Τρίτη, Σεπτεμβρίου 21, 2010

Ένας τυχαίος εραστής, Ναντίν Γκόρντιμερ

The pickup (= τυχαία συνάντηση) είναι ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου, τίτλος που αποδίδει εύστοχα το βασικό και μοιραίο περιστατικό γύρω από το οποίο πλέκεται όλη η υπόθεση, αλλά και η τύχη των πρωταγωνιστών: η «πλούσιας προαστιακής προέλευσης» ιρλανδοεγγλέζα Τζούλι συναντά «τυχαία» τον παράνομο, μουσουλμανικής καταγωγής, Αμπντού (Ιμπραήμ το πραγματικό του όνομα, όπως αποκαλύπτεται παρακάτω) στο συνεργείο αυτοκινήτων όπου δουλεύει ο τελευταίος (καταγόταν μάλλον από την Ινδία ή από τη Μαλαισία: ήταν, όπως κι αυτή, ντόπιος σ’ αυτή τη χώρα όπου κι οι δυο τους γεννήθηκαν απόγονοι από μετανάστες κάποιας εποχής: στη δική της περίπτωση μετανάστες από το Σάλφοκ και το Κάουντι Κορκ, στη δική του από το Γκουτζεράτ ή τις Ανατολικές Ινδίες). Όπως υποδηλώνει ο ελληνικός τίτλος (ανάγλυφες οι προθέσεις του …μεταφραστή), γρήγορα γίνονται εραστές.
Το βιβλίο, όπως και όλα της ακτιβίστριας νοτιοαφρικανής συγγραφέα, είναι βαθύτατα κοινωνικό, μιας και δεν καταγράφει, όπως θα περίμενε κανείς, τις προκαταλήψεις που εξακολουθούν να υπάρχουν στη νοτιοαφρικανική ένωση την μετα-απαρτχάιντ εποχή, αλλά θέτει ευρύτερα ζητήματα ταυτότητας που χαρακτηρίζουν τη σημερινή πολυπολιτισμική κοινωνία. Η Τζούλι ανήκει στη γενιά της χειραφέτησης, της απελευθέρωσης. Παιδί χωρισμένων γονιών, έχοντας ουσιαστικά απαρνηθεί την κοινωνική στήριξη του επιχειρηματία πατέρα της και τον ελιτίστικο κύκλο της μάνας της, ζει απλά, προσπαθώντας να αντισταθεί στις αστικές συνήθειες, κρύβοντας ενίοτε την καταγωγή της, αρνούμενη να ζητήσει βοήθεια από την οικογένειά της όταν χρειάζεται, νιώθοντας ντροπή απέναντι στον Αμπντού για την εύνοια της μοίρας της σε σχέση με τη δική του. Παρέα της οι θαμώνες του «Ελ Έι καφέ», μια ομάδα νεαρών κουλτουριάρηδων που η γνώμη τους απηχεί σα χορικό την «προοδευτική» φωνή της ιδεολογίας των λευκών (να είναι ανοιχτή σε κάθε ανθρώπινη επαφή- αυτό πρέσβευαν η ίδια και οι φίλοι της, σαν αρχή από κείνες που δίνουν αξία στη ζωή). Αυτή η χαλαρή και ανοιχτή ομάδα είναι ο κοινωνικός ιστός της Τζούλι, τα εκλεκτικά της αδέλφια που έχουν αποστασιοποιηθεί από τις οικογένειές τους, είτε αυτές είναι μαύρες είτε λευκές των Προαστίων. Οι φίλοι αυτοί δε γίνονται ποτέ αδιάκριτοι, αυτό αποτελεί μέρος της φιλοσοφίας τους: «ό, τι κι αν κάνεις, όποιον κι αν ερωτεύεσαι, ό, τι κι α σου συμβεί, ή σε χτυπήσει κατακούτελα, Αδελφέ μου, κανένα πρόβλημα».
Οι φίλοι της Τζούλι υποδέχονται θερμά στην παρέα τον αμίλητο Αμπντού, που δε διαφέρει απ ‘αυτούς μόνο γιατί είναι έγχρωμος, αλλά και γιατί ανήκει στον «κόσμο της χειρωνακτικής εργασίας» (οι φίλοι δε διστάζουν καθόλου να σε ρωτήσουν ποιος είσαι κι από πού έρχεσαι- αυτή είναι η αντίστροφη όψη της μπουρζουά ξενοφοβίας).

Δεν απαρνιέται όμως με το ίδιο πάθος ο Αμπντού τον κόσμο των αστών όπως τον έχει απαρνηθεί η Τζούλι και η παρέα της, γέννημα- θρέμμα αυτής της κοινωνικής τάξης. Τους δικαιολογεί κατά κάποιο τρόπο που απελαύνουν τους λαθρομετανάστες:
- (φίλοι) Είναι τρομακτικό. Απάνθρωπο. Εξευτελιστικό (η απέλαση)
- (Αμπντού) Όχι. Δεν τους βλέπεις κι εσύ όπου και να συχνάζεις; Κάτω από την καφετέρια αγοράζεις κρακ σα να έπαιρνες ένα κουτί σπίρτα, συμμορίες σού αρπάζουν το πορτοφόλι μόλις στρίψεις τη γωνία, υπάρχουν γυναίκες για κάθε γούστο- για ποιους νομίζεις δουλεύουν; Γι αυτούς τους απ’ έξω στους οποίους επιτράπηκε η είσοδος. Πιστεύεις ότι κάνει καλό αυτό στη χώρα σου;
- Εσύ, όμως … εσύ δεν είσαι σαν αυτούς.
- Ισχύει και για μένα ο ίδιος νόμος. Όπως και γι’ αυτούς. Μόνο που αυτοί είναι πιο έξυπνοι, έχουν πιο πολλά λεφτά – για να πληρώσουν
.

Είναι ίσως η πρώτη φορά όπου διαφαίνεται το ιδεολογικό χάσμα. Το χάσμα αυτό αρχικά φαίνεται να το βιώνει περισσότερο ο σιωπηλός κι εσωστρεφής Αμπντού, που παρακολουθεί αμίλητος και δε συμμετέχει. Δε συμμετέχει π.χ. στη συλλογική συμπαράσταση στον Ραλφ, που μαθαίνει ότι έχει AIDS, κι ο κύκλος των φίλων σπεύδει να ενθαρρύνει (μια διάθεση ψεύτικου θάρρους κυριεύει το Τραπέζι. Άλλωστε, αυτό που έτυχε σ’ έναν δικό τους θα το αντιμετωπίσουν εναλλακτικά, και όχι με την αποστροφη ή με την εμετική συμπόνια του σύμπαντος. Εκείνοι θα έχουν πάντα τη λύση – στο πνευματικό επίπεδο- αν όχι τη γιατρειά).
- Ξέρω, άκουσα. Οι φίλοι σου μπορούν να γελάνε με όλα.

Παρόλ’ αυτά, η ερωτική και σεξουαλική σχέση, που περιγράφεται κάπως ιμπρεσιονιστικά, φαίνεται να απορροφά αυτούς τους κραδασμούς. Ακόμα κι όταν ο Αμπντού επιμένει να γνωρίσει τον πατέρα- μεγαλοεπιχειρηματία και η Τζούλι διστάζει νιώθοντας ντροπή όχι για τον εραστή της, όπως θα περίμενε κάποιος του περιβάλλοντός της αλλά για τον πατέρα και τον κύκλο του. Ντρέπεται για τους γονείς της – εκείνος νομίζει ότι ντρέπεται γι’ αυτόν. Αφουγκράζεται την ντροπή της που ντρέπεται γι’ αυτούς: την ντροπή της που εκείνος είδε τι ήταν κάποτε, τι είναι ακόμα. Ακόμα και τότε όμως, την ένταση την απορροφά ο ήρεμος, σταθερός έρωτας.

Ώσπου συμβαίνει ένα δεύτερο μοιραίο περιστατικό: έρχεται ειδοποίηση ότι ο Αμπντού πρέπει να απελαθεί, είναι παράνομος. Και είναι μοιραίο γιατί δρα καταλυτικά ώστε να διαφανούν οι διαφορές: οι προαστιακής προέλευσης φίλοι κινητοποιούνται και ψάχνουν εναλλακτικές λύσεις, ώσπου πέφτει η ερώτηση- βόμβα του Αμπντού:
-Γιατί προτιμάς αυτούς τους φίλους από την οικογένειά σου;
Μια νέα σύγκρουση αρχίζει και παίρνει σάρκα και οστά: η Τζούλι αδυνατεί να κατανοήσει την εκτίμηση που τρέφει ο Αμπντού για τον κύκλο των δικών της (πώς είναι δυνατόν να τους θαυμάζει εκείνους τους προέδρους διοικητικών συμβουλίων του πατέρα της, τους Διαχειριστές των Κεφαλαίων, Διευθυντές-Αράχνες στο κέντρο των ιστοσελίδων που στήνουν τις αγορές;)
Οι προσπάθειες να βρεθούν λύσεις ατελέσφορες, σπρώχνουν τη Τζούλι στη λύση που θα έβρισκε κάθε άτομο που, όπως την είχε δει εξαρχής ο Αμπντού, είχε ένα ύφος λες και ήταν έτοιμη να κάνει προτάσεις, πάντοτε βρίσκονται λύσεις στο περιβάλλον από το οποίο προέρχεται. Αποφασίζει να πάει μαζί του! Στην πατρίδα του, στην οικογένειά του! Η σειρά του Αμπντού να νιώσει πίεση, άγχος:
Η ιδέα της είναι τελείως ανέφικτη. Τι θα μπορούσε να κάνει εκεί; Τι θα πρέπει να κάω εγώ μ’ αυτήν μαζί; ΕΚΕΙ. Δεν είναι για μένα, δε μπορεί να το καταλάβει αυτό; είναι πολύ εγωίστρια και κακομαθημένη για να χωνέψει ότι αυτό ακριβώς είναι, πιστεύει ότι μπορεί να’ χει τα πάντα, δεν ξέρει ότι το μόνο πράγμα που δεν είναι σε θέση να έχει είναι να επιζήσει αυτού που αποφάσισε ότι θέλει τώρα. Τρέλα. Τρέλα.
Η ένταση των συναισθημάτων εκατέρωθεν δίνεται αριστοτεχνικά από την συγγραφέα, σαν ένα εσωτερικό διάλογο, ασύνδετο και υπαινικτικό.
Κι όμως, γρήγορα ο Αμπντού καταλαβαίνει ότι η ανάποδη όψη αυτής της τρέλας είναι η αγάπη, η αφοσίωση. Η γυναίκα του (γιατί …παντρεύονται για λόγους ευνόητους) τον ακολουθεί στη χώρα του, δένεται σιγά σιγά με την πολυπληθή του οικογένεια και προσαρμόζεται σ’ έναν κόσμο ολότελα ξένο απ’ όσα γνώριζε μέχρι τώρα. Με ρυθμούς προσαρμοσμένους στη νωχέλεια της ερήμου, μαθαίνει να καρτερεί και να διαλογίζεται (εδώ, σε αυτό το χωριό που ήταν τόπος του, διαμορφωνόταν μια άλλη αντίληψη του εαυτού της). Δε φαίνεται να συμμερίζεται τις άπειρες προσπάθειες του Ιμπραήμ –τώρα έχει το πραγματικό του όνομα- να μεταναστεύσει στο εξωτερικό. Όταν εκείνος αρνείται την πολύ δελεαστική πρόταση του θείου του για δουλειά, εκείνη προσπαθεί να τον μεταπείσει. Θέλει να καλλιεργήσει …ορυζώνα (άλλη μια περιπέτεια που είχε επινοήσει η άγνοια του πλουσιοκόριτσου;). Κι όταν πια, εκείνος καταφέρνει να κλείσει ως και εισιτήρια για την Αμερική, δυο μέρες πριν το μεγάλο ταξίδι, η απόφαση της Τζούλι είναι ξαφνική και αμετάκλητη και πέφτει σαν κεραμίδα στον Ιμπραήμ και στους δικούς του: όχι να γυρίσει στην πατρίδα της αλλά να μείνει πίσω, στη δική του οικογένεια…
… η σύγχυση δημιουργεί βόμβο στα αυτιά του. Ποια σύγχυση όμως; Δεν υπάρχει καμιά σύγχυση. Έπρεπε να το ξέρω. Είναι σα κι εμένα, σαν κι εμένα, δεν θέλει να γυρίσει εκεί όπου ανήκει. Όπου οι άλλοι της λένε ότι ανήκει. Ψάχνει για άλλη πατρίδα.
Χριστίνα Παπαγγελή

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 11, 2010

Κριστιάνε Φ.: Κριστιάνε Φ., 13, πόρνη και τοξικομανής,

«Wir kinder vom Bahnhof Zoo», δηλαδή «Είμαστε τα παιδιά από το Zoo Station» είναι ο τίτλος που προτίμησε η Κριστιάνε Φ. για το βιβλίο που κυκλοφόρησε με την απομαγνητοφωνημένη της αφήγηση/μαρτυρία σχετικά με τη συγκλονιστική της εμπειρία, και καμιά σχέση δεν έχει βέβαια ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου αυτού με την ελληνική μετάφρασή του: «Κριστιάνε Φ., 13, πόρνη και τοξικομανής»!!
Είναι ένα βιβλίο- ντοκουμέντο που προέκυψε από την πρωτοβουλία των δημοσιογράφων Κάι Χέρμαν και Χόρστ Ρικ να ολοκληρώσουν το ρεπορτάζ που έκαναν για τη ζωή των νέων στο Βερολίνο στη δεκαετία του ‘70, και κατέληξε σε έρευνα πάνω στις συνθήκες ζωής των νέων και τη ροπή τους προς τα ναρκωτικά την εποχή αυτή.
Η μαρτυρία της δεκαπεντάχρονης Κριστιάνε, που από τα 13 κιόλας χρόνια ενέδωσε στα ήπια ναρκωτικά στην αρχή και ύστερα στην ηρωίνη και στην πορνεία (ως μέσον φυσικά για να εξασφαλίσει τη δόση της) είναι απίστευτη, αλλά φαίνεται ότι είναι και χαρακτηριστική μιας μεγάλης μερίδας νέων. Πέρα απ’ αυτό όμως, ο βιωματικός χαρακτήρας της αφήγησης και η συγκαλυμμένη ευαισθησία της αφηγήτριας δίνουν αξία πολύ μεγαλύτερη στη μαρτυρία αυτή απ’ ό,τι άπειρες αναλύσεις ειδικών στις κοινωνικές επιστήμες (όπως γράφουν στον πρόλογο και οι επιμελητές του βιβλίου). Φαίνεται δηλαδή αναλυτικά, μέσα από την αφήγηση, ότι τα παιδιά που καταφεύγουν στη λύση των ναρκωτικών είναι παιδιά με τραυματικές εμπειρίες, από γονείς με σοβαρά προβλήματα, που κατά κανόνα ζουν σε κάποια μεγαλούπολη/τσιμεντούπολη και κατ’ ανάγκη αναζητούν διέξοδο και προστασία μέσα από τις σχέσεις με τους φίλους.
Η αφήγηση ξεκινά με τη μετακόμιση της εξάχρονης τότε Κριστιάνε και της οικογένειάς της από το αγρόκτημα στο χωριό (που δεν κατονομάζεται) και την εγκατάστασή της και προσαρμογή στο Γκρόπιουστατ, σ’ ένα συγκρότημα στο Βερολίνο από ουρανοξύστες και πολυκατοικίες για 45.000 ανθρώπους (!) Αυτά που βλέπει και βιώνει ένα εξάχρονο παιδί απ’ αυτή τη βίαιη αλλαγή είναι αυτά που δε μπορεί να διακρίνει ο ενήλικας: κυρίως την έλλειψη χώρου και παιχνιδιού, ενώ η βρωμιά και τα κάτουρα από τα πολλά σκυλιά και τα πολλά παιδιά που ζούσαν στην Γκρόπιουστατ, -που δεν προλάβαιναν να ανέβουν τους δέκα/δεκαπέντε ορόφους για να πάνε στην τουαλέτα του σπιτιού τους-, είναι χαρακτηριστικά και καθοριστικά βιώματα. Ασύλληπτα ήταν τα τεχνάσματα των εξάχρονων/οκτάχρονων παιδιών για να υπερβούν τις άπειρες απαγορεύσεις και να παίξουν (βούλωναν τις αποχετεύσεις βάζοντας πράγματα στα μπετονένια αυλάκια του νερού, κάναν πίστες για πατινάζ τις εισόδους των πολυκατοικιών όταν έβρεχε, παίζαν με το ασανσέρ (χοροπηδοτάξιδα), έμπαιναν από την είσοδο υπηρεσίας στις απαγορευμένες άλλες πολυκατοικίες, κρυφτό στο υπόγειο κλπ):
Στο Γκρόπιουστατ μάθαινες εντελώς αυτόματα να κάνεις οτιδήποτε ήταν απαγορευμένο. Σε κάθε γωνιά στο Γκρόπιουστατ υπήρχε κάποια πινακίδα. Αυτά που τα ονομάζουν πάρκα, ανάμεσα στους ουρανοξύστες, είναι όλα πάρκα για πινακίδες. Και φυσικά οι περισσότερες πινακίδες απαγορεύουν κάτι στα παιδιά.
Στο χωριό μας, στο ρυάκι, κάναμε ό, τι θέλαμε χωρίς ποτέ να γκρινιάξει κανένας μεγάλος. Αλλά κατάλαβα ότι στο Γκρόπιουστατ μπορούσες να παίξεις μόνο αυτά που είχαν προβλέψει οι μεγάλοι. Δηλαδή να κάνεις τσουλήθρα και να κυλιέσαι στην άμμο. Ότι ήταν επικίνδυνο να έχεις δικές σου ιδέες στο παιχνίδι.
Ούτε αρχηγό είχαμε στο χωριό μας. Ο καθένας μπορούσε να προτείνει το παιχνίδι που ήθελε. Και μετά φωνάζαμε όλοι μαζί μέχρι που μέσα στη βαβούρα να επικρατήσει μια από τις προτάσεις. Και δεν πείραζε καθόλου να υποχωρούν καμιά φορά οι μεγαλύτεροι. Ήταν μια γνήσια δημοκρατία των παιδιών.

Στο Γκρόπιουστατ, στο δικό μας συγκρότημα, ήταν ένα αγόρι ο αρχηγός. Ήταν ο δυνατότερος και είχε το καλύτερο νεροπίστολο. Ο κυριότερος κανόνας του παιχνιδιού ήταν να κάνουμε πάντα ό, τι μας διέταζε.
Παίζαμε ο ένας εναντίον του άλλου κι όχι όλοι μαζί. Το θέμα δηλαδή ήταν να τσαντίζουμε τους άλλους.

Αυτή η συσσωρευμένη ένταση σε συνδυασμό μ’ έναν πολύ αυστηρό και βίαιο πατέρα, τον χωρισμό των γονιών της και τον αντιπαθητικό καινούριο συμβίο της μητέρας της, έστρεψε την Κριστιάνε στην αναζήτηση προτύπων μέσα από τη σχολική τάξη. Η συμμαθήτριά της Κέσι αρχικά κι ο φίλος της (φορούσε στενό μπλου τζην και πολύ κομψές μπότες), που έπαιρνε τριπάκια ήταν τα πρώτα της ινδάλματα που προσπάθησε να πλησιάσει φορώντας στενό τζιν και ψηλά τακούνια, από τα 12 χρόνια. Απίθανα –άλλωστε- ήταν τα αγόρια που στο διάλειμμα εξαφανιζόντουσαν στην κρυψώνα και καπνίζανε. Κι έπρεπε να πίνουν και μπίρα.
Η Κριστιάνε περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια πώς πήρε το πρώτο της τριπ, και πώς αισθάνθηκε «αναγνωρισμένη» μετά απ’ αυτό.
Οικογένειά μου ήταν η παρέα μας. Εκεί υπήρχε κάτι σα φιλία, σαν τρυφερότητα και με κάποιο τρόπο σαν αγάπη. Ήδη το φιλί του καλωσορίσματος μού άρεσε φοβερά. Ο καθένας φιλούσε το καθένα τρυφερά και φιλικά. Ποτέ δε με είχε φιλήσει έτσι ο πατέρας μου. Στην παρέα μας δεν υπήρχαν προβλήματα. Δε μιλούσαμε ποτέ για τα προβλήματά μας. Κανένας δε γινόταν βάρος στους άλλους με τα σκατά του σπιτιού του ή της δουλειάς του. Όταν ήμαστε μαζί δεν υπήρχε ο αηδιαστικός κόσμος των άλλων. Μιλούσαμε για μουσική και για μαύρη.

Σύντομα βέβαια η μαύρη και τα τριπ δεν τους «έφτιαχναν πια», δεν τους έδιναν καινούριες εμπειρίες. Η Κριστιάνε αντιστάθηκε πολύ πριν πέσει στη ηρωίνη.
Η ηρωίνη εισέβαλε σα βόμβα. Ακόμα και στην παρέα μας όλοι άρχισαν να μιλάνε για άσπρη. Είχαμε αρκετά παραδείγματα φίλων μας που’χανε ρημάξει από την άσπρη. Παρόλ’ αυτά, όμως, ο ένας μετά τον άλλον χτύπησαν την πρώτη ένεση, κι οι περισσότεροι συνεχίσανε.
Η σκέψη και μόνο της ηρωίνης μου’ φερνε πανικό. Ίσως γιατί συνειδητοποιούσα ότι ήμουνα μόλις δεκατριών χρονών.
Είχαν πλήρη επίγνωση όλα τα παιδιά ότι είναι ένας δρόμος με σχεδόν ανέφικτη επιστροφή. Όμως, όπως λέει, απ’ την άλλη έτρεφα τον αιώνιο σεβασμό μου μπροστά σ’ αυτούς που βαρούσαν ενέσεις. Ήταν για μένα οι παρέες οι ένα σκαλοπάτι πιο ψηλά.

Έχει ένα αγόρι, μια μεγάλη αγάπη, τον Ντέτλεφ με τον οποίο διατηρεί μια πολύ τρυφερή κι αφοσιωμένη σχέση ακόμα κι όταν πέφτουν κι οι δυο στην ηρωίνη. Από κει και πέρα, όμως, ξεκινά μια καθοδική πορεία προς την πλήρη εξαθλίωση: το κυνήγι της δόσης τούς στρέφει στην πορνεία, στην αρχή μόνο τον Ντέτλεφ που εξασφάλιζε έτσι τη δόση και της αγαπημένης του, και στη συνέχεια της Κριστιάνε, που δε δίνεται ολοκληρωτικά αλλά προσφέρει «εξυπηρέτηση» παντός είδους. Το ζευγάρι συναντιέται για να μοιραστεί τη δόση αλλά, όταν είναι εφικτό, και το κρεβάτι (ο Ντέτλεφ είναι ο μόνος στον οποίο δίνεται η Κριστιάνε «ολοκληρωτικά», τουλάχιστον τα δυο πρώτα χρόνι ατης πορνείας). Οι συνθήκες είναι πολύ άθλιες κι εξίσου άθλιες γίνονται και οι σχέσεις, ιδιαίτερα όταν οι τζάνκι «είναι σε τέρκυ», έχουν δηλαδή σύνδρομο στέρησης, οπότε δε διστάζουν ακόμα και να φτάσουν στο κατώφλι του θανάτου. Παρόλη την τυφλότητα των χρηστών, το φάσμα του θανάτου μπαίνει στην καθημερινότητά τους και θαρρείς ωριμάζει σ’ ένα βαθμό την κοινωνική τους ματιά.

Όλες οι ψυχικές διακυμάνσεις και τα πισωγυρίσματα της Κριστιάνε αλλά και του φίλου της, του Ντέτλεφ, περιγράφονται στο μαγνητόφωνο των δημοσιογράφων όταν πια η Κριστιάνε είναι 15 χρονών. Στο βιβλίο παρεμβάλλονται και μαρτυρίες της μητέρας, του πατέρα αλλά και κάποιων ειδικών. Οι προσπάθειες αποτοξίνωσης είναι πολλές και συγκινητικές, αλλά η επιστροφή ξανά στην άσπρη γίνεται εν μια νυκτί, ενώ η απαιτούμενη δόση για να «φτιαχτούν» γίνεται όλο και μεγαλύτερη. Οι δυο πρωταγωνιστές βλέπουν τις παρέες να διαλύονται και τους φίλους τους να αυτοκαταστρέφονται.
Η αφήγηση της Κριστιάνε είναι συγκλονιστική στην απλότητά της και την ωμότητά της. Όταν πια, με τη βία, απομακρύνεται από το Βερολίνο γίνεται προσπάθεια να ενταχτεί κανονικά σε σχολείο (φυσικά ποτέ δε γίνεται πλήρως αποδεκτή, παρόλη την ευφυΐα της και τη θέλησή της για προσαρμογή, τη διώχνουν από το γυμνάσιο και τη στέλνουν στο δημοτικό). θα μας καταπλήξει ωστόσο με τη θέλησή της για μάθηση και με τις ώριμες κοινωνικές παρατηρήσεις της πάνω στις συνήθειες και τη νοοτροπία των συνομηλίκων της:
Τα πιο πολλά κορίτσια ζούσαν αποκλειστικά για τους γκόμενους. Δεχόντουσαν όλη τη βιαιότητα στις σχέσεις. Μια ώρα πριν ανοίξει η ντίσκο, όλα τα θηλυκά ήταν στημένα στον καθρέφτη με τη χτένα και το πινέλο στο χέρι. Μετά κάθονταν ακίνητες για να μη χαλάσει η κόμμωση.
Χειρότερη σε όλα έβρισκα τη βία στις σχέσεις αγοριών και κοριτσιών. Όλοι για χειραφέτηση μιλάνε βέβαια. Αλλά νομίζω ότι τα αγόρια φέρονται με τέτοια βία στα κορίτσια όσο ποτέ άλλοτε. Έτσι βγάζουν τη δική τους απογοήτευση.
(…) οι πελάτες στο Βερολίνο χαμογελούσαν τουλάχιστον όταν σου έκαναν νόημα μέσα από το αυτοκίνητο. Οι τύποι εδώ δεν έβλεπαν την ανάγκη να κάνουν κάτι τέτοιο. Νόμιζαν τουλάχιστον. Πιστεύω πως οι περισσότεροι πελάτες στο Βερολίνο ήταν φιλικότεροι και πολύ πιο τρυφεροί από τους νέους αγριογκόμενους στις ντίσκο.

Πέρα από το ότι είναι ένα βιβλίο/μαρτυρία από πρώτο χέρι αυτής της τραγικού φαινομένου του πολιτισμού μας, το ενδιαφέρον έγκειται στο ότι η Κριστιάνε ήταν ως παιδί πολύ ευαίσθητο, πολύ πάνω από το μέσο όρο, με μια ιδιόμορφη ηθική και με την ικανότητα να μας μεταφέρει την εμπειρία της και τα αίτια που κρύβονται πολλές φορές πίσω από τα γεγονότα.
Έψαξα στο ίντερνετ να βρω τα ίχνη αυτής της γυναίκας που τώρα πια θα είναι 47 χρονών. Δε βρήκα κανένα στοιχείο, αλλά εύχομαι να βρήκε την εσωτερική δύναμη να ορίζει χωρίς εξαρτήσεις τη ζωή της.



Χριστίνα Παπαγγελή

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 01, 2010

Ένα απλό έγκλημα, Θοδωρής Καλλιφατίδης

Έτσι είναι.
Άλλοτε ξέρεις πώς είναι το ψηφιδωτό
κι ας σου λείπουν κομματάκια
κι άλλοτε έχεις όλα τα κομματάκια
και δεν ξέρεις πώς είναι το ψηφιδωτό
.


Το πτώμα μιας γυναίκας ξεβράζεται 6 μήνες μετά τη δολοφονία της σε μια ακτή της Σουηδίας. Η Κριστίνε, προϊσταμένη της Υπηρεσίας Εγκλήματος αναλαμβάνει την υπόθεση.
Είναι περίεργο πώς μπορεί ένα τόσο κλασικά αστυνομικό μυθιστόρημα (με …πτώμα από την αρχή, έγκλημα προς εξιχνίαση, ντετέκτιβ, αστυνομικούς και ιατροδικαστές, μάρτυρες, αποδεικτικά στοιχεία, έρευνα που προχωρά μεθοδικά κλπ.) ταυτόχρονα να είναι και τόσο …λυρικό. Από την πρώτη σελίδα, να μην πω από την πρώτη γραμμή, ο αναγνώστης μπαίνει σε μια ατμόσφαιρα όπου οι ήρωες χρωματίζουν συναισθηματικά τα γεγονότα: «Η λύπη των ευτυχισμένων είναι πάντα όμορφη» σκέφτεται η πρωταγωνίστρια επιθεωρητής Κριστίνε καθώς παρακολουθεί μόνη της μια συναυλία του Μέντελσον, ζηλεύοντας τους μουσικούς που κοιτάζονταν σα να’ χαν κάνει μόλις έρωτα ή σα να επρόκειτο να κάνουν. Και ζήλευε γιατί μόλις είχε μόλις καβγαδίσει με τον άντρα της αλλά ο καβγάς συνεχιζόταν μέσα της. Σκεφτόταν πράγματα που θα ήθελε να είχε πει και πράγματα που θα ήθελε να μην είχε πει. Βασικά αυτή ήταν η πεμπτουσία κάθε καβγά: μετανιώνουμε για ό, τι δεν είπαμε, όπως επίσης μετανιώνουμε για ό, τι είπαμε.
Ήδη λοιπόν από τις δυο πρώτες σελίδες ο συγγραφέας έχει δώσει δείγμα ενός ύφους οικείου, εσωτερικού, με πινελιές από στιγμές καθημερινές και ανθρώπινες. Αυτό το ύφος διατηρείται με συνέπεια μέχρι τέλους, παρόλο που η πλοκή ρέει μ’ ένα σταθερό ρυθμό και παρόλη την περιπλοκότητα της υπόθεσης. Ένα ύφος που περιγράφει με απλές, καίριες γραμμές, σα να σκιτσάρει, τη δράση αλλά και τους τύπους των ανθρώπων, συμπεριφορές, σκέψεις και συναισθήματα, και χαίρεσαι κυριολεκτικά να το διαβάζεις.
Αξιοπρόσεκτο είναι το ότι πολλές γυναίκες πρωταγωνιστούν στο βιβλίο, και μάλιστα σε επαγγέλματα που συνήθως ασκούν άντρες. Έτσι, η αστυνομικίνα/πρωταγωνίστρια είναι γυναίκα, η δικαστής, η δημοσιογράφος, η εισαγγελέας είναι γυναίκες. Πολλοί από τους ήρωες, επίσης, όπως και η πρωταγωνίστρια είναι μετανάστες. Σχετικά κοινωνικά σχόλια εμπεριέχονται στην αφήγηση, π.χ.
Η τακτική της ήταν ίδια με ενός μετανάστη: πρέπει να είσαι δυο φορές πιο καλός για να σου λογαριάσουν τη μισή. Στον ανδρικό κόσμο, που αντιμετώπιζε κάθε μέρα, η τακτική της λειτουργούσε θαυμάσια.
Τώρα όμως ήταν αμήχανη γιατί θα αντιμετώπιζε μια γυναίκα. Είχε μεν τουμπάρει δεκάδες άντρες πριν, αλλά πώς θα τουμπάριζε μια ομόφυλη;


Αλλά και το σκηνικό είναι ενδιαφέρον γιατί μεταφερόμαστε στις παγωμένες θάλασσες της Σουηδίας εφόσον το μυστήριο διαδραματίζεται μεταξύ Εσθονίας και Σουηδίας (με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης). Με διάφορες αφορμές υπάρχουν διάσπαρτα και κοινωνικά σχόλια.
Όπως λέει και η Ελένη Χουζούρη (ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 09/01/2004), το αστυνομικό βιβλίο του Καλλιφατίδη έχει δυο όψεις, την αστυνομική και την κοινωνικοψυχολογική. Στην ίδια ηλεκτρονική διεύθυνση πολύ ολοκληρωμένη βρήκα και την κριτική του Φίλιππου Φιλίππου (ΤΟ ΒΗΜΑ, 29-06-2003) από την οποία αντιγράφω σχετικό απόσπασμα:

Στην πραγματικότητα η αστυνομική πλοκή είναι πρόσχημα: αυτό δίνει τη δυνατότητα στον Καλλιφατίδη να μιλήσει για τη δεύτερη πατρίδα του και τη σουηδική κοινωνία και όσα συντελούνται σ αυτήν. Ιδού μερικές επισημάνσεις του συγγραφέα που δύσκολα ανευρίσκονται στις ειδήσεις που φτάνουν εδώ από την όχι και τόσο μακρινή Σουηδία: η έκδοση διαζυγίων από το κράτος έχει δημιουργήσει οικονομική στενότητα στην Εκκλησία που κάποτε «κολυμπούσε στο χρήμα»· η κυβέρνηση για λόγους ισοτιμίας προωθεί τις γυναίκες σε θέσεις που κανονικά ανήκουν στους άντρες· οι καβγάδες ανάμεσα σε μεθυσμένους ή σε συμμορίες αγοριών που χρησιμοποιούν τσεκούρια, μαχαίρια και αλυσίδες είναι καθημερινό θέαμα· πριν έδερναν οι δάσκαλοι τους μαθητές, τώρα δέρνουν οι μαθητές τους δασκάλους· οι άνεργοι μετανάστες μαζεύονται στα καφενεία, αφού κανένας δεν τους θέλει και δεν τους καλεί για δουλειά· η συχνή επωδός της κυβέρνησης είναι «πρέπει να κάνουμε οικονομία»· οι νέοι που κάποτε συμμετείχαν σε διαδηλώσεις και πορείες σήμερα καρφώνονται στην τηλεόραση ή παίζουν παιχνίδια στους υπολογιστές· τα εστιατόρια κλείνουν το ένα μετά το άλλο, ενώ ανοίγουν γυμναστήρια και καταστήματα υγιεινής διατροφής· βιοτεχνίες και βιομηχανίες μεταφέρονται στην Εσθονία όπου υπάρχουν φτηνά εργατικά χέρια· οι Σουηδοί «τεμπέλεψαν» και είναι χειρότεροι και από τους Ιταλούς· συχνά ξεσπάνε σκάνδαλα με πρωταγωνιστές νομάρχες, δημάρχους, υπουργούς· στίφη από πόρνες προερχόμενες από γειτονικές χώρες κατακλύζουν τη Σουηδία· ο τομέας της ενημέρωσης αποτελεί βιομηχανία και πολλές φορές τα νέα είναι κατασκευασμένα, όπως όλα τα βιομηχανικά προϊόντα.
(…)Κλείνοντας το βιβλίο, ο αναγνώστης μένει με κάποια ερωτήματα. Όχι για εκείνα που συνδέονται με το έγκλημα, ποιος το διέπραξε και γιατί, αλλά με τις εμμονές του συγγραφέα. Δύο λέξεις, δύο έννοιες, έρχονται κι επανέρχονται στις σελίδες του: «αγάπη» και «ευτυχία». (Ας μην ξεχνάμε πως ο Καλλιφατίδης έχει γράψει και ένα μυθιστόρημα που τιτλοφορείται Αγάπη). «Μα ποιανού η ευτυχία διαρκεί για πάντα» (σ. 31)· «Καμιά ευτυχία δεν είναι μεγαλύτερη από τη δική μας, αλλά κανενός η ευτυχία δεν αξίζει τη δυστυχία του άλλου» (σ. 85). «Μα ποια ευτυχία διαρκεί για πάντα;» (σ. 132 και 243). «Δεν αγαπούμε όλοι το ίδιο» και «Κάθε ιστορία αγάπης έχει δύο στάδια αλήθειας. Το πρώτο και το τελευταίο. Το πρώτο συμπεριλαμβάνει όλους τους λόγους που μας κάνουν άξιους της αγάπης του άλλου. Το τελευταίο περιέχει όλους τους λόγους που μας δίνουν το δικαίωμα να μην αγαπούμε πια» (σ. 179).


Τέλος, μ’ εντυπωσίασε ο διάλογος ανάμεσα στον ανθρωπιστή δικαστή Μπερλίν και την εισαγγελέα Μιτσούκο σχετικά με τον αστυνομικό έλεγχο των πολιτών, όπου διακρίνεται η τοποθέτηση του συγγραφέα πάνω στο καυτά επίκαιρο αυτό θέμα μέσα από τα παρακάτω λόγια:
- Άκουσέ με Μιτσούκο, ο κίνδυνος να μας διαφύγει ένας εγκληματίας πάντα υπάρχει. Αυτό είναι μέρος του τιμήματος για να μη γίνουμε αστυνομευόμενο κράτος. Αυτό είναι το ένα. Το άλλο: έχεις σκεφτεί ποτέ σου τι γίνεται με το προσωπικό που κάνει τέτοιες δουλειές; Πώς αισθάνεται ο νεαρός αστυφύλακας σκυμμένος στα ακουστικά; Παντοδύναμος, περήφανος ή σκέτος ωταψίας; Φυσικά το τελευταίο, ξέρω τι λέω. (…) Δεν ξέρεις πόσο φοβερό είναι να κατέχεις τα μυστικά των άλλων. Αν ήταν εύκολο, δε θα’ χαμε εφεύρει το θεό.
(…)
Όσο λιγότερη ηθική τόσο περισσότεροι νόμοι, κι όσο περισσότεροι νόμοι τόσο περισσότερα εγκλήματα. «Οι φρόνιμοι άνθρωποι χρειάζονται λίγους νόμους» είπε ο Θεόφραστος, που ήξερε τα πάντα για τις ανθρώπινες αδυναμίες. Τον έχεις διαβάσει;
Η Μιτσούκο δεν είχε διαβάσει Θεόφραστο, κανένας από τους συναδέλφους της δεν είχε διαβάσει.

- Αυτό λέει ένα σωρό. Η άγνοια είναι η νομιμοποίηση της βαρβαρότητας.

Χριστίνα Παπαγγελή

Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές, Τζέημς Κέην

Ένα αστυνομικό κομψοτέχνημα θα ονόμαζα αυτό το βιβλίο, γιατί στις λίγες του σελίδες συμπυκνώνονται όλα όσα προσδοκά κανείς από ένα καλό αστυνομικό: ενδιαφέρουσα υπόθεση, χαρακτήρες, συναίσθημα, έγκλημα, μυστήριο, ανατροπές. Χωρίς να είναι προβλέψιμο, είναι κλασικό στο είδος του. Το γράψιμο λιτό χωρίς να είναι βαρετό. Μέρος της συναρπαστικής πλοκής είναι και το θυελλώδες πάθος των πρωταγωνιστών.
Το έργο βασίζεται σε μια πραγματική ιστορία του αστυνομικού ρεπορτάζ κι έγινε γνωστό από την κινηματογραφική του μεταφορά (έγινε και θεατρικό έργο).
Η μόνη μου ένσταση ένας αδιόρατος ρατσισμός απέναντι στον ιδιοκτήτη του ερημικού ξενοδοχείου, στόχο των δολοφόνων, τον Έλληνα Νικ Παπαδάκη, που ο συγγραφέας τον παρουσιάζει λιγδιάρη και αντιπαθητικό, τονίζοντας την καταγωγή του (συνέχεια αποκαλείται «ο Έλληνας») κι ενισχύοντας τα γνωστά στερεότυπα.
Επίσης, μου είναι δυσνόητος ο τίτλος.

Χριστίνα Παπαγγελή

Παρασκευή, Αυγούστου 27, 2010

Όταν έκλαψε ο Νίτσε, Ίρβιν Γιάλομ

Συναρπαστική όσο και την πρώτη φορά -πριν από 6-7 χρόνια- η δεύτερή μου ανάγνωση του βιβλίου αυτού, βιβλίου που σημάδεψε τη λογοτεχνική πορεία του ψυχοθεραπευτή Ίρβιν Γιάλομ (είναι το πρώτο του μυθιστόρημα), με φόντο την εποχή που γεννήθηκε η ψυχανάλυση· ένα είδος «ψυχαναλυτικού μυθιστορήματος», που τον καθιέρωσε ως έναν από τους πρωτοπόρους του είδους.
Η πρώτη δυνατή εντύπωση προέρχεται από τον τίτλο, «Όταν έκλαψε ο Νίτσε»: η φράση προετοιμάζει τον αναγνώστη για την επικείμενη «σύγκρουση» συναισθήματος και Λόγου. Και όντως, με πολύ έντεχνο τρόπο παρακολουθούμε τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στις δυο αυτές συνιστώσες της προσωπικότητας μέσα από το συσχετισμό δυο έντονα δυναμικών προσώπων: του Μπρόιερ (του γνωστού ψυχοθεραπευτή, συνεργάτη του Φρόυντ και εισηγητή της μεθόδου της ύπνωσης), με το μεγάλο φιλόσοφο Φρήντριχ Νίτσε. Τα δυο πρόσωπα, όπως σπεύδει να ξεκαθαρίσει ο συγγραφέας, δεν έχουν ποτέ συναντηθεί. Πρόκειται δηλαδή για ένα «παιχνίδι», ένα πνευματικό πείραμα, με όλη τη γοητεία και το ρίσκο που κρύβουν αυτού του είδους τα παιχνίδια. Κατά τ’ άλλα, τα βασικότερα γεγονότα της ζωής τους, όπως αποδίδονται στο βιβλίο, είναι πραγματικά, όπως και τα πρόσωπα που τα περιστοιχίζουν: η ασθενής του Μπρόιερ Άννα Ο.[1], η Λού Σαλομέ (η μοιραία αδίσταχτη γυναίκα που αναστατώνει τη μοναξιά του Νίτσε), ο Πώλ Ρε με τον οποίο ο Νίτσε και η Σαλομέ συνιστούν ένα ιδιόμορφο τρίγωνο, η παράξενη και καταπιεστική αδελφή του Νίτσε. Ακόμα και οι περισσότερες επιστολές είναι πραγματικές, όπως φυσικά και τ’ αποσπάσματα του φιλόσοφου. Ο συγγραφέας έχει την εντιμότητα να ξεκαθαρίσει λεπτομερώς ποια είναι τα πραγματικά στοιχεία στα οποία θεμελίωσε τη μυθοπλασία του. Γιατί φυσικά οι διάλογοι και ο συσχετισμός των δυο ηρώων, δηλαδή η βασική πλοκή, ανήκουν στο χώρο της μυθιστορηματικής φαντασίας. Όπως και η ουσία, δηλαδή η «συνάντηση» της φιλοσοφίας του Νίτσε με τη γέννηση της ψυχοθεραπείας δεν είναι παρά ένα παιχνίδι πνευματικό. Ωστόσο πολύ «αληθινό», εφόσον υπάρχουν βαθιά κανάλια επικοινωνίας ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο πνευματικές προσωπικότητες.
Η δεύτερη δυνατή εντύπωση προέρχεται από την ανάγνωση ήδη των πρώτων σελίδων. Ο αναγνώστης αιφνιδιάζεται από τον τρόπο με τον οποίο ταυτίζεται με τα πρόσωπα (συγκεκριμένα με τον Μπρόιερ, που δίνει τη βασική «οπτική γωνία») και νιώθει κι ο ίδιος αρχικά περιέργεια, και στη συνέχεια αγωνία σχετικά με την υγεία του Νίτσε. Γιατί αυτός είναι ο αντικειμενικός σκοπός της συνάντησης του Μπρόιερ με τον Νίτσε: η θεραπεία των προβλημάτων υγείας που εμφανίζει ο Νίτσε στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του (σοβαρές ημικρανίες, ανορεξία, γαστρικές διαταραχές κ.α., που θα τον οδηγήσουν στη βαριά άνοια της γενικής παράλυσης από την οποία έπασχε τα 11 τελευταία χρόνια της ζωής του). Ο συγγραφέας όμως δε βάζει τον περήφανο Νίτσε να ζητήσει ιατρική βοήθεια: αυτό αποτελεί αίτημα της Λού Σαλομέ, κρυφά από τον ίδιο το Νίτσε, η οποία είναι ενήμερη για τις θεαματικές επιτυχημένες –μέσω ύπνωσης- θεραπείες του Μπρόιερ και τον θερμποπαρακαλεί να δώσει τον καλύτερο εαυτό του για να σώσει το φιλόσοφο. Το έργο του Μπρόιερ είναι πολύ δύσκολο, δεδομένης της …ξεροκεφαλιάς του Νίτσε, αλλά γοητεύεται από την θρασύτατη, παράτολμη και χειραφετημένη Λού, και αφοσιώνεται στην αποστολή του με ζήλο.

Οι αντιστάσεις του Νίτσε

Ο Νίτσε δέχεται, μετά από σκηνοθετημένη επέμβαση φίλων, να κάνει μια πρώτη επίσκεψη ως ασθενής στον Μπρόιερ. Η συνάντηση των δυο μεγάλων μορφών του 19ου αι., έστω και φανταστική, προκαλεί το πνεύμα. Αλλά οι αντιστάσεις του Νίτσε είναι απίστευτες και η εξυπνάδα του εφευρίσκει τρόπους να αρνηθεί τη θεραπεία. Στην επισήμανση του Μπρόιερ ότι η ευεξία του σώματος δεν διαχωρίζεται από την κοινωνική και ψυχολογική ευεξία, ο Νίτσε περιγράφει με αξιοπρόσεκτη ακρίβεια τα σωματικά συμπτώματά του (117 μέρες το χρόνο βρίσκεται σε πλήρη αναπηρία και σχεδόν 200 σε μερική ανικανότητα!), αποφεύγοντας όμως προσεκτικά να μιλήσει για τη μελαγχολία, την απόγνωσή του, τα ψυχικά γεγονότα. Ο Μπρόιερ ακολουθεί διάφορες στρατηγικές για να αναγκάσει τον Νίτσε να ανοιχτεί, αλλά το μόνο που καταφέρνει να του αποσπάσει είναι το ότι έχει δείξει υπερβολική εμπιστοσύνη στους ανθρώπους κι ότι έχει προδοθεί τρεις φορές. Κάθε του άνοιγμα όμως σηματοδοτεί νέα απομάκρυνση (Φρόυντ: απ’ ό,τι φαίνεται η εξουσία παρεμβαίνει και παρεμποδίζει το πλησίασμα. Μπρόιερ: Ναι, ναι έχεις δίκιο Ζιγκ. Αυτό σημαίνει ότι ο Νίτσε θα ερμηνεύσει οποιαδήποτε έκφραση θετικών συναισθημάτων ως απόπειρα επιβολής εξουσίας. Έτσι γίνεται σχεδόν αδύνατο να τον πλησιάσεις. Νιώθουμε μίσος προς αυτούς που βλέπουν τα μυστικά μας και μας συλλαμβάνουν να έχουμε τρυφερά αισθήματα. Αυτό που χρειαζόμαστε εκείνη τη στιγμή δεν είναι συμπόνια, αλλά να ξανακερδίσουμε την εξουσία πάνω στα ίδια μας τα συναισθήματα). Το παιχνίδι εξουσίας που βρίσκεται εξ ορισμού πίσω από τον γιατρό και τον ασθενή φαίνεται να τον τρομάζει.
Ο Μπρόιερ μπορεί να υποθέσει από τα λεγόμενα της Λου ότι υπήρχε μια έντονη και προδοτική σχέση με τη Λου και τον Πωλ Ρε. Δε μπορεί όμως να αποκαλύψει τη συνάντησή του με τη Λου και να δημιουργήσει άλλη μια σχέση προδοσίας (ο Νίτσε δε γνωρίζει για την επαφή Λου και Μπρόιερ). Ο Νίτσε από την άλλη, βρίσκει έξυπνους τρόπους να υπερασπιστεί την απόγνωσή του. Είναι ένας ασθενής που δηλώνει ότι …έχει ανάγκη την ασθένειά του, επιβεβαιώνοντας την άποψη ότι πολλές φορές «επιλέγουμε την ασθένειά μας»:
(σελ. 147:
-Αν έχω όφελος απ’ αυτήν την αθλιότητα; Εσείς λέτε ότι οι κρίσεις προκαλούνται από την ψυχική πίεση, αλλά καμιά φορά ισχύει το αντίθετο- οι κρίσεις διώχνουν την πίεση. Η δουλειά μού προκαλεί μεγάλη ψυχική επιβάρυνση. Απαιτεί να έρχομαι πρόσωπο με πρόσωπο με τη σκοτεινή πλευρά της ύπαρξης, και η κρίση της ημικρανίας, όσο φρικτή κι αν είναι, μπορεί να είναι ένας καθαρτικός σπασμός, που μου επιτρέπει να συνεχίσω.
(…)Έχω όφελος από τη κακή μου όραση. Εδώ και χρόνια δε μπορώ να διαβάσω τις σκέψεις άλλων διανοητών. Γράφω με αίμα, κι η καλύτερη αλήθεια είναι η αιματηρή αλήθεια!
Ο Νίτσε αποσβολώνει τον Μπρόιερ απαριθμώντας κι άλλες ωφέλειες από την αρρώστια του (ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη άχαρη πανεπιστημιακή καριέρα, ότι απαλλάχτηκε από το στρατό, όπου σκεφτόταν κάποτε να σταδιοδρομήσει, ότι απαλλάχτηκε από το σεξουαλικό πόθο) καταλήγοντας στο συγκλονιστικό:
Η αρρώστια μου μ’ έφερε επίσης πρόσωπο με πρόσωπο με την πραγματικότητα του θανάτου. Το φάσμα του επερχόμενου θανάτου ήταν μεγάλο κέρδος: δούλευα χωρίς ανάπαυση γιατί φοβόμουν ότι θα πέθαινα πριν τελειώσω αυτά που πρέπει να γράψω. Η γεύση του θανάτου στο στόμα μου μού έδινε προοπτική και θάρρος. Το θάρρος να είμαι ο εαυτός μου, αυτό είναι το σημαντικό.
(…) Θα έπρεπε να ευλογώ την αρρώστια μου, να την ευλογώ πραγματικά. (…) Θυμάστε την Τετάρτη, τη γρανιτένια μου πρόταση: «Γίνε αυτός που είσαι;» σήμερα θα σας πω τη δεύτερη γρανιτένια μου πρόταση: «Ό, τι δε με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό». Γι’ αυτό, το ξαναλέω, «Η αρρώστια μου είναι ευλογία».
Οι γρίφοι που βάζει ως εμπόδιο ο Νίτσε στον Μπρόιερ προκαλούν το πνεύμα του τελευταίου:
-Ένας άνθρωπος επιλέγει ακούσια την αρρώστια, επιλέγοντας έναν τρόπο ζωής που δημιουργεί πιέσεις. Όταν αυτές οι πιέσεις μεγαλώνουν ή χρονίζουν αρκετά, θέτουν με τη σειρά τους σε κίνηση κάποιο ευαίσθητο σύστημα οργάνων- στην περίπτωση της ημικρανίας, το αγγειακό σύστημα. Άρα, όπως βλέπετε, μιλώ για έμμεση επιλογή. Δεν προτιμάμε, ούτε επιλέγουμε, με τη στενή έννοια, μια πάθηση. Επιλέγουμε, όπως, την ψυχική πίεση, -και η ψυχική πίεση είναι αυτή που επιλέγει την αρρώστια!
Η ψυχική πίεση, επομένως είναι ο εχθρός μας, και ο ρόλος μου, ως γιατρού σας, είναι να σας βοηθήσω να μειώσετε τις πιέσεις στη ζωή σας.

Πάθος για την αλήθεια


Παρόλη την πανοπλία με την οποία έχει θωρακίσει τον εαυτό του και την απροθυμία του να υποβληθεί σε θεραπεία- κι ακόμα περισσότερο να μιλήσει για τις ψυχικές του πιέσεις- το πάθος του Νίτσε για την αλήθεια (η πλάνη δεν είναι τύφλωση, η πλάνη είναι αναδρία) τον οδηγεί να απευθύνει με αξιοθαύμαστο κουράγιο τρία «θανατερά» ερωτήματα στον Μπρόιερ:
-Το πρώτο είναι: θα τυφλωθώ; Το δεύτερο: θα έχω αυτές τις κρίσεις για πάντα; Και τέλος η πιο δύσκολη ερώτηση: μήπως έχω μια προοδευτική πάθηση του εγκεφάλου, απ’ την οποία θα πεθάνω νέος, όπως ο πατέρας μου, και που θα με οδηγήσει στην παράλυση, ή ακόμα χειρότερα, στην τρέλα ή την άνοια;
Ο Μπρόιερ σέβεται την ανάγκη για γνώση της αλήθειας του Νίτσε και του απαντά με ειλικρίνεια. Ακολουθεί ένας πολύ ενδιαφέρων διάλογος για τη λεπτή θέση του γιατρού απέναντι στη σκληρή αλήθεια που επιφυλάσσεται απέναντι σε κάποιους ασθενείς και το δικαίωμα να γνωρίζουν ή να μη γνωρίζουν τον επικείμενο θάνατό τους. Απ’ αυτόν το διάλογο αντιγράφω τα πιο καίρια σημεία:
· (Μ) Υπάρχουν ασθενείς και καταστάσεις όπου ο καλός γιατρός οφείλει, για χάρη του ασθενούς, να αποκρύψει την αλήθεια.
· (Ν) Αλλά ποιος έχει το δικαίωμα να πάρει αυτήν την απόφαση για τον άλλον; Αυτή η στάση το μόνο που πετυχαίνει είναι να παραβιάζει την αυτονομία του ασθενούς.
· Μερικές φορές έχω άχαρο καθήκον, να παραμείνω σιωπηλός και να υποφέρω εγώ για τον ασθενή και για την οικογένειά του.
· Μα γιατρέ, αυτό το καθήκον καταργεί ένα πιο ουσιαστικό καθήκον: το καθήκον που έχει κάθε άνθρωπος προς τον εαυτό του να ανακαλύψει την αλήθεια (πρβλ. «Πόση αλήθεια μπορώ να αντέξω;)
· Είναι καθήκον μου άραγε να επιβάλω στους άλλους μια αλήθεια που δεν επιθυμούν να γνωρίζουν;
· Ποιος μπορεί να καθορίσει τι δεν επιθυμεί ο άλλος να γνωρίσει;
· Πρέπει να γίνω εγώ σκληρός και να του πω όσα δε θέλει να ξέρει;
· Μερικές φορές ο δάσκαλος πρέπει να είναι σκληρός. Οι άνθρωποι πρέπει να παίρνουν σκληρά μηνύματα, γιατί η ζωή είναι σκληρή κι ο θάνατος είναι σκληρός.
· Και πρέπει να στερήσω εγώ απ’ τους ανθρώπους τη δυνατότητα να επιλέξουν πώς θέλουν ν’ αντιμετωπίσουν το θάνατό τους; Ποιος μου δίνει το δικαίωμα, ποιος μου δίνει την εξουσία να παίξω αυτόν το ρόλο; Λέτε ότι ο δάσκαλος πρέπει να είναι σκληρός. Ίσως. Αλλά ο σκοπός του γιατρού είναι να μειώσει το άγχος και να ενισχύσει την ικανότητα του σώματος να γίνει καλά. (…)Όταν έφευγα το πρωί, ο άρρωστός μου μού είπε: «Αφήνομαι στα χέρια του θεού». Ποιος μπορεί να τολμήσει να μου πει ότι δεν είναι κι αυτό μια μορφή αλήθειας;
· Στην αλήθεια φτάνει κανείς μέσα από τη δυσπιστία και τον σκεπτικισμό, όχι μέσα από μια παιδική ευχή να ήταν τα πράγματα κάπως! Η ευχή του ασθενούς σας ν’ αφεθεί στα χέρια του θεού δεν είναι μια αλήθεια. Είναι απλώς η ευχή ενός παιδιού- και τίποτα παραπάνω!
· Γιατί τόσο πάθος, τόση ευλάβεια για την αλήθεια;
Πώς θα βοηθήσει η αλήθεια τον άρρωστό μου;
· Δεν είναι η αλήθεια ιερή, ιερή είναι η αναζήτηση της αλήθειας του καθενός μας! μπορεί να υπάρχει πιο ιερή πράξη από την αυτοαναζήτηση; Μια από τις πάγιες φράσεις μου είναι: «Γίνε αυτός που είσαι». Και πώς μπορεί κανείς ν’ ανακαλύψει ποιος είναι και τι είναι χωρίς την αλήθεια;
· Η αλήθεια του αρρώστου μου όμως είναι ότι έχει πολύ λίγο χρόνο ζωής μπροστά του. Πρέπει να του προσφέρω εγώ αυτή την αυτογνωσία;
· Η αληθινή εκλογή, η πλήρης επιλογή μόνο κάτω απ’ τον ήλιο της αλήθειας μπορεί ν’ ανθίσει. Πώς αλλιώς μπορεί να γίνει;
Αν δε γνωρίζει πως πεθαίνει, τότε πώς μπορεί ο ασθενής σας ν’ αποφασίσει πώς να πεθάνει;
· Πώς να πεθάνει, καθηγητά Νίτσε;
· Ναι, πρέπει ν’ αποφασίσει πώς θ’ αντιμετωπίσει το θάνατο: να μιλήσει σε άλλους, να δώσει συμβουλές, να πει τα πράγματα που φύλαγε για να τα πει πριν το θάνατό του, να αποχαιρετήσει τους άλλους, ή να μείνει μόνος, να κλάψει, να περιφρονήσει το θάνατο, να τον καταραστεί, να του πει ευχαριστώ.

Οι αντιστάσεις του Νίτσε προκειμένου να μην υποβληθεί σε ψυχοθεραπεία είναι ισχυρές, αλλά έχει ήδη σαγηνεύσει τον Μπρόιερ. Του δείχνει δρόμους που θυμίζουν τις αρχές στις οποίες στηρίχτηκε η ψυχαναλυτική θεωρία, ή έτσι τουλάχιστον μας το παρουσιάζεο ο Γιάλομ (π.χ. Νίτσε: Η ψυχή δε λειτουργεί ως μονάδα. Κάποια μέρη του νου μας μπορεί να λειτουργούν ανεξάρτητα από τα άλλα. Ίσως εγώ και το σώμα μου να έχουν οργανώσει μια συνωμοσία πίσω από την πλάτη του ίδιου μου του νου. Ο νους αγαπάει, όπως ξέρετε, τους δαιδάλους και τις κρύπτες. (…) Ίσως οι συνειδητές νοητικές αναπαραστάσεις να είναι μεταγενέστερες σκέψεις- ιδέες που τις σκεφτήκαμε μετά την πράξη, για να μας παρέχουν την ψευδαίσθηση της δύναμης και του ελέγχου). Είναι φανερό ότι υπάρχει «σύμπτωση πνευμάτων»:
Σελ. 120:
(Μπρόιερ): Και με τι τόλμη έλεγε ο Νίτσε κάποια πράγματα! Φαντάσου! Να λέει ότι η ελπίδα είναι το μεγαλύτερο κακό! Ότι ο Θεός πέθανε! Ότι η αλήθεια είναι ένα σφάλμα, χωρίς το οποίο δεν μπορούμε να ζήσουμε! Ότι ο εχθρός της αλήθειας δεν είναι το ψέμα αλλά η πεποίθηση! Ότι η τελική ανταμοιβή των νεκρών είναι ότι δε θα ξαναπεθάνουν! Ότι οι γιατροί δεν έχουν το δικαίωμα να στερούν από έναν άνθρωπο τον ίδιο του το θάνατο! Αμαρτωλές σκέψεις!
Είχε αντικρούσει σε όλες το Νίτσε. Στα ψέματα όμως: βαθιά μέσα του ήξερε ότι ο Νίτσε είχε δίκιο.
Έτσι κάνει τα αδύνατα δυνατά για να μη χαθεί η επαφή. Όταν ο Νίτσε προβάλλει οικονομικές δυσκολίες, προσφέρει δωρεάν θεραπεία∙ όμως ο Νίτσε αρνείται φυσικά και αποδεικνύει ότι είναι …σκληρό καρύδι:
-Επιτρέψτε μου να σας θέσω μια ευθεία ερώτηση, δόκτωρ Μπρόιερ. Ποιο είναι το δικό σας κίνητρο στο θεραπευτικό αυτό εγχείρημα;
Ο διάλογος που ακολουθεί απελπίζει τον Μπρόιερ. Φτάνει στο σημείο να παραδεχτεί ότι ο Νίτσε είναι ανυπόφορος (αυτή η τελευταία δήλωση, αυτή η φαντασίωση, ότι επιθυμώ να σας αποδυναμώσω, ότι η δύναμή μου τρέφεται από τη δική σας, είναι τελείως ανόητη!/κρίνοντας από τα ατυχή προβλήματα που είχατε στις φιλίες σας, κάνετε αλλόκοτα λάθη!/δε μπορείτε να δείτε καθαρά), και φυσικά αυτή η συμπεριφορά διώχνει το Νίτσε. Ώσπου μετά από κάποιες μέρες γίνεται κάτι απρόοπτο: μια πολύ ισχυρή κρίση της ασθένειας του Νίτσε (αμφοτερόπλευρη σπαστική ημικρανία) φέρνει τον Μπρόιερ στο προσκέφαλό του. Μετά από ώρες αναισθησίας, μέσα στα ουρλιαχτά και τα βογκητά τα χείλη του Νίτσε κινούνταν μουρμουρίζοντας κάτι ακατάληπτο. (…) Το μουρμουρητό του συνεχιζόταν, λίγο πιο δυνατό, λίγο πιο καθαρό. Ξανά ο Μπρόιερ έσκυψε το αυτί του κοντά στα χείλη του Νίτσε. Τώρα μπορούσε να ξεχωρίσει τα λόγια, αν και στην αρχή δεν πίστευε στα αυτιά του. Ο Νίτσε έλεγε: «Βοήθα με, βόηθα με, βόηθα με, βόηθα με!». Παρόλο όμως που το περιστατικό τους ξανάφερε κοντά, πάλι ο Νίτσε αρνείται σθεναρά τη θεραπεία που του προσφέρει δελεαστικά ο Μπρόιερ.

Αντιστροφή ρόλων

Πρέπει να τον πείσω ότι με βοηθάει-
ενώ εγώ, αργά και ανεπαίσθητα, θα ανταλλάσσω ρόλο μαζί του,
ώσπου να γίνει αυτός ο ασθενής
Κι εγώ να ξαναγίνω ο γιατρός


Το πρόβλημα ταλανίζει τον Μπρόιερ (εκείνον τον άνθρωπο που μου άγγιξε το χέρι, πώς να τον βρω; Θα υπάρχει κάποιος τρόπος). Κι επιτέλους βρίσκει τη λύση:
- (Μ) Σας ζητώ να με θεραπεύσετε από την απόγνωση.
- (Ν)Τι είδους απόγνωση; Δε βλέπω καμιά απόγνωση
.
Η ανταλλαγή που προτείνει ο Μπρόιερ είναι να λειτουργεί ο ίδιος ως γιατρός για τα σωματικά συμπτώματα του Νίτσε, ενώ παράλληλα ο Νίτσε θα λειτουργήσει ως γιατρός για την ψυχή, για το πνεύμα του Μπρόιερ.. (Μπρόιερ: Θέλω να με συμβουλεύσετε. Θέλω να μου δείξετε πώς να υπομένω μια ζωή απόγνωσης. (…) Σώστε εμένα λοιπόν! Κάντε το πείραμα πάνω μου! Είμαι το τέλειο υποκείμενο. Έχω σκοτώσει το θεό. Δεν πιστεύω στο υπερφυσικό και πνίγομαι στο μηδενισμό. Δεν ξέρω γιατί να ζω. Δεν ξέρω πώς να ζω!)
Ξεγυμνώνοντας τον εαυτό του, ο Μπρόιερ ελπίζει ότι θα ενθαρρύνει τον Νίτσε να προβεί σε προσωπικές εξομολογήσεις, πεισμένος ότι το «ξεφόρτωμα» ή, αλλιώς, το «καθάρισμα της καμινάδας» θεραπεύει την ψυχική ασθένεια. Ο Νίτσε φυσικά αιφνιδιάζεται αλλά εδώ οι αντιστάσεις του είναι μηδαμινές (δε μπορώ να θεραπεύσω την απόγνωση, δ. Μπρόιερ. Η απόγνωση είναι το αντίτιμο που πληρώνει κανείς για την αυτοσυνείδηση). Σύντομα ωστόσο παίρνει σοβαρά το ρόλο του και προετοιμάζει ερωτήματα και στρατηγικές για να μάθει τον Μπρόιερ να αντιμετωπίζει την απόγνωση. Καταρτίζουν μαζί έναν κατάλογο από τα προβλήματα του Μπρόιερ (ιδέα που δεν αρέσει στον τελευταίο): γενικευμένη έλλειψη χαράς, κατακλυσμός από αλλότριες σκέψεις, απέχθεια για τον εαυτό, φόβος των γηρατειών, φόβος θανάτου, τάση προς αυτοκτονία. Η προσέγγιση είναι λογική αρχικά, ο Νίτσε θεωρεί θεμελιώδες το πρόβλημα φόβου του θανάτου, δευτερογενές την εισβολή ακατανόητων σκέψεων κλπ.
Σιγά σιγά ο Μπρόιερ ελευθερώνει τις κρυφές σκέψεις (φερειπείν ν’ αποδράσει από τη σύμβαση της οικογενειακής ζωής) και τις απόκρυφες επιθυμίες του (να εγκαταλείψει την οικογένεια και να φύγει με την Άννα Ο.) στο Νίτσε, ο οποίος τις αντιμετωπίζει σα δευτερογενή προβλήματα. Τον προτρέπει να σκεφτεί το παρακάτω ερώτημα: «αν δεν κάνατε αυτές τις αλλότριες σκέψεις τι θα σκεφτόσασταν;», για να καταλήξουν, μετά από θυελλώδεις διαλόγους στο ότι η ύπαρξή του αναλωνόταν σε ασημαντότητες, ότι οι μεγάλες λεωφόροι του μυαλού του, που ήταν φτιαγμένες για ευγενείς ιδέες, έκλεισαν από τα σκουπίδια. Τέλος, ότι το πρόβλημα δεν είναι η δυσφορία, το πρόβλημα είναι ότι νιώθει δυσφορία για λάθος πράγμα!
Η αμφίδρομη σχέση των δυο ηρώων αλληλοσυμπληρώνει τη σκέψη τους. Ο Νίτσε σκέφτεται ότι ίσως δεν έχει σημασία η καταγωγή των συμπτωμάτων αλλά το νόημά τους. Στο ερώτημα π.χ. για το ποια είναι η σημασία της εμμονής του με την ασθενή (Βέρθα το πραγματικό της όνομα), ο Μπρόιερ απαντά:
- Η Βέρθα είναι ο κίνδυνος. Πριν απ’ αυτή ζούσα μέσα στα πλαίσια. Σήμερα με γοητεύουν τα όρια αυτών των πλαισίων. Σκέφτομαι ν’ απορρίψω τη μέχρι τώρα ζωή μου, να θυσιάσω την καριέρα μου, να μοιχεύσω, να χάσω την οικογένειά μου, να μεταναστεύσω, να ξαναρχίσω τη ζωή μου με τη Βέρθα.
- Κάτι σε δελεάζει σ’ αυτή την επικίνδυνη σχοινοβασία στην κόψη του ξυραφιού;
- Δε μπορώ ν’ απαντήσω σ’ αυτό. Δε μ’ αρέσει ο κίνδυνος!
- Ίσως, Γιόζεφ, να είναι επικίνδυνο να ζεις με ασφάλεια. Επικίνδυνο και θανάσιμα ανιαρό.
- Αυτό είναι επομένως το νόημα της Βέρθας; Να ξεφύγω από μια επικίνδυνα ανιαρή ζωή; Μήπως η Βέρθα είναι η επιθυμία μου για ελευθερία – η απόδρασή μου απ’ την παγίδα του χρόνου;
- Εσύ το ξέρεις, Γιόζεφ! Ο σωστός εχθρός είναι η σημασία που βρίσκεται πίσω από την εμμονή σου.

Κάθαρση

Να πεθαίνεις τη σωστή στιγμή!
Ζήσε όταν ζεις! Ο θάνατος χάνει τη φρίκη του αν κάποιος πεθαίνει έχοντας εξαντλήσεις τη ζωή του! Αν ο άνθρωπος δε ζει τη σωστή στιγμή, τότε δε μπορεί να πεθάνει τη σωστή στιγμή.
Ακόμα, Γιόζεφ, αποφεύγεις την ερώτησή μου. Έζησες τη ζωή σου; Ή σε έζησε εκείνη;\την επέλεξες; Ή σε επέλεξε εκείνη; Την αγάπησες; Ή μετάνιωσες γι’ αυτήν; Την κατανάλωσες; Μήπως στέκεσαι εκεί πέρα αβοήθητος πενθώντας τη ζωή που ποτέ δεν έζησες;

Ο συγγραφέας, ο Γιάλομ, βρίσκει την κατάλληλη ευκαιρία για να ξεδιπλώσει ο Νίτσε τη θεωρία του περί αιώνιας επανάληψης:
- Η αιώνια επανάληψη σημαίνει ότι κάθε φορά που επιλέγεις μια πράξη θα την επιλέγεις αιώνια. Και όλη η αβίωτη ζωή θα μένει να φουσκώνει μέσα σου, αβίωτη για όλη την αιωνιότητα. Κι η αδιόρατη φωνή της συνείδησής σου θα σου διαμαρτύρεται αιώνια.(…) Αυτή η στιγμή υπάρχει για πάντα και συ, μονάχος σου, είσαι το μόνο σου ακροατήριο. Αυτή η ιδέα σ’ αρέσει ή τη σιχαίνεσαι;
- Τη σιχαίνομαι! Σχεδόν ούρλιαξε ο Μπρόιερ. Να ζω για πάντα με την αίσθηση ότι δεν έχω ζήσει, δεν έχω γευτεί την ελευθερία- αυτή η ιδέα με γεμίζει τρόμο.
- Τότε, πίεσε ο Νίτσε, ζήσε με τέτοιο τρόπο που να σου αρέσει η ιδέα!

Αυτή η –τελευταία πριν την «κάθαρση»- συνάντηση αποκάλυψε τόσες εντάσεις, που κι ο ίδιος ο Νίτσε αναρωτιέται μήπως έδωσε στον Μπρόιερ πιο δυνατή σκέψη απ’ ό, τι άντεχε. Η αιώνια επανάληψη είναι πανίσχυρο σφυρί. Τσακίζει αυτούς που δεν είναι έτοιμοι γι’ αυτό.

Είναι η κορύφωση της πνευματικής συν-πόρευσης των δύο ηρώων. «Ασθενής» είναι πλέον ο Μπρόιερ ο οποίος, έχει πια βάλει στην άκρη το ρόλο του ως γιατρού, και ακολουθώντας τις υποδείξεις του Νίτσε αποτολμά μια κατάδυση στον εαυτό του, στις εμμονές, τα πάθη και τις αδυναμίες του, μ’ έναν εξαιρετικά πρωτότυπο τρόπο. Βρήκε έναν τρόπο να ζήσει μια αμετάκλητη απόφαση χωρίς να την κάνει αμετάκλητη. Ο αναγνώστης βιώνει μια τεράστια έκπληξη αρκετών σελίδων για να παρακολουθήσει, μετά από δυο μέρες τον Μπρόιερ να επισκέπτεται, λυτρωμένος πια, τον Νίτσε ανακοινώνοντας ότι έχει συνέλθει εντελώς.
Ο Νίτσε με τη σειρά του εκπλήσσεται και ζητά επίμονα το μηχανισμό με τον οποίο επιτεύχτηκε αυτό. Μέσα του πνίγονται τα δικά του πάθη που δεν είχε την τόλμη να φανερώσει, κι αντίστοιχα, θαυμάζει τον Μπρόιερ. Η απογύμνωση του τελευταίου βοηθά στο να εκθέσει κι ο Νίτσε τις δικές του προσωπικές εμμονές, αλλά αυτό που σπάει τελείως τη συναισθηματική πανοπλία του είναι η αποκάλυψη- επιτέλους- του Μπρόιερ ότι η συνάντησή τους ήταν προσχεδιασμένη. Ότι γνωρίζει τη Λου, ότι έχει διαβάσει τις επιστολές του. Ένταση, οργή, απόγνωση διαδέχονται η μια την άλλη. Μιλούν μετατρέποντας το συναίσθημα σε λόγο, μιλούν για την ανάγκη της εμμονής σε μια γυναίκα-ιδέα, για τις ιδιωτικές σημασίες που έχουν προσάψει στα πρόσωπα. Ανακαλύπτουν μαζί ότι όσο τους «χρησιμοποίησαν» οι άλλοι, άλλο τόσο τους «χρησιμοποίησαν» και αυτοί οι ίδιοι. Και όλοι είναι ανίκανοι να δουν την αλήθεια του άλλου.

Είναι παράξενο, αλλά ακριβώς τη στιγμή που, για πρώτη φορά στη ζωή μου, αποκαλύπτω τη μοναξιά μου σε όλο της το βάθος, σε όλη της την απόγνωση- την ίδια ακριβώς στιγμή, η μοναξιά διαλύεται! Τη στιγμή που σου είπα ότι ποτέ δε μ’ έχουν αγγίξει, ήταν η πρώτη στιγμή που επέτρεπα στον εαυτό μου να τον αγγίξουν. Τη μια εκπληκτική στιγμή, σαν κάποιο γιγάντιο εσωτερικό παγόβουνο να ράγισε ξαφνικά και να’ γινε κομμάτια.

Ήταν τότε που έκλαψε ο Νίτσε…

[1] Η περίπτωση της Άννας Ο. αποτέλεσε το πρώτο περιστατικό που ανέφεραν ο Φρόυντ και ο Μπρόιερ στις Μελέτες για την Υστερία, το βιβλίο τους που εγκαινίασε την ψυχαναλυτική επανάσταση.
Χριστίνα Παπαγγελή

Πέμπτη, Αυγούστου 26, 2010

Να βλέπεις στον έρωτα, Χόρχε Μπουκάι/Σίλβια Σάλινας

Αν και υπάρχει ένας βασικός σκελετός αφήγησης, ήρωες κλπ., το βιβλίο θυμίζει εγχειρίδιο συμβουλευτικής ψυχολογίας περισσότερο από μυθιστόρημα (στοιχείο που υποβάλλεται και από τον κραυγαλέο/κράχτη τίτλο, ο οποίος συνοδεύεται από τη μικρογράμματη φράση «με τα μάτια ανοιχτά»!). Κι αυτό γιατί υπάρχουν ολόκληρες σελίδες γραμμένες σα να’ χουν αντιγραφεί από βιβλίο ψυχολογίας, σελίδες καθαρά θεωρητικού περιεχομένου. Δεν είναι τυχαίο βέβαια, που οι συγγραφείς του είναι ο μεν Χόρχε Μπουκάι ψυχοπεραπευτής της σχολής Γκεστάλτ στο Μπουένος Άυρες, η δε Σίλβια Σαλίνας ψυχολόγος που μυήθηκε στη σχολή Γκεστάλτ. Δεδομένου ότι η σχολή Γκεστάλτ αντιμετωπίζει την προσωπικότητα ως ψυχοσωματική ολότητα, και την ψυχοθεραπεία ολιστικά, το θεωρητικό μέρος που παρεισφρέει μέσα στο βιβλίο παρουσιάζει από μόνο του ένα ενδιαφέρον.
Ωστόσο, το εύρημα για να ενταχτεί όλο αυτό το υλικό σε μυθιστορηματική πλοκή είναι παιδαριώδες, και ο συγγραφέας φαίνεται να απευθύνεται σ’ ένα πολύ ευρύ κοινό, προσπαθώντας να κάνει εκλαϊκευμένα προσιτή τη θεωρία, και μάλιστα πάνω στο «καυτό»/πιασάρικο θέμα των ερωτικών σχέσεων: ο Pομπέρτο δέχεται ένα e-mail που ολοφάνερα δεν απευθύνεται σε κείνον, αλλά πρόκειται για ένα μέιλ συνεργασίας που απευθύνει η άγνωστη ψυχολόγος Λάουρα σε κάποιον συνεργάτη και παλιό γνώριμό της από επαγγελματικά συνέδρια, τον Φρέντυ, με υλικό για το βιβλίο ψυχολογίας που του προτείνει να γράψουν από κοινού, με θέμα τη «θεραπεία ζεύγους». Από διαβολιά της τύχης (και ζαβολιές του ίντερνετ), τα μέιλ της Λάουρας φτάνουν στο διαδικτυακό ταχυδρομείο του Ρομπέρτο και στο μυθιστόρημά μας παρατίθενται αυτούσια, με όλο το προς δημοσίευση υλικό. Το ενδιαφέρον του λαθραναγνώστη Ρομπέρτο (ο οποίος έχει προβλήματα με την κοπέλα του) εντείνεται όλο και πιο πολύ και σιγά σιγά αποκτά τέτοια εξάρτηση που επινοεί κόλπα για να υποκλέπτει όλο και περισσότερα στοιχεία, ώσπου η εμμονή του τού δίνει το θράσος να παρεμβαίνει, να απαντά και να παριστάνει τον Φρέντυ. Η όλη πλοκή προχωρά μέσω διαδικτύου, και τα αποσπάσματα του εγχειριδίου ψυχολογίας είναι εκτενέστατα, πολλές φορές κουραστικά και άσχετα με τη βασική υπόθεση. Σύντομα γεννιέται ένας διαδικτυακός …έρωτας που σπρώχνει τον Ρομπέρτο να επισκεφτεί δια ζώσης τη Λάουρα ως πελάτης, η οποία με τη σειρά της τον ερωτεύεται κλπ. Το χάπυ έντ ολοκληρώνεται όταν το τρίτο μέλος της τριάδας, ο Φρέντυ, έχοντας ανακαλύψει την απάτη, …ευχαριστεί τον Ρομπέρτο που του έδωσε το τέχνασμα για να «στήσει» το βιβλίο του, το βιβλίο δηλαδή που προφανώς κρατάμε στα χέρια μας!
Μπορεί κανείς να «ψαρέψει» παρομοιώδεις εκφράσεις (π.χ. αν θέλεις τα όνειρά σου να γίνουν πραγματικότητα ξύπνα) ή ενδιαφέροντα αποσπάσματα πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις, τον έρωτα, την αγάπη και τη ζήλεια, αν και κάποια έχουν έντονο θυμοσοφικό χαρακτήρα, κάπως δογματικό και απόλυτο όπως αυτό που τονίζεται σαν μόττο «έρωτας είναι να αγαπάς τις ομοιότητες και αγάπη να ερωτεύεσαι τις διαφορές», χαρακτήρα που παραπέμπει σε νεανικά περιοδικά με συμβουλές. Αλλά είναι φανερή η αμηχανία του συγγραφέα να δώσει ένα αξιοπρεπές τέλος στο «εύρημα» που πλαισιώνει τη θεωρία, και το αποτέλεσμα είναι μάλλον το αντίθετο.

Χριστίνα Παπαγγελή

Κυριακή, Αυγούστου 22, 2010

Λευκή πετσέτα στο ρινγκ, Νίκος Δαββέτας

…σκέφτηκα να συμπληρώσω ορισμένα κενά
στην ως τώρα εξιστόρηση των γεγονότων,
αν και ξέρω βέβαια πολύ καλά πως όσα κι
αν προσθέσω, θα πρόκειται πάντα για μια
περίληψη του τελικού κειμένου
.

Άρης Αλεξάνδρου «Το κιβώτιο»[1]

Γενναία βουτιά στον εμφύλιο αποτελεί αυτό το βιβλίο, που μας μεταφέρει στο κλίμα της εποχής μέσα από το τέχνασμα της δημοσιογραφικής έρευνας του ήρωα- ρεπόρτερ, στα πλαίσια αφιερώματος ενός περιοδικού για τα 55 χρόνια από τον «σκληρό Δεκέμβρη του 44».
-Τι τα θες και τα σκαλίζεις; Πάλι για τον Δεκέμβριο και τον Εμφύλιο; Υπάρχει κανείς στο περιοδικό σας που πιστεύει σοβαρά ότι το αναγνωστικό κοινό ενδιαφέρεται για ξινισμένες ιστορίες;
Είναι το ερώτημα που γεννιέται στο μέσο αναγνώστη του 2010, τον αναγνώστη που δεν έχει ειδικό ενδιαφέρον να μελετήσει την εποχή, να εξιχνιάσει σκοπιμότητες και κίνητρα. Όμως ο συγγραφέας καταφέρνει να μας μεταφέρει σε μια δύσκολη εποχή, όπου τα κίνητρα είναι δυσδιάκριτα και οι σκοπιμότητες περίπλοκες, και να αποδώσει ξεκάθαρα τη …θολότητα του πολιτικού τοπίου. Χωρίς να παραμείνει αμέτοχος ή, ουδέτερος. Χωρίς να κάνει πολιτική, σταλάζοντας στο γράψιμο στιγμές ανθρωπιάς και αναστοχασμού.
Το ρεπορτάζ αφορά τη διαλεύκανση της πολιτικής εκτέλεσης του συνεργάτη των Γερμανών, κατηγορούμενου ως δωσίλογου Χαράλαμπου Μυστακίδη -του λεγόμενου «Σπανομαρία». Ο μελαγχολικός και σκεπτικιστής ήρωας πελαγοδρομεί ανάμεσα στις διαφορετικές, αντιφατικές ή σκοτεινές μαρτυρίες των εμπλεκομένων, και μαζί του παρακολουθούμε τις σκέψεις που του γεννούν μισό αιώνα αργότερα (η γενιά των πατεράδων μας, με τα στενά σακάκια και τις μαύρες γραβάτες. Παρόντες μόνο στις φωτογραφίες. Ομιλητικοί πίσω από κλειστές πόρτες, βουβοί στο πένθος, στη χαρά και στον πόνο). Όπως φαίνεται μέσα από την εξομολογητικού χαρακτήρα προσωπική αφήγησή του, έχει κι ο ίδιος προσωπικούς λόγους για να ξεκαθαρίσει το μυστήριο της εκτέλεσης του Σπανομαρία, μια και είχε, εκ των υστέρων, σχέση με την κόρη του τελευταίου, τη Χαρά, χωρίς να έχει δώσει μέχρι τώρα σημασία στις διάφορες φήμες ούτε στην ένοχη σιωπή του συνοικισμού, έως ότου άλλαξε η συμπεριφορά της όταν αυτή στρατεύτηκε σε αριστερίστικη ομάδα (η εποχή της αθωότητας πέρασε ανεπιστρεπτί).
Το βιβλίο ξεκινά με τη συγκλονιστικά ωμή και «στεγνή» μαρτυρία του εκτελεστή, του Πιερή. Φαίνεται ξεκάθαρα κι από τις επόμενες μαρτυρίες ότι πρόκειτο για ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ αριστερών, μιας κι ο Σπανομαρίας έχει και τη "ρετσινιά" του Τροτσκιστή (σελ. 41, -Και καλά, ποτέ δε θελήσατε να μάθετε γιατί έπρεπε να εκτελεστεί ο Μυστακίδης μέρα μεσημέρι; Ποιο ήταν το αμάρτημα που τον βάραινε και καθιστούσε τόσο επιτακτική τη δολοφονία του, τη στιγμή που η μάχη του Δεκέμβρη βρισκόταν στην πιο κρίσιμη καμπή;). Η έρευνα προχωρά με δυσκολία, εφόσον οι περισσότεροι ήταν απρόθυμοι να σκαλίσουν το παρελθόν:

Στην πραγματικότητα βρισκόμουνα στο σκοτάδι. Είχα στα χέρια μου ένα γεγονός από τα Δεκεμβριανά που καθόλου αντιπροσωπευτικό της εμφύλιας διαμάχης δε φαινότανε. Στην καλύτερη περίπτωση (καλύτερη για μένα) μάλλον σαν ξεκαθάρισμα παλιών λογαριασμών της αριστεράς έμοιαζε. Σταλινικοί εναντίον τροτσκιστών. Ποιος ενδιαφέρεται σήμερα για κάτι τέτοιο;
Πέρα απ’ αυτό, αποκαλύπτει σιγά σιγά ότι ανάμειξη στα γεγονότα έχουν και πολύ δικά του πρόσωπα, όπως η μάνα του –νεαρή επονίτισσα που οι χίτες τής σκότωσαν τον αδερφό- όπως της αποκάλυψε ο –αριστερός κι αυτός- ο πεθερός του (δε χρειαζόταν να με δει σωριασμένο στο δάπεδο για να καταλάβει τι είχε πετύχει με την αφήγησή του, αρκούσε η κίνησή μου να σταματήσω το μαγνητόφωνο. Σαν να έριχνα στο ρινγκ λευκή πετσέτα. Η προσχεδιασμένη αποκάλυψή του ήταν ένα γερό χτύπημα κάτω από τη μέση. Σύρθηκα έξω από το καναβάτσο πριν ο διαιτητής αρχίσει να μετρά ως το δέκα).

Καταλυτικό ρόλο στην έρευνα έπαιξε η παραποίηση των γεγονότων από τον «εγκέφαλο» των εκτελέσεων, τον Βεντούρα, ζωγράφο καταξιωμένο τώρα πια (1999), σε εκπομπή του Παρασκήνιου. Στον αντίποδα, ο γιος του Σπανομαρία αποκαθιστά την πραγματικότητα της αλληλοφαγωμάρας των αριστερών (είμαι σίγουρος πως ο Πιερής γνώριζε ότι ο πατέρας μου συνεργάτης των Γερμανών δε θα γινότανε ποτέ, μα και να γινότανε θα μπορούσε να τον συγχωρέσει, που άφησε όμως το κόμμα και πήγε με τον Παντελή τον Πουλιόπουλο και την 4η Διεθνή, αυτό δεν του το συγχώρεσε ποτέ). Ο -συμπτωματικός- θάνατος του Βεντούρα επιτρέπει στον ήρωα να έχει πρόσβαση στα αρχεία του, στο προσωπικό του ημερολόγιο, το οποίο, όπως αποκαλύπτει με απόγνωση, είναι γεμάτο σημειώσεις που αφορούν τις ..εντερικές του διαταραχές (μια μικρή εμμονή στο πεπτικό σύστημα διακρίνεται σε όλο το βιβλίο).
Τι ελπίζω, τελικά, να βγει από αυτή την έρευνα; Να απονεμηθεί δικαιοσύνη μετά πενήντα έτη; Ενδιαφέρει κανέναν μια τέτοια προοπτική; Και ποιος είναι ο αδέκαστος κι ο αναμάρτητος που θα την απονείμει;
Η κατάθεση των μαρτυριών διακόπτεται από σύντομες σημειώσεις της προσωπικής ιστορίας του ήρωα. Βλέπουμε, φερειπείν, τη σχέση του με τη γυναίκα του, με τη οποία εντέλει χωρίζει· τη σχέση του με τη δημοσιογραφία (μου φαίνεται πως από μια τρέλα νεανική διάλεξα το χειρότερο επάγγελμα του κόσμου. Γιατί μπορεί η δημοσιογραφία να είναι – όπως μας έλεγαν- η «τέχνη του επείγοντος», όμως δεν υπάρχει τίποτα πιο επείγον από την ίδια σου τη ζωή, ιδιαίτερα όταν τη βλέπεις να φεύγει μέσα απ’ τα χέρια σου)· τέλος, τη σχέση του με την όλη υπόθεση:
Ο πειρασμός να μετατρέψω αυτό το δημοσιογραφικό αφιέρωμα σε ένα ευφάνταστο, σουρεαλιστικό μυθιστόρημα είναι μεγάλος. Μου έρχεται να τα αλλάξω όλα: καταθέσεις, μαρτυρίες, συγκρούσεις. Μόνο μια τέτοια προοπτική με ηρεμεί. Είμαι καλά όταν δε ζω με τη δική μου ιστορία.
Η λιτότητα της γραφής ταιριαστή με τη συναισθηματική πυκνότητα.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] Motto του μυθιστορήματος, που κατά τη γνώμη μου αποδίδει πολύ εύστοχα το πνεύμα του συγγραφέα

Κυριακή, Ιουνίου 20, 2010

Μακριά, πολύ μακριά, Σεμπάστιαν Μπάρρυ

Κάπου ανάμεσα στους συμπατριώτες σου που σε περιφρονούν επειδή είσαι στο στρατό, και στο στρατό που σε περιφρονεί επειδή σφαγιάστηκες, το ανθρώπινο μυαλό δεν ξέρει τι να σκεφτεί. Το ανθρώπινο μυαλό μπορεί να πονάει και να ουρλιάζει από τον πόνο. Αλλά αδυνατεί να χωρέσει το γεγονός ότι ο πόλεμος ήταν πια κάτι που δεν είχε στάλα νόημα.

«A long, long way» είναι ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου, κατευθείαν παραπέμποντας στο τραγούδι των στρατιωτών του Α΄Παγκοσμίου πολέμου «It’s a long way to Tipperary», που υπάρχει στην αρχή του μυθιστορήματος και ως motto.
Μια τραγική πτυχή της ιρλανδικής ιστορίας ξεδιπλώνει εδώ ο Ιρλανδός θεατρικός συγγραφέας, µυθιστοριογράφος και ποιητής Σεμπάστιαν Μπάρρυ, με τη διεισδυτική του ματιά και τη συναρπαστική του γραφή· μια χαραμάδα όπου η Ιστορία θαρρείς ειρωνεύεται τα ανθρώπινα, και που θυμίζει κάπως τη θέση των Ελλήνων φαντάρων της ΕΛΔΥΚ στον πόλεμο της Κύπρου το 1974[1]εμ κερατάδες, εμ δαρμένοι» ): ο Ιρλανδός πρωταγωνιστής του βιβλίου, δεκαοκτάχρονος Γουίλι Νταν, κατατάσσεται εθελοντικά στο βρετανικό στρατό για να πολεμήσει εναντίον των Κεντρικών Δυνάμεων, ενώ η βρετανική κυβέρνηση έχει υποσχεθεί στους Ιρλανδούς στρατιώτες αυτοδιάθεση, με τη λήξη του πολέμου. Πριν όμως ακόμα τελειώσει, οι Βρετανοί, με τη δικαιολογία ότι ο πόλεμος αποτελούσε τώρα εθνική προτεραιότητα, υπαναχωρούν. Αυτή ήταν και η αφορμή της «Πασχαλινής εξέγερσης» του 1916 που δίχασε τους Ιρλανδούς σ’ αυτούς που πολεμούσαν το γερμανικό ιμπεριαλισμό ως Βρετανοί στρατιώτες και σ’ αυτούς που πολεμούσαν στο πλευρό της Γερμανίας τον ιμπεριαλισμό των Βρετανών! («Ποιοι στο διάολο είναι αυτοί; Για όνομα του θεού, τι συμβαίνει; Αλληλοσκοτωνόμαστε;»).
Έτσι εκτεθειμένος βρίσκεται και ο Γουίλι μέσα στη δίνη ενός απροσδόκητα καταστροφικού και παράλογου πολέμου, ενώ αργεί να συνειδητοποιήσει ότι από ένα σημείο και μετά (μετά το «Ματωμένο Πάσχα») δεν είναι ξεκάθαρο ποιοι πολεμούν εναντίον ποιων και γιατί. Ο παραλογισμός της ιστορικής συγκυρίας τον φέρνει αντιμέτωπο με τους ίδιους του τους συντρόφους. Διχασμένος ανάμεσα στην αγάπη στον φιλοβρετανό πατέρα του (ο οποίος υπηρετεί τη Μητροπολιτική αστυνομία και έζησε όλη του τη ζωή στην υπηρεσία της βασίλισσας και των δυο βασιλέων της Αγγλίας) και το θαυμασμό του απέναντι στους ιρλανδούς αντάρτες με κορυφαίο τον Τζέσε Κίργουαν, προσπαθεί να καταλάβει:
- Όχι, πρέπει να με εκτελέσουν. Το θέλω.
- Για όνομα του θεού, γιατί να θέλεις τέτοιο πράγμα;
- Το ίδιο κάνει, Γουίλι. (…) Γιατί ένας Ιρλανδός δε μπορεί να πολεμά σ’ αυτόν τον πόλεμο τώρα πια. Ύστερα από κείνες τις εκτελέσεις. Όχι και πάλι όχι.
- Και τους γονείς σου δεν τους σκέφτεσαι;
- Θα καταλάβαιναν, αν μπορούσα να τους εξηγήσω, πράγμα που φυσικά δεν μπορώ.
- Και τι νόημα έχει να πεθάνεις, αφού κανένας δεν θα ξέρει ούτε γιατί το έκανες, ούτε τίποτα;
-Α, μάλιστα. Είναι προσωπικό το θέμα, ανάμεσα σε μένα και το φύλακα άγγελό μου. Κατάλαβες; Κοίτα, όλα είναι αποφασισμένα. Ήθελα απλώς να σε ξαναδώ. Έτσι, για να υπάρχει κάποιος που θα ξέρει τι έγινε και γιατί. (…) Ξέρω ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να φύγω από δω. Έχω καταταχτεί για όλη τη διάρκεια του πολέμου. Αλλά δεν θα υπηρετήσω φορώντας την ίδια στολή με κείνους τους τύπους που εκτέλεσαν τους άλλους τύπους. Δεν μπορώ. Δεν τρώω, ώστε να συρρικνωθώ και να μην ακουμπάω το ύφασμα αυτής της στολής, το καταλαβαίνεις; Μάλλον προσπαθώ να εξαφανιστώ.

Αυτή η αυταπάρνηση του Τζέσε στοιχειώνει τις σκέψεις του Γουίλι (όταν βέβαια προλαβαίνει να σκεφτεί), που βλέπει πια τα γεγονότα από άλλη οπτική. Στέλνει μάλιστα σχετική επιστολή στον πατέρα του, ο οποίος αντιδρά απαξιωτικά, στη συνέχεια δε θέλει να τον δει στα μάτια του. Δεν είναι όμως η μοναδική ψυχική σύγκρουση αυτή μέσα στην εφηβική και άδολη καρδιά του πρωταγωνιστή. Η αγάπη του για τη Γκρέτα, (την κόρη κάποιου εργάτη του οποίου τον κεφάλι άνοιξαν οι αστυνομικές δυνάμεις του …πατέρα του) τον στηρίζει σ’ όλες τις απίστευτες στιγμές που βιώνει, για να τη βρει παντρεμένη με κάποιον άλλον από μια παρεξήγηση… Οι αντιφατικές σχέσεις όπου οδηγούν οι συνθήκες του πολέμου, η ένταση των συναισθημάτων του φόβου, της νοσταλγίας, του ρίσκου, της ανθρωπιάς, οι μάχες πρόσωπο με πρόσωπο με το θάνατο, όταν μάλιστα «δεν υπάρχει νόημα», ωριμάζουν τον ήρωα (στις άκρες των ματιών του τώρα πάντα υπήρχε ένας ίσκιος) ο οποίος στην τελευταία του άδεια καταλήγει να είναι απόλυτα μετέωρος: τον έχει διώξει ο πατέρας, τον έχει απαρνηθεί η ερωμένη, τον έχει προδώσει ο συμπολεμιστής.

Η μαγεία της γραφής του Σεμπάστιαν Μπάρρυ έγκειται στο ότι, ενώ δεν περιγράφει -ακόμα περισσότερο δεν υπογραμμίζει τα συναισθήματα των ηρώων-, αυτά υποβάλλονται μέσα από τον τρόπο περιγραφής τών από τη φύση τους συγκλονιστικών γεγονότων. Με μοναδικό τρόπο φερειπείν περιγράφεται το πώς βιώσανε οι στρατιώτες τα δηλητηριώδη αέρια που για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν σε πόλεμο από τους Γερμανούς (το χαράκωμα ήταν γεμάτο πτώματα που στα μάτια του φάνταζαν σαν αναρίθμητα αγάλματα), όπου ο αγαπητός λοχαγός Πέισλι, αρνούμενος να το βάλει στα πόδια, βρέθηκε νεκρός (έπρεπε να την είχε κοπανήσει μαζί με όλους μας, εννοώ να είχε οπισθοχωρήσει- ο Γουίλι έβραζε από το θυμό του. Ο λοχαγός Πέισλι είχε κάνει την επιλογή του, κι αυτοί είχαν κάνει τη δική τους. Στην ουσία, το ζήτημα ήταν ιερό).
Εξίσου μοναδική είναι η περιγραφή της σκηνής όπου ένας στρατιώτης τραγουδά μια μπαλάντα (…μοναχική, τρυφερή και ματωμένη. Μιλούσε για έναν στρατιώτη, ένα κορίτσι κι έναν θάνατο.(…) Ο άντρας τελείωσε το τραγούδι και μια διαφορετική σιωπή απλώθηκε, η σιωπή ανθρώπων που έβλεπαν στο μυαλό τους εικόνες κι έκαναν σκέψεις από τα περασμένα).
Αλλά και σκηνές «καθημερινές», χωρίς φόρτιση συναισθηματική, χρωματίζονται μ’ έναν τρόπο ιδιαίτερο:
Ήταν αρρωστημένα απολαυστικό να βλέπεις τους κούληδες να πελεκούν και να σκάβουν σα να αγνοούν τον κίνδυνο. Τι άλλο μπορούσαν να κάνουν; Οι βόμβες έπεφταν ανάμεσά τους, κάθε τόσο ακούγονταν μακρινές κραυγές, οι σειρές των σκαφτιάδων για μια στιγμή πύκνωναν, κι ύστερα συνέχιζαν κανονικά τη δουλειά τους. Αυτοί κι αν ήταν ήρωες, οι γαμημένοι, σκέφτηκε ο Γουίλι. Ήταν η απεικόνιση του πιο ακατανόητου θάρρους, της πιο γκροτέσκας αδιαφορίας.

Αυτό το κενό, η έλλειψη νοήματος σ’ όλα αυτά που βλέπει να συμβαίνουν γύρω του ο Γουίλι, φαίνεται να δικαιώνει εκ των υστέρων το μυστήριο, τον παραλογισμό της ηρωικής παράδοσης του Τζέσε (συλλογιζόταν ότι ο Τζέσε είχε περάσει στο λαιμό του μια θηλιά που την είχε φτιάξει μόνος του· το ήξερε κι ο ίδιος. Είχε στήσει παγίδα στον εαυτό του, μέσα στο δάσος της καρδιάς. Ήταν ο ίδιος δόλωμα, ο λαγός κι ο κυνηγός – όλα μαζί).

Κι όμως, ήξερε πια ότι δεν είχε πατρίδα. Το ήξερε καλά. Τα λόγια του Τζέσε είχαν φτάσει στο μεδούλι του και τώρα τα καταλάβαινε. Κανένα είδος Ιρλανδίας δεν υπήρχε πια, δεν ήξερε καν ποια Ιρλανδία είχε αφήσει πίσω του. Μπορεί να το λιθοβολούσαν όταν επέστρεφε, ή να του έκαιγαν το ίδιο του το σπίτι, ή να τον τουφέκιζαν, ή να τον ανάγκαζαν να κοιμάται κάτω από τις γέφυρες του Δουβλίνου και να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του εξαθλιωμένος και άστεγος.

(…) Τόσο μακριά, τόσο μακριά είχαν πάει που είχαν φτάσει στην άκρη του γνωστού κόσμου και είχαν κατρακυλήσει σε βασίλεια άλλα, στις σφαίρες που εξουσιάζουν οι καταρράκτες, η βροντή και η αντάρα τους. Ο δρόμος που είχαν πάρει δεν είχε επιστροφή...


Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Τα αθώα φανταράκια της ελληνικής δύναμης της ΕΛΔΥΚ, (που είχε συσταθεί ήδη από την ανεξαρτητοποίηση της Κύπρου το 1959, αντίστοιχα με την ΤΟΥΡΔΥΚ) και που η ιστορία τούς αγνόησε, ταυτίζοντάς τους με τις χουντικές δυνάμεις που ανέτρεψαν το Μακάριο, θέμα με το οποίο καταπιάνεται ο Βασίλης Γκουρογιάννης στο Κόκκινο στην πράσινη γραμμή

Κυριακή, Ιουνίου 06, 2010

Σβησμένες ψυχές (The Wasted vigil), Ναντίμ Ασλάμ

Τίποτα, τίποτα δεν υπάρχει πιο βαθύ και ιερό
από ένα σώμα που βασανίζεται
Ηλίας Βενέζης
Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό του αξιόλογου Πακιστανού συγγραφέα Ναντίμ Ασλάμ με τον αγγλικό (του πρωτότυπου;) τίτλο The Wasted vigil)[1], βιβλίο που καταγράφει μυθιστορηματικά όλες τις διαπλεκόμενες σχέσεις στο πολύπαθο Αφγανιστάν του 2004 – ένα παρελθόν με Άγγλους, Σοβιετικούς, Αμερικάνους/Μουτζαχεντίν, Ταλιμπάν, και με κύριο πρωταγωνιστή τη βία-, δε μπόρεσα να μην αναζητήσω για άλλη μια φορά τα λόγια του Ηλία Βενέζη από τον πρόλογό του στη δεύτερη έκδοση του «Το νούμερο 31328»:

Όταν καίγεται, έτσι που καίγεται εδώ με πυρωμένο σίδερο η σάρκα, όλα τα’ άλλα σωπαίνουν. Έχουν να λένε πως κανένας πόνος δε μπορεί να είναι ισοδύναμος με τον ηθικό πόνο. Αυτά τα λένε οι σοφοί και τα βιβλία. Όμως, αν βγεις στα τρίστρατα και ρωτήσεις τους μάρτυρες, αυτούς που τα κορμιά τους βασανίστηκαν ενώ πάνω τους σαλάγιζε ο θάνατος –και είναι τόσο εύκολο να τους βρεις, η εποχή μας φρόντισε και γέμισε τον κόσμο- αν τους ρωτήσεις, θα μάθεις πως τίποτα, τίποτα δεν υπάρχει πιο βαθύ και πιο ιερό από ένα σώμα που βασανίζεται.

Γύρω από το βασικό πρόσωπο του Άγγλου μόνιμου κάτοικου του Αφγανιστάν Μάρκους, κινούνται μια Ρωσίδα που ψάχνει τα ίχνη του αδερφού της (ο οποίος είχε συμμετάσχει στη Σοβιετική εισβολή), δυο Αμερικανοί (ένας της CIA, ο άλλος στέλεχος των ειδικών αμερικανικών δυνάμεων που επιδόθηκαν στο κυνήγι της Αλ Κάιντα μετά την 11η Σεπτεμβρίου), μια Αφγανή δασκάλα, ένας νεαρός φονταμενταλιστής/βομβιστής. Όλοι αυτοί έχουν ένα παρελθόν που πονάει αφού ο καθένας βίωσε από τη δική του οπτική γωνία τις έντονες ιστορικές στιγμές των τελευταίων δεκαετιών στο Αφγανιστάν: το σοβιετοαφγανικό πόλεμο (1979-1989), που ξέσπασε σχεδόν ταυτόχρονα με τον Ιρανοϊρακινό κι έφερε και τους αμερικανούς στο προσκήνιο -οι οποίοι υποστηρίζονταν από τους Μουτζαχεντίν, το καθεστώς των Ταλιμπάν που οδήγησε σε εμφύλιες διαμάχες, ενώ μετά το 2001 ανοίγουν πάλι οι πληγές με την ανοιχτή επέμβαση των Αμερικάνων και των συμμάχων τους στον «αγώνα κατά της τρομοκρατίας» της Αλ Κάιντα. Επιχειρήσεις αυτοκτονίας και διακίνηση ναρκωτικών οι βασικές δραστηριότητες. Και μια εμπόλεμη κατάσταση που διαφέρει από τους πολέμους όπως τους γνωρίζουμε μέχρι τα μέσα του 20ου αι[2].
Αυτό είναι το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται οι ήρωες του Ναντίμ Ασλάμ. Όμως ο συγγραφέας δεν κάνει ιστορία, ούτε κοινωνιολογία. Το ύφος του είναι ποιητικο/λυρικό και ταυτόχρονα μεστό, και θα συμφωνήσω με την anagnostria στο ότι
Η γραφή του Πακιστανού συγγραφέα Ναντίμ Ασλάμ έχει κάτι από τη διάσπαση και τον κατακερματισμό της ίδιας της χώρας. Χαρακτήρες που εκπροσωπούν τάξεις και νοοτροπίες, πολύ χαλαρά συνδεδεμένοι μεταξύ τους, γεγονότα που θίγονται σε μια σελίδα για να ολοκληρωθούν πολλές σελίδες μετά, επεισόδια που σαν σε ομόκεντρους κύκλους αναφέρονται ξανά και ξανά, με καινούριες λεπτομέρειες να προστίθενται σε κάθε αναφορά, σηματοδοτούν την τεχνική του συγγραφέα, διασαφηνίζοντας ότι τα παραπάνω χαρακτηριστικά είναι περισσότερο αρετές παρά ελαττώματα.
Έτσι, συντίθεται ένα παζλ σχτικά με το παρελθόν, που συμπληρώνεται σιγά σιγά από τον αναγνώστη: Η μορφή του Μάρκους υψώνεται καρτερική και τραγική, εφόσον έχει βαφτιστεί μωαμεθανός για να μπορέσει να παντρεφτεί την Κατρίνα, την οποία σκότωσαν οι Ταλιμπάν μετά από απίστευτα βασανιστήρια, την κόρη του βίασε κατ’ επανάληψη και σκότωσε ο ρώσος αδερφός της Λάρα κατά τη σοβιετική εισβολή (φυσικά δεν το γνωρίζει αυτό η Λάρα, η οποία ψάχνει τα ίχνη του και μαθαίνει προς το τελος του βιβλίο για το φρικτό του θάνατο) ενώ αγνοείται και το νεογέννητο –τότε- παιδί της.
Σελ. 93:
"Κόρη, γυναίκα, εγγονός, θα έλεγε κανείς πως αυτό το μέρος μού έκλεψε ό, τι είχα και δεν είχα. Εύκολα θα με πέρναγες για κανέναν απ’ αυτούς τους δύσμοιρους λευκούς για τους οποίους ακούμε συνέχεια, που έτρεφαν τρυφερά συναισθήματα για τις άλλες φυλές και τους πολιτισμούς του κόσμου, που άφησαν την πατρίδα τους στη Δύση για να κάνουν σπίτι και οικογένεια στην Ανατολή κι που, τελικά, όλα γκρεμίζονται και αυτοί πληρώνουν για το ανόητο λάθος τους".

Τα πρόσωπα μπλέκονται ίσως κατά αναληθοφανή τρόπο (αν και θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς ότι δεν είναι τυχαία η άφιξη της Λάρα και του Ντέιβιντ στο σπίτι του), εφόσον αποκαλύπτεται ότι ο Αμερικάνος Ντέιβιντ και γνώριζε τον αδελφό τής Λάρα και ήταν ερωτευμένος με τη Ζαμίν, την κόρη του Μάρκους. Τις σκηνές βίας που διαπράχτηκαν απ’ όλες τις πλευρές (θάνατος με αφαίμαξη. Έτσι σκότωνε ο σοβιετικός στρατός τους κρατούμενους όταν υπήρχε ανάγκη μεταγγίσεων για τους πληγωμένους στρατιώτες) διαδέχονται πινελιές συναισθηματισμού και λυρισμού (τα πάντα, τα πάντα τη θυμίζουν. Η ροδιά τα πρώτα άνθη πέταξε, τραγουδούσε μια γυναίκα στο ραδιόφωνο που έπαιζε κάτω στο παζάρι κι, ενώ οι αναστεναγμοί της Ζαμίν χάιδευαν τα αυτιά του, η τραγουδίστρια πρόσθετε: στον πηγεμό για τον αγαπημένο, ζεις πεθαίνοντας κάθε λεπτό). Η αγριότητα και η φρίκη συγκλονίζουν αλλά δίνουν και πιο έντονο χρώμα στις στιγμές συναισθηματικής απογύμνωσης και ανθρωπιάς.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] « The Wasted vigil», δηλαδή «Η χαμένη αγρύπνια» είναι ο τίτλος του βιβλίου-, κι αναρωτιέμαι γιατί πολλοί ελληνικοί τίτλοι απέχουν τόσο από τον πρωτότυπο, και μάλιστα «επί το μλοδραματικότερον». Επίσης, είναι εύλογη η απορία αν γράφτηκε στα αγγλικά, όπως δηλώνεται έμμεσα ("τίτλος πρωτότυπου")[2]Πριν τον Ιρακινό πόλεμο, ούτε η λέξη «ειρήνη» ούτε η λέξη «πόλεμος» μπορούσε να περιγράψει σωστά την κατάσταση στο Ιράκ και την υπόλοιπη περιοχή μετά την επίσημη λήξη τού πολέμου του Κόλπου- η χώρα εξακολουθούσε να βομβαρδίζεται σχεδόν καθημερινά από ξένες δυνάμεις (Eric Hobsbawm, Πόλεμος και ειρήνη στον 20ο αι.)

Σάββατο, Μαΐου 22, 2010

Για να κατανοήσουμε τον κόσμο μας, Immanuel Wallerstein

Εισαγωγή στην Ανάλυση Κοσμοσυστημάτων

Μπορεί να καταλήξουμε σε ένα σύστημα καλύτερο από τον καπιταλισμό,
ή μπορεί και να οδηγηθούμε σε ένα σύστημα χειρότερο από τον καπιταλισμό.
Το μόνο πράγμα που δεν μπορούμε να έχουμε
είναι το καπιταλιστικό σύστημα
.

Ένα πολύ μεθοδευμένο βιβλίο που, όπως φαίνεται ξεκάθαρα κι από τον (υπό)τιτλο, αποτελεί μια εισαγωγή στην «ανάλυση κοσμοσυστημάτων», μια ιστορική και πολιτική μέθοδο θεώρησης του πολιτισμού που άρχισε να διαμορφώνεται λίγα χρόνια μετά τον Μάη του ’68, και χαρακτηριστικό της είναι ότι εξετάζει «ολιστικά» τους κοινωνικούς σχηματισμούς. Διακεκριμένος πολιτικός/ιστορικός κοινωνιολόγος στο Κέντρο Φερνάν Μπρωντέλ, ο συγγραφέας κάνει σύντομη και πολύ σαφή αναφορά στο περιεχόμενο των όρων που χρησιμοποιεί (κοσμοσύστημα, συστημικός, κοσμοοικονομία, κοσμοκρατορία, γεωκουλτούρα), προχωρά σε μια αναδρομή στις «ιστορικές καταβολές της ανάλυσης κοσμοσυστημάτων» και στη συνέχεια ανατέμνει το σήμερα, υποστηρίζοντας ότι διανύουμε μια περίοδο συστημικής κρίσης· όχι απλά μια «δύσκολη περίοδο», αλλά μια φάση μετάβασης, όπου το σύστημα αντιμετωπίζει τόσα προβλήματα, ώστε δε μπορεί να τα λύσει μέσα στο ίδιο το σύστημα (αυτό που συμβαίνει τότε είναι ότι το σύστημα διακλαδίζεται, δηλαδή βρίσκει ότι οι βασικές του εξισώσεις μπορούν να λυθούν με δυο τρόπους εντελώς διαφορετικούς (…) αλλά το ποια επιλογή θα κάνουν συλλογικά όλοι αυτοί που συμμετέχουν στο σύστημα, είναι κάτι το εγγενώς απρόβλεπτο. Η διαδικασία της διακλάδωσης είναι χαοτική (…) αυτό που παρατηρούμε είναι ότι σε τέτοιες συνθήκες ένα σύστημα ταλαντεύεται βίαια).
Η συστημική ανάλυση που εισηγείται ο Ιμμάνουελ Βαλλερστάιν θεωρεί ότι ο πολιτισμός μας -ο σημερινός κόσμος -που τον ονομάζει «νεωτερικό κοσμοσύστημα», έχει τις καταβολές του στον 16ο αι. και ενώ αρχικά αφορούσε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή/ ζώνη του κόσμου (Ευρώπη/Αμερική), τώρα έχει καλύψει όλη την οικουμένη. Πρόκειται για την καπιταλιστική κοσμοοικονομία, μια εκτενή δηλαδή γεωγραφική ζώνη που λειτουργεί ως μονάδα καταμερισμού εργασίας, ανταλλαγών βασικών αγαθών, ροών κεφαλαίου κι εργασίας. Το κοσμοσύστημα αυτό , όρος βάσει του οποίου μπορεί να κατανοηθεί ο κόσμος μας, χαρακτηρίζεται από το ότι δεν έχει ενιαία πολιτική δομή. Αυτό που «συγκρατεί» τα μέρη, που προσδίδει δηλ συνοχή, είναι η αποτελεσματικότητα του καταμερισμού εργασίας (η κοσμοοικονομία και το καπιταλιστικό σύστημα πηγαίνουν χέρι χέρι). Το νεωτερικό κοσμοσύστημα - δηλαδή το καπιταλιστικό-, περιλαμβάνει πολλές πολιτικές μονάδες, πολλές κουλτούρες και ομάδες ανθρώπων. Δημιουργούνται ωστόσο κοινά πολιτισμικά πρότυπα των λαών, που ο Βαλλερστάιν τα ονομάζει γεωκουλτούρα.

Είναι πολύ ξεκάθαρη η δομή του βιβλίου, που προαναγγέλλεται άλλωστε και στο εισαγωγικό κεφάλαιο: στο πρώτο κεφάλαιο βλέπουμε τις ιστορικές καταβολές του τρόπου αυτού ανάλυσης (έχει σημασία για τον συγγραφέα η μέθοδος απόκτησης της γνώσης (η ανάγκη να γνωρίζεις πώς γνωρίζεις)). Στα τρία επόμενα κεφάλαια παρουσιάζονται οι μηχανισμοί του νεωτερικού κοσμοσυστήματος, γίνεται δηλαδή μια προέκταση και δημιουργική αξιοποίηση της μαρξιστικης αντίληψης στη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη εκδοχή/φύση του καπιταλισμού, ενώ στο πέμπτο και τελευταίο κεφάλαιο γίνεται εκτίμηση της σημερινής κρίσης (οι κανονικοί μηχανισμοί εξόδου από την κρίση είναι ατελέσφοροι) και προτείνονται τρόποι χειρισμού της. Ακολουθεί η δημοσίευση μιας πολύ διαφωτιστικής συνέντευξης του Βαλλερστάιν στον καθηγητή Γιεζούνγκ Σου, στη συνέχεια μια ομιλία που έκανε στην Ατλάντα με θέμα «Μια αριστερή πολιτική για τον 21ο αι.» κι ένα επίσης καίριο επίμετρο του καθηγητή Σπύρου Μαρκέτου που επιμελήθηκε την έκδοση. Πολύ πρακτικό επίσης για κάποιον που δεν έχει εξειδικευμένες γνώσεις είναι το γλωσσάριο που παρατίθεται στο τέλος.
Εξίσου ξεκάθαρο με τη δομή είναι και το ύφος, σε λόγο απλό, λιτό, κατανοητό αλλά κυρίως τεκμηριωμένο με επάρκεια.

Οι ιστορικές καταβολές της "ανάλυσης κοσμοσυστημάτων"

Δεδομένου του «διαζυγίου» της φιλοσοφίας από την επιστήμη τον 18ο αι., τέθηκε το ζήτημα πού θα ενταχτούν οι κοινωνικές επιστήμες (η μελέτη της κοινωνικής πραγματικότητας, γράφει ο Βαλερστάιν). Αν όντως, όπως «δίδαξε» η γαλλική επανάσταση, οι κοινωνικο/πολιτικές αλλαγές έχουν μια κανονικότητα, τότε οι κοινωνικές επιστήμες διχάζονται: από τη μια ρέπουν προς μια «επιστημονικιστική» θεώρηση κι από την άλλη, εξαιτίας του παράγοντα της ανθρώπινης θέλησης που διαμορφώνει τις αλλαγές, ρέπουν προς μια «ανθρωπιστική» θεώρηση.
Ποιο ήταν το αντικείμενο της μελέτης όσων μελετούσαν την κοινωνική πραγματικότητα;
Στα πρώτα αυτά βήματα, όσο αφορά το αντικείμενο μελέτης, παγιώνεται ο εξής καταμερισμός: οι ιστορικοί περιορίζονται στη μελέτη του παρελθόντος καταγράφοντας τα «γεγονότα» της χώρας τους (όπως καθορίζονταν τα σύνορα τον 19ο αι.), ή άλλων «ιστορικών εθνών», ενώ τη μελέτη του παρόντος αναλαμβάνουν οι νεοσύστατες επιστήμες «οικονομία», «πολιτική επιστήμη»και «κοινωνιολογία» (που αντιστοιχούν στις τρεις χωριστές σφαίρες της ζωής: αγορά, κράτος και κοινωνία των πολιτών). Τρεις κλάδοι που αναζητούν επιστημονικούς νόμους (νομοθετικοί κλάδοι), σε αντίθεση με τον ιδιογραφικό κλάδο που φιλοδοξούσε να είναι η ιστορία.
Προσπαθώντας όμως να κατανοήσουν την κοινωνική πραγματικότητα, οι κοινωνικοί επιστήμονες του 19ου αι. αναγκάστηκαν να στραφούν να μελετήσουν και λαούς που δεν ανήκαν –τότε- στο νεωτερικό σύστημα, όπως πρωτόγονους λαούς που υποτάχτηκαν στην αποικιοκρατική εξουσία, ή λαούς της ανατολής π.χ. , που δεν είχαν στρατιωτική ή τεχνολογική ισχύ αλλά είχαν αναπτύξει μια σύνθετη κουλτούρα. Έτσι, εμφανίζονται οι εθνογράφοι και οι ανατολιστές.

Το 1945 και το 1968 ήταν δυο ιστορικοί σταθμοί που επηρέασαν την πορεία των ιστορικών και κοινωνικών σπουδών. Μετά το 1945 οι ΗΠΑ ασκούν την ηγεμονία τους και «επιβάλλουν» ως αυτονόητη τη θεωρία των «σταδίων», δηλαδή την αντίληψη ότι όλα λίγο πολύ τα κράτη αναπτύσσονται με διαφορετικούς ρυθμούς αλλά προς την ίδια κατεύθυνση. Τη θεωρία των αναπτυξιακών σταδίων υιοθέτησε και η Σοβιετική Ένωση. Στην ίδια περίοδο αρχίζει και γίνεται διάκριση ανάμεσα σε «πυρήνα» και «περιφέρεια», εφόσον έγινε φανερό ότι το διεθνές εμπόριο επέτρεπε τη ροή του κεφαλαίου από τις πιο φτωχές χώρες στις πιο ισχυρές. Η υπανάπτυξη άρχισε να θεωρείται συνέπεια του καπιταλισμού (η ίδια διαδικασία που γεννούσε τον πλούτο στις ευρωπα»ικές μητροπόλεις, φτώχαινε τις περιοχές που ενσωματώνονταν στο σύστημα, η μια μετά την άλλη, ως περιφέρειες). Παράλληλα, πρόβαλε έντονη η ανάγκη της πολιτικής επανάστασης. Τότε γεννιέται και η αντίληψη ότι σε κάθε κράτος, εξωγενείς παράγοντες (κυρίως εμπορικές ροές) και όχι ενδογενείς (σχέσεις παραγωγής) καθορίζουν την οικονομική κατάσταση (Σουήζυ), αντίληψη που πατά στο μαρξισμό αλλά διαφοροποιείται απ' αυτόν, οδηγώντας σιγά σιγά στην ανάλυση κοσμοσυστημάτων.
Αυτά τα πρώτα βήματα ακολούθησαν οι οπαδοί της σχολής των Αννάλ στη Γαλλία, θεμελιώνοντας την αρχή ότι ως μονάδα όπου πρέπει ν’ αναλύεται η κοινωνική δράση είναι μια ευρύτερη ζώνη κι όχι κάθε κράτος χωριστά. Εισηγείται την «ολική»/ολιστική θεώρηση για την ιστοριογραφία, που εξετάζει την ιστορική εξέλιξη σε συνάφεια με τα κοινωνικά πεδία, με τη συνεργασία των «νομοθετικών κλάδων» των κοινωνικών επιστημών. Ο Φερνάν Μπρωντέλ (συνεργάτης του οποίου ήταν ο Βαλερστάιν) ήταν ο αυτός που μελέτησε την κοσμοοικονομία της Μεσογείου του 16ου αι. χρησιμοποιώντας την έννοια του δομικού χρόνου και των κυκλικών διαδικασιών.
Ανάλογες τομές έκαναν και οι εξεγέρσεις του 1968, αμφισβητώντας την ηγεμονία των ΗΠΑ, την ηγεμονία της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και την παραδοσιακή αριστερά.

Η συστημική κρίση

Σύμφωνα με τον Βαλερστάιν, η κρίση του ιστορικού κοσμοσυστήματος του 21ου αι. δεν είναι παροδική, αλλά δομική, θεμελιώδης. Οι μηχανισμοί με τους οποίους επιβίωνε κι εξαπλωνόταν το καπιταλιστικό μοντέλο, ξεπερνώντας μέχρι τώρα τις επί μέρους κρίσεις, αναλύονται πολύ μεθοδικά από τον συγγραφέα, για να αναφανεί ότι δεν επαρκούν πλέον για την αναπαραγωγή του συστήματος: ενσωμάτωση νέων περιοχών στην κοσμοοικονομία με σκοπό πρώτες ύλες, νέες αγορές, φτηνά εργατικά χέρια (ή πλήρης μετακίνηση βιομηχανικών μονάδων εκεί όπου το κόστος παραγωγής είναι χαμηλότερο), ιδιωτικοποίηση του πρώην δημόσιου πλούτου, αύξηση μισθών με σκοπό την αύξηση της αγοραστικής δύναμης ή, αντίθετα, συμπίεση των μισθών εκεί που το επιτρέπει το εισόδημα που παράγεται στα πλαίσια του νοικοκυριού- (δηλαδή εισόδημα από ενοίκιο, ιδιοκατανάλωση, μικροεμπορευματική παραγωγή κλπ.), ελαχιστοποίηση του κόστους απόθεσης των απόβλητων, φορολογικές διευκολύνσεις, εξωτερικός δανεισμός, συνεργασία με το χρηματοπιστωτικό σύστημα, όλα αυτά είναι τρόποι συσσώρευσης κεφαλαίου ώστε το χρήμα να παράγει χρήμα. Παρόλο που το αντίθετο είναι γενικά αποδεκτό, ο καπιταλισμός δε χρειάζεται απόλυτα ελεύθερη αγορά (laissez faire-laissez passer), αλλά πολύ περισσότερο τα «ολιγοπώλια», για να μπορεί μέσα στους νόμους της ανταγωνιστικότητας να κοντρολάρει το κέρδος. Κατά παρόμοιο τρόπο δεν ευνοείται από την ύπαρξη μιας κοσμοκρατορίας, μια ενιαίας δηλαδή πολιτικής εξουσίας (σελ. 110: όπως συμβαίνει με τα οιονεί μονοπώλια- δηλαδή ολιγοπώλια- στο χώρο της παραγωγής, έτσι και στις ηγεμονίες η οιονεί απόλυτη δύναμη αυτοκαταστρέφεται (…) Η καπιταλιστική κοσμοοικονομία χρειάζεται τα κράτη, χρειάζεται το διακρατικό σύστημα (μεγάλη αγορά, πληθώρα κρατών), και χρειάζεται την περιοδική ανάδυση ηγεμονικών δυνάμεων). Η συμπίεση των κερδών, που αρχίζει να περιορίζεται πια σε παγκόσμια κλίμακα λόγω της αύξησης του «παγκόσμιου κόστους», απειλεί την ικανότητα των καπιταλιστών να συσσωρεύουν κεφάλαιο. Απειλεί επομένως το ίδιο το σύστημα.
Όλοι αυτοί οι μηχανισμοί λοιπόν δεν είναι πια αποτελεσματικοί, οι αντιφάσεις του συστήματος δε μπορούν πλέον να εξουδετερωθούν. Με άλλα λόγια, η ίδια η «άνοδος» στρέφει προς τα πάνω τις τρεις βασικές της καμπύλες, και τις στέλνει πιο κοντά στην ασύμπτωτη. . Βρισκόμαστε σαφώς στη Φάση Β΄των κύκλων Κοντράτιεφ[1], σε μια φάση όχι «επέκτασης» αλλά «στασιμότητας», την οποία ακολουθεί μια «χαοτική περίοδος συστημικής μετάβασης». Ο μηχανισμός των δανείων ήταν αυτό που οδήγησε στο αποκορύφωμα της κρίσης, στη «χρηματοπιστωτική κρίση», γιατί όλο και περισσότερο οι καπιταλιστές άρχισαν να αναζητούν το κέρδος στο πεδίο της χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας κι όχι της παραγωγής, και κυρίως γιατί πέρα απ’ όλα τα’ άλλα, όταν φτιάχνεις τέτοια χρέωση, κάποια στιγμή η φούσκα σκάει, αφού τα δάνεια πρέπει πάντα να ξεπληρωθούν.

Αντισυστημικά κινήματα

Δίπλα στους συντηρητικούς και τους φιλελεύθερους του 19ου αι, μετά την επανάσταση του 1848, αρχίζει να γεννιούνται και τα αντισυστημικά κινήματα, όπως ονομάζει ο Βαλλερστάιν όσα κινήματα υπονόμευαν το κατεστημένο, διεκδικώντας εκείνη την εποχή κοινωνικά(=εργασιακά) δικαιώματα ή εθνική ανεξαρτησία. Το παράδοξο είναι ότι τα κινήματα αυτά, σε όποιο βαθμό πέτυχαν τους στόχους τους, συνέβαλαν ώστε να ενισχυθεί σημαντικά το σύστημα, παρέχοντας δικλείδες εκτόνωσης στις κοινωνικές πιέσεις. Κι αυτό γιατί τα περισσότερα κατέληξαν στο πρόγραμμα δράσης «πρώτα κατακτούμε την εξουσία και στη συνέχεια μεταμορφώνουμε τον κόσμο». Ωστόσο, το δεύτερο στάδιο απείχε από την πραγμάτωσή του πολύ περισσότερο απ’ ό, τι περίμενε ως τότε ο περισσότερος κόσμος. (…) Το χάσμα ανάμεσα σε πυρήνα και περιφέρεια γινόταν μεγαλύτερο παρά ποτέ.
Η «παγκόσμια επανάσταση του 1968» εξέφρασε την απογοήτευση από την ανικανότητα των τότε αντισυστημικών κινημάτων ν’ αλλάξουν τον κόσμο (οι καταπιεσμένοι λαοί έπαψαν να είναι βέβαιοι πως η ιστορία είναι με το μέρος τους). Όπως γράφει και παρακάτω, οι κάθε λογής παραγωγοί της καπιταλιστικής κοσμοοικονομίας έχασαν τον κυριότερο αλλά κρυφό σταθεροποιητή του κοσμοσυστήματος, την αισιοδοξία των καταπιεσμένων.
Ωστόσο ο Βαλλερστάιν είναι αισιόδοξος, εφόσον βρισκόμαστε σε μια περίοδο μετάβασης από ένα κοσμοσύστημα σε άλλο, σε μια φάση συστημικής διχάλωσης όπου όλα είναι δυνατά και εφικτά, όπου μετά από πεντακόσια χρόνια έχουμε μια προοπτική θεμελιακής αλλαγής που θα μπορούσε να είναι προς την κατεύθυνση της προόδου:
Η περίοδος της μετάβασης από ένα σύστημα σ’ ένα άλλο είναι μια περίοδος μεγάλων αγώνων, μεγάλης αβεβαιότητας και μεγάλης αμφισβήτησης των δομών της γνώσης. Πρέπει πρώτα απ’ όλα να καταλάβουμε καθαρά τι είναι αυτό που συμβαίνει.

Αλλά η ανάλυση δεν είναι δράση, και η δράση θέλει οργάνωση
.
Στο τέλος του βιβλίου δίνονται κάποιοι άξονες δράσης μέσα από την παγκόσμια αριστερά, π.χ. να φτιάξουμε και να δυναμώσουμε μια συγκεκριμένη κουλτούρα συντροφικής κι όχι ιεραρχικής πολιτικής δράσης, να εντάξουμε τις παραγωγικές δραστηριότητες σε μεσαίας κλίμακας αποκεντρωμένες και μη κερδοσκοπικές δομές, να προχωρήσουμε σε απεμπορευματοποίηση των οικονομιών διεργασιών παγκόσμια. Να αφήσουμε πολλές κουλτούρες να ανθίσουν, εγκαταλείποντας το «γιακωβινικό όραμα» κι ενδυναμώνοντας το τοπικό στοιχείο, με τρόπο που να το απελευθερώνει από την εμπορευματοποίηση της ζωής.

Η μάχη δεν είναι πώς θα σωθούν οι τράπεζες, ούτε πώς θα παρατείνουμε τη ζωή ενός ετοιμοθάνατου συστήματος βάζοντάς το σε τεχνητή αναπνοή. Η πραγματική μάχη γίνεται για το ποιο νέο ιστορικό παγκόσμιο σύστημα θ’ αντικαταστήσει την παγκόσμια καπιταλιστική κοσμοοικονομία. Έχουμε δυο αντίπαλα στρατόπεδα που οραματίζονται διαφορετικούς κόσμους – το ένα ζητά να αναπαράγει τη σημερινή άνιση κατανομή της εξουσίας και της παραγωγής, το άλλο οραματίζεται έναν κόσμο διαφορετικό, πιο δημοκρατικό και πιο εξισωτικό.

Δε συνηθίζω ν’ αναφέρομαι στο χώρο αυτό, στο anagnosi, σε βιβλία «θεωρητικού χαρακτήρα», περιορίζομαι κατά κανόνα στα λογοτεχνικά. Ένιωσα όμως την ανάγκη, καθώς διάβαζα το βιβλίο αυτό στους «χαλεπούς» καιρούς που διανύουμε, να κρατήσω σημειώσεις και να ανατρέχω ξανά και ξανά σ’ αυτές, γυρεύοντας απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει η επικαιρότητα.
Κι ένιωσα την ανάγκη να μοιραστώ αυτές τις απαντήσεις.

Χριστίνα Παπαγγελή



[1] Κύκλοι Κοντράφτιεφ: πρόκειται για τους βασικούς κύκλους της καπιταλιστικής κοσμοοικονομίας, στους οποίους εναλλάσσονται επέκταση και στασιμότητα. Κάθε τέτοιος κύκλος περιλαμβάνει δυο φάσεις, φάση Α και φάση Β, και διαρκεί περίπου 50 με 60 χρόνια.

Τετάρτη, Απριλίου 28, 2010

Το ανθρώπινο στίγμα, Φίλιπ Ροθ

Μπαίνουμε κατευθείαν στο κλίμα που χαρακτηρίζει το Φίλιπ Ροθ: Πανεπιστήμιο, καθηγητής -"ισχυρή" προσωπικότητα, παράδοξος έρωτας με κάποια πολύ νεότερη. Ο Κόλμαν είναι μια δυναμική παρουσία που εκσυγχρονίζει και βελτιώνει ριζοσπαστικά την ποιότητα σπουδών στο συγκεκριμένο Πανεπιστήμιο, αλλά, παρόλ’ αυτά, κατηγορείται τελείως παράλογα και άδικα για ρατσισμό, επειδή χρησιμοποίησε μια διφορούμενη λέξη αναφερόμενος σε δυο μαύρους απόντες μαθητές (που δεν είχε δει ποτέ του και δεν ήξερε καν ότι είναι μαύροι! Από κει και πέρα παίρνει την κάτω βόλτα, κι όταν πεθαίνει η γυναίκα του στιγματίζεται οριστικά εφόσον συνάπτει ερωτική σχέση με μια καθαρίστρια του Παν/μίου, χαμηλού μορφωτικού και διανοητικού επιπέδου.
Ο αφηγητής είναι ο γνωστός από το «Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή» Νέιθαν, συγγραφέας, που παρακολουθεί με συμ-πάθεια τον Κόλμαν και προσπαθεί να κατανοήσει την προσωπικότητά του, αλλά και το μυστήριο του θανάτου του (αυτοκινητιστικό δυστύχημα).
Ο σχεδόν παραιτημένος (από τη ζωή και τον έρωτα) λοιπόν Νέιθαν, παρακολουθεί την «ερωτική φρενίτιδα» του Κόλμαν και προσπαθεί να ερμηνεύσει την ανάγκη ενός εβδομηντάχρονου να παραδοθεί στο σεξ (έστω και με βιάγκρα):
Ήταν πολυάσχολος, και η φύση, το κτήνος που υπήρχε μέσα του ήταν κλεισμένο σ’ ένα κουτί. Και το κουτί άνοιξε. Ο κοσμήτορας, ο πατέρας, ο σύζυγος, ο Παν/κός (…). Τέρμα όλ’ αυτά. Φυσικά, στα εβδομήντα σου δεν είσαι πια το ζωηρό κτήνος που ήσουνα στα 26, αλλά τα απομεινάρια του κτήνους, τα απομεινάρια της φύσης – τώρα έρχεται σε επαφή με τα απομεινάρια. Και είναι ευτυχισμένος με αυτό, είναι ευτυχισμένος που έρχεται σε επαφή με τα απομεινάρια. Είναι κάτι παραπάνω από ευτυχισμένος, ριγεί από συγκίνηση. Κι έχει δεθεί μαζί της (…). Δεν είναι η οικογένεια, δεν είναι το χρήμα, δεν είναι η κοινή φιλοσοφία, δεν είναι το καθήκον. Όχι, αυτό που τον δένει μαζί της είναι το ρίγος της συγκίνησης. Αύριο μπορεί να πάθει καρκίνο και να πάει. Αλλά σήμερα ζει αυτό το ρίγος.
Η «υπερβατική τόλμη» του Κόλμαν εισβάλλει στην ήρεμη, εσωτερική ζωή που είχε επιβάλει στον εαυτό του ο Νέιθαν και τον ανατρέπει:
Γιατί, λοιπόν, αφού μετέτρεψα την εμπειρία της απόλυτης απομόνωσης σε πλούσια, ολοκληρωμένη μοναχική ζωή- γιατί, έτσι εντελώς απροειδοποίητα, να αισθάνομαι μόνος; Τι είναι αυτό που μου λείπει; Ό, τι χάθηκε, χάθηκε. Αδύνατον ν’ απαλύνεις τη σκληρή πραγματικότητα, να πάρεις πίσω αυτά από τα οποία παραιτήθηκες. Τι ακριβώς είναι αυτό που μου λείπει; Απλούστατα, αυτό που έμαθα ν’ αποστρέφομαι. Αυτά που τους γύρισα την πλάτη. Η ζωή. Η εμπλοκή στη ζωή.
Ο Νέιθαν, ύστερα από το θάνατο του Κόλμαν (που προαναγγέλλεται από την αρχή του βιβλίου), ανασκευάζει το παρελθόν και τις σχέσεις και του κεντρικού ήρωα αλλά και της Φιόνα. Μ’ έκπληξη διαπιστώνει ότι ο Κόλμαν δεν είναι Εβραίος αλλά… μαύρος με ανοιχτόχρωμο δέρμα· μια σειρά συμπτώσεων τον σπρώχνουν να το αποκρύψει ώστε να εξελιχθεί η καριέρα του, απαρνιέται διαδοχικά οικογένεια, μάνα, καταγωγή κλπ. ρισκάρει να γεννήσει παιδιά μαύρης φυλής, το αποκρύπτει ακόμα κι από τη γυναίκα του, παρόλο που εκείνη είναι «ανοιχτό μυαλό» (η ανεκτικότητα απέναντι στο ανορθόδοξο δεν της έλειπε καθόλου της Άιρις· ανορθόδοξο γι’ αυτήν ήταν ό, τι συμμορφωνόταν περισσότερο με τα κριτήρια της νομιμότητας). Η ειρωνεία είναι ότι προς το τέρμα της ζωής του τον κατηγορούν για… ρατσιστή!
Ο Νείθαν ανατέμνει όλες τις σχέσεις του Κόλμαν (με τη μάνα του, τη γυναίκα του, τα παιδιά του- τέσσερα τον αριθμό-, τη Φιόνα. Όλες αυτές οι σχέσεις έχουν ειδικό ενδιαφέρον, αλλά το απόσταγμα του βιβλίου νομίζω βρίσκεται στις σελίδες 420-421:
Ναι, τα είχε καταφέρει για μεγάλο διάστημα, ώσπου να γεννηθούν όλα του τα παιδιά λευκά – όχι όμως ως το τέλος. Αιφνιδιάστηκε από κάτι εντελώς διαφορετικό και ανεξέλεγκτο. Ο άνθρωπος που αποφασίζει να σφυρηλατήσει ένα διαφορετικό ιστορικό πεπρωμένο, που ξεκινάει να ξεκλειδώσει την αμπάρα της ιστορίας και τα καταφέρνει, καταφέρνει να αλλάξει το πεπρωμένο του μόνο και μόνο για να παγιδευτεί από την ιστορία που δεν είχε λογαριάσει: την ιστορία που δεν είναι ακόμα ιστορία, την ιστορία που γράφεται κάθε λεπτό που περνάει, την ιστορία που εξελίσσεται όσο γράφω, που προκύπτει λεπτό με λεπτό και που το μέλλον θα την κατανοήσει καλύτερα από μας. το «εμείς» που είναι αναπόδραστο: η παρούσα στιγμή, η κοινή μοίρα, η διάθεση της στιγμής, το πνεύμα της χώρας σου, ο ασφυκτικός κλοιός της ιστορίας που είναι η εποχή σου. Αιφνιδιάστηκε από τον τρομερά πρόσκαιρο χαρακτήρα των πάντων.
Έτσι, ενώ ο Κόλμαν προσπάθησε να διαφύγει από την «στιγματισμένη» νέγρικη κοινωνία και απαρνήθηκε την ίδια του την καταγωγή, αποβλήθηκε 40 χρόνια αργότερα από μια κοινωνία που υπερασπιζόταν τα ίδια του τα δικαιώματα κι έτρεφε αντιρατσιστικό μίσος.
Κι όλα αυτά είναι γραμμένα στο γνώριμο, συναρπαστικό, υπερ- αναλυτικό κι ενδεχομένως λίγο φλύαρο ύφος του Φίλιπ Ροθ.
Χριστίνα Παπαγγελή

Σάββατο, Απριλίου 17, 2010

Συνομιλίες με τον καθηγητή Υ, Σελίν (Λουί Φερντινάντ Νετούς)

Η αίσθηση που δημιουργεί το αριστουργηματικό βιβλίο που έγραψε το 1932 ο Σελίν «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας», είναι τόσο συγκλονιστική, που έρχεται να προσβάλει την κοινή λογική το γεγονός ότι ο ίδιος άνθρωπος έγραψε λίγα χρόνια αργότερα τους γεμάτους οργή αντισημιτικούς λιβέλλους και υπερασπίστηκε με πάθος το ναζισμό. Οι «Συνομιλίες με τον καθηγητή Υ» είναι ένα βιβλίο/απάντηση που δημοσιεύει μετά την καταδίκη του, την εξορία, την ταπείνωσή του και την απομόνωσή του εξαιτίας των εξωφρενικών του πεποιθήσεων. Οι πρώτες προσπάθειές του να επανέλθει στο λογοτεχνικό προσκήνιο έχουν στεφθεί από αποτυχία, μέχρι που το 1955 ο εκδότης Γκαστόν Γκαλλιμάρ, πιστεύοντας πάντα στην ιδιοφυΐα του, θεωρεί ότι έφτασε η κατάλληλη στιγμή να βγει από την αφάνεια. Έτσι τον «προκαλεί»να ξαναγράψει, κι ο Σελίν απαντά σ’ αυτή την πρόκληση μ’ βιβλίο διαφορετικό· δεν είναι μυθιστόρημα αλλά μια υποθετική συνέντευξη (Πωλάν, αν ιντερβιουαριζόμασταν;) από τον ίδιο του τον εαυτό στον υποθετικό «καθηγητή Υ».
Πρόκειται για μια επινόηση ώστε να ξεδιπλώσει ο συγγραφέας, με το φορτισμένο του, παιχνιδιάρικο, οργισμένο, συναισθηματικό, πληθωρικό ύφος –εδώ στην πιο ακραία μορφή- κάποιες σκέψεις για το σύγχρονο, «αγοραίο» πνεύμα. Πίσω από έναν πομπώδη σαρκασμό που φτάνει βέβαια και στον αυτοσαρκασμό (είναι μαικήνας, δε λέω ο Γκαστόν… είναι όμως κι έμπορας ο Γκαστόν… δεν ήθελα να τον κακοκαρδίσω… βάλθηκα να μου ψάχνω, στο τάκα τάκα, δίχως λεπτού χάσιμο, κάποιες δεξιότητες για να «παίξω το παιχνίδι»!... κατάλαβα illico presto, ένα το κρατούμενο! πρώτα απ’ όλα! ότι «παίζω το παιχνίδι σημαίνει να βγεις στο ράδιο.., κατεπειγόντως!... να πας να ψελλίσεις! δε βαριέσαι! ό, τι να’ ναι!...), σχολιάζει αρχικά όλο το σύστημα έκδοσης βιβλίων, και καταθέτει έμμεσα τη δική του στάση.
Αυτό που καταθέτει, πάνω απ’ όλα, όπως επισημαίνει κι η εμπνευσμένη μεταφράστρια Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, είναι ότι το πολύ μικρό πράγμα που προσέθεσε στη συγγραφή (όχι, κύριε! δε στέλνω μηνύματα στον κόσμο! Δε μεθάω με λέξεις… δε στοχάζομαι για τον πλανήτη!) , είναι η «συγκίνηση του γραπτού λόγου» η ασθμαίνουσα συγκίνηση , «μπόλιασε το γραπτό με την «προφορική συγκίνηση» (είναι μια κούραση που δεν τη βάζει ο νους το «συγκινησιακό μυθιστόρημα»… η συγκίνηση συλλαμβάνεται και μεταγράφεται μόνο δια μέσου του προφορικού λόγου! Της ανάμνησης του προφορικού λόγου!»).
Και παρακάτω, σελ. 79:
Εγώ είμαι άλλο!.. εγώ είμαι πολύ πιο ωμός!...εγώ παγιδεύω όλη τη συγκίνηση!... όλη τη συγκίνηση στην επιφάνεια! Μονομιάς!... αποφασίζω!...την παραχώνω στο μετρό!... στο μετρό μου!...
Με μια σαρκαστική υπεροψία που παρωδεί, και παρουσιάζει από τη μια τον καθηγητή Υ σα μια καρικατούρα, από την άλλη τον εαυτό του επηρμένο σε βαθμό γκροτέσκο, κάνει αναφορές στους σύγχρονούς του –εμπορικούς- λογοτέχνες, χαρακτηρίζοντάς τους «κάργα κιτς» (είστε τόσο στόκος , καθηγητά Υ, που πρέπει όλα να σας τα εξηγούνε!... θα σας τα κάνω λιανά! ακούστε καλά αυτό που σας ανακοινώνω: οι σημερινοί συγγραφείς δεν ξέρουν ακόμη ότι υπάρχει ο κινηματογράφος! … κι ότι ο κινηματογράφος έχει κάνει τον τρόπο τους να γράφουν γελοίο και άχρηστο.. βαρύγδουπο και μάταιο!... (…) ο κινηματογράφος παραμένει όλος ψεύτικος, μηχανικός, παντελώς ψυχρός… το μόνο που διαθέτει είναι ψεύτικη συγκίνηση! Δεν πιάνει τα συγκινησιακά κύματα,,, είναι συγκινησιακά ανάπηρος…)
Σελ. 99:
Λάβατε γνώσιν: δεν αφήνω τίποτα στον κινηματογράφο! του σάρωσα τα εφέ του!... όλη την αρχοντογυφτομελούρα του!... όλη την ευαισθητοδηθενιά του!... όλα τα εφέ του!... διυλισμένα, αποκαθαρμένα όλ’ αυτά! καταμεσίς στα νεύρα του μαγικού συρμού μου! τα παράχωσα όλα το μετρό μου με «τραβέρσες τρεις τελείες» τα παίρνει όλα μαζί του!...
Και παρακάτω (σελ. 62):
- Σας διευκρινίζω… αν είστε καλλιτέχνης του σαλονιού, για σαλόνια, για μαικήνες, για τοπικές οργανώσεις, για πρεσβείες, για σινεμά, πώς εμφανίζεστε; … με βελάδα, μωρέ!... Μ’ ωραία στολή!… είναι δεδομένο! Στιλ κιτς!... έτσι πρέπει! … μα να είστε κλασαρισμένος! Λυρικός;… γεννημένος λυρικός;… πραγματικά λυρικός!... τότε, δε γίνεται!... δεν υπάρχουν πια κουστούμια ου να ταιριάζουν στη φύση σας!... θα πρέπει να εισβάλετε, να παρουσιαστείτε με νεύρα γδαρμένα! … με τα νεύρα σας γδαρμένα!... τα δικά σας!... όχι τα νεύρα αλλουνού!... α, όχι! Τα καταδικά σας! Περισσότερο κι από γυμνά! …Γδαρμένα!...
Το ύφος προσωπικά μού θύμισε το Γιάννη Σκαρίμπα από τις «Τρεις άδειες καρέκλες», αίσθηση που την έκανε πιο έντονη ο τρόπος της αποχώρησης του συγγραφέα από τη συνέντευξη (προς το τέλος του βιβλίου: τους αφήνω να μπουρδουκλώνονται…το σκάω!... η αμαξόπορτα… ο δρόμος… χοπ! Παραπατάω λιγάκι…) Το ύφος της προφορικότητας, της πληθωρικότητας και της συγκινησιακής έντασης επιτείνεται από τις «τρεις τελείες», σε τέτοιο βαθμό που κουράζει-γίνεται μανιέρα. Ασφαλώς είναι συνειδητή επιλογή και αυτοσαρκάζεται γι’ άλλη μια φορά:
-Ωραία!... Οι τρεις τελείες! Κι αν δε με κατακρίνανε για δαύτες! Κι αν δε μου τα πρήξανε για τις «τρεις τελείες» μου!
-Στη θέση των τριών τελειών, θα μπορούσατε, όσο να’ ναι, να βάλετε λέξεις, ιδού η γνώμη μου!
- Παπαρόφουσκα, συνταγματάρχα! Άλλη μια παπαρόφουσκα! … όχι σε συγκινησιακό αφήγημα! Κατακρίνετε μήπως τον Βαν Γκογκ για τις αλλόκοτες εκκλησιές του; Τον Βλαμένκ για τα ξεχάρβαλα αχεροκάλυβά του; Τον Μπος για τα ανασούμπαλα όντα του; Τον Ντεμπυσύ που’ χει χεσμένα τα μέτρα; Εγώ δεν έχω τα ίδια δικαιώματα;

Χριστίνα Παπαγγελή