Απίστευτη όσο ένα παραμύθι είναι αυτή η «αφήγηση» του Παν. Καλιότσου, που αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα, διασταυρωμένα με πηγές και ντοκουμέντα. Πρόκειται για επεισόδια εκεχειρίας μεταξύ των αντιπάλων δυνάμεων στο Δυτικό μέτωπο το Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, τα Χριστούγεννα του 1914, ανάμεσα σε στρατιώτες των δυο μετώπων, κατά παράβαση βεβαίως των άνωθεν εντολών.
Είναι ένα πολύ μικρό βιβλιαράκι, απ’΄όπου απουσιάζει ο συγγραφέας (σκόπιμα άλλωστε επισημαίνεται ως αφηγητής), και, όπου, αφού μας παρουσιάζει με αδρές γραμμές τις συνθήκες (κρύο, υγρασία, ποντίκια, ψείρες, ψύλλοι, πτώματα, μπόχα κλπ.), παραθέτει αυτούσιες πηγές- κυρίως γράμματα, ημερολόγια, αποφάσεις των Στρατηγείων- που πιστοποιούν αυτές τις απίθανες στιγμές συνείδησης και ανθρωπιάς εκατέρωθεν. Ο αποστασιοποιημένος αυτός τρόπος που διάλεξε ο Π. Καλιότσος να κάνει γνωστή την «ωραιότερη ιστορία του κόσμου» (και μάλλον δεν είναι υπερβολή), είναι κατά τη γνώμη μου ο πιο ενδεδειγμένος, γιατί τα γεγονότα είναι τόσο συγκλονιστικά, που μιλάνε από μόνα τους (έχω μόνο κάποιες επιφυλάξεις για τις τελευταίες σελίδες, όπου δεν είναι ξεκάθαρο αν πρόκειται για μαρτυρίες ή μυθοπλασία). Η ίδια ιστορία έχει γυριστεί και ταινία που λέγεται “Merry Chrismas” (ολίγον χολιγουντιανή- η σκηνή με τη Δανέζα στο στρατόπεδο είναι μάλλον off),
Όπως επισημαίνεται στην πρώτη κιόλας σελίδα, η ιστορία αυτή είναι ακόμα πιο συγκλονιστική αν πάρει κανείς υπόψη του το μίσος και την προπαγάνδα που καλλιεργήθηκαν πριν τον πόλεμο σ’ όλες τις χώρες, και τον ενθουσιασμό με τον οποίο συμμετείχαν οι απλοί στρατιώτες. Η ταλαιπωρία όμως της ζωής στα χαρακώματα γρήγορα μεταστρέφει αυτόν τον ενθουσιασμό και γεννά το αίσθημα του παραλόγου, ενώ στην περίπτωσή μας φαίνεται να ενώνει τους «κατ’ ανάγκην» εχθρούς, που σε ορισμένα σημεία των χαρακωμάτων απέχουν μεταξύ τους μόλις 100 ή και 50 μέτρα! Έτσι, ακούγονται οι φωνές τους τα τραγούδια τους, οι συναγερμοί τους κλπ. Η χαλαρή πειθαρχία που έχουν τη μέρα των Χριστουγέννων, η νοσταλγία της πατρίδας μετά την παραλαβή των δεμάτων με τα χριστουγεννιάτικα γλυκά και δώρα, ίσως και η απουσία των ανώτερων σε κάποιες περιπτώσεις, τους δίνει το θάρρος να ξεδιπλώσουν την καταπιεσμένη ανθρωπιά (η οποία σε τέτοιες περιπτώσεις, όμως, γίνεται πιο συνειδητή). Δειλά- δειλά βήματα προσέγγισης γίνονται κι απ’ τις δυο πλευρές, και υπάρχει ανταπόκριση:
· Το τραγούδι και τον χορό ενός βαρύτονου Άγγλου στρατιώτη υποδέχονται γερμανικά χειροκροτήματα και ιαχές «Μπράβο Τόμμυ». Ακολουθεί μια μπότα γερμανική που πέφτει μέσα στο χαράκωμα των Άγγλων, γεμάτη λουκάνικα, καραμέλες κι ένα σημείωμα! Ο πάγος σπάει και στη συνέχεια συμφωνούν να τραγουδήσουν όλοι μαζί την Άγια Νύχτα!
· Ακόμα πιο απίστευτη είναι η μαρτυρία ενός φαντάρου, ότι το από κοινού κυνήγι ενός αρουραίου κατέληξε σε… παιχνίδι ποδοσφαίρου, αρχικά με κονσερβοκούτια και στη συνέχεια με πραγματική μπάλα, σ΄ ένα «γήπεδο» γεμάτο τρύπες απ’ τα βλήματα, τάφους και σταυρούς!
· Σε άλλο σημείο των χαρακωμάτων συνεννοούνται να γλεντήσουν από κοινού με τραγούδια και φαγητά, φτιάχνοντας τραπέζια και καθίσματα από μαδέρια…
· Η πιο συγκλονιστική ιστορία όμως που καταγράφει το βιβλίο (γιατί ποιος ξέρει πόσες ξεχάστηκαν), είναι κατά τη γνώμη μου το γράμμα του Άγγλου προς τη μητέρα του που την παρακαλεί να στείλει το γράμμα του Γερμανού (με τον οποίο γνωρίστηκε το βράδυ) προς την αγαπημένη του… Έψαχνε, λέει, έναν Λονδρέζο για να παραδώσει αυτοπροσώπως το γράμμα στην ερωμένη του που φοβάται ότι τον ξέχασε…
Νομίζω ότι περιττεύουν τα λόγια και τα σχόλια και σκύβουμε το κεφάλι μπροστά στην ιστορία που πέρα απ’ την απόγνωση όπου μας οδηγεί, μας χαρίζει και ιερές στιγμές, γεμάτες ανυπέρβλητη ομορφιά, χιούμορ (;) και ανθρωπιά…
Σάββατο, Ιανουαρίου 26, 2008
Κυριακή, Ιανουαρίου 20, 2008
Γιούγκερμαν, Μ. Καραγάτση
Δεν το ξεκίνησα τόσο από ενδιαφέρον, ούτε λόγω της ομώνυμης σειράς στην τηλεόραση, όσο επειδή το επιλέξαμε στην εξεταστέα ύλη της Β΄Λυκείου! Για την ακρίβεια, πίστεψα ότι θα με κουράσει, γιατί κι ο «Κίτρινος φάκελλος» που ξαναδιάβασα τελευταία με είχε κουράσει. Με είχε κουράσει ο προβλέψιμος «νατουραλισμός», που όσο κι αν είναι ένα είδος κοινωνικής κριτικής, ισοπεδώνει τα πάντα.
Όμως, εδώ τα πράγματα τα βρήκα …διαφορετικά. Κατ’ αρχάς, … κλασική λογοτεχνία! Ύφος μεστό, περιεκτικό, γλαφυρό! Οι άνθρωποι και τα γεγονότα δεν περιγράφονται απλώς, ζωγραφίζονται. Είναι ολοζώντανα μπροστά σου, και όχι μονοδιάστατα. Και οι τόποι, και η εποχή. Κι όλ’ αυτά δεν είναι στατικά, όπως συνηθίζεται στη γενιά του ‘ 30, υπάρχει εξέλιξη, ωρίμανση. Και σαφώς η επιλογή του πρωταγωνιστή, δηλ. του ασύμβατου και ασύδοτου Γιούγκερμαν ήταν οπωσδήποτε για την εποχή μια επανάσταση («…εκείνη η εφεύρεση των ηθικολόγων που λέγεται συνείδηση, δεν φώλιασε ποτέ στο κακότροπο κεφάλι του»).
Η ζωή του Γιούγκερμαν, λοιπόν το θέμα, σα να λέμε «Ο βίος και η πολιτεία του Βάσια Κάρλοβιτς», Φινλανδού στην καταγωγή, που υπηρέτησε στο ρωσικό στρατό ως ίλαρχος (μάλιστα γνώρισε και τον άλλο ήρωα του Καραγάτση, τον συνταγματάρχη Λιάπκιν) κατά την εκστρατεία στην Ουκρανία, και μετά τη Ρωσική επανάσταση αποφάσισε να έρθει ως πρόσφυγας και να ζήσει στην Ελλάδα. Έχοντας ρίξει μαύρη πέτρα στην πατρίδα του και στην οικογένειά του που του άφησε ανοιχτές πληγές. Έχοντας στην πλάτη του φόνο,κλοπή, μια γυναίκα που τη …μοιραζόταν μ’ έναν ανθυπολοχαγό (και με τον οποίο νέμονταν και την πατρότητα δυο παιδιών!!), δαιμόνιος και αδίστακτος, μπαίνει βαθιά στον υπόκοσμο (ναρκωτικά, πορνεία, απατεωνιές), γλεντώντας και πίνοντας μέχρι ορίων. Με την εξυπνάδα του ωστόσο, σιγά σιγά κοινωνικοποιείται, ανέρχεται κοινωνικά, γίνεται «πολιτισμένος», Ευρωπαίος, αποκτά σημαντική διοικητική θέση στην Τράπεζα και μαζί με την κοινωνική άνοδο, πλούτο και γόητρο.
Μέσα απ’ αυτό το πέρασμα από τα κοινωνικά στρώματα ζωγραφίζεται η ελληνική κοινωνία, βασικά η αστική ζωή από τη δεκαετία του 20 και μετά. Βλέπουμε την επιρροή που ασκεί στην αμοραλιστική και τυχοδιωκτική του φύση η ποιητική ιδιοσυγκρασία του φίλου και συναδέλφου του Καραμάνου, με τον οποίο πλέκεται ένα μικρό δράμα. Το κύριο βάρος, όμως, κατά τη γνώμη μου πέφτει στα αντίστοιχα δράματα με τις γυναίκες που σημάδεψαν τη ζωή του, και με τις οποίες, αυτός, ο αχόρταγος επιβήτορας, είχε εντέλει σύντομες και ανολοκλήρωτες σχέσεις.
Η μητέρα του, η σαγηνευτική και ποθητή Ντίνα, η αγνή Βούλα αλλά και άλλες δευτερεύουσες γυναικείες μορφές - διαφορετικές εκφάνσεις του πολυπρόσωπου «θήλεος»-, στοιχειώνουν τον ήρωα και τον οδηγούν στην ωρίμανση. Ο Καραγάτσης, μεταφέροντας μυθιστορηματικά τις φροϋδικές αντιλήψεις της εποχής, περιγράφει γλαφυρά τους πόθους, τις φαντασιώσεις, τις διαψεύσεις κάθε μορφής έρωτα συνθέτοντας με αξιοθαύμαστο τρόπο την πολύπλοκη, την πολυδιάστατη και ενίοτε αντιφατική ψυχολογία των ηρώων, κρατώντας μια κλασική ισορροπία ανάμεσα σε μορφή και περιεχόμενο. Χωρίς κενά, αλλά και χωρίς περιττές αναλύσεις.
Παρόλο τον πραγματισμό και ορθολογισμό του συγγραφέα ωστόσο, «διαρρέουν» και μεταφυσικές τάσεις όπως στο τηλεπαθητικό όραμα της Βούλας, αλλά κυρίως στην καταληκτική σκηνή θανάτου του Γιούγκερμαν.
Τώρα πια, είναι αργά. Τώρα μετράει στα δάχτυλα της (της Ντίνας), τα χαμένα χρόνια της επιθυμίας, κι όχι τις κερδισμένες μέρες της ηδονής. Να γερνάς με τη θύμηση των όσων χάρηκες… Φτηνές ικανοποιήσεις· ανούσιο τέλος γλυκανάλατης ζωής.
Πρόκειται για μια κορύφωση, όπου κατά τη γνώμη μου ξεδιπλώνεται όλη η τέχνη του Καραγάτση. Είναι η σκηνή κατά την οποία ο Γιούγκερμαν, γερασμένος και σοφός πια, επιστρέφει (σαν τον «λύκο» στον οποίο γίνεται εκτεταμένη αναφορά) στα πάτρια εδάφη για να πεθάνει, και σ’ ένα όραμα/παραλήρημα επαναπροσδιορίζει τις σχέσεις του με νεκρούς και ζωντανούς. Είναι ένα είδος «Νέκυιας», μια έσχατη συνάντηση με το «θήλυ», ένας διάλογος με τον εαυτό, με τον θάνατο.
Έτσι, όλες οι «πληγές», οι ανοιχτές υποθέσεις αντιμετωπίζονται συνολικά απ’ τον ώριμο πια Γιούγκερμαν σ’ έναν απολογισμό ζωής, μέσα από πικρή, θυμοσοφική αλλά και ρεαλιστική οπτική.
Χριστίνα Παπαγγελή
Όμως, εδώ τα πράγματα τα βρήκα …διαφορετικά. Κατ’ αρχάς, … κλασική λογοτεχνία! Ύφος μεστό, περιεκτικό, γλαφυρό! Οι άνθρωποι και τα γεγονότα δεν περιγράφονται απλώς, ζωγραφίζονται. Είναι ολοζώντανα μπροστά σου, και όχι μονοδιάστατα. Και οι τόποι, και η εποχή. Κι όλ’ αυτά δεν είναι στατικά, όπως συνηθίζεται στη γενιά του ‘ 30, υπάρχει εξέλιξη, ωρίμανση. Και σαφώς η επιλογή του πρωταγωνιστή, δηλ. του ασύμβατου και ασύδοτου Γιούγκερμαν ήταν οπωσδήποτε για την εποχή μια επανάσταση («…εκείνη η εφεύρεση των ηθικολόγων που λέγεται συνείδηση, δεν φώλιασε ποτέ στο κακότροπο κεφάλι του»).
Η ζωή του Γιούγκερμαν, λοιπόν το θέμα, σα να λέμε «Ο βίος και η πολιτεία του Βάσια Κάρλοβιτς», Φινλανδού στην καταγωγή, που υπηρέτησε στο ρωσικό στρατό ως ίλαρχος (μάλιστα γνώρισε και τον άλλο ήρωα του Καραγάτση, τον συνταγματάρχη Λιάπκιν) κατά την εκστρατεία στην Ουκρανία, και μετά τη Ρωσική επανάσταση αποφάσισε να έρθει ως πρόσφυγας και να ζήσει στην Ελλάδα. Έχοντας ρίξει μαύρη πέτρα στην πατρίδα του και στην οικογένειά του που του άφησε ανοιχτές πληγές. Έχοντας στην πλάτη του φόνο,κλοπή, μια γυναίκα που τη …μοιραζόταν μ’ έναν ανθυπολοχαγό (και με τον οποίο νέμονταν και την πατρότητα δυο παιδιών!!), δαιμόνιος και αδίστακτος, μπαίνει βαθιά στον υπόκοσμο (ναρκωτικά, πορνεία, απατεωνιές), γλεντώντας και πίνοντας μέχρι ορίων. Με την εξυπνάδα του ωστόσο, σιγά σιγά κοινωνικοποιείται, ανέρχεται κοινωνικά, γίνεται «πολιτισμένος», Ευρωπαίος, αποκτά σημαντική διοικητική θέση στην Τράπεζα και μαζί με την κοινωνική άνοδο, πλούτο και γόητρο.
Μέσα απ’ αυτό το πέρασμα από τα κοινωνικά στρώματα ζωγραφίζεται η ελληνική κοινωνία, βασικά η αστική ζωή από τη δεκαετία του 20 και μετά. Βλέπουμε την επιρροή που ασκεί στην αμοραλιστική και τυχοδιωκτική του φύση η ποιητική ιδιοσυγκρασία του φίλου και συναδέλφου του Καραμάνου, με τον οποίο πλέκεται ένα μικρό δράμα. Το κύριο βάρος, όμως, κατά τη γνώμη μου πέφτει στα αντίστοιχα δράματα με τις γυναίκες που σημάδεψαν τη ζωή του, και με τις οποίες, αυτός, ο αχόρταγος επιβήτορας, είχε εντέλει σύντομες και ανολοκλήρωτες σχέσεις.
Η μητέρα του, η σαγηνευτική και ποθητή Ντίνα, η αγνή Βούλα αλλά και άλλες δευτερεύουσες γυναικείες μορφές - διαφορετικές εκφάνσεις του πολυπρόσωπου «θήλεος»-, στοιχειώνουν τον ήρωα και τον οδηγούν στην ωρίμανση. Ο Καραγάτσης, μεταφέροντας μυθιστορηματικά τις φροϋδικές αντιλήψεις της εποχής, περιγράφει γλαφυρά τους πόθους, τις φαντασιώσεις, τις διαψεύσεις κάθε μορφής έρωτα συνθέτοντας με αξιοθαύμαστο τρόπο την πολύπλοκη, την πολυδιάστατη και ενίοτε αντιφατική ψυχολογία των ηρώων, κρατώντας μια κλασική ισορροπία ανάμεσα σε μορφή και περιεχόμενο. Χωρίς κενά, αλλά και χωρίς περιττές αναλύσεις.
Παρόλο τον πραγματισμό και ορθολογισμό του συγγραφέα ωστόσο, «διαρρέουν» και μεταφυσικές τάσεις όπως στο τηλεπαθητικό όραμα της Βούλας, αλλά κυρίως στην καταληκτική σκηνή θανάτου του Γιούγκερμαν.
Τώρα πια, είναι αργά. Τώρα μετράει στα δάχτυλα της (της Ντίνας), τα χαμένα χρόνια της επιθυμίας, κι όχι τις κερδισμένες μέρες της ηδονής. Να γερνάς με τη θύμηση των όσων χάρηκες… Φτηνές ικανοποιήσεις· ανούσιο τέλος γλυκανάλατης ζωής.
Πρόκειται για μια κορύφωση, όπου κατά τη γνώμη μου ξεδιπλώνεται όλη η τέχνη του Καραγάτση. Είναι η σκηνή κατά την οποία ο Γιούγκερμαν, γερασμένος και σοφός πια, επιστρέφει (σαν τον «λύκο» στον οποίο γίνεται εκτεταμένη αναφορά) στα πάτρια εδάφη για να πεθάνει, και σ’ ένα όραμα/παραλήρημα επαναπροσδιορίζει τις σχέσεις του με νεκρούς και ζωντανούς. Είναι ένα είδος «Νέκυιας», μια έσχατη συνάντηση με το «θήλυ», ένας διάλογος με τον εαυτό, με τον θάνατο.
Έτσι, όλες οι «πληγές», οι ανοιχτές υποθέσεις αντιμετωπίζονται συνολικά απ’ τον ώριμο πια Γιούγκερμαν σ’ έναν απολογισμό ζωής, μέσα από πικρή, θυμοσοφική αλλά και ρεαλιστική οπτική.
Χριστίνα Παπαγγελή
Παρασκευή, Ιανουαρίου 04, 2008
Το παλιοκόριτσο, Μάριος Βάργκας Λιόσα
Ένας Λιόσα ισοδύναμος της καταπληκτικής «Γιορτής του τράγου», αλλά με τελείως διαφορετικό θέμα. Ο Περουβιανός νεαρός Ρικάρντο σκιαγραφεί τη ζωή του, αρχικά ως έφηβου στο προεπαναστατικό Περού και στη συνέχεια ως διερμηνέα και μεταφραστή στη Γαλλία του ’60 @ την Αγγλία του ’70. *Το κεντρικό θέμα, όμως, είναι ο μοιραίος έρωτας του αφηγητή με το «παλιοκόριτσο», ένας έρωτας τόσο μονόπλευρος (ειδικά στην αρχή), που αναγκαστικά είναι ρηχός και μονοδιάστατος. Η μικρή Χιλιανή που συγκινεί τον Ρικάρντο με το χορό της και τα σκέρτσα της, αποδεικνύεται ότι είναι φτωχή Περουβιανή, εξαφανίζεται, ενώ πολύ αργότερα (δεκαετία του ’60) ο ήρωας τη συναντά στο Παρίσι ως Περουβιανή αντάρτισσα (εποχή μετά τη δικτατορία του στρατηγού Οδρία, της Περουβιανής επανάστασης), για ν’ ανακαλύψει πρώτον, ότι «δεν δίνει δυάρα για την πολιτική» και δεύτερον, ότι λέει απανωτά ψέματα, ότι το μόνο που τη συγκινεί είναι ο απόλυτος έρωτας του ήρωα, ενώ εκείνη αντίθετα μένει τελείως απαθής, Μετά από ένα σύντομο και μονόπλευρο ειδύλλιο, την ξαναβρίσκει μετά από χρόνια με άλλο όνομα, ως σύζυγο του εμπορικού ακόλουθου της γαλλικής πρεσβείας, προκειμένου να φύγει από την Κούβα (όπου είχε πάει για …επαναστατική εκπαίδευση). Αλλάζει λοιπόν ρόλους και προσωπεία, με στόχο ν’ ανέβει κοινωνικά και να ζήσει μια πλούσια ζωή, ενώ ο άκρατος εγωκεντρισμός, ο τυχοδιωκτισμός και ο αμοραλισμός της φαίνεται ότι είναι αυτά που προσελκύουν τον Ρικάρντο.
Οι ερωτικές τους συνευρέσεις είναι πολύ αραιές στην αρχή κι απολύτως μονόπλευρες.
(Σελ. 71: Μιλούσε με τόση ψυχρότητα που δεν έμοιαζε με κοπέλα που έκανε έρωτα αλλά μ’ έναν γιατρό που διατύπωνε μια τεχνική περιγραφή, ξένη προς την απόλαυση. Δεν μ’ ενδιέφερε καθόλου, ήμουν απολύτως ευτυχής, όπως δεν ήμουν για πολύ καιρό, ίσως ποτέ).
Είναι οι προδιαγραφές για ένα δράμα. Ο απόλυτος έρωτας προς κάποιο «ψυχρό» κι απρόσιτο πρόσωπο (εγώ ποτέ δεν θα είμαι ευχαριστημένη με όσα κι αν έχω), έρωτας που φτάνει μέχρι την αυτοταπείνωση, το «σβήσιμο του εγώ», δεν μπορεί παρά να’ χει δραματική εξέλιξη. Το παλιοκόριτσο αναζητά το καθρέφτισμά της μέσα στα μάτια του παθιασμένου Ρικάρντο, ενώ αραιά και πού φαίνεται ν’ απολαμβάνει τις ερωτικές στιγμές. Όταν όμως η προσέγγιση ξεπερνά κάποιο όριο, ανεξήγητα τον προσβάλλει ή φεύγει, κόβει κάθε δεσμό κι εξαφανίζεται.
Ο Ρικάρντο, που αυτοχαρακτηρίζεται «κομψός χίπης», ζει τον πνευματικό αναβρασμό της Γαλλίας του Μάη του ’68 αλλά και της Αγγλίας των χίπηδων και των σκίνχεντς. Μέσω της φιλίας του με τον χαρακτηριστικότατο και πολύ ενδιαφέροντα Χουάν Μπαρέτο, μας μεταφέρει στο κλίμα της εποχής. Όταν πια η υπόθεση της μικρής Χιλιανής έχει ξεχαστεί, την ξανασυναντά, σχεδόν τυχαία, ως … Μεξικάνα, γυναίκα κάποιου εκτροφέα αλόγων (Μίσες Ρίτσαρτσον), έχοντας αφήσει τον Γάλλο σύζυγό της και κυνηγημένη από την αστυνομία της Ελβετίας, εφόσον σήκωσε τον λογαριασμό του. Οι δυο ήρωες αρχίζουν και συγκλίνουν κάπως περισσότερο, εφόσον ο Ρικάρντο έχει γίνει πιο δυναμικός (You are learning, καλόπαιδο) :
Σελ. 130: Με τα χρόνια έγινα σαν κι εσένα. Όλα τα μέσα είναι θεμιτά για να κατακτήσεις αυτό που θες. Είναι τα λόγια σου, παλιοκόριτσο, και γω, το ξέρεις καλά, το μόνο πράγμα που θέλω στ’΄αλήθεια στον κόσμο είσαι εσύ. (…) το χειρότερο δεν είναι ότι σου λέω (γλυκανάλατα λόγια). Το χειρότερο είναι ότι τα νιώθω. Με μετατρέπεις σε ήρωα σαπουνόπερας, δεν τα έχω πει σε καμία άλλη εκτός από σένα.
Με πολλή τέχνη ο Λιόσα μάς μεταφέρει στα βάθη αυτής της μοναδικής σχέσης που αρχίζει και αποκτά κάποιο νόημα. Η γυναίκα έχει αυτόν τον μοναδικό τρόπο να ηδονίζεται (με αυτή την ένταση που εγώ δεν είχα δει ποτέ σε άλλη γυναίκα, στη δική της ευχαρίστηση, μοναχική, προσωπική, εγωιστική- σελ. 134) και βλέπουμε ότι, αν μη τι άλλο, είναι αληθινή:
-Ποτέ δεν έχω πει «σε θέλω», «σ’ αγαπώ» νιώθοντάς το στ’ αλήθεια. Σε κανέναν. Αυτά τα πράγματα τα λέω πάντα στα ψέματα. Γιατί δεν έχω αγαπήσει ποτέ κανέναν, Ρικαρντίτο. Τους έχω πει ψέματα, σε όλους, πάντα. Νομίζω ότι ο μόνος άντρας που δεν έχω πει ψέματα στο κρεβάτι είσαι εσύ.
-Μπα, από σένα αυτό είναι ερωτική εξομολόγηση.
Μια δικαιολογημένη καθυστέρηση από μέρους του Ρικάρντο είναι η αφορμή για μια εκ νέου εξαφάνιση. Και αρχίζει η οδύνη. Αρχίζει επιτέλους ο ήρωας/αφηγητής να «νιώθει φτυσμένος», ωστόσο αρχίζει κατά κάποιον τρόπο η αντίστροφη κίνηση, η αντίστροφη αναζήτηση: το παλιοκόριτσο είναι τώρα μπλεγμένο μ’ έναν Ιάπωνα γκάνγκστερ, αλλ’ αρχίζει και προσεγγίζει τον Ρικάρντο πιο τρυφερά, πιο ουσιαστικά. Μέχρις που αποκαλύπτεται ότι οι ερωτικές περιπτύξεις τους κι η θερμή συμπεριφορά της «Κουρίκο» (άλλαξε φυσικά και όνομα!) ηδονίζει τον «αφέντη» της που κάθεται κρυφά στο σκοτάδι και τους παρακολουθεί… Το σοκ κανει τον Ρ. να τη σιχαθεί, ν΄απομακρυνθεί με την απόφαση πια να μην ξαναεξεφτελιστεί ποτέ…
Είμαστε στη σελ. 207, και το «θέμα» του μυθιστορήματος είναι στην κορύφωση. Είναι-κατά τη γνώμη μου η ακραία ταπείνωση του έρωτα, και σ΄αυτήν την οριακή στιγμή αφορά και τους δυο πρωταγωνιστές. Παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα την ψυχολογική κρίση και ωρίμανση του ήρωα, ο οποίος καταφέρνει κι αποστασιοποιείται, συνέρχεται και αφοσιώνεται σε άλλες δραστηριότητες. Τώρα όμως, το παλιοκόριτσο είναι που τον κυνηγά, κι όταν πια, ύστερα από αφόρητες πιέσεις, ο Ρ. δέχεται να ξανασυναντηθούν, η γυναίκα είναι πια ένα ζωντανό πτώμα. Από τις κακοποιήσεις και τις διαστροφές του Ιάπωνα, του «έρωτα της ζωής της»; Φτωχή, διωγμένη, κυνηγημένη.
Άλλη πορεία, άλλα συναισθήματα. Προσέγγιση, φροντίδα, θεραπεία, …γάμος. Στιγμές αγάπης, επικοινωνίας, αλλά και πάλι φυγή.
(-Ο γάμος μας έγινε μόνο για να πάρω τα χαρτιά. Έτσι, μη μου ζητάς εξηγήσεις για τίποτα.
Με προκαλούσε τσιτωμένη σαν κοκόρι. Στην κούραση τώρα προστέθηκε και μια αίσθηση γελοιότητας. Είχε δίκιο: ήμασταν πια γέροι για τέτοιες σκηνές).
Το «παλιοκόριτσο» φυσικά επιστρέφει, όταν πια πλησιάζει η ώρα του θανάτου, για να πεθάνει κοντά στον ώριμο πια -συναισθηματικά- Ρικάρντο. Η μεταστροφή και η αντιστροφή είναι δραματική.
Πρόκειται για ένα σύγχρονο δράμα πάνω σ’ ένα θέμα σχεδόν …τετριμμένο, (αχ, αυτός ο έρωτας!), που κατά τη γνώμη μου ο Λιόσα το χειρίζεται με μοναδικό και μη μελοδραματικό τρόπο.
*Αξιόλογη η παρουσίαση της anagnostria, αλλά και του Δημήτρη Αθηνάκη (ιδιαίτερο ενδιαφέρον η συζήτηση στα σχόλια για την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του Λιόσα)
Χριστίνα Παπαγγελή
Οι ερωτικές τους συνευρέσεις είναι πολύ αραιές στην αρχή κι απολύτως μονόπλευρες.
(Σελ. 71: Μιλούσε με τόση ψυχρότητα που δεν έμοιαζε με κοπέλα που έκανε έρωτα αλλά μ’ έναν γιατρό που διατύπωνε μια τεχνική περιγραφή, ξένη προς την απόλαυση. Δεν μ’ ενδιέφερε καθόλου, ήμουν απολύτως ευτυχής, όπως δεν ήμουν για πολύ καιρό, ίσως ποτέ).
Είναι οι προδιαγραφές για ένα δράμα. Ο απόλυτος έρωτας προς κάποιο «ψυχρό» κι απρόσιτο πρόσωπο (εγώ ποτέ δεν θα είμαι ευχαριστημένη με όσα κι αν έχω), έρωτας που φτάνει μέχρι την αυτοταπείνωση, το «σβήσιμο του εγώ», δεν μπορεί παρά να’ χει δραματική εξέλιξη. Το παλιοκόριτσο αναζητά το καθρέφτισμά της μέσα στα μάτια του παθιασμένου Ρικάρντο, ενώ αραιά και πού φαίνεται ν’ απολαμβάνει τις ερωτικές στιγμές. Όταν όμως η προσέγγιση ξεπερνά κάποιο όριο, ανεξήγητα τον προσβάλλει ή φεύγει, κόβει κάθε δεσμό κι εξαφανίζεται.
Ο Ρικάρντο, που αυτοχαρακτηρίζεται «κομψός χίπης», ζει τον πνευματικό αναβρασμό της Γαλλίας του Μάη του ’68 αλλά και της Αγγλίας των χίπηδων και των σκίνχεντς. Μέσω της φιλίας του με τον χαρακτηριστικότατο και πολύ ενδιαφέροντα Χουάν Μπαρέτο, μας μεταφέρει στο κλίμα της εποχής. Όταν πια η υπόθεση της μικρής Χιλιανής έχει ξεχαστεί, την ξανασυναντά, σχεδόν τυχαία, ως … Μεξικάνα, γυναίκα κάποιου εκτροφέα αλόγων (Μίσες Ρίτσαρτσον), έχοντας αφήσει τον Γάλλο σύζυγό της και κυνηγημένη από την αστυνομία της Ελβετίας, εφόσον σήκωσε τον λογαριασμό του. Οι δυο ήρωες αρχίζουν και συγκλίνουν κάπως περισσότερο, εφόσον ο Ρικάρντο έχει γίνει πιο δυναμικός (You are learning, καλόπαιδο) :
Σελ. 130: Με τα χρόνια έγινα σαν κι εσένα. Όλα τα μέσα είναι θεμιτά για να κατακτήσεις αυτό που θες. Είναι τα λόγια σου, παλιοκόριτσο, και γω, το ξέρεις καλά, το μόνο πράγμα που θέλω στ’΄αλήθεια στον κόσμο είσαι εσύ. (…) το χειρότερο δεν είναι ότι σου λέω (γλυκανάλατα λόγια). Το χειρότερο είναι ότι τα νιώθω. Με μετατρέπεις σε ήρωα σαπουνόπερας, δεν τα έχω πει σε καμία άλλη εκτός από σένα.
Με πολλή τέχνη ο Λιόσα μάς μεταφέρει στα βάθη αυτής της μοναδικής σχέσης που αρχίζει και αποκτά κάποιο νόημα. Η γυναίκα έχει αυτόν τον μοναδικό τρόπο να ηδονίζεται (με αυτή την ένταση που εγώ δεν είχα δει ποτέ σε άλλη γυναίκα, στη δική της ευχαρίστηση, μοναχική, προσωπική, εγωιστική- σελ. 134) και βλέπουμε ότι, αν μη τι άλλο, είναι αληθινή:
-Ποτέ δεν έχω πει «σε θέλω», «σ’ αγαπώ» νιώθοντάς το στ’ αλήθεια. Σε κανέναν. Αυτά τα πράγματα τα λέω πάντα στα ψέματα. Γιατί δεν έχω αγαπήσει ποτέ κανέναν, Ρικαρντίτο. Τους έχω πει ψέματα, σε όλους, πάντα. Νομίζω ότι ο μόνος άντρας που δεν έχω πει ψέματα στο κρεβάτι είσαι εσύ.
-Μπα, από σένα αυτό είναι ερωτική εξομολόγηση.
Μια δικαιολογημένη καθυστέρηση από μέρους του Ρικάρντο είναι η αφορμή για μια εκ νέου εξαφάνιση. Και αρχίζει η οδύνη. Αρχίζει επιτέλους ο ήρωας/αφηγητής να «νιώθει φτυσμένος», ωστόσο αρχίζει κατά κάποιον τρόπο η αντίστροφη κίνηση, η αντίστροφη αναζήτηση: το παλιοκόριτσο είναι τώρα μπλεγμένο μ’ έναν Ιάπωνα γκάνγκστερ, αλλ’ αρχίζει και προσεγγίζει τον Ρικάρντο πιο τρυφερά, πιο ουσιαστικά. Μέχρις που αποκαλύπτεται ότι οι ερωτικές περιπτύξεις τους κι η θερμή συμπεριφορά της «Κουρίκο» (άλλαξε φυσικά και όνομα!) ηδονίζει τον «αφέντη» της που κάθεται κρυφά στο σκοτάδι και τους παρακολουθεί… Το σοκ κανει τον Ρ. να τη σιχαθεί, ν΄απομακρυνθεί με την απόφαση πια να μην ξαναεξεφτελιστεί ποτέ…
Είμαστε στη σελ. 207, και το «θέμα» του μυθιστορήματος είναι στην κορύφωση. Είναι-κατά τη γνώμη μου η ακραία ταπείνωση του έρωτα, και σ΄αυτήν την οριακή στιγμή αφορά και τους δυο πρωταγωνιστές. Παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα την ψυχολογική κρίση και ωρίμανση του ήρωα, ο οποίος καταφέρνει κι αποστασιοποιείται, συνέρχεται και αφοσιώνεται σε άλλες δραστηριότητες. Τώρα όμως, το παλιοκόριτσο είναι που τον κυνηγά, κι όταν πια, ύστερα από αφόρητες πιέσεις, ο Ρ. δέχεται να ξανασυναντηθούν, η γυναίκα είναι πια ένα ζωντανό πτώμα. Από τις κακοποιήσεις και τις διαστροφές του Ιάπωνα, του «έρωτα της ζωής της»; Φτωχή, διωγμένη, κυνηγημένη.
Άλλη πορεία, άλλα συναισθήματα. Προσέγγιση, φροντίδα, θεραπεία, …γάμος. Στιγμές αγάπης, επικοινωνίας, αλλά και πάλι φυγή.
(-Ο γάμος μας έγινε μόνο για να πάρω τα χαρτιά. Έτσι, μη μου ζητάς εξηγήσεις για τίποτα.
Με προκαλούσε τσιτωμένη σαν κοκόρι. Στην κούραση τώρα προστέθηκε και μια αίσθηση γελοιότητας. Είχε δίκιο: ήμασταν πια γέροι για τέτοιες σκηνές).
Το «παλιοκόριτσο» φυσικά επιστρέφει, όταν πια πλησιάζει η ώρα του θανάτου, για να πεθάνει κοντά στον ώριμο πια -συναισθηματικά- Ρικάρντο. Η μεταστροφή και η αντιστροφή είναι δραματική.
Πρόκειται για ένα σύγχρονο δράμα πάνω σ’ ένα θέμα σχεδόν …τετριμμένο, (αχ, αυτός ο έρωτας!), που κατά τη γνώμη μου ο Λιόσα το χειρίζεται με μοναδικό και μη μελοδραματικό τρόπο.
*Αξιόλογη η παρουσίαση της anagnostria, αλλά και του Δημήτρη Αθηνάκη (ιδιαίτερο ενδιαφέρον η συζήτηση στα σχόλια για την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του Λιόσα)
Χριστίνα Παπαγγελή
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 27, 2007
στην ακτή, Ίαν Μακ Γιούαν
Το βιβλίο ξεκινά με μια εκτενέστατη κι αναλυτικότατη περιγραφή της πρώτης νύχτας του γάμου δύο «αθώων νεαρών νιόπαντρων», όπως λέει το οπισθόφυλλο (alef: “Η ιστορία του απλή και αδρή, σχεδόν… εξωπραγματική για το αφάνταστα σεξουαλικά ελεύθερο τώρα”), δύο μορφωμένων αλλά άπειρων και παρθένων νέων της δεκαετίας του ‘60, με τη διαφορά ότι δεν πρόκειται για συνηθισμένη συστολή, εφόσον η κοπέλα είναι απελπιστικά ψυχρή κι εγωίστρια. Ο Γιούαν, με την ψυχογραφική του ικανότητα, μας μεταφέρει αναλυτικά κάθε μύχια σκέψη και συναίσθημα των ηρώων και ως εκ τούτου, το βιβλίου έχει ενδιαφέρον καθώς γεννιέται η περιέργεια για το πώς θα καταλήξει αυτή η ιδιόρρυθμη σχέση.
Η πρώτη λοιπόν προσπάθεια σεξουαλικής επαφής αποβαίνει γελοία, σχεδόν «Γουντι αλλενική», εφόσον ο ‘Εντουαρντ αποδεικνύεται ανίκανος να … ξεκουμπώσει το φουστάνι. Μεσολαβεί ένα μεγάλο κεφάλαιο αναδρομών στην παιδική ηλικία του καθένα χωρίς τα γεγονότα να ερμηνεύουν την προβληματική και σπαστική στάση της κοπέλας, κι όταν τέλος αυτή παραδίδεται ψυχρά και παθητικά στο μοιραίο, με μια ανόητη αφορμή τον ταπεινώνει, φεύγει έξαλλη και του προτείνει … να ζήσουν ως σύζυγοι χωρίς να’ χουν σεξουαλική επαφή!!
Αυτός είναι ο σκελετός, και ο εμπαθής αναγνώστης (δηλαδή…εγώ!!) ταυτίζεται με τον ‘Εντουαρντ, εφόσον η Φλώρενς είναι εξοργιστική και αντιπαθέστατη. Εδώ ωστόσο βρίσκεται κατά τη γνώμη μου και η αρετή του βιβλίου: ο Γιούαν μας οδηγεί βήμα- βήμα στο να δείξει την αναγκαιότητα που οδηγεί τους δυο ήρωες στις αντιδράσεις τους, αλλά και στο να καταλήξει ο Έντουαρντ -στα όψιμα πλέον χρόνια της ωριμότητας-, ότι ήταν «λάθος» του να μη δεχτεί την παράλογη πρόταση της Φλώρενς, η άρνησή του ήταν δηλαδή μια εγωιστική απάντηση στον δικό της εγωισμό, που απομάκρυνε μοιραία δυο ανθρώπους που ουσιαστικά αγαπιόντουσαν.
(σελ. 216, τελευταία):
Όταν τη σκεφτόταν, τον κατέπλησσε το γεγονός ότι είχε αφήσει αυτό το κορίτσι με το βιολί να φύγει. Τώρα βέβαια έβλεπε ότι η αυτοκαταστροφική της πρόταση ήταν άσχετη. Το μόνο που ζητούσε ήταν η βεβαιότητα της αγάπης του πως δεν υπήρχε βιασύνη, όταν είχαν μπροστά τους ολόκληρη ζωή. Η αγάπη και η υπομονή-αν μπορούσε να τα διαθέτει και τα δυο μαζί- σίγουρα θα τους είχαν βοηθήσει να τα καταφέρουν. (…)Έτσι μπορεί ν’ αλλάξει η πορεία μιας ζωής- μένοντας αδρανής.
Θέτει, επομένως, ένα θεωρητικό ζήτημα με τον τρόπο του ο Γιούαν, και δίνει μια υποθετική απάντηση που θυμίζει λίγο «Το τελευταίο καλοκαίρι της αθωότητας» του Ε. Κήλυ (Το ότι ο Εγγλέζος δεν επισκέπτεται ποτέ την ελληνίδα φίλη του, αν κι εκείνη τον έδιωξε, είναι ήδη μια απάντηση για τα συναισθήματά του). Προσωπικά, δεν μπορώ να συμμεριστώ αυτήν την οπτική, δεν μπορώ παρά να βλέπω σαν ένα ισότιμο μέλος το «έτερον ήμισυ», όχι σαν αναξιοπαθούν άτομο που χρήζει βοηθείας, στήριξης, τουλάχιστον σ’ αυτό το βαθμό. Παρόλ’ αυτά, το δεύτερο μισό του βιβλίου αποκτά ιδιαίτερο ψυχογραφικό ενδιαφέρον, ακριβώς επειδή έχει συναισθηματικές ανατροπές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η σκηνή κατά την οποία ο συγκρατημένος ‘Εντουαρντ, υπερασπιζόμενος τον αδύναμο φίλο του Μέιδερ, σπάει στο ξύλο έναν μάγκα ανταποδίδοντας την προσβολή. Αντί όμως ευγνωμοσύνης, δέχεται την ψυχρότητα του Μέιδερ:
(σελ. 128):
Στην αρχή ο Έντουαρντ πίστευε ότι το λάθος του ήταν ότι με το να παραστεί μάρτυρας του εξευτελισμού του είχε πληγώσει την περηφάνεια του Μέιδερ, την οποία μετά ο Έ. αποκατέστησε ενεργώντας σαν υπερασπιστής του, δείχνοντας ότι εκείνος ήταν σκληρός, ενώ ο Μ. ένα ευάλωτο ανθρωπάκι. Αργότερα συνειδητοποίησε ότι αυτό που είχε κάνει, απλώς δεν ήταν κομψό, και η ντροπή του μεγάλωσε ακόμα περισσότερο. Οι καβγάδες στους δρόμους δεν συμβάδιζαν με την ποίηση και την ειρωνέια, την τζαζ και την ιστορία. Ήταν ένοχος κακού γούστου. Δεν ήταν το άτομο που νόμιζε πως ήταν. Αυτό που έβλεπε ως μια ενδιαφέρουσα παραξενιά, μια τραχιά αρετή, αποδεικνυόταν πως ήταν μια χυδαιότητα. Ήταν μια ταπεινωτική επαναξιολόγηση.
Συμφωνώ με την τελική κρίση της anagnostria ότι το βιβλίο «μεγεθύνει μια εξαίρεση», «όμως δεν είναι λίγα τα λογοτεχνικά έργα που γράφτηκαν με θέμα την εξαίρεση και όχι τον κανόνα», και αντιγράφω από το alef:
«Ένα βιβλίο που αποδεικνύει ότι το μεγάλο έργο δεν χρειάζεται καθόλου την οργιαστική πλοκή διότι η ανθρώπινη φύση κι όλο το μεγαλείο της αποκαλύπτεται στα σημεία. Κι ο ΜακΓιούαν είναι μάστορας του μέγιστου στο ελάχιστο. Εξάλλου δυο οι τρόποι να δεις το σύμπαν, σφαιρικά ή βυθιζόμενος στη λεπτομέρεια.
Εν τέλει σ’ αυτή την ιστορία που είναι σαν τη ζωή – ολότελα ανοιχτή στο ενδεχόμενο- όλα θα μπορούσαν να είχαν ή να μην είχαν συμβεί. Κι όμως πρόκειται μόνον για μια… νύχτα γάμου. Που σε πολλούς μπορεί και να φανεί υπερβολική, ενώ κάποιους άλλους ίσως και να τους κάνει να αναθεωρήσουν.
Αλλ’ ούτε λόγος, το μεγαλείο κρύβεται και κρίνεται στα σημεία».
Χριστίνα Παπαγγελή
Η πρώτη λοιπόν προσπάθεια σεξουαλικής επαφής αποβαίνει γελοία, σχεδόν «Γουντι αλλενική», εφόσον ο ‘Εντουαρντ αποδεικνύεται ανίκανος να … ξεκουμπώσει το φουστάνι. Μεσολαβεί ένα μεγάλο κεφάλαιο αναδρομών στην παιδική ηλικία του καθένα χωρίς τα γεγονότα να ερμηνεύουν την προβληματική και σπαστική στάση της κοπέλας, κι όταν τέλος αυτή παραδίδεται ψυχρά και παθητικά στο μοιραίο, με μια ανόητη αφορμή τον ταπεινώνει, φεύγει έξαλλη και του προτείνει … να ζήσουν ως σύζυγοι χωρίς να’ χουν σεξουαλική επαφή!!
Αυτός είναι ο σκελετός, και ο εμπαθής αναγνώστης (δηλαδή…εγώ!!) ταυτίζεται με τον ‘Εντουαρντ, εφόσον η Φλώρενς είναι εξοργιστική και αντιπαθέστατη. Εδώ ωστόσο βρίσκεται κατά τη γνώμη μου και η αρετή του βιβλίου: ο Γιούαν μας οδηγεί βήμα- βήμα στο να δείξει την αναγκαιότητα που οδηγεί τους δυο ήρωες στις αντιδράσεις τους, αλλά και στο να καταλήξει ο Έντουαρντ -στα όψιμα πλέον χρόνια της ωριμότητας-, ότι ήταν «λάθος» του να μη δεχτεί την παράλογη πρόταση της Φλώρενς, η άρνησή του ήταν δηλαδή μια εγωιστική απάντηση στον δικό της εγωισμό, που απομάκρυνε μοιραία δυο ανθρώπους που ουσιαστικά αγαπιόντουσαν.
(σελ. 216, τελευταία):
Όταν τη σκεφτόταν, τον κατέπλησσε το γεγονός ότι είχε αφήσει αυτό το κορίτσι με το βιολί να φύγει. Τώρα βέβαια έβλεπε ότι η αυτοκαταστροφική της πρόταση ήταν άσχετη. Το μόνο που ζητούσε ήταν η βεβαιότητα της αγάπης του πως δεν υπήρχε βιασύνη, όταν είχαν μπροστά τους ολόκληρη ζωή. Η αγάπη και η υπομονή-αν μπορούσε να τα διαθέτει και τα δυο μαζί- σίγουρα θα τους είχαν βοηθήσει να τα καταφέρουν. (…)Έτσι μπορεί ν’ αλλάξει η πορεία μιας ζωής- μένοντας αδρανής.
Θέτει, επομένως, ένα θεωρητικό ζήτημα με τον τρόπο του ο Γιούαν, και δίνει μια υποθετική απάντηση που θυμίζει λίγο «Το τελευταίο καλοκαίρι της αθωότητας» του Ε. Κήλυ (Το ότι ο Εγγλέζος δεν επισκέπτεται ποτέ την ελληνίδα φίλη του, αν κι εκείνη τον έδιωξε, είναι ήδη μια απάντηση για τα συναισθήματά του). Προσωπικά, δεν μπορώ να συμμεριστώ αυτήν την οπτική, δεν μπορώ παρά να βλέπω σαν ένα ισότιμο μέλος το «έτερον ήμισυ», όχι σαν αναξιοπαθούν άτομο που χρήζει βοηθείας, στήριξης, τουλάχιστον σ’ αυτό το βαθμό. Παρόλ’ αυτά, το δεύτερο μισό του βιβλίου αποκτά ιδιαίτερο ψυχογραφικό ενδιαφέρον, ακριβώς επειδή έχει συναισθηματικές ανατροπές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η σκηνή κατά την οποία ο συγκρατημένος ‘Εντουαρντ, υπερασπιζόμενος τον αδύναμο φίλο του Μέιδερ, σπάει στο ξύλο έναν μάγκα ανταποδίδοντας την προσβολή. Αντί όμως ευγνωμοσύνης, δέχεται την ψυχρότητα του Μέιδερ:
(σελ. 128):
Στην αρχή ο Έντουαρντ πίστευε ότι το λάθος του ήταν ότι με το να παραστεί μάρτυρας του εξευτελισμού του είχε πληγώσει την περηφάνεια του Μέιδερ, την οποία μετά ο Έ. αποκατέστησε ενεργώντας σαν υπερασπιστής του, δείχνοντας ότι εκείνος ήταν σκληρός, ενώ ο Μ. ένα ευάλωτο ανθρωπάκι. Αργότερα συνειδητοποίησε ότι αυτό που είχε κάνει, απλώς δεν ήταν κομψό, και η ντροπή του μεγάλωσε ακόμα περισσότερο. Οι καβγάδες στους δρόμους δεν συμβάδιζαν με την ποίηση και την ειρωνέια, την τζαζ και την ιστορία. Ήταν ένοχος κακού γούστου. Δεν ήταν το άτομο που νόμιζε πως ήταν. Αυτό που έβλεπε ως μια ενδιαφέρουσα παραξενιά, μια τραχιά αρετή, αποδεικνυόταν πως ήταν μια χυδαιότητα. Ήταν μια ταπεινωτική επαναξιολόγηση.
Συμφωνώ με την τελική κρίση της anagnostria ότι το βιβλίο «μεγεθύνει μια εξαίρεση», «όμως δεν είναι λίγα τα λογοτεχνικά έργα που γράφτηκαν με θέμα την εξαίρεση και όχι τον κανόνα», και αντιγράφω από το alef:
«Ένα βιβλίο που αποδεικνύει ότι το μεγάλο έργο δεν χρειάζεται καθόλου την οργιαστική πλοκή διότι η ανθρώπινη φύση κι όλο το μεγαλείο της αποκαλύπτεται στα σημεία. Κι ο ΜακΓιούαν είναι μάστορας του μέγιστου στο ελάχιστο. Εξάλλου δυο οι τρόποι να δεις το σύμπαν, σφαιρικά ή βυθιζόμενος στη λεπτομέρεια.
Εν τέλει σ’ αυτή την ιστορία που είναι σαν τη ζωή – ολότελα ανοιχτή στο ενδεχόμενο- όλα θα μπορούσαν να είχαν ή να μην είχαν συμβεί. Κι όμως πρόκειται μόνον για μια… νύχτα γάμου. Που σε πολλούς μπορεί και να φανεί υπερβολική, ενώ κάποιους άλλους ίσως και να τους κάνει να αναθεωρήσουν.
Αλλ’ ούτε λόγος, το μεγαλείο κρύβεται και κρίνεται στα σημεία».
Χριστίνα Παπαγγελή
Σάββατο, Δεκεμβρίου 22, 2007
Την άλλη φορά, Μαργαρίτα, Μαριάννα Τζιαντζή
Μια σειρά διηγημάτων, που συνδέονται χαλαρά μεταξύ τους, εφόσον κάποια στιγμή συνειδητοποιείς ότι τα ονόματα ανακυκλώνονται με επίκεντρο τη μυστηριώδη Μαργαρίτα, σε διάφορες φάσεις της ζωής της (ερωτευμένη, λεχώνα, μητέρα κλπ.). Χωρίς να παρατάσσονται γραμμικά στο χρόνο οι ιστορίες, στέκουν και ως αυτόνομα διηγήματα και θυμίζουν λίγο, και ως προς τη δομή αλλά και ως προς το ύφος/ήθος το «Χερουβείμ και Σεραφείμ» του Κουμανταρέα
Άλλωστε και η εποχή όπου μας μεταφέρουν είναι η δεκαετία ’70-’80, (σελ. 31: όταν εγώ μεγάλωνα έσβηνε ο αχός της πείνας, χάραζε η αυγή των εθνικών οδών κι ούτε ήξερα πώς είναι να πεθαίνει κανείς»), Αθήνα και μεταπολίτευση και λίγο μπρος, λίγο πίσω, διαδηλώσεις, οκταετία Καραμανλή αλλά και Πολυτεχνείο, όλα σ’ ένα παζλ όπου συντίθενται τα κομμάτια άτακτα, δημιουργώντας μια νοσταλγική ατμόσφαιρα.
Σελ. 34:
Όλα αμβλύνονται, δεν προφταίνεις ν’ αγαπήσεις ή να μισήσεις έναν δρόμο κι αυτός μεταμορφώνεται, οι άξονες συγκλίνουν, αλληλοτέμνονται, μία κοινωνία με δαιμονισμένη κινητικότητα, η οδός Τοσίτσα σήμερα ένας φιλήσυχος πεζόδρομος, τα νεράτζια της δεν κρύβουν πια ξυράφια, η Μεσογείων που κάποτε σού θύμιζε καμένο δέρμα τώρα οδηγεί στη Λούτσα, μεθαύριο στο αεροδρόμιο, όλα ξεχνιούνται, όλα πια είναι ζήτημα ευαισθησίας και παιδείας.
Κάπως «ηθογραφική» είναι η ατμόσφαιρα στα διηγήματα αυτά, εφόσον μας μεταφέρουν σε«καταστάσεις», ακόμα κι όταν πρόκειται για συναισθήματα. Δεν υπάρχει «εξέλιξη», είναι κάπως στατικά, φωτογραφικά, ίσως αυτή να’ ναι και η αρετή τους:
Τα σπίτια άντεξαν, έγιναν οριζόντιες επεκτάσεις, δόθηκαν άδειες για τρώροφα κι αν χάσκουν μια δεκαετία γυμνά τα μπετά, περιμένοντας το δάνειο, όλα με τη σειρά τους.
Κι αν οι βαρέλες έγιναν ορθογώνια υπόστεγα και η παραλία ζει μια δεύτερη άνοιξη με πιτσαρίες, ντισκοτέκ, φωτεινές επιγραφές (…) εσύ κοιτάζσεις σα χαζή αυτή τη ζωή που δε θέλεις να ποστέψεις γι αληθινή. Σα ν’ αντικρύζεις ξαφνικά την πρώτη σου αγάπη να επιστρέφει από ην Αμερική, «γιου νόου», να σου λέει, πράγματα αυτονόητα, κι εσύ να μιλάς για σάμαλι και τουλούμπες.
Πάρε το απόφαση πως όλο αυτό το λαογραφικό υλικό που στριμώχνεις στην καρδιά σου ανήκει στο παρελθόν. (+++) Μάθε κάποτε να ζεις χωρίς βουνά σ’ αυτό το πανοραμικό επίπεδο που γερνάει με αστρική ταχύτητα.
Ξεχώρισα το «Μια τυχαία συνάντηση», όπου περιγράφεται υπαινικτικά ένας αδιέξοδος έρωτας μέσα στη δικτατορία. Παρόμοια συναισθήματα και «Το μπλε παλτό». Και η εποχή όμως διαγράφεται με ανάλογο τρόπο. Πινελιές μας μεταδίδουν ένα κλίμα, όπως: …στη περίπτωσή μας έχουμε δικτατορία βαλκανικού τύπου, και μάλιστα με μαρκεζίνικο άνοιγμα, έτσι μπορούν οι φοιτήτριες ν’ αγαπούν και τα παιδιά να παίζουν» ή «Θάνατος του βασιλέα, και στο Δημοτικό υποχρεωτική έκθεση ιδεών».
Και:
Αντέξαμε σε δύσκολους καιρούς. Βουλιάξαμε (όμως) στα ρηχά, στην άπνοια της πιο ύπουλης άνοιξης.
Νομίζω ότι αυτό είναι και το «κεντρικό θέμα» της Μαριάννας Τζιαντζή σ’ αυτό το μικρό βιβλίο, αυτή την «ύπουλη άνοιξη» μας σκιαγραφεί με πολύ διακριτικό τρόπο, και το πετυχαίνει, αποδεικνύοντας ότι η λογοτεχνική της ικανότητα είναι ισάξια της δημοσιογραφικής.
Το ομώνυμο διήγημα έχει το περιεχόμενο που υπαινίσσεται ο τίτλος: το όραμα της Μαργαρίτας για έναν κόσμο διαφορετικό, όπου όλα παύουν να είναι εφιαλτικά, διακόπτεται απότομα:
Σελ. 82:
Πού πας Μαργαρίτα, οι δρόμοι έχουν κλείσει.
(…)
Άσε Μαργαρίτα, την άλλη φορά.
Μονάχη σου θα βρεις πως αυτό που έγινε είναι μια τόση δα μικρή στιγμή, ένα φτερούγισμα της νύχτας που υπόσχεται τα πάντα, πως ο άλλος γύρος θα είναι δικός σου.
Κι αυτό το σημείο (το τέλος του διηγήματος) έχεται σε αντιστοιχία με το τέλος του βιβλίου:
Γειά σου, Μαργαρίτα, αυτά που ζήσαμε δεν είναι τίποτα μπροστά σ’ εκείνα που πρόκειται να έρθουν, εσύ το ξέρεις πως αρχίζουμε ξανά απ’ την αρχή.
Χριστίνα Παπαγγελή
Άλλωστε και η εποχή όπου μας μεταφέρουν είναι η δεκαετία ’70-’80, (σελ. 31: όταν εγώ μεγάλωνα έσβηνε ο αχός της πείνας, χάραζε η αυγή των εθνικών οδών κι ούτε ήξερα πώς είναι να πεθαίνει κανείς»), Αθήνα και μεταπολίτευση και λίγο μπρος, λίγο πίσω, διαδηλώσεις, οκταετία Καραμανλή αλλά και Πολυτεχνείο, όλα σ’ ένα παζλ όπου συντίθενται τα κομμάτια άτακτα, δημιουργώντας μια νοσταλγική ατμόσφαιρα.
Σελ. 34:
Όλα αμβλύνονται, δεν προφταίνεις ν’ αγαπήσεις ή να μισήσεις έναν δρόμο κι αυτός μεταμορφώνεται, οι άξονες συγκλίνουν, αλληλοτέμνονται, μία κοινωνία με δαιμονισμένη κινητικότητα, η οδός Τοσίτσα σήμερα ένας φιλήσυχος πεζόδρομος, τα νεράτζια της δεν κρύβουν πια ξυράφια, η Μεσογείων που κάποτε σού θύμιζε καμένο δέρμα τώρα οδηγεί στη Λούτσα, μεθαύριο στο αεροδρόμιο, όλα ξεχνιούνται, όλα πια είναι ζήτημα ευαισθησίας και παιδείας.
Κάπως «ηθογραφική» είναι η ατμόσφαιρα στα διηγήματα αυτά, εφόσον μας μεταφέρουν σε«καταστάσεις», ακόμα κι όταν πρόκειται για συναισθήματα. Δεν υπάρχει «εξέλιξη», είναι κάπως στατικά, φωτογραφικά, ίσως αυτή να’ ναι και η αρετή τους:
Τα σπίτια άντεξαν, έγιναν οριζόντιες επεκτάσεις, δόθηκαν άδειες για τρώροφα κι αν χάσκουν μια δεκαετία γυμνά τα μπετά, περιμένοντας το δάνειο, όλα με τη σειρά τους.
Κι αν οι βαρέλες έγιναν ορθογώνια υπόστεγα και η παραλία ζει μια δεύτερη άνοιξη με πιτσαρίες, ντισκοτέκ, φωτεινές επιγραφές (…) εσύ κοιτάζσεις σα χαζή αυτή τη ζωή που δε θέλεις να ποστέψεις γι αληθινή. Σα ν’ αντικρύζεις ξαφνικά την πρώτη σου αγάπη να επιστρέφει από ην Αμερική, «γιου νόου», να σου λέει, πράγματα αυτονόητα, κι εσύ να μιλάς για σάμαλι και τουλούμπες.
Πάρε το απόφαση πως όλο αυτό το λαογραφικό υλικό που στριμώχνεις στην καρδιά σου ανήκει στο παρελθόν. (+++) Μάθε κάποτε να ζεις χωρίς βουνά σ’ αυτό το πανοραμικό επίπεδο που γερνάει με αστρική ταχύτητα.
Ξεχώρισα το «Μια τυχαία συνάντηση», όπου περιγράφεται υπαινικτικά ένας αδιέξοδος έρωτας μέσα στη δικτατορία. Παρόμοια συναισθήματα και «Το μπλε παλτό». Και η εποχή όμως διαγράφεται με ανάλογο τρόπο. Πινελιές μας μεταδίδουν ένα κλίμα, όπως: …στη περίπτωσή μας έχουμε δικτατορία βαλκανικού τύπου, και μάλιστα με μαρκεζίνικο άνοιγμα, έτσι μπορούν οι φοιτήτριες ν’ αγαπούν και τα παιδιά να παίζουν» ή «Θάνατος του βασιλέα, και στο Δημοτικό υποχρεωτική έκθεση ιδεών».
Και:
Αντέξαμε σε δύσκολους καιρούς. Βουλιάξαμε (όμως) στα ρηχά, στην άπνοια της πιο ύπουλης άνοιξης.
Νομίζω ότι αυτό είναι και το «κεντρικό θέμα» της Μαριάννας Τζιαντζή σ’ αυτό το μικρό βιβλίο, αυτή την «ύπουλη άνοιξη» μας σκιαγραφεί με πολύ διακριτικό τρόπο, και το πετυχαίνει, αποδεικνύοντας ότι η λογοτεχνική της ικανότητα είναι ισάξια της δημοσιογραφικής.
Το ομώνυμο διήγημα έχει το περιεχόμενο που υπαινίσσεται ο τίτλος: το όραμα της Μαργαρίτας για έναν κόσμο διαφορετικό, όπου όλα παύουν να είναι εφιαλτικά, διακόπτεται απότομα:
Σελ. 82:
Πού πας Μαργαρίτα, οι δρόμοι έχουν κλείσει.
(…)
Άσε Μαργαρίτα, την άλλη φορά.
Μονάχη σου θα βρεις πως αυτό που έγινε είναι μια τόση δα μικρή στιγμή, ένα φτερούγισμα της νύχτας που υπόσχεται τα πάντα, πως ο άλλος γύρος θα είναι δικός σου.
Κι αυτό το σημείο (το τέλος του διηγήματος) έχεται σε αντιστοιχία με το τέλος του βιβλίου:
Γειά σου, Μαργαρίτα, αυτά που ζήσαμε δεν είναι τίποτα μπροστά σ’ εκείνα που πρόκειται να έρθουν, εσύ το ξέρεις πως αρχίζουμε ξανά απ’ την αρχή.
Χριστίνα Παπαγγελή
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 19, 2007
Νορβηγικό δάσος, Χαρούκι Μουρακάμι
Ένα βιβλίο με θέμα τον έρωτα ως δρόμο προς την συτογνωσία, και μάλιστα έναν έρωτα αδιέξοδο, ανικανοποίητο, κι εν πολλοίς μονόπλευρο. Ίσως αυτό να’ ναι και το μοναδικό πρόβλημα σ’ αυτό το ποιητικό και «σιωπηλό» βιβλίο, γεμάτο από τη σιωπηλή και μονόδρομη ουσιαστικά απαντοχή του πρωταγωνιστή Τόρου Βατανάμπε απέναντι στη Ναόκο, την κοπέλα που αγαπά με πάθος, αλλά στην ουσία δεν καταφέρνει να ολοκληρώσει ποτέ τη συνάντηση μαζί της, εφόσον εκείνη είναι μπερδεμένη, πληγωμένη και, απ’ ό,τι φαίνεται, ψυχικά –και σωματικά;-«ευνουχισμένη».
Βρισκόμαστε φυσικά στην Ιαπωνία κι αφηγείται ο ίδιος ο πρωταγωνιστής, ή μάλλον , προσπαθεί, χρόνια μετά απ’ τα γεγονότα που τον σημάδεψαν, να γράψει για τη Ναόκο. Από τις πρώτες σελίδες, ήδη, μας λέει ότι δοκίμασε πολλές φορές να γράψει, αλλά δεν τα κατάφερε.
Ήξερα ότι αν έγραφα μία, την πρώτη γραμμή, τα υπόλοιπα θα ξεχύνονταν στο χαρτί από μονα τους. Όλα ήταν τόσο ξεκάθαρα, τόσο έντονα που δεν ήξερα από πού ν’ αρχίσω- όπως συμβαίνει με τους χάρτες: όταν δείχνουν πάρα πολλά πράγματα, μερικές φορές είναι άχρηστοι.
Αφορμή της αναμόχλευσης των αναμνήσεων είναι το αγαπημένο τραγούδι των Beatles, “Norwegian Wood”, που τον οδηγεί σε μια πρωταρχική εικόνα από τη Ναόκο: σ’ έναν αθώο περίπατο τού ζητάει «να μην την ξεχάσει ποτέ»(τι εγωιστική αφέλεια!!). Ο Τόρου, ωστόσο, αποδεικνύεται ότι δεν είναι εξίσου αφελής (κι ευτυχώς ούτε κι ο συγγραφέας!), και τελειώνει αυτό το εισαγωγικό κεφάλαιο με μια συγκλονιστική φράση συνειδητότητας και ωριμότητας:
Όσο ξεθωριάζει η θύμηση της Ναόκο μέσα μου, τόσο βαθύτερα την καταλαβαίνω. Ξέρω πια γιατί μου ζήτησε να μην την ξεχάσω. Η Ναόκο ήξερε. Και βέβαια ήξερε. Ήξερε ότι οι αναμνήσεις μου θα θάμπωναν, θα έσβηναν. Γι’ αυτό και με παρακάλεσε να μην την ξεχάσω. Να θυμάμαι ότι έζησε.
Στη σκέψη αυτή μια αφάνταστη, σχεδόν ανυπόφορη θλίψη με κυριεύει. Επειδή η Ναόκο δεν μ’ αγάπησε ποτέ.
Έτσι λοιπόν, έχοντας αυτή την πικρή επίγνωση ξεκινά να ξεδιπλώνει ο αφηγητής τις αναμνήσεις του, εμβαθύνοντας σε μια αγάπη που τον υπερβαίνει αλλά είναι αδιέξοδη. Αρχικά τους φέρνει κοντά η αυτοκτονία του κοινού τους φίλου Κιζούκι, παιδικού φίλου κι εραστή της Ναόκο. Η μυστήρια σχέση που έδενε τους τρεις ήταν μοναδική κι αναντικατάστατη, μια ισορροπία που φαίνεται ότι διατηρούνταν με κεντρικό πρόσωπο τον Κιζούκι (είχε ένα σπάνιο ταλέντο: ήξερε να βρίσκει ενδιαφέροντα στοιχεία στα γενικά αδιάφορα σχόλια οποιουδήποτε συνομιλητή κι έτσι συζητώντας μαζί του είχες πάντα την αίσθηση πως ήσουν ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων άνθρωπος που ζούσε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ζωή).
Η οδυνηρή απουσία του Κιζούκι φέρνει άλλες ισορροπίες. Οι δυο ήρωες είναι σιωπηλοί κι αισθησιακοί, κι η πιο στενή τους προσέγγιση είναι μια βραδιά που η Ναόκο «μιλά ακατάπαυστα» αλλά «υπήρχε κάτι αφύσικο στις ιστορίες της» κι αυτό ήταν η προσπάθεια ν’ αποφύγει κάποια θέματα. Η ερωτική συνεύρεση που ακολουθεί είναι η μοναδική τους, αλλά και μοναδικής ψυχικής έντασης, και μοναδικός επίσης ο τρόπος με τον οποίο ο Μουρακάμι αποδίδει τη μοναδική αυτή στιγμή.
Η ένταση αυτή διώχνει την Ναόκο μακριά κι οι δυο πρωταγωνιστές χάνονται. Ο Τάρου είναι ανοιχτός, έχει την ιδιοσυγκρασία του ποιητή και εμπλέκεται σε διάφορες σχέσεις από τις οποίες ξεχωρίζει η Μιντόρι, μια γυναίκα αντιδιαμετρικά αντίθετη από τη Ναόκο, γήινη, συναισθηματική, (λίγο σπαστική στις απαιτήσεις της) κι ερωτική! Ο Τάρου περιγράφει, γραμμικά στο χρόνο αλλά ουσιαστικά και με βάθος, τις εσωτερικές συγκρούσεις μέσα από τα γεγονότα.
Η Ναόκο ξαναβρίσκεται χρόνια αργότερα σε νοσηλευτικό ίδρυμα όπου συνδέεται ψυχικά με τον τέταρτο χαρακτήρα που διαγράφεται αρκετά γλαφυρά στο βιβλίο, τη Ρέικο. Ο Τάρου αποκτά ουσιαστική σχέση και με τη Ρέικο, ενώ η Μιντόρι εξαφανίζεται για να τον προσελκύσει και πάλι. Βλέπουμε δηλαδή μια συναισθηματική αστάθεια, ή μάλλον «πολλαπλότητα» που γοητεύει, εφόσον είναι …πειστική. Η συναισθηματική του σύγχυση κορυφώνεται όταν μαθαίνει ότι αυτοκτόνησε και η Ναόκο, γεγονός όμως που φαίνεται ότι τον ωριμάζει, κι από κει και πέρα αρχίζει να επεμβαίνει πιο δυναμικά στην ίδια του τη ζωή.
Σελ. 472:
Ο θάνατος του Κιζούκι με είχε διδάξει κάτι, μιά πίστη που ένιωθα ότι την είχα κάνει δική μου, κομμάτι του εαυτού μου: ο θάνατος υπάρχει, όχι ως το αντίθετο της ζωής αλλά ως μέρος της. Ζώντας καθένας τη ζωή του, τρέφουμε τον θάνατο. Μα όσο κι αν αυτό είναι αλήθεια, δεν είναι παρά μία μόνο από τις αλήθειες που πρέπει να μάθουμε. Ο θάνατος της Ναόκο με δίδαξε κάτι ακόμα: δεν υπάρχει αλήθεια ικανή να γιατρέψει τη λύπη. Δεν υπάρχει ούτε αλήθεια ούτε εντιμότητα ούτε δύναμη ούτε καλοσύνη ούτε τίποτα που να μπορεί να γιατρέψει αυτή τη λύπη. Πρέπει να την αντέξουμε ως το τέλος και να μάθουμε κάτι απ’ αυτή. Μα ό, τι κι αν μάθουμε, δεν θα μας βοηθήσει την επόμενη φορά που μια παρόμοια λύπη θα έρθει να μας συντρίψει απροειδοποίητα.
Χριστίνα Παπαγγελή
Υ.Γ. Ωραιότατη η παρουσίαση από τον librofilo εδώ, ο οποίος με τη σειρά του παραπέμπει και σε άλλους "μουρακαμικούς"!!
Βρισκόμαστε φυσικά στην Ιαπωνία κι αφηγείται ο ίδιος ο πρωταγωνιστής, ή μάλλον , προσπαθεί, χρόνια μετά απ’ τα γεγονότα που τον σημάδεψαν, να γράψει για τη Ναόκο. Από τις πρώτες σελίδες, ήδη, μας λέει ότι δοκίμασε πολλές φορές να γράψει, αλλά δεν τα κατάφερε.
Ήξερα ότι αν έγραφα μία, την πρώτη γραμμή, τα υπόλοιπα θα ξεχύνονταν στο χαρτί από μονα τους. Όλα ήταν τόσο ξεκάθαρα, τόσο έντονα που δεν ήξερα από πού ν’ αρχίσω- όπως συμβαίνει με τους χάρτες: όταν δείχνουν πάρα πολλά πράγματα, μερικές φορές είναι άχρηστοι.
Αφορμή της αναμόχλευσης των αναμνήσεων είναι το αγαπημένο τραγούδι των Beatles, “Norwegian Wood”, που τον οδηγεί σε μια πρωταρχική εικόνα από τη Ναόκο: σ’ έναν αθώο περίπατο τού ζητάει «να μην την ξεχάσει ποτέ»(τι εγωιστική αφέλεια!!). Ο Τόρου, ωστόσο, αποδεικνύεται ότι δεν είναι εξίσου αφελής (κι ευτυχώς ούτε κι ο συγγραφέας!), και τελειώνει αυτό το εισαγωγικό κεφάλαιο με μια συγκλονιστική φράση συνειδητότητας και ωριμότητας:
Όσο ξεθωριάζει η θύμηση της Ναόκο μέσα μου, τόσο βαθύτερα την καταλαβαίνω. Ξέρω πια γιατί μου ζήτησε να μην την ξεχάσω. Η Ναόκο ήξερε. Και βέβαια ήξερε. Ήξερε ότι οι αναμνήσεις μου θα θάμπωναν, θα έσβηναν. Γι’ αυτό και με παρακάλεσε να μην την ξεχάσω. Να θυμάμαι ότι έζησε.
Στη σκέψη αυτή μια αφάνταστη, σχεδόν ανυπόφορη θλίψη με κυριεύει. Επειδή η Ναόκο δεν μ’ αγάπησε ποτέ.
Έτσι λοιπόν, έχοντας αυτή την πικρή επίγνωση ξεκινά να ξεδιπλώνει ο αφηγητής τις αναμνήσεις του, εμβαθύνοντας σε μια αγάπη που τον υπερβαίνει αλλά είναι αδιέξοδη. Αρχικά τους φέρνει κοντά η αυτοκτονία του κοινού τους φίλου Κιζούκι, παιδικού φίλου κι εραστή της Ναόκο. Η μυστήρια σχέση που έδενε τους τρεις ήταν μοναδική κι αναντικατάστατη, μια ισορροπία που φαίνεται ότι διατηρούνταν με κεντρικό πρόσωπο τον Κιζούκι (είχε ένα σπάνιο ταλέντο: ήξερε να βρίσκει ενδιαφέροντα στοιχεία στα γενικά αδιάφορα σχόλια οποιουδήποτε συνομιλητή κι έτσι συζητώντας μαζί του είχες πάντα την αίσθηση πως ήσουν ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων άνθρωπος που ζούσε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ζωή).
Η οδυνηρή απουσία του Κιζούκι φέρνει άλλες ισορροπίες. Οι δυο ήρωες είναι σιωπηλοί κι αισθησιακοί, κι η πιο στενή τους προσέγγιση είναι μια βραδιά που η Ναόκο «μιλά ακατάπαυστα» αλλά «υπήρχε κάτι αφύσικο στις ιστορίες της» κι αυτό ήταν η προσπάθεια ν’ αποφύγει κάποια θέματα. Η ερωτική συνεύρεση που ακολουθεί είναι η μοναδική τους, αλλά και μοναδικής ψυχικής έντασης, και μοναδικός επίσης ο τρόπος με τον οποίο ο Μουρακάμι αποδίδει τη μοναδική αυτή στιγμή.
Η ένταση αυτή διώχνει την Ναόκο μακριά κι οι δυο πρωταγωνιστές χάνονται. Ο Τάρου είναι ανοιχτός, έχει την ιδιοσυγκρασία του ποιητή και εμπλέκεται σε διάφορες σχέσεις από τις οποίες ξεχωρίζει η Μιντόρι, μια γυναίκα αντιδιαμετρικά αντίθετη από τη Ναόκο, γήινη, συναισθηματική, (λίγο σπαστική στις απαιτήσεις της) κι ερωτική! Ο Τάρου περιγράφει, γραμμικά στο χρόνο αλλά ουσιαστικά και με βάθος, τις εσωτερικές συγκρούσεις μέσα από τα γεγονότα.
Η Ναόκο ξαναβρίσκεται χρόνια αργότερα σε νοσηλευτικό ίδρυμα όπου συνδέεται ψυχικά με τον τέταρτο χαρακτήρα που διαγράφεται αρκετά γλαφυρά στο βιβλίο, τη Ρέικο. Ο Τάρου αποκτά ουσιαστική σχέση και με τη Ρέικο, ενώ η Μιντόρι εξαφανίζεται για να τον προσελκύσει και πάλι. Βλέπουμε δηλαδή μια συναισθηματική αστάθεια, ή μάλλον «πολλαπλότητα» που γοητεύει, εφόσον είναι …πειστική. Η συναισθηματική του σύγχυση κορυφώνεται όταν μαθαίνει ότι αυτοκτόνησε και η Ναόκο, γεγονός όμως που φαίνεται ότι τον ωριμάζει, κι από κει και πέρα αρχίζει να επεμβαίνει πιο δυναμικά στην ίδια του τη ζωή.
Σελ. 472:
Ο θάνατος του Κιζούκι με είχε διδάξει κάτι, μιά πίστη που ένιωθα ότι την είχα κάνει δική μου, κομμάτι του εαυτού μου: ο θάνατος υπάρχει, όχι ως το αντίθετο της ζωής αλλά ως μέρος της. Ζώντας καθένας τη ζωή του, τρέφουμε τον θάνατο. Μα όσο κι αν αυτό είναι αλήθεια, δεν είναι παρά μία μόνο από τις αλήθειες που πρέπει να μάθουμε. Ο θάνατος της Ναόκο με δίδαξε κάτι ακόμα: δεν υπάρχει αλήθεια ικανή να γιατρέψει τη λύπη. Δεν υπάρχει ούτε αλήθεια ούτε εντιμότητα ούτε δύναμη ούτε καλοσύνη ούτε τίποτα που να μπορεί να γιατρέψει αυτή τη λύπη. Πρέπει να την αντέξουμε ως το τέλος και να μάθουμε κάτι απ’ αυτή. Μα ό, τι κι αν μάθουμε, δεν θα μας βοηθήσει την επόμενη φορά που μια παρόμοια λύπη θα έρθει να μας συντρίψει απροειδοποίητα.
Χριστίνα Παπαγγελή
Υ.Γ. Ωραιότατη η παρουσίαση από τον librofilo εδώ, ο οποίος με τη σειρά του παραπέμπει και σε άλλους "μουρακαμικούς"!!
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 14, 2007
Ψέματα και μυστικά, Κέιτ Άτκινσον
Αυτό το βιβλίο μ’ έκανε να συνειδητοποιήσω γιατί δε μ’ αρέσει ο νατουραλισμός, ή μάλλον, ποια στοιχεία του νατουραλισμού δε μ’ αρέσουν. Βέβαια, δεν είμαι απόλυτα βέβαιη ότι έχει τη σφραγίδα του νατουραλισμού, εφόσον δεν πρόκειται για υψηλή λογοτεχνία, αλλά μάλλον για μια αστυνομικού τύπου ιστορία μυστηρίου που δίνει την ευκαιρία να διερευνήσει τις οικογενειακές σχέσεις(προσφιλής τεχνική της συγγραφέως, της οποίας το «Στα παρασκήνια του μουσείου» μου είχε αρέσει πολύ, όπως και «Το ανθρώπινο κροκέ»).
Για την ακρίβεια, όλο το βιβλίο χτίζεται γύρω από τρεις ιστορίες μυστηρίου (εξαφάνισης και φόνων) που προσπαθεί, μετά από χρόνια, να εξιχνιάσει ένας πρώην αστυνομικός και νυν ντέτεκτιβ (κλασικά). Το «στήσιμο» των τριών μυστηρίων γίνεται παράλληλα, φτάνει περίπου ως το ένα τρίτο του βιβλίου και κουράζει. Μόλις έχεις «μπει» μέσα στην μια υπόθεση, καλείσαι να μεταφερθείς αλλού, με άλλα ονόματα και άλλα σκηνικά. Φυσικά οι ιστορίες κάποτε συγκλίνουν, άλλωστε ο κοινός πρωταγωνιστής ντετέκτιβ Μπρόντι συντελεί σ’ αυτό. Η πλοκή παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον, ή μάλλον, ξυπνά την περιέργεια και – ευτυχώς!- ο αναγνώστης ικανοποιείται στο τέλος από αξιοπρεπείς λύσεις, ή μάλλον απαντήσεις στα μυστήρια, γιατί οι λύσεις δεν αποκαλύπτονται ακριβώς από τον ντετέκτιβ αλλά από τον παντογνώστη συγγραφέα… (αδυναμία της αφήγησης: κάπως αυθαίρετα, ο συγγραφέας ανατρέχει στο παρελθόν για να περιγράψει με λεπτομέρειες τι ακριβώς έγινε. Είναι αυτό που μαθαίνουμε στη λογοτεχνία «εξωτερική αφήγηση»; Αν ναι, δε μ’ αρέσει!!)
Όσο αφορά το ύφος, είναι γρήγορο, σατιρικό και έξυπνο, δηλαδή με έξυπνες ατάκες και σχόλια. Μπορεί να σε γοητεύσει, αλλά εμένα στο τέλος μ’ εκνευρίζει. Είναι δεδομένο ότι οι άνθρωποι είναι διεφθαρμένοι ή αλλοτριωμένοι ή «εαυτούληδες». Δεν είναι παρά ανθρώπινοι «τύποι», τύποι που τους συναντάς στην αλλοτριωμένη κοινωνία μας. Ακόμα και τα συναισθήματα παρουσιάζονται περιχαρακωμένα και τυποποιημένα μέσα από τον αποστασιοποιημένο φακό του συγγραφέα αφηγητή. Εδώ βρίσκω και την ομοιότητα με τον νατουραλισμό, αν και φυσικά στερείται της λογοτεχνικότητας των μεγάλων νατουραλιστών. Είναι τόσο στατικοί και προβλέψιμοι οι χαρακτήρες, σα φωτογραφίες. Το μόνο που σε κρατά είναιη πλοκή, κι αυτή με αδυναμίες…
Χρισίνα Παπαγγελή
Για την ακρίβεια, όλο το βιβλίο χτίζεται γύρω από τρεις ιστορίες μυστηρίου (εξαφάνισης και φόνων) που προσπαθεί, μετά από χρόνια, να εξιχνιάσει ένας πρώην αστυνομικός και νυν ντέτεκτιβ (κλασικά). Το «στήσιμο» των τριών μυστηρίων γίνεται παράλληλα, φτάνει περίπου ως το ένα τρίτο του βιβλίου και κουράζει. Μόλις έχεις «μπει» μέσα στην μια υπόθεση, καλείσαι να μεταφερθείς αλλού, με άλλα ονόματα και άλλα σκηνικά. Φυσικά οι ιστορίες κάποτε συγκλίνουν, άλλωστε ο κοινός πρωταγωνιστής ντετέκτιβ Μπρόντι συντελεί σ’ αυτό. Η πλοκή παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον, ή μάλλον, ξυπνά την περιέργεια και – ευτυχώς!- ο αναγνώστης ικανοποιείται στο τέλος από αξιοπρεπείς λύσεις, ή μάλλον απαντήσεις στα μυστήρια, γιατί οι λύσεις δεν αποκαλύπτονται ακριβώς από τον ντετέκτιβ αλλά από τον παντογνώστη συγγραφέα… (αδυναμία της αφήγησης: κάπως αυθαίρετα, ο συγγραφέας ανατρέχει στο παρελθόν για να περιγράψει με λεπτομέρειες τι ακριβώς έγινε. Είναι αυτό που μαθαίνουμε στη λογοτεχνία «εξωτερική αφήγηση»; Αν ναι, δε μ’ αρέσει!!)
Όσο αφορά το ύφος, είναι γρήγορο, σατιρικό και έξυπνο, δηλαδή με έξυπνες ατάκες και σχόλια. Μπορεί να σε γοητεύσει, αλλά εμένα στο τέλος μ’ εκνευρίζει. Είναι δεδομένο ότι οι άνθρωποι είναι διεφθαρμένοι ή αλλοτριωμένοι ή «εαυτούληδες». Δεν είναι παρά ανθρώπινοι «τύποι», τύποι που τους συναντάς στην αλλοτριωμένη κοινωνία μας. Ακόμα και τα συναισθήματα παρουσιάζονται περιχαρακωμένα και τυποποιημένα μέσα από τον αποστασιοποιημένο φακό του συγγραφέα αφηγητή. Εδώ βρίσκω και την ομοιότητα με τον νατουραλισμό, αν και φυσικά στερείται της λογοτεχνικότητας των μεγάλων νατουραλιστών. Είναι τόσο στατικοί και προβλέψιμοι οι χαρακτήρες, σα φωτογραφίες. Το μόνο που σε κρατά είναιη πλοκή, κι αυτή με αδυναμίες…
Χρισίνα Παπαγγελή
Σάββατο, Δεκεμβρίου 08, 2007
Το τελευταίο παραμύθι του Μιγκέλ Τόρρες ντα Σίλβα,Τόμας Φόγκελ
Δεν μ’ ενδιαφέρει αν μια ιστορία έχει συμβεί
στην πραγματικότητα, αλλά αν είναι αληθινή
Ένα παραμύθι με κεντρικό θέμα ένα… παραμύθι. Το αφηγείται ο εγγονός ενός περίφημου παραμυθά, ο οποίος πεθαίνοντας άφησε μισοτελειωμένη μια απ’ τις εκπληκτικές του ιστορίες.
Ο Μανουέλ (ο εγγονός), βασανίζεται απ’ την απορία για ο τέλος της χαμένης ιστορίας και στρέφεται στην αναζήτηση των προφορικών αφηγήσεων που χάθηκαν μαζί με το θάνατο του παππού.
Καθώς σπουδάζει μαθηματικά στην Κοϊμπρα, έχει την ευκαιρία να συναναστραφεί μ’ έναν φωτισμένο μαθηματικό που διερευνά τη σχέση της αφήγησης με … τα μαθηματικά. Έτσι, έχουμε τη σχέση μαθητή και δάσκαλου, ο οποίος είναι πνεύμα ευρύ και ανήσυχο. Εμβαθύνει στη σχέση των μαθηματικών με τον κόσμο και τη ζωή και αγαπημένο του σλόγκαν είναι η φράση: «το ένα συναντά το άλλο». Ασχολείται ουσιαστικά με μια «φιλοσοφία» των μαθηματικών, τα οποία συσχετίζει με την αγάπη (σελ. 37: Στην αγάπη υπάρχουν αιώνιες αλήθειες, το ίδιο και στα μαθηματικά), με την περιπέτεια (σαν το θαλασσινό ταξίδι) με το …σκάκι (πρέπει κανείς να διακυβεύει τα πάντα, να θυσιάζει σκέψεις που του είναι αγαπητές για να συνεχίσει μια αγαπητή κίνηση), και φυσικά με τη γλώσσα . Η φιλοσοφία γίνεται κάποια στιγμή και αριθμοσοφία, ένα παιχνίδι παρατηρήσεων και υποθέσεων (σελ. 140: όπως θα έχεις καταλάβει, τα παιχνίδια αρέσουν στους μαθηματικούς).
Το κεντρικό θέμα, όμως, δεν είναι τα μαθηματικά, αλλά το …παραμύθι, η αφήγηση και εννοούμε την προφορική αφήγηση που καθηλώνει το ετερόκλητο ακροατήριο μιας γειτονιάς, μιας ταβέρνας, ενός χωριού. Αυτή η αφήγηση δεν έχει αυτό που ονομάζεται «λογοτεχνικότητα», αλλά στηρίζει τη γοητεία της στην δομή και στην πλοκή. Δεν έχει επεξηγήσεις και αναλύσεις ούτε φραστικά σχήματα. Οι ιστορίες που ανακαλεί ο Μανουέλ σιγά σιγά, με τη διακριτική «βοήθεια» του δασκάλου αλλά και με την ενέργεια που του δίνει ένας παράδοξος έρωτας, μοιάζουν με παραβολές, έχουν τη γοητεία των ταξιδιών, στηρίζονται στο παράξενο, στο παιγνιώδες- προσωπικά μου θύμισαν τις ιστορίες του Νασρεντίν ή της Χαλιμάς (κι αυτές «προφορικές»). Είναι πράγματι πολύ γοητευτικές, θα’ λεγε κανείς ότι είναι «αρχετυπικές».
Οι αναζητήσεις στο χώρο των μαθηματικών αλλά και οι ιστορίες του παππού συγκλίνουν, προς το τέλος του βιβλίου γιατί αφορούν το ίδιο «εσωτερικό ταξίδι»:
σελ. 100-2:
…υπάρχουν σχήματα, σύμβολα και εικόνες που λένε περισσότερα από 100 λέξεις, και υπήρχαν πολύ πριν από τη γραφή. Σκεφτείτε ότι ο λαβύρινθος είναι από τα πρώτα σχήματα που επινόησε ο άνθρωπος. Όποιος τολμούσε να μπει στον λαβύρινθο διακινδύνευε πολλά, ακόμα και τη ζωή του, αλλά είχε και την ευκαιρία –τότε και μόνο τότε-να κερδίσει τα πάντα. (…)όποιος δεν είναι διατεθειμένος να χαθεί, χάνει. Αυτό που μαθαίνουμε από τον Πυθαγόρα αλλά και από τον Αβραάμ Ζακούτο είναι το εσωτερικό ταξίδι.
Έτσι και η τελευταία αυτή ημιτελής ιστορία του παππού, που θα’ δινε τη λύση στο δράμα μιας νεαρής γυναίκας που’ χασε τη …νιότη της ( μόνο σαν συναντήσεις τον εαυτό σου μέσα σε μια ιστορία, σαν να κοιτάζεσαι σε καθρέφτη, μόνο τότε θ’ αποκτήσεις πάλι την αληθινή σου ηλικία, θα ξαναβρείς τη νιότη σου) δίνει την απάντηση σ’ αυτό το θεμελιακό ταξίδι της αναζήτησης της ταυτότητας που αφορά όλους. Η μαθηματική σκέψη του Ριμπέιρο υποδεικνύει ότι η ιστορία του παππού έχει ήδη τελειώσει (σελ. 34: «καλό είναι ν’ ακούει κανείς ιστορίες, καλύτερο όμως είναι ν’ ακολουθεί τη δική του, χωρίς να στέκεται εμπόδιο στον ίδιο του το δρόμο, για να φτάσει έτσι αργά ή γρήγορα στον εαυτό του»/ «μέσα σου είναι η απάντηση. Και ο δρόμος ως εκεί είναι συχνά μακρύς»)
Μια σειρά συμπτώσεων απ’ αυτές που συγχωρούνται μόνο στα …παραμύθια επιβεβαιώνουν την αλήθεια των γεγονότων για τον έκπληκτο Μανουέλ, αν και δεν έχει σημασία η πραγματικότητα γιατί, όπως επισημαίνεται εύστοχα,
η πραγματικότητα είναι υπαρκτή η αλήθεια όμως, όπως και το ψέμα πρέπει να επινοηθεί, είναι γνήσια δημιουργία, άρα σύμβολο ή, πιο σωστά, ένα κομμάτι του πολιτισμού μας.
Καθώς σπουδάζει μαθηματικά στην Κοϊμπρα, έχει την ευκαιρία να συναναστραφεί μ’ έναν φωτισμένο μαθηματικό που διερευνά τη σχέση της αφήγησης με … τα μαθηματικά. Έτσι, έχουμε τη σχέση μαθητή και δάσκαλου, ο οποίος είναι πνεύμα ευρύ και ανήσυχο. Εμβαθύνει στη σχέση των μαθηματικών με τον κόσμο και τη ζωή και αγαπημένο του σλόγκαν είναι η φράση: «το ένα συναντά το άλλο». Ασχολείται ουσιαστικά με μια «φιλοσοφία» των μαθηματικών, τα οποία συσχετίζει με την αγάπη (σελ. 37: Στην αγάπη υπάρχουν αιώνιες αλήθειες, το ίδιο και στα μαθηματικά), με την περιπέτεια (σαν το θαλασσινό ταξίδι) με το …σκάκι (πρέπει κανείς να διακυβεύει τα πάντα, να θυσιάζει σκέψεις που του είναι αγαπητές για να συνεχίσει μια αγαπητή κίνηση), και φυσικά με τη γλώσσα . Η φιλοσοφία γίνεται κάποια στιγμή και αριθμοσοφία, ένα παιχνίδι παρατηρήσεων και υποθέσεων (σελ. 140: όπως θα έχεις καταλάβει, τα παιχνίδια αρέσουν στους μαθηματικούς).
Το κεντρικό θέμα, όμως, δεν είναι τα μαθηματικά, αλλά το …παραμύθι, η αφήγηση και εννοούμε την προφορική αφήγηση που καθηλώνει το ετερόκλητο ακροατήριο μιας γειτονιάς, μιας ταβέρνας, ενός χωριού. Αυτή η αφήγηση δεν έχει αυτό που ονομάζεται «λογοτεχνικότητα», αλλά στηρίζει τη γοητεία της στην δομή και στην πλοκή. Δεν έχει επεξηγήσεις και αναλύσεις ούτε φραστικά σχήματα. Οι ιστορίες που ανακαλεί ο Μανουέλ σιγά σιγά, με τη διακριτική «βοήθεια» του δασκάλου αλλά και με την ενέργεια που του δίνει ένας παράδοξος έρωτας, μοιάζουν με παραβολές, έχουν τη γοητεία των ταξιδιών, στηρίζονται στο παράξενο, στο παιγνιώδες- προσωπικά μου θύμισαν τις ιστορίες του Νασρεντίν ή της Χαλιμάς (κι αυτές «προφορικές»). Είναι πράγματι πολύ γοητευτικές, θα’ λεγε κανείς ότι είναι «αρχετυπικές».
Οι αναζητήσεις στο χώρο των μαθηματικών αλλά και οι ιστορίες του παππού συγκλίνουν, προς το τέλος του βιβλίου γιατί αφορούν το ίδιο «εσωτερικό ταξίδι»:
σελ. 100-2:
…υπάρχουν σχήματα, σύμβολα και εικόνες που λένε περισσότερα από 100 λέξεις, και υπήρχαν πολύ πριν από τη γραφή. Σκεφτείτε ότι ο λαβύρινθος είναι από τα πρώτα σχήματα που επινόησε ο άνθρωπος. Όποιος τολμούσε να μπει στον λαβύρινθο διακινδύνευε πολλά, ακόμα και τη ζωή του, αλλά είχε και την ευκαιρία –τότε και μόνο τότε-να κερδίσει τα πάντα. (…)όποιος δεν είναι διατεθειμένος να χαθεί, χάνει. Αυτό που μαθαίνουμε από τον Πυθαγόρα αλλά και από τον Αβραάμ Ζακούτο είναι το εσωτερικό ταξίδι.
Έτσι και η τελευταία αυτή ημιτελής ιστορία του παππού, που θα’ δινε τη λύση στο δράμα μιας νεαρής γυναίκας που’ χασε τη …νιότη της ( μόνο σαν συναντήσεις τον εαυτό σου μέσα σε μια ιστορία, σαν να κοιτάζεσαι σε καθρέφτη, μόνο τότε θ’ αποκτήσεις πάλι την αληθινή σου ηλικία, θα ξαναβρείς τη νιότη σου) δίνει την απάντηση σ’ αυτό το θεμελιακό ταξίδι της αναζήτησης της ταυτότητας που αφορά όλους. Η μαθηματική σκέψη του Ριμπέιρο υποδεικνύει ότι η ιστορία του παππού έχει ήδη τελειώσει (σελ. 34: «καλό είναι ν’ ακούει κανείς ιστορίες, καλύτερο όμως είναι ν’ ακολουθεί τη δική του, χωρίς να στέκεται εμπόδιο στον ίδιο του το δρόμο, για να φτάσει έτσι αργά ή γρήγορα στον εαυτό του»/ «μέσα σου είναι η απάντηση. Και ο δρόμος ως εκεί είναι συχνά μακρύς»)
Μια σειρά συμπτώσεων απ’ αυτές που συγχωρούνται μόνο στα …παραμύθια επιβεβαιώνουν την αλήθεια των γεγονότων για τον έκπληκτο Μανουέλ, αν και δεν έχει σημασία η πραγματικότητα γιατί, όπως επισημαίνεται εύστοχα,
η πραγματικότητα είναι υπαρκτή η αλήθεια όμως, όπως και το ψέμα πρέπει να επινοηθεί, είναι γνήσια δημιουργία, άρα σύμβολο ή, πιο σωστά, ένα κομμάτι του πολιτισμού μας.
Χριστίνα Παπαγγελή
Σάββατο, Δεκεμβρίου 01, 2007
Ζοζέ Σαραμάγκου, Περί φωτίσεως
Όταν έχεις διαβάσει δυο τρία βιβλία του Σαραμάγκου, αναγνωρίζεις πια έναν τελείως δικό του, χαρακτηριστικό τρόπο, ένα ιδιαίτερο ύφος/στυλ που δεν το συναντάς σ΄ άλλον συγγραφέα. Και μόνο εξωτερικά, η ανυπαρξία παραγράφων, το ασύνδετο σχήμα ή μάλλον το πολυσύνδετο με συνεχή κόμματα, ακόμα και στους διαλόγους, ή ο μακροπερίοδος λόγος είναι στοιχεία που «φωνάζουν» ότι πρόκειται για έργο του Σαραμάγκου. Αλλά κι επί της ουσίας, η σύλληψη της υπόθεσης είναι πάντοτε στοιχειώδης, μια πυρηνική ιδέα που ξεδιπλώνεται στη συνέχεια «κατά το εικός και αναγκαίον» και υφαίνεται σιγά-σιγά γύρω από τον πυρήνα, σαν κουκούλι. Οι ήρωες μαζί με τα λόγια τους παραθέτουν και τις μύχιες σκέψεις τους κι όλ’ αυτά απαιτούν ένα διαφορετικό –πιο αργό, πιο συγκεντρωμένο- ΡΥΘΜΟ ανάγνωσης, που σου απαγορεύει να πηδήξεις σειρές ή να διαβάσεις βιαστικά, φευγαλέα, διαγώνια κάποια σημεία.
Όλ’ αυτά κατά κανόνα προδιαθέτουν αρνητικά. Κι όμως εμένα εξακολουθεί να με γοητεύει υπερβολικά, και ας είναι το πέμπτο βιβλίο του που διάβασα, κι ας έχουν βλέπω πια κάποια στοιχεία ύφους ως «μανιέρα».
Στην πρωτεύουσα μιας χώρας (χωρίς όνομα) οι εκλογές αναδεικνύουν πρώτη δύναμη το λευκό με ποσοστό 70%. Στις επαναληπτικές εκλογές το ποσοστό είναι ακόμα μεγαλύτερο. Αυτός είναι ο πυρήνας. Ακολουθεί η αναστάτωση, τα παιχνίδια της εξουσίας. Άκρως υπερπραγματικό, μη ρεαλιστικό, δημιουργεί πολλά ερωτηματικά στον αναγνώστη που γυρεύει ρεαλιστική απεικόνιση. Ωστόσο, μέσα σ’ αυτό το εξωπραγματικό πλαίσιο καταγράφεται μια «άλλη» αλήθεια, ή μάλλον άλλες, πολλές αλήθειες με τρόπο ανάλαφρο, ονειρικό, που ενίοτε αγγίζει το χιούμορ ή, -ίσως- ίσως, τη πικρή σάτιρα. Η ακρότητα της πλοκής (όπως και στο «Περί τυφλότητας», στο «Η σπηλιά» κλπ.), είναι κι εδώ η αφορμή για να βγουν στην επιφάνεια σχέσεις και δομές κρυμμένες, που αφορούν βασικά το ρόλο της εξουσίας, και τη σχέση της με το πλήθος και το άτομο.
Κρύβουν π.χ. εκπληκτική αλήθεια οι μη ρεαλιστικές (και μάλιστα, παρουσιάζονται κιόλας ως υποθετικές) σκηνές «ανάκρισης» των ψηφοφόρων που παρακολουθούνται πια κατά τη δεύτερη ψηφοφορία εν αγνοία τους:
Σελ.36:
Τρέμουμε και μόνο στη σκέψη τι μπορεί να συμβεί αύριο στον αθώο άνθρωπο όταν τον φέρνουν για ανάκριση, Ομολογείτε ότι είπατε στο πρόσωπο που βρισκόταν μαζί σας Κάποια μέρα θα συνέβαινε, Μάλιστα, το ομολογώ, Σκεφθείτε καλά προτού απαντήσετε,, σε τι αναφερόσασταν με τις λέξεις αυτές, Μιλούσαμε για τον χωρισμό μου, Χωρισμό ή διαζύγιο, Διαζύγιο, Και ποια είναι τα συναισθήματά σας σε σχέση με το εν λόγω διαζύγιο, Νομίζω κάποια οργή και κάποια απογοήτευση, Περισσότερη οργή ή περισσότερη απογοήτευση, Περισσότερη απογοήτευση υποθέτω, Δεν σας φαίνεται, αφού είναι έτσι, πως θα ήταν περισσότερο φυσικό να αφήσετε έναν αναστεναγμό, κλπ.(…) τι σκεφτόσασταν στην πραγματικότητα ότσν είπατε στον φίλο σας τις λέξεις αυτές, Σας απάντησα ήδη, Δώστε μας μια άλλη απάντηση, αυτή δε μας κάνει, Είναι η μοναδική που μπορούσα να σας δώσω γιατί είναι και η αληθινή, Έτσι νομίζετε εσείς, Εκτός κι αν με βάλετε να επινοήσω μία, Κάντε το, εμάς δε μας ενοχλεί καθόλου να επινοήσετε όσες απαντήσεις θέλετε, με το χρόνο και με υπομονή, συν την κατάλληλη εφαρμογή ορισμένων τεχνικών, θα καταλήξετε σ’ εκείνη που θέλουμε ν’ ακούσουμε, Πείτε μου τότε ποια είναι να τελειώνουμε, Α, όχι, δεν έχει γούστο έτσι, για ποιους μας περάσατε κλπ.
Ανάλογου ύφους είναι και το σημείο (πολύ διασκεδαστικό και πικρά αληθινό) όπου οι πράκτορες της κυβέρνησης, μετά τη δεύτερη ψηφοφορία, «ξεδιαλέγουν μια τεράστια ποσότητα υλικού που είχε συλλεγεί από τους πληροφοριοδότες κατά την επιχείρηση “σάρωσης στα σπλάχνα της πληροφορίας’’». Απλές τρέχουσες φράσεις ξεψαχνίζονται ως την τελευταία συλλαβή κι εξαντλούν τον ανακρινόμενο έως ότου:
(σελ. 54):
Και τώρα πέστε μου τι ψηφίσατε (…) Θα έπρεπε να πουν, σύμφωνα με τη σχετική λογική των δημοσκοπήσεων, Ψήφισα λευκό. Τέτοια ευθεία απάντηση, θα μπορούσε να δώσει ένας υπολογιστής ή μια αριθμομηχανή, και θα ήταν η μόνη που θα επέτρεπε η άκαμπτη και ειλικρινής τους φύση, αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους, και οι άνθρωποι είναι παγκοσμίως γνωστοί ως τα μόνα ζώα ικανά να ψεύδονται, αν και, είναι αλήθεια, μερικές φορές το κάνουν επειδή φοβούνται, μερικές φορές από συμφέρον, κι επίσης μερικές φορές επειδή αντιλαμβάνονται πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος που έχουν στη διάθεσή τους για να υπερασπιστούν την αλήθεια.
Έτσι, μ’ αυτό το μυθικό κι εξωπραγματικό τρόπο κι ο Σαραμάγκου εκφράζει πολλές πικρές αλήθειες απ’ την ιστορική πραγματικότητα: (σελ. 84):
Όταν η πρωτεύουσα βρίσκεται, από δικά της επανειλημμένα σφάλματα, σε κατάσταση πολιορκίας, όταν επαφίεται στις στρατιωτικές δυνάμεις να επιβάλουν την πειθαρχία και να δράσουν αναλόγως σε περίπτωση σοβαρής ανατροπής της κοινωνικής τάξης, όταν οι υψηλά ιστάμενοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση, δίνοντας το λόγο της τιμής τους, να μη διστάσουν όταν έρθει η ώρα να λάβουν αποφάσεις, τότε οι μυστικές υπηρεσίες επιφορτίζονται ν δημιουργήσουν τις κατάλληλες εστίες έντασης που θα δικαιολογούν a priori τη σφοδρότητα της καταστολής που η κυβέρνηση, γενναιόφρων, επιθυμούσε, με όλα τα ειρηνικά μέτρα και, επαναλαμβάνουμε τη λέξη, μέτρα πειθούς, να αποφύγει.
O κλοιός της εξουσίας σφίγγει σιγά σιγά όλο και περισσότερο, παρακολουθούμε τις διαβουλεύσεις των υπουργών, του πρωθυπουργού κι εν γένει των αρχών, ενώ το ιδιαίτερο ύφος του Σαραμάγκου μας επιτρέπει να προσεγγίζουμε και τις μύχιες, εσώτερες σκέψεις τους. Το αδιέξοδο τους οδηγεί να εγκαταλείψουν τη χώρα στην τύχη της, κρυφά μεσ’ στη νύχτα (εκπληκτική η περιγραφή της σκηνής):
… να απομονώσουμε τον πληθυσμό, να τους αφήσουμε να βράσουν στο ζουμί τους, αργά ή γρήγορα, είναι αναπόφευκτο, θ’ αρχίσουν οι διενέξεις, θα… θα… (…), Πιστεύετε δηλαδή πως η πόλη δεν θα μπορέσει ν’ αντισταθεί για πολύ, Σαφώς εξάλλου υπάρχει άλλος ένας σημαντικός παράγοντας, ίσως ο πιο σημαντικός απ’ όλους, Ποιος, Όσο κι αν προσπάθησαν κι όσο κι αν επιμείνουν να προσπαθούν, ποτέ δεν θα καταφέρουν να σκέφτονται οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο, Αυτή τη φορά θα έλεγε κανείς πως τα κατάφεραν, παραείναι τέλειο για να είναι αληθινό, κύριε πρόεδρε.
Η διαστροφή της εξουσίας κορυφώνεται όταν σχεδιάζουν να ενοχοποιήσουν, έστω και χωρίς αποδείξεις τη γυναίκα που στο «Περί τυφλώσεως» ήταν η μόνη που δεν τυφλώθηκε! Το γεγονός της διαφορετικότητάς της αρκεί για να την απομονώσουν και να τη χρησιμοποιήσουν ως εξιλαστήριο θύμα, δείχνοντας παράλληλα ότι οι αρχές «παράγουν έργο». Όμως, όπως λέει κι ο Μπρεχτ, « Στρατηγέ, ο άνθρωπος έχει ένα ελάττωμα, ξέρει να σκέφτεται». Στην περίπτωση, η ανθρωπιστική συνείδηση ξύπνησε στον αρχηγό της αστυνομίας, ο οποίος υψώνει τη μοναχική του φωνή απέναντι στον παραλογισμό της απονενοημένης εξουσίας. Παρακολουθούμε τον σταδιακό του αποκλεισμό καθώς και τις αντιστάσεις του, ενώ η ατμόσφαιρα είναι τελείως καφκική, όχι μόνο από άποψη ύφους (όπου εξαρχής υπάρχουν αναλογίες) αλλά και από άποψη περιεχομένου: ο ανώνυμος ήρωάς μας, σαν τον Κ. της Δίκης, τα βάζει απέλπιδα με την απρόσωπη «αρχή», με τον παραλογισμό, και το τέλος που του επιφυλάσσεται είναι παρόμοιο.
«Δεν είμαι εγώ απαισιόδοξος, Είναι ο κόσμος απαίσιος», ισχυρίζεται ο Ζοζέ Σαραμάγκου.
Χρισίνα Παπαγγελή
Όλ’ αυτά κατά κανόνα προδιαθέτουν αρνητικά. Κι όμως εμένα εξακολουθεί να με γοητεύει υπερβολικά, και ας είναι το πέμπτο βιβλίο του που διάβασα, κι ας έχουν βλέπω πια κάποια στοιχεία ύφους ως «μανιέρα».
Στην πρωτεύουσα μιας χώρας (χωρίς όνομα) οι εκλογές αναδεικνύουν πρώτη δύναμη το λευκό με ποσοστό 70%. Στις επαναληπτικές εκλογές το ποσοστό είναι ακόμα μεγαλύτερο. Αυτός είναι ο πυρήνας. Ακολουθεί η αναστάτωση, τα παιχνίδια της εξουσίας. Άκρως υπερπραγματικό, μη ρεαλιστικό, δημιουργεί πολλά ερωτηματικά στον αναγνώστη που γυρεύει ρεαλιστική απεικόνιση. Ωστόσο, μέσα σ’ αυτό το εξωπραγματικό πλαίσιο καταγράφεται μια «άλλη» αλήθεια, ή μάλλον άλλες, πολλές αλήθειες με τρόπο ανάλαφρο, ονειρικό, που ενίοτε αγγίζει το χιούμορ ή, -ίσως- ίσως, τη πικρή σάτιρα. Η ακρότητα της πλοκής (όπως και στο «Περί τυφλότητας», στο «Η σπηλιά» κλπ.), είναι κι εδώ η αφορμή για να βγουν στην επιφάνεια σχέσεις και δομές κρυμμένες, που αφορούν βασικά το ρόλο της εξουσίας, και τη σχέση της με το πλήθος και το άτομο.
Κρύβουν π.χ. εκπληκτική αλήθεια οι μη ρεαλιστικές (και μάλιστα, παρουσιάζονται κιόλας ως υποθετικές) σκηνές «ανάκρισης» των ψηφοφόρων που παρακολουθούνται πια κατά τη δεύτερη ψηφοφορία εν αγνοία τους:
Σελ.36:
Τρέμουμε και μόνο στη σκέψη τι μπορεί να συμβεί αύριο στον αθώο άνθρωπο όταν τον φέρνουν για ανάκριση, Ομολογείτε ότι είπατε στο πρόσωπο που βρισκόταν μαζί σας Κάποια μέρα θα συνέβαινε, Μάλιστα, το ομολογώ, Σκεφθείτε καλά προτού απαντήσετε,, σε τι αναφερόσασταν με τις λέξεις αυτές, Μιλούσαμε για τον χωρισμό μου, Χωρισμό ή διαζύγιο, Διαζύγιο, Και ποια είναι τα συναισθήματά σας σε σχέση με το εν λόγω διαζύγιο, Νομίζω κάποια οργή και κάποια απογοήτευση, Περισσότερη οργή ή περισσότερη απογοήτευση, Περισσότερη απογοήτευση υποθέτω, Δεν σας φαίνεται, αφού είναι έτσι, πως θα ήταν περισσότερο φυσικό να αφήσετε έναν αναστεναγμό, κλπ.(…) τι σκεφτόσασταν στην πραγματικότητα ότσν είπατε στον φίλο σας τις λέξεις αυτές, Σας απάντησα ήδη, Δώστε μας μια άλλη απάντηση, αυτή δε μας κάνει, Είναι η μοναδική που μπορούσα να σας δώσω γιατί είναι και η αληθινή, Έτσι νομίζετε εσείς, Εκτός κι αν με βάλετε να επινοήσω μία, Κάντε το, εμάς δε μας ενοχλεί καθόλου να επινοήσετε όσες απαντήσεις θέλετε, με το χρόνο και με υπομονή, συν την κατάλληλη εφαρμογή ορισμένων τεχνικών, θα καταλήξετε σ’ εκείνη που θέλουμε ν’ ακούσουμε, Πείτε μου τότε ποια είναι να τελειώνουμε, Α, όχι, δεν έχει γούστο έτσι, για ποιους μας περάσατε κλπ.
Ανάλογου ύφους είναι και το σημείο (πολύ διασκεδαστικό και πικρά αληθινό) όπου οι πράκτορες της κυβέρνησης, μετά τη δεύτερη ψηφοφορία, «ξεδιαλέγουν μια τεράστια ποσότητα υλικού που είχε συλλεγεί από τους πληροφοριοδότες κατά την επιχείρηση “σάρωσης στα σπλάχνα της πληροφορίας’’». Απλές τρέχουσες φράσεις ξεψαχνίζονται ως την τελευταία συλλαβή κι εξαντλούν τον ανακρινόμενο έως ότου:
(σελ. 54):
Και τώρα πέστε μου τι ψηφίσατε (…) Θα έπρεπε να πουν, σύμφωνα με τη σχετική λογική των δημοσκοπήσεων, Ψήφισα λευκό. Τέτοια ευθεία απάντηση, θα μπορούσε να δώσει ένας υπολογιστής ή μια αριθμομηχανή, και θα ήταν η μόνη που θα επέτρεπε η άκαμπτη και ειλικρινής τους φύση, αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους, και οι άνθρωποι είναι παγκοσμίως γνωστοί ως τα μόνα ζώα ικανά να ψεύδονται, αν και, είναι αλήθεια, μερικές φορές το κάνουν επειδή φοβούνται, μερικές φορές από συμφέρον, κι επίσης μερικές φορές επειδή αντιλαμβάνονται πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος που έχουν στη διάθεσή τους για να υπερασπιστούν την αλήθεια.
Έτσι, μ’ αυτό το μυθικό κι εξωπραγματικό τρόπο κι ο Σαραμάγκου εκφράζει πολλές πικρές αλήθειες απ’ την ιστορική πραγματικότητα: (σελ. 84):
Όταν η πρωτεύουσα βρίσκεται, από δικά της επανειλημμένα σφάλματα, σε κατάσταση πολιορκίας, όταν επαφίεται στις στρατιωτικές δυνάμεις να επιβάλουν την πειθαρχία και να δράσουν αναλόγως σε περίπτωση σοβαρής ανατροπής της κοινωνικής τάξης, όταν οι υψηλά ιστάμενοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση, δίνοντας το λόγο της τιμής τους, να μη διστάσουν όταν έρθει η ώρα να λάβουν αποφάσεις, τότε οι μυστικές υπηρεσίες επιφορτίζονται ν δημιουργήσουν τις κατάλληλες εστίες έντασης που θα δικαιολογούν a priori τη σφοδρότητα της καταστολής που η κυβέρνηση, γενναιόφρων, επιθυμούσε, με όλα τα ειρηνικά μέτρα και, επαναλαμβάνουμε τη λέξη, μέτρα πειθούς, να αποφύγει.
O κλοιός της εξουσίας σφίγγει σιγά σιγά όλο και περισσότερο, παρακολουθούμε τις διαβουλεύσεις των υπουργών, του πρωθυπουργού κι εν γένει των αρχών, ενώ το ιδιαίτερο ύφος του Σαραμάγκου μας επιτρέπει να προσεγγίζουμε και τις μύχιες, εσώτερες σκέψεις τους. Το αδιέξοδο τους οδηγεί να εγκαταλείψουν τη χώρα στην τύχη της, κρυφά μεσ’ στη νύχτα (εκπληκτική η περιγραφή της σκηνής):
… να απομονώσουμε τον πληθυσμό, να τους αφήσουμε να βράσουν στο ζουμί τους, αργά ή γρήγορα, είναι αναπόφευκτο, θ’ αρχίσουν οι διενέξεις, θα… θα… (…), Πιστεύετε δηλαδή πως η πόλη δεν θα μπορέσει ν’ αντισταθεί για πολύ, Σαφώς εξάλλου υπάρχει άλλος ένας σημαντικός παράγοντας, ίσως ο πιο σημαντικός απ’ όλους, Ποιος, Όσο κι αν προσπάθησαν κι όσο κι αν επιμείνουν να προσπαθούν, ποτέ δεν θα καταφέρουν να σκέφτονται οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο, Αυτή τη φορά θα έλεγε κανείς πως τα κατάφεραν, παραείναι τέλειο για να είναι αληθινό, κύριε πρόεδρε.
Η διαστροφή της εξουσίας κορυφώνεται όταν σχεδιάζουν να ενοχοποιήσουν, έστω και χωρίς αποδείξεις τη γυναίκα που στο «Περί τυφλώσεως» ήταν η μόνη που δεν τυφλώθηκε! Το γεγονός της διαφορετικότητάς της αρκεί για να την απομονώσουν και να τη χρησιμοποιήσουν ως εξιλαστήριο θύμα, δείχνοντας παράλληλα ότι οι αρχές «παράγουν έργο». Όμως, όπως λέει κι ο Μπρεχτ, « Στρατηγέ, ο άνθρωπος έχει ένα ελάττωμα, ξέρει να σκέφτεται». Στην περίπτωση, η ανθρωπιστική συνείδηση ξύπνησε στον αρχηγό της αστυνομίας, ο οποίος υψώνει τη μοναχική του φωνή απέναντι στον παραλογισμό της απονενοημένης εξουσίας. Παρακολουθούμε τον σταδιακό του αποκλεισμό καθώς και τις αντιστάσεις του, ενώ η ατμόσφαιρα είναι τελείως καφκική, όχι μόνο από άποψη ύφους (όπου εξαρχής υπάρχουν αναλογίες) αλλά και από άποψη περιεχομένου: ο ανώνυμος ήρωάς μας, σαν τον Κ. της Δίκης, τα βάζει απέλπιδα με την απρόσωπη «αρχή», με τον παραλογισμό, και το τέλος που του επιφυλάσσεται είναι παρόμοιο.
«Δεν είμαι εγώ απαισιόδοξος, Είναι ο κόσμος απαίσιος», ισχυρίζεται ο Ζοζέ Σαραμάγκου.
Χρισίνα Παπαγγελή
Δευτέρα, Νοεμβρίου 19, 2007
283 λέξεις για το Ούτε τ’ όνομά μου της Θία Χάλο
Βιβλίο που δύσκολα μπορεί να ταξινομηθεί. Στοιχειά βιογραφίας, απομνημονευμάτων, ιστορίας.
Η ιστορία μιας γυναίκας από τα πρώτα χρόνια της στον Πόντο ως τα βαθιά γεράματα στην Αμερική «δεμένη» με μία επίσκεψη στον Πόντο για την ανεύρεση του χωριού όπου γεννήθηκε. Το χωριό Αϊοντόν, κατά την προφορά του ονόματος όπως το θυμόταν η ίδια (προφανώς Άγιος Αντώνιος) στη θέση του οποίου δεν είχε μείνει τίποτα. Εστιάζω κυρίως στα ιστορικά στοιχεία που η συγγραφέας ισχυρίζεται ότι είναι ελεγμένα και διασταυρωμένα και όντως έτσι αποδεικνύεται από την ανάγνωση του βιβλίου. Η δράση και ο ρόλος του Κεμάλ με τις αλλαγές που επέφερε στην Τουρκία και τις γενοκτονίες της δεκαετίας 1910 (σελ. 25), τα Τάγματα Εργασίας (σελ. 127), η οικονομία και ο πολιτισμός των Ποντίων από τα μέσα του 18ου αι. και μετά (σελ. 160-162) και κυρίως αποκομμένη ευδιάκριτα από την υπόλοιπη αφήγηση η ιστορία του Πόντου κατά τον 20ο αι. (σελ. 185-213).
Ενδιαφέρον έχει και η αναφορά στους Ασσύριους, τον αρχαιότατο λαό της Μεσοποταμίας και Μικράς Ασίας για τον οποίο σήμερα δε γίνονται αναφορές. Οι διωγμοί και οι θανατώσεις των Ασσυρίων είναι εξίσου σημαντικά ιστορικά γεγονότα στο πλαίσιο των εθνοκαθάρσεων που σηματοδότησαν για τη μετατροπή της οθωμανικής αυτοκρατορίας σε εθνικό κράτος κατά το δυνατόν ομοιογενές. (Στη σελίδα 25 η συγγραφέας αναφέρεται στη σφαγή 1.500.000 Αρμενίων, 750.000 Ασσυρίων και 353.000 Ποντίων.)
Η αφήγηση του ταξιδιού στη Μικρά Ασία αλλά και αυτή της προσωπικής ιστορίας την μητέρας της συγγραφέα δεν καλλιεργεί πάθη. Παρά την καταγραφή των ταλαιπωριών και των διώξεων που υπέστησαν η οπτική γωνία είναι ψύχραιμη, ίσως και εξαιτίας της παρέλευσης δεκαετιών από τα γεγονότα και εξαιτίας της νέας ζωής που η Χάλο δημιούργησε στη Αμερική μετά το γάμο της με τον Αβραάμ που την οδήγησε εκεί.
Η ιστορία μιας γυναίκας από τα πρώτα χρόνια της στον Πόντο ως τα βαθιά γεράματα στην Αμερική «δεμένη» με μία επίσκεψη στον Πόντο για την ανεύρεση του χωριού όπου γεννήθηκε. Το χωριό Αϊοντόν, κατά την προφορά του ονόματος όπως το θυμόταν η ίδια (προφανώς Άγιος Αντώνιος) στη θέση του οποίου δεν είχε μείνει τίποτα. Εστιάζω κυρίως στα ιστορικά στοιχεία που η συγγραφέας ισχυρίζεται ότι είναι ελεγμένα και διασταυρωμένα και όντως έτσι αποδεικνύεται από την ανάγνωση του βιβλίου. Η δράση και ο ρόλος του Κεμάλ με τις αλλαγές που επέφερε στην Τουρκία και τις γενοκτονίες της δεκαετίας 1910 (σελ. 25), τα Τάγματα Εργασίας (σελ. 127), η οικονομία και ο πολιτισμός των Ποντίων από τα μέσα του 18ου αι. και μετά (σελ. 160-162) και κυρίως αποκομμένη ευδιάκριτα από την υπόλοιπη αφήγηση η ιστορία του Πόντου κατά τον 20ο αι. (σελ. 185-213).
Ενδιαφέρον έχει και η αναφορά στους Ασσύριους, τον αρχαιότατο λαό της Μεσοποταμίας και Μικράς Ασίας για τον οποίο σήμερα δε γίνονται αναφορές. Οι διωγμοί και οι θανατώσεις των Ασσυρίων είναι εξίσου σημαντικά ιστορικά γεγονότα στο πλαίσιο των εθνοκαθάρσεων που σηματοδότησαν για τη μετατροπή της οθωμανικής αυτοκρατορίας σε εθνικό κράτος κατά το δυνατόν ομοιογενές. (Στη σελίδα 25 η συγγραφέας αναφέρεται στη σφαγή 1.500.000 Αρμενίων, 750.000 Ασσυρίων και 353.000 Ποντίων.)
Η αφήγηση του ταξιδιού στη Μικρά Ασία αλλά και αυτή της προσωπικής ιστορίας την μητέρας της συγγραφέα δεν καλλιεργεί πάθη. Παρά την καταγραφή των ταλαιπωριών και των διώξεων που υπέστησαν η οπτική γωνία είναι ψύχραιμη, ίσως και εξαιτίας της παρέλευσης δεκαετιών από τα γεγονότα και εξαιτίας της νέας ζωής που η Χάλο δημιούργησε στη Αμερική μετά το γάμο της με τον Αβραάμ που την οδήγησε εκεί.
305 λέξεις για το κινηματογράφος και σεξουαλικότητα του Θόδωρου Σούμα.
Ενδιαφέρουσα προσέγγιση του ερωτισμού μέσω του κινηματογράφου σε 156 σελίδες. Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία κεφάλαια. Το πρώτο με τον τίτλο «ο ερωτισμός στον κινηματογράφο». Η προσέγγιση του θέματος βασίζεται και ταυτόχρονα τεκμηριώνεται σε αποσπάσματα στοχαστών όπως ο Ζωρζ Μπατάιγ, ο Χένρι Μίλλερ, ο Πιερ Κλοσσόφσκι αλλά και Λακάν, ντε Σαντ, Καζανόβα.
«Πως λειτουργεί το ερωτικό έργο τέχνης» είναι το ουσιαστικό θέμα του βιβλίου. Ο Μπονιουέλ και στη συνέχεια ο Παζολίνι και ο Οσίμα είναι τα πρώτα παραδείγματα σκηνοθετικών χειρισμών παρουσίασης και απόκρυψης του σώματος και της δράσης. Ένα παιχνίδι διαδοχικών αποκαλύψεων, αποκρύψεων και μεταμφιέσεων. Το ντεκουπάζ- τεμαχισμός των σκηνών είναι το σκηνοθετικό εργαλείο του παιχνιδιού. Μελετώνται οι διαφορές του πορνό από τον κινηματογραφικό ερωτισμό του δημιουργού. Στο πορνό οι απαγορεύσεις είναι ισχνές, δείχνουν ανύπαρκτες. Δεν υπάρχει το απαγορευμένο, που τροφοδοτεί τον ερωτισμό και δίνει την ώθηση στις υπερβάσεις. Οι παραβιάσεις των κανόνων στο πορνό είναι αφελείς, χωρίς φαντασία και επαναλαμβανόμενες.
Κατά τον Ζωρζ Μπατάιγ «η ουσία του ερωτισμού δίνεται στην αδιάσπαστη σύνδεση της σεξουαλικής ηδονής με το απαγορευμένο. Για τον άνθρωπο, ποτέ το απαγορευμένο δεν παρουσιάζεται χωρίς την εμφάνιση της ηδονής και ποτέ η ηδονή χωρίς την αίσθηση του απαγορευμένου» (L’ erotisme σελ 119) αυτές οι απαγορεύσεις είναι σύμφυτα δεμένες με τις υπερβάσεις, τις παραβιάσεις τους.
Έχοντας αυτή την οπτική ο Σούμας προχωρά στη συστηματική «ανάγνωση», «αποκωδικοποίηση» των ταινιών.
Το δεύτερο είναι αφιερωμένο στον (ερωτικό) κινηματογράφο του δημιουργού και σχολιάζει ταινίες όπως ο Γαλάζιος Άγγελος του Γ. Φ. Στέρνμπεργκ, η αυτοκρατορία των αισθήσεων του Οσίμα Ναγκίζα. Επίσης ταινίες των Παζολίνι, Φερέρι, Φελίνι, Μακαβέγιεβ. Το τρίτο αναφέρεται στον ελληνικό κινηματογράφο με πρώτο τον Αλέξη Δαμιανό στο έργο του οποίου «το σώμα εκτοξεύεται ατίθασο, δονούμενο από την επιθυμία. Τα γυναικεία κορμιά γράφουν παθιασμένες διαδρομές.»
Το βιβλίο συνοδεύεται από πλήθος εικόνες του κινηματογράφου του δημιουργού που λειτουργούν διπλά: ξεκουράζουν από τις αναλύσεις και βοηθούν την κατανόησή τους.
και άλλες 104 λέξεις από το βιβλίο
«Η εμπειρία οδηγεί στην ολοκληρωμένη και επιτυχή υπέρβαση και η τελευταία διατηρώντας την απαγόρευση τη διατηρεί για να αισθάνεται ηδονή εξαιτίας της»
«Η χαρακτηριστική ιδιότητα του ερωτισμού είναι πως κρύβεται. Κρύβεται ακόμα και τη στιγμή που αποκαλύπτεται...» (Μπατάιγ)
«Λέμε καλύτερα τα πράγματα εξαφανίζοντάς τα, γράφει ο Λα Μετρί, διεγείρουμε τις επιθυμίες κεντρίζοντας την περιέργεια του πνεύματος γύρω από ένα αντικείμενο μερικά καλυμμένο...» (ντε Σαντ)
«Αυτά είναι τα κίνητρα του πέπλου, το οποίο ρίχνουμε πάνω στις σκηνές που δεν κάνουμε τίποτα άλλο παρά να τις ανακοινώνουμε» παρατηρεί ο ντε Σαντ για να περιγράψει ένα «μανιώδες όργιο που δεν επιβραδύνεται παρά για να πάρει καινούργιες μορφές και να επεκταθεί»
«Πως λειτουργεί το ερωτικό έργο τέχνης» είναι το ουσιαστικό θέμα του βιβλίου. Ο Μπονιουέλ και στη συνέχεια ο Παζολίνι και ο Οσίμα είναι τα πρώτα παραδείγματα σκηνοθετικών χειρισμών παρουσίασης και απόκρυψης του σώματος και της δράσης. Ένα παιχνίδι διαδοχικών αποκαλύψεων, αποκρύψεων και μεταμφιέσεων. Το ντεκουπάζ- τεμαχισμός των σκηνών είναι το σκηνοθετικό εργαλείο του παιχνιδιού. Μελετώνται οι διαφορές του πορνό από τον κινηματογραφικό ερωτισμό του δημιουργού. Στο πορνό οι απαγορεύσεις είναι ισχνές, δείχνουν ανύπαρκτες. Δεν υπάρχει το απαγορευμένο, που τροφοδοτεί τον ερωτισμό και δίνει την ώθηση στις υπερβάσεις. Οι παραβιάσεις των κανόνων στο πορνό είναι αφελείς, χωρίς φαντασία και επαναλαμβανόμενες.
Κατά τον Ζωρζ Μπατάιγ «η ουσία του ερωτισμού δίνεται στην αδιάσπαστη σύνδεση της σεξουαλικής ηδονής με το απαγορευμένο. Για τον άνθρωπο, ποτέ το απαγορευμένο δεν παρουσιάζεται χωρίς την εμφάνιση της ηδονής και ποτέ η ηδονή χωρίς την αίσθηση του απαγορευμένου» (L’ erotisme σελ 119) αυτές οι απαγορεύσεις είναι σύμφυτα δεμένες με τις υπερβάσεις, τις παραβιάσεις τους.
Έχοντας αυτή την οπτική ο Σούμας προχωρά στη συστηματική «ανάγνωση», «αποκωδικοποίηση» των ταινιών.
Το δεύτερο είναι αφιερωμένο στον (ερωτικό) κινηματογράφο του δημιουργού και σχολιάζει ταινίες όπως ο Γαλάζιος Άγγελος του Γ. Φ. Στέρνμπεργκ, η αυτοκρατορία των αισθήσεων του Οσίμα Ναγκίζα. Επίσης ταινίες των Παζολίνι, Φερέρι, Φελίνι, Μακαβέγιεβ. Το τρίτο αναφέρεται στον ελληνικό κινηματογράφο με πρώτο τον Αλέξη Δαμιανό στο έργο του οποίου «το σώμα εκτοξεύεται ατίθασο, δονούμενο από την επιθυμία. Τα γυναικεία κορμιά γράφουν παθιασμένες διαδρομές.»
Το βιβλίο συνοδεύεται από πλήθος εικόνες του κινηματογράφου του δημιουργού που λειτουργούν διπλά: ξεκουράζουν από τις αναλύσεις και βοηθούν την κατανόησή τους.
και άλλες 104 λέξεις από το βιβλίο
«Η εμπειρία οδηγεί στην ολοκληρωμένη και επιτυχή υπέρβαση και η τελευταία διατηρώντας την απαγόρευση τη διατηρεί για να αισθάνεται ηδονή εξαιτίας της»
«Η χαρακτηριστική ιδιότητα του ερωτισμού είναι πως κρύβεται. Κρύβεται ακόμα και τη στιγμή που αποκαλύπτεται...» (Μπατάιγ)
«Λέμε καλύτερα τα πράγματα εξαφανίζοντάς τα, γράφει ο Λα Μετρί, διεγείρουμε τις επιθυμίες κεντρίζοντας την περιέργεια του πνεύματος γύρω από ένα αντικείμενο μερικά καλυμμένο...» (ντε Σαντ)
«Αυτά είναι τα κίνητρα του πέπλου, το οποίο ρίχνουμε πάνω στις σκηνές που δεν κάνουμε τίποτα άλλο παρά να τις ανακοινώνουμε» παρατηρεί ο ντε Σαντ για να περιγράψει ένα «μανιώδες όργιο που δεν επιβραδύνεται παρά για να πάρει καινούργιες μορφές και να επεκταθεί»

Κυριακή, Νοεμβρίου 18, 2007
234 λέξεις για το βιβλίο του Μιχάλη Πιτσιλίδη, Οι σκοτεινές πλευρές του Γιώργου Σεφέρη
Διάβασα το βιβλίο μετά από αυτό του Μπήτον για τον ποιητή (Περιμένοντας τον Άγγελο). Έτσι δε μπορεί παρά να σκέφτομαι συγκριτικά.
Ο Πιτσιλίδης έχει σαφώς διαμορφωμένη οπτική γωνία και στέκεται κυρίως στο δημόσιο βίο του ποιητή. Σε πολλές περιπτώσει που ο Μπήτον «χάνεται» στις λεπτομέρειες και την προσωπική ζωή του «Γιώργου» ο Πιτσιλίδης κατορθώνει να είναι περισσότερο διαφωτιστικός, χωρίς να διστάζει να ασκεί κριτική. Καταλληλότερο παράδειγμα νομίζω ότι είναι ο ρόλος του Σεφέρη κατά την περίοδο της δικτατορίας Μεταξά. Ενώ ο Μπήτον στέκεται περισσότερο στον ίδιο τον ποιητή και τις ερμηνείες ή εξηγήσεις που δίνει ο ίδιος για τα γεγονότα, ο Πιτσιλίδης εξηγεί αντικειμενικότερα και τεκμηριωμένα χωρίς να δικαιολογεί το Σεφέρη. Ο ποιητής είναι πιστός υπηρέτης της κρατικής εξουσίας και αυτής του Μεταξά. «Υπαλληλικός» και συνεπής «υπηρεσιακός» πράττει το καθήκον του όπως του ορίζεται.
Επίσης το γεγονός ότι ο Πιτσιλίδης σαφώς γνωρίζει καλύτερα την ιστορία του τόπου αλλά και της λογοτεχνίας τον βοηθά στην αποτύπωση της συνολικής εικόνας του παζλ. Έτσι βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον το κεφάλαιο που σχετίζεται με τα γεγονότα του 1947 και την κλίκα Κατσίμπαλη, την μεθοδευμένη υπονόμευση του Σικελιανού και του Καζαντζάκη ως υποψηφίων για το βραβείο Νόμπελ και την τελική απονομή του στον Σεφέρη.
Η ταξινόμηση της ύλης με βοήθησε περισσότερο να σχηματίσω σαφή εικόνα για τα ερωτήματα και τις απαντήσεις που δίνονται. Επίσης οι προσεγγίσεις των ζητημάτων που αφορούν την προσωπική ζωή του ποιητή είναι αρκούντος διεξοδικές και τεκμηριωμένες
.
Ο Πιτσιλίδης έχει σαφώς διαμορφωμένη οπτική γωνία και στέκεται κυρίως στο δημόσιο βίο του ποιητή. Σε πολλές περιπτώσει που ο Μπήτον «χάνεται» στις λεπτομέρειες και την προσωπική ζωή του «Γιώργου» ο Πιτσιλίδης κατορθώνει να είναι περισσότερο διαφωτιστικός, χωρίς να διστάζει να ασκεί κριτική. Καταλληλότερο παράδειγμα νομίζω ότι είναι ο ρόλος του Σεφέρη κατά την περίοδο της δικτατορίας Μεταξά. Ενώ ο Μπήτον στέκεται περισσότερο στον ίδιο τον ποιητή και τις ερμηνείες ή εξηγήσεις που δίνει ο ίδιος για τα γεγονότα, ο Πιτσιλίδης εξηγεί αντικειμενικότερα και τεκμηριωμένα χωρίς να δικαιολογεί το Σεφέρη. Ο ποιητής είναι πιστός υπηρέτης της κρατικής εξουσίας και αυτής του Μεταξά. «Υπαλληλικός» και συνεπής «υπηρεσιακός» πράττει το καθήκον του όπως του ορίζεται.
Επίσης το γεγονός ότι ο Πιτσιλίδης σαφώς γνωρίζει καλύτερα την ιστορία του τόπου αλλά και της λογοτεχνίας τον βοηθά στην αποτύπωση της συνολικής εικόνας του παζλ. Έτσι βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον το κεφάλαιο που σχετίζεται με τα γεγονότα του 1947 και την κλίκα Κατσίμπαλη, την μεθοδευμένη υπονόμευση του Σικελιανού και του Καζαντζάκη ως υποψηφίων για το βραβείο Νόμπελ και την τελική απονομή του στον Σεφέρη.
Η ταξινόμηση της ύλης με βοήθησε περισσότερο να σχηματίσω σαφή εικόνα για τα ερωτήματα και τις απαντήσεις που δίνονται. Επίσης οι προσεγγίσεις των ζητημάτων που αφορούν την προσωπική ζωή του ποιητή είναι αρκούντος διεξοδικές και τεκμηριωμένες

217 λέξεις για το βιβλίο του Γιάννη Σκαρίμπα, το 1821 και η αριστοκρατία του.
Σκαρίμπειος λόγος με τις γνωστές ιδιορρυθμίες της σύνταξης και της γραμματικής. Εμμονή σε αξίες, όπως η φράση του Ταλλεϋράνδου «Υπάρχει ένα πολύ τρομερότερο όπλο από τη συκοφαντία – η αλήθεια» ή ο χαρακτηρισμός «αλλουβρεχείτες» για τους ιστορικούς που αποσιωπούν την ουσία της επανάστασης του 1821.
Ευκαιρία έχει και το γεγονός ότι ο Σκαρίμπας με το λόγο του θίγει σε κάθε ευκαιρία και την «αριστοκρατία» του καιρού του/μας. Το Μ. Θεοδωράκη, (σελ. 99-101) την Ακαδημία Αθηνών (σελ. 119-122)... Απαξιώνει ως ιστορικούς τον Μαρκεζίνη και τον Παπαρηγόπουλο. Εκτιμά τον Κορδάτο. Σ’ αυτόν κυρίως τεκμηριώνει τις θέσεις του, χωρίς να κάνει «ακαδημαϊκή» ιστορία. Πηγή του αποτελεί και ο Γερμανός ιστορικός Μέντελσον Μπάρτολυ. Επίσης η τεκμηρίωσή του είναι διαρκής και σε άλλες πηγές.
Εν τέλει για το συγγραφέα το 1821 ήταν η μοναδική εθνική και κοινωνική επανάσταση ταυτόχρονα. Έθεσε ερωτήματα χωρίς να δώσει απαντήσεις, όπως αν η εθνική απελευθέρωση ενός λαού είναι προϋπόθεση για την κοινωνική.
Επανέρχεται συνεχώς στον αντιδραστικό ρόλο του ανώτερου κλήρου – ιερατείου και των κοτζαμπάσηδων – φοροεισπρακτόρων. Απαξιώνει τον Κοραή – σημείο που διαφωνεί με τον Κορδάτο και αναφέρει το γράμμα του Δυσσέα (Ανδρούτσου) προς αυτόν, κάλεσμα ν’ αφήσει τη συγγραφή και να ‘ρθει στην Ελλάδα (σελ. 140).
Στο τέλος του βιβλίου πυκνώνουν οι συγκεκριμένες αναφορές – παραθέματα του Κορδάτου από το βιβλίο «Η κοινωνική σημασία της ελληνικής επαναστάσεως του 1821».
Ευκαιρία έχει και το γεγονός ότι ο Σκαρίμπας με το λόγο του θίγει σε κάθε ευκαιρία και την «αριστοκρατία» του καιρού του/μας. Το Μ. Θεοδωράκη, (σελ. 99-101) την Ακαδημία Αθηνών (σελ. 119-122)... Απαξιώνει ως ιστορικούς τον Μαρκεζίνη και τον Παπαρηγόπουλο. Εκτιμά τον Κορδάτο. Σ’ αυτόν κυρίως τεκμηριώνει τις θέσεις του, χωρίς να κάνει «ακαδημαϊκή» ιστορία. Πηγή του αποτελεί και ο Γερμανός ιστορικός Μέντελσον Μπάρτολυ. Επίσης η τεκμηρίωσή του είναι διαρκής και σε άλλες πηγές.
Εν τέλει για το συγγραφέα το 1821 ήταν η μοναδική εθνική και κοινωνική επανάσταση ταυτόχρονα. Έθεσε ερωτήματα χωρίς να δώσει απαντήσεις, όπως αν η εθνική απελευθέρωση ενός λαού είναι προϋπόθεση για την κοινωνική.
Επανέρχεται συνεχώς στον αντιδραστικό ρόλο του ανώτερου κλήρου – ιερατείου και των κοτζαμπάσηδων – φοροεισπρακτόρων. Απαξιώνει τον Κοραή – σημείο που διαφωνεί με τον Κορδάτο και αναφέρει το γράμμα του Δυσσέα (Ανδρούτσου) προς αυτόν, κάλεσμα ν’ αφήσει τη συγγραφή και να ‘ρθει στην Ελλάδα (σελ. 140).
Στο τέλος του βιβλίου πυκνώνουν οι συγκεκριμένες αναφορές – παραθέματα του Κορδάτου από το βιβλίο «Η κοινωνική σημασία της ελληνικής επαναστάσεως του 1821».

Τετάρτη, Οκτωβρίου 17, 2007
346 λέξεις για το Μην πας ποτέ μόνος στο ταχυδρομείο του Στέλιου Κούλογλου
Γρήγορο βιβλίο και εύκολο στην ανάγνωση, ίσως κοντά στο δημοσιογραφικό στυλ εξαιτίας του επαγγέλματος του συγγραφέα. Ο Κούλογλου χρησιμοποιεί ευδιάκριτα τις τεχνικές αφήγησης σα να πρόκειται για ασκήσεις και εφαρμογές που κάνει σ’ αυτές ένας καλός μαθητευόμενος στους λογοτεχνικούς τρόπους. Κατορθώνει να σκιαγραφήσει πολλούς χαρακτήρες που κινούνται σ’ ένα ευδιάκριτο κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο του οποίου τη γνώση κατέχει πολύ καλά ο συγγραφέας. Ενδιαφέρον έχουν και οι ανατροπές σε συνδυασμό με το αστυνομικό μυστήριο.
Το ύφος γίνεται σε πολλές περιπτώσεις χιουμοριστικό και δηκτικό. Κατορθώνει κατ’ αυτό τον τρόπο να σχολιάσει έμμεσα τα γεγονότα και την πολιτική κατάσταση στη Σοβιετική Ένωση. Παράδειγμα στη σελίδα 59 ο ανεκδοτολογικός διάλογος: - Γιατί φτιάχνουν μεγάλα κρεβάτια στη Σοβιετική Ένωση; - Για να χωράνε και οι τρεις, το ζευγάρι και ο Λένιν ή στη σελίδας 67, - Κάποιοι Ελβετοί τουρίστες έκλεψαν το ρωσικό ρολόι μου. – Μήπως θέλεις να πεις ότι κάποιοι Ρώσοι ‘κλέψαν το ελβετικό; - Εσείς το είπατε αυτό, όχι εγώ. Και στη σελίδα 77: Ο σοσιαλισμός είναι σαν τον ορίζοντα! Όσο τον πλησιάζεις τόσο απομακρύνεται.
Επίσης ξεχωριστό ενδιαφέρον μου προκάλεσαν οι αναφορές στη θεσνοθέτηση της κατάδοσης. Στη σελίδα 209 γίνεται αναφορά στο Μορόζοφ (είναι πραγματικό πρόσωπο;) που είναι ένα παιδί που στη δεκαετία του ’30 είχε αναγορευτεί σε εθνικό ήρωα επαιδή κατέδωσε τους γονείς του. Επανέρχεται στο θέμα όταν στη 283 γράφει για τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών – χαφιέδων των γονιών τους, σημείο που θυμίζει το «σπιούνο» του Μπρεχτ.
Από την άλλη, σε πολλές περιπτώσεις θα μπορούσε να θεωρηθεί τετριμμένο με τα κλασικά κλισέ των «λαϊκών» αστυνομικών μυθιστορημάτων τύπου Ζεράρ ντε Βιλιέ (κυνηγητά, ταξί, μετρό, αλλαγές πορείας, κλπ). Επίσης σε πολλές περιπτώσεις το βιβλίο γίνεται βαρετό, αναλύει το αυτονόητο λες για να γεμίσει σελίδες.
Και ένα ευδιάκριτο ατόπημα: στις σελίδες 273-274, ο ήρωας ενώ έχει ήδη αναμμένο τσιγάρο και ανάβει και άλλο!
Απορία που μου μένει αδιευκρίνιστη: στη σελίδα 311 ο συγγραφέας αναφέρεται στην πτώση του τείχους του Βερολίνου που οφείλεται σε ένα λάθος που επέτρεψε την έξοδο των Ανατολικογερμανών! Πόσο κοντά στην αλήθεια είναι αυτό; Ίσως σε ένα παράρτημα θα μπορούσε ο συγγραφέας να ξεκαθαρίζει τα όρια της μυθοπλασίας.
Το ύφος γίνεται σε πολλές περιπτώσεις χιουμοριστικό και δηκτικό. Κατορθώνει κατ’ αυτό τον τρόπο να σχολιάσει έμμεσα τα γεγονότα και την πολιτική κατάσταση στη Σοβιετική Ένωση. Παράδειγμα στη σελίδα 59 ο ανεκδοτολογικός διάλογος: - Γιατί φτιάχνουν μεγάλα κρεβάτια στη Σοβιετική Ένωση; - Για να χωράνε και οι τρεις, το ζευγάρι και ο Λένιν ή στη σελίδας 67, - Κάποιοι Ελβετοί τουρίστες έκλεψαν το ρωσικό ρολόι μου. – Μήπως θέλεις να πεις ότι κάποιοι Ρώσοι ‘κλέψαν το ελβετικό; - Εσείς το είπατε αυτό, όχι εγώ. Και στη σελίδα 77: Ο σοσιαλισμός είναι σαν τον ορίζοντα! Όσο τον πλησιάζεις τόσο απομακρύνεται.
Επίσης ξεχωριστό ενδιαφέρον μου προκάλεσαν οι αναφορές στη θεσνοθέτηση της κατάδοσης. Στη σελίδα 209 γίνεται αναφορά στο Μορόζοφ (είναι πραγματικό πρόσωπο;) που είναι ένα παιδί που στη δεκαετία του ’30 είχε αναγορευτεί σε εθνικό ήρωα επαιδή κατέδωσε τους γονείς του. Επανέρχεται στο θέμα όταν στη 283 γράφει για τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών – χαφιέδων των γονιών τους, σημείο που θυμίζει το «σπιούνο» του Μπρεχτ.
Από την άλλη, σε πολλές περιπτώσεις θα μπορούσε να θεωρηθεί τετριμμένο με τα κλασικά κλισέ των «λαϊκών» αστυνομικών μυθιστορημάτων τύπου Ζεράρ ντε Βιλιέ (κυνηγητά, ταξί, μετρό, αλλαγές πορείας, κλπ). Επίσης σε πολλές περιπτώσεις το βιβλίο γίνεται βαρετό, αναλύει το αυτονόητο λες για να γεμίσει σελίδες.
Και ένα ευδιάκριτο ατόπημα: στις σελίδες 273-274, ο ήρωας ενώ έχει ήδη αναμμένο τσιγάρο και ανάβει και άλλο!
Απορία που μου μένει αδιευκρίνιστη: στη σελίδα 311 ο συγγραφέας αναφέρεται στην πτώση του τείχους του Βερολίνου που οφείλεται σε ένα λάθος που επέτρεψε την έξοδο των Ανατολικογερμανών! Πόσο κοντά στην αλήθεια είναι αυτό; Ίσως σε ένα παράρτημα θα μπορούσε ο συγγραφέας να ξεκαθαρίζει τα όρια της μυθοπλασίας.

15 λέξεις για το Ανθρωποφύλακες του Περικλή Κοροβέση
Ότι κι αν πει κανείς μοιάζει φλυαρία. Η βίωση των βασανιστηρίων κατατίθεται άμεσα και αποστομωτικά.
και άλλες 111 λέξεις από το βιβλίο
υστερόγραφο
Αυτό το βιβλίο δεν θα γραφόταν ποτέ, αν οι φιλήσυχοι και αντικειμενικοί άνθρωποι όλης της γης δεν βοηθούσαν, με την αδιαφορία τους και τη σιωπή τους, στην επέκταση και στη συνέχιση των βασανιστηρίων. Εδώ, θα μπορούσαμε να εντάξουμε και ανθρώπους σαν τον ερευνητή του Διεθνή Ερυθρού Σταυρού, Μαρτί, που δεν βρήκε την ταράτσα ή σαν τον Αμερικανό γερουσιαστή Πουσίσκυ, που αφού «συνομίλησε με εκατοντάδες κρατουμένων, κατέληξε εις το συμπέρασμα ότι αι καταγγελίαι περί βασανιστηρίων και απανθρωπιών ήσαν τελείως αναληθείς και καθαρά μυθεύματα» ή ακόμα ανθρώπους σαν τους Εγγλέζους βουλευτές που συμμετείχαν στην περίφημη αποστολή Φρέιζερ, και που αποκάλυψαν, μαζί με τους Sundαy Tίmes, ότι «αυτές οι δουλειές είναι λίαν επικερδείς».
363 λέξεις για το Περιμένοντας τον Άγγελο του Ρόντρικ Μπήτον
Πρόκειται για μια ακαδημαϊκή και τεκμηριωμένη βιογραφία του Γιώργου Σεφέρη. Ουδέτερη οπτική που καταγράφει τις πτυχές της ζωής του ποιητή. Μοιάζει πλήρης αλλά η παράλληλη ανάγνωση της βιογραφίας που εξέδωσε ο Πιτσιλίδης το 2000 ίσως δείχνει ότι ο Μπήτον εστιάζοντας στη σχέση του Σεφέρη με τη Μάρω υποβαθμίζει το ρόλο του ποιητή κατά τη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας στη διεύθυνση λογοκρισίας του Υπουργείου Τύπου και Τουρισμού.
Η λεπτομερέστατη πολλές φορές αναφορά στα γεγονότα και στις πτυχές της καθημερινότητας γίνεται κουραστική. Η βιογραφία «κάνει κοιλιά» και δε φαίνεται καμιά σκοπιμότητα αυτής της διεξοδικής παράθεσης στοιχείων και τεκμηριώσεων είτε αυτό αφορά την προσωπική, είτε τη δημόσια παρουσία του Σεφέρη. Αυτή η τήρηση των ακαδημαϊκών κανόνων γραφής κάνει το βιβλίο αξιόπιστο αλλά και «στεγνό», απωθητικό για κάποιον που δεν έχει συγκεκριμένο ενδιαφέρον να το διαβάσει.
Στοιχεία από την προσωπική ζωή του ποιητή αποκωδικοποιούν την ποίησή του με έναν άλλο τρόπο, απλό. Έτσι λόγιες ερμηνείες μοιάζουν εξεζητημένες όταν αποκαλύπτεται η «πηγή έμπνευσης», χωρίς βέβαια αυτό να τις καταργεί. Θυμάμαι πρόχειρα το Μιχάλη «που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο» στον «Τελευταίο Σταθμό». Επίσης το βιβλίο είναι σαφές για το ρόλο που έπαιξε ο Κατσίμπαλης στα νεοελληνικά γράμματα και πιο συγκεκριμένα στην «χειραγώγηση» της λεγόμενης γενιάς του ’30.
Όπως κάθε βιογραφία η ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα αποτελεί το φόντο και αυτό έχει τη δική του αξία. Έτσι ο 20ος αιώνας φωτίζεται μέσα από τη ζωή του ποιητή και σε σχέση μ’ αυτόν.
Πιο συγκεκριμένα: Η ζωή στα Βουρλά και στη Σκάλα. Το Παρίσι της δεκαετίας 1920, το καθεστώς της δικτατορίας Μεταξά, η εξόριστη κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της κατοχής, η διπλωματική καριέρα του ποιητή και η ζωή του στην Κορυτσά, στην Άγκυρα, στην Πραιτόρια ή αργότερα στο Λονδίνο. Η Κύπρος είναι ένα κλειδί για τη ζωή και την ποίηση του Σεφέρη. Βλέπουμε την ιστορία της μέσα από τα μάτια του ποιητή καθώς ο Μπήτον αναφέρεται στο ρόλο που αυτός έπαιξε στα ταξίδια του στην Κύπρο και στο ρόλο του στις διαπραγματεύσεις σε Νέα Υόρκη, Ζυρίχη και Λονδίνο. Το νόμπελ και πως ο Σεφέρης κέρδισε τη διεθνή καταξίωση. Η δικτατορία των συνταγματαρχών και η περίφημη δήλωση του ποιητή ως έναυσμα για να εκδηλωθούν και άλλοι άνθρωποι των γραμμάτων.
Να σημειώσω την πολύ καλή παράλληλη κριτική παρουσίαση του Δημοσθένη Κούρτοβικ στα Νέα: http://www.tanea.gr/Article.aspx?d=20071013&nid=4330455&sn=Βιβλιοδρόμιο&spid=1363
Η λεπτομερέστατη πολλές φορές αναφορά στα γεγονότα και στις πτυχές της καθημερινότητας γίνεται κουραστική. Η βιογραφία «κάνει κοιλιά» και δε φαίνεται καμιά σκοπιμότητα αυτής της διεξοδικής παράθεσης στοιχείων και τεκμηριώσεων είτε αυτό αφορά την προσωπική, είτε τη δημόσια παρουσία του Σεφέρη. Αυτή η τήρηση των ακαδημαϊκών κανόνων γραφής κάνει το βιβλίο αξιόπιστο αλλά και «στεγνό», απωθητικό για κάποιον που δεν έχει συγκεκριμένο ενδιαφέρον να το διαβάσει.
Στοιχεία από την προσωπική ζωή του ποιητή αποκωδικοποιούν την ποίησή του με έναν άλλο τρόπο, απλό. Έτσι λόγιες ερμηνείες μοιάζουν εξεζητημένες όταν αποκαλύπτεται η «πηγή έμπνευσης», χωρίς βέβαια αυτό να τις καταργεί. Θυμάμαι πρόχειρα το Μιχάλη «που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο» στον «Τελευταίο Σταθμό». Επίσης το βιβλίο είναι σαφές για το ρόλο που έπαιξε ο Κατσίμπαλης στα νεοελληνικά γράμματα και πιο συγκεκριμένα στην «χειραγώγηση» της λεγόμενης γενιάς του ’30.
Όπως κάθε βιογραφία η ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα αποτελεί το φόντο και αυτό έχει τη δική του αξία. Έτσι ο 20ος αιώνας φωτίζεται μέσα από τη ζωή του ποιητή και σε σχέση μ’ αυτόν.
Πιο συγκεκριμένα: Η ζωή στα Βουρλά και στη Σκάλα. Το Παρίσι της δεκαετίας 1920, το καθεστώς της δικτατορίας Μεταξά, η εξόριστη κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της κατοχής, η διπλωματική καριέρα του ποιητή και η ζωή του στην Κορυτσά, στην Άγκυρα, στην Πραιτόρια ή αργότερα στο Λονδίνο. Η Κύπρος είναι ένα κλειδί για τη ζωή και την ποίηση του Σεφέρη. Βλέπουμε την ιστορία της μέσα από τα μάτια του ποιητή καθώς ο Μπήτον αναφέρεται στο ρόλο που αυτός έπαιξε στα ταξίδια του στην Κύπρο και στο ρόλο του στις διαπραγματεύσεις σε Νέα Υόρκη, Ζυρίχη και Λονδίνο. Το νόμπελ και πως ο Σεφέρης κέρδισε τη διεθνή καταξίωση. Η δικτατορία των συνταγματαρχών και η περίφημη δήλωση του ποιητή ως έναυσμα για να εκδηλωθούν και άλλοι άνθρωποι των γραμμάτων.
Να σημειώσω την πολύ καλή παράλληλη κριτική παρουσίαση του Δημοσθένη Κούρτοβικ στα Νέα: http://www.tanea.gr/Article.aspx?d=20071013&nid=4330455&sn=Βιβλιοδρόμιο&spid=1363

Τετάρτη, Οκτωβρίου 03, 2007
Ο Μεγάλος Αμπάι, Μιχάλη Μοδινού
Τα πράγματα δεν έχουν δική τους, εγγενή αξία.
Γίνονται ενδιαφέροντα,
μόνο όταν τα ζουν ενδιαφέροντες
άνθρωποι. Και γίνονται συναρπαστικά,
όταν οι άνθρωποι προσθέτουν την οπτική των άλλων
στη δική τους.
Γίνονται ενδιαφέροντα,
μόνο όταν τα ζουν ενδιαφέροντες
άνθρωποι. Και γίνονται συναρπαστικά,
όταν οι άνθρωποι προσθέτουν την οπτική των άλλων
στη δική τους.
Ήταν για μένα μια μεγάλη, ευχάριστη έκπληξη αυτό το βιβλίο, που το ξεκίνησα με επιφύλαξη, γνωρίζοντας τον Μ. Μοδινό ως –αξιολογότατο- θεωρητικό/οικολόγο/ ακτιβιστή/ εκδότη της Νέας Οικολογίας, κλπ. κλπ. Φοβήθηκα λοιπόν ότι, εφόσον ανήκει σ’ έναν διαφορετικό και δυναμικό χώρο, θα χρησιμοποιήσει τη μυθιστορηματική γραφή για να εκφράσει την σαφή ιδεολογική του τοποθέτηση απέναντι στον σύγχρονο κόσμο και τρόπο ζωής, σε βάρος της λογοτεχνίας. Κοινώς, ότι θα είναι αναπόφευκτα ένα «στρατευμένο» έργο, χωρίς μεγάλη έμπνευση, προκειμένου ν’ αναφανούν κάποιες βασικές αρχές της οικολογικής/εναλλακτικής σκοπιάς.
Όμως, όλα αυτά, (αν και … ισχύουν!!), τα ξέχασα από τις πρώτες σελίδες που άρχισα να διαβάζω το βιβλίο!! Κι αυτό, γιατί είναι πρωτότυπο, πολύ συναρπαστικό, κι ενδιαφέρον! Μαγευτικές οι περιγραφές (αν και περιγραφές!!!), και γλαφυρότατο το ύφος. Κινείται σε πολλά επίπεδα ανάγνωσης και, παρόλο που κεντάει έναν προβληματισμό σχετικά με την πορεία του «πολιτισμού», ή με την έννοια του όρου αυτού, δεν κάνει κήρυγμα, κάθε άλλο.
Σε πρώτο επίπεδο λοιπόν, πολύ συναρπαστικό για όποιον αγαπά την περιπέτεια, είναι μια ταξιδιωτική περιπλάνηση/εξερεύνηση. Με τη βοήθεια του χάρτη που υπάρχει στην αρχή του βιβλίου, βλέπουμε εκπληκτικά τοπία, παρακολουθούμε τις αγωνίες, τις εκπλήξεις, τις απροσδόκητες χαρές και λύπες της ομάδας μέσα σε μια άγνωστη και μυστηριώδη χώρα. Ο αφηγητής είναι ένας ΄Ελληνας από τη Μήλο, ο οποίος αυτοεξόριστος λόγω ενός ανεξιχνίαστου εγκλήματος, συνοδεύει τον Τζέιμς Μπρους σε μια εξερευνητική αποστολή στην Αφρική, με σκοπό να βρουν τις «πηγές του Νείλου» (βασίζεται σε αληθινό γεγονός, το πρόσωπο του αφηγητή είναι μυθοπλασία). Ένα είδος ταξιδιωτικού ημερολογίου γράφει ο Στρατής Ταταράκης, το χειρόγραφο του οποίου ανακαλύπτεται το …2013 και παρουσιάζεται σ’ ένα γεωγραφικό συμπόσιο στη Μήλο.
Το βιβλίο ξεκινά με την παρουσίαση αυτή και μια σύντομη κριτική στο έργο του Ταταράκη, που μας προϊδεάζει για το ιδεολογικό του στίγμα, ενώ στη συνέχεια ξεχνάμε το … 2013 και ταξιδεύουμε στο παρελθόν.
σελ. 19 (από το Προοίμιο):
Ο Στρατής δε νιώθει τόσο παιδί του Διαφωτισμού, όσο της Ανατολής. Εδώ βρίσκεται για μας και η μεγάλη αξία του χειρογράφου. Ο ελευθεριάζων, συνειρμικός, ολιστικός και –επιτρέψτε μου τον όρο- διεπιστημονικός λόγος του Στρατή θα μπορούσε κάλλιστα να ενταχτεί στη μεταμοντέρνα κατάσταση της σύγχρονης γεωγραφικής και ανθρωπολογικής παράδοσης, αμφισβητώντας τόσο την ιδεολογία της προόδου, όσο και τον αναλυτικό επιστημονικό λόγο. (…) Ο Στρατής, έχοντας απ’ ό, τι φαίνεται, επί μακρόν θητεύσει σε καλά σχολεία της Εσπερίας, γράφει επειδή, αφενός, διαθέτει τα εφόδια για να το πράξει, και αφετέρου, διότι νιώθει την ανάγκη ν’ αποκλίνει από την κυρίαρχη ερμηνεία, φορέας της οποίας είναι φυσικά, ο Τζέιμς Μπρους.
Έτσι, λοιπόν, μας γίνεται ξεκάθαρη και κάποια ιδιαίτερη σκοπιά, μια διαφορετική οπτική γωνία από τη συνήθη, που χρωματίζει τις εντυπώσεις και τις εμπειρίες της αποστολής. Κι αυτή η σκοπιά έρχεται σε διαλεκτική αντίθεση με τον ρασιοναλιστή Μπρους, που εκπροσωπεί το πνεύμα του Δυτικοευρωπαίου ματαιόδοξου κατακτητή, όχι όμως απ’ την καθαρά ανθρωπιστική πλευρά (όπως στο αντίστοιχο κινηματογραφικό έργο με το ίδιο θέμα, Τα βουνά του φεγγαριού). Ο Στρατής είναι πιο «ανατολίτης», εντυπωσιάζεται βαθιά από την σχέση των φυλών που συναντά με τη φύση, ταυτίζεται και συμμετέχει σε τελετές ωμοφαγίας, ερωτισμού, κλπ. κλπ., δεν αποδέχεται απλώς ή –έστω-ανέχεται απλώς τους «βάρβαρους» πολιτισμούς, αλλά ζει όπως αυτοί, ερωτεύεται, γίνεται πατέρας, αναγνωρίζει στον τρόπο ζωής μια μυστικιστική σχέση με τον κόσμο και τη φύση, μια δύναμη που υπερβαίνει την ανθρώπινη κατανόηση.
(σελ.138):
Η διαφορά του από μένα είναι πως όλα τούτα τα προσεγγίζει από τη σκοπιά του αντικειμενικού παρατηρητή, ενώ εγώ βυθίζομαι εντός τους, γίνομαι κοινωνός των ζητημάτων (…) εγώ γίνομαι ένα με το αντικείμενο και, όσο προσεγγίζω την ουσία του, κατανοώ πως είναι άπιαστη –όσο πλησιάζω την εσώτερη πραγματικότητα της τοπικής κοινωνίας, αυτή μου ξεγλιστρά μες στην άπειρη πολυπλοκότητά της.(…) Πώς ν’ αλλάξεις την αιώνια φύση του ανθρώπου, όταν μάλιστα αυτή εδράζεται σε άλλα δεδομένα απ’ τα δικά σου; Γιατί να τα’ αλλάξεις στο κάτω κάτω; Με ποιο δικαίωμα; Και με ποια μέσα; Είναι, εντέλει δυνατόν να περιορίσεις, λόγου χάριν, τον ακραίο ερωτισμό της Αφρικής, ενοχοποιώντας το σώμα; Να συντρίψεις τα ταφικά έθιμα που δείχνουν ν’ αντιμετωπίζουν το θάνατο ως μια στιγμή της ζωής, να καταργήσεις τα μεγάλα πανηγύρια των κηδειών, ου οδηγούν τον νεκρό στον άλλο κόσμο μέσα σ’ ένα ξέσπασμα πόνου και χαράς μαζί;
(σελ. 173):
Εντέλει, το πρόβλημα του Μπρους είναι ότι δημιουργεί την Ιστορία και την ίδια στιγμή γράφει γι’ αυτήν. Είναι ταυτόχρονα ο ήρωας και ο αφηγητής των περιπετειών του ήρωα.
(σελ. 244):
- Πολλά απ’ αυτά που συμβαίνουν εδώ σε αφήνουν ανέγγιχτο-γλιστρούν στο πετσί σου, όπως το νερό στη ράχη του ψαριού. Είσαι αδιάβροχος στη δουλεία, την αρρώστια, την αδικία. Τα περιγράφεις, τα καταναλώνεις, αλλά σε τελευταία ανάλυση, δε σε αφορούν.
Ωστόσο, περιστασιακά προχωρά πιο βαθιά και μπορούμε να διακρίνουμε κι ένα ακόμα επίπεδο, που ξεφεύγει απ’ την απλή κοινωνιολογική θεώρηση, τη «σύγκρουση πολιτισμών», γίνεται πιο «υπαρξιακό», μια στάση απέναντι στη ζωή και στο θάνατο, στη θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Ο Στρατής αποκτά μια μυστικιστική, σχεδόν ιερή σχέση με τη φύση και τις εκφάνσεις της ζωής, χωρίς να παύει να είναι απλός. Έχει ενδιαφέρον επίσης κι η μετεξέλιξη του Μπρους, ο οποίος μεταμορφώνεται προς το τέλος προσεγγίζοντας τη θεώρηση του Στρατή, σαν να επέδρασε πάνω του η διαλεκτική σχέση του «πολιτισμένου» με τον «απολίτιστο» κόσμο.
(σελ. 295):
Παραληρούσα, άρα σκεφτόμουν, άρα υπήρχα. Το είδα κι αυτό με καθαρότητα μες στο όραμα της αρρώστιας μου και είδα την κάθε σκέψη ως απόδειξη της ύπαρξής μου(…). ‘ετσι εποίκισα το μέλλον αφού είχα ήδη εποικίσει το παρελθόν. Κατασκεύασα την ιστορία κι εγώ δεν ήμουν παρά μια και μοναδική στιγμή μέσα στη ροή της, αλλά στιγμή αποφασιστική στη μοναδικότητά της, καθώς ήμουν Εγώ και Εγώ θα παρέμενα ως κριτής και ως μάρτυρας, αφού τίποτα άλλο δεν γνώριζα πέρα απ’ τον εαυτό μου και όλα τα άλλα υποτάσσονταν σε Αυτόν και το σύμπαν ήμουν Εγώ ή το Εγώ μου εκσφενδονισμένο κι αιωρούμενο μέσα σ’ Αυτό.
Όλ’ αυτά συνυφαίνονται με τον βασικό σκελετό της αφήγησης, μιας αφήγησης που εστιάζει πάντα στα γεγονότα, εφόσον πρόκειται για ένα είδος ημερολογίου. Αυτή είναι άλλωστε και η αρετή του βιβλίου, όπως επισήμανα και στην αρχή. Τα διαφορετικά επίπεδα είναι οργανικά δεμένα, και οι στοχασμοί του ήρωα στην αντιπαράθεσή του με τον Μπρους ή με τους «άγριους» που συναντά ξεπηδούν αβίαστα μέσα απ’ τα γεγονότα. Σημειώνοντας κι απομονώνοντας τα σημεία αυτά, δίνεται ίσως η εντύπωση ότι είναι «κατασκευασμένα», «πλαστά», προκειμένου να εκφράσει ο Μοδινός τις απόψεις του. Ωστόσο, βρίσκονται σ’ ένα πλαίσιο απ’ όπου προκύπτουν «κατά το εικός και αναγκαίον». Η μόνη παράξενη «σύμβαση» είναι ότι με όλες τις απομακρυσμένες κι άγνωστες φυλές μπορεί και συνεννοείται (ξέρουν όλοι … αγγλικά;) και κάποιοι ασήμαντοι αναχρονισμοί.
Από άποψη πλοκής, έχει ενδιαφέρον η συνειδητοποίηση από μέρους του ήρωα του «μάταιου» της αποστολής, εφόσον «από υδρογραφκή άποψη, ένα ποτάμι μπορεί να πηγάζει από κάπου, μπορεί όμως και ν’ αρχίζει την πορεία του από το σημείο υπερχείλισης μιας λίμνης, ή ακόμα και να μην ξεκινάει από πουθενά…» Πράγμα που επιβεβαιώνεται στη συνέχεια απ’ τη μαρτυρία κάποιου Αιθίοπα, αλλά κι απ’ την …ιστορία!
Δε συμφωνώ με τον Δημοσθένη Κούρτοβικ ο οποίος δείχνει να μη μπορεί ν’ αποδεχτεί τη «βαρβαρότητα» των διαφόρων φυλών (τη δουλεία, τις βακχικές τελετές, το θέαμα των σφαγμένων ζώων, κλπ.) και λέει ότι «είναι κάπως δύσκολο να συμπαθήσουμε έναν τέτοιο χαρακτήρα». Αντίθετα, προσωπικά συμπάθησα ιδιαίτερα τον ήρωα/alter ego του Μοδινού, που φαίνεται ότι ωρίμασε κι απέκτησε μια βαθιά σοφία μέσα απ’ τις εμπειρίες αλλά και την τραγική συνειδητοποίηση:
Το μόνο που μπορεί να σκεφτεί το μουδιασμένο μυαλό μου είναι ότι, από μια άποψη- από την άποψη του Μπρους, όλο το ταξίδι είναι ένα λάθος. Ανακαλύψαμε τις λάθος πηγές και εξερευνήσαμε το λάθος ποτάμι. Ας ζήσουμε με το μύθο του Μεγάλου Αμπάι, αποφασίζω. Στο κάτω-κάτω, δεν ήταν λίγα όσα καταφέραμε.
ΥΓ. Συνέντευξη του συγγραφέα στη Φιλολογική Βραδινή μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα της Σταυρούλας Σκαλίδη
Χριστίνα Παπαγγελή
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 24, 2007
Γιώργου Οικονομάκου «Σεβάχ ο αριστερός»
Κι αν μου μελλόταν να ξαναγεννιόμουνα
τον ίδιο δρόμο θα’ κανα ξανά
Γκαμπριελ Πέρι
Όπως αναγράφεται στον υπότιτλο, πρόκειται για τις αναμνήσεις του 84χρονου συγγραφέα, από τις δεκαετίες 1930-1990. Ο τίτλος φαντάζει υπερβολικός κι αλαζονικός, αλλά γρήγορα το περιεχόμενο δικαιώνει τον αυτοχαρακτηρισμό του Οικονομάκου ως «Σεβάχ». Βίος και πολιτεία ο αφηγητής μας, άνθρωπος που «βούτηξε» στα βαθιά από μικρό παιδί, άνθρωπος της άμεσης δράσης, της πρώτης γραμμής, όχι της θεωρίας αλλά της πράξης, και μάλιστα απ’ την πλευρά των «κυνηγημένων».
Ένα αδρό περίγραμμα μιας ζωής «πλούσιας με όσα κέρδισε στο δρόμο…» αποδεικνύει του λόγου το αληθές: γεννημένος στο Μεταξουργείο, 12 χρονών το σκάει απ’ το σπίτι για να πάει στην … Αμερική, καταφέρνει να κρυφτεί σ’ ένα σαπιοκάραβο αλλά τον ανακαλύπτουν, τον διώχνουν και γυρνάει με τα πόδια από Πάτρα, 16 χρονών μπαίνει στα καράβια (γνώρισε και τον Καββαδία), τον διώχνουν μετά ένα χρόνο λόγω πολιτικών πεποιθήσεων (αρχίζει και μυείται στην αριστερά), και με το ξέσπασμα του πολέμου αρχίζει η περιπλάνηση: Ελ Αλαμέιν, Αλεξάνδεια (νοσοκομείο), Τομπρούκ, Βεγγάζη, και μετά το τέλος του πολέμου περιήγηση σ’ όλες τις φυλακές: Πειραιά, Ζάκυνθο, Μακρόνησο, Γιούρα, Κεφαλλονιά, Ακροναυπλία, Αλικαρνασσό, Αίγινα … Μετά από λίγα χρόνια, η περιπέτεια της δικτατορίας τον οδηγεί στο Παρίσι απ’ όπου συνεχίζει την επαναστατική του δράση, και μετά τη μεταπολίτευση ζει στις Βρυξέλλες και … στη Βενεζουέλα, στην εκεί πρεσβεία. (πολύ κατατοπιστική η αντίστοιχη δημοσίευση του librofilo).
Έτσι έχουμε μια αφήγηση γοητευτική, με χιούμορ και και κάθε παράγραφος του βιβλίου είναι σχεδόν ένα αυτοτελές επεισόδιο που παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον. Ιστορίες, εμπειρίες, μαρτυρίες…Το στοιχείο της περιπέτειας είναι πολύ έντονο και ο ζωντανός προφορικός λόγος (πρόκειται για απομαγνητοφωνημένα κείμενα, καθώς, όπως λέει κι ο ίδιος ο συγγραφέας, δεν τα πήγαινε και πολύ καλά με τα γράμματα…), σε μεταφέρουν άμεσα στο κλίμα της εποχής- πάντα από την αριστερή σκοπιά βεβαίως. Αναγνωρίζει κανείς τις εμπειρίες που περιγράφει ο Τσίρκας στις Ακυβέρνητες Πολιτείες (το ρόλο της αριστεράς στην Αίγυπτο και Μέση Ανατολή, την προσπάθεια των Άγγλων να διαλύσουν την αξιοθαύμαστη οργάνωση τους, το έγκλημα της αποστολής της Γ΄ταξιαρχίας στο Λίβανο, την «προδοσία» εκ μέρους της ηγεσίας του Κομ. Κόμματος, την καρτερικότητα ορισμένων συντρόφων κλπ.) αλλά και του Δημήτρη Ραπτόπουλου στο έργο του «Άρης ο εξόριστος», για τον Άρη Αλεξάνδρου. Μαρτυρίες πολύτιμες, προσωπικά βιώματα, για την αντικειμενικότητα των οποίων κρατά φυσικά ο καθένας τις επιφυλάξεις του (και ποιος δεν ωραιοποιεί, ή έστω αναδιαμορφώνει τις αναμνήσεις του με το πέρασμα του χρόνου;). Στοιχεία και γεγονότα λίγο πολύ γνωστά που παίρνουν ωστόσο σάρκα και οστά όταν τα βλέπεις μέσα σε μια καθημερινότητα.
Ωστόσο, στο βιβλίο αυτό δεν γοητεύεσαι τόσο απ’ το ύφος ούτε απ’ την αφήγηση, όσο απ’ το περιεχόμενο και απ’ τον άνθρωπο που κρύβεται από πίσω. Κι ας έχεις την υποψία ότι είναι λίγο …παραμυθάς. (Δεν είναι π.χ. πολύ ξεκάθαρη η σχέση του με τον Ζαχαριάδη. Μας λέει ότι εξέθεσε σε συνδιάσκεψη όπου παρευρισκόταν κι ο Ζαχαριάδης την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, το ότι η ηγεσία πρόδωσε τους αιματηρούς αγώνες των συντρόφων με το να στείλει ευχαριστήριο γράμμα στον Τσώρτσιλ για τη στάση του απέναντί τους, παρόλα αυτά ο Ζαχαριάδης τον σεβάστηκε, τον τίμησε με κάποιο τρόπο).
Πειθαρχικός βέβαια στο Κόμμα, αμφισβητεί ωστόσο –εκ των υστέρων;- κάποιες πρακτικές του, όπως το ότι … καταδίκαζε το …ρεμπέτικο τραγούδι (μέχρι το 1960 τουλάχιστον) ή, ακόμα πιο ουσιαστικά, όπως το «’’πρώτο μάθημα του Παπαρήγα, ότι «κομματικοτητα θα πει πίστη, πειθαρχία στην καθοδήγηση. Η καθοδήγηση είναι το Κόμμα.’’ Αυτό ήταν το πρώτο μάθημα που άκουσα απ’ τον Παπαρήγα. Φυσικά, με παραξένεψε λιγάκι, γιατί δεν μπορούσα να ταυτίσω απόλυτα την καθοδήγηση με το Κόμμα». Έρχεται σ’ επαφή με πολλές προσωπικότητες της αριστεράς (Φαράκο, Δρακόπουλο, Φλωράκη, Χατζή κλπ.) ορίζεται … φύλακας (μπράβος!) του Θεοδωράκη (ο οποίος, σημειωτέον, δεν πρόσεχε λέει καθόλου τον εαυτό του!), και άλλες πνευματικές φυσιογνωμίες όπως την Ζέη και τον Σεβαστίκογλου, τον Καζαντζίδη, τον Ελεφάντη, τον Κούνδουρο, κ.α.
Η έλλειψη μόρφωσης κατά τη γνώμη μου αποτελεί αρετή- δεν υπάρχουν προσπάθειες ερμηνείας, ούτε απόδοσης ευθυνών, παρά η μαρτυρία ενός απλού και ταπεινού ανθρώπου της δράσης που σκέπτεται, αλλά βασικά ενεργεί. Δεν είναι τυχαίο που του είχαν δώσει το προσωνύμι «Ζορμπάς». Όσο αφορά τον Οικονομάκο ως συγγραφέα όμως, εμένα το όλο στυλ μού θύμισε λίγο Μακρυγιάννη, και όσο αφορά τον τρόπο παρουσίασης αλλά και το περιεχόμενο.
Σημειώνω πρόχειρα κάποια σημεία που μ’ εντυπωσίασαν ως μαρτυρίες:
· …γνωστός κομμουνιστής, Μπαμιάς λεγόταν. Έλεγε ότι αυτός ο πόλεμος είναι ένας πόλεμος ιμπεριαλιστικός, που γίνεται για το μοίρασμα των αγορών και των αποικιών, και δεν μπορεί να ενδιαφέρει καθόλου εμάς τους εργάτες και γενικότερα την εργατική τάξη. Αυτά βέβαια στην αρχή του πολέμου, γιατί ο ίδιος ο άνθρωπος, όταν χτυπήθηκε η σοβιετική ένωση, έλεγε ότι ο πόλεμος είναι εθνικοαπελευθερωτικός, αντιφασιστικός, πατριωτικός… (..) Κι ο Καββαδίας ήταν αριστερός, αλλά δεν υποστήριζε ότι εμάς δεν μας ενδιαφέρει ο πόλεμος.
· (Στην Αίγυπτο) το καθεστώς που υπήρχε κάτω απ’ τον εγγλέζικο αποικιοκρατικό ζυγό ήταν απάνθρωπο. Οι άνθρωποι ήταν εξαθλιωμένοι, και όταν άρχισε ο Ρόμελ να προχωράει προς την Αλεξάνδρεια οι Αιγύπτιοι ετοιμάζονταν να τον υποδεχτούν σαν απελευθερωτή.
Καθώς ξεφυλλίζω το βιβλίο ξανά, δυσκολεύομαι να επιλέξω, είναι τόσα πολλά τα αξιομνημόνευτα περιστατικά… θα ήθελα απλώς να επισημάνω, για όσους διδάσκουν τη «Σοροκάδα» του Ν. Κάσδαγλη στην Γ’ Λυκείου, ότι στις σελ. 44-45 υπάρχει απόσπασμα που είναι ωραιότατο για … παράλληλο κείμενο!!
Χριστίνα Παπαγγελή
τον ίδιο δρόμο θα’ κανα ξανά
Γκαμπριελ Πέρι
Όπως αναγράφεται στον υπότιτλο, πρόκειται για τις αναμνήσεις του 84χρονου συγγραφέα, από τις δεκαετίες 1930-1990. Ο τίτλος φαντάζει υπερβολικός κι αλαζονικός, αλλά γρήγορα το περιεχόμενο δικαιώνει τον αυτοχαρακτηρισμό του Οικονομάκου ως «Σεβάχ». Βίος και πολιτεία ο αφηγητής μας, άνθρωπος που «βούτηξε» στα βαθιά από μικρό παιδί, άνθρωπος της άμεσης δράσης, της πρώτης γραμμής, όχι της θεωρίας αλλά της πράξης, και μάλιστα απ’ την πλευρά των «κυνηγημένων».
Ένα αδρό περίγραμμα μιας ζωής «πλούσιας με όσα κέρδισε στο δρόμο…» αποδεικνύει του λόγου το αληθές: γεννημένος στο Μεταξουργείο, 12 χρονών το σκάει απ’ το σπίτι για να πάει στην … Αμερική, καταφέρνει να κρυφτεί σ’ ένα σαπιοκάραβο αλλά τον ανακαλύπτουν, τον διώχνουν και γυρνάει με τα πόδια από Πάτρα, 16 χρονών μπαίνει στα καράβια (γνώρισε και τον Καββαδία), τον διώχνουν μετά ένα χρόνο λόγω πολιτικών πεποιθήσεων (αρχίζει και μυείται στην αριστερά), και με το ξέσπασμα του πολέμου αρχίζει η περιπλάνηση: Ελ Αλαμέιν, Αλεξάνδεια (νοσοκομείο), Τομπρούκ, Βεγγάζη, και μετά το τέλος του πολέμου περιήγηση σ’ όλες τις φυλακές: Πειραιά, Ζάκυνθο, Μακρόνησο, Γιούρα, Κεφαλλονιά, Ακροναυπλία, Αλικαρνασσό, Αίγινα … Μετά από λίγα χρόνια, η περιπέτεια της δικτατορίας τον οδηγεί στο Παρίσι απ’ όπου συνεχίζει την επαναστατική του δράση, και μετά τη μεταπολίτευση ζει στις Βρυξέλλες και … στη Βενεζουέλα, στην εκεί πρεσβεία. (πολύ κατατοπιστική η αντίστοιχη δημοσίευση του librofilo).
Έτσι έχουμε μια αφήγηση γοητευτική, με χιούμορ και και κάθε παράγραφος του βιβλίου είναι σχεδόν ένα αυτοτελές επεισόδιο που παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον. Ιστορίες, εμπειρίες, μαρτυρίες…Το στοιχείο της περιπέτειας είναι πολύ έντονο και ο ζωντανός προφορικός λόγος (πρόκειται για απομαγνητοφωνημένα κείμενα, καθώς, όπως λέει κι ο ίδιος ο συγγραφέας, δεν τα πήγαινε και πολύ καλά με τα γράμματα…), σε μεταφέρουν άμεσα στο κλίμα της εποχής- πάντα από την αριστερή σκοπιά βεβαίως. Αναγνωρίζει κανείς τις εμπειρίες που περιγράφει ο Τσίρκας στις Ακυβέρνητες Πολιτείες (το ρόλο της αριστεράς στην Αίγυπτο και Μέση Ανατολή, την προσπάθεια των Άγγλων να διαλύσουν την αξιοθαύμαστη οργάνωση τους, το έγκλημα της αποστολής της Γ΄ταξιαρχίας στο Λίβανο, την «προδοσία» εκ μέρους της ηγεσίας του Κομ. Κόμματος, την καρτερικότητα ορισμένων συντρόφων κλπ.) αλλά και του Δημήτρη Ραπτόπουλου στο έργο του «Άρης ο εξόριστος», για τον Άρη Αλεξάνδρου. Μαρτυρίες πολύτιμες, προσωπικά βιώματα, για την αντικειμενικότητα των οποίων κρατά φυσικά ο καθένας τις επιφυλάξεις του (και ποιος δεν ωραιοποιεί, ή έστω αναδιαμορφώνει τις αναμνήσεις του με το πέρασμα του χρόνου;). Στοιχεία και γεγονότα λίγο πολύ γνωστά που παίρνουν ωστόσο σάρκα και οστά όταν τα βλέπεις μέσα σε μια καθημερινότητα.
Ωστόσο, στο βιβλίο αυτό δεν γοητεύεσαι τόσο απ’ το ύφος ούτε απ’ την αφήγηση, όσο απ’ το περιεχόμενο και απ’ τον άνθρωπο που κρύβεται από πίσω. Κι ας έχεις την υποψία ότι είναι λίγο …παραμυθάς. (Δεν είναι π.χ. πολύ ξεκάθαρη η σχέση του με τον Ζαχαριάδη. Μας λέει ότι εξέθεσε σε συνδιάσκεψη όπου παρευρισκόταν κι ο Ζαχαριάδης την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, το ότι η ηγεσία πρόδωσε τους αιματηρούς αγώνες των συντρόφων με το να στείλει ευχαριστήριο γράμμα στον Τσώρτσιλ για τη στάση του απέναντί τους, παρόλα αυτά ο Ζαχαριάδης τον σεβάστηκε, τον τίμησε με κάποιο τρόπο).
Πειθαρχικός βέβαια στο Κόμμα, αμφισβητεί ωστόσο –εκ των υστέρων;- κάποιες πρακτικές του, όπως το ότι … καταδίκαζε το …ρεμπέτικο τραγούδι (μέχρι το 1960 τουλάχιστον) ή, ακόμα πιο ουσιαστικά, όπως το «’’πρώτο μάθημα του Παπαρήγα, ότι «κομματικοτητα θα πει πίστη, πειθαρχία στην καθοδήγηση. Η καθοδήγηση είναι το Κόμμα.’’ Αυτό ήταν το πρώτο μάθημα που άκουσα απ’ τον Παπαρήγα. Φυσικά, με παραξένεψε λιγάκι, γιατί δεν μπορούσα να ταυτίσω απόλυτα την καθοδήγηση με το Κόμμα». Έρχεται σ’ επαφή με πολλές προσωπικότητες της αριστεράς (Φαράκο, Δρακόπουλο, Φλωράκη, Χατζή κλπ.) ορίζεται … φύλακας (μπράβος!) του Θεοδωράκη (ο οποίος, σημειωτέον, δεν πρόσεχε λέει καθόλου τον εαυτό του!), και άλλες πνευματικές φυσιογνωμίες όπως την Ζέη και τον Σεβαστίκογλου, τον Καζαντζίδη, τον Ελεφάντη, τον Κούνδουρο, κ.α.
Η έλλειψη μόρφωσης κατά τη γνώμη μου αποτελεί αρετή- δεν υπάρχουν προσπάθειες ερμηνείας, ούτε απόδοσης ευθυνών, παρά η μαρτυρία ενός απλού και ταπεινού ανθρώπου της δράσης που σκέπτεται, αλλά βασικά ενεργεί. Δεν είναι τυχαίο που του είχαν δώσει το προσωνύμι «Ζορμπάς». Όσο αφορά τον Οικονομάκο ως συγγραφέα όμως, εμένα το όλο στυλ μού θύμισε λίγο Μακρυγιάννη, και όσο αφορά τον τρόπο παρουσίασης αλλά και το περιεχόμενο.
Σημειώνω πρόχειρα κάποια σημεία που μ’ εντυπωσίασαν ως μαρτυρίες:
· …γνωστός κομμουνιστής, Μπαμιάς λεγόταν. Έλεγε ότι αυτός ο πόλεμος είναι ένας πόλεμος ιμπεριαλιστικός, που γίνεται για το μοίρασμα των αγορών και των αποικιών, και δεν μπορεί να ενδιαφέρει καθόλου εμάς τους εργάτες και γενικότερα την εργατική τάξη. Αυτά βέβαια στην αρχή του πολέμου, γιατί ο ίδιος ο άνθρωπος, όταν χτυπήθηκε η σοβιετική ένωση, έλεγε ότι ο πόλεμος είναι εθνικοαπελευθερωτικός, αντιφασιστικός, πατριωτικός… (..) Κι ο Καββαδίας ήταν αριστερός, αλλά δεν υποστήριζε ότι εμάς δεν μας ενδιαφέρει ο πόλεμος.
· (Στην Αίγυπτο) το καθεστώς που υπήρχε κάτω απ’ τον εγγλέζικο αποικιοκρατικό ζυγό ήταν απάνθρωπο. Οι άνθρωποι ήταν εξαθλιωμένοι, και όταν άρχισε ο Ρόμελ να προχωράει προς την Αλεξάνδρεια οι Αιγύπτιοι ετοιμάζονταν να τον υποδεχτούν σαν απελευθερωτή.
Καθώς ξεφυλλίζω το βιβλίο ξανά, δυσκολεύομαι να επιλέξω, είναι τόσα πολλά τα αξιομνημόνευτα περιστατικά… θα ήθελα απλώς να επισημάνω, για όσους διδάσκουν τη «Σοροκάδα» του Ν. Κάσδαγλη στην Γ’ Λυκείου, ότι στις σελ. 44-45 υπάρχει απόσπασμα που είναι ωραιότατο για … παράλληλο κείμενο!!
Χριστίνα Παπαγγελή
Σάββατο, Σεπτεμβρίου 08, 2007
Μπέρναρντ Σλινκ, Ο γυρισμός
Συμφωνώ απόλυτα με την anagnostria ότι ο Σλινκ έδωσε σ' αυτό το βιβλίο κάτι απ' τον παλιό καλό εαυτό του που είδαμε στο "Διαβάζοντας στη Χάννα", ενώ τα επόμενα ήταν κάπως απογοητευτικά
Η λέξη «γυρισμός» του τίτλου είναι φορτισμένη νοηματικά από μόνη της. Παραπέμπει σε μια επιστροφή (θέμα που αγγίζει βαθιά τον καθένα) σε κάποιον νόστο, και κατά συνέπεια στον πόθο/πόνο/άλγος του νόστου, τη λεγόμενη νοσταλγία.
Μια διαφορετική επιστροφή, πρωτότυπη όσο και ζωτικής σημασίας ξεδιπλώνεται σ’ αυτό το μυθιστόρημα. Είναι η σχεδόν απροσδόκητη (τουλάχιστον ως ένα σημείο) επιστροφή του γιου προς τον χαμένο πατέρα, που θεωρούνταν νεκρός, αλλά όπως αποκαλύπτεται ζει και βασιλεύει έχοντας ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του. Όμως, παράλληλα, το μοτίβο της επιστροφής επαναλαμβάνεται σε διάφορες μορφές, λες και ο συγγραφέας κάνει παραλλαγές σ’ ένα θέμα, χωρίς όμως αυτό να γίνεται κραυγαλέα κι επιτηδευμένα.
Ο ήρωας ξεκινά την αφήγησή του αναπολώντας τις διακοπές των παιδικών του χρόνων με τον παππού και τη γιαγιά((σελ. 38): Στη θύμησή μου οι διακοπές είναι μια εποχή ήρεμων εισπνοών και εκπνοών. Είναι η υπόσχεση μιας ομοιόμορφης ζωής. Μιας ζωής επαναλήψεων όπου συμβαίνει πάντα το ίδιο, με ελάχιστες παρεκκλίσεις. Μιας ζωής κοντά στο νερό, με τα κύματα να κυλούν ρυθμικά το ένα με το άλλο και κανένα να μην είναι το ίδιο ακριβώς με το προηγούμενο). Η μοναξιά της επαρχίας τον φέρνει πιο κοντά στον παππού και τον κόσμο του (άλλωστε αυτός είναι κι ο κόσμος του μυστηριώδους κι απόντος πατέρα, ένας κόσμος απόμακρος και ποιητικός), μαγεύεται από τις ιστορίες που του λέει από τον πόλεμο αλλά κι από διάφορες δίκες, που του γεννούν την αγάπη για το διάβασμα.
Χειρόγραφες σελίδες από ένα βιβλίο που διορθώνουν οι παππούδες του (έχουν εκδοτική δραστηριότητα), γραμμένες μόνο απ’ τη μια μεριά πέφτουν στα χέρια του Πέτερ, και του ανάβουν το ενδιαφέρον.
Διαβάζουμε αποσπάσματα από το βιβλίο αυτό και προσπαθούμε μαζί με τον Πέτερ να μαντέψουμε το τέλος. Πρόκειται για μια ιστορία γυρισμού, γυρισμού Γερμανών στρατιωτών από την αιχμαλωσία στη Ρωσία. Το εγκιβωτισμένο -και κατακερματισμένο- μυθιστόρημα είναι κι αυτό πολύ ελκυστικό. Γίνεται έμμονη ιδέα στον πρωταγωνιστή ο οποίος μεγαλώνοντας μελετά την Οδύσσεια βρίσκοντας αναλογίες και καταγράφοντας όλες του τις σχετικές σκέψεις με πολύ γοητευτικό τρόπο. Είναι βέβαια κάπως παράδοξη αυτή η έμμονη αναζήτηση του …τέλους ενός σχετικά άγνωστου μυθιστορήματος, και η εικασία/πεποίθηση ότι οι αναφερόμενες διευθύνσεις είναι πραγματικές και θα τον οδηγήσουν στον …ήρωα του βιβλίου και στον συγγραφέα του είναι κάπως επισφαλής και τραβηγμένη, αλλά όχι τελείως αψυχολόγητη. Ίσως η γοητεία με την οποία περιβαλλόταν όλο το κλίμα των διακοπών με τον παππού και τη γιαγιά (από μεριάς του χαμένου πατέρα), η επιμονή των ίδιων να μη διαβάζει τα διορθωμένα χειρόγραφα, η σοβαρότητα αυτής της εργασίας από τους παππούδες, τον έκαναν να διαισθανθεί ότι πρόκειται για κάτι σημαντικό. Σημαντικό για την ιστορία της οικογένειας.
Η αναζήτηση του Πέτερ έχει κι αυτή τις αναλογίες της με την Οδύσσεια. Πρόκειται οπωσδήποτε για μια περιπλάνηση, χωρίς όμως να’ ναι συνειδητός ο στόχος. Δεν αναφέρεται καθόλου η αναζήτηση του πατέρα, άλλωστε θεωρείται νεκρός. Ακολουθεί το νήμα που τον οδηγεί προς τον συγγραφέα του … μυθιστορήματος, μέσα από πολλούς μαιάνδρους και ψυχικές διακυμάνσεις. Η κοπέλα που ερωτεύεται (μένει στη διεύθυνση όπου έμενε ο ήρωας του χαμένου μυθιστορήματος, φυσικά δεν ήταν σύμπτωση, πήγε για να μάθει πληροφορίες) χάνεται απ’ τη ζωή του όταν επιστρέφει ο δικός της Οδυσσέας. Τα χρόνια περνούν κι η εσωτερική μοναξιά συνοδεύει τον Πέτερ, ασχολείται κι αυτός μ’ εκδοτικές δραστηριότητες, ενώ παράλληλα συνεχίζει την έρευνά του για τον συγγραφέα του ημιτελούς έργου, παίρνοντας πληροφορίες από την αδερφή της Μπάρμπαρα. Βρίσκει τελικά ότι το πρόσωπο που αναζητά είναι φίλος –τουλάχιστον- ναζιστικών αντιλήψεων (Με την ίδια ευκολία που μετέτρεπε τον Άδη σε όνειρο, τη θάλασσα σε έρημο και τη σγουρμάλλα Καλυψώ σε ομορφόστηθη Καλίνκα, χωρίς να σέβεται ηθικές αρχές διέστρεφε τη λιμοκτονία του Λένινγκραντ σε πράξη ιπποτισμού και την αποπλάνηση της Μπεάτε σε φόρο τιμής στη δικαιοσύνη).
Από το σημείο αυτό περίπου (σελ. 180) αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης ότι πέρα από το συναισθηματικό και ψυχολογικό ενδιαφέρον, το βιβλίο έχει και κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις. Τίθενται με μυθιστορηματικό τρόπο ιδεολογικά ζητήματα ηθικής φύσεως, που παραπέμπουν στην καρδιά του ναζισμού. Αυτό προοικονομείται στον διάλογο με τον δεκαπεντάχρονο Μαξ (σελ. 153-4): στην ερώτηση του Μαξ «αν η γενναιότητα είναι καλή», ο Πέτερ απάντησε ότι «είναι καλή όταν υπηρετεί μια καλή υπόθεση», αλλά η συζήτηση οδηγείται σε αδιέξοδο: το να αποταμιεύεις χρήματα είναι καλό, αλλά … αν τα ξοδέψεις για κάτι κακό; Και ποιος μας λέει λοιπόν ότι οι σκοποί είναι πάντα καλοί;
Δεν ήθελα να συζητήσω ούτε με τον Μαξ αν η επιμέλεια, την οποία απαιτούσα από κείνον στο σχολείο, ή η τάξη, την οποία έπρεπε να τηρεί στο σπίτι μου, εξυπηρετούσαν καλούς σκοπούς. Έπρεπε να είχα απαντήσει στην πρώτη ερώτηση του Μαξ, Ναι, η γενναιότητα είναι καλή, αλλά δεν αρκεί από μόνη της.
Ο Πέτερ επιστρέφει στην Μπάρμπαρα (άλλος ένας νόστος) και την ίδια εποχή ένα χειρόγραφο στον εκδοτικό οίκο όπου δουλεύει τού αποκαλύπτει ότι ο συγγραφέας του περίφημου βιβλίου είναι ο πατέρας του (λίγο συγκεχυμένη η σύνδεση μου φάνηκε εδώ- τόοοση σύμπτωση;). Ο πυρήνας του βιβλίου όμως εδώ μετατίθεται: το ενδιαφέρον δεν έγκειται πια στην περίφημη κι αναμενόμενη αναγνώριση, αλλά στο ότι ο διάσημος αυτός καθηγητής/συγγραφέας/ πατέρας εκπροσωπεί μια ιδεολογία ανατρεπτική, αμοραλιστική, παρόμοια μ’ αυτή που εξέθρεψε το ναζισμό. Έτσι, τα γραπτά του αλλά και τα μαθήματά του είναι προκλητικά.
Αυτό είναι για τον Ντε Μπάουερ το φιλοσοφικό σημείο καμπής. Διαφορετικά απ’ τη θρησκεία, η φιλοσοφία έχει ως αφετηρία την ισονομία καλού και κακού. Το καλό χωρίς το κακό ταιριάζει εξίσου λίγο στον άνθρωπο, όπως το κακό χωρίς το καλό.
Ο Πέτερ αμφισβητεί τις αντιλήψεις αυτές εκ βαθέων. Ασφαλώς, με τη βοήθεια και της Μπάρμπαρα, υπερβαίνει τη φυσική του τάση να αποχωρεί παθητικά και πάει να βρει και ν’ αντιμετωπίσει τον «πατέρα». Εξαρχής (πριν το φοβερό «σεμινάριο»), έρχεται σε σύγκρουση, σχετικά με το γνωστό πείραμα όπου τα πειραματόζωα προκαλούν εκκενώσεις ρεύματος σε ηθοποιούς που παριστάνουν ότι δεν μπορούν ν’ απαντήσουν σε ηλίθιες ερωτήσεις:
«Μα δε γίνεται … δεν επιτρέπεται να γίνονται πειράματα με ανθρώπους!»
«Τα πειραματόζωα του Μίγκραμ είχαν άλλη γνώμη. Για κείνους το πείραμα ήταν εμπειρία, μια ευκαιρία να γνωρίσουν τον ε;υτό τους ...»
«Αν όλα όσα δίνουν μια ευκαιρία γι’ αυτογνωσία είναι θετικά, υπάρχουν μόνο θετικά σ’ αυτόν τον κόσμο». Συνέχιζα να είμαι αγανακτισμένος.
«Δεν είναι ωραίο; Πού βλέπετε το λάθος;»
«Κάτι κακό δεν γίνεται καλό επειδή διδαχτήκαμε απ’ αυτό».
Αυτός ο διάλογος παραπέμπει στο πιο ακραίο- κατά τη γνώμη μου απόσπασμα που δείχνει την ιδεολογική τοποθέτηση του Ντε Μπάουερ:
Το δίκαιο θεμελιώνεται όχι με τον χρυσό αλλά με τον σιδηρού κανόνα. Έχεις δικαίωμα να κάνεις στους άλλους ό,τι θα ανεχόσουν να σου κάνουν. Σε ό,τι είσαι έτοιμος να εκτεθείς, έχεις δικαίωμα να εκθέσεις και άλλους, ό, τι απαιτείς από τον εαυτό σου έχεις δικαίμα να το απαιτήσεις κι από τους άλλους κλπ. Είναι ο κανόνας που προάγει την αυθεντία και την ηγεσία.
Και από άλλα του γραπτά:
· Ο άνθρωπος δεν υποφέρει ποτέ από το θάνατό του: ούτε πριν από το θάνατο, αφού ζει ακόμη, ούτε μετά από το θάνατο, αφού δε ζει πια. Το ίδιο δεν υποφέρει ο άνθρωπος που τον σκοτώνουν: πριν από το φόνο ζει ακόμη, και μετά το φόνο δεν υπάρχει πια.
· Αυτό που θεωρούμε πραγματικότητα είναι απλώς κείμενα κι αυτά που θεωρούμε κείμενα απλώς ερμηνείες. Από την πραγματικότητα και από τα κείμενα μένει μόνο ό, τι κάνουμε απ’ αυτά. Στην ιστορία δεν υπάρχει ούτε στόχος, ούτε πρόοδος ούτε επαγγελία ανόρθωσης μετά την ήττα ούτε εχέγγυο νίκης για τον ισχυρό ή δικαιοσύνης για τον αδύναμο.
· Η παθιασμένη καρδιά καθαγιάζει την παθιασμένη συμμετοχή. Η αγάπη δε είναι υπόθεση συναισθήματος, αλλά θέλησης.
Επιστέγασμα της προκλητικής διδασκαλίας το βιωματικό σεμινάριο, όπου λίγοι κι εκλεκτοί δοκιμάζονται τόσο, ώστε να εγκαταλείψουν κάθε ηθική αρχή και να ξεπουλήσουν τον εαυτό τους και τις ιδέες τους. Έτσι, μαθαίνουν οι μαθητές ότι είναι ικανοί για το κακό κι ότι μπορούν να εκμεταλλευτούν αυτή την ικανότητα! Ο Πέτερ υποκύπτει στην ταπείνωση να «ζητήσει συγνώμη» κι αμέσως μετά συνειδητοποιεί όλο το στημένο σκηνικό, φεύγει, φεύγει.
Όχι λοιπόν, δεν υπήρξε αναγνώριση. Ούτε συγκινητικές αγκαλιές, ούτε τύψεις κι ενοχές. Μόνο η ενηλικίωση του ήρωα που μπόρεσε και «σκότωσε» το φάσμα του απρόσιτου πατέρα. Και το βιβλίο γυρνάει με τον τελευταίο «γυρισμό»: ο Πέτερ επιστρέφει στην αγαπημένη του με το φόβο ότι κανείς δεν θα τον περιμένει πια, τόσο πολύ που έλειψε… ω ναι, η Πηνελόπη είναι κει αυτή τη φορά.
Και τελειώνει:
Ξέρω ότι δεν νοσταλγώ τον Γιόχαν Ντεμπάουερ ή τον Τζον ντε Μπάουερ. Νοσταλγώ μόνο την εικόνα που έφτιαξα για τον πατέρα μου.
Μήπως "εικόνες" δε νοσταλγούμε όλοι μας;
Χριστίνα Παπαγγελή
Η λέξη «γυρισμός» του τίτλου είναι φορτισμένη νοηματικά από μόνη της. Παραπέμπει σε μια επιστροφή (θέμα που αγγίζει βαθιά τον καθένα) σε κάποιον νόστο, και κατά συνέπεια στον πόθο/πόνο/άλγος του νόστου, τη λεγόμενη νοσταλγία.
Μια διαφορετική επιστροφή, πρωτότυπη όσο και ζωτικής σημασίας ξεδιπλώνεται σ’ αυτό το μυθιστόρημα. Είναι η σχεδόν απροσδόκητη (τουλάχιστον ως ένα σημείο) επιστροφή του γιου προς τον χαμένο πατέρα, που θεωρούνταν νεκρός, αλλά όπως αποκαλύπτεται ζει και βασιλεύει έχοντας ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του. Όμως, παράλληλα, το μοτίβο της επιστροφής επαναλαμβάνεται σε διάφορες μορφές, λες και ο συγγραφέας κάνει παραλλαγές σ’ ένα θέμα, χωρίς όμως αυτό να γίνεται κραυγαλέα κι επιτηδευμένα.
Ο ήρωας ξεκινά την αφήγησή του αναπολώντας τις διακοπές των παιδικών του χρόνων με τον παππού και τη γιαγιά((σελ. 38): Στη θύμησή μου οι διακοπές είναι μια εποχή ήρεμων εισπνοών και εκπνοών. Είναι η υπόσχεση μιας ομοιόμορφης ζωής. Μιας ζωής επαναλήψεων όπου συμβαίνει πάντα το ίδιο, με ελάχιστες παρεκκλίσεις. Μιας ζωής κοντά στο νερό, με τα κύματα να κυλούν ρυθμικά το ένα με το άλλο και κανένα να μην είναι το ίδιο ακριβώς με το προηγούμενο). Η μοναξιά της επαρχίας τον φέρνει πιο κοντά στον παππού και τον κόσμο του (άλλωστε αυτός είναι κι ο κόσμος του μυστηριώδους κι απόντος πατέρα, ένας κόσμος απόμακρος και ποιητικός), μαγεύεται από τις ιστορίες που του λέει από τον πόλεμο αλλά κι από διάφορες δίκες, που του γεννούν την αγάπη για το διάβασμα.
Χειρόγραφες σελίδες από ένα βιβλίο που διορθώνουν οι παππούδες του (έχουν εκδοτική δραστηριότητα), γραμμένες μόνο απ’ τη μια μεριά πέφτουν στα χέρια του Πέτερ, και του ανάβουν το ενδιαφέρον.
Διαβάζουμε αποσπάσματα από το βιβλίο αυτό και προσπαθούμε μαζί με τον Πέτερ να μαντέψουμε το τέλος. Πρόκειται για μια ιστορία γυρισμού, γυρισμού Γερμανών στρατιωτών από την αιχμαλωσία στη Ρωσία. Το εγκιβωτισμένο -και κατακερματισμένο- μυθιστόρημα είναι κι αυτό πολύ ελκυστικό. Γίνεται έμμονη ιδέα στον πρωταγωνιστή ο οποίος μεγαλώνοντας μελετά την Οδύσσεια βρίσκοντας αναλογίες και καταγράφοντας όλες του τις σχετικές σκέψεις με πολύ γοητευτικό τρόπο. Είναι βέβαια κάπως παράδοξη αυτή η έμμονη αναζήτηση του …τέλους ενός σχετικά άγνωστου μυθιστορήματος, και η εικασία/πεποίθηση ότι οι αναφερόμενες διευθύνσεις είναι πραγματικές και θα τον οδηγήσουν στον …ήρωα του βιβλίου και στον συγγραφέα του είναι κάπως επισφαλής και τραβηγμένη, αλλά όχι τελείως αψυχολόγητη. Ίσως η γοητεία με την οποία περιβαλλόταν όλο το κλίμα των διακοπών με τον παππού και τη γιαγιά (από μεριάς του χαμένου πατέρα), η επιμονή των ίδιων να μη διαβάζει τα διορθωμένα χειρόγραφα, η σοβαρότητα αυτής της εργασίας από τους παππούδες, τον έκαναν να διαισθανθεί ότι πρόκειται για κάτι σημαντικό. Σημαντικό για την ιστορία της οικογένειας.
Η αναζήτηση του Πέτερ έχει κι αυτή τις αναλογίες της με την Οδύσσεια. Πρόκειται οπωσδήποτε για μια περιπλάνηση, χωρίς όμως να’ ναι συνειδητός ο στόχος. Δεν αναφέρεται καθόλου η αναζήτηση του πατέρα, άλλωστε θεωρείται νεκρός. Ακολουθεί το νήμα που τον οδηγεί προς τον συγγραφέα του … μυθιστορήματος, μέσα από πολλούς μαιάνδρους και ψυχικές διακυμάνσεις. Η κοπέλα που ερωτεύεται (μένει στη διεύθυνση όπου έμενε ο ήρωας του χαμένου μυθιστορήματος, φυσικά δεν ήταν σύμπτωση, πήγε για να μάθει πληροφορίες) χάνεται απ’ τη ζωή του όταν επιστρέφει ο δικός της Οδυσσέας. Τα χρόνια περνούν κι η εσωτερική μοναξιά συνοδεύει τον Πέτερ, ασχολείται κι αυτός μ’ εκδοτικές δραστηριότητες, ενώ παράλληλα συνεχίζει την έρευνά του για τον συγγραφέα του ημιτελούς έργου, παίρνοντας πληροφορίες από την αδερφή της Μπάρμπαρα. Βρίσκει τελικά ότι το πρόσωπο που αναζητά είναι φίλος –τουλάχιστον- ναζιστικών αντιλήψεων (Με την ίδια ευκολία που μετέτρεπε τον Άδη σε όνειρο, τη θάλασσα σε έρημο και τη σγουρμάλλα Καλυψώ σε ομορφόστηθη Καλίνκα, χωρίς να σέβεται ηθικές αρχές διέστρεφε τη λιμοκτονία του Λένινγκραντ σε πράξη ιπποτισμού και την αποπλάνηση της Μπεάτε σε φόρο τιμής στη δικαιοσύνη).
Από το σημείο αυτό περίπου (σελ. 180) αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης ότι πέρα από το συναισθηματικό και ψυχολογικό ενδιαφέρον, το βιβλίο έχει και κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις. Τίθενται με μυθιστορηματικό τρόπο ιδεολογικά ζητήματα ηθικής φύσεως, που παραπέμπουν στην καρδιά του ναζισμού. Αυτό προοικονομείται στον διάλογο με τον δεκαπεντάχρονο Μαξ (σελ. 153-4): στην ερώτηση του Μαξ «αν η γενναιότητα είναι καλή», ο Πέτερ απάντησε ότι «είναι καλή όταν υπηρετεί μια καλή υπόθεση», αλλά η συζήτηση οδηγείται σε αδιέξοδο: το να αποταμιεύεις χρήματα είναι καλό, αλλά … αν τα ξοδέψεις για κάτι κακό; Και ποιος μας λέει λοιπόν ότι οι σκοποί είναι πάντα καλοί;
Δεν ήθελα να συζητήσω ούτε με τον Μαξ αν η επιμέλεια, την οποία απαιτούσα από κείνον στο σχολείο, ή η τάξη, την οποία έπρεπε να τηρεί στο σπίτι μου, εξυπηρετούσαν καλούς σκοπούς. Έπρεπε να είχα απαντήσει στην πρώτη ερώτηση του Μαξ, Ναι, η γενναιότητα είναι καλή, αλλά δεν αρκεί από μόνη της.
Ο Πέτερ επιστρέφει στην Μπάρμπαρα (άλλος ένας νόστος) και την ίδια εποχή ένα χειρόγραφο στον εκδοτικό οίκο όπου δουλεύει τού αποκαλύπτει ότι ο συγγραφέας του περίφημου βιβλίου είναι ο πατέρας του (λίγο συγκεχυμένη η σύνδεση μου φάνηκε εδώ- τόοοση σύμπτωση;). Ο πυρήνας του βιβλίου όμως εδώ μετατίθεται: το ενδιαφέρον δεν έγκειται πια στην περίφημη κι αναμενόμενη αναγνώριση, αλλά στο ότι ο διάσημος αυτός καθηγητής/συγγραφέας/ πατέρας εκπροσωπεί μια ιδεολογία ανατρεπτική, αμοραλιστική, παρόμοια μ’ αυτή που εξέθρεψε το ναζισμό. Έτσι, τα γραπτά του αλλά και τα μαθήματά του είναι προκλητικά.
Αυτό είναι για τον Ντε Μπάουερ το φιλοσοφικό σημείο καμπής. Διαφορετικά απ’ τη θρησκεία, η φιλοσοφία έχει ως αφετηρία την ισονομία καλού και κακού. Το καλό χωρίς το κακό ταιριάζει εξίσου λίγο στον άνθρωπο, όπως το κακό χωρίς το καλό.
Ο Πέτερ αμφισβητεί τις αντιλήψεις αυτές εκ βαθέων. Ασφαλώς, με τη βοήθεια και της Μπάρμπαρα, υπερβαίνει τη φυσική του τάση να αποχωρεί παθητικά και πάει να βρει και ν’ αντιμετωπίσει τον «πατέρα». Εξαρχής (πριν το φοβερό «σεμινάριο»), έρχεται σε σύγκρουση, σχετικά με το γνωστό πείραμα όπου τα πειραματόζωα προκαλούν εκκενώσεις ρεύματος σε ηθοποιούς που παριστάνουν ότι δεν μπορούν ν’ απαντήσουν σε ηλίθιες ερωτήσεις:
«Μα δε γίνεται … δεν επιτρέπεται να γίνονται πειράματα με ανθρώπους!»
«Τα πειραματόζωα του Μίγκραμ είχαν άλλη γνώμη. Για κείνους το πείραμα ήταν εμπειρία, μια ευκαιρία να γνωρίσουν τον ε;υτό τους ...»
«Αν όλα όσα δίνουν μια ευκαιρία γι’ αυτογνωσία είναι θετικά, υπάρχουν μόνο θετικά σ’ αυτόν τον κόσμο». Συνέχιζα να είμαι αγανακτισμένος.
«Δεν είναι ωραίο; Πού βλέπετε το λάθος;»
«Κάτι κακό δεν γίνεται καλό επειδή διδαχτήκαμε απ’ αυτό».
Αυτός ο διάλογος παραπέμπει στο πιο ακραίο- κατά τη γνώμη μου απόσπασμα που δείχνει την ιδεολογική τοποθέτηση του Ντε Μπάουερ:
Το δίκαιο θεμελιώνεται όχι με τον χρυσό αλλά με τον σιδηρού κανόνα. Έχεις δικαίωμα να κάνεις στους άλλους ό,τι θα ανεχόσουν να σου κάνουν. Σε ό,τι είσαι έτοιμος να εκτεθείς, έχεις δικαίωμα να εκθέσεις και άλλους, ό, τι απαιτείς από τον εαυτό σου έχεις δικαίμα να το απαιτήσεις κι από τους άλλους κλπ. Είναι ο κανόνας που προάγει την αυθεντία και την ηγεσία.
Και από άλλα του γραπτά:
· Ο άνθρωπος δεν υποφέρει ποτέ από το θάνατό του: ούτε πριν από το θάνατο, αφού ζει ακόμη, ούτε μετά από το θάνατο, αφού δε ζει πια. Το ίδιο δεν υποφέρει ο άνθρωπος που τον σκοτώνουν: πριν από το φόνο ζει ακόμη, και μετά το φόνο δεν υπάρχει πια.
· Αυτό που θεωρούμε πραγματικότητα είναι απλώς κείμενα κι αυτά που θεωρούμε κείμενα απλώς ερμηνείες. Από την πραγματικότητα και από τα κείμενα μένει μόνο ό, τι κάνουμε απ’ αυτά. Στην ιστορία δεν υπάρχει ούτε στόχος, ούτε πρόοδος ούτε επαγγελία ανόρθωσης μετά την ήττα ούτε εχέγγυο νίκης για τον ισχυρό ή δικαιοσύνης για τον αδύναμο.
· Η παθιασμένη καρδιά καθαγιάζει την παθιασμένη συμμετοχή. Η αγάπη δε είναι υπόθεση συναισθήματος, αλλά θέλησης.
Επιστέγασμα της προκλητικής διδασκαλίας το βιωματικό σεμινάριο, όπου λίγοι κι εκλεκτοί δοκιμάζονται τόσο, ώστε να εγκαταλείψουν κάθε ηθική αρχή και να ξεπουλήσουν τον εαυτό τους και τις ιδέες τους. Έτσι, μαθαίνουν οι μαθητές ότι είναι ικανοί για το κακό κι ότι μπορούν να εκμεταλλευτούν αυτή την ικανότητα! Ο Πέτερ υποκύπτει στην ταπείνωση να «ζητήσει συγνώμη» κι αμέσως μετά συνειδητοποιεί όλο το στημένο σκηνικό, φεύγει, φεύγει.
Όχι λοιπόν, δεν υπήρξε αναγνώριση. Ούτε συγκινητικές αγκαλιές, ούτε τύψεις κι ενοχές. Μόνο η ενηλικίωση του ήρωα που μπόρεσε και «σκότωσε» το φάσμα του απρόσιτου πατέρα. Και το βιβλίο γυρνάει με τον τελευταίο «γυρισμό»: ο Πέτερ επιστρέφει στην αγαπημένη του με το φόβο ότι κανείς δεν θα τον περιμένει πια, τόσο πολύ που έλειψε… ω ναι, η Πηνελόπη είναι κει αυτή τη φορά.
Και τελειώνει:
Ξέρω ότι δεν νοσταλγώ τον Γιόχαν Ντεμπάουερ ή τον Τζον ντε Μπάουερ. Νοσταλγώ μόνο την εικόνα που έφτιαξα για τον πατέρα μου.
Μήπως "εικόνες" δε νοσταλγούμε όλοι μας;
Χριστίνα Παπαγγελή
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 04, 2007
393 λέξεις για τον κίτρινο σκύλο του Ζωρζ Σιμενόν
Ο Σιμενόν στήνει μια πλοκή με κοινωνικές προεκτάσεις. Στη σελίδα 39 διαπιστώνουμε ότι η σερβιτόρα, ένα από τα πρόσωπα της ιστορίας, αλλά και ανώνυμες εργάτριες γίνονται θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης από την ευκατάστατη παρέα του καφέ Αμιράλ. Στη σελίδα 98 «Οι ψαράδες είχαν συγκινηθεί λιγότερο από τον υπόλοιπο πληθυσμό από το δράμα που παιζόταν γύρω από το ξενοδοχείο Αμιράλ... Οι μικροί, οι εργάτες, οι ψαράδες δεν πολυσυγκινούνται και μάλιστα είναι ευχαριστημένοι μ’ αυτά που συμβαίνουν. Γιατί ο γιατρός...»
Η κοινωνική διάσταση του εγκλήματος που τρομάζει τους μεγαλοαστούς που «στα γλέντια τους ασελγούσαν με τις κοπελίτσες του εργοστασίου» ευχαριστεί τους απλούς ανθρώπους, αυτούς που δε τολμούν να πουν κουβέντα. Η ανεργία σμπώχνει (σελ. 99) τις κοπέλες σ’ αυτούς που συμπεριφέρονται «λες και η πόλη τους ανήκε». Οι περιγραφές των σπιτιών του γιατρού και του δημάρχου οξύνουν την αίσθηση της κοινωνικής ανισότητας. Σε μια πόλη που πολλοί δρόμοι της γίνονται μαύρη λάσπη όταν βρέχει.
Έτσι καταλαβαίνουμε ότι η ιστορία και οι απόπειρες που προκαλούν το φόβο (κυρίως στο γιατρό Μισού) δεν αγγίζουν τον απλό κόσμο της πόλης. Αυτός δεν έχει λόγο να φοβάται. Ο συγγραφέας μας προϊδεάζει συχνά για την αποκάλυψη του παζλ.
Στη σελίδα 111 «Είναι εύκολη η περιφρόνηση των δυνατών προς τους δειλούς... όμως θα έπρεπε να ενδιαφέρονται να μάθουν τα πραγματικά αίτια της δειλίας...» Τα πραγματικά αίτια είναι και η λύση του μυστηρίου.
Μια υπόθεση λαθρεμπορίου όπου το θύμα είναι ο χρεωμένος απλός άνθρωπος που η ανάγκη τον οδηγεί στην παρανομία, σ’ ένα παιχνίδι του οποίου τους όρους θέτουν οι ισχυροί. Αυτοί που μάλιστα μπορούν να παίζουν διπλό παιχνίδι υπηρετώντας το νόμο και ταυτόχρονα παραβιάζοντάς τον κατά το συμφέρον τους..
Η δράση εμφανώς τοποθετείται στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Η αναφορά στην ποτοαπαγόρευση στην Αμερική είναι μια ένδειξη. Επίσης οι αναφορές σε υλικές συνθήκες που βρίσκονται διάσπαρτες στο βιβλίο (όπως πλεούμενα με πανιά και κουπιά). Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1931 όπως πληροφορούμαστε από τα στοιχεία της έκδοσης.
Ιδιαίτερο λαογραφικό ενδιαφέρον έχουμε στις περιγραφές του καφενείου Αμιράλ (σελ. 32) «μια στενόμακρη αίθουσα μάλλον θλιβερή, με μαρμάρινα τραπεζάκια και ροκανίδια στο πάτωμα...» και στη σελ. 31 «Γύρω από τους ηλεκτρικούς λαμπτήρες απλωνόταν ο καπνός των τσιγάρων. Η πράσινη τσόχα του μπιλιάρδου φαινόταν σα μαδημένο γρασίδι. Στο πάτωμα υπήρχαν γόπες από πούρα, φλέματα μέσα στα ροκανίδια»
Οι εκδόσεις Άγρα καθαγιάζουν αυτό που κάποτε ήταν «φτηνή αστυνομική λογοτεχνία» που βρίσκαμε σε, τύπου βίπερ, εκδόσεις τσέπης.
Η κοινωνική διάσταση του εγκλήματος που τρομάζει τους μεγαλοαστούς που «στα γλέντια τους ασελγούσαν με τις κοπελίτσες του εργοστασίου» ευχαριστεί τους απλούς ανθρώπους, αυτούς που δε τολμούν να πουν κουβέντα. Η ανεργία σμπώχνει (σελ. 99) τις κοπέλες σ’ αυτούς που συμπεριφέρονται «λες και η πόλη τους ανήκε». Οι περιγραφές των σπιτιών του γιατρού και του δημάρχου οξύνουν την αίσθηση της κοινωνικής ανισότητας. Σε μια πόλη που πολλοί δρόμοι της γίνονται μαύρη λάσπη όταν βρέχει.
Έτσι καταλαβαίνουμε ότι η ιστορία και οι απόπειρες που προκαλούν το φόβο (κυρίως στο γιατρό Μισού) δεν αγγίζουν τον απλό κόσμο της πόλης. Αυτός δεν έχει λόγο να φοβάται. Ο συγγραφέας μας προϊδεάζει συχνά για την αποκάλυψη του παζλ.
Στη σελίδα 111 «Είναι εύκολη η περιφρόνηση των δυνατών προς τους δειλούς... όμως θα έπρεπε να ενδιαφέρονται να μάθουν τα πραγματικά αίτια της δειλίας...» Τα πραγματικά αίτια είναι και η λύση του μυστηρίου.
Μια υπόθεση λαθρεμπορίου όπου το θύμα είναι ο χρεωμένος απλός άνθρωπος που η ανάγκη τον οδηγεί στην παρανομία, σ’ ένα παιχνίδι του οποίου τους όρους θέτουν οι ισχυροί. Αυτοί που μάλιστα μπορούν να παίζουν διπλό παιχνίδι υπηρετώντας το νόμο και ταυτόχρονα παραβιάζοντάς τον κατά το συμφέρον τους..
Η δράση εμφανώς τοποθετείται στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Η αναφορά στην ποτοαπαγόρευση στην Αμερική είναι μια ένδειξη. Επίσης οι αναφορές σε υλικές συνθήκες που βρίσκονται διάσπαρτες στο βιβλίο (όπως πλεούμενα με πανιά και κουπιά). Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1931 όπως πληροφορούμαστε από τα στοιχεία της έκδοσης.
Ιδιαίτερο λαογραφικό ενδιαφέρον έχουμε στις περιγραφές του καφενείου Αμιράλ (σελ. 32) «μια στενόμακρη αίθουσα μάλλον θλιβερή, με μαρμάρινα τραπεζάκια και ροκανίδια στο πάτωμα...» και στη σελ. 31 «Γύρω από τους ηλεκτρικούς λαμπτήρες απλωνόταν ο καπνός των τσιγάρων. Η πράσινη τσόχα του μπιλιάρδου φαινόταν σα μαδημένο γρασίδι. Στο πάτωμα υπήρχαν γόπες από πούρα, φλέματα μέσα στα ροκανίδια»
Οι εκδόσεις Άγρα καθαγιάζουν αυτό που κάποτε ήταν «φτηνή αστυνομική λογοτεχνία» που βρίσκαμε σε, τύπου βίπερ, εκδόσεις τσέπης.

Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)