Κυριακή, Απριλίου 01, 2018

Λίγη ζωή, Hanya Yanagihara

Πολύ αντιφατικά συναισθήματα μου δημιούργησε το βιβλίο αυτό, που ομολογώ ότι το ρούφηξα παρά τις 890 σελίδες του. Κι αυτό γιατί ένα από τα κεντρικά του θέματα είναι η πολύ βάναυση κακοποίηση του κεντρικού ήρωα στα παιδικά του χρόνια, που τον οδήγησε ως ενήλικα σε αυτοκαταστροφικό χαρακτήρα (κι όλα αυτά περιγράφονται με αποκρουστικές λεπτομέρειες και σε πολύ μεγάλη έκταση), κι αναρωτιέσαι αν η περιέργεια και το σαδομαζοχιστικό ένστικτο του μέσου αναγνώστη είναι αυτά στα οποία, με «εύκολο» τρόπο απευθύνεται η συγγραφέας (κάτι σαν τις ταινίες με πολύ αίμα, βία κλπ). Ένα άλλο όμως κεντρικό θέμα είναι η βαθιά αγάπη -έρωτας- αφοσίωση, φιλία που αναπτύσσεται, κυρίως ανάμεσα σε άνδρες, αγάπη που πείθει και συγκινεί μέχρι δακρύων. Από τη μια αναφωνείς «ε, δεν μπορεί αυτά να συμβαίνουν στην πραγματικότητα, δεν είμαστε μόνο άσπρο/ μαύρο δηλαδή ή διάβολοι ή άγγελοι!», κι από την άλλη όλα, μα όλα τα γεγονότα φωτίζονται συναισθηματικά, μια και το συναίσθημα είναι ο βασικός καμβάς όπου χτίζει η συγγραφέας κάθε λεπτομέρεια, και μάλιστα αυτή νομίζω είναι η μεγαλύτερη αρετή του βιβλίου, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο.
Γι’ αυτόν τον λόγο, ενώ το βιβλίο φαίνεται -και είναι- φλύαρο, δεν είναι κουραστικό. Με κούρασαν όμως οι 100 πρώτες σελίδες, κατά τις οποίες «χτίζονται» οι χαρακτήρες και οι ζωές (το παρελθόν, οι συνήθειες, οι σπουδές, το εργασιακό περιβάλλον) των τεσσάρων φίλων Τζέι Μπι (μαύρος), Μάλκολμ («μαύρος», δηλαδή μιγάς), Τζουντ («λευκός», δηλαδή μιγάς προς το λευκός) και Γουίλεμ (λευκός).  Είναι καταιγιστικές οι λεπτομέρειες που τονίζουν το αμερικάνικο life-style και δεν υπάρχει η εμπλοκή με το συναίσθημα που αναφέρω παραπάνω. Ίσως όμως αυτή η τόσο λεπτομερειακή γνωριμία μας με τους ήρωες είναι απαραίτητη για να δοθούν όχι μόνο οι χαρακτήρες αλλά και η γενικότερη ατμόσφαιρα και κουλτούρα στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’70. Βλέπουμε φερειπείν έμμεσα πώς ένας προοδευτικός κύκλος μορφωμένος και «ψαγμένος» αντιμετωπίζει διάφορα κοινωνικά ζητήματα, όπως το φυλετικό (του χρώματος), της «αναπηρίας», της ομοφυλοφιλίας, της πολιτισμικής διαφορετικότητας, το στοιχείο επίσης του μεταμοντερνισμού και γενικότερα τους σύγχρονους προβληματισμούς όσο αφορά την τέχνη (που έφτασαν βέβαια στην Ελλάδα κάποιες δεκαετίες αργότερα).
Και οι τέσσερις φίλοι είναι εξαιρετικοί, με την έννοια της εξαίρεσης, προσωπικότητες πολυτάλαντες και μοναδικές, και απίστευτα διαφορετικοί μεταξύ τους. Με ακραίες αντιθέσεις ως προς την καταγωγή και την οικονομική κατάσταση, γνωρίζονται από τα φοιτητικά χρόνια και συνδέονται με ποικίλους τρόπους, οι δεσμοί όμως σταδιακά γίνονται άρρηκτοι. Παρακολουθούμε τις συναισθηματικές τους σχέσεις μέχρι τα μέσα περίπου της έκτης δεκαετίας της ζωής τους. Εφόσον, κατά τον Τζουντ, «η ζωή είναι τρομακτική» εξ ορισμού, όλοι- ο Μάλκομ με τα σπίτια του, ο Γουίλεμ με τις φιλενάδες του, ο Τζέι Μπι με τις μπογιές του, αυτός με τα ξυράφια του- αναζητούσαν παρηγοριά, κάτι ολοδικό τους, κάτι που να αντιστέκεται στη φρικτή απεραντοσύνη, την απιθανότητα, του κόσμου, των αμείλικτων δευτερολέπτων του, των λεπτών του, των ημερών του.    
Ο Γουίλεμ, σουηδικής καταγωγής, λευκός και γοητευτικός, γιος ραντσιέρη (για καποιο λόγο κατώτερο κοινωνικό στάτους),  ο λιγότερο φιλόδοξος και ο πιο φτωχός μετά τον Τζουντ, δούλευε αρχικά ως σερβιτόρος, στη συνέχεια ως βοηθός δασκάλου σε παιδιά με ειδικές ανάγκες και τέλος έκανε καριέρα ως ηθοποιός με μεγάλες επιτυχίες. Είναι ψυχικά γενναιόδωρος, καλόβολος και καλόβουλος, βαθιά τραυματισμένος από τον θάνατο το μικρού του αδερφού και τη σχετική αδιαφορία των γονιών του (ήθελε να ουρλιάξει στους γονείς του, να τους χτυπήσει, να τους αποσπάσει κάτι –ένα μικρό ξέσπασμα θρήνου, μια ρωγμή στην αυτοκυριαρχία τους, μια αναγνώριση ότι κάτι μεγάλο είχε συμβεί, ότι με τον θάνατο του Χέμινγκ είχαν χάσει κάτι απαραίτητο και ζωτικό για τη ζωή τους.
Ο Τζέι Μπι μάυρος, χοντρός, ομοφυλόφιλος και μάλλον από την πιο ευκατάστατη οικογένεια καλο/κακομαθημένος παρόλο που/επειδή  είναι ορφανός από πατέρα από τα τρία του χρόνια. Ο πιο φιλόδοξος, ο πιο αδίστακτος, ο πιο αψύς. Όσο σποδάζει δουλεύει ως ρεσεψιονίστ αλλά γρήγορα αναδεικνύεται το καλλιτεχνικό του ταλέντο στα εικαστικά. Κατά τη συγκατοίκησή του με άλλους τρεις καλλιτέχνες παίρνουμε μια ιδέα των αισθητικών ανησυχιών της εποχής (π.χ.:  ο Τζέι Μπι είχε βρει έναν τρόπο να πάρει στη στροφή τον Μάλκομ, γιατί ενώ ο Μάλκομ ανακάλυπτε τη μεταμοντέρνα ταυτότητα, ο Τζέι Μπι ανακάλυπτε την περφόρμανς αρτ (η ταυτότητα ως Τέχνη: Επιτελεστικές Μεταμορφώσεις και το Σύγχρονο Σώμα). Ο Τζέι Μπι επηρεάστηκε τόσο από την εικαστικό Λι Λοζάνο που είχε σταματήσει να… μιλά σε γυναίκες, αρχικά για ένα μήνα και μετά για ολόκληρη τη ζωή της, που αποφάσισε, στα πλαίσια κάποιας εργασίας του, να πάψει να μιλά στους λευκούς! Επομένως, θα σταματούσε να μιλά στον Γουίλεμ και θα μείωνε τις συζητήσεις του με τον Μάλκομ κατά το ήμισυ. Επειδή η φυλή του Τζουντ ήταν απροσδιόριστη, θα συνέχιζε να του μιλάει, μα μόνο με γρίφους και κοάν του Ζεν (!).
Ο Μάλκομ είναι ο μόνος που νιώθει δυσφορία για το χρώμα του. Παρόλο που καταλαβαίνει ότι το «μαύρο» (όχι πολύ σκούρο) χρώμα του πατέρα του είχε επισκιαστεί από άλλα πιο σημαντικά ζητήματα όπως ο πλούτος ή η επιφάνεια της μητέρας του στους λογοτεχνικούς κύκλους (η Νέα Υόρκη όπου κατοικούσαν ο Μάλκομ και η οικογένειά του ήταν μια Νέα Υόρκη χωρισμένη όχι σύμφωνα με τη φυλή αλλά σύμφωνα με τη φορολογική κλίμακα), νιώθει αμηχανία ως προς την ταυτότητά του: η φυλή ήταν πάντα μια δοκιμασία για τον Μάλκομ, μα στο δεύτερο έτος είχε πέσει πάνω σε κάτι που του φάνηκε εξαιρετική υπεκφυγή: δεν ήταν μαύρος∙ ήταν μετα-μαύρος (!)/αυτή η εξήγηση δεν έπεισε κανέναν, πόσο μάλλον τον Τζέι Μπι, τον οποίο ο Μάλκομ άρχισε να σκέφτεται ως προ- μαύρο, λες και η μαύρη ταυτότητα, σαν τη νιρβάνα, ήταν μια ιδανική κατάσταση στην οποία διαρκώς προσπαθούσε να φτάσει. Ο Μάλκομ είναι μάλλον και ο πιο ανασφαλής ως προς τις σεξουαλικές του σχέσεις και ως προς το μέλλον του, γιατί έχουν φιλοδοξίες για κείνον οι γονείς του, γιατί νιώθει ότι πρέπει να εκπληρώσει τις δικές τους προσδοκίες.  Στην πορεία όμως, δουλεύει ως αρχιτέκτονας με μεγάλες επιτυχίες, φαντασία, μεράκι  και οικονομική επιφάνεια.
Τέλος ο Τζουντ, ο «μετάνθρωπος» κατά τον  Τζέι Μπι, άτομο πολύ προικισμένο με πολλές δεξιότητες (γλώσσες, πιάνο, μαγειρική, οικιακή οικονομία, οπωροκηπευτικά, υδραυλικά κλπ), πανέξυπνος δικηγόρος, όμως με πολύ σοβαρά νευρολογικά και κινητικά προβλήματα, για τον οποίο η συγγραφέας λέει λίγα στις 100 πρώτες σελίδες, στη συνέχεια όμως όλο το βιβλίο περιστρέφεται βασικά γύρω από τη μυστηριώδη του προσωπικότητα. Τόσο φτωχός και με τόσο απροσπέλαστο παρελθόν που δυσκολεύονται να τον  κατανοήσουν ακόμα και οι φίλοι (το σακίδιο με το οποίο είχε έρθει ο Τζουντ στο κολέγιο, περιείχε, κυριολεκτικά, όλα του τα υπάρχοντα). Δύο πρώτα περιστατικά επιτείνουν  την περιέργεια γύρω απ’ το πρόσωπό του: ένα πολύ βαθύ κόψιμο που οδηγεί στο νοσοκομείο -και είναι η αφορμή για να μάθουμε, και μεις κι ο τότε συγκάτοικός του, ο Γουίλεμ, ότι «κόβεται» μόνος του, - αυτοτραυματίζεται δηλαδή με βαθιές χαρακιές-, και μία τρομερά παράτολμη επιχείρηση/ριφιφί την οποία αναλαμβάνει ο Τζουντ παρά τα κινητικά του προβλήματα, για να μπορέσουν να μπουν στο κλειδωμένο σπίτι.  
Οι τέσσερις φίλοι (αλλά κυρίως ο περισσότερο ευαίσθητος Γουίλεμ που κατοικεί μαζί του από παλιά και νιώθει το συναίσθημα ευθύνης), δεν ρωτούν καν για τα περασμένα βιώματα του Τζουντ, εφόσον ξέρουν ότι η απάντηση που θα πάρουν είναι είτε αόριστη, είτε αρνητική (ο Γουίλεμ πρόσεχε πάντα να μην πολυδείχνει πως ενδιαφερόταν να εξερευνήσει αυτό το πολυδαίδαλο ερμάρι όπου είχε κλειστεί ο Τζουντ). Ωστόσο η σιωπή του δεν μένει για πολύ καιρό απαρατήρητη, κι έτσι ο καυστικός Τζέι Μπι, δεν χάνει ευκαιρία να σχολιάσει: «πρέπει να είσαι τόσο αυθεντικά ακατηγοριοποίητος, που οι κανονικοί όροι της ταυτότητας να μην ισχύουν καν για σένα/σαν τον Τζούντι από δω: ποτέ δεν τον βλέπουμε με κανέναν, δεν ξέρουμε τη φυλή του, δεν ξέρουμε τίποτα γι αυτόν. Μετα-σεξουαλικός, μετα-φυλετικός, μετα-ταυτοτικός, μετα-παρελθοντικός. Του χαμογέλασε, ίσως για να δείξει ότι εν μέρει τουλάχιστον αστειευόταν. «Ο μετάνθρωπος. Τζουντ ο μετάνθρωπος».
Από τη σελίδα λοιπόν 120 περίπου, που αντιλαμβανόμαστε ότι ένα τρομακτικό μυστήριο κρύβει ο Τζουντ παρακολουθούμε με αυξανόμενη αγωνία τις κινήσεις του, τις κινήσεις των φίλων, του προσωπικού του γιατρού Άντι, τις εσωτερικές σκέψεις του Τζουντ, όσες μας επιτρέπει βέβαια η συγγραφέας (σε γ΄ ενικό πάντως). Ενώ εκείνος υπεκφεύγει λέγοντας τη μισή αλήθεια, ότι πρόκειτο για τροχαίο στα δεκαπέντε του, αλλά οι αναγνώστες ξέρουμε ότι υπάρχει κάτι πολύ τρομερότερο από πίσω. Βλέπουμε ότι Τζουντ τρέφει περισσότερη προσωπική εμπιστοσύνη προς τον Γουίλεμ, ενώ αποφεύγει τον Τζέι Μπι, που δεν είναι τυχαίο ότι τον φοβάται. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι ο Τζέι Μπι είναι ο πρώτος που τον πιέζει (όλοι μας θέλουμε να μάθουμε γιατί δε μας είχες πει ποτέ τι έπαθαν τα πόδια σου). Ως  πιο παρορμητικός και επιθετικός, εκμεταλλεύεται εικαστικά την ιδιαιτερότητα του Τζουντ παραβιάζοντας τις υποσχέσεις του, και είναι κι αυτός που μετά από ένα φοβερό επεισόδιο προσβλητικό και ταπεινωτικό για τον Τζουντ,  ο Τζουντ δεν του ξαναμίλησε για πολύ καιρό και ο Γουίλεμ για ακόμα περισσότερο.
Η συγγραφέας πολύ έντεχνα κάνει χρονικές αναδρομές και μας αποκαλύπτει κομμάτια του φρικτού παρελθόντος του Τζουντ, που δυσκολευόμαστε μεν να συνθέσουμε αλλά δημιουργούν  συμ-πάθεια και πολύ έντονα συναισθήματα στον αναγνώστη: αποτροπιασμού, άγχους, αγωνίας για το πώς θα μάθουν και πώς θα αντιδράσουν οι φίλοι απέναντι στο επαίσχυντο παρελθόν, αγωνίας για το «αν θα τα καταφέρει». Ο αναγνώστης φρικάρει γιατί όχι μόνο περιγράφεται με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες  η απίστευτη κακοποίηση -σεξουαλική και όχι μόνο- που υπέστη από πολύ μικρό παιδί ο  πεντάρφανος Τζουντ, αλλά και οι θυελλώδεις αυτοκαταστροφικές τάσεις που έχει στο «σήμερα», που είναι ενήλικας, πετυχημένος και πολύ αγαπητός. Ο Τζουντ υποφέρει όχι μόνο λόγω των φρικιαστικών αναμνήσεων και βασανισμών που έχουν αφήσει στο σώμα του τρομακτικά σημάδια, αλλά  -ίσως- κι από έντονα ενοχικά συναισθήματα, νιώθει τον εαυτό του ανήμπορο, ανίκανο και σιχαμερό.  Η έλλειψη αυτο-αγάπης και αυτο-εκτίμησης που νιώθει, γιατί δεν μπορεί να νιώσει κάτι άλλο, είναι και ο λόγος που είναι κλεισμένος σαν στρείδι και δεν μπορεί να ανοίξει τον εαυτό του σε ανθρώπους που έχουν αποδείξει πάμπολλες φορές ότι τον αγαπούν με γενναιοδωρία και ανιδιοτέλεια. Γιατί απλούστατα νιώθει τόσο αηδιαστικός, που δεν μπορεί να πιστέψει ένα μέλλον στο οποίο κάποιος μπορεί πράγματι να τον ήθελε για πάντα. Κι όταν περνά κάποια κρίση, άγχους ή απόρριψης, κόβεται ή αυτοτιμωρείται (κάποια στιγμή έβαλε και φωτιά στο χέρι του!), γιατί, όπως εκμυστηρεύεται στον Χάρολντ: μερικές φορές νιώθω τόσο απαίσια, ή ντρέπομαι τόσο πολύ, που θέλω να σωματοποιήσω αυτό που νιώθω. Και μερικές φορές είναι επειδή νιώθω τόσο πολλά  πράγματα και θέλω να μη νιώθω τίποτα απολύτως – με βοηθά να τα διώξω. Και μερικές φορές είναι επειδή νιώθω ευτυχισμένος, και πρέπει να μου υπενθυμίσω ότι δεν θα έπρεπε/το έχω ανάγκη γιατί με βοηθά να ελέγχω τη ζωή μου. Και αλλού: ήταν μια μορφή τιμωρίας μα και εξαγνισμού, του επέτρεπε να αποβάλλει καθετί τοξικό και χαλασμένο από μέσα του.
Γιατί, βέβαια, είναι παράξενο που ενώ μέχρι τα 15 του χρόνια συναντά όλο ανθρώπους-τέρατα που φέρονται όχι μόνο απαίσια αλλά με φρικτό σαδισμό, ταπεινώνοντάς τον με όσους τρόπους μπορεί άνθρωπος να ταπεινώσει άλλον άνθρωπο, στη συνέχεια όμως η μοίρα κάνει στροφή 180ο: του δίνεται η δυνατότητα να σπουδάσει, να ανέλθει κοινωνικά αλλά κυρίως, συναντά ανθρώπους που του συμπαραστέκονται με μια ανθρωπιά απαράμιλλη. Και βέβαια είναι οι φίλοι του, πρώτος πρώτος ο Γουίλεμ και στη συνέχεια ο Μάλκομ (που ως αρχιτέκτονας του φτιάχνει ένα «παλάτι» προσαρμοσμένο σε κάθε λεπτομέρεια στις κινητικές του ανάγκες, και μάλιστα με την προοπτική ότι θα χειροτερεύσει η κατάστασή του), ο καθηγητής του Χάροντ με τη γυναίκα του Τζούλια που, άναυδοι μπροστά στην εξυπνάδα του Τζουντ  τον… υιοθετούν, ο απίστευτα δοτικός και με κατανόηση προσωπικός του γιατρός  Άντι που τρέχει άπειρες φορές μέσα στα μεσάνυχτα για να τον εισαγάγει στο νοσοκομείο κ.α. Ακόμα και ο Τζέι Μπι αναδιπλώνεται, και δείχνει ειλικρινή μεταμέλεια και αφοσίωση. Αλλά και άλλοι άνθρωποι, πιο δευτερεύοντες στη ζωή του φέρονται άψογα, με ενσυναίσθηση και ανθρωπιά. Παρόλ’ αυτά, ο Τζουντ δεν εμπιστεύεται πλήρως κανέναν, ούτε καν τον θετό του πατέρα που με τόσο τακτ προσπαθεί να τον καταλάβει.
Ο Τζουντ,  αν και υποτροπιάζει πολύ συχνά (αποπειράται μάλιστα να δώσει τέλος στη ζωή του, λίγο αφότου καταστρέφει άθελά του μια κούπα που ανήκε στο νεκρό γιο του Χάρολντ -ο οποίος Χάρολντ αντιδρά κι αυτός υποδειγματικά, όπως όλοι όσοι τον περιτριγυρίζουν), φαίνεται ωστόσο να ξεπερνά  διάφορες δοκιμασίες στις σχέσεις του με τον κοινωνικό περίγυρο. Η σωματική του κακοποίηση όμως είναι τέτοια που δεν μπορεί ποτέ να ελπίσει για βελτίωση. Οι προσπάθειες που κάνει είναι πράγματι συγκινητικές, μάλιστα προχωρά και σε ερωτική σχέση  δοκιμάζοντας να αφυπνίσει το σεξουαλικό, κατεστραμμένο ένστικτο. Η οικτρή αποτυχία του με τον Κέιλεμπ δημιουργεί νέα τραύματα (μια αγέλη ύαινες), από τα οποία δύσκολα μπορεί να συνέλθει, και αφού η αυτοκαταστροφική μανία γίνεται αρρώστια, μέσα στη θύελλα της παραίτησης από τη ζωή, έρχεται από το εξωτερικό… ο Γουίλεμ. Η μεγάλη αγάπη. Η προσέγγιση των δυο περιγράφεται αριστουργηματικά, οι αλλεπάλληλες  προσπάθειες του Γουίλεμ (χωρίς άμεσο αποτέλεσμα) να εμπιστευτεί επιτέλους ο Τζουντ τον εαυτό του είναι λεπτές, με δεξιοτεχνικές κινήσεις χειρουργού («Γουίλεμ» είπε ο Μαξ «έχεις σχέση, σοβαρή σχέση, μ’ έναν άντρα. Αυτός είναι ο ορισμός της ομοφυλοφιλίας». «Δεν έχω σχέση με άντρα», είπε, και καταλάβαινε πόσο παράδοξα ακούγονταν τα λόγια του, «έχω σχέση με τον Τζουντ».  
Μια νέα φάση αρχίζει για τη ζωή και των δύο, μια νέα αρχή, μια νέα δοκιμασία. Έντονα και πλούσια συναισθήματα εναλλάσσονται με μικρές και μεγάλες κρίσεις. Είναι τα «χρόνια της ευτυχίας». Η άπειρη αγάπη, φροντίδα και προσοχή του Γουίλεμ κάνει τον Τζουντ να ανοίξει χώρο στο παρελθόν του. Μαθαίνουμε και μεις ότι υπήρχε «μια ακριβής στιγμή» στην οποία τα πράγματα είχαν αρχίσει να πηγαίνουν τόσο στραβά∙ μια στιγμή απ’ όπου ξεκίνησαν όλα (ήταν τότε που επέτρεψε στον εαυτό του να τον μπάσουν μέσα, που εγκατέλειψε τα πάντα για ν’ ακολουθήσει τον αδελφό Λουκ. Εκείνη ήταν η στιγμή. Και μετά απ’ αυτήν, τίποτα δεν ήταν εντάξει πια). Υπήρξε κι ένα ακραίο «περιστατικό», όπου όλα μάλλον τελείωσαν για να αρχίσει νέα φάση στη ζωή του Τζουντ, τότε, στα 15 του.
Μετά τη μέση του βιβλίου που αρχίζουν πιο συστηματικά οι αναδρομές στο φρικιαστικό αυτό κομμάτι της ζωής του, αρχίζει και ο αναστοχασμός. Ή μάλλον, ο τρόπος που βρίσκει κάθε φορά ο Τζουντ να χειρίζεται  τις αναμνήσεις του (οι αναμνήσεις ξεγλιστρούσαν, παρόλ αυτά). Μπορεί επιτέλους να αρχίσει να βλέπει τα γεγονότα, να τα αντέχει και να αναρωτιέται γι αυτά (γιατί επιμένει να θυμάται και να ξαναβλέπει γεγονότα που συνέβησαν τόσο παλιά; Γιατί να μη μπορεί απλώς να ευχαριστηθεί το παρόν του; Γιατί να γίνεται πιο ζωηρό –όχι λιγότερο- όσο περισσότερο απομακρύνεται απ’ αυτό;). Όχι ότι λυτρώνεται, όχι ότι παύει να χαρακώνεται (ο Γουίλεμ, απελπισμένος, καταφεύγει στο έσχατο μέσον: χαρακώνεται κι αυτός, μπροστά στον Τζουντ!)κι όχι ότι δεν υπάρχει κρίση και στη σχέση με τον Γουίλεμ, απλώς το νυστέρι έχει πει πια πολύ βαθιά.
Οπωσδήποτε δεν είναι μια συνηθισμένη σχέση, και η συγγραφέας μας οδηγεί βαθιά μέσα και στις πιο απόκρυφες πτυχές της. Γιατί οι ύαινες επιστρέφουν. Ή ίσως η λέξη επιστρέφουν να μην είναι κατάλληλη, επειδή άπαξ και τις έφερε στη ζωή του ο Κέιλεμπ, δεν έφυγαν ποτέ. Τώρα ωστόσο δεν τον κυνηγούν, επειδή ξέρουν ότι δεν χρειάζεται: η ζωή του είναι μια απέραντη σαβάνα, και είναι περικυκλωμένος απ’ αυτές. Έτσι, εκδηλώνεται μια τρομερή κρίση κατά την κορύφωση της οποίας η οργή καίει τον πάντα γενναιόκαρδο Γουίλεμ. Η ανημπόρια του μπροστά στον ερμητικά κλειστό κόσμο του Τζουντ τον αφοπλίζει.
Είναι ένα κομβικό σημείο του βιβλίου αυτό, είναι η χρονική στιγμή που ο Τζουντ τα εκμυστηρεύεται όλα πια, και μαθαίνουμε και μεις, μέσα από ένα ακόμα φλας μπακ, την τελική, φρικαλέα πράξη, το περιστατικό που στοίχισε στον Τζουντ το βασικό πρόβλημα της υγείας του. Είναι και το αποκορύφωμα των χρόνων της ευτυχίας, της συνειδητοποίησης της ευτυχίας γιατί η σχέση των δύο, χωρίς να είναι ανέφελη, φτάνει σε μια γλυκιά αποδοχή (μέρες σαν κι αυτές έμοιαζαν να μην έχουν νύχτες, και αν δεν υπήρχαν νύχτες, δεν υπήρχαν κοψίματα, δεν υπήρχε λύπη, δεν υπήρχε απογοήτευση). Νιώθουν ευγνωμοσύνη για κάθε μέρα που περνά και απολαμβάνουν την ερωτική φιλία, μια φιλία τη οποίας όρος ήταν να μην έχουν μυστικά.  
Δεν τελειώνει εδώ το βιβλίο. Η σωματική πτώση του Τζουντ από ιατρική άποψη είναι αναπόφευκτη(ήξερε ότι ο θάνατός του θα ερχόταν νωρίτερα απ’ ό, τι σχεδίαζε). Οι φίλοι του αλλά και όλα τα άτομα που τόσο γενναιόψυχα τον στηρίζουν  επιστρατεύουν όλες τις ψυχικές και υλικές δυνάμεις για να βοηθήσουν. Είναι πια όλοι ώριμοι άντρες, στη δεκαετία των 50, κατασταλαγμένοι κοινωνικά και ψυχικά.
Οι τελευταίες σελίδες μας επιφυλάσσουν  μια τεράστια ανατροπή που ρίχνει νέο φως και στις σχέσεις των πρωταγωνιστών και στην ψυχική ιδιοσυστασία του Τζουντ, την οποία όμως δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκαλύψω εδώ, μια και ο στόχος μου δεν είναι να δώσω στον αναγνώστη μια περίληψη.
Προσπαθώντας να συνοψίσω σε μια γενικότερη εκτίμηση την εντύπωση που μου άφησε το βιβλίο, θα καταλήξω πάλι σ΄αυτό που έγραψα και στην αρχή: τα συναισθήματα είναι αντιγφατικά, και μπορώ να καταλάβω  την οργή του αναγνώστη στην παρακάτω ανάρτηση https://www.goodreads.com/review/show/1800101402, και όλες οι αδυναμίες  που εντοπίζει μέχρις ένα βαθμό ισχύουν. Όμως, οι ψυχογραφικές λεπτομέρειες σ’ ένα  τόσο δύσκολο θέμα όπως είναι η παιδική κακοποίηση (και δυστυχώς το πρόβλημα είναι υπαρκτό), όπως και στο θέμα της απλής ανοιχτόκαρδης και γενναιόδωρης φιλίας  δημιουργούν τέτοιο ενδιαφέρον και συναρπάζουν τόσο τον αναγνώστη (τουλάχιστον… εμένα αλλά κι άλλους όσο ξέρω), ώστε να μη μπορεί ν’ αφήσει το βιβλίο από τα χέρια του. 
Χριστίνα Παπαγγελή

Παραπέμπω και σε  άλλες δυο αναρτήσεις blogger, που φωτίζουν διαφορετικά το βιβλίο: είναι της Κατερίνας Μαλακατέ και της Αγγέλας Γαβρίλη 

Δεν υπάρχουν σχόλια: