Σάββατο, Ιανουαρίου 24, 2009

Ενοχές δίχως τύψεις (Travels in the scriptorium), Πολ Όστερ

- Πρέπει να με βγάλεις από εδώ μέσα. Δε νομίζω ότι μπορώ ν’ αντέξω άλλο.
- Αυτό δε θα είναι εύκολο. Έχουν απαγγελθεί τόσες κατηγορίες εναντίον σας.(…)
- Κατηγορίες; Τι είδους κατηγορίες;
- Όλο το φάσμα, φοβάμαι. Από εγκληματική αδιαφορία μέχρι σεξουαλική κακοποίηση. Από συνωμοσία σε από τη μέχρι φόνο εξ αμελείας. Από συκοφαντική δυσφήμιση μέχρι ανθρωποκτονία εκ προμελέτης. Να συνεχίσω;
- Μα είμαι αθώος. Δεν έκανα τίποτα απ’ όλ’ αυτά.
- Αυτό είναι ένα σημείο που επιδέχεται συζήτηση.
Όλα εξαρτώνται από την οπτική γωνία του καθενός.

Ο κεντρικός ήρωας, με το χαρακτηριστικό όνομα «Blank» (=λευκό, κενό), είναι ένας γέρος ξεμωραμένος που σε πρώτο πλάνο πάσχει από αμνησία και βρίσκεται απομονωμένος σ’ ένα χώρο (δωμάτιο νοσοκομείου, κελλί;) όπου υποβάλλεται σε θεραπεία. Η υποψία ότι δεν πρόκειται για έναν κοινό ασθενή μπαίνει στον αναγνώστη από την τρίτη σειρά του κειμένου (δεν είχε ιδέα ότι μια φωτογραφική μηχανή βρίσκεται κρυμμένη στην οροφή ακριβώς από πάνω του). Κάποιος λοιπόν, ή κάποιοι, τον παρακολουθούν, φωτογραφίζοντας κάθε δευτερόλεπτο τον ήρωά μας στην προσπάθειά του να αναδυθεί από τη λήθη των γηρατειών στην ανάμνηση ενός «καυτού παρελθόντος». Τον παρακολουθούμε κι εμείς, χωρίς να γνωρίζουμε τίποτα γι’ αυτόν, καθώς ο συγγραφέας περιγράφει με ιδιαίτερη εμμονή τις σισύφειες προσπάθειες ενός ανήμπορου γέρου να εξυπηρετήσει τις βιολογικές του ανάγκες και ν’ αντιμετωπίσει τη μοναξιά. Τη μοναξιά της λήθης και του γήρατος, τη μοναξιά της απώλειας μνήμης. Μια οπτική που κάνει τον αναγνώστη να συμ-παθεί τον ήρωα ή έστω, να τον λυπάται.
Ο τόπος είναι απροσδιόριστος, μέχρι να πληροφορηθούμε έμμεσα (μέσα από ένα χειρόγραφο που αναγκάζεται -τρόπον τινα- να διαβάσει) ότι βρισκόμαστε στη «Συμπολιτεία», όρος που παραπέμπει στις ΗΠΑ.
Κι εδώ, όπως σε όλα σχεδόν τα βιβλία του Πολ Όστερ, η δομή είναι ευρηματική. Όλο το βιβλίο αφορά μια μέρα του έγκλειστου κ. Μπλανκ, από το πρωί μέχρι το βράδυ. Στη διάρκεια αυτής της μέρας τον επισκέπτονται διάφορα άτομα με διαφορετικό ρόλο το καθένα και κατά τη διάρκεια αυτής της μέρας ξεθολώνει κάπως το τοπίο της λήθης, αρχίζει αμυδρά και θυμάται. Αποφασιστικό μέρος της θεραπείας αποτελεί και η ανάγνωση του μυστηριώδους χειρόγραφου, που βρίσκεται στο δωμάτιο του κ Μπλανκ και όπου περιγράφεται η ιστορία ενός άλλου κρατούμενου, του Σίγμουντ Γκραφ. Υπάρχει δηλαδή αφήγηση μέσα την αφήγηση (κάτι στο οποίο ο Όστερ είναι τεχνίτης), όπου μαθαίνουμε έμμεσα πολλές πληροφορίες για τη χώρα (π.χ. ότι το δυτικότερο άκρο της Συμπολιτείας ονομάζεται Ούλτιμα και φρουρείται, γιατί είναι το «μέρος που βρίσκεται στην άκρη του γνωστού κόσμου. Εδώ είμαστε πάνω από χίλια διακόσια χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσα, έχοντας μπροστά μα τις αχαρτογράφητες εκτάσεις των Αλλοδαπών Εδαφών»). Κυρίως όμως, μαθαίνουμε για την ανελευθερία που επικρατεί σ’ αυτή τη χώρα, εφόσον ο Γκραφ είναι πολιτικός κρατούμενος. Η υποψία ότι ο ανήμπορος και συμπαθής ως εκ τούτου Μπλανκ ήταν εμπλεγμένος αλλά και ταγμένος με τους «θύτες» αυτής της υπόθεσης μπαίνει αργά και βασανιστικά στην υποψία του αναγνώστη, είναι βέβαιο όμως ότι δεν μπορεί κανείς να του προσάψει πια ευθύνες… δε θυμάται πια, έχει το ακαταλόγιστο… κι αυτή η αντίφαση αποτελεί και το κεντρικό θέμα του βιβλίου: Ο χρόνος και τα γηρατειά γλύφουν την πραγματικότητα, κι είναι άτοπο να ψάχνει κανείς την απόδοση ευθυνών, όπως και να διαπιστώσει το «τι έγινε στ’ αλήθεια». Κι εδώ έγκειται η τραγικότητα: όλα εντέλει διαδραματίζονται κατά τραγικό τρόπο μέσα στη συνείδησή μας.
Το εύρημα του εγκιβωτισμού, όμως, δεν εξαντλείται εδώ: ο Μπλανκ είναι υποχρεωμένος να διαβάσει το χειρόγραφο (μαζί το διαβάζουμε κι εμείς), αλλά στο πιο αγωνιώδες σημείο το χειρόγραφο διακόπτεται. Εκνευρισμένος το πετάει, αλλά τότε τον επισκέπτεται ο γιατρός Σάμιουελ Φαρ που επεμβαίνει και τον αναγκάζει να συνεχίσει την ιστορία όπως νομίζει ο ίδιος.
-Ξεκινώντας από το σημείο στο οποίο σταματήσατε να διαβάζετε, πείτε μου τι νομίζετε ότι θα έπρεπε να συμβεί τώρα, μέχρι και την τελευταία παράγραφο, μέχρι και την τελευταία λέξη. Έχετε την αρχή. Τώρα θέλω να μου δώσετε τη μέση και το τέλος.
- Τι είναι αυτό, κανένα παιχνίδι συναναστροφής;
- Αν θέλετε. Προτιμώ να το βλέπω ως μια άσκηση δημιουργικής λογικής.

Η αφήγηση του Μπλανκ είναι τόσο πειστική που αναρωτιέσαι αν απλώς «διαβάζει» τις θολές του αναμνήσεις. Όπως λέει κι ο ίδιος σε μια στιγμή διαύγειας, τον κυνηγούν τα «καταραμένα φαντάσματά μου, τα θύματά μου- όλοι εκείνοι που εγώ τους έκανα να υποφέρουν όλα αυτά τα χρόνια». Ως γνήσιος αφηγητής όμως, επεμβαίνει, λογοκρίνει, φωτίζει την ιστορία ή παρουσιάζει διαφορετικές παραλλαγές. Έτσι γίνεται δημιουργός, κατασκευαστής της ιστορίας, επικυρώνοντας την αλήθεια ότι δεν υπάρχει –ή τουλάχιστον δε μπορεί να πιστοποιηθεί- μία και αντικειμενική αλήθεια.
Έχει ιδιαίτερη σημασία η εγκιβωτισμένη ιστορία, η προσωπική μαρτυρία του Γκραφ, ο οποίος εξαπατήθηκε διπλά, εστάλη στην απαγορευμένη χώρα, στα ίχνη ενός διπλού πράκτορα και παλιού φίλου του για ν’ ανακαλύψει μετά από πολλές περιπέτειες ότι τον χρησιμοποίησαν: με το να τον βάλουν να γράψει την ιστορία του, ή μάλλον την ερμηνεία που ο ίδιος έδωσε σε μια φρικιαστική σφαγή, πυροδοτεί άθελά του έναν πόλεμο προς τη Συμπολιτεία. Δεν έχουν βέβαια σημασία οι λεπτομέρειες, αλλά και η παράλληλη αυτή ιστορία δείχνει την αλλοτριωτική (ή δημιουργική;) δύναμη των λέξεων
Γιατί, όπως γράφεο ο Όστερ στο βιβλίο «Η επινόηση της μοναξιάς»:

Η γλώσσα δεν είναι αλήθεια.
Είναι ο τρόπος που υπάρχουμε στον κόσμο.
Το παιχνίδι με τις λέξεις γίνεται απλώς
για να εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το μυαλό,
να αντικατοπτρίσουμε ένα μέρος του κόσμου
όπως τον προσλαμβάνει το μυαλό
.

Αυτή η βασική ιδέα φαίνεται να διαποτίζει συνολικά όλο το έργο του, όπου κυριαρχεί ένας ιδιόμορφος ρεαλισμός – θα τον ονόμαζα «ονειρικό». Όπως γράφει η Μαρία Ξυλούρη[1], «ο Auster έχει έναν ιδιότυπο ρεαλισμό στον οποίο θα πρέπει να αποδεχτείς ότι όλα μπορεί να συμβούν, και θα συμβούν». To τυχαίο παίζει καθοριστικό ρόλο, σε βαθμό ώστε να μένουν ιστορίες ατελείωτες, και η ατελής πρόσληψή τους καταδεικνύει τον παραλογισμό με τον οποίο κατανοούμε την πραγματικότητα. Άλλωστε, αυτή την άποψη ενισχύει - νομίζω- και ο πρωτότυπος τίτλος «Travels in the scriptorium», δηλαδή «Ταξίδια στη γραμματεία».

[1] Περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ, Σεπτέμβρης 2008, αφιέρωμα στον Πολ Όστερ
Χριστίνα Παπαγγελή

Τρίτη, Ιανουαρίου 20, 2009

η Χρυσώ, Ρίτα Μπούμη-Παπά

η Χρυσώ ήταν πλάσμα του Αιγαίου
που μύριζε ευσέβεια, αρμύρα και θυμάρι
- άγριο θαλασσοπερίστερο

Μυθιστορηματική βιογραφική εξομολόγηση είναι ο υπότιτλος του βιβλίου, μιας και η ερμουπολίτισσα συγγραφέας καταγράφει την ιστορία της μητέρας της, ενός ορφανού κοριτσιού από την Πάτμο που προξενεύτηκε στα 14 της χρόνια (αφήνοντας πίσω 4 μικρότερα αδέρφια) με τον Υδραίο ναυπηγό ιστιοφόρων στον ονομαστό ταρσανά της Σύρας Νικόλαο Μπούμη. Αυτά, εν έτει 1880. Το μυθιστόρημα ξεκινά με την άφιξη του μαστρο- Νικολή (με το σημαιοστόλιστο τρικάταρτο σκαρί του, την «Αργώ») στο νησί της Πάτμου, προκειμένου να παντρεφτεί και να φέρει ως νύφη τη Χρυσώ στην πρωτεύουσα των Κυκλάδων.
Το θέμα με προσείλκυσε λόγω καταγωγής, αλλά δεν είχα μεγάλες προσδοκίες· παρόλ’ αυτά το μυθιστόρημα μ’ αιφνιδίασε ευχάριστα: είναι μια πολύ καλογραμμένη βιογραφία, ίσως λίγο ωραιοποιημένη, που δίνει ταυτόχρονα πάρα πολλά στοιχεία από την ιστορία του νησιού σε μια εποχή μεγάλης ακμής. Κάποιες σύντομες «παρεκβάσεις» δίνουν πολλές πληροφορίες, που είναι εν πολλοίς άγνωστες και πολύ εντυπωσιακές, μεταφέροντας το μέγεθος μιας πρωτόφαντης τοπικής ανάπτυξης, αλλά και τα ιστορικά της αίτια[1]. .
Έτσι, ο υποψήφιος γαμπρός Νικολής, εντυπωσιάζοντας τους φτωχούς και θεοσεβούμενους Πατινιούς μιλά με περίσσια έπαρση και αλαζονεία για το πνεύμα ελευθερίας που διέπει το νησί «του» (δεν είναι ακριβώς το νησί του, μιας και κατάγεται από την Ύδρα): «στη Σύρα έχουμε μουσικές μπάντες, λέσχες ιδρύματα, εργοστάσια, αμάξια με αράπικα άλογα, παλάτια. (..) Οι Συριανοί γλεντούν, χορεύουν, τραγουδούν, ξενυχτάνε στις μπυραρίες, στα καφέ σαντάν… (…) Εμείς οι Ερμουπολίτες τι δουλειά έχουμε με τα χωράφια; Ζούμε στην πόλη. Στην πόλη εργαζόμαστε. Στα εργοστάσια, στα ναυπηγεία, στα καράβια, στο εμπόριο. Υπάρχουνε δουλειές για όλους. Και το σπουδαιότερο: η Σύρα είναι ένα νησί ελεύθερο. Ελληνικό (!). Σεις, έχετε ακόμα εδώ τον Τούρκο… Σε μας δεν πάτησε ποδάρι τούρκικο.
- Πώς να πατήσει; Είπε ο πρώτος ρασοφόρος με βαθιά φωνή. Η Σύρα ήταν πάντα κάτω από προστασία γαλλική, κι οι κάτοικοί της, καθολικοί το θρήσκευμα, έμειναν αδιάφοροι σαν ξένοι σε όλη τη διάρκεια του αγώνα του Εικοσιένα. Απ’ τον αγώνα αυτό απουσιάζει το όνομά της. Αντίθετα, εμείς εδώ, διατηρώντας επί ολόκληρους αιώνες ελληνική συνείδηση, αναδείξαμε τρεις φιλικούς απ’ τους επιφανέστερους: τον Πατριάρχη Αλεξάνδρειας Θεόφιλο, τον Εμμανουήλ Ξάνθο και τον Δ. Θέμελη.
Αυτή η σύγκρουση/συνύπαρξη του πληθωρικού/κοσμοπολίτικου/δυτικού πνεύματος (που εκπροσωπεί ο Νικολής) με το άκρως ασκητικό/θρησκευτικό/ ανατολίτικο πνεύμα της Πάτμου (που εκπροσωπεί αντίστοιχα η θεοσεβούμενη Χρυσώ) αποτελεί και το πνεύμα της οικογένειας όπου μεγάλωσε η Ρίτα, η συγγραφέας. Βέβαια, η ακμή που ακολούθησε στο νησί από το 1825 και μετά, οφείλεται εν πολλοίς στο προσφυγικό στοιχείο των κατοίκων του Αϊβαλιού, των Ψαρών, της Χίου, της Σμύρνης οι οποίοι μετά από εμπρησμούς, σφαγές κι εξανδραποδισμούς κατέφυγαν στη δίχως Τούρκους Σύρα. Τέτοιος πρόσφυγας ήταν και ο Υδραίος προπάππος της Αλεξανδρής Π. Μπούμης, που διακρίθηκε ως πυρπολητής στον αγώνα του 21. Η τονωτική αυτή ένεση με τα πιο δυναμικά στοιχεία των ήδη δυναμικών περιοχών, σε μια ασφαλή περιοχή με καίρια γεωγραφική θέση (παρόλη τη μικρή της έκταση) ήταν και η βαθύτερη αιτία της πρωτοφανούς ανάπτυξης της Σύρας.
[Παραθέτω ως παρένθεση κι εγώ συνοπτικά, κάποια στοιχεία λίγο- πολύ γνωστά αλλά εντυπωσιακά από άποψη ποσότητας: με την εγκατάσταση των προσφύγων χτίστηκαν αμέσως τελωνεία, αποθήκες, πολυώροφα κτήρια, ξενοδοχεία, ταρσανάδες, πάμπολλα εργοστάσια (βυρσοδεψίας, αλευροβιομηχανίας, κλωστοϋφαντουργίας, φάμπρικες για τρόφιμα κ.α.). Το 1824 απέκτησε η πρωτεύουσα το όνομα «Ερμούπολη», λόγω της ανάπτυξης του εμπορίου. Το 1861 ιδρύθηκε το Νεώριο εκτοπίζοντας τον ταρσανά (ξυλοναυπηγείο). Στο πρώτο Εργατικό Κέντρο της χώρας υπήρχαν χιλιάδες εργάτες κι εργάτριες, ενώ είναι γνωστό ότι οι πρώτες απεργίες (1874,1879) έλαβαν χώρα στη Σύρα, καθώς και ότι ιδρύθηκε και «αυτοασφαλιστικό ταμείο», που βοηθούσε τους εργάτες στις μεγάλες ανάγκες. Στο διάστημα αυτό πανέμορφα νεοκλασικά κτήρια χτίζονται με αποκορύφωμα το κτήριο που στεγάζει ακόμα το Δημαρχείο, του περίφημου αρχιτέκτονα Έρνεστ Τσίλλερ.
Εντυπωσιακή είναι και η ανέγερση κτηρίων κοινής ωφελείας, όπως νοσοκομείου, ορφανοτροφείου, φθισιατρείου, άσυλου έκθετων βρεφών(!), γηροκομείου, ψυχιατρείου, υγειονομείων, λοιμοκαθαρτηρίων, ως και βρεφονηπιακού σταθμού εργαζόμενων στα εργοστάσια μητέρων!! Αλλά και στον τομέα της «κουλτούρας» υπάρχει πρωτοπορία: από το 1826 ήδη ιδρύονται Διδακτικά Σχολεία και το πρώτο Παρθεναγωγείο (διευθύντρια η αδελφή του Θεόφιλου Καΐρη). Το 1828 λειτουργούν στην Ερμούπολη δέκα ελληνικά σχολεία με 813 μαθητές! Το 1833 εγκαινιάζεται το πρώτο ελληνικό γυμνάσιο με γυμνασιάρχη το Νεόφυτο Βάμβα, που το εγκαινίασε ο Αδ. Κοραής και όπου φοίτησε αργότερα και ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Δύο γαλλικά και δυο γαλλικά κολλέγια, τυπογραφεία, σχολή μουσικής. Αργότερα (1862-4), έμβλημα της πολιτιστικής ανάπτυξης της Σύρας, το θέατρο «Απόλλων», σύμφωνα με τα ιταλικά πρότυπα (διαδόθηκε καθ’ υπερβολήν ότι αποτελεί μικρογραφία της «Σκάλας του Μιλάνου»)].

Αυτό είναι, σε αδρές γραμμές το πλαίσιο της κοινωνίας όπου έρχεται κι ενσωματώνεται η ταπεινή μητέρα της Ρίτας, η Χρυσώ, και την οποία περιγράφει, πολύ γλαφυρά η Ρίτα Μπούμη ξεκινώντας από το «Υδραίικο» σπίτι («υδραίικο μα και μιξοευρωπαϊκό»), πίσω από την Κοίμηση. Η αφήγηση θυμίζει ηθογραφία και προσφέρει στον αναγνώστη την ευχαρίστηση να μετέχει στο πνεύμα μιας ιδιαίτερης πατρίδας σε μια ιδιαίτερη εποχή. Κυρίαρχη είναι η εκρηκτική προσωπικότητα του Νικολή, αρχισχεδιαστή στον ταρσανά, με μεγάλη έφεση στα γράμματα, με ευρεία καλλιέργεια. Με μεγάλες αρετές αλλά και αντίστοιχα κουσούρια:
Αντίθετα απ’ τα’ αδέρφια του, που ήταν σεμνά παλικαράκια, σπιτικά που λένε, ο Νικολής ήτανε φαντασμενος όπως δα ήτανε οι περισσότεροι Υδραίοι στην κοινωνία της Σύρας. Πολλά ανέκδοτα κυκλοφορούσαν γι’ αυτό τον υδραίικο εγωισμό, τσουχτεροί χαρακτηρισμοί και ειρωνείες.
Ο πατέρας μου σπαταλούσε πολύ εύκολα, καμιά φορά και ασυλλόγιστα, το χρήμα του πατέρα του. Είχε αποχτήσει τα βίτσια του δυτικού πολιτισμού, που πρωτομπήκε στην Ελλάδα από τη Σύρα. Τον έφερναν από τη θάλασσα οι ξένοι κλπ.κλπ. (..) Του άρεσε πολύ η ζωή, το καλό φαγητό και το περιποιημένο, το μπόλικο κρασί, οι γυναίκες, το θέατρο, η μουσική και ο καλός ύπνος. Ζούσε θαρρείς μόνο για να επιδείχνεται και να εντυπωσιάζει.
Ένας bon viveur λοιπόν, πολύξερος αλλά και άσωτος, μάγκας (15 χρόνων παρά λίγο να σκοτώσει κάποιον παιδεραστή που του επιτέθηκε και πέρασε πολλές βδομάδες στη φυλακή του Τζιβάρα), δημοκράτης, (τάχτηκε με τους εργάτες στις απεργίες του 1874, 1879), βενιζελικός στη συνέχεια, που διάβαζε Ρόκκο Χοϊδά, «Ραμπαγά», θαύμαζε τον Θεόφιλο Καΐρη, και κατηγορούσε τους συντοπίτες του Συριανούς για την καταδίκη του «αιρετικού φιλόσοφου» και την επακόλουθη βαρβαρότητα να ασβεστώσουν το άψυχο κορμί του.
- Μάλιστα. Όταν βρεθεί κανένας θαρραλέος και τα πει, τον ρίχνουνε στις φυλακές ή τον αναγκάζουν ν’ αυτοκτονήσει. Έτσι δεν τέλειωσε ο «Ραμπαγάς»; ¨Ετσι δεν τέλειωσε ο Ρόκκος Χοϊδάς, στη φυλακή;

Η Ρίτα Μπούμη επιμένει, χωρίς να γίνεται κουραστική, ν’ αποδίδει μ’ ένα πνεύμα σοσιαλιστικού ρεαλισμού, την ατμόσφαιρα της εργατικής τάξης (π.χ. καθώς περιγράφει τον ταρσανά, οι εργάτες σχεδόν ξεφωνίζουν απ’ τη χαρά τους!), για να εστιάσει και στα προβλήματα της εργατιάς που οδήγησαν στην κρίση και τις απεργίες.
Δε γίνεται όμως αναφορά μόνο στην «αίγλη» του πολιτισμού στην μικρή αυτή πολιτεία του Αιγαίου, αλλά και στην παθολογία της: τα Λαζαρέτα, περιοχή με τα «τρία μεγάλα κτήρια που σου προκαλούσαν τρόμο και πονοψυχιά», το Λοιμοκαθαρτήριο, τις Φυλακές, και το Άσυλο Φρενοβλαβών. Και πιο άμεσα:
Σελ. 124:
Η ιστορία της Σύρας, η φήμη, που από στόμα σε στόμα πέρασε έναν αιώνα κι έφτασε ως τις μέρες μας, μαρτυρούσε πως ο μεγάλος πλούτος που είχε αποκτηθεί από κάμποσες οικογένειες, ήταν καρπός ενός εμπορίου ανεξέλεγκτου που διεξαγόταν σε βάρος του δημοσίου. Ολόκληρα φορτία μεταφέρονταν λαθραία μπροστά στ’ αρχοντικά πλεούμενα κοντραμπατζίδικα λογής λογής.
Σελ.127:
Ξιπασμός ασυγκράτητος, νεοπλουτικός και κραυγαλέος κυριαρχούσε σ’ αυτή ιδίως την τάξη των μεγαλέμπορων, τραπεζομεσιτών και κείνων που πλουτίζανε ραγδαία με τις δουλειές της θάλασσα, τους ναύλους, τις αγοραπωλησίες σκαριών.

Πέρα’ απ’ αυτό το γενικότερο πνεύμα (που ομολογώ με τράβηξε ιδιαίτερα για προσωπικούς λόγους), ξετυλίγεται η ιστορία της οικογένειας με τα πάθη, τις συγκρούσεις αλλά και τις τραγωδίες της. Αρχικά παρακολουθούμε την οικογένεια όπου εντάσσεται η Χρυσώ ως νύφη, και στη συνέχεια τη νέα της οικογένεια (έχασα το λογαριασμό με τα παιδιά που γέννησε εκ των οποίων η Ρίτα ήταν το έβδομο ενώ πέθαναν, όπως υπολογίζω, άλλα τόσα). Δεν επιμένει από ένα σημείο και μετά στις οδυνηρές λεπτομέρειες, κόβοντας λίγο απότομα την εξιστόρηση. Είναι πάντως εμφανής στο τέλος ο κοινωνικός και οικονομικός ξεπεσμός της οικογένειας, (μετά την οριστική αντικατάσταση του ταρσανά από την «καταραμένη λαμαρίνα» του Νεώριου). Αλλά κι ο καλοζωιστής πατέρας , μετά τα 40 του ξεπέφτει, αφήνοντας όλες τις πρωτοβουλίες σστη δόλια Χρυσώ, που αναγκάζεται να πουλήσει σπάνια πατινιά (από την Πάτμο) χρυσαφικά για να τα βγάλει πέρα με αξιοπρέπεια. Το βιβλίο τελειώνει με σύντομη αναφορά στον Πετρόγιαννο, το στερνοπαίδι (δυο παιδιά ήδη με το όνομα Πέτρος είχαν πεθάνει):
Κι έγινε αληθινός Πετρόγιαννος στο δυναμικό πέρασμα από τη ζωή, που την είδε σαν νόημα και ιδέα υψηλή.

[1] Το 1207, η Σύρα πέφτει στα χέρια των Φράγκων (εξάρτημα του Δουκάτου της Νάξου) και διανύει μια περίοδο αναγέννησης (σημειωτέον ότι η Πάνω Σύρα, η οποία σώζεται έκτοτε- δηλαδή το 1300- άθικτη, αριθμούσε τότε 5 χιλιάδες κατοίκους). Ακολούθησε περίοδος θρησκευτικού προσηλυτισμού που δίχασε το νησί στους Φραγκοσυριανούς και τους ορθόδοξους. Όταν παραχωρήθηκε η Σύρα ως τιμάριο στην ανιψιά του σουλτάνου Σαχ (1779- 1803), άρχισε ν’ αναπτύσσεται πάρα πολύ. Η σουλτάνα παραχωρεί μεγάλη ελευθερία, απαλλαγή από φόρους, εξασφαλίζει την προστασία της Γαλλίας, ειρήνη και οικονομική άνθιση, εκδιώκει την πειρατεία που τότε ήταν μάστιγα των νησιών. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, αυτές οι εξ-αιρετικές συγκυρίες είναι που οδήγησαν τη Σύρο, μισό αιώνα αργότερα σε μια πρωτάκουστη ακμή.
Χριστίνα Παπαγγελή

Πέμπτη, Ιανουαρίου 15, 2009

Ανάμεσα στους τοίχους, Φρανσουά Μπεγκοντό (βιβλίο και ταινία)

Πρώτη φορά κινηματογραφική μεταφορά βιβλίου όχι μόνο μού άρεσε περισσότερο, αλλά μου «έδειξε» το βιβλίο, με βοήθησε να το προσεγγίσω καλύτερα. Αγόρασα το βιβλίο χωρίς να έχω ιδέα ότι έχει ήδη μεταφερθεί σε ταινία, και η αρχική τουλάχιστον αίσθηση ήταν αρνητική.
Ο πρωταγωνιστής και καθηγητής Φρανσουά είναι φιλόλογος· διδάσκει τη γαλλική γλώσσα σ’ ένα σχολείο του Παρισιού σε υποβαθμισμένη συνοικία με πολλούς εργάτες και μετανάστες, όπου φοιτούν κυρίως παιδιά αλλοδαπών. Δύσκολες τάξεις σε δύσκολες συνθήκες, με εσωτερικές αντιπαλότητες, με έντονες πολιτισμικές αντιθέσεις. Ο Φρανσουά έχει καλές προθέσεις, καλές στιγμές, στιγμές δημιουργικές, στιγμές έκλαμψης. Αλλά δεν τον συμπάθησα, ιδιαίτερα στο πρώτο μισό του βιβλίου. Οπωσδήποτε είναι απαλλαγμένος από τις υστερίες και τα ταμπού που χαρακτηρίζουν την πλειοψηφία- έχει απέραντη υπομονή ακόμα κι όταν τον προσβάλλουν, έχει ανεκτικότητα στον «παιδαγωγικό θόρυβο», αφήνει τα παιδιά να εκφραστούν. Αλλά μου έδωσε την εντύπωση στην αρχή ότι ήταν υπερβολικά είρωνας και, σε κάποιες περιπτώσεις, δυσανάλογα αυστηρός. Η αίσθηση του είρωνα επιτείνεται κι από τον τρόπο περιγραφής: πολύ λιτό ύφος που υποβάλλει μια ειρωνική απόσταση, παράθεση διαλόγων με εξυπνακίστικα σύντομα σχόλια, - και τα μόνα στοιχεία περιγραφής είναι οι λογότυποι στα ρούχα των παιδιών, το σχήμα των σκουλαρικιών, τα τσιμπιδάκια τους, οι μάρκες των μπουφάν τους. Αυτή η εμμονή στην ποικίλη αμφίεση δίνει την αίσθηση σχόλιου, και μάλιστα αρνητικού.
Η αφήγηση μού φάνηκε ρηχή και μονότονη, πάλι ιδιαίτερα στο πρώτο μισό του βιβλίου. Διάλογοι χαρακτηριστικοί αλλά και αναμενόμενοι σε μια τάξη- και μάλιστα τάξη με τέτοιες ιδιαιτερότητες-, χωρίς οπτική γωνία. ‘Η μάλλον, η οπτική γωνία είναι του καθηγητή, που δε φαίνεται όμως να αλλάζει, να ωριμάζει, να ζυμώνεται. Δεν παραθέτει ποτέ καμιά εσωτερική σκέψη, κυρίως καμιά αυτοκριτική. Κάποιες επαναλήψεις ενδυναμώνουν την αίσθηση της ρηχότητας. Δεν μου ήταν ξεκάθαρο με ποιο κριτήριο ήταν επιλεγμένοι οι διάλογοι, μερικές φορές μου φαινόταν ότι ήταν για να δείξουν την «ανωτερότητα» του καθηγητή, κι αυτό με απωθούσε.
Όταν, όμως, έχεις περάσει τα μισά σου χρόνια στα σχολεία, σ’ ενδιαφέρει κι αυτή ακόμα η επίπεδη καταγραφή, γιατί διαβλέπεις εξ αποστάσεως τα «οικεία κακά». Έτσι, συνέχισα να διαβάζω το βιβλίο αυτό παρότι αντιπάθησα τον εξυπνάκια πρωταγωνιστή, ενώ πολλές φορές «έπαιρνα μέσα μου το μέρος των μαθητών». Όταν π.χ. αναφώνησε μια μαθήτρια «Κύριε γιατί μας δουλεύετε συνέχεια, δεν είναι σωστό» με καταφανές θράσος, η φράση αυτή εξέφραζε μια εσωτερική σκέψη που ήδη είχα κάνει ως αναγνώστης. Επίσης, η απουσία της εσωτερικής φωνής του αφηγητή/συγγραφέα μ’ έκανε να πιστεύω ότι ίσως θα υπάρξει κάποια «εξέλιξη», π.χ. κάποια ανατροπή.
Στο δεύτερο μισό του βιβλίου, τα πράγματα έγιναν πιο συμπαθητικά. Αναμφισβήτητα, υπάρχουν «δυνατά» σημεία, δυνατοί διάλογοι, στιγμές έκφρασης (παιδιών και καθηγητών), στιγμές όπου φαίνεται το αδιέξοδο στη σχέση μαθητή- καθηγητή, όλες οι αντιφάσεις σ’ αυτή τη μικροκοινωνία που λέγεται «σχολείο». Μια δυνατή στιγμή επικοινωνίας, π.χ. ήταν η συζήτηση για το συναίσθημα της ντροπής, όπου ο ίδιος ο Φρανσουά εξομολογείται προσωπικά του βιώματα στους μαθητές. Ενδιαφέρον είχαν και οι τύποι των καθηγητών (πάλι έχουμε ειρωνική περιγραφή), αλλά και οι παιδαγωγικού περιεχομένου διάλογοι μεταξύ τους.
(Συνολικά, το πνεύμα του βιβλίου το παρουσιάζει πολύ εύστοχα και ... χωρίς προκαταλήψεις η anagnostria, εδώ)

Πολύ διαφορετική ήταν η αίσθηση της ταινίας. Είναι από τις λίγες φορές που θεωρώ ότι μια ταινία είναι πολύ καλύτερη από το βιβλίο που έχει προηγηθεί, και κυρίως, φωτίζει το βιβλίο. Σημειωτέον και αξιοπρόσεκτο είναι ότι πρόκειται για μια ταινία- σχεδόν ντοκιμαντέρ, όπου οι ηθοποιοί μαθητές είναι ερασιτέχνες και ο πρωταγωνιστής είναι ο ίδιος ο Φρανσουά, ο ίδιος δηλαδή ο συγγραφέας (που έχει διατελέσει και καθηγητής). Η απόδοση του κλίματος της τάξης είναι αληθοφανέστατη, και η κάθε επί μέρους σκηνή είναι αφορμή για πάρα πολλές σκέψεις και προεκτάσεις. Ο καθηγητής είναι και μέσα και έξω από την τάξη, παρατηρητής αλλά και μέτοχος. Προοδευτικός αλλά και συντηρητικός (π.χ. στις αντιλήψεις του για τη γλώσσα). Κάνει προσπάθειες, κάνει διάλογο με αφετηρία τις εμπειρίες των παιδιών, κάνει λάθη. Λίγες είναι οι αποκλίσεις από το βιβλίο, αν εξαιρέσουμε το κεντρικό περιστατικό, την περίπτωση αποπομπής του Σουλεϊμάν, που στην ταινία παρουσιάζεται πιο «σφαιρικά, πιο στρογγυλεμένα». Ήταν η εξέλιξη, η ανατροπή που περίμενα ότι θα έχει το βιβλίο. Πρόκειται για έναν δύσκολο μαθητή, τον οποίο ο καθηγητής κατάφερε να ενεργοποιήσει (στην εργασία να φτιάξουν ο καθένας το πορτρέτο του, εκείνος με τα πολλά έφερε φωτογραφίες της οικογένειάς του από το Μαλί, ο δάσκαλος τις τύπωσε και τις ανάρτησε στον πίνακα). Η ελευθερία των μαθητών να εκφραστούν έχει κόστος, είναι απείθαρχοι, μιλούν όλοι μαζί, πιάνονται στα χέρια, αντιμιλούν, προσβάλλουν τον καθηγητή. Προσβάλλει κι αυτός, δεν παραδέχεται εύκολα την προσβολή που διέπραξε λέγοντας σε δυο κοπέλες ότι φέρονται σαν «τσούλες». Χιονοστιβάδα οι αντιδράσεις, ο Σουλεϊμάν αποβάλλεται. Τραγική η σκηνή του «πειθαρχικού» όπου παρίσταται η αγέρωχη μάνα από το Μαλί, η οποία δεν καταλαβαίνει λέξη, ενώ ο αξιοπρεπής Σουλεϊμάν τής μεταφράζει κατά βούληση.
Αντιγράφω από την κριτική του Π. Παναγόπουλου στην Καθημερινή (23-10-2008):
«Οι πάντες, καθηγητές και μαθητές, αντιμετωπίζουν διλήμματα σ' αυτό το σχολείο που βρίσκεται σε μια υποβαθμισμένη περιοχή του Παρισιού. Ο καθηγητής, που προσπαθεί να βρει τον τρόπο να κάνει τα παιδιά να μάθουν, αλλά δεν καταφέρνει πάντα να διατηρήσει την ψυχραιμία του από τη μια, οι μαθητές που φλέγονται να αμφισβητήσουν και συχνά πέφτουν στην αυθάδεια και την ανυπακοή από την άλλη. Όλοι προσπαθούν να κάνουν το σωστό και όλοι κάνουν λάθη, γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχει μαγική συνταγή για τη γνώση, ειδικά όταν το περιβάλλον λειτουργεί αρνητικά».
«Ανάμεσα στους τοίχους» είναι η μετάφραση στα ελληνικά του γαλλικού τίτλου «Entre les murs», αλλά η ακριβέστερη μετάφραση «εντός των τειχών», όσο κι αν ακούγεται καθαρευουσιάνικη, νομίζω ότι αποδίδει πολύ καλύτερα το πνεύμα του έργου. Γιατί η όλη δράση γίνεται αναπόδραστα, μέσα στα όρια του συστήματος και ειδικότερα, του εκπαιδευτικού συστήματος.
Ίσως ακούγεται απαισιόδοξο, αλλά αυτός ήταν ο "ήχος της τσεκουριάς εντός μου " απ' το συγκεκριμένο βιβλίο/κιν. έργο.


Χριστίνα Παπαγγελή

Πέμπτη, Ιανουαρίου 08, 2009

Logicomix, Απόστολου Δοξιάδη, Χρ. Παπαδημητρίου

Η αλήθεια είναι πιο δυνατή από την απόδειξή της
Κουρτ Γκέντελ
Ένα βιβλίο, ή μάλλον ένα «κόμικς», με κεντρικό θέμα τη γένεση της Λογικής, της Λογικής ως επιστήμης, της αναγκαιότητας δηλαδή να γεννηθεί μια γλώσσα που να είναι σαφής, ακριβής και λογικά συνεπής. Βασικός άξονας της αφήγησης είναι η προσωπικότητα και οι αναζητήσεις του Μπέρτραντ Ράσσελ, μέσα από τη διάλεξη που έκανε σε αμερικανικό πανεπιστήμιο την ιστορική μέρα 4 Σεπτεμβρίου 1939, μέρα κήρυξης πολέμου της Αγγλίας στη Γερμανία, 3 μέρες μετά την εισβολή στην Πολωνία. Βρισκόμαστε δηλαδή στην ιστορική φάση που τα μαθηματικά συγκλίνουν –ξανά- με τη φιλοσοφία και γίνονται προσπάθειες να θεμελιωθεί μια γλώσσα βασισμένη στη λογική, όπου τίποτα να μην είναι «προφανές», αλλά τα πάντα να στηρίζονται στην απόλυτη βεβαιότητα.
Το κόμικς κινείται σε δυο χρονικά επίπεδα: το «σύγχρονο» επίπεδο (εδώ και τώρα) των «συγγραφέων» του και το χρονικό επίπεδο στο οποίο τοποθετείται το έργο/θέμα τους (αρχή Β΄Παγκοσμίου πολέμου οπότε κάνει τη διάλεξη ο Ράσσελ, ο οποίος όμως με τη σειρά του κάνει μια αναδρομή στη ζωή του). Το πρώτο αναπαριστά ρεαλιστικά τις συνθήκες γένεσης του παρόντος βιβλίου, αλλά παράλληλα παρακολουθούμε και την απεικόνιση της αφήγησης του βασικού θέματος που αναφέρθηκε παραπάνω. Αρχικά λοιπόν, ο Απ. Δοξιάδης συστήνεται στους αναγνώστες, συναντά τον συνεργάτη του Χ. Παπαδημητρίου (που ασχολείται με τη θεωρία των υπολογιστών) και στη συνέχεια οι δυο, διασχίζοντας την Αθήνα, καταλήγουν στο σπίτι των άλλων δυο της τετράδας, του Α. Παπαδάτου ( σχεδιασμός χαρακτήρων και σχέδιο) και της Annie Di Donna (χρώμα). Τα σκίτσα αποδίδουν ρεαλιστικά τις προθέσεις αλλά και τις προσπάθειες των τεσσάρων να μεταφέρουν το πνεύμα της «Αναζήτησης των θεμελίων των Μαθηματικών» σε κόμικς, μια «ιστορία-παραμύθι» που πέρα από το κεντρικό –επιστημονικό- θέμα όμως, να δείχνει και τη σχέση των ιδεών με τα πάθη …:
Α. Δ. - Οι πρωταγωνιστές της αναζήτησης είναι άνθρωποι παθιασμένοι … τολμηροί,
πραγματικοί υπερήρωες.
Χ. Π. - Ξέρεις, η «αναζήτηση των θεμελίων» με ενδιαφέρει ιδιαίτερα για τη δουλειά μου: οι πιο σπουδαίες ιδέες της πληροφορικής κάπου μέσα σ’ αυτή γεννήθηκαν!
- Εμάς μας νοιάζουν οι άνθρωποι. Οι ιδέες τους μας αφορούν μόνο στο βαθμό που προέρχονται από τα πάθη τους.
….αλλά και τη σχέση λογικής/τρέλας:
- Γιατί λοιπόν τέτοιο ποσοστό τρέλας στους επιστήμονες της λογικής; Να ξέρεις όμως, θεωρώ την άποψη «τους τρέλανε η λογική» μια ανοησία!
- Οπότε, τι άλλο μένει; «Η λογική να προήλθε από την τρέλα;»
Τέτοιου τύπου διάλογοι, καθώς οι ήρωες βολτάρουν στην Αθήνα, αποκτούν μια ελαφράδα που παραπέμπει στη χαλαρή φιλοσοφική περιδιάβαση με την οποία είναι συνδεδεμένη η αρχαιοελληνική φιλοσοφική σκέψη. Ταυτόχρονα φωτίζουν τις δύσκολες φιλοσοφικές έννοιες, ενώ ο αναγνώστης τέρπεται από την ατμόσφαιρα, τα χρώματα, την προοπτική των εικόνων. Πέρα όμως από τον έντονο ρεαλισμό που χαρακτηρίζει τα σκίτσα (που ίσως αρχικά λίγο απωθεί ή τουλάχιστον φαίνεται περιττός), υπάρχει καλαισθησία και μπόλικο χιούμορ!
Αναμφισβήτητα, ο «πρωταγωνιστής» του Logicomix είναι ο Μπέρτραντ Ράσσελ, που επιλέχτηκε, όπως επισημαίνεται από τους συγγραφείς, γιατί εκτός από «μέγας επιστήμονας της Λογικής» ήταν πολιτικός, ακτιβιστής, φιλόσοφος (και …γυναικάς). Εμφανίζεται λοιπόν στην αίθουσα του αμερικάνικου Πανεπιστημίου για να μιλήσει για το «Ρόλο της Λογικής στα ανθρώπινα πράγματα», σε μια χρονική περίοδο κατά την οποία υπάρχει έντονο αντιπολεμικό ρεύμα (από τους «απομονωτιστές»). Υποθέτω ότι οι συγγραφείς βασίστηκαν σε πραγματικό ιστορικό γεγονός και μετέφεραν τα λόγια του Ράσσελ στην ιστορική αυτή διάλεξη που ξεκίνησε με τον εξής εντυπωσιακό τρόπο:
- Με καλέσατε να σας μιλήσω για το ρόλο της Λογικής στα ανθρώπινα πράγματα. Αν όμως εκλάβω το αίτημα κυριολεκτικά, θα ακούσετε τη μικρότερη διάλεξη στην ανθρώπινη ιστορία! Σοβαρά, τα «κορυφαία γεγονότα» είναι κορυφαία μόνο ως προς τον παραλογισμό τους. Και πρώτα απ’ όλα ο πόλεμος!Έτσι λοιπόν, ξεκινά άλλη αφήγηση μέσα στην αφήγηση, του Ράσσελ αυτή τη φορά, ο οποίος παραθέτει όλη του την παιδική ηλικία , τους φόβους και τους παραλογισμούς , αλλά και την παθιασμένη του λαχτάρα να ξεχωρίσει από τον παραλογισμό των αντιφατικών γεγονότων που ζει, την αλήθεια (είχα ακούσει αληθινά την κραυγή; Ή μήπως είχα φανταστεί κάτι ανύπαρκτο; Κι αν ναι, μήπως ήμουν …τρελός;) και, μέσα σ’ ένα πνιγηρό οικογενειακό περιβάλλον να βιώσει την ελευθερία. Η ζωή του αλλάζει «άρδην» μετά τη «συνάντηση» με τον …Ευκλείδη, γιατί γνώρισε για πρώτη φορά την ηδονή της απόλυτης βεβαιότητας (παραδείγματα θεωρημάτων που με λογική αναγκαιότητα καταλήγουν σε αναπόδραστο συμπέρασμα) για να τον αμφισβητήσει λίγα χρόνια αργότερα:
Σελ. 70:
Καθηγητής: - Άρα, όπως ορίζει το αξίωμα των παρ/λων…
Μ. Ράσσελ: -Που λέει;
-Από σημείου εκτός ευθείας διέρχεται μια και μόνο μια παρ/λος προς αυτήν…
-… μα δεν το αποδείξαμε!
-Ναι, γιατί είναι προφανέστατο, φίλε μου!
-Εσείς είπατε ότι στη γεωμετρία πρέπει να αποδεικνύουμε τα πάντα! Τι αξία έχει μια απόδειξη στηριγμένη στο αν-απόδεικτο;
-Ακόμη κι ο γερο-Ευκλείδης από κάπου έπρεπε ν’ αρχίσει!
Ήταν η στιγμή μιας τρομερής απογοήτευσης …που όμως καθόρισε τη ζωή μου.
Έτσι, αρχίζει σιγά σιγά η αναζήτηση της φύσης της μαθηματικής αλήθειας, και η προσέγγιση της φιλοσοφίας με τα μαθηματικά. Ο Ράσσελ, όταν αποφοιτά πια από το Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, ψάχνει για γνώση αληθινή. Όπως εκμυστηρεύεται μεταξύ σοβαρού κι αστείου στην Άλις, η «μελέτη της φιλοσοφίας» δεν είναι παρά ένα είδος μπουφέ, ένα ποτ-πουρί ιδεών, απογοητεύεται λοιπόν κι αναζητά έναν «Ευκλείδη της φιλοσοφίας». Έτσι η ανάγκη για μια «συμβολική γλώσσα», προκύπτει έντονη- ο Ράσσελ αναζητά τις απαρχές του προβληματισμού αυτού στον Λάιμπνιτς, στον Μπουλ και ορίζει ως μέθοδο τη «Λογική»: η Λογική βασίζεται στη χρήση στοιχειωδών γνώσεων που τις συνδυάζουμε για να φτιάξουμε άλλες, άγνωστες. Και παρακάτω: Λογική είναι νέα και αναγκαία σκέψη (γιατί το συμπέρασμα είναι αναπόδραστο).
Το νέο πάθος του Ράσσελ τον οδηγεί στο να γνωρίσει διάφορες προσωπικότητες που ασχολήθηκαν με το ίδιο θέμα, όπως ο Φρέγκε (που εισήγαγε την «εννοιολογική γραφή»-σκοπός της Λογικής είναι να εννοήσει τον κόσμο) που παρουσιάζεται σαν καρικατούρα και, όπως πληροφορούμαστε στο «σημειωματάριο» στο πίσω μέρος του βιβλίου, στο τέλος της ζωής του τρελάθηκε (Ράσσελ: αν οι παραξενιές του είναι η άλλη όψη του μεγαλείου του; Αν η οξυδέρκειά του στα μεγάλα πράγματα είναι η απόρροια της μανίας για ακρίβεια στα πιο μικρά;)
Ως παράφρων εμφανίζεται και ο Κάντορ, ο «άρχοντας του Απείρου» (σελ. 130: καμιά άλλη ιδέα δε γοήτευσε τόσο τον ανθρώπινο νου, αλλά και καμιά έννοια δεν ξεσκέπασε τόσο τη βαθύτερη γύμνια της μαθηματικής μας γνώσης).
Ο Ράσσελ, πιστεύοντας ότι θα βρει μια ισχυρή Λογική γλώσσα που θα έχτιζε εκ βάθρων τα μαθηματικά ταξιδεύει και στο Παρίσι. Βασιζόμενος στη θεωρία των συνόλων του Κάντορ (εισηγητής ο Μπολτσάνο)- θεωρία που ξεσήκωσε έντονες αντιρρήσεις (επιτέλους! Τώρα οι μαθηματικοί διαφωνούν έντονα για μια από τις θεωρίες τους!) -και σε κάποια από τα προβλήματα του Χίλμπερτ (υπέρμαχου της Λογικής), αναζητά τα Θεμέλια των Μαθηματικών.
Έτσι, μπαίνουμε στον κόσμο των «παραδόξων» (σελ.164: αν επιζήσει το όνομά μου, αυτό θα οφείλεται στο καταραμένο παράδοξο που ανακάλυψα εκείνο το χρόνο). Ξεκινώντας από τη θεωρία των συνόλων του Φρέγκε, και με περιήγηση σε δύσκολους όρους όπως «σύνολα συνόλων», «σύνολο όλων των συνόλων», «αυτο-περιεκτικότητα», «αυτό- αναφορικότητα» (ό, τι αναφέρεται στον εαυτό του εγκυμονεί παράδοξα), κλπ. διατυπώνει τη θεωρία που θ’ ανατρέψει όλη την έρευνα που έκανε μέχρι τότε. Αν …κατάλαβα καλά, η θεωρία του αυτή έφερε ένα πλήγμα στην προσπάθεια να στηριχτούν τα μαθηματικά αποκλειστικά στη Λογική. Η δημοσίευση του «παραδόξου» έκανε τον Ράσσελ διάσημο αλλά έσπειρε τη σύγχυση στους μαθηματικούς κύκλους της εποχής. Όλη αυτή η φάση περιγράφεται με σαφήνεια, ακρίβεια και ΧΙΟΥΜΟΡ. Τραγικότερο θύμα ο Φρέγκε, του οποίου το οικοδόμημα καταρρέει εν μια νυκτί (Ράσσελ: απ’ όλες τις πράξεις πνευματικού ήθους που έχω δει στη ζωή μου, καμιά δε συγκρίνεται με την αντίδρασή του στο παράδοξό μου).
Όσοι δούλευαν για τη «Θεμελίωση» αρχίζουν πάλι από το μηδέν. Αυτό ωθεί τον Ράσσελ να συνεργαστεί τώρα με τον Ουάιτχεντ για τη συγγραφή των «Principia Mathematica», προσπαθώντας ακόμα να «στηρίξουν τα μαθηματικά σε μια Λογική χωρίς παράδοξα» (ένα σύστημα θεμελίων χωρίς θεμέλια ήταν ειρωνεία αφόρητη). Οι εκδότες αρνούνται να εκδώσουν το βιβλίο («αφού κανείς δε δέχεται να διαβάσει τα «πρινκίπια» και να πληρωθεί … τότε βέβαια και κανείς δε θα πληρώσει για να τα διαβάσει!»)
Το «διάλειμμα» που ακολουθεί αυτή την κορύφωση της τραγωδίας, σα γνήσιο intermezzo είναι διασκεδαστικότατο. Μεταφερόμαστε πάλι στο «εδώ και τώρα», στην Αθήνα, κι οι τέσσερις φίλοι ανακεφαλαιώνουν, κρίνουν, σχολιάζουν. Ξανατίθενται τα βασικά θέματα του βιβλίου που είναι όχι μόνο η αναζήτηση στο χώρο της επιστήμης, αλλά τα ανθρώπινα πάθη και η σχέση της Λογικής με την τρέλα (τι θα έλεγες ότι κινεί αυτή την ιστορία, οι χαρακτήρες ή η δράση; -δηλαδή αν δεν ήταν νευρωτικοί δεν θα΄χαν την απαραίτητη θέληση κι επιμονή να φτιάξουν τη Λογική; -Μήπως οι ίδιες οι ιδέες είναι τα προϊόντα των νευρώσεων; κλπ. κλπ.)
1911. Δυο σημαντικά γεγονότα σηματοδοτούν τη ζωή του Ράσσελ αυτή τη χρονιά. Το ένα είναι η επίσκεψη ενός νεαρού, φανατικού και παθιασμένου μαθητή, του Λ. Βιτγκενστάιν (τέτοιο πάθος το είχα δει μόνο στο νεότερο εαυτό μου). Το δεύτερο αφορά μια προσωπική εμπειρία επικείμενου θανάτου της αγαπημένης του (δεν πέθανε τελικά) που τον συγκλόνισε όμως βαθιά και τον έκανε ν’ αλλάξει στάση ζωής.
Ο Βιτγκενστάιν γεμίζει τον Ράσσελ αισιοδοξία με το πάθος, την ευφυΐα του και σχεδόν τον καταπιέζει με τον ενθουσιασμό του («Ντεν επιτρέπω να παρατήσεις τα “πρινκίπια”»!). Αλλά βέβαια, ο Βιτγκενστάιν χαράζει το … δικό του δρόμο (Βιτγκ.: μην πεις ότι δέχεσαι να υπάρχουν μαθηματικά έξω από μας, έξω από το ανθρώπινο μυαλό; Ράσσελ: - Σαφώς! Αν δεν υπάρχουν, ζούμε στο χάος!). Έτσι, αμφισβητεί τις θεμελιώδεις αρχές για τη φύση της Αλήθειας (πού είναι το άπειρό σου λοιπόν; Πουν’ το; Ντε χωρά σε … πεπερασμένο βιβλίο!!) Ο Βιτγκενστάιν δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του Ράσσελ να συνεχίσει το έργο του- αντίθετα υιοθετεί τη μέθοδο του Ράσσελ για να την …ανατρέψει. Επικεντρώνεται στη σχέση γλώσσας/αλήθειας (τι είναι οι λογικές προτάσεις και ποια η σχέση τους με τη γλώσσα;/ η γλώσσα δεν είναι παρά μια εικόνα του κόσμου ). Στο μεταξύ όμως, τα ιστορικά γεγονότα τρέχουν κι ο Ράσσελ, αποκαρδιωμένος από την «αποτυχία» του όπως ο ίδιος αποκαλεί, στρατεύεται στην …ειρήνη με τίμημα την εξάμηνη φυλάκισή του. Παρ/λα, ο Βιτγκενστάιν στρατεύεται ως εθελοντής (τίποτα δε σε εξανθρωπίζει όσο η επαφή με το θάνατο! )
Σελ. 249:
… Μπροστά στο θάνατο, ο Βιτγκενστάιν έκανε την ανακάλυψή του: το νόημα του κόσμου δεν βρίσκεται μέσα στον κόσμο!
Οι δυο «φίλοι» συναντιούνται μετά τον πόλεμο, όταν πια ο Βιτγκενστάιν έχει γράψει το περίφημο Τρακτάτους. Έχει πια απορρίψειτη γλώσσα της Λογικής, έχει στραφεί στην καθημερινή γλώσσα. «Ο κόσμος είναι όλα όσα συμβαίνουν» και «η γλώσσα είναι μοντέλο του κόσμου»:
- Η αποτυχία σου στα θεμέλια της Λογικής εξηγείται από τη φύση της! Δεν μπορείς να μιλάς «για» τη λογική! Αυτή μπορείς να τη δείξεις μόνο!
Ονομάζει τα «σύνολα των συνόλων» και το «άπειρο» τέρατα (το να δίνεις στις έννοιες των μαθηματικών αυτόνομη υπόσταση είναι…τρελό/ δεν έχουμε ανάγκη τα σύνολα!)
Ο Ράσσελ αποκαρδιωμένος συνειδητοποιεί ότι είκοσι χρόνια ίδρωνε για να θεμελιώσει μια μηχανή αναπαραγωγής ταυτολογιών! (Αυτό το «όλα είναι ταυτολογία» μου θυμίζει μεταφυσική αρλουμπολογία, λέει αποκαρδιωμένος στον Ουάιτχεντ για τον Βιτγκενστάιν)
Είναι το διάστημα του μεσοπολέμου, μια εποχή δύσκολη όπου ο κόσμος είναι ανοιχτός στο το παράλογο.Ωστόσο, τα «Πρινκίπια», όσο κι αν απογοήτευσαν τον ίδιο τον Ράσσελ που τα ονόμασε αποτυχία, αποτέλεσαν τη βάση όσων ακολούθησαν. Και βασικά ακολούθησε ο Κουρτ Γκέντελ που στρέφει τώρα την έρευνα στην «αποδειξιμότητα των λογικών προτάσεων» για να καταλήξει στο περίφημο θεώρημα της μη πληρότητας.
-Μια ορθά διατυπωμένη μαθηματική ερώτηση έχει πάντα απάντηση;
-Προφανώς
! Θα απαντούσαν μέχρι τον 19ο αι. (όμως το «προφανώς» είναι πια ταμπού), και ο Γκέντελ αποδεικνύει ότι η αριθμητική, άρα και κάθε θεωρία που βασίζεται σ’ αυτήν, είναι αναγκαστικά μη πλήρης, Αλλιώς: Οποιοδήποτε αξιωματικό σύστημα για την αριθμητική βασισμένο στα «Πρινκίπια» θα είναι αναγκαστικά μη πλήρες. Απέδειξε δηλαδή σ’ ένα τέτοιο σύστημα υπάρχουν πάντα προτάσεις οι οποίες, παρόλο που είναι ορθά διατυπωμένες, δεν είναι "απαντήσιμες" μέσα στα πλαίσια του συστήματος, δηλαδή δεν μπορούμε να αποδείξουμε ούτε την ίδια την πρόταση, ούτε την άρνησή της (παρόλο που ως ανθρώπινα όντα τις αναγνωρίζουμε ως αληθείς)! Ήταν ένα, για την ακρίβεια δυο θεωρήματα που ανέτρεψαν οριστικά κάθε προηγούμενη σχετική προσπάθεια και που συγκλόνισαν τη μαθηματική κοινότητα.
Έτσι, φαίνεται να τελειώνει η περιπέτεια της αναζήτησης της λογικής θεμελίωσης των Μαθηματικών: («Τετέλεσται»: η πρώτη αντίδραση του Φον Νόιμαν, που συνόψισε την ουσία της ανακάλυψης του Γκέντελ). Όμως, όπως αφήνεται να εννοηθεί μέσα από το βιβλίο, το οποίο φτάνει κι αυτό στο τέλος του, το τέλος αυτό είναι μια νέα αρχή: ο Άλαν Τούριγκ (όλα να τ’ αποδείξουμε, δεν μπορούμε, οκ! Ας δούμε λοιπόν τι μπορούμε! ), επινοεί τον θεωρητικό πρόδρομο του υπολογιστή. Κάτι ανάλογο όμως κάνει και ο Βιτγκενστάιν: συμπληρώνει τη θεωρία του λέγοντας ότι αυτά για τα οποία δε γίνεται να μιλήσεις λογικά είναι τα μόνα που έχουν πραγματική σημασία! Η γλώσσα την οποία χρησιμοποιεί ένα σύστημα για να περιγράψει τον κόσμο δεν μπορει να περιγράψει το ίδιο το σύστημα.
Το «φινάλε» είναι μια συνολική εκτίμηση των τεσσάρων φίλων οι οποίοι διαλέγονται πάνω στα θέματα που προέκυψαν, τα αξιολογούν, και καταλήγουν ότι γνήσια παιδιά της αναζήτησης είναι ο Νόιμαν και ο Τούριγκ με τις «λογικές τους μηχανές», τους υπολογιστές. Στο φινάλε αυτό, οι συγγραφείς του βιβλίου δίνουν στην «περιπέτεια της Λογικής» τη διάσταση αρχαίας ελληνικής τραγωδίας κάνοντας αναφορές στην Ορέστεια, μιλώντας για την τραγική κατάληξη των περισσότερων φιλοσόφων και κυρίως, οι ίδιοι με το να παρακολουθούν την τριλογία του Ασχύλου, σχολιάζοντας με πολλές αναγωγές και παραλληλισμούς.
Είναι ένα πανέξυπνο, ευχάριστο βιβλίο, που με πολλή ακρίβεια, σαφήνεια αλλά και χιούμορ διεισδύει σε βαθιές φιλοσοφικές έννοιες δείχνοντας όμως παράλληλα και τον ρόλο του ανθρώπινου παράγοντα, των ανθρώπινων παθών. Όπως οι ίδιοι οι συγγραφείς γράφουν στο τέλος, μπορεί να υπάρχουν «ποιητική αδεία» κάποιες ανακρίβειες ιστορικές αλλά «προσπαθήσαμε να μείνουμε πιστοί στο διανοητικό περιεχόμενο της περιπέτειας που κινεί την ιστορία μας».
Πολύτιμο επίσης είναι το «σημειωματάριο» στο τέλος του βιβλίου, ένα είδος «λεξικού», που συνοπτικά και πολύ περιεκτικά παρέχει βασικές πληροφορίες για έννοιες-κλειδιά.

Χριστίνα Παπαγγελή

Παρασκευή, Ιανουαρίου 02, 2009

696 λέξεις για το «δόκτωρ Τζέκυλ και μίστερ Χάιντ» του Ρ. Λ. Στήβενσον

Ο μύθος που επεξεργάζεται το βιβλίο είναι θεμελιώδης για τον άνθρωπο. Η συνύπαρξη των αντιθέτων στη δομή της ανθρώπινης ύπαρξης. (Εδώ θυμάμαι πρόχειρα τον Ιανό των Ρωμαίων, το γιν – γιαν του ανατολικού κόσμου, το Φάουστ του Γκαίτε). Είναι γνωστός ο μύθος και από τις δώδεκα τουλάχιστον κινηματογραφικές μεταφορές. Ο δόκτωρ Τζέκυλ πειραματίζεται με το εαυτό του και απελευθερώνει τον κακό εαυτό του, το μίστερ Χάιντ. Αυτός ανεξέλεγκτος οδηγείται στο έγκλημα. Καθώς ο κλοιός γύρω από τον Τζέκυλ σφίγγει και η δύναμη του Χάιντ γιγαντώνεται ο γιατρός σε στιγμή επίγνωσης και τόλμης αυτοκτονεί.
Δεν είναι όμως αυτή η κατάδειξη της διφυούς ανθρώπινης ψυχής η αιτία της επιτυχίας του βιβλίου. (Το ζήτημα της κινηματογραφικής μεταφοράς είναι άλλη μεγάλη συζήτηση για τον πώς λειτουργεί η εικόνα στην απόδοση νοημάτων που δόθηκαν γραπτά). Εκτός από αυτό, το βιβλίο εγείρει θέματα που σήμερα διερευνά η βιο-ηθική σχετικά με τα όρια της επιστημονικής έρευνας, που άλλοτε οδηγεί σε εκπληκτικές τεχνολογικές ανακαλύψεις και άλλοτε σε εγκλήματα.
«Πλησιάζω» περισσότερο τις λίγες σχετικά σελίδες του αφηγήματος. Στις εκδόσεις του Γκοβόστη είναι ενενήντα τρεις (93) σελίδες μικρού σχήματος αλλά και με μικρή γραμματοσειρά. (Άλλο ζήτημα αυτό για τις εκδόσεις και για τον τρόπο που «μεγαλώνουν» τα βιβλία). Ξανάρχομαι στον Τζέκυλ. Τι είναι αυτό που τον κάνει τόσο συναρπαστικό ενώ γνωρίζουμε την ιστορία;
Ο Στήβενσον πλησιάζει τον ήρωά του με ένα τρόπο σπειροειδούς προσέγγισης. Ο Άτερσον είναι το πρώτο πρόσωπο που συναντάμε και ο ρόλος του είναι καθοριστικός. Αυτός, σε περίπατό του με τον Άνφιλντ μας οδηγεί στην πίσω πόρτα της κατοικίας του Τζέκυλ. Μέσα από την αφήγηση του δεύτερου γνωρίζουμε την ύπαρξη του κακότροπου Χάιντ που είναι φίλος του γιατρού και έχει την άδεια να μπαινοβγαίνει στο σπίτι του. Και όχι απλώς την άδεια, αλλά αποτελεί και μοναδικό κληρονόμο του. Ο Στήβενσον αναπτύσσει την ιστορία με τριτοπρόσωπη αφήγηση που εναλλάσσεται με διαλόγους. Συχνές, αλλά σύντομες είναι οι αναδρομές και περιορισμένες οι περιγραφές. Έτσι έχουμε έναν πολλαπλό και γρήγορο τρόπο εξέλιξης. Η ατμόσφαιρα «σκοτεινιάζει» ολοένα και περισσότερο. Από την αρχή έχουμε το μικρό στενό σε μια πολύβουη αλλά θλιβερή κεντρική γειτονιά. Η λεπτομέρεια της πόρτας για την οποία ο Στήβενσον μας δίνει αρκετές πληροφορίες είναι το ερέθισμα για να σχηματίσουμε εμείς το σύνολο του σκηνικού.
Ο Άτσεσον γυρνά στο εργένικο σπίτι του όπου μόνος διαβάζει τη διαθήκη του Τζέκυλ. Ακολούθως επισκέπτεται το δρ. Λάνιον – τον κοινό παλιό φίλο με τον Τζέκυλ – καθώς είναι ο μόνος που μπορεί να ξέρει κάτι περισσότερο. Όμως ο Λάνιον απαντά: «Χάιντν; Όχι, δεν το έχω ακουστά». Ο Στήβενσον «φτιάχνει την ατμόσφαιρα: «Αυτή την ελάχιστη πληροφορία πήρε μαζί του ο δικηγόρος στο μεγάλο σκοτεινό κρεβάτι του, όπου στριφογύριζε ώσπου άρχισε να δυναμώνει το φως της αυγής». Ο φόνος που θα διαπράξει ο Χάιντ θα αποκαλύψει το μυστικό που υποψιάζονται, σχεδόν ξέρουν, οι αναγνώστες. Ο φόνος διαπράχθηκε με ένα μπαστούνι στου οποίου το σπασμένο κομμάτι αναγνωρίζει ο Άτσεσον το παλιό δώρο που είχε κάνει στον Τζέκυλ. Μόνο ο Άτσεσον δεν κάνει την ταύτιση. Είμαστε στο ένα τρίτο του αφηγήματος. Από δω και πέρα πλησιάζουμε όλο και περισσότερο στον Τζέκυλ. τον επισκεπτόμαστε μαζί με το δικηγόρο, παρατηρούμε το σπίτι του, συζητάμε μαζί του, γνωρίζουμε το υπηρετικό προσωπικό... Ξέρουμε ότι Τζέκυλ και Χάιντ είναι το ίδιο πρόσωπο. Ξαναβρίσκουμε τον δρ Λάνιον που αποποιείται κάθε σχέση. Μπαίνουμε στην ψυχή του Τζέκυλ. Όλα τα πρόσωπα τριγύρω του υπάρχουν για να τονίσουν τη μοναξιά και το αναπόφευκτο αδιέξοδο του που γίνεται όλο και εμφανέστερο. Πρόκειται για ένα πρόσωπο που ζει αβοήθητο την αντίφαση που εμπεριέχει και της οποίας η ένταση είναι όλο και πιο δυνατή, όλο και πιο ανεξέλεγκτη.
Και ήρθε η στιγμή να ακούσουμε τον ίδιο τον Τζέκυλ. Ο Στήβενσον επινοεί μία επιστολή προς τον δρ. Λάνιον που τον ακούμε σε πρώτο πρόσωπο να διηγείται την ιστορία της, και να διαβάζει σε μας τον πρωτο-πρόσωπο αποκαλυπτικό λόγο του Τζέκυλ. Αυτές οι γρήγορες εναλλαγές αφηγηματικών τρόπων κάνουν δραματικότερη την εξέλιξη και διεισδυτικότερη τη ματιά στην ανθρώπινη ψυχή. Το αφήγημα του Ρ. Λ. Στήβενσον τελειώνει με την αποκαλυπτική και δραματική εξομολόγηση της ιστορίας από τον ίδιο τον Τζέκυλ. Ξαναζούμε όλα τα γεγονότα μέσα από τα δικά του μάτια.
Και η σπειροειδής προσέγγιση που επιχειρεί ο Ρ. Λ. Στήβενσον μας οδηγεί μπροστά στον καθρέφτη που έχει ο Τζέκυλ στο εργαστήριό του...

Τρίτη, Δεκεμβρίου 30, 2008

607 λέξεις για τη μεταμόρφωση του Φρανς Κάφκα

Είναι γνωστό και κλασικό το διήγημα του Φ. Κάφκα. Τόσο πολυσυζητημένο και σχολιασμένο που ίσως δε μπορεί να προστεθεί τίποτα. Όμως γράφω γι’ αυτό για δυο λόγους.
Ο πρώτος είναι ότι, όταν το πρωτοδιάβασα, υπήρξε «τσεκουριά στην παγωμένη θάλασσα που βρίσκεται εντός μου». Είναι ο Κάφκα που διατύπωσε αυτή τη φράση που έχει όλο το νοηματικό βάρος στις διπλανές «54 λέξεις για μία διευκρίνιση» αυτού του μπλογκ. Τσεκουριά αυτογνωσίας στο μεταμορφωμένο άνθρωπο που γινόμαστε ανεπαισθήτως. Αλλοτριωμένοι, αδύναμοι σωματικά και ψυχικά ότι κάτι άλλο γίναμε, ανακαλύπτουμε ένα πρωινό. Ο Γκρέγκορ Σάμσα έχει μεταμορφωθεί σε τεράς-τια κατσαρίδα εγκλωβισμένος στον προσωπικό του χώρο. Εγκλωβισμένος από απροσδιόριστες αιτίες και περιτριγυρισμένος από την οικογένεια και την εργασία. Τη στιγμή που αυτή η μεταμόρφωση γίνεται αντιληπτή ξεκινά το διήγημα.
Θα ήθελα να παραθέσω τις πρώτες γραμμές: «Όταν ένα πρωί ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε από εφιαλτικά όνειρα, ένιωσε τον εαυτό του να έχει μεταμορφωθεί σ’ ένα πελώριο έντομο....»
Παρακολουθούμε με τη ματιά του όλη την εναγώνια και εφιαλτική προσπάθειά του να κρύψει αυτή την αλλαγή. Απέναντί του βρίσκεται η οικογένεια με τους γονείς και την αδελφή στο διπλανό δωμάτιο. Επίσης ο προϊστάμενος που επισκέπτεται το σπίτι για να διαπιστώσει την αιτία της απουσίας του από τη δουλειά, πρώτη φορά στη διάρκεια πέντε χρόνων. Η συνέχεια του διηγήματος, μετά την αποκάλυψη της νέας μορφής του Γκρέγκορ, έχει να κάνει με τις φροντίδες που δέχεται από την αδελφή του, τη στάση που κρατούν οι γονείς του, καθώς και την παρουσία τριών ενοικιαστών μέσα στο σπίτι. Ο Γκρέγκορ είναι πρόβλημα για όλους. Πρόβλημα που πρέπει να μένει αθέατο (κάτω από τον καναπέ ή κλειδωμένο στο δωμάτιο, αφού τα κλειδιά τώρα πια είναι από έξω) και άγνωστο στους ξένους. Ο Γκρέγκορ σταδιακά συνειδητοποιεί ότι δεν έχει πλέον θέση, όχι μόνο στην κοινωνία, αλλά ούτε μέσα στην οικογένεια. Οι φροντίδες της αδελφής θα γίνονται όλο και μικρότερες καθώς θα επιβαρυνθεί και από την υποχρέωση να δουλέψει για τις ανάγκες της οικογένειας. Η προσωρινή έγνοια της μάνας, μετά από ένα μήνα να δει το γιο της θα υποχωρήσει σαν απλή περιέργεια. Ο πατέρας θα του επιτεθεί πετώντας του ... μήλα και ένα από αυτά θα τον πετύχει και θα μείνει στην πλάτη του γιατί κανείς δεν τολμούσε να το βγάλει. Ο ερχομός των τριών νοικάρηδων θα κάνει πιο δύσκολη τη ζωή του γιατί θα περιοριστεί εντελώς μέσα στο δωμάτιό του που σταδιακά μετατρέπεται σε αποθήκη. Ο Γκρέγκορ με συνειδητή ασιτία θα οδηγηθεί στο τέλος του. Ο ρόλος της αδελφής γίνεται σημαντικότερος μέσα στην οικογένεια.
Θα ήθελα να παραθέσω τις τελευταίες γραμμές: «Και ήταν γι’ αυτούς σαν μια επιβεβαίωση των καινούριων ονείρων και καλών προοπτικών τους, όταν στο τέλος της διαδρομής τους με το τρένο πρώτη σηκώθηκε από τη θέση της η κόρη και τέντωσε το νεανικό κορμί της».
Το κείμενο του Κάφκα δεν ξεχνιέται.
Ο δεύτερος λόγος που γράφω για τη «μεταμόρφωση» είναι η συγκεκριμένη έκδοση που τη ξαναδιάβασα. Εκτός από τις πολλές άλλες που κυκλοφόρησαν, το 1981 το διήγημα εκδόθηκε σε φωνητική γραφή από τις εκδόσεις Πασχάλη στη Θεσσαλονίκη και σε μετάφραση του Θομα Σερμπίνι. (Από τον ίδιο εκδότη έχουμε και μία «κανονική» έκδοση σε μετάφραση του Βασίλη Τομανά). Τότε, αλλά και τώρα, διάβασα το κείμενο από τη φωνητική απόδοσή του στη νεοελληνική. Στην αρχή το μάτι αντιδρούσε, η οπτική εικόνα των λέξεων με δυσκόλευε στην ταχύτητα και στην κατανόηση. Όμως, είναι ζήτημα τεσσάρων – πέντε σελίδων. Η εξοικείωση έρχεται πολύ ευκολότερα απ’ ότι θα πίστευε κανείς. Και τότε, περισσότερο από δυο δεκαετίες πίσω, που προφανώς θα ήμουν και πιο ευέλικτος και δεκτικός αναγνώστης και τώρα... Ή μήπως περισσότερο τώρα που η αναγνωστική πείρα άνοιξε και δεν έκλεισε τη διάθεση δεκτικότητας, να δέχομαι δηλαδή με ενδιαφέρον τέτοιους πειραματισμούς και προσπάθειες.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 28, 2008

680 λέξεις για τη φωνητική γραφή, συλλογή κειμένων

Κείμενα δημοσιευμένα από το 1929, Μένος Φιλήντας, «πρέπει να γράφουμε με το λατινικό αλφάβητο», στο περιοδικό Πρωτοπορία, ως το 1948, Γιάννης Μπενέκος, «ορθογραφία και στραβογραφία», στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα. Το βιβλίο αποτελεί συλλογή ανάλογων κειμένων που χαρακτηρίζονται από την ίδια οπτική. Η ιστορική ορθογραφία στην οποία επιμένουμε να χρησιμοποιούμε και να διδάσκουμε μόνο προβλήματα πλέον δημιουργεί, χαμένο χρόνο και μαθησιακές δυσκολίες που εμποδίζουν την ενασχόληση με ουσιωδέστερα ζητήματα και την πρόσληψη χρηστικών γνώσεων.
Η ιστορική ορθογραφία, που δεν ήταν ιστορική, εξυπηρετούσε τις ανάγκες της ελληνικής γλώσσας κατά την αρχαιότητα. Τότε όμως απέδιδε φωνητικά τους ήχους των λέξεων. Δεν υπήρχε το πρόβλημα της ορθής γραφής γιατί γράφανε ό,τι ακούγανε, δηλαδή αποτελούσε φωνητική γραφή της – διαφοροποιημένης σήμερα – προφοράς των λέξεων. Η εξέλιξη της γλώσσας διαφοροποίησε την προφορική έκφρασή της, αλλά άφησε ουσιαστικά ανέπαφη τη γραφή της (της οποίας η εικόνα, ακριβώς γιατί είναι οπτική), είναι περισσότερο ανθεκτική σε αλλοιώσεις. Η εξέλιξη λοιπόν της γλώσσας απομάκρυνε τη γραφή από την προφορά της.
Τίθεται έτσι το ζήτημα της ορθής γραφής. Από τη μια η κοινή λογική, αποφορτισμένη από άλλους παράγοντες, σαφώς μας οδηγεί στη λύση της ριζικής απλοποίησης της ορθογραφίας. Η λύση που οδηγούμαστε είναι η υιοθέτηση του λατινικού αλφαβήτου. Αυτό θα σημαίνει αμέσως και φωνητική γραπτή απόδοση της γλώσσας. οι απαραίτητες δοκιμές και οι σαφείς αντιστοιχήσεις των συμβόλων – γραμμάτων στους ήχους – φθόγγους της νεοελληνικής γλώσσας θα οριστικοποιήσουν τον τρόπο γραφής με λατινικούς χαρακτήρες.
Από την άλλη οι ιδεολογικές ενστάσεις με όλα τα ιστορικά, εθνικά και άλλα ζητήματα που επιστρατεύονται για την προάσπιση της ιστορικής ορθογραφίας – γραφής που παρουσιάζεται ταυτισμένη με τη γλώσσα. Τα άρθρα σε μεγάλο βαθμό αντικρούουν την ιδεολογική επιχειρηματολογία και εφόσον τα περισσότερα γράφτηκαν κατά το μεσοπόλεμο, όταν το γλωσσικό ζήτημα ήταν ιδιαίτερα οξύ θέμα συζήτησης, έχουν ξεχωριστό ενδιαφέρον. Συνοπτικά: αίρεται η ταύτιση γλώσσας και γραφής. Οι αλλαγές στη γραφή δε σημαίνουν αλλοίωση ή εξαφάνιση της γλώσσας, η οποία έτσι και αλλιώς εξελίσσεται. Οι αρχαίοι Έλληνες υιοθέτησαν το φοινικικό αλφάβητο και το διαμόρφωσαν ώστε να εξυπηρετήσουν πρακτικά τις ανάγκες τους. Χρειάζεται αντίστοιχη τόλμη τώρα, για να υιοθετήσουμε το λατινικό αλφάβητο. Απαλλαγμένοι από ιδεοληψίες, πολύ περισσότερο γιατί το λατινικό αλφάβητο «κατάγεται» από το ελληνικό και συνεπώς δεν πρέπει να το νιώθουμε τόσο ξένο.
Η εκμάθηση της ιστορικής ορθογραφίας είναι ένας ακόμη παράγοντας ταξικής διαφοροποίησης και ιδεολογικής επιβολής, ο αγώνας για τη γλώσσα είναι κοινωνικός αγώνας. Η αρχαία ελληνική γλώσσα μένει ανέπαφη και η μελέτη τόσο αυτής όσο και της αρχαίας γραμματείας καθίσταται ευκολότερη αφού αποσυνδέεται η γραφή της νεοελληνικής από αυτή της αρχαίας και αποτρέπονται οι οπτικές και σημασιολογικές συγχύσεις.
Επίσης υπάρχουν συγκεκριμένα ιστορικά δεδομένα. Η χρήση του λατινικού αλφαβήτου για την έκδοση έργων της κρητικής λογοτεχνίας προφανώς ήταν απάντηση στο δίλημμα που έθεταν οι συνθήκες της εποχής: έκδοση με λατινικούς χαρακτήρες ή καθόλου; Ομοίως, έχουμε χρήση λατινικών χαρακτήρων στη Σμύρνη και στη Χίο για τις ανάγκες επικοινωνίας των επιχειρηματιών κατά το 19ο αιώνα, τα λεγόμενα «φραγκοχιώτικα». Αργότερα έχουμε χρήση λατινικών χαρακτήρων στα τέλεξ και στα τηλεγραφήματα. Λογικό συμπέρασμα: οι κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες, καθώς και η τεχνολογική εξέλιξη επέβαλαν τη χρήση του λατινικού αλφαβήτου κατά καιρούς ως λύση.
Συγγραφείς των άρθρων είναι ο Μένος Φιλήντας, ο Δημήτρης Γληνός, ο Γιάννης Σιδέρης, ο Φώτος Γιοφύλλης, ο Νίκος Χατζηδάκης, ο Κώστας Προύσης, ο Κώστας Καρθαίος και ο Γιάννης Μπενέκος. Το βιβλίο στο τέλος έχει ενδιαφέρον παράρτημα με τεκμήρια χρήσης της φωνητικής γραφής, όπως από τη «ρομέηκη γλόσα» του Βηλαρά, χειρόγραφο του Σολωμού και του Μακρυγιάννη, απόσπασμα από «τα ξυλοπόδαρα», παραμύθι σε φωνητική γραφή που εξέδωσε ο Άρης Αλεξάνδρου, κλπ. (μπορείτε να δείτε αυτά το ντοκουμέντα κάνοντας κλικ ΕΔΩ και την εισαγωγή στη "φωνητική γραφή", εκδ. Κάλβος 1980 .pdf ΕΔΩ)
Στις μέρες μας το ζήτημα ξανατίθεται με τα γκρίκλις που συνήθως είναι οπτική – κατά το δυνατόν – απόδοση της ιστορικής ορθογραφίας. Βέβαια η τεχνική λύση έχει δοθεί αφού οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές υποστηρίζουν ακόμη και την πολυτονική γραφή, ακόμη και την υπογεγραμμένη. Θα χαιρόμουν πολύ αν οι υπέρμαχοι του αναλλοίωτου χαρακτήρα της γραφής χρησιμοποιούσαν στα κείμενά τους τη βαρεία και την άνω τελεία μένοντας συνεπείς στις απόψεις τους. Ωστόσο το ζήτημα θα τίθεται ξανά και ξανά αφού η γλώσσα και η γραφή της είναι κοινωνικά ζητήματα.


Σάββατο, Δεκεμβρίου 20, 2008

Εξηγώντας τα μαθηματικά στις κόρες μου, Ντένι Γκετζ

Πρόκειται για ένα πολύ πρωτότυπο, μικρό βιβλιαράκι, ένα βιβλίο- διάλογο μεταξύ του συγγραφικού «εγώ» και της κόρης του Λόλας, με θέμα τη γοητεία των μαθηματικών. Για την ακρίβεια, η Λόλα εκφράζει τη απέχθειά της στην αρχή του διαλόγου πολύ δυναμικά ( είναι ένα μάθημα όλο ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ, γεμάτο με ΑΓΝΩΣΤΟΥΣ, όπου σε περικυκλώνουν ΚΑΝΟΝΕΣ) για να καταλήξει με πάθος στο ότι «τα μαθηματικά είναι ΒΙΑΙΑ! ». Στον εμβρόντητο συγγραφέα/πατέρα της η Λόλα δίνει τις εξής καταπληκτικές εξηγήσεις για τη «βία» των μαθηματικών:
-Τα βρίσκω απότομα, τα πράγματα πέφτουν σα λεπίδες. Αρκεί να κάνεις ένα ασήμαντο σφάλμα, και την έχεις πατήσει, είναι όλα τελείως λάθος και όχι …λιγάκι λάθος (…). Έπειτα, έχεις την αίσθηση ότι είναι «έτσι και όχι αλλιώς», να τι με ενοχλεί. Νιώθω ανήμπορη. Είναι σα να σε αποστομώνουν. Τα μαθηματικά … έχουν πάντα την τελευταία λέξη.
(…)
-Είσαι βέβαιη ότι μόνο στα μαθηματικά τα πράγματα είναι «έτσι κι όχι αλλιώς»; Ο Σηκουάνας διασχίζει το Παρίσι και όχι το Στρασβούργο, είναι έτσι κι όχι αλλιώς. Η Βαστίλη έπεσε στις 14 Ιουλίου του 1789 και όχι στις 13. Είναι «έτσι κι όχι αλλιώς».
- Ναι, αλλά θα μπορούσε.
- θα μπορούσε τι;
- Να είχε πέσει στις 13. (!!)

Έτσι δυναμικά ξεκινά ένας ουσιαστικός διάλογος για τη φύση των μαθηματικών ως επιστήμης, για την ακρίβεια ως μιας ιδιαίτερης γλώσσας, που ασφαλώς δε μπορεί να εκφράσει τα πάντα (στα μαθηματικά μπορείς να πεις σ’ αγαπώ;) αλλά πολλές ιδέες, σχέσεις, ερωτήματα, αναλογίες, κλπ. Ο διάλογος είναι ουσιαστικός, γιατί απευθυνόμενος σ’ ένα παιδί, κι όχι σε ειδικούς, ο μαθηματικός/συγγραφέας εκμαιεύει απλές αλήθειες και τοποθετεί εξαρχής τα θεμέλια των μαθηματικών, επισημαίνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο και την ιδιαίτερη γοητεία τους.
Έτσι ξεκινά μια περιήγηση -ίσως λίγο εξειδικευμένου ενδιαφέροντος, αλλά πολύ συναρπαστική- στον «κόσμο» των μαθηματικών, ξεκινώντας από τη «γλώσσα» τους, που όταν είναι άσχημα διατυπωμένη (π.χ. 2+=) δεν είναι καν ψευδής, δεν έχει νόημα. Γίνεται λοιπόν αρχικά μια «απογραφή» των τύπων λέξεων που χρησιμοποιούνται στα μαθηματικά, των τύπων φράσεων αλλά και δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία του ορισμού («ληξιαρχική πράξη γέννησης ενός νέου αντικειμένου»):
Σελ.19:
-Σε αντίθεση με τους ορισμούς των λέξεων, οι μαθηματικοί ορισμοί δεν είναι απλώς περιγραφικοί αλλά άμεσα λειτουργικοί, δηλ δεν μπορούμε να χειριστούμε τα μαθηματικά παρά μόνο εάν γνωρίζουμε τους ακριβείς ορισμούς, λέξη προς λέξη, χρησιμοποιώντας όλες τις λέξεις που εμφανίζονται στον ορισμό. Να γιατί πρέπει να γνωρίζουμε κάθε ορισμό λέξη προς λέξη. Αρκεί να ξεχάσουμε μία μόνο λέξη και…
- …είναι εντελώς λάθος, και όχι λίγο λάθος. Αυτό ακριβώς δεν αντέχω!

Μαθαίνουμε αρχικά (στο πρώτο, εισαγωγικό κεφάλαιο) τα θεμελιώδη σύμβολα (πρώτο-πρώτο το «ίσον») αλλά και την …ιστορία τους- ώσπου τίθεται το μέγα ερώτημα:
-ΥΠΗΡΧΑΝ ΠΑΝΤΑ ΑΡΙΘΜΟΙ;
Με πολύ άμεσο, απλό και ουσιαστικό τρόπο, σ’ ένα διάλογο όπου ο ένας συμπληρώνει τον άλλον, τοποθετούνται έννοιες βασικές όπως ακέραιοι αριθμοί, διαφορά αριθμού-ψηφίου, τρόπος αρίθμησης (μ’ εντυπωσίασε ο όρος "αρίθμηση θέσης με μηδέν"), δυαδικό (και όχι μόνο) σύστημα, κλάσμα, δύναμη, ζυγοί/άρτιοι αριθμοί, πρώτοι αριθμοί, αρνητικοί κ.α. Παράλληλα με τη σημασία και τη λειτουργικότητα κάθε όρου δίνεται και η «ιστορία» του, ο τρόπος και η αναγκαιότητα γένεσής του, πράγμα ιδιαίτερα ενδιαφέρον.
Στις αριθμητικές πράξεις υπάρχουν τρεις βαθμίδες: πρόσθεση, πολ/σμός, δύναμη. Ένας πολ/σμός είναι μια σειρά προσθέσεων, μια δύναμη είναι μια σειρά πολ/σμών.
Ερωτήματα απλοϊκά αλλά θεμελιακά:
Γιατί ο πολ/σμός είναι ευκολότερος από τη διαίρεση;
• Γιατί η διαίρεση, που είναι πιο δύσκολη, είναι πιο σημαντική από τον πολ/σμό; (απ. Από τις 4 πράξεις, είναι ίσως εκείνη που παρέχει τα σημαντικότερα αποτελέσματα. Οι διαιρέτες παρέχουν πολύ περισσότερες πληροφορίες για τον αριθμό που διαιρούν απ’ όσες παρέχουν τα πολ/σια για τον αριθμό του οποίου αποτελούν πολ/σιο).
• Γιατί είναι σημαντικοί οι πρώτοι αριθμοί;
(δεν μπορώ να κρύψω τη γοητεία που μου προκαλεί η διαπίστωση ότι α) κάθε ακέραιος μπορεί να παραχθεί ως γινόμενο πρώτων αριθμών αλλά κυρίως : β) αν διαθέτω πρώτους αριθμούς, μπορώ να λάβω όλους τους ακέραιους)!
Το 12 και το 60 είναι «προνομιούχοι» αριθμοί (πολύ πειστική η εξήγηση)

Από τις παρατηρήσεις στις σχέσεις των αριθμών, περνάμε με ανάλογο τρόπο στη «γεωμετρία», όπου με αφορμή ότι δυο ευθείες μπορεί να μην είναι ούτε παράλληλες ούτε τεμνόμενες, διατυπώνεται η θεμελιώδης διαπίστωση ότι πρόκειται για ένα ωραίο παράδειγμα του πόσο απαραίτητο είναι να διευκρινίζουμε σε ποιο σύμπαν ισχύει η πρόταση που διατυπώνουμε. Η γοητεία συνεχίζεται κατά τον ίδιο τρόπο με την άλγεβρα, τα σημεία και τους δεσμούς, τα προβλήματα, τους συλλογισμούς. Στο τελευταίο κεφάλαιο, «Ο συλλογισμός», μ’ εντυπωσίασε το ότι δεν υπήρχαν ανέκαθεν ….θεωρήματα, αλλά στην αρχαιότητα ανήγγελλαν τ’ αποτελέσματα στα οποία είχαν καταλήξει, χωρίς να αναφέρουν το πώς (παρεμπιπτόντως, το θεώρημα είναι το ζευγάρι υπόθεση- συμπέρασμα –όχι μόνο το συμπέρασμα-, το οποίο είναι αληθές όταν κι η υπόθεση είναι αληθής). Επίσης, με εντυπωσίασε η συνεπαγωγή, που έχει τέσσερις πιθανότητες (αληθής> ψευδής , ψευδής >αληθής (!), αλλά όχι αληθής> ψευδής (!!)), όπως και η αρνητική συνεπαγωγή (τι …μαγεία!).
Όσο προχωρά το βιβλίο προς το τέλος, θαρρείς ωριμάζουν οι δυο συνομιλητές, και με ευχάριστο/ χιουμοριστικό τρόπο θέτουν και ζητήματα πιο «φιλοσοφικά», πιο ριζικά για το ρόλο των μαθηματικών στην ανθρώπινη σκέψη. Π. χ. :
Σελ.70:
(Λόλα) – Στα μαθηματικά όλα δικαιολογούνται, όλα έχουν μια αιτία.
- Αυτό τουλάχιστον πιστεύουν οι μαθηματικοί. Θέλουν να κατανοούν, να εξηγούν, να αιτιολογούν. Θα προτιμούσες μήπως ένα σύμπαν όπου δεν θα υπήρχε καμία εξήγηση για όσα θα συνέβαιναν;
- Προτιμώ ένα σύμπαν όπου δεν αιτιολογούνται τα πάντα. Αυτό δε σημαίνει ότι επιθυμώ να μην εξηγείται τίποτα.
- Η εξήγηση δεν καταργεί το θάμπωμα. Όταν λυθεί το μυστήριο, απομένει η ομορφιά, που είναι ακόμα μεγαλύτερη όταν γνωρίζουμε από πού πηγάζει κλπ.
Στις τελευταίες σελίδες, οι δυο «άνισοι» συνομιλητές (γι’ αυτό όμως ίσως ο διάλογος έχει ιδιαίτερη γοητεία) μιλούν για την ακρίβεια της μαθηματικής γλώσσας (που τόσο εκνευρίζει τη Λόλα), για τη χρησιμότητά τους, για την ομορφιά τους, καταλήγοντας ότι δε θα μπορούσαν να υπάρχουν πιο εκ διαμέτρου αντίθετοι από τη Λόλα και τον Ρέι!!
Είναι ένα βιβλίο πολύ κατάλληλο για παιδιά που αγαπούν τα μαθηματικά (ή που τ' αγαπούν... λίγο!), πάντως απευθύνεται σε ανθρώπους «μη ειδικούς». Σίγουρα, δεν προσφέρει «γνώσεις» σε κάποιον που γνωρίζει τα στοιχειώδη μαθηματικά, αλλά νομίζω ότι σύντομα και ουσιαστικά περιγράφει τη λειτουργία, το ρόλο που έχουν τα μαθηματικά στη ζωή μας, είτε το θέλουμε είτε όχι!

Χριστίνα Παπαγελή

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 12, 2008

893 λέξεις για "τα ΜΑΤ, οι κρανοφόροι" του Χρήστου Μπρατάκου

Το βιβλίο συζητήθηκε στη δεκαετία του ’80. Είναι η προσωπική μαρτυρία του συγγραφέα για τη θητεία του στην αστυνομία και κυρίως στο νεοσύστατο, τότε, σώμα των Μονάδων Αποκατάστασης Τάξης.
Ο νεαρός Χρήστος «αρπάζει» την ευκαιρία και με τη βοήθεια του οικογενειακού περιβάλλοντος εντάσσεται στις τάξεις της αστυνομίας. Είμαστε στο 1974, μεταπολίτευση. Η φίλη του Χρήστου έχει τις αντιρρήσεις της. «Χρήστο, η αστυνομία δεν είναι τυχαίο επάγγελμα, στο ξαναλέω... θα σου αλλάξει τη ζωή». «Σιγά.... σιγά, φόρα πήρες. πού βρισκόμαστε, στο Μεσαίωνα; Επειδή δείρανε παλιά το γέρο σου γιατί ήτανε κομμούνι στην αστυνομία το πήραμε σχοινί – κορδόνι μέχρι τώρα πέφτει ξύλο;» (σελ. 13)
Παράλληλα παρακολουθούμε και την ιστορία του Μίμη, που από την επαρχία θα βρεθεί και αυτός στην αστυνομία και στην Αθήνα. Κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης τους στη σχολή θα γίνουν φίλοι και θα ακούν μαζί τις συμβουλές των ανωτέρων τους. «Όταν βγαίνετε από τη σχολή στον έξω κόσμο, να είσαστε κόσμιοι. Πρέπει να το καταλάβετε ότι είσαστε οι αυριανοί αστυφύλακες. Να προσέχετε με ποιους κάνετε παρέα. Η Αθήνα δεν είναι σαν τα χωριά σας. Μακριά από πουτάνες, πούστηδες και κομμουνιστές». (σελ. 28) Η εκπαίδευση περιλαμβάνει και το καμάρι για το υπηρεσιακό περίστροφο που κουβαλάνε μαζί τους στις εξόδους. «Αισθάνονται όλοι συμπρωταγωνιστές του Αλαίν Ντελόν, στο έργο ‘‘για το τομάρι ενός μπάτσου’’». (σελ. 29)
Η απόσταση που χωρίζει το Χρήστο από τον παλιό του εαυτό είναι ήδη φανερή στη συνάντησή του με την πρώην φίλη του. Της τηλεφωνεί αυτός. «... την πεθύμησα, έχω και ανάγκη από μια καλή συζήτηση, γιατί μέσα στη σχολή όλο μαλακίες συζητάμε». (σελ. 30) Η κουβέντα τους αποδεικνύει ότι το χάσμα είναι αγεφύρωτο. «Τρεις μήνες έχεις εκεί μέσα και έγινες ίδιος μ’ αυτούς» (σελ. 32) του απαντά η Έλενα.
Η εκπαίδευση, και κυρίως η άτυπη, συνεχίζεται με το περίστροφο πάντα να αποτελεί το καμάρι. Παρακολουθούμε μια έξοδο για διασκέδαση σε λαϊκό κέντρο. «Γρίβα σε θέλει ο βασιλιάς. Παραγγελιά! .... Στην πίστα, Μυτιληνιός, Λαμιώτης, Κουτσός, πιασμένοι σύρουν το χορό. Από τα σακάκια τους ξεχωρίζουν τα μεγάλα Σμιθ Γουένσον, μπηγμένα στην πίσω τσέπη γιατί δεν έχουν θήκη». (σελ. 34)
Στη σελίδα 39 η ίδρυση της νέας υπηρεσίας, των ΜΑΤ, αναγγέλλεται στους εκπαιδευόμενους και σε αυτήν τελικά θα επιλεχθούν όλοι. Ο Χρήστος «ακολουθεί» αλλά ήδη μέσα του φαίνεται να λειτουργούν και άλλες σκέψεις. Συγκρούεται λεκτικά με τον αδελφό του που βλέπει τη μεταμόρφωσή του.
Από τη σχολή στο Τμήμα Τάξης. Τα περιστατικά που ζει οξύνουν μέσα του τις αντιθέσεις που βιώνει. Η ελαστική συνείδηση φαίνεται να έχει όρια. Προσφέρει καφέδες σε νεαρούς που πιάστηκαν για παράνομο ραδιοφωνικό σταθμό, «Γιατί ρε παιδιά δεν τους λέτε που είναι ο σταθμός; Αυτοί δε θα πάψουν να σας βαράνε μέχρι να το μάθουν» και δέχεται την οργή των ανωτέρων, «Ρε μαλακισμένο, πρόσφερες καφέδες στα κλεφτρόνια που δε μαρτυράνε;» (σελ. 56) και με το Μίμη συζητούν, «Α! Ξέχασα όταν τους βαράγανε το βράδυ τους έλεγαν – Είσαστε κομμούνια και οργανωμένοι, σας έχουμε δει σε διαδηλώσεις και κάτι τέτοια. Αυτοί ορκίζονταν στην μάνα τους ότι δεν είναι αναμιγμένοι πουθενά. – Πω! πω! τι γίνεται ρε Μίμη. Δηλαδή οι ασφαλίτες δικάσανε, καταδικάσανε και εκτελέσανε. – Αυτά να τα βλέπεις εσύ ρε μαλάκα που έκανες τον πονηρό στη σχολή, περί Δημοκρατίας». (σελ. 59) Τα ΜΑΤ μοιάζουν διέξοδος για το Χρήστο «Αργούν να γίνουν και τα ΜΑΤ για να φύγουμε από δω». (σελ. 59)
Η εκπαίδευση των ΜΑΤ περιλαμβάνει τρέξιμο, σκοποβολή, εκμάθηση εξάρτυσης και συνθήκες δακρυγόνων και «μάχης». Η υπηρεσία στα ΜΑΤ γίνεται με οκτάωρα σε διάφορα καίρια σημεία της Αθήνας. Πλησιάζει η επέτειος του Πολυτεχνείου 1976. Οι αστυφύλακες παρακολουθούν ανάλογη εκπομπή για τα γεγονότα. «– Έλα ρε ψηλέ, δέκα φορές την έχουμε δει τη μαλακία στην τηλεόραση, δεν τη βαρέθηκες. – Ρε Μίμη, άραγες αυτός ο νεαρός στην πύλη σκοτώθηκε; - Μπα αυτοί είναι τσακάλια και μετά αφού είδε το τανκ, ο μαλάκας τι τόπαιζε ήρωας;» (σελ. 70)
Η ανάγνωση του βιβλίου δε μπορεί να υποκατασταθεί από την παρουσίασή του εδώ. Η αξία του δε βρίσκεται στις λογοτεχνικές αρετές του για τις οποίες πολλές ενστάσεις θα είχε κάποιος. Η αξία του παραμένει μοναδική ως προσωπικής μαρτυρίας.
Η εκπαίδευση, τα οκτάωρα, τα γήπεδα, η «προσωπική» ζωή, οι συζητήσεις μεταξύ των αστυφυλάκων, οι ασκήσεις ετοιμότητας, οι κλούβες, η αναμονή μέσα στις κλούβες, η σωματική εξάντληση, η αντιμετώπιση από τους ανώτερους, το ξύλο, ο υπερβάλλων ζήλος, η διοίκηση και η συνείδηση του Μίμη της οποίας η ελαστικότητα έχει τα όριά της. Όλα αυτά διαγράφονται πίσω από τις γραμμές του κειμένου. Παρακολουθούμε τη σκέψη του συγγραφέa στη σελ. 101. «Η πολιτεία έχει δώσει στο αστυνομικό όργανο όπλο και εξουσία που συνήθως γίνεται ‘‘εξουσία’’ για εκτόνωση του οργάνου. Με θλιβερά και πολύ επιζήμια αποτελέσματα, σε βάρος του λαού όπως ξυλοδαρμοί στους δρόμους σε νεαρούς που αντιμίλησαν, σ’ αυτούς που έφεραν για εξακρίβωση στο τμήμα ή σ’ αυτούς που πιάσανε σε λέσχες, σ’ αυτούς που πιάσανε με μηχανάκια. Και εύκολα υπάρχει η δικαιολογία: Αυτοί είναι αλήτες, θέλουνε ξύλο. Λάθος, είναι απλώς νεολαία με τα δικά της ξεσπάσματα».
Φτάνουμε στο Νοέμβριο 1980. Τα γεγονότα αυτού του μήνα είναι γνωστά, το ενδιαφέρον τους εδώ βρίσκεται πάντα στην οπτική που καταγράφονται από έναν αστυφύλακα των ΜΑΤ. Οι πρωτοσέλιδοι τίτλοι: «Μία νεκρή, ένας βαριά και δεκάδες τραυματίες» Και «o Χρήστος πάνω σ’ ένα άδειο γραφείο συμπληρώνει μια κόλα διαγωνισμού: ‘‘Λαμβάνω την τιμή να παρακαλέσω υμάς όπως ευαρεστούμενοι μοι δεχθείτε την παραίτησίν μου’’».

Μπορείτε να βρείτε το βιβλίο ΕΔΩ, όπου ακολουθώντας τον υπερσύνδεσμο στο τέλος του κειμένου το «κατεβάζετε» από το rapidshare

Τρίτη, Δεκεμβρίου 09, 2008

376 λέξεις για τη Γραμματική της Ποντιακής του Κ. Τοπχαρά

Μια γραμματική διαφορετική από τις άλλες. Όχι ως προς το χαρακτήρα της γιατί είναι μια κανονιστική γραμματική αλλά ως προς τις προτάσεις γραφής. Αποτελεί μια απλουστευμένη πρόταση σχετικά με την ορθογραφία και ταυτόχρονα είναι ντοκουμέντο – σταθμό στη συζήτηση για τα ζητήματα της γλώσσας.
Κυκλοφόρησε στη Σοβιετική Ένωση ως «Γραματικί τίς νέο-ελινικις γλοςας» (Ροστόβ-Ντον 1928, 1932 για να χρησιμοποιηθεί ως Γραμματική της σχολικής γλώσσας της ελληνικής μειονότητας στη Ρωσία. Στο εισαγωγικό σημείωμα της σύγχρονης έκδοσης ο Βασίλειος Δ. Φόρης δίνει τα ιστορικά στοιχεία της αρχικής έκδοσης και της φωτοτυπικής επανέκδοσής της. Η συγκεκριμένη γραμματική έρχεται να καλύψει την ανάγκη διδασκαλίας της ποντιακής διαλέκτου στα ελληνόπαιδα της Σοβιετικής Ένωσης, σύμφωνα με απόφαση του 16ου Συνεδρίου του Κ.Κ.Σ.Ε. για τη διδασκαλία της γλώσσας κάθε εθνότητας. Το εγχειρίδιο, λοιπόν, είναι ιδεολογικά τοποθετημένο. Στον πρόλογό του αναφέρεται η σκοπιμότητά του συνδυασμένη με την πολιτική του Σοβιετικού καθεστώτος.
Είναι γραμμένο στην ποντιακή διάλεκτο και αφορά την ποντιακή διάλεκτο. Χρησιμοποιεί το ελληνικό αλφάβητο τροποποιημένο ώστε κάθε ήχος να αντιστοιχεί σε ένα γράμμα. Είμαστε υποχρεωμένοι να εξετάσουμε τη συγκεκριμένη γραμματική σε σχέση με τις κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες που τη γέννησαν. Επί της ουσίας όλα τα ζητήματα της γλώσσας πρέπει να εξετάζονται σε σχέση με τους εξωγλωσσικούς παράγοντες που τα προσδιορίζουν.
Το ενδιαφέρον εδώ είναι πιο σύνθετο. Αποτελεί πρόταση γραφής μιας διαλέκτου που μιλιέται αποκομμένη από την κοινή νεοελληνική και σε συνθήκες διαφορετικές από αυτές που επικρατούν εκεί όπου η νεοελληνική είναι κυρίαρχη. Η χρήση της διαλέκτου, τόσο προφορικά όσο και γραπτά, έχει τις δυσκολίες που προέρχονται από το κυρίαρχο αλλόγλωσσο περιβάλλον. Ίσως θα ήταν ματαιοπονία η εμμονή σε μια «ορθογραφημέμη» γραφή της ποντιακής διαλέκτου με αποτελέσματα πολύ φτωχότερα από ότι η πρόταση φωνητικής γραφής.
Προφανώς η ύπαρξη διαλέκτων είναι ένδειξη πλούτου μιας γλώσσας και ταυτόχρονα πηγές που την τροφοδοτούν. Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε με τον ίδιο τρόπο και μία διαφορετική γραφή της κοινής γλώσσας. Δηλαδή εδώ, μια συνεπή φωνητική εκδοχή της γραφής της. Δεν πρόκειται για περιπτωσιακή ανορθογραφία αλλά για ένα συγκροτημένο σύστημα – πρόταση διαφορετικής ορθογράφησης. Ή πρέπει να την αντιμετωπίσουμε ως τερατώδες λάθος;
Νομίζω ότι, αναμφίβολα, μέσα στο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο που γεννήθηκε, η γραμματική του Τοπχαρά έχει θετικό αντίβαρο.
Εκείνο που τίθεται ως ζήτημα προς συζήτηση είναι ή θα έπρεπε να είναι η εξέταση του ορθού τρόπου γραφής και της νεοελληνικής.
(μπορείτε να πάρετε μια ιδέα για τη γραμματική του Τοπχαρά κάνοντας κλικ ΕΔΩ)

Ένα κείμενο για τη γραμματική και με αφορμή αυτήν στο http://www.antibaro.gr/national/dhmhtriadhs_pontiaka.php

Κυριακή, Δεκεμβρίου 07, 2008

825 λέξεις για τους δέκα μύθους για την ελληνική γλώσσα

Το βιβλίο μου δημιούργησε αντίθετα συναισθήματα. Το χάρηκα για τη διαύγεια, την πολύπλευρη προσέγγιση, τη σαφήνεια των νοημάτων και της οπτικής του. Από την άλλη με στενοχώρησε η αναγκαιότητα τέτοιων κειμένων. Όσα καταγράφονται μοιάζουν λογικά αυτονόητα, όμως ο γλωσσικός νεοσυντηρητισμός επιβάλει τις στρεβλώσεις του και γίνεται κυρίαρχος ως ιδεολογία που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και την πρακτική. Ο Γιάννης Χάρης στην εισαγωγή διαπιστώνει ότι οι μύθοι αυτοί όταν δεν αποτελούν συγκροτημένη ιδεολογία εξαπλώνονται εξαιτίας συγκινησιακών παραγόντων και δεσμών. Τα κείμενα αυτά είναι όπλα απέναντι σε αυτές τις στρεβλώσεις.
1. Η αρχαία ελληνική μυθοποιείται και ανάγεται σε πρότυπο και αξιολογικό μέτρο σύγκρισης με τη νεοελληνική. Αυτό γίνεται με την ταύτιση γλώσσας και γραμματείας. Δηλαδή μια υψηλή γλώσσα παράγει υψηλά έργα. Όμως γλώσσα και γραμματεία (λογοτεχνική παραγωγή κλπ) δεν ταυτίζονται.
2. Η φορμαλιστική αντίληψη της ετυμολογίας στοχεύει να παρουσιάσει την ελληνική γλώσσα ως ενιαία, ακόμα και, από τα μυκηναϊκά χρόνια ως σήμερα. Αυτό όμως που συμβαίνει και αποσιωπάται είναι ότι έχουμε επανεισαγωγή λέξεων δηλαδή δάνεια από την αρχαία γλώσσα για να αποδοθούν νεότερες ευρωπαϊκές έννοιες – δάνεια. Αυτό που ονομάζεται δισυπόστατος δανεισμός. Κατά τον τρόπο αυτό οι λέξεις απομακρύνονται από την αρχική τους σημασία και η εκμάθηση των αρχαίων γίνεται δυσκολότερη για τους νεοέλληνες. Άλλη μια στρέβλωση της προσπάθειας να αναχθεί η νεοελληνική στην αρχαία και να συντηρηθεί το ιδεολόγημα και η ψευδής εικόνα προέλευσης του λεξιλογίου από την αρχαία γλώσσα.
3. Η δημοτική γλώσσα είναι αυτόνομη και πλήρης ως εργαλείο και είναι παράλογη η επιχειρούμενη εξάρτησή της από την αρχαία. Δε χρειάζεται να ξέρει κάποιος αρχαία ελληνικά για να μιλήσει ή να μελετήσει τη νεοελληνική. Η εξάρτηση της ομιλούμενης γλώσσας από την αρχαία έχει την εξήγησή της στις προκαταλήψεις και τους προϊδεασμούς που αναπτύχθηκαν μέσα στην ιστορία. Ο αττικισμός, η αντίληψη φθοράς και παρακμής της γλώσσας που απομακρύνεται από το αρχαίο πρότυπο, η καθαρεύουσα. (και… «η καλλιέργεια – στην εκπαίδευση – της αρχαιογνωσίας (γλωσσικής και άλλης) θα αποκτήσει νόημα – για το παρόν – μόνο εάν απαλλαγεί από τον προσκυνηματικό φορμαλισμό με τον οποίο έχει ιστορικά συνδεθεί».)
4. Σχετικά με τη φθορά και την αλλοίωση της γλώσσας η ψύχραιμη και επιστημονική ματιά διαπιστώνει ότι αυτή ακριβώς η εξέλιξη της γλώσσας είναι η δύναμή της. Είναι το χαρακτηριστικό της εκείνο που την καθιστά το μόνο κοινωνικό φαινόμενο που αντέχει στο χρόνο. Η γλώσσα αναγκαστικά αλλάζει επειδή πρέπει να εξυπηρετήσει τις νέες ανάγκες επικοινωνίας. Ενδιαφέρον έχει να μελετήσουμε πώς εμφανίζεται η παράλογη θρηνητική αντίληψη στην κοινωνία ότι έχουμε παρακμ΄η και κίνδυνο εξαφάνισης της γλώσσας.
5. Τα λάθη στη χρήση της γλώσσας πολλές φορές δεν είναι κάτι τόσο τραγικό, όσο παρουσιάζεται. Πολλές φορές η αιτία βρίσκεται στις συνθήκες έκφρασης και δε σημαίνει άγνοια της γλώσσας. Άλλες φορές, κάποια από αυτά είναι εντός του γλωσσικού συστήματος (έτρεξα το πρόγραμμα, διέρρευσε την είδηση, πιο καλύτερα). Η μελέτη αυτών των λαθών μπορεί να βοηθήσει την καλύτερη κατανόηση του γλωσσικού συστήματος.
6. Κάθε ομιλούμενη γλώσσα δανείζεται λέξεις από άλλες γλώσσες. Αυτό δεν είναι σημάδι φθοράς ή παρακμής, ούτε αλλοίωσης των δομών της. Η αγγλική δανείστηκε από τη γαλλική περίπου το 60% των λέξεών της. Αυτό δεν την αλλοίωσε ώστε να καταταχθεί και αυτή στης ρομανικές γλώσσες. Αν η ελληνική περιέχει σε ποσοστό 5% λέξεις δάνεια από την αγγλική αυτό εξηγείται από την πολιτική και οικονομική κυριαρχία των αγγλόγλωσσων κρατών η οποία προηγείται της γλωσσικής κυριαρχίας.
7. Η «γλώσσα των νέων» που επαναλαμβανόμενα γίνεται αντικείμενο κριτικής και φοβικών διαπιστώσεων είναι κάτι που σαφώς συνιστά πλούτο της ελληνικής. Και πολύ απλά: η «γλώσσα των νέων» δεν είναι τα ελληνικά των νέων αλλά μία γλωσσική ποικιλία που χρησιμοποιείται συγκυριακά.
8. Σχετικά με την ιστορική ορθογραφία, είναι φανερό ότι ορθογραφικό λάθος δεν υπάρχει στις γλώσσες που υιοθετούν φωνητικό σύστημα γραφής. Η γραφή της νεοελληνικής χαρακτηρίζεται από δύσκολους κανόνες και παραλογισμούς (όπως ο τονισμός συμφώνου π.χ αύριο). Τα αιτήματα απλοποίησης της γραφής συναντούν αντιδράσεις κυρίως εξαιτίας της εσφαλμένης ταύτισης γλώσσας και γραφής. Η ιστορική ορθογραφία δεν είναι ιερή αλλά σχετική και συζητήσιμη. Ακόμα και οι υπερασπιστές του πολυτονικού συστήματος έχουν εξοβελίσει τη βαρεία… (μπορείτε μα βρείτε το άρθρο ΕΔΩ)
9. Η προτεραιότητα του γραπτού λόγου ουσιαστικά τονίζεται για να αποφευχθεί η ταύτιση γλώσσας και γραπτού λόγου ο οποίος παρέχει μια σταθερή οπτική εικόνα της γλώσσας. Επίσης επιτρέπει την τυποποίησή της και τη σύνταξη γραμματικών και λεξικών. Στην ουσία γραφή και φωνή είναι δύο διαφορετικά «μέσα» της γλώσσας που σε πολλές περιπτώσεις εξυπηρετούν διαφορετικές ανάγκες.
10. Η αξιολογική κατάταξη των γλωσσών δεν είναι δυνατή. Όπως δεν υπάρχουν ανώτερες φυλές, έτσι δεν υπάρχουν και ανώτερες γλώσσες. Υπάρχουν διαπιστωμένα χαρακτηριστικά για κάθε γλώσσα. Έτσι κάθε γλώσσα καλύπτει επαρκώς τις ανάγκες της κοινότητας που τη χρησιμοποιεί, ανεξάρτητα από πολιτισμικό επίπεδο είναι εξίσου πολύπλοκη και εξελιγμένη, βασίζεται σε συνδυασμό μονάδων – ήχων χωρίς νόημα και οργανώνεται με κανόνες και νόμους. Οι διαφορές διαπιστώνονται ως προς το λεξιλόγιο, αλλά κάθε γλώσσα έχει τους παραγωγικούς μηχανισμούς για να αναπτύξει και να δημιουργήσει λεξιλόγιο αν αυτό χρειαστεί.
Ξαφνιάζουν ευχάριστα τα αποσπάσματα από κείμενα του Εμμανουήλ Ροΐδη που παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου. (Τα κείμενα που αποτελούν το βιβλίο είχαν δημοσιευτεί στη εφημερίδα Τα Νέα στις 16 Σεπτεμβρίου 2000)
(μπορείτε να βρείτε το βιβλίο κάνοντας κλικ ΕΔΩ)


Σάββατο, Δεκεμβρίου 06, 2008

453 λέξεις για το λαογραφικό σφακιανό λεξικό του Κανάκη Ι. Γερωνυμάκη

Γιατί να γίνει λόγος για ένα λεξικό; Αυτό το ερώτημα ήρθε ασυναίσθητα και ακολούθησε το: τι να γράψει κανείς για ένα λεξικό;
Η επιθυμία να μιλήσω για αυτό δημιουργήθηκε εξαρχής. Διαφοροποιείται από τα άλλα γιατί κατ’ ουσίαν δεν είναι λεξικό. Καταχρηστικά ονομάζεται έτσι. Αποτελεί συλλογή λέξεων μιας διαλέκτου της οποίας ο συγγραφέας είναι φυσικός ομιλητής. Καταχρηστικός είναι ο τίτλος στο σύνολό του. Δεν είναι ένα πλήρες λεξικό της γλώσσας που μιλιέται στα Σφακιά. Ακόμη, πολλές από τις λέξεις που περιλαμβάνει δε χρησιμοποιούνται μόνο στα Σφακιά, ούτε μόνο στην Κρήτη. Πιο συγκεκριμένα, οι εννιακόσιες – περίπου – λέξεις που περιλαμβάνει προφανώς δεν αποτελούν το σύνολο αυτών που χρησιμοποιούνται. Κατά δεύτερο λόγο σε αυτές περιλαμβάνονται λέξεις όπως οι παρακάτω που σταχυολογώ τυχαία: λίγδες (ακαθαρσίες), τσάκνα (ξερά χόρτα), ριζικό (τυχερό), κουρά (κούρεμα), άπραχτος (που δεν πέτυχε την αποστολή του). Δεν είναι σαφές γιατί καταγράφονται ως λέξεις της σφακιανής διαλέκτου εφόσον είναι κοινές σε πολλά μέρη της Ελλάδας και μάλιστα περιλαμβάνονται σε λεξικά της νεοελληνικής. (Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1998). Κατά συνέπεια το συγκεκριμένο «σφακιανό λεξικό» ούτε πλήρες είναι, ούτε περιλαμβάνει λέξεις που χρησιμοποιούνται μόνο στα Σφακιά. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση.
Όμως πίσω από αυτή την ερασιτεχνική προσπάθεια και έκδοση κρύβεται αγάπη για τη γλώσσα. Ο συγγραφέας σημειώνει με αστερίσκο τις λέξεις «που έχουν ήδη αποβληθεί από την τοπολαλιά». Μερικά παραδείγματα: απαταχλή (δεν ακούγεται τίποτα σχετικό), αποπανωθιός (επιπλέον, από πάνω), αρμόνα (δυνατός αέρας από τη θάλασσα που μεταφέρει σταγόνες), γλυκοσάλιση (ευχαρίστηση), λαλίνια (ξύλινα παπούτσια) κλπ. Βέβαια δεν έχουμε συστηματική προσπάθεια να καταγραφεί ο γλωσσικός πλούτος, αλλά έχουμε ένα βιβλίο που μπορεί να γίνει πηγή για μια τέτοια προσπάθεια.
Παράλληλα, είναι πολλά τα λαογραφικά στοιχεία που «κουβαλούν» οι λέξεις και έτσι καταγράφονται και αυτά. Από τις λέξεις με αστερίσκο και τις σημασίες που δίνονται: η κουμούρι: όπως λιχνούσαμε, αλλού πήγαινε ο καρπός και αλλού τα άχερα, μα και μια σκόνη που την έπαιρνε ο αέρας πολύ πιο πέρα, αυτή τη λέγαμε κουμούρι, η λεπίδα: είναι το ειδικό αργιλόχωμα που βάζαμε στις χωματοστέγες για να το περνά δυσκολότερα το νερό, η λοτζέτα: το δώμα χαμηλότερου σπιτιού που είναι η αυλή του ψηλότερου, το όργο: όταν οι άνθρωποι στη σειρά σκάβανε ή θερίζανε, όσο τομέα είχε ο καθένας λέγαμε ότι αυτό ήταν το όργο του, ψωμομαντήλα: ένα καθαρό πανί που σκέπαζαν το ψωμί άμα το ζύμωναν και το άφηναν κάμποση ώρα πριν το φουρνίσουνε, για να πάρει ανέβαση. Βλέπουμε καθαρά ότι μαζί με έναν κόσμο που χάνεται, χάνονται και οι λέξεις που τον περιγράφουν.
Αυτή η γοητεία του παρελθόντος έρχεται να προστεθεί στην αγάπη για τη γλώσσα και να προσθέσει στην αξία του βιβλίου. Τριάντα δύο σκίτσα περιλαμβάνονται στις τελευταίες σελίδες, οπτικοποιούν τη ζωή στα Σφακιά και συνοδεύονται με υπομνήματα με τις λέξεις που ονομάζουν κάθε αντικείμενο.

Κυριακή, Νοεμβρίου 30, 2008

Το σπίτι και ο κόσμος, Ραμπιντράναθ Ταγκόρ

δεν μπορούσε να καταλάβει πως εγώ θεωρούσα αδυναμία
κάθε επιβολή δύναμης
Ποιητής, συγγραφέας αλλά και φιλόσοφος, ο Ινδός Ραμπιντράναθ Ταγκόρ, μεγάλη μορφή του 20ου (βασικά) αι., δίνει ένα μυθιστόρημα με λυρισμό κι εσωτερικότητα, αλλά εντέλει φιλοσοφικής διάστασης. Πρόκειται για ένα έργο καθαρά «πνευματικό», κι αυτό γιατί ένας από τους πρωταγωνιστές, ο πιο σημαντικός κατά τη γνώμη μου, ο Νίκιλ, αγωνίζεται για να έχει τη δύναμη ν’ αντέξει τη θεά της αλήθειας στην τρομακτική της γύμνια (σελ. 36), γιατί το να προσκολλάσαι σε κάτι ψεύτικο σα να ήταν αληθινό, είναι σα να στραγγαλίζεσαι με τα ίδια σου τα χέρια (σελ. 151) και γιατί η ελευθερία είναι το υπέρτατο αγαθό για τον άνθρωπο. Η ελευθερία η εσωτερική. Η αναζήτηση της ελευθερίας ως πνευματικής αξίας είναι και το κεντρικό θέμα, και δευτερευόντως δοκιμάζεται το νόημα άλλων αξιών όπως αλήθεια, πραγματικότητα, αγάπη· αλλά δεν πρόκειται –φυσικά- για θεωρητικό κείμενο. Υπάρχει πλοκή, δράση, συναισθήματα, αντιθέσεις, συγκρούσεις. Το λυρικό και ποιητικό ύφος αποτρέπει από το να γίνει το έργο φιλοσοφικό δοκίμιο. Ο λυρισμός, το συναίσθημα, η αντίφαση, το «πάθος» είναι αδιαίρετα συνυφασμένα με τη συνειδητοποίησή τους και την εκλογίκευσή τους- είναι το πνεύμα της ανατολής, τόσο ακατανόητο στον δυτικό ορθολογικό νου.
Οι δύο ήρωες, ο Νίκιλ και ο Σαντίπ, πολύ ισχυρές προσωπικότητες κι οι δυο, εκπροσωπούν δυο δυνάμεις αντίθετες που χαρακτηρίζουν και τις σχηματιζόμενες τάσεις στην κοινωνία της αγγλοκρατούμενης Ινδίας. Ανάμεσα στέκει η γυναίκα του Νίκιλ, η Μπιμάλα, φορέας της παράδοσης, της χωρίς αμφισβητήσεις συντήρησης (αλλά και χωρίς ιδιαίτερο φανατισμό, έτοιμη να αποτινάξει κάθε ζυγό μπροστά στη σαγήνευση του θηλυκού στοιχείου) που διχάζεται και βασανίζεται από την εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στους δυο κόσμους. Τους δυο αντίθετους κόσμους που εκπροσωπεί ο Νίκιλ και ο Σαντίπ.
Οι αφηγητές είναι τρεις, τρεις λοιπόν «ιστορίες», όπως επιγράφονται και τ΄αντίστοιχα κεφάλαια: η ιστορία του Νίκιλ, η ιστορία της Μπιμάλα και η ιστορία του Σαντίπ που εναλλάσσονται, και στις οποίες εκφράζει ο καθένας με τη σειρά του τις μύχιες σκέψεις και τα συναισθήματα στις εκάστοτε περιστάσεις. Χαρακτηριστικό και των τριών (κυρίως όμως των δυο πρώτων) είναι οι έντονες αντιφάσεις που βιώνουν, ο ενθουσιασμός αλλά και ο δισταγμός στις επιλογές τους, η διαφορετική δύναμή τους και ταυτόχρονα η αδυναμία τους.

Το σπίτι του τίτλου, είναι το σπίτι του Νίκιλ και της Μπιμάλα: είναι εκσυγχρονισμένο, αλλά μπορεί κανείς να διακρίνει και να θαυμάσει την ινδική «κουλτούρα»: τη λεπτότητα, την ομορφιά, την ευγένεια, τη διακριτικότητα.
Ο άντρας μου δε μπορούσε να καταργήσει τελείως τις παμπάλαιες συνήθειες που διατηρούσε η οικογένειά μας. Έτσι, μας ήταν δύσκολο να συναντιόμαστε όποια ώρα της μέρας θέλαμε. Εγώ ήξερα ακριβώς την ώρα που θα μου ερχόταν κι έτσι η συνάντησή μας είχε όλη τη φροντίδα της ερωτικής προετοιμασίας. Ήταν σαν τη ρίμα στο ποίημα· έπρεπε να περάσει από το μονοπάτι του μέτρου.
Και, (σελ.8):
Γνωρίζω καλά από εμπειρίες των παιδικών μου χρόνων ότι η αφοσίωση είναι η ίδια η ομορφιά στην πιο λεπτή της έκφραση. Όταν η μητέρα μου τακτοποιούσε τα διάφορα φρούτα, που είχε η ίδια ξεφλουδίσει με τα γεμάτα φροντίδα χέρια της, στο λευκό πέτρινο πιάτο, και κουνούσε απαλά τη βεντάλια για να διώχνει τις μύγες ενώ ο πατέρας μου έτρωγε, η υπηρεσία της αυτή μετουσιωνόταν σε μια ομορφιά που πήγαινε πέρα από τις εξωτερικές μορφές. Ακόμα και σαν παιδί ένιωθα καθαρά τη δύναμη αυτής της ομορφιάς. Ήταν πέρα από συζήτηση, αμφιβολία, υπολογισμό: ήταν καθαρή μουσική.
Να η δύναμη της Μπιμάλα: η ομορφιά της αφοσίωσης. Όμως ο Νίκιλ δε θέλει την τυφλή αυτή αφοσίωση, θέλει να βγάλει τη γυναίκα του από την «πούρντα» (παραπέτασμα), να την τραβήξει στην καρδιά του έξω κόσμου και ν’ αντικρύσει την πραγματικότητα. Γιατί τώρα δεν ξέρει τι έχει ούτε τι θέλει (σελ. 15).
Είναι η εποχή της εξέγερσης κατά των Άγγλων και στην πόλη έρχεται ο Σαντίπ, φίλος του Νακίλ, να κηρύξει το Σβάντεσι. Η γοητεία που ασκεί στην Μπιμάλα την κάνει τολμηρή- ο Σαντίπ φιλοξενείται στο σπίτι τους και ο Νακίλ παρακολουθεί τον εκμαυλισμό της γυναίκας του, πιστός στην αρχή του ότι «για να δεις έναν άνθρωπο ν’ αποκαλύπτεται ελεύθερα στην αλήθεια, πρέπει να παραιτηθείς από τα συμβατικά δικαιώματα πάνω του».
Σελ. 92
Τούτη η κραυγή του πόνου πρέπει να σιγήσει μέσα μου. Όσο εγώ συνεχίζω να υποφέρω, η Μπιμάλα δε θ’ αποκτήσει ποτέ αληθινή ελευθερία. Πρέπει να την απελευθερώσω ολότελα, γιατί αλλιώς ούτε κι εγώ θα ελευθερωθώ ποτέ απ’ την αναλήθεια.
Αυτό το πάθος της αλήθειας οδηγεί στην αυταπάρνηση ( η μόνη δύναμη που εγώ πιστεύω είναι η δύναμη της αυταπάρνησης – Τότε λοιπόν, φώναξε ο Σαντίπ, σ’ ενθουσιάζει, καθώς φαίνεται, η δόξα της χρεωκοπίας.- Ναι, σαν το κλωσσόπουλο που απολαμβάνει τη χρεωκοπία του κελύφους του. Το κέλυφος είναι μια πραγματικότητα, που το κλωσσόπουλο εγκαταλείπει σαν αντάλλαγμα για το άυλο φως και τον αέρα. Θλιβερή ανταλλαγή κατά τη γνώμη σου, αν δεν απατώμαι)
Δεν μπορούσε να καταλάβει πως εγώ θεωρούσα αδυναμία κάθε επιβολή δύναμης. Μόνο οι αδύναμοι τολμούν να μην είναι δίκαιοι.
Όμως, η ανωτερότητα της ηθικής του Νίκιλ δεν τον κάνει μονοδιάστατο. Παλεύει με τον εαυτό του, με τη θλίψη του – νιώθει και αδύναμος (κάποτε πίστευα πως μπορούσα ν’ αντέξω οτιδήποτε), και- κυρίως- αμφιβάλλει για τον εαυτό του (σελ. 228, αρχίζω να υποψιάζομαι πως υπήρχε πάντα μέσα μου μια φλέβα τυραννικότητας- ένας δεσποτισμός στην επιθυμία μου να δώσω στη σχέση μου με την Μπιμάλα μια σκληρή, ξεκάθαρη, τέλεια μορφή).
Και, σελ. 229:
Άνθρωποι σαν εμένα, που διακατέχονται από μια ιδέα, δεν μπορούν να συνεννοηθούν παρά μονάχα μ΄εκείνους που συμφωνούν μαζί τους. Οι άλλοι, για να τα έχουν καλά μαζί τους, αναγκάζονται να τους εξαπατούν.
Σελ. 36:
Για ποιο λόγο αγωνιώ να σώσω την περηφάνεια μου; Τι πειράζει να ομολογήσω ότι μου λείπει κάτι; Μπορεί να είναι εκείνη η δύναμη πέρα από λογική που αγαπούν οι γυναίκες να βρίσκουν στους άντρες. Μα η δύναμη είναι μόνο απόδειξη ανδρισμού;
Σελ. 37:
Τόσο ματαιόδοξος ήμουνα που νόμιζα ότι είχα τη δύναμη ν’ αντέξω τη θεά της αλήθειας στην τρομακτική της γύμνια. Ήταν σαν να προκαλούσα το πεπρωμένο. Ωστόσο εξακολουθώ να παραμένω πιστός στην περήφανη απόφασή μου να βγω νικητής από τη δοκιμασία.
Σελ. 65:
Αν η καρδιά μου πάει να σπάσει- καλύτερα να σπάσει! Δεν χάθηκε ο κόσμος- ούτε κι εγώ· γιατί ο άνθρωπος είναι πολύ μεγαλύτερος από τα πράγματα που χάνει στη ζωή του.(…) Δεν πρέπει ούτε στιγμή να σκεφτώ πως η ζωή μου χάνει την αξία της εξαιτίας κάποιου κακού που τυχαίνει να με βρει. Η πλέρια αξία της ζωής δεν πρέπει να θυσιαστεί ολόκληρη για ν’ αγοραστεί ο στενός σπιτικός μου κόσμος.

Ο Νίκιλ δεν ξεχωρίζει μόνο για τη στάση του απέναντι στη Μπιμάλα, αλλά και για την αντίθεσή του στην έξαρση του εθνικισμού που χαρακτηρίζει την εποχή (ντρέπομαι να χρησιμοποιώ υπνωτικά πατριωτικά κηρύγματα). Η Βεγγάλη όλη παραληρεί από εκδηλώσεις και διαδηλώσεις (όπου πρωτοστατεί ο Σαντίπ) και που φτάνουν σε όρια παροξυσμού (σελ. 37, η δικιά μου απόφαση ήταν να μην κάνω ποτέ το καθήκον μου μ’ εξαλλοσύνη και παραφορά, μεθυσμένος από το φλογερό ποτό της έξαρσης. Ξέρω πως η Μπιμάλα δεν μπορεί να με σεβαστεί γι’ αυτό, γιατί παίρνει τους ηθικούς δισταγμούς μου γι’ αδυναμία- κι είναι πολύ θυμωμένη μαζί μου που δεν βγαίνω στους δρόμους να φωνάζω έξαλλος Μπάντε Ματάραμ). Αποκορύφωμα αυτού του εθνικιστικού παροξυσμού ήταν η απαίτηση του Σαντίπ από τη Μπιμάλα να «εξασφαλίσει» (κλέβοντας απ’ο τον άντρα της) 6.000 ρουπίες για την επανάσταση. Ήδη ο έρωτάς του (πολύ λυρικά δοσμένος…) της έχει πάρει τα μυαλά· έτσι βλέπουμε την άλλη δύναμη, την εκμαυλιστική του Σαντίπ, να διεκδικεί ανταγωνιστικά την πλήρη (ερωτική και ηθική) παράδοση της Μπιμάλα, της γυναίκας, του θηλυκού στοιχείου.

Αλλά και ο Σαντίπ είναι δύναμη:
Σελ. 41:
Κάθε άνθρωπος έχει φυσικό δικαίωμα να κατέχει, κι επομένως η απληστία είναι κάτι φυσικό. Δεν είναι στη σοφία της φύσης να βρίσκουμε ευχαρίστηση στη στέρηση. (…) Να ντραπώ; Όχι, καθόλου. Ποτέ στη ζωή μου δεν ένιωσα ντροπή. Ζητάω εκείνο που επιθυμώ, και δεν περιμένω πάντα να το ζητήσω για να το πάρω.
Σελ. 62 (για τον Νίκιλ):
Δεν έχει την ψυχική δύναμη να καταλάβει πως το να παραδέχεται ένα λάθος είναι το μεγαλύτερο απ’ όλα τα λάθη. Είναι τυπικό παράδειγμα του πώς οι ιδέες ανοίγουν το δρόμο προς την αδυναμία.
Σελ. 115:
«Δε θα παρουσιαστείς ως μάρτυρας ότι έκαψαν το εμπόρευμα αυτού του ανθρώπου;» (η ανάγκη ενίσχυσης της ντόπιας παραγωγής οδηγούσε τους εθνικιστές σε ακρότητες, όπως να καταστρέφουν εμπορεύματα από το εξωτερικό, χωρίς αποζημίωση, με αποτέλεσμα να καταστρέφονται οικογένειες)
Ο Σαντίπ χαμογέλασε. «φυσικά και θα παρουσιαστώ», είπε. «Μόνο που θα είμαι απ’ την άλλη πλευρά».
«Τι εννοείς», φώναξα, «πως θα είσαι μάρτυρας από τούτη κι όχι από την άλλη πλευρά; Δεν θα πας μάρτυρας της αλήθειας;»
«Άραγε, αυτό που συμβαίνει είναι η μόνη αλήθεια
«Και ποιο άλλο μπορεί να είναι η αλήθεια
«Αυτό που πρέπει να γίνει. Η αλήθεια που θα χτίσουμε χρειάζεται πολλή αναλήθεια για να γίνει. Εκείνοι που πέτυχαν τον στόχο τους σ’ αυτόν τον κόσμο, έπλασαν μόνοι τους την αλήθεια· δεν ακολούθησαν τυφλά εκείνη που βρήκαν. (…) Δεν ξέρεις ότι μέσα στα τεράστια καζάνια που σιγοβράζουν οι μεγάλες πολιτικές μεταρρυθμίσεις, το κύριο συστατικό είναι το ψέμα;».

Καθώς προχωράει το έργο, οι τρεις χαρακτήρες ξεδιπλώνονται όλο και περισσότερο. Δεν παρακολουθεί κανείς μ’ ενδιαφέρον μόνο τους μονολόγους, που είναι τολμηροί και αποκαλυπτικοί, αλλά και τους διαλόγους αναμεταξύ τους. Είναι σα να βλέπει κανείς «θεριά να μονομαχούν», κι αυτό γιατί ο καθένας έχει ένα ανάστημα μεγάλου διαμετρήματος. Έρχονται συχνά σε αντιπαράθεση όχι μόνο ως χαρακτήρες, αλλά και ως ιδεολογίες:
Σελ. 135: (ο Σαντίπ θέλει να φτιάξει τη χώρα σε εικόνα, να την «αγιοποιήσει», για λόγους φυσικά προπαγανδιστικούς)
Νίκιλ: Δεν πρέπει να ζητάμε τη βοήθεια της αυταπάτης για να στηρίξουμε κάτι που πιστεύουμε πως είναι αληθινό.
Σαντίπ: Η αυταπάτη είναι απαραίτητη στους μικρόμυαλους και σ’ αυτή την κατηγορία ανήκει η πλειοψηφία του κόσμου. Γι’ αυτό η ηγεσία σε κάθε χώρα χρησιμοποιεί διάφορες θεότητες για να κρατά τον κόσμο δεμένο χειροπόδαρα στην άγνοια και την αυταπάτη.
Ν.: Όχι, τον θεό τον χρειαζόμαστε για να διαλύσει τις αυταπάτες μας. Οι θεότητες που τις διατηρούν ζωντανές είναι ψεύτικοι θεοί.
Σιγά σιγά η Μπιμάλα γίνεται «θύμα» της γοητείας του Σαντίπ, αλλά και της προπαγανδιστικής του δράσης. Η έλξη που νιώθει αποδίδεται με απίστευτο λυρισμό -μην ξεχνάμε ότι ο Ταγκόρ είναι μεγάλος ποιητής- (τι απέραντη χαρά έκλεινε μέσα της αυτή η ανενδοίαστη υποταγή. Αληθινά είχα συνειδητοποιήσει ότι, μέσα από την τέλεια αυτοκαταστροφή, μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει την υπέρτατη ευδαιμονία. (…) Τούτος ο κατακλυσμικός πόθος με τυραννούσε μέρα νύχτα. Αυτός ο όλεθρος που ένιωθα να με απειλεί ήταν κάτι που με μάγευε απελπιστικά).
Η κορύφωση του κύκλου είναι όταν η Μπιμάλα αποφασίζει να κλέψει τον άντρα της- από κει και πέρα αρχίζει αργά και βασανιστικά η αντίστροφη μέτρηση. Αυτό που αποκαλούμε στενά «τύψεις» εδώ περιγράφεται τόσο εκ των «έσω», που μπορεί κανείς να το αποκαλέσει συνειδητοποίηση, ή έστω, κάθαρση. Τα βήματα προς την «έξοδο» είναι αργά και βασανιστικά, με πολλές εντάσεις και παλινδρομήσεις.
Ίσως θα μπορούσε να διακρίνει κανείς ένα «διδακτισμό» με άξονα την ηθική ανωτερότητα του Νίκιλ, ο οποίος δικαιώνεται στο τέλος. Η αίσθηση αυτή όμως δεν υπάρχει (κάτι που υπάρχει φερειπείν στα έργα του Ε. Έσσε), και το αποδίδω –πέρα από τη μαεστρία του Ταγκόρ- στην «ινδική» κουλτούρα, που ενσωματώνει αβίαστα το νου με το σώμα, τη λογική με το συναίσθημα, που αποδέχεται όλες τις εκφάνσεις σώματος και πνεύματος.

Χριστίνα Παπαγγελή

Κυριακή, Νοεμβρίου 23, 2008

Το κουρδιστό πουλί, Χαρούκι Μουρακάμι

Το θέμα είναι να μην αντιστέκεσαι στη ροή.
Ανεβαίνεις όταν πρέπει ν’ ανέβεις και κατεβαίνεις
όταν πρέπει να κατέβεις
.

Απολαυστικό και συναρπαστικό πάντα το γράψιμο του Μουρακάμι. Ξεκινώντας το ογκώδες αυτό βιβλίο, μου φάνηκε αρχικά πολύ πιο ελκυστικό απ΄ ό, τι το «Νορβηγικό δάσος». Οι πρώτοι οιωνοί με προδιέθεσαν ευνοϊκά και δε μπορούσα να τ’ αφήσω απ’ τα χέρια μου: σε πρώτο ενικό, ο ήρωας-αφηγητής καταγράφει εμπειρίες, σκέψεις και συναισθήματα, σ’ έναν εσωτερικό μονόλογο ανθρώπου βαθιά μοναχικού, που «κάνει καλή παρέα με τον εαυτό του»: που ζει παρατηρώντας ταυτόχρονα τη ζωή του, που ζει δηλαδή «εσωτερικά» και ωριμάζει. Πρόκειται για ένα ταξίδι στα βάθη του «εαυτού», όπου ο ήρωας από ένα σημείο και μετά αντιμετωπίζει όχι μόνο την πραγματικότητα αλλά και τη φαντασία, τα όνειρα, τις παραισθήσεις (και προς το τέλος και τις μυστικιστικές εμπειρίες) ως αφορμές μαθητείας.

Σελ. 74:
-Όμως εσύ δεν ανήκεις σ’ αυτόν τον κόσμο. Ο κόσμος ο δικός σου είναι ή πάνω απ’ αυτόν ή κάτω απ΄ αυτόν.
-Ποιο είναι καλύτερο, ρώτησα από απλή περιέργεια, το επάνω ή το κάτω;
-Το θέμα δεν είναι αν είναι καλύτερο ή χειρότερο. Το θέμα είναι να μην αντιστέκεσαι στη ροή. Ανεβαίνεις όταν πρέπει ν’ ανέβεις και κατεβαίνεις όταν πρέπει να κατέβεις. Όταν είναι ν’ ανέβεις, βρες το ψηλότερο σημείο και στρογγυλοκάθισε εκεί. Όταν είναι να πέσεις χαμηλά, βρες το βαθύτερο πηγάδι και κατέβα στον πάτο του. Όταν δεν υπάρχει ροή, μείνε ακίνητος. Εάν αντισταθείς στη ροή, τα πάντα στεγνώνουν
.

Πέρα όμως από την «επεξεργασία» των συναισθημάτων και βιωμάτων, και τα ίδια τα βιώματα, τα εξωτερικά δηλαδή γεγονότα παρουσιάζουν αντίστοιχα ενδιαφέρον.
Βασικό σκελετό του βιβλίου αποτελεί η σχέση του αφηγητή με τη γυναίκα του, Κουμίκο, η οποία εξαφανίζεται μυστηριωδώς περίπου στο ένα τρίτο της υπόθεσης, χωρίς να είναι ξεκάθαρο αν τον έχει εγκαταλείψει. Ο μοναχικός Τόρου έρχεται αντιμέτωπος με πολλές συνηθισμένες αλλά κι εξ-αιρετικές καταστάσεις, με ανθρώπους ιδιόρρυθμους, που τον ωθούν σε μια όλο και πιο βαθιά γνώση του εαυτού του. Πάντα όμως στο φόντο υπάρχει η αναζήτηση της Κουμίκο, αυτό είναι το οριακό/εξωτερικό γεγονός που τον μεταμορφώνει και τον κάνει δεκτικό σε άλλες εμπειρίες, πιο εσωτερικές, πιο μυστικιστικές· είναι η «πυξίδα» που καθοδηγεί τον ήρωα.
Σελ. 46:
Μπορεί να βρισκόμουν στην είσοδο κάποιου μεγάλου πράγματος και μέσα να κρυβόταν ένας κόσμος που ανήκε αποκλειστικά και μόνο στην Κουμίκο, ένας απέραντος κόσμος που εγώ δεν είχα γνωρίσει ποτέ. Το είδα σαν ένα μεγάλο, σκοτεινό δωμάτιο. Στεκόμουν εκεί κρατώντας έναν αναπτήρα, με τη μικρή φλογίτσα το να μου δείχνει ένα ελάχιστο μέρος του δωματίου.
Θα έβλεπα ποτέ το υπόλοιπο; Ή θα γερνούσα και θα πέθαινα χωρίς να μάθω ποτέ την Κουμίκο;
Αν αυτή ήταν η μοίρα μου, τότε τι νόημα είχε η συζυγική ζωή που ζούσα; Τι νόημα είχε γενικότερα η ζωή μου αν την περνούσα στο κρεβάτι με μια άγνωστη σύντροφο;
Αυτά σκεφτόμουν εκείνη τη νύχτα και, κατά διαστήματα, γι’ αρκετό καιρό μετά. Πολύ αργότερα κατάλαβα πως είχα πάρει το μονοπάτι που οδηγούσε στην καρδιά του προβλήματος.

Ο Μουρακάμι «κατέχει την τέχνη της εξιστόρησης», γνωρίζει δηλαδή καλά πώς να είναι σαγηνευτικός, συναρπαστικός. Κάθε κεφάλαιο ξεκινά τραβώντας το ενδιαφέρον του αναγνώστη με μια διαφορετική περίσταση. Κατά τη γνώμη μου είναι ένας «παραμυθάς»: στήνει ένα σκηνικό και μια «κατάσταση» και στη συνέχεια ξεδιπλώνεται σχεδόν μόνο του, αβίαστα, «κατ’ ανάγκη», το νήμα της αφήγησης. Υπάρχει πάντα μια μικρή «έκπληξη», δεν είναι βαρετός. Άλλωστε, δεν υπάρχει μόνο ελκυστική πλοκή, αλλά και συναισθήματα, έρωτας, φαντασία.
Η ίδια όμως αυτή αρετή του Μουρακάμι (τουλάχιστον σ’ αυτό το βιβλίο), είναι κατά τη γνώμη μου και η αδυναμία του. Νιώθεις σα να παρασύρεται κι ο ίδιος από τη γοητεία της αφήγησης και κάποια στιγμή διαπιστώνεις ότι έχει αφήσει μισοτελειωμένες σχέσεις ή περιστατικά, ότι κάποιες συναρπαστικές σκηνές έχουν μείνει ξεκρέμαστες, χωρίς να εντάσσονται μέσα στην υπόθεση. Πολλά κεφάλαια είναι σχεδόν αυτόνομα κι απομακρυσμένα τόσο από την κεντρική αφήγηση, που αναρωτιέσαι αν ο στόχος του Μουρακάμι ήταν απλώς να εντάξει κάποιες ιδέες ή γεγονότα (όπως η συγκλονιστική ιστορία του υπολοχαγού Μαμίγια, και η αναπάντεχη συνέχειά της, η ιστορία του ανθρωπογδάρτη Μπορίς). Μήπως όμως, αν βασικός σκελετός είναι τα βιώματα του πρωταγωνιστή και η ωρίμανσή του, δε μας συμβαίνουν και σε μας γεγονότα «μισά», ανερμήνευτα, χωρίς «τέλος», που ωστόσο η βίωσή τους μας διαμορφώνει;

Σχετικά μ’ αυτό το στοιχείο αντιγράφω από το «Λέξημα» :
Μερικές παρατηρήσεις: Ενώ τα περισσότερα από τα ερωτήματα που προκύπτουν, σιγά σιγά βρίσκουν τις απαντήσεις τους κατά την εξέλιξη των πολλών παραλλήλων και περιέργως εμπλεκομένων ιστοριών, για κάποια από αυτά δεν έχουμε, όχι μόνο απάντηση, αλλά ούτε καν λόγο ύπαρξης στο βιβλίο (ποια είναι η άγνωστη που τηλεφωνά στην αρχή ζητώντας δέκα λεπτά χρόνο και γιατί τηλεφώνησε;). Επίσης κάποιες από τις ιστορίες είναι μάλλον χαλαρά συνδεδεμένες με το θέμα που απασχολεί τον ήρωα (πχ. ο ζωολογικός κήπος) και κάποιες άλλες κόβονται απότομα (Μάλτα και Κρέτα Κάνο). Δεν μπορώ όμως να πω με σιγουριά, αν υπεύθυνος γι' αυτό είναι ο συγγραφέας, ή η μετάφραση.Ο Μουρακάμι αρέσκεται στην ελεύθερη πτώση, γράφει χωρίς προσχέδιο, βάζει πολλές λεπτομέρειες που κάποιες φορές δεν προσφέρουν στην πλοκή (ποιον ενδιαφέρει πως βράζει τα μακαρόνια ο Τόρου;) και μ' αυτή την τεχνική, ή την έλλειψή της, να γράφει για όλα όσα συμβαίνουν, ανεξάρτητα με το αν θα παίξουν ρόλο ή όχι, πετυχαίνει να μας βυθίζει στον κόσμο του ήρωά του. Έτσι λοιπόν μπορεί τα αναπάντητα ερωτήματα, οι χαλαρά συνδεδεμένες και οι απότομα κομμένες ιστορίες, να οφείλονται στον «μη επεξεργασμένο και προσχεδιασμένο» τρόπο γραφής του.

Όσο κι αν ο ήρωας ζει σε μια σύγχρονη βιομηχανική πόλη της Ιαπωνίας, ακολουθώντας τον δυτικό τρόπο ζωής, ο ανατολίτικος τρόπος σκέψης είναι εμφανής. Το στοιχείο του «διαλογισμού», αν και δεν αναφέρεται ούτε μια φορά η λέξη, είναι μέσα στη φύση του πρωταγωνιστή. Επίσης, η σωματική αντίληψη του κόσμου, το σώμα ως «εργαλείο» κατανόησης κι αντίληψης (βλ. Κρέτα Κάνο).
Αυτό που προσωπικά με κούρασε πάντως (και προς το τέλος), δεν είναι τόσο οι «άσχετες» εξιστορήσεις αλλά το «μεταφυσικό» στοιχείο που εισχώρησε δειλά δειλά περίπου στο 1/3 του βιβλίου (με το πηγάδι) και ενδυναμώθηκε στη συνέχεια, αν και εξουδετερωνόταν από το πολύ συναρπαστικό τρόπο γραφής. Ορισμένα στοιχεία, όπως ο εξαφανισμένος γάτος, το κουρδιστό πουλί, το παράξενο σπίτι , το πηγάδι αποκτούν σιγά σιγά όχι μόνο ποιητική ή αλληγορική σημασία, αλλά μεταφυσική. Συνδέονται με συμπτώσεις, τηλεπαθητικά φαινόμενα, διάφορα σημάδια κλπ. Δυσκολεύομαι ν’ αποδεχτώ την αυθαιρεσία αυτών των φαινομένων, κυρίως όταν περιγράφονται σε βιβλίο (σα να σου αφηγείται κάποιος που δεν ξέρεις τα όνειρά του, τι βαρετό!). Ακόμα κι αν πιστεύει κανείς στην ύπαρξή τους, η διαμεσολάβηση του συγγραφέα τούς αφαιρεί την υπόσταση, την «αλήθεια» τους.
Παρ’ όλ’ αυτά, μου ήταν από ανεκτή έως ευχάριστη η παρουσίαση τους απ’ τον Μουρακάμι, που δεν προέβη -ως είθισται- σε ερμηνείες και αναλύσεις. Η «κάθοδος» του ήρωα στο πηγάδι, κεντρικής σημασίας στο βιβλίο όπως φαίνεται κι απ’ το πρώτο απόσπασμα, αποδίδεται με τόσο …ρεαλισμό, που οι μεταφυσικές προεκτάσεις είναι απλώς μια άλλη διάσταση. Ακόμα κι όταν ο ήρωας διαπερνά τον τοίχο, μπαίνει σε μια άλλη διάσταση και σκοτώνει τον Νουράγια, ή τουλάχιστον βιώνει το φόνο του, γίνεται μ’ έναν τρόπο διφορούμενο, δίσημο ή μάλλον πολυσήμαντο.
Σελ. 592:
Το ξέρω ότι αυτό είναι όνειρο, άρα αυτό που είδα πριν ήταν πραγματικότητα. Συνέβη στην πραγματικότητα. Μπορώ να καταλάβω τη διαφορά ανάμεσα στα δύο.
Σελ. 326: (ο ήρωας βρίσκεται μέσα στο πηγάδι)
Ύστερα πήρα μερικές αργές, βαθιές ανάσες. Ωραία λοιπόν, αρκετές σκέψεις έκανα για το μυαλό. Ώρα να σκεφτώ την πραγματικότητα. Να σκεφτώ τον πραγματικό κόσμο. Τον κόσμο του σώματος. Γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ. Για να σκεφτώ την πραγματικότητα. Ο καλύτερος τρόπος για να σκεφτώ την πραγματικότητα, είχα καταλήξει, ήταν ν’ απομακρυνθώ απ’ αυτήν όσο περισσότερο γινόταν- πηγαίνοντας σ’ ένα μέρος σαν το εσωτερικό ενός πηγαδιού, παραδείγματος χάρη. «Όταν είναι να πέσεις χαμηλά, βρες το βαθύτερο πηγάδι και κατέβα στον πάτο του», είχε πει ο κύριος Χόντα. Ακουμπώντας την πλάτη μου στον τοίχο του πηγαδιού, ρούφηξα αργά το μουχλιασμένο αέρα στα πνευμόνια μου.

Διαλογισμός;
Χριστίνα Παπαγγελή
Υ.Γ. Νομίζω ότι αξίζει να διαβάσει κανείς και την παρουσίαση του "Πανδοχείου" εδώ.