Σάββατο, Φεβρουαρίου 07, 2026

Διπλωμένα φτερά, Γιάννης Ατζακάς

Το νιώθεις με μια σκοτεινή προαίσθηση
πως το μοναδικό μέλλον που μας περιμένει
είναι να ζήσουμε ξανά και ξανά
το ξεχασμένο παρελθόν μας
      Με τη βαθιά, διεισδυτική, βιωματική γραφή που χαρακτηρίζει τον αγαπημένο συγγραφέα (γνωστός περισσότερο από το μυθιστόρημά του «Θολός βυθός», που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβειο Μυθιστορήματος), ο αναγνώστης οδηγείται άμεσα και σχεδόν αδιαμεσολάβητα στον αγροτικό κόσμο της Θάσου, τα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου.
     Στο πρώτο αυτό βιβλίο της αυτοβιογραφικής τριλογίας («Ο θολός βυθός» είναι το δεύτερο), παρουσιάζεται και πάλι ο ώριμος, 64χρονος συγγραφέας να έχει επιστρέψει στο αγαπημένο του νησί μετά από «μεγάλες περιπλανήσεις» (που θα δούμε στα επόμενα βιβλία) και να αναπολεί τον κόσμο και τα πρόσωπα που πρωτογνώρισε και πρωτοαγάπησε (η καρδιά μπορεί και γνωρίζει αλάνθαστα τα μέρη που κάποτε) στα πρώτα οκτώ χρόνια της ζωής του, προτού τον στείλουν να «μάθει γράμματα» στις παιδουπόλεις, τα γνωστά ιδρύματα της βασίλισσας Φρειδερίκης. Είναι το ορεινό χωριό Θεολόγος, Κεφαλοχώρι στη Θάσο, η γενέτειρά του, και είναι η γιαγιά Βενετιά που τον μεγάλωσε με τον πάππο Γιάννη, εφόσον η μάνα (Αγγελική) πέθανε σχεδόν στη γέννα ενώ ο πατέρας Γιώργης, αντάρτης, έχει εξαφανιστεί και όλοι τον πιστεύουν για νεκρό.
     Σ’ έναν αρχικά «εωθινό» μονόλογο μάς συστήνεται ο ώριμος συγγραφέας, για να ξεδιπλώσει όχι μόνο τη βαθιά προσωπική ανάγκη να ξαναταξιδέψει στην «αυγή» της ζωής του και να «βάλει στο χαρτί όλες τις αλλόκοτες σκέψεις του, αλλά βλέπει την κατάθεση αυτή «να είναι ένας στερνός αποχαιρετισμός σ’ έναν κόσμο που έφυγε για πάντα και μαζί του έφυγαν κι εκείνοι που τον κράτησαν στις πλάτες τους και τον έφεραν ως τις δικές μας μέρες».
     Πράγματι, ενώ η παιδική ματιά του μικρού ορφανού Γιάννη φωτίζει τον κόσμο αυτόν, και τονίζεται μάλιστα αυτήν τη φορά κι από την πρωτοπρόσωπη γραφή, η πραγματική πρωταγωνίστρια, αυτή που κλέβει την παράσταση και την καρδιά μας, είναι η γιαγιά- Βενετιά· μια «λαϊκή», αγράμματη γυναίκα, μια ακόμα «ακάματη και γνωστική γερόντισσα» απ’ αυτές τις «μαυροφορεμένες» που όλοι/ες έχουμε γνωρίσει ή βιώσει και που τα δίνουν πολλές φορές όλα στους δικούς τους- και την ψυχή τους την ίδια- και δεν λαμβάνουν στο χέρι παρά ελάχιστα ψίχουλα…
     Έτσι λοιπόν, παρακολουθούμε τον καθημερινό μόχθο της Βενετιάς, αλλά και του πάππου Γιάννη σ’ αυτόν τον -ευλογημένο θα έλεγε κανείς- τόπο, να τα βγάλουν πέρα με τις αγροτικές εργασίες και να μεγαλώσουν τον εγγονό, τον γιο του αντάρτη, εξαφανισμένου γιου τους (έχουν κι άλλα τρία παιδιά παντρεμένα μακριά). Ένα ζωηρό μικρό αγόρι που γεννήθηκε το 1941, «αρσίζικο» -δηλαδή σκάνταλο-, τον Γιάννη. Είναι πόλεμος και είναι εμφύλιος, κι απ’ όσο μαθαίνουμε το χωριό έχει δώσει δυναμικό στο αντάρτικο.
   Αυτός ήταν για μένα ο πρώτος και μόνος 
παράδεισος της ζωής μου
      Ο συγγραφέας καταφέρνει να μας κάνει ν’ αγαπήσουμε τον τόπο του, το φως του, τις πλαγιές του, καθώς περιγράφει με λεπτομέρειες και το αγροτικό σπίτι, αλλά και τα κτήματα, το χωριό με τα άπειρα τοπωνύμια, τα γύρω χωριά και τις ρεματιές, κι όλον τον μακρινό ορίζοντα που φτάνει μέχρι το Πήλιο και τον Άθω, τον Αλμυρό, την Εύβοια, τις Σποράδες («ένα έξοχο γεωγραφικό ανάγλυφο»), μαζί με τον αγέρα που «ουρλιάζει» ερχόμενος από τον Όλυμπο και την Όσσα· έναν τόπο οπωσδήποτε ευνοημένο, και κατοικημένο μάλιστα -ως γνωστόν- από την αρχαία εποχή ("από τσι Έλληνοι τσι παλιοί"), όπως αποδεικνύει και το… επιτύμβιο που βρήκε ο πάππος του με την ανάγλυφη επιγραφή «ΑΥΡ ΠΡΟΚΛΟΣ ΧΑΙΡΕ» στο κτήμα τους, και, μέχρι να το δώσουν για το μουσείο, πίνει στην… υγειά του Προκλή όταν τον πιάνουν τα μεράκια (τι στην υγειά μας κάθεσαι και λες, τώρα, χριστιανέ μου. Ο άνθρωπος έχει χρόνια και ζαμάνια αποθαμένος/πάψε εσύ γριά. Πέρα από τον αργαλειό και τη ρόκα σου, άλλο δε νιώνεις εσύ. Εμείς μιλάμε για το κτήμα, πώς ήτανε στον καιρό του).
      Παρακολουθούμε τη ρουτίνα της γιαγιάς Βενετιάς που σηκώνεται όταν λαλάει το «πρώτο ορνίθι», και ξεκινάει μια ατέλειωτη αλυσίδα από δουλειές (άναμμα φωτιάς, άρμεγμα, τάισμα τα ζωντανά, νερό, λάτρα, πλύση με χίλιες δυσκολίες βέβαια, και το κυριότερο, το άναμμα του φούρνου δυο και τρεις φορές, εφόσον φιλοξενούσε τα ψωμιά (καμιά φορά και τρεις ζυμωσιές) και τα φαγητά όλης της γειτονιάς. Κάποτε να γνέσει, να πλέξει, να υφάνει. Κι ο μόχθος δεν τελειώνει όλη μέρα γιατί υπάρχουν πάντα και οι εποχιακές δουλειές: αμπέλια –τρύγος, μούστος και μουσταλευριές, τραχανάς και φλιμάρια, μαρμελάδες, ελιές (στο «χαμολόγι» πρώτα κι ύστερα στο «μαξούλι»), σαπούνι, και φυσικά κι άλλες που θα μου διαφεύγουν. Μα κι ο καλοσυνάτος, μερακλής και πράος πάππος Γιάννης έρχεται κι αυτός απ’ τα χωράφια, απ’ τα κλαδέματα, τα μπολιάσματα, τα σκαψίματα και τα ποτίσματα με γεμάτο τον τορβά του με φρούτα, και φτάνει επιτέλους το «ευλογημένο βράδυ», όπου όλοι, άνθρωποι και ζώα ξαποσταίνουν.
     Είναι αυτοί οι αδιατάρακτοι κι αγαπημένοι μικροί κύκλοι της ημέρας και της νύχτας, που ακολουθούσαν τον μεγάλο κύκλο του έτους και που κλείνουν μέσα τους την ταπεινή ζωή της γρια- Βενετιάς, και όλων φυσικά των ανθρώπων του χωριού.
      1949: η ώρα του όξους και της χολής
      Κι έρχεται ο τελευταίος χειμώνας στο χωριό («μόνο που κανένας μας δεν μπορούσε να το ξέρει»), ο χειμώνας του 1949 (της «καταραμένης χρονιάς»), μιας χρονιάς που πήγαινε στην κόψη του ξυραφιού μέχρι τέλους. Ο Γιάννης, οκτώ χρονών, έχει γραφτεί στην πρώτη δημοτικού αλλά δεν έχει τον νου του στα γράμματα (για τα μαθήματα δεν τραβούσα και μεγάλη συλλογή). Έχει μεγαλώσει πια, κι έχει αρχίσει να ρωτάει, που είναι η μάνα του, πού είναι ο πατέρας του. Έχει αρχίσει να είναι και πάρα πολύ ζωηρός (δυο φορές τον «καταχέρισε» μόνο η γιαγιά του!), ενώ σιγά σιγά τον βάζουν πια να κάνει και δουλειές (μια αγωγή που μπορεί να ήταν σκληρή, αλλά ήταν δοκιμασμένη αιώνες!).
     Κι αυτή η χρονιά η «κακοπιασμένη», δεν είναι μόνο «κακορίζικη» γιατί ο Γιάννης «δεν τα παίρνει τα γράμματα» και για τσομπάνης δεν κάνει, ούτε γιατί κόντεψε να πεθάνει από τη σκανταλιά του γλιστρώντας από τον κλώνο μιας σκαμνιάς όπου φύλαγε τη βουλγαρούδα του (πουλί) -περιστατικό καθοριστικό για την απόφαση της γρια- Βενετιάς να τον στείλει στις παιδοπόλεις, εφόσον κατάλαβε ότι δεν αντέχει τόση ευθύνη. Όχι, όπως γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας, δεν είναι μόνο αυτά, αλλά καθώς τελειώνει ο εμφύλιος, ήρθε η ώρα του όξους και της χολής, η ώρα του αίματος και του θανάτου.
      Είναι πολύ μικρός βέβαια για να καταλάβει τα αίτια και τις διχόνοιες αλλά, βλέπει λάμψεις και αίμα, ακούει μισόλογα και εισπράττει εκτίμηση και ενδιαφέρον από τους παλιούς συντρόφους του πατέρα του, άντρες που σε μια στιγμή κρίσιμη δεν είχαν ακολουθήσει τη θέλησή τους και από κάποιαν ανάγκη είχαν σκύψει το κεφάλι. Με το φως όμως που ρίχνει ο ώριμος συγγραφέας (αριστοτεχνική η ανάμειξη αναμνήσεων με την παιδική ματιά κι ερμηνείας του ενήλικα Γιάννη), βλέπουμε ένα χωριό διχασμένο, με έντονο το στοιχείο το αντάρτικο (έξι άτομα αλλά πολύ δυναμικά κι έμπειρα), που εν έτει 1949 έφερε ταπάνω κάτω για να τιμωρήσει τους προδότες.
     Οι αντάρτες κρύβονται με τη σιωπηρή ανοχή της φτωχολογιάς του χωριού (πολύς κόσμος του χωριού τους είδε με καλό μάτι/λίγο πολύ όλη η φτωχολογιά του χωριού είχε δουλέψει στα ξένα κτήματα και στα μεταλλεία του Μαυρόλακα, αλλά και στα καπνεργοστάσια στην Καβάλα), κι έχουμε σποραδικά επεισόδια αλληλοσκοτωμών αναστατώνουν τα ήρεμα νερά, οι ΜΑΥδες[1] και οι χωροφύλακες βρίσκονται επί ποδός, με αποκορύφωμα την «κόλαση» στην παραλία Μακρυνάμμο («Παράδεισος» ονομάστηκε όταν ήρθε ο τουρισμός) όπου οι έξι έστησαν ενέδρα σε ολόκληρο απόσπασμα και, αφού σκότωσαν και τραυμάτισαν, τους αφόπλισαν και τους ξαπόστειλαν στο χωριό.
     Πέρα όμως από τις εφόδους των χωροφυλάκων, την αιματοχυσία, τις επικηρύξεις, τον δόλο και τις προδοσίες, η χρονιά είναι κακορίζικη για τους Αρχοντήδες γιατί ακούγεται ότι ο Γιώργης, ο πατέρας, ήταν αυτός που σκότωσε κάποιον χωροφύλακα ενώ άλλη φήμη κυκλοφορεί ότι είναι ήδη νεκρός από τα πρωτοπαλίκαρα του Αντόν Τσαούς.
     Οι αντάρτες θα καταφέρουν να διαφύγουν το 1950 μέσα απ’ τα βουνά της Δράμας, όμως ο κύβος «ερρίφθη» για τον οκτάχρονο Γιάννη, παρά την ασθενική αντίδραση του πάππου του: μετά το ατύχημα, κι εφόσον δεν πήρε καν ενδεικτικό της πρώτης δημοτικού, η γιαγιά τον συνοδεύει στην Καβάλα απ’ όπου θα φύγει για την πρώτη παιδόπολη στο Καστρί (να δώσεις, γρια-Βενετιά, το παιδί, να μην το αδικήσεις).
     Η αναφορά στο «πρώτο της ζωής του ταξίδι» στην Καβάλα (εδώ θα συναντήσει τη φίλη της Βενετιάς, τη Σουλτάνα, που θα την δούμε στο τρίτο βιβλίο) είναι σύντομη, εφόσον θα αποτελέσει και το κύριο θέμα στον «Θολό βυθό». Και, σ’ αυτές τις τελευταίες σελίδες του βιβλίου ακούμε τη φωνή του, ώριμου πια συγγραφέα, που ομολογεί ότι έχει βυθίσει στο υποσυνείδητο αυτά τα έξι «θολά χρόνια» που πέρασε μαζί με τα άλλα «ανταρτόπληκτα» παιδιά, προοιωνίζοντας βέβαια την συγγραφή, οδυνηρή κι αποκαλυπτική, του επόμενου βιβλίου του.
     «Ο Θεός ορφανά κάνει, άμοιρα δεν κάνει»
     «Ο Θεός ορφανά κάνει, άμοιρα δεν κάνει», μια φράση της γιαγιάς Βενετιάς που θα συνοδεύσει σαν φυλαχτό τον Γιάννη στα δύσκολα, μια φράση όπου κυριαρχεί η πίστη ότι ο Γιάννης είναι ένα τυχερό παιδί. Και δεν μπορεί να μην σκεφτεί κανείς ότι από μια σπάνια διαίσθηση, μητρική κι αρχέγονη, η γιαγια- Βενετιά ένιωθε ότι ο Γιάννης «θα τρανέψει στα γράμματα», όπερ και εγένετο. Μα και ο ήρεμος παππούς θα επιβιώσει μέσα από τον Γιάννη, μιας και στο Πήλιο, όπου θα εγκατασταθεί στα όψιμα χρόνια, θα φτιάξει έναν αξιοθαύμαστο κήπο, μεταφέροντας το πνεύμα και την αγάπη του πάππου Γιάννη για τα κηπευτικά.
     Ο συγγραφέας, παντρεμένος πια και με παιδιά, αφιερώνει σαν μνημόσυνο ένα συγκλονιστικό κεφάλαιο στην γιαγιά- Βενετιά, στον θάνατο ή μάλλον το «αγγέλιασμά» της, στον αποχαιρετισμό όχι μόνο στο πρόσωπό της αλλά και σ’ όλον της τον κόσμο, εκφράζοντας με το διεισδυτικό του γράψιμο όλα τα ερωτήματα (από ποια μυστικά βάθη, από ποιες απόμακρες εσχατιές της ύπαρξής μας έρχεται αυτός ο ανελέητος άνεμος της μνήμης/γιατί η λέξη να είναι τόσο βαριά, τόσο ολισθηρή, τόσο απολιθωμένη; κλπ κλπ), αλλά και τα συναισθήματα που συνοδεύουν μια τέτοια απώλεια –ίσως είναι και οι πιο σπαραχτικές σελίδες του βιβλίου, γιατί έρχονται να επισφραγίσουν το ανείπωτο αυτής της τεράστιας αγάπης που δέχτηκε ο Γιάννης σαν παιδί, και ναι, σ’ αυτό ήταν τυχερός:
     "Εμένα ο Χριστός εν’ αδελφός μου. Μην κοιτάς αυτήν την καμπουρούδα μου εμένα, εκεί ειν’ κρυμμένα και διπλωμένα τα φτερά μου. Όταν έρθει κι η δική μου η ώρα, μ’ αυτά θα πετάξω να πάω στον ουρανό, κοντά στον Χριστό μου, ν’ αναπάψω κι εγώ το κορμάκι μου".
Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Οι Μονάδες Ασφάλειας Υπαίθρου γνωστοί και ως Μάυδες ήταν ένοπλη παραστρατιωτική οργάνωση που δημιουργήθηκε το φθινόπωρο του 1946 για την άμυνα της υπαίθρου και της επαρχίας απέναντι στις δυνάμεις του ΔΣΕ και βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Τα μέλη τους στρατολογούνταν κυρίως από κατοίκους της υπαίθρου και συνεργάζονταν συνήθως με την Χωροφυλακή και την Εθνοφυλακή

Δεν υπάρχουν σχόλια: