Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά ημερομηνία για το ερώτημα τα χρόνια της βραδύτητας. Ταξινόμηση κατά συνάφεια Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά ημερομηνία για το ερώτημα τα χρόνια της βραδύτητας. Ταξινόμηση κατά συνάφεια Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Αυγούστου 03, 2025

το παιδί, Φερνάντο Αραμπούρου

Δε ζητώ τίποτε άλλο
-να έχω νόημα, ν’ αφήσω μια γρατζουνιά
σ’ αυτήν ή σ’ εκείνη τη συνείδηση.
      Μια ανείπωτη συμφορά -μάλλον πραγματική αλλά δεν έχει σημασία- που έπληξε τους κατοίκους της Ορτουέγια (περιοχή της χώρας των Βάσκων) στις 23 του Οκτώβρη του 1980, έδωσε το κίνητρο στον αγαπημένο συγγραφέα να προσπαθήσει να εισχωρήσει σε ανείπωτες πτυχές της ανθρώπινης ψυχής, που δύσκολα περιγράφονται με λόγια: την απώλεια ενός μικρού, εξάχρονου παιδιού.
     Δεν ήταν βέβαια ένα μόνο το νεκρό παιδί αλλά πενήντα (!) αδιαμόρφωτες ψυχούλες, μαθητές της πρώτης τάξης του δημοτικού, που μαζί με τρεις ενήλικες σκοτώθηκαν ακαριαία μετά την έκρηξη σε σωλήνες προπανίου κάτω από τις τάξεις του δημοτικού σχολείου της περιοχής. Ωστόσο, ο συγγραφέας θα εστιάσει στα πρόσωπα μιας και μόνο οικογένειας, που εμπλέκονται άμεσα σ’ αυτήν την τραγωδία. Συγκεκριμένα, η βασική ηρωίδα είναι η μάνα, η Μαριάχε, και ο πατέρας της, δηλαδή ο παππούς του μικρού παιδιού, του Νούκο, για το οποίο, πέρα από το ότι ήταν πανέμορφο δεν μαθαίνουμε τίποτα περισσότερο (τι όμορφο παιδάκι, με τις αφέλειές του, τα μαλακά μάγουλα και τα δοντάκια που ξεπρόβαλλαν στη μέση του χαμόγελου! Κι όμως, το άθροισμα όλων των χαμογελαστών χαρακτηριστικών συνέθετε μια έκφραση ελαφρά θλιμμένη, σαν ο Νούκο να ήξερε από νωρίς ότι δε θα ζούσε πολύ). Τέλος, είναι και ο σύζυγος της Μαριάχε, (πατέρας του Νούκο), ο Χοσέ Μιγκέλ.
     Ο συγγραφέας, με την ψυχογραφική δεινότητα που τον διακρίνει, εξατομικεύει τις ψυχικές διακυμάνσεις του πόνου, της βαθύτερης οδύνης που μπορεί να νιώσει άνθρωπος, δίνοντάς μας πολλά στοιχεία της προσωπικής ζωής των ηρώων. Προχωρά όμως πέρα απ’ αυτό, στο θέμα της ύπαρξης ή της απουσίας του παιδιού στην ψυχοσύνθεση του γονιού, και προς το τέλος του βιβλίου, καθώς έχουν περάσει οι πρώτοι μήνες του πένθους, του πόθου να υπάρχει ένα παιδί. Αγγίζει τα μεταίχμια της μητρότητας, της πατρότητας, της σχέσης του παππού –κι όλα αυτά με την επιφύλαξη ότι ανήκουν στον χώρο του ανείπωτου.
     Το κείμενο, ένας από τους πρωταγωνιστές
     Για να στηρίξει αυτήν την ιδέα, ότι υπάρχουν ψυχικές καταστάσεις που δεν αντιστοιχούν στα λόγια, μεσολαβούν δέκα μικρά κεφάλαια, με διαφορετική γραμματοσειρά, όπου μιλάει το… ίδιο το κείμενο! Ομολογώ ότι δεν με ενθουσίασε αυτό το -μεταμοντέρνο;- εύρημα! Το «κείμενο», σαν Πρόσωπο, έχει γνώμη, έχει και συναισθήματα, εξεγείρεται απέναντι στην αλήθεια που κρύβεται πίσω από τη μυθοπλασία, εκφράζει την επιδοκιμασία του όταν το ύφος είναι περιεκτικό, διαμαρτύρεται στον συγγραφέα για υπερβολές ή αποκρύψεις (κρίνω ότι ο κίνδυνος να υποπέσω στη συναισθηματική υπερβολή ή σε στομφώδεις εκφράσεις δεν είναι μικρός). Αυτό όμως που διασώζει περισσότερο ο συγγραφέας μ’ αυτόν τον τρόπο είναι οι ενοχές του καλλιτέχνη, όταν αυτός νιώθει ότι «αξιοποίησε» μια τραγωδία που αποτέλεσε πλήγμα για τη ζωή πολλών οικογενειών, πιθανόν για να γνωρίσει τη συγγραφική επιτυχία, όπως θα τον κατηγορούσαν πρώτα πρώτα οι γονείς. Ακόμη, το πρόσωπο /κείμενο, θεωρεί ότι η προσέγγιση τραγωδιών με ρεαλιστικό τρόπο τροφοδοτεί τις νοσηρές τάσεις των πιθανών αναγνωστών. Δεν έχει σημασία επίσης, όπως ισχυρίζεται, πόση δόση πραγματικότητας ή φαντασίας εμπεριέχει. Ωστόσο, εξανίσταται όταν συνειδητοποιεί ότι ο συγγραφέας αρχικά χρησιμοποίησε τα πραγματικά ονόματα (μα δεν αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει μια τέτοια αδιακρισία για τους κατονομαζόμενους;).
     Με τον τρόπο των εμβόλιμων κεφαλαίων, στα οποία μιλάει ουσιαστικά ο ίδιος ο συγγραφέας, αποκαλύπτεται μια αυτολογοκρινόμενη εσωτερική φωνή που αμφισβητεί, κρίνει, καθοδηγεί τον αναγνώστη ή προοικονομεί την πλοκή. Άλλοτε είναι σαν να απολογείται στον αναγνώστη, γιατί δεν είναι σε κάποια σημεία π.χ. αναλυτικός, ή απόλυτα πιστός στα γεγονότα, άλλοτε μας εξηγεί σε ποιο βαθμό ο ίδιος ερεύνησε ώστε να γίνουν κατανοητές κάποιες συμπεριφορές. Άλλο μείζον θέμα είναι σε ποιον βαθμό η βασική πληροφοριοδότρια, δηλαδή το πραγματικό πρόσωπο που βρίσκεται πίσω από τη Μαριάχε, νιώθει εκτεθειμένο, ή προδομένο από τη λογοτεχνική μεταφορά της προσωπικής της τραγωδίας, που σημειωτέον, ξεκινά πολύ πριν την απώλεια του παιδιού, κορυφώνεται με τον αιφνίδιο θάνατο του Νούκο αλλά συνεχίζεται και με την τραγική απώλεια του Χοσέ Μιγκέλ.
     Θα λέγαμε λοιπόν ότι ο συγγραφέας, μ’ έναν πρωτότυπο τρόπο, εκφραζει απόψεις και προβληματισμούς που θα μπορούσαν να διατυπωθούν σ’ ένα δοκίμιο, σχετικά με τις ηθικές διαστάσεις του να μεταφράσεις στο χαρτί με λόγια, μια τεράστια τραγωδία.
     Μαριάχε-Χοσέ
Το σχέδιο της ζωής μου συντρίφτηκε από τη μια μέρα στην άλλη
/εγώ όμως δεν έχω συντριβεί,
εγώ στέκομαι ακόμα όρθια αναπνέοντας
και απολαμβάνοντας με ηρεμία τη συνταξιοδότησή μου
     Η Μαριάχε είναι το επίκεντρο της πλοκής, κι όχι μόνο επειδή είναι η τραγική μητέρα, αλλά επειδή είναι το «δοχείο» όπου εκβάλλουν οι προσωπικές τραγωδίες και του Νικάσιο και του Χοσέ, στις οποίες θα αναφερθώ -σύντομα- παρακάτω. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι τα κεφάλαια όπου παρακολουθούμε τη Μαριάχε είναι γραμμένα πρωτοπρόσωπα. Ο συγγραφέας την παρουσιάζει χρόνια μετά (πάνω από εβδομήντα χρονών) να αφηγείται, όταν πια ο κουρνιαχτός όλων των γεγονότων, και όσων ακολούθησαν, έχει κατακάτσει.
      Αρχικά, βλέπουμε με ρεαλισμό σ’ ένα σύντομο «χρονικό», πώς βίωσε η Μαριάχε τις φοβερές στιγμές, αλλά και τη συναισθηματική αστάθεια που ακολούθησε (δεν θα μπορούσα να διακρίνω το σημαντικό από το ασήμαντο). Όχι, τον πρώτο καιρό δεν μπορεί να ασχοληθεί με τίποτα (με καμία δραστηριότητα, ούτε καν την πιο απλή από τις απλές, γιατί τον χρόνο και τη δύναμή μου θα τις καταλάμβανε εξ ολοκλήρου ο πόνος/μπροστά μου εκτεινόταν μια ολόκληρη μέρα αδράνειας, απόλυτης έλλειψης κινήτρων κατά τη διάρκεια της οποίας κατά διαστήματα θα έβαζα τα κλάματα). Καθώς περνάνε ωστόσο οι μήνες, και καθώς ο διαταραγμένος πατέρας της και ο μελαγχολικός Χοσέ καταλαμβάνουν το πεδίο δράσης της, αρχίζει και ψάχνει διεξόδους (π.χ. να απασχολείται στο κομμωτήριο της φίλης της, της Γκαρμπίνιε).
     Αυτό που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ο κλυδωνισμός της σχέσης με τον Χοσέ. Ο Χοσέ Μιγκέλ περιγράφεται σαν ένας «αγαθός γίγαντας»· είναι σωματώδης, ήρεμος, στοργικός, αφοσιωμένος σύζυγος, τρυφερός και πολύ καλός πατέρας. Από την άλλη είναι πειθήνιος, ντροπαλός, και αδέξιος, «χωρίς γούστο ή στυλ», σύμφωνα με τη Μαριάχε βαρετός, τον αποκαλεί «βασιλιά της πλήξης». Ωστόσο, η Μαριάχε εκτιμά και την έλλειψη βιασύνης στο σεξ, αλλά και ότι στέκεται δίπλα της προστατευτικά· είναι «απλός σαν κρίκος» όπως θα έλεγε ο Νερούντα, και νιώθει ασφάλεια δίπλα του.
     Καθώς η πληγή κρυώνει και μπαίνουν πια σε μια φαινομενική κανονικότητα, έχουν να αντιμετωπίσουν την απουσία του παιδιού, π.χ. να αδειάσουν το δωμάτιό του. Ο Χοσέ ζητά απλά να προσπαθήσουν να κάνουν άλλο παιδί. Οι προσπάθειες αυτές βάζουν το ζευγάρι σε νέα δοκιμασία και ανάγκη μιας νέας ισορροπίας. Η Μαριάχε ξέρει όμως αυτό που δεν ξέρει ο Χοσέ, και η κατάσταση οδηγείται σε μια νέα τραγωδία, που δεν θα συνέβαινε αν δεν είχε σκοτωθεί ο εξάχρονος γιος.
     Νικάσιο
     Οι συνέπειες του τραγικού δυστυχήματος στον παππού (και νονό) του μικρού Νούκο, είναι ψυχολογημένες αλλά απρόσμενες. Ο Νικάσιο δεν μπορεί να δεχτεί τη νέα πραγματικότητα, εξακολουθεί να συμπεριφέρεται καθημερινά σα να ζει ο εγγονός του: εμφανίζεται το πρωί στο σπίτι για να τον συνοδεύσει στο σχολείο, του μιλάει στο δρόμο και χειρονομεί σα να υπάρχει δίπλα του, ξημεροβραδιάζεται στο νεκροταφείο και, το πιο ανησυχητικό, ανασυνθέτει το δωμάτιο του Νούκο όπως ακριβώς ήταν, στο δικό του σπίτι, υπερβάλλοντας σε εμμονές άσκοπες και κουραστικές.
     Έχει ενδιαφέρον πώς ψυχογραφεί ο συγγραφέας τη Μαριάχε αλλά και τον Χοσέ μπροστά σ’ αυτήν την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά.
     Καθώς όμως ο Νικάσιο γερνάει, με όλα τα προβλήματα της ηλικίας (πτώση, εγχείρηση, ανημπόρια κλπ), η αποκλίνουσα αυτή συμπεριφορά που φτάνει στα όρια της διανοητικής βλάβης, γίνεται στόχος του κοινωνικού περίγυρου. Ο κόσμος τον περιγελά, φτιάχνει περιπαιχτικά δίστιχα- ο Νικάσιο γίνεται ο «τρελός του χωριού». Ωστόσο, η Μαριάχε είναι πεπεισμένη ότι ο πατέρας της δεν είναι δεν έχει χάσει τα μυαλά του, και ότι ακριβώς για να μην τα χάσει, προσκολλάται με πλήρη επίγνωση των πράξεών του στην παρηγοριά της άρνησης του θανάτου του παιδιού, πράγμα που της Μαριάχε δεν της φαίνεται κακό.
     Πένθος
     Δεν θα έλεγα ότι είναι από τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει του Αραμπούρου (βλ. Η πατρίδα, Τα χρόνια της βραδύτητας, Τα πετροχελίδονα), αλλά καθώς το πένθος είναι ένα θέμα καθολικό, που αφορά κάθε ανθρώπινο ον, και όχι μόνο, ταυτόχρονα όμως ο καθένας το βιώνει με τον δικό του προσωπικό κι εξατομικευμένο τρόπο, βρήκα στοιχεία που ήταν συγκλονιστικά και μοναδικά. Ναι, ουσιαστικά πρωταγωνιστεί το πένθος για το αγαπημένο πρόσωπο, που άλλος απωθεί, άλλος του μιλάει συνέχεια όπως ο Νικάσιο, άλλος γίνεται εγωιστής (το να έχει υποστεί κανείς μια τόσο μεγάλη απώλεια και να είναι συντετριμμένος δε δικαιολογεί τα πάντα)· άλλος πετάει τα πράγματα του νεκρού κι άλλος τα φυλάει σαν φυλαχτό· άλλος κλαίει συνέχεια, άλλος τρώει συνέχεια, άλλος κοιμάται συνέχεια, άλλος λατρεύει τις φωτογραφίες, άλλος προσεύχεται. Άλλος δεν θα αποδεχτεί ποτέ την απώλεια, άλλοι μιλούν για τον νεκρό κι άλλοι σωπαίνουν. Κι όλα αυτά σε χιλιάδες αποχρώσεις όσοι είμαστε οι άνθρωποι και οι συγκεκριμένοι εκλείποντες.
     Η Μαριάχε είναι το πρόσωπο του μυθιστορήματος που έχασε μάνα, πατέρα, παιδί και σύζυγο, κι ωστόσο η ζωή, συνεχίζεται γι’ αυτήν την τριαντατριάχρονη γυναίκα, έτσι όπως την παρακολουθούμε μέχρι το τέλος, καθώς το «ερωτικό της ένστικτο», αντίρροπο στο ένστικτο του θανάτου, όπως θα έλεγε ο Χρήστος Μαλεβίτσης [1] «στην ακατάβλητη εμμονή του, δεν περιχωρείται από τίποτα που θα το αναχαίτιζε». Είναι βέβαια τσακισμένη, αλλά:
     Δεν μ’ ένοιαζε αν πήγαινα κάπου ή αν δεν πήγαινα πουθενά. Ωστόσο, δεν μπορούσα να σταματήσω γιατί αυτό ακριβώς είναι η ζωή, να κινούμαστε, ν’ αναπνέουμε είτε το θέλουμε είτε όχι, ν’ ανοιγοκλείνουμε τα βλέφαρα χωρίς να το συνειδητοποιούμε και να βαδίζουμε, άντε, μπρος, προς την επόμενη προέκταση της διαδρομής, με την ελπίδα να βρούμε πίσω απ’ τον ορίζοντα έναν λόγο, έναν στόχο, ίσως ένα σημείο άφιξης.
Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Βλ. «Επιστροφή στο Χάος», Χρήστος Μαλεβίτσης (Ο φεγγαροχτυπημένος)

Πέμπτη, Μαρτίου 14, 2024

Χιόνι, Ορχάν Παμούκ

     Είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς ποιος πρωταγωνιστεί σ’ αυτό το πολυεπίπεδο μυθιστόρημα του αγαπημένου συγγραφέα, παρόλο που είναι ξεκάθαρο από την αρχή ότι ο μυθιστορηματικός αφηγητής Ορχάν (προφανώς υποτίθεται ότι είναι ο πραγματικός συγγραφέας) ερευνά και καταγράφει, μέσα από σημειώσεις, την περιπέτεια του φίλου του, Κα, που μετά από δώδεκα χρόνια ως πολιτικός εξόριστος στη Γερμανία, αποφάσισε να επιστρέψει στο χιονισμένο Καρς. Ωστόσο, οι αναφορές στην ποίηση και στο -πολιτικό- θέατρο, στην πολιτική δράση-και-αντίδραση φανατικών ισλαμιστών και κεμαλιστών, στις αυτοκτονίες των κοριτσιών λόγω της μαντίλας, στα τερτίπια του κόσμου των ΜΜΕ, και ακόμα και στο χιόνι που σκηνογραφεί σχεδόν κάθε πλάνο, είναι τόσο έντονες και καθοριστικές, που θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι κυριαρχούν στην αφήγηση και αποτελούν το κέντρο βάρους του μυθιστορήματος. Τέλος, η αναζήτηση της ευτυχίας από τον ήρωά μας, κυρίως μέσα από τον αθεράπευτο έρωτά του προς την Ιπέκ, την οποία ξαναβρίσκει στη γενέτειρά του, είναι το κλειδί της αντιφατικής και μυστηριώδους (για όλους) προσωπικότητάς του.
     Το πρώτο ενικό (ο φίλος τού Κα) επανέρχεται συχνά πυκνά από την αρχή, θυμίζοντάς μας ότι όλη η τριτοπρόσωπη αφήγηση είναι απόρροια των ερευνών που έκανε -τάχαμου- ο Παμούκ με βάση τις σημειώσεις που άφησε πίσω του ο Κα. Το πλήρες όνομα του τελευταίου είναι Κερίμ Αλακούσογλου, αλλά ο ίδιος επιλέγει και απαιτεί να τον φωνάζουν Κα. Έζησε στην εξορία αν και η πολιτική ποτέ δεν τον ενδιέφερε ιδιαίτερα. Πραγματικό του πάθος, μοναδική του σκέψη, ήταν η ποίηση. Καθώς οδεύει όμως προς το Καρς, στο Ινσταμπούλ μαθαίνει ότι ο δήμαρχος του Καρς δολοφονήθηκε, πολλά νεαρά κορίτσια αυτοκτόνησαν, κι επομένως μπορεί ο ίδιος, με προσωρινή δημοσιογραφική ταυτότητα, να εμφανιστεί με πρόσχημα ότι έχει την πρόθεση να διερευνήσει τα δύο αυτά θέματα. Άλλωστε, στο Καρς θα συναντούσε και την όμορφη συμφοιτήτριά του, την Ιπέκ, αν και σ’ αυτήν τη φάση ο Κα προτιμούσε να πεθάνει παρά να ερωτευτεί.
     Ο αστικής καταγωγής πρωταγωνιστής (δικηγόρος ο πατέρας, νοικοκυρά η μητέρα, σπίτι με υπηρέτρια κλπ) επιστρέφει στο Καρς γνωρίζοντας ότι η πόλη όπου μεγάλωσε τα τελευταία χρόνια ήταν από τις πιο φτωχές, τις πιο παραμελημένες περιφέρειες της χώρας. Κάποτε η πλούσια μεσοαστική τάξη του Καρς διοργάνωνε χοροεσπερίδες και τελετές, καθότι το Καρς ήταν εμπορικό και στρατιωτικό σταυροδρόμι, ενώ το κατοικούσαν διάφορες εθνότητες (Έλληνες, Ρώσοι, Αρμένιοι, Πέρσες, Γεωργιανοί, Κούρδοι κλπ). Ωστόσο, τώρα η ανεργία και η φτώχεια που αντικρίζει ο Κα είναι σοκαριστική, με κύρια αίτια τη μείωση των συναλλαγών με την Σοβιετική ένωση, την επικράτηση των άτακτων κομμουνιστικών ομάδων και τις πολιτικές εντάσεις με τους Αρμένιους (το κράτος και ο Θεός είχαν ξεχάσει το Καρς). Η ιστορία του Καρς αντανακλά την ιστορία πολλών «παραμεθόριων» περιοχών της πολυεθνικής οθωμανικής αυτοκρατορίας καθώς για μισό αιώνα περίπου έπεσε στα χέρια των Αρμενίων, των Ρώσων και των Άγγλων, ενώ μετά τον Κεμάλ δυτικοποιήθηκε.
     Με γνήσια ποιητική ιδιοσυγκρασία και με φήμη μεγάλου ποιητή, ο ήρωάς μας είναι αγαπητός και πολύ δημοφιλής, ωστόσο δεν έχει μπορέσει να συνθέσει ούτε ένα ποίημα εδώ και τέσσερα χρόνια (οι σιωπές μετά από λίγο καιρό άρχισαν να καταλαμβάνουν τόσο μεγάλο μέρος της ζωής μου, ώστε σταμάτησα να ακούω εκείνο τον τόσο ενοχλητικό θόρυβο με τον οποίο έπρεπε να συγκρουστώ για να γράψω ποίηση). Με το που συνάντησε την Ιπέκ (που δεν την είχε «σκεφτεί» τόσα χρόνια) κεραυνοβολήθηκε από την ομορφιά της (η πραγματική ομορφιά της, τα ελαφρά βαμμένα χείλη της, η χλωμάδα των ματιών της και η αυθόρμητη συμπεριφορά της, που αμέσως δημιούργησε ατμόσφαιρα οικειότητας, αναστάτωσαν τον Κα) και ταράχτηκε σύγκορμος. Γνωρίζοντας ότι έχει πρόσφατα χωρίσει από τον άνδρα της τον Μουχτάρ (πρώην άθεο και μαρξιστή, νυν υποψήφιο δήμαρχο με το κόμμα του Αλλάχ, ή Κόμμα της Ευημερίας, κοινώς ισλαμιστή), ο αναστατωμένος ήρωας δεν χρονοτριβεί και της εκφράζει άμεσα τις προθέσεις του: όχι, δεν ήρθε για να καλύψει τις εκλογές και τις αυτοκτονίες, ήρθε για να την παντρευτεί.
     Την εποχή που ο Κα αποφάσισε να επιστρέψει στο Καρς, η πόλη είναι ένα καζάνι που βράζει: η δολοφονία του κεμαλιστή δήμαρχου και η επιδημία αυτοκτονιών νέων κοριτσιών γιατί δεν τους επιτρέπεται να φορούν τη μαντίλα, αυξάνει τα πολιτικά πάθη και την αντιπαλότητα ανάμεσα στους «λαϊκούς/δημοκράτες» (στους οποίους ανήκε η οικογένεια του Κα στο Ινσταμπούλ), δηλαδή τους κρατικούς/ στρατιωτικούς/ κεμαλιστές, και από την άλλη τους ισλαμιστές- φανατικούς της θρησκείας που διαδίδουν στον κόσμο ότι «για την φτώχεια και την αθλιότητα φταίει που έφυγαν από τον δρόμο του θεού». Η υπόθεση βέβαια μπερδεύεται κι αποκτά κωμικοτραγικό χαρακτήρα, γιατί οι φανατικά θρησκευόμενοι θεωρούν ότι η αυτοκτονία είναι μία από τις μεγαλύτερες αμαρτίες, ενώ οι κοπέλες που αυτοκτονούν φτάνουν σ’ αυτό το σημείο από υπερβολική πίστη στο Ισλάμ (άρα, είναι κρυφά άθεες, χωρίς να το ξέρουν!). Οι αρμόδιοι της ΜΙΤ (μυστικής υπηρεσίας) απ’ την άλλη, ενώ κάποτε δίωκαν τους αριστερούς και τους δημοκράτες τώρα στρέφονται ενάντια στους θρησκευόμενους, οι στρατιωτικοί επίσης υπεραμύνονται της κεμαλικής κυβέρνησης, και μέσα σ’ αυτό το καζάνι δρουν και οι Κούρδοι εθνικιστές. Οι αστυνομικοί παρακολουθούν τους πολίτες, και οι δημοσιογράφοι τους αστυνομικούς!
     Ακόμα πιο μεγάλη σύγχυση δημιουργείται γιατί δεν είναι σαφής ούτε σταθερός ο ρόλος των πρωταγωνιστών σε σχέση με τις πολιτικές αυτές διαφορές, καθότι οι οικογενειακοί δεσμοί ή τα έντονα συναισθήματα πολλές φορές καθορίζουν την στάση τους απέναντι στα πολιτικά δρώμενα. Η Ιπέκ, ας πούμε, είναι «κοσμική» όπως και ο πατέρας της ο Τουργκούτ, ο οποίος δεν είναι θρήσκος αλλά είναι ενάντιος στο κράτος ως παλιός κομμουνιστής· ο πρώην άντρας της Ιπέκ, ο Μουχτάρ, όπως είπαμε ήταν άθεος αλλά προσχώρησε στο Κόμμα της Ευημερίας και τώρα είναι «ριζοσπαστικός ισλαμιστής», υποψήφιος δήμαρχος(!)· η αδερφή τής Ιπέκ, η Καντιφέ, ενώ ως φοιτήτρια ήταν άθεη/άπιστη, έγινε η «πιο σκληροπυρηνική» από τα κορίτσια με μαντίλα, και είναι ερωτευμένη με τον Λατζιβέρτ, τον «διαβόητο ισλαμιστή τρομοκράτη», εκπρόσωπο του «πολιτικού ισλαμισμού». (που, παρεμπιπτόντως ήταν αντίθετος με τις αυτοκτονίες και με την «αντίσταση της μαντίλας»)! Οι οικογενειακοί δεσμοί και το κοινωνικό περιβάλλον διαμορφώνουν επίσης τη στάση των κοριτσιών με τις μαντίλες, εφόσον οι πιέσεις πολλές φορές εκατέρωθεν (να βγάλουν τη μαντίλα ή να μην τη βγάλουν) είναι δυσβάστακτες (αυτό που πραγματικά ξάφνιασε και τρόμαξε τον Κα ήταν το γεγονός ότι οι αυτοκτονίες είχαν εισβάλει στην καθημερινότητα απροειδοποίητα, αθόρυβα, απότομα/ η ζωή περνούσε στον θάνατο με ταχύτητα και απελπισία).
     Η μεταστροφή της τολμηρής και ανεξάρτητης Καντιφέ (σύμφωνα με φήμες, είχε φτάσει στο σημείο να διαφημίζει σαμπουάν για μαλλιά στην τηλεόραση, με ακάλυπτα πόδια και να ειρωνεύεται τις μαντιλοφορούσες) σε αρχηγό των κοριτσιών με μαντίλα δείχνει τη ρευστότητα των ηθών, σε μια πόλη με τόσες αντιφάσεις: η «ειρωνική της περιέργεια», όπως λέει η ίδια, την έφερε κοντά με τις φανατικές συμφοιτήτριές της για να ανακαλύψει ότι η μαντίλα δεν είναι άλλο από πολιτικό σύμβολο, και ότι πολλά κορίτσια αποφάσιζαν να αυτοκτονήσουν από αντίδραση στα αδιάκοπα κηρύγματα του κράτους, των πατεράδων τους, των συζύγων τους και των ιμάμηδων. Καλύπτει λοιπόν κι εκείνη το κεφάλι της από «πολιτική αλληλεγγύη», φυλακίστηκε μάλιστα γι’ αυτό και μετά δεν μπορούσε ηθικά να απαρνηθεί την μαντίλα, που την «μετέτρεψε σε σημαία της καταπιεσμένης μουσουλμάνας», ενώ τελικά προσχωρεί στη θρησκεία λέγοντας: «τώρα ξέρω ότι όσα πέρασα μου τα έστειλε ο Θεός για να βρω τον σωστό δρόμο» (!!!).
     Δολοφονίες, πραξικόπημα, προδοσία
     Μόνο οι πολύ αφελείς ποιητές
μπορούν να είναι ερωτευμένοι
όταν γίνεται επανάσταση
    Ο Κα, ως επαναπατριζόμενος ποιητής, ή μάλλον προσωρινός επισκέπτης της πόλης –αγνός και αμέτοχος- αρχικά είναι προσιτός και αγαπητός σε όλους, επηρεάζεται όμως κι αυτός από τα «εγχώρια πάθη» και παραπαίει ανάμεσα στην αθεΐα και την πίστη στον θεό, παρόλο που η στάση του είναι ουσιαστικά ουδέτερη. Το μόνο που ο ίδιος βέβαια επιδιώκει είναι η ευτυχία, μια κατάσταση στην οποία περιέρχεται συχνά και βέβαια συνδέεται με το άπιαστο όνειρο να πάρει την Ιπέκ στην Φρανκφούρτη, και να γράφει ποιήματα… Έφτασε όμως στην πόλη πέντε μέρες πριν τις εκλογές νέου δημάρχου, και δύο κομβικά επεισόδια τον παγιδεύουν και τον μπλέκουν μέσα στα γρανάζια αυτού του σύνθετου πολιτικού μηχανισμού (κράτος, μυστική αστυνομία (ΜΙΤ), στρατός, ισλαμιστές, κορίτσια με μαντίλα, δημοσιογράφοι, στρατευμένοι καλλιτέχνες): μια δολοφονία, μια στρατευμένη παράσταση που καταλήγει σε πραξικόπημα και οι συνακόλουθες ίντριγκες εγκλωβίζουν τον Κα και, παρόλο που οι αντιθέσεις διευρύνονται ανεξέλεγκτα, εκείνος σαγηνεμένος από την Ιπέκ και το όνειρό τους να φύγουν όταν όλα τελειώσουν, δεν σκέφτεται τίποτα άλλο, μόνο κινείται απερίσκεπτα προς αυτήν την κατεύθυνση, ενώ κάθε τόσο εμπνέεται από τις έκτακτες καταστάσεις και από το χιόνι, που συνοδεύει κάθε σκηνή, και… γράφει ποιήματα.
     Αρχικά είναι παρών στο ζαχαροπλαστείο όταν ισλαμιστές σκότωσαν τον διευθυντή του Εκπαιδευτικού Ινστιτούτου, επειδή ο τελευταίος δεν επέτρεπε στις φοιτήτριες με μαντίλα να παρακολουθούν τα μαθήματα (ο τελευταίος διάλογος του φονιά με το θύμα του είναι συγκλονιστικός, όπως και το εύρημα του Παμούκ για να τον δημοσιοποιήσει). Η παρουσία του Κα εκεί, είναι η αρχή του μίτου που υφαίνεται γύρω του, εφόσον τον οδηγεί στον Μουχτάρ, τον πρώην άνδρα της Ιπέκ και υπ’ αριθμόν 1 ύποπτο για τον φόνο, και οι δύο συλλαμβάνονται από την αστυνομία, αλλά ενώ ξυλοφορτώνουν τον Μουχτάρ, στον Κα συμπεριφέρθηκαν όπως αρμόζει σε έναν διάσημο δημοσιογράφο από την Ινσταμπούλ.
     Το δεύτερο κεντρικό επεισόδιο αφορά την «επαναστατική» παράσταση που ετοιμάζει το πολιτικό θέατρο του Σουνάι Ζαΐμ (ο Κα το θυμάται ήδη από την δεκαετία του 1970), φυσικά στρατευμένο, όπου το κυρίως θεατρικό έργο κηρύσσει πόλεμο κατά της μαντίλας. Πρόκειται για ένα έργο που ανέβηκε ήδη την δεκαετία του ’30 και «αφορούσε το ξύπνημα μιας νεαρής κοπέλας με μαύρο τσαντόρ, που στο τέλος της παράστασης ξεσκεπάζει το κεφάλι της και καίει το τσαντόρ πάνω στη σκηνή». Τότε βέβαια (1940) δεν υπήρχε καμιά κίνηση υπέρ του τσαντόρ, και οι θεατρώνες δυσκολεύτηκαν να προμηθευτούν μάλιστα για τις ανάγκες του έργου.
     Η παράσταση που ετοιμάζει τώρα ο Σουνάι είναι ένα από τα σπουδαία πολιτιστικά δρώμενα της πόλης, με άκρως πολιτικό περιεχόμενο λόγω των εκλογών, και μεταδίδεται από την τηλεόραση ζωντανά. Όπως διέδωσαν οι εφημερίδες, περιλαμβάνει ομιλίες, μύθους, σκηνές από κλασικά έργα, και ένα ποίημα του διάσημου Κα, για το οποίο ο ίδιος δεν είχε… ιδέα, ούτε καν το είχε γράψει ακόμα (το κυνήγι των ειδήσεων ωθεί τους δημοσιογράφους να γράφουν τα γεγονότα πριν αυτά γίνουν!!!)!. Παρόλ’ αυτά συμμετείχε στο τέλος μ’ ένα ποίημα που το εμπνεύστηκε τελευταία στιγμή (απήγγειλε το ποίημα του νεράκι, χωρίς να ζοριστεί καθόλου).
     Οι ομιλίες και τα ποιήματα δεν είναι παρά καρυκεύματα, εφόσον απλώς πλαισιώνουν την θρυλική παράσταση «Πατρίδα ή μαντίλα»! Το πρωτόγονο και «ντεμοντέ» θεατρικό έργο των είκοσι λεπτών είχε τόσο γερή και δραματική δομή, που ακόμα και οι κωφάλαλοι μπορούσαν να τα καταλάβουν όλα. Η συμμετοχή είναι καθολική και ενεργή, η κίνηση όμως της μαντιλοφορεμένης κοπέλας που έβγαλε επιδεικτικά το τσαντόρ, στο τέλος του έργου, χορεύοντας μάλιστα προκλητικά με γυμνά μπράτσα και λαιμό, έχει μοιραίο αποτέλεσμα στο ποικιλόμορφο κοινό (ριζοσπάστες, δημοκράτες, πολιτικούς ισλαμιστές, μαθητές της ιερατικής σχολής) και ακόμα χειρότερα όταν στην σκηνή ανέβηκαν δύο ηθοποιοί που παρίσταναν τους φανατικούς οπαδούς της θεοκρατίας. Όταν πια ο ίδιος ο Σουνάι εμφανίζεται αυτοπροσώπως για να σώσει την κοπέλα από τους θρησκόληπτους βγάζοντας σχετικό λογύδριο υπέρ της δημοκρατίας, η παράσταση καταλήγει σε ακραία επεισόδια με κορύφωση την παρέμβαση στρατιωτών να βαράνε στο ψαχνό μαθητές της ιερατικής σχολής ενώ όλοι αναρωτιούνται αν πρόκειται για αληθινά πυρά…
     Η κατάσταση αποβαίνει χαώδης αν πάρουμε υπόψη ότι οι δράστες είναι όντως δολοφόνοι, τρεις στρατιώτες Τούρκοι εθνικιστές, με αρχηγό τον πρώην κομμουνιστή δημοσιογράφο Ζ. Ντεμίρκολ, που είχε σκοπό να υπερασπιστεί τη σύγχρονη Τουρκική Δημοκρατία από τους Κούρδους αντάρτες και τους «οπαδούς της θεοκρατίας»! Καθώς απομακρύνονται από τον χώρο του θεάτρου συναντούν τον Κα (που είχε φύγει πιο νωρίς γιατί διαπίστωσε με τρόμο ότι κινδύνευε να ξεχάσει το ποίημα που είχε στο μυαλό του) ο οποίος βρίσκεται «στην κοσμάρα του» παρόλο που είναι φανερό ότι η κατάσταση οδηγεί σε πραξικόπημα («επανάσταση»). Το καινούργιο ποίημα που γράφει εκείνο το βράδυ ο Κα λέγεται «Νύχτα επανάστασης», παρόλο που λίγο πριν ομολόγησε στην Ιπέκ ότι δεν τον ενδιαφέρει η πολιτική.
     Τα άρματα μάχης, η απαγόρευση της κυκλοφορίας, τα εθνικιστικά τραγούδια, οι δολοφονίες εκείνης της βραδιάς (μήνες αργότερα, όταν έλιωσαν τα χιόνια, από τα πτώματα που ανακαλύφθηκαν έγινε φανερό ότι εκείνο το βράδυ είχαν διαπραχθεί κι άλλες δολοφονίες) φαίνεται ότι ήταν τόσο συνηθισμένα στην χώρα που ο Κα, με την ιδιόρρυθμη ποιητική του αντίληψη, άρχισε να ονειροπολεί ανάλογες στιγμές του παρελθόντος (ο Κα στα παιδικά του χρόνια αγαπούσε τα στρατιωτικά πραξικοπήματα, τότε όλους τους απασχολούσε ένα κοινό θέμα και όλοι, οι θείοι, οι θειες και οι γείτονες πλησίαζαν ο ένας τον άλλον/ μόλις ακούγονταν εμβατήρια στα ραδιόφωνα και άρχιζε η επιβολή του στρατιωτικού νόμου, τα διαγγέλματα και οι απαγορεύσεις, ο Κα ήθελε να βγαίνει στους άδειους δρόμους). Δεν φαίνεται λοιπόν να πτοείται, αλλά έχοντας στραμμένη την προσοχή του στην εκπλήρωση του μοναδικού του ονείρου (Ιπέκ +ποίηση) μπαίνει όλο και πιο βαθιά στον λαβύρινθο της πολιτικής ζωής: ακολουθεί με νηφαλιότητα τους στρατιώτες στην Ασφάλεια για αναγνώριση του δολοφόνου του διευθυντή του Ινστιτούτου (ήταν αποφασισμένοι να βρουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα τον δολοφόνο, να παρουσιάσουν τη σύλληψή του ως επιτυχία της επανάστασης), στη συνέχεια στο κτίριο της Κτηνιατρικής όπου γίνονταν ανακρίσεις στους συλληφθέντες (το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν πόσο σύντομο είναι το ταξίδι του ανθρώπου σ’ αυτόν τον κόσμο), στο νεκροτομείο για αναγνώριση πτωμάτων (όσο κράτησε η διαδρομή, ο Κα απολάμβανε την ομορφιά των άδειων δρόμων καπνίζοντας το τσιγάρο του).
     Εντωμεταξύ οι συμπλοκές και οι εκρήξεις συνεχίζονται και ο Κα μπαίνει σταδιακά ακόμα πιο βαθιά στο στόχαστρο (το γεγονός ότι ήρθες από τη Γερμανία παραμονές αυτής της επανάστασης, και ότι ήσουν παρών όταν δολοφονήθηκε ο διευθυντής, τους κάνει να σε υποψιάζονται, του λέει εμπιστευτικά ο Σουνάι), κυρίως εξαιτίας των σχέσεών του με τον τρομοκράτη Λατζιβέρτ. Απ’ την άλλη έδωσε την εντύπωση ότι έγινε θρήσκος όταν επισκέφτηκε τον σεΐχη Σααντεττίν εφέντη. Από την σύγχυσή του αυτή επωφελείται ο Σουνάι, που τον εκβιάζει να τους βοηθήσει στη σύλληψη του Λατζιβέρτ, ενώ ο αναμενόμενος χαφιές γίνεται μόνιμος συνοδός πια του Κα (ο Κα ανησύχησε όταν κάποια στιγμή τον έχασε κι άρχισε να τον ψάχνει)!
     Ο τρελός έρωτας όμως του Κα με την Ιπέκ αλλά και η στενή σχέση με τη μυστηριώδη αδερφή της, την Καντιφέ (που είναι κι αυτή ερωτευμένη με τον τρομοκράτη ισλαμιστή και τώρα καταζητούμενο Λατζιβέρτ) τον μπλέκουν ακόμα περισσότερο. Τώρα εκμεταλλεύεται την ουδετερότητά του και η Καντιφέ, η οποία τον φέρνει σε επαφή με τον Λατζιβέρτ! Ο Λατζιβέρτ, πάλι, προτού εξαφανιστεί ζητά από τον Κα την βοήθειά του προκειμένου να γραφτεί ένα άρθρο σε δυτική εφημερίδα που να περιγράφει όλη αυτήν την ανεκδιήγητη πολιτική κατάσταση, με επίκεντρο το χάσμα μεταξύ ανατολής-δύσης (η Δύση θα ανεχτεί μια δημοκρατία των εχτρών της που είναι τόσο διαφορετικοί απ’ αυτήν;)! Είναι φανερό ότι όλοι αυτοί οι αντιτιθέμενοι (Σουνάι, σεΐχης, Καντιφέ/Ιπέκ, Λατζιβέρτ, ακόμα κι ο Μουχτάρ βλέπουν στον Κα τον άνθρωπο κλειδί που θα δώσει τη λύση, ενώ ο Κα σκέφτεται μονάχα τον έρωτα και την ποίηση!
     Το σχέδιο του -καταζητούμενου- Λατζιβέρτ να δημοσιεύσουν σε σοσιαλδημοκρατική εφημερίδα της Γερμανίας άρθρο για την πολιτική κατάσταση της χώρας που να το υπογράφουν ένας παλιός κομμουνιστής, ένας ισλαμιστής και ένας Κούρδος εθνικιστής αναλαμβάνει να το φέρει εις πέρας ο Κα (δεν μπορείς πια από δω και πέρα να παριστάνεις τον αθώο), ένα σχέδιο φιλόδοξο (να πειστούν τα κατάλληλα άτομα, και να εμπιστευτούν ευρωπαϊκή εφημερίδα). Η μυστική συγκέντρωση των κατάλληλων προσώπων (μεταξύ τους και ο πατέρας των κοριτσιών, Τουργκούτ) γίνεται σουρεαλιστική, με πολύ ενδιαφέρουσες παρεμβάσεις (μου είπαν ότι στη Γερμανία καταλαβαίνουν αμέσως τους Τούρκους… Το μόνο που μπορεί να κάνει κάποιος για να μην τον περιφρονήσουν είναι να αποδείξει ότι σκέφτεται σαν κι αυτούς. Κι αυτό δεν είναι μόνο αδύνατο είναι και ταπεινωτικό), και σπαρταριστές παρατηρήσεις για το τι πρέπει να γραφτεί και πώς (κορυφαία η παρέμβαση του «παθιασμένου νεαρού»: «Δεν είμαστε βλάκες, είμαστε φτωχοί! Αυτό να γράψει η γερμανική εφημερίδα»). Ο Κα αναλαμβάνει το ρίσκο έχοντας πάντα στον νου του την Ιπέκ, με την οποία, έχοντας περάσει στιγμές ανείπωτης ευτυχίας έχουν καταστρώσει σχέδιο απόδρασης στη Γερμανία.
     Αυτά είναι τα κομβικά επεισόδια , αλλά αυτό που αποβαίνει μοιραίο για τον Κα είναι η εξαφάνιση/σύλληψη του Λατζιβέρτ κι η μεγάλη ίντριγκα για να τον απελευθερώσουν (αν στην παράσταση του Σουνάι η Καντιφέ δεχτεί να βγάλει τη μαντίλα, θα τον ελευθερώσουν!). Είναι αξιοσημείωτο ότι στην αρχή δειλιάζει να συμμετάσχει (δεν θέλω να μπλέξω/ίσως επειδή είμαι δειλός/δεν θέλω να γίνω ήρωας. Τα ηρωικά όνειρα είναι η παρηγοριά των δυστυχισμένων/όπως είπα, αυτόν τον καιρό είμαι πολύ ευτυχισμένος). Ο Κα έρχεται σε επαφή με όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα (Σουνάι, Καντιφέ, Λατζιβέρτ, Τουργκούτ κα) έχοντας στον νου του ότι με το τέλος όλης της υπόθεσης, θα φύγει με την Ιπέκ στην Φραγκφούρτη.
     Έτσι, πέρα από την απόλαυση της μαγικής γραφής του Παμούκ, ο αναγνώστης έχειαγωνία για την έκβαση αυτής της ριψοκίνδυνης αποστολής, στην οποία ο ήρωάς μας ισορροπεί πάνω σε τεντωμένο σκοινί. Η προδοσία έρχεται από κει που δεν το περιμένει…
     Έρωτας κι ευτυχία
Είναι δυνατόν, και σε ποιον βαθμό, να καταλάβουμε τον πόνο, τον έρωτα κάποιου;
Ο μυθιστοριογράφος Ορχάν σε ποιο βαθμό μπορεί να δει το σκοτάδι της δύσκολης
και πονεμένης ζωής του ποιητή φίλου του;
     Όλος ο συναισθηματικός κόσμος του Κα περικλείεται σ’ αυτές τις δυο λέξεις –η ευτυχία, το ζητούμενο που το νιώθει σαν γλυκό πόνο στην κοιλιά από τότε που ερωτεύτηκε την Ιπέκ. Σε κάθε στροφή του λαβύρινθου στον οποίο χάνεται ο Κα, ψυχανεμίζεται την ευτυχία που τον περιμένει, ωστόσο είναι ένα συναίσθημα ανάμεικτο με φόβο (θυμήθηκε ότι φοβόταν να ερωτευτεί εξαιτίας του καταστροφικού αυτού πόνου). Η ευτυχία του όταν αντικρίζει την Ιπέκ τον κάνει να θέλει να κλάψει, και ξεχνάει κάθε αγωνία και πόνο που νιώθει κανείς στην αναμονή του αγαπημένου προσώπου. Τι είναι ο έρωτας, είναι μια σκέψη που τον βασανίζει και διατρέχει όλο το βιβλίο (δεν ήθελε να ερωτευτεί για να μοιράζεται επιτέλους τα πάντα; Δεν ήταν έρωτας η επιθυμία να μπορείς να λες τα πάντα;) Ο έρωτας, συνυφασμένος με την πληρότητα, την ικανοποίηση, τον πόνο, τη μοναξιά. Όσοι όμως είχαν ακούσει τον Κα να απαγγέλλει το ποίημα του «Έρωτας» είπαν ότι "πηγή του έρωτα δεν ήταν τόσο η αγάπη όσο οι εντάσεις ανάμεσα στη μοναξιά και την ηρεμία, ή τη σιγουριά και τον φόβο, αλλά και τα ανεξήγητα σκοτάδια".
     Σαράντα περίπου ερωτικά γράμματα, ανεπίδοτα, ανακαλύπτει ο Ορχάν στα πράγματα του Κα, όταν τέσσερα χρόνια μετά, αυτός έχει πια φύγει απ’ τη ζωή (σε κάθε γράμμα αναφερόταν σε μια διαφορετική ανάμνηση από το Καρς, σε μια καινούρια, θλιβερή, πονεμένη λεπτομέρεια σχετικά με τον έρωτά τους).
     Η ευτυχία είναι μια κατάσταση απολύτως συνειδητή στον Κα, αν και συνοδεύεται πάντα από τον φόβο της απώλειας. Ξέρει επίσης ότι υπάρχει κάτι πέρα από την ευτυχία, μια «περιοχή έξω από τον χρόνο και το πάθος». Πέρα από τον έρωτα του προκαλεί ευτυχία το ότι κάθε τόσο η έμπνευση του χτυπάει την πόρτα (επειδή μπορώ και γράφω ποίηση. Επειδή πιστεύω στον θεό)
     Είστε άθεος;
Το χιόνι μού θυμίζει τον θεό
     Η ιδεολογική σύγχυση του Κα έχει τις ρίζες της στις αρχικές του δηλώσεις περί αθεΐας, η οποία όμως σταδιακά αντικαθίσταται από μια μοναχική πίστη στον θεό, μια «προσωπική υπόθεση» που πηγάζει από το αίσθημα έμπνευσης και πληρότητας λόγω του ακατάλυτου έρωτα που νιώθει για την Ιπέκ. Ακόμα όμως κι έτσι, υπάρχουν στιγμές που νιώθει αβέβαιος (ακόμα και τις μέρες που είμαι βέβαιος ότι είμαι άθεος, δεν μου περνά από τον νου να αυτοκτονήσω). Όπως εκμυστηρεύεται στον σεΐχη Σααντεττίν, τον απωθούσε πάντα το τυπικό της θρησκείας (οι κανόνες η μαντίλα) είτε της ανατολικής θρησκείας, είτε της δυτικής (εγώ θέλω έναν Θεό που για να επικοινωνήσω μαζί του δεν θα χρειάζεται να βγάλω τα παπούτσια μου, να φιλήσω κάποιον και να πέσω στα γόνατα).
     Το πρόβλημα της πίστης -καυτό στην διχασμένη κοινωνία του Καρς- έρχεται κι επανέρχεται υπό τη μορφή συζητήσεων με τους εμπλεκόμενους αλλά ο Θεός, αν υπάρχει, για τον Κα είναι «έξω, στην άδεια νύχτα, στο σκοτάδι, στο χιόνι που πέφτει πάνω στις καρδιές των φτωχών».
     Χιόνι και «χιόνι»
Κάθε ζωή είναι σαν νιφάδα του χιονιού
     Το χιόνι και η «σιωπή του χιονιού», το πάλλευκο τοπίο, οι χοντρές νιφάδες που άλλοτε πέφτουν αργά σαν πούπουλα κι άλλοτε οδηγούν σε χιονοθύελλα, είναι το μόνιμο σκηνικό του βιβλίου, και δημιουργεί ποικίλα συναισθήματα στον Κα (όταν χιόνιζε ο Κα ένιωθε πάντα καθαρός μέσα του/εδώ το χιόνι ήταν κουραστικό, πληκτικό, τρομακτικό). Όταν είναι πυκνό νιώθει τη μοναξιά να τον κυριεύει, όταν πέφτει αργά «με μεγάλες χορταστικές νιφάδες» αποπέμπει ηρεμία και σιγουριά, μια κομψότητα που ο Κα την θαύμαζε. Κι όταν πέφτει αργά, σαν να κρέμονται οι νιφάδες στον αέρα (η αίσθηση της βραδύτητας του έδωσε την εντύπωση πως ο χρόνος είχε σταματήσει) ή θυμίζουν ταινία σε αργή κίνηση, ενώ άλλες φορές πέφτουν «αποφασιστικά» δείχνοντας άσπρη και μυστηριακή τη νύχτα.
     Κάθε αναφορά στο χιόνι δίνει μιαν άλλη όψη, γιατί ποτέ δεν είναι ίδιο στα μάτια ενός ποιητή. Δεν είναι τυχαίο που μαζί με τον αφυπνισμένο έρωτά του προς την Ιπέκ, το ακατάπαυστο χιόνι είναι αυτό που διεγείρει τις αισθήσεις, την ευαισθησία και τέλος την ποιητική έμπνευση. Δεν είναι επίσης τυχαίο που ο Κα έδωσε στο ποίημα που απήγγειλε (χωρίς να το έχει γράψει) στο θέατρο Μιλλέτ τον τίτλο «Χιόνι», αλλά έδωσε τον ίδιο αυτόν τίτλο στην συλλογή των 18 ποιημάτων που έγραψε στο Καρς και φύλαγε σ ένα πράσινο τετράδιο. Μάταια έψαξε αργότερα ο φίλος του Ορχάν να βρει το πράσινο τετράδιο (η ιστορία του χαμένου τετραδίου με τα ποιήματα του αγαπημένου μου φίλου έγινε ξαφνικά για μένα μια τελείως διαφορετική ιστορία που ακτινοβολούσε από πάθος), ενώ το μόνο ποίημα που δεν κατέγραψε ήταν εκείνο που απήγγειλε στην παράσταση και υπήρχε μόνο στο αρχείο της τηλεόρασης.
     Ο Κα τη στιγμή της έμπνευσης νιώθει ένα «βαθύ κάλεσμα», σαν να του ψιθυρίζει κάποιος τους στίχους, κι όταν το βρίσκει όμορφο νιώθει μια βαθιά αναστάτωση που την ονομάζει ευτυχία (κι επειδή το έβλεπε όμορφο, έβρισκε εκπληκτικό το υλικό του, την ίδια του τη ζωή). Όταν νιώθει «έτοιμος» για ποίημα, αποφεύγει να μιλάει στους άλλους και, σα μαγεμένος, βλέπει με ευχαρίστηση και αγωνία τους στίχους να ξεδιπλώνονται ο ένας μετά τον άλλον σαν ζωγραφικός πίνακας.
     Ο Κα συγκλονίζεται από την αποκάλυψη της εκπληκτικής συμμετρίας και μοναδικότητας που έχουν οι νιφάδες του χιονιού και ομαδοποιεί τα 18 ποιήματά του με βάση το εξάγωνο Λογική-Φαντασία-Μνήμη Χ2, ενώ δυστυχώς για τον Ορχάν το μόνο που διασώθηκε είναι οι τίτλοι, απλοί κι ενδεικτικοί του περιεχομένου τους, π.χ. Κρυφή συμμετρία, Τα αστέρια και η ανθρωπότητα, Θάνατος από πυροβολισμό, Εκεί που δεν υπάρχει Θεός, Ζήλια, Παράδεισος, Αυτοκτονία και εξουσία κλπ. ενώ στο κέντρο της νιφάδας τοποθέτησε το ποίημα του «Εγώ ο Κα». Διασώθηκαν όμως οι συνθήκες γραφής, που μας τις περιγράφει ο φίλος μυθιστοριογράφος Ορχάν (Παμούκ!).
     Η σχέση μεταξύ της -ζοφερής- πραγματικότητας και της φαντασίας, της α-λήθειας και της ποίησης, της ευτυχίας και της γραφής φαίνεται να απασχολεί βαθιά τον Κα, άλλωστε εκεί πρέπει να βρίσκεται η ουσία των ποιημάτων του. Αληθινή ποίηση και ευτυχία δεν πάνε μαζί, λέει, γιατί ή η ευτυχία θα «σκληρύνει» τον ποιητή, ή η αληθινή ποίηση καταστρέφει την ευτυχία. 
     "Πώς μπορεί ο ποιητής να αγνοεί με ένα κομμάτι του μυαλού του την καταστροφή που συντελείται στον κόσμο;»", αναρωτιέται ο ποιητής που πηγή έμπνευσής του είναι η ευτυχία του έρωτα, η πληρότητα της ζωής. Η απάντηση που έδωσε κάποτε στον Ορχάν ήταν ότι, όταν ο ποιητής έρχεται αντιμέτωπος με δύσκολες αλήθειες,
πρέπει απλώς να περιστρέφεται γύρω απ αυτές, και ότι
η μυστική μουσική αυτής της περιστροφής είναι η τέχνη του
Χριστίνα Παπαγγελή

 

Τετάρτη, Αυγούστου 11, 2021

τα χρόνια της βραδύτητας, Φερνάντο Αραμπούρου

πώς γίνεται παραποιώντας την πραγματικότητα να φτάνεις σε κάτι πιο αληθινό απ’ αυτήν;
(Όλοι θέλουν να χορεύουν, Alberto Garlini)

     Πρωτότυπο και συναρπαστικό και το βιβλίο αυτό του αγαπημένου Βάσκου συγγραφέα. Πρωτότυπο, παρόλο που ο πυρήνας του είναι και πάλι, όπως και στην «Πατρίδα», η βασκική πληγή – η βίαιη αγωνία της διατήρησης ζωντανού ενός πολιτισμού που κινδυνεύει να εξαφανιστεί, η διάψευση ενός αμείλικτου αγώνα για αυτονόμηση, η προδοσία, η ματαιότητα της θυσίας.
     Ο τρόπος που διάλεξε ο συγγραφέας να παρουσιάσει αυτήν την ελκυστική ιστορία είναι μοναδικός, και μάλλον μπορεί να χαρακτηριστεί μεταμοντέρνος: από τη μια υπάρχουν κεφάλαια στα οποία ο κεντρικός ήρωας-αφηγητής, ο Τσίκι, αφηγείται στον συγγραφέα την περιπετειώδη συμβίωσή του με την οικογένεια της θείας του, επί εννέα χρόνια όταν ήταν ακόμα παιδί στην κρίσιμη για το Βασκικό ζήτημα δεκαετία του ‘60. Ο λόγος του καταγράφεται με την προφορικότητα της μαρτυρίας, σαν να πρόκειται για απομαγνητοφώνηση κάποιων βιωμάτων που ενέπνευσαν το συγγραφέα, ο οποίος μαζεύει το «υλικό» του (π.χ.: εσείς ο ίδιος με παροτρύνατε να εκφραστώ κατά το δοκούν, με ακρίβεια αλλά αδιαφορώντας για τη δομή ή το στυλ, αφού αυτό είναι δική σας δουλειά ως συγγραφέας που είστε/σας παρακαλώ να μεταχειριστείτε με σεβασμό την ξαδέρφη μου/αυτά μπορεί να είναι δικές μου εικασίες. Καλού κακού μην τις πάρετε πολύ στα σοβαρά). Παράλληλα, εναλλάσσονται κεφάλαια με άλλη γραμματοσειρά στα οποία παρακολουθούμε τις σημειώσεις του συγγραφέα, σημειώσεις στις οποίες ο υποτιθέμενος πραγματικός Αραμπούρου επεξεργάζεται αυτές τις πληροφορίες με έντονη αυτοαναφορικότητα, καταγράφει τις αμφιβολίες του και «σκηνοθετεί» την πλοκή εμπλουτίζοντάς την πολλές φορές και με μυθοπλαστικά στοιχεία, όταν ο «μύθος» αποδίδει καλύτερα την αλήθεια (αν πρέπει να απομακρυνθώ από τη μαρτυρία του πληροφοριοδότη, θα γίνει. Πρώτα η λογοτεχνία∙ μετά, αν μένει χώρος, η αλήθεια). Κατά τ’ άλλα, ο άξονας της πλοκής προχωρά γραμμικά στον χρόνο. Όπως λέει και ο Τσίκι, πρόθεση του «κυρίου Αραμπούρου» είναι να καταγράψει τα πεπραγμένα μιας οικογένειας της Ιμπαέτα την εποχή των παιδικών του χρόνων, την δεκαετία του ’60, εποχή που μεσουρανούσε ο Φράνκο. Μιας βασκικής οικογένειας φτωχής, λαϊκής, με τα χαρακτηριστικά προβλήματα της κατώτερης κοινωνικής τάξης. Έτσι, αφενός βλέπουμε από ηθογραφική, ή μάλλον ιστορική διάσταση την κοινωνία των Βάσκων την εποχή εκείνη, αφετέρου υπάρχει ένα παιχνίδι «πραγματικότητας» και μυθοπλασίας, ένας κάπως αποστασιοποιημένος «διάλογος» πραγματικής ζωής και τέχνης.
     Αυτή η ασυνήθιστη ροή στην πλοκή αρχικά δεν ευνοεί την ταύτιση του αναγνώστη με τα δρώμενα, απ’ την άλλη διασώζει τη λαϊκότητα τού -ελαφρώς αφελούς, αλλά ουσιαστικά καλοπροαίρετου- κύριου αφηγητή. Ταυτόχρονα, δίνει την αίσθηση του «μη οριστικού», που είναι μέσα στις προθέσεις του συγγραφέα. Άλλωστε σε συνέντευξή του ο ίδιος ο συγγραφέας λέει ότι του αρέσει να χρησιμοποιεί επάλληλα επίπεδα γραφής.
     Ο ήρωας-αφηγητής, ενήλικας σήμερα, καταγόμενος από την ισπανοκρατούμενη Ναβάρρα, ήταν οκτώ χρονών όταν αναγκάστηκε να μείνει με τους συγγενείς του στο Σαν Σεμπαστιάν «για λόγους που γνωρίζετε» (η καημένη η μητέρα μου όταν την παράτησε ο παλιάνθρωπος που είχε παντρευτεί δεν ήταν σε θέση να συντηρήσει ούτε μένα ούτε τα αδέρφια μου). Τον βλέπουμε λοιπόν μικρό παιδί να προσπαθεί να προσαρμοστεί σε μια τελείως διαφορετική οικογένεια σε μια μεγαλύτερη πόλη. Μέσα απ’ τα αγνά μάτια του γνωρίζουμε τον θείο Βισέντε (εργάτη σε σαπωνοποιΐα), τη δυναμική θεία Μαριπούι του που -ως άμεσος συγγενής- τον υποδέχεται εγκάρδια, τον άξεστο ξάδερφο Χουλέν που τον υποδέχεται με… σπαρταριστή «γαϊδουριά» και την ελαφρόμυαλη ξαδέρφη Μάρι Νιέβες. Έχουμε σκηνές σπαραξικάρδιες, μιζέριας και μεγαλείου (ο ηλεκτρολόγος που την πέφτει στην Μαριπούι και κείνη καταφεύγει στον άβουλο άντρα της χωρίς να μπορεί να αποφύγει τη φαντασίωση∙ η τροφαντή Μάρι Νέβες με την ασυγκράτητη σεξουαλική όρεξη, που γυρνάει με τον έναν και τον άλλον και δημιουργεί συνέχεια προβλήματα στην οικογένεια∙ ο ιερέας δον Βικτοριάνο, φανατικός Βάσκος που διδάσκει την βασκική γλώσσα και βασικά ελέγχει τον αγώνα των Βάσκων, όπως ανακαλύπτει σιγά σιγά ο μικρός Τσίκι∙ σκαμπίλια και μαλλιοτραβήγματα ανάμεσα στις γειτόνισσες∙ ο αδύναμος Βισεντίκο (θείος), με τη φήμη του «φοβητσιάρη», που τον εκβιάζουν και που στα δύσκολα το ρίχνει στο ποτό ∙ τα σαπουνάκια που τυλίγουν επί ώρες όλα τα μέλη της οικογένειας για να βοηθήσουν τον Βισεντίκο∙ στρίμωγμα στα πεζοδρόμια για «να δουν τον Φράνκο να περνάει»).
     Αυτή είναι η ατμόσφαιρα στην οποία ο Τσίκι προσαρμόζεται σχετικά γρήγορα, αποκτά φίλους με τους οποίους παίζει στην αλάνα, ενώ ο ξάδερφος που αρχικά τον περιφρονεί και τον ονομάζει «βουτυρομπεμπέ από τη Ναβάρρα» (περιοχή όπου επικράτησε το ισπανικό στοιχείο) σιγά σιγά τον συμπαθεί, παίζει μαζί του (τους περίφημους «ποδηλάτες»), κι όταν ο μικρός μπαίνει στο νόημα και τον καλύπτει στα δύσκολα, μια σχέση μεγάλης αγάπης δημιουργείται ανάμεσα στους δυο.
     Αυτά τα εννέα χρόνια λοιπόν που βρίσκεται ο Τσίκι με τους συγγενείς του, εξελίσσονται δύο βασικές ιστορίες, που αναστατώνουν τις ισορροπίες στην οικογένεια. Παράλληλα όμως είναι δυο τραγικές ιστορίες στο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, που αναδεικνύουν την τραγική κατάσταση της Ισπανίας του Φράνκο. Δεν είναι τυχαίο που ο συγγραφέας αφήνει την υπόνοια ότι πρόκειται για πραγματικά πρόσωπα, που τα έχει γνωρίσει. Η μία λοιπόν ιστορία αφορά την αθέλητη εγκυμοσύνη της άσχημης Μάρι Νέβες, που δεν φαίνεται να γνωρίζει (ή τουλάχιστον δεν ομολογεί) τον πατέρα του παιδιού της∙ η άλλη είναι η ένταξη του Χουλέν στον βασκικό αγώνα, με ό, τι συνέπειες συνεπάγεται αυτό.

Ποτέ δεν θα γίνω ευτυχισμένη, ποτέ! Αυτό θέλεις;
Ή
Υπάρχουν χειρότερα πράγματα από το να είσαι παντρεμένη

     Η ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη της Μάρι Νιέβες, προκαλεί σκηνές μέσα στο σπίτι που μάλλον είναι κωμκοτραγικές, έτσι τουλάχιστον όπως τα βιώνει ο οκτάχρονος Τσίκι και τα μεταφέρει στον συγγραφέα. Μυστήριο, ψίθυροι, ίντριγκες και χαστούκια για να αποσπάσουν από την ξεροκέφαλη Μάρι Νιέβες το όνομα του πατέρα. Απίστευτα σχέδια με την μητέρα του Τσίκι που έρχεται εκτάκτως (ερασιτεχνικές προσπάθειες αποβολής, γέννα και μετά ορφανοτροφείο κλπ) κι όλα αυτά επειδή η θεία Μαριπούι προτιμούσε να πέσει από το μπαλκόνι παρά να διασχίζει τους δρόμους της γειτονιάς χωρίς να τολμάει να σηκώσει το βλέμμα της από το έδαφος. Τα σενάρια στις σημειώσεις του συγγραφέα περιλαμβάνουν μέχρι και απόπειρες αυτοκτονίας (γειτονιά γεμάτη κουτσομπόλες. Θα σκοτωθώ. Δεν μπορώ να ζω έτσι).
     Η ντροπή της οικογένειας όπου η κόρη στιγματίζεται ως «πουτάνα» ξεδιπλώνεται σ’ όλο το μεγαλείο, καθώς ο καιρός περνάει και δεν γνωρίζουν ακόμα ποιος ήταν «εκείνος ο παλιάνθρωπος». Η λύση που δόθηκε δείχνει τα ήθη της εποχής: η δυναμική Μαριπούι βρίσκει γαμπρό στην κόρη της, με το έτσι θέλω! Εμφανίζεται στο προσκήνιο ο Τσάτσο, που ήταν κάπως χοντροκέφαλος, για να μην πούμε ότι έπασχε από νοητική υστέρηση, για τον οποίο η Μάρι Νιέβες είναι μεγάλο κελεπούρι (πιστεύω ότι δεν είχε αρκετή φαντασία ούτε για να σχηματίσει στο μυαλό του την εικόνα μιας γυμνής γυναίκας). Η λύση αυτή έχει οπωσδήποτε κοινωνικό κόστος (κουτσομπολιό, δούλεμα κλπ) αλλά για τα δεδομένα της κοινωνίας είναι η «καλύτερη».
     Η παρωδία των αρραβώνων αλλά και του γάμου περιγράφεται αναλυτικά και αγγίζει τα όρια του τραγέλαφου -αν και ο αφελής Τσάτσο με τον αυθορμητισμό του και τον ενθουσιασμό του, σώζει την κατάσταση. Η πραγματική τραγωδία ξεκινά όταν γεννήθηκε το μωρό, προφανώς με προβλήματα λόγω των ατυχών επεμβάσεων (ό, τι κι αν είδαν τους κόπηκε η μιλιά), ενώ η κοινωνική πίεση από τη γειτονιά, ακόμα κι απ’ τον παπά Βικτοριάνο είναι σκληρή και αμείλικτη (Οίκτο έπρεπε να προκαλούμε! Οίκτο).
     Η ζωή όμως δεν είναι μονοδιάστατη. Παρόλη την απελπισία που φέρνει ένα μωρό ασθενικό, τυφλό, που βογκάει όλη μέρα από τους πόνους, ο Τσάτσο, ο «τρελός του χωριού» βρήκε μια οικογένεια, είναι θετικός, πρόθυμος, και… χαρούμενος (εγώ, έτσι άσχημος που είμαι, με ποιαν θα πηδιόμουν αν δεν παντρευόμουν;).
     Ο ένας από τους επιλόγους που έγραψε ο συγγραφέας αφορά την τραγική λύση στην ιστορία αυτή της Μάρι Νιέβες.

Αν χρειάζεστε για το βιβλίο σας την ιστορία ενός αγωνιστή τυχοδιώκτη,
δραστήριο, πρωταγωνιστή σε αμέτρητα λίγο πολύ ηρωικά επεισόδια,
σας προειδοποιώ ότι η ιστορία του ξαδέρφου μου
δεν θα σας χρησιμεύσει

     Η συμπάθεια που τρέφει ο Χουλέν προς τον μικρό του ξάδερφο τού επιτρέπει να τον εμπιστεύεται τα βράδια που κοιμούνται στο ίδιο δωμάτιο («με σκότωνε με τη μπόχα των ποδιών του»), να του εξιστορεί περιπέτειες και βιώματα και τέλος να του εκμυστηρεύεται το όνειρό του για μια αυτόνομη ελεύθερη βασκική πατρίδα. Στην οικογένεια δεν γνωρίζουν βασκικά, μιλάνε ισπανικά «τσάτρα πάτρα», ωστόσο ο φανατικός ιερέας Βικτοριάνο όχι μόνο διδάσκει τα βασκικά, αλλά εντάσσει στον αγώνα τους νεαρούς φίλους του Χουλέν. Οι σκηνές που ο μικρός -καλός κι έξυπνος μαθητής ωστόσο- Τσίκι βοηθά τον Χουλέν σ’ αυτά τα μαθήματα γλώσσας, είναι απολαυστικότατες. Ο Βικτοριάνο, εκτός από τα μαθήματα και τα κηρύγματα, διοργανώνει και εξορμήσεις στο βουνό, όπου εμπέδωνε στους νεαρούς ορειβάτες την ιδέα μιας απελευθερωμένης πατρίδας, καλλιεργώντας τους ταυτόχρονα τη φλόγα για τη γλώσσα, τα έθιμα, και τα τοπία της γης τους. Ιερό σύμβολο, η «ικουρίνια», η βασκική σημαία∙ κρυφό όνειρο, να σκοτώσουν τον Φράνκο (αξιοσημείωτο ότι ο θείος, ο πατέρας του Χουλέν, ούτε ξέρει ποιος είναι ο Φράνκο, και φυσικά δεν έχει ιδέα ότι ο γιος του είναι μπλεγμένος στην πολιτική δράση «μέχρι τα μπούνια»).
     Η πρώτη σύλληψη του Χουλέν και του Γκαρμέντια ήταν χωρίς συνέπειες (χάρη και στον Τσίκι –«Τσίκι είσαι και ο πρώτος») αλλά ήταν και μια προειδοποίηση και για την οικογένεια, και για τους ίδιους τους νεαρούς. Είναι η εποχή που η ΕΤΑ σκότωσε τον «τρομερό αρχηγό της Κοινωνικής Ταξιαρχίας, Μελιτόν Μανθάνας και το ξύλο που έριχναν στους συλληφθέντες ήταν φρικαλέο. Οι σημειώσεις του συγγραφέα σ’ αυτό το σημείο αναδεικνύουν όχι μόνο τις τραγικές έως γελοίες μεθόδους των βασανιστών, αλλά και τον ελαφρώς θρασύδειλο χαρακτήρα του Χουλέν, πράγμα που εξηγεί -ίσως- και την κατοπινή εξέλιξη. Γιατί οι έρευνες και οι έφοδοι στα σπίτια των υπόπτων συνεχίζονται, τον Χουλέν τον παρακολουθούν, ενώ κάποιο βράδυ επιστρέφει τραυματισμένος. Τον Μάρτιο του 1969 τους ειδοποιούν ότι οι μπάτσοι ψάχνουν τα σπίτια κι ο Χουλέν φυγαδεύεται στη Γαλλία, όπου εξακριβωμένα υπήρχε δίκτυο βοήθειας και υποδοχής των εξόριστων Βάσκων αγωνιστών. Από δω και πέρα μόνο από τις σκηνοθετικές οδηγίες του συγγραφέα μαθαίνουμε τις δυσκολίες των δύο εικοσάχρονων να επιβιώσουν στην ανέχεια και στη μοναξιά της εξορίας, καθώς και στην αβεβαιότητα του αν αξίζει ο αγώνας αυτός και η αυτοθυσία. Η κρυφή επίσκεψη των θείων στη Γαλλία μετά από καιρό τους βυθίζει στην απελπισία γιατί αντικρίζουν ένα Χουλέν βρώμικο, ταλαιπωρημένο αλλά κυρίως αποκαρδιωμένο (απίθανη η λίστα του συγγραφέα με τα «πιθανά βάσανα» του Χουλέν, και το επιμύθιο: δεν χρειάζεται να τα αναφέρω όλα. Με βάση λογοτεχνικά κριτήρια, θα επιλέξω τα τρία ή τέσσερα που μπορούν ν’ απεικονιστούν καλύτερα μέσω ενεργειών, μεγαλόφωνων σκέψεων, διαλόγων…). Κι όταν αντίκρισε τον μικρό του ξάδερφο συγκινήθηκε τόσο πολύ που τον έπιασε ακατάλυτος λόξυγκας («αν ήξερα ότι θα συγκινούνταν τόσο πολύ, δεν θα σ΄ είχα φέρει»). Δεν μαθαίνουμε ποτέ τις λεπτομέρειες που έκαναν τον Χουλέν να τσακωθεί με τον παιδικό φίλο και σύντροφό του, τον Γκαρμέντια, ούτε τον λόγο για τον οποίο ένιωθε απομονωμένος στην εξορία (μια υπόνοια η άγνοια της γλώσσας). Γεγονός είναι ότι όταν επέστρεψε πια αυτοβούλως, ξεσηκώνοντας ένα σωρό απορίες, δεν ήταν πια ο ίδιος (μου θύμιζε τον φελλό του καλαμιού μου, ακουμπισμένο πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας, να παρασύρεται από δω κι από κει από δυνάμεις ανώτερες απ’ τον ίδιο). Σιγά σιγά ο Τσίκι αντιλαμβάνεται ότι τον ξαδερφό του δεν τον έχει σε εκτίμηση η γειτονιά, κι είναι φανερό στον αναγνώστη ότι ο Χουλέν «λύγισε», αν και δεν ανοίγει την καρδιά του σε κανέναν. Το μίσος του κόσμου ήταν τέτοιο που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ιμπαέτα. Γιατί ο Χουλέν, ένας φτωχοδιάβολος σε τελευταία ανάλυση, βγήκε χαμένος.
     Είναι τα χρόνια που ο δικτάτορας Φράνκο βρίσκεται ήδη επί τρεις δεκαετίες στην εξουσία, τα «χρόνια της βραδύτητας» για την Ισπανία και τις επαρχίες της… Γιατί όπως γράφει ο συγγραφέας στις σημειώσεις του, σε άλλες χώρες φαίνεται σα να ζούσαν πιο γρήγορα, ενώ στη χώρα του υπήρχε μια ατμόσφαιρα ιστορικού μαρασμού
      Όταν σταματώ για να φέρω στο μυαλό μου τις αναμνήσεις μου από κείνα τα χρόνια, μου ξανάρχεται μια παλιά αίσθηση βραδύτητας. Έχω την εντύπωση ότι σήμερα ένα λεπτό διαρκεί τριάντα με σαράντα δευτερόλεπτα∙ αντίθετα, τα λεπτά της δικτατορίας διαρκούσαν ενάμιση με δυο λεπτά. Τρεις δεκαετίες βρισκόταν ο Φράνκο στην εξουσία, (…), και, παρόλο που στα τέλη της δεκαετίας του ’60 είχαν ήδη αρχίσει να αναδεύονται τα υπόγεια ύδατα, η ιστορία της Ισπανίας σερνόταν ακόμα νωχελικά.
Χριστίνα Παπαγγελή