Κυριακή, Μαρτίου 24, 2024

Έρωτας και τρακτέρ από την Ουκρανία, Marina Lewytska

Νόμιζα ότι αυτή η υπόθεση είναι μια κακόγουστη φάρσα,
αλλά αποδεικνύεται οικογενειακή τραγωδία
    «Λαμπερή, ξανθιά και χωρισμένη» είναι η 36χρονη Ουκρανή, η Βαλεντίνα, που ερωτεύτηκε ο 84χρονος πατέρας της αφηγήτριας Ναντέζντα ή Νάντιας (πάει, τρελάθηκε ο μπαμπάς), δυο χρόνια μετά τον θάνατο της γυναίκας του. Ένας τρελός έρωτας, που αναστατώνει τις δύο κόρες, τη Νάντια και τη Βέρα, και δημιουργεί άπειρες κωμικοτραγικές καταστάσεις καθώς ο αμετανόητος πατέρας δεν λέει να καταλάβει ότι το αντικείμενο του πόθου του είναι μια στυγνή εκμεταλλεύτρια. Δεν υπερβάλλει κανείς αν πει ότι πρόκειται για έναν ξεμωραμένο γέρο που τα δίνει «όλα για όλα» προκειμένου να γευτεί κάποιο απόσταγμα ηδονής.
     Βρισκόμαστε στην Αγγλία των αρχών του 21ου αιώνα όπου, ερχόμενοι από την πάμφτωχη Ουκρανία, ζουν εδώ και πενήντα περίπου χρόνια ο σχεδιαστής μηχανολόγος -σε εργοστάσιο τρακτέρ-Νικολάι/Κόλια Μαγιέβσκι με τη γυναίκα του Λουντμίλα, ενώ έχουν κάνει και δύο κορίτσια, ολόκληρες γυναίκες πια, τη Βέρα «σήμερα» 54 χρονών, χωρισμένη και μητέρα δύο κοριτσιών, και τη Νάντια/Ναντέζντα «σήμερα» 47 χρονών, κοινωνιολόγο καθηγήτρια πανεπιστημίου, παντρεμένη με μια κόρη.
     Η σχέση των δύο αδερφών, που τους χωρίζουν εφτά χρόνια -καθοριστικά εφόσον η Βέρα γεννήθηκε στην Ουκρανία ενώ η Νάντια στην Αγγλία-, ήταν ανέκαθεν από ανταγωνιστική ως εχθρική. Μετά μάλιστα τον θάνατο της μητέρας, δυο χρόνια πριν τα γεγονότα τουβιβλίου, οι δύο κόρες-αδερφές, με αφορμή την «μάχη της διαθήκης» κι ένα οικογενειακό μενταγιόν, έπαψαν τελείως να μιλούν (το παίξαμε κυρίες στην κηδεία κι ύστερα αλληλοβομβαρδιστήκαμε με γράμματα πλημμύρα από απίστευτο μίσος). Μέχρι που έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία η είδηση ότι ο πατέρας παντρεύεται («για πες μου Ναντέζντα, πιστεύεις ότι ένας άντρας ογδόντα τεσσάρων χρονών μπορεί να γίνει πατέρας;»)!!! Και τότε, μπροστά στον «κοινό εχθρό», οι δύο αντίθετες και αντιμαχόμενες προσωπικότητες ενώνουν τα πυρά τους.
     Η τεθλασμένη εξέλιξη της σχέσης Βέρας και Νάντιας, που ξεδιπλώνεται μέσα από την αφήγηση της Νάντιας, είναι ένας πρώτος άξονας γέλιου: η μικρή αδερφή, πιο επαναστάτρια, φεμινίστρια και τροτσκίστρια στα νιάτα της («αναρχοκομμουνίστρια» κατά τον πατέρα), με μια κουλτούρα πανεπιστημιακή ανεκτικότητας και αποδοχής του διαφορετικού, δεν παύει σε πολλές περιπτώσεις να νιώθει ακόμα «σαν τετράχρονο» μπροστά στην «στρίγγλα» και συμφεροντολόγα Μεγάλη Αδερφή («το μυξιάρικο τσιρίζει»). Δεν μπορεί να χωνέψει «τις γελοίες ρητορείες της αδελφικής ανώτερης τάξης», το στυλιζαρισμένο ύφος της ξερόλα Βέρας, η οποία με τη σειρά της περιφρονεί τις σπουδές και τις αξίες της γενιάς της Νάντιας (το πρόβλημα της γενιάς σας, Ναντέζντα, είναι ότι τσουλήσατε στην επιφάνεια της ζωής. Ειρήνη. Αγάπη. Εργατικά συνδικάτα. Ιδεαλιστικές μπούρδες. Σας επιτρέπεται η πολυτέλεια της ανευθυνότητας επειδή ποτέ δεν είδατε τα σκοτάδια της πραγματικής ζωής). Η Βέρα σιχαίνεται τους/τις κοινωνικούς/ές λειτουργούς, μέσα στους οποίους εντάσσει την Νάντια κάνοντάς την έξαλλη, εφόσον ουδεμία σχέση έχει η κοινωνιολόγος καθηγήτρια με τους κοινωνικούς λειτουργούς επαγγελματικά, και η Βέρα δεν λέει να το καταλάβει. Ωστόσο στη δεδομένη φάση η Νάντια έχει ανάγκη την «Μεγάλη Αδερφή» (παραπαίω ανάμεσα στην ανάγκη του πατέρα μου και στο πείσμα της αδερφής μου) και, συμμαχεί μαζί της παρόλο που -λεκτικά τουλάχιστον- δεν είναι τόσο απόλυτη στα συμπεράσματά της, και προβάλλει ασθενική αντίσταση στις χοντροκοπιές της Βέρας.
     Και καταφτάνει η Βαλεντίνη, μεγαλόσωμη, οξυζεναρισμένη ξανθιά, βαμμένη σαν Κλεοπάτρα, με μίνι φούστα, ψηλοτάκουνα «μιουλ»και τεράστια βυζιά, κυρίως όμως με μπόλικη αυταρέσκεια (μια πληθωρική γυναίκα σαν κρεμ καραμελέ). Ο ανένδοτα ερωτευμένος πατέρας, αποφασισμένος μέχρι και να αποκηρύξει τις κόρες του για χάρη του έρωτα, ενδίδει σε κάθε καπρίτσιο της με απόλυτη προθυμία και χαρά (ίσιωσε η πλάτη του, μειώθηκε η αρθρίτιδα/αντιλαμβάνομαι ότι ο πατέρας μου, για πρώτη φορά μετά τον θάνατο της μαμάς είναι ολοζώντανος κι ενθουσιασμένος). Άλλωστε το μόνο που πραγματικά τον ενδιαφέρει, πέρα απ' τα… «μποτιτσελικά» στήθια της Βαλεντίνας, δεν είναι ούτε η περιουσία του, ούτε η τάξη, ούτε η καθαριότητα, ούτε καν ένα πιάτο φαγητό. Είναι τα ποιήματά του, τα σχέδια για αεροπλάνα και τρακτέρ, και τα… ψητά μήλα με τα οποία τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά (δική του συνταγή σε… φούρνο μικροκυμάτων). Επίσης, αγαπά την Ουκρανία (θετικό για τη σχέση του με την Βάλια), πολλές φορές την αναπολεί νοσταλγικά με μπόλικη δόση ρομαντισμού (μπαμπά η Ουκρανία δεν είναι όπως τη θυμάσαι). Έτσι, μέσα σ’ ένα πνεύμα δημιουργικότητας που πηγάζει από την ερωτική έξαρση, καταπιάνεται με την συγγραφή της ιστορίας των τρακτέρ από μαρξιστική σκοπιά («ψάχνω για ένα συνδυασμό ιδεολογίας και σχεδιασμού νέων μηχανημάτων…»), όπου έμμεσα, εμείς οι αναγνώστες, βλέπουμε από μια… πρωτοποριακή σκοπιά την ιστορία της πολύπαθης αυτής περιοχής. Για εκπλήρωση του υψηλού του στόχου του παραγγέλνει βιβλία διάφορων ιστορικών και μηχανικών, και ξεκινά το «μεγαλεπήβολο» έργο του με τίτλο «Μια σύντομη ιστορία των τρακτέρ από την Ουκρανία», μοιράζεται τον ενθουσιασμό του με την εγγονή του και με τον γαμπρό του, Μάικ, παρόλο που παράλληλα η προσωπική του ζωή γίνεται μια φούσκα που πάει να εκραγεί. Γιατί ακόμα κι όταν τα βρεγμένα πατσαβούρια αρχίζουν να προσγειώνονται με δύναμη πάνω του από την όλο και πιο απαιτητική και βίαιη Βαλεντίνα, εκείνος καταφεύγει στο γράψιμο (τελικά ο τίτλος μάλλον πρέπει να γίνει Έρωτας και τρακτέρ από την Ουκρανία, αλλά αν αυτό το πω στον πατέρα μου θα με σκοτώσει και δεν θα τελειώσει το βιβλίο).
     Καθώς η εκμετάλλευση του πατέρα συνεχίζεται από την αδηφάγο Βαλεντίνα (Κοκότα. Πόρνη. Τσούλα. Αυτή είναι η γυναίκα που πήρε τη θέση της μάνας μου), παράλληλα με την αφέλεια του γέρου που αγγίζει τα όρια της βλακείας (οι κόρες του φτάνουν να πιστεύουν στ' αλήθεια ότι χρειάζεται ψυχοθεραπεία), τα σπαρταριστά επεισόδια πολλαπλασιάζονται. Η αρπάχτρα-ρουφήχτρα σύζυγος πέραν των χρηματικών ποσών που ρουφάει απ’ τον Νικολάι («αν μπορώ να σώσω έστω κι ένα ανθρώπινο πλάσμα…») για ρούχα, νυφικά, εισιτήρια κλπ., έχει εξωφρενικές απαιτήσεις, μέχρι και να κάνει… προσθετική στήθους (αυτό οι δύο αδερφές το αντιλήφθηκαν πολύ αργά), ή να πάει ο γιος της δεκατετράχρονος Στανισλάβ σε ιδιωτικό σχολείο με ψεύτικο χαρτί-πιστοποιητικό ευφυΐας (που το πλήρωσε φυσικά ο Νικολάι). Προφανώς η ακατονόμαστη συνευρίσκεται και με άλλον άντρα (Νικολάι: «η σχέση τους είναι τελείως πλατωνική», Νάντια: «Ηλίθιος. Τον δουλεύουν ψιλό γαζί. Ποιος ο λόγος να μαλώνω μαζί του πια;»), απαιτεί απ’ τον ξεπαραδιασμένο σύζυγο καινούργια ηλεκτρική κουζίνα «πολιτισμένη» (δηλαδή καφέ χρώμα) κ.ο.κ.  Ξεκαρδιστικό «κεφάλαιο» είναι η αφαίμαξη του «μουρλόγερου» προκειμένου η Βαλεντίνη να πάρει πανάκριβο αμάξι -χωρίς καλά καλά να έχει δίπλωμα εφόσον «αγόρασε» ένα διεθνές δίπλωμα για… ένα χρόνο! Τελικά αποκτά… τρία σαράβαλα, ένα μεταχειρισμένο Rover, ένα Lada για τον εαυτό της και μία τελείως παροπλισμένη Rolls-Royce (θέλει να της το επισκευάσω, λέει ο πατέρας μου λυπημένα, λες κι είναι ο πρίγκιπας του παραμυθιού που πρέπει να κάνει τον μέγιστο άθλο για την αγαπημένη του πριγκίπισσα). Σημειωτέον ότι κανένα απ’ τα αυτοκίνητα δεν είχε άδεια κυκλοφορίας και ασφάλιση!
     Οι δύο αδερφές, ενωμένες και ξεκατινιασμένες μπροστά στην κοινή απειλή, συγκρούονται άμεσα μαζί της, και με τον πατέρα τους, αλλά χωρίς αποτέλεσμα… Έτσι, ποντάρουν στο ότι η Βαλεντίνη έχει μόνο μια εξάμηνη βίζα, και όχι άδεια παραμονής. Επομένως, αν αποδείξουν στην επιθεωρήτρια από το Τμήμα Μετανάστευσης ότι ο γάμος είναι ανυπόστατος και υπάρχουν σοβαροί λόγοι διαζυγίου, η Βαλεντίνη και το βλαστάρι της θα ξεκουμπιστούν. Η Νάντια σπεύδει να στείλει γράμμα στο υπουργείο Εσωτερικών- Τμήμα Μετανάστευσης αναλύοντας την κατάσταση (δε μ’ απασχολούν τα δημοκρατικά μου πιστεύω πια). Αρχίζει λοιπόν νέος κύκλος κωμικοτραγικών επεισοδίων όπου ο πατέρας βέβαια ανθίσταται γενναία στα σχέδια των κοριτσιών του, άλλοτε «φέρεται με μυστικοπάθεια», άλλοτε με αδιαφορία κι άλλοτε απελπίζεται γιατί η Βαλεντίνη αρχίζει να τον εκβιάζει, να τον βρίζει/ταπεινώνει μέχρι και να τον χτυπά. Η «κρίση γάμου» έχει αρχίσει σχεδόν αμέσως μετά τον γάμο...
     Η επιθεωρήτρια του Τμήματος Μετανάστευσης όντως δεν βρίσκει αποδεικτικά γνήσιου γάμου! (Ηλίθιε βλακόγερε! Όλο λάθος απαντήσεις! Γιατί δεν έδειξες ποιήματά σου; Λιγούρη! Ζουπάς και τσιμπάς και το πράμα σου τίποτα!). Άλλωστε, δεν είναι δύσκολο να αποδειχθεί η αθλιότητα και η μιζέρια της συζυγικής ζωής: απίστευτη ακαταστασία, τρίχες, λίγδες, σκόνη, αράχνες, μισοσαπισμένα μήλα παντού, αηδιαστικά προμαγειρεμένα φαγητά ακόμα και τα Χριστούγεννα (εγώ κάνω μοντέρνα φαγητά, όχι χωριάτικα), φτηνά πατσουλιά ανακατεμένα με μπόχα. Η ίδια εγκατάλειψη στο περιβολάκι που ήταν πάντα περιποιημένο όσο ζούσε η Λουντμίλα, ενώ όταν φιλοξένησαν και γατάκι (Νταϊάνα, μέχρι που ανακάλυψαν ότι είναι… Νταϊάνος) το κακό ξεπέρασε κάθε προηγούμενο.
     Ωστόσο, παρά την απόρριψη της αίτησης της Βαλεντίνας, εκείνη έχει δικαίωμα δεύτερης αίτησης, όπως και αίτηση σε νομική υποστήριξη. Οι δύο αδερφές οπλίζονται με νέους ρόλους («ειδική στα διαζύγια» και «ρατσίστρια κατίγκω»(!)), ενώ η Βαλεντίνα καταφεύγει σε γιατρό που θα αποδείξει την υποτιθέμενη ασθένεια του συζύγου, ή σε κρυφή φωτοτύπηση διάφορων εγγράφων που νομίζει ότι θα την ωφελήσουν (π.χ. τα ερωτικά ποιήματα του Νικολάι). Η κατάσταση παρεκτρέπεται τελείως και γίνεται γκροτέσκο, καθώς το πρόβλημα μετατίθεται στο αν το «στοματικό σεξ» είναι ολοκληρωμένη σχέση, ο γέρος μουλαρώνει και επικαλείται το ότι μιλάει «υπό πίεση», και μετά από πολλά φάουλ της Βαλεντίνας καταλήγουν στο ποθητό -για τις αδερφές: αίτηση για διαζύγιο, μαζί με έξωση. Ακολουθούν σκηνές παρωδίας δίκης, απείρου κάλλους…
     Φυσικά, υπάρχουν πολλά κωμικά πισωγυρίσματα εκ μέρους του «ξεροκέφαλου τρελόγερου» (Νικολάι: «Οι καβγάδες είναι φυσιολογικοί. Δεν είναι και τίποτα τρομερό») γι’ αυτό η ριζική λύση για τις αδερφές είναι να εκδοθεί ΚΑΙ ένταλμα απέλασης. Η Βέρα και η Νάντια, ενωμένες τώρα όσο ποτέ, επιστρατεύουν τις δυνάμεις τους για να βάλουν τον πατέρα τους σε νέα τροχιά, ενώ ο τραγέλαφος συμπληρώνεται όταν μαθαίνεται ότι η Βαλεντίνα είναι… έγκυος, κι όταν στο κάδρο μπαίνει κι ο πρώην άντρας της τον οποίο ο Νικολάι συμπαθεί απεριόριστα (Α! ο αξιότιμος διευθυντής του πολυτεχνείου, ο διάσημος ακαδημαϊκός!)!!!
     Χαρακτήρες, ύφος, Ιστορία
     Μέσα από την ανάλαφρη, σπιρτόζικη/χιουμοριστική αφήγηση (τύπου Τσιφόρου) διαγράφονται ανάγλυφα όλοι οι χαρακτήρες, ακόμα κι οι δευτερεύοντες. Η πιο απίθανη φιγούρα του μυθιστορήματος είναι βέβαια ο πατέρας, τελείως «καρναβαλική» κάτι μεταξύ Σαρλώ και ήρωα του Ντίσνεϋ. Ξεροκέφαλος, απρόβλεπτος, αυθόρμητος, απορροφημένος τόσο από τις επιστημονικές του ανησυχίες και τις εμμονές του που δεν χαμπαριάζει, δεν έχει ίχνος εγωισμού και βέβαια είναι η υπ’ αριθ. ένα πηγή γέλιου για τον αναγνώστη.
     Οι δύο αδερφές όχι μόνο σκιαγραφούνται πειστικά, αλλά εξελίσσονται/ωριμάζουν καθώς τα γεγονότα τις υπερβαίνουν, γιατί μέσα από το οικογενειακό «δράμα» -ή φαρσοκωμωδία;- συνειδητοποιούν ποια είναι η κάθε μία. Η οξυδέρκεια και η ενσυναίσθηση της αφηγήτριας Νάντια -που έχει μάθει να αποδέχεται και να σέβεται τον συνάνθρωπο-, μπροστά στον παραλογισμό του πατέρα αντικαθίσταται από περιέργεια μέχρι αδιακρισία (κι εγώ απολαμβάνω τις κακίες μας. Μα πώς έγινα έτσι; Εγώ ήμουν φεμινίστρια και ξαφνικά κατάντησα η μεγαλύτερη κουτσομπόλα). Έχει στιγμές υστερίας, οργής, ντροπής. Κάποιες φορές ωστόσο λυπάται την Βαλεντίνα, μέχρι που την αναζητά όταν εκείνη εξαφανίζεται (δεν το θέλω αλλά αυτό το μελόδραμα με ρουφάει, γυρίζοντάς με πίσω, στα παιδικά μου χρόνια. Μ’ έχει αρπάξει και δε λέει να με αφήσει), άλλωστε κάποιες φορές μαλακώνει και απέναντι στην άτεγκτη αδερφή. Η «στυλάτη» Βέρα, με τη σειρά της, που περπατάει σαν στρατηγός και ελέγχει τα πάντα, κυνική και μηχανορράφος, αποδεικνύεται ότι κρύβει πικρό παρελθόν στη σχέση της με τον πατέρα, ο οποίος στο «σήμερα» δεν θέλει ούτε να τη δει στα μάτια του (αυτή η Βέρα είναι ο Στάλιν προσωποποιημένος. Ένας τύραννος. Μια ζωή με βασανίζει). Η «Μεγάλη Αδελφή» δείχνει ότι το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η κληρονομιά, αλλά η -αναγκαστική- βουτιά στην τεθλασμένη οικογενειακή ιστορία την μαλακώνει και την ίδια («θυμάσαι όταν εμείς ήμαστε απελπισμένες, Βέρα;»/Το στρατόπεδο συγκέντρωσης αντιφρονούντων. Το στρατόπεδο προσφύγων. Το μονό κρεβατάκι που μοιραζόμασταν, και η εξωτερική τουαλέτα με τα τετράγωνα κομματάκια εφημερίδας). Όπως μαθαίνει τώρα -μεσήλικη πια- η Νάντια, η αδερφή της ήταν το παιδί «του Πολέμου», δεν την θήλασε καν η μάνα της, μεγάλωσε με μια θεία, και στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γερμανία, όπου βρέθηκε η οικογένεια από θαύμα μετά τον πόλεμο (κι όχι στη Σιβηρία) το κοριτσάκι έζησε στο Τμήμα Αναμόρφωσης (Τι ήχος είναι αυτός; Κλάμα! Η μεάλη Αδερφή κλαίει!)
     Η Ιστορία της χώρας, σε δεύτερο επίπεδο
Δεν υπήρχε πιο μπλε ουρανός από τον δικό τους
και τα καλαμποκοχώραφα ένα χρυσό σεντόνι
που απλωνόταν ως εκεί που έφτανε το μάτι
     …γιατί φυσικά, μέσα από την τρελοαφήγηση αυτή διαρρέει η ιστορία της Ουκρανίας, αυτής της πανέμορφης αλλά βασανισμένης χώρας που βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ Ανατολής και Δύσης, κομμουνισμού και φασισμού/ναζισμού, πλούτου και φτώχειας. Πίσω από τον τρελό αγώνα της Βαλεντίνας να στεριώσει στη Δύση βρίσκεται η μιζέρια αυτού του λαού που βίωσε την ακραία φτώχεια την δεκαετία του ’30, όταν οι κουλάκοι[1] αποδεκατίστηκαν υπό τις διαταγές του Ιωσήφ Στάλιν, για να εγγυηθεί την κολεκτιβοποίηση (ο Στάλιν ανακάλυψε ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει την πείνα ως πολιτικό όπλο εναντίον των Ουκρανών κουλάκων). Βέβαια, η Βαλεντίνα ανήκε στην γενιά του Μπρέζνιεφ, ωστόσο η πείνα αυτή έχει αφήσει τα σημάδια της στις προηγούμενες γενιές (Νάντια: η μάνα μας ποτέ δεν ξέχασε τι σημαίνει πείνα, και μας πέρασε κι εμάς την αγωνία της), δεν είναι άλλωστε και πολύ καλύτερη η κατάσταση κάποιες δεκαετίες αργότερα (λείπουν τρόφιμα, καταρρέουν στέγες, επιδημία χολέρας, διφθερίτιδας, πορνεία… το χειρότερο είναι η ολοσχερής εξαφάνιση κάθε λογικής και κάθε ηθικής).
     Έτσι, το προγονικό οικογενειακό παρελθόν είναι ιδιαίτερα φορτισμένο: ο παππούς από την μητέρα, Μιτροφάν Οτσερέτκο, από πλούσια οικογένεια Κοζάκων[2] αξιωματικός του ιππικού, ήρωας πολέμου το 1916 και καταζητούμενος μετά την επανάσταση του ’17 (Τέσσερις ξένοι στρατοί, λέει ο Νικολάι, πολεμούσαν για τον έλεγχο της Ουκρανίας: ο κόκκινος στρατός της Ρωσίας, ο λευκός στρατός της αυτοκρατορικής Ρωσίας, ο στρατός της Πολωνίας, και ο στρατός της Γερμανίας/ οι Ουκρανοί διχασμένοι ανάμεσα στους Κοζάκους ατμάνους[3] και τους αναρχικούς του Μάκνο). Η γιαγιά Σόνια Μπλάζκο τον παντρεύτηκε από έρωτα παρόλο που η οικογένειά της τον θεωρούσε αγροίκο. Με τις μεγάλες εκκαθαρίσεις ο παππούς αυτός εξαφανίστηκε. Έπρεπε όλη η οικογένεια τώρα να φύγει από το Κίεβο ενόψει των εκκαθαρίσεων, κατάφεραν ως εκ θαύματος να φτάσουν στο Βολοσίλοβγκραντ. Η Λουντμίλα αγωνίστηκε πολύ για να επιβιώσει. Η παράνοια των εκκαθαρίσεων χωρίς λόγο και αιτία, ξεκινά από τον «αρχιερέα της παράνοιας» τον Στάλιν, και εξαπλώνεται μέχρι τους πολίτες, που μετέρχονται κάθε μέσον για να την γλυτώσουν, όπως έκανε κι ο ίδιος ο Νικολάι επινοώντας έναν ανύπαρκτο «εχθρό του λαού». Άλλωστε και στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο λιποτάχτησε (ο πατέρας μου δεν ήταν κανένας ήρωας, ούτε καν θαρραλέος), κρύφτηκε σ’ έναν… τάφο και σώθηκε από καθαρή τύχη. Όχι, δεν ήταν νικητής, ούτε καν ήρωας, αλλά στον πόλεμο νίκη είναι η επιβίωση...
     Επίσης, και μέσα από το φιλόδοξο έργο του Νικολάι, την ιστορία του… τρακτέρ στην Ουκρανία, μπορούμε να αντλήσουμε ιχνοστοιχεία της Ιστορίας του τόπου. Την ουτοπική αισιοδοξία του σοσιαλιστικού ρεαλισμού που σχεδίαζε φιλόδοξα οικονομικά προγράμματα αγνοώντας τις πραγματικές ανάγκες… Μπορεί ας πούμε σε μια χώρα κατ’ εξοχήν γεωργική να μην είχαν να φάνε, αλλά έκαναν παρέλαση τα τρακτέρ, όπως τα «θρυλικά» Τ34, που παρήχθησαν κατά χιλιάδες, τον τρομερό χειμώνα του 1940…
     Αλήθεια, αυτό είναι το τέλος;
     Το τέλος της ιστορίας περιλαμβάνει έναν αποχωρισμό της Βαλεντίνας και της συνοδείας της αντάξιο της όλης πλοκής, με σουρεαλιστικές εικόνες και καταστάσεις που ξεπερνάνε κάθε φαντασία (π.χ. ψηλοτάκουνες παντόφλες της Βαλεντίνας, διεκδίκηση της πατρότητας του μωρού από τέσσερις (!) άντρες, κ.ο.κ.) με αποκορύφωμα την ατάκα του απίστευτου πατέρα, του Νικολάι, που επειδή συμπάθησε τον πρώην της Βαλεντίνας του χάρισε την δέκατη έβδομη πατέντα του  με τη σκέψη ότι ίσως γίνει πλούσιος στην Ουκρανία: 
     -Ίσως αποτελέσει την αναδόμηση της ουκρανικής αγροτοβιομηχανίας!
     
     Ιδιοφυείς ή θεοπάλαβοι; Δεν έχω ιδέα!!!
Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Η λέξη κουλάκος αναφερόταν αρχικά σε πρώην αγρότες στη Ρωσική Αυτοκρατορία οι οποίοι πλούτισαν κατά την διάρκεια της μεταρρύθμισης του Στολύπιν, από το 1906 έως το 1914. Κατά τη διάρκεια της Ρωσικής Επανάστασης, ο όρος του κουλάκου χρησιμοποιήθηκε για την επίπληξη των αγροτών που παρακρατούσαν σιτηρά από τους Μπολσεβίκους.[2] Σύμφωνα με τις πολιτικές θεωρίες του μαρξισμού-λενινισμού στις αρχές του 20ού αιώνα, οι κουλάκοι θεωρούνταν ως ταξικοί εχθροί των φτωχότερων αγροτών.[3] Ο Βλαντίμιρ Λένιν τους περιέγραφε ως "παράσιτα, βαμπίρ, λεηλατητές του λαού και κερδοσκόποι, που χονδραίνουν με τον λιμό",[4] κηρύσσοντας επανάσταση κατά αυτών για να απελευθερώσουν τους φτωχούς αγρότες, τους αγρότες στις φάρμες, και το προλεταριάτο (την κατά πολύ μικρότερη τάξη των αστικών και βιομηχανικών εργατών).[5]
Κατά την διάρκεια του πρώτου πενταετούς σχεδίου, η ολική εκστρατεία του Στάλιν για την ανάληψη της ιδιοκτησίας και της οργάνωσης από την αγροτιά σήμαινε ότι "οι αγρότες που είχαν ένα ζευγάρι αγελάδες και πέντε ή έξι έικρ (περίπου 2 εκτάρια) γης περισσότερα από τους γείτονές τους" ονομάζονταν κουλάκοι.[6] Κατά την διάρκεια της αποκουλακοποίησης, κυβερνητικοί αξιωματούχοι προέβαιναν σε βίαιες κατασχέσεις φαρμών και σκότωσαν άτομα που αντιστάθηκαν,[3][7] απέλασε άλλα άτομα σε στρατόπεδα εργασίας, και οδήγησε πολλά άτομα να μεταναστεύσουν στις πόλεις[8] μετά την απώλεια της περιουσίας τους υπέρ της κολεκτίβας (https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CE%B9).
[2] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%BF%CE%B6%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CE%B9
[3] Επίλεκτα σώματα Οθωμανών του Ρωσικού αυτοκρατορικού στρατού

Δεν υπάρχουν σχόλια: