Η παθολογική ιδεοληψία της Ράικα αφορά το χρήμα, τη συσσώρευση του πλούτου, κι ως εκ τούτου την οικονομία σε όλα τα απίθανα επίπεδα, και, όπως συμβαίνει μ’ αυτές τις αρρωστημένες περιπτώσεις, όλα τα συναισθήματα προς τον συνάνθρωπο εκμηδενίζονται, ενώ αντίθετα όλες οι έγνοιες αφορούν τον πόθο αυτόν, της συγκέντρωσης όλο και περισσότερου κέρδους. Στιγμές ευτυχίας υπάρχουν μόνο όταν αγγίζεται ο απώτερος στόχος, που είναι να αυξήσει το κομπόδεμα και να φτάσει το εκατομμύριο (όλη η υπόθεση είναι να πιάσεις το πρώτο εκατομμύριο. Μετά, όλα είναι εύκολα). Ένα θέμα κοινότοπο, που έχει απασχολήσει πολλές φορές τη λογοτεχνία, και θα πίστευε κανείς ότι έχει εξαντληθεί. Τι ενδιαφέρον να έχει για τον αναγνώστη η μηδενική εξέλιξη μιας τέτοιας παρεκκλίνουσας προσωπικότητας, που, όπως βλέπουμε κι απ’ τον θάνατό της, ουδόλως μετακινήθηκε μέχρι το τέλος της ζωής της; Πράγματι, όπως γράφει κι ο ίδιος συγγραφέας, «ούτε η πρόσφατη ζωή της, ούτε κι ο θάνατος της είχαν κάτι που θα μπορούσε να τραβήξει το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού». Και θα συμπλήρωνα εγώ, όχι μόνο η πρόσφατη αλλά ούτε και η νεανική της ζωή. Ήταν μια αντιπαθητική και βαρετή, τυπική και προβλέψιμη φιγούρα.
Όμως ο συγγραφέας είναι ο νομπελίστας Βόσνιος Ίβο Άντριτς, γνωστός και αγαπημένος από το «Γεφύρι του Δρίνου», και η μαστοριά στην τέχνη της γραφής -της περιγραφής και της διείσδυσης στο ψυχοκοινωνικό επίπεδο-, απαράμιλλη. Ο συγγραφέας αρχικά μας «συστήνει» κατά κάποιον τρόπο την ηρωίδα, με τα χούγια της, τους συγγενείς της, τις καταβολές της. Η κλασική εικόνα του μεγαλύτερου μέρους της ζωής της: να κάθεται στο παραθύρι όλη μέρα, να κεντά και να μπαλώνει στο σκοτάδι και στο κρύο για να κάνει οικονομία (όλα σ’ αυτό το δωμάτιο, από τους τοίχους μέχρι και τα έπιπλα, έχουν τη σφραγίδα της εγκατάλειψης και της αδιαφορίας, λες κι εκεί μέσα ζει κάποιος τυφλός ή ένας αναχωρητής που είναι εντελώς αδιάφορος για τα πράγματα αυτού του κόσμου). Σταδιακά προσανατολιζόμαστε στον χώρο και στον χρόνο μέσα από μια ατμόσφαιρα υποβλητική, σχεδόν κινηματογραφική, και η ανάγνωση, που εστιάζει όχι τόσο στην υπόθεση όσο στην διεισδυτική περιγραφή, γίνεται απόλαυση.
Η Ράικα είναι όχι μόνο σφιχτοχέρα, αδιάφορη για τους ανθρώπους γύρω της και για τα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα, αλλά δεν αναγνωρίζει καμιά απολύτως άλλη αξία εκτός από την εξοικονόμηση και η πρόσοδος, δεν την ενδιαφέρει καθόλου μα καθόλου η γνώμη των άλλων, ούτε φυσικά η εμφάνισή της (όσο για την ομορφιά, καρφί δεν της καίγεται γι’ αυτήν. Η ομορφιά είναι ακριβή, πανάκριβη, τιποτένια και ψεύτικη). Έχει απωθήσει τελείως τα ξέγνοιαστα παιδικά της χρόνια «αυτό το χρονικό διάστημα όπου ο άνθρωπος δεν ξέρει ούτε τι είναι χρήμα, ούτε και πόσος μόχθος απαιτείται για να το αποκτήσεις». Η ζωή της «ξεκινάει από τα δεκαπέντε της, από κάποιο σκοτεινό σημείο, από μια πολύ πικρή στιγμή». Είναι προφανώς τότε που ο πατέρας της, άντρας οικονομικά ισχυρός, χοντρέμπορος γουναράς, φαλίρισε, αρρώστησε και σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα πέθανε. Τα τελευταία του λόγια που χάρισε σαν ευχή στην μοναδική του κόρη, λόγια απελπισμένα ενός ανθρώπου που πίστεψε στην ευγένεια, τη μεγαθυμία και την ευσπλαχνία και προδόθηκε, χαράχτηκαν μέσα της: η οικονομία πρέπει να γίνεται με τρόπο ανελέητο, όσο ανελέητη είναι και η ίδια η ζωή/πρόσεχε το βιός σου όσο καλύτερα μπορείς ώστε να μην εξαρτάται ποτέ από την καλή προαίρεση των άλλων. Έτσι λοιπόν φαίνεται ότι ο Άντριτς αγγίζει και μια ψυχολογική ερμηνεία της διαμόρφωσης του μονοκόμματου και άτεγκτου χαρακτήρα της Ράικα: η αδυναμία στον αδικοχαμένο πρόωρα πατέρα την ωθεί να «καταφέρει με τη δουλειά της να εκδικηθεί και ν’ αποκαταστήσει τον πατέρα της».
Στις πρώτες πενήντα σελίδες αναρωτιέται κανείς, εφόσον γνωρίζει και το τέλος της ηρωίδας, πώς θα γεμίσουν άλλες διακόσιες σελίδες από μια τέτοια επίπεδη προσωπικότητα. Κι όμως, αρχικά βλέπουμε την σταδιακή αποξένωση της Ράικα από το κοινωνικό περιβάλλον, από τα σόγια και τους γείτονες, όπου ξεχωρίζει μόνον ο «θείος Βλάντο», νέος, όμορφος αλλά παιχνιδιάρης και άσωτος, που πέθανε από φυματίωση στα 23 του χρόνια (ήταν σαν χάρισμα της μοίρας γιατί είναι δύσκολο και να φανταστεί κανείς πώς θα’ μοιαζε η ζωή του χωρίς τη δυνατότητα να χαρίζει και να ξοδεύει). Είναι μια ανάμνηση τρυφερή για τη Ράικα, αλλά τρομακτική ταυτόχρονα: πώς είναι δυνατόν να συνυπάρχουν στον ίδιον άνθρωπο δεμένες σφιχτά κι αχώριστα οι πιο αντιφατικές ιδιότητες του σώματος και του πνεύματος.
Μετά τον θάνατο του πατέρα της, η Ράικα, μένει μόνο με τη μητέρα, διώχνει υπηρέτες και μαγείρισσα και διατηρεί ουσιαστικές σχέσεις (λόγω ανάγκης φυσικά) μόνο με τον λογιστή Βέσο, βοηθό του πατέρα της, με τον οποίο όμως καβγαδίζει συνέχεια, τον νονό της και κηδεμόνα της κυρ Μιχάιλο, και τον τραπεζίτη της τράπεζας Ουνιόν κ. Πάγερ. Συνεχίζει για πολύ μικρό διάστημα εξ αδρανείας να συναντιέται σε σπίτια με συνομήλικους (άκουγε εκείνο το ανέμελο γέλιο, το μεταδοτικό, που είναι το πολύτιμο αλάτι της νιότης και που η αξία του μόνο με την αξία της υγείας μπορεί να συγκριθεί), αλλά γρήγορα απαρνιέται κάθε παρέα, κάθε έξοδο. Απαρνιέται και τα λιγοστά προξενιά που περιέργως δέχτηκε στο σπίτι της, και το μόνο που την ενδιαφέρει πια είναι τα λογιστικά βιβλία, η εμπορική αλληλογραφία, τα γραμμάτια, τα δάνεια, το κέρδος.
Το Σαράγεβο ήταν πάντα πόλη του χρήματος
Βρισκόμαστε τώρα στα 1906, η Ράικα πρέπει να είναι περίπου τριάντα χρονών, κι έχει αρχίσει να νιώθει τη γλύκα του «παρά που κλωσάει» (αυτό το ψυχρό δηλαδή μεθύσι που ζεσταίνει κρυφά κι ευφραίνει τους τσιφούτηδες πιο πολύ κι απ’ τον ήλιο και πιο όμορφα κι από την άνοιξη), να δανείζει δηλαδή χρήματα (με πολύ αυστηρή επιλογή φυσικά –η εντολή του πατέρα ήταν να είναι ανελέητη) και να υπερτοκίζει το δάνειο. Άλλωστε το Σαράγεβο, μια πόλη όπου διασταυρώνονται «πολιτισμοί, αντιλήψεις και τρόποι ζωής», όπου ανταμώνουν άνθρωποι από διάφορες εθνικότητες, φτωχοί με -μάταιες;- ελπίδες αλλά «μεγάλη δίψα για παρά», όπου βλέπει κανείς το κράμα των ράθυμων συνηθειών της Ανατολής με τον πολιτισμό της Μεσευρώπης (βασικά της γειτονικής Αυστροουγγαρίας), ήταν, όπως λέει ο συγγραφέας «πάντα πόλη του χρήματος». Γέννημα θρέμμα αυτής της κοινωνίας είναι άνθρωποι σαν τον δαιμόνιο Εβραίο σαράφη Ράφο Κόνφορτι (απολαυστική η σκιαγράφησή του από τον συγγραφέα), έναν απίστευτο καταφερτζή, καπάτσο, φωνακλά τοκογλύφο, που οσμίζεται τις ευκαιρίες και πείθει τα θύματά του στο λεπτό. Είναι ο άνθρωπος που χρειαζόταν η Ράικα, που αναλαμβάνει τις εξωτερικές δουλειές της και την προτρέπει εν αναμονή του πολέμου να αγοράσει χρυσό, δηλαδή δουκάτα. Η γνωριμία/συνεργασία μαζί του τη βυθίζει πιο βαθιά στην παθολογική της εμμονή.
Ένας άξονας ενδιαφέροντος βέβαια είναι η ιστορική συγκυρία στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αι. στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων. Σαράγεβο και Βελιγράδι, Σέρβοι, Βόσνιοι και Αυστριακοί, Βαλκανικοί πόλεμοι, προσάρτηση Βοσνίας κι Ερζεγοβίνης το 1908, ξέσπασμα Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, και μάλιστα με αφορμή τη δολοφονία του πρίγκιπα Φραγκίσκου Φερδινάνδου, στο Σαράγεβο. Αυτά όλα τα κοσμοϊστορικά γεγονότα βέβαια που έφεραν απανωτές κρίσεις -κι όπως λέει ο συγγραφέας οι κρίσεις φέρνουν παραζάλη όπου άλλος χάνει κι άλλος κερδίζει-, δεν αγγίζουν καν την ηρωίδα μας, κι αργεί πολύ να πάρει χαμπάρι ότι μετά την ηρωική αντίσταση των Σέρβων (ένα είδος αλβανικού έπους την πρώτη χρονιά του Μεγάλου Πολέμου) και την εξορία της νόμιμης κυβέρνησης στην Κέρκυρα, η αυστριακή κατοχή έφερε τα πάνω κάτω. Οι παρωπίδες της την καθιστούν όχι μόνο αδιάφορη για τους άλλους, αλλά εγωίστρια και αντιπαθητική στους δικούς της ανθρώπους, που μάταια προσπαθούν να την πείσουν να μην προδώσει τους ίδιους τους Σέρβους, απ’ τον φόβο της ότι θα της πειράξουν το σπίτι και το μαγαζί οι «ξυπόλυτοι κι οι κουρελήδες» (Βόσνιοι;).
Τα τέσσερα χρόνια του πολέμου η Ράικα τα πέρασε σαν σε όνειρο, αγοράζοντας ό, τι μπορούσε σύμφωνα με τις συμβουλές του Ράφο, να μπαίνει σε μικροδουλειές (αγορές και μεταπωλήσεις), τουτέστιν έγινε μαυραγορίτισσα του χειρίστου είδους, χωρίς να δίνει ιδιαίτερη σημασία στις πολεμικές συγκρούσεις, τους νεκρούς, την πείνα, τις συλλήψεις. Ό, τι έβλεπε δίπλα της ήταν μόνο «αλόγιστη σπατάλη», κι άκουγε με παγερή αδιαφορία τα νέα επιστράτευσης Σέρβων στον αυστριακό στρατό που κουβέντιαζε η μάνα της και οι συγγένισσες (πιο πολύ βέβαια την ενοχλούσαν τα κεράσματα του καφέ και του ρακιού), ούτε βέβαια μπορούσε να καταλάβει πού έγκειται ο ηρωισμός όσων το έσκασαν από το αυστριακό μέτωπο και στρατεύονταν με τη μεριά των Ρώσων!
Το φθινόπωρο του 1917, στα πλαίσια των επιτάξεων ο αυστριακός υπολοχαγός που επιτάσσει το σπίτι της Ράικα έχει αντιπολεμικό φρόνημα. Είναι αυτός που με τις εξιστορήσεις του βάζει κάπως τη Ράικα στο πνεύμα του πολέμου, ενός πολέμου όμως που, επειδή φτάνει στο τέλος του, θα φέρει στην επιφάνεια απρόβλεπτα οικονομικά προβλήματα. Και όντως, απ’ αυτήν την άποψη, «το 1918 ήταν μια πολύ κακή χρονιά»: ένα χάος από ανάγκες κι ελλείψεις δημιουργεί μεγάλη ανασφάλεια στους δωσίλογους ή μαυραγορίτες, ακόμα και στον Ράφο (ο ίδιος κι όλα τα μεγαλεία του έσβηναν σιγά σιγά, όπως έσβηνε κι αυτός ο πόλεμος), ο οποίος μετά από λίγο καιρό κατέληξε στο φρενοκομείο. Η Ράικα δεν μπορεί καν να καταλάβει για ποιον λόγο οι έμπιστοι άνθρωποί της όπως ο λογιστής Βέσο και ο τραπεζίτης Πάγερ της δείχνουν δυσπιστία, αποδοκιμασία και καχυποψία. Ο φόβος της με το τέλος του πολέμου φουντώνει, και όποιος δεν ξέρει τι φοβάται, φοβάται διπλά.
Η αναλυτική ψυχογράφηση του φόβου, από τον συγγραφέα, και του τι δημιουργεί αυτό το ολέθριο συναίσθημα στον άνθρωπο είναι αριστουργηματική, με αποκορύφωμα τον απίστευτο εφιάλτη που είδε η Ράικα, ότι το «χρήμα έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης» (έγινε κάτι χειρότερο: χάθηκε το νόημα του χρήματος/το χρήμα χάθηκε απ’ τη γη κι ο κόσμος έμεινε χωρίς σώμα, χωρίς ψυχή, σώμα χωρίς αίμα, δίχως τη δύναμη που το κινεί)! Και φυσικά αυτοί οι φόβοι δικαιώνονται γιατί η Ράικα, όπως κι ο Ράφο, υφίστανται επίθεση ως μαυραγορίτες όχι μόνο από τους συμπολίτες τους, αλλά κι από τον τύπο, εφόσον οι περισσότερες εφημερίδες καταδικάζουν και στιγματίζουν επώνυμα τους προδότες. Τώρα, βλέπει πραγματικά ότι είναι «εκτός μάχης».
Η Ράικα με τη μητέρα της αναγκάζονται λοιπόν να φύγουν απ’ το Σαράγεβο, και να πάνε σε συγγενείς στο Βελιγράδι. Απολαμβάνουμε την περίοδο προσαρμογής της ηρωίδας μας σ’ ένα περιβάλλον φιλικό, ως φιλοξενούμενοι, αρχικά, σε σπίτι συγγενικό που φυσικά το βρίσκει «σπάταλο» (δεξιώσεις, πάρτι, συγκεντρώσεις νέων, καφέδες (η Δεσποινίδα απέφευγε τις συγκεντρώσεις όσο κι όταν μπορούσε). Φρικάρει μάλιστα όταν σε μια σύναξη νέων ποιητών, ακούει ανατριχιαστικά ποιήματα κατά του πλούτου (με την κάθε μέρα που περνάει, έλεγε η Δεσποινίδα στον εαυτό της, η τρέλα σε τούτο το σπίτι όλο και δυναμώνει)! Όταν πια στέκεται στα πόδια της αγοράζοντας δικό της σπίτι, όπου εγκαθίσταται με την άβουλη και άχρωμη μητέρα, ασχολείται με συναλλαγές στα «Ανταλλακτήρια» (σαράφικα, «γραφεία συναλλαγών» με ομόλογα κλπ) προκειμένου να ασκήσει την παλιά της τέχνη…
Το άλλο μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή της μονοκόμματης ηρωίδας μας, που χαρίζει πάλι απολαυστικές σκηνές στον αναγνώστη λέγεται Γιοβάνκα, και κατ’ επέκταση Γιοβάνκα και Ράτκο! Απολαμβάνουμε πάλι την εκφραστική δύναμη του συγγραφέα καθώς σκιαγραφεί την Γιοβάνκα («μια κοπέλα που κάνει πάντα τα δικά της» κατά τους συγγενείς της Ράικα), μια αντρογυναίκα sui generis: μια γεροδεμένη κοπέλα αν και μικρόσωμη, με μποέμικο στυλ, λαμπερά μάτια και διαπεραστικό βλέμμα, σκληρή και αμείλικτη απέναντι στην αδικία, που θεωρούσε ύψιστο καθήκον της να βοηθήσει με όλες της τις δυνάμεις όποιον αδύναμο έκρινε ότι είχε ανάγκη (της δινόταν η ευκαιρία να ζει μέσα από δεκάδες ξένες ζωές), αλλά όταν στράβωνε γινόταν ανελέητη.
Η θυελλώδης αυτή προσωπικότητα όχι μόνο «ψάρεψε» τη Ράικα, αλλά της γνώρισε και τον αμφιλεγόμενο Ράτκο Ράτκοβιτς, έναν όμορφο και ήπιων τόνων νεαρό, που άγγιξε κάποιες ευαίσθητες χορδές της ηρωίδας μας γιατί έμοιαζε απίστευτα στον αγαπημένο κι αδικοχαμένο της θείο, τον Βλάντο (αυτό πια δεν ήταν απλή ομοιότητα, ήταν κάτι άλλο). Ήρωας πολέμου, Ερζεγοβίνος, ο Ράτκο μάγεψε τις δυο κοπέλες και μάλιστα, προς μεγάλη μας έκπληξη, ιδιαίτερα την Ράικα, η οποία ενέδωσε σε απαιτήσεις του, δυσανάλογα με αυτό που η ίδια συνήθιζε.
Το νέο συναίσθημα άνοιξε μια ρωγμή απ’ όπου διέρρευσε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα η ανατροπή, ένα αναποδογύρισμα ήθους και συνηθειών που εκπλήσσει όλους, ακόμα και… τον αναγνώστη! Ωστόσο, η αποκάλυψη μιας απατηλής πραγματικότητας προσγείωσε απότομα την πρωταγωνίστριά μας, ενώ η συγκεκριμένη σκηνή, της αποκάλυψης, που εκβίασε βέβαια η Γιοβάνκα κι εξουθένωσε τη Ράικα, είναι από τις πιο διασκεδαστικές του μυθιστορήματος.
Η παρένθεση αυτή άνοιξε κι έκλεισε χαρίζοντας οδύνη αλλά και γνώση στην ηρωίδα. Ήταν η ακατάσχετη πεισματάρικη και την ίδια ώρα σωτήρια και καταστροφική μαζί δύναμη που δίνει τη λύτρωση σπρώχνοντας τον κάθε πόνο στα όριά του και την πτώση ως το τέρμα της, ως το μη παρέκει, όπου ο άνθρωπος ή γίνεται θρύψαλα ή καταφέρνει να σταθεί ξανά όρθιος, στα πόδια του. Και η ηρωίδα μας επέστρεψε αξιοπρεπώς στον συνηθισμένο της ρυθμό, στην κλειστή και μονοδιάστατη ζωή της, στη μοναξιά μέσα στην οποία έβρισκε στιγμές ευτυχίας και πραγμάτωσης του φαντασιακού της σκοπού.
Η παρένθεση αυτή άνοιξε κι έκλεισε χαρίζοντας οδύνη αλλά και γνώση στην ηρωίδα. Ήταν η ακατάσχετη πεισματάρικη και την ίδια ώρα σωτήρια και καταστροφική μαζί δύναμη που δίνει τη λύτρωση σπρώχνοντας τον κάθε πόνο στα όριά του και την πτώση ως το τέρμα της, ως το μη παρέκει, όπου ο άνθρωπος ή γίνεται θρύψαλα ή καταφέρνει να σταθεί ξανά όρθιος, στα πόδια του. Και η ηρωίδα μας επέστρεψε αξιοπρεπώς στον συνηθισμένο της ρυθμό, στην κλειστή και μονοδιάστατη ζωή της, στη μοναξιά μέσα στην οποία έβρισκε στιγμές ευτυχίας και πραγμάτωσης του φαντασιακού της σκοπού.
Χριστίνα Παπαγγελή
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου