Η συμμετοχή του Καναφάνι στον παλαιστινιακό αγώνα ήταν καθοριστική, αλλά δεν θα μπορούσαμε για κανένα λόγο να ισχυριστούμε ότι η τέχνη του είναι «στρατευμένη». Η λογοτεχνική του εκφραστική δύναμη οπωσδήποτε συνυφαίνεται όχι μόνο με τις αγωνίες και τα πάθη του λαού του, τα οποία ως πρόσφυγας στον Λίβανο αρχικά και στη συνέχεια στο Κουβέιτ, παρακολουθεί στενά, αλλά και με όλη την πολιτικοκοινωνική κατάσταση στην περιοχή, όπως διαμορφώθηκε μετά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ και τη Νάκμπα (1948). Όπως γράφει κι ο μεταφραστής του, ο Νασίμ Αλάτρας, στην εισαγωγή, «ο Καναφάνι δεν επεδίωξε μέσα από το σύνολο του συγγραφικού του έργου να λειτουργήσει ως ιστοριογράφος των ατέρμονων πόθων και παθών του παλαιστινιακού λαού. Είναι όμως αρκετά δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο για κάποιον προσεκτικό παρατηρητή του έργου του να επιχειρήσει τον διαχωρισμό του λογοτεχνικού χαρακτήρα από την πολιτισμική και πολιτική πραγματικότητα που εμπεριέχεται στις συγγραφικές του καταθέσεις».
Και οι δύο ιστορίες που ξεδιπλώνονται στις δύο νουβέλες είναι σχεδόν απίστευτες, όμως θυμόμαστε γρήγορα ότι τίποτα δεν είναι απίστευτο πια σε εμπόλεμες περιοχές (κι ο πόλεμος στην Παλαιστίνη δεν σταμάτησε ούτε μετά το 1949). Είναι ενταγμένες μέσα στην καθημερινότητα, σε μια καθημερινότητα έκτακτης ανάγκης επιβίωσης ωστόσο, όπου η κανονικότητα ταυτίζεται με το απρόοπτο και τον κίνδυνο. Υπάρχει και στις δύο ένας άξονας ενδιαφέρουσας πλοκής, όπου ταυτόχρονα παρεισφρέουν αναμνήσεις των ηρώων από το παρελθόν, ή εμβόλιμες ιστορίες δευτερευόντων προσώπων, πάντα συγκλονιστικές, πάντα μοναδικές αλλά και αναμενόμενες πια, σ’ αυτές τις έκρυθμες συνθήκες…
Επίσης, στις ιστορίες του Καναφάνι, όπως είδαμε και στο «Διηγήματα από τη γη των πικραμένων πορτοκαλιών», η φύση βρίσκεται πάντα στο σκηνικό, κι όχι μόνο είναι ενσωματωμένη στην ψυχολογία των ανθρώπων που είναι δεμένοι με τον τόπο τους, αλλά σχεδόν πρωταγωνιστεί.
Άνθρωποι στον ήλιο
Τρεις είναι οι κεντρικοί ήρωες, που τους βλέπουμε αρχικά σε ξεχωριστά κεφάλαια, τον καθένα με τη δική του ιστορία και το δικό του ριζικό, να παζαρεύουν με τον διακινητή το ποσόν που θα τους επιτρέψει να αποδράσουν κρυφά στο Κουβέιτ. Είναι ο πιο ηλικιωμένος Αμπού Κάις «με την κουρασμένη καρδιά», που, επηρεασμένος από τον φίλο του Σάαντ, αποφασίζει να αφήσει γυναίκα και παιδιά και να πάρει τον δρόμο της προσφυγιάς (έχουν περάσει δέκα χρόνια και ζεις σαν ζητιάνος/χρειάστηκες δέκα ατελείωτα, πεινασμένα χρόνια για να το χωνέψεις, πως έχεις χάσει τα δέντρα σου, το σπίτι σου, τη νιότη σου και ολόκληρο το χωριό σου)· είναι ο Ασσάντ, που δανείστηκε πενήντα δηνάρια από τον θείο - του τα δίνει με αντάλλαγμα να τον παντρέψει με την κόρη του (!)-, και επιμένει στον «χοντρό άντρα, τον ιδιοκτήτη του γραφείου που αναλάμβανε τη λαθραία μεταφορά του κόσμου από τη Μπάσρα στο Κουβέιτ» να πληρώσει τα 15 οφειλόμενα δηνάρια αφού φτάσουν στο Κουβέιτ (είχε ήδη εξαπατηθεί οικτρά σε άλλη προσπάθεια απόδρασης μέσω Ιορδανίας)· τέλος, ο νεαρότερος απ’ όλους, ο Μαρουάν που έχει όνειρο να γίνει γιατρός, που θέλει να βρει στο Κουβέιτ τον αδερφό του Ζακαρία, που πήγε να το παίξει μάγκας στον λαθρέμπορο, κι ενώ το χαστούκι έκαιγε ακόμα το αριστερό του μάγουλο, άρχισε να καταπίνει τον εξευτελισμό του. Κι ίσως είναι ο πιο ενδιαφέρων, γιατί παρόλη την απελπισία (εκείνος έχει μόνο πέντε δηνάρια), η ορμή της νιότης του του χαρίζει μιαν «απόμακρη αίσθηση πως η ζωή ήταν υπέροχη και αιώνια». Άλλωστε, το ίδιο πρωί ο ίδιος ο Μαρουάν έγραψε με εξαιρετική διάθεση στη μάνα του ένα λυτρωτικό γράμμα, όπου αποκαλούσε τον πατέρα του «διεστραμμένο σκύλο» γιατί την εγκατέλειψε με τέσσερα παιδιά και παντρεύτηκε τη Σαφίκα με το κομμένο πόδι (άλλη τραγική περίπτωση), αλλά… όπως και να’ χει, η αλήθεια είναι πως δεν μισούσε τόσο πολύ τον πατέρα του.
Μέσα στις πρώτες 25 σελίδες λοιπόν, ο συγγραφέας σκιαγραφεί χαρακτήρες που αντικατοπτρίζουν τις αντιφάσεις μιας κοινωνίας που ζει στην κόψη του ξυραφιού. Στο κάδρο προστίθεται κι ο τελευταίος ήρωας, ο Αμπού Ελ Χαίζαραν, λαθρέμπορος στην υπηρεσία του περίφημου Αλ Χατζ Ρίντ, που αναλαμβάνει υποτίθεται «κυνηγετικές εξορμήσεις», και που δέχεται να τους φυγαδεύσει πιο φτηνά και χωρίς αναμονές, μ’ έναν τρόπο όμως πολύ τολμηρό. Η προσωπική ιστορία του Αμπού Ελ Χαίζαραν είναι ένα ακόμα μυθιστόρημα σε περίληψη: είχε υπηρετήσει στον βρετανικό στρατό, ενώθηκε με τους Μαχητές της Ελευθερίας και αναδείχθηκε πολύ επιδέξιος οδηγός στο να οδηγεί φορτηγά και τεθωρακισμένα σε δύσκολες διαδρομές. Πάνω απ’ όλα, όμως, κρύβει στο παρελθόν ένα απίστευτο τραύμα (δέκα χρόνια από τότε που του στέρησαν τον αντρισμό του και ζούσε αυτήν την ταπείνωση μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα).
Σκαρφαλωμένοι στο φορτηγό και με τον ήλιο να καίει αλύπητα, οι τρεις ήρωες συναινούν στο πολύ ριψοκίνδυνο σχέδιο (που δεν θα αποκαλύψω εδώ) και αρχίζει μια περιπέτεια μέσα στην έρημο προκειμένου να διασχίσουν κρυφά τα σύνορα πρώτα με Ιορδανία και μετά με Κουβέιτ. Οι συνθήκες μέσα στην έρημο είναι πραγματικά πολύ δύσκολες κι ο Αμπού Αλ Χαίζαραν, αν και διακινητής (συνήθως εκμεταλλεύονται ανελέητα), αποδεικνύεται άνθρωπος με φιλότιμο κι ενσυναίσθηση, καθώς αγωνιά κι αυτός για τους «συντρόφους» του:
(...) ξεκούμπωσε το πουκάμισό του και τα δάχτυλά του πασπάτεψαν το δασύτριχο στήθος του που ήταν μούσκεμα/ένιωθε τους μυς στα πόδια του να φουσκώνουν, έτοιμοι να εκραγούν. Ω παντοδύναμε Θεέ, εσύ που ποτέ δεν ήσουν μαζί μου, που ποτέ μαζί σου δεν ήμουνα, που ποτέ σε σένα δεν πίστεψα, μήπως μπορείς να υπάρξεις για μια φορά; Μόνο γι’ αυτή τη φορά;
Ο τυφλός και ο κουφός
Τους δύο ήρωες τους φέρνει κοντά η φήμη ότι ο ευσεβής Αμπντ-Ελ-Άττι (ένα από τα επίθετα του θεού στο Ισλάμ), που ήταν θαμμένος κοντά στην πόλη, άρχισε να θαυματουργεί (!). Ο τυφλός Άμερ, με μνήμες απελπισμένες της μάνας του που τον κουβαλούσε σ’ όλους τους τάφους των ευσεβών (εκεί έσταζαν στα μάτια μου τόσο λάδι και τόση προσευχή που θα έλιωναν μ’ αυτά τα βουνά σιωπή και πείσματος/ τίποτε όμως δεν έγινε) συναντά τον Αμπού Κάις στην ελπίδα ενός «θαύματος». Είναι αξιοπρόσεκτο πώς αποδίδει ο συγγραφέας τον τρόπο συνεννόησης ενός κουφού μ’ έναν τυφλό (και πού ν’ αντάμωναν ένας κουφός κι ένας τυφλός, αν όχι εδώ;/εσύ δεν τον βλέπεις κι εγώ δεν τον ακούω). Και είναι υψηλής ποιητικής υφής οι μονόλογοι των δύο που απευθύνουν στην θεότητα που τους εξαπάτησε (τους παραθέτει περίπου στη μέση της νουβέλας ο συγγραφέας), και όπου ξεδιπλώνουν τη μοίρα τους, τον κόσμο τους, την οπτική τους.
Η διάψευση έρχεται μ’ έναν κωμικοτραγικό τρόπο, κι εδώ να πω κάνοντας μια παρένθεση, ότι συχνά σ’ αυτές τις οριακές καταστάσεις το κωμικό συμπλέκεται με το τραγικό, πολλές φορές γίνεται τραγελαφικό (και είναι μάλλον χαρακτηριστικό του συγγραφέα όπως κι άλλων καλλιτεχνών της Εγγύς και Μέσης Ανατολής)… Έτσι, η εικόνα του τυφλού ανεβασμένου στις πλάτες του κουφού, να προσπαθεί να ψηλαφήσει τον θεό σ’ ένα δέντρο και να αποκαλύπτει εντέλει ένα… μανιτάρι (μανιτάρι είναι, το κεφάλι του Αμπντ- Ελ Άττι είναι ένα μανιτάρι που φύτρωσε εκεί κατά σύμπτωση, αναφωνεί ο τυφλός Άμερ), δεν μπορεί να μη μας χαρίσει ένα χαμόγελο, κι ας είναι απίστευτα τραγική. Άλλωστε κι οι δυο -φίλοι πλέον, ανακαλύπτουν μάλιστα ότι και οι δύο κατάγονται από την Τύρα-, γέλασαν κι αυτοί με τη σειρά τους (και γέλασε, και δεν με άκουσε να γελώ, αφηγείται ο τυφλός, ενώ προχωρούσαμε μες στην καρδιά της σκοτεινιάς και της σιωπής). Και φυσικά, κλονίστηκε και η λίγη πίστη που είχαν (ήξερα πως κάτι μέσα μου, σαν το δοκάρι που στηρίζει τη γέφυρα, είχε γκρεμιστεί), προς μεγάλη απογοήτευση του ευσεβούς νεαρού Χαμντάν, που τους αποκαλεί άπιστους και τους ξορκίζει να μην καταστρέψουν τον τάφο του Αμντ Ελ Άττι. Όμως, δεν υπάρχει τέτοια πρόθεση. Τα πράγματα γίνονται περίπλοκα όταν πεθαίνουν οι ευσεβείς, γκρεμίζονται οι γέφυρες της αυταπάτης, σαπίζουν οι υποσχέσεις… συνειδητοποιεί ο Άμερ, ωστόσο το να καταστρέψεις τον τάφο του ή να κόψεις το δέντρο του, δεν αλλάζει κάτι, «δεν είναι τίποτα παρά μια γιορτή, μόνο μια γιορτή, κι αυτό δεν έχει αξία».
Με τον γνώριμο τρόπο να εγκιβωτίζει ιστορίες (καθόλου περίεργο γιατί όποια πέτρα και να σηκώσεις στις χώρες αυτές υπάρχει από κάτω μια απίστευτη τραγωδία), μαθαίνουμε την ιστορία του γέροντα Χασανέν, του ιμάμη του ιερού τεμένους στην Τύρα της Χάιφα, που εντάχτηκε στους «Αγωνιστές»[4] και ο θάνατός του άφησε ένα τρομακτικό κενό· την ιστορία της Ζήνα, κόρης του Άμερ, που την εκμεταλλεύτηκε το αφεντικό του Αμπού Κάις (στον Οργανισμό Βοήθειας), ο Μούσταφα, κλέβοντάς της την τιμή για ένα κομμάτι ψωμί· η ιστορία για την οργή που γίνεται γροθιά του Αμπού Κάις απένντι στον Μούσταφα που έγινε αντάρτης στην… «Ομάδα μπαμ μπουμ»(!)· το πώς σώθηκε ο Αμπού Κάις από βομβαρδισμό λόγω κουφαμάρας· την ιστορία του Χαμντάν και την ιστορία του αντάρτη πατέρα του που γύρισε ξαφνικά σπίτι μετά από χρόνια φυλακής, ενώ η μάνα του είχε ξαναπαντρευτεί έναν «σκληρόκαρδο άντρα». Κι είναι ένα νέο πρόσωπο που φέρνει την αλλαγή, ο πατέρας του Χαμντάν, γιατί «έμαθε την πολιτική στην φυλακή», που είναι το αντίθετο της «ομάδας μπαμ μπουμ», γιατί θεωρεί ότι «οι ευσεβείς είναι σαν τα φίδια».
Δεν υπάρχει κανένα άλλο αξιοσημείωτο εξωτερικό περιστατικό στην ιστορία των δύο ηρώων, ωστόσο κάτι έχει μετουσιωθεί μέσα στις ψυχές τους, μια εσωτερική αλλαγή τούς έχει μεταμορφώσει, έχει μετατοπίσει την πίστη τους από τις θεότητες στον ίδιον τον άνθρωπο, και βλέπουν τον κόσμο διαφορετικά: πέρα από κάθε λογική, ήμουν σίγουρος ότι οι μάζες των ξεσηκωμένων έξω από την πύλη θα την έσπαγαν κι ότι το τείχος της σιωπής που με χώριζε απ’ τον κόσμο θα έσπαγε κι αυτό την ίδια στιγμή/τώρα είμαστε χωρίς ασπίδα κι όμως πορευόμαστε στα αγκάθια του χρόνου, μες στη φωτιά και στα μαχαίρια του, γυμνόστηθοι κι ευάλωτοι, με τις σάρκες μας τρέφουμε την τρομαχτική εκείνη σύγκρουση με το άγνωστο.
Μιλάει ο τυφλός Άμερ:
[2] Ο Παλαιστίνιος συγγραφέας, δημοσιογράφος, ιστορικός και ζωγράφος, «μάρτυρας της Τέχνης και των Γραμμάτων» Γασσάν Καναφάνι (1936-1972) αναγκάστηκε ως παιδί να φύγει το 1948 με την οικογένειά του από την ιδιαίτερη πατρίδα του, τις ιστορικές πόλεις Γιάφα και Άκκα (όπου έμενε η οικογένεια εναλλάξ), γεγονός που μας υπενθυμίζει ότι η δίωξη των Παλαιστινίων και το καθεστώς απαρτχάιντ ίσχυαν από την ίδρυση ακόμα του κράτους του Ισραήλ το 1948, οπότε έχουμε τον τρομακτικό ξεριζωμό (μισού περίπου παλαιστινιακού πληθυσμού) που ονομάστηκε Νάκμπα. Τότε αναγκάστηκαν πολλές οικογένειες, ανάμεσα στις οποίες και η οικογένεια του Καναφάνι, να εκπατριστούν και να καταφύγουν ως πρόσφυγες σε στρατόπεδα γειτονικών χωρών. Ο Γασσάν έζησε κι ενηλικιώθηκε ως πρόσφυγας αρχικά στον Λίβανο, στη Δαμασκό και στη συνέχεια για λίγα χρόνια στο Κουβέιτ, ενώ επέστρεψε στον Λίβανο απ’ όπου, ενταγμένος στο Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, αφοσιώνεται στον αντισιωνιστικό αγώνα. Πάντα αισθανόταν μειονεκτικά απέναντι στους αντάρτες «που αντιμετώπιζαν τον Σιωνιστή κάθε μέρα και ώρα», ωστόσο η πολιτική του δράση είναι αδιάλειπτη και μοναδικής σημασίας (από την ανάρτηση https://anagnosi.blogspot.com/2025/11/ghassan-kanafani.html).
[3] Ο Ιταλός φιλόσοφος Τζόρτζιο Αγκάμπεν διερευνά αυτή την έννοια στο βιβλίο του Homo Sacer: Κυρίαρχη Δύναμη και Γυμνή Ζωή [ 4 ] . Για τον Αγκάμπεν, ο «homo sacer» είναι ένα άτομο που θεωρείται, από νομικής άποψης, ως εξόριστος. Σύμφωνα με αυτόν, υπάρχει ένα παράδοξο: πράγματι, μέσω του νόμου η κοινωνία καθιστά το άτομο «homo sacer» (άγιο), ωστόσο η διαδικασία του αποκλεισμού του παρέχει έμμεσα αναγνώριση, μια νομική ταυτότητα.
Ο Αγκάμπεν εξετάζει αυτή τη ζωή από δύο οπτικές γωνίες: τη βιολογική ζωή (την ελληνική ζωή ) και την πολιτική της διάσταση (τον ελληνικό βίο ). Ο ίδιος ο Αγκάμπεν συνδέει τη ζωή με την περιγραφή της Χάνα Άρεντ για την «γυμνή ζωή» του πρόσφυγα στο έργο του «Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού » (1951). Σύμφωνα με αυτόν, η πραγματικότητα του «homo sacer» είναι μια πλήρης ρήξη μεταξύ της πολιτικής και της βιολογικής ζωής του ατόμου. Μέσω της «γυμνής ζωής» του, ο «homo sacer» βρίσκεται υπό την κυριαρχία της κατάστασης εξαίρεσης και, παρόλο που η βιολογική του ζωή συνεχίζεται, δεν έχει πλέον καμία πολιτική ύπαρξη (https://fr.wikipedia.org/wiki/Homo_sacer) .
[4] Παλαιστίνιοι αγωνιστές πριν το 1948 ενάντια στους Άγγλους κατακτητές και τους σιωνιστές Εβραίους