Δευτέρα, Φεβρουαρίου 16, 2026

Φως της Φονιάς, Γιάννης Ατζακάς

     Είναι το τρίτο βιβλίο της αυτοβιογραφικής τριλογίας του Θασίτη συγγραφέα (τα άλλα δύο: «Διπλωμένα φτερά» και «Θολός βυθός»)· μιας τριλογίας «ενηλικίωσης» (bildunsroman)[1], όπου παρακολουθούμε την τεθλασμένη πορεία του παιδιού, του προέφηβου και στη συνέχεια έφηβου Γιάννη μέσα σ’ ένα δύσκολο χωροχρόνο: ορεινό χωριό στη Θάσο, ορφάνια από μητέρα, εμφύλιος, πατέρας αντάρτης εξαφανισμένος και προκηρυγμένος. Ένα ζωηρό κι έξυπνο παιδί γεννημένο το 1941 (!), που έχασε τη μάνα του σχεδόν στη γέννα και μεγάλωσε με τη γιαγιά Βενετιά και τον πάππο Γιάννη, με καημούς, βάσανα, ακάματο μόχθο και άπειρες δυσκολίες, στο πανέμορφο κι ευλογημένο κατά τ’ άλλα χωριό Θεολόγος.
     Στο δεύτερο βιβλίο της τριλογίας (Θολός βυθός) έχουμε δει τα ζόρικα χρόνια της «ξενιτιάς» του οκτάχρονου αγοριού, καθώς η γιαγιά- Βενετιά έκρινε σκόπιμο να «μάθει γράμματα» ο Γιάννης, και να τον στείλει εσώκλειστο στις «Παιδοπόλεις» της βασιλισσας Φρειδερίκης. Οκτώ χρόνια λείπει λοιπόν απ’ το χωριό, από τα 8 μέχρι τα 16 του χρόνια, έχοντας όμως τελειώσει τις δύο πρώτες τάξεις του τετρατάξιου Γυμνασίου στη Θεσσαλονίκη, στον θείο του Παντελή, κι όχι στα ιδρύματα. Κι επιστρέφει τον Ιούνιο του 1957 στο χωριό (ο πάππος Γιάννης εντωμεταξύ έχει πεθάνει), για να τον στείλει η γιαγιά του στην Καβάλα στο σπίτι της φίλης της της Σουλτάνας, να τελειώσει πια το Γυμνάσιο –εφόσον διαπρέπει και στα γράμματα όπως αποδείχθηκε (ολάκερη Θάσος και να μην έχει ένα Γυμνάσιο!!).
     Αυτή τη φορά η γραφή είναι τριτοπρόσωπη, και θα λέγαμε πιο γραμμική- δεν εμφανίζεται πουθενά, όπως στα δύο προηγούμενα βιβλία ο ενήλικος, εξήντα+ Γιάννης, και δεν υπάρχουν χρονικές αναδρομές, παρά μόνο αναμνήσεις και αναπολήσεις. Η πρώτη πρώτη σκηνή είναι «ο νόστος» (έτσι επιγράφεται άλλωστε και το κεφάλαιο), η επιστροφή του ήρωα-συγγραφέα «στη δική του Ιθάκη»· το πρώτο αντάμωμα του πατρογονικού τόπου, μετά τη λήξη της σχολικής χρονιάς στη Θεσσαλονίκη, μετά από τα 8 χρόνια ξενιτεμού, ενός 16χρονου νέου με πλούσιο συναισθηματικό κόσμο και πολλές εμπειρίες. Το γλαφυρό γράψιμο του Ατζακά μάς επιτρέπει να διεισδύσουμε στον ψυχισμό του ήρωα, να ψυχανεμιστούμε κάθε τρικύμισμα της συγκίνησης, αυτές τις στιγμές που πλησιάζει στο χωριό του (αν δεν ήταν οι χτύποι της μηχανής, ο Γιάννης θα μπορούσε ν’ ακούσει τώρα την καρδιά του να χτυπάει σαν γιορτινό ταμπούρλο), καθώς αναγνωρίζει ανθρώπους, κτίρια και τοποθεσίες, με μια ματιά πιο ενήλικη, πιο ώριμη, πιο έμπειρη.
     Κι αυτή είναι η γοητεία αυτού του βιβλίου, που δεν έχει την κρυμμένη οδύνη του «Θολού βυθού», αλλά, ιδιαίτερα στην αρχή, ένα ηθογραφικό θα λέγαμε ενδιαφέρον για τον υπέροχο αυτόν τόπο. Έναν τόπο όπου στην αρχή δυσκολεύεται ακόμα κι ο Γιάννης να προσαρμοστεί ξανά, π.χ. δεν καταλαβαίνει το γλωσσικό ιδίωμα της γιαγιάς του! Με τους χαρακτηριστικούς τύπους που βλέπουμε συχνά στα χωριά και τα παρατσούκλια τους, π.χ. τις φαρμακόγλωσσσες κουτσομπόλες Καπνηρίνες που κάθονται στο κατώφλι και σχολιάζουν (χρονιάρα μέρα, και είχαν αφήσει στην άκρη βελόνες κι αδράχτια, μη χάσουν τίποτα απ’ τα μάτια τους), τη Λασκαρούδα που λέει τον καφέ, τον μπακάλη που κόβει κίνηση, τον Μαθιό τον Πάθια που σπουδάζει ιατρική και γίνεται φίλος του, τον τυπολάτρη («ρουφιάνο»;) γραμματέα της κοινότητας, καθαρευουσιάνο και αντικομμουνιστή –βέβαια- Γραμματίκα κ.α. Διάφορους συγγενείς και ξαδέλφια που ουσιαστικά το «Γιαννούδ’» δεν είχε προλάβει να γνωρίσει, και κυρίως την τσάτσα (θεία) Μαρία και τον τυφλό σύζυγό της, τον μπαρμπα- Μανόλη που μένει στον κάβο της Φονιάς, με τους οποίους αποκτά έναν ιδιαίτερο δεσμό.
     Βλέπουμε ακόμη και νιώθουμε τα σκιρτήματα του έφηβου που αγαπά, που ψάχνει τον δρόμο του και την ταυτότητά του (το ένιωθε καθαρά πως δεν είχε το αίσθημα του γιου ούτε για τη μητέρα του, ούτε για τον πατέρα του/στο χωριό όμως οι άνθρωποι έπρεπε να τον αποδώσουν σ’ έναν πατέρα πρώτα, κι ύστερα σε μια μάνα), που γοητεύεται γρήγορα κι απογοητεύεται βαθιά. Που ανακαλύπτει τον διχασμένο μετεμφυλιακό κόσμο, τους ανθρώπους που τον υποδέχονται θερμά, γιατί εκτιμούσαν τον πατέρα του, και είχαν ίδια ιδεολογική αφετηρία (σαν κι εμάς, εν πικραμένοι ανθρώποι, τα παιδιά τους ζουν- σκοτώθηκαν, δεν ξέρουν), και τους «άλλους», τους κακεντρεχείς/κακιασμένους που θα τον προσβάλουν και θα τον πικράνουν για τον ίδιο λόγο (αποκαλούν την οικογένεια του «Μησεμέληδες», προφανώς επειδή ο πατέρας ήταν απερίσκεπτος στα νιάτα του, αντάρτης στη συνέχεια). Ανακαλύπτουμε, μαζί με τον έφηβο ήρωα, τη μοναδική φωτογραφία του πατέρα μέσα στο μπαούλο της γιαγιάς Βενετιάς («ανεξήγητη λύπη» ή «βαθύς θυμός;»), και μέχρι τέλους αγωνιάμε μαζί με τον έφηβο Γιάννη για την τύχη του Γιώργη Αρχοντή, που έχει να δει τον γιο του δέκα χρόνια, συμμεριζόμαστε τα συναισθήματα περηφάνιας αλλά και παράπονου του παιδιού, και περιμένουμε μαζί με τον ήρωα το ενδεχόμενο συναπάντημα πατέρα-γιου.
     Φως της Φονιάς
     Ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να γνωρίσει την ευρύτερη περιοχή του Θεολόγου, με τα βουνά και τα λαγκάδια, και όσο αφορά τη διαδρομή προς τον κάβο -Φονιά, τα απότομα βράχια «κομμένα με το μαχαίρι», τα καλύβια «γαντζωμένα στην κόψη του γκρεμού», τις βαθιές σπηλιές και τα «ανεμοδαρμένα ξωκλήσια», καθώς ο Γιάννης, όσο βέβαια βρίσκεται στο χωριό κι όχι στο σχολείο, συνοδεύει τη θεία του τη Μαρία που στέλνει φαγητό στον μπάρμπα τον Μανόλη. Ο κάβος της Φονιάς, ιστορικό μέρος από παλιότερη θρυλική σφαγή των πειρατών, είναι και κατά κάποιο τρόπο ο ορμίσκος όπου έκαναν μπάνιο οι κάτοικοι (με μεγάλη ευκολία έμαθε μπάνιο ο Γιάννης), ένας τόπος με απίστευτη ομορφιά καθώς φαίνεται, δίπλα στη Μηλιά και άλλες παραλίες (π.χ. Παράδεισος, σήμερα). Είναι κοντά στα Κίνερα ή Κοίνυρα (αρχαία ονομασία), και είναι το επίκεντρο αυτής της περιόδου δύο χρόνων που διατρέχει το μυθιστόρημα, όσο ο Γιάννης επισκέπτεται το χωριό στις διακοπές απ’ το σχολείο στην Καβάλα.
     Η κυρα- Μαρία, στη διαδρομή μέχρι να φτάσουν στο καλύβι του μπαρμπα- Μανόλη, αφηγείται τα βάσανά της, την ιστορία της ευρύτερης οικογένειας αλλά και την ιστορία του τόπου (από δω, απ’ τα Κοίνυρα, βλέπεις, φύγαν τα περισσότερα παιδιά, Στάλινγκραντ τη λέγαν τη Μηλιά κάτω), που δεν χορταίνει ο ήρωάς μας ν’ ακούει. Έτσι μαθαίνουμε κι εμείς για τη θρυλική μάχη ανάμεσα σε αντάρτες (6 τον αριθμό, μάλλον κι ο Γιώργης ανάμεσά τους) που έστησαν ενέδρα σε πενήντα χωροφυλάκους και τους κατατρόπωσαν (τέσσερις από τους αντάρτες είχαν τα καλύβια τους στη Μηλιά, και ξέραν τον τόπο σπιθαμή προς σπιθαμή). Μαθαίνουμε ότι κατόπιν έφυγαν εξορία περνώντας στη στεριά και φεύγοντας μέσα απ’ τα βουνά της Δράμας, γιατί η Θάσος, τουλάχιστον η περιοχή γύρω απ’ την Ποταμιά ήταν διχασμένη πολιτικά με αρκετό δυναμικό αριστερών (είχαν βγάλει και βουλευτή της ΕΔΑ, τον Άγγελο Λασκαρίδη). Τώρα, μετά από τόσα χρόνια (βρισκόμαστε στο ’57) δεν είναι ελεύθεροι ακόμα να επικοινωνήσουν με την Ελλάδα, και ενώ κανείς δεν ξέρει ακόμη αν ο Γιώργης Αρχοντής ζει ή αν πέθανε, στις αρχές του 1958, που επιτράπηκε στους εξόριστους να επικοινωνήσουν με τους δικούς τους, τους στέλνει γράμμα από τη Βάρνα (ένας μεγάλος βράχος σκώθηκε απ’ τα στήθια μ’ γιόκα μ’)[2]. Κι εκείνος, κι άλλοι συγγενείς.
     Κι όμως ο Γιάννης νιώθει ανάμεικτα συναισθήματα απέναντι σ’ έναν πατέρα, ή μάλλον στο φάσμα ενός πατέρα που θυμάται ελάχιστα: δεν υπήρχε στη ζωή του θέση για κανέναν πατέρα. Δεν μπορούσε να δεχτεί τώρα εκείνον για τον οποίον ο ίδιος ποτέ δεν υπήρξε· να αναστηθεί ξαφνικά εκείνος που γι’ αυτόν ποτέ δεν είχε πεθάνει, αφού ποτέ δεν είχε ζήσει κοντά του -τρεις θαμπές εικόνες μόνο, που κι αυτές ο χρόνος τις είχε σχεδόν σβήσει. Ωστόσο, δεν παύει να είναι «ο γιος του αντάρτη», κι έχει ν’ αντιμετωπίσει μέσα στο χωριό αυτό το «στίγμα», που από τη μια τον ξεχωρίζει και τον κάνει περήφανο κι απ’ την άλλη τον βάζει στο στόχαστρο του διχασμού. Έτσι, βλέπουμε τον ήρωα μέσα σ’αυτά τα δύο κρίσιμα της εφηβείας χρόνια να μεταλλάσσεται, και δεν παύει να συγκινείται όταν βλέπει στη φωτογραφία «τη βαριά σκιά που σκέπαζε τη ματιά του» πατέρα του.
     Η μαθητεία[3]
     Σύντομα ο Γιάννης θα ξεφύγει από τον ρόλο «γιος του αντάρτη» και θα αναδειχθεί, μέσα στο χωριό και στη συνείδηση όλων, σε μοναδική προσωπικότητα. Κι αυτό γιατί, πέρα από τη σεμνότητα και την εργατικότητα που φαίνεται ότι τον διέκρινε, ήταν ένα έξυπνο παιδί με αγάπη για τη γνώση και με εξαιρετικές επιδόσεις στα γράμματα. Αγαπούσε το διάβασμα, είχε την τύχη στην Καβάλα να έχει πολύ καλούς καθηγητές (μνημονεύεται συνέχεια σαν φωτισμένος Δάσκαλος ο κος Σχινάς), και, παρά τις αντιξοότητες (η στενή συγκατοίκησή του την πρώτη χρονιά με τη φίλη της θείας Μόρφως, την πενηντάχρονη Σουλτάνα ήταν ζόρικη) και τα πάθη του έρωτα, παρά τη φτώχεια και την απειρία του, αρχίζει να διακρίνεται ιδιαίτερα στα γλωσσικά μαθήματα. Άλλωστε από ένα σημείο και μετά, η δημόσια βιβλιοθήκη γίνεται το δεύτερο σπίτι του, το καταφύγιό του (στα τρία σχολικά χρόνια του στην Καβάλα, η βιβλιοθήκη έγινε το πραγματικό σπίτι του, η μόνη καταφυγή του/ανακάλυπτε τις σκοτεινές ροπές, τις αδάμαστες δυνάμεις της ανθρώπινης ψυχής). Είναι -και γίνεται- τόσο γνήσια βαθιά και η σχέση του με τον κόσμο του λόγου, που ακόμα κι οι χωριανοί γρήγορα τον ανακαλύπτουν, και τον καλούν να κάνει μαθήματα στα παιδιά τους, θαυμάζοντας τις ικανότητές του. Μέχρι και ο Γραμματίκας, που του λέει έξω απ’ τα δόντια ότι για να συνεχίσει τις σπουδές του πρέπει να έχει «Πιστοποιητικόν Κοινωνικών Φρονημάτων» («Για παππάς-παπάς για ζευγάς-ζευγάς»), κοινώς να επιλέξει με ποιους είναι («υιός συμμορίτου ή τέκνον της βασιλίσσης»), ακόμα κι αυτός λοιπόν, αναγνωρίζει την ευφυΐα και τις δεξιότητες του ήρωά μας.
     Η θητεία του Γιάννη στα σχολεία της Καβάλας έχει πρόσθετο ενδιαφέρον για τον αναγνώστη, γιατί παρακολουθούμε τα δειλά βήματα ενός παιδιού που ανακαλύπτει μόνος του έναν άλλον κόσμο, της γνώσης, της διασκέδασης, του κινηματογράφου, των ανταγωνισμών, της επιβίωσης.
     Όμως ο Γιάννης, όσο φοιτά στην Καβάλα, έχει τον νου του και την καρδιά του στραμμένη στο χωριό, πνίγεται από λαχτάρα και νοσταλγία. Γιατί είναι ερωτευμένος!
     Μέλι πικρό
     Όλο το μυθιστόρημα είναι διαποτισμένο από τον παιδικό/εφηβικό άτολμο και αγνό έρωτα προς την Έλλη, έναν «ρομαντικό» έρωτα που αναζωπυρώνεται αμέσως με την πρώτη ματιά αφότου επέστρεψε από τις παιδοπόλεις (εκείνη την ώρα κάτι λησμονημένο σκίρτησε μέσα του και μια μακρινή σαϊτιά βρήκε το άγουρο αγόρι κατάστηθα).
     Πρόκειται για μια αιθέρια ύπαρξη, πρόκειται για άτολμες συναντήσεις, φευγαλέες ματιές και αγγίγματα, για απίστευτες αναμονές και προσδοκίες, αλλά παρόλ’ αυτά μια βαθιά εσωτερική βεβαιότητα οδηγεί τον Γιάννη και τον κάνει να αντέχει τις δυσκολίες της απόστασης και της στέρησης. Σκηνές εφηβικές στον κάβο της Φονιάς, ελάχιστες συνομιλίες μεταξύ τους, τεράστια διαστήματα διαψεύσεων και σιωπής χτίζουν ωστόσο μια σχέση αμοιβαίας έλξης, που κλείνει τον κύκλο της με ιερότητα και σοβαρότητα αντάξια της συναισθηματικής φόρτισης του αγαπημένου ήρωα.
Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Το Bildungsroman (μυθιστόρημα διαπαιδαγώγησης/μαθητείας) είναι λογοτεχνικό είδος, γερμανικής προέλευσης (18ος αι.), που εστιάζει στην ψυχολογική, ηθική και κοινωνική εξέλιξη του πρωταγωνιστή από την παιδική ηλικία έως την ενηλικίωση. Μέσα από δοκιμασίες, έρωτες και συγκρούσεις, ο χαρακτήρας ωριμάζει, μαθαίνει και βρίσκει τη θέση του στην κοινωνία.
[2] (να σημειώσουμε εδώ ότι ο Γιώργης πρέπει να ήταν περίπου 40 χρονών σ’αυτήν την περίοδο!)
[3] Οι τίτλοι «Η μαθητεία» και «Μέλι πικρό» είναι τίτλοι κεφαλαίων του βιβλίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: