Κυριακή, Απριλίου 01, 2018

Λίγη ζωή, Hanya Yanagihara

Πολύ αντιφατικά συναισθήματα μου δημιούργησε το βιβλίο αυτό, που ομολογώ ότι το ρούφηξα παρά τις 890 σελίδες του. Κι αυτό γιατί ένα από τα κεντρικά του θέματα είναι η πολύ βάναυση κακοποίηση του κεντρικού ήρωα στα παιδικά του χρόνια, που τον οδήγησε ως ενήλικα σε αυτοκαταστροφικό χαρακτήρα (κι όλα αυτά περιγράφονται με αποκρουστικές λεπτομέρειες και σε πολύ μεγάλη έκταση), κι αναρωτιέσαι αν η περιέργεια και το σαδομαζοχιστικό ένστικτο του μέσου αναγνώστη είναι αυτά στα οποία, με «εύκολο» τρόπο απευθύνεται η συγγραφέας (κάτι σαν τις ταινίες με πολύ αίμα, βία κλπ). Ένα άλλο όμως κεντρικό θέμα είναι η βαθιά αγάπη -έρωτας- αφοσίωση, φιλία που αναπτύσσεται, κυρίως ανάμεσα σε άνδρες, αγάπη που πείθει και συγκινεί μέχρι δακρύων. Από τη μια αναφωνείς «ε, δεν μπορεί αυτά να συμβαίνουν στην πραγματικότητα, δεν είμαστε μόνο άσπρο/ μαύρο δηλαδή ή διάβολοι ή άγγελοι!», κι από την άλλη όλα, μα όλα τα γεγονότα φωτίζονται συναισθηματικά, μια και το συναίσθημα είναι ο βασικός καμβάς όπου χτίζει η συγγραφέας κάθε λεπτομέρεια, και μάλιστα αυτή νομίζω είναι η μεγαλύτερη αρετή του βιβλίου, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο.
Γι’ αυτόν τον λόγο, ενώ το βιβλίο φαίνεται -και είναι- φλύαρο, δεν είναι κουραστικό. Με κούρασαν όμως οι 100 πρώτες σελίδες, κατά τις οποίες «χτίζονται» οι χαρακτήρες και οι ζωές (το παρελθόν, οι συνήθειες, οι σπουδές, το εργασιακό περιβάλλον) των τεσσάρων φίλων Τζέι Μπι (μαύρος), Μάλκολμ («μαύρος», δηλαδή μιγάς), Τζουντ («λευκός», δηλαδή μιγάς προς το λευκός) και Γουίλεμ (λευκός).  Είναι καταιγιστικές οι λεπτομέρειες που τονίζουν το αμερικάνικο life-style και δεν υπάρχει η εμπλοκή με το συναίσθημα που αναφέρω παραπάνω. Ίσως όμως αυτή η τόσο λεπτομερειακή γνωριμία μας με τους ήρωες είναι απαραίτητη για να δοθούν όχι μόνο οι χαρακτήρες αλλά και η γενικότερη ατμόσφαιρα και κουλτούρα στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’70. Βλέπουμε φερειπείν έμμεσα πώς ένας προοδευτικός κύκλος μορφωμένος και «ψαγμένος» αντιμετωπίζει διάφορα κοινωνικά ζητήματα, όπως το φυλετικό (του χρώματος), της «αναπηρίας», της ομοφυλοφιλίας, της πολιτισμικής διαφορετικότητας, το στοιχείο επίσης του μεταμοντερνισμού και γενικότερα τους σύγχρονους προβληματισμούς όσο αφορά την τέχνη (που έφτασαν βέβαια στην Ελλάδα κάποιες δεκαετίες αργότερα).
Και οι τέσσερις φίλοι είναι εξαιρετικοί, με την έννοια της εξαίρεσης, προσωπικότητες πολυτάλαντες και μοναδικές, και απίστευτα διαφορετικοί μεταξύ τους. Με ακραίες αντιθέσεις ως προς την καταγωγή και την οικονομική κατάσταση, γνωρίζονται από τα φοιτητικά χρόνια και συνδέονται με ποικίλους τρόπους, οι δεσμοί όμως σταδιακά γίνονται άρρηκτοι. Παρακολουθούμε τις συναισθηματικές τους σχέσεις μέχρι τα μέσα περίπου της έκτης δεκαετίας της ζωής τους. Εφόσον, κατά τον Τζουντ, «η ζωή είναι τρομακτική» εξ ορισμού, όλοι- ο Μάλκομ με τα σπίτια του, ο Γουίλεμ με τις φιλενάδες του, ο Τζέι Μπι με τις μπογιές του, αυτός με τα ξυράφια του- αναζητούσαν παρηγοριά, κάτι ολοδικό τους, κάτι που να αντιστέκεται στη φρικτή απεραντοσύνη, την απιθανότητα, του κόσμου, των αμείλικτων δευτερολέπτων του, των λεπτών του, των ημερών του.    
Ο Γουίλεμ, σουηδικής καταγωγής, λευκός και γοητευτικός, γιος ραντσιέρη (για καποιο λόγο κατώτερο κοινωνικό στάτους),  ο λιγότερο φιλόδοξος και ο πιο φτωχός μετά τον Τζουντ, δούλευε αρχικά ως σερβιτόρος, στη συνέχεια ως βοηθός δασκάλου σε παιδιά με ειδικές ανάγκες και τέλος έκανε καριέρα ως ηθοποιός με μεγάλες επιτυχίες. Είναι ψυχικά γενναιόδωρος, καλόβολος και καλόβουλος, βαθιά τραυματισμένος από τον θάνατο το μικρού του αδερφού και τη σχετική αδιαφορία των γονιών του (ήθελε να ουρλιάξει στους γονείς του, να τους χτυπήσει, να τους αποσπάσει κάτι –ένα μικρό ξέσπασμα θρήνου, μια ρωγμή στην αυτοκυριαρχία τους, μια αναγνώριση ότι κάτι μεγάλο είχε συμβεί, ότι με τον θάνατο του Χέμινγκ είχαν χάσει κάτι απαραίτητο και ζωτικό για τη ζωή τους.
Ο Τζέι Μπι μάυρος, χοντρός, ομοφυλόφιλος και μάλλον από την πιο ευκατάστατη οικογένεια καλο/κακομαθημένος παρόλο που/επειδή  είναι ορφανός από πατέρα από τα τρία του χρόνια. Ο πιο φιλόδοξος, ο πιο αδίστακτος, ο πιο αψύς. Όσο σποδάζει δουλεύει ως ρεσεψιονίστ αλλά γρήγορα αναδεικνύεται το καλλιτεχνικό του ταλέντο στα εικαστικά. Κατά τη συγκατοίκησή του με άλλους τρεις καλλιτέχνες παίρνουμε μια ιδέα των αισθητικών ανησυχιών της εποχής (π.χ.:  ο Τζέι Μπι είχε βρει έναν τρόπο να πάρει στη στροφή τον Μάλκομ, γιατί ενώ ο Μάλκομ ανακάλυπτε τη μεταμοντέρνα ταυτότητα, ο Τζέι Μπι ανακάλυπτε την περφόρμανς αρτ (η ταυτότητα ως Τέχνη: Επιτελεστικές Μεταμορφώσεις και το Σύγχρονο Σώμα). Ο Τζέι Μπι επηρεάστηκε τόσο από την εικαστικό Λι Λοζάνο που είχε σταματήσει να… μιλά σε γυναίκες, αρχικά για ένα μήνα και μετά για ολόκληρη τη ζωή της, που αποφάσισε, στα πλαίσια κάποιας εργασίας του, να πάψει να μιλά στους λευκούς! Επομένως, θα σταματούσε να μιλά στον Γουίλεμ και θα μείωνε τις συζητήσεις του με τον Μάλκομ κατά το ήμισυ. Επειδή η φυλή του Τζουντ ήταν απροσδιόριστη, θα συνέχιζε να του μιλάει, μα μόνο με γρίφους και κοάν του Ζεν (!).
Ο Μάλκομ είναι ο μόνος που νιώθει δυσφορία για το χρώμα του. Παρόλο που καταλαβαίνει ότι το «μαύρο» (όχι πολύ σκούρο) χρώμα του πατέρα του είχε επισκιαστεί από άλλα πιο σημαντικά ζητήματα όπως ο πλούτος ή η επιφάνεια της μητέρας του στους λογοτεχνικούς κύκλους (η Νέα Υόρκη όπου κατοικούσαν ο Μάλκομ και η οικογένειά του ήταν μια Νέα Υόρκη χωρισμένη όχι σύμφωνα με τη φυλή αλλά σύμφωνα με τη φορολογική κλίμακα), νιώθει αμηχανία ως προς την ταυτότητά του: η φυλή ήταν πάντα μια δοκιμασία για τον Μάλκομ, μα στο δεύτερο έτος είχε πέσει πάνω σε κάτι που του φάνηκε εξαιρετική υπεκφυγή: δεν ήταν μαύρος∙ ήταν μετα-μαύρος (!)/αυτή η εξήγηση δεν έπεισε κανέναν, πόσο μάλλον τον Τζέι Μπι, τον οποίο ο Μάλκομ άρχισε να σκέφτεται ως προ- μαύρο, λες και η μαύρη ταυτότητα, σαν τη νιρβάνα, ήταν μια ιδανική κατάσταση στην οποία διαρκώς προσπαθούσε να φτάσει. Ο Μάλκομ είναι μάλλον και ο πιο ανασφαλής ως προς τις σεξουαλικές του σχέσεις και ως προς το μέλλον του, γιατί έχουν φιλοδοξίες για κείνον οι γονείς του, γιατί νιώθει ότι πρέπει να εκπληρώσει τις δικές τους προσδοκίες.  Στην πορεία όμως, δουλεύει ως αρχιτέκτονας με μεγάλες επιτυχίες, φαντασία, μεράκι  και οικονομική επιφάνεια.
Τέλος ο Τζουντ, ο «μετάνθρωπος» κατά τον  Τζέι Μπι, άτομο πολύ προικισμένο με πολλές δεξιότητες (γλώσσες, πιάνο, μαγειρική, οικιακή οικονομία, οπωροκηπευτικά, υδραυλικά κλπ), πανέξυπνος δικηγόρος, όμως με πολύ σοβαρά νευρολογικά και κινητικά προβλήματα, για τον οποίο η συγγραφέας λέει λίγα στις 100 πρώτες σελίδες, στη συνέχεια όμως όλο το βιβλίο περιστρέφεται βασικά γύρω από τη μυστηριώδη του προσωπικότητα. Τόσο φτωχός και με τόσο απροσπέλαστο παρελθόν που δυσκολεύονται να τον  κατανοήσουν ακόμα και οι φίλοι (το σακίδιο με το οποίο είχε έρθει ο Τζουντ στο κολέγιο, περιείχε, κυριολεκτικά, όλα του τα υπάρχοντα). Δύο πρώτα περιστατικά επιτείνουν  την περιέργεια γύρω απ’ το πρόσωπό του: ένα πολύ βαθύ κόψιμο που οδηγεί στο νοσοκομείο -και είναι η αφορμή για να μάθουμε, και μεις κι ο τότε συγκάτοικός του, ο Γουίλεμ, ότι «κόβεται» μόνος του, - αυτοτραυματίζεται δηλαδή με βαθιές χαρακιές-, και μία τρομερά παράτολμη επιχείρηση/ριφιφί την οποία αναλαμβάνει ο Τζουντ παρά τα κινητικά του προβλήματα, για να μπορέσουν να μπουν στο κλειδωμένο σπίτι.  
Οι τέσσερις φίλοι (αλλά κυρίως ο περισσότερο ευαίσθητος Γουίλεμ που κατοικεί μαζί του από παλιά και νιώθει το συναίσθημα ευθύνης), δεν ρωτούν καν για τα περασμένα βιώματα του Τζουντ, εφόσον ξέρουν ότι η απάντηση που θα πάρουν είναι είτε αόριστη, είτε αρνητική (ο Γουίλεμ πρόσεχε πάντα να μην πολυδείχνει πως ενδιαφερόταν να εξερευνήσει αυτό το πολυδαίδαλο ερμάρι όπου είχε κλειστεί ο Τζουντ). Ωστόσο η σιωπή του δεν μένει για πολύ καιρό απαρατήρητη, κι έτσι ο καυστικός Τζέι Μπι, δεν χάνει ευκαιρία να σχολιάσει: «πρέπει να είσαι τόσο αυθεντικά ακατηγοριοποίητος, που οι κανονικοί όροι της ταυτότητας να μην ισχύουν καν για σένα/σαν τον Τζούντι από δω: ποτέ δεν τον βλέπουμε με κανέναν, δεν ξέρουμε τη φυλή του, δεν ξέρουμε τίποτα γι αυτόν. Μετα-σεξουαλικός, μετα-φυλετικός, μετα-ταυτοτικός, μετα-παρελθοντικός. Του χαμογέλασε, ίσως για να δείξει ότι εν μέρει τουλάχιστον αστειευόταν. «Ο μετάνθρωπος. Τζουντ ο μετάνθρωπος».
Από τη σελίδα λοιπόν 120 περίπου, που αντιλαμβανόμαστε ότι ένα τρομακτικό μυστήριο κρύβει ο Τζουντ παρακολουθούμε με αυξανόμενη αγωνία τις κινήσεις του, τις κινήσεις των φίλων, του προσωπικού του γιατρού Άντι, τις εσωτερικές σκέψεις του Τζουντ, όσες μας επιτρέπει βέβαια η συγγραφέας (σε γ΄ ενικό πάντως). Ενώ εκείνος υπεκφεύγει λέγοντας τη μισή αλήθεια, ότι πρόκειτο για τροχαίο στα δεκαπέντε του, αλλά οι αναγνώστες ξέρουμε ότι υπάρχει κάτι πολύ τρομερότερο από πίσω. Βλέπουμε ότι Τζουντ τρέφει περισσότερη προσωπική εμπιστοσύνη προς τον Γουίλεμ, ενώ αποφεύγει τον Τζέι Μπι, που δεν είναι τυχαίο ότι τον φοβάται. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι ο Τζέι Μπι είναι ο πρώτος που τον πιέζει (όλοι μας θέλουμε να μάθουμε γιατί δε μας είχες πει ποτέ τι έπαθαν τα πόδια σου). Ως  πιο παρορμητικός και επιθετικός, εκμεταλλεύεται εικαστικά την ιδιαιτερότητα του Τζουντ παραβιάζοντας τις υποσχέσεις του, και είναι κι αυτός που μετά από ένα φοβερό επεισόδιο προσβλητικό και ταπεινωτικό για τον Τζουντ,  ο Τζουντ δεν του ξαναμίλησε για πολύ καιρό και ο Γουίλεμ για ακόμα περισσότερο.
Η συγγραφέας πολύ έντεχνα κάνει χρονικές αναδρομές και μας αποκαλύπτει κομμάτια του φρικτού παρελθόντος του Τζουντ, που δυσκολευόμαστε μεν να συνθέσουμε αλλά δημιουργούν  συμ-πάθεια και πολύ έντονα συναισθήματα στον αναγνώστη: αποτροπιασμού, άγχους, αγωνίας για το πώς θα μάθουν και πώς θα αντιδράσουν οι φίλοι απέναντι στο επαίσχυντο παρελθόν, αγωνίας για το «αν θα τα καταφέρει». Ο αναγνώστης φρικάρει γιατί όχι μόνο περιγράφεται με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες  η απίστευτη κακοποίηση -σεξουαλική και όχι μόνο- που υπέστη από πολύ μικρό παιδί ο  πεντάρφανος Τζουντ, αλλά και οι θυελλώδεις αυτοκαταστροφικές τάσεις που έχει στο «σήμερα», που είναι ενήλικας, πετυχημένος και πολύ αγαπητός. Ο Τζουντ υποφέρει όχι μόνο λόγω των φρικιαστικών αναμνήσεων και βασανισμών που έχουν αφήσει στο σώμα του τρομακτικά σημάδια, αλλά  -ίσως- κι από έντονα ενοχικά συναισθήματα, νιώθει τον εαυτό του ανήμπορο, ανίκανο και σιχαμερό.  Η έλλειψη αυτο-αγάπης και αυτο-εκτίμησης που νιώθει, γιατί δεν μπορεί να νιώσει κάτι άλλο, είναι και ο λόγος που είναι κλεισμένος σαν στρείδι και δεν μπορεί να ανοίξει τον εαυτό του σε ανθρώπους που έχουν αποδείξει πάμπολλες φορές ότι τον αγαπούν με γενναιοδωρία και ανιδιοτέλεια. Γιατί απλούστατα νιώθει τόσο αηδιαστικός, που δεν μπορεί να πιστέψει ένα μέλλον στο οποίο κάποιος μπορεί πράγματι να τον ήθελε για πάντα. Κι όταν περνά κάποια κρίση, άγχους ή απόρριψης, κόβεται ή αυτοτιμωρείται (κάποια στιγμή έβαλε και φωτιά στο χέρι του!), γιατί, όπως εκμυστηρεύεται στον Χάρολντ: μερικές φορές νιώθω τόσο απαίσια, ή ντρέπομαι τόσο πολύ, που θέλω να σωματοποιήσω αυτό που νιώθω. Και μερικές φορές είναι επειδή νιώθω τόσο πολλά  πράγματα και θέλω να μη νιώθω τίποτα απολύτως – με βοηθά να τα διώξω. Και μερικές φορές είναι επειδή νιώθω ευτυχισμένος, και πρέπει να μου υπενθυμίσω ότι δεν θα έπρεπε/το έχω ανάγκη γιατί με βοηθά να ελέγχω τη ζωή μου. Και αλλού: ήταν μια μορφή τιμωρίας μα και εξαγνισμού, του επέτρεπε να αποβάλλει καθετί τοξικό και χαλασμένο από μέσα του.
Γιατί, βέβαια, είναι παράξενο που ενώ μέχρι τα 15 του χρόνια συναντά όλο ανθρώπους-τέρατα που φέρονται όχι μόνο απαίσια αλλά με φρικτό σαδισμό, ταπεινώνοντάς τον με όσους τρόπους μπορεί άνθρωπος να ταπεινώσει άλλον άνθρωπο, στη συνέχεια όμως η μοίρα κάνει στροφή 180ο: του δίνεται η δυνατότητα να σπουδάσει, να ανέλθει κοινωνικά αλλά κυρίως, συναντά ανθρώπους που του συμπαραστέκονται με μια ανθρωπιά απαράμιλλη. Και βέβαια είναι οι φίλοι του, πρώτος πρώτος ο Γουίλεμ και στη συνέχεια ο Μάλκομ (που ως αρχιτέκτονας του φτιάχνει ένα «παλάτι» προσαρμοσμένο σε κάθε λεπτομέρεια στις κινητικές του ανάγκες, και μάλιστα με την προοπτική ότι θα χειροτερεύσει η κατάστασή του), ο καθηγητής του Χάροντ με τη γυναίκα του Τζούλια που, άναυδοι μπροστά στην εξυπνάδα του Τζουντ  τον… υιοθετούν, ο απίστευτα δοτικός και με κατανόηση προσωπικός του γιατρός  Άντι που τρέχει άπειρες φορές μέσα στα μεσάνυχτα για να τον εισαγάγει στο νοσοκομείο κ.α. Ακόμα και ο Τζέι Μπι αναδιπλώνεται, και δείχνει ειλικρινή μεταμέλεια και αφοσίωση. Αλλά και άλλοι άνθρωποι, πιο δευτερεύοντες στη ζωή του φέρονται άψογα, με ενσυναίσθηση και ανθρωπιά. Παρόλ’ αυτά, ο Τζουντ δεν εμπιστεύεται πλήρως κανέναν, ούτε καν τον θετό του πατέρα που με τόσο τακτ προσπαθεί να τον καταλάβει.
Ο Τζουντ,  αν και υποτροπιάζει πολύ συχνά (αποπειράται μάλιστα να δώσει τέλος στη ζωή του, λίγο αφότου καταστρέφει άθελά του μια κούπα που ανήκε στο νεκρό γιο του Χάρολντ -ο οποίος Χάρολντ αντιδρά κι αυτός υποδειγματικά, όπως όλοι όσοι τον περιτριγυρίζουν), φαίνεται ωστόσο να ξεπερνά  διάφορες δοκιμασίες στις σχέσεις του με τον κοινωνικό περίγυρο. Η σωματική του κακοποίηση όμως είναι τέτοια που δεν μπορεί ποτέ να ελπίσει για βελτίωση. Οι προσπάθειες που κάνει είναι πράγματι συγκινητικές, μάλιστα προχωρά και σε ερωτική σχέση  δοκιμάζοντας να αφυπνίσει το σεξουαλικό, κατεστραμμένο ένστικτο. Η οικτρή αποτυχία του με τον Κέιλεμπ δημιουργεί νέα τραύματα (μια αγέλη ύαινες), από τα οποία δύσκολα μπορεί να συνέλθει, και αφού η αυτοκαταστροφική μανία γίνεται αρρώστια, μέσα στη θύελλα της παραίτησης από τη ζωή, έρχεται από το εξωτερικό… ο Γουίλεμ. Η μεγάλη αγάπη. Η προσέγγιση των δυο περιγράφεται αριστουργηματικά, οι αλλεπάλληλες  προσπάθειες του Γουίλεμ (χωρίς άμεσο αποτέλεσμα) να εμπιστευτεί επιτέλους ο Τζουντ τον εαυτό του είναι λεπτές, με δεξιοτεχνικές κινήσεις χειρουργού («Γουίλεμ» είπε ο Μαξ «έχεις σχέση, σοβαρή σχέση, μ’ έναν άντρα. Αυτός είναι ο ορισμός της ομοφυλοφιλίας». «Δεν έχω σχέση με άντρα», είπε, και καταλάβαινε πόσο παράδοξα ακούγονταν τα λόγια του, «έχω σχέση με τον Τζουντ».  
Μια νέα φάση αρχίζει για τη ζωή και των δύο, μια νέα αρχή, μια νέα δοκιμασία. Έντονα και πλούσια συναισθήματα εναλλάσσονται με μικρές και μεγάλες κρίσεις. Είναι τα «χρόνια της ευτυχίας». Η άπειρη αγάπη, φροντίδα και προσοχή του Γουίλεμ κάνει τον Τζουντ να ανοίξει χώρο στο παρελθόν του. Μαθαίνουμε και μεις ότι υπήρχε «μια ακριβής στιγμή» στην οποία τα πράγματα είχαν αρχίσει να πηγαίνουν τόσο στραβά∙ μια στιγμή απ’ όπου ξεκίνησαν όλα (ήταν τότε που επέτρεψε στον εαυτό του να τον μπάσουν μέσα, που εγκατέλειψε τα πάντα για ν’ ακολουθήσει τον αδελφό Λουκ. Εκείνη ήταν η στιγμή. Και μετά απ’ αυτήν, τίποτα δεν ήταν εντάξει πια). Υπήρξε κι ένα ακραίο «περιστατικό», όπου όλα μάλλον τελείωσαν για να αρχίσει νέα φάση στη ζωή του Τζουντ, τότε, στα 15 του.
Μετά τη μέση του βιβλίου που αρχίζουν πιο συστηματικά οι αναδρομές στο φρικιαστικό αυτό κομμάτι της ζωής του, αρχίζει και ο αναστοχασμός. Ή μάλλον, ο τρόπος που βρίσκει κάθε φορά ο Τζουντ να χειρίζεται  τις αναμνήσεις του (οι αναμνήσεις ξεγλιστρούσαν, παρόλ αυτά). Μπορεί επιτέλους να αρχίσει να βλέπει τα γεγονότα, να τα αντέχει και να αναρωτιέται γι αυτά (γιατί επιμένει να θυμάται και να ξαναβλέπει γεγονότα που συνέβησαν τόσο παλιά; Γιατί να μη μπορεί απλώς να ευχαριστηθεί το παρόν του; Γιατί να γίνεται πιο ζωηρό –όχι λιγότερο- όσο περισσότερο απομακρύνεται απ’ αυτό;). Όχι ότι λυτρώνεται, όχι ότι παύει να χαρακώνεται (ο Γουίλεμ, απελπισμένος, καταφεύγει στο έσχατο μέσον: χαρακώνεται κι αυτός, μπροστά στον Τζουντ!)κι όχι ότι δεν υπάρχει κρίση και στη σχέση με τον Γουίλεμ, απλώς το νυστέρι έχει πει πια πολύ βαθιά.
Οπωσδήποτε δεν είναι μια συνηθισμένη σχέση, και η συγγραφέας μας οδηγεί βαθιά μέσα και στις πιο απόκρυφες πτυχές της. Γιατί οι ύαινες επιστρέφουν. Ή ίσως η λέξη επιστρέφουν να μην είναι κατάλληλη, επειδή άπαξ και τις έφερε στη ζωή του ο Κέιλεμπ, δεν έφυγαν ποτέ. Τώρα ωστόσο δεν τον κυνηγούν, επειδή ξέρουν ότι δεν χρειάζεται: η ζωή του είναι μια απέραντη σαβάνα, και είναι περικυκλωμένος απ’ αυτές. Έτσι, εκδηλώνεται μια τρομερή κρίση κατά την κορύφωση της οποίας η οργή καίει τον πάντα γενναιόκαρδο Γουίλεμ. Η ανημπόρια του μπροστά στον ερμητικά κλειστό κόσμο του Τζουντ τον αφοπλίζει.
Είναι ένα κομβικό σημείο του βιβλίου αυτό, είναι η χρονική στιγμή που ο Τζουντ τα εκμυστηρεύεται όλα πια, και μαθαίνουμε και μεις, μέσα από ένα ακόμα φλας μπακ, την τελική, φρικαλέα πράξη, το περιστατικό που στοίχισε στον Τζουντ το βασικό πρόβλημα της υγείας του. Είναι και το αποκορύφωμα των χρόνων της ευτυχίας, της συνειδητοποίησης της ευτυχίας γιατί η σχέση των δύο, χωρίς να είναι ανέφελη, φτάνει σε μια γλυκιά αποδοχή (μέρες σαν κι αυτές έμοιαζαν να μην έχουν νύχτες, και αν δεν υπήρχαν νύχτες, δεν υπήρχαν κοψίματα, δεν υπήρχε λύπη, δεν υπήρχε απογοήτευση). Νιώθουν ευγνωμοσύνη για κάθε μέρα που περνά και απολαμβάνουν την ερωτική φιλία, μια φιλία τη οποίας όρος ήταν να μην έχουν μυστικά.  
Δεν τελειώνει εδώ το βιβλίο. Η σωματική πτώση του Τζουντ από ιατρική άποψη είναι αναπόφευκτη(ήξερε ότι ο θάνατός του θα ερχόταν νωρίτερα απ’ ό, τι σχεδίαζε). Οι φίλοι του αλλά και όλα τα άτομα που τόσο γενναιόψυχα τον στηρίζουν  επιστρατεύουν όλες τις ψυχικές και υλικές δυνάμεις για να βοηθήσουν. Είναι πια όλοι ώριμοι άντρες, στη δεκαετία των 50, κατασταλαγμένοι κοινωνικά και ψυχικά.
Οι τελευταίες σελίδες μας επιφυλάσσουν  μια τεράστια ανατροπή που ρίχνει νέο φως και στις σχέσεις των πρωταγωνιστών και στην ψυχική ιδιοσυστασία του Τζουντ, την οποία όμως δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκαλύψω εδώ, μια και ο στόχος μου δεν είναι να δώσω στον αναγνώστη μια περίληψη.
Προσπαθώντας να συνοψίσω σε μια γενικότερη εκτίμηση την εντύπωση που μου άφησε το βιβλίο, θα καταλήξω πάλι σ΄αυτό που έγραψα και στην αρχή: τα συναισθήματα είναι αντιγφατικά, και μπορώ να καταλάβω  την οργή του αναγνώστη στην παρακάτω ανάρτηση https://www.goodreads.com/review/show/1800101402, και όλες οι αδυναμίες  που εντοπίζει μέχρις ένα βαθμό ισχύουν. Όμως, οι ψυχογραφικές λεπτομέρειες σ’ ένα  τόσο δύσκολο θέμα όπως είναι η παιδική κακοποίηση (και δυστυχώς το πρόβλημα είναι υπαρκτό), όπως και στο θέμα της απλής ανοιχτόκαρδης και γενναιόδωρης φιλίας  δημιουργούν τέτοιο ενδιαφέρον και συναρπάζουν τόσο τον αναγνώστη (τουλάχιστον… εμένα αλλά κι άλλους όσο ξέρω), ώστε να μη μπορεί ν’ αφήσει το βιβλίο από τα χέρια του. 
Χριστίνα Παπαγγελή

Παραπέμπω και σε  άλλες δυο αναρτήσεις blogger, που φωτίζουν διαφορετικά το βιβλίο: είναι της Κατερίνας Μαλακατέ και της Αγγέλας Γαβρίλη 

Πέμπτη, Μαρτίου 22, 2018

Γκόλεμ, Pierre Assouline


Θα’ ρθει άραγε μια μέρα που η μνήμη της ανθρωπότητας
θα διατηρείται περισσότερο μέσα στο πυρίτιο παρά στους νευρώνες;

Ο τίτλος σηματοδοτεί πολύ εύστοχα το περιεχόμενο αυτού του ιδιότυπου βιβλίου επιστημονικής φαντασίας, εφόσον ο συγγραφέας με μυθιστορηματικό τρόπο προσεγγίζει και αποδομεί τον θρύλο αυτόν της εβραϊκής παράδοσης. Το «γκόλεμ» αποτελεί μια φιλοσοφική αλληγορία που αναφέρεται στο «πανάρχαιο και πάντα ζωντανό προμηθεϊκό όνειρο του ανθρώπου να φτιάξει ένα τεχνητό άνθρωπο, κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση του» [1]. Η λέξη συναντιέται στους Ψαλμούς του Δαυίδ με την έννοια του «ακατέργαστου» πλάσματος, ενώ στην εβραϊκή παράδοση κυκλοφορεί ο μύθος του Ραβίνου Ιούδα Λεβ που έζησε στην Πράγα τον 16ο αιώνα και προσπάθησε να δώσει ζωή στο Γκόλεμ, στο ανθρώπινο ομοίωμα από πηλό.
Η παρέμβαση του ανθρώπου στον άνθρωπο, και μάλιστα στις νοητικές του ικανότητες (εισχωρώντας στον εγκέφαλο) ήταν κάτι που ανέκαθεν απασχόλησε τον άνθρωπο από ηθική άποψη, μόνο που στην εποχή μας φαίνεται ότι η επιστήμη βρίσκεται πολύ πολύ κοντά. Τα φιλοσοφικά και ηθικά προβλήματα που ανεγείρουν οι δυνατότητες της νευροχειρουργικής, της βιοτεχνολογίας κλπ δημιουργούν την ανάγκη διαρκούς εγρήγορσης και μελέτης συνολικής, καθώς και πολιτικής  απόφασης να κατοχυρωθούν βασικά δικαιώματα του ανθρώπου, όπως είναι το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού του. Οι όροι τρανσουμανισμός[2] και μεταουμανισμός που συναντάμε στο βιβλίο δεν ξέρω αν είναι δόκιμοι επιστημονικοί όροι, αλλά δείχνουν την υπαρκτή προσπάθεια επιστημόνων -και όχι μόνο- να υπερβούν τα όρια του ουμανισμού/ανθρωπισμού, με κριτήρια που είναι αμφισβητήσιμα. Οι όροι βιοηθική, νευροθεολογία, βιοτεχνολογία κλπ εμπλέκονται φυσικά σε όλα αυτά τα ζητήματα «εξέλιξης του ανθρώπινου είδους» που βρίσκονται πίσω από το απλοϊκό  -για αφελείς- επιχείρημα «γιατί να περιμένουμε την εξέλιξη του ανθρώπινου εγκεφάλου αφού μπορούμε να επιταχύνουμε αυτήν την εξέλιξη με τεχνικά μέσα;».
Όλες αυτές οι σκέψεις ξυπνούν καθώς διαβάζουμε το βιβλίο και ταυτιζόμαστε με τον πρωταγωνιστή  Γκυστάβ Μεγέρ, τον  ήρωα -«γκόλεμ», που εν αγνοία του υπέστη τεχνικές «ρυθμίσεις» στον εγκέφαλο και η αποκάλυψη αυτή τον κάνει να νιώθει «τέρας».
Ο Μεγέρ είναι Γάλλος, ζει στο Παρίσι με τη γυναίκα του και την κόρη του, είναι πρωταθλητής στο σκάκι, έχει απίστευτες ικανότητες και μνήμη, αλλά είναι επιληπτικός. Υποφέρει από πονοκεφάλους, γι’ αυτό και επισκέπτεται συχνά το Νευροχειρουργικό τμήμα του νοσοκομείου, εμπιστευόμενος τον φίλο του και κορυφαίο νευροχειρουργό Ρομπέρ Κλαπμάν. Τη ρουτίνα της ιατρικής του επίσκεψης εκεί σπάει η αιφνίδια σύλληψή του ως κύριου υπόπτου για τη δολοφονία της γυναίκας του (σε τροχαίο αλλά με «φόνο από απόσταση», δηλ τηλεκατευθυνόμενα).
Δεν είναι τυχαίο πρόσωπο και η Μαρί Μεγέρ, ίσως είναι και το πρόσωπο-κλειδί, αν και ο θάνατός της απ’ την αρχή του βιβλίου δεν μας αφήνει να την δούμε ως δρων πρόσωπο. Η Μαρί είναι/ήταν ακτιβίστρια, αγωνιζόταν ενάντια στην εκμετάλλευση των φαρμακευτικών εταιριών και μέσα από το μπλογκ της κατήγγελλε επί πέντε τουλάχιστον χρόνια τη διαφθορά στον ιατρικό κλάδο και διάφορες διοικητικές αυθαιρεσίες, εντόπιζε ηθικά διλήμματα και φυσικά προκαλούσε τα ανάλογα σχόλια. Το μπλογκ της αυτό θα αποτελέσει και το νήμα μέσα από το οποίο ο διωκόμενος ήρωας θα επικοινωνήσει με την κόρη του Έμμα ώστε να δοθεί η τελική λύση στην επιστημονικού τύπου-θρίλερ αστυνομική ιστορία στην οποία εξελίσσεται το μυθιστόρημα.
Παρακολουθούμε τον μεταμφιεσμένο Γκυστάβ Μεγέρ να εξαφανίζεται από προσώπου γης για να αποφύγει την αστυνομία, παράλληλα όμως να αναρωτιέται και να ψάχνει το μυστικό της δολοφονίας της γυναίκας του (είχε καταντήσει περιπατητής-ρομπότ στα γρανάζια της αστικής μυρμηγκοφωλιάς). Προτού όμως εγκαταλείψει το Παρίσι και περιπλανηθεί στο Λονδίνο και στη συνέχεια στις πόλεις της Κεντρικής Ευρώπης , καταφέρνει με έξυπνο τρόπο να διεισδύσει τα αρχεία του Κλαπμάν και να αποκαλύψει τα σχέδια και τις φιλοδοξίες του φίλου του, των οποίων ο ίδιος υπήρξε θύμα. Ο χειρουργός δεν αρκέστηκε στο να εγχειρίσει την επιληψία, αλλά εμφύτευσε ηλεκτρόδια στον Μεγέρ ώστε να επαυξήσει την μνημονική του ικανότητα και να τον κάνει ασυναγώνιστο στο σκάκι!
Η αποκάλυψη αυτή πέφτει σαν κεραυνός στον Μεγέρ, δημιουργώντας του προβλήματα ταυτότητας, εφόσον είναι άγνωστα πλέον τα όρια ελεύθερης βούλησης και βιολογικών προδιαγραφών. Δεν έχει εμπιστοσύνη στην ίδια του τη συνείδηση, δεν ξέρει «αν είναι τέρας», δεν ξέρει αν έχει συναισθήματα ή αν όλα αυτά είναι «φυτευτά». Η περιπλάνηση στην κεντρική Ευρώπη ενός ανθρώπου που νιώθει όχι μόνο προδομένος αλλά απόκοσμος, χαρίζει στον αναγνώστη τις πιο ωραίες σελίδες του βιβλίου, αν και οι πάρα πολλές αναφορές στο «Γκόλεμ» (σε ποιήματα, στο κινηματογραφικό έργο του Πάουλ Βέγκενερ), καθώς και στην εβραϊκή παράδοση και θρησκεία με κούρασαν. Κάποια στιγμή μάλιστα φοβήθηκα ότι θα υπάρχει ένα είδος «προπαγάνδας» του ιουδαϊσμού, αλλά γρήγορα διαψεύστηκα γιατί ο ήρωάς μας δεν είναι καθόλου θρησκευόμενος, απλώς δεν έκλεινε την καρδιά του στην αλήθεια, ούτε τα’ αυτιά του στον λόγο του Θεού. Η αναζήτηση του Γκυστάβ δεν είναι τόσο θρησκευτική όσο πολιτισμική (να υπάρχει κάτι ιερό περισσότερο παρά κάτι υπερβολικά θρησκευτικό). Ωστόσο, είναι απόλυτα κατανοητή η ψυχολογία του ανθρώπου που προσπαθεί να ανατρέξει στο παρελθόν (όχι μόνο το δικό του αλλά και της ανθρωπότητας) για να καταλάβει το παρόν και να μπορέσει να αντιμετωπίσει το μέλλον. Π.χ. τηρεί τα εβραϊκά έθιμα όπου βρίσκεται, για να διατηρεί έναν ιερό δεσμό με τον χρόνο (αφού ο χρόνος μάς ξεπερνάει, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να τον αντιμετωπίσουμε όσο καλύτερα μπορούμε). Όσο αφορά π.χ. την εβραϊκή εβδομάδα, που αν δεν την εφηύραν οι Εβραίοι, την διέδωσαν πάντως, ο Γκυστάβ σκέφτεται ότι την έβδομη ημέρα, στιγμή αιωνιότητας, όλα σταματούν και αρχίζουν απ’ την αρχή. Αποτραβιόμαστε και διακόπτουμε. Δίνουμε χρόνο στο εαυτό μας έξω απ’ τον χρόνο. Είναι η μοναδική στιγμή  όπου η μέρα δεν θέλει να γνωρίσει κανένα άλλο γεγονός εκτός απ’ αυτό. Τούτη η στιγμή υπερβατικής λαχτάρας σε καλέι να κατανοήσεις τα όρια.
Μ’ αυτόν τον τρόπο περιδιαβαίνει την Ευρώπη και τους δρόμους του πνεύματος ο Γκυστάβ Μεγέρ, και, μέσα στην προσπάθειά του να στηριχτεί στη συλλογική μνήμη, έρημος και μόνος, βρίσκεται αντιμέτωπος με πρωτοφανή διλήμματα. Η μνήμη του συνέθλιβε τον εγκέφαλό του/είχε χάσει την ικανότητα να μπορεί να διαχειρίζεται αυτή τη ροή. Κατακυριευμένος από τον θρύλο του πήλινου ήρωα καταφεύγει στο γκέτο της Πράγας, στην καρδιά της πόλης του Γκόλεμ όπου η εξέλιξη κορυφώνεται. Από τη μια έρχεται σε επαφή με την κόρη του, από την άλλη αντιμετωπίζει πρόσωπο με πρόσωπο την αλαζονεία του Κλαπμάν. Ο ήρωας παίρνοντας τη ζωή στα χέρια του και δίνοντας λύση -που ικανοποιεί τον αναγνώστη-, δικαιώνεται, ενώ η πράξη του αποτελεί και την απάντηση στα εσωτερικά προβλήματα που τον βασανίζουν.
Χριστίνα Παπαγγελή



[1][1] Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου του Σάββα Μιχαήλ «Γκόλεμ».Με το "γκόλεμ» έχει ασχοληθεί και ο Μπόρχες
[2] Ο τρανσουμανισμός σαν έννοια υπάρχει στο διαδίκτυο: (δια-ανθρωπισμός): http://www.amen.gr/article/transoumanismos-texno-theologia-anthrwpino-proswpo-kai-theologiki-noimatodotisi. Αντίθετα, ο μετααουμανισμός δεν υπάρχει. Παραθέτω μόνο την υπος.20 του βιβλίου: μετεξέλιξη του τρανσουμανισμού, το τέλος του ουμανισμού. Τον όρο διατύπωσε ο Sloterdijk TO 1999 σε ένα συνέδριο για τον Χάιντεγκερ.

Σάββατο, Μαρτίου 17, 2018

Μαίρη, Άρης Φιορέτος


Μια πολύ γλυκιά γεύση αφήνει το βιβλίο αυτό, αν και το θέμα του, εκτός του ότι δεν είναι τόσο πρωτότυπο, είναι ιδιαίτερα σκληρό: μια έγκυος κοπέλα συλλαμβάνεται από τη χούντα το βράδυ της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και μετά από φυλάκιση κάποιων μηνών στην οδό Σανταρόζα, αρνούμενη να καταδώσει τους συντρόφους της (ούτε το όνομά της δεν ομολογεί) καταλήγει στη Γυάρο (δεν κατονομάζεται το νησί).
Η διαφορετική οπτική γωνία που προσδίδει ο συγγραφέας στα πασίγνωστα γεγονότα είναι αυτό που κρατά τον αναγνώστη σε αμείωτο ενδιαφέρον:  ο εσωτερικός μονόλογος της νεαρής Μαίρης που προσπαθεί να προστατέψει τη ζωή που κουβαλάει μέσα της ενάντια στη βαναυσότητα φωτίζει από μια άλλη πλευρά, όχι τόσο πολιτική αλλά περισσότερο υπαρξιακή, τη βία της εξουσίας∙ η σωματική ταπείνωση δεν μπορεί να αναχαιτίσει την ευδαιμονία της μητρότητας, ούτε καν τα ηλεκτροσόκ μπορούν να εμποδίσουν την εξέλιξη αυτού του μικρού σπόρου, του «Ήλιου», που σιγά σιγά γίνεται «βερύκοκο» και στη συνέχεια «μανταρίνι» (έτσι πλημμυρισμένη από την πιο τρυφερή έγνοια νιώθω παράλληλα ότι στο υπογάστριο κουβαλάω έναν Ήλιο, τρεμουλιαστό σαν μια χούφτα συμπυκνωμένο θρίαμβο).
Η ηρωίδα αφηγείται σε α΄ενικό και σε χρόνο ενεστώτα τα βιώματά της, σαν σε ημερολόγιο, ανατρέχοντας και στο πρόσφατο ή στο απώτερο παρελθόν. Νοερά απευθύνεται στον Δήμο, τον σύντροφό της -έναν απ’ τους εκφωνητές του Πολυτεχνείου, πολύ πιο πολιτικοποιημένο απ’ την ίδια-, στον οποίο εκείνη τη μέρα προσέτρεξε για να του πει τα ευχάριστα νέα της εγκυμοσύνης και τον οποίο δεν πρόλαβε βέβαια α συναντήσει. Μέσα από τη συνειρμική μονολογική αφήγηση της Μαίρης μαθαίνουμε για το στεγνό, υπερσυντηρητικό οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε (αυτή η παρανοϊκή, σαπισμένη οικογένεια), για τον βίαιο πατέρα της και την ψυχρή μάνα της για τους οποίους ντρέπεται ακόμα περισσότερο επειδή είναι καθεστωτικοί, για τον αδερφό της που δραπέτευσε νωρίς από τον κλοιό της οικογένειας για να εξαφανιστεί σε άλλη ήπειρο, τέλος για την ίδια που κάποια αποφασιστικά γεγονότα την έκαναν ξεφύγει  από την «Άλλη Πλευρά» και να δραστηριοποιηθεί με τους φοιτητές.
Οι μικρολεπτομέρειες της καθημερινότητας, όπως τις περιγράφει η ηρωίδα ακόμα από τις πρώτες σελίδες που δεν την έχουν ακόμα μπουντρουμιάσει, είναι γοητευτικές –μας μεταφέρουν στην Αθήνα της δεκαετίας  του ’70 (την γκαρσονιέρα την έπιασε για την ταράτσα. Πενήντα τετραγωνικά κάτω απ’ τον ανοιχτό ουρανό, περικυκλωμένα από  μπουγαδόσκοινα και κεραίες τηλεοράσεων. Περισσότερη ελευθερία δεν μπορείς να βρεις σ’ αυτή τη χώρα) και στο φοβικό κλίμα της χούντας (βγάζω την ταυτότητα και την αφήνω στο τραπέζι. Μπορεί ο κάθε πολίτης να είναι υποχρεωμένος να έχει μαζί του ταυτότητα, αλλά ο Δήμος λέει ότι είναι καλύτερα να πληρώσεις πρόστιμο. «Ο κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να είναι ανώνυμος». Νομίζω ότι το έχει διαβάσει στον Γκράμσι).
Η σχέση της Μαίρης με τον Δήμο είναι βαθιά, ουσιαστική πλεγμένη μέσα από σημαντικές λεπτομέρειες όπως η διπλή προσφώνηση «Μαίρη Μαίρη» που τόσο γοητεύει την ηρωίδα (είναι σα να του αρέσω και αμέσως μετά να του αρέσει που του αρέσω∙ κάτι σαν κατάφαση της κατάφασης). Αλλά και σε πιο βαθύ επίπεδο, η απόδραση της Μαίρης από τον κόσμο στον οποίο ανήκε την έριξε σ’ έναν άλλο κόσμο, μεγαλύτερο και πιο οικείο (να μπορείς με κάποιον άγνωστο τρόπο να μπαίνεις χωρίς καμιά δυσκολία μέσα σ’ έναν άλλον άνθρωπο και να ανακαλύπτεις ένα άλλο εγώ από κείνο που γνώριζες). Ο συγγραφέας δίνει σάρκα και οστά σ αυτή την αγάπη, δεν είναι γενική κι αόριστη. Έτσι δεν μας αιφνιδιάζει η αντοχή και η ετοιμότητα της ηρωίδας να αντιμετωπίζει τη σωματική βία και όλες τις φρικτές συνθήκες της φυλακής.
Παρακολουθούμε λοιπόν βήμα βήμα τις ανακρίσεις, τους εκβιασμούς, τις μεθόδους των οργάνων της χούντας μαζί με τα συναισθήματα που όλα αυτά προκαλούν. Κι όχι μόνο συναισθήματα αλλά αναστοχασμούς κι αναδιευθέτηση και νέες συνειδητοποιήσεις και σε σχέση με το παρελθόν, και σε σχέση με το μέλλον (π.χ. Δεν ήταν ότι φοβόμουν τη μαμά. Ποτέ δεν την είχα φοβηθεί. Το μόνο που ήθελα ήταν να μην την βλέπω τόσο συχνά στενοχωρημένη. Μου πήρε καιρό να καταλάβω όοτι δεν υπήρχε και μεγάλη διαφορά). Το μεγάλο όπλο της Μάίρης είναι η ενέργεια που αντλεί από την αγάπη της και από τη ζωή που μεγαλώνει μέσα της. Από κει πηγάζει και η σιωπή που γίνεται δεύτερη φύση. Δε λέει το μυστικό της  σε κανέναν, ούτε στις συντρόφισσες. Γνωρίζουμε και τις συντρόφισσες μία μία, τα ονόματά τους, το παρελθόν τους, τον τρόπο τους να αντέχουν. Βλέπουμε πώς διαμορφώνονται σχέσεις  αλησμόνητες, όπου ο κοινός φόβος, η αηδία κυρίως όμως ο πόνος ενώνει όλους/ες σε ένα σώμα, μια ψυχή. Ιδιαίτερα όταν μεταφέρθηκαν κάποιες  -λίγες- γυναίκες στο «νησί», πριν έρθουν οι πολλοί κρατούμενοι (είχε κλείσει η Γυάρος για ένα διάστημα πριν το Πολυτεχνείο) για να προετοιμάσουν/καθαρίσουν τους χώρους.  
Για ένα μεγάλο μέρος της θητείας της στη Γυάρο, η Μαίρη ήταν τιμωρημένη στην απομόνωση στον περίφημο  πέμπτο όρμο του νησιού, επιφορτισμένη να συμμαζεύει τα σκουπίδια και υποχρεωμένη να επιβιώνει στις υπάρχουσες -η μάλλον στις ανύπαρκτες- συνθήκες. Για μένα αυτό ήταν και απ΄ τα πιο συγκλονιστικά  μέρη του βιβλίου (μαζί με το τέλος που δε θα το προδώσω όμως σ’ αυτήν την ανάρτηση).  Το κυκλαδίτικο γυμνό τοπίο, ο ήλιος, η θάλασσα και οι χιλιάδες αποχρώσεις κατακάθονται στο βασανισμένο σώμα που ωστόσο επιμένει να προστατεύει τη συνέχιση της ζωής -όλα αυτά γίνονται διαλογισμός πάνω στη ζωή και στο θάνατο:
Αρχίζω να μιλώ, δυνατά και καθαρά.
Αλλά δε μιλώ με τη γλώσσα και τον λάρυγγα, παρά με τα μαλλιά, που τα έχω πιασμένα κοτσίδα.
Μιλώ με τα αυτιά μου (…), με τα δάχτυλά μου (…), με τα χέρια μου(…), με τους ώμους μου (…), κλπ κλπ.
Μιλώ με το κορμί μου. Και θα το κάνω κάθε φορά που κάνω μια δουλειά. Όταν τρίβω τα δόντια μου μ’ ένα κλαρί. Όταν μαγειρεύω. Όσο πιο προσεκτική είμαι, όσο περισσότερο συγκεντρώνομαι σ’ αυτό που κάνω και γίνομαι εγώ η ίδια αυτή η προσοχή, τόσο πιο ξεκάθαρα θα μου απαντάει ο κόσμος γύρω μου. Μόνο τότε δε θα χρειάζομαι λόγια, δε θα με κλείνει η σιωπή.
Χριστίνα Παπαγγελή

Παρασκευή, Μαρτίου 09, 2018

Ένας σουλτάνος στο Παλέρμο, Τάρικ Αλί


Σπάνια συμπίπτει η ιστορία του κατακτητή
με την ιστορία του σκλαβωμένου

Πρόκειται για το τέταρτο βιβλίο της γνωστής πενταλογίας του πολιτικού στοχαστή και ακτιβιστή, συγγραφέα Ταρίκ Αλί, στην οποία ξεδιπλώνεται με ποικίλους τρόπους το θέμα της διαχρονικής, ιστορικής σχέσης του Ισλάμ με τον Δυτικό κόσμο (βλ.  Η νύχτα της χρυσής πεταλούδας,  Η πέτρινη γυναίκα,  Στον ίσκιο της ροδιάς). Έτσι, σ’ αυτό το βιβλίο βρισκόμαστε στη Σικιλλίγια (Σικελία) όπου το αραβικό στοιχείο υπερτερεί την εποχή λίγο μετά την κατάκτησή της απ’ τους Νορμανδούς, και πιο συγκεκριμένα στα 1153, επί βασιλείας του Ρουτζάρι (επονομαζόμενου Σουλτάνου), του γνωστού σε μας ως Ρογήρου Β΄. Ο Ρογήρος Β΄[1], όπως λένε και οι ιστορικοί, ήταν ήπιος βασιλιάς και ανέχτηκε όσο ήταν δυνατόν το μουσουλμανικό στοιχείο (τόσο ώστε να μη χάσει την εύνοια των βαρόνων και των Λομβαρδών), ενώ φιλοξένησε στην αυλή του επιστήμονες, μέσα στους οποίους και τον περίφημο Άραβα γεωγράφο, χαρτογράφο και βοτανολόγο Μουχάμμαντ αλ Ιντρισί, γνωστό για το «σπουδαιότερο γεωγραφικό σύγγραμμα του Μεσαίωνα» (που αναγκάζεται να ονομάσει «Βιβλίο του Ρογήρου»), όπως και το εγχειρίδιο φαρμακολογίας σε δώδεκα γλώσσες, το «Βιβλίο των απλών φαρμάκων».  
Ο Ιντρισί λοιπόν, ιστορικό πρόσωπο,  είναι ο βασικός πρωταγωνιστής του βιβλίου, και ο «Σουλτάνος από το Παλέρμο» του τίτλου είναι ο Ρογήρος ο Β΄(όπου σουλτάνος =βασιλιάς), που το 1153 είναι άρρωστος και γνωρίζει ότι σύντομα θα πεθάνει. Οι δύο άντρες είναι φίλοι από την νεότητά τους (η οικειότητα ανάμεσά τους είχε προκαλέσει άφθονα κουτσομπολιά στους δρόμους, τα οποία καλλιεργούσαν οι ευνούχοι του παλατιού) και ο Ρογήρος πάντα συμβουλεύεται τον Ιντρισί στις δύσκολες αποφάσεις, ειδικά όταν αφορούν την ισορροπία ανάμεσα στις δυο διαφορετικής θρησκείας κοινότητες.
Το επιστημονικό και ερευνητικό πνεύμα του Μουχάμμαντ σπρώχνει τον 58χρονο ήρωα (υπό την σκέπη πάντα του προστάτη βασιλιά) στην αναζήτηση της γνώσης, στην αμφισβήτηση, αλλά και στην αποδοχή και μελέτη των χειρογράφων και αλλόθρησκων ερευνητών, εφόσον αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η αλήθεια, επιστημονική και ηθική. Έτσι, έχουμε ένα ανοιχτό μυαλό με πολύπλευρα ενδιαφέροντα, που προσπαθεί να εντοπίζει με «αντικειμενικότητα» τις διαφορές ανάμεσα στα δόγματα (ισλαμικό, χριστιανικό) αλλά και τις πρακτικές κάθε κοινότητας (πώς ήταν δυνατόν ο Αλλάχ να έχει μόνο ένα παιδί, τον Ίσα (=Ιησούς); Πώς είναι δυνατόν ο Παντοδύναμος να αποκτήσει μόνο έναν γιο; Και για ποιο λόγο επινόησαν αυτό το ψέμα οι Ναζαρηνοί; Η μόνη εξήγηση ήταν επειδή βρίσκονταν χρονικά πιο κοντά στο ρωμαϊκό κόσμο και τους θεούς του. Ήταν υποχρεωμένοι να προσθέσουν λίγη μαγεία στη θρησκεία τους, προκειμένου να προσελκύσουν πιστούς). Τον συνεπαίρνει ιδιαίτερα η αρχαία ελληνική μυθολογία και η προσωπικότητα του Αλ Χόμα (του Όμηρου), διαβάζει τις αραβικές μεταφράσεις του Ηρόδοτου, Αριστοτέλη, Γαληνού κ.α. και διερευνά τους τρόπους και τις μεθόδους των αρχαίων σοφών στην προσπάθειά του να συντάξει μια παγκόσμια γεωγραφία. 
Στο βιβλίο διαγράφονται αριστοτεχνικά οι τεταμένες σχέσεις των «Ναζαρηνών» με τους μουσουλμάνους (που ουσιαστικά υπερέχουν και αριθμητικά και πολιτιστικά), ενώ ο χριστιανός -Νορμανδός- σουλτάνος περιστοιχίζεται από καλόγερους Φράγκους, Έλληνες που τον πιέζουν να διώξει τους μουσουλμάνους, βαρόνους που εποφθαλμιούν τη δυναστεία των Ωτβίλ, και -τους πιο «βάρβαρους»- Λομβαρδούς που ασκούν εξουσία, κακοποιούν και διώκουν απροκάλυπτα κάποιες φορές το ισλαμικό στοιχείο. Μέσα σ’ αυτό το παζλ λαών διαφορετική θρησκείας και κουλτούρας ο Ιντρισί προσπαθεί με τον ψύχραιμο και φιλειρηνικό τρόπο του να επηρεάσει τον βασιλιά αλλά και τους  ομόθρησκούς  του που είναι έτοιμοι να εξεγερθούν σε κάθε χριστιανική πρόκληση.
Η κρίση κορυφώνεται όταν οι Ναζαρηνοί ζητούν απ’ τον Ρουτζάρι/Ρογήρο το κεφάλι του Φιλίππου, που είναι ο πιο αξιοσέβαστος απ’ τους συμβούλους  του βασιλιά∙ ευνούχος, μουσουλμάνος εκχριστιανισμένος με το ζόρι, στη συνέχεια ασπάστηκε το Ισλάμ από επιλογή, φιλόσοφος και κάτοχος πολλών γλωσσών. Οι κατηγορίες είναι αστείες, αλλά τα αίτια είναι ότι οι εκκλησιαστικοί κύκλοι και οι βαρόνοι φοβούνται τη δύναμη του Φιλίππου. Επιπλέον, ωθούν τους μουσουλμάνους σε εξέγερση ώστε να έχουν το κίνητρο/άλλοθι να τους εξοντώσουν (κάθε ενέργεια θα εκληφθεί ως πρόκληση, πράγμα που θα προκαλούσε λουτρό αίματος). Ο έξυπνος Φίλιππος αντιλαμβάνεται αυτήν την τακτική και αρνείται κάθε προσπάθεια απόδρασης (αν το βάλω στα πόδια και κρυφτώ, θα είναι σημάδι ενοχής και δεν προτίθεμαι να τους προσφέρω αυτήν την ικανοποίηση. Αν έφευγα, η εκδίκησή τους θα στρεφόταν εναντίον σας. Οι καλόγεροι δυσκολεύονται να κρύψουν το μίσος τους για το Παλέρμο). 
Η απόφαση του -εκβιασμένου- Σουλτάνου να θυσιάσει τον πολύτιμο σύμβουλό του, αλλά και του ίδιου του Φιλίππου να παραδοθεί στην πυρά προκαλεί θύελλα αντιδράσεων εκ μέρους των Πιστών (δηλαδή των μουσουλμάνων). Η χριστιανική εκκλησία και οι βαρόνοι με τη σειρά τους στρατολογούν τους Λομβαρδούς, αυτά τα άξεστα κτήνη που συνετέλεσαν στην καταστροφή της μεγάλη αυτοκρατορίας των Ρωμαίων. Ανάμεσα στους Άραβες ξεχωρίζει η μορφή του αλ Φαρίντ, επονομαζόμενου «Έμπιστου», ενός ηγέτη αξιοθαύμαστου, με όραμα και κοινωνική ευαισθησία, που λόγω του ασκητικού τρόπου ζωής του έγινε θρύλος και απέκτησε χιλιάδες υποστηρικτές. Αυτός προτρέπει τα πλήθη να εξεγερθούν, ερχόμενος σε αντίθεση με τον φιλειρηνιστή Ιντρισί.
Πέρα από το ιστορικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει το μυθιστόρημα, βλέπουμε πώς μέσα από την καθημερινή ζωή διαγράφεται ένας διαφορετικός πολιτισμός, μια τελείως διαφορετική νοοτροπία που παίρνει σάρκα και οστά μέσα από τις οικογενειακές σχέσεις του πληθωρικού Ιντρισί. Χωρισμένος, με δυο ανόητες κόρες που περιφρονεί ενώ συμπαθεί τους γαμπρούς του και τα εγγόνια του, με έναν γιο εξαφανισμένο κι έναν άλλον σχεδόν πνευματικά διαταραγμένο (που όψιμα ανακαλύπτει ότι έχει εξαιρετικές δεξιότητες κι ενδιαφέροντα).  Με ερωμένη την όμορφη Μάγυα, με την οποία έχει κρυφά μια κόρη την έξυπνη, τολμηρή και αυθόρμητη ‘Ελινορ, αλλά και με την αδερφή της ερωμένης που ζητά την επαφή μαζί του για να κάνει παιδί αλλά τον ερωτεύεται… εν γνώσει της Μάγυα,  γίνεται ξανά πατέρας δυο φορές (καθόλου παράξενο βέβαια στον ισλαμικό πολιτισμό όπου η πολυγαμία για τους άντρες ήταν κανόνας). Όλα αυτά τα πρόσωπα δρουν στο ιστορικό πλαίσιο που είπαμε, αγαπούν, μισούν, διαλέγονται, έχουν αγωνίες και ελπίδες και συνθέτουν ένα πίνακα της εποχής τον οποίο η επίσημη Ιστορία δυσκολεύεται να μας δώσει.
Χριστίνα Παπαγγελή


[1] Ας δούμε λίγο το ιστορικό πλαίσιο της εποχής για να μπούμε στην ατμόσφαιρα:
Από το έτος 999 Νορμανδοί τυχοδιώκτες είχαν φθάσει στη Ν. Ιταλία. Οι Λομβαρδοί, που προσπαθούσαν να αναλάβουν την εξουσία των πόλεων από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τους πήραν ως μισθοφόρους, αλλά έπειτα από έναν αιώνα οι Νορμανδοί μισθοφόροι κατείχαν την εξουσία των πόλεων. Το 1095 που ο Ρογήρος Α' γίνεται κόμης της Σικελίας, ο εξάδελφός του Ρογήρος Μπόρσα είναι δούκας της Απουλίας και Καλαβρίας και ο άλλος εξάδελφός του Ριχάρδος Β' είναι πρίγκιπας της Κάπουας. Εκτός αυτών στη Ν. Ιταλία υπήρχαν κόμητες, που όφειλαν τυπικά υποταγή σε έναν από τους τρεις αυτούς ηγεμόνες. Το 1101 ο Ρογήρος Α' απεβίωσε και άφησε τον πρωτότοκο, 8ετή υιό του Σίμωνα υπό την αντιβασιλεία της μητέρας του Αδελαΐδας ντελ Βάστο. Αυτός όμως απεβίωσε 4 έτη μετά, οπότε έγινε κόμης Σικελίας ο 9ετής αδελφός του Ρογήρος Β' με τη μητέρα του αντιβασίλισσα.
Ο Ρογήρος Β' έγινε από τους ισχυρότερους βασιλείς της Ευρώπης. Συγκέντρωσε στο Παλέρμο άνδρες όπως ο Έλληνας ιστορικός Νείλος Δοξαπατρής, ο Άραβας γεωγράφος Μουχάμαντ αλ-Ιντρίσι, κά. Επέτρεψε την ανοχή στις γλώσσες, τις φυλές, τη θρησκεία. Για τη διοίκηση του κράτους προσέλαβε πολλούς Έλληνες και Άραβες, που είχαν εκπαιδευθεί στη μακρά παράδοση της κεντρικής διοίκησης. Υπηρετήθηκε από άνδρες διαφορετικής ιθαγένειας, όπως τους ναυάρχους Χριστόδουλο και Γεώργιο εξ Αντιοχείας, τον οποίο έκανε amiratus amiratorum (αρχιναύαρχο) και τον Τόμας Μπρουν kaid (κύριο) της Αυλής. Η Σικελία έγινε ηγέτιδα ναυτική δύναμη της Μεσογείου. (Wikipedia, https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A1%CE%BF%CE%B3%CE%AE%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%92%CE%84_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%A3%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B1%CF%82)

Τρίτη, Φεβρουαρίου 27, 2018

Πούρα γεμιστά, Βασίλης Τσιαμπούσης

Πάντα θελκτικά τα διηγήματα του αγαπητού Δραμινού συγγραφέα, που τα περισσότερα μας μεταφέρουν στο σύγχρονο μικροαστικό, λαϊκό περιβάλλον της Δράμας  και των περιχώρων.  Ο συγγραφέας διατηρεί και σ’ αυτήν τη συλλογή 25 διηγημάτων του  έντονο το προφορικό στοιχείο αφήγησης που συναντά κανείς σε ιστορίες «καφενείου», με όλες τις αρετές που σημαίνει αυτό: το ύφος είναι απλό, καθημερινό, δεν υπάρχουν -εκ του περισσού- καλολογικά «λογοτεχνίζοντα» στοιχεία (π.χ. μακροσκελείς περιγραφές), διατηρείται η εσωτερική δομή της σκέψης του αφηγητή, που συνειρμικά μεταπηδά από ένα επεισόδιο σε άλλο κι επιστρέφει στην αρχή («θυμήθηκα ότι», «αυτό μου έφερε στο νου τότε που…»), οι συστάσεις των ηρώων γίνονται με καίριο και συνοπτικό τρόπο. Δεν υπάρχει «φλυαρία», αλλά οι ιστορίες έχουν φιλτραριστεί από τις ανάγκες του ακροατηρίου σε ιστορίες  «πυρηνικές», γύρω από έναν αρχικό πυρήνα που κρατά την ουσία. Περίπου, δηλαδή, με τον τρόπο που αναδεικνύεται και η ουσία σε ένα ανέκδοτο, όπου ο αφηγητής αφαιρεί απ’ την υπόθεση όλο το γύρω γύρω και στο ανυπόμονο ακροατήριο δίνει μόνο όποιες λεπτομέρειες  εξυπηρετούν τις ανάγκες του ανέκδοτου, έτσι κι οι αφηγητές του συγγραφέα, απευθυνόμενοι σ’ ένα υποθετικό ακροατήριο σκιαγραφούν το πλαίσιο αριστοτεχνικά, δίνοντας τόσες λεπτομέρειες, όσο για να μπει ο ακροατής/αναγνώστης στο πνεύμα.
Μόνο που ο στόχος δεν είναι εδώ να γελάσουν οι αναγνώστες. Συμβαίνει βέβαια κι αυτό, γιατί οι περισσότερες ιστορίες αφήνουν ένα μειδίαμα στα χείλη του αναγνώστη από τα γλυκόπικρα της ζωής. Όμως οι ιστορίες όλες, τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, μοιάζει να συγκλίνουν στο ότι αναδεικνύουν μεγάλες και μικρές αντιφάσεις του μικροαστικού κόσμου, όπως μεγαλείο μέσα στη μιζέρια, ανθρωπιά μέσα στη φτώχεια και την κακομοιριά, τρυφερότητα ανάμεσα σε «άσπονδους» φίλους, κι αυτό που προσωπικά με συγκινεί περισσότερο, διακωμώδηση της κοινής τραγικής μοίρας, του θανάτου. Συχνά μάλιστα οι ήρωες έχουν ονοματεπώνυμο, είναι φιγούρες γνώριμες ή γνωστές, κι έτσι μαζί με τον συγγραφέα και ο αναγνώστης παραδίδεται σε μια γλυκιά νοσταλγία (όπως η γνωστή για τους περισσότερους Δραμινούς γραφική «Καλλιόπαινα», η «Τσουμί τσα μάτσει», μια αθώα γυναίκα/με φάτσα Ινδιάνου, που παρουσιάζεται όμως όχι απλά, ηθογραφικά αλλά με μια διάσταση εσωτερικής ομορφιάς).
Η προφορικότητα της εξιστόρησης επιτρέπει συχνά αναδρομές, ένα σχήμα λόγου που αν το προσέξεις θα διαπιστώσεις ότι χρησιμοποιείται κατά κόρον, ωστόσο δεν ενοχλεί ούτε τον ειρμό της αφήγησης ούτε την αισθητική (λόγω επανάληψης). Όπως μας είπε και ο ίδιος ο συγγραφέας στη Λέσχη Ανάγνωσης όπου το συζητήσαμε, παρόλο που τα διηγήματα είναι διάσπαρτα από αναμνήσεις, συνήθειες, ήθη της ευρύτερης περιοχής της Δράμας, παροιμίες και θυμοσοφικά αποφθέγματα, δεν έχουν στόχο ηθογραφικό/λαογραφικό. Στα περισσότερα συνήθως στο τέλος μας περιμένει κάποια έκπληξη, μια απροσδόκητη τροπή ή μια απρόσμενη χειρονομία του ήρωα, που δίνει μια μοναδικότητα στην αφήγηση, ένα φινάλε που οδηγεί τον αναγνώστη στο «πυρηνικό κέντρο». Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, το δεύτερο διήγημα («Ντεπόν αναβράζον») που κορυφώνεται σε μια πράξη σπάνιας, αλλά καθημερινής και χωρίς ανταπόδοση  ανθρωπιάς («εγώ είμαι “μουαμετάνο”, είπε. «Ό, τι θέλει ας είσαι»).
Έτσι λοιπόν, στο «Πρωινό στο σταθμό», βρισκόμαστε στο σιδηροδρομικό σταθμό της Δράμας όπου το τρένο έχει καθυστέρηση, για να ζήσουμε μαζί με τον αφηγητή χαρακτηριστικές στιγμές που όλοι μας έχουμε γευτεί σε ανάλογες περιπτώσεις. Όμως, μετά την τρίτη σελίδα, κάποιο σύντομο επεισόδιο εκτρέπει τη συνηθισμένη μέρα για να χαρίσει έντονα συγκινησιακά συναισθήματα στον ήρωα, μαζί και σε μας (ξεχωρίζω το εκπληκτικό τέλος: συνεχίζω να προχωρώ για να βρεθώ στη δική μου θέση, στο δικό μου παράθυρο, στη δική μου μέρα. Στο μεταξύ ο ήλιος έχει ανατείλει, κι ο κάμπος, σαν μουσκεμένο πανωφόρι, ρουφά σιωπηλός τις αρρωστιάρικες ακτίνες του).
Αρκετά διηγήματα έχουν αναφορές στην καπνοπαραγωγή της περιοχής, τα καπνομάγαζα π.χ. της «ξεπεσμένης αριστοκράτισσας», της Καβάλας (μνημεία βιομηχανικής αρχιτεκτονικής του 1920), σήμα κατατεθέν της ντόπιας αρχιτεκτονικής. Η καλλιέργεια και επεξεργασία του καπνού καθόρισε κατά πολύ την οικονομία και τον τρόπο ζωής των κατοίκων μέχρι τη δεκαετία του’80, με εξαίρεση την περίοδο της (Γ΄) βουλγαρικής κατοχής (το 1943 η καπνοπαραγωγή στη Δράμα και την Ξάνθη μειώθηκε δραματικά επειδή πολλοί έλληνες είχαν σταλεί «ντουρντουβάκια» στον Δούναβη). Στους «γόμφους» ενός τέτοιου -πρώην- καπνομάγαζου ο ήρωας του πρώτου διηγήματος «Το ειδικό βάρος του χρυσού» γυρεύει να βρει… χρυσάφι (του φτωχού το εύρημα ή καρφί ή πέταλο!), μιας και συνηθιζόταν στην περιοχή με τις τόσες μετακινήσεις να κρύβουν χρυσά νομίσματα σε ανύποπτα μέρη.  Στο «Πέντε πόντους περισσότερο» όπου η αφηγήτρια είναι γυναίκα, διαγράφεται γλαφυρότατα το εργασιακό τοπίο για μια ορφανή κοπέλα 16 χρονών που δουλεύει στην καπναποθήκη, πριν πάει εργάτρια στη Γερμανία (να είσαι εντάξει στη δουλειά σου και να μην αντιμιλάς, γιατί, άμα σε διώξουν, το μόνο που μας μένει είναι να πνιγούμε  στα νερά της Αγίας Βαρβάρας»…).
 Στον καπνό αναφέρεται και το ομώνυμο με το βιβλίο διήγημα «Πούρα γεμιστά», που δεν διαδραματίζεται μεν στην ανατολική Μακεδονία, αλλά ο πρωταγωνιστής μουσουλμάνος Χασάν Οναράν, φέρεται να γεννήθηκε στη Δράμα το 1904 (Οθωμανική αυτοκρατορία ακόμη) και να γνωρίζει τόσο καλά την κατεργασία του καπνού ώστε να γίνει ο εκλεκτός του Ουίνστον Τσόρτσιλ! Δουλεύει στο Λονδίνο και παραγγέλνει εκλεκτούς «μπασμάδες» από Δράμα και Ξάνθη. Το διήγημα μάλιστα πρωτοτυπεί γιατί ως υστερόγραφο παρατίθεται ο διάλογος του συγγραφέα μ’ έναν απαιτητικό αναγνώστη, που ενίσταται για τα τυχόν ψευδή ιστορικά στοιχεία κι επομένως την πιθανή εξαπάτηση του αναγνωστικού κοινού. Εδώ ο συγγραφέας έχει την ευκαιρία να δώσει τη δική του απάντηση στο ερώτημα αυτό που είναι ένα απ’ τα βασικά ερωτήματα της θεωρίας της λογοτεχνίας (θεμιτή, αν και δεν πολυσυμφωνώ, πιστεύω ότι ο λογοτέχνης σ’ αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να κάνει παραπομπές με τις βιβλιογραφικές αναφορές).
Η θεματολογία απλώνεται και σ’ άλλους χώρους  της κοινωνικής ζωής, απ΄ όπου ο συγγραφέας σταχυολογεί συναρπαστικές ιστορίες άξιες λόγου ∙ το «Το πέναλτι», π.χ., από τον χώρο του ποδοσφαίρου, αφορά μια ομάδα στους οποίους εντάχτηκαν τρεις φοιτητές του εξωτερικού, λάτρεις του αθλήματος, όπου… υπήρχε «ένα μικρό προβληματάκι»: την ομάδα την είχαν Τούρκοι! (Εμείς μπάλα θα παίζουμε, δεν θα κάνουμε εξωτερική πολιτική).  Παρόλη την άποψη του αφηγητή ότι στο ποδόσφαιρο οι συγγένειες, οι εθνικότητες και άλλα τέτοια δεν μετρούν∙ κι ότι το άθλημα έχει τις δικές του λογικές και τη δική του ηθική, η πράξη αναδεικνύει ηθικά διλήμματα που ο φίλος του τα λύνει με ιδιάζοντα τρόπο. Ηθικά διλήμματα μπαίνουν και στα διηγήματα που έχουν κάπως πολιτικό περιεχόμενο  όπως το «Λιγότερο κι απ’ το τίποτε» (όπου διατρέχοντας τρεις γενιές ο συγγραφέας σκιαγραφεί την εποχή με τα ρουσφέτια της, τους πολιτικούς διωγμούς, τις δηλώσεις μετανοίας κλπ) και το « Τα “λουκούμια”»  όπου σατιρίζει τις στημένες εργολαβίες και τα ρουσφέτια και την εσωτερική σύγκρουση του ήρωα καθώς εξευτελίζεται σταδιακά στα μάτια του πεθερού (όλα αυτά στο γνώριμο αφηγηματικό πρωτοπρόσωπο ύφος).
Ιδιαίτερο από ψυχογραφική άποψη είναι το διήγημα «ενηλικίωσης» «Η αρκούδα», όπου βλέπουμε τον έφηβο ήρωα να κόβει επιτέλους τον ομφάλιο λώρο που τον έδενε με την οικογένεια και καθήλωνε τη σχέση με τον πατέρα.
Πολλές αναφορές διάσπαρτες σε διηγήματα γίνονται επίσης στη μουσική, στη βυζαντινή ιδιαίτερα (γνωστός ο συγγραφέας για την ψαλτική του τέχνη), αλλά και πιο στοχευμένα, όπως στο «Μητέρα μουσική» που είναι μια σπονδυλωτή αφήγηση με χαλαρή σχέση ανάμεσα σε τρία επεισόδια που προβάλλουν με λαϊκό χιούμορ την  απίστευτη σχέση των ηρώων με τη μουσική (π.χ. για τον Νικολάκη που έχασε τη μάνα του πριν τρεις μέρες και παίζει φυσαρμόνικα: το κομμάτι του μοιάζει με αγκομαχητό, με παράπονο, με βρισιά, γιατί έχει όλες κι όλες τρεις νότες και καμία αλλαγή ρυθμού/η μουσική που παίζει ο μικρός δεν είναι κατ’ ουσίαν «ανθρώπινη». Και πρώτα πρώτα δεν υπάρχει αυξομείωση της έντασης. Όπως δεν υπάρχει αυξομείωση στον πόνο που αισθάνεται, φρέσκος πόνος, βαθύς πόνος).
Τη διαφορετική σχέση απέναντι στο θρησκευτικό συναίσθημα, το συναίσθημα του «ιερού» δίνει ο συγγραφέας και στο σπαρταριστό διήγημα με το χαρακτηριστικό τίτλο «Βαβέλ». Στη Μονή Διονυσίου ο ορθολογιστής Κώστας, ο ενθουσιώδης Γάλλος Ντυπόν και ο αφηγητής συνδιαλέγονται με τον σοφό γέροντα της μονής, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, οι σχέσεις μετεξελίσσονται σε τρεις τέσσερις σελίδες, ενώ ο συγγραφέας δε χάνει την ευκαιρία να καυτηριάσει και τη μισαλλοδοξία κάποιων μοναχών.

Κάποια διηγήματα είναι σαφώς χτισμένα με μικροεπεισόδια πάνω στο μοτίβο «θυμάμαι….», όπως οι «Αναμνήσεις Δεκαπενταύγουστου» (πάντα στοχεύοντας σε κάτι άξιο μνημόνευσης, κάποια ελάχιστη λεπτομέρεια που «κάνει τη διαφορά»), καθώς και το «Ο καθείς με το ταλέντο του», διήγημα που αποδίδει το πορτρέτο του γνωστού Δραμινού ποιητή Νίκου Κωνσταντινίδη, με όλες τις αγαπημένες του ιδιορρυθμίες.
Προς το τέλος του βιβλίου έχουμε τρία τέσσερα διηγήματα όπου είναι εντονότερο το ερωτικό στοιχείο.  Πάντα μ’ έναν πρωτότυπο τρόπο αναδεικνύουν το ανέφικτο, το ουτοπικό («Μια αγκαλιά κόκκινα τριαντάφυλλα» με κωμικοτραγικές φάσεις εφήβων που προσπαθούν να πλησιάσουν το ίνδαλμά τους, και το «Χαλίκια εκ του έρματος»), ή το πολύ φευγαλέο (έκλαιγα από ευτυχία κι από ανεξήγητη θλίψη, από ερωτικό ξεσήκωμα κι από ντροπή, έκλαιγα γιατί τα μάτια και η ψυχή μου δεν άντεξαν τόση ομορφιά, τόση γυναίκα). Η ομορφιά που ξεσηκώνει τον έρωτα είναι ρομαντική, απόλυτη, αυτάρκης αλλά παροδική, όπως ξεκάθαρα στο «Η ουρά του κουναβιού», αλλά και στο διήγημα  «Τα νεραϊδέλια» όπου το νεραϊδένιο μυθικό στοιχείο σαγηνεύει, ξεσηκώνει ολόκληρη κοινωνία για να απομυθοποιηθεί με την πάροδο του χρόνου.

Θα παρακάμψω το τελευταίο διήγημα «Οσία Μαρία η Αιγυπτία» που ήταν για μένα μάλλον το πιο αδιάφορο (αν και ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρθηκε με ιδιαίτερη αγάπη σ’ αυτό το διήγημα, λέγοντας ότι αφαίρεσε από το συναξάρι κάθε υπερβατικό στοιχείο για να αναδείξει την αγιότητα της Οσίας Μαρίας μέσα από την καθαρή της εγκόσμια πράξη), για να αφήσω για το τέλος αυτά που μου άρεσαν περισσότερο, και νομίζω ότι είναι και τεχνικά αρτιότερα: είναι, κατά σύμπτωση,  όσα πραγματεύονται με κάποιο τρόπο τον θάνατο. Ο Τσιαμπούσης, με το περιπαιχτικό και θυμοσοφικό ύφος του προσεγγίζει αυτό το θέμα με τρόπο καθημερινό, ξορκίζοντάς το καθώς το συμπλέκει με τις προκλήσεις της ζωής.
Θα τα βάλω με τη σειρά που τα ξεχώρισα, τελειώνοντας στο πιο αγαπημένο: 
Το «Φακές με λάδι» απευθύνεται στην αρχή στον πεθαμένο καλό φίλο Κ.Π., γνωστό για την παραγωγή λαδιού, μεταφέροντάς μας μετά στην αίθουσα δεξιώσεων του ετήσιου μνημόσυνου, όπου ο διάλογος εξελίσσεται κατά απροσδόκητο τρόπο.  Το «Χαιρετισμούς στους φίλους» αφορά την πορεία ενός καρδιακού φίλου προς τον θάνατο, από τη μέρα που μαθαίνει την είδηση της «φοβερής αρρώστιας». Γεμάτο αναμνήσεις, μικροαστικές έγνοιες, πικρό χιούμορ  όπου ξεχνάμε «τα άλλα τα σοβαρά και μεγάλα»... Το να βλέπεις τον φίλο σου να οδηγείται στον μοναχικό δρόμο του τέλους νομίζω ότι είναι από μόνο του σπαραξικάρδιο, κι ο συγγραφέας έδωσε όλα τα βήματα προς αυτήν την πορεία με τρόπο λιτό κι απέριττο.
Το «Τελευταίος ασπασμός» είναι ένα τρυφερό «ξόδι» στον Τάκη, η είδηση του θανάτου του οποίου γέμισε αναμνήσεις τον αφηγητή. Με δυο κουβέντες μας σκιαγραφεί τη βαθύτερή του υπόσταση: «τ’ απογεύματα μ΄ έσερνε στις εκκλησιές του νησιού, όπου ψέλναμε εσπερινούς και παρακλήσεις στην Παναγία, δίνοντας σάρκα και οστά στις παπαδιαμαντικές του εμμονές». Σε παπαδιαμαντικό ύφος λοιπόν και ο αφηγητής περιγράφει την τετραφωνική «δίκην καντάδων» νεκρώσιμη ακολουθία, ως «άτοπον», εφόσον οι ψαλτάδες «έψαλλον τω στόματι μόνον και ουχί των νοΐ και τη καρδία»! Η γνώριμη αντίθεση μεταξύ ανατολικού και δυτικού ήθους όσο αφορά την προσέγγιση του ιερού, δίνεται με δυο πινελιές, ενώ ο αφηγητής στα κλεφτά ανεβαίνει στο αναλόγιο και χαρίζει τον «τελευταίον ασπασμόν» στον φίλο/συγγενή του, βυζαντινότροπα (ήταν η τελευταία ευκαιρία να τον αποχαιρετήσω με τον τρόπο που ήθελε και δεν έπρεπε να καθυστερώ)… Το «Το αυθαίρετο» μας δίνει τη συγκλονιστική εικόνα του Δημητρού που έφτιαξε αυθαίρετο πάνω στο μνήμα του γιου του και, παρά τις καταγγελίες, πήγαινε έτρωγε, έπινε και άκουγε Ρέμο και Βανδή… (είναι άραγε πραγματική ιστορία;).
Και αφήνω για επίλογο το αγαπημένο μου, το «Η σκούνα». Σκούνα είναι ο Γιωργής (το παρατσούκλι γιατί ήταν μπεκροκανάτα), ο φίλος που πέθανε, ο φίλος που σε κάθε ευκαιρία χρωμάτιζε τη ζωή πετώντας αυτοσχέδια δίστιχα, ενώ όσο ζούσε έτρωγε καζούρα απ’ όλους. Η παλιοπαρέα (μας τους συστήνει έναν έναν ο αφηγητής) τον αποχαιρετά με τρία μπουκάλια Μεταξά, τρώγοντας και πίνοντας στην υγειά του, καθώς αναθυμούνται σπαραχτικές ιστορίες με τον νεκρό ως πρωταγωνιστή. Όσο προχωρά η νύχτα, ανάβει και το γλέντι με ψητά κοτόπουλα, μπίρες, ενώ μαζί με το μεθύσι σταδιακά βγαίνουν στην επιφάνεια οι τύψεις για τις χοντρές πλάκες που κάναν στη Σκούνα: «Απόψε, γομάρια, σας δίνεται κι εσάς η τελευταία ευκαιρία να ζητήσετε συγνώμη απ’ τον νεκρό». Τρία «μινοράκια», ένα τραγούδι για τον Χάρο του Καζαντζίδη, ένα ανέκδοτο, φέρνουν την κάθαρση (εκείνο που θα μπορούσαμε να κάνουμε είναι… να πίναμε κι ένα ποτηράκι στην υγεία του καλού θεού. Καλή συνάντηση μαζί του κι όλοι συγχωρεμένοι). Οι φίλοι ξεπερνάν ένας ένας τον εαυτό τους όσο κρατά η «ημιαγρυπνία», και:

Έπειτα από λίγο βγήκαν όλοι από την αίθουσα, γέρνοντας δεξιά κι αριστερά σαν τη Σκούνα. Κι ο παπα- Θέμης, τελευταίος, έσβησε τα φώτα και διπλοκλείδωσε την πόρτα σαν να μπορούσε ο νεκρός να σηκωθεί και να κατηφορίσει προς τα πατσατζίδικα της παραλίας που έμεναν όλη τη νύχτα ανοιχτά. Κι εκεί με δυνατή φωνή ν’ απάγγελλε πάλι τα στιχάκια του, αναμένοντας να λάβει απ’ τους ξενύχτηδες τη δίκαιη αμοιβή του σε πιοτό.
Χριστίνα Παπαγγελή  

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 15, 2018

Οι τυφλοί, Νίκος Α. Μάντης

Η τύφλωση είναι η βέλτιστη τιμωρία,
πέρα από κάθε βασανισμό ή άλλου είδους ακρωτηριασμό,
καθώς υποτάσσει τη βούληση και τραυματίζει ανεπανόρθωτα το πνεύμα∙
η τυφλότητα οδηγεί στην απενεργοποίηση κάθε αμφισβήτησης,
κάθε εναλλακτικής ή απείθαρχης ερμηνείας των πραγμάτων.

Σε μεγάλη αμηχανία φέρνει τον αναγνώστη κάθε προσπάθεια να μιλήσει συνοπτικά για το πολυσύνθετο αυτό βιβλίο (όπως διαπίστωσα κι από άλλες παρουσιάσεις). Το χειμαρρώδες γράψιμο, που πολλές φορές φαίνεται φλύαρο, ήταν για μένα η μεγαλύτερη αρετή, αυτό δηλαδή που κράτησε περισσότερο το ενδιαφέρον μου κατά την ανάγνωση του 600σέλιδου πυκνογραμμένου κειμένου, για το περιεχόμενο του οποίου έχω μια μικρή ένσταση που θα την αναφέρω παρακάτω. Δεν την βρήκα λοιπόν φλύαρη τη γραφή, παρόλο που χαρακτηρίζεται από περιγραφές με μακροπερίοδο λόγο.  Γιατί τα πολλά, ευφάνταστα κι απίστευτα εύστοχα επίθετα ζωγραφίζουν με τρεις λέξεις το πνεύμα, την ατμόσφαιρα μιας ολόκληρης εποχής, ή τύπους ανθρώπων, είτε συνηθισμένων είτε μοναδικών, που ψυχογραφούνται με τρεις αράδες, σα να’ ναι σκίτσα. Ίσως λόγω εξοικείωσης και αγάπης προς τη γραφή του Σαραμάγκου -που σε οδηγεί αβίαστα σε άλλο, αργό ρυθμό ανάγνωσης- δεν ενοχλήθηκα, κυρίως όμως γιατί, αν δεν ψάχνεις μονάχα τα νήματα της πλοκής (κοινώς το ποιος, τι, πού), η εκφραστική αυτή δεινότητα του Μάντη σε οδηγεί και σε πολλά διαφορετικά επίπεδα:  εφόσον η πυκνότητα της έκφρασης, και οι  σπαρταριστές περιγραφές δεν επιβραδύνουν ενοχλητικά τον ρου της αφήγησης, δίνουν χρώμα, μια οπτική γωνία  ανεπανάληπτη, μια διάσταση ερμηνείας που συνήθως ο αναγνώστης δεν προλαβαίνει να αντιληφθεί. Η σύλληψη της στιγμής εξακτινώνεται ακαριαία σ’ όλες τις διαστάσεις, κοινωνική, ψυχολογική, συναισθηματική, με λίγες μόνο αιχμηρές, πικάντικες και ενίοτε σαρκαστικές λέξεις.
Το ύφος λοιπόν είναι αυτό που κράτησε κάθετο το ενδιαφέρον μου, χωρίς να σημαίνει ότι δεν είχε ενδιαφέρον και το περιεχόμενο, το οποίο όμως ομολογώ ότι σε κάποια σημεία ήταν… ψιλοκουφό. Σαν πρώτη εκτίμηση θα πω ότι ήταν μεγαλοφυής η σύλληψη αλλά κάπως φορτωμένη –μπορώ να φανταστώ τον νέο συγγραφέα να ενθουσιάζεται από τη μορφή που έπαιρνε το έργο του καθώς έγραφε, και να θέλει να τα πει όλα, σε 600 σελίδες. Έτσι, μας δίνει ανάγλυφα και σε υπερδόσεις εικόνες από το χάος της μεγαλούπολης, στη συγκεκριμένη περίπτωση της Αθήνας, και μάλιστα της σύγχρονης Αθήνας, τόσο σύγχρονης που αναρωτιόμαστε αν είμαστε και μεις κάπου εκεί στην πλατεία των αγανακτισμένων στο Σύνταγμα το 2011.  Βρίσκει τρόπο να μιλήσει ουσιαστικά και σε βάθος για τις περιθωριακές ομάδες, για κάθε είδους αναρχοαυτόνομη τάση αλλά και για τις ακροδεξιές, εθνικιστικές παρακρατικές οργανώσεις που δρουν υπόγεια -κυριολεκτικά και μεταφορικά. Με την καταπληκτική γραφή που περιέγραψα παραπάνω ζωντανεύει μπροστά μας κάθε δρόμος και σοκάκι, κάθε σκοτεινή γωνιά -κυριολεκτικά και μεταφορικά πάλι. Μοιάζει σα να θέλει κυρίως να μιλήσει με δαιδαλώδη τρόπο για το λαβύρινθο της ιστορίας, όπου υπόγειες δυνάμεις συμπλέκονται με την εξωτερική επίφαση των γεγονότων. Ίσως κι αυτός παθιάζεται από την ανάγκη να τα περικλείσει όλη την ουσία σε μια φόρμα, όπως κι ένας από τους τέσσερις βασικούς ήρωές του, ο Κλεάνθης Βρακάς  (λογοκριτής επί  χούντας και μετέπειτα μέλος της μυστικής οργάνωσης «Ραδάμανθυς»), που αφιερώνει όλη του τη ζωή στη «λογική των συνδυασμών» και στην πυθαγόρεια αριθμομετρία (η μυστική ερμηνεία του κόσμου απαιτεί πανεπιστημοσύνη, απαιτεί μια αποθήκευση τόσων πολλών δεδομένων, που θα υπερχείλιζαν οποιονδήποτε φυσιολογικό εγκέφαλο). Το ένα και μοναδικό κλειδί για την ερμηνεία του κόσμου γίνεται  η εμμονή του Κλεάνθη -που σαν έργο ζωής του βάζει πάνω απ’ όλα το «Βιβλίο των Πάντων»-,  και στη συνέχεια του Ισίδωρου, ενός ακόμη απ’ τους τέσσερις βασικούς πρωταγωνιστές που, ευάλωτος σαν χαρακτήρας, προσελκύεται από τον Κλεάνθη σε μια παθιασμένη αναζήτηση, ένα ατέρμονο  γαϊτανάκι  ψαξίματος, γιατί το να ψάχνει είχε γίνει πια μέρος της φύσης του, το να ψάχνει ήτανε πια για κείνον ο μοναδικός τρόπος που υπήρχε για να ζει. Έτσι, ο αγώνας ενάντια στην πολυδιάσπαση και αποσπασματικότητα του κόσμου γεμίζει την καθημερινότητα του Ισίδωρου, δίνοντας στη ζωή του αναπάντεχα ξεκάθαρο και αναμφίβολο νόημα (αναζητούσε σύμβολα, σύμβολα με αξία για την αποκρυπτογράφηση του Κόσμου).
Και μόνο η λαβυρινθώδης δομή δείχνει σχηματικά την αντίστοιχη πρόθεση του συγγραφέα: Η υπόθεση στα δύο πρώτα μέρη («πλέγμα» και «κέντρο») ξετυλίγεται σχεδόν ομαλά και γραμμικά στο κέντρο της Αθήνας (πιο κέντρο δεν γίνεται! από Εξάρχεια μέχρι πλατεία Συντάγματος), ενότητες  που αντιστοιχούν σε δύο διαφορετικά χρονικά επίπεδα (καλοκαίρι του 2011/συγκεντρώσεις Αγανακτισμένων και Απρίλης του 1972/ γιορτές της χούντας), ενώ το τρίτο μέρος (πάλι «πλέγμα») διαδραματίζεται στη Νάξο το 1985, με πρωταγωνιστή τον τέταρτο βασικό ήρωα του μυθιστορήματος, τον Βρετανό Νέιτ, εργαζόμενο στον τότε ΔΝΤ, που ψάχνει τα αίτια του δολοφονημένου του πατέρα μέλους της CIA. Στο μέρος αυτό τα πράγματα συγχέονται κάπως και όσο αφορά τη γραφή, εφόσον και η συνείδηση του Νέιτ περιέρχεται σε σύγχυση. Μεσολαβεί ένα κεφάλαιο («σύντομο μουσικό διάλειμμα») όπου μεταφερόμαστε στα μέσα του 2007 (!), κεφάλαιο που «χτίζεται»  από chat περιθωριακών σχετικά με το κίνημα των πανκ, σκίνς κλπ στην Αθήνα της δεκαετίας του ’70, απ’ όπου ξέρουμε ότι ξεπήδησε ο νεοναζισμός. Οι συμμετέχοντες καταθέτουν τις προσωπικές τους μαρτυρίες για πρόσωπα και πράγματα του σχετικού χώρου, όπου βέβαια συμπλέκεται ποικιλοτρόπως το παρακρατικό και ακροδεξιό στοιχείο (όπως ακριβώς οι φασίστες αντιγράφουν τον αναρχικό και επαναστατικό λόγο στις προκηρύξεις τους, έτσι αντιγράφουν τον αναρχικό και επαναστατικό ήχο). Γνωρίζουμε μάλιστα από συνέντευξη του συγγραφέα ότι αυτοί οι διάλογοι είναι περίπου πραγματικοί[1], και τα πολύ συγκεκριμένα στοιχεία, ονόματα, στέκια κλπ που αναφέρονται εξάπτουν μοναδικά το ενδιαφέρον του αναγνώστη, γιατί είναι η σύγχρονη, δική του ιστορία... Επί του προκειμένου, του δίνεται η ευκαιρία να δει τα πρόσωπα του μυθιστορήματος μέσα από άλλη οπτική γωνία, ενώ με το πρίσμα του χρόνου μυθοποιούνται ή αποδομούνται γεγονότα και άνθρωποι.  Σε όλα αυτά τα μέρη μεσολαβούν και ανεξάρτητα τελείως κεφάλαια, σε διαφορετική γραμματοσειρά, όπου αντιστικτικά δίνονται π.χ. βιογραφίες κάποιων προσώπων, πληροφορίες ή μυθικές αναφορές κλπ. Τέλος, το τελευταίο μέρος («μίτος») ξεφεύγει από κάθε έννοια χρονικού επιπέδου, γιατί πρόκειται για εγκιβωτισμένη ιστορία που αποκαλύπτει ένας απ τους ήρωες στους τοίχους του σπιτιού του Κλεάνθη (είναι ο Ισίδωρος ή ο ίδιος ο Κλεάνθης; –νομίζω ότι σκόπιμα ο συγγραφέας μάς δημιουργεί σχετική σύγχυση), όπου καταγράφεται η περιπετειώδης κάθοδος στον υπόγειο κόσμο της Αθήνας δύο προσώπων, που και πάλι δεν έχουμε στοιχεία για την ταυτότητά τους (νομίζεις ότι πρόκειται για τον Ισίδωρο και τον Κλεάνθη, αλλά γρήγορα καταλαβαίνεις ότι δεν έχει νόημα να ψάχνεις συνέπεια στα «πραγματολογικά» στοιχεία, όλα μάλλον είναι προϊόν αυθυποβολής).  Το επιστέγασμα της σύγχυσης είναι όταν στο επίμετρο αποκαλύπτεται ότι ΟΛΟ το βιβλίο είναι χειρόγραφο του Νέιτ!
Στη διάρθρωση αυτή όμως, ας μην παραλείψω να αναφερθώ και σ’ αυτό που παρέκαμψα βιαστικά κατά την ανάγνωση του βιβλίου, τον «προθάλαμο»! Ο «προθάλαμος» είναι ένας εισαγωγικός μονόλογος που προφέρεται απνευστί σε α’ ενικό, από κάποιο πρόσωπο που μέχρι τέλους (και τώρα που το ξαναδιαβάζω) δυσκολεύεσαι να καταλάβεις για ποιον ήρωα πρόκειται. Είναι ένα φευγάτο κείμενο, μάλλον κάποιου που εγκαταλείπει τα εγκόσμια, διαφορετικό απ’ όλο το υπόλοιπο βιβλίο, ποιητικό, ελκυστικό αλλά ακατανόητο, ευτυχώς μόνο 4 σελίδες. Οι φράσεις κλειδιά που θα βασανίσουν τον συγγραφέα και θα εξιτάρουν τον αναγνώστη υπάρχουν εδώ συμπυκνωμένες, όπως «το μείγμα της πραγματικότητας», φράση που υπονοεί ότι επιλέγουμε από την πραγματικότητα ό, τι εξυπηρετεί τη δική μας πραγματικότητα (βλ. π.χ. και στην ίδια σελίδα: όσο κι αν δοκίμασα να αποσπαστώ από τις δαγκάνες, αυτό δεν μπόρεσε να γίνει –από εκείνες τις ανελέητες δαγκάνες της πραγματικότητας, της δικιάς μου πραγματικότητας, που πριν καιρό έδειχνε αξεχώριστη με την πραγματικότητα των άλλων), ή «καταστροφή σημαίνει τον μοναδικό τρόπο που βρίσκεται για να υπάρχουμε» (εδώ η καταστροφή έχει μάλλον την έννοια του θανάτου, γιατί στη συνέχεια μιλά για την «πυρκαγιά των κυττάρων»).  Έχω την εντύπωση ότι ο εσωτερικός αυτός μονόλογος ανήκει στον τέταρτο ήρωα-καταλύτη όλης της ιστορίας, στον οποίο δεν έχω αναφερθεί ακόμη, τον εκκεντρικό, υπερφυσικών δυνάμεων ήρωα Γιώργο ή Ναπολέοντα Καρζή ή Καρτσή ή Κάτση, που διέτρεξε όλη την ιστορία σαν θρύλος και δεν γίνεται, κάποια στιγμή πέθανε. Όμως, υπάρχουν και στοιχεία που δικαιολογούν την άποψη να είναι ο Ισίδωρος. Το ίδιο πρόσωπο πρέπει να γράφει και ένα επιλογικό σημείωμα που επιγράφεται «έξοδος».
Ο Ισίδωρος  είναι ο πιο οικείος σε μας ήρωας, όχι μόνο γιατί είναι σύγχρονος (το 2011 είναι 28 χρονών), αλλά γιατί βλέπει όλον τον δαιδαλώδη κυκεώνα με τη «φρέσκια», σύγχρονη απορημένη ματιά, ανοιχτή στο καινούριο και το απρόοπτο. Λιγνός, με μια έκφραση γεμάτη νοσταλγίας για κάτι που δεν υπήρξε ποτέ, στο βάθος της οποίας ίσως και να τρεμόπαιζε ένα πείσμα, μια εγκαρτέρηση και μια βαθιά ανάγκη να λύσει ένα αίνιγμα, ένα ή περισσότερα αινίγματα. Ξεκινώντας από μια κλασική εξαρχειώτικη παρέα (ο συγγραφέας μάς την παρουσιάζει αρκετά αναλυτικά και με τον γλαφυρό του τρόπο μάς μεταφέρει προβληματισμούς, θερμές συζητήσεις,  θεατρικές απόπειρες, εναλλακτικές δράσεις, διαφωνίες, παρεμβάσεις κλπ), θα βρεθεί για πρώτη φορά ερωτευμένος, αλλά η μυστηριώδης εξαφάνιση της Σοφίας θα «πυροδοτήσει μια σειρά γεγονότων», όπως γράφεται και στον προθάλαμο.  Ενώ το σκηνικό είναι το ψηφιδωτό διαφόρων πολιτικών χρωμάτων στο Σύνταγμα των αγανακτισμένων, ο Ισίδωρος χάνεται σε μια περιπλάνηση ανεύρεσης του «αντικείμενου του πόθου», όπου συναντά τον Κλεάνθη, τον δεύτερο βασικό και ιδιόρρυθμο πρωταγωνιστή. Έχοντας ως ισχυρό κίνητρο τη μοναδική αγάπη (το μοιραίο κορίτσι της ζωής του), και καθοδηγημένος από συμβολικά μοτίβα (της «κερασφόρου μορφής ενός τρομακτικού άντρα», κοινώς μινώταυρου), θα χαθεί αυτοβούλως σε μαιάνδρους αναζήτησης μιας συμπαντικής αλήθειας (γιατί η ραγισματιά αυτή ήταν που του άνοιξε τα μάτια σε τόσα μυστήρια, τόσες αλήθειες, μπρος στις οποίες ήταν για χρόνια και χρόνια τυφλός και που τώρα, τώρα που έχει αρχίσει να τις διαισθάνεται με κάποιον τρόπο, ακολουθώντας τα βήματα της αρχαίας γνώσης αλλά και των ανθρώπων).
Δεν ακούγεται πολύ αληθοφανές, ένας δικτυωμένος νεαρός των Εξαρχείων να σαγηνευτεί τόσο πολύ από τις λεξαριθμικές θεωρίες  και τις μυστικιστικές ανησυχίες ενός πρώην λογοκριτή της χούντας. Η ψυχογράφηση όμως του Ισίδωρου, αβίαστα ενσωματωμένη στην αφήγηση του Μάντη (σ’ αυτό το μέρος έχουμε γ΄ ενικό, παντογνώστη αφηγητή), δικαιολογεί την αγκίστρωση του Ισίδωρου στις εμμονές του Κλεάνθη. Εύπλαστος κι ευμετάβλητος, με πολύ χαλαρούς δεσμούς με την οικογένειά του, έχει χαμηλό βαθμό αυτοεκτίμησης και συνεχές το αίσθημα της αποτυχίας, που ενδυναμώνεται με την εξαφάνιση της Σοφίας (βασανίζεται από το αίσθημα ανεπάρκειας, που του έχει γίνει, ξεκινώντας στα χρόνια της εφηβείας του ακόμα, κάτι παραπάνω από δεύτερη φύση). Ο κόσμος του Κλεάνθη, γεμάτος μυστικά σημάδια, κώδικες και αποκρυπτογραφήσεις του άνοιξε τα μάτια σε τόσα μυστήρια, τόσες αλήθειες, μπρος στις οποίες ήταν για χρόνια και χρόνια τυφλός. Το «ξεκλείδωμα» των μυστικών του κόσμου γίνεται το πάθος που θα τον κάνει να αγνοήσει ακόμα και τη Σοφία, ό δε μέγιστον, όταν ανακάλυψε το «Βιβλίο των Πάντων», το μυστικό κείμενο γραμμένο στους… τοίχους του σπιτιού του Κλεάνθη (το οποίο παρεμπιπτόντως έπιασε φωτιά) βάλθηκε να αποκωδικοποιήσει το «σπίτι-σημειωματάριο» μπαίνοντας σε παράξενους κώδικες στο ίντερνετ και συνεχίζοντας τα ατέλειωτα ταξίδια του στους λαβύρινθους του διαδικτύου και της Αθήνας.
Αν και διωκόμενος ο Κλεάνθης από τους ιεραρχικά ανώτερούς του (γιατί λογόκρινε το «Ελληνικόν Κλέος» (!), έργο όπου εμπλέκονταν όλοι οι υπόλοιποι ήρωες), εισάγει τον Ισίδωρο στο ακροδεξιό σύμπαν των μυστικών οργανώσεων: ο Διπλούς Πέλεκυς είναι η νεοναζιστική οργάνωση που είχε ενσκήψει τα τελευταία χρόνια στη χώρα/εγκληματική σπείρα-κόμμα με αρχηγό τον Βάσο Μεθενίτη, ενώ πίσω της βρίσκεται ο «Ραδάμανθυς»[2], μια αθέατη οργάνωση που υπήρχε παντού στην Ελλάδα. Ονόματα  που θα συναντήσει ο αναγνώστης και στις άλλες ενότητες, όπως του «γκουρού» της οργάνωσης, του Λουκά Βακόνδιου,  του προϊστάμενου στο Υπουργείο Προπαγάνδας Ευστάθιου Κανναβού (είναι ο «διανοούμενος της υπόθεσης, πάνω πάνω στην ιεραρχία, με δεκάδες βιβλία τύπου «Είναι οι τούρκοι παραπλανημένοι Έλληνες;» στο ενεργητικό του), ή του Βάσου Μεθενίτη του αρχηγού της νεοναζιστικής οργάνωσης, όλα αυτά τα ονόματα λοιπόν οδηγούν τον Ισίδωρο σ’ ένα ξέφρενο ψάξιμο, κατευθείαν στην καρδιά μιας σύγχυσης με αρχαιοελληνικές και εθνικιστικές αναφορές. Ακολουθεί τα ίχνη και διερευνά ό, τι πληροφορία μπορεί να συλλέξει, 40 χρόνια μετά, αλλά υπάρχει ένα πρόσωπο, ένα μονάχα πρόσωπο που τα ενώνει όλα/τον καιρό εκείνο τα πάντα είχαν συναντηθεί σε μία μόνο μορφή. Τη μορφή του εύζωνα Καρζή, όπως λέει ο Κλεάνθης στον Ισίδωρο. Για τον Κλεάνθη ο Καρζής είναι η «ενσάρκωση της αλήθειας», μιας «αλήθειας» που είναι βέβαια υπό το πρίσμα των αρχαιοελληνιστών (σύμφωνα μ’ αυτή τη θεωρία που ενστερνίζεται ο Κλεάνθης και όχι μόνο -και αναρωτιέμαι αν ο συγγραφέας αναφέρεται σε υπαρκτή ή πλαστή κατ’ αναλογία θεωρία, όχι ότι δεν υπάρχουν παρόμοιες-, όλα τα ιστορικά γεγονότα ερμηνεύονται με βάση τη διαμάχη Κρονίων και οπαδών του Διός, της «σύγκρουσης ανάμεσα στο διονυσιακό και απολλώνιο στοιχείο» : αναφέρθηκε στην αρχαία διαμάχη μεταξύ των δύο αιώνιων αντιπάλων του ελληνισμού, των Κρονίων και των οπαδών του Διός, που κάθε τόσο καλύπτεται και με διαφορετική ιδεολογική προβιά).  Ο Βακόνδιος μάλιστα, αναφέρεται και στον έλεγχο των ψυχικών δυνάμεων, σαν όπλο των οπαδών του Διός έναντι των Κρονίων!

Το δεύτερο κεφάλαιο, μας γυρίζει πίσω στην καρδιά της χούντας (21η Απριλίου του 1972) και μας ζωντανεύει την καθημερινότητα  του θρυλικού Ναπολέοντα/Γιώργου/Καρζή /Καρτσή, που σ΄ αυτή τη χρονική περίοδο είναι νεαρός, εύζωνας στη φρουρά του  Άγνωστου Στρατιώτη. Εντυπωσιακός, ψηλός, χαρακτηριστικός για τη διχρωμία στα μάτια του και το επιβλητικό παράστημά του. Είναι πολύ αναλυτική η περιγραφή της καθημερινής ρουτίνας (όλου του τυπικού της προετοιμασίας, της στολής κλπ, της συνεννόησης με το «ζευγάρι» του), αλλά όχι μόνο δεν είναι κουραστική, αντίθετα είναι από τα πιο απολαυστικά  σημεία του βιβλίου. Άλλωστε παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τον (τόσο οικείο, φευ!) παραλογισμό των συνταγματαρχών, με αποκορύφωμα το κιτς στην επετειακή φιέστες στο Παναθηναϊκό στάδιο της 21ης Απριλίου. Γρήγορα όμως αρχίζουν τα «φευγάτα», όπως σειρά επεισοδίων όπου ο Καρζής ασκεί τις ιδιαίτερες ψυχικές του δυνάμεις: να εισχωρεί στον εγκέφαλο των άλλων με τρομερή ευκολία, να βλέπει το παρελθόν τους και να κατευθύνει τις ενέργειές τους (π.χ. προβαίνει σε «τηλεπαθητικό» ζευγάρωμα, καψόνια στους άλλους εύζωνες, παρεμβάσεις στο νου των περαστικών, αποκάλυψη της πραγματικής ιστορίας προσώπων κλπ): είναι ένας Κολοσσός με ετοιμόρροπο νευρικό σύστημα και έναν εγκέφαλο που έχει σχεδιαστεί αντίστροφα απ’ το κανονικό, όχι για να καταλαβαίνει, έστω και λίγο τον κόσμο, αλλά για να τον προβάλλει μέσα του σε διάφορες εκδοχές, ακόμα και επεμβαίνοντας στην τελική του σκηνοθεσία, χωρίς ωστόσο να μπορεί να αντιληφθεί το παραμικρό για το σενάριο και το συνολικό σχέδιο που το διέπει.
Η αληθοφάνεια σώζεται κάπως με την επινόηση της ακύθου[3] («Έι ΜΠι» κατά τους αμερικάνους»), ένα βοτάνι που τάχα φυτρώνει στα ελληνικά νησιά κάτι σαν αρμυρίκι, που αρκεί να το μυρίσεις λίγο για να δεις τα πιο περίεργα οράματα (η εσωτερική εμπειρία της ακύθου, μαζί με την παλιά σου προδιάθεση για μεγάλα μπερδέματα στο επίπεδο της πρόσληψης και της ερμηνείας αυτού που γενικά ορίζεται ως πραγματικότητα, και όλα αυτά προστιθέμενα στη σημαντική μέρα που προδιαγράφεται σήμερα (την Πέμπτη επέτειο της Επαναστάσεως, το δίχως άλλο!) αποτελούν μια τριάδα δεδομένων, η δυνητική ανάμειξη των οποίων προοιωνίζεται αρκετά προβλήματα σε ασυνήθιστες δόσεις). Όταν λοιπόν, ο έτσι κι αλλιώς προικισμένος Καρζής παίρνει την άκυθο, οι ικανότητές του απογειώνονται.
Στην τέταρτη ενότητα ο πρωταγωνιστής Νέιτ μιλά σε α΄ενικό (κρατά ημερολόγιο) μεταφέροντας από ένα σημείο και μετά την απόλυτη σύγχυσή του. Το μοτίβο της τύφλωσης πυκνώνει καθώς χάνει κάθε έλεγχο με τη βοήθεια της ακύθου (δεν είναι ναρκωτικό αυτό που δοκίμασες. Είναι η δίοδος της αρχαιότητας μέσα μας. Είναι η ιερή τροφή των θεών. Είναι ο μίτος για τον λαβύρινθο/αυτή είναι η νόσος της σύγχρονης ζωής, μην έχεις καμιά αμφιβολία. Η αποσπασματικότητα). Το ότι ο Νέιτ γίνεται «πειραματόζωο», υποχείριο της επιβαλλόμενης σύγχυσης μάλλον δεν είναι τυχαίο. Έχει να κάνει με τον ρόλο του, τον ρόλο του πατέρα του (διπλού πράκτορα), την προσπάθειά του να μάθει την αλήθεια.
Σε κατάσταση σύγχυσης βρίσκεται και ο Ισίδωρος στο τελευταίο κεφάλαιο «μίτος», μετά την – απίστευτα γλαφυρή-  «κάθοδό» του στις υπόγειες στοές και την εμπειρία του στον υπερφυσικό κόσμο των τυφλών, όπου συναντά τον μεσήλικα πλέον Καρτσή σαν τον βασιλιά Ραδάμανθυ στη «Χώρα της Όρασης» για να πάρει σιβυλλιδικές απαντήσεις τύπου «όλα όσα έζησες δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα με αυστηρούς όρους. Ακόμα και τώρα που μιλάμε, βρισκόμαστε σε μια παράλληλη ζώνη. Τη ζώνη του μυαλού σου».
 Δεν όμως αυτή η «μικρή ένστασή» μου στην οποία αναφέρθηκα στην αρχή της ανάρτησης, αν και με απωθούν γενικά οι υπερδυνάμεις και οι ιστορίες που στηρίζονται σ’ αυτές (με απωθούν όχι μόνο γιατί είναι εξωπραγματικές, αλλά γιατί τσουβαλιάζεται κάθε λογική προσέγγιση). Ξεπέρασα αυτή την απώθηση λόγω της τρομερά ελκυστικής γραφής του Μάντη, και λόγω του συμβολισμού που μπορεί να κρύβει ο νοητικός έλεγχος από μέρους της πλευράς των δικτατόρων, εφόσον έχει αποδείξει η Ιστορία  ότι το αποκορύφωμα της άσκησης εξουσίας είναι να κυριαρχείς στους άλλους μέχρι τα βάθη του εγκεφάλου. Άλλωστε προετοιμαζόμαστε γι αυτό στο απόσπασμα με διαφορετική γραμματοσειρά (της πρώτης ενότητας) σχετικά με την «ψυχοτρονική μέθοδο» (τρόποι ελέγχου του νου μέσω μιας μεθόδου που έχει τη δυνατότητα να ελέγξει την ανθρώπινη βούληση και συμπεριφορά, να επηρεάσει τον ψυχισμό, ή ακόμα και να οδηγήσει στο θάνατο τα άτομα-στόχους τους). Από τη συνέχεια της σύνθετης πλοκής στην οποία μπερδεύει τους ήρωές του ο γλαφυρότατος συγγραφέας (και ιδιαίτερα τον τέταρτο στη σειρά εμφάνισης, Νέιτ Λάμπερτ, που τον κάνουν να χάσει κάθε αίσθηση ταυτότητας σε μεγάλο βαθμό), δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το κλειδί του χάους (και το κλειδί του βιβλίου) βρίσκεται στον έλεγχο του νου. Δεν είναι απολύτως φανερό αμέσως, αλλά γίνεται ξεκάθαρο στη συνέχεια ότι οι χουντικοί κύκλοι χρησιμοποίησαν τον εύζωνα στις μυστικές υπηρεσίες για να κατευθύνουν τις συνειδήσεις μέσα από τον έλεγχο της σκέψης. Είναι το επιστέγασμα της κυριαρχίας, που στο κάτω κάτω τόσο έχει συζητηθεί στην εποχή μας (βιοπολιτική κλπ). Εκείνος βέβαια κάποια στιγμή ανεξαρτητοποιήθηκε, για να συνεχίσει την πνευματική κυριαρχία των τυφλών στον υπόγειο κόσμο της Αθήνας (κάθε συμβολισμός επιτρεπτός).
Η ένστασή μου δεν είναι καν ότι αυτή η μύηση (των χουντικών προς τον Καρτσή με επιστέγασμα την εικονική «δολοφονία» του πατέρα του και στη συνέχεια, του Καρτσή που ελέγχει έναν κόσμο υπόγειο στους λαβυρίνθους  της Αθήνας) είναι παρατραβηγμένη, γιατί κι αυτό μπορεί κανείς να το εντάξει σ’ ένα υπερβολικό, παραμυθιακό στοιχείο μυθιστορημάτων πολιτικής φαντασίας κλπ. Η έντονη επιφύλαξή μου είναι στο ότι η σε μάκρος περιγραφή και ανάλυση όλων αυτών των αρχαιολατρικών  δοξασιών που με ένα κλικ οδηγούν στο νεοναζισμό, σπείρει κάποιες αμφιβολίες για τις πολιτικές προθέσεις του κειμένου, που δεν είναι απολύτως ξεκάθαρες. Κοινώς, δίνεται κάποιες φορές η εντύπωση  ότι «ξεπλένει»/δικαιολογεί  σ’ ένα βαθμό τις θεωρίες όλες αυτές, ίσως απλά και μόνο επειδή ασχολείται τόσο πολύ μαζί τους («δεν έχει σημασία τι λένε για σένα φτάνει να μιλάνε για σένα», έλεγε ο Γκαίμπελς (!)). Υπάρχουν πολλά σημεία φερειπείν που εκτείνονται σε μάκρος χωρίς να είναι αναγκαίο, όπως η ιστορία με τον βασιλιά Ακόσα που παρεμβάλλεται με άλλη γραμματοσειρά (είναι η ιστορία που αφηγείται ο πατέρας του Νέιτ στον Νέιτ;) που ερμηνεύει την τυφλότητα μέσα από την αυθαιρεσία ενός μύθου είναι παρεξηγήσιμη: μαθεύτηκε ότι η τυφλότητα ήταν το μοναδικό γιατρικό απέναντι στην ισχύ των γραμμένων, αλλά ταυτόχρονα και ο τρόπος να καταφέρει κάποιος να κλέψει κάτι από τη δύναμη του Ουρανού.  
Αυτή είναι η μικρή μου αντίρρηση[4], που με έφερε σε αμηχανία καθώς διάβαζα το βιβλίο προσπαθώντας να ανιχνεύσω τις πολιτικές προθέσεις του συγγραφέα (βρε, μπας και είναι κανένας αρχαιολάτρης τελικά;). Όμως, το «μουσικό διάλειμμα» καθώς και άλλα σημεία ιδεολογικά πιο ξεκάθαρα, με κάνουν να καταλήξω ότι ο Μάντης με ξεχωριστή τόλμη και ικανότητα κατάφερε κάτι πολύ πολύ δύσκολο, να αναδείξει το πολιτικοϊδεολογικό χάος στο σύγχρονο νεοελληνικό σύμπαν.  Εκτός, αν, συμβαίνει αυτό που συνέβη και στον παγιδευμένο του ήρωα τον Ισίδωρο, που ρωτάει με απόγνωση ποιος επιτέλους έγραψε όλα αυτά για να πάρει την απάντηση:
Κανείς. Ο συγγραφέας είναι ο αναγνώστης. 
Ή μάλλον το αντίθετο. Ο αναγνώστης είναι ο συγγραφέας.
Χριστίνα Παπαγγελή



[1] Ν. Μάντης: «Κατ’ αρχάς έχω κλέψει, ράψει και διασκευάσει έναν υπαρκτό διάλογο στο indymedia, που είναι ένας Πίντσον από μόνο του. Αυτό το κομμάτι του βιβλίου, που μου ήρθε πολύ φυσικά, είναι χαρακτηριστικό της σύγχυσης που κουβαλάει μια μερίδα αυτής της πολιτικής σκέψης -πέρα από την εργαλειοποίηση της βίας.
Κάποια μάλιστα κομμάτια είναι ακριβώς όπως μπήκαν στο Indymedia, βρήκα άτομα με τρομερές αφηγηματικές ικανότητες, αισθάνομαι την ανάγκη να τα ευχαριστήσω, γιατί εν μέρει λεηλάτησα το προϊόν της σκέψης τους. Αλλά ένιωσα ότι στους «Τυφλούς» ήθελα να απομυζήσω κάθε ρανίδα της πραγματικότητας, που με περιβάλλει». (http://www.efsyn.gr/arthro/yparhei-skotadi-kai-syghysi-sto-myalo-toy-ellina).
[2] Σοφά επιλεγμένο από τους αρχαιοελληνιστές του μυθιστορήματος το πρόσωπο του Ραδάμανθυ ως σύμβολο: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A1%CE%B1%CE%B4%CE%AC%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CF%85%CF%82
[4] Παρόμοια αντίρρηση είδα μόνο στη σχετική ανάρτηση του ΝΟ14ΜΕ, http://no14me.blogspot.gr/2017/06/blog-post_26.html: Εκείνο το οποίο με προβλημάτισε, μέχρι και το τέλος της ανάγνωσης, είναι η πολιτική άποψη του συγγραφέα, παρασυρμένος ίσως από την ιδιαιτερότητα της εποχής, κατά την οποία κάθε τι οφείλει να παίρνει τη θέση του στην πολιτική αρένα. Ίσως να μην έχει κανένα νόημα ή ίσως αυτή η σύγχυση να αποτελεί κεντρική επιδίωξη του συγγραφέα, να αποτυπώσει αυτή τη σύγχυση που επικρατεί, το θόλωμα και την αμηχανία, κυρίως στον ευρύτερο χώρο της αριστεράς και της αναρχίας. Ίσως ο προβληματισμός μου εντάθηκε εξαιτίας της ικανότητας του Μάντη, στην οποία, πριν από οτιδήποτε άλλο, αναφέρθηκα, να αποτυπώνει ανάγλυφα την κατάσταση που επικρατεί στο κέντρο αυτής της πόλης.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 10, 2018

μπονσάι, Αλεχάντρο Σάμπρα

Η σύλληψη ενός μυθιστορήματος-μπονσάι, μιας «περίληψης» μυθιστορήματος  (διαφέρει αυτό φυσικά από τη νουβέλα ή το διήγημα), σε συνδυασμό με τον συμβολικό ρόλο που παίρνει το μπονσάι στη ζωή των ηρώων είναι η ουσία, και η πρωτοτυπία ίσως, αυτού του μικρού βιβλίου. Μάλλον θα πρέπει να προστεθεί και η έκδηλη αγάπη προς τη λογοτεχνία, που διαρρέει με διάφορους τρόπους και φαίνεται να βασανίζει τον συγγραφέα εξίσου πολύ με τον κεντρικό του ήρωα, τον Χούλιο.
Θραύσματα λοιπόν από τις ζωές των δύο πρωταγωνιστών (έτσι κι αλλιώς η Εμίλια πεθαίνει πολύ νέα κι αυτό το μαθαίνει ο αναγνώστης απ’ την πρώτη παράγραφο) συνθέτουν μια σπονδυλωτή ιστορία με 5-6 πρόσωπα, που αφήνει τη γεύση της μοναξιάς, της ματαιότητας και την ανάγκη ενός καταφύγιου πιο «σταθερού» όπως είναι τα μυθιστορήματα («περνούν τα χρόνια, και το μόνο πρόσωπο που δεν αλλάζει είναι το κορίτσι στο βιβλίο του»: πρόκειται για φράση του Γιασουνάρι Καβαμπάτα, που διάλεξε ο συγγραφέας για motto). Υπάρχει λοιπόν αρχικά ένας έρωτας, σχεδόν τυχαίος, της Εμίλιας και του Χούλιο, που ανθίζει κάτω απ’ την κοινή τους αγάπη για τη λογοτεχνία. Δεν είναι τυχαία η αναφορά του αφηγήματος «Ταντάλια» του Μασεδόνιο Φερνάντες, όπου το ερωτικό ζευγάρι αγοράζει ένα μικρό φυτό-σύμβολο της αγάπης (αργότερα συνειδητοποιούν πως, αν το φυτό πεθάνει, μαζί μ’ αυτό θα πεθάνει και η αγάπη τους).  Διαβάζουν κάθε μέρα πριν το σεξ, και μερικές φορές τα συγκεκριμένα αναγνώσματα διεγείρουν σεξουαλικά τη φαντασία τους. Δίνουν μόνοι τους το τέλος στη σχέση τους, πολύ πριν να ολοκληρώσουν το «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο του Προυστ» (που το είχαν συναποφασίσει ως όριο). Οι δρόμοι των δυο ηρώων αποκλίνουν, ενώ παρακολουθούμε σε άλλο ψιλοανιαρό κεφάλαιο τη σχέση της Εμίλιας με τη φίλη της την Ανίτα από την παιδική ηλικία (ίσως μέσω της Ανίτας ο συγγραφέας μας δίνει την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τα ίχνη της καταθλιπτικής ηρωίδας και τον τρόπο θανάτου της).  
Η συνάντηση με τον μυθιστοριογράφο Γκασμούρι ανοίγει έναν άλλο κόσμο στον μοναχικό Χούλιο. Σκοπεύει να δουλέψει δίπλα στο λογοτέχνη, καθαρογράφοντας το νέο του μυθιστόρημα, που έχει κι εδώ πρωταγωνιστές ένα ζευγάρι που αγοράζει ένα μπονσάι (σύμβολο της απέραντης αγάπης που  τους ένωνε). Η ιστορία αυτή γίνεται εμμονή στον ήρωα, που όταν δε γίνεται δεκτός στη δουλειά, στρώνεται να γράψει ο ίδιος την ιστορία, βάζοντας τον τίτλο «μπονσάι». Ζωγραφίζει μπονσάι, αγοράζει μπονσάι, διαβάζει για το μπονσάι. Εδώ και μήνες περιμένει τη στιγμή που το μπονσάι θα φτάσει στην τέλεια μορφή του, την ευγενική και γαλήνια μορφή που έχει προβλέψει.
Η ιστορία του Χούλιο είναι ατελής γιατί η ιστορία του Χούλιο δεν τελειώνει, αυτό είναι το πρόβλημα. Η αίσθηση του ανολοκλήρωτου είναι μάλλον μέσα στις προθέσεις της γραφής. Το αποστασιοποιημένο ύφος με χαρακτηριστικότερο εξωτερικό στοιχείο το γ΄ενικό, όπου παρουσιάζονται συνοπτικά κάποια σημαδιακά γεγονότα (ή τα υπαινίσσεται ο συγγραφέας με εικόνες/πινελιές) προσομοιάζει στο στυλ αστυνομικής αναφοράς. Προσωπικά με απωθεί και η μικρή φόρμα και το αποστασιοποιημένο ύφος, ιδιαίτερα όταν δεν πρόκειται για διήγημα αλλά για μυθιστόρημα (που συνήθως εκτείνεται στον χρόνο και συμπλέκονται πολλοί χαρακτήρες). Είναι σα να δίνονται «έτοιμα» τα όποια συμπεράσματα θα έβγαιναν αβίαστα από την πλοκή. Το κενό αυτό καλύπτει  ομολογουμένως το γοητευτικό γράψιμο.
Το  βιβλίο είναι κομψό, έξυπνο και χαριτωμένο σαν μπονσάι, αλλά  αν δεν ήταν μόνο 100 οι σελίδες, μάλλον δε θα το διάβαζα.
Υ.Γ. Μου άρεσε ιδιαίτερα η ανάρτηση του ΝΟ14ΜΕ (Γιάννη Καλογερόπουλου)  και από το βιβλίο «Παρελθόν» του Άλν Πάουλς της σχετικής ανάρτησής του (στο οποίο παραπέμεπει)  κλέβω το παρακάτω, υπέροχο απόσπασμα, που φωτίζει διακειμενικά την από κοινού απόφαση των πρωταγωνιστών να χωρίσουν: « Ο χωρισμός δεν ήταν το επέκεινα του έρωτα, ήταν το όριό του, η κορύφωσή του, η εσωτερική μεθόριος της επικράτειάς του· αν τον ολοκλήρωναν όπως εκείνοι σκόπευαν να τον ολοκληρώσουν, με αγάπη, αυτό ακριβώς θα επέτρεπε στον έρωτα να πεθάνει καλά· δηλαδή, με τα δικά τους λόγια, να συνεχίσει να ζει χωρίς αυτούς στο εσωτερικό της φυσαλίδας που είχαν δημιουργήσει».   
Χριστίνα Παπαγγελή