Δευτέρα, Αυγούστου 31, 2026

Εφτακόσιοι φοίνικες φυτεμένοι στο ίδιο σημείο, José Balza

Νιώθω διαρκώς την ανάγκη να επιβάλω νοήματα στις εμπειρίες:
και με τον τρόπο αυτόν νομίζω ότι καθιστώ μόνιμη
και την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια της καθημερινής ζωής,
κάτι σαν μια μεταφυσική του καθημερινού.
     Πρόκειται για ένα εξαιρετικό, πρωτοποριακό, φευγάτο κείμενο που δύσκολα θα το χαρακτήριζε κανείς «μυθιστόρημα», γραμμένο από τον μεγάλο Βενεζουελάνο Χοσέ Μπάλσα, επιπέδου Κορτάσαρ -κατά τη γνώμη μου-, ο οποίος παρεμπιπτόντως θεωρεί τον Μπάλσα σπουδαίο συγγραφέα, και επαίνεσε ιδιαίτερα το συγκεκριμένο βιβλίο. 
     Ένα ανήσυχο «εγώ» πρωταγωνιστεί σ’ αυτό το ακατάσχετο παραλήρημα, αυτό το καταπληκτικό αφήγημα όπου θαρρείς δεν υπάρχει αρχή και τέλος· ένα «εγώ» που αναπροσδιορίζεται ξανά και ξανά, προσπαθώντας να ανακαλύψει τη βαθύτερη ουσία της ύπαρξής του. Παρόλο που υπάρχουν σημαντικά εξωτερικά γεγονότα, το βάρος της αφήγησης πέφτει στην εσωτερική πορεία του ήρωα-αφηγητή(-συγγραφέα;), προς την αυτογνωσία και την αυτοπραγμάτωση. Οι εμπειρίες, είτε ευχάριστες είτε οδυνηρές, επισημαίνονται άτακτα και συνειρμικά, ενώ η μνήμη τις μεταστοιχειώνει και τους δίνει κάθε φορά καινούργιο νόημα· γιατί ο «χρόνος μεταμορφώνει το παρελθόν» όπως εύστοχα αναφέρει ο μεταφραστής Λευτέρης Μακεδόνας στο επίμετρο.
     Ο λόγος είναι ποιητικός, και παρόλο που ο αναγνώστης δυσκολεύεται να βρει κάποια συνοχή, η αποκαλυπτικότητα των λέξεων τον καθηλώνει. Συχνά παρακολουθούμε το αποτύπωμα των γεγονότων, των εικόνων, των βιωμάτων στον ψυχισμό -από μια εσχατολογική ματιά, δηλαδή από την οπτική γωνία ενός ανθρώπου που αναρωτιέται για το έσχατο νόημα, επισκοπώντας όλη την πορεία της ζωής του σε βάθος χρόνου. Η γραμμικότητα είναι στοιχειώδης, κυριαρχεί η «απορρύθμιση του χρόνου», σκέψεις ανάκατες με εικόνες και έντονα συναισθήματα, μέσα στα οποία ξεχωρίζει κάποια στιγμή η κυριαρχική και τρομακτική μορφή του μέθυσου πατέρα (δεν θα αργήσει να φανεί και πάλι, αλλά εγώ νιώθω σαν να θέλω να απομακρύνω από κοντά μου την πρασινωπή αύρα με την οποία ο αέρας ανακοινώνει την παρουσία του). Συνολικά, βλέπουμε καθαρά την πορεία μιας συνείδησης να προχωρά από την αντίφαση και τη δυαδικότητα, στην ποθητή ενότητα.
     Γιατί τον Πραξιτέλη;
Πιθανότατα το πάθος του για τον Πραξιτέλη να μην ήταν τίποτα άλλο
παρά ο πυρήνας των πολλών διαφορετικών παραλλαγών
αυτού που ήταν ο ίδιος:
εκτός τόπου
     Ο ήρωας, το alter ego του συγγραφέα, Βενεζουελάνος με ινδιάνικη καταγωγή όπως αποκαλύπτει αργότερα, ξεκινά την αφήγηση, που ίσως είναι γράμμα στην αγαπημένη του, την Αγλαΐα, προσπαθώντας να της μεταφέρει και να της εξηγήσει την εσωτερική σύγχυσή του: αρχικά, βιώνει ένα είδος αποκάλυψης, αυτοσυστήνεται ως Πραξιτέλης και απευθύνεται σε κάποιο Αλέξη (μαζί με κάποιον Γιώργο), ένα πρόσωπο που δεν συναντάμε ξανά, και που το γνώρισε μάλλον ως έφηβος στα «δάση της Αθήνας». Δύσκολα ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι το αφηγηματικό «εγώ» σ’ αυτήν τη φάση ταυτίζεται με τον γλύπτη της αρχαιότητας, τον Πραξιτέλη, και τριγυρίζει στο «Γυμνάσιο», θαυμάζοντας τους αθλητές, «την ακρίβεια των κινήσεων των σφαιριστών», βλέποντας «την αρχή των επερχόμενων μαχών». Γίνεται κάποτε σαφές ότι η παρουσία του ήρωα στην Αθήνα είναι εσωτερική, ονειρική (στην πραγματικότητα δεν βρισκόμουν ούτε στο σώμα μου, ούτε στη σκέψη μου, διέσχιζα σώμα και σκέψη· σαν να επρόκειτο για μια παράξενη κίνηση, την οποία εγώ ο ίδιος είχα εφεύρει)· ένα είδος μυστικής διαχρονικής συνάντησης με τον… Πραξιτέλη φαίνεται να διαμόρφωσε την «ελληνική σκέψη», τον θαυμασμό στο ελληνικό ιδεώδες ενσαρκωμένο στη μορφή του αρχαίου καλλιτέχνη. Ο Πραξιτέλης και η «δυαδικότητά του» τού γίνονται εμμονή, εφόσον όνειρο του αφηγητή-ήρωα είναι να δημιουργήσει ταινίες, και κυρίως την ταινία με τη ζωή του Πραξιτέλη (η ταινία αυτή επρόκειτο να είναι ένα σχόλιο γύρω από τη δική μου ζωή: από κει εκπηγάζουν κι οι αδυναμίες της). Ο ίδιος ο ήρωας έχει συνείδηση του δικού του εσωτερικού διχασμού «σε δύο προσωπικότητες, η μία από τις οποίες ξεδιπλωνόταν μέσα του κατά τη διάρκεια των μυστικών ελληνικών στιγμών του». Στο ένα άκρο είναι ο άνθρωπος ο επιφανειακός, ο φοβητσιάρης, στο άλλο άκρο η ιδεατή φύση που ενσαρκώνεται στο πρότυπο της ελληνικής κλασικής αρχαιότητας (ομορφιά, απολυτότητα, ελευθερία, έρωτας). Το ελληνικό ιδεώδες (η «ελληνική λευκότητα») εκφράζει το Απόλυτο, την εσωτερική κι εξωτερική ενότητα (το πραγματικό άπιαστο είναι η μεταστοιχείωση, η επίτευξη της πλήρους απώλειας της δικής μου πραγματικότητας, έτσι ώστε να εισέλθω στη δική του, στα δικά του όρια και στη δική του ευαισθησία). Η κλασική αρμονία που ενσαρκώνει ο Πραξιτέλης διαλύει όλες τις ανισορροπίες, ακόμη και στον έρωτα (η σύντηξη, το αιώνιο ζευγάρι, η κόλαση που έχει μετριαστεί/ ο Πραξιτέλης ψάχνει να βρει στη Φρύνη την ολοκληρωτική εμπειρία του έρωτα), ένα θέμα που όπως φαίνεται απ’ την αρχή βασανίζει τον ήρωα.
     Υπάρχει λοιπόν ένας διχασμός του «εγώ» (είναι τόσο ισχυρή αυτή η αντίθεση μεταξύ της ζούγκλας, των μονίμων κατοίκων και του δικού μου τρόπου ύπαρξης –πάντα σιωπηλός, αδιαφανής, ένα πραγματικό κενό), γιατί υπάρχει κι ένα εσύ (Πραξιτέλης) καθώς ο ήρωας οδεύει προς την αυτογνωσία: έχει συνείδηση ότι είναι ένας ευαίσθητος ονειροπόλος νεαρός με υπεραναλυτική σκέψη, σιωπηλός και χαρούμενος, που ίσως η καταγωγή του από τη ζούγκλα τον έκανε μοναχικό και δυσπροσάρμοστο, που η φιλοσοφία στο λύκειο τον ώθησε στο να αναζητήσει την ελληνική φιλοσοφική σκέψη (άρνηση της παραδοσιακής ηθικής από τους αρχαίους έλληνες), όπως και στο πάθος του να διαστρεβλώνει τα πραγματικά γεγονότα. Έχει τόσο πολύ συναίσθηση της «δυαδικότητάς» του, του διπλού εαυτού του, που πολλές φορές στην αφήγηση χρησιμοποιεί το γ΄ ενικό, το «εγώ» γίνεται «αυτός».
     Ο ίδιος ο αφηγητής, σε κάποιες στιγμές αναστοχασμού, απαντά στο ερώτημα «Γιατί τον Πραξιτέλη;»: από μιαν άποψη, ο Πραξιτέλης παίζει τον ρόλο του φακού: αντιπροσωπεύει την αποκάθαρση της δικής μου αντίληψης (…)· ο Πραξιτέλης θα μου έδειχνε πώς ακριβώς να σμιλεύσω τις ώρες και τα συναισθήματα. Όμως αυτή ήταν μόνο η μία όψη του ζητήματος. Η άλλη, που είναι πολύ πιο βαθιά, ακόμη μου διαφεύγει. Το μόνο που καταλαβαίνω είναι ότι πρόκειται για μια δύναμη που με ωθεί να αναζητήσω την ομορφιά που υπάρχει μέσα στους ανθρώπους και τα πράγματα. Τέλος, ο Πραξιτέλης τον φέρνει σε «κατάσταση εγρήγορσης».
     Σαν Ραφαέλ
Ήταν πολύ δύσκολο να ανακαλύψω τι ακριβώς κρυβόταν
πίσω από την επιστροφή μου στο Σαν Ραφαέλ·
είχα τόσο πολλές δικαιολογίες κρυμμένες στο μανίκι
     Ωστόσο, ο «ρεαλιστικός» άξονας που διατρέχει το βιβλίο ως πλοκή είναι η επιστροφή του ήρωα μετά από απουσία δέκα χρόνων στο Σαν Ραφαέλ, στο χωριό καταγωγής του (μετά από σπουδές;), όπου πιστεύει ότι θα βρει το νήμα που συνδέει τα αντιφατικά του κομμάτια. Πιστεύει ότι το Σαν Ραφαέλ, αιωρούμενο μέσα στο φως, με τις αδιαπέραστης συνοχής νύχτες του, είναι ο ιδανικός τόπος για να συντάξει το βασικό σενάριο της ζωής του Πραξιτέλη (!). Κι όχι μόνο: ο αέρας, το ποτάμι, το φως, ο βυθός έχουν μια ανεξήγητη επίδραση στον ψυχισμό, τον υποδουλώνουν και τον λυτρώνουν ταυτόχρονα (η φωτεινότητα του νερού στον βυθό του ποταμού, εκεί ακριβώς όπου εγώ δεν θα μπορέσω ποτέ να φτάσω/εκείνο το όνειρο, εκείνη η γη, που ήταν η δική μας γη, σ’ εκπαιδεύει μόνο για την πυρετώδη φαντασία, για το μερικό και το ασυνάρτητο). Είναι αξεπέραστες οι αναφορές στη φύση και στη δύναμή της να φορτίζει με ενέργεια τον αφηγητή ώστε να προχωρήσει στην ποθητή ενότητα, στο ζητούμενο, που είναι η «πραγματική ζωή» μέσα από την αγάπη και την ελευθερία. Γι’ αυτό και αναζητά το «πνευματικό γίγνεσθαι» στα βιβλία μεν, αλλά κυρίως στις σχέσεις τις ανθρώπινες, στη φιλία, στον έρωτα (έχω έρθει στον κόσμο για να παραβιάσω τα όρια, τα συναισθήματα: να τα χρησιμοποιήσω μεν, αλλά τελικά να εγκαταλείψω αυτά που μου είναι ήδη γνωστά και να δημιουργήσω κάποια άλλα, καινούργια).
     Μέσω της αφήγησης και των συνειρμών/αναμνήσεων λοιπόν, βλέπουμε χαρακτήρες και πρόσωπα που καθόρισαν και διαμόρφωσαν τον ψυχισμό του αφηγητή: η Αγλαΐα και ο ανέφικτος έρωτας μαζί της· ο Αντόνιο, σκεπτικιστής διανοούμενος με προβληματισμούς σχετικά με την τέχνη, μουσικός, που του παραχώρησε το διαμέρισμά του της Λας Αρκάσιας, που τον εμπιστεύεται, του θέτει ερωτήματα και τον συμβουλεύει· η Ρακέλ, ο πραγματωμένος, σαρκικός έρωτας που του υπόσχεται αιώνια αγάπη· ο Λεσάμα, καρδιακός φίλος, συνομήλικος, με πολιτική δράση· ο Έκτορ Αλόνσο, ο ξάδερφος-φοιτητής που έχει έρθει στο σπίτι για διακοπές και που μαζί με τη Βεράνα σχηματίζουν το τρίγωνο που απογειώνει τον έρωτα· ο απατεωνίσκος Χούλιο Σεσάρ, η συμμορία του και η τραγελαφική σχέση τους. Και φυσικά, ο πατέρας ή μάλλον, το φάσμα ενός πατέρα που τους έχει εγκαταλείψει από καιρό, αλλά που έρχεται και ξανάρχεται μεθυσμένος και βίαιος (μες στο ημίφως αναγνώρισε το πρόσωπο του πατέρα του, μαβί και παραμορφωμένο (…) τότε ο πατέρας του άνοιξε τον φράχτη αδέξια,, τον ακινητοποίησε πιάνοντάς τον από το ένα χέρι και χτύπησε με δύναμη τα μάτια, τα μάγουλα και το σώμα του παιδιού).
     Στο Σαν Ραφαέλ, στην επιστροφή στη γενέθλια γη, ο ήρωας θα κατακτήσει την ποθητή μεταμόρφωση.
     Τα πρόσωπα
Αγάπη δεν είναι ο δεσμός μεταξύ των εραστών,
ούτε οι αντιδράσεις ευτυχίας ή πόνου, ούτε οι προσχεδιασμένες αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους. 
Αγάπη είναι η ανάδυση όλων των πνευματικών θησαυρών που ο εραστής διατηρούσε μέχρι στιγμής 
μέσα του, κρυφά, χωρίς να τους γνωρίζει ούτε αυτός ο ίδιος, 
κι οι οποίοι αναβλύζουν τώρα με ασυνήθιστη ορμή, στην επαφή του με την αγαπημένη.
Είναι η βαθύτερη ουσία εκείνου του πράγματος 
που πριν δεν γνώριζε καν ότι υπήρχε στη ζωή 
και τώρα ανθίζει εντελώς απρόσμενα.
     Πρώτα πρώτα ο αναγνώστης έρχεται σ’ επαφή με την «γλυκιά» Αγλαΐα, σύμβουλο-ψυχολόγο που εργάζεται μαζί με τον αφηγητή σ’ ένα σχολείο (τα πράσινα μάτια της Αγλαΐας, οι χειρονομίες της, η αθωότητά της/τα λαμπερά της μάτια που αποφεύγουν να συναντηθούν με τα δικά σου). Πρόκειται για έναν παθιασμένο αλλά ανέφικτο έρωτα με μια γυναίκα που είναι αισθησιακή, λάγνα και ασυγκράτητη αλλά αρνείται την προγαμιαία ολοκλήρωση του έρωτα (τόσο η Αγλαΐα όσο και η μητέρα μου συμφωνούν σ’ ένα σημείο: στο πόσο εκτιμούν κι οι δύο τον γάμο). Στο χρονικό σημείο όπου αρχίζει η αφήγηση, ο ήρωας θέλει να «απαλλαγεί άπαξ δια παντός από την Αγλαΐα», γι’ αυτό άλλωστε επαναφέρει συνέχεια το επεξηγηματικό γράμμα που θα της γράψει. Η Αγλαΐα είναι «ικανή να σου προκαλέσει αναστάτωση», είναι επίμονη και προκλητική στον έρωτα (η γλώσσα της Αγλαΐας, μια επιδερμίδα με πολλούς μικρούς πόρους εισχωρεί μέσα σου (…) ώσπου η απολαυστική αίσθηση μιας κυκλωτικής οξύτητας σου κόβει την ανάσα) αλλά και σταθερή στην εμμονή της (με μια «ασυνήθιστη έπαρση») να παραμείνει παρθένα· είναι γλυκιά και ήπιων τόνων, γίνεται όμως και είρων και κακεντρεχής. Η χωρίς νόημα επιμονή της τον κάνει να την περιφρονεί (είχα έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με τον αξιοθρήνητο συντηρητισμό της Αγλαΐας), έφτασε μάλιστα στο σημείο να τη χτυπήσει. Ωστόσο, ακόμα και οι φίλοι του (Αντόνιο, Λεσάμα), για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, αποδέχονται τον κοινωνικό συμβιβασμό του γάμου, τον οποίο ο ίδιος απορρίπτει στο όνομα της ελευθερίας (να αναγνωρίζεις την αγάπη, να τη μοιράζεσαι, και, μ’ αυτόν τον τρόπο, ν’ απορρίπτεις την οποιαδήποτε έξωθεν παρέμβαση στις επιλογές σου).
     Ρακέλ
J’ ai la tristesse du soleil au soir
     Ούτε όμως η Ρακέλ (πολύ νέα-ξανθιά-και-χυμώδης), με την οποία μοιράζεται απίστευτες στιγμές αισθησιακές ολοκληρωμένου έρωτα («διαχυτική και ταυτόχρονα απούσα»), ικανοποιεί αυτό που γυρεύει ο ήρωας, την αγάπη που συνοδεύεται από ελευθερία: το να υποτάξω τη ζωή μου σε μια γυναίκα που δεν έχει επίγνωση των λόγων για τους οποίους αποδέχεται την ελεύθερη ένωση μαζί μου θα ήταν εξίσου επιπόλαιο με το να παντρευτώ την Αγλαΐα.
     Για τον ήρωα, η Ρακέλ, παρόλο που ήταν αυτή που τον επηρέασε να ασχοληθεί με το σινεμά, ήταν «χαμηλής νοημοσύνης» που προσπαθούσε επί ματαίω να ανταποκριθεί στο στάτους του κοινωνικού της περιβάλλοντος (πίνακες, γαλλικά, πιάνο κλπ): γι’ αυτήν, το κλειδί της ζωής ήταν ένα παρόν που εξαντλούνταν στον εαυτό του. Η επιπολαιότητα της Ρακέλ (δεκάδες άντρες γύρω της, ο δε μέγιστον γλυκοκοιτάζει και τον Αντόνιο, σημαντικό φίλο του ήρωα) δημιουργεί συναισθήματα ποικίλα και αντιφατικά.
     Λεσάμα
Πρέπει να καταβάλω μεγάλη προσπάθεια, ώστε,
πίσω από την επιπολαιότητα του Λεσάμα
να καταφέρω να διακρίνω τον επαναστάτη.
     Σημαντική είναι η παρουσία του Λεσάμα που ο ήρωάς μας συναντά στο Σαν Ραφαέλ μετά από χρόνια (δεν υπήρχε παιδική περιπέτεια ή τρέλα που να μην την είχαμε μοιραστεί). Λάτρης των τυχερών παιχνιδιών (κοκορομαχίες, χαρτιά), και πολύ γυναικάς (αισχρή η κακοποίηση της δωδεκάχρονης ορφανής Ολγίτας από ομάδα μαθητών), είναι ωστόσο ο μόνος που αναφέρεται να είχε από νωρίς πολιτική δράση (μαζί και με τον ήρωα προ δεκαετίας), και να συνεχίζει να ανήκει στο ΚΚΒ , με όλα τα προβλήματα που αυτό συνεπάγεται (η οδός της βίας, επιμένει· όλα τα υπόλοιπα είναι καθαρή προδοσία/δηλαδή εσύ πιστεύεις ότι μπορούμε να αλλάξουμε αυτήν τη χώρα μόνο με τους νόμους;). Παρόλα τα πάθη του, ο Λεσάμα ήταν αυτός που θέλησε να αλλάξει η χώρα, που πονούσε για την καταπίεση των Ινδιάνων, που πίστευε ότι «όσοι αγαπούν αυτή τη γη επιλέγουν να μείνουν στη ζούγκλα» και ότι «χρειάζονται έναν άνθρωπο που θα φύγει έξω, θα σπουδάσει και θα επιστρέψει εδώ· και ταυτόχρονα θα είναι ερωτευμένος με τη ζούγκλα του: μ’ άλλα λόγια, θα έχει φύγει έξω απ’ αγάπη γι’ αυτήν».
     Ήταν «σύνδεσμος», είχε μυστικές επαφές και αποστολές με τους αντάρτες, τροφοδοτούσε, μετέφερε μηνύματα και φάρμακα (δεν είναι επομένως και τόσες πολλές οι ώρες που αφιερώνει πλέον στα ζάρια. Κάτι έχει αλλάξει μέσα του). Υπάρχουν και αποσπάσματα, όμως, όπου ο ήρωας αναθυμάται στιγμές απογοήτευσης κι αμφιταλάντευσης (από την άλλη βλέπεις όλους αυτούς του ΚΚΒ να αερίζουν τα τέτοια τους και να εργάζονται, λέει, για την εθνική συμφιλίωση. Ξέχασαν πολύ εύκολα όλους εκείνους τους συντρόφους που έχουμε χάσει), νιώθει ότι το όνειρο για μια κοινωνία ισότητας καταρρέει, κάποια στιγμή εξαφανίζεται από το χωριό κι απ’ τη δουλειά.
     Έμμεσα λοιπόν βλέπουμε και στοιχεία της πολιτικής κατάστασης στη Βενεζουέλα, π.χ. αναφέρεται συχνά ο «περεσχιμενισμός», δηλαδή η δικτατορία του Χιμένεθ (τρεις φορές δικτάτορας στο διάστημα 1948 μέχρι 1958) που στοίχειωσε τη χώρα, η κρυφή τοποθέτηση επαναστατικών σημαιών στους παραποτάμους σαν σημάδι αντίστασης στο καθεστώς, η αναφορά στους «cazadores»[1],και το αποκορύφωμα, την ταύτιση του ήρωα-αφηγητή με το θύμα εκτέλεσης (είναι ο Λεσάμα) από τους καθεστωτικούς –μια συγκλονιστική σκηνή από τις πολύ συνήθεις στη Λατινική Αμερική, δολοφονίας με πτώση από ελικόπτερο: εγώ βλέπω εσένα τώρα Λεσάμα· πέφτεις, διαλύεσαι μόλις έρχεσαι σ’ επαφή με τη γη, σαν κάποιο άγνωστο φρούτο. Μπορώ και τα βλέπω όλα: το ελικόπτερο, τον θάνατο· αυτός είναι που πέφτει, κι ακόμα τώρα που πέφτει, δεν θα καταφέρει να εξηγήσει τίποτα από όλο αυτό. Γιατί;
     Χούλιο Σέσαρ
Για μια στιγμή ένιωσε πως ήθελε να προφυλάξει
όλη εκείνη την άλογη, αχαλίνωτη νεότητα
     Η ανεκδιήγητη σχέση με τον απατεωνίσκο Χούλιο Σέσαρ και τη συμμορία του, όσο ο ήρωας (πολύ κουραστικό που δεν έχει όνομα) ήταν ακόμα στην πόλη (Καράκας), είναι ένας από τους άξονες που μυστηριωδώς ωθούν τον ανώνυμο ήρωά μας στην μετεξέλιξη της συνείδησής του. Πρόκειται για έναν κατεργάρη φτωχοδιάβολο, που έβαλε στο μάτι τον ήρωα-αφηγητή που εκείνη την εποχή πουλούσε… χύτρες, γιατί είχε καινούργιο αυτοκίνητο και φαινόταν ότι έχει γεμάτο πορτοφόλι. Αντίστοιχα, ο μάγκικος τρόπος ομιλίας (το «λεκτικό ιδίωμα»), οι παραμορφωμένες λέξεις, κυρίως όμως η φτώχεια (απείρου κάλλους η περιγραφή της παράγκας του Χούλιο), η χαμηλή νοημοσύνη, ο κόσμος (υπόκοσμος) που εκπροσωπούσε ο Χούλιο Σέσαρ προσέλκυσαν τον αφηγητή, ο οποίος ενέδωσε αμέσως στις περίεργες προσκλήσεις (μια μεθυστική ουσία παγίδευσε το κορμί του) και προσχώρησε στην ομάδα όπου κυριαρχούσαν διαφορετικοί νόμοι και αρχές, συμμετέχοντας σε «διασκεδαστικές» περιπέτειες όπως να δείρουν έναν περαστικό ή να καταστρέψουν ένα αυτοκίνητο, προσδοκώντας βασικά την επαφή με νέα πρόσωπα και νέες εμπειρίες (αυτά ήταν τα συστατικά στοιχεία που θα έφερναν τη μεταμόρφωση). Η «συνεργασία» με τον Χούλιο Σέσαρ περνάει διάφορα στάδια και δοκιμασίες, με φόντο μια μίζερη γειτονιά στο Μακαράο (συνοικία του Καράκας) μέσα σε «βουνά μπλε και λευκά, απίθανους σχηματισμούς που αντικατοπτρίζονταν πάνω στη βλάστηση». Το αποκορύφωμα είναι η προσπάθεια του Χούλιο να τον κλέψει (λεφτά και αυτοκίνητο), και το σατανικό σχέδιο να τον εξουδετερώσει/σκοτώσει, που όμως ο ήρωάς μας εύκολα ανέτρεψε κερδίζοντας για πάντα την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη όλης της συμμορίας (τότε ακριβώς αναγνώρισε το γεγονός ότι ο Χούλιο Σέσαρ ήταν ακριβώς ο τύπος του ανθρώπου που έψαχνε, κυριολεκτικά το κανάλι που θα τον οδηγούσε σε καινούργιος κύκλους/είχε ανάγκη από ανθρώπους που θα του θόλωναν την αντίληψη). Όχι, δεν ήθελε να χάσει την επαφή με τον Χούλιο, τη «σχισμή» μέσα απ’ την οποία μπορούσε να κοιτάξει τον κόσμο του, κάτι που δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν ούτε οι φίλοι του, ούτε βέβαια η Αγλαΐα («δεν θα κατανοήσεις τη δυαδικότητά μου»).
     Ο Χούλιο Σέσαρ αναδεικνύεται «σύμβολο μοναδικής αξίας», κάτι που ξεκίνησε ως παιχνίδι αλλά φαίνεται ότι ήταν βαθιά η ανάγκη του ανώνυμου αφηγητή να συναναστραφεί ανθρώπους όχι του ίδιου κοινωνικού στάτους. Φτάνει στο σημείο να αντλεί περισσότερη -πνευματική- ευχαρίστηση από τον σχεδιασμό μιας ληστείας απ’ ό, τι από μια φιλοσοφική διάλεξη (!). Αυτή η «πρωτόγνωρη ανθρωπογεωγραφία» που εκπροσωπούν οι καινούργιοι του φίλοι κρύβει βέβαια βαθύτερα κοινωνικοπολιτικά αίτια, κάτι που δεν παραγνωρίζει. Η ουσία είναι ότι οι «κατ’ επίφασιν εμβριθείς ελληνικές του ιδέες πρακτικά μηδενίζονταν από τους νέους του φίλους της συμμορίας» (ο Πραξιτέλης δεν είναι πια εγώ).
     Αντόνιο
Η πολλαπλότητα του είναι εντοπίζεται
στην κάθε αλλαγή που συμβαίνει στην αντίληψή μας
     Η συνάντησή του με τον Αντόνιο, στην πόλη πάντα, έγινε μετά τη γνωριμία του με τη συμμορία. Ήταν ο συμφοιτητής (σπούδαζε μουσική) του οποίου «η αθωότητα κι η καλλιτεχνική του ζέση θα μετατόπιζαν πολλά πράγματα μέσα του». Ο Αντόνιο ήταν εκείνος που καταλάβαινε τις πνευματικές αναζητήσεις του ήρωα, κι ας θεωρούσε «μαλακίες» το εγχείρημα του Πραξιτέλη· είχε και κείνος το σαράκι της αλλαγής, της μεταμόρφωσης, της αναζήτησης του «εαυτού», μέσα από την τέχνη της μουσικής. Ήταν επίσης εκείνος που είχε την ιδέα να γίνει «το πάρτι με τις χύτρες», δηλαδή επίδειξη και πώληση των χυτρών στο διαμέρισμά του. Η ιστορία με τις χύτρες εξελίσσεται σε σπαρταριστή κωμωδία, ή μάλλον γλυκόπικρη, γιατί το κλειδί το είχε κι ένας φίλος που κρυβόταν για πολιτικούς λόγους, ο οποίος το έδωσε σε άλλον και σε άλλον με αποτέλεσμα να υπάρχουν τόσα πολλά κλειδιά που δεν ξέρω τι πρόκειται να συναντήσω κάθε φορά στο σπίτι. Το σπίτι μετατράπηκε σε σημείο αντίστασης όπου μαζεύονταν φοιτητές, αργόσχολοι, πολιτικοί, ποιητές και κάθε λογής καρύδι… Έτσι λοιπόν, στο απίθανο πάρτι, εκτός των άλλων, παρευρίσκονται η χυμώδης Ρακέλ ανάμεσα σε έξι ξανθούς άντρες, ο Αντόνιο, η λευκοφορεμένη Εγλέ που μπερδεύεται με την οπτασία της Ειρήνης του Πραξιτέλη, και αποκορύφωμα, ο Χούλιο Σέσαρ. Η παράταιρη παρουσία του Χούλιο Σέσαρ στο πάρτι και οι χωρίς αιδώ αφηγήσεις του σχετικά με τις απατεωνιές που έκανε με τον ήρωα-αφηγητή, ήταν αποκαλυπτική για τον διανοούμενο Αντόνιο (κάποια στιγμή ο Αντόνιο έδειξε να χάνει την αντιληπτική του ισορροπία)! Δεν έχουν σημασία εδώ οι λεπτομέρειες, αλλά «από μια ανεξήγητη αλλαγή της διανυσματικής φοράς των γεγονότων» η τροπή του πάρτι είχε ένα γκροτέσκο, κινηματογραφικό φινάλε.
     Έκτορας Αλφόνσο, Βεράνα     
     Ένας ακόμα αναβαθμός στην ωρίμανση και στη λύτρωση από τη δυαδικότητα και την εμμονή στη ζωή του Πραξιτέλη, ήταν η σχέση με τον Έκτορα Αλφόνσο και τη Βεράνα (μια γυναίκα που μένει αποκλειστικά σ’ έναν και μοναδικό πόλο/η ίδια έχει αρνηθεί εξαρχής να αναλύει τις επιθυμίες της: το ένστικτό της την οδηγεί να αποκτά αυτό που θέλει χωρίς να θέτει πολλά πολλά ερωτήματα, με δυο λόγια, να είναι ευτυχισμένη). Η Βεράνα ήταν παντρεμένη και «προσκολλημένη» στον άντρα της, παρόλ’ αυτά δινόταν και σε άλλους άντρες μ’ ένα «ειλικρινές» πάθος, ένας απ’ τους οποίους ήταν ο όμορφος έφηβος, ξάδερφος Έκτορ Αλόνσο. Στο παράνομο ζευγάρι προστέθηκε αβίαστα και ο ήρωάς μας, μέσα σ’ ένα κλίμα αυθόρμητου ενθουσιασμού. Η σχέση των τριών δεν είναι αποκλειστικά σωματική-σεξουαλική, άλλωστε η Βεράνα είναι αυτή που έκανε τον ήρωα να συνειδητοποιήσει ότι «ήταν λανθασμένη η μέθοδος της ενδοσκόπησής του στην ίδια της τη βάση, ότι αναζητούσε δηλαδή μονίμως κάποιες σταθερές στη ζωή του». Από μια άποψη τη θαυμάζει κιόλας, είναι αυθεντική και τολμηρή… Η συνάντησή τους γίνεται μέσα σε μια ατμόσφαιρα χαράς και θυμηδίας, ενώ οι στιγμές όπου τα τρία σώματα γίνονται ένα, αγγίζουν την απόλυτη ευτυχία (απίθανες, ποιητικές περιγραφές). Χαμόγελα, «αδιάλειπτη χαρά», αθώο πάθος, εγρήγορση, «χροιά ευτυχίας». Το κυριότερο όμως, αυτό που χαρίζει την ευφορία της αρμονίας: οι τρεις μας δίναμε ζωή σ’ ένα νέο ον, σε μια άλλη συνείδηση, η οποία κατοικοέδρευε στα ακροδάχτυλά μας, στο δέρμα μας, παράλογη και διττή, πέρα από τις λέξεις.
     Πατέρας
 Απάλλαξέ με, σιωπή, από το πρόσωπο εκείνο που με δυναστεύει
Rafael Cadenas
     Δεν είναι γραμμική η αφήγηση του Μπάλσα, δεν είναι αμέσως κατανοητά τα γεγονότα. Νιώθεις όμως ότι είναι τρομερά. Ο φόβος έχει φωλιάσει μέσα του απ’ όταν ήταν μικρό παιδί, που πήρε το όπλο του πατέρα και το έκρυψε. Κι όταν τον άκουσε να περιγράφει σαν σε όραμα να καίει το σπίτι, κατάλαβε ότι «ο πατέρας του υπέκυπτε σ’ έναν παράδεισο δικής του κατασκευής: τον αλκοολισμό». Αυτός ο τρομερός άντρας, ο μέθυσος, με «τις αβυθομέτρητες γωνιές της ψυχής του».
     Όπως συνειδητοποιεί κι ο ίδιος ο ήρωας, είναι πολύ συγκεχυμένοι οι βαθύτεροι λόγοι που τον ώθησαν να επιστρέψει στο Σαν Ραφαέλ (χωρίς να το ξέρω επέστρεψα στο Σαν Ραφαέλ για να πραγματωθώ). Κι όλα εξανεμίζονται, ο Πραξιτέλης, το γράμμα στην Αγλαΐα, η ίδια η Αγλαΐα. Γιατί όταν πια ωριμάζουν τα γεγονότα, αντιλαμβάνεται ότι «ήταν εκείνη η εικόνα του πατέρα του καθώς τρέχει γυμνός στο ποτάμι». Μια εικόνα που επαναλαμβάνεται μετά από είκοσι χρόνια όχι σαν φάρσα αλλά σαν τραγωδία, γιατί τώρα ο πατέρας είναι «γέρος, μοναχικός και τρομακτικός», ένας πατέρας που αυτή τη φορά σκόρπισε τον όλεθρο και τον θάνατο (εκείνο το πρόσωπο είχε μιαν ανεπανάληπτη έκφραση, σου πρότεινε ένα τρόπο να αισθανθείς τι σημαίνει θάνατος μέσω ενός μακρινού χαμόγελου).
     Εφτακόσιοι φοίνικες…
     Στο παλιό κοιμητήριο του Σαν Ραφαέλ, το μονοπάτι περιστοιχίζεται από βασιλικούς φοίνικες. Κάποιοι είναι κατά πολύ νεότεροι, γιατί τους φύτεψε ο ήρωας με τους συμμαθητές του, όταν πήγαινε ακόμα σχολείο (ένας φόρος τιμής των μικρών παιδιών προς τον θάνατο). Μια μυστήρια ατμόσφαιρα «ιλίγγου» τους ενώνει και τους μεταμορφώνει καθώς περιδιαβαίνουν το τρομακτικό σκηνικό. Ίσως απ’ αυτό το εξαιρετικό απόσπασμα είναι εμπνευσμένος ο τίτλος, ή κι απ' τον στίχο του Νέστορ Φράνσια…
…η αγάπη είναι εφτακόσιοι φοίνικες φυτεμένοι στο ίδιο σημείο…
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] Άνθρωποι του στρατού που επιδίδονταν σε απαγωγές, βασανιστήρια και δολοφονίες των ανταρτών κατά τη δικτατορία του Χιμένεθ