Πέμπτη, Μαρτίου 14, 2024

Χιόνι, Ορχάν Παμούκ

     Είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς ποιος πρωταγωνιστεί σ’ αυτό το πολυεπίπεδο μυθιστόρημα του αγαπημένου συγγραφέα, παρόλο που είναι ξεκάθαρο από την αρχή ότι ο μυθιστορηματικός αφηγητής Ορχάν (προφανώς υποτίθεται ότι είναι ο πραγματικός συγγραφέας) ερευνά και καταγράφει, μέσα από σημειώσεις, την περιπέτεια του φίλου του, Κα, που μετά από δώδεκα χρόνια ως πολιτικός εξόριστος στη Γερμανία, αποφάσισε να επιστρέψει στο χιονισμένο Καρς. Ωστόσο, οι αναφορές στην ποίηση και στο -πολιτικό- θέατρο, στην πολιτική δράση-και-αντίδραση φανατικών ισλαμιστών και κεμαλιστών, στις αυτοκτονίες των κοριτσιών λόγω της μαντίλας, στα τερτίπια του κόσμου των ΜΜΕ, και ακόμα και στο χιόνι που σκηνογραφεί σχεδόν κάθε πλάνο, είναι τόσο έντονες και καθοριστικές, που θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι κυριαρχούν στην αφήγηση και αποτελούν το κέντρο βάρους του μυθιστορήματος. Τέλος, η αναζήτηση της ευτυχίας από τον ήρωά μας, κυρίως μέσα από τον αθεράπευτο έρωτά του προς την Ιπέκ, την οποία ξαναβρίσκει στη γενέτειρά του, είναι το κλειδί της αντιφατικής και μυστηριώδους (για όλους) προσωπικότητάς του.
     Το πρώτο ενικό (ο φίλος τού Κα) επανέρχεται συχνά πυκνά από την αρχή, θυμίζοντάς μας ότι όλη η τριτοπρόσωπη αφήγηση είναι απόρροια των ερευνών που έκανε -τάχαμου- ο Παμούκ με βάση τις σημειώσεις που άφησε πίσω του ο Κα. Το πλήρες όνομα του τελευταίου είναι Κερίμ Αλακούσογλου, αλλά ο ίδιος επιλέγει και απαιτεί να τον φωνάζουν Κα. Έζησε στην εξορία αν και η πολιτική ποτέ δεν τον ενδιέφερε ιδιαίτερα. Πραγματικό του πάθος, μοναδική του σκέψη, ήταν η ποίηση. Καθώς οδεύει όμως προς το Καρς, στο Ινσταμπούλ μαθαίνει ότι ο δήμαρχος του Καρς δολοφονήθηκε, πολλά νεαρά κορίτσια αυτοκτόνησαν, κι επομένως μπορεί ο ίδιος, με προσωρινή δημοσιογραφική ταυτότητα, να εμφανιστεί με πρόσχημα ότι έχει την πρόθεση να διερευνήσει τα δύο αυτά θέματα. Άλλωστε, στο Καρς θα συναντούσε και την όμορφη συμφοιτήτριά του, την Ιπέκ, αν και σ’ αυτήν τη φάση ο Κα προτιμούσε να πεθάνει παρά να ερωτευτεί.
     Ο αστικής καταγωγής πρωταγωνιστής (δικηγόρος ο πατέρας, νοικοκυρά η μητέρα, σπίτι με υπηρέτρια κλπ) επιστρέφει στο Καρς γνωρίζοντας ότι η πόλη όπου μεγάλωσε τα τελευταία χρόνια ήταν από τις πιο φτωχές, τις πιο παραμελημένες περιφέρειες της χώρας. Κάποτε η πλούσια μεσοαστική τάξη του Καρς διοργάνωνε χοροεσπερίδες και τελετές, καθότι το Καρς ήταν εμπορικό και στρατιωτικό σταυροδρόμι, ενώ το κατοικούσαν διάφορες εθνότητες (Έλληνες, Ρώσοι, Αρμένιοι, Πέρσες, Γεωργιανοί, Κούρδοι κλπ). Ωστόσο, τώρα η ανεργία και η φτώχεια που αντικρίζει ο Κα είναι σοκαριστική, με κύρια αίτια τη μείωση των συναλλαγών με την Σοβιετική ένωση, την επικράτηση των άτακτων κομμουνιστικών ομάδων και τις πολιτικές εντάσεις με τους Αρμένιους (το κράτος και ο Θεός είχαν ξεχάσει το Καρς). Η ιστορία του Καρς αντανακλά την ιστορία πολλών «παραμεθόριων» περιοχών της πολυεθνικής οθωμανικής αυτοκρατορίας καθώς για μισό αιώνα περίπου έπεσε στα χέρια των Αρμενίων, των Ρώσων και των Άγγλων, ενώ μετά τον Κεμάλ δυτικοποιήθηκε.
     Με γνήσια ποιητική ιδιοσυγκρασία και με φήμη μεγάλου ποιητή, ο ήρωάς μας είναι αγαπητός και πολύ δημοφιλής, ωστόσο δεν έχει μπορέσει να συνθέσει ούτε ένα ποίημα εδώ και τέσσερα χρόνια (οι σιωπές μετά από λίγο καιρό άρχισαν να καταλαμβάνουν τόσο μεγάλο μέρος της ζωής μου, ώστε σταμάτησα να ακούω εκείνο τον τόσο ενοχλητικό θόρυβο με τον οποίο έπρεπε να συγκρουστώ για να γράψω ποίηση). Με το που συνάντησε την Ιπέκ (που δεν την είχε «σκεφτεί» τόσα χρόνια) κεραυνοβολήθηκε από την ομορφιά της (η πραγματική ομορφιά της, τα ελαφρά βαμμένα χείλη της, η χλωμάδα των ματιών της και η αυθόρμητη συμπεριφορά της, που αμέσως δημιούργησε ατμόσφαιρα οικειότητας, αναστάτωσαν τον Κα) και ταράχτηκε σύγκορμος. Γνωρίζοντας ότι έχει πρόσφατα χωρίσει από τον άνδρα της τον Μουχτάρ (πρώην άθεο και μαρξιστή, νυν υποψήφιο δήμαρχο με το κόμμα του Αλλάχ, ή Κόμμα της Ευημερίας, κοινώς ισλαμιστή), ο αναστατωμένος ήρωας δεν χρονοτριβεί και της εκφράζει άμεσα τις προθέσεις του: όχι, δεν ήρθε για να καλύψει τις εκλογές και τις αυτοκτονίες, ήρθε για να την παντρευτεί.
     Την εποχή που ο Κα αποφάσισε να επιστρέψει στο Καρς, η πόλη είναι ένα καζάνι που βράζει: η δολοφονία του κεμαλιστή δήμαρχου και η επιδημία αυτοκτονιών νέων κοριτσιών γιατί δεν τους επιτρέπεται να φορούν τη μαντίλα, αυξάνει τα πολιτικά πάθη και την αντιπαλότητα ανάμεσα στους «λαϊκούς/δημοκράτες» (στους οποίους ανήκε η οικογένεια του Κα στο Ινσταμπούλ), δηλαδή τους κρατικούς/ στρατιωτικούς/ κεμαλιστές, και από την άλλη τους ισλαμιστές- φανατικούς της θρησκείας που διαδίδουν στον κόσμο ότι «για την φτώχεια και την αθλιότητα φταίει που έφυγαν από τον δρόμο του θεού». Η υπόθεση βέβαια μπερδεύεται κι αποκτά κωμικοτραγικό χαρακτήρα, γιατί οι φανατικά θρησκευόμενοι θεωρούν ότι η αυτοκτονία είναι μία από τις μεγαλύτερες αμαρτίες, ενώ οι κοπέλες που αυτοκτονούν φτάνουν σ’ αυτό το σημείο από υπερβολική πίστη στο Ισλάμ (άρα, είναι κρυφά άθεες, χωρίς να το ξέρουν!). Οι αρμόδιοι της ΜΙΤ (μυστικής υπηρεσίας) απ’ την άλλη, ενώ κάποτε δίωκαν τους αριστερούς και τους δημοκράτες τώρα στρέφονται ενάντια στους θρησκευόμενους, οι στρατιωτικοί επίσης υπεραμύνονται της κεμαλικής κυβέρνησης, και μέσα σ’ αυτό το καζάνι δρουν και οι Κούρδοι εθνικιστές. Οι αστυνομικοί παρακολουθούν τους πολίτες, και οι δημοσιογράφοι τους αστυνομικούς!
     Ακόμα πιο μεγάλη σύγχυση δημιουργείται γιατί δεν είναι σαφής ούτε σταθερός ο ρόλος των πρωταγωνιστών σε σχέση με τις πολιτικές αυτές διαφορές, καθότι οι οικογενειακοί δεσμοί ή τα έντονα συναισθήματα πολλές φορές καθορίζουν την στάση τους απέναντι στα πολιτικά δρώμενα. Η Ιπέκ, ας πούμε, είναι «κοσμική» όπως και ο πατέρας της ο Τουργκούτ, ο οποίος δεν είναι θρήσκος αλλά είναι ενάντιος στο κράτος ως παλιός κομμουνιστής· ο πρώην άντρας της Ιπέκ, ο Μουχτάρ, όπως είπαμε ήταν άθεος αλλά προσχώρησε στο Κόμμα της Ευημερίας και τώρα είναι «ριζοσπαστικός ισλαμιστής», υποψήφιος δήμαρχος(!)· η αδερφή τής Ιπέκ, η Καντιφέ, ενώ ως φοιτήτρια ήταν άθεη/άπιστη, έγινε η «πιο σκληροπυρηνική» από τα κορίτσια με μαντίλα, και είναι ερωτευμένη με τον Λατζιβέρτ, τον «διαβόητο ισλαμιστή τρομοκράτη», εκπρόσωπο του «πολιτικού ισλαμισμού». (που, παρεμπιπτόντως ήταν αντίθετος με τις αυτοκτονίες και με την «αντίσταση της μαντίλας»)! Οι οικογενειακοί δεσμοί και το κοινωνικό περιβάλλον διαμορφώνουν επίσης τη στάση των κοριτσιών με τις μαντίλες, εφόσον οι πιέσεις πολλές φορές εκατέρωθεν (να βγάλουν τη μαντίλα ή να μην τη βγάλουν) είναι δυσβάστακτες (αυτό που πραγματικά ξάφνιασε και τρόμαξε τον Κα ήταν το γεγονός ότι οι αυτοκτονίες είχαν εισβάλει στην καθημερινότητα απροειδοποίητα, αθόρυβα, απότομα/ η ζωή περνούσε στον θάνατο με ταχύτητα και απελπισία).
     Η μεταστροφή της τολμηρής και ανεξάρτητης Καντιφέ (σύμφωνα με φήμες, είχε φτάσει στο σημείο να διαφημίζει σαμπουάν για μαλλιά στην τηλεόραση, με ακάλυπτα πόδια και να ειρωνεύεται τις μαντιλοφορούσες) σε αρχηγό των κοριτσιών με μαντίλα δείχνει τη ρευστότητα των ηθών, σε μια πόλη με τόσες αντιφάσεις: η «ειρωνική της περιέργεια», όπως λέει η ίδια, την έφερε κοντά με τις φανατικές συμφοιτήτριές της για να ανακαλύψει ότι η μαντίλα δεν είναι άλλο από πολιτικό σύμβολο, και ότι πολλά κορίτσια αποφάσιζαν να αυτοκτονήσουν από αντίδραση στα αδιάκοπα κηρύγματα του κράτους, των πατεράδων τους, των συζύγων τους και των ιμάμηδων. Καλύπτει λοιπόν κι εκείνη το κεφάλι της από «πολιτική αλληλεγγύη», φυλακίστηκε μάλιστα γι’ αυτό και μετά δεν μπορούσε ηθικά να απαρνηθεί την μαντίλα, που την «μετέτρεψε σε σημαία της καταπιεσμένης μουσουλμάνας», ενώ τελικά προσχωρεί στη θρησκεία λέγοντας: «τώρα ξέρω ότι όσα πέρασα μου τα έστειλε ο Θεός για να βρω τον σωστό δρόμο» (!!!).
     Δολοφονίες, πραξικόπημα, προδοσία
     Μόνο οι πολύ αφελείς ποιητές
μπορούν να είναι ερωτευμένοι
όταν γίνεται επανάσταση
    Ο Κα, ως επαναπατριζόμενος ποιητής, ή μάλλον προσωρινός επισκέπτης της πόλης –αγνός και αμέτοχος- αρχικά είναι προσιτός και αγαπητός σε όλους, επηρεάζεται όμως κι αυτός από τα «εγχώρια πάθη» και παραπαίει ανάμεσα στην αθεΐα και την πίστη στον θεό, παρόλο που η στάση του είναι ουσιαστικά ουδέτερη. Το μόνο που ο ίδιος βέβαια επιδιώκει είναι η ευτυχία, μια κατάσταση στην οποία περιέρχεται συχνά και βέβαια συνδέεται με το άπιαστο όνειρο να πάρει την Ιπέκ στην Φρανκφούρτη, και να γράφει ποιήματα… Έφτασε όμως στην πόλη πέντε μέρες πριν τις εκλογές νέου δημάρχου, και δύο κομβικά επεισόδια τον παγιδεύουν και τον μπλέκουν μέσα στα γρανάζια αυτού του σύνθετου πολιτικού μηχανισμού (κράτος, μυστική αστυνομία (ΜΙΤ), στρατός, ισλαμιστές, κορίτσια με μαντίλα, δημοσιογράφοι, στρατευμένοι καλλιτέχνες): μια δολοφονία, μια στρατευμένη παράσταση που καταλήγει σε πραξικόπημα και οι συνακόλουθες ίντριγκες εγκλωβίζουν τον Κα και, παρόλο που οι αντιθέσεις διευρύνονται ανεξέλεγκτα, εκείνος σαγηνεμένος από την Ιπέκ και το όνειρό τους να φύγουν όταν όλα τελειώσουν, δεν σκέφτεται τίποτα άλλο, μόνο κινείται απερίσκεπτα προς αυτήν την κατεύθυνση, ενώ κάθε τόσο εμπνέεται από τις έκτακτες καταστάσεις και από το χιόνι, που συνοδεύει κάθε σκηνή, και… γράφει ποιήματα.
     Αρχικά είναι παρών στο ζαχαροπλαστείο όταν ισλαμιστές σκότωσαν τον διευθυντή του Εκπαιδευτικού Ινστιτούτου, επειδή ο τελευταίος δεν επέτρεπε στις φοιτήτριες με μαντίλα να παρακολουθούν τα μαθήματα (ο τελευταίος διάλογος του φονιά με το θύμα του είναι συγκλονιστικός, όπως και το εύρημα του Παμούκ για να τον δημοσιοποιήσει). Η παρουσία του Κα εκεί, είναι η αρχή του μίτου που υφαίνεται γύρω του, εφόσον τον οδηγεί στον Μουχτάρ, τον πρώην άνδρα της Ιπέκ και υπ’ αριθμόν 1 ύποπτο για τον φόνο, και οι δύο συλλαμβάνονται από την αστυνομία, αλλά ενώ ξυλοφορτώνουν τον Μουχτάρ, στον Κα συμπεριφέρθηκαν όπως αρμόζει σε έναν διάσημο δημοσιογράφο από την Ινσταμπούλ.
     Το δεύτερο κεντρικό επεισόδιο αφορά την «επαναστατική» παράσταση που ετοιμάζει το πολιτικό θέατρο του Σουνάι Ζαΐμ (ο Κα το θυμάται ήδη από την δεκαετία του 1970), φυσικά στρατευμένο, όπου το κυρίως θεατρικό έργο κηρύσσει πόλεμο κατά της μαντίλας. Πρόκειται για ένα έργο που ανέβηκε ήδη την δεκαετία του ’30 και «αφορούσε το ξύπνημα μιας νεαρής κοπέλας με μαύρο τσαντόρ, που στο τέλος της παράστασης ξεσκεπάζει το κεφάλι της και καίει το τσαντόρ πάνω στη σκηνή». Τότε βέβαια (1940) δεν υπήρχε καμιά κίνηση υπέρ του τσαντόρ, και οι θεατρώνες δυσκολεύτηκαν να προμηθευτούν μάλιστα για τις ανάγκες του έργου.
     Η παράσταση που ετοιμάζει τώρα ο Σουνάι είναι ένα από τα σπουδαία πολιτιστικά δρώμενα της πόλης, με άκρως πολιτικό περιεχόμενο λόγω των εκλογών, και μεταδίδεται από την τηλεόραση ζωντανά. Όπως διέδωσαν οι εφημερίδες, περιλαμβάνει ομιλίες, μύθους, σκηνές από κλασικά έργα, και ένα ποίημα του διάσημου Κα, για το οποίο ο ίδιος δεν είχε… ιδέα, ούτε καν το είχε γράψει ακόμα (το κυνήγι των ειδήσεων ωθεί τους δημοσιογράφους να γράφουν τα γεγονότα πριν αυτά γίνουν!!!)!. Παρόλ’ αυτά συμμετείχε στο τέλος μ’ ένα ποίημα που το εμπνεύστηκε τελευταία στιγμή (απήγγειλε το ποίημα του νεράκι, χωρίς να ζοριστεί καθόλου).
     Οι ομιλίες και τα ποιήματα δεν είναι παρά καρυκεύματα, εφόσον απλώς πλαισιώνουν την θρυλική παράσταση «Πατρίδα ή μαντίλα»! Το πρωτόγονο και «ντεμοντέ» θεατρικό έργο των είκοσι λεπτών είχε τόσο γερή και δραματική δομή, που ακόμα και οι κωφάλαλοι μπορούσαν να τα καταλάβουν όλα. Η συμμετοχή είναι καθολική και ενεργή, η κίνηση όμως της μαντιλοφορεμένης κοπέλας που έβγαλε επιδεικτικά το τσαντόρ, στο τέλος του έργου, χορεύοντας μάλιστα προκλητικά με γυμνά μπράτσα και λαιμό, έχει μοιραίο αποτέλεσμα στο ποικιλόμορφο κοινό (ριζοσπάστες, δημοκράτες, πολιτικούς ισλαμιστές, μαθητές της ιερατικής σχολής) και ακόμα χειρότερα όταν στην σκηνή ανέβηκαν δύο ηθοποιοί που παρίσταναν τους φανατικούς οπαδούς της θεοκρατίας. Όταν πια ο ίδιος ο Σουνάι εμφανίζεται αυτοπροσώπως για να σώσει την κοπέλα από τους θρησκόληπτους βγάζοντας σχετικό λογύδριο υπέρ της δημοκρατίας, η παράσταση καταλήγει σε ακραία επεισόδια με κορύφωση την παρέμβαση στρατιωτών να βαράνε στο ψαχνό μαθητές της ιερατικής σχολής ενώ όλοι αναρωτιούνται αν πρόκειται για αληθινά πυρά…
     Η κατάσταση αποβαίνει χαώδης αν πάρουμε υπόψη ότι οι δράστες είναι όντως δολοφόνοι, τρεις στρατιώτες Τούρκοι εθνικιστές, με αρχηγό τον πρώην κομμουνιστή δημοσιογράφο Ζ. Ντεμίρκολ, που είχε σκοπό να υπερασπιστεί τη σύγχρονη Τουρκική Δημοκρατία από τους Κούρδους αντάρτες και τους «οπαδούς της θεοκρατίας»! Καθώς απομακρύνονται από τον χώρο του θεάτρου συναντούν τον Κα (που είχε φύγει πιο νωρίς γιατί διαπίστωσε με τρόμο ότι κινδύνευε να ξεχάσει το ποίημα που είχε στο μυαλό του) ο οποίος βρίσκεται «στην κοσμάρα του» παρόλο που είναι φανερό ότι η κατάσταση οδηγεί σε πραξικόπημα («επανάσταση»). Το καινούργιο ποίημα που γράφει εκείνο το βράδυ ο Κα λέγεται «Νύχτα επανάστασης», παρόλο που λίγο πριν ομολόγησε στην Ιπέκ ότι δεν τον ενδιαφέρει η πολιτική.
     Τα άρματα μάχης, η απαγόρευση της κυκλοφορίας, τα εθνικιστικά τραγούδια, οι δολοφονίες εκείνης της βραδιάς (μήνες αργότερα, όταν έλιωσαν τα χιόνια, από τα πτώματα που ανακαλύφθηκαν έγινε φανερό ότι εκείνο το βράδυ είχαν διαπραχθεί κι άλλες δολοφονίες) φαίνεται ότι ήταν τόσο συνηθισμένα στην χώρα που ο Κα, με την ιδιόρρυθμη ποιητική του αντίληψη, άρχισε να ονειροπολεί ανάλογες στιγμές του παρελθόντος (ο Κα στα παιδικά του χρόνια αγαπούσε τα στρατιωτικά πραξικοπήματα, τότε όλους τους απασχολούσε ένα κοινό θέμα και όλοι, οι θείοι, οι θειες και οι γείτονες πλησίαζαν ο ένας τον άλλον/ μόλις ακούγονταν εμβατήρια στα ραδιόφωνα και άρχιζε η επιβολή του στρατιωτικού νόμου, τα διαγγέλματα και οι απαγορεύσεις, ο Κα ήθελε να βγαίνει στους άδειους δρόμους). Δεν φαίνεται λοιπόν να πτοείται, αλλά έχοντας στραμμένη την προσοχή του στην εκπλήρωση του μοναδικού του ονείρου (Ιπέκ +ποίηση) μπαίνει όλο και πιο βαθιά στον λαβύρινθο της πολιτικής ζωής: ακολουθεί με νηφαλιότητα τους στρατιώτες στην Ασφάλεια για αναγνώριση του δολοφόνου του διευθυντή του Ινστιτούτου (ήταν αποφασισμένοι να βρουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα τον δολοφόνο, να παρουσιάσουν τη σύλληψή του ως επιτυχία της επανάστασης), στη συνέχεια στο κτίριο της Κτηνιατρικής όπου γίνονταν ανακρίσεις στους συλληφθέντες (το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν πόσο σύντομο είναι το ταξίδι του ανθρώπου σ’ αυτόν τον κόσμο), στο νεκροτομείο για αναγνώριση πτωμάτων (όσο κράτησε η διαδρομή, ο Κα απολάμβανε την ομορφιά των άδειων δρόμων καπνίζοντας το τσιγάρο του).
     Εντωμεταξύ οι συμπλοκές και οι εκρήξεις συνεχίζονται και ο Κα μπαίνει σταδιακά ακόμα πιο βαθιά στο στόχαστρο (το γεγονός ότι ήρθες από τη Γερμανία παραμονές αυτής της επανάστασης, και ότι ήσουν παρών όταν δολοφονήθηκε ο διευθυντής, τους κάνει να σε υποψιάζονται, του λέει εμπιστευτικά ο Σουνάι), κυρίως εξαιτίας των σχέσεών του με τον τρομοκράτη Λατζιβέρτ. Απ’ την άλλη έδωσε την εντύπωση ότι έγινε θρήσκος όταν επισκέφτηκε τον σεΐχη Σααντεττίν εφέντη. Από την σύγχυσή του αυτή επωφελείται ο Σουνάι, που τον εκβιάζει να τους βοηθήσει στη σύλληψη του Λατζιβέρτ, ενώ ο αναμενόμενος χαφιές γίνεται μόνιμος συνοδός πια του Κα (ο Κα ανησύχησε όταν κάποια στιγμή τον έχασε κι άρχισε να τον ψάχνει)!
     Ο τρελός έρωτας όμως του Κα με την Ιπέκ αλλά και η στενή σχέση με τη μυστηριώδη αδερφή της, την Καντιφέ (που είναι κι αυτή ερωτευμένη με τον τρομοκράτη ισλαμιστή και τώρα καταζητούμενο Λατζιβέρτ) τον μπλέκουν ακόμα περισσότερο. Τώρα εκμεταλλεύεται την ουδετερότητά του και η Καντιφέ, η οποία τον φέρνει σε επαφή με τον Λατζιβέρτ! Ο Λατζιβέρτ, πάλι, προτού εξαφανιστεί ζητά από τον Κα την βοήθειά του προκειμένου να γραφτεί ένα άρθρο σε δυτική εφημερίδα που να περιγράφει όλη αυτήν την ανεκδιήγητη πολιτική κατάσταση, με επίκεντρο το χάσμα μεταξύ ανατολής-δύσης (η Δύση θα ανεχτεί μια δημοκρατία των εχτρών της που είναι τόσο διαφορετικοί απ’ αυτήν;)! Είναι φανερό ότι όλοι αυτοί οι αντιτιθέμενοι (Σουνάι, σεΐχης, Καντιφέ/Ιπέκ, Λατζιβέρτ, ακόμα κι ο Μουχτάρ βλέπουν στον Κα τον άνθρωπο κλειδί που θα δώσει τη λύση, ενώ ο Κα σκέφτεται μονάχα τον έρωτα και την ποίηση!
     Το σχέδιο του -καταζητούμενου- Λατζιβέρτ να δημοσιεύσουν σε σοσιαλδημοκρατική εφημερίδα της Γερμανίας άρθρο για την πολιτική κατάσταση της χώρας που να το υπογράφουν ένας παλιός κομμουνιστής, ένας ισλαμιστής και ένας Κούρδος εθνικιστής αναλαμβάνει να το φέρει εις πέρας ο Κα (δεν μπορείς πια από δω και πέρα να παριστάνεις τον αθώο), ένα σχέδιο φιλόδοξο (να πειστούν τα κατάλληλα άτομα, και να εμπιστευτούν ευρωπαϊκή εφημερίδα). Η μυστική συγκέντρωση των κατάλληλων προσώπων (μεταξύ τους και ο πατέρας των κοριτσιών, Τουργκούτ) γίνεται σουρεαλιστική, με πολύ ενδιαφέρουσες παρεμβάσεις (μου είπαν ότι στη Γερμανία καταλαβαίνουν αμέσως τους Τούρκους… Το μόνο που μπορεί να κάνει κάποιος για να μην τον περιφρονήσουν είναι να αποδείξει ότι σκέφτεται σαν κι αυτούς. Κι αυτό δεν είναι μόνο αδύνατο είναι και ταπεινωτικό), και σπαρταριστές παρατηρήσεις για το τι πρέπει να γραφτεί και πώς (κορυφαία η παρέμβαση του «παθιασμένου νεαρού»: «Δεν είμαστε βλάκες, είμαστε φτωχοί! Αυτό να γράψει η γερμανική εφημερίδα»). Ο Κα αναλαμβάνει το ρίσκο έχοντας πάντα στον νου του την Ιπέκ, με την οποία, έχοντας περάσει στιγμές ανείπωτης ευτυχίας έχουν καταστρώσει σχέδιο απόδρασης στη Γερμανία.
     Αυτά είναι τα κομβικά επεισόδια , αλλά αυτό που αποβαίνει μοιραίο για τον Κα είναι η εξαφάνιση/σύλληψη του Λατζιβέρτ κι η μεγάλη ίντριγκα για να τον απελευθερώσουν (αν στην παράσταση του Σουνάι η Καντιφέ δεχτεί να βγάλει τη μαντίλα, θα τον ελευθερώσουν!). Είναι αξιοσημείωτο ότι στην αρχή δειλιάζει να συμμετάσχει (δεν θέλω να μπλέξω/ίσως επειδή είμαι δειλός/δεν θέλω να γίνω ήρωας. Τα ηρωικά όνειρα είναι η παρηγοριά των δυστυχισμένων/όπως είπα, αυτόν τον καιρό είμαι πολύ ευτυχισμένος). Ο Κα έρχεται σε επαφή με όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα (Σουνάι, Καντιφέ, Λατζιβέρτ, Τουργκούτ κα) έχοντας στον νου του ότι με το τέλος όλης της υπόθεσης, θα φύγει με την Ιπέκ στην Φραγκφούρτη.
     Έτσι, πέρα από την απόλαυση της μαγικής γραφής του Παμούκ, ο αναγνώστης έχειαγωνία για την έκβαση αυτής της ριψοκίνδυνης αποστολής, στην οποία ο ήρωάς μας ισορροπεί πάνω σε τεντωμένο σκοινί. Η προδοσία έρχεται από κει που δεν το περιμένει…
     Έρωτας κι ευτυχία
Είναι δυνατόν, και σε ποιον βαθμό, να καταλάβουμε τον πόνο, τον έρωτα κάποιου;
Ο μυθιστοριογράφος Ορχάν σε ποιο βαθμό μπορεί να δει το σκοτάδι της δύσκολης
και πονεμένης ζωής του ποιητή φίλου του;
     Όλος ο συναισθηματικός κόσμος του Κα περικλείεται σ’ αυτές τις δυο λέξεις –η ευτυχία, το ζητούμενο που το νιώθει σαν γλυκό πόνο στην κοιλιά από τότε που ερωτεύτηκε την Ιπέκ. Σε κάθε στροφή του λαβύρινθου στον οποίο χάνεται ο Κα, ψυχανεμίζεται την ευτυχία που τον περιμένει, ωστόσο είναι ένα συναίσθημα ανάμεικτο με φόβο (θυμήθηκε ότι φοβόταν να ερωτευτεί εξαιτίας του καταστροφικού αυτού πόνου). Η ευτυχία του όταν αντικρίζει την Ιπέκ τον κάνει να θέλει να κλάψει, και ξεχνάει κάθε αγωνία και πόνο που νιώθει κανείς στην αναμονή του αγαπημένου προσώπου. Τι είναι ο έρωτας, είναι μια σκέψη που τον βασανίζει και διατρέχει όλο το βιβλίο (δεν ήθελε να ερωτευτεί για να μοιράζεται επιτέλους τα πάντα; Δεν ήταν έρωτας η επιθυμία να μπορείς να λες τα πάντα;) Ο έρωτας, συνυφασμένος με την πληρότητα, την ικανοποίηση, τον πόνο, τη μοναξιά. Όσοι όμως είχαν ακούσει τον Κα να απαγγέλλει το ποίημα του «Έρωτας» είπαν ότι "πηγή του έρωτα δεν ήταν τόσο η αγάπη όσο οι εντάσεις ανάμεσα στη μοναξιά και την ηρεμία, ή τη σιγουριά και τον φόβο, αλλά και τα ανεξήγητα σκοτάδια".
     Σαράντα περίπου ερωτικά γράμματα, ανεπίδοτα, ανακαλύπτει ο Ορχάν στα πράγματα του Κα, όταν τέσσερα χρόνια μετά, αυτός έχει πια φύγει απ’ τη ζωή (σε κάθε γράμμα αναφερόταν σε μια διαφορετική ανάμνηση από το Καρς, σε μια καινούρια, θλιβερή, πονεμένη λεπτομέρεια σχετικά με τον έρωτά τους).
     Η ευτυχία είναι μια κατάσταση απολύτως συνειδητή στον Κα, αν και συνοδεύεται πάντα από τον φόβο της απώλειας. Ξέρει επίσης ότι υπάρχει κάτι πέρα από την ευτυχία, μια «περιοχή έξω από τον χρόνο και το πάθος». Πέρα από τον έρωτα του προκαλεί ευτυχία το ότι κάθε τόσο η έμπνευση του χτυπάει την πόρτα (επειδή μπορώ και γράφω ποίηση. Επειδή πιστεύω στον θεό)
     Είστε άθεος;
Το χιόνι μού θυμίζει τον θεό
     Η ιδεολογική σύγχυση του Κα έχει τις ρίζες της στις αρχικές του δηλώσεις περί αθεΐας, η οποία όμως σταδιακά αντικαθίσταται από μια μοναχική πίστη στον θεό, μια «προσωπική υπόθεση» που πηγάζει από το αίσθημα έμπνευσης και πληρότητας λόγω του ακατάλυτου έρωτα που νιώθει για την Ιπέκ. Ακόμα όμως κι έτσι, υπάρχουν στιγμές που νιώθει αβέβαιος (ακόμα και τις μέρες που είμαι βέβαιος ότι είμαι άθεος, δεν μου περνά από τον νου να αυτοκτονήσω). Όπως εκμυστηρεύεται στον σεΐχη Σααντεττίν, τον απωθούσε πάντα το τυπικό της θρησκείας (οι κανόνες η μαντίλα) είτε της ανατολικής θρησκείας, είτε της δυτικής (εγώ θέλω έναν Θεό που για να επικοινωνήσω μαζί του δεν θα χρειάζεται να βγάλω τα παπούτσια μου, να φιλήσω κάποιον και να πέσω στα γόνατα).
     Το πρόβλημα της πίστης -καυτό στην διχασμένη κοινωνία του Καρς- έρχεται κι επανέρχεται υπό τη μορφή συζητήσεων με τους εμπλεκόμενους αλλά ο Θεός, αν υπάρχει, για τον Κα είναι «έξω, στην άδεια νύχτα, στο σκοτάδι, στο χιόνι που πέφτει πάνω στις καρδιές των φτωχών».
     Χιόνι και «χιόνι»
Κάθε ζωή είναι σαν νιφάδα του χιονιού
     Το χιόνι και η «σιωπή του χιονιού», το πάλλευκο τοπίο, οι χοντρές νιφάδες που άλλοτε πέφτουν αργά σαν πούπουλα κι άλλοτε οδηγούν σε χιονοθύελλα, είναι το μόνιμο σκηνικό του βιβλίου, και δημιουργεί ποικίλα συναισθήματα στον Κα (όταν χιόνιζε ο Κα ένιωθε πάντα καθαρός μέσα του/εδώ το χιόνι ήταν κουραστικό, πληκτικό, τρομακτικό). Όταν είναι πυκνό νιώθει τη μοναξιά να τον κυριεύει, όταν πέφτει αργά «με μεγάλες χορταστικές νιφάδες» αποπέμπει ηρεμία και σιγουριά, μια κομψότητα που ο Κα την θαύμαζε. Κι όταν πέφτει αργά, σαν να κρέμονται οι νιφάδες στον αέρα (η αίσθηση της βραδύτητας του έδωσε την εντύπωση πως ο χρόνος είχε σταματήσει) ή θυμίζουν ταινία σε αργή κίνηση, ενώ άλλες φορές πέφτουν «αποφασιστικά» δείχνοντας άσπρη και μυστηριακή τη νύχτα.
     Κάθε αναφορά στο χιόνι δίνει μιαν άλλη όψη, γιατί ποτέ δεν είναι ίδιο στα μάτια ενός ποιητή. Δεν είναι τυχαίο που μαζί με τον αφυπνισμένο έρωτά του προς την Ιπέκ, το ακατάπαυστο χιόνι είναι αυτό που διεγείρει τις αισθήσεις, την ευαισθησία και τέλος την ποιητική έμπνευση. Δεν είναι επίσης τυχαίο που ο Κα έδωσε στο ποίημα που απήγγειλε (χωρίς να το έχει γράψει) στο θέατρο Μιλλέτ τον τίτλο «Χιόνι», αλλά έδωσε τον ίδιο αυτόν τίτλο στην συλλογή των 18 ποιημάτων που έγραψε στο Καρς και φύλαγε σ ένα πράσινο τετράδιο. Μάταια έψαξε αργότερα ο φίλος του Ορχάν να βρει το πράσινο τετράδιο (η ιστορία του χαμένου τετραδίου με τα ποιήματα του αγαπημένου μου φίλου έγινε ξαφνικά για μένα μια τελείως διαφορετική ιστορία που ακτινοβολούσε από πάθος), ενώ το μόνο ποίημα που δεν κατέγραψε ήταν εκείνο που απήγγειλε στην παράσταση και υπήρχε μόνο στο αρχείο της τηλεόρασης.
     Ο Κα τη στιγμή της έμπνευσης νιώθει ένα «βαθύ κάλεσμα», σαν να του ψιθυρίζει κάποιος τους στίχους, κι όταν το βρίσκει όμορφο νιώθει μια βαθιά αναστάτωση που την ονομάζει ευτυχία (κι επειδή το έβλεπε όμορφο, έβρισκε εκπληκτικό το υλικό του, την ίδια του τη ζωή). Όταν νιώθει «έτοιμος» για ποίημα, αποφεύγει να μιλάει στους άλλους και, σα μαγεμένος, βλέπει με ευχαρίστηση και αγωνία τους στίχους να ξεδιπλώνονται ο ένας μετά τον άλλον σαν ζωγραφικός πίνακας.
     Ο Κα συγκλονίζεται από την αποκάλυψη της εκπληκτικής συμμετρίας και μοναδικότητας που έχουν οι νιφάδες του χιονιού και ομαδοποιεί τα 18 ποιήματά του με βάση το εξάγωνο Λογική-Φαντασία-Μνήμη Χ2, ενώ δυστυχώς για τον Ορχάν το μόνο που διασώθηκε είναι οι τίτλοι, απλοί κι ενδεικτικοί του περιεχομένου τους, π.χ. Κρυφή συμμετρία, Τα αστέρια και η ανθρωπότητα, Θάνατος από πυροβολισμό, Εκεί που δεν υπάρχει Θεός, Ζήλια, Παράδεισος, Αυτοκτονία και εξουσία κλπ. ενώ στο κέντρο της νιφάδας τοποθέτησε το ποίημα του «Εγώ ο Κα». Διασώθηκαν όμως οι συνθήκες γραφής, που μας τις περιγράφει ο φίλος μυθιστοριογράφος Ορχάν (Παμούκ!).
     Η σχέση μεταξύ της -ζοφερής- πραγματικότητας και της φαντασίας, της α-λήθειας και της ποίησης, της ευτυχίας και της γραφής φαίνεται να απασχολεί βαθιά τον Κα, άλλωστε εκεί πρέπει να βρίσκεται η ουσία των ποιημάτων του. Αληθινή ποίηση και ευτυχία δεν πάνε μαζί, λέει, γιατί ή η ευτυχία θα «σκληρύνει» τον ποιητή, ή η αληθινή ποίηση καταστρέφει την ευτυχία. 
     "Πώς μπορεί ο ποιητής να αγνοεί με ένα κομμάτι του μυαλού του την καταστροφή που συντελείται στον κόσμο;»", αναρωτιέται ο ποιητής που πηγή έμπνευσής του είναι η ευτυχία του έρωτα, η πληρότητα της ζωής. Η απάντηση που έδωσε κάποτε στον Ορχάν ήταν ότι, όταν ο ποιητής έρχεται αντιμέτωπος με δύσκολες αλήθειες,
πρέπει απλώς να περιστρέφεται γύρω απ αυτές, και ότι
η μυστική μουσική αυτής της περιστροφής είναι η τέχνη του
Χριστίνα Παπαγγελή

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: