Συναρπαστικό πάντα το γράψιμο της αγαπημένης «βασίλισσας του αργεντίνικου νουάρ» Κλαούδια Πινιέιρο («Η Ελένα ξέρει»), γιατί κινείται σε πολλά επίπεδα συνδυάζοντας αγωνία στην πλοκή, ψυχογραφικό ενδιαφέρον και απολαυστική/διεισδυτική γραφή.
Σε πρώτο επίπεδο, είναι μια ιστορία μυστηρίου, γιατί «υπάρχει πτώμα» και μάλιστα καμένο και τεμαχισμένο με ειδεχθή τρόπο, μιας νεαρής κοπέλας, της Άννας. Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο πρόκειται για μια οικογενειακή ιστορία, γιατί εμπλέκονται με οργανικό τρόπο όλα τα μέλη της οικογένειας· άλλωστε, φαίνεται ξεκάθαρα μέσα από την πλοκή αλλά και την ευφυή δομή που επέλεξε η συγγραφέας ότι όλο το συγκεκριμένο οικογενειακό σύστημα «στήριξε» αυτόν τον αλλόκοτο θάνατο της μικρότερης από τις τρεις κόρες («Μπουμπούκι» την έλεγε ο πατέρας της), κι αυτός ο θάνατος στη συνέχεια επηρέασε καθοριστικά τις προσωπικότητες και τις σχέσεις των μελών της οικογένειας, ακόμα και της επόμενης γενιάς. Τέλος, αναδεικνύεται ότι δεν είναι υπεύθυνα μόνο τα άτομα που απαρτίζαν την οικογένεια, αλλά και ολόκληρο το κοινωνικό και θρησκευτικό κατεστημένο (ξαναείδαμε πώς η συγγραφέας επιρρίπτει ευθύνες στην αυστηρή καθολική εκκλησία) εφόσον με τους περιορισμούς που επιβάλλει η εμμονική και παράλογη προσήλωση στο δόγμα, τα άτομα φτάνουν σε αδιέξοδα.
Αυτό είναι το γενικότερο πλαίσιο, και ο τρόπος με τον οποίο χτίζεται η ιστορία -σπονδυλωτά καθώς στα έξι διαφορετικά κεφάλαια ο συγγραφέας εστιάζει στα έξι διαφορετικά πρόσωπα που εμπλέκονται πιο άμεσα-, είναι επίσης αριστοτεχνικός. Η συγγραφέας, τριάντα χρόνια μετά το έγκλημα, μας οδηγεί σιγά σιγά στην καρδιά της υπόθεσης, δηλαδή στη λύση του μυστηρίου (και στην καρδιά των αρρωστημένων συναισθημάτων που οδήγησαν στην εγκληματική πράξη, επίσης) ξεκινώντας μάλλον περιφερειακά:
Η πρώτη που αφηγείται μάλιστα πρωτοπρόσωπα, είναι ίσως και το πιο απομακρυσμένο με την υπόθεση άτομο, η μεσαία από τις τρεις αδερφές, η Λία, που αμέσως μετά τον θάνατο της μικρής αδερφής της, με την οποία ήταν πολύ δεμένη, εξαφανίστηκε στην Ευρώπη (εμείς οι αναγνώστες μόνο και ο πατέρας της ξέρουμε ότι βρίσκεται στο Σαντιάγο ντε Κομποστέλλα), δουλεύει σε βιβλιοπωλείο και δεν θέλει να έχει καμιά σχέση με την οικογένειά της και την Αργεντινή, παρά μόνο αν εξιχνιαστεί περισσότερο το έγκλημα της Άννας, που «έκλεισε» με το πόρισμα ότι το θύμα βιάστηκε, θανατώθηκε και στη συνέχεια προσπάθησε προφανώς ο εγκληματίας να εξαφανίσει τα ίχνη τεμαχίζοντας και καίγοντας το σώμα. Η Λία έχει κόψει κάθε δεσμό με το παρελθόν, δεν θέλει να μαθαίνει νέα, πάντα δήλωνε άθεη προκαλώντας το περιβάλλον της, αλλά τώρα έχει κι επίσημα αποκηρύξει την πίστη της στον θεό, κι ακόμα περισσότερο μετά τον αποτρόπαιο θάνατο της αδερφής της (έπαψα να πιστεύω στον θεό εδώ και τριάντα χρόνια, η πρώτη φράση του βιβλίου). Η μόνη επαφή της είναι με τον πατέρα της, κι αυτή αυστηρά με τους δικούς της όρους.
Στο κάδρο μπαίνει και ο νεαρός Ματέο, ο μοναδικός ανιψιός της Λίας του οποίου φυσικά την ύπαρξη δεν γνώριζε, γιος της μεγαλύτερης αδερφής Κάρμεν, ο οποίος, στο συγγραφικό παρόν, μετά δηλαδή τριάντα χρόνια από το έγκλημα, εγκαταλείπει ξαφνικά κι απροειδοποίητα κι αυτός την οικογένειά του και την Αργεντινή, και ψάχνει να βρει τη θεία του. Ο Ματέο είναι αρχιτέκτονας, και διατηρεί ιδιαίτερο δεσμό με τον παππού Αλφρέδο (πατέρα των κοριτσιών) ο οποίος, βλέποντας το τέλος του να πλησιάζει χωρίς να έχει απαντήσει στα καυτά ερωτήματα του θανάτου της Άννας, έρχεται κοντά με τον εγγονό και, με πρόσχημα την επίσκεψη και σχεδιασμό σπουδαίων καθεδρικών ναών της Ευρώπης, σχεδιάζουν ταξίδι εξερεύνησης, και αναζήτησης, ουσιαστικά, της αλήθειας. Σ’ αυτό το ταξίδι, ο Ματέο πηγαίνει μόνος όμως, γιατί εντωμεταξύ ο Αλφρέδο είναι γέρος και άρρωστος.
Στο ίδιο κεφάλαιο, το πρώτο («Λία»), οι αναγνώστες συναντούν και την -αντιπαθητική απ’ την πρώτη στιγμή- Κάρμεν με τον άνδρα της, τον Χουλιάν, οι οποίοι αναζητούν τα ίχνη του εξαφανισμένου γιου τους και οδηγούνται σε απόγνωση στην αποκηρυγμένη αδερφή, δηλαδή στο Σαντιάγο ντε Κομποστέλλα (η μητέρα μου περιφρονούσε τη Λία και δεν της είχε ξαναμιλήσει από τότε που η θεία μου έφυγε από το σπίτι). Η συνάντηση των δύο αδερφών είναι βέβαια ψυχρή, με αποκορύφωμα το τέλος, όπου η Κάρμεν με απόλυτο κυνισμό προσφέρει στην ανήξερη Λία τις -μισές- στάχτες του πατέρα τους, του Αλφρέδο (σκέφτηκα ότι θα ήθελες να τις φυλάξεις, λάθος έκανα;)!
Αυτή λοιπόν την εικόνα, αυτήν την καθηλωτική σκηνή επέλεξε η συγγραφέας ως πρώτη, για να ξετυλίξει το κουβάρι, το μυστήριο της δολοφονίας της νεαρής κοπέλας τριάντα χρόνια πριν. Ένα σκηνικό αιφνιδιαστικό για τον αναγνώστη, ιδωμένο μέσα από τα μάτια της πιο αποστασιοποιημένης ηρωίδας, αλλά και κατάλληλο για να μας συστήσει κάποια απ’ τα κύρια πρόσωπα μαζί με τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά τους. Μια απροσδόκητη «σύνοδος», σύγκλισης δηλαδή των βασικών προσώπων του βιβλίου συνέβη εκείνη τη μέρα στο βιβλιοπωλείο της Λίας: Λία, Κάρμεν, Χουλιάν, Ματέο, Αλφρέδο, ενώ ως βασικά πρόσωπα που δίνουν και την δική τους οπτική στα αντίστοιχα κεφάλαια μένουν η Μαρσέλα, παιδική φίλη του θύματος, και ο νεαρός τότε «ντετέκτιβ» Έλμερ, υπεύθυνος τότε της ομάδας Σήμανσης και νυν αστυνομικός.
Οι οικογενειακές σχέσεις
Ο Ματέο ωστόσο στηρίζεται συναισθηματικά στον παππού του, τον ευαίσθητο και πράο Αλφρέδο (η γιαγιά, δηλαδή η μητέρα των κοριτσιών είναι σχεδόν απούσα, άχρωμη και άβουλη). Ο Αλφρέδο νοιάζεται βαθιά για τον Ματέο με τρόπο πιο ουσιαστικό απ’ ό, τι οι γονείς του, τον απασχολεί η μοναξιά του εγγονού του, βλέπει ότι είναι ντροπαλός και εύθραυστος και τον «εκπαιδεύει για επιβίωση» (υπάρχουν τόποι όπου είναι πιο δύσκολο να επιβιώσεις: η έρημος, ένα ερημονήσι, η κορυφή ενός βουνού, η ζούγκλα. Η οικογένειά μου). Στο πλαίσιο αυτής της βαθιάς επικοινωνίας, σχεδιάζουν μαζί το «Μονοπάτι του Σαντιάγο» -μια διαδρομή που μας φέρνει σε επαφή με τους «Καθεδρικούς» ναούς που επέλεξαν παππούς κι εγγονός, αλλά ουσιαστικά, μας φέρνει κοντά στη λύση του μυστηρίου. Γιατί ο δαιμόνιος παππούς δεν παύει να προβληματίζεται για τον θάνατο της μικρής του κόρης, και να διερευνά, έχει κάνει τις επαφές και τις προσωπικές του έρευνες, με τη βοήθεια του Έλμερ, κι έχει βγάλει τα συμπεράσματά του, με «έλεος και φόβο». Έχει κρατήσει άπειρες σημειώσεις και φωτογραφίες, που πέφτουν μετά από χρόνια στα χέρια του Ματέο (ένιωσα άβολα που έχωνα τη μύτη μου σε κάτι που δεν μου ανήκε, η ουλή μου, ωστόσο, μ’ έκανε συμμέτοχο σε όσα γράφονταν εκεί).
Η τρίτη αφηγήτρια είναι η Μαρσέλα, που δεν είναι μέλος της οικογένειας αλλά είναι η καλύτερη και ίσως η μοναδική φίλη της Άννας. Γνωρίζει σχεδόν όλα της τα μυστικά, και συμπαραστέκεται σε κάθε δυσκολία. Δυστυχώς, η Μαρσέλα την ώρα ακριβώς του θανάτου της Άννας, έπαθε «εμπροσθόδρομη αμνησία»[1] από χτύπημα στο κεφάλι, θυμάται δηλαδή με κάθε λεπτομέρεια ό, τι συνέβη πριν το ατύχημα, όχι όμως τα μετέπειτα γεγονότα. Έτσι, δεν λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η κατάθεσή της, παρόλο που ήταν παρούσα στο ατυχές γεγονός, και οι ισχυρισμοί της ότι η Άννα «πέθανε στα χέρια της» ερμηνεύονται από τους ειδικούς ως απόρροια μετατραυματικού σοκ. Γιατί, δικαιολογημένα, ο τεμαχισμός και η καύση του σώματος, δεν μπορεί παρά να αποδοθεί σ’ έναν εγκληματία από πρόθεση.
Η εξομολόγηση της Μαρσέλα είναι όχι μόνο η αφήγηση-κλειδί για την υπόθεση και για τον αναγνώστη, όσο αφορά την διερεύνηση του μυστηρίου, αλλά και ίσως το ωραιότερο μέρος του βιβλίου. Παρακολουθούμε με δέος τις τιτάνιες προσπάθειες της νεαρής κοπέλας/γυναίκας να μπορέσει να προσανατολιστεί σ’ έναν κόσμο όπου δεν μπορεί να συγκρατήσει συμβάντα του παρόντος (κρατά σημειώσεις με αξιοθαύμαστο σύστημα), την αδυναμία συγκέντρωσης, την επινόηση γεγονότων για να συμπληρώνει τα κενά μνήμης (η ζωή μου τώρα έχει αξία όταν κλίνεται στον Υπερσυντέλικο, σε ό, τι έγινε πριν το ατύχημα. Είχα πάει, είχα δει, είχα βρεθεί…), και όπου δεν την πιστεύουν εφόσον όλες οι αναμνήσεις της από την αποφράδα μέρα θεωρούνται μετατραυματικό παραλήρημα. Ένα παραλήρημα που το παρακολουθούμε κι εμείς οι αναγνώστες, με ενδιαφέρον και δέος.
Κυρίως όμως όλο το κεφάλαιο είναι ύμνος στη φιλία, αυτήν την παιδική/εφηβική φιλία, την αγνή, πιστή κι αδιαμφισβήτητη. Η Μαρσέλα μάς γνωρίζει την Άννα, τον χαρακτήρα της, τις χαρές και τις αγωνίες της, σέβεται τα μυστικά της (αρνήθηκε ακόμα και μετά τον θάνατο της φίλης της να προδώσει τις κρυφές της πράξεις και τα συναισθήματά της, αν και θα διαφωτιζόταν κάπως η υπόθεση), της συμπαραστέκεται με αυτοθυσία στις δύσκολες στιγμές. Μαθαίνουμε τώρα από τις σημειώσεις ότι η Άννα ήταν ερωτευμένη (η Άννα πίστευε πως το να υποφέρεις, σημαίνει να είσαι ερωτευμένος. Δεκαεφτά χρονών ήμασταν, πολύ λίγα ξέραμε για τη ζωή και τον έρωτα/ήμασταν πιο πολύ ερωτευμένες με τον ίδιο τον έρωτα παρά με το εκάστοτε αντικείμενό του), αλλά ούτε καν η Μαρσέλα δεν ξέρει το όνομά του (ήταν ένα από τα εφτασφράγιστα μυστικά), και μάλιστα η Μαρσέλα ξέρει και τι ήταν αυτό που σκότωσε την Άννα, έχει ορκιστεί όμως να μη μιλήσει…
Τριάντα χρόνια αργότερα, ωστόσο, θα την αναζητήσει ο Αλφρέδο, και, μέσα από τις αναλυτικές σημειώσεις της πάντα, θα μάθουμε ότι δεν παρέβη τον όρκο, δεν πρόδωσε τη φίλη της, ωστόσο ο οξυδερκής παππούς με τη βοήθεια του οξυδερκέστερου αστυνομικού Έλμερ, υποψιάζονται πια όχι μόνο από τα συμφραζόμενα αλλά και τις αποσιωπήσεις της την αλήθεια, ή έστω, μέρος της αλήθειας.
Όπως είπαμε και πριν, ο Έλμερ, παρόλο που έχουν περάσει τριάντα χρόνια, όχι μόνο θυμάται την υπόθεση που ήταν και η πρώτη του επίσημη, όχι μόνο θεωρεί τον εαυτό του «εγκληματολογικό ερευνητή» (κάτι διαφορετικό από τον εγκληματολόγο) κι έχει το μεράκι της έρευνας (η δουλειά του είναι το πάθος του), αλλά έχει κρατήσει αντίγραφα της υπόθεσης για την οποία από την αρχή πίστευε ότι υπάρχει το στοιχείο της συγκάλυψης. Παρακολουθούμε λοιπόν με ακρίβεια επιστημονική τα στοιχεία και τους συλλογισμούς του Έλμερ, κυρίως τα ερωτήματα που προκύπτουν (π.χ. ποια ήταν τα πιθανά αίτια θανάτου, τι μπορούσε να συγκαλύψει ο τεμαχισμός με τον τρόπο που έγινε κ.α.) και τον μονόδρομο των πιθανών απαντήσεων, ακόμα κι αφού εξετάσουν μαζί με τον Αλφρέδο την μοναδική, και θλιβερή μάρτυρα, τη Μαρσέλα.
Μερικές φορές δεν υπάρχει αύριο
Οι επιστημονικές και ανατομικές γνώσεις του Έλμερ οδηγούν την έρευνα πολύ κοντά στη λύση, της οποίας τις λεπτομέρειες αρχίζει να υποψιάζεται και ο Αλφρέδο, ο πατέρας. Έχει αξία εδώ να υπογραμμίσουμε το πώς η συγγραφέας αποδίδει με λεπτότητα τα συναισθήματα, και του Αλφρέδο και της Μαρσέλας, καθώς διερευνούν την υπόθεση.
Όμως πιο κοντά στο κέντρο του κύκλου είναι ο Χουλιάν και τέλος η Κάρμεν. Οι αφηγήσεις τους είναι συγκλονιστικές για τον αναγνώστη, καθώς μπαίνουμε στην καρδιά των γεγονότων και των σχέσεων των ηρώων. Δεν είναι σκόπιμο όμως, σε μια ιστορία μυστηρίου, να προδώσω στοιχεία-κλειδιά γι’ αυτό δεν είναι δυνατόν να πω και πολλά περισσότερα αποκαλύπτοντας την αιτία του θανάτου, ή τους δράστες και τα κίνητρα της κακοποίησης του σώματος.
Ο Χουλιάν, μαθητής της Ιερατικής Σχολής τότε, με ματαιοδοξία να «είναι ο εκλεκτός», να ξεχωρίσει, μπαίνει στον πειρασμό του έρωτα κυρίως όταν γνώρισε την Κάρμεν, που μπαίνει στη ζωή του σαν «τυφώνας». Το «ακαταμάχητο» κορμί της Κάρμεν κολάζει τα όνειρά του, εκείνη όμως ξέρει να προκαλεί και να περιμένει. Οι εσωτερικές σκέψεις του Χουλιάν μπροστά στις δοκιμασίες που του φέρνει η ζωή είναι από τα ωραιότερα σημεία του βιβλίου, όπως αξιοθαύμαστη και μέσα στα πλαίσια της θρησκείας είναι και η ειλικρινής σχέση που χτίστηκε με την Κάρμεν, παρά τα παραστρατήματά του. Ωστόσο, σοκάρει τον αναγνώστη ο ορθολογισμός της τελευταίας, ο τρόπος της να αποποιείται τις ευθύνες (που τον περνά και στον σύντροφό της) και η «αξιοποίηση» του καθολικού δόγματος ώστε να συγχωρούν τον εαυτό τους και να έχουν τη συνείδησή τους ήσυχη («θέλημα Θεού») .
Και, τέλος, μ’ έναν απίστευτο ύμνο στην αγάπη, τη σπάνια, βαθιά κι άδολη αγάπη που ο ίδιος στα τελευταία χρόνια της ζωής του βίωσε με τη Μαρσέλα, με μια αναφορά στην πίστη/έλλειψη πίστης και στην ελευθερία που αποτόλμησαν να χαρίσουν στον εαυτό τους η Λία και ο Ματέο δραπετεύοντας από το σύστημα, κλείνει το υπέροχο στερνό γράμμα ο Αλφρέδο, και μαζί και το βιβλίο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου