Τρίτη, Μαρτίου 10, 2026

Άνθρωποι στον ήλιο, Γασσάν Καναφάνι

Όλοι μιλούσαν για δρόμους. Όλοι έλεγαν: «θα βρεθείς στον δρόμο»
Και το μόνο που ήξεραν για τον δρόμο ήταν η μαυρίλα του και τα πεζοδρόμιά του
     Δύο συγκλονιστικές νουβέλες περιλαμβάνει το βιβλίο του αγαπημένου Παλαιστίνιου συγγραφέα και δημοσιογράφου (βλ και Διηγήματα από τη γη των πικραμένων πορτοκαλιών), που δολοφονήθηκε από τη Μοσάντ[1] το 1972, στα 36 του χρόνια[2].
     Η συμμετοχή του Καναφάνι στον παλαιστινιακό αγώνα ήταν καθοριστική, αλλά δεν θα μπορούσαμε για κανένα λόγο να ισχυριστούμε ότι η τέχνη του είναι «στρατευμένη». Η λογοτεχνική του εκφραστική δύναμη οπωσδήποτε συνυφαίνεται όχι μόνο με τις αγωνίες και τα πάθη του λαού του, τα οποία ως πρόσφυγας στον Λίβανο αρχικά και στη συνέχεια στο Κουβέιτ, παρακολουθεί στενά, αλλά και με όλη την πολιτικοκοινωνική κατάσταση στην περιοχή, όπως διαμορφώθηκε μετά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ και τη Νάκμπα (1948). Όπως γράφει κι ο μεταφραστής του, ο Νασίμ Αλάτρας, στην εισαγωγή, «ο Καναφάνι δεν επεδίωξε μέσα από το σύνολο του συγγραφικού του έργου να λειτουργήσει ως ιστοριογράφος των ατέρμονων πόθων και παθών του παλαιστινιακού λαού. Είναι όμως αρκετά δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο για κάποιον προσεκτικό παρατηρητή του έργου του να επιχειρήσει τον διαχωρισμό του λογοτεχνικού χαρακτήρα από την πολιτισμική και πολιτική πραγματικότητα που εμπεριέχεται στις συγγραφικές του καταθέσεις».
     Η αυθεντικότητα της αφήγησης, που ολοφάνερα είναι αβίαστη κι ανεπιτήδευτη γιατί αποκαλύπτει βιώματα και συναισθήματα ενός ολόκληρου κόσμου σε βάθος χρόνου, κερδίζει τον αναγνώστη γιατί εκφράζει, ή μάλλον ενσαρκώνει, τη μεγάλη αντίθεση στις κοινωνίες τις σημερινές, του 21ου αιώνα (και πόσο πρώιμα! Το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε το 1962!): από τη μια ο εκμηδενισμός της ανθρώπινης ζωής, ο «homo sacer»[3], οι «άστεγες, γυμνές ζωές» των περιπλανώμενων, των εκτοπισμένων στους καταυλισμούς όπου ο θάνατός τους δεν είναι καν είδηση, κι απ’ την άλλη οι ισχυροί, οι «πολιτισμένοι», που έχουν τη στρατιωτική και πολιτική ισχύ να καθορίζουν τις μοίρες των ανθρώπων σαν να πρόκειται για παιχνίδια.
     Και οι δύο ιστορίες που ξεδιπλώνονται στις δύο νουβέλες είναι σχεδόν απίστευτες, όμως θυμόμαστε γρήγορα ότι τίποτα δεν είναι απίστευτο πια σε εμπόλεμες περιοχές (κι ο πόλεμος στην Παλαιστίνη δεν σταμάτησε ούτε μετά το 1949). Είναι ενταγμένες μέσα στην καθημερινότητα, σε μια καθημερινότητα έκτακτης ανάγκης επιβίωσης ωστόσο, όπου η κανονικότητα ταυτίζεται με το απρόοπτο και τον κίνδυνο. Υπάρχει και στις δύο ένας άξονας ενδιαφέρουσας πλοκής, όπου ταυτόχρονα παρεισφρέουν αναμνήσεις των ηρώων από το παρελθόν, ή εμβόλιμες ιστορίες δευτερευόντων προσώπων, πάντα συγκλονιστικές, πάντα μοναδικές αλλά και αναμενόμενες πια, σ’ αυτές τις έκρυθμες συνθήκες…
     Επίσης, στις ιστορίες του Καναφάνι, όπως είδαμε και στο «Διηγήματα από τη γη των πικραμένων πορτοκαλιών», η φύση βρίσκεται πάντα στο σκηνικό, κι όχι μόνο είναι ενσωματωμένη στην ψυχολογία των ανθρώπων που είναι δεμένοι με τον τόπο τους, αλλά σχεδόν πρωταγωνιστεί.
     Άνθρωποι στον ήλιο
Άρχισε να τραβάει τα μαλλιά του
προσπαθώντας να διώξει τη σκέψη.
Όμως αυτή έμεινε εκεί, πελώρια και βροντερή, ακλόνητη κι επίμονη.
     Η καθημερινότητα εδώ αφορά την απελπισμένη προσπάθεια των Παλαιστινίων να μεταναστεύσουν, να φύγουν διωγμένοι και με απίστευτες δυσκολίες απ’ τα σπίτια τους, ψάχνοντας τρόπους να επιβιώσουν με αξιοπρέπεια. Είναι κοινός τόπος ότι νιώθουν ξένοι στην ίδια τους την πατρίδα, αποκομμένοι από τις πηγές της, από τις δουλειές της, από τη γη της. Έτσι, μεγάλα κύματα μεταναστών άρχισαν να καταφεύγουν από κείνα ακόμα τα χρόνια σε καταυλισμούς στις γειτονικές αραβικές χώρες (Λίβανο, Κουβέιτ), μέσα στους οποίους περιλαμβάνεται κι η οικογένεια του Καναφάνι.
     Τρεις είναι οι κεντρικοί ήρωες, που τους βλέπουμε αρχικά σε ξεχωριστά κεφάλαια, τον καθένα με τη δική του ιστορία και το δικό του ριζικό, να παζαρεύουν με τον διακινητή το ποσόν που θα τους επιτρέψει να αποδράσουν κρυφά στο Κουβέιτ. Είναι ο πιο ηλικιωμένος Αμπού Κάις «με την κουρασμένη καρδιά», που, επηρεασμένος από τον φίλο του Σάαντ, αποφασίζει να αφήσει γυναίκα και παιδιά και να πάρει τον δρόμο της προσφυγιάς (έχουν περάσει δέκα χρόνια και ζεις σαν ζητιάνος/χρειάστηκες δέκα ατελείωτα, πεινασμένα χρόνια για να το χωνέψεις, πως έχεις χάσει τα δέντρα σου, το σπίτι σου, τη νιότη σου και ολόκληρο το χωριό σου)· είναι ο Ασσάντ, που δανείστηκε πενήντα δηνάρια από τον θείο - του τα δίνει με αντάλλαγμα να τον παντρέψει με την κόρη του (!)-, και επιμένει στον «χοντρό άντρα, τον ιδιοκτήτη του γραφείου που αναλάμβανε τη λαθραία μεταφορά του κόσμου από τη Μπάσρα στο Κουβέιτ» να πληρώσει τα 15 οφειλόμενα δηνάρια αφού φτάσουν στο Κουβέιτ (είχε ήδη εξαπατηθεί οικτρά σε άλλη προσπάθεια απόδρασης μέσω Ιορδανίας)· τέλος, ο νεαρότερος απ’ όλους, ο Μαρουάν που έχει όνειρο να γίνει γιατρός, που θέλει να βρει στο Κουβέιτ τον αδερφό του Ζακαρία, που πήγε να το παίξει μάγκας στον λαθρέμπορο, κι ενώ το χαστούκι έκαιγε ακόμα το αριστερό του μάγουλο, άρχισε να καταπίνει τον εξευτελισμό του. Κι ίσως είναι ο πιο ενδιαφέρων, γιατί παρόλη την απελπισία (εκείνος έχει μόνο πέντε δηνάρια), η ορμή της νιότης του του χαρίζει μιαν «απόμακρη αίσθηση πως η ζωή ήταν υπέροχη και αιώνια». Άλλωστε, το ίδιο πρωί ο ίδιος ο Μαρουάν έγραψε με εξαιρετική διάθεση στη μάνα του ένα λυτρωτικό γράμμα, όπου αποκαλούσε τον πατέρα του «διεστραμμένο σκύλο» γιατί την εγκατέλειψε με τέσσερα παιδιά και παντρεύτηκε τη Σαφίκα με το κομμένο πόδι (άλλη τραγική περίπτωση), αλλά… όπως και να’ χει, η αλήθεια είναι πως δεν μισούσε τόσο πολύ τον πατέρα του.
     Μέσα στις πρώτες 25 σελίδες λοιπόν, ο συγγραφέας σκιαγραφεί χαρακτήρες που αντικατοπτρίζουν τις αντιφάσεις μιας κοινωνίας που ζει στην κόψη του ξυραφιού. Στο κάδρο προστίθεται κι ο τελευταίος ήρωας, ο Αμπού Ελ Χαίζαραν, λαθρέμπορος στην υπηρεσία του περίφημου Αλ Χατζ Ρίντ, που αναλαμβάνει υποτίθεται «κυνηγετικές εξορμήσεις», και που δέχεται να τους φυγαδεύσει πιο φτηνά και χωρίς αναμονές, μ’ έναν τρόπο όμως πολύ τολμηρό. Η προσωπική ιστορία του Αμπού Ελ Χαίζαραν είναι ένα ακόμα μυθιστόρημα σε περίληψη: είχε υπηρετήσει στον βρετανικό στρατό, ενώθηκε με τους Μαχητές της Ελευθερίας και αναδείχθηκε πολύ επιδέξιος οδηγός στο να οδηγεί φορτηγά και τεθωρακισμένα σε δύσκολες διαδρομές. Πάνω απ’ όλα, όμως, κρύβει στο παρελθόν ένα απίστευτο τραύμα (δέκα χρόνια από τότε που του στέρησαν τον αντρισμό του και ζούσε αυτήν την ταπείνωση μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα).
     Σκαρφαλωμένοι στο φορτηγό και με τον ήλιο να καίει αλύπητα, οι τρεις ήρωες συναινούν στο πολύ ριψοκίνδυνο σχέδιο (που δεν θα αποκαλύψω εδώ) και αρχίζει μια περιπέτεια μέσα στην έρημο προκειμένου να διασχίσουν κρυφά τα σύνορα πρώτα με Ιορδανία και μετά με Κουβέιτ. Οι συνθήκες μέσα στην έρημο είναι πραγματικά πολύ δύσκολες κι ο Αμπού Αλ Χαίζαραν, αν και διακινητής (συνήθως εκμεταλλεύονται ανελέητα), αποδεικνύεται άνθρωπος με φιλότιμο κι ενσυναίσθηση, καθώς αγωνιά κι αυτός για τους «συντρόφους» του:
    (...) ξεκούμπωσε το πουκάμισό του και τα δάχτυλά του πασπάτεψαν το δασύτριχο στήθος του που ήταν μούσκεμα/ένιωθε τους μυς στα πόδια του να φουσκώνουν, έτοιμοι να εκραγούν. Ω παντοδύναμε Θεέ, εσύ που ποτέ δεν ήσουν μαζί μου, που ποτέ μαζί σου δεν ήμουνα, που ποτέ σε σένα δεν πίστεψα, μήπως μπορείς να υπάρξεις για μια φορά; Μόνο γι’ αυτή τη φορά;
     Ο τυφλός και ο κουφός
Το θαύμα δεν είναι τίποτε άλλο
 παρά το ξένο έμβρυο που μεγαλώνει στη μήτρα της απελπισίας
     Ακόμα πιο ιδιαίτερο και συγκλονιστικό είναι το περιεχόμενο της δεύτερης αυτής νουβέλας του βιβλίου, όπου οι πρωταγωνιστές και πρωτοπρόσωποι αφηγητές είναι εναλλάξ ο τυφλός Άμερ, που δουλεύει σε φούρνο με τον νεαρό Χάμνταν, και ο… κουφός Αμπού Κάις, που μοιράζει ανθρωπιστική βοήθεια στον Οργανισμό οήθειας, στις απέραντες ουρές των προσφύγων (σκόπιμα με είχαν βάλει στη θέση αυτή, αφού δεν θα ήταν δυνατόν σε κανέναν άλλον να αντέξει τον καταιγισμό της παράλυτης οργής για είκοσι ολόκληρα χρόνια/έβλεπα τα χείλη τους να κινούνται, η φωνή τους όμως χανόταν πίσω απ’ το αδιαπέραστο τείχος που φράζει τα’ αυτιά μου/όπως ο άνθρωπος συνηθίζει τον θάνατο, έτσι κι ο κουφός συνηθίζει την κώφωση).
     Τους δύο ήρωες τους φέρνει κοντά η φήμη ότι ο ευσεβής Αμπντ-Ελ-Άττι (ένα από τα επίθετα του θεού στο Ισλάμ), που ήταν θαμμένος κοντά στην πόλη, άρχισε να θαυματουργεί (!). Ο τυφλός Άμερ, με μνήμες απελπισμένες της μάνας του που τον κουβαλούσε σ’ όλους τους τάφους των ευσεβών (εκεί έσταζαν στα μάτια μου τόσο λάδι και τόση προσευχή που θα έλιωναν μ’ αυτά τα βουνά σιωπή και πείσματος/ τίποτε όμως δεν έγινε) συναντά τον Αμπού Κάις στην ελπίδα ενός «θαύματος». Είναι αξιοπρόσεκτο πώς αποδίδει ο συγγραφέας τον τρόπο συνεννόησης ενός κουφού μ’ έναν τυφλό (και πού ν’ αντάμωναν ένας κουφός κι ένας τυφλός, αν όχι εδώ;/εσύ δεν τον βλέπεις κι εγώ δεν τον ακούω). Και είναι υψηλής ποιητικής υφής οι μονόλογοι των δύο που απευθύνουν στην θεότητα που τους εξαπάτησε (τους παραθέτει περίπου στη μέση της νουβέλας ο συγγραφέας), και όπου ξεδιπλώνουν τη μοίρα τους, τον κόσμο τους, την οπτική τους.
     Η διάψευση έρχεται μ’ έναν κωμικοτραγικό τρόπο, κι εδώ να πω κάνοντας μια παρένθεση, ότι συχνά σ’ αυτές τις οριακές καταστάσεις το κωμικό συμπλέκεται με το τραγικό, πολλές φορές γίνεται τραγελαφικό (και είναι μάλλον χαρακτηριστικό του συγγραφέα όπως κι άλλων καλλιτεχνών της Εγγύς και Μέσης Ανατολής)… Έτσι, η εικόνα του τυφλού ανεβασμένου στις πλάτες του κουφού, να προσπαθεί να ψηλαφήσει τον θεό σ’ ένα δέντρο και να αποκαλύπτει εντέλει ένα… μανιτάρι (μανιτάρι είναι, το κεφάλι του Αμπντ- Ελ Άττι είναι ένα μανιτάρι που φύτρωσε εκεί κατά σύμπτωση, αναφωνεί ο τυφλός Άμερ), δεν μπορεί να μη μας χαρίσει ένα χαμόγελο, κι ας είναι απίστευτα τραγική. Άλλωστε κι οι δυο -φίλοι πλέον, ανακαλύπτουν μάλιστα ότι και οι δύο κατάγονται από την Τύρα-, γέλασαν κι αυτοί με τη σειρά τους (και γέλασε, και δεν με άκουσε να γελώ, αφηγείται ο τυφλός, ενώ προχωρούσαμε μες στην καρδιά της σκοτεινιάς και της σιωπής). Και φυσικά, κλονίστηκε και η λίγη πίστη που είχαν (ήξερα πως κάτι μέσα μου, σαν το δοκάρι που στηρίζει τη γέφυρα, είχε γκρεμιστεί), προς μεγάλη απογοήτευση του ευσεβούς νεαρού Χαμντάν, που τους αποκαλεί άπιστους και τους ξορκίζει να μην καταστρέψουν τον τάφο του Αμντ Ελ Άττι. Όμως, δεν υπάρχει τέτοια πρόθεση. Τα πράγματα γίνονται περίπλοκα όταν πεθαίνουν οι ευσεβείς, γκρεμίζονται οι γέφυρες της αυταπάτης, σαπίζουν οι υποσχέσεις… συνειδητοποιεί ο Άμερ, ωστόσο το να καταστρέψεις τον τάφο του ή να κόψεις το δέντρο του, δεν αλλάζει κάτι, «δεν είναι τίποτα παρά μια γιορτή, μόνο μια γιορτή, κι αυτό δεν έχει αξία».
     Με τον γνώριμο τρόπο να εγκιβωτίζει ιστορίες (καθόλου περίεργο γιατί όποια πέτρα και να σηκώσεις στις χώρες αυτές υπάρχει από κάτω μια απίστευτη τραγωδία), μαθαίνουμε την ιστορία του γέροντα Χασανέν, του ιμάμη του ιερού τεμένους στην Τύρα της Χάιφα, που εντάχτηκε στους «Αγωνιστές»[4] και ο θάνατός του άφησε ένα τρομακτικό κενό· την ιστορία της Ζήνα, κόρης του Άμερ, που την εκμεταλλεύτηκε το αφεντικό του Αμπού Κάις (στον Οργανισμό Βοήθειας), ο Μούσταφα, κλέβοντάς της την τιμή για ένα κομμάτι ψωμί· η ιστορία για την οργή που γίνεται γροθιά του Αμπού Κάις απένντι στον Μούσταφα που έγινε αντάρτης στην… «Ομάδα μπαμ μπουμ»(!)· το πώς σώθηκε ο Αμπού Κάις από βομβαρδισμό λόγω κουφαμάρας· την ιστορία του Χαμντάν και την ιστορία του αντάρτη πατέρα του που γύρισε ξαφνικά σπίτι μετά από χρόνια φυλακής, ενώ η μάνα του είχε ξαναπαντρευτεί έναν «σκληρόκαρδο άντρα». Κι είναι ένα νέο πρόσωπο που φέρνει την αλλαγή, ο πατέρας του Χαμντάν, γιατί «έμαθε την πολιτική στην φυλακή», που είναι το αντίθετο της «ομάδας μπαμ μπουμ», γιατί θεωρεί ότι «οι ευσεβείς είναι σαν τα φίδια».
      Δεν υπάρχει κανένα άλλο αξιοσημείωτο εξωτερικό περιστατικό στην ιστορία των δύο ηρώων, ωστόσο κάτι έχει μετουσιωθεί μέσα στις ψυχές τους, μια εσωτερική αλλαγή τούς έχει μεταμορφώσει, έχει μετατοπίσει την πίστη τους από τις θεότητες στον ίδιον τον άνθρωπο, και βλέπουν τον κόσμο διαφορετικά: πέρα από κάθε λογική, ήμουν σίγουρος ότι οι μάζες των ξεσηκωμένων έξω από την πύλη θα την έσπαγαν κι ότι το τείχος της σιωπής που με χώριζε απ’ τον κόσμο θα έσπαγε κι αυτό την ίδια στιγμή/τώρα είμαστε χωρίς ασπίδα κι όμως πορευόμαστε στα αγκάθια του χρόνου, μες στη φωτιά και στα μαχαίρια του, γυμνόστηθοι κι ευάλωτοι, με τις σάρκες μας τρέφουμε την τρομαχτική εκείνη σύγκρουση με το άγνωστο.
      Μιλάει ο τυφλός Άμερ: 
      Και ήρθε πάλι η σιωπή εκείνη, η φωνή της αναμονής που την ακούω τώρα δυνατότερη από ποτέ, η φωνή της περίεργης εκείνης γέννας, που οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να καρποφορήσει. Αυτός ο κόσμος γυρίζει με εξωφρενική ταχύτητα, όλα μπερδεύονται με φοβερή αταξία και στη στιγμή δημιουργούν αρμονικές αλήθειες. Αυτή η γλώσσα που την καταλαβαίνει ο Αμπού Κάις, η γλώσσα των προσφύγων, η γλώσσα της δυστυχίας που την βλέπει αλλά δεν την ακούει, η γλώσσα της δυστυχίας που δεν την βλέπω αλλά την ακούω και μερικές φορές την αισθάνομαι, κάποτε στο ψωμί και κάποτε στα μουσκεμένα από ιδρώτα και δάκρυα χέρια μου. Η γλώσσα που ο Αμντ Ελ Άττι (η θεότητα) δεν μπορεί ούτε να ακούσει ούτε και να δει.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] Η Μοσάντ επισήμως Ινστιτούτο Πληροφοριών και Ειδικών Αποστολών είναι η κύρια οργάνωση συγκέντρωσης και ανάλυσης πληροφοριών του Ισραήλ, και ιδρύθηκε το 1949. Επίσης, έχει παραστρατιωτικές (συμπεριλαμβανομένων και πολιτικών δολοφονιών) και αντιτρομοκρατικές αρμοδιότητες
[2] Ο Παλαιστίνιος συγγραφέας, δημοσιογράφος, ιστορικός και ζωγράφος, «μάρτυρας της Τέχνης και των Γραμμάτων» Γασσάν Καναφάνι (1936-1972) αναγκάστηκε ως παιδί να φύγει το 1948 με την οικογένειά του από την ιδιαίτερη πατρίδα του, τις ιστορικές πόλεις Γιάφα και Άκκα (όπου έμενε η οικογένεια εναλλάξ), γεγονός που μας υπενθυμίζει ότι η δίωξη των Παλαιστινίων και το καθεστώς απαρτχάιντ ίσχυαν από την ίδρυση ακόμα του κράτους του Ισραήλ το 1948, οπότε έχουμε τον τρομακτικό ξεριζωμό (μισού περίπου παλαιστινιακού πληθυσμού) που ονομάστηκε Νάκμπα. Τότε αναγκάστηκαν πολλές οικογένειες, ανάμεσα στις οποίες και η οικογένεια του Καναφάνι, να εκπατριστούν και να καταφύγουν ως πρόσφυγες σε στρατόπεδα γειτονικών χωρών. Ο Γασσάν έζησε κι ενηλικιώθηκε ως πρόσφυγας αρχικά στον Λίβανο, στη Δαμασκό και στη συνέχεια για λίγα χρόνια στο Κουβέιτ, ενώ επέστρεψε στον Λίβανο απ’ όπου, ενταγμένος στο Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, αφοσιώνεται στον αντισιωνιστικό αγώνα. Πάντα αισθανόταν μειονεκτικά απέναντι στους αντάρτες «που αντιμετώπιζαν τον Σιωνιστή κάθε μέρα και ώρα», ωστόσο η πολιτική του δράση είναι αδιάλειπτη και μοναδικής σημασίας (από την ανάρτηση https://anagnosi.blogspot.com/2025/11/ghassan-kanafani.html).
[3] Ο Ιταλός φιλόσοφος Τζόρτζιο Αγκάμπεν διερευνά αυτή την έννοια στο βιβλίο του Homo Sacer: Κυρίαρχη Δύναμη και Γυμνή Ζωή [ 4 ] . Για τον Αγκάμπεν, ο «homo sacer» είναι ένα άτομο που θεωρείται, από νομικής άποψης, ως εξόριστος. Σύμφωνα με αυτόν, υπάρχει ένα παράδοξο: πράγματι, μέσω του νόμου η κοινωνία καθιστά το άτομο «homo sacer» (άγιο), ωστόσο η διαδικασία του αποκλεισμού του παρέχει έμμεσα αναγνώριση, μια νομική ταυτότητα.
Ο Αγκάμπεν εξετάζει αυτή τη ζωή από δύο οπτικές γωνίες: τη βιολογική ζωή (την ελληνική ζωή ) και την πολιτική της διάσταση (τον ελληνικό βίο ). Ο ίδιος ο Αγκάμπεν συνδέει τη ζωή με την περιγραφή της Χάνα Άρεντ για την «γυμνή ζωή» του πρόσφυγα στο έργο του «Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού » (1951). Σύμφωνα με αυτόν, η πραγματικότητα του «homo sacer» είναι μια πλήρης ρήξη μεταξύ της πολιτικής και της βιολογικής ζωής του ατόμου. Μέσω της «γυμνής ζωής» του, ο «homo sacer» βρίσκεται υπό την κυριαρχία της κατάστασης εξαίρεσης και, παρόλο που η βιολογική του ζωή συνεχίζεται, δεν έχει πλέον καμία πολιτική ύπαρξη (https://fr.wikipedia.org/wiki/Homo_sacer) .
[4] Παλαιστίνιοι αγωνιστές πριν το 1948 ενάντια στους Άγγλους κατακτητές και τους σιωνιστές Εβραίους

Δευτέρα, Μαρτίου 02, 2026

Η Δεσποινίδα, Ίβο Άντριτς

     Μια «ανύπαντρη μεγαλοκοπέλα», ιδιότροπη και τσιγκούνα, η Ράικα Ραντάκοβιτς, Σαραϊλιά (δηλαδή από το Σαράγεβο) βρέθηκε σε προχωρημένη ηλικία νεκρή το 1935 στο σπίτι όπου κατοικούσε μόνη της, τα τελευταία χρόνια της ζωής της, στο Βελιγράδι. Έτσι ξεκινά το βιβλίο απ’ την πρώτη σελίδα. Η Ράικα είναι η κεντρική και βασική ηρωίδα του μυθιστορήματος, κι όλη η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από την άχρωμη κι εμμονική ζωή της. Πρόκειται για μια μονόχνωτη γυναίκα, με «αντρικό πείσμα», που με τα σημερινά δεδομένα θα αποκαλούσαμε «διαταραγμένη προσωπικότητα».
     Η παθολογική ιδεοληψία της Ράικα αφορά το χρήμα, τη συσσώρευση του πλούτου, κι ως εκ τούτου την οικονομία σε όλα τα απίθανα επίπεδα, και, όπως συμβαίνει μ’ αυτές τις αρρωστημένες περιπτώσεις, όλα τα συναισθήματα προς τον συνάνθρωπο εκμηδενίζονται, ενώ αντίθετα όλες οι έγνοιες αφορούν τον πόθο αυτόν, της συγκέντρωσης όλο και περισσότερου κέρδους. Στιγμές ευτυχίας υπάρχουν μόνο όταν αγγίζεται ο απώτερος στόχος, που είναι να αυξήσει το κομπόδεμα και να φτάσει το εκατομμύριο (όλη η υπόθεση είναι να πιάσεις το πρώτο εκατομμύριο. Μετά, όλα είναι εύκολα). Ένα θέμα κοινότοπο, που έχει απασχολήσει πολλές φορές τη λογοτεχνία, και θα πίστευε κανείς ότι έχει εξαντληθεί. Τι ενδιαφέρον να έχει για τον αναγνώστη η μηδενική εξέλιξη μιας τέτοιας παρεκκλίνουσας προσωπικότητας, που, όπως βλέπουμε κι απ’ τον θάνατό της, ουδόλως μετακινήθηκε μέχρι το τέλος της ζωής της; Πράγματι, όπως γράφει κι ο ίδιος συγγραφέας, «ούτε η πρόσφατη ζωή της, ούτε κι ο θάνατος της είχαν κάτι που θα μπορούσε να τραβήξει το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού». Και θα συμπλήρωνα εγώ, όχι μόνο η πρόσφατη αλλά ούτε και η νεανική της ζωή. Ήταν μια αντιπαθητική και βαρετή, τυπική και προβλέψιμη φιγούρα.
     Όμως ο συγγραφέας είναι ο νομπελίστας Βόσνιος Ίβο Άντριτς, γνωστός και αγαπημένος από το «Γεφύρι του Δρίνου», και η μαστοριά στην τέχνη της γραφής -της περιγραφής και της διείσδυσης στο ψυχοκοινωνικό επίπεδο-, απαράμιλλη. Ο συγγραφέας αρχικά μας «συστήνει» κατά κάποιον τρόπο την ηρωίδα, με τα χούγια της, τους συγγενείς της, τις καταβολές της. Η κλασική εικόνα του μεγαλύτερου μέρους της ζωής της: να κάθεται στο παραθύρι όλη μέρα, να κεντά και να μπαλώνει στο σκοτάδι και στο κρύο για να κάνει οικονομία (όλα σ’ αυτό το δωμάτιο, από τους τοίχους μέχρι και τα έπιπλα, έχουν τη σφραγίδα της εγκατάλειψης και της αδιαφορίας, λες κι εκεί μέσα ζει κάποιος τυφλός ή ένας αναχωρητής που είναι εντελώς αδιάφορος για τα πράγματα αυτού του κόσμου). Σταδιακά προσανατολιζόμαστε στον χώρο και στον χρόνο μέσα από μια ατμόσφαιρα υποβλητική, σχεδόν κινηματογραφική, και η ανάγνωση, που εστιάζει όχι τόσο στην υπόθεση όσο στην διεισδυτική περιγραφή, γίνεται απόλαυση.
     Η Ράικα είναι όχι μόνο σφιχτοχέρα, αδιάφορη για τους ανθρώπους γύρω της και για τα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα, αλλά δεν αναγνωρίζει καμιά απολύτως άλλη αξία εκτός από την εξοικονόμηση και η πρόσοδος, δεν την ενδιαφέρει καθόλου μα καθόλου η γνώμη των άλλων, ούτε φυσικά η εμφάνισή της (όσο για την ομορφιά, καρφί δεν της καίγεται γι’ αυτήν. Η ομορφιά είναι ακριβή, πανάκριβη, τιποτένια και ψεύτικη). Έχει απωθήσει τελείως τα ξέγνοιαστα παιδικά της χρόνια «αυτό το χρονικό διάστημα όπου ο άνθρωπος δεν ξέρει ούτε τι είναι χρήμα, ούτε και πόσος μόχθος απαιτείται για να το αποκτήσεις». Η ζωή της «ξεκινάει από τα δεκαπέντε της, από κάποιο σκοτεινό σημείο, από μια πολύ πικρή στιγμή». Είναι προφανώς τότε που ο πατέρας της, άντρας οικονομικά ισχυρός, χοντρέμπορος γουναράς, φαλίρισε, αρρώστησε και σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα πέθανε. Τα τελευταία του λόγια που χάρισε σαν ευχή στην μοναδική του κόρη, λόγια απελπισμένα ενός ανθρώπου που πίστεψε στην ευγένεια, τη μεγαθυμία και την ευσπλαχνία και προδόθηκε, χαράχτηκαν μέσα της: η οικονομία πρέπει να γίνεται με τρόπο ανελέητο, όσο ανελέητη είναι και η ίδια η ζωή/πρόσεχε το βιός σου όσο καλύτερα μπορείς ώστε να μην εξαρτάται ποτέ από την καλή προαίρεση των άλλων. Έτσι λοιπόν φαίνεται ότι ο Άντριτς αγγίζει και μια ψυχολογική ερμηνεία της διαμόρφωσης του μονοκόμματου και άτεγκτου χαρακτήρα της Ράικα: η αδυναμία στον αδικοχαμένο πρόωρα πατέρα την ωθεί να «καταφέρει με τη δουλειά της να εκδικηθεί και ν’ αποκαταστήσει τον πατέρα της».
     Στις πρώτες πενήντα σελίδες αναρωτιέται κανείς, εφόσον γνωρίζει και το τέλος της ηρωίδας, πώς θα γεμίσουν άλλες διακόσιες σελίδες από μια τέτοια επίπεδη προσωπικότητα. Κι όμως, αρχικά βλέπουμε την σταδιακή αποξένωση της Ράικα από το κοινωνικό περιβάλλον, από τα σόγια και τους γείτονες, όπου ξεχωρίζει μόνον ο «θείος Βλάντο», νέος, όμορφος αλλά παιχνιδιάρης και άσωτος, που πέθανε από φυματίωση στα 23 του χρόνια (ήταν σαν χάρισμα της μοίρας γιατί είναι δύσκολο και να φανταστεί κανείς πώς θα’ μοιαζε η ζωή του χωρίς τη δυνατότητα να χαρίζει και να ξοδεύει). Είναι μια ανάμνηση τρυφερή για τη Ράικα, αλλά τρομακτική ταυτόχρονα: πώς είναι δυνατόν να συνυπάρχουν στον ίδιον άνθρωπο δεμένες σφιχτά κι αχώριστα οι πιο αντιφατικές ιδιότητες του σώματος και του πνεύματος.
     Μετά τον θάνατο του πατέρα της, η Ράικα, μένει μόνο με τη μητέρα, διώχνει υπηρέτες και μαγείρισσα και διατηρεί ουσιαστικές σχέσεις (λόγω ανάγκης φυσικά) μόνο με τον λογιστή Βέσο, βοηθό του πατέρα της, με τον οποίο όμως καβγαδίζει συνέχεια, τον νονό της και κηδεμόνα της κυρ Μιχάιλο, και τον τραπεζίτη της τράπεζας Ουνιόν κ. Πάγερ. Συνεχίζει για πολύ μικρό διάστημα εξ αδρανείας να συναντιέται σε σπίτια με συνομήλικους (άκουγε εκείνο το ανέμελο γέλιο, το μεταδοτικό, που είναι το πολύτιμο αλάτι της νιότης και που η αξία του μόνο με την αξία της υγείας μπορεί να συγκριθεί), αλλά γρήγορα απαρνιέται κάθε παρέα, κάθε έξοδο. Απαρνιέται και τα λιγοστά προξενιά που περιέργως δέχτηκε στο σπίτι της, και το μόνο που την ενδιαφέρει πια είναι τα λογιστικά βιβλία, η εμπορική αλληλογραφία, τα γραμμάτια, τα δάνεια, το κέρδος.
     Το Σαράγεβο ήταν πάντα πόλη του χρήματος
     Βρισκόμαστε τώρα στα 1906, η Ράικα πρέπει να είναι περίπου τριάντα χρονών, κι έχει αρχίσει να νιώθει τη γλύκα του «παρά που κλωσάει» (αυτό το ψυχρό δηλαδή μεθύσι που ζεσταίνει κρυφά κι ευφραίνει τους τσιφούτηδες πιο πολύ κι απ’ τον ήλιο και πιο όμορφα κι από την άνοιξη), να δανείζει δηλαδή χρήματα (με πολύ αυστηρή επιλογή φυσικά –η εντολή του πατέρα ήταν να είναι ανελέητη) και να υπερτοκίζει το δάνειο. Άλλωστε το Σαράγεβο, μια πόλη όπου διασταυρώνονται «πολιτισμοί, αντιλήψεις και τρόποι ζωής», όπου ανταμώνουν άνθρωποι από διάφορες εθνικότητες, φτωχοί με -μάταιες;- ελπίδες αλλά «μεγάλη δίψα για παρά», όπου βλέπει κανείς το κράμα των ράθυμων συνηθειών της Ανατολής με τον πολιτισμό της Μεσευρώπης (βασικά της γειτονικής Αυστροουγγαρίας), ήταν, όπως λέει ο συγγραφέας «πάντα πόλη του χρήματος». Γέννημα θρέμμα αυτής της κοινωνίας είναι άνθρωποι σαν τον δαιμόνιο Εβραίο σαράφη Ράφο Κόνφορτι (απολαυστική η σκιαγράφησή του από τον συγγραφέα), έναν απίστευτο καταφερτζή, καπάτσο, φωνακλά τοκογλύφο, που οσμίζεται τις ευκαιρίες και πείθει τα θύματά του στο λεπτό. Είναι ο άνθρωπος που χρειαζόταν η Ράικα, που αναλαμβάνει τις εξωτερικές δουλειές της και την προτρέπει εν αναμονή του πολέμου να αγοράσει χρυσό, δηλαδή δουκάτα. Η γνωριμία/συνεργασία μαζί του τη βυθίζει πιο βαθιά στην παθολογική της εμμονή.
     Ένας άξονας ενδιαφέροντος βέβαια είναι η ιστορική συγκυρία στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αι. στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων. Σαράγεβο και Βελιγράδι, Σέρβοι, Βόσνιοι και Αυστριακοί, Βαλκανικοί πόλεμοι, προσάρτηση Βοσνίας κι Ερζεγοβίνης το 1908, ξέσπασμα Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, και μάλιστα με αφορμή τη δολοφονία του πρίγκιπα Φραγκίσκου Φερδινάνδου, στο Σαράγεβο. Αυτά όλα τα κοσμοϊστορικά γεγονότα βέβαια που έφεραν απανωτές κρίσεις -κι όπως λέει ο συγγραφέας οι κρίσεις φέρνουν παραζάλη όπου άλλος χάνει κι άλλος κερδίζει-, δεν αγγίζουν καν την ηρωίδα μας, κι αργεί πολύ να πάρει χαμπάρι ότι μετά την ηρωική αντίσταση των Σέρβων (ένα είδος αλβανικού έπους την πρώτη χρονιά του Μεγάλου Πολέμου) και την εξορία της νόμιμης κυβέρνησης στην Κέρκυρα, η αυστριακή κατοχή έφερε τα πάνω κάτω. Οι παρωπίδες της την καθιστούν όχι μόνο αδιάφορη για τους άλλους, αλλά εγωίστρια και αντιπαθητική στους δικούς της ανθρώπους, που μάταια προσπαθούν να την πείσουν να μην προδώσει τους ίδιους τους Σέρβους, απ’ τον φόβο της ότι θα της πειράξουν το σπίτι και το μαγαζί οι «ξυπόλυτοι κι οι κουρελήδες» (Βόσνιοι;).
     Τα τέσσερα χρόνια του πολέμου η Ράικα τα πέρασε σαν σε όνειρο, αγοράζοντας ό, τι μπορούσε σύμφωνα με τις συμβουλές του Ράφο, να μπαίνει σε μικροδουλειές (αγορές και μεταπωλήσεις), τουτέστιν έγινε μαυραγορίτισσα του χειρίστου είδους, χωρίς να δίνει ιδιαίτερη σημασία στις πολεμικές συγκρούσεις, τους νεκρούς, την πείνα, τις συλλήψεις. Ό, τι έβλεπε δίπλα της ήταν μόνο «αλόγιστη σπατάλη», κι άκουγε με παγερή αδιαφορία τα νέα επιστράτευσης Σέρβων στον αυστριακό στρατό που κουβέντιαζε η μάνα της και οι συγγένισσες (πιο πολύ βέβαια την ενοχλούσαν τα κεράσματα του καφέ και του ρακιού), ούτε βέβαια μπορούσε να καταλάβει πού έγκειται ο ηρωισμός όσων το έσκασαν από το αυστριακό μέτωπο και στρατεύονταν με τη μεριά των Ρώσων!
     Το φθινόπωρο του 1917, στα πλαίσια των επιτάξεων ο αυστριακός υπολοχαγός που επιτάσσει το σπίτι της Ράικα έχει αντιπολεμικό φρόνημα. Είναι αυτός που με τις εξιστορήσεις του βάζει κάπως τη Ράικα στο πνεύμα του πολέμου, ενός πολέμου όμως που, επειδή φτάνει στο τέλος του, θα φέρει στην επιφάνεια απρόβλεπτα οικονομικά προβλήματα. Και όντως, απ’ αυτήν την άποψη, «το 1918 ήταν μια πολύ κακή χρονιά»: ένα χάος από ανάγκες κι ελλείψεις δημιουργεί μεγάλη ανασφάλεια στους δωσίλογους ή μαυραγορίτες, ακόμα και στον Ράφο (ο ίδιος κι όλα τα μεγαλεία του έσβηναν σιγά σιγά, όπως έσβηνε κι αυτός ο πόλεμος), ο οποίος μετά από λίγο καιρό κατέληξε στο φρενοκομείο. Η Ράικα δεν μπορεί καν να καταλάβει για ποιον λόγο οι έμπιστοι άνθρωποί της όπως ο λογιστής Βέσο και ο τραπεζίτης Πάγερ της δείχνουν δυσπιστία, αποδοκιμασία και καχυποψία. Ο φόβος της με το τέλος του πολέμου φουντώνει, και όποιος δεν ξέρει τι φοβάται, φοβάται διπλά.
     Η αναλυτική ψυχογράφηση του φόβου, από τον συγγραφέα, και του τι δημιουργεί αυτό το ολέθριο συναίσθημα στον άνθρωπο είναι αριστουργηματική, με αποκορύφωμα τον απίστευτο εφιάλτη που είδε η Ράικα, ότι το «χρήμα έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης» (έγινε κάτι χειρότερο: χάθηκε το νόημα του χρήματος/το χρήμα χάθηκε απ’ τη γη κι ο κόσμος έμεινε χωρίς σώμα, χωρίς ψυχή, σώμα χωρίς αίμα, δίχως τη δύναμη που το κινεί)! Και φυσικά αυτοί οι φόβοι δικαιώνονται γιατί η Ράικα, όπως κι ο Ράφο, υφίστανται επίθεση ως μαυραγορίτες όχι μόνο από τους συμπολίτες τους, αλλά κι από τον τύπο, εφόσον οι περισσότερες εφημερίδες καταδικάζουν και στιγματίζουν επώνυμα τους προδότες. Τώρα, βλέπει πραγματικά ότι είναι «εκτός μάχης».
     Η Ράικα με τη μητέρα της αναγκάζονται λοιπόν να φύγουν απ’ το Σαράγεβο, και να πάνε σε συγγενείς στο Βελιγράδι. Απολαμβάνουμε την περίοδο προσαρμογής της ηρωίδας μας σ’ ένα περιβάλλον φιλικό, ως φιλοξενούμενοι, αρχικά, σε σπίτι συγγενικό που φυσικά το βρίσκει «σπάταλο» (δεξιώσεις, πάρτι, συγκεντρώσεις νέων, καφέδες (η Δεσποινίδα απέφευγε τις συγκεντρώσεις όσο κι όταν μπορούσε). Φρικάρει μάλιστα όταν σε μια σύναξη νέων ποιητών, ακούει ανατριχιαστικά ποιήματα κατά του πλούτου (με την κάθε μέρα που περνάει, έλεγε η Δεσποινίδα στον εαυτό της, η τρέλα σε τούτο το σπίτι όλο και δυναμώνει)! Όταν πια στέκεται στα πόδια της αγοράζοντας δικό της σπίτι, όπου εγκαθίσταται με την άβουλη και άχρωμη μητέρα, ασχολείται με συναλλαγές στα «Ανταλλακτήρια» (σαράφικα, «γραφεία συναλλαγών» με ομόλογα κλπ) προκειμένου να ασκήσει την παλιά της τέχνη…
     Το άλλο μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή της μονοκόμματης ηρωίδας μας, που χαρίζει πάλι απολαυστικές σκηνές στον αναγνώστη λέγεται Γιοβάνκα, και κατ’ επέκταση Γιοβάνκα και Ράτκο! Απολαμβάνουμε πάλι την εκφραστική δύναμη του συγγραφέα καθώς σκιαγραφεί την Γιοβάνκα («μια κοπέλα που κάνει πάντα τα δικά της» κατά τους συγγενείς της Ράικα), μια αντρογυναίκα sui generis: μια γεροδεμένη κοπέλα αν και μικρόσωμη, με μποέμικο στυλ, λαμπερά μάτια και διαπεραστικό βλέμμα, σκληρή και αμείλικτη απέναντι στην αδικία, που θεωρούσε ύψιστο καθήκον της να βοηθήσει με όλες της τις δυνάμεις όποιον αδύναμο έκρινε ότι είχε ανάγκη (της δινόταν η ευκαιρία να ζει μέσα από δεκάδες ξένες ζωές), αλλά όταν στράβωνε γινόταν ανελέητη.
     Η θυελλώδης αυτή προσωπικότητα όχι μόνο «ψάρεψε» τη Ράικα, αλλά της γνώρισε και τον αμφιλεγόμενο Ράτκο Ράτκοβιτς, έναν όμορφο και ήπιων τόνων νεαρό, που άγγιξε κάποιες ευαίσθητες χορδές της ηρωίδας μας γιατί έμοιαζε απίστευτα στον αγαπημένο κι αδικοχαμένο της θείο, τον Βλάντο (αυτό πια δεν ήταν απλή ομοιότητα, ήταν κάτι άλλο). Ήρωας πολέμου, Ερζεγοβίνος, ο Ράτκο μάγεψε τις δυο κοπέλες και μάλιστα, προς μεγάλη μας έκπληξη, ιδιαίτερα την Ράικα, η οποία ενέδωσε σε απαιτήσεις του, δυσανάλογα με αυτό που η ίδια συνήθιζε. 
     Το νέο συναίσθημα άνοιξε μια ρωγμή απ’ όπου διέρρευσε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα η ανατροπή, ένα αναποδογύρισμα ήθους και συνηθειών που εκπλήσσει όλους, ακόμα και… τον αναγνώστη! Ωστόσο, η αποκάλυψη μιας απατηλής πραγματικότητας προσγείωσε απότομα την πρωταγωνίστριά μας, ενώ η συγκεκριμένη σκηνή, της αποκάλυψης, που εκβίασε βέβαια η Γιοβάνκα κι εξουθένωσε τη Ράικα, είναι από τις πιο διασκεδαστικές του μυθιστορήματος.
     Η παρένθεση αυτή άνοιξε κι έκλεισε χαρίζοντας οδύνη αλλά και γνώση στην ηρωίδα. Ήταν η ακατάσχετη πεισματάρικη και την ίδια ώρα σωτήρια και καταστροφική μαζί δύναμη που δίνει τη λύτρωση σπρώχνοντας τον κάθε πόνο στα όριά του και την πτώση ως το τέρμα της, ως το μη παρέκει, όπου ο άνθρωπος ή γίνεται θρύψαλα ή καταφέρνει να σταθεί ξανά όρθιος, στα πόδια του. Και η ηρωίδα μας επέστρεψε αξιοπρεπώς στον συνηθισμένο της ρυθμό, στην κλειστή και μονοδιάστατη ζωή της, στη μοναξιά μέσα στην οποία έβρισκε στιγμές ευτυχίας και πραγμάτωσης του φαντασιακού της σκοπού.
Χριστίνα Παπαγγελή

Τρίτη, Φεβρουαρίου 24, 2026

Καθεδρικοί, Κλαούδια Πινιέιρο

     Συναρπαστικό πάντα το γράψιμο της αγαπημένης «βασίλισσας του αργεντίνικου νουάρ» Κλαούδια Πινιέιρο («Η Ελένα ξέρει»), γιατί κινείται σε πολλά επίπεδα συνδυάζοντας αγωνία στην πλοκή, ψυχογραφικό ενδιαφέρον και απολαυστική/διεισδυτική γραφή.
     Σε πρώτο επίπεδο, είναι μια ιστορία μυστηρίου, γιατί «υπάρχει πτώμα» και μάλιστα καμένο και τεμαχισμένο με ειδεχθή τρόπο, μιας νεαρής κοπέλας, της Άννας. Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο πρόκειται για μια οικογενειακή ιστορία, γιατί εμπλέκονται με οργανικό τρόπο όλα τα μέλη της οικογένειας· άλλωστε, φαίνεται ξεκάθαρα μέσα από την πλοκή αλλά και την ευφυή δομή που επέλεξε η συγγραφέας ότι όλο το συγκεκριμένο οικογενειακό σύστημα «στήριξε» αυτόν τον αλλόκοτο θάνατο της μικρότερης από τις τρεις κόρες («Μπουμπούκι» την έλεγε ο πατέρας της), κι αυτός ο θάνατος στη συνέχεια επηρέασε καθοριστικά τις προσωπικότητες και τις σχέσεις των μελών της οικογένειας, ακόμα και της επόμενης γενιάς. Τέλος, αναδεικνύεται ότι δεν είναι υπεύθυνα μόνο τα άτομα που απαρτίζαν την οικογένεια, αλλά και ολόκληρο το κοινωνικό και θρησκευτικό κατεστημένο (ξαναείδαμε πώς η συγγραφέας επιρρίπτει ευθύνες στην αυστηρή καθολική εκκλησία) εφόσον με τους περιορισμούς που επιβάλλει η εμμονική και παράλογη προσήλωση στο δόγμα, τα άτομα φτάνουν σε αδιέξοδα.
     Αυτό είναι το γενικότερο πλαίσιο, και ο τρόπος με τον οποίο χτίζεται η ιστορία -σπονδυλωτά καθώς στα έξι διαφορετικά κεφάλαια ο συγγραφέας εστιάζει στα έξι διαφορετικά πρόσωπα που εμπλέκονται πιο άμεσα-, είναι επίσης αριστοτεχνικός. Η συγγραφέας, τριάντα χρόνια μετά το έγκλημα, μας οδηγεί σιγά σιγά στην καρδιά της υπόθεσης, δηλαδή στη λύση του μυστηρίου (και στην καρδιά των αρρωστημένων συναισθημάτων που οδήγησαν στην εγκληματική πράξη, επίσης) ξεκινώντας μάλλον περιφερειακά:
     Η πρώτη που αφηγείται μάλιστα πρωτοπρόσωπα, είναι ίσως και το πιο απομακρυσμένο με την υπόθεση άτομο, η μεσαία από τις τρεις αδερφές, η Λία, που αμέσως μετά τον θάνατο της μικρής αδερφής της, με την οποία ήταν πολύ δεμένη, εξαφανίστηκε στην Ευρώπη (εμείς οι αναγνώστες μόνο και ο πατέρας της ξέρουμε ότι βρίσκεται στο Σαντιάγο ντε Κομποστέλλα), δουλεύει σε βιβλιοπωλείο και δεν θέλει να έχει καμιά σχέση με την οικογένειά της και την Αργεντινή, παρά μόνο αν εξιχνιαστεί περισσότερο το έγκλημα της Άννας, που «έκλεισε» με το πόρισμα ότι το θύμα βιάστηκε, θανατώθηκε και στη συνέχεια προσπάθησε προφανώς ο εγκληματίας να εξαφανίσει τα ίχνη τεμαχίζοντας και καίγοντας το σώμα. Η Λία έχει κόψει κάθε δεσμό με το παρελθόν, δεν θέλει να μαθαίνει νέα, πάντα δήλωνε άθεη προκαλώντας το περιβάλλον της, αλλά τώρα έχει κι επίσημα αποκηρύξει την πίστη της στον θεό, κι ακόμα περισσότερο μετά τον αποτρόπαιο θάνατο της αδερφής της (έπαψα να πιστεύω στον θεό εδώ και τριάντα χρόνια, η πρώτη φράση του βιβλίου). Η μόνη επαφή της είναι με τον πατέρα της, κι αυτή αυστηρά με τους δικούς της όρους.
     Στο κάδρο μπαίνει και ο νεαρός Ματέο, ο μοναδικός ανιψιός της Λίας του οποίου φυσικά την ύπαρξη δεν γνώριζε, γιος της μεγαλύτερης αδερφής Κάρμεν, ο οποίος, στο συγγραφικό παρόν, μετά δηλαδή τριάντα χρόνια από το έγκλημα, εγκαταλείπει ξαφνικά κι απροειδοποίητα κι αυτός την οικογένειά του και την Αργεντινή, και ψάχνει να βρει τη θεία του. Ο Ματέο είναι αρχιτέκτονας, και διατηρεί ιδιαίτερο δεσμό με τον παππού Αλφρέδο (πατέρα των κοριτσιών) ο οποίος, βλέποντας το τέλος του να πλησιάζει χωρίς να έχει απαντήσει στα καυτά ερωτήματα του θανάτου της Άννας, έρχεται κοντά με τον εγγονό και, με πρόσχημα την επίσκεψη και σχεδιασμό σπουδαίων καθεδρικών ναών της Ευρώπης, σχεδιάζουν ταξίδι εξερεύνησης, και αναζήτησης, ουσιαστικά, της αλήθειας. Σ’ αυτό το ταξίδι, ο Ματέο πηγαίνει μόνος όμως, γιατί εντωμεταξύ ο Αλφρέδο είναι γέρος και άρρωστος.
     Στο ίδιο κεφάλαιο, το πρώτο («Λία»), οι αναγνώστες συναντούν και την -αντιπαθητική απ’ την πρώτη στιγμή- Κάρμεν με τον άνδρα της, τον Χουλιάν, οι οποίοι αναζητούν τα ίχνη του εξαφανισμένου γιου τους και οδηγούνται σε απόγνωση στην αποκηρυγμένη αδερφή, δηλαδή στο Σαντιάγο ντε Κομποστέλλα (η μητέρα μου περιφρονούσε τη Λία και δεν της είχε ξαναμιλήσει από τότε που η θεία μου έφυγε από το σπίτι). Η συνάντηση των δύο αδερφών είναι βέβαια ψυχρή, με αποκορύφωμα το τέλος, όπου η Κάρμεν με απόλυτο κυνισμό προσφέρει στην ανήξερη Λία τις -μισές- στάχτες του πατέρα τους, του Αλφρέδο (σκέφτηκα ότι θα ήθελες να τις φυλάξεις, λάθος έκανα;)!
     Αυτή λοιπόν την εικόνα, αυτήν την καθηλωτική σκηνή επέλεξε η συγγραφέας ως πρώτη, για να ξετυλίξει το κουβάρι, το μυστήριο της δολοφονίας της νεαρής κοπέλας τριάντα χρόνια πριν. Ένα σκηνικό αιφνιδιαστικό για τον αναγνώστη, ιδωμένο μέσα από τα μάτια της πιο αποστασιοποιημένης ηρωίδας, αλλά και κατάλληλο για να μας συστήσει κάποια απ’ τα κύρια πρόσωπα μαζί με τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά τους. Μια απροσδόκητη «σύνοδος», σύγκλισης δηλαδή των βασικών προσώπων του βιβλίου συνέβη εκείνη τη μέρα στο βιβλιοπωλείο της Λίας: Λία, Κάρμεν, Χουλιάν, Ματέο, Αλφρέδο, ενώ ως βασικά πρόσωπα που δίνουν και την δική τους οπτική στα αντίστοιχα κεφάλαια μένουν η Μαρσέλα, παιδική φίλη του θύματος, και ο νεαρός τότε «ντετέκτιβ» Έλμερ, υπεύθυνος τότε της ομάδας Σήμανσης και νυν αστυνομικός.
     Οι οικογενειακές σχέσεις

Είμαστε μια ουλή.
Η οικογένειά μου είναι η ουλή
που άφησε η δολοφονία.
     Καθώς οι ήρωες παίρνουν με τη σειρά τον λόγο, χτίζουμε σαν παζλ την ιστορία σαν σε ομόκεντρους κύκλους, ξεκινώντας, όπως είπαμε πιο πριν, από την περιφέρεια. Ο Ματέο, ο δεύτερος αφηγητής, έφυγε από την Αργεντινή χωρίς να ειδοποιήσει καν τους γονείς του, έχοντας στο σακίδιό του τρία γράμματα από τον παππού του -ένα για τον ίδιο, ένα για τη Λία, κι ένα που απευθύνεται και στους δύο μαζί, που θα το διάβαζαν αν εξασφαλίζονταν οι συνθήκες συνεύρεσης. Αμέσως καταλαβαίνουμε ότι υπάρχει ένας γερός δεσμός μεταξύ τους, επικοινωνίας κι εμπιστοσύνης, με άξονα τον θάνατο της Άννας, ενώ στον αντίποδα είναι η μεγάλη και αντιπαθητική αδερφή, η αυστηρή κι απαιτητική Κάρμεν, την οποία έχει απαρνηθεί ακόμα και ο γιος της (η μητέρα μου, ακόμα και σήμερα, με φοβίζει). Βλέπουμε λοιπόν την καθηγήτρια Θεολογίας Κάρμεν και τον Χουλιάν (που την εποχή του εγκλήματος ήταν σπουδαστής στην Ιερατική Σχολή με φιλοδοξία να γίνει κληρικός, που σημαίνει να ασπαστεί την αγαμία), αυτή τη φορά μέσα από το πρίσμα του Ματέο, του γιου τους: πολλές φορές αισθάνθηκα ντροπή για τους γονείς μου/οι γονείς μου πάντα τα κατέστρεφαν όλα/ως μοναχοπαίδι δεν είχα με ποιον να μοιραστώ την ατέρμονη ένταση της σχέσης μας. Μαθαίνουμε ότι είναι πιστοί, δραστήριοι και ευσεβείς μέχρι φανατισμού ακτιβιστές-καθολικοί, και τρέφουν την προσδοκία από τον Ματέο να μπει στην Ιερατική Σχολή, όνειρο που ο γιος τους διέψευσε (δεν καταλαβαίνω την επιθυμία κάποιου να γίνει ο γιος του παπάς). Κυρίως όμως για τη μητέρα, την μεγαλύτερη αδερφή Κάρμεν (6 και 4 χρόνια μεγαλύτερη από την Άννα και τη Λία αντίστοιχα), λέει τα χειρότερα: Η μητέρα μου είναι το πιο ξιπασμένο άτομο που γνωρίζω/είναι ο τρόπος της να σε χειραγωγεί/ η περίπτωση της μητέρας μου είναι κάτι που αδυνατώ να αποκρυπτογραφήσω/έφυγα από την Αργεντινή νιώθοντας πως δεν υπήρχε δεσμός που να μ’ ενώνει με κάποιον. Αν ευγνωμονεί για κάτι τους γονείς του, είναι «που τον ανάγκασαν να αντισταθεί στον φανατισμό τους», φανατισμός που τους οδηγεί να εξηγούν τα πάντα με τη «Θεία Βούληση».
     Ο Ματέο ωστόσο στηρίζεται συναισθηματικά στον παππού του, τον ευαίσθητο και πράο Αλφρέδο (η γιαγιά, δηλαδή η μητέρα των κοριτσιών είναι σχεδόν απούσα, άχρωμη και άβουλη). Ο Αλφρέδο νοιάζεται βαθιά για τον Ματέο με τρόπο πιο ουσιαστικό απ’ ό, τι οι γονείς του, τον απασχολεί η μοναξιά του εγγονού του, βλέπει ότι είναι ντροπαλός και εύθραυστος και τον «εκπαιδεύει για επιβίωση» (υπάρχουν τόποι όπου είναι πιο δύσκολο να επιβιώσεις: η έρημος, ένα ερημονήσι, η κορυφή ενός βουνού, η ζούγκλα. Η οικογένειά μου). Στο πλαίσιο αυτής της βαθιάς επικοινωνίας, σχεδιάζουν μαζί το «Μονοπάτι του Σαντιάγο» -μια διαδρομή που μας φέρνει σε επαφή με τους «Καθεδρικούς» ναούς που επέλεξαν παππούς κι εγγονός, αλλά ουσιαστικά, μας φέρνει κοντά στη λύση του μυστηρίου. Γιατί ο δαιμόνιος παππούς δεν παύει να προβληματίζεται για τον θάνατο της μικρής του κόρης, και να διερευνά, έχει κάνει τις επαφές και τις προσωπικές του έρευνες, με τη βοήθεια του Έλμερ, κι έχει βγάλει τα συμπεράσματά του, με «έλεος και φόβο». Έχει κρατήσει άπειρες σημειώσεις και φωτογραφίες, που πέφτουν μετά από χρόνια στα χέρια του Ματέο (ένιωσα άβολα που έχωνα τη μύτη μου σε κάτι που δεν μου ανήκε, η ουλή μου, ωστόσο, μ’ έκανε συμμέτοχο σε όσα γράφονταν εκεί).
Πρέπει ν’ αρχίσεις να χάνεις τη μνήμη σου,
ακόμα και περιστασιακά μόνο,
για να καταλάβεις ότι τούτη η μνήμη είναι
που συνιστά ολόκληρη τη ζωή μας
     Μαρσέλα και Έλμερ
     Η τρίτη αφηγήτρια είναι η Μαρσέλα, που δεν είναι μέλος της οικογένειας αλλά είναι η καλύτερη και ίσως η μοναδική φίλη της Άννας. Γνωρίζει σχεδόν όλα της τα μυστικά, και συμπαραστέκεται σε κάθε δυσκολία. Δυστυχώς, η Μαρσέλα την ώρα ακριβώς του θανάτου της Άννας, έπαθε «εμπροσθόδρομη αμνησία»[1] από χτύπημα στο κεφάλι, θυμάται δηλαδή με κάθε λεπτομέρεια ό, τι συνέβη πριν το ατύχημα, όχι όμως τα μετέπειτα γεγονότα. Έτσι, δεν λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η κατάθεσή της, παρόλο που ήταν παρούσα στο ατυχές γεγονός, και οι ισχυρισμοί της ότι η Άννα «πέθανε στα χέρια της» ερμηνεύονται από τους ειδικούς ως απόρροια μετατραυματικού σοκ. Γιατί, δικαιολογημένα, ο τεμαχισμός και η καύση του σώματος, δεν μπορεί παρά να αποδοθεί σ’ έναν εγκληματία από πρόθεση.
     Η εξομολόγηση της Μαρσέλα είναι όχι μόνο η αφήγηση-κλειδί για την υπόθεση και για τον αναγνώστη, όσο αφορά την διερεύνηση του μυστηρίου, αλλά και ίσως το ωραιότερο μέρος του βιβλίου. Παρακολουθούμε με δέος τις τιτάνιες προσπάθειες της νεαρής κοπέλας/γυναίκας να μπορέσει να προσανατολιστεί σ’ έναν κόσμο όπου δεν μπορεί να συγκρατήσει συμβάντα του παρόντος (κρατά σημειώσεις με αξιοθαύμαστο σύστημα), την αδυναμία συγκέντρωσης, την επινόηση γεγονότων για να συμπληρώνει τα κενά μνήμης (η ζωή μου τώρα έχει αξία όταν κλίνεται στον Υπερσυντέλικο, σε ό, τι έγινε πριν το ατύχημα. Είχα πάει, είχα δει, είχα βρεθεί…), και όπου δεν την πιστεύουν εφόσον όλες οι αναμνήσεις της από την αποφράδα μέρα θεωρούνται μετατραυματικό παραλήρημα. Ένα παραλήρημα που το παρακολουθούμε κι εμείς οι αναγνώστες, με ενδιαφέρον και δέος.
     Κυρίως όμως όλο το κεφάλαιο είναι ύμνος στη φιλία, αυτήν την παιδική/εφηβική φιλία, την αγνή, πιστή κι αδιαμφισβήτητη. Η Μαρσέλα μάς γνωρίζει την Άννα, τον χαρακτήρα της, τις χαρές και τις αγωνίες της, σέβεται τα μυστικά της (αρνήθηκε ακόμα και μετά τον θάνατο της φίλης της να προδώσει τις κρυφές της πράξεις και τα συναισθήματά της, αν και θα διαφωτιζόταν κάπως η υπόθεση), της συμπαραστέκεται με αυτοθυσία στις δύσκολες στιγμές. Μαθαίνουμε τώρα από τις σημειώσεις ότι η Άννα ήταν ερωτευμένη (η Άννα πίστευε πως το να υποφέρεις, σημαίνει να είσαι ερωτευμένος. Δεκαεφτά χρονών ήμασταν, πολύ λίγα ξέραμε για τη ζωή και τον έρωτα/ήμασταν πιο πολύ ερωτευμένες με τον ίδιο τον έρωτα παρά με το εκάστοτε αντικείμενό του), αλλά ούτε καν η Μαρσέλα δεν ξέρει το όνομά του (ήταν ένα από τα εφτασφράγιστα μυστικά), και μάλιστα η Μαρσέλα ξέρει και τι ήταν αυτό που σκότωσε την Άννα, έχει ορκιστεί όμως να μη μιλήσει…
     Τριάντα χρόνια αργότερα, ωστόσο, θα την αναζητήσει ο Αλφρέδο, και, μέσα από τις αναλυτικές σημειώσεις της πάντα, θα μάθουμε ότι δεν παρέβη τον όρκο, δεν πρόδωσε τη φίλη της, ωστόσο ο οξυδερκής παππούς με τη βοήθεια του οξυδερκέστερου αστυνομικού Έλμερ, υποψιάζονται πια όχι μόνο από τα συμφραζόμενα αλλά και τις αποσιωπήσεις της  την αλήθεια, ή έστω, μέρος της αλήθειας.
     Όπως είπαμε και πριν, ο Έλμερ, παρόλο που έχουν περάσει τριάντα χρόνια, όχι μόνο θυμάται την υπόθεση που ήταν και η πρώτη του επίσημη, όχι μόνο θεωρεί τον εαυτό του «εγκληματολογικό ερευνητή» (κάτι διαφορετικό από τον εγκληματολόγο) κι έχει το μεράκι της έρευνας (η δουλειά του είναι το πάθος του), αλλά έχει κρατήσει αντίγραφα της υπόθεσης για την οποία από την αρχή πίστευε ότι υπάρχει το στοιχείο της συγκάλυψης. Παρακολουθούμε λοιπόν με ακρίβεια επιστημονική τα στοιχεία και τους συλλογισμούς του Έλμερ, κυρίως τα ερωτήματα που προκύπτουν (π.χ. ποια ήταν τα πιθανά αίτια θανάτου, τι μπορούσε να συγκαλύψει ο τεμαχισμός με τον τρόπο που έγινε κ.α.) και τον μονόδρομο των πιθανών απαντήσεων, ακόμα κι αφού εξετάσουν μαζί με τον Αλφρέδο την μοναδική, και θλιβερή μάρτυρα, τη Μαρσέλα.
     Μερικές φορές δεν υπάρχει αύριο
     Οι επιστημονικές και ανατομικές γνώσεις του Έλμερ οδηγούν την έρευνα πολύ κοντά στη λύση, της οποίας τις λεπτομέρειες αρχίζει να υποψιάζεται και ο Αλφρέδο, ο πατέρας. Έχει αξία εδώ να υπογραμμίσουμε το πώς η συγγραφέας αποδίδει με λεπτότητα τα συναισθήματα, και του Αλφρέδο και της Μαρσέλας, καθώς διερευνούν την υπόθεση.
     Όμως πιο κοντά στο κέντρο του κύκλου είναι ο Χουλιάν και τέλος η Κάρμεν. Οι αφηγήσεις τους είναι συγκλονιστικές για τον αναγνώστη, καθώς μπαίνουμε στην καρδιά των γεγονότων και των σχέσεων των ηρώων. Δεν είναι σκόπιμο όμως, σε μια ιστορία μυστηρίου, να προδώσω στοιχεία-κλειδιά γι’ αυτό δεν είναι δυνατόν να πω και πολλά περισσότερα αποκαλύπτοντας την αιτία του θανάτου, ή τους δράστες και τα κίνητρα της κακοποίησης του σώματος.
     Ο Χουλιάν, μαθητής της Ιερατικής Σχολής τότε, με ματαιοδοξία να «είναι ο εκλεκτός», να ξεχωρίσει, μπαίνει στον πειρασμό του έρωτα κυρίως όταν γνώρισε την Κάρμεν, που μπαίνει στη ζωή του σαν «τυφώνας». Το «ακαταμάχητο» κορμί της Κάρμεν κολάζει τα όνειρά του, εκείνη όμως ξέρει να προκαλεί και να περιμένει. Οι εσωτερικές σκέψεις του Χουλιάν μπροστά στις δοκιμασίες που του φέρνει η ζωή είναι από τα ωραιότερα σημεία του βιβλίου, όπως αξιοθαύμαστη και μέσα στα πλαίσια της θρησκείας είναι και η ειλικρινής σχέση που χτίστηκε με την Κάρμεν, παρά τα παραστρατήματά του. Ωστόσο, σοκάρει τον αναγνώστη ο ορθολογισμός της τελευταίας, ο τρόπος της να αποποιείται τις ευθύνες (που τον περνά και στον σύντροφό της) και η «αξιοποίηση» του καθολικού δόγματος ώστε να συγχωρούν τον εαυτό τους και να έχουν τη συνείδησή τους ήσυχη («θέλημα Θεού») .
 
  Εγώ, ο πατέρας της,
είμαι υπεύθυνος για τον θάνατο της Άννας
Για όσα έπρεπε να κάνω αλλά δεν έκανα.
    Στο κέντρο του κύκλου, αν υιοθετήσουμε τη θεωρία της σπειροειδούς αφήγησης από την περιφέρεια στο κέντρο, η συγγραφέας με σοφό τρόπο τοποθέτησε τον Αλφρέδο, τον πατέρα. Διαβάζουμε στο τελευταίο κεφάλαιο το γράμμα που απευθύνεται μετά θάνατον στη Λία και στον Ματέο, σαν ένα θλιβερό επίλογο, που αποδίδει όχι μόνο την πραγματικότητα, την αλήθεια που μπόρεσε να αντέξει (απαλλαγμένη από τις αποκρουστικές λεπτομέρειες), όχι μόνο τα γεγονότα, αλλά και την ευθύνη στον ίδιο, στον πατέρα. Κι ακούγεται τραβηγμένο, αλλά από μια πλευρά είναι και αληθινό: ο πατέρας, σαν θεματοφύλακας των νόμων που ισχύουν, θρησκευτικών, κοινωνικών, πολιτικών, έχει συναίσθηση της ευθύνης για τα σφάλματα και τις λύσεις των παιδιών του -θα μπορούσε να προβλέψει, να συντρέξει, να αποτρέψει.
     Ο Αλφρέδο βλέπει τον καθένα σαν ένα ολοκληρωμένο κόσμο, έναν «καθεδρικό ναό» φτιαγμένο με διαφορετικά υλικά, π.χ. της Μαρσέλας ο ναός από μαύρες πεταλούδες (το σημειωματάριό της), της Λίας από βιβλία, της Άννας από τις ζωγραφιές της… Κι ο δικός του: «Ο δικός μου, ένας καθεδρικός φτιαγμένος απ’ τις λέξεις που θέλω να πάρω μαζί μου εκεί που πάω…».
     Και, τέλος, μ’ έναν απίστευτο ύμνο στην αγάπη, τη σπάνια, βαθιά κι άδολη αγάπη που ο ίδιος στα τελευταία χρόνια της ζωής του βίωσε με τη Μαρσέλα, με μια αναφορά στην πίστη/έλλειψη πίστης και στην ελευθερία που αποτόλμησαν να χαρίσουν στον εαυτό τους η Λία και ο Ματέο δραπετεύοντας από το σύστημα, κλείνει το υπέροχο στερνό γράμμα ο Αλφρέδο, και μαζί και το βιβλίο.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] Δευτεροπαθής ή εμπροσθόδρομη αμνησία (Anterograde amnesia): Οι άνθρωποι με αυτό το είδος αμνησίας έχουν πρόβλημα να θυμηθούν αυτά που συμβαίνουν τώρα, ως αποτέλεσμα κάποιου τραυματισμού στο κεφάλι. Δεν ξεχνούν την παιδική τους ηλικία ή το ποιοι είναι, όμως δυσκολεύονται πολύ να ανακαλέσουν την καθημερινότητα.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 16, 2026

Φως της Φονιάς, Γιάννης Ατζακάς

     Είναι το τρίτο βιβλίο της αυτοβιογραφικής τριλογίας του Θασίτη συγγραφέα (τα άλλα δύο: «Διπλωμένα φτερά» και «Θολός βυθός»)· μιας τριλογίας «ενηλικίωσης» (bildunsroman)[1], όπου παρακολουθούμε την τεθλασμένη πορεία του παιδιού, του προέφηβου και στη συνέχεια έφηβου Γιάννη μέσα σ’ ένα δύσκολο χωροχρόνο: ορεινό χωριό στη Θάσο, ορφάνια από μητέρα, εμφύλιος, πατέρας αντάρτης εξαφανισμένος και προκηρυγμένος. Ένα ζωηρό κι έξυπνο παιδί γεννημένο το 1941 (!), που έχασε τη μάνα του σχεδόν στη γέννα και μεγάλωσε με τη γιαγιά Βενετιά και τον πάππο Γιάννη, με καημούς, βάσανα, ακάματο μόχθο και άπειρες δυσκολίες, στο πανέμορφο κι ευλογημένο κατά τ’ άλλα χωριό Θεολόγος.
     Στο δεύτερο βιβλίο της τριλογίας (Θολός βυθός) έχουμε δει τα ζόρικα χρόνια της «ξενιτιάς» του οκτάχρονου αγοριού, καθώς η γιαγιά- Βενετιά έκρινε σκόπιμο να «μάθει γράμματα» ο Γιάννης, και να τον στείλει εσώκλειστο στις «Παιδοπόλεις» της βασιλισσας Φρειδερίκης. Οκτώ χρόνια λείπει λοιπόν απ’ το χωριό, από τα 8 μέχρι τα 16 του χρόνια, έχοντας όμως τελειώσει τις δύο πρώτες τάξεις του τετρατάξιου Γυμνασίου στη Θεσσαλονίκη, στον θείο του Παντελή, κι όχι στα ιδρύματα. Κι επιστρέφει τον Ιούνιο του 1957 στο χωριό (ο πάππος Γιάννης εντωμεταξύ έχει πεθάνει), για να τον στείλει η γιαγιά του στην Καβάλα στο σπίτι της φίλης της της Σουλτάνας, να τελειώσει πια το Γυμνάσιο –εφόσον διαπρέπει και στα γράμματα όπως αποδείχθηκε (ολάκερη Θάσος και να μην έχει ένα Γυμνάσιο!!).
     Αυτή τη φορά η γραφή είναι τριτοπρόσωπη, και θα λέγαμε πιο γραμμική- δεν εμφανίζεται πουθενά, όπως στα δύο προηγούμενα βιβλία ο ενήλικος, εξήντα+ Γιάννης, και δεν υπάρχουν χρονικές αναδρομές, παρά μόνο αναμνήσεις και αναπολήσεις. Η πρώτη πρώτη σκηνή είναι «ο νόστος» (έτσι επιγράφεται άλλωστε και το κεφάλαιο), η επιστροφή του ήρωα-συγγραφέα «στη δική του Ιθάκη»· το πρώτο αντάμωμα του πατρογονικού τόπου, μετά τη λήξη της σχολικής χρονιάς στη Θεσσαλονίκη, μετά από τα 8 χρόνια ξενιτεμού, ενός 16χρονου νέου με πλούσιο συναισθηματικό κόσμο και πολλές εμπειρίες. Το γλαφυρό γράψιμο του Ατζακά μάς επιτρέπει να διεισδύσουμε στον ψυχισμό του ήρωα, να ψυχανεμιστούμε κάθε τρικύμισμα της συγκίνησης, αυτές τις στιγμές που πλησιάζει στο χωριό του (αν δεν ήταν οι χτύποι της μηχανής, ο Γιάννης θα μπορούσε ν’ ακούσει τώρα την καρδιά του να χτυπάει σαν γιορτινό ταμπούρλο), καθώς αναγνωρίζει ανθρώπους, κτίρια και τοποθεσίες, με μια ματιά πιο ενήλικη, πιο ώριμη, πιο έμπειρη.
     Κι αυτή είναι η γοητεία αυτού του βιβλίου, που δεν έχει την κρυμμένη οδύνη του «Θολού βυθού», αλλά, ιδιαίτερα στην αρχή, ένα ηθογραφικό θα λέγαμε ενδιαφέρον για τον υπέροχο αυτόν τόπο. Έναν τόπο όπου στην αρχή δυσκολεύεται ακόμα κι ο Γιάννης να προσαρμοστεί ξανά, π.χ. δεν καταλαβαίνει το γλωσσικό ιδίωμα της γιαγιάς του! Με τους χαρακτηριστικούς τύπους που βλέπουμε συχνά στα χωριά και τα παρατσούκλια τους, π.χ. τις φαρμακόγλωσσσες κουτσομπόλες Καπνηρίνες που κάθονται στο κατώφλι και σχολιάζουν (χρονιάρα μέρα, και είχαν αφήσει στην άκρη βελόνες κι αδράχτια, μη χάσουν τίποτα απ’ τα μάτια τους), τη Λασκαρούδα που λέει τον καφέ, τον μπακάλη που κόβει κίνηση, τον Μαθιό τον Πάθια που σπουδάζει ιατρική και γίνεται φίλος του, τον τυπολάτρη («ρουφιάνο»;) γραμματέα της κοινότητας, καθαρευουσιάνο και αντικομμουνιστή –βέβαια- Γραμματίκα κ.α. Διάφορους συγγενείς και ξαδέλφια που ουσιαστικά το «Γιαννούδ’» δεν είχε προλάβει να γνωρίσει, και κυρίως την τσάτσα (θεία) Μαρία και τον τυφλό σύζυγό της, τον μπαρμπα- Μανόλη που μένει στον κάβο της Φονιάς, με τους οποίους αποκτά έναν ιδιαίτερο δεσμό.
     Βλέπουμε ακόμη και νιώθουμε τα σκιρτήματα του έφηβου που αγαπά, που ψάχνει τον δρόμο του και την ταυτότητά του (το ένιωθε καθαρά πως δεν είχε το αίσθημα του γιου ούτε για τη μητέρα του, ούτε για τον πατέρα του/στο χωριό όμως οι άνθρωποι έπρεπε να τον αποδώσουν σ’ έναν πατέρα πρώτα, κι ύστερα σε μια μάνα), που γοητεύεται γρήγορα κι απογοητεύεται βαθιά. Που ανακαλύπτει τον διχασμένο μετεμφυλιακό κόσμο, τους ανθρώπους που τον υποδέχονται θερμά, γιατί εκτιμούσαν τον πατέρα του, και είχαν ίδια ιδεολογική αφετηρία (σαν κι εμάς, εν πικραμένοι ανθρώποι, τα παιδιά τους ζουν- σκοτώθηκαν, δεν ξέρουν), και τους «άλλους», τους κακεντρεχείς/κακιασμένους που θα τον προσβάλουν και θα τον πικράνουν για τον ίδιο λόγο (αποκαλούν την οικογένεια του «Μησεμέληδες», προφανώς επειδή ο πατέρας ήταν απερίσκεπτος στα νιάτα του, αντάρτης στη συνέχεια). Ανακαλύπτουμε, μαζί με τον έφηβο ήρωα, τη μοναδική φωτογραφία του πατέρα μέσα στο μπαούλο της γιαγιάς Βενετιάς («ανεξήγητη λύπη» ή «βαθύς θυμός;»), και μέχρι τέλους αγωνιάμε μαζί με τον έφηβο Γιάννη για την τύχη του Γιώργη Αρχοντή, που έχει να δει τον γιο του δέκα χρόνια, συμμεριζόμαστε τα συναισθήματα περηφάνιας αλλά και παράπονου του παιδιού, και περιμένουμε μαζί με τον ήρωα το ενδεχόμενο συναπάντημα πατέρα-γιου.
     Φως της Φονιάς
     Ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να γνωρίσει την ευρύτερη περιοχή του Θεολόγου, με τα βουνά και τα λαγκάδια, και όσο αφορά τη διαδρομή προς τον κάβο -Φονιά, τα απότομα βράχια «κομμένα με το μαχαίρι», τα καλύβια «γαντζωμένα στην κόψη του γκρεμού», τις βαθιές σπηλιές και τα «ανεμοδαρμένα ξωκλήσια», καθώς ο Γιάννης, όσο βέβαια βρίσκεται στο χωριό κι όχι στο σχολείο, συνοδεύει τη θεία του τη Μαρία που στέλνει φαγητό στον μπάρμπα τον Μανόλη. Ο κάβος της Φονιάς, ιστορικό μέρος από παλιότερη θρυλική σφαγή των πειρατών, είναι και κατά κάποιο τρόπο ο ορμίσκος όπου έκαναν μπάνιο οι κάτοικοι (με μεγάλη ευκολία έμαθε μπάνιο ο Γιάννης), ένας τόπος με απίστευτη ομορφιά καθώς φαίνεται, δίπλα στη Μηλιά και άλλες παραλίες (π.χ. Παράδεισος, σήμερα). Είναι κοντά στα Κίνερα ή Κοίνυρα (αρχαία ονομασία), και είναι το επίκεντρο αυτής της περιόδου δύο χρόνων που διατρέχει το μυθιστόρημα, όσο ο Γιάννης επισκέπτεται το χωριό στις διακοπές απ’ το σχολείο στην Καβάλα.
     Η κυρα- Μαρία, στη διαδρομή μέχρι να φτάσουν στο καλύβι του μπαρμπα- Μανόλη, αφηγείται τα βάσανά της, την ιστορία της ευρύτερης οικογένειας αλλά και την ιστορία του τόπου (από δω, απ’ τα Κοίνυρα, βλέπεις, φύγαν τα περισσότερα παιδιά, Στάλινγκραντ τη λέγαν τη Μηλιά κάτω), που δεν χορταίνει ο ήρωάς μας ν’ ακούει. Έτσι μαθαίνουμε κι εμείς για τη θρυλική μάχη ανάμεσα σε αντάρτες (6 τον αριθμό, μάλλον κι ο Γιώργης ανάμεσά τους) που έστησαν ενέδρα σε πενήντα χωροφυλάκους και τους κατατρόπωσαν (τέσσερις από τους αντάρτες είχαν τα καλύβια τους στη Μηλιά, και ξέραν τον τόπο σπιθαμή προς σπιθαμή). Μαθαίνουμε ότι κατόπιν έφυγαν εξορία περνώντας στη στεριά και φεύγοντας μέσα απ’ τα βουνά της Δράμας, γιατί η Θάσος, τουλάχιστον η περιοχή γύρω απ’ την Ποταμιά ήταν διχασμένη πολιτικά με αρκετό δυναμικό αριστερών (είχαν βγάλει και βουλευτή της ΕΔΑ, τον Άγγελο Λασκαρίδη). Τώρα, μετά από τόσα χρόνια (βρισκόμαστε στο ’57) δεν είναι ελεύθεροι ακόμα να επικοινωνήσουν με την Ελλάδα, και ενώ κανείς δεν ξέρει ακόμη αν ο Γιώργης Αρχοντής ζει ή αν πέθανε, στις αρχές του 1958, που επιτράπηκε στους εξόριστους να επικοινωνήσουν με τους δικούς τους, τους στέλνει γράμμα από τη Βάρνα (ένας μεγάλος βράχος σκώθηκε απ’ τα στήθια μ’ γιόκα μ’)[2]. Κι εκείνος, κι άλλοι συγγενείς.
     Κι όμως ο Γιάννης νιώθει ανάμεικτα συναισθήματα απέναντι σ’ έναν πατέρα, ή μάλλον στο φάσμα ενός πατέρα που θυμάται ελάχιστα: δεν υπήρχε στη ζωή του θέση για κανέναν πατέρα. Δεν μπορούσε να δεχτεί τώρα εκείνον για τον οποίον ο ίδιος ποτέ δεν υπήρξε· να αναστηθεί ξαφνικά εκείνος που γι’ αυτόν ποτέ δεν είχε πεθάνει, αφού ποτέ δεν είχε ζήσει κοντά του -τρεις θαμπές εικόνες μόνο, που κι αυτές ο χρόνος τις είχε σχεδόν σβήσει. Ωστόσο, δεν παύει να είναι «ο γιος του αντάρτη», κι έχει ν’ αντιμετωπίσει μέσα στο χωριό αυτό το «στίγμα», που από τη μια τον ξεχωρίζει και τον κάνει περήφανο κι απ’ την άλλη τον βάζει στο στόχαστρο του διχασμού. Έτσι, βλέπουμε τον ήρωα μέσα σ’αυτά τα δύο κρίσιμα της εφηβείας χρόνια να μεταλλάσσεται, και δεν παύει να συγκινείται όταν βλέπει στη φωτογραφία «τη βαριά σκιά που σκέπαζε τη ματιά του» πατέρα του.
     Η μαθητεία[3]
     Σύντομα ο Γιάννης θα ξεφύγει από τον ρόλο «γιος του αντάρτη» και θα αναδειχθεί, μέσα στο χωριό και στη συνείδηση όλων, σε μοναδική προσωπικότητα. Κι αυτό γιατί, πέρα από τη σεμνότητα και την εργατικότητα που φαίνεται ότι τον διέκρινε, ήταν ένα έξυπνο παιδί με αγάπη για τη γνώση και με εξαιρετικές επιδόσεις στα γράμματα. Αγαπούσε το διάβασμα, είχε την τύχη στην Καβάλα να έχει πολύ καλούς καθηγητές (μνημονεύεται συνέχεια σαν φωτισμένος Δάσκαλος ο κος Σχινάς), και, παρά τις αντιξοότητες (η στενή συγκατοίκησή του την πρώτη χρονιά με τη φίλη της θείας Μόρφως, την πενηντάχρονη Σουλτάνα ήταν ζόρικη) και τα πάθη του έρωτα, παρά τη φτώχεια και την απειρία του, αρχίζει να διακρίνεται ιδιαίτερα στα γλωσσικά μαθήματα. Άλλωστε από ένα σημείο και μετά, η δημόσια βιβλιοθήκη γίνεται το δεύτερο σπίτι του, το καταφύγιό του (στα τρία σχολικά χρόνια του στην Καβάλα, η βιβλιοθήκη έγινε το πραγματικό σπίτι του, η μόνη καταφυγή του/ανακάλυπτε τις σκοτεινές ροπές, τις αδάμαστες δυνάμεις της ανθρώπινης ψυχής). Είναι -και γίνεται- τόσο γνήσια βαθιά και η σχέση του με τον κόσμο του λόγου, που ακόμα κι οι χωριανοί γρήγορα τον ανακαλύπτουν, και τον καλούν να κάνει μαθήματα στα παιδιά τους, θαυμάζοντας τις ικανότητές του. Μέχρι και ο Γραμματίκας, που του λέει έξω απ’ τα δόντια ότι για να συνεχίσει τις σπουδές του πρέπει να έχει «Πιστοποιητικόν Κοινωνικών Φρονημάτων» («Για παππάς-παπάς για ζευγάς-ζευγάς»), κοινώς να επιλέξει με ποιους είναι («υιός συμμορίτου ή τέκνον της βασιλίσσης»), ακόμα κι αυτός λοιπόν, αναγνωρίζει την ευφυΐα και τις δεξιότητες του ήρωά μας.
     Η θητεία του Γιάννη στα σχολεία της Καβάλας έχει πρόσθετο ενδιαφέρον για τον αναγνώστη, γιατί παρακολουθούμε τα δειλά βήματα ενός παιδιού που ανακαλύπτει μόνος του έναν άλλον κόσμο, της γνώσης, της διασκέδασης, του κινηματογράφου, των ανταγωνισμών, της επιβίωσης.
     Όμως ο Γιάννης, όσο φοιτά στην Καβάλα, έχει τον νου του και την καρδιά του στραμμένη στο χωριό, πνίγεται από λαχτάρα και νοσταλγία. Γιατί είναι ερωτευμένος!
     Μέλι πικρό
     Όλο το μυθιστόρημα είναι διαποτισμένο από τον παιδικό/εφηβικό άτολμο και αγνό έρωτα προς την Έλλη, έναν «ρομαντικό» έρωτα που αναζωπυρώνεται αμέσως με την πρώτη ματιά αφότου επέστρεψε από τις παιδοπόλεις (εκείνη την ώρα κάτι λησμονημένο σκίρτησε μέσα του και μια μακρινή σαϊτιά βρήκε το άγουρο αγόρι κατάστηθα).
     Πρόκειται για μια αιθέρια ύπαρξη, πρόκειται για άτολμες συναντήσεις, φευγαλέες ματιές και αγγίγματα, για απίστευτες αναμονές και προσδοκίες, αλλά παρόλ’ αυτά μια βαθιά εσωτερική βεβαιότητα οδηγεί τον Γιάννη και τον κάνει να αντέχει τις δυσκολίες της απόστασης και της στέρησης. Σκηνές εφηβικές στον κάβο της Φονιάς, ελάχιστες συνομιλίες μεταξύ τους, τεράστια διαστήματα διαψεύσεων και σιωπής χτίζουν ωστόσο μια σχέση αμοιβαίας έλξης, που κλείνει τον κύκλο της με ιερότητα και σοβαρότητα αντάξια της συναισθηματικής φόρτισης του αγαπημένου ήρωα.
Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Το Bildungsroman (μυθιστόρημα διαπαιδαγώγησης/μαθητείας) είναι λογοτεχνικό είδος, γερμανικής προέλευσης (18ος αι.), που εστιάζει στην ψυχολογική, ηθική και κοινωνική εξέλιξη του πρωταγωνιστή από την παιδική ηλικία έως την ενηλικίωση. Μέσα από δοκιμασίες, έρωτες και συγκρούσεις, ο χαρακτήρας ωριμάζει, μαθαίνει και βρίσκει τη θέση του στην κοινωνία.
[2] (να σημειώσουμε εδώ ότι ο Γιώργης πρέπει να ήταν περίπου 40 χρονών σ’αυτήν την περίοδο!)
[3] Οι τίτλοι «Η μαθητεία» και «Μέλι πικρό» είναι τίτλοι κεφαλαίων του βιβλίου

Σάββατο, Φεβρουαρίου 07, 2026

Διπλωμένα φτερά, Γιάννης Ατζακάς

Το νιώθεις με μια σκοτεινή προαίσθηση
πως το μοναδικό μέλλον που μας περιμένει
είναι να ζήσουμε ξανά και ξανά
το ξεχασμένο παρελθόν μας
      Με τη βαθιά, διεισδυτική, βιωματική γραφή που χαρακτηρίζει τον αγαπημένο συγγραφέα (γνωστός περισσότερο από το μυθιστόρημά του «Θολός βυθός», που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβειο Μυθιστορήματος), ο αναγνώστης οδηγείται άμεσα και σχεδόν αδιαμεσολάβητα στον αγροτικό κόσμο της Θάσου, τα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου.
     Στο πρώτο αυτό βιβλίο της αυτοβιογραφικής τριλογίας («Ο θολός βυθός» είναι το δεύτερο), παρουσιάζεται και πάλι ο ώριμος, 64χρονος συγγραφέας να έχει επιστρέψει στο αγαπημένο του νησί μετά από «μεγάλες περιπλανήσεις» (που θα δούμε στα επόμενα βιβλία) και να αναπολεί τον κόσμο και τα πρόσωπα που πρωτογνώρισε και πρωτοαγάπησε (η καρδιά μπορεί και γνωρίζει αλάνθαστα τα μέρη που κάποτε) στα πρώτα οκτώ χρόνια της ζωής του, προτού τον στείλουν να «μάθει γράμματα» στις παιδουπόλεις, τα γνωστά ιδρύματα της βασίλισσας Φρειδερίκης. Είναι το ορεινό χωριό Θεολόγος, Κεφαλοχώρι στη Θάσο, η γενέτειρά του, και είναι η γιαγιά Βενετιά που τον μεγάλωσε με τον πάππο Γιάννη, εφόσον η μάνα (Αγγελική) πέθανε σχεδόν στη γέννα ενώ ο πατέρας Γιώργης, αντάρτης, έχει εξαφανιστεί και όλοι τον πιστεύουν για νεκρό.
     Σ’ έναν αρχικά «εωθινό» μονόλογο μάς συστήνεται ο ώριμος συγγραφέας, για να ξεδιπλώσει όχι μόνο τη βαθιά προσωπική ανάγκη να ξαναταξιδέψει στην «αυγή» της ζωής του και να «βάλει στο χαρτί όλες τις αλλόκοτες σκέψεις του, αλλά βλέπει την κατάθεση αυτή «να είναι ένας στερνός αποχαιρετισμός σ’ έναν κόσμο που έφυγε για πάντα και μαζί του έφυγαν κι εκείνοι που τον κράτησαν στις πλάτες τους και τον έφεραν ως τις δικές μας μέρες».
     Πράγματι, ενώ η παιδική ματιά του μικρού ορφανού Γιάννη φωτίζει τον κόσμο αυτόν, και τονίζεται μάλιστα αυτήν τη φορά κι από την πρωτοπρόσωπη γραφή, η πραγματική πρωταγωνίστρια, αυτή που κλέβει την παράσταση και την καρδιά μας, είναι η γιαγιά- Βενετιά· μια «λαϊκή», αγράμματη γυναίκα, μια ακόμα «ακάματη και γνωστική γερόντισσα» απ’ αυτές τις «μαυροφορεμένες» που όλοι/ες έχουμε γνωρίσει ή βιώσει και που τα δίνουν πολλές φορές όλα στους δικούς τους- και την ψυχή τους την ίδια- και δεν λαμβάνουν στο χέρι παρά ελάχιστα ψίχουλα…
     Έτσι λοιπόν, παρακολουθούμε τον καθημερινό μόχθο της Βενετιάς, αλλά και του πάππου Γιάννη σ’ αυτόν τον -ευλογημένο θα έλεγε κανείς- τόπο, να τα βγάλουν πέρα με τις αγροτικές εργασίες και να μεγαλώσουν τον εγγονό, τον γιο του αντάρτη, εξαφανισμένου γιου τους (έχουν κι άλλα τρία παιδιά παντρεμένα μακριά). Ένα ζωηρό μικρό αγόρι που γεννήθηκε το 1941, «αρσίζικο» -δηλαδή σκάνταλο-, τον Γιάννη. Είναι πόλεμος και είναι εμφύλιος, κι απ’ όσο μαθαίνουμε το χωριό έχει δώσει δυναμικό στο αντάρτικο.
   Αυτός ήταν για μένα ο πρώτος και μόνος 
παράδεισος της ζωής μου
      Ο συγγραφέας καταφέρνει να μας κάνει ν’ αγαπήσουμε τον τόπο του, το φως του, τις πλαγιές του, καθώς περιγράφει με λεπτομέρειες και το αγροτικό σπίτι, αλλά και τα κτήματα, το χωριό με τα άπειρα τοπωνύμια, τα γύρω χωριά και τις ρεματιές, κι όλον τον μακρινό ορίζοντα που φτάνει μέχρι το Πήλιο και τον Άθω, τον Αλμυρό, την Εύβοια, τις Σποράδες («ένα έξοχο γεωγραφικό ανάγλυφο»), μαζί με τον αγέρα που «ουρλιάζει» ερχόμενος από τον Όλυμπο και την Όσσα· έναν τόπο οπωσδήποτε ευνοημένο, και κατοικημένο μάλιστα -ως γνωστόν- από την αρχαία εποχή ("από τσι Έλληνοι τσι παλιοί"), όπως αποδεικνύει και το… επιτύμβιο που βρήκε ο πάππος του με την ανάγλυφη επιγραφή «ΑΥΡ ΠΡΟΚΛΟΣ ΧΑΙΡΕ» στο κτήμα τους, και, μέχρι να το δώσουν για το μουσείο, πίνει στην… υγειά του Προκλή όταν τον πιάνουν τα μεράκια (τι στην υγειά μας κάθεσαι και λες, τώρα, χριστιανέ μου. Ο άνθρωπος έχει χρόνια και ζαμάνια αποθαμένος/πάψε εσύ γριά. Πέρα από τον αργαλειό και τη ρόκα σου, άλλο δε νιώνεις εσύ. Εμείς μιλάμε για το κτήμα, πώς ήτανε στον καιρό του).
      Παρακολουθούμε τη ρουτίνα της γιαγιάς Βενετιάς που σηκώνεται όταν λαλάει το «πρώτο ορνίθι», και ξεκινάει μια ατέλειωτη αλυσίδα από δουλειές (άναμμα φωτιάς, άρμεγμα, τάισμα τα ζωντανά, νερό, λάτρα, πλύση με χίλιες δυσκολίες βέβαια, και το κυριότερο, το άναμμα του φούρνου δυο και τρεις φορές, εφόσον φιλοξενούσε τα ψωμιά (καμιά φορά και τρεις ζυμωσιές) και τα φαγητά όλης της γειτονιάς. Κάποτε να γνέσει, να πλέξει, να υφάνει. Κι ο μόχθος δεν τελειώνει όλη μέρα γιατί υπάρχουν πάντα και οι εποχιακές δουλειές: αμπέλια –τρύγος, μούστος και μουσταλευριές, τραχανάς και φλιμάρια, μαρμελάδες, ελιές (στο «χαμολόγι» πρώτα κι ύστερα στο «μαξούλι»), σαπούνι, και φυσικά κι άλλες που θα μου διαφεύγουν. Μα κι ο καλοσυνάτος, μερακλής και πράος πάππος Γιάννης έρχεται κι αυτός απ’ τα χωράφια, απ’ τα κλαδέματα, τα μπολιάσματα, τα σκαψίματα και τα ποτίσματα με γεμάτο τον τορβά του με φρούτα, και φτάνει επιτέλους το «ευλογημένο βράδυ», όπου όλοι, άνθρωποι και ζώα ξαποσταίνουν.
     Είναι αυτοί οι αδιατάρακτοι κι αγαπημένοι μικροί κύκλοι της ημέρας και της νύχτας, που ακολουθούσαν τον μεγάλο κύκλο του έτους και που κλείνουν μέσα τους την ταπεινή ζωή της γρια- Βενετιάς, και όλων φυσικά των ανθρώπων του χωριού.
      1949: η ώρα του όξους και της χολής
      Κι έρχεται ο τελευταίος χειμώνας στο χωριό («μόνο που κανένας μας δεν μπορούσε να το ξέρει»), ο χειμώνας του 1949 (της «καταραμένης χρονιάς»), μιας χρονιάς που πήγαινε στην κόψη του ξυραφιού μέχρι τέλους. Ο Γιάννης, οκτώ χρονών, έχει γραφτεί στην πρώτη δημοτικού αλλά δεν έχει τον νου του στα γράμματα (για τα μαθήματα δεν τραβούσα και μεγάλη συλλογή). Έχει μεγαλώσει πια, κι έχει αρχίσει να ρωτάει, που είναι η μάνα του, πού είναι ο πατέρας του. Έχει αρχίσει να είναι και πάρα πολύ ζωηρός (δυο φορές τον «καταχέρισε» μόνο η γιαγιά του!), ενώ σιγά σιγά τον βάζουν πια να κάνει και δουλειές (μια αγωγή που μπορεί να ήταν σκληρή, αλλά ήταν δοκιμασμένη αιώνες!).
     Κι αυτή η χρονιά η «κακοπιασμένη», δεν είναι μόνο «κακορίζικη» γιατί ο Γιάννης «δεν τα παίρνει τα γράμματα» και για τσομπάνης δεν κάνει, ούτε γιατί κόντεψε να πεθάνει από τη σκανταλιά του γλιστρώντας από τον κλώνο μιας σκαμνιάς όπου φύλαγε τη βουλγαρούδα του (πουλί) -περιστατικό καθοριστικό για την απόφαση της γρια- Βενετιάς να τον στείλει στις παιδοπόλεις, εφόσον κατάλαβε ότι δεν αντέχει τόση ευθύνη. Όχι, όπως γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας, δεν είναι μόνο αυτά, αλλά καθώς τελειώνει ο εμφύλιος, ήρθε η ώρα του όξους και της χολής, η ώρα του αίματος και του θανάτου.
      Είναι πολύ μικρός βέβαια για να καταλάβει τα αίτια και τις διχόνοιες αλλά, βλέπει λάμψεις και αίμα, ακούει μισόλογα και εισπράττει εκτίμηση και ενδιαφέρον από τους παλιούς συντρόφους του πατέρα του, άντρες που σε μια στιγμή κρίσιμη δεν είχαν ακολουθήσει τη θέλησή τους και από κάποιαν ανάγκη είχαν σκύψει το κεφάλι. Με το φως όμως που ρίχνει ο ώριμος συγγραφέας (αριστοτεχνική η ανάμειξη αναμνήσεων με την παιδική ματιά κι ερμηνείας του ενήλικα Γιάννη), βλέπουμε ένα χωριό διχασμένο, με έντονο το στοιχείο το αντάρτικο (έξι άτομα αλλά πολύ δυναμικά κι έμπειρα), που εν έτει 1949 έφερε ταπάνω κάτω για να τιμωρήσει τους προδότες.
     Οι αντάρτες κρύβονται με τη σιωπηρή ανοχή της φτωχολογιάς του χωριού (πολύς κόσμος του χωριού τους είδε με καλό μάτι/λίγο πολύ όλη η φτωχολογιά του χωριού είχε δουλέψει στα ξένα κτήματα και στα μεταλλεία του Μαυρόλακα, αλλά και στα καπνεργοστάσια στην Καβάλα), κι έχουμε σποραδικά επεισόδια αλληλοσκοτωμών αναστατώνουν τα ήρεμα νερά, οι ΜΑΥδες[1] και οι χωροφύλακες βρίσκονται επί ποδός, με αποκορύφωμα την «κόλαση» στην παραλία Μακρυνάμμο («Παράδεισος» ονομάστηκε όταν ήρθε ο τουρισμός) όπου οι έξι έστησαν ενέδρα σε ολόκληρο απόσπασμα και, αφού σκότωσαν και τραυμάτισαν, τους αφόπλισαν και τους ξαπόστειλαν στο χωριό.
     Πέρα όμως από τις εφόδους των χωροφυλάκων, την αιματοχυσία, τις επικηρύξεις, τον δόλο και τις προδοσίες, η χρονιά είναι κακορίζικη για τους Αρχοντήδες γιατί ακούγεται ότι ο Γιώργης, ο πατέρας, ήταν αυτός που σκότωσε κάποιον χωροφύλακα ενώ άλλη φήμη κυκλοφορεί ότι είναι ήδη νεκρός από τα πρωτοπαλίκαρα του Αντόν Τσαούς.
     Οι αντάρτες θα καταφέρουν να διαφύγουν το 1950 μέσα απ’ τα βουνά της Δράμας, όμως ο κύβος «ερρίφθη» για τον οκτάχρονο Γιάννη, παρά την ασθενική αντίδραση του πάππου του: μετά το ατύχημα, κι εφόσον δεν πήρε καν ενδεικτικό της πρώτης δημοτικού, η γιαγιά τον συνοδεύει στην Καβάλα απ’ όπου θα φύγει για την πρώτη παιδόπολη στο Καστρί (να δώσεις, γρια-Βενετιά, το παιδί, να μην το αδικήσεις).
     Η αναφορά στο «πρώτο της ζωής του ταξίδι» στην Καβάλα (εδώ θα συναντήσει τη φίλη της Βενετιάς, τη Σουλτάνα, που θα την δούμε στο τρίτο βιβλίο) είναι σύντομη, εφόσον θα αποτελέσει και το κύριο θέμα στον «Θολό βυθό». Και, σ’ αυτές τις τελευταίες σελίδες του βιβλίου ακούμε τη φωνή του, ώριμου πια συγγραφέα, που ομολογεί ότι έχει βυθίσει στο υποσυνείδητο αυτά τα έξι «θολά χρόνια» που πέρασε μαζί με τα άλλα «ανταρτόπληκτα» παιδιά, προοιωνίζοντας βέβαια την συγγραφή, οδυνηρή κι αποκαλυπτική, του επόμενου βιβλίου του.
     «Ο Θεός ορφανά κάνει, άμοιρα δεν κάνει»
     «Ο Θεός ορφανά κάνει, άμοιρα δεν κάνει», μια φράση της γιαγιάς Βενετιάς που θα συνοδεύσει σαν φυλαχτό τον Γιάννη στα δύσκολα, μια φράση όπου κυριαρχεί η πίστη ότι ο Γιάννης είναι ένα τυχερό παιδί. Και δεν μπορεί να μην σκεφτεί κανείς ότι από μια σπάνια διαίσθηση, μητρική κι αρχέγονη, η γιαγια- Βενετιά ένιωθε ότι ο Γιάννης «θα τρανέψει στα γράμματα», όπερ και εγένετο. Μα και ο ήρεμος παππούς θα επιβιώσει μέσα από τον Γιάννη, μιας και στο Πήλιο, όπου θα εγκατασταθεί στα όψιμα χρόνια, θα φτιάξει έναν αξιοθαύμαστο κήπο, μεταφέροντας το πνεύμα και την αγάπη του πάππου Γιάννη για τα κηπευτικά.
     Ο συγγραφέας, παντρεμένος πια και με παιδιά, αφιερώνει σαν μνημόσυνο ένα συγκλονιστικό κεφάλαιο στην γιαγιά- Βενετιά, στον θάνατο ή μάλλον το «αγγέλιασμά» της, στον αποχαιρετισμό όχι μόνο στο πρόσωπό της αλλά και σ’ όλον της τον κόσμο, εκφράζοντας με το διεισδυτικό του γράψιμο όλα τα ερωτήματα (από ποια μυστικά βάθη, από ποιες απόμακρες εσχατιές της ύπαρξής μας έρχεται αυτός ο ανελέητος άνεμος της μνήμης/γιατί η λέξη να είναι τόσο βαριά, τόσο ολισθηρή, τόσο απολιθωμένη; κλπ κλπ), αλλά και τα συναισθήματα που συνοδεύουν μια τέτοια απώλεια –ίσως είναι και οι πιο σπαραχτικές σελίδες του βιβλίου, γιατί έρχονται να επισφραγίσουν το ανείπωτο αυτής της τεράστιας αγάπης που δέχτηκε ο Γιάννης σαν παιδί, και ναι, σ’ αυτό ήταν τυχερός:
     "Εμένα ο Χριστός εν’ αδελφός μου. Μην κοιτάς αυτήν την καμπουρούδα μου εμένα, εκεί ειν’ κρυμμένα και διπλωμένα τα φτερά μου. Όταν έρθει κι η δική μου η ώρα, μ’ αυτά θα πετάξω να πάω στον ουρανό, κοντά στον Χριστό μου, ν’ αναπάψω κι εγώ το κορμάκι μου".
Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Οι Μονάδες Ασφάλειας Υπαίθρου γνωστοί και ως Μάυδες ήταν ένοπλη παραστρατιωτική οργάνωση που δημιουργήθηκε το φθινόπωρο του 1946 για την άμυνα της υπαίθρου και της επαρχίας απέναντι στις δυνάμεις του ΔΣΕ και βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Τα μέλη τους στρατολογούνταν κυρίως από κατοίκους της υπαίθρου και συνεργάζονταν συνήθως με την Χωροφυλακή και την Εθνοφυλακή

Κυριακή, Φεβρουαρίου 01, 2026

Θολός βυθός, Γιάννης Ατζακάς

Αν μια ματιά, φωτεινή σαν αχτίδα,
μπορούσε πραγματικά να φωτίσει βαθιά, ως τον θολό βυθό,
τις θαμπές σκιές και τα σκοτεινά βάραθρα.
Αν ο λόγος, κοφτερός σαν μαχαίρι,
μπορούσε να χαράξει ως μέσα στο κόκαλο,
αν μπορούσε να δώσει, για λίγο έστω,
πνοή στα αναιμικά φάσματα.
     Στον «θολό βυθό» της μνήμης καταβυθίζεται ο συγγραφέας στο αυτοβιογραφικό αυτό βιβλίο, το δεύτερο της τριλογίας που αφιερώνει στην πολυτάραχη ζωή του (τα άλλα δύο: «Διπλωμένα φτερά» και «Το φως της Φονιάς»). Και δεν είναι τόσο τα σημαδιακά ή συγκλονιστικά γεγονότα που δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό «πολυτάραχη», όσο το αποτύπωμα που αφήνουν τα ιδιαίτερα βιώματα στον ψυχικό κόσμο του ήρωα, που στο συγκεκριμένο αυτό, δεύτερο βιβλίο της βιογραφίας του, προσπαθεί να «συνδεθεί» με το Παιδί, το παιδί που υπήρξε κάποτε και που κρύβει τη φωνή του μέσα βαθιά στο υποσυνείδητο του ώριμου πια, κατασταλαγμένου φιλόλογου και συγγραφέα, Γιάννη Ατζακά.
     Το μικρό ορφανό παιδί που γεννήθηκε στον Θεολόγο της Θάσου μέσα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1941), με μάνα την… γιαγιά Βενετιά (αφού μεγάλωσε λίγο κατάλαβε ότι αυτή που αποκαλούσε «μάνα» ήταν η γιαγιά του), και πατέρα τον Γιώργη που εξαφανίστηκε στα βουνά -και φυσικά κανένας δεν μιλάει γι’ αυτό-, όταν πια ενηλικιώνεται και γίνεται ένας μορφωμένος ώριμος άντρας, γυρεύει να ανασύρει από το πέλαγος των αναμνήσεων τη δική του, τραυματική αλήθεια (με την κρυφή προσδοκία ότι μέσα στη μοναξιά και την απόλυτη σιωπή θα μπορούσε να ξαναβρεί τα σβησμένα ίχνη εκείνου του ξεριζωμένου παιδιού). Γιατί ο μικρός Γιάννης μέχρι τα οκτώ του χρόνια μεγάλωσε με τη γιαγιά του και με τον «πάππο» Γιάννη στις δύσκολες αγροτικές συνθήκες της εποχής εκείνης στο ορεινό χωριό της Θάσου (σε γενικές γραμμές αυτήν την περίοδο την καλύπτει το βιβλίο «Διπλωμένα φτερά»), στη συνέχεια όμως, την ανατροφή και μόρφωσή του «ανέλαβε» η… βασίλισσα Φρειδερίκη! Από την παιδόπολη «Απόστολος Παύλος» στο Καστρί της Κηφισιάς (για ένα χρόνο), στο Ιωσηφόγλειο στη λεωφόρο Συγγρού για άλλον ένα χρόνο, από κει στην «καλή Παναγιά» της Βέροιας όπου έμεινε άλλα τέσσερα χρόνια και δύο χρόνια στη Θεσσαλονίκη (στην αρχή στην παιδόπολη «Άγιος Δημήτριος» και στη συνέχεια σ’ ένα θείο του), ο Γιάννης έφτασε 16 χρονών για να επιστρέψει πάλι στο χωριό. Οκτώ χρόνια ένα μικρό παιδί, σε παντελώς άγνωστο περιβάλλον, και κάθε φορά διαφορετικό: ξανά και ξανά προσαρμογή, νέοι φίλοι κάθε φορά, νέες συνήθειες, νέες ρουτίνες, καινούριοι ομαδάρχες, δάσκαλοι, καθηγητές.
     Πρόκειται λοιπόν για μια δύσκολη «ενηλικίωση», ενός παιδιού που ψηλαφεί έναν κόσμο ακατανόητο, ενός παιδιού που θάβει τις φωνές και τα ερωτηματικά μέσα του γιατί ξέρει από πολύ νωρίς ότι, αν υπάρχουν απαντήσεις, αυτές είναι πολύ περίπλοκες. Αλλά το πιο οδυνηρό δεν είναι η πικρή μοναξιά ή ο φόβος του αγνώστου, είναι ότι αυτά τα «πέτρινα», δύσβατα χρόνια που βιώνει ως μικρό παιδί οδηγούν σ’ ένα είδος «αποστασιοποίησης», ένα είδος έλλειψης επαφής με το συγκινησιακό στοιχείο· με τα συναισθήματα, την αγάπη, τη νοσταλγία, την ενσυναίσθηση, -που μπορεί να πονούν αλλά κρατούν ζωντανούς τους δεσμούς με τα πρόσωπα που αγαπάς και σ’ αγαπούν. Κι είναι ο ενήλικας Γιάννης βέβαια που συνειδητοποιεί αυτήν την «ψυχική αναισθησία», όπως ακριβώς η ουλή σ’ ένα τραύμα που έχει κλείσει έχει χάσει την ευαισθησία στον πόνο: Μια βαθιά απάθεια, σαν μια σπάνια και άγνωστη νόσος, χωρίς συμπτώματα, χωρίς πόνο, αλλά και χωρίς ίαση, πρέπει να είχε προσβάλει τον ίδιο, όπως και τα περισσότερα από τα παιδιά. Το μόνο που ίσως μπορούσε τότε να νιώσει ήταν το αίσθημα μιας ατέλειωτης εγκατάλειψης, μιας περηφάνιας άπειρες φορές πληγωμένης.
     Αυτή η μεταλλαγή δεν γίνεται φυσικά αμέσως. Περνούν χρόνια στέρησης της μητρικής αγκαλιάς και της οικογενειακής θαλπωρής, άπειρες στιγμές αισθημάτων εγκατάλειψης, για να έρθει η στιγμή που η επίσκεψη της μαμάς/γιαγιάς Βενετιάς (που έρχεται πολύ σπάνια η καημένη) θα του φέρνει πια αμηχανία, και κάποια στιγμή στα δέκα-έντεκα θα νιώσει ανακούφιση όταν θα τη βλέπει να φεύγει… (είχα με τα χρόνια ξεπονέσει, φαίνεται. Δεν είχα πια οικογένεια, δεν είχα δικούς, δεν είχα σπίτι, δεν είχα χωριό). Θυμίζοντας τη θρυλική φράση του Ομήρου «ἀφρήτωρ ἀθέμιστος ἀνέστιός ἐστιν»…
     Αυτό το δεύτερο βιβλίο, λοιπόν, σαν ενδιάμεσος σταθμός ανάμεσα στους «δυο» Γιάννηδες, εκφράζει την άρση του εσωτερικού αυτού διχασμού, την συμφιλίωση με τον παιδικό, αποσυνδεδεμένο εαυτό (κάτω από τις αργές επιστρώσεις του χρόνου στο πρόσωπο και στα βάθη της ψυχής του, είχε άραγε παραμείνει ο ίδιος;). Και είναι πολύ ευφυής ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας μεταφέρει αυτήν την εσωτερική ανάγκη της «σύνδεσης με τον εαυτό» στη δομή του δεύτερου αυτού βιβλίου της τριλογίας (τα άλλα δύο έχουν πιο γραμμική αφήγηση): έχουμε δύο επίπεδα, δυο παράλληλες αφηγήσεις: του ήρωα-συγγραφέα που μεταφέρει την ψυχολογία του εξηντάχρονου Γιάννη, σε γ΄ ενικό (σε πλάγια γραφή), και την άμεση, πρωτοπρόσωπη «φωνή του Παιδιού», φυσικά σε πιο εκτεταμένη μορφή, μια «φωνή» που αφουγκράζεται και σχολιάζει ο συγγραφέας. Μ’ αυτόν τον ευρηματικό τρόπο ο αναγνώστης παρακολουθεί, όχι ακριβώς τις αναμνήσεις του ενήλικα ήρωα, αλλά τον τρόπο με τον οποίο το ίδιο το μικρό παιδί, με την απραγία και την άγνοια της ηλικίας, προσέλαβε τις εμπειρίες και τις εντυπώσεις από έναν κόσμο χαώδη (μεταπολεμικό κλίμα εμφυλίου), κατά το δυνατόν βέβαια.
     Ο αναγνώστης έρχεται αρχικά σ’ επαφή με τον ενήλικα Γιάννη. Έναν άνθρωπο μοναχικό και στοχαστικό, που αρέσκεται να περιπλανιέται στη φύση μακριά από την τεχνολογία και τον «πολιτισμό», να παρατηρεί τις εναλλαγές και τις αποχρώσεις προκειμένου να βρει τους ρυθμούς και τον εσωτερικό παλμό των αναμνήσεων. Είναι φανερή, ιδιαίτερα στην εισαγωγή του βιβλίου, η εσωτερική συγγένεια με τον λόγο του Σεφέρη («Κράτησα τη ζωή μου…» Αυτός όμως πώς κράτησε τη ζωή του; Και ποια ζωή;/όπου και να ταξιδέψεις όμως, ο τόπος αυτός πάντα θα σε πληγώνει). Πρόκειται για έναν ψυχισμό όπου όλα γίνονται αρχετυπικά και σημαδιακά, μια αρχέγονη γραφή όπου ο εξωτερικός κόσμος αντιστοιχεί στις ψυχικές καταστάσεις (ολόκληρη η ιστορία του πλανήτη ήταν γραμμένη πάνω στα σχήματα και τις πτυχώσεις (των βράχων), πάνω στα ρήγματα και τις ραβδώσεις, στα άπειρα απολιθώματα που άφησαν πάνω τους τα όστρακα, οι ρίζες και τα φυτά του βυθού).
     Στα μέρη αυτά του βιβλίου βλέπουμε έναν ελεύθερο από «μικρούς και μεγάλους» καταναγκασμούς άνθρωπο, που επιστρέφει· επιστρέφει πρώτα πρώτα στη «γοητεία του λόγου» (φέτος θα επέστρεφε στη γραφή, σκέφτηκε), κυρίως όμως επιστρέφει στον παιδικό κόσμο, απ’ όπου μετά από τόσα χρόνια ξενιτεμού, είχε γίνει ξένος, ακόμη και στον ίδιον τον τόπο του. Είναι η χρονική στιγμή της απόφασης να ανασύρει από μέσα του ολόκληρη την παλιά ιστορία, να ζωντανέψει, αν το μπορούσε, όλες εκείνες τις ξεχασμένες μέρες, χωρίς τίποτα να αποκρύψει και τίποτα να επινοήσει. Μια πολύ βαθιά ανάγκη τον ωθεί να αναζητήσει στα χρόνια αυτά την καταγωγή των συνηθειών, των εμμονών και των φόβων που τον συνοδεύουν και στην ενήλικη ζωή. Την καταγωγή των αντιφάσεων που βρίσκονται θαμμένες στον ερμητικά κλειστό, τον μυστικό του λαβύρινθο/σ’ αυτόν τον εσώτερο χώρο, όπου σε κανέναν δεν είχε επιτρέψει ποτέ να εισέλθει και που ήταν το δικό του άδυτο, ο πραγματικός πυρήνας της ύπαρξής του.
     Η «επιφάνεια» του Παιδιού
Άκουσε τότε, σιγανά στην αρχή,
να φτάνει από πολύ μακριά η φωνή του Παιδιού
–πως γίνεται στα όνειρα,
όπου τα πρόσωπα παίρνουν ζωή και μιλιά
     Είναι έξι ουσιαστικά τα «καταχωνιασμένα χρόνια» στις παιδοπόλεις (8 με 14 χρονών), γιατί ο Γιάννης τα δύο πρώτα χρόνια στο Γυμνάσιο (δηλαδή από τα 14 μέχρι τα 16 του) έμεινε στην παράγκα του θείου του του Παντελή, στη Θεσσαλονίκη. Έξι χρόνια στην πιο τρυφερή και εύπλαστη ηλικία, όπου ταυτόχρονα έχει διαμορφώσει σκέψη και μνήμη. Ο Γιάννης όμως είναι ένα υγιές και έξυπνο παιδί, και παρόλο που τον πρώτο καιρό ήταν «σαν το μικρό αρνί, το χαμένο μέσα στο μεγάλο κοπάδι», δεν φαίνεται να παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία στο να προσαρμοστεί. Άλλωστε οι συνθήκες, πέρα από την πειθαρχία και τη ρουτίνα στρατοπέδου (και από την πλύση εγκεφάλου στις εθνικιστικές ιδέες, πράγμα που δεν είναι ακόμα αισθητό στο 8χρονο παιδί) δεν είναι και τόσο άσχημες, τουλάχιστον δεν υπάρχει σωματική βία…
     Στην παιδούπολη «Άγιος Αλέξανδρος» τοποθετείται στην 2α Δημοτικού, και μαζί του είναι απ’ το χωριό και η Μαρίκα (6η Δημοτικού), η κόρη του καπετάνιου, που στην αρχή είναι σαν μεγάλη του αδελφή. Βλέπουμε την καθημερινή ζωή με τις δύσκολες στιγμές (νοσταλγία, κλάμα, ερωτηματικά) αλλά και με τις χαρούμενες (παιχνίδια στην αυλή, δώρα και γιορτές τα Χριστούγεννα, επίσκεψη της… βασίλισσας (της «Μεγάλης Μητέρας»)· κρύο τον χειμώνα, χαρά την άνοιξη, χαρταετός την Καθαρά Δευτέρα (ήταν η πρώτη φορά που γέλασα τόσο πολύ/για πρώτη φορά ο νους μου δεν έτρεχε στο χωριό, αλλά στον κόσμο που είδα έξω εκείνη τη μέρα, στα παιδιά που έτρεχαν χαρούμενα γύρω απ’ τους γονιούς τους), μπάνιο στο Καβούρι στο τέλος της σχολικής χρονιάς.
     Σ’ αυτήν τη δύσκολη, πρώτη χρονιά, ο Γιάννης είχε μόνο μια επίσκεψη από τη θεία του τη Μαρία, ενώ εκείνος έστειλε ένα μοναδικό γράμμα στη γιαγιά του με διεύθυνση «γιαγιά, χωρίον» (για τον πατέρα μου δεν έγραφα τίποτε. Το καταλάβαινα μέσα μου, χωρίς όμως να μπορώ να το εξηγήσω, ότι αυτός ήταν η αιτία που με πήραν απ’ το χωριό, κι ας είχα να τον δω περισσότερο από δυο χρόνια). Κι όταν ήρθε η γιαγιά Βενετιά, στο τέλος της χρονιάς, τα συναισθήματα ήταν ανάμεικτα: την κάκιζα κρυφά από μέσα μου/ένιωθα πως ερχόταν από έναν πολύ μακρινό κόσμο, που κάποτε ήταν ο δικός μου κόσμος).
     Το πρώτο καλοκαίρι, με σινεμά και Καραγκιόζη, αποχαιρετά την παιδόπολη, και, επειδή είναι «πεντάρφανος» τον ετοιμάζουν για το Ιωσηφόγλειο ορφανοτροφείο (σκεφτόμουν περισσότερο το Καστρί τώρα παρά το χωριό μου/είχα χάσει και πάλι όσα αγαπούσα), στη Συγγρού απ’ όπου έβλεπε Φάληρο και Σαρωνικό (ένιωθα, χωρίς να ξέρω γιατί, και χαρούμενος και λυπημένος μαζί). Είναι η ηλικία που αρχίζει η μανία με το ποδόσφαιρο (το γήπεδο του Πανιωνίου είναι κοντά) και όλα τα αγόρια κόβουν φωτογραφίες με ποδοσφαιριστές («φάσεις») και συναγωνίζονται ποιος θα μαζέψει τις σπανιότερες.
     Τέλος, ο τελευταίος σταθμός πριν από τη Θεσσαλονίκη, ήταν η «Καλή Παναγιά» στη Δοβρά (Βέροια), μέσα στην «αγκαλιά του βουνού», στα κτήματα και στ’ αμπέλια (ήταν σαν να επέστρεφα πάλι στον δικό μου, γνώριμο κόσμο). Η προσαρμογή στην «Ομάδα Βίτσι» με την στριφνή ομαδάρχισσα Θεοδώρα Μουμτζή (θα μιλήσει η «αγία ράβδος»), τρομοκρατεί στην αρχή τον δεκάχρονο πια ήρωά μας, ο οποίος απομονώνεται και αναπολεί την προηγούμενη παιδόπολη (!), σκέφτεται τον παππού και τη γιαγιά του, και κάνει προσπάθειες να προσαρμοστεί στην καινούργια, απαιτητική ρουτίνα στρατοπέδου. «Είναι τόσο πολλοί οι κανόνες και οι απαγορεύσεις, που είναι αδύνατον να μην παραβιάσεις κάποιον». Κι όμως «μη ρωτήσεις τώρα, πού βρίσκαμε τον καιρό και το κέφι σαν παιδιά να χαρούμε και μεις λίγο. Και χρόνο είχαμε και κέφι και χώρο απέραντο είχαμε. Και να το πω ξεκάθαρα από τώρα, τα χρόνια μου στην «Καλή Παναγιά» ήταν τα πιο ευτυχισμένα για μένα από τότε που με πήραν μακριά απ’ το νησί».
     Παρακολουθούμε με ενδιαφέρον, χάρη στην αφηγηματική επιδεξιότητα του συγγραφέα πάντα, την «φωνή» του μικρού Γιάννη καθώς ανακαλύπτει τον κόσμο, έστω και μέσα από την περίκλειστη κοινωνία της παιδόπολης: καινούργια τραγούδια, επαφή με τη φύση, το πρώτο ξύλο με αξιοπρέπεια, παιχνίδια (μπάλα, γήπεδο, κρυφτό, κυνηγητό), τα πρώτα βιβλία (που φυσικά είναι ή θρησκευτικά ή για τους συμμορίτες), την πρώτη αρρώστια με βαρύ πυρετό (ηλίαση), εμβατήρια και ατέλειωτους λόγους σε «δύσκολη γλώσσα» (καθαρεύουσα). Τότε μνημονεύει ο μικρός Γιάννης και την αντικομμουνιστική υστερία, είναι όμως πολύ μικρός για να θέσει ερωτήματα στον εαυτό του.
     Όταν φεύγει από την παιδόπολη η Μουμτζή (ο «κακός νάνος»), κι έρχεται στη θέση της η γλυκιά και νεαρή δις Αλίκη, αρχίζει και η δεύτερη χρονιά στην «Καλή Παναγιά». Έχουν τώρα έναν πολύ αγαπητό νέο δάσκαλο που επαίνεσε για πρώτη φορά τις επιδόσεις του ήρωά μας. Ήταν και το έναυσμα για να πάρει στροφές προς το μονοπάτι της μόρφωσης (από τη μέρα εκείνη, σαν να με είχε αγγίξει ένα μαγικό ραβδί, άρχισε η μεταμόρφωσή μου). Οι αντικομμουνιστικές ιστορίες όμως για κακούς συμμορίτες αρχίζουν να τον αναστατώνουν· από τη μια οι άθεοι, οι απάτριδες, οι προδότες, οι κατσαπλιάδες, οι αντάρτες, οι ληστές κι απ’ την άλλη η πατρίδα, η σημαία, ο βασιλιάς, ο στρατός, η εκκλησία, η Παναγία, ο Χριστός (σκεφτόμουν πως αν ο πατέρας μου ήταν μ’ αυτούς, τότε θα ήταν κι αυτός συμμορίτης και κατσαπλιάς και ληστής/αυτό όμως εγώ δεν μπορούσα να το δεχτώ για τον δικό μου πατέρα, όσο λίγο κι αν πρόλαβα να τον γνωρίσω). Πέρα απ’ αυτό όμως, αποκρυσταλλώνονται και τα δύο θεμελιακά ερωτήματα: Ζει ο πατέρας μου; Και… Τι σημαίνει «Ορφανός αμφοτέρων των γονέων»;
     Η αντίδραση του «Παιδιού» σ’ αυτήν την αντιφατική τυράγνια ήταν, η απώθηση. Σ’ αυτή τη φάση της ζωής του, τουλάχιστον, ο Γιάννης έχει αρχίσει να ξεχνά τον πατέρα του, να μην τον αναζητά, να ξεχνά ότι ήταν γιος αντάρτη, ύστερα να το αρνείται (κι αφού τα ανυποψίαστα εκείνα πλάσματα ούτε ήξεραν κι ούτε τους επιτρεπόταν να υπερασπιστούν τους δικούς τους, το μόνο που τους απέμενε τότε ήταν να τους απαρνηθούν).
     Καθώς μπαίνει στην ήβη, ο ήρωάς μας αρχίζει και διαβάζει λογοτεχνικά βιβλία, να ταυτίζεται με τους ήρωες και τα ορφανά του Έκτορος Μαλό, να αναπολεί το χωριό, να ταξιδεύει στον μαγικό κόσμο των παραμυθιών. Αγαπημένος ήρωας ο…Διγενής Ακρίτας, αγαπημένη απασχόληση ο ανθόκηπος που φτιάχνουν με την δεσποινίδα Αλίκη. Μετά από έναν βαρύ χειμώνα, την άνοιξη τη χαρακτηρίζει «άγρια», συγκινείται από τα Εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής (τι αθωότητα, Θεέ μου, τι παιδική άγνοια/να αισθάνεται ευτυχισμένο μ’ έναν δικό του τρόπο), πηγαίνουν εκδρομή στη Νάουσα, έγραψε την καλύτερη έκθεση… Ωστόσο, ο καημός για τον πατέρα που «μπόρεσε και τους άφησε» επανέρχεται, τώρα που μπαίνει στην εφηβεία.
     Στα «ανταρτόπληκτα» προστέθηκαν και τα «σεισμόπληκτα» από τους σεισμούς της Κεφαλονιάς, μια μεγάλη αλλαγή στην περιορισμένη κοινωνική ζωή τους (είχαν φέρει κάτι αλλιώτικο στη ζωή μας). Έχουν περάσει ήδη τα τέσσερα πρώτα χρόνια «εγκλεισμού» κι ο Γιάννης έχει βρει νόημα στα μαθήματα· το παιδί που έμεινε στην… πρώτη δημοτικού είναι τώρα απ’ τους καλύτερους μαθητές. Ένας νέος κόσμος, ο κόσμος της γνώσης έχει αρχίσει να φανερώνεται και να τον κερδίζει. Με τα πολλά αποφασίζει να συνεχίσει στο Γυμνάσιο, διαπρέπει στις εξετάσεις (ο μόνος που πέρασε με το σπαθί του και μας έβγαλε ασπροπρόσωπους ήταν ο Α(ρ)χοντής).
     Κι έτσι, στην άγουρη εφηβεία, όταν οι πόθοι και οι πονηρές σκέψεις αρχίζουν και σκάνε σαν μπουμπούκια, τελειώνει και η τετραετής θητεία του «παιδιού» στην Καλή Παναγιά. Στην γιορτή αποχωρισμού δεν συγκινήθηκαν μόνο τα παιδιά και οι ομαδάρχες αλλά και ο αναγνώστης νιώθει μαζί τους ότι αποχαιρετά έναν κόσμο- μικρόκοσμο, περιορισμένο αλλά ασφαλή όπου όμως χωρούσαν όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα, φιλία, αγάπη, μοναξιά, πίκρα, νοσταλγία:
     Καληνύχτα αξέχαστοι σύντροφοι, παντέρημα ορφανά, χαμένα μέσα στις συνάξεις των ομάδων, των ενωμοτιών, των συγκροτημάτων, των γενικών συγκεντρώσεων, ξεχασμένα μέσα στο ξεχασμένο και βουβό παιδικό πλήθος, καληνύχτα.
     Εφηβεία, γυμνάσιο και έρωτες
Ο έξω κόσμος έπεσε ξαφνικά πάνω μου με την ορμή και τη σκληρότητα γρανίτη
     Η προσγείωση στον «Άγιο Δημήτριο», στη μεγάλη πόλη, στη Θεσσαλονίκη, δεν ήταν εύκολη («Η μόνη μας δουλειά εδώ είναι το σχολείο, παιχνίδι έχει μόνο μετά τη μελέτη. Όποιος χάνει χρονιά πηγαίνει για τέχνη ή φεύγει απ’ την παιδοπολη»). Νιώθει για άλλη μια φορά χαμένος και η σκέψη του άγουρου έφηβου μένει για πολύ καιρό στην «Καλή Παναγιά». Όμως αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται κι απ’ την επαφή με τον έξω κόσμο, με τη μεγάλη πόλη, με τη θάλασσα. Άλλωστε, στη Θεσσαλονίκη έχει και συγγενείς! Τον θείο Παντελή, αδερφό του πατέρα του και την οικογένειά του, με τις πέντε «δυχατέρες».
      Η παρθενική περιπλάνηση του άπειρου νεαρού στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να βρει το σπίτι του θείου του είναι από μόνη της ένα διήγημα… Αγωνία αλλά και κατάπληξη όταν είδε ότι δίπλα στις μεγάλες πολυκατοικίες υπάρχουν και παράγκες, μέσα σε μία από τις οποίες ήταν και οι συγγενείς του. Είναι ωστόσο οι «άνθρωποί του» (εμ, καλά λένε ότι το αίμα τραβάει), όπου η υποδοχή ήταν φτωχική αλλά πολύ θερμή. Αλλόκοτες σκέψεις κι ερωτηματικά αρχίζουν να κατακλύζουν τον Γιάννη, που συνειδητοποιεί ότι η ασφάλεια της παιδόπολης δεν του δίνει απαντήσεις στα χιλιάδες ερωτηματικά του έξω κόσμου. Ότι είναι ένα «θλιβερό ορφανοτροφείο που είχε μαζέψει τα παιδιά ενός μακρινού και ξεχασμένου πια πολέμου». Συγκρίνει τον εαυτό του, που κατατάσσεται στα «ανταρτόπληκτα παιδιά» με τα άλλα παιδιά του γυμνασίου, νιώθει μια ακαθόριστη θλίψη. Κι επίσης του λείπει η φύση.
     Υπάρχουν ωστόσο αντίβαρα στο αίσθημα «ξενότητας» για ένα ζωηρό κι ευέλικτο μυαλό όπως του συγγραφέα, ο κινηματογράφος, οι βόλτες στη θάλασσα με τον θείο, οι στενές παρέες με φίλους (συμμετείχε και σε μια μυστική θρησκευτική ομάδα/αδελφότητα), αλλά ίσως το πιο σημαντικό είναι ότι εκείνες τις τελευταίες μέρες του 1954 και στις δυτικές εσχατιές της πόλης, πρέπει να είχε τις απαρχές του ο εσώτερος λυρικός βίος του, αυτός ο σκοτεινός ποταμός των πόνων, των πόθων και των παθών.
     Η «έξοδος»
     Όπως σημειώνει και η «φωνή του παιδιού», η Βασιλική Πρόνοια εγκατέλειψε τον Γιάννη: λόγω των παιδιών που ήρθαν στην παιδόπολη από τους σεισμούς του Βόλου, θα συνεχίσουν στον «Άγιο Δημήτριο» μόνον όσοι βγάλαν βαθμό πάνω από δεκαεπτά. Εδώ η θεία Ανθούλα, με τα πέντε μικρά παιδιά μέσα στην παράγκα, έδειξε το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής: «Τι θα δούμε και θα ξεδούμε χριστιανέ μου; Θ’ αφήσουμε το παιδί του αδερφού σου να σέρνεται από δω κι από κει; Τι πέντε, τι έξι στόματα»!!!
     Άλλος ένας λοιπόν αποχαιρετισμός, άλλο ένα κεφάλαιο κλείνει, κι έτσι ο Γιάννης, τελειώνει τις δύο πρώτες τάξεις του γυμνασίου εγκαταστημένος στο σπίτι του θείου. Κι όταν θα επιστρέψει στο χωριό, μετά από οκτώ χρόνια απουσίας, μια μεγάλη έκπληξη θα τον περιμένει…
     Ο εκ των υστέρων αναστοχασμός
Ο Γιάννης δεν ήξερε ακόμη να πει
αν είχε ακούσει αυτό που όλους αυτούς τους μήνες αποζητούσε
με τέτοια μυστική εμμονή, με τέτοιο πάθος
     Όπως γράφει και ο ενήλικας Γιάννης, «ένα παιδί κλεισμένο πίσω από μάντρες και συρματοπλέγματα, δεν μπορεί να γνωρίζει το αγεφύρωτο χάσμα που είχε χωρίσει στα δύο όλον τον μεταπολεμικό κόσμο» ούτε τον μηχανισμό που προσπαθούσε να χειραγωγήσει πάνω από τριάντα χιλιάδες ορφανά. Το παράδοξο ήταν ότι η κοινωνία στις παιδοπόλεις ήταν «αταξική», με απόλυτη ισότητα και κοινοκτημοσύνη, εφαρμόζοντας στην πράξη την κοινωνική θεωρία που καταπολεμούσε με τόσο φανατισμό! Ωστόσο, το μικρό παιδί δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί να υποκατασταθεί, ούτε το χωριό, ούτε η οικογένεια (ένα συφοριασμένο στρατόπεδο παιδιών, ήταν), ούτε τον μηχανισμό χειραγώγησης σ’ ένα μοντέλο εθνικιστικό τύπου «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια».
     Ο 65χρονος συγγραφέας βλέπει φυσικά από απόσταση το θρησκευτικό παραλήρημα του παιδικού εαυτού του, σαν μια βαθύτερη ανάγκη να ανήκεις κάπου, να πιστέυεις κάπου (ίδιον της εφηβείας, άλλωστε). Αντικρίζει κατάματα όλες αυτές τις αντιφάσεις που έπρεπε να χωρέσουν σε μια παιδική ψυχή, τις παθογένειες ενός διχασμένου κόσμου.
     Ο θολός βυθός της μνήμης αποχαιρετά το Παιδί, που η φωνή του αναδύθηκε για να «γεφυρώσει τις δύο όχθες της βυθισμένης ζωής του».
Χριστίνα Παπαγγελή