Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 08, 2017

H καρδιά των πραγμάτων, Graham Green

Τι παράλογο πράγμα, να περιμένει κανείς χαρά
σε έναν κόσμο τόσο γεμάτο δυστυχία.

Στον ζοφερό κόσμο του οίκτου και της αμφιβολίας μάς οδηγεί για άλλη μια φορά ο Γκράχαμ Γκρην, που η θητεία του ως πράκτορα των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών κατά τη διάρκεια του β’ παγκόσμιου πολέμου φαίνεται να επηρέασε ιδιαίτερα το συγκεκριμένο έργο.
Βρισκόμαστε στη δυτική Αφρική, σε μια βρετανική αποικία που δεν κατονομάζεται (ίσως είναι η Σιέρα Λεόνε[1]) και, με βασικό πρωταγωνιστή τον αστυνομικό Σκόμπι παρακολουθούμε την αποικιακή ζωή σ΄αυτή τη γωνιά της γης όπου ανθεί το λαθρεμπόριο (διαμαντιών), κι όπου μαζί με τους ντόπιους συμβιώνουν Άγγλοι, Γάλλοι, Σύριοι.
Δεν πρόκειται παρόλ’ αυτά για αστυνομικό μυθιστόρημα, κι ας είναι μπλεγμένος ο Σκόμπι και σε σκοτεινές υποθέσεις. Όπως και τα άλλα δυο βιβλία της «Καθολικής τριλογίας» (Η δύναμις και η δόξα και Το τέλος της υπόθεσης), το κέντρο βάρους πέφτει  στα ηθικά διλήμματα που δημιουργούν οι πολύπλοκες σχέσεις (ιδιαίτερα σ΄αυτές τις κοινωνίες με τις πολλές αντιθέσεις), η ανάγκη επιβίωσης αλλά και η συνείδηση του καθολικού, θρησκευόμενου ανθρώπου (πρέπει να πούμε ένα από τα θέματα του Γκρην είναι η αμφισβήτηση της θρησκείας και του θεού ακόμα, μέσα από τις αντιφάσεις που εντοπίζει στην κοινωνική πραγματικότητα).
Βλέπουμε τον κεντρικό ήρωα να διχάζεται από την αγάπη του για δυο γυναίκες, ενώ αναρωτιόμαστε τι είδους αγάπη είναι αυτή, τη στιγμή που από τη μια η -ψιλοϋστερική- γυναίκα του τον κουράζει απίστευτα (πόσες φορές δεν νιώθει ότι κάνοντας μερικές ασήμαντες ερωτήσεις ανοίγει την πόρτα στη δυστυχία), τον πιέζει ποικιλοτρόπως και νιώθει καταρρακωμένη επειδή…  ο άντρας της δεν έχει την αίγλη που εκείνη θα ήθελε, π.χ. δεν γίνεται Αρχηγός της αστυνομίας. Από την άλλη, η ερωμένη που αποκτά κάποια στιγμή γίνεται κι αυτή απαιτητική και  φορτική. Έτσι, μπαίνουμε σε μια ψυχολογία ιδιαίτερη, ενός ανθρώπου που από οίκτο κι από υπερβολικό αλτρουισμό ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των άλλων και φτάνει στο σημείο να θυσιάζει τελείως τη δική του προσωπική γαλήνη για να μην προκαλεί δυστυχία στους αγαπημένους του. Ο ήπιος και συγκαταβατικός Σκόμπι βασανίζεται απ’ τον ίδιο του τον εαυτό γιατί του ήταν αδύνατον να κλείσει τα μάτια σε οτιδήποτε μπορεί να είχε κανείς ανάγκη από κείνον. Δεν υπάρχει δηλαδή κάποιο αχαλίνωτο πάθος που να φέρνει σε σύγκρουση τον αστυνόμο Σκόμπι, αλλά μια αφοσίωση που ξεκινά από την ηθική του συνείδηση (τον κρατούσε δεμένο το πάθος της ανύπαρκτης γοητείας  της). Το αίσθημα ευθύνης αλλά και ενοχών που είναι ενισχυμένα στον ήρωα, τον ωθούν να μη συγκινείται από την ομορφιά ή την ευφυΐα,  αλλά στρέφει τη φροντίδα και την προσοχή του  σε πρόσωπα που κανείς δεν θα έμπαινε σε κανένα κόπο για χάρη τους, τα πρόσωπα που ποτέ δε θα εισέπρατταν κρυφά βλέμματα, τα πρόσωπα που αργά ή γρήγορα θα δέχονταν την απόρριψη ή την αδιαφορία. Ο Γκράχαμ Γκρην, όπως και σε άλλα του έργα, επισημαίνει και εμβαθύνει στους στοχασμούς που προκαλεί αυτού του είδους τη συμπεριφορά διατυπώνοντας πρωτότυπες σκέψεις, γεμάτες απελπισία και αδιέξοδες (η αλήθεια, σκέφτηκε, ποτέ δεν χρησίμεψε πραγματικά σε κανένα ανθρώπινο πλάσμα -δεν είναι παρά ένα σύμβολο για τις αναζητήσεις μαθηματικών και φιλοσόφων. Στις ανθρώπινες κοινωνίες, η καλοσύνη και τα ψέματα αξίζουν όσο χίλιες αλήθειες. Είχε εμπλακεί σε κάτι που ανέκαθεν ήξερε πως ήταν ένας μάταιος αγώνας για να διασώσει τα ψέματα). Είχε παρόλ αυτά μπει βαθιά στην επικράτεια του ψεύδους, ενώ αυτό που κυρίως ήθελε μέσα του  ήταν ευτυχία για τους άλλους και μοναξιά και ειρήνη για τον εαυτό του.
Ο Σκόμπι έχει ορκιστεί ότι θα εξασφαλίζει, σ’ όλη του τη ζωή την ευτυχία της Λουίζ, αλλά γρήγορα δεσμεύεται με τον ίδιο τρόπο και με την ερωμένη του, την Έλεν. Παλεύει σκληρά με τις αυστηρές ηθικές αρχές του καθολικισμού και σύντομα έρχεται σε αντίθεση με τα συναισθήματα που του δημιουργεί ο οίκτος (αν ήξερε κανείς, αναρωτήθηκε, τα δεδομένα, μήπως θα ένιωθε οίκο ακόμα και για τους πλανήτες; Αν έφτανε σ΄αυτό που λένε καρδιά των πραγμάτων;/δείξε μου τον ευτυχισμένο άνθρωπο, κι εγώ θα σου δείξω είτε εγωισμό και κακία –ή αλλιώς την απόλυτη άγνοια). Κι αυτό δεν αφορά μόνο τη σχέση του με τις γυναίκες, αλλά και με τους απατεωνίσκους του λαθρεμπορίου διαμαντιών. Υποκύπτει, από λύπηση, σε εκβιασμούς που τον εκθέτουν κάποια στιγμή ανεπανόρθωτα,  ενώ τα ψέματα που λέει από τη θέση του υπαρχηγού της αστυνομίας είναι απλώς η απόκρυψη της αλήθειας. Εδώ θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ο Γκρην βάζει σε δοκιμασία αυστηρές ρατσιστικές αρχές που χαρακτήριζαν την αστυνομική εξουσία στις αποικίες.
Καταλυτικά στην χλιαρή και μετριοπαθή ζωή του Σκόμπι δρα και ο άλλος βασικός ήρωας, ο νεαρός Ουίλσον, που διορίστηκε στην ΗΑΕ (Ηνωμένη Αφρικανική Εταιρία, εμπορικός κολοσσός από συγχώνευση τριων εταιριών) και  ενώ φαίνεται αρχικά άπειρος και αμέτοχος, χώνεται σφήνα στη ζωή του ζευγαριού, παρακολουθεί, καρφώνει και ανατρέπει ουσιαστικά την ασφαλή και ήρεμη ζωή του Σκόμπι.
Ο Σκόμπι οδηγείται μοιραία σε αδιέξοδο, όμως δεν έχουν τόση σημασία τα γεγονότα όσο ο τρόπος που τα βιώνει προσπαθώντας να δώσει λύσεις (του φαινόταν πως μόνο η περιοχή της απόγνωσης του είχε απομείνει προς εξερεύνηση). Η σχέση του με τον θεό κλονίζεται, δοκιμάζεται, και φτάνει στο σημείο να τη θυσιάσει προκειμένου να μην προκαλέσει ο ίδιος τη δυστυχία των ανθρώπων για τους οποίους νοιάζεται. Είναι θρήσκος κι επιλέγει να προδώσει τον θεό για να μην πληγώσει τους ανθρώπους (να τι του είχε κάνει η ανθρώπινη αγάπη –του είχε στερήσει την αγάπη για την αιωνιότητα). Πιστεύει στην κόλαση, όπως λέει, εννοώντας την ως μια μόνιμη αίσθηση απώλειας, αλλά δεν μπορεί να μετανοήσει, απερίφραστα δεν μπορεί να μετανοήσει για τον έρωτα. Ο συγγραφέας επομένως αμφισβητεί έμμεσα την πίστη, που κρίνεται στη δοκιμασία της εξομολόγησης (είναι πραγματικά κακό. Είναι σαν να κλέβεις τα μυστήρια για να τα βεβηλώσεις. Είναι σαν να χτυπάω τον Θεό ενώ είναι πεσμένος –στο έλεός μου). Στην επισήμανση του εξομολόγου  ότι δεν γίνεται να επιθυμείς τον σκοπό χωρίς να επιθυμείς τα μέσα, εκείνος αντιτείνει ότι μπορείς να επιθυμείς την ειρήνη της νίκης χωρίς να επιθυμείς τις ρημαγμένες πόλεις.
Τέλος, μεγαλειώδης είναι προς το τέλος ο «διάλογος»  με το θεό (κανένας δε μπορεί να μονολογεί για πολύ∙ πάντα θα ακουστεί και μια άλλη φωνή∙ αργά η γρήγορα, κάθε μονόλογος μετατρέπεται σε συζήτηση), θα έλεγε κανείς διάλογος με τη συνείδησή του, ένας διάλογος που λίγο πριν το τέλος παγιώνει μια πρωτότυπη κάθαρση. Αυτός που μιλά είναι ο άνθρωπος που παραδέχεται τη δυσπιστία/αθεΐα του (όχι, δεν σε εμπιστεύομαι. Σε αγαπώ, αλλά ποτέ δεν σε εμπιστεύτηκα/δεν μπορώ να μεταθέσω τις ευθύνες μου πάνω σου/δεν μπορώ να κάνω μία από τις δυο να υποφέρει ώστε να σώσω τον εαυτό μου) για να ακούσει την εσωτερική φωνή (του θεού), ως απάντηση, να λέει φύτεψα μέσα σου τη λαχτάρα για ειρήνη μόνο και μόνο για να μπορέσω μια μέρα να την ικανοποιήσω και να δω την  ευτυχία σου (…).
Όσο ζεις, έχω ελπίδα.
Χριστίνα Παπαγγελή




[1] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%B9%CE%AD%CF%81%CE%B1_%CE%9B%CE%B5%CF%8C%CE%BD%CE%B5

Δεν υπάρχουν σχόλια: