Ίσως αυτό συνοψίζει με τον καλύτερο τρόπο τη χώρα της.
Αυτή η έμφυτη τάση για καταπίεση.
καλλιέργεια μιας ακόρεστης δίψας για απόδραση.
Ένα ακόμα διαμαντάκι της αξιόλογης δημοσιογράφου και συγγραφέα που το διάβασα μετά το «Ελεύθερη» («Badjens»), και που είναι νομίζω και το τελευταίο της βιβλίο. Η συγγραφέας Delphine Minoui, από Γαλλίδα μητέρα και Ιρανό πατέρα, έχει εξειδικευτεί στα θέματα της Μέσης Ανατολής με πολυετή θητεία ως ανταποκρίτρια στη Le Figaro (Ιράν, Ιράκ, Συρία). Είναι πιο γνωστή για το βιβλίο της «Συλλέκτες βιβλίων στην Νταράγια»[1], το οποίο το γύρισε μάλιστα και ως ντοκιμαντέρ, ενώ τα τελευταία 20 χρόνια ταξιδεύει πολύ σε όλον τον αραβομουσουλμανικό κόσμο. Αν παρατηρήσει κανείς συνολικά το έργο της[2] θα διαπιστώσει πόσο βαθιά πολιτικό είναι, και πως παράλληλα με τη λογοτεχνία η Μινουί υπηρετεί τις αξίες της ισότητας, της ανθρωπιάς, της εξέγερσης απέναντι στην αδικία. Σήμερα ζει στην Τουρκία, έχει επομένως άμεση αντίληψη της κατάστασης που επικρατεί στην Τουρκία του Ερντογάν, που είναι και ο χώρος δράσης του «Αλφάβητου της σιωπής» (2023).
Καθαρά πολιτικό ενδιαφέρον λοιπόν παρουσιάζει κι αυτό το βιβλίο, αλλά δεν θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει «στρατευμένο». Κι αυτό γιατί κυριαρχεί το συναίσθημα, η ψυχογράφηση των ηρώων, οι ανθρώπινες αδυναμίες –ο φόβος, η διάψευση, η αδυναμία, ενώ απ’ την άλλη υπάρχουν πολιτικά μηνύματα -καθότι ο άνθρωπος είναι «πολιτικόν ζώον»-, που υποβάλλονται όμως έμμεσα κι όχι κραυγαλέα: η αποδοχή του διαφορετικού, η συμπαράσταση στον αδύναμο, η διαμαρτυρία απέναντι στην ανελευθερία του καθεστώτος, την αδικία και τον καταναγκασμό. Η έμφαση στο συναίσθημα είναι ένα στοιχείο που προσωπικά το έχω παρατηρήσει σε πολλούς συγγραφείς της Ανατολής και μάλιστα του αραβικού κόσμου, όπως τον Καναφάνι, τον Γιασμίνα Χάντρα, τον Τάρικ Άλι, τον Καλέντ Χοσεϊνί, την Ασλί Ερντογάν κ.α., και διαπιστώνω -είναι προσωπική μου αίσθηση αυτή- ότι μάλλον η κουλτούρα τους έχει καλλιεργήσει πολύ περισσότερο το συναίσθημα/τη συναισθηματική νοημοσύνη/ ως εργαλείο ξεκλειδώματος του κόσμου, κατανόησης και δράσης, απ’ ό, τι η διανοητική «δυτική» κουλτούρα. Ίσως επειδή οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες στις οποίες μεγάλωσαν γενιές και γενιές στις ανατολικές χώρες είναι έκρυθμες και πολύ ανελεύθερες, συμπεριλαμβανομένης και της θέση της γυναίκας, η οποία κατά κανόνα είναι πολύ υποβαθμισμένη.
Πρόσθετο λοιπόν ενδιαφέρον για τον/την αναγνώστη/στρια είναι η «εκ των έσω» κατανόηση ενός κόσμου γεμάτου αντιθέσεις, όπου συμπλέκονται και συγκρούονται το παραδοσιακό με το σύγχρονο (οι δύο ήρωες είναι γνώστες και λάτρεις της γνήσιας τουρκικής παράδοσης, ιδιαίτερα ο Γκιοκτάι που είναι καθηγητής Ιστορίας), όπως και η δημοκρατία/ισότητα/ελευθερία με τον αυταρχισμό της εξουσίας. Αυτές οι αντίρροπες δυνάμεις βέβαια συγκρούονται πάντα, σε όλους τους πολιτισμούς κι όλες τις εποχές, κι αυτό είναι ίσως το βαθύτερο νόημα που θα πρέπει να αναζητά κάθε ιστορική συνείδηση. Εδώ όμως πρόκειται για τη ιδιομορφία της γείτονας χώρας, και ιδιαίτερα της Κωνσταντινούπολης, που είναι ένα μοναδικό πολυπολιτισμικό κέντρο όπου ενσωματώθηκαν και συμβίωσαν κατά καιρούς αλλεπάλληλα μεταναστευτικά κύματα προσφύγων, με πολύ διαφορετικούς πολιτισμούς.
Αυτήν τη ιδιαίτερη, πολυπολιτισμική Ιστορία της πόλης τους οι δύο ήρωές μας όχι μόνο τη γνωρίζουν καλά και την εκτιμούν (ως πανεπιστημιακοί καθηγητές-διανοούμενοι), αλλά την αγαπούν και περηφανεύονται γι’ αυτήν· ακριβώς για την ποικιλομορφία, την πολυγλωσσία, τις μεταμορφώσεις της κοινωνίας της Κωνσταντινούπολης. Οι ίδιοι βρίσκονται μέσα στη δίνη των αντιθέσεων και βιώνουν αυτές τις αλλαγές που πολλές φορές είναι οδυνηρές (κι όμως, αυτή η πολιτεία-κόσμος, παραμένει η πόλη όλων των κινδύνων, στοιχειωμένη από ένα παρελθόν γεμάτο διωγμούς, σφαγές, κάθε είδους αυταρχισμό. Η ιστορία της έχει δείξει ότι μπορεί από τη μια στιγμή στην άλλη να μεταμορφωθεί σε μια πόλη-τέρας, ικανό να καταβροχθίσει ακόμα και τους ίδιους του κατοίκους της).
Έτσι, θύμα της Ιστορίας με γιώτα κεφαλαίο είναι ο Γκιοκτάι, τραγικό πρόσωπο, όχι μόνο επειδή εξαιτίας μιας «ασήμαντης» υπογραφής φυλακίστηκε στην απάνθρωπη φυλακή που εκμηδενίζει την προσωπικότητα, αλλά επειδή κουβαλάει ένα βαρύ τραύμα: μεγάλωσε με την πεποίθηση ότι ο πατέρας του, στρατηγός που συμμετείχε στις εκκαθαρίσεις των Κούρδων στην ανατολική Τουρκία, ήταν ήρωας. Τον θυμάται, έξι χρονών παιδί, να επιστρέφει απ’ τον πόλεμο με μετάλλια, ενώ ο θάνατός του στο Μαρντίν το 1979 (ήταν ένα από τα πρώτα θύματα του κούρδικου αντάρτικου), αποκαλύπτεται στον Γκιοκτάι με πολύ οδυνηρό τρόπο (με τη σιωπή της, η μητέρα του επέβαλλε διπλή τιμωρία: τον χαμό του πατέρα του αλλά και την αδυναμία να τον αποχαιρετήσει. Του έκλεψε τη δυνατότητα να θρηνήσει). Θα περάσουν πολλά χρόνια μέχρι να συνειδητοποιήσει ο Γκιοκτάι ότι ο πατέρας του δεν ήταν ήρωας, αλλά πιόνι σ’ έναν πόλεμο μισαλλοδοξίας. Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο που ο Γκιοκτάι έδειξε ιδιαίτερη ευαισθησία στο κουρδικό ζήτημα, όταν με πολλή αμηχανία και οδύνη ανακάλυψε την αλήθεια, τη φριχτή μοίρα του κουρδικού λαού (τα ερωτήματα που δεν είχε θέσει ποτέ, που θάφτηκαν μαζί με τον πατέρα του ξεπηδούσαν ορμητικά. Ποιος πυροβόλησε πρώτος εκείνη τη μέρα του 1979; Για ποιο λόγο; Ήταν ο πατέρας του βασανιστής; Πόσους ανθρώπους είχε βασανίσει και κακοποιήσει για να φτάσει στο σημείο να τον δολοφονήσει ένας μαχητής του αντάρτικου;). Ήταν ένα ζήτημα που τον αφορούσε και προσωπικά, γιατί άγγιζε και ανέτρεπε παιδικές μνήμες και βιώματα.
Η παρουσία της απουσίας του
Πράγματι, αυτό ο κόσμος δεν είναι πλέον ο δικός της.
Υπερβολικά μαχητικός.
Υπερβολικά επικίνδυνος.
Το πρωί της 16ης Ιανουαρίου του 2016, η αστυνομία συλλαμβάνει τον Γκιοκτάι Ντελίμ, καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου, ως κατηγορούμενο για τρομοκρατία, εξαιτίας ενός κειμένου διαμαρτυρίας που υπέγραψε μαζί με άλλους καθηγητές: την προκήρυξη «Πανεπιστημιακοί για την Ειρήνη» (τώρα πλέον αρκούσε να πεις μια λέξη παραπάνω στο Twitter ή σ’ ένα βαγόνι του μετρό για να κατηγορηθείς για υβριστική συμπεριφορά απέναντι στον πρόεδρο). Το κείμενο αφορούσε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στα νοτιοανατολικά της χώρας (τουρκικό Κουρδιστάν)[3], που συνεχίζονταν παρά την εκεχειρία που είχε αποφασιστεί το 2013 με ΡΚΚ[4] (Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν), κόμμα που χαρακτηρίστηκε από τον Ερντογάν ως τρομοκρατική οργάνωση (και διώχτηκε μέχρι που διαλύθηκε το 2025). Ο Γκιοκτάι είναι παντρεμένος από το 2009 με την Αϊλά, καθηγήτρια Γαλλικών στο γαλλόφωνο Πανεπιστήμιο του Γαλατα-σαράι και πρώην ακτιβίστρια του φεμινιστικού κινήματος, κι έχουν ένα κοριτσάκι, την εξάχρονη Ντενίζ. Έχουν γνωριστεί στα πλαίσια μιας εκδήλωσης για τον ανατρεπτικό συγγραφέα Τεφβίκ Φικρέτ[5], όπου κύριος ομιλητής ήταν ο Γκιοκτάι (ήταν κάτι που η Αϊλά ήξερε να το κάνει. Να αφήσει κάποιον να την αναστατώσει). Οι δύο βασικοί ήρωες ανήκουν επομένως στους προοδευτικούς κύκλους της επαναστατικής διανόησης της Κωνσταντινούπολης (ο Γκιοκτάι υπογράφει τακτικά κάθε είδους διαμαρτυρίες (…) υπέρ της προστασία του περιβάλλοντος. Της αναγνώρισης της γενοκτονίας των Αρμενίων, κατά της κερδοσκοπίας της αγοράς ακινήτων, της κοινότητας ΛΟΑΤ). Παρόλ’ αυτά, υπάρχει ψυχολογική εξέλιξη που έχει μοναδικό ενδιαφέρον: βλέπουμε την μεταστροφή της Αϊλά από διστακτική υποστηρίκτρια σε συνειδητή μαχήτρια, βλέπουμε και την εσωτερική σύγκρουση του Γκιοκτάι, που πέρα από τις κακουχίες στη φυλακή κουβαλάει την ενοχή για τις επιλογές του πατέρα του.
Ο φακός της αφήγησης πέφτει αρχικά στην Αϊλά, που μένει πίσω μόνη μ’ ένα πολύ μικρό παιδί, προσπαθώντας μέσα στο σκοτάδι όχι μόνο να βοηθήσει τον Γκιοκτάι, να κατανοήσει τους κρατικούς μηχανισμούς και να βρει διέξοδο μέσα από τη νόμιμη οδό, αλλά και να επιβιώσει μέσα σ’ ένα περιβάλλον που γίνεται ολοένα και πιο εχθρικό και πιο απρόβλεπτο. Από τις πρώτες κιόλας μέρες νιώθει στιγματισμένη κι απομονωμένη (η υπόθεση των καθηγητών που «υποστηρίζουν την τρομοκρατία» έχει ήδη γίνει πρωτοσέλιδο στις φιλοκυβερνητικές εφημερίδες), ορισμένοι γείτονες και συνάδελφοι την αποφεύγουν, ενώ η ίδια με διάφορες προφάσεις αποφεύγει να εμφανίζεται στο Πανεπιστήμιο. Όλη της η ενέργεια τώρα στρέφεται στο να συναντήσει τον Γκιοκτάι που, όπως μαθαίνει, μετά από το κρατητήριο της αστυνομίας του Σισλί οδηγείται στις τρομερές φυλακές της Σηλυβρίας[6] ως «Εγκληματίας ειρήνης» (!). Η επαφή της Αϊλά είναι μόνο με τη δικηγόρο, την Ντιλέκ Αλμάζ, που έχει αναλάβει παρόμοιες υποθέσεις όπως του Σελαχαντίν Ντεμιρτάς (αρχηγού του φιλοκουρδικού αριστερού κόμματος HDP), του δημοσιογράφου αρχισυντάκτη της Τζουμχουριέτ Τζαν Ντουντάρ, της περίφημης συγγραφέα Ασλί Ερντογάν κ.α.
Ο Ερντογάν, ανέλαβε ως πρόεδρος την εξουσία το 2013 (είχε διατελέσει παλιότερα και ως πρωθυπουργός) προαναγγέλλοντας κάποιες υποσχέσεις για εκδημοκρατισμό (με το νέο του κόμμα, το ΑΚΡ[7], είχε σπουδαία σχέδια για τη χώρα του, στο κατώφλι μιας Ευρώπης με την οποία τότε ερωτοτροπούσε. Η ασφαλτόστρωση των δρόμων, η πρόσβαση στο ηλεκτρικό ρεύμα για τους ξεχασμένους πληθυσμούς του οροπεδίου της Ανατολίας, η κατασκευή γεφυριών, αξιοπρεπών κατοικιών, οδών ταχείας κυκλοφορίας, η βελτίωση των μέσω μεταφοράς). Ήταν η εποχή όπου η Αϊλά θεωρούσε ότι αυτός ο γιος ψαρά της Μαύρης Θάλασσας, ο «άνθρωπος του λαού» που επαγγελλόταν την κατάργηση της θανατικής ποινής και την καταπολέμηση της διαφθοράς, θα έφερνε επιτέλους ισορροπία ανάμεσα στις «αξίες του Ισλάμ και την Κεμαλική κοσμικότητα», ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια περίοδος ανεκτικότητας και συμφιλίωσης (επίμαχα ζητήματα: Κούρδοι, Αρμένιοι, γυναίκες).
Εδώ και καιρό όμως η κατάσταση είναι έκρυθμη. Είναι η χρονιά που η δυσαρέσκεια (επιθέσεις βομβιστών, επιθέσεις αυτοκτονίας κούρδων αλλά και τζιχαντιστών) απέναντι στο καθεστώς για την εξωτερική πολιτική του ΑΚΡ απέναντι στους Κούρδους και τη Συρία του Άσσαντ κορυφώνεται με την απόπειρα πραξικοπήματος ενάντια στον «ψευτοσουλτάνο της σύγχρονης εποχής», τον Ερντογάν κάποιους μήνες αργότερα (16 Ιουλίου του 2016). Ήδη έχει σκληρύνει τη στάση του απέναντι στους αντικαθεστωτικούς, που τους ταυτίζει σκόπιμα με την ISIS, αλλά βέβαια μετά την απόπειρα πραξικοπήματος η δικτατορία γίνεται όλο και πιο άτεγκτη και σκληρή.
Έτσι, η Αϊλά δεν βρίσκεται μεν στην πρώτη γραμμή του αγώνα κατά του καθεστώτος, αλλά σπουδασμένη στη Γαλλία, έχει μάθει να υποστηρίζει τα δικαιώματα των γυναικών, την ισότητα, τη δημοκρατία (που αυτήν την εποχή εκφράζεται στο δικαίωμα των μουσουλμάνων γυναικών να φορούν τη μαντίλα, θέμα που αποτέλεσε πεδίο σφοδρών αντιπαραθέσεων στη Γαλλία). Φορώντας τη μαντίλα, η Αϊλά ως φοιτήτρια στήριζε τη διεκδίκηση αυτή που είχε απαγορεύσει ο Κεμάλ, μια διεκδίκηση που οι περισσότεροι «λευκοί Τούρκοι» της γενιάς της θεωρούσαν «μεσαιωνική οπισθοδρόμηση» (η Αϊλά ένιωθε αμηχανία μπροστά στον δογματικό αθεϊσμό της οικογένειας και των φιλενάδων της). Η μικρή αυτή επανάσταση της Αϊλά τής στοίχισε την απομάκρυνσή της από την οικογένεια (ξένη μέσα στο ίδιο της το σπίτι, πήρε την απόφαση να φύγει/με το να υπερασπίζεται τις γυναίκες που ήθελαν να φορούν τη μαντίλα, υπερασπιζόταν την ελευθερία, ενδυματολογική ή θρησκευτική. Υποστήριζε τους καταπιεσμένους της εποχής. Από τότε και στο εξής, θα ήταν εκείνη η καταπιεσμένη).
Ωστόσο, με τον Ερντογάν σιγά σιγά «το Ισλάμ διείσδυσε παντού». Η μαντίλα όχι μόνο νομιμοποιήθηκε (2008), αλλά επεκτάθηκε η χρήση της όπως βέβαια και κάθε μορφή θρησκευτικού φονταμενταλισμού. Έτσι, αντίθετα με την αρχική εικόνα του εκσυγχρονισμού και του εκδημοκρατισμού που άφησε προεκλογικά το ΑΚΡ, το πρότυπο της «γυναίκας-νοικοκυράς» σιγά σιγά κυριαρχεί, και οι δυνάμεις καταστολής αρχίζουν από το 2013 να διώκουν ανελέητα τους διαδηλωτές σε κάθε ένδειξη διαμαρτυρίας (το Γκεζί[8] αποτέλεσε μια κρίσιμη καμπή). Οι εκρήξεις και τα τρομοκρατικά χτυπήματα, πολλά από τα οποία είναι και από τον ISIS (έχει ξεκινήσει ο πόλεμος στην Συρία, ενώ το φιλοκουρδικό κόμμα HDP έχει μπει από το 2015 στο κοινοβούλιο) γίνονται καθημερινότητα (η λεωφόρος Ιστικλάλ έμοιαζε με πεδίο μάχης. Σπασμένες βιτρίνες. Πτώματα στο έδαφος).
Ο Γκιοκτάι δεν ήταν απ’ αυτούς που μετά την προφυλάκιση αφέθηκαν ελεύθεροι, αντίθετα μεταφέρθηκε στις τρομερές φυλακές της Σηλυβρίας, και διαγράφτηκε από το Πανεπιστήμιο, όπως και το όνομά του απ’ όλες του τις δημοσιεύσεις. Η Αϊλά υποχρεώνεται να πάρει όλα του τα πράγματα από το γραφείο του, και όταν επιτέλους φτάνει η στιγμή να επισκεφθεί τον Γκιοκτάι στη φυλακή, τα συναισθήματα κι από τις δυο πλευρές είναι καταιγιστικά (αυτός που είναι συνήθως τόσο φλύαρος, τόσο ομιλητικός, νιώθει σαν να του φράζουν οι τύψεις τον λαιμό. Σαν αίσθημα ενοχής. Όχι επειδή υπέγραψε, αλλά επειδή επέβαλε στην κόρη του την οδύνη της απουσίας του/Η Αϊλά νιώθει να χάνει το χρώμα της. Διαισθάνεται στον άντρα της μια αμηχανία που δεν την έχει ξαναδεί. Θα ήθελε να του εμπιστευτεί την απόγνωσή της, την οργή της, όλα όσα καταπνίγει εδώ και βδομάδες).
Γιατί η η Αϊλά έχει απόγνωση και οργή; γιατί δεν έχει το κουράγιο του Γκιοκτάι, άλλωστε η ίδια θεωρεί ότι «η δειλία είναι δείγμα διορατικότητας, ίσως και υπευθυνότητας». Έτσι σκέφτεται τουλάχιστον το πρώτο διάστημα, νιώθοντας βέβαια και την πίεση της μικρής Ντενίζ, που υποφέρει από αϋπνίες, ζητάει τον πατέρα της και παθαίνει κρίσεις πανικού. Η Αϊλά μαθαίνει να μην της χαλάει ποτέ πια χατίρι (τίποτα πια δεν τη νοιάζει, ούτε να ετοιμάσει φαγητό, ούτε να αλλάξει την άμμο της γάτας κλπ κλπ) και της λέει αναγκαστικά πολλά ψέματα. Όμως, η Ντενίζ, που παρόλο που είναι παιδί (ίσως ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο) δεν ικανοποιείται με τις απαντήσεις που παίρνει, γίνεται «ο πιο τρομερός αγιατολάχ» για την Αϊλά, την παρακολουθεί και την ελέγχει ενώ η Αϊλά αναγκάζεται να προσποιηθεί ότι η ζωή συνεχίζεται με κανονικούς ρυθμούς… Μέχρι που η μικρή ξεστομίζει σε ανύποπτο χρόνο ότι ο μπαμπάς της έχει πεθάνει, κι όταν την καθησυχάζουν, ζητά απεγνωσμένα να τον δει…
Μαμά, τι πάει να πει μάρτυρας;
Οι δεκάλεπτες επισκέψεις κάθε βδομάδα, το πεντάλεπτο τηλεφώνημα κάθε Πέμπτη και η ελπίδα ότι θα υπάρξει συνάντηση χωρίς διαχωριστικό, καθώς και αργότερα η δυνατότητα να στέλνει βιβλία και γραφική ύλη, είναι τον πρώτο καιρό η σανίδα από την οποία κρατιέται η Αϊλά. Το τρέξιμο στις όχθες του Βοσπόρου και η ενατένιση του απίστευτου τοπίου των Στενών, η αγάπη στον τόπο της είναι επίσης μια ψυχοθεραπεία που η ίδια η Αϊλά ονομάζει «βοσπορισμό», παρηγοριά είναι και τα ποιήματα του Τεφβίκ Φικρέτ. Και η Αϊλά ωριμάζει καθώς τα γεγονότα την ξεπερνάνε: στις 28 Ιουνίου το πολύνεκρο χτύπημα στο Διεθνές Αεροδρόμιο Ατατούρκ έδωσε νέα ώθηση στον αυταρχισμό του Ερντογάν αλλά και στις συνειδήσεις των δημοκρατικών πολιτών[9] (ο στρατός θεωρούσε ανέκαθεν πως ήταν θεματοφύλακας των δημοκρατικών και κοσμικών αξιών/-Και δεν σας φαίνεται περίεργο; Απαντάει μια συνάδελφος, πεπεισμένη πως η αποτυχημένη επιχείρηση ήταν προσχεδιασμένη, στημένη απ’ την αρχή, με σκοπό να ενισχυθεί η δημοτικότητα του Ερντογάν).
«Ή αυτό ή ο θάνατος»
Είναι το πρώτο «συμβάν» που θα αποτελέσει αφορμή για την μεταστροφή της Αϊλά σε πιο ενεργή αγωνίστρια. Οι συνθήκες στην καθημερινότητα γίνονται όλο και πιο δύσκολες: η συνάδελφος και φίλη της Νεβρά εγκαταλείπει τη χώρα με… φουσκωτή βάρκα μέσω Ελλάδας, απαγορεύουν την έξοδο από την επικράτεια στην Αϊλά, και τα μέτρα μέσα στη φυλακή σκληραίνουν, ο δε Γκιοκτάι, μετά από περίοδο δυσβάσταχτης μοναξιάς και αλλοτρίωσης, έχει αρχίσει απεργία πείνας και είναι υπερβολικά αδύναμος (ο Γκιοκτάι είναι ιστορικός· δεν μπορεί να ανεχθεί αυτήν τη νέα πολιτική ανάγνωση της Ιστορίας). Η τυχαία συνάντηση της Αϊλά με την φιλοκαθεστωτική Φατμά (ανήκει στο ΑΚΡ), που βρήκε την εξαφανισμένη γάτα τους (προς μεγάλη χαρά της Ντενίζ) δίνει ακόμα μια ώθηση στην Αϊλά, αλλά και η υποχρεωτική της πια παρουσία στο Πανεπιστήμιο (δεν τη διώχνουν γιατί το συγκεκριμένο διοικείται από κοινού με τη Γαλλία) την αναγκάζουν να ενταχτεί ξανά στο κοινωνικό σύνολο. Έχει περάσει ένας χρόνος πια, και η σκλήρυνση του καθεστώτος έχει επηρεάσει όλους τους τομείς, κυρίως όμως τους φοιτητές, που υποδέχονται την καθηγήτριά τους με πολλή χαρά και συγκίνηση.
Έχουν ωριμάσει πια οι συνθήκες για πιο οργανωμένη αντίσταση, έχει ωριμάσει και η Ντενίζ που αρχίζει και μπαίνει στον νόημα –άλλωστε της επιτρέπουν να επισκεφτεί τον πατέρα της, οπότε το κοριτσάκι ηρεμεί και η Αϊλά μπορεί να μην κρύβει πια τις ανησυχίες της. Από τον βούρκο της αδράνειας ουσιαστικά την βγάζει ένας Κούρδος φοιτητής της, ο Αζάντ, πολύ ενεργός πολιτικά, αρχικά προσκαλώντας την σε παράσταση (ελεύθερη διασκευή του έργου «Κροκόδειλος» του Ντοστογιέφσκι, από ομάδα απολυμένων καθηγητών). Πρόκειται για μια καθαρά πολιτική πράξη αντίστασης («είναι ο καθρέφτης της δικής μας τραγωδίας»), και η συνειδητή πια συμμετοχή της Αϊλά, με την παρουσία της Ντενίζ, σηματοδοτεί το πέρασμά της σε μια νέα εποχή: Δεν βρίσκει λόγια να περιγράψει αυτό που ζει. Δεν πρόκειται ούτε για παράσταση ούτε για διαδήλωση ούτε για απόλυτη σύμπνοια, είναι κάτι πιο δυνατό απ’ όλα αυτά μαζί.
Η Αϊλά έχει μήνες να δει τον Γκιοκτάι, ο οποίος έχει γίνει σκελετός από την απεργία πείνας (έχει αδειάσει εντελώς. Κι όμως αρνείται το πρωινό του. Γι’ αυτόν, όσο χάνει βάρος, τόσο κερδίζει σε αξιοπρέπεια. Η απεργία πείνας μοιάζει με ύστατη κραυγή για να διεκδικήσει την ελευθερία του). Είναι όμως αποφασισμένη να δοθεί στον αγώνα, και ακολουθεί τον Αζάντ στην Άγκυρα, σε μια πρωτότυπη μορφή αντίστασης: καθιστικές διαμαρτυρίες από ομάδες καθηγητών («Δώστε μας πίσω τα πανεπιστήμιά μας!») από απολυμένους εκπαιδευτικούς, από γυναίκες… Τους συλλαμβάνουν, δυο και τρεις κάθε φορά, τους επιβάλλον πρόστιμο, τους αφήνουν μετά ελεύθερους και πάλι. Το αποκορύφωμα όμως είναι τα βραδινά μαθήματα που παραδίδουν κρυφά οι επαναστάτες απολυμένοι καθηγητές στην «Ψηφιακή Ακαδημία Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων», μεταδίδοντας π.χ. αρχές του συνταγαμτικού δικαίου σε χιλιάδες φοιτητές μέσω της οθόνης! Η διδασκαλία εξ αποστάσεως (ιδέα εμπνευσμένη από την ταινία «Ο μαυροπίνακας» της Ιρανής σκηνοθέτιδας Σαμίρα Μαχμπαλμπάφ) ξαφνικά αποκτά ένα τεράστιο και ανομοιογενές πλήθος συνδρομητών από νοικοκυρές, συνταξιούχους, άνεργους, συνδικαλιστές, φοιτητές… Ο Αζάντ πρωτοστατεί βέβαια, ενημερώνοντας τον κόσμο για τους άγριους διωγμούς των Κούρδων, ενώ ο ίδιος κουβαλάει τραύματα ψυχικά και σωματικά..
Αυτό μονάχα του είχε μείνει.
Το χαρτί. Το μολύβι.
Το αποτύπωμα της νύχτας του.
Και η δυνατότητα να επινοήσει ξανά το περίγραμμά της.
Και ο φακός στρέφεται στον Γκιοκτάι, που βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης και σκέφτεται την αυτοκτονία. Βρίσκεται πια σε αναπηρικό καροτσάκι, και η μόνη του διέξοδος είναι τα σχέδια στο χαρτί, σ’ ένα σημειωματάριο που του έδωσε ένας δεσμοφύλακας που τον λυπήθηκε (ένας λαβύρινθος από γραμμές και καμπύλες, που μοιάζουν γράμματα σε κίνηση. Ένα αφηρημένο σχέδιο, κάτι ανάμεσα σε χαρακτικό και καλλιγραφία). Είναι το αλφάβητο της σιωπής, γιατί όταν ο πόνος γίνεται αφόρητος, όταν κανένα βογκητό δεν μπορεί να τον εκφράσει, οι λέξεις χάνουν το νόημά τους. Η Αϊλά στη θέα αυτών των πρωτότυπων, άναρθρων κραυγών του άντρα της συγκινείται, και τις συνδέει με τη νεαρή Κούρδισσα εικαστικό Ζεχρά Ντογάν, που ζωγραφίζει με αυτοσχέδια πινέλα φτιαγμένα από τα μαλλιά των συγκρατουμένων της στις φυλακές του Ντιγιάρμπακιρ. Ωστόσο, η ελπίδα ξαναγεννιέται, όταν η δικηγόρος αναγγέλλει στην Αϊλά την επερχόμενη δίκη, στο δικαστικό Μέγαρο Τσαγλαγιάν. Είναι πια Δεκέμβρης του 2017, έχει γίνει συνταγματική μεταρρύθμιση και ήρθε η ώρα να εκδικαστούν όσοι υπέγραψαν το επίμαχο κείμενο. Βέβαια, είναι η αρχή μιας τρομερής δικαστικής οδύσσειας, με αναβολές και διακοπές, και με αποκορύφωμα την προσωρινή αποφυλάκιση του Γκιοκτάι ενώ αμέσως μετά από λίγες ώρες επανεξετάστηκε η απόφαση του δικαστή και απορρίφθηκε η υπό όρους αποφυλάκιση! Η δυσλειτουργία του δικαστικού συστήματος είναι τόσο εκτυφλωτική, που η Αϊλά αναφωνεί μπροστά στους χωροφύλακες κάποια στιγμή που προσπαθούν να την ηρεμήσουν: «Το μόνο μου έγκλημα είναι που δεν υπέγραψα το κείμενο διαμαρτυρίας νωρίτερα! Μ’ ακούτε; Που δεν υπέγραψα νωρίτερα!».
Η Αϊλά είναι πια περήφανη για τον άνδρα της (όσο παλεύουμε για να αποφυλακιστεί ο σύζυγός μου, κανείς δεν είναι θύμα!), ταυτίζεται με τις πληγές του λαού της αλλά και των Κούρδων (κάθε καινούργιος πόλεμος είναι το θραύσμα μιας οβίδας που ξανανοίγει την πληγή, τη δική μου, του πατέρα μου, του λαού μου, της Τουρκίας). Δεν διστάζει πια να εκδηλώσει τη διαμαρτυρία της, ακόμα και με κίνδυνο τη σύλληψη (μπορούν να πάρουν τα πάντα αλλά όχι τη σιωπή μου), ενώ στους νέους αγώνες εναντίον του Ερντογάν, εντός ή εκτός Πανεπιστημίου, η συμμετοχή της σε κάθε εκδήλωση, κάθε έκφραση αλληλεγγύης είναι δεδομένη. Άλλωστε, τώρα είναι στο πλευρό της και η 9χρονη πια Ντενίζ.
Τον Ιούλιο του 2019, τριάμισι χρόνια μετά τη σύλληψη του Γκιοκτάι, η οικογένεια θα ξανασμίξει σ’ έναν καινούργιο κόσμο. Σ’ έναν κόσμο όπου πολλοί απλοί κι αδιάφοροι πολίτες έχουν αρχίσει να αφυπνίζονται και να διεκδικούν την ελευθερία και την αξιοπρέπειά τους. Γιατί, όπως γράφει και η συγγραφέας, οι εξεγέρσεις όπως και οι ιδεολογίες δεν είναι πάντα συλλογικές. Μερικές φορές πρέπει να αντλήσουμε τη δύναμη μέσα μας. Για να σταθούμε καλύτερα στα πόδια μας.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] https://fr.wikipedia.org/wiki/Biblioth%C3%A8que_secr%C3%A8te_de_Daraya [2] Έχει σκηνοθετήσει και συνεργαστεί σε πολλά ντοκιμαντέρ και έχει εκδώσει αρκετά βιβλία.
Το 2006 , η Ντελφίν Μινούι τιμήθηκε με το βραβείο Albert-Londres για μια σειρά άρθρων σχετικά με το Ιράκ και το Ιράν . Έχει γράψει για τη Nojoud Ali , το πρώτο κοριτσάκι που πήρε διαζύγιο στην Υεμένη , για το Ιράν, και έλαβε επίσης το Μεγάλο Βραβείο Αναγνωστών Elle το 2018 [ 14 ] για το έργο της σχετικά με την ειρηνική αντίσταση της Συρίας στη Νταράγια και τη μυστική βιβλιοθήκη της Νταράγια , The Book Smugglers of Daraya [ 8 ] . Το 2023, δημοσίευσε το The Alphabet of Silence [ 2 ] , και το 2024 το Badjens (για την ειρηνική εξέγερση των Ιρανών γυναικών και εφήβων κοριτσιών)
[3] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%9A%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B4%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%BD
[4] Μετά τη σύλληψη και φυλάκιση το 1999 του αρχηγού του ΡΚΚ, Αμπντουλάχ Οτσαλάν, εγκατέλειψε τον Μαρξιστικό-Λενινιστικό χαρακτήρα του[15] και υιοθέτησε τη νέα πολιτική πλατφόρμα του Δημοκρατικού Συνομοσπονδισμού (επηρεασμένη από τον ελευθεριακό σοσιαλισμό) ενώ σταμάτησε τις επίσημες εκκλήσεις για δημιουργία ενός εντελώς ανεξάρτητου κράτους. Στις 21 Μαρτίου 2013, η οργάνωση κήρυξε επίσημη παύση του πυρός με τη Τουρκία. Στη συνέχεια συμμετείχε στις εχθροπραξίες ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος, όπως στην πολιορκία του Κομπάνε. Όμως μετά από βομβαρδισμό θέσεών του από την Τουρκία τον Ιούλιο του 2015, το ΡΚΚ άρχισε ξανά τις επιθέσεις εναντίον στόχων στην Τουρκία.
Το ΡΚΚ χαρακτηρίστηκε ως τρομοκρατική οργάνωση από αρκετά κράτη και οργανώσεις, όπως το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση,[17] ενώ από άλλες χώρες, όπως η Αρμενία, η Κίνα, η Ρωσία, το Βιετνάμ και η Κούβα όχι. Την 1η Μαρτίου 2025, το PKK κήρυξε κατάπαυση του πυρός με την Τουρκία και η οργάνωση διαλύθηκε στις 12 Μαΐου. Σύμφωνα με ανακοίνωση, που μετέδωσε το πρακτορείο ειδήσεων Firat που πρόσκειται στην οργάνωση, «το 12ο Συνέδριο του PKK αποφάσισε να διαλύσει την οργανωτική δομή του PKK και να βάλει τέλος στον ένοπλο αγώνα».
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%9A%CF%8C%CE%BC%CE%BC%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B4%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%BD
[5] Έμεινε γνωστός ως ο «ποιητής της ελευθερίας» λόγω του επαναστατικού του ύφους και της έντονης κριτικής του ενάντια στο απολυταρχικό καθεστώς του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β΄. Θεωρείται ο θεμελιωτής της σύγχρονης τουρκικής ποίησης.
[6] https://www.dnews.gr/eidhseis/kosmos/537180/silyvria-i-terastia-tourkiki-fylaki-pou-egine-symvolo-tou-aftarxismoy-tou-erntogan
[7] Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης
[8] Η καταστολή των διαδηλώσεων στο πάρκο Γκεζί στην Κωνσταντινούπολη ξεκίνησε τον Μάιο του 2013, όταν οι τουρκικές αρχές επιχείρησαν να εκκενώσουν βίαια ειρηνικούς διαδηλωτές που αντιδρούσαν στην κοπή δέντρων και στην ανέγερση εμπορικού κέντρου στην πλατεία Ταξίμ. Εκατοντάδες διαδηλωτές και ακτιβιστές αντιμετώπισαν ποινικές διώξεις και καταδίκες, ενώ ακόμη και χρόνια αργότερα (όπως στις επετείους της εξέγερσης), οι τουρκικές αρχές προχωρούν σε συλλήψεις και αποκλεισμούς της πλατείας Ταξίμ
[9] https://www.efsyn.gr/kosmos/eyropi/74375_polynekri-epithesi-aytoktonias-sto-aerodromio-atatoyrk