκε (ένα μικρό φορτίο οπιούχων χαπιών) απολογείται αφηγούμενος τη ζωή του, απευθυνόμενος στον πρόξενο της χώρας του (Κολομβίας) στην Μπανγκόκ∙ ο δεύτερος αφηγητής κι αυτός σε α΄ενικό είναι ο ίδιος ο πρόξενος που για προσωπικούς λόγους πιστεύει στην αθωότητα του Μανρίκε και αναλαμβάνει τη διαλεύκανση της αλήθειας, και τέλος έχουμε κάποιες ενότητες που τιτλοφορούνται «Μονόλογοι της διαδικτυακής», μάλλον άσχετες με την πλοκή. Πρόκειται για διαφορετικές προσωπικές εξομολογήσεις, ελεύθερα σχεδιάσματα  που δίνουν βάθος στην ιστορία και στην περιρρέουσα κατάσταση π.χ. βιωματική περιγραφή της Μπανγκόκ, ή πραγματεία για το… τζιν (ομολογώ ότι αυτά τα μέρη του βιβλίου τα βαριόμουν). Ο αναγνώστης υποψιάζεται  στην αρχή ότι  αυτούς τους μονολόγους τους γράφει στον υπολογιστή η εξαφανισμένη Χουάνα, το τρίτο πρωταγωνιστικό πρόσωπο του βιβλίου, η πολυαγαπημένη και μοναδική αδερφή του Μανουέλ. Όμως μας μπερδεύει ο συγγραφέας, κατά τη γνώμη μου χωρίς κανένα λόγο, όταν π.χ. η δια-δικτυακή εξομολογείται ότι ήταν… άντρας, λεγόταν Γουίλσον Αμέσκιτα και έκανε εγχείρηση αλλαγής φύλου, ή κάποια στιγμή μιλάει κάποια Μπέγια/Μπέζα/Μπέλχα που μιλάει για την ερωτική της ζωή (ξεπαρθένιασμα και ιστορίες τέτοιες). Πάλι όμως έχεις αμφιβολία (δεδομένου ότι αυτή η εκδοχή δεν κολλάει με τίποτα στην κυρίως ιστορία), ότι πρόκειται για φαντασίες και ιντερνετικά παιχνίδια της ιδιόρρυθμης Χουάνα. Ή, μήπως, ο συγγραφέας προσπαθεί να μας βάλει πιο βαθιά στον σκοτεινό κόσμο του περιθωρίου;
Δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε το βάθος της σχέσης Μανουέλε-Χουάνας αν δεν παρουσίαζε στον πρόξενο ο Μανουέλ τόσες λεπτομέρειες απ’ την προσωπική του ζωή. Η διήγηση του έγκλειστου και καταδικασμένου σε θάνατο (εκτός αν ομολογήσει κάτι που δεν έκανε) ήρωα μάς οδηγεί πίσω στο ζοφερό παρελθόν του (θ’ αρχίσω απ’ τα χειρότερα, κύριε πρόξενε. Απ’ τη χειρότερη περίοδο της ζωής μου, που ήταν η παιδική μου ηλικία). Μια οικογένεια δυστυχισμένη, με πατέρα καταπιεσμένο και ταπεινωμένο στο εργασιακό περιβάλλον, που βγάζει τα απωθημένα στα παιδιά και στη γυναίκα του∙ μια μητέρα άβουλη και ψυχρή. Μιζέρια, μοναξιά, έλλειψη αγάπης και ζεστασιάς  είναι η καθημερινότητα  (η πιο ευτυχισμένη περίοδος στα παιδικά του χρόνια –αν και συγχρόνως η πιο θλιμμένη- ήταν στο… νοσοκομείο, όταν η μητέρα του αρνήθηκε να μένει τον συντροφεύει το βράδυ!). Ο Μανουέλ νιώθει δυστυχισμένος κι απομονωμένος στο σχολείο, αηδία απέναντι στους δασκάλους και περιφρόνηση απέναντι στα άλλα παιδιά που είναι χαρούμενα κι ευτυχισμένα. Η μόνη όαση μέσα στο σκοτάδι αυτό γίνεται, από ένα χρονικό σημείο κι έπειτα, η μεγαλύτερη αδερφή του, Χουάνα.
Όταν όμως, υπό την πίεση των πολιτικών εξελίξεων, αποκαλύπτουν ότι ο πατέρας υποστηρίζει τον δικτάτορα Ουρίμπε[2], η περιφρόνηση επεκτείνεται και στους γονείς (ακούγαμε διαρκώς και αδιαμαρτύρητα εκείνο το μουρμουρητό, μια λιτανεία γεμάτη μίσος ενάντια στην πραγματικότητα και το παρόν, την πεμπτουσία της πικρίας και της απογοήτευσης, καθώς ζωγράφιζε τη χώρα με τα χειρότερα χρώματα, επιμένοντας πως βρισκόταν σε μια κατάσταση χάους και ηθικής αποσάθρωσης, απ’ την οποία θα μπορούσε να βγει μόνο με την παρέμβαση ενός αληθινού πατριώτη –και ποιος άλλος μπορούσε να παίξει αυτόν τον ρόλο, αν όχι αυτός ο στρατιώτης του Χριστού, ο υπερασπιστής της Τάξης, ο Άλβαρο Ουρίμπε;)
Τα δυο παιδιά κλείνονται σ’ έναν κόσμο μυστικό, ολοδικό τους: ο Μανουέλε ανακαλύπτει την χαρά να φτιάχνει τεράστια γκράφιτι στους τοίχους, ενώ και οι δυο καταφεύγουν στη λογοτεχνία. Τα έντονα πολιτικά γεγονότα που ακολούθησαν την εκλογή του Ουρίμπε (η χώρα ήταν σε εμφύλιο μέχρι φέτος) αναδεικνύουν τις αντιθέσεις. Η Χουάνα, πιο μεγάλη και πιο πολιτικοποιημένη, υποστηρίζει τους FARC (αντάρτες) και αντιτίθεται στην αμερικανική πολιτική και στο TLC  (Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου) ενώ γίνονται ομηρικοί καυγάδες για τον Τσάβες, «τους κομμουνιστές της ηπείρου» και τον ρόλο των παραστρατιωτικών στη χώρα.  Έτσι, οι φυγόκεντρες δυνάμεις ωθούν και τους δυο ήρωες στη σφοδρή επιθυμία να δραπετεύσουν απ’ τον κλοιό όχι μόνο της οικογένειας αλλά και του πολιτικού καθεστώτος. Η διανόηση, την οποία και οι δυο γονείς απεχθάνονται, γίνεται ο φάρος που τους καθοδηγεί από δω και μπρος. Η λογοτεχνία, ο κινηματογράφος, η φιλοσοφία. Άλλωστε, τα δυο παιδιά στη συνέχεια σπουδάζουν. Όταν συλλαμβάνεται ο Μανουέλ στην Ταϊλάνδη είναι ήδη πτυχιούχος Φιλολογίας και Φιλοσοφίας κι έκανε το διδακτορικό του, ενώ η Χουάνα, πριν εξαφανιστεί τελείωσε Κοινωνιολογία στο Εθνικό Πανεπιστήμιο (για τους περισσότερους Κολομβιανούς, το να σπουδάζεις κοινωνιολογία ήταν σα να σπουδάζεις για να μπεις στη FARC, κάτι σαν προπαρασκευαστικό στάδιο, ας πούμε/αρκεί να υπερασπιζόσουν τα ανθρώπινα δικαιώματα ή το Σύνταγμα και σε θεωρούσαν τρομοκράτη).
Το πάθος της λογοτεχνίας οδηγεί τον Μανουέλε σε βαθιά φιλία με τον  Έντγκαρ, επίδοξο συγγραφέα, που αναζητά… εμπειρίες για να έχει υλικό για τη συγγραφή (αν είχα ζήσει εγώ τέτοια πράγματα, θα ήμουν ήδη μυθιστοριογράφος, και ποιητής, όπως σε βλέπω και με βλέπεις. Κατά βάθος είσαι πολύ τυχερός, αδερφέ μου). Περά απ’ αυτό όμως, πολλές αναφορές στις πολιτιστικές εξελίξεις δίνουν έναν άλλον αέρα στην αστυνομική πλοκή. Όλο το μυθιστόρημα το διατρέχει σαν ένας υπόγειος άξονας η σημασία της γραφής, της συγγραφής, της λογοτεχνίας και γενικότερα της διανόησης στη ζωή μας, μια πτυχή που απασχολεί και χαρακτηρίζει και τον δεύτερο ήρωα, τον πρόξενο της Κολομβίας στο Δελχί (δεν αναφέρεται πουθενά το όνομά του).

Έχω προσέξει ότι υπάρχουν δύο τρόποι να πεθάνει κανείς.
Ο πρώτος είναι εξαιτίας κάποιας αρρώστιας που μας κατατρώει βυθίζοντάς μας σε μια κατάσταση αργής αγωνίας. (…)Ο δεύτερος τρόπος είναι ακριβώς ο αντίθετος: μια σφαίρα στον σβέρκο, ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Υπάρχει, όμως, και μια Τρίτη περίπτωση, στη δική μας χώρα τουλάχιστον, που είναι σκληή για όλους: η εξαφάνιση.

Δεν υπάρχει προξενείο της Κολομβίας στην Ταϊλάνδη, κι έτσι ο πρόξενος/συμπρωταγωνιστής μας αναγκάζεται να ταξιδέψει από το Δελχί στην Μπαγκόκ για να υπερασπιστεί τον συμπατριώτη του. Ο αναγνώστης περιηγείται σ’ αυτές τις πόλεις μαζί με τον ήρωα, παίρνοντας γεύση από τις χώρες του περιφερειακού καπιταλισμού. Γυναίκες, γιορτές, καζίνο, ναρκωτικά, εύκολο χρήμα και φυσικά φτώχεια, φτώχεια, φτώχεια (γιατί, ως γνωστόν, ο ΠΛΟΥΤΟΣ γεννά τη φτώχεια). Είναι υποχρεωμένος να επισκεφτεί μια από τις πιο σκληρές φυλακές του κόσμου, στην Μπανγκβάνγκ.
Το καθαρά αστυνομικό μυστήριο χτίζεται μέσα στις 90-100  πρώτες σελίδες, εφόσον είναι ακατανόητο για τον πρόξενο αλλά και για τον αναγνώστη το γιατί ο ήρωάς μας βρέθηκε στη Μπανγκόκ με προορισμό μάλιστα το Τόκιο, και γιατί είχε μαζί του αυτό το συγκεκριμένο φορτίο. Ο πρόξενος στο ρόλο του ντετέκτιβ αποκαλύπτει μάλιστα στο ίντερνετ τη μεγάλη αγάπη του κατάδικου για τη φιλοσοφία (άρθρα για τον Ντελέζ, τον Σπινόζα, τον Τσόμσκι κ.α.). Ένας διανοούμενος λοιπόν (τι στον δαίμονα ήρθε να κάνει στην Ταϊλάνδη ένας φιλόσοφος;)! Σιγά σιγά μαθαίνουμε ότι κι ο πρόξενος είναι συγγραφέας και λάτρης της λογοτεχνίας, και προσελκύεται από τη μυστηριώδη προσωπικότητα του ήρωα ψάχνοντας το παρελθόν του, ρωτώντας τους συμφοιτητές του ή τους καθηγητές του (κάποιος μάλιστα είναι και φίλος του), ερευνώντας τα ενδιαφέροντά του, ψηλαφώντας τα διαβάσματά του, τα οποία εφάπτονται των δικών του ενδιαφερόντων (π.χ. παλιότερα ως δημοσιογράφος είχε ασχοληθεί με την αυτοκτονία του Ντελέζ). Μαθαίνει ακόμα με περισση απορία ότι υπάρχει στο βιογραφικό του μια εξαφανισμένη αδερφή.
Η επίσκεψη στην Μπανγκβάνγκ, στον φυλακισμένο Μανουέλ, είναι μια ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη: ο πρόξενος έρχεται αντιμέτωπος μ’ έναν προφίλ μετριοπαθή διανοούμενο, σαφώς αθώο, παγιδευμένο στις δαγκάνες ενός νόμου ανελέητου (αν δεν ομολογήσει ενοχή δεν υπάρχει περίπτωση η ποινή να μειωθεί σε 30 χρονών κάθειρξη, που θα αφήνει περιθώριο για μεταφορά στη Μπογκοτά και ελάφρυνση).  Ο έγκλειστος σε μια από τις χειρότερες φυλακές του κόσμου ήρωας υποφέρει από την απώλεια της αδερφής του στοιχηματίζοντας ότι της έχει τύχει το χειρότερο (τη σκότωσαν, σκέφτηκα, θα είναι σε κάποιον απ’ τους ομαδικούς τάφους αυτής της χώρας της πλούσιας σε νεκροταφεία, στα ωραία μας εθνικά εδάφη, το σώμα της θα σαπίζει, τα οστά της θα διαλύονται δίχως κανείς να τα χαϊδέψει, δίχως να μου δοθεί η ευκαιρία να τα φιλήσω).
Παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα την αφήγηση του Μανουέλ, που εξηγεί τη μεταστροφή του πατέρα μετά την απώλεια της κόρης (βλέποντας την έκφραση της παραίτησης στο πρόσωπό του, καταλάβαινα ότι θα περνούσε όλη τη νύχτα ξάγρυπνος. Οι ικεσίες του, όπως και οι δικές μου, χάνονταν στο πιο σκοτεινό κομμάτι του ουρανού. Δεν υπήρχε κανείς εκεί να τις ακούσει). Η απουσία της Χουάνα τους καίει τα σωθικά, κι ενώ ο καιρός περνάει αμείλικτος (τρία χρόνια), αρχίζει η έρευνα από το πουθενά. Το νήμα είναι πολύ λεπτό και κρύβει πολλά ρίσκα: πρακτορείο μοντέλων, πόρνες πολυτελείας, δουλειά στην Ιαπωνία (μέσω Κίτο, Ντουμπάι, Μπανγκόκ). Ο Μανουέλ τα παρατάει όλα και ακολουθεί με τρομερό κόστος τον δρόμο που πιθανόν να τον φέρει κοντά στη Χουάνα.
Δεν είναι σκόπιμο ν’ αναφερθώ στη συνέχεια της πλοκής γιατί από κει και πέρα αρχίζει η «λύση» του μυστηρίου. Μόνο να πω ότι είμαστε ακόμα στη… μέση του βιβλίου, κι από κει και πέρα ο πρόξενος αναλαμβάνει αυτοβούλως πρώτα απ’ όλα να αποδείξει ότι ο Μανουέλ είναι αθώος και δεύτερον να βρει τη Χουάνα, που όλα δείχνουν ότι είναι ακόμα ζωντανή, μπλεγμένη σε σκληρά παράνομα κυκλώματα. Η αγωνία του αναγνώστη αφορά και την τύχη του Μανουέλ –θα εκτελεστεί ή θα ομολογήσει κάτι που δεν έκανε;
Τα ίχνη της Χουάνα (τα βήματα του πρόξενου) μας οδηγούν στο Τόκιο (το Τόκιο είναι το μέλλον του Τόκιο) και μετά στην… Τεχεράνη, όπου οι εκπλήξεις δεν σταματούν να περιμένουν τον δεύτερο κεντρικό μας ήρωα. Ευαίσθητος και επινοητικός, άνθρωπος της δράσης εντέλει, ο ανώνυμος πρόξενος δίνεται με όλη του την ψυχή στην προσωπική αυτή ιστορία αδερφικής αγάπης:
Λόγια, λόγια, λόγια.
Νυχτερινές ικεσίες.
Εκείνες οι λέξεις που δεν ξεστόμισαν και τώρα τις σκέφτονται και ακούγονται μες στο νου τους σαν σπαραχτικά ουρλιαχτά, κραυγές αγωνίας και αγάπης. Δυο σιωπηλές λιτανείες κι εγώ στη μέση αυτής της παράξενης καταιγίδας, κοντά σ’ έναν πλανήτη που έφτιαξαν οι δυο τους και που δεν τον κατοίκησαν ποτέ
Δυο ευάλωτα πλάσματα που λαχταρούν να βρεθούν μαζί και να ξεχαστούν απ’ όλους, αλλά η ζωή ορθώνεται ανάμεσά τους σαν τοίχος.
Χριστίνα Παπαγγελή



[1] «Αν υπάρχει ελπίδα στην Κολομβία, υπάρχει παντού» (Μια ομάδα οργανώσεων δικαιωμάτων στο Μεντεγίν –την κάποτε πιο βίαια πόλη του κόσμου– ενώθηκαν κάτω από το ακόλουθο σύνθημα: «Que la paz no nos cueste la vida»), από το άρθρο «Η ειρήνη δεν κοστίζει ζωές», Δημήτρη Χριστόπουλου  http://www.efsyn.gr/arthro/i-eirini-den-kostizei-zoes



[2] Ουρίμπε Άλβαρο (2002-10) ttps://el.wikipedia.org/wiki/%CE%86%CE%BB%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%BF_%CE%9F%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%BC%CF%80%CE%B5

Κυριακή, Απριλίου 01, 2018

Λίγη ζωή, Hanya Yanagihara

Πολύ αντιφατικά συναισθήματα μου δημιούργησε το βιβλίο αυτό, που ομολογώ ότι το ρούφηξα παρά τις 890 σελίδες του. Κι αυτό γιατί ένα από τα κεντρικά του θέματα είναι η πολύ βάναυση κακοποίηση του κεντρικού ήρωα στα παιδικά του χρόνια, που τον οδήγησε ως ενήλικα σε αυτοκαταστροφικό χαρακτήρα (κι όλα αυτά περιγράφονται με αποκρουστικές λεπτομέρειες και σε πολύ μεγάλη έκταση), κι αναρωτιέσαι αν η περιέργεια και το σαδομαζοχιστικό ένστικτο του μέσου αναγνώστη είναι αυτά στα οποία, με «εύκολο» τρόπο απευθύνεται η συγγραφέας (κάτι σαν τις ταινίες με πολύ αίμα, βία κλπ). Ένα άλλο όμως κεντρικό θέμα είναι η βαθιά αγάπη -έρωτας- αφοσίωση, φιλία που αναπτύσσεται, κυρίως ανάμεσα σε άνδρες, αγάπη που πείθει και συγκινεί μέχρι δακρύων. Από τη μια αναφωνείς «ε, δεν μπορεί αυτά να συμβαίνουν στην πραγματικότητα, δεν είμαστε μόνο άσπρο/ μαύρο δηλαδή ή διάβολοι ή άγγελοι!», κι από την άλλη όλα, μα όλα τα γεγονότα φωτίζονται συναισθηματικά, μια και το συναίσθημα είναι ο βασικός καμβάς όπου χτίζει η συγγραφέας κάθε λεπτομέρεια, και μάλιστα αυτή νομίζω είναι η μεγαλύτερη αρετή του βιβλίου, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο.
Γι’ αυτόν τον λόγο, ενώ το βιβλίο φαίνεται -και είναι- φλύαρο, δεν είναι κουραστικό. Με κούρασαν όμως οι 100 πρώτες σελίδες, κατά τις οποίες «χτίζονται» οι χαρακτήρες και οι ζωές (το παρελθόν, οι συνήθειες, οι σπουδές, το εργασιακό περιβάλλον) των τεσσάρων φίλων Τζέι Μπι (μαύρος), Μάλκολμ («μαύρος», δηλαδή μιγάς), Τζουντ («λευκός», δηλαδή μιγάς προς το λευκός) και Γουίλεμ (λευκός).  Είναι καταιγιστικές οι λεπτομέρειες που τονίζουν το αμερικάνικο life-style και δεν υπάρχει η εμπλοκή με το συναίσθημα που αναφέρω παραπάνω. Ίσως όμως αυτή η τόσο λεπτομερειακή γνωριμία μας με τους ήρωες είναι απαραίτητη για να δοθούν όχι μόνο οι χαρακτήρες αλλά και η γενικότερη ατμόσφαιρα και κουλτούρα στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’70. Βλέπουμε φερειπείν έμμεσα πώς ένας προοδευτικός κύκλος μορφωμένος και «ψαγμένος» αντιμετωπίζει διάφορα κοινωνικά ζητήματα, όπως το φυλετικό (του χρώματος), της «αναπηρίας», της ομοφυλοφιλίας, της πολιτισμικής διαφορετικότητας, το στοιχείο επίσης του μεταμοντερνισμού και γενικότερα τους σύγχρονους προβληματισμούς όσο αφορά την τέχνη (που έφτασαν βέβαια στην Ελλάδα κάποιες δεκαετίες αργότερα).
Και οι τέσσερις φίλοι είναι εξαιρετικοί, με την έννοια της εξαίρεσης, προσωπικότητες πολυτάλαντες και μοναδικές, και απίστευτα διαφορετικοί μεταξύ τους. Με ακραίες αντιθέσεις ως προς την καταγωγή και την οικονομική κατάσταση, γνωρίζονται από τα φοιτητικά χρόνια και συνδέονται με ποικίλους τρόπους, οι δεσμοί όμως σταδιακά γίνονται άρρηκτοι. Παρακολουθούμε τις συναισθηματικές τους σχέσεις μέχρι τα μέσα περίπου της έκτης δεκαετίας της ζωής τους. Εφόσον, κατά τον Τζουντ, «η ζωή είναι τρομακτική» εξ ορισμού, όλοι- ο Μάλκομ με τα σπίτια του, ο Γουίλεμ με τις φιλενάδες του, ο Τζέι Μπι με τις μπογιές του, αυτός με τα ξυράφια του- αναζητούσαν παρηγοριά, κάτι ολοδικό τους, κάτι που να αντιστέκεται στη φρικτή απεραντοσύνη, την απιθανότητα, του κόσμου, των αμείλικτων δευτερολέπτων του, των λεπτών του, των ημερών του.    
Ο Γουίλεμ, σουηδικής καταγωγής, λευκός και γοητευτικός, γιος ραντσιέρη (για καποιο λόγο κατώτερο κοινωνικό στάτους),  ο λιγότερο φιλόδοξος και ο πιο φτωχός μετά τον Τζουντ, δούλευε αρχικά ως σερβιτόρος, στη συνέχεια ως βοηθός δασκάλου σε παιδιά με ειδικές ανάγκες και τέλος έκανε καριέρα ως ηθοποιός με μεγάλες επιτυχίες. Είναι ψυχικά γενναιόδωρος, καλόβολος και καλόβουλος, βαθιά τραυματισμένος από τον θάνατο το μικρού του αδερφού και τη σχετική αδιαφορία των γονιών του (ήθελε να ουρλιάξει στους γονείς του, να τους χτυπήσει, να τους αποσπάσει κάτι –ένα μικρό ξέσπασμα θρήνου, μια ρωγμή στην αυτοκυριαρχία τους, μια αναγνώριση ότι κάτι μεγάλο είχε συμβεί, ότι με τον θάνατο του Χέμινγκ είχαν χάσει κάτι απαραίτητο και ζωτικό για τη ζωή τους.
Ο Τζέι Μπι μάυρος, χοντρός, ομοφυλόφιλος και μάλλον από την πιο ευκατάστατη οικογένεια καλο/κακομαθημένος παρόλο που/επειδή  είναι ορφανός από πατέρα από τα τρία του χρόνια. Ο πιο φιλόδοξος, ο πιο αδίστακτος, ο πιο αψύς. Όσο σποδάζει δουλεύει ως ρεσεψιονίστ αλλά γρήγορα αναδεικνύεται το καλλιτεχνικό του ταλέντο στα εικαστικά. Κατά τη συγκατοίκησή του με άλλους τρεις καλλιτέχνες παίρνουμε μια ιδέα των αισθητικών ανησυχιών της εποχής (π.χ.:  ο Τζέι Μπι είχε βρει έναν τρόπο να πάρει στη στροφή τον Μάλκομ, γιατί ενώ ο Μάλκομ ανακάλυπτε τη μεταμοντέρνα ταυτότητα, ο Τζέι Μπι ανακάλυπτε την περφόρμανς αρτ (η ταυτότητα ως Τέχνη: Επιτελεστικές Μεταμορφώσεις και το Σύγχρονο Σώμα). Ο Τζέι Μπι επηρεάστηκε τόσο από την εικαστικό Λι Λοζάνο που είχε σταματήσει να… μιλά σε γυναίκες, αρχικά για ένα μήνα και μετά για ολόκληρη τη ζωή της, που αποφάσισε, στα πλαίσια κάποιας εργασίας του, να πάψει να μιλά στους λευκούς! Επομένως, θα σταματούσε να μιλά στον Γουίλεμ και θα μείωνε τις συζητήσεις του με τον Μάλκομ κατά το ήμισυ. Επειδή η φυλή του Τζουντ ήταν απροσδιόριστη, θα συνέχιζε να του μιλάει, μα μόνο με γρίφους και κοάν του Ζεν (!).
Ο Μάλκομ είναι ο μόνος που νιώθει δυσφορία για το χρώμα του. Παρόλο που καταλαβαίνει ότι το «μαύρο» (όχι πολύ σκούρο) χρώμα του πατέρα του είχε επισκιαστεί από άλλα πιο σημαντικά ζητήματα όπως ο πλούτος ή η επιφάνεια της μητέρας του στους λογοτεχνικούς κύκλους (η Νέα Υόρκη όπου κατοικούσαν ο Μάλκομ και η οικογένειά του ήταν μια Νέα Υόρκη χωρισμένη όχι σύμφωνα με τη φυλή αλλά σύμφωνα με τη φορολογική κλίμακα), νιώθει αμηχανία ως προς την ταυτότητά του: η φυλή ήταν πάντα μια δοκιμασία για τον Μάλκομ, μα στο δεύτερο έτος είχε πέσει πάνω σε κάτι που του φάνηκε εξαιρετική υπεκφυγή: δεν ήταν μαύρος∙ ήταν μετα-μαύρος (!)/αυτή η εξήγηση δεν έπεισε κανέναν, πόσο μάλλον τον Τζέι Μπι, τον οποίο ο Μάλκομ άρχισε να σκέφτεται ως προ- μαύρο, λες και η μαύρη ταυτότητα, σαν τη νιρβάνα, ήταν μια ιδανική κατάσταση στην οποία διαρκώς προσπαθούσε να φτάσει. Ο Μάλκομ είναι μάλλον και ο πιο ανασφαλής ως προς τις σεξουαλικές του σχέσεις και ως προς το μέλλον του, γιατί έχουν φιλοδοξίες για κείνον οι γονείς του, γιατί νιώθει ότι πρέπει να εκπληρώσει τις δικές τους προσδοκίες.  Στην πορεία όμως, δουλεύει ως αρχιτέκτονας με μεγάλες επιτυχίες, φαντασία, μεράκι  και οικονομική επιφάνεια.
Τέλος ο Τζουντ, ο «μετάνθρωπος» κατά τον  Τζέι Μπι, άτομο πολύ προικισμένο με πολλές δεξιότητες (γλώσσες, πιάνο, μαγειρική, οικιακή οικονομία, οπωροκηπευτικά, υδραυλικά κλπ), πανέξυπνος δικηγόρος, όμως με πολύ σοβαρά νευρολογικά και κινητικά προβλήματα, για τον οποίο η συγγραφέας λέει λίγα στις 100 πρώτες σελίδες, στη συνέχεια όμως όλο το βιβλίο περιστρέφεται βασικά γύρω από τη μυστηριώδη του προσωπικότητα. Τόσο φτωχός και με τόσο απροσπέλαστο παρελθόν που δυσκολεύονται να τον  κατανοήσουν ακόμα και οι φίλοι (το σακίδιο με το οποίο είχε έρθει ο Τζουντ στο κολέγιο, περιείχε, κυριολεκτικά, όλα του τα υπάρχοντα). Δύο πρώτα περιστατικά επιτείνουν  την περιέργεια γύρω απ’ το πρόσωπό του: ένα πολύ βαθύ κόψιμο που οδηγεί στο νοσοκομείο -και είναι η αφορμή για να μάθουμε, και μεις κι ο τότε συγκάτοικός του, ο Γουίλεμ, ότι «κόβεται» μόνος του, - αυτοτραυματίζεται δηλαδή με βαθιές χαρακιές-, και μία τρομερά παράτολμη επιχείρηση/ριφιφί την οποία αναλαμβάνει ο Τζουντ παρά τα κινητικά του προβλήματα, για να μπορέσουν να μπουν στο κλειδωμένο σπίτι.  
Οι τέσσερις φίλοι (αλλά κυρίως ο περισσότερο ευαίσθητος Γουίλεμ που κατοικεί μαζί του από παλιά και νιώθει το συναίσθημα ευθύνης), δεν ρωτούν καν για τα περασμένα βιώματα του Τζουντ, εφόσον ξέρουν ότι η απάντηση που θα πάρουν είναι είτε αόριστη, είτε αρνητική (ο Γουίλεμ πρόσεχε πάντα να μην πολυδείχνει πως ενδιαφερόταν να εξερευνήσει αυτό το πολυδαίδαλο ερμάρι όπου είχε κλειστεί ο Τζουντ). Ωστόσο η σιωπή του δεν μένει για πολύ καιρό απαρατήρητη, κι έτσι ο καυστικός Τζέι Μπι, δεν χάνει ευκαιρία να σχολιάσει: «πρέπει να είσαι τόσο αυθεντικά ακατηγοριοποίητος, που οι κανονικοί όροι της ταυτότητας να μην ισχύουν καν για σένα/σαν τον Τζούντι από δω: ποτέ δεν τον βλέπουμε με κανέναν, δεν ξέρουμε τη φυλή του, δεν ξέρουμε τίποτα γι αυτόν. Μετα-σεξουαλικός, μετα-φυλετικός, μετα-ταυτοτικός, μετα-παρελθοντικός. Του χαμογέλασε, ίσως για να δείξει ότι εν μέρει τουλάχιστον αστειευόταν. «Ο μετάνθρωπος. Τζουντ ο μετάνθρωπος».
Από τη σελίδα λοιπόν 120 περίπου, που αντιλαμβανόμαστε ότι ένα τρομακτικό μυστήριο κρύβει ο Τζουντ παρακολουθούμε με αυξανόμενη αγωνία τις κινήσεις του, τις κινήσεις των φίλων, του προσωπικού του γιατρού Άντι, τις εσωτερικές σκέψεις του Τζουντ, όσες μας επιτρέπει βέβαια η συγγραφέας (σε γ΄ ενικό πάντως). Ενώ εκείνος υπεκφεύγει λέγοντας τη μισή αλήθεια, ότι πρόκειτο για τροχαίο στα δεκαπέντε του, αλλά οι αναγνώστες ξέρουμε ότι υπάρχει κάτι πολύ τρομερότερο από πίσω. Βλέπουμε ότι Τζουντ τρέφει περισσότερη προσωπική εμπιστοσύνη προς τον Γουίλεμ, ενώ αποφεύγει τον Τζέι Μπι, που δεν είναι τυχαίο ότι τον φοβάται. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι ο Τζέι Μπι είναι ο πρώτος που τον πιέζει (όλοι μας θέλουμε να μάθουμε γιατί δε μας είχες πει ποτέ τι έπαθαν τα πόδια σου). Ως  πιο παρορμητικός και επιθετικός, εκμεταλλεύεται εικαστικά την ιδιαιτερότητα του Τζουντ παραβιάζοντας τις υποσχέσεις του, και είναι κι αυτός που μετά από ένα φοβερό επεισόδιο προσβλητικό και ταπεινωτικό για τον Τζουντ,  ο Τζουντ δεν του ξαναμίλησε για πολύ καιρό και ο Γουίλεμ για ακόμα περισσότερο.
Η συγγραφέας πολύ έντεχνα κάνει χρονικές αναδρομές και μας αποκαλύπτει κομμάτια του φρικτού παρελθόντος του Τζουντ, που δυσκολευόμαστε μεν να συνθέσουμε αλλά δημιουργούν  συμ-πάθεια και πολύ έντονα συναισθήματα στον αναγνώστη: αποτροπιασμού, άγχους, αγωνίας για το πώς θα μάθουν και πώς θα αντιδράσουν οι φίλοι απέναντι στο επαίσχυντο παρελθόν, αγωνίας για το «αν θα τα καταφέρει». Ο αναγνώστης φρικάρει γιατί όχι μόνο περιγράφεται με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες  η απίστευτη κακοποίηση -σεξουαλική και όχι μόνο- που υπέστη από πολύ μικρό παιδί ο  πεντάρφανος Τζουντ, αλλά και οι θυελλώδεις αυτοκαταστροφικές τάσεις που έχει στο «σήμερα», που είναι ενήλικας, πετυχημένος και πολύ αγαπητός. Ο Τζουντ υποφέρει όχι μόνο λόγω των φρικιαστικών αναμνήσεων και βασανισμών που έχουν αφήσει στο σώμα του τρομακτικά σημάδια, αλλά  -ίσως- κι από έντονα ενοχικά συναισθήματα, νιώθει τον εαυτό του ανήμπορο, ανίκανο και σιχαμερό.  Η έλλειψη αυτο-αγάπης και αυτο-εκτίμησης που νιώθει, γιατί δεν μπορεί να νιώσει κάτι άλλο, είναι και ο λόγος που είναι κλεισμένος σαν στρείδι και δεν μπορεί να ανοίξει τον εαυτό του σε ανθρώπους που έχουν αποδείξει πάμπολλες φορές ότι τον αγαπούν με γενναιοδωρία και ανιδιοτέλεια. Γιατί απλούστατα νιώθει τόσο αηδιαστικός, που δεν μπορεί να πιστέψει ένα μέλλον στο οποίο κάποιος μπορεί πράγματι να τον ήθελε για πάντα. Κι όταν περνά κάποια κρίση, άγχους ή απόρριψης, κόβεται ή αυτοτιμωρείται (κάποια στιγμή έβαλε και φωτιά στο χέρι του!), γιατί, όπως εκμυστηρεύεται στον Χάρολντ: μερικές φορές νιώθω τόσο απαίσια, ή ντρέπομαι τόσο πολύ, που θέλω να σωματοποιήσω αυτό που νιώθω. Και μερικές φορές είναι επειδή νιώθω τόσο πολλά  πράγματα και θέλω να μη νιώθω τίποτα απολύτως – με βοηθά να τα διώξω. Και μερικές φορές είναι επειδή νιώθω ευτυχισμένος, και πρέπει να μου υπενθυμίσω ότι δεν θα έπρεπε/το έχω ανάγκη γιατί με βοηθά να ελέγχω τη ζωή μου. Και αλλού: ήταν μια μορφή τιμωρίας μα και εξαγνισμού, του επέτρεπε να αποβάλλει καθετί τοξικό και χαλασμένο από μέσα του.
Γιατί, βέβαια, είναι παράξενο που ενώ μέχρι τα 15 του χρόνια συναντά όλο ανθρώπους-τέρατα που φέρονται όχι μόνο απαίσια αλλά με φρικτό σαδισμό, ταπεινώνοντάς τον με όσους τρόπους μπορεί άνθρωπος να ταπεινώσει άλλον άνθρωπο, στη συνέχεια όμως η μοίρα κάνει στροφή 180ο: του δίνεται η δυνατότητα να σπουδάσει, να ανέλθει κοινωνικά αλλά κυρίως, συναντά ανθρώπους που του συμπαραστέκονται με μια ανθρωπιά απαράμιλλη. Και βέβαια είναι οι φίλοι του, πρώτος πρώτος ο Γουίλεμ και στη συνέχεια ο Μάλκομ (που ως αρχιτέκτονας του φτιάχνει ένα «παλάτι» προσαρμοσμένο σε κάθε λεπτομέρεια στις κινητικές του ανάγκες, και μάλιστα με την προοπτική ότι θα χειροτερεύσει η κατάστασή του), ο καθηγητής του Χάροντ με τη γυναίκα του Τζούλια που, άναυδοι μπροστά στην εξυπνάδα του Τζουντ  τον… υιοθετούν, ο απίστευτα δοτικός και με κατανόηση προσωπικός του γιατρός  Άντι που τρέχει άπειρες φορές μέσα στα μεσάνυχτα για να τον εισαγάγει στο νοσοκομείο κ.α. Ακόμα και ο Τζέι Μπι αναδιπλώνεται, και δείχνει ειλικρινή μεταμέλεια και αφοσίωση. Αλλά και άλλοι άνθρωποι, πιο δευτερεύοντες στη ζωή του φέρονται άψογα, με ενσυναίσθηση και ανθρωπιά. Παρόλ’ αυτά, ο Τζουντ δεν εμπιστεύεται πλήρως κανέναν, ούτε καν τον θετό του πατέρα που με τόσο τακτ προσπαθεί να τον καταλάβει.
Ο Τζουντ,  αν και υποτροπιάζει πολύ συχνά (αποπειράται μάλιστα να δώσει τέλος στη ζωή του, λίγο αφότου καταστρέφει άθελά του μια κούπα που ανήκε στο νεκρό γιο του Χάρολντ -ο οποίος Χάρολντ αντιδρά κι αυτός υποδειγματικά, όπως όλοι όσοι τον περιτριγυρίζουν), φαίνεται ωστόσο να ξεπερνά  διάφορες δοκιμασίες στις σχέσεις του με τον κοινωνικό περίγυρο. Η σωματική του κακοποίηση όμως είναι τέτοια που δεν μπορεί ποτέ να ελπίσει για βελτίωση. Οι προσπάθειες που κάνει είναι πράγματι συγκινητικές, μάλιστα προχωρά και σε ερωτική σχέση  δοκιμάζοντας να αφυπνίσει το σεξουαλικό, κατεστραμμένο ένστικτο. Η οικτρή αποτυχία του με τον Κέιλεμπ δημιουργεί νέα τραύματα (μια αγέλη ύαινες), από τα οποία δύσκολα μπορεί να συνέλθει, και αφού η αυτοκαταστροφική μανία γίνεται αρρώστια, μέσα στη θύελλα της παραίτησης από τη ζωή, έρχεται από το εξωτερικό… ο Γουίλεμ. Η μεγάλη αγάπη. Η προσέγγιση των δυο περιγράφεται αριστουργηματικά, οι αλλεπάλληλες  προσπάθειες του Γουίλεμ (χωρίς άμεσο αποτέλεσμα) να εμπιστευτεί επιτέλους ο Τζουντ τον εαυτό του είναι λεπτές, με δεξιοτεχνικές κινήσεις χειρουργού («Γουίλεμ» είπε ο Μαξ «έχεις σχέση, σοβαρή σχέση, μ’ έναν άντρα. Αυτός είναι ο ορισμός της ομοφυλοφιλίας». «Δεν έχω σχέση με άντρα», είπε, και καταλάβαινε πόσο παράδοξα ακούγονταν τα λόγια του, «έχω σχέση με τον Τζουντ».  
Μια νέα φάση αρχίζει για τη ζωή και των δύο, μια νέα αρχή, μια νέα δοκιμασία. Έντονα και πλούσια συναισθήματα εναλλάσσονται με μικρές και μεγάλες κρίσεις. Είναι τα «χρόνια της ευτυχίας». Η άπειρη αγάπη, φροντίδα και προσοχή του Γουίλεμ κάνει τον Τζουντ να ανοίξει χώρο στο παρελθόν του. Μαθαίνουμε και μεις ότι υπήρχε «μια ακριβής στιγμή» στην οποία τα πράγματα είχαν αρχίσει να πηγαίνουν τόσο στραβά∙ μια στιγμή απ’ όπου ξεκίνησαν όλα (ήταν τότε που επέτρεψε στον εαυτό του να τον μπάσουν μέσα, που εγκατέλειψε τα πάντα για ν’ ακολουθήσει τον αδελφό Λουκ. Εκείνη ήταν η στιγμή. Και μετά απ’ αυτήν, τίποτα δεν ήταν εντάξει πια). Υπήρξε κι ένα ακραίο «περιστατικό», όπου όλα μάλλον τελείωσαν για να αρχίσει νέα φάση στη ζωή του Τζουντ, τότε, στα 15 του.
Μετά τη μέση του βιβλίου που αρχίζουν πιο συστηματικά οι αναδρομές στο φρικιαστικό αυτό κομμάτι της ζωής του, αρχίζει και ο αναστοχασμός. Ή μάλλον, ο τρόπος που βρίσκει κάθε φορά ο Τζουντ να χειρίζεται  τις αναμνήσεις του (οι αναμνήσεις ξεγλιστρούσαν, παρόλ αυτά). Μπορεί επιτέλους να αρχίσει να βλέπει τα γεγονότα, να τα αντέχει και να αναρωτιέται γι αυτά (γιατί επιμένει να θυμάται και να ξαναβλέπει γεγονότα που συνέβησαν τόσο παλιά; Γιατί να μη μπορεί απλώς να ευχαριστηθεί το παρόν του; Γιατί να γίνεται πιο ζωηρό –όχι λιγότερο- όσο περισσότερο απομακρύνεται απ’ αυτό;). Όχι ότι λυτρώνεται, όχι ότι παύει να χαρακώνεται (ο Γουίλεμ, απελπισμένος, καταφεύγει στο έσχατο μέσον: χαρακώνεται κι αυτός, μπροστά στον Τζουντ!)κι όχι ότι δεν υπάρχει κρίση και στη σχέση με τον Γουίλεμ, απλώς το νυστέρι έχει πει πια πολύ βαθιά.
Οπωσδήποτε δεν είναι μια συνηθισμένη σχέση, και η συγγραφέας μας οδηγεί βαθιά μέσα και στις πιο απόκρυφες πτυχές της. Γιατί οι ύαινες επιστρέφουν. Ή ίσως η λέξη επιστρέφουν να μην είναι κατάλληλη, επειδή άπαξ και τις έφερε στη ζωή του ο Κέιλεμπ, δεν έφυγαν ποτέ. Τώρα ωστόσο δεν τον κυνηγούν, επειδή ξέρουν ότι δεν χρειάζεται: η ζωή του είναι μια απέραντη σαβάνα, και είναι περικυκλωμένος απ’ αυτές. Έτσι, εκδηλώνεται μια τρομερή κρίση κατά την κορύφωση της οποίας η οργή καίει τον πάντα γενναιόκαρδο Γουίλεμ. Η ανημπόρια του μπροστά στον ερμητικά κλειστό κόσμο του Τζουντ τον αφοπλίζει.
Είναι ένα κομβικό σημείο του βιβλίου αυτό, είναι η χρονική στιγμή που ο Τζουντ τα εκμυστηρεύεται όλα πια, και μαθαίνουμε και μεις, μέσα από ένα ακόμα φλας μπακ, την τελική, φρικαλέα πράξη, το περιστατικό που στοίχισε στον Τζουντ το βασικό πρόβλημα της υγείας του. Είναι και το αποκορύφωμα των χρόνων της ευτυχίας, της συνειδητοποίησης της ευτυχίας γιατί η σχέση των δύο, χωρίς να είναι ανέφελη, φτάνει σε μια γλυκιά αποδοχή (μέρες σαν κι αυτές έμοιαζαν να μην έχουν νύχτες, και αν δεν υπήρχαν νύχτες, δεν υπήρχαν κοψίματα, δεν υπήρχε λύπη, δεν υπήρχε απογοήτευση). Νιώθουν ευγνωμοσύνη για κάθε μέρα που περνά και απολαμβάνουν την ερωτική φιλία, μια φιλία τη οποίας όρος ήταν να μην έχουν μυστικά.  
Δεν τελειώνει εδώ το βιβλίο. Η σωματική πτώση του Τζουντ από ιατρική άποψη είναι αναπόφευκτη(ήξερε ότι ο θάνατός του θα ερχόταν νωρίτερα απ’ ό, τι σχεδίαζε). Οι φίλοι του αλλά και όλα τα άτομα που τόσο γενναιόψυχα τον στηρίζουν  επιστρατεύουν όλες τις ψυχικές και υλικές δυνάμεις για να βοηθήσουν. Είναι πια όλοι ώριμοι άντρες, στη δεκαετία των 50, κατασταλαγμένοι κοινωνικά και ψυχικά.
Οι τελευταίες σελίδες μας επιφυλάσσουν  μια τεράστια ανατροπή που ρίχνει νέο φως και στις σχέσεις των πρωταγωνιστών και στην ψυχική ιδιοσυστασία του Τζουντ, την οποία όμως δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκαλύψω εδώ, μια και ο στόχος μου δεν είναι να δώσω στον αναγνώστη μια περίληψη.
Προσπαθώντας να συνοψίσω σε μια γενικότερη εκτίμηση την εντύπωση που μου άφησε το βιβλίο, θα καταλήξω πάλι σ΄αυτό που έγραψα και στην αρχή: τα συναισθήματα είναι αντιγφατικά, και μπορώ να καταλάβω  την οργή του αναγνώστη στην παρακάτω ανάρτηση https://www.goodreads.com/review/show/1800101402, και όλες οι αδυναμίες  που εντοπίζει μέχρις ένα βαθμό ισχύουν. Όμως, οι ψυχογραφικές λεπτομέρειες σ’ ένα  τόσο δύσκολο θέμα όπως είναι η παιδική κακοποίηση (και δυστυχώς το πρόβλημα είναι υπαρκτό), όπως και στο θέμα της απλής ανοιχτόκαρδης και γενναιόδωρης φιλίας  δημιουργούν τέτοιο ενδιαφέρον και συναρπάζουν τόσο τον αναγνώστη (τουλάχιστον… εμένα αλλά κι άλλους όσο ξέρω), ώστε να μη μπορεί ν’ αφήσει το βιβλίο από τα χέρια του. 
Χριστίνα Παπαγγελή

Παραπέμπω και σε  άλλες δυο αναρτήσεις blogger, που φωτίζουν διαφορετικά το βιβλίο: είναι της Κατερίνας Μαλακατέ και της Αγγέλας Γαβρίλη