«Γκάρνα» είναι το πρώτο μυθιστόρημα του αγαπημένου φίλου και συγγραφέα Κοροσιάδη, μετά τα πρώτα δείγματα λογοτεχνικής γραφής, τις συλλογές διηγημάτων του «Το σύνθημα» και «Ήμερες ημέρες», (να σημειώσουμε ότι ο συγγραφέας έχει γράψει και το «Ίχνη λαϊκιστικού και αντιλαϊκιστικού λόγου στην Αρχαία Αθήνα» επιστημονικό έργο στον τομέα της πολιτικής επιστήμης).Γύρισε μόνο το κεφαλάκι της και με το ράμφος της τράβηξε και έβγαλε ένα πούπουλο απ’ τα φτερά της. Κι όπως το πατούσε και το έσερνε, αυτό μαδούσε και χάλαγε. Έβγαζε τότε άλλο πούπουλο απ’ τα φτερά της. Και ξανά πάλι.
Πρόκειται για ένα πολυδιάστατο και χορταστικό μυθιστόρημα που μας μεταφέρει σε γνώριμο χωριό του νομού Δράμας (δεν κατονομάζεται αλλά πρόκειται για τη γενέτειρα του συγγραφέα, τα Κύργια), και μας προσγειώνει από τη σφαίρα του φαντασιακού και του υποκειμενικού (όπου μας ταξίδευαν τα διηγήματα και κυρίως η δεύτερη συλλογή) στο γήινο, στο πραγματικό, το ρεαλιστικό· και από τη σφαίρα του ατομικού, που εκδηλώνεται στα διηγήματα κατά κανόνα μ’ έναν μοναχικό ήρωα/ηρωίδα (που βέβαια δεν ζει στη γυάλα αλλά αναζητεί την ταυτότητά του σε διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες) στον κόσμο του κοινοτικού, του συλλογικού. Πιο συγκεκριμένα, στον κόσμο του χωριού, το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.
Κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο
Έτσι λοιπόν, το μυθιστόρημα βασικά «πατάει» στην Ιστορία, με γιώτα κεφαλαίο, χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπάρχει μυθοπλασία. Όμως, τα ήθη, οι συνθήκες, το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο ακόμα και κάποια περιστατικά είναι βασισμένα στην ιστορική πραγματικότητα και είναι αναγνωρίσιμα σε όποιον έζησε στην περιοχή. Ξεκινώντας από τη δεκαετία του ‘60, και φτάνοντας μέχρι περίπου το 1985, ο συγγραφέας μέσα από μεγάλα και μικρά επεισόδια, κυρίως βέβαια μέσα από τους ήρωές του και την ψυχοσύνθεσή τους, μας επιτρέπει να ζήσουμε -ξανά για κάποιους- την ατμόσφαιρα που υπήρχε αυτήν την περίοδο σ’ αυτήν τη γωνιά της ελληνικής επαρχίας (και όχι μόνο), με τα ιδιαίτερα προβλήματα, τα πάθη, τις έγνοιες τις δυσκολίες, τις διχόνοιες αλλά και το μεγαλείο της: φτώχεια που διώχνει τους νέους για μετανάστες στη Γερμανία· παιδιά που μεγαλώνουν με γιαγιάδες και θείους· καλλιέργεια καπνών (ιδιαίτερα ευνοϊκές οι συνθήκες στη Βόρεια Ελλάδα) με όλες τις δυσκολίες παραγωγής (επίπονη εργασία, υψηλό κόστος, κίνδυνος μη απορρόφησης της παραγωγής)· λύκοι που κατεβαίνουν απ’ τα βουνά και απειλούν τους ανθρώπους μέσα στα χωριά· απίστευτες ιστορίες για λίρες κρυμμένες απ’ τον πόλεμο που οι απόγονοι -Τούρκοι και Έλληνες- τις ψάχνουν και οδηγούνται μέχρι και σε φονικά· κατάρες και μάγια από τις γριές του χωριού και τέλος, κίνδυνοι που παραμονεύουν τα μικρά παιδιά που τρέχουν και παίζουν ελεύθερα κι ανεξέλεγκτα στα δρομάκια, στα χωράφια, στα ποτάμια, στα δάση.
Αλλά και οι καθαρά πολιτικές συγκυρίες είχαν τις ιδιαιτερότητές τους συγκριτικά πάντα με την υπόλοιπη Ελλάδα: η πρόσφατη σχετικά συνύπαρξη με τους Τούρκους (απελευθέρωση Ανατολικής Μακεδονίας 1913, ανταλλαγή πληθυσμών 1922, πολλοί πρόσφυγες πρώτης και δεύτερης γενιάς) έχει αφήσει τα σημάδια της, πρώτα πρώτα στην ντοπιολαλιά που είναι αναμεμειγμένη με πολλά τούρκικα (και ποντιακά) στοιχεία, καθότι οι περισσότεροι παππούδες κι οι γιαγιάδες καταλάβαιναν και μιλούσαν ακόμα τούρκικα, ή ήρθαν από Μικρασία-Πόντο· επίσης, οι Βουλγαρικές κατοχές, με πιο πρόσφατη την τρίτη 1941-1944,[1] που έχει σημαδέψει τη γενιά του πολέμου κι έχει ξεχωρίσει κάποιους ως «βουλγαρογραμμένους», διχάζοντας τους χωριανούς και κληροδοτώντας τα τραύματα στους μεταγενέστερους· στη ίδια περίοδο βουλγαρικής κατοχής μάλιστα, κάποιοι στρατεύσιμοι οδηγήθηκαν ως «ντουρντουβάκια»[2] σε καταναγκαστικά τάγματα εργασίας στη Βουλγαρία, κουβαλώντας άλλου τύπου τραυματικές αναμνήσεις.
Και φυσικά συναντάμε και τις γνωστές παθογένειες που αφορούν όλη την τότε Ελλάδα μετά τον πόλεμο και τη λαίλαπα του εμφυλίου, όπως πολιτικές διχόνοιες, πάθη, μνησικακίες και μίση μεταξύ δεξιών και αριστερών, χουντικών και «Κομμουνιστοσυμμοριτών». Βλέπουμε τον ρόλο του αγροφύλακα, του χαφιέ, του χωροφύλακα, του παπά, που σ’ αυτές τις μικρές κοινωνίες είναι κυριαρχικός, και την αδίστακτη δράση των ΤΕΑ (Τάγματα Εθνικής Ασφαλείας) που εκφόβιζαν και τρομοκρατούσαν τον κόσμο. Τέλος, τη μιζέρια, τη φτώχεια και την απατεωνιά αγκαλιά με στιγμές μεγαλοσύνης και αλληλοβοήθειας, με κορυφαία την τρυφερή καρδιά της γιαγιάς Μαριώρας.
Πνεύμα και ύφος
Από τις πρώτες σελίδες ξεχωρίζει ο κεντρικός ήρωας, ο εξάχρονος Δημητράκης, γύρω από τον οποίο περιστρέφεται όλη η αφήγηση. Γεννημένος το 1958, με γονείς μετανάστες στη Γερμανία, μεγαλώνει με την ακαταμάχητη γιαγιά Μαριώρα, και φτάνουμε να τον παρακολουθούμε μέχρι την ηλικία των 28 χρόνων. Θα μπορούσαμε λοιπόν από μια άποψη να ισχυριστούμε ότι έχουμε μια ιστορία «ενηλικίωσης». Όμως και πάλι, ο έντεχνος κι αβίαστος εγκιβωτισμός πολλών παράλληλων ιστοριών ανθρώπων του χωριού -και όχι μόνο- όπως του καπετάνιου, της Μαρίας, του παπα-Μιχάλη, των Τούρκων που ήρθαν για να βρουν τις λίρες του παππού τους κ.α., σπάει τη χρονική γραμμικότητα της βασικής αφήγησης και μετατοπίζει το κέντρο βάρους, δηλαδή τον κύριο άξονα, στην ιστορία του χωριού, ή μάλλον στην Ιστορία με γιώτα κεφαλαίο. Ούτε απ’ την άλλη ο συγγραφέας κάνει «ηθογραφία», αν και έμμεσα και κατ’ ανάγκην αναφέρονται πολλά στοιχεία από τις συνήθειες, τους τρόπους, τα ήθη του χωριού, όπως π.χ. το βελόνιασμα των καπνών, οι γκιουμέδες, τα σεμεδάκια, τα Μπαμπούγερα (ένας αχταρμάς από ζώα και ανθρώπους αγκαλιάζονταν, σπρώχνονταν, γελούσαν. Κι όλους μαζί τους σκέπαζε ο ήχος των κουδουνιών, της γκάιντας και του νταχαρέ. Χαρούμενος και τρομακτικός, ρυθμικός και ασύντακτος σκαρφάλωνε χωρίς να κουράζεται μέχρι τα βουνά), πάντα όμως εξυπηρετώντας τη δράση. Είναι φανερό λοιπόν ότι η βαθύτερη πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι η «λαογραφική» καταγραφή.
Κι αυτό γιατί τα κεφάλαια που απαρτίζουν το βιβλίο έχουν μια σχετική αυτονομία και φέρνουν στην επιφάνεια περιστατικά της ζωής στο χωριό και της ζωής του Δημητράκη που όμως είναι έκτακτα, «εξαιρετικά», με την έννοια της εξαίρεσης, πολλά μάλιστα απ’ αυτά έχουν ιδιαίτερη σκληρότητα ενώ η εξέλιξη δημιουργεί στον αναγνώστη συναισθήματα αγωνίας, έκπληξης, βαθιάς θλίψης, ακόμα και οργής (απίστευτες πολλές από τις ιστορίες όχι όμως απίθανες να συμβούν, και χωρίς να προσβάλλεται ποτέ το αίσθημα της αληθοφάνειας)! Πρόκειται για «επεισόδια» σαν χάντρες στο ίδιο κομπολόι που με τους ίδιους πάνω κάτω πρωταγωνιστές συνθέτουν μια μεγαλύτερη αφήγηση, κάθε επεισόδιο όμως κρύβει μια μικρή τραγωδία, όπου συναντά κανείς ακόμα και τα αριστοτελικά στοιχεία του είδους, πέρα απ’ τον «έλεο και φόβο» που είπαμε πριν, τις έννοιες της δέσης-λύσης (στοιχείο που το είδαμε και στα διηγήματα)[3], αλλά και της «περιπέτειας», με την αρχαία σημασία της «μεταβολής της τύχης». Και η «λύση», ή αλλιώς η κάθαρση, πολλές φορές εμπεριέχει τον θάνατο, που περιγράφεται (αντίθετα με την αρχαία τραγωδία) με ρεαλιστικό, σκληρό και αμείλικτο τρόπο.
Αυτή η σκληρότητα αντισταθμίζεται βέβαια με τις εκτεταμένες διαλογικές σκηνές, χαρακτηριστικές για την παραστατικότητα, τη ζωντάνια αλλά και το πικρό χιούμορ μέσα απ’ το οποίο αναδεικνύονται οι χαρακτήρες με τα ανθρώπινα πάθη τους. Οι απολαυστικοί αυτοί διάλογοι αποδίδουν μια έντονη θεατρικότητα και ανακουφίζουν τον αναγνώστη από τη ζοφερότητα των σκοτεινών επεισοδίων, διασκεδάζοντας/διασκορπίζοντας την τραγικότητα και συνυφαίνοντας το αποτρόπαιο με το κωμικοτραγικό, και γιατί όχι, με το κωμικό. Πολλές σκηνές μάλιστα φτάνουν στο γκροτέσκο, όπως η σκηνή της ταφής του καπετάνιου που γίνεται κάτω από κατακλυσμιαία βροχή, με κίνδυνο το φέρετρο να γίνει βάρκα (δεν είχαν ξαναδεί φέρετρο να αρνείται τον ενταφιασμό του).
Υπάρχει όμως κι ένα ακόμα χαρακτηριστικό της γραφής του Κοροσιάδη που αντισταθμίζει την οδύνη, τη δυσφορία ή την αγωνία που πολλές φορές μεταφέρεται στον αναγνώστη μόνο και μόνο από τα εξωτερικά γεγονότα, τα λόγια ή τις πράξεις των ηρώων/ίδων. Αυτό που θα ονομάσω «παρεκβάσεις» ή «εμβόλιμες σκέψεις», όπου σα να σταματά ο κινηματογραφικός χρόνος (και πράγματι, η παραστατικότητα και στους διαλόγους και στην εξωτερική περιγραφή έχει μια κινηματογραφική υφή), και ο παντογνώστης αφηγητής/συγγραφέας παραθέτει σκέψεις και συναισθήματα, πιο καθολικά και πιο φιλοσοφικά, σαν ένας θυμόσοφος παρατηρητής. Στο κεφάλαιο π.χ. «Τα σεμεδάκια», μετά από έναν χαρακτηριστικό διάλογο με τις γυναίκες του χωριού που μαζεύονταν όλες μαζί κι έπλεκαν, κι αφού η γιαγιά άνοιξε το σεντούκι για να δείξει τα έργα της στον Δημητράκη, παρεμβαίνει ο αόρατος αφηγητής:
«Ήταν η κρυφή γλώσσα των γυναικών. Οι πόθοι τους σε μια ζωή βουβή και υποταγμένη. Ο κρυπτογραφημένος κόσμος τους (…) Βιβλία ήταν τα πλεκτά τους. Ποιήματα διπλωμένα και σιδερωμένα. Γραμμένα σε καλλιγραφική γραφή. Πνιγμένα σε σεντούκια σκοτεινά. Ήταν τα «σ’ αγαπώ» που δεν ακούσανε ποτέ. Οι «καλημέρες» που δηλητηριάστηκαν πριν γεννηθούν. Οι «καληνύχτες» που μάταια περίμεναν. Όλη η σιωπή που δίδασκαν στις κόρες τους με νεύματα. Αυτή ήταν η αληθινή τους προίκα».
Ήρωες και πλοκή
Ως προς την πλοκή, λοιπόν, έχουμε ένα γαϊτανάκι από μικρές, σχετικά αυτοτελείς ιστορίες με πολλές ανατροπές, ένα μωσαϊκό που σχηματίζει την ποικιλότητα της ζωής σ’ αυτήν τη γωνιά της γης. Ενδεικτικοί οι τίτλοι π.χ. «Ο φούρνος», «Το ποδήλατο», «Τα ζάρια», «Γέφυρα», «Το βελόνιασμα», «Η ανάκριση» κ.α., κατά την αγαπημένη συνήθεια του Κοροσιάδη να τιτλοφορεί λιτά και υπαινικτικά τις επί μέρους ιστορίες, μ’ ένα βασικό ουσιαστικό, όπως είδαμε και στα διηγήματα. Η απίστευτη ιστορία του ηρωικού καπετάνιου που την αφηγείται στο καφενείο, όταν διέσωσε τη ζωή ενός ναύτη στα καράβια που με δεξιοτεχνικό τρόπο συνυφαίνεται με τη συγκλονιστική ιστορία του επικηρυγμένου λύκου που βρέθηκε μπροστά στον εξάχρονο Δημητράκη, τότε που σε μια νύχτα από ΒΒημήτρης έγινε Δημήτρης, κι από ζαβαλής έγινε «ασλάν»[4]…, όταν δηλαδή έσωσε ο Δημητράκης με τη σειρά του τη ζωή του καπετάνιου. Και, παρόλο που σώθηκε, έφυγε λίγες μέρες αργότερα για το μεγάλο ταξίδι από στραβοτιμονιά της τύχης κι από κακό του κεφαλιού του (αγνώριστος ο καπετάνιος. Πρησμένος και παραμορφωμένος. Άλλο το χρώμα του. Βουβή η φωνή του. Άλλος ήτανε. Όχι αυτός που ήξερε ο ασλάν Δημητράκης). Έχουμε τον απόηχο από την ιστορία όπου ο βουργαρογραμμένος πατέρας του αγροφύλακα σκότωσε (το 1943) τον αρχηγό των ανταρτών Δημητριάδη μέσα στην πλατεία με βάρβαρο τρόπο (λιθοβολισμό και χτυπήματα με τον υποκόπανο) κατ’ εντολήν του τρομερού Βούλγαρου Βόρι (υπαρκτό πρόσωπο), ενώ μαθαίνουμε αργότερα απ’ τον αγροφύλακα (τον πιστεύουμε;) ότι διαφορετικά ήταν τα κίνητρα του δολοφόνου (ο ασλάν Δημητράκης ήξερε πως ο πλούτος βασίζεται στο αίμα και στον φόνο. Ότι ο έρωτας κι η ευτυχία θα μπορούσαν κι αυτά να αναζητηθούν εκεί, αυτό δεν το φανταζόταν). Βλέπουμε τον κόσμο της Μαρίας της καλύτερης μαθήτριας του σχολείου και παραστάτριας, να σκοτεινιάζει μετά τις άνομες χειρονομίες του δασκάλου, ένα χειμωνιάτικο πρωινό (ξέχασε τα παιχνίδια και τα γέλια η Μαρία. Ξέχασε τις κρυψώνες, το κυνηγητό αι το τζαμί. Η Μαρία δεν ήταν πια αυτή που ήξερε ο ασλάν Δημητράκης).
Αυτά είναι ενδεικτικά κάποια βασικά επεισόδια που δεν έχουν άμεση σχέση με τον Δημητράκη, τον κεντρικό ήρωα του βιβλίου (εκτός απ’ τη σκηνή με τον λύκο). Γιατί υπάρχουν μεν πολλές παράλληλες ιστορίες, αλλά ο φακός του συγγραφέα ακολουθεί κατά τον κύριο λόγο τον ήρωά μας. Ο Δημητράκης είναι ένα μοναχικό, έξυπνο κι ευαίσθητο παιδί, που καθώς μεγαλώνει αποκτά όλο και περισσότερο θάρρος και παρρησία. Πέρα απ’ τη μεταμόρφωσή του σε Δημητράκη (από ΒΒημήτρη σε ασλάν Δημήτρη) -που σηματοδοτεί το πέρασμα απ’ τη νηπιακή ηλικία στην παιδική καθώς και την αποδοχή/σεβασμό από μικρούς και μεγάλους στο χωριό-, υπάρχουν και άλλα καθοριστικά περιστατικά που διαμορφώνουν την προσωπικότητά του, την επηρεάζουν, την εξελίσσουν. Κομβικό είναι π.χ. και το επεισόδιο με τον ειρωνικό ή μάλλον δίσημο τίτλο «Η βάπτιση», μία απ’ τις μικρές τραγωδίες που προανέφερα, που καταλήγει στον θάνατο δυο παιδιών. Έτσι, εκτός απ’ την αναμέτρηση με τον λύκο και τον καπετάνιο, στα δεκατέσσερα ο Δημητράκης περνάει μια ακόμα μεγάλη δοκιμασία καθώς πνίγονται δυο συμμαθητές του/βασανιστές πουλιών, τα ονομαζόμενα «δίδυμα» μπροστά στα μάτια του, κι ενώ προσπαθεί -απρόθυμα είναι η αλήθεια- να τους σώσει! Ο Δημητράκης που αγαπά ιδιαίτερα τα πουλιά, είναι ήδη αναστατωμένος βλέποντας ότι η αλαναρία του χωριού με προεξάρχοντες τα δύο αδέρφια, πιάνει τα πουλάκια για να τα βασανίσουν και να τα σκοτώσουν (και πρέπει να σκοτώνουμε πουλάκια; Αυτά είναι γιαβράκια ρε. Έπιασες καμιά φορά κανένα να δεις πόσο γρήγορα χτυπάει η καρδιά του απ’ το φόβο;). Η στάση λοιπόν του Δημητράκη είναι αμφίθυμη, καθώς κι οι παριστάμενοι αλλά κι εμείς αναρωτιόμαστε αν σκόπιμα τους άφησε να πνιγούν στη γκιόλα όπου γλιστρήσανε ή όντως ζαλίστηκε (τι κάνεις, ρε, γιατί μ’ αφήνεις), κι όταν πια μαθεύτηκε η συμφορά, με κλωτσιές και γροθιές καταφέρνει να «ξεσφραγίσει» την τρομερή κατάρα της πολύπαθης θείας Ζαφείρας, της γιαγιάς των άτυχων παιδιών, που τον θεώρησε υπεύθυνο (σκόρπισαν όλα στον αέρα. Μαντζούνια, φτερά, κόκκαλα, πόδια. Μαζί το αίμα κι οι κατάρες. Άλλα έπεσαν στην αυλή κι άλλα πήγαν στον ουρανό).
Μετά από το συγκλονιστικό αυτό επεισόδιο ο Δημητράκης έπεσε σε βαθύ λήθαργο για σαράντα μέρες (κλείσανε τα μάτια του. Και ξανανοίξανε ύστερα από σαράντα μέρες). Η αρρώστια του αυτή έφερε εκτάκτως τους γονείς του πίσω από τη Γερμανία μετά από τέσσερα χρόνια (είναι η μοναδική σκηνή όπου τους βλέπουμε στο μυθιστόρημα, κι η μοναδική αναφορά που γίνεται στον πατέρα), που με ασυνήθη σκληρότητα ξαναφεύγουν προτού ανανήψει ο Δημητράκης (- Και άμα δε γίνει καλά το παιδί, πάλι θα φύγετε; -Θα γίνει. Όλα τα’ χει. Τίποτα δεν τον λείπει. Μάνα είμαι και ξέρω. Αλλά δεν έχουμε και το δικό του το χαβά. Πρέπει να δουλέψουμε). Κι είναι η πρώτη φορά που ο συγγραφέας υποδηλώνει τον καημό που τρώει τον ήρωά μας, τη στέρηση της μάνας, της μητρικής αγκαλιάς. Αυτήν την «πρώτη προδοσία», όπως θα την ονομάσει αργότερα, όταν συνειδητοποιήσει τον αντίκτυπο αυτής της στέρησης. Όμως τώρα δεν υπάρχουν λόγια ακόμα, μιλάει το σώμα, και το σώμα δε λέει να ξυπνήσει. Το μόνο που λέει στη γιαγιά του (δεν θα ανοίξεις τα ματάκια σου να δεις τη μάνα σου, αγόρι μου;) είναι ότι μυρωδιά της μάνας του, είναι «μπαγιάτικη», και η αγκαλιά της επίσης. Μόλις έφυγε το ταξί με τους γονείς του, τότε μόνον άνοιξε τα μάτια του!
Θέλω να δω τις πληγές που έχεις στο στήθος σου,
Θέλω να μου δείξεις τα σημάδια που έχεις στην καρδιά σου.
Έτσι πέρασαν για τον Ασλάν Δημητράκη τα λεπτά,
οι ώρες και τα χρόνια το βράδυ εκείνο της μεγάλης επιστροφής.
Ανήμπορα στάθηκαν τα φιλιά του να θεραπεύσουν τα τραύματά της.
Ανήμπορη και η θεία μετάληψη να θεραπεύσει τα δικά του.
Το επεισόδιο λοιπόν στη γκιόλα σηματοδοτεί μια νέα μετάβαση στη ζωή του Δημητράκη. Και τον βλέπουμε στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη να φοιτά σε τεχνική σχολή για ηλεκτρολόγους, ενώ παράλληλα σερβίρει καφέδες για να τα βγάλει πέρα. Εκεί έχει επαφή με ανθρώπους της πόλης, εργαζόμενους κι αφεντικά, ακούει πρώτη φορά για συνδικαλισμό, εργατικά δικαιώματα, θεωρίες περί κομμουνισμού και παραπετάσματος, τον βλέπουμε αργότερα να υπερασπίζεται τα συμφέροντα των εργατών (υπάρχει χειρότερη συνήθεια απ’ τη δουλειά;). Κυρίως όμως αυτήν την περίοδο γνωρίζει τη Μαρία (αυτήν την «ιέρεια της λύπης»), που θα του αλλάξει τη ζωή (σιωπές που συναντήθηκαν μέσα στο δάσος). Πρόκειται για μια «συνάντηση» όχι μόνο ερωτική αλλά και πνευματική, που αποδίδεται με πολύ μοναδικό και ιδιάζοντα ποιητικό τρόπο, όπως όλες οι γνήσιες συναντήσεις ανήσυχων ψυχών. Η Μαρία είναι μια κοπέλα που κρύβει κι αυτή μια τραγική ιστορία, μεγαλύτερή του μεν, αλλά που έχει όνειρο να πάει στην… Κούβα, στη Νικαράγουα, στη Λατινική Αμερική (Να πολεμήσω με τους αντάρτες. Να κάνω ό, τι έκανε ο Τσε). Η γνωριμία μ’ αυτήν την ιδιαίτερη προσωπικότητα είναι ένα νέο άνοιγμα, θα λέγαμε μια ακόμα επισταθμία στην εσωτερική πορεία του ήρωά μας, και οι σχετικές σελίδες που χαρίζει ο συγγραφέας στους αναγνώστες είναι απολαυστικές, γεμάτες χιούμορ, φαντασία, λυρισμό, ρομαντισμό αλλά και πίκρα· γιατί η Μαρία δεν είναι διατεθειμένη να κάνει πίσω στα όνειρά της…
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για μια πρωτοπόρα γυναίκα, που φτάνει στο σημείο να… φορέσει το πετραχήλι και να εξομολογήσει τον δύστυχο παπα-Μιχάλη που τους έκρυψε από τα «μπασκίνια» που τους κυνηγούσαν, και λέω δύστυχο γιατί αφηγείται κι αυτός μια σπαραχτική τραγική ιστορία που τον ταλανίζει μέχρι την οριστική κατάληξη. Τότε η φτώχεια της μάνας
Τώρα οι ελπίδες της Μαρίας
Ωστόσο η απόφαση της Μαρίας να φύγει είναι αμετάκλητη, κι έτσι με ένα θριαμβευτικό κρεσέντο, ένα - ταξίδι στη Θάσο με σκηνή, μαγικό και απόκοσμο («μετακομίσαμε στο όνειρο») ουσιαστικά οι δυο ερωτευμένοι σφράγισαν μια αγάπη ξεχωριστή, δυνατή αλλά εφήμερη... Ενωμένοι με τη φύση, απολαμβάνοντας τη θάλασσα, τη γύμνια, τα χρώματα, το σκοτάδι, το σώμα τους, τον έρωτα· εκεί ο Δημητράκης χρίστηκε ποιητής… Εκεί η Μαρία του χάρισε το τετράδιο για να γράψει τα πρώτα του ποιήματα, την πρώτη συλλογή «Το ακρωτήρι των γλάρων» (είσαι πλούσιος και δεν το ξέρεις). Εκεί έζησε το όνειρο, την τέχνη, τον πλούτο της ψυχής παρόλο που υπήρχε το φάσμα της επικείμενης φυγής (η Μαρία έκρυβε τη λύπη της. Όμως χρόνια γι’ αυτό το ταξίδι ετοιμαζότανε. Γι’ αυτή τη δεύτερη ζωή. Η αγάπη από τη μια, η ελπίδα από την άλλη). Και, σύμφωνα με την αγαπημένη συνήθεια του συγγραφέα να συνυφαίνει το τραγικό με το κωμικό, το λυρικό με το ρεαλιστικό, όλη η ένταση των αποχαιρετιστήριων στιγμών διασκορπίστηκε με το επεισόδιο των απατεώνων τσομπάνων, που καραδοκούσαν με μπανιστήρι για να ορμήσουν και να επωφεληθούν παντοιοτρόπως! Ένα επεισόδιο που θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο, ωστόσο η κατάληξη ανακουφίζει τον αναγνώστη. Και η Μαρία έφυγε.
Μονή σκέψη, μονή ανάσα, μονό τσιγάρο, μονό αύριο. Όλα μονά.
Οι άνθρωποι, έχουν κι αυτοί κάτι που τους τραβάει πάντα στον βυθό.
Έχουν και κάτι που τους σπρώχνει προς τα πάνω.
Και βλέπουμε πια τον Δημητράκη ξανά στο χωριό, αφού απολύθηκε από φαντάρος, πιο ώριμο πολιτικά, πιο ετοιμόλογο και πιο αποφασιστικό. Ίσως και λίγο πιο πικρόχολο, πιο ανυποχώρητο, πιο ασυμβίβαστο (απολαυστικός κι ο διάλογος με τον παπά, που προσπαθεί να τον πείσει ότι τα μεγάφωνα δεν ενδείκνυνται στην εκκλησία γιατί «οι γριές δεν μπορούν ν’ ακούνε την εκκλησία και να κάνουνε και δουλειές στο σπίτι τους», ό δε μέγιστον «να κατεβάζουν τα βρακιά τους και να κατουράνε»). Ωστόσο ενδίδει στις πιέσεις του αγροφύλακα (θυμίζω ότι ο αγροφύλακας είναι χουντικός, γιος βουλγαρογραμμένου) και δύο Τούρκων αδερφών, του Αχμέτ και του Αλπαρσλάν, που επέστρεψαν στην Ελλάδα για να βρουν τις λίρες του παππού τους, να βοηθήσει κι αυτός στην αναζήτηση. Πρόκειται για ένα επεισόδιο πάλι καθοριστικό γιατί σημαδεύει την ψυχή του Δημητράκη και του αλλάζει τη ζωή, μια νέα περιπέτεια με τις φαιδρές και τις τραγικές της όψεις, που επεκτείνεται σε πέντε κεφάλαια (με πολλές εγκιβωτισμένες μικροϊστορίες) κι αποκαλύπτει νέες πτυχές του χαρακτήρα, όχι μόνο του Δημητράκη αλλά και των τριών συνεργών. Αυτό που εντυπωσιάζει είναι οι διαφορετικές προσωπικότητες των δύο αδερφών, αλλά και οι λαϊκές κουβέντες που ανταλλάσσουν εκφράζοντας άλλος τον εθνικισμό του (όλα απ’ τους Έλληνες ξεκίνησαν/οι λίρες είναι στη δικιά μας τη γη/για να είσαι αληθινός ήρωας, πρέπει να έχεις ελληνικό αίμα), άλλος την αγάπη για την πατρίδα (ήταν και δικά μας πριν λίγα χρόνια ρε ασλάν/εδώ μιλάμε για την περιουσία της οικογένειάς μας) κι άλλος πιο προοδευτικές απόψεις (πριν τους Έλληνες ήταν άλλοι εδώ. Και πριν από κείνους άλλοι. Και στα διπλανά μέρη ζούσαν άλλοι άνθρωποι. Όλοι κάτι δίνουν κάτι παίρνουν. Έτσι προχωράει ο κόσμος). Ο αναγνώστης ζει στιγμές αγωνίας μαζί με τους ήρωες, διασκεδάζει με τους αδιέξοδους διαλόγους που αποκαλύπτουν τις διαφορετικές προθέσεις του καθένα, την αυθόρμητη ανθρωπιά ίσως, αλλά παρατηρεί και τις καχυποψίες που γεννιούνται ανάμεσά τους, τους τσακωμούς, τις συμμαχίες, τα ρίσκα, και κυρίως την πλεονεξία που κάνει τον άνθρωπο να φτάνει στα άκρα, στο όριο του θανάτου ή του φόνου. Γιατί και αυτό το επεισόδιο καταλήγει με πολύ τραγικό τέλος. -Δεν ξέρεις πόσο προδομένος ένιωσα που έφυγε. Για δεύτερη φορά.
-Για δεύτερη;
- Η πρώτη ήταν η μάνα μου.
Ένας οδυνηρός διάλογος με τη γιαγιά Μαργιώρα, που ανησυχεί για την αποκατάσταση του εγγονού της και τον γυροφέρνει με σχετικές κουβέντες, είναι και η αφορμή για να αποκαλύψει ο συγγραφέας τα βαθύτερα υπόγεια στρώματα της ψυχής του Δημητράκη, που νιώθει διπλά προδομένος και εγκαταλελειμμένος… κι ίσως αυτό το υπόγειο τραύμα είναι που εξηγεί πολλές πλευρές του χαρακτήρα του, όπως μια κάποια αστάθεια στις αξίες, μια κάποια σκληρότητα, μια κάποια ανηθικότητα… (να σημειώσουμε εδώ ότι ο παντογνώστης συγγραφέας δεν κρίνει και δεν κατακρίνει ούτε μια στιγμή τις επιλογές του ήρωά του, όλα αναδεικνύονται μέσα από τις πράξεις και τα λόγια του). Έχουν περάσει πια τα χρόνια, και η Μαρία έχει εξαφανιστεί, ούτε γύρισε, ούτε έστειλε κάποιο σημείο ζωής. Η γιαγιά είχε συμπαθήσει πολύ τη Μαρία και, παρά την εξαφάνιση, διατηρεί καλοπροαίρετη στάση απέναντί της (εμένα, στην καρδιά μου μέσα μπήκε αυτό το κορίτσι), όμως ο Δημητράκης έχει σκληρύνει και της απαντά λογικά και αποφασισμένα (άσε ρε γιαγιά που θα με πεις ότι με σκέφτεται/φτάνει όσο περίμενα/πέντε χρόνια πέρασαν, όχι δύο. Αν με ήθελε τόσο πολύ ας έμενε. Αλλά γι’ αυτήν μεγαλύτερη αξία είχε να φύγει/μπορούσε να με στείλει ένα γράμμα. Για να μη στείλει, πάει να πει ότι δεν την ενδιαφέρει).
Κι έχει δίκιο. Κι έχει δίκιο όταν λέει επιτέλους ξεκάθαρα ότι κι η μάνα του… κι αυτή έκανε την επιλογή της όπου δεν τον είχε συμπεριλάβει (δεν θέλω να με σκέφτεται. Ούτε κι εγώ τους σκέφτομαι/αντί ν’ α αγαπάει εμένα η μάνα μου, τα ντουβάρια αγαπούσε/εδώ με ξέγραψε η ίδια η μάνα μου και δεν θα με ξέγραφε μια ξένη;)
Αλλά κι η γιαγιά έχει δίκιο, κι η Μαρία. Γιατί το κεφάλαιο «Μαρία» δεν τελειώνει εδώ αλλά επιφυλάσσει μια ακόμα έκπληξη στον Δημητράκη, μια ακόμα τραγωδία που θα του αλλάξει άρδην τη ζωή…
Να μη μπλέξεις μόνο και βγει και τ’ όνομά σου και λένε για σένα στα καφενεία
Η ανάμειξη του Δημητράκη στην πολιτική ζωή είναι και ο τελευταίος σημαντικός κόμβος στη ζωή του, ή μάλλον στο... μυθιστόρημα! Βρισκόμαστε στη δεκαετία του ’80, δηλαδή δεκαετία που έφερε το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Ο Δημητράκης δουλεύει πια σ’ έναν εργολάβο που χτίζει αυθαίρετα («κάνω εγκαταστάσεις στα παραθεριστικά»), βγάζει καλά λεφτά, είναι καταξιωμένος, αν και βέβαια έχει κάνει τους συμβιβασμούς του. Η έντονη προσωπικότητά του κι ο τρόπος που επενέβη και χειρίστηκε μια έντονη σύγκρουση στο χωριό (επίθεση Πασόκων σε δεξιούς που έκαναν προκλητικές κινήσεις στην πλατεία), οι σοσιαλιστικές του ιδέες και ο τρόπος που τις υπερασπίζεται, τον οδηγούν στους κόλπους του ΠΑΣΟΚ, ή μάλλον οδηγούν το ΠΑΣΟΚ στον Δημητράκη, λίγο πριν τις εκλογές του 1985. Η νομαρχιακή επιτροπή του ΠΑΣΟΚ διπλαρώνει τον Δημητράκη για να βάλει υποψηφιότητα για βουλευτής! Κι ο αναγνώστης εδώ απολαμβάνει τον γνήσιο λαϊκίστικο λόγο των τότε οπαδών του ΠΑΣΟΚ με τις πολλές υποσχέσεις υπέρ του λαού, που ελαφρώς πιο ωραιοποιημένα από τη δεξιά, επί της ουσίας όμως μεταχειρίζονται τον ίδιο μηχανισμό προσωπολατρίας και πελατειακών σχέσεων (πρέπει να ενισχύσουμε το αριστερό μας προφίλ/πρέπει να δείξουμε ότι δεν έχουμε χάσει τον ιδεολογικό μας προσανατολισμό και βηματισμό). Τολμούν μάλιστα να του προτείνουν να εκμεταλλευτούν την εικόνα της Μαρίας ως μαχήτριας των Σαντινίστας, για να τονίσουν το αριστερό του προφίλ, και με έκπληξη βλέπουμε ότι παρόλες τις αρχικές αντιστάσεις, ο Δημητράκης ενδίδει στην πρόκληση (δεν έχω το δικαίωμα να αρνηθώ) παρόλο που η αλήθεια για λόγους προβολής διαστρεβλώνεται (ποιος θα το μάθει; Ό, τι πούμε εμείς, θα το πιστέψουν/ τι σημασία έχει η αλήθεια; Δε βλέπεις την τηλεόραση; Όλες οι διαφημίσεις ψέματα λένε αλλά ο κόσμος τις πιστεύει).
Όνειρο και γκάρνα
Όνειρο μέσα στο όνειρο.
Καθρέφτης που βλέπει σε καθρέφτη.
Κατάδυση σε σπήλαια συγκοινωνούντα.
Τέλος, ένας σημαντικός δείκτης που διατρέχει το μυθιστόρημα και κυρίως την ψυχολογία του Δημητράκη είναι το όνειρο. Μέσα απ’ το όνειρο, αυτόν τον προδότη του υποσυνείδητου, αποκαλύπτονται πολλές φορές σαν πινελιές οι πιο απόκρυφες πτυχές της ψυχής του ήρωα. Και η γιαγιά σιγοντάρει, δίνοντας σημασία κι αυτή στη σημειολογία των ονείρων… Πιο εμβληματικό όμως είναι το όνειρο με τη γκάρνα, αυτό το παράξενο μικρό χρωματιστό πουλί που ενώ κελαηδούσε ωραία μαδούσε τα φτερά του ένα ένα μόνο του, κι αντί να πετάει σερνόταν στον δρόμο, το μικρό πουλάκι που το είδε κι ο Αχμέτ αλλά κι ο Δημητράκης στο όνειρό του. Ήδη γνωρίζουμε την ευαισθησία, την αδυναμία που είχε από μικρό παιδί ο Δημητράκης στα πουλιά, που τους έσωζε τη ζωή, τα υπερασπιζόταν απ’ τους βασανιστές τους, κι όλο αυτό έγινε η αφορμή για την πρώτη τραγωδία της ζωής του. Ένα όνειρο επομένως εμβληματικό, που τον οδηγεί κατευθείαν στο επεισόδιο με τους δύο συμμαθητές του στη γκιόλα, τότε που ο έφηβος Δημητράκης έκανε ένα αποφασιστικό άλμα προς την ωριμότητα.
...Γύρισε μόνο το κεφαλάκι της και με το ράμφος της τράβηξε και έβγαλε ένα πούπουλο απ’ τα φτερά της. Κι όπως το πατούσε και το έσερνε, αυτό μαδούσε και χάλαγε. Έβγαζε τότε άλλο πούπουλο απ’ τα φτερά της. Και ξανά πάλι.
Έτσι λοιπόν, η γκάρνα γίνεται ένα διακριτικό μοτίβο, που το βλέπουμε στον τίτλο, κι επιστρέφει ξανά, σαν υπόμνηση στο υποσυνείδητο του ενήλικου πια ασλάν Δημητράκη, για να του θυμίσει την πιο τρυφερή και οδυνηρή εμπειρία κρυμμένη στα κατάβαθα της ύπαρξής του, ίσως την πιο καθοριστική, την πιο σημαδιακή, τότε που ήρθε για πρώτη φορά αντιμέτωπος με τον θάνατο και την ενοχή.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] Η περίοδος αυτή αποτελεί την τρίτη κατά σειρά βουλγαρική κατοχή των ελληνικών αυτών εδαφών στον 20ό αιώνα, ενώ έχουν προηγηθεί η Α΄ Βουλγαρική Κατοχή (1913) και η Β΄ Βουλγαρική Κατοχή (1916-1918). Τελείωσε το 1944 με την αποχώρηση των βουλγαρικών στρατευμάτων, έπειτα από την αλλαγή του πολιτικού και στρατιωτικού σκηνικού στη Βουλγαρία και τα Βαλκάνια. [2] https://www.news247.gr/history/mixani-tou-xronou-ntourntouvakia-oi-vasanismenoi-makedones-pou-espagan-petres-mesa-se-vroxi-kai-xioni/
[3] Αντιγράφω από την ανάρτησή μου για το «Ήμερες ημέρες»[1] Η «δέση» και η «λύση» είναι στοιχεία της αρχαίας τραγωδίας κατά Αριστοτέλη. Χρησιμοποιώ αυθαίρετα τον όρο, δεδομένου ότι οι ιστορίες του Κοροσιάδη έχουν «αρχή-μέση-τέλος», πλοκή, «δέση» και «λύση» (Αριστοτέλης, Περί ποιητικής: Σε κάθε τραγωδία υπάρχει δέση και λύση. Όσα είναι έξω από το δράμα και μερικά από αυτά που είναι μέσα σ᾽ αυτό αποτελούν πολλές φορές τη δέση· τα υπόλοιπα είναι η λύση. Με τη «δέση» εννοώ όσα γίνονται από την αρχή της υπόθεσης ως το σημείο που είναι το έσχατο: αυτό από το οποίο αρχίζει η μετάβαση προς την ευτυχία ή τη δυστυχία· με τη «λύση» εννοώ όσα γίνονται από την αρχή της μετάβασης ως το τέλος.
[4] ασλάν = λιοντάρι/παλληκάρι
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου