Είστε γενναία. Είναι πάντα δύσκολο να το σκάσει κανείς.
Σας θαυμάζω.
Ένα ακόμη βιωματικό, αυτοβιογραφικό βιβλίο του αγαπημένου συγγραφέα και ακτιβιστή Εντουάρ Λουί, που, όπως εκφράζεται και στο οπισθόφυλλο, δεν το είχε προγραμματίσει αλλά το έγραψε ακολουθώντας την επιθυμία της μητέρας του. Της μητέρας του Μονίκ, που τη γνωρίσαμε αρχικά στο πρώτο εμβληματικό μυθιστόρημά του «Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ» (2018), όπου ο συγγραφέας ξεδιπλώνει τη δύσκολη παιδική ηλικία του, την πορεία μιας προσωπικότητας που κατάφερε να υπερβεί τα τραύματα της κοινωνικής απομόνωσης λόγω διαφορετικότητας (ο Λουί είναι ομοφυλόφιλος), της φτώχειας και της ενδοσχολικής και οικογενειακής βίας (θυμίζουμε ότι το πραγματικό του όνομα ήταν Εντύ Μπελγκέλ, το οποίο αποποιήθηκε όταν κατάφερε να ξεφύγει από το μικρό χωριό στη Βόρεια Γαλλία όπου μεγάλωσε, και να ζήσει στο Παρίσι). Μέσα στο άγχος και τον φόβο ζούσε και η μητέρα του, σ’ έναν κόσμο όπου το να χτυπούν οι άντρες τις γυναίκες ήταν/είναι ο κανόνας και οι γυναίκες «το έχουν συνηθίσει», και της οποίας τον αγώνα για ανεξαρτησία είδαμε πιο εστιασμένα στο βιβλίο «Αγώνες και μεταμορφώσεις μιας γυναίκας» (γράφω για να εξηγήσω και να κατανοήσω τη ζωή της), όπου πράγματι η Μονίκ κατάφερε να απελευθερωθεί από τα δεσμά των άλλων, να αναζητήσει τον εαυτό της, και να προσαρμοστεί στη διαφορετική ζωή της μεγάλης πόλης. Ξαναβρίσκουμε λοιπόν κάποια στοιχεία από τη ζωή του συγγραφέα, κάποιες επαναλήψεις (αν και το νήμα συνεχίζεται μετά την πρώτη «απόδραση» της Μονίκ από τη συζυγική εστία, σαν συνέχεια του «Αγώνες και Μεταμορφώσεις μιας γυναίκας»). Και αναρωτιέται κανείς, τι καινούργιο μπορεί να βρει σ’ ένα ακόμα (αυτο)βιογραφικό βιβλίο με γνώριμα πρόσωπα. Ωστόσο, δεν βλέπουμε απλώς μια ενδιαφέρουσα/συναρπαστική προσωπική ιστορία, όπως κι ο ίδιος διευκρινίζει στο «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου»: «δεν φοβάμαι να λέω τα ίδια και τα ίδια γιατί αυτό που γράφω, αυτό που λέω, δεν υπακούει στις απαιτήσεις της λογοτεχνίας αλλά σε εκείνες της ανάγκης και του επείγοντος, σε εκείνες της φωτιάς».
Κι αυτή η φωτιά είναι η ανάγκη για ζωή, για ελεύθερη ζωή και αυτό-πραγμάτωση. Το ζήτημα λοιπόν της ελευθερίας, είναι ο κεντρικός πυρήνας όλων των έργων -πιστεύω- του Εντουάρ Λουί, ελευθερίας εξωτερικής και εσωτερικής, που δεν είναι εύκολη να κατακτηθεί, αλλά ο αγώνας διαρκεί δια βίου και πολλές φορές έχει υψηλό κόστος, όπως άλλωστε το βίωσε και ο ίδιος όχι μόνο στην τρυφερή παιδική, αλλά και κρίσιμη εφηβική ηλικία. Αγώνας για ελευθερία λοιπόν, χειραφέτηση παντός είδους. Και στην περίπτωση της μητέρας, μιας γυναίκας αμόρφωτης νοικοκυράς με πέντε παιδιά και άντρες μέθυσους και άξεστους, η ελευθερία δεν είναι θεωρία, αλλά πράξη (πρέπει πρώτα να δρας και μετά να σκέφτεσαι): αποδέσμευση από τους κοινωνικούς ρόλους (άνδρας, γυναίκα, πατέρας, μητέρα κλπ), από τη φτώχεια (που στην περίπτωσή της οικογένειάς του ήταν ακραία), από τις έμφυλες προκαταλήψεις, απ’ τις συνήθειες, απ’ το βόλεμα.
Και κάτι ακόμα που καθηλώνει τον αναγνώστη: η ανατροπή της σχέσης μητέρας-γιου, που βλέπουμε και νιώθουμε να ενσαρκώνεται ως πραγματικότητα (όχι στη φαντασία κάποιου συγγραφέα) μέσα από την πειστική, εξομολογητική και κάπως θραυσματική/ανεπιτήδευτη γραφή του Εντουάρ Λουί: είναι ένας γιος ώριμος, τρυφερός, σχεδόν πατρικός απέναντι στο μικρό κοριτσάκι που γίνεται η μητέρα όταν τα χάνει όλα, χωρίς να διαιωνίζει μια σχέση εξάρτησης όπως θα περίμενε κανείς. Ο Λουί γίνεται όντως ένας απελευθερωτικός «οδηγός» της μητέρας του, που την κατευθύνει στο να σταθεί στα πόδια της και να απολαύσει τη χαρά της ζωής.
«Θα είμαι επιτέλους ελεύθερη!»
Δεν ήταν. Έπρεπε να παλέψει κι άλλο.
Η καινούργια ζωή της Μονίκ στο Παρίσι, δίπλα σε άλλον, τον τρίτο άντρα αφότου εγκατέλειψε τον πατέρα του Λουί εδώ και εφτά χρόνια, δεν άλλαξε σε τίποτα ως προς την καταπίεση, τη βία και τις ταπεινώσεις… Αυτήν τη φορά όμως, όπως είπαμε, έχει σύμμαχο τον γιο της, ο οποίος τη φροντίζει και τη συμβουλεύει, έστω κι από μακριά (βρίσκεται στην Αθήνα σ αυτήν τη χρονική στιγμή). Ο Λουί επιμένει ότι η μητέρα του πρέπει να φύγει κυριολεκτικά και συναισθηματικά απ’ αυτόν τον άντρα (τον αποκαλεί «Άλλον»), να τον εγκαταλείψει οριστικά (έκανα εικόνα το σώμα της, ύψους ένα και πενήντα οχτώ, να φεύγει στον δρόμο, την τσάντα της περασμένη στον ώμο, το μικρό σκυλάκι της στα χέρια, το βιαστικό της βήμα μέχρι να διανύσει την απόσταση από την πολυκατοικία της μέχρι το αυτοκίνητο που την περίμενε, την ανάσα της, την ανάσα της και τη φανταζόμουν να επαναλαμβάνει από μέσα της: Δεν θα ξαναφήσω κανέναν να μου φερθεί έτσι. Τελείωσε). Αυτό που προσελκύει, αυτό που ξεχωρίζει τη γραφή του Εντουάρ Λουί, παρόλο που είναι απόλυτα αυτοβιογραφικός χωρίς δηλαδή καθόλου μυθοπλασία, είναι ότι καθώς ξεδιπλώνει το -αυθεντικό- βίωμα, βρίσκεται σε άμεση επαφή με τον συναισθηματικό κόσμο, όχι μόνο τον δικό του, αλλά και των άλλων, πολλές φορές και ανθρώπων που μπορεί και να τον πλήγωσαν (όπως η μάνα του, ο πατέρας του, τα αδέρφια του). Με απίστευτη ευαισθησία, μάλλον με ενσυναίσθηση, καταφέρνει να βλέπει τον άλλον, την ιστορία του, τις αδυναμίες του, τις ανάγκες του. Έχει την οξυδέρκεια να κατανοήσει π.χ., ότι σ’ αυτή τη φάση της ζωής της, η ασήμαντη ταπεινωμένη γυναίκα αποζητά την αναγνώριση και τις φιλοφρονήσεις (της έδιναν κι εξακολουθούν να της δίνουν την αίσθηση πως επιτέλους την βλέπουν, πως υπάρχει στα λόγια και στα μάτια των άλλων, και πως επιτέλους έσπασε την αορατότητα που της είχαν επιβάλει η φτώχεια και η ζωή με άντρες που ήταν αποφασισμένοι να τη συντρίψουν).
Δεν είναι ωστόσο εύκολη η φυγή από τον τρόπο ζωής με τον οποίο έχεις γαλουχηθεί… Υπάρχει η ενοχή, η ντροπή, η συνήθεια· ο φόβος μιας βίαιης αντίδρασης ή ο φόβος μήπως επιστρέψεις πίσω από αδυναμία μπροστά στο άγνωστο (έχει ήδη συμβεί με τον πατέρα του Λουί). Βρίσκεσαι «ανάμεσα σε δυο ζωές» (δεν ξέρω αν έβρισκα αυτήν την εικόνα ωραία ή τραγική) και δεν ξέρεις αν «θα τα βγάλεις πέρα», χωρίς χρήματα, δουλειά, σπίτι, μέλλον. Η ελευθερία έχει τίμημα και χρειάζεται ενέργεια –δεν είναι τυχαίο που η Μονίκ στην αρχή είναι πάρα πολύ κουρασμένη. Έχει όμως την αμέριστη βοήθεια του Λουί, που από μακριά κανονίζει τα πάντα για κείνην (χρήματα, σπίτι, κλπ).
Δεν είχε κάνει ποτέ κάτι για τον εαυτό της.
Η ζωή της ήταν, μέχρι τώρα, μια ζωή για τους άλλους
Η ανάγκη να βρεθεί σπίτι (έμενε προσωρινά στο διαμέρισμα του Λουί στο Παρίσι) έφερε κοντά και την αδερφή, με την οποία είχαν απομακρυνθεί (είχε θυμώσει όταν εκδόθηκε το πρώτο μυθιστόρημα γιατί ο Λουί εξέθεσε τα δεινά της οικογένειας). Κι εδώ ας επισημάνουμε και μια αόρατη διάσταση που επισημαίνει κι ο ίδιος ο Λουί: Ναι, δεν είναι απόλυτα σωστό να εκθέτεις στο βιβλίο, δημοσίως, τα «εν οίκω» των άλλων ανθρώπων, τα «οικήια κακά». Και η ίδια η μητέρα είχε ενοχληθεί σε δημόσια εκδήλωση (Γιατί το έκανες αυτό; Γιατί έγραψες ένα βιβλίο για να πεις ότι ήμασταν βίαιοι/Και γιατί είπες ότι ήμασταν φτωχοί;). Ωστόσο, έχει δίκιο και ο Λουί όταν σκέφτεται ότι αυτό που εκείνη είχε βιώσει ως βία ήταν σήμερα αυτό που θα της επέτρεπε να απελευθερωθεί από τη βία. Γιατί ο Λουί, μέσα από την προσωπική του εξέγερση και την καταγραφή της εμπειρίας του, της δικής του και της οικογένειάς του, απέκτησε το κοινωνικό στάτους (οικονομικό και καλλιτεχνικό) ώστε η φωνή του, μέσα από τους κύκλους της τέχνης, να αγγίξει βαθύτερα στρώματα: ουσιαστικά τα βιβλία του είναι πολιτικά, γιατί παύουν να αφορούν την ιστορία μιας οικογένειας, αλλά αναδεικνύουν την ταξική βία, την ταξική απόσταση που εμποδίζει τους ανθρώπους να χειραφετηθούν. Γιατί ο άνθρωπος που αλλάζει ζωή, χρειάζεται χρήματα, δουλειά, γνωριμίες, στέγη. Η Μονίκ είναι τυχερή που ο Λουί κατάφερε, μέσω της τέχνης και του ακτιβισμού του να ξεπεράσει τα ταξικά όρια. Ο ενθουσιασμός της Μονίκ μπροστά στην «κατασκευή μιας νέας ζωής» απ’ την αρχή, είναι ασυγκράτητος: καινούργιο σπίτι, κήπος, έπιπλα, οικοσκευή (όλα με έξοδα του γιου της, προς τιμήν του: αυτό που ξέρω είναι πως όσα έκανα για να τη βοηθήσω μου επιβάλλονταν ως επιτακτική ανάγκη, και πως αυτή η επιτακτική ανάγκη μου έφερνε δάκρυα στα μάτια). Είναι ξεκαρδιστική η σκηνή όπου μέσω Skype προσπαθεί να της μάθει πώς να ανοίγει τον υπολογιστή και να βλέπει ταινίες, όπου εκείνη δεν καταλαβαίνει τι θα πει «παράθυρο» η «διπλό κλικ» (ξαφνικά συνειδητοποιούσα όλο αυτό το τεχνικό λεξιλόγιο που έπρεπε να χειρίζεται κανείς για να μπορεί να μπει στο ίντερνετ).
Η Μονίκ έχει σθένος γιατί είναι πια μια άλλη γυναίκα. Δεν είναι σκληρή, όπως ήταν με τα παιδιά της στην παιδική ηλικία του Λουί (ήταν χειρότερα απ’ ό, τι νόμιζες, θα πει σε σχετικό σχόλιο του Λουί), καθώς μετέφερε τη βία που δεχόταν απ’ τον πατέρα -κι όχι μόνο, «ανακυκλώνοντας και αναπαράγοντας τον κόσμο που την περιέβαλλε (ήθελα να φύγω προτού με κάνει κακιά, όπως με έκανε κακιά ο πατέρας σου). Τώρα πια έχει μεταμορφωθεί, είναι πιο γλυκιά, πιο τρυφερή, πιο ανάλαφρη και αποφασιστική, χωρίς άγχος, με χιούμορ, με κατανόηση, με χαρά. Με θάρρος που τρομάζει τον Λουί, γυρεύει τα παλιά έπιπλα της μητέρας της που τα έχει ακόμα ο «Άλλος», έχοντας πια την ψυχική δύναμη να αντέξει στην συναισθηματική πίεση του πρώην εραστή της (ο οποίος παρεμπιπτόντως έκλαιγε βλέποντάς την να μαζεύει τα πράγματά της). Είναι μια γυναίκα που χαμογελά.
Το επιστέγασμα της μεταμόρφωσης είναι όταν, εκείνη που αντιδρούσε σε κάθε είδους δημοσιοποίηση, δέχεται με χαρά την πρόσκληση να παρευρεθεί σε θεατρική παράσταση με θέμα την… αναπαράσταση της ζωής της, στο Αμβούργο (Αλήθεια. Είμαι σημαντική;).
Μαζί με τη μητέρα του όμως, μεταμορφώνεται και ωριμάζει και ο Εντουάρ Λουί, που ανακαλύπτει όχι μόνο την «ευχαρίστηση να γράφεις για χάρη κάποιου άλλου» ή να γίνεσαι «ένα βλέμμα στην ιστορία ενός πεπρωμένου διαφορετικού απ’ το δικό σου», αλλά συνειδητοποιεί βαθιά ότι η ελευθερία «είναι ταυτόχρονα και αποκοπή από τη βία» και ότι ο πόνος και η ελευθερία είναι οι δυο στιγμές της ίδιας διαδικασίας, τα δυο μέρη του ίδιου μουσικού έργου.
Χριστίνα Παπαγγελή
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου