Κυριακή, Μαρτίου 22, 2026

επί σκοπώ πλουτισμού, Ελισάβετ Χρονοπούλου

     Μια μεγάλη έκπληξη, μια βαθιά μαχαιριά στη συλλογική μνήμη ήταν για μένα αυτό το βιβλίο, που έφτασε αναπάντεχα στα χέρια μου, και με οδήγησε μ’ έναν συναρπαστικό τρόπο στις τραυματικές σελίδες της ελληνικής Ιστορίας. Και η έκπληξη δεν ήταν μόνο ότι ήταν άγνωστη για μένα η συγγραφέας, ούτε ότι η δύναμη της γραφής αποδείχτηκε ικανή να ταρακουνήσει την απάθεια και την άγνοια των ημερών μας, αλλά κυρίως ότι αυτό που αναδείχτηκε με θαυμαστό τρόπο, μέσα από την πλοκή αλλά και τη δομή, ήταν οι συνέπειες αυτών των τραυματικών γεγονότων στο σύγχρονο παρόν, στον άνθρωπο που ζει ανίδεος, αμέτοχος και αθώος, τρεις γενιές μετά. Πώς ένα «προπατορικό αμάρτημα», στην περίπτωση του παππού του ήρωα, μπορεί να φτάσει μέχρι τις επόμενες γενιές διαταράσσοντας την αίσθηση ταυτότητας, διαμορφώνοντας μια νέα συνείδηση τού «ποιος είμαι» ή «ποιος θα μπορούσα να είμαι». Κι αυτό η συγγραφέας το πετυχαίνει με θαυμαστό τρόπο γιατί δεν μας μεταφέρει απλώς σε μια εποχή διαφορετική, διερευνώντας μια πτυχή επώδυνη που να μας την παρουσιάζει παραστατικά και ζωντανά, όπως συμβαίνει συνήθως σε ιστορικά μυθιστορήματα -κι είναι βέβαια κι αυτό αξιοθαύμαστο, δεν θα το ονόμαζα όμως ιστορικό το συγκεκριμένο-, αλλά μας οδηγεί να ταυτιστούμε με τον σύγχρονο ήρωα, και να αποκαλύψουμε μαζί μ’ αυτόν μυστικά και κρυφές πληγές που καθορίζουν το σήμερα.
     Οι πρώτες σελίδες αιφνιδιάζουν τον αναγνώστη, μεταφέροντάς του το ξάφνιασμα που δέχτηκε ο πρωταγωνιστής, ο Γιώργος Ασλανίδης, όταν δέχτηκε κληρονομιά από έναν άγνωστο, ετοιμοθάνατο στο Χ δημόσιο νοσοκομείο, με τον όρο να τον επισκεφτεί στις τελευταίες του στιγμές (όποιος κι αν ήταν, βρισκόταν εκείνη τη στιγμή ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, και το ελάχιστο που δικαιούνταν ήταν να στέκεται και γι’ αυτόν κάποιος στην από δω πλευρά, κάποιος που αγωνιά γι’ αυτόν). Ο 92χρονος άγνωστος άντρας ήταν ο Δημοσθένης Σαρίκας και, όπως γράφει στο τελευταίο του σημείωμα, όρισε τον Γιώργο Ασλανίδη, γιο της Στεφανίας Ασλανίδου κι ενός αγνώστου, ως μοναδικό του κληρονόμο.
     Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Γιώργου Ασλανίδη, που την εποχή που μιλάμε πρέπει να είναι 46 χρονών, παρακολουθεί τα γεγονότα από το συγγραφικό «σήμερα», δηλαδή από το 2023. Έτσι έχουμε ανάμεικτες μνήμες, κρίσεις, αναπαράσταση συμβάντων, εξομολογήσεις συναισθημάτων και συνειρμούς. Με μεγάλη μαεστρία η συγγραφέας μάς οδηγεί στο να συνειδητοποιήσουμε ότι μια ιστορία, που επιφανειακά είχε όλες τις προδιαγραφές αστυνομικού μυθιστορήματος, κρύβει μια τραγωδία από τις πολλές που συντελέστηκαν τη συγκεκριμένη περίοδο, μια τραγωδία που εξελίχθηκε «κατά το εικός και αναγκαίο», με μια αναγκαιότητα δηλαδή αναπόφευκτη, στο τραυματικό παρελθόν της ελληνικής κατοχής στην Αθήνα, την Αθήνα (> την Ελλάδα) όχι μόνο των Γερμανών κατακτητών, αλλά και των ντόπιων χωροφυλάκων, και των δωσίλογων[1].
     Είναι περιττό να πούμε ότι ο αφηγητής μας δεν διανοείται να αποδεχθεί την κληρονομιά αυτή, που φαίνεται σαν να έπεσε απ’ τον ουρανό (δεν με ενδιέφερε καν να μάθω τι περιείχε αυτή η κληρονομιά/όσο κι αν δεν μου αρέσει να το λέω, είμαι επαγγελματίας κληρονόμος. Αυτό που λένε «εισοδηματίας»/και μου φαινόταν όχι μόνο περιττό αλλά και κάπως αδιάντροπο να μου στέλνει η ζωή άλλη μια κληρονομιά). Και η παράξενη ιστορία θα τελείωνε άδοξα με την μη αποδοχή, αν δεν ερχόταν μια «επιστολή-βόμβα» να αναστατώσει τον Ασλανίδη, μια σύντομη επιστολή με την οποία τον ενημερώνει ότι στις 13 Φεβρουαρίου 1951 ο εκκεντρικός κληροδότης Σαρίκας σκότωσε τον παππού του ήρωά μας (!), κι ότι ήταν μια πράξη για την οποία δεν μετάνιωσε ποτέ (κοίτα να δεις, αυτή είναι λοιπόν η κληρονομιά μου. Η ομολογία ενός φόνου. Και μάλιστα του φόνου του παππού μου)! Γρήγορα καταλαβαίνουμε επίσης ότι ο αφηγητής, ένας μοναχικός άνθρωπος που ζει όπως λέει ο ίδιος «σε μια κάψουλα» με τον σκύλο του, δεν γνώρισε ποτέ τον παππού του παρά μόνο μέσα από μια κορνίζα, ούτε του είχαν μιλήσει ποτέ γι’ αυτόν. Η γιαγιά του, που τον μεγάλωσε, δεν μιλούσε ποτέ για το παρελθόν -«μην τα σκαλίζεις»-, και άλλωστε όπως είπαμε, ήταν αγνώστου πατρός, ενώ η μάνα εξαφανίστηκε από το προσκήνιο σε νεαρή ηλικία.
     Αυτή είναι η «δέση»[2] του μυστηρίου, της τραγωδίας που κινείται σε δυο επίπεδα, κι από δω και πέρα ο αναγνώστης παρακολουθεί δύο βασικούς άξονες αφήγησης, του Γιώργου Ασλανίδη και του
Δημοσθένη Σαρίκα, που άφησε αναλυτικότατες σημειώσεις στο ημερολόγιο που έγραψε λίγες μέρες πριν πεθάνει (το ξεκίνησε 18 Ιουλίου 2023), ένα ακόμα προφανώς κληροδότημα στον άναυδο ήρωα (η ιστορία του με περίμενε γραμμένη, μέσα στο συρτάρι του κομοδίνου του).
     Τα χρόνια στέκονται, εμείς περνούμε
     Ήταν δεκατριών χρονών ο Δημοσθένης Σαρίκας την 18 Ιουλίου του 1944, την ημερομηνία που τον σημάδεψε και που καθόρισε όλη του τη ζωή. Κι «εκείνη» που στην αρχή δεν κατονομάζεται, αλλά - καθώς διαβάζουμε το μπλε τετράδιο μαζί με τον αφηγητή-, ήταν δεκαπέντε, ήταν η αδερφή του, η Αμαλία. Έχουν ως παιδιά ζήσει μαζί τη στέρηση, το κρύο και την πείνα του πολέμου, και πάνω απ' όλα τη βία του πατέρα τους απέναντι στον παππού, για ένα κομμάτι κρέας. Εκείνη «είναι όμορφη σαν τοπίο» και κείνος, έχει παγώσει από την αλλοτρίωση των οικογενειακών σχέσεων («ξέρω πού είναι ο διάβολος. Είναι μέσα στο στομάχι μας , και πεινάει. Όσο τον ταΐζουμε φωλιάζει εκεί μέσα και καρδαμώνει, αλλά αν πάψουμε να τρώμε, θα αναγκαστεί να φύγει»). Ο Σαρίκας, σ’ αυτές τις πρώτες σελίδες του τετραδίου, ξεδιπλώνει την τρυφερή σχέση του με την μεγαλύτερη του αδερφή που θεμελιώθηκε μέσα στις δύσκολες συνθήκες της κατοχής, και νιώθουμε ότι ένας άρρηκτος δεσμός ενώνει τα δύο αυτά παιδιά. Είναι η Αμαλία που του εμφυσά την ιδέα ότι «ο θεός δε νοιάζεται για μας», και του επαναλαμβάνει στις δύσκολες στιγμές «κάνε τον φόβο σου θυμό». Η Αμαλία, που κάποιες φορές «λείπει απ’ τον εαυτό της», που τα μάτια της πολύ συχνά είναι άδεια, που έπαψε κάποια στιγμή να γελάει με «το βραχνό της γέλιο».
       Η πρώτη επισταθμία στην δύσκολη ενηλικίωση του εντεκάχρονου ήρωα ήταν αυτό το επεισόδιο βίας, που ίσως συνδέεται με τον άμεσο σχεδόν θάνατο του παππού (ήθελα να ρωτήσω την Αμαλία πολύ ήταν τώρα ο παππούς αφού δεν ήταν μέσα στο σώμα του/πού πήγε τώρα η πείνα του παππού;/πού είναι τώρα η ήττα του;). Η δεύτερη, θα μπορούσαμε να πούμε, ήταν η άρνηση να υπακούει τον άτεγκτο πατέρα, ή μάλλον η πρώιμη επανάστασή του απέναντι στον πατέρα, ο οποίος εξακολουθεί να πασχίζει να μάθει στα παιδιά γράμματα (κατ’ οίκον), και να τον βάζει να «παπαγαλίζει τα δασυνόμενα (για πρώτη φορά θα αντιμιλούσα στον πατέρα. Θα τον κοίταζα κατάματα και θα του έλεγα το πρώτο μου «όχι»). Παράλληλα, η μεταμόρφωση της Αμαλίας, που έχει μπει πια στην εφηβεία, απομακρύνει τα δυο αδέρφια, καθότι η κοπέλα κάποια στιγμή δεν κοιμάται πια στην ίδια κάμαρα με τον αδερφό της (κάθε πρωί ήθελα να ρωτήσω την ψεύτικη Αμαλία πού πήγε η αληθινή αλλά δεν έβρισκα το θάρρος), και λείπει συχνά από το σπίτι.
     Η αφήγηση του Σαρίκα μέσα στα σύγχρονα ημερολόγια, δεν είναι γραμμική αλλά πηγαινοέρχεται σε δύο χρονικά επίπεδα, γιατί ο ηλικιωμένος πια ήρωας σχολιάζει και κρίνει το παρελθόν, κι επισημαίνει τα συναισθήματα, τα τότε και τα τωρινά, υπό το πρίσμα των 92 του χρόνων. Πρέπει να πούμε ότι η συγγραφέας παρουσιάζει αυτήν την προσωπική εξομολόγηση με πολλή μαεστρία, και δημιουργεί απορίες στον αναγνώστη, τις ίδιες που γεννιούνται στο μυαλό του εντεκάχρονου παιδιού αλλά και του Γιώργου Ασλανίδη καθώς διαβάζει· απορίες που ξεδιαλύνονται σιγά σιγά, ολοκληρώνοντας ένα απίστευτο παζλ. Ποια ήταν λοιπόν αυτή η Λιλή, η φίλη της Αμαλίας που τον απομάκρυνε από τον αδερφό της (λογικό, σ’ αυτήν την ηλικία τα κορίτσια να έχουν μια «κολλητή» και ο αδερφός-παιδί να μπαίνει στην άκρη). Ποια είναι αυτή η Λιλή, που ο γέρος πια αφηγητής «δεν κατάφερε να μισήσει», και «πώς πήγε και πέθανε μόνη της η Αμαλία, εκείνες τις τραγικές μέρες»; Άρα μαθαίνουμε ότι εκείνες τις αποφράδες μέρες η Αμαλία βρήκε αιφνίδιο θάνατο, και υπήρχε και μια Λιλή, που κάτι ήξερε και κάπως συνδέεται και με τον πρωταγωνιστή, τον Γιώργο Ασλανίδη.
     Αυτός ο αναίτιος, αιφνίδιος θάνατος ήταν που χώρισε στα δύο τη ζωή για τον 13χρονο Δημοσθένη, στην «ζωή την πριν» και στην «ζωή την μετά». Γιατί ήταν 16 Ιουλίου του 1944 όταν είδε για τελευταία φορά την Αμαλία, καθώς κατηφόριζε με τη φιλενάδα της το δρόμο, γελώντας κελαρυστά. Το μεθεπόμενο πρωί η Αμαλία βρέθηκε νεκρή, κι ο μικρός Δημοσθένης μέσα από την ατμόσφαιρα μυστηρίου που έπεσε βαριά στο σπίτι, δεν βγάζει άκρη, δεν καταλαβαίνει, δεν μαθαίνει παρά πολύ αργότερα την αλήθεια.
     Μην κλαις. Ανοίγω δρόμο
                      (από ποίημα της Αμαλίας)
     Δεν είναι μόνο οι σκέψεις και τα συναισθήματα του 92χρονου Δημοσθένη που ζωντανεύουν χάρη στο μπλε τετράδιο, αλλά και τα αντίστοιχα του 46χρονου Γιώργου Ασλανίδη (ακριβώς τα μισά χρόνια, τυχαίο;), καθώς με ιερή προσήλωση μετέχει όλης αυτής της εξομολόγησης. Αναθυμάται το τελευταίο βλέμμα του ετοιμοθάνατου (δεν ήταν βλέμμα αποχαιρετισμού, ήταν βλέμμα αντάμωσης), και συνεχίζει να μετέχει στον κόσμο του θανόντος, καθώς πηγαίνει στο σπίτι του -που είναι πια δικό του-, βλέπει, ακουμπά τα πράγματά του, ανοίγει τα ντουλάπια του όπως και τα αντίστοιχα της Αμαλίας, διαβάζει τα ποιήματά της (για όλα έκλαψα αλλά πιο πολύ που του άνοιγε δρόμο), εισχωρεί στα μυστικά της.
     Το μεγάλο σοκ όμως έρχεται όταν ο Γιώργος αναγνωρίζει τη Λιλή από μια φωτογραφία (ένα κρακ ακούστηκε μέσα από το σώμα μου. Κάτι είχε σπάσει. Το ήξερα αυτό το κορίτσι). Μόνο που τώρα δεν ήταν κορίτσι, την έλεγαν Βασιλική Ασλανίδου γιατί είχε παντρευτεί τον Γιώργο Ασλανίδη, τον δολοφονημένο παππού, την φώναζαν κυρία Βάσια, και ήταν η γιαγιά που του στάθηκε σαν μάνα. Τότε ήταν μοδίστρα, ψυχοκόρη σ’ ένα αστικό σπίτι, αμόρφωτη σε σχέση με την Αμαλία, άλλης κοινωνικής τάξης. Η εικόνα συμπληρώνεται με επιστολές ανάμεσα στα δυο κορίτσια, μια «αλληλογραφία κοριτσίστικη», μέχρι που μια ρωγμή μπαίνει ανάμεσά τους, όταν καταλαβαίνουμε ότι η Αμαλία είναι σε νεολαιίστικη αντιστασιακή οργάνωση, αλλά η Λιλή, αρραβωνιασμένη με τον Ασλανίδη που ήταν χωροφύλακας, δεν θέλει να ακολουθήσει.
     Η αποκάλυψη είναι συντριπτική για τον ήρωά μας, που συνειδητοποιεί ότι η γιαγιά του ποτέ δεν του μίλησε ούτε για την Αμαλία, ούτε για όλα αυτά. Είναι το χρονικό σημείο όπου καταλαβαίνει ότι οι δύο ιστορίες, του Δημοσθένη και του ίδιου, είναι άρρηκτα δεμένες με ένα μεγάλο μυστικό, που κρύβει βαθύ πόνο. Φυσικά τον κατακλύζουν άπειρα ερωτήματα, και δεν ζει πια η γιαγιά του ώστε να του δοθούν απαντήσεις… οι απαντήσεις βρίσκονται μέσα στα τετράδια του Δημοσθένη, στην αλληλογραφία και τα ποιήματα της Αμαλίας, στις φωτογραφίες και στα ντοκουμέντα.
     Οι βασικότερες όμως απαντήσεις βρίσκονται στα… αρχεία του κράτους· στις εφημερίδες· στις ιστορικές συγκυρίες· στο πνεύμα της εποχής και στον φόβο που είχαν οι απλοί πολίτες όχι μόνο απέναντι στον κατακτητή, αλλά απέναντι στους δωσίλογους, τους ταγματασφαλίτες, τους χωροφύλακες… που δεν δίσταζαν να ξεπουλήσουν τον αδερφό, τον γείτονα, τον συμπολίτη «επί σκοπώ πλουτισμού», όπως διατυπώνεται στις δίκες-παρωδία που ακολούθησαν στο αντικομμουνιστικό καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε μετά την απελευθέρωση, αθωώνοντας στην πλειοψηφία τους προδότες, μόνο και μόνο γιατί δεν ήταν κομμουνιστές.
     Ο δεκατριάχρονος Δημοσθένης Σαρίκας, μην αντέχοντας τους δουλοπρεπείς χειρισμούς του πατέρα του και την ένοχη σιωπή που έπεσε στο σπίτι μετά τον θάνατο της αδερφής του, δηλώνει ότι δεν θα σπουδάσει, φεύγει απ’ το σπίτι (έφυγα απ’ το σπίτι τον Οκτώβρη του ’45. Ένα μήνα πριν κλείσω τα δεκατέσσερα. Γύρισα το ’72, όταν πέθανε κι ο πατέρας) και γίνεται παραγιός του κυρ Σταμάτη Δάρρα, του μαραγκού. Δεν μαλάκωσε στιγμή η καρδιά του, δεν ήθελε να δει στα μάτια τους γονείς του, αλλά ήταν εργατικός και συνεπής, δέθηκε με το αφεντικό του σαν να ήταν ο πραγματικός του πατέρας, και πενθεί σιωπηλά τον άδικο χαμό της αδερφής του.
     Όταν όμως τελείωσε ο πόλεμος εμφανίστηκε μια Κυριακή πρωί η κυρία Μερόπη Μπασάκου να τα γυρίσει όλα τούμπα. Κι αρχίζει το γαϊτανάκι της αποκάλυψης, της αποκάλυψης της οδυνηρής αλήθειας, που εμπεριέχει βία και τρόμο, γιατί η Μερόπη Μπασάκου ήταν μάρτυρας κατηγορίας (κατέθεσε και στη δίκη), αθέλητος μάρτυρας των κτηνανθρώπων της Ασφάλειας, είχε δει με τα μάτια της τα βασανιστήρια σε νεαρά παιδιά, είχε δει τον δολοφόνο που είχε σάρκα και οστά. «Μην εμπλακείς», ήταν η εντολή του πατέρα, όταν τον συνάντησε μόνο και μόνο για να ζητήσει εξηγήσεις (σήκωσε το χέρι και με σημάδεψε με το δάχτυλο, αυτό το δασκαλίστικο το δάχτυλο που σου σήκωνε και σε σημάδευε σαν περίστροφο για να μάθεις την προπαίδεια).
     Επί σκοπώ πλουτισμού

Δεν με γέλασε ο θάνατος, η ζωή με γέλασε
     Οι καταθέσεις και τα αντίγραφα της δίκης που παρατίθενται, και διαβάζει ο κατάπληκτος Γιώργος Ασλανίδης, που ήξερε για την Κατοχή ό, τι μαθαίνουν οι μαθητές στις σχολικές γιορτές, είναι συγκλονιστικές. Είναι μεν επινοημένες από την συγγραφέα, αλλά όπως σημειώνει και η ίδια στο τέλος του βιβλίου, τα ονόματα, οι διευθύνσεις και τα βιογραφικά στοιχεία είναι μυθοπλαστικά, αλλά διατηρείται αυτούσιο το ύφος και τα περιστατικά «έχουν αντληθεί από αυθεντικές καταθέσεις, και δεν έχει επινοηθεί καμιά δράση δωσίλογων μη ιστορικά τεκμηριωμένη».
     Ο αρχικός πρωταγωνιστής, ο κληρονόμος αυτού του παράδοξου κληροδοτήματος, ο Γιώργος Ασλανίδης, μπροστά σ’ αυτό το άγνωστο αλλά ζωντανό παρελθόν συνταράζεται· όπως εξομολογείται, «νιώθει μέρος της εικόνας που δεν είχε δει» (ήμουν κι εγώ μέσα στην αίθουσα του Πρωτοδικείου, δεν φαινόμουν, δεν είχα καν γεννηθεί, αλλά ήμουν εκεί. Γεννήθηκα απ’ αυτήν την εικόνα). Τα συναισθήματα είναι πάμπολλα απέναντι στην Αμαλία, στη γιαγιά, στον Δημοσθένη. Μπορεί τώρα να καταλάβει τα μισόκλειστα μάτια της μητέρας του, της Στεφανίας, που ήταν προφανώς κι αυτή «μέρος της εικόνας», που έφυγε και δεν την ξανάδε ποτέ (από μια στιγμή και μετά το ήξερα ότι δεν ζούσε. Δεν μου το είπε κανείς, αλλά το ένιωθα/με έπνιγε η τσαντίλα που πέθανε προτού προλάβω να μην την αγαπήσω όσο θα ήθελα, όσο της άξιζε να μην την αγαπήσω κι ακόμα πιο πολύ).
     Οι τελευταίες σελίδες της αφήγησης του Γιώργου Ασλανίδη είναι αποκαλυπτικές μιας συνείδησης που διευρύνθηκε για να χωρέσει τόσο έντονα συναισθήματα με τα οποία εντέλει ταυτίζεται. Ο Σαρίκας, η Αμαλία, ο παππούς ο δικός του και του Δημοσθένη. Η γιαγιά, η μητέρα η δική του, του Δημοσθένη, οι δυο πατεράδες. Τόσες αλήθειες διασταυρωμένες που παλεύουν για να βρει ο ίδιος την ταυτότητά του, τόσες αλήθειες αντιφατικές που του χαρίζουν μια πικρή επίγνωση:
      Τώρα ξέρω ποια είναι η κληρονομιά μου.
      δεν είναι το σπίτι του,
      δεν είναι τα λίγα χρήματα στον τραπεζικό λογαριασμό,
      δεν είναι καν ο φόνος του παππού μου.
      Είναι ο πόνος της.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] Ένα εκτενές επίμετρο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη (που έγραψε το βιβλίο « Οι δωσίλογοι», ανάμεσα σε άλλα) μας δίνει πληροφορίες γι’ αυτήν την επώδυνη περίοδο της Ιστορίας μας
[2] Στην αριστοτελική θεωρία της τραγωδίας, η δέση αποτελεί το πρώτο δομικό μέρος της πλοκής, το οποίο περιλαμβάνει τα γεγονότα από την έναρξη του έργου έως το οριακό σημείο (την κορύφωση) από το οποίο ξεκινά η μετάβαση προς τη λύση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: