Κυριακή, Ιουνίου 24, 2007

Σώτης Τριανταφύλλου, Κινέζικα κουτιά

Tο βαρέθηκα, το βαρέθηκα, το βαρέθηκα, αλλά κατάφερα επιτέλους να το τελειώσω, μετά από ένα διάλειμμα … δυο μηνών!!! Παρά το ευφυές γράψιμο, το ατμοσφαιρικό ύφος, τον ενδιαφέροντα πλην χαρακτηριστικά –σκόπιμα φαντάζομαι- τυπικό χαρακτήρα του ήρωα ( αποτυχημένος μπάτσος που εμπλέκεται σ’ εξιχνίαση μυστηριωδών φόνων, μοναχικός και ερωτευμένος χωρίς ελπίδα, συνεργάζεται απρόθυμα με την αστυνομία η οποία τον χρειάζεται εντέλει), παρόλες λοιπόν αυτές τις θετικές προδιαγραφές, το βιβλίο δεν κυλούσε , τουλάχιστον στα δικά μου χέρια…
Αυτό που με κούρασε αρχικά ήταν η υπερβολική συσσώρευση εξωτερικών στοιχείων προκειμένου ν’ αποδοθεί η ατμόσφαιρα της Νέας Υόρκης, για την ακρίβεια ο υπόκοσμος, το «underground», η υπόγεια, ρατσιστική κι εγκληματική όψη της μεγαλούπολης. Έχεις την αίσθηση ότι η συγγραφέας έχει διαρκώς στο νου της να δώσει αβίαστα και βιωματικά λεπτομέρειες κι αποχρώσεις από την καθημερινότητα της ζωής στο κοινωνικό αυτό στρώμα, σε σημείο που της γίνεται έμμονη ιδέα. Πληροφορίες, πληροφορίες, πληροφορίες. Αξιοθαύμαστες, βέβαια: δεν μπορεί παρά ν’ αναφωνήσεις: μα πού τα ξέρει όλ’ αυτά; Και πρέπει να της αναγνωρίσουμε ότι δεν είναι ξερές και ξεκομμένες όπως οι πληροφορίες για τις αυτοκινητοβιομηχανίες στον «Υπόγειο ουρανό», (παρόλ’ αυτά εκείνο δεν με κούρασε). Είναι ενταγμένες στο σύνολο, είναι βιωματικές, είναι πιπεράτες. Ναι, αλλά είναι πολλές! Με το μεράκι ν’ αποδώσει αγαπημένες καθημερινές έστω ταπεινές στιγμές της ζωής της πόλης, θαρρείς αγγίζει πια το επίπεδο, αν όχι της ιστορίας, της λαογραφίας- χάνεις τη μαγεία της λογοτεχνίας, κάτι σαν επίδειξη…
Έτσι, στην αρχή τουλάχιστον σαγηνεύεσαι, αν θες, από την ατμόσφαιρα κι η εξέλιξη της υπόθεσης είναι πολύ χαλαρή, έως ανύπαρκτη. Ψάχνεις ξανά και ξανά τα ονόματα να βρεις τα νήματα που δένουν την πλοκή. Ξέρει βέβαια ο αναγνώστης ότι έτσι συμβαίνει και στη ζωή, ιδιαίτερα στο χώρο του εγκλήματος, του ρατσισμού, του φανατισμού, των κυκλωμάτων ναρκωτικών κλπ. Τα εφτά εγκλήματα δεν εξιχνιάζονται ποτέ στη ουσία, απλώς πολλαπλασιάζονται οι ενδείξεις για το ότι πρόκειται γι’ ανταπόδοση ρατσιστικών επιθέσεων από οργάνωση ( εμπνευσμένα τα μυθοπλαστικά στοιχεία, π.χ. το όνομα «Σφυρόχεροι», το μοτίβο του ελαφιού κ.α.!).
Σιγά σιγά γίνονται λοιπόν κάποιοι συσχετισμοί. Υπεισέρχεται το …κινέζικο στοιχείο, καταλυτικό, η συγγραφέας κάνει μια αξιοθαύμαστη ανατομία του κοινωνικού αυτόυ στρώματος της κοινωνίας της Ν. Υ. κι ο μοναχικός μας ήρωας προσπαθεί ν’ ακολουθήσει την κινέζικο τρόπο σκέψης.
(σελ. 23):
Οι συμβουλές που είχε αναζητήσει ο Σ. Μ. στα κινέζικα κουλουράκια της τύχης δεν είχαν χρησιμεύσει σε τίποτα.: «Μάθε από τους φίλους σου, αλλά κυρίως μάθε από τους εχθρούς σου», κλπ. Όλα ακούγονταν σοφά και γεμάτα βαθιά νοήματα, αλλά δεν κατάφερναν να απαλύνουν τον πόνο της απουσίας· η απουσία τον συντρόφευε μέρα νύχτα και η αϋπνία κρατούσε τον πόνο ζωντανό: ο Μ. είχε συνηθίσει να ζει μαζί του· και παρόλ’ αυτά, κάθε φορά που άνοιγε ένα κουλουράκι της τύχης προσδοκούσε να του φανερωθεί μια πρωτόγνωρη, λυτρωτική αλήθεια.
Αυτό που με κράτησε να συνεχίσω το βιβλίο, ήταν ο τρόπος που αποδίδεται η μοναχικότητα του ήρωα, στις μικρές καθημερινές στιγμές του, στον τρόπο σκέψης, στις αντιδράσεις… Εδώ πράγματι γοητεύτηκα, παρόμοια γοητεία μ’ αυτήν που ένιωσα διαβάζοντας την τριλογία του Ιζζό (παρόμοιος χαρακτήρας)
(Όταν η αγαπημένη του, όπως αναθυμάται) «τιτιβίζοντας» έβγαλε τη γόβα της, την αναποδογύρισε και την τίναξε, γιατί, είπε, είχε μπει μέσα ένα πετραδάκι. Ο Μ. νόμιζε πως θα πέθαινε επί τόπου· τέτοια λιποψυχία ήταν εξευτελιστική· είχε περάσει τη ζωή του στο κέντρο της απελπισίας των άλλων· είχε αντικρίσει πτώματα, μαχαιρώματα κ.λ.π.κ .κ.λ.π (…). Τώρα όμως μπροστά στην Άλισον ένιωθε αδύναμος.
(…) Θυμόταν τη φωτογραφία δεν θυμόταν την πραγματικότητα.
Προς το τέλος πληθαίνουν οι αναφορές στα κινέζικα κουτιά:
«Η ζωή μου», σκέφτηκε, «μοιάζει με τα κινέζικα κουτιά. Όταν ανοίγεις το ένα, βρίσκεις μέσα του ένα μικρότερο, κλειστό, και ούτω καθεξής».
Παρόλο που οι συμπτώσεις και η τυχαιότητα παίζουν το ρόλο τους στο βιβλίο, ή μάλλον ακριβώς εξαιτίας αυτού του στοιχείου, θα ‘έλεγα ότι τα κουτιά είναι παράλληλα, κι όχι το ένα μέσα στο άλλο. Όλα είναι ενδείξεις, και πολύ χαλαρά συνδεδεμένα τα μυστήρια. Στην κρίση του αναγνώστη; Στην τύχη της …πραγματικότητας που υπερβαίνει τη συνοχή; Ότι κι αν είναι, στο τέλος ο ήρωας φαίνεται να λυτρώνεται και να παίρνει τη – μοναχική πάντα- ζωή στα χέρια του.
Αντιγράφω και απόσπασμα από την παρουσίαση του λιμπρόφιλου:
"Η ασφυξία της Chinatown,ο "φτωχός και μόνος καουμπόϋ" Μαλόουν που φέρνει στο νου δεκάδες ήρωες pulp μυθιστορημάτων,η βροχή που θυμίζει Blade Runner,οι μπάτσοι με τις μικρές προσωπικές τους ιστορίες,η Αμερικάνικη επαρχία με τους συντηρητικούς-φασιστοειδείς κατοίκους της-ο περίγυρος λειτουργεί τέλεια.Εκείνο που λείπει από την νουβέλα,είναι η πλοκή,η δράση που είναι απαραίτητο συστατικό ενός πειράματος τέτοιου είδους".

Χριστίνα Παπαγγελή

Τρίτη, Ιουνίου 19, 2007

284 λέξεις για τα γραπτά ή προσωπική μυθολογία του Ανδρέα Εμπειρίκου

Ο λόγος του Εμπειρίκου γίνεται αυτοβιογραφικός χωρίς να χάνει τα χαρακτηριστικά της υπερρεαλιστικής γραφής. Αποδεσμευμένος από τις συμβάσεις των κοινωνικών κανόνων λειτουργεί απελευθερωτικά καθώς τον διαβάζω. Ο Εμπειρίκος απελευθερώνει από τη βαρύτητα των κοινωνικών καταναγκασμών.
Θυμάμαι έντονα το Αμούρ – Αμούρ, την αίσθηση των εικόνων άδολου ερωτισμού αλλά και την προλογική λειτουργία του. «Καθώς έβλεπα τα νερά να πέφτουν από ψηλά και να εξακολουθούν γάργαρα το δρόμο τους, σκέφτηκα πόσο ενδιαφέρον θα ήτο, αν μπορούσα να χρησιμοποιήσω και στις σφαίρες της ποιητικής δημιουργίας, το ίδιο προτσές που καθιστά το κύλισμα, ή την πτώσι των υδάτων μια τόσο πλούσια, γοητευτική και αναμφισβήτητη πραγματικότητα, αντί να περιγράψω αυτό το κύλισμα,...»
Μου προκαλούν την περιέργεια οι αφιερώσεις στην αρχή των αφηγημάτων του να ψάξω, να συνθέσω τις παρέες, το κοινωνικό περιβάλλον, τις αναφορές της ζωής του ποιητή, τα σημεία εκείνα που τον σημάδεψαν και στήριξαν το έργο του. Στη Βιβίκα αφιερώνεται το Αμούρ – Αμούρ, άλλα αφιερώνονται στη Μάτση, στο Νίκο Γκάτσο, στο Γιώργο Γουναρόπουλο, στον Οδυσσέα Ελύτη, στην Α.Β.Υ την πριγκήπισσαν Μαρίαν της Ελλάδος.
Κάτι τέτοιο συνήθιζε και ο Νίκος Καββαδίας σε πολλά ποιήματά του.
Η ανάδυση στο φως ενός άδολου – αθώου ερωτισμού είναι το αποτέλεσμα της ποιητικής μυθολογίας του Εμπειρίκου. Το φτερούγισμα της φαντασίας σε ύψη όπου ο ίλιγγος γίνεται ιλαρότητα. Εικόνες χρώματα, ήχοι, αλλά και στοχασμοί συνδυαζόμενα δημιουργούν την αναγνωρίσιμη ατμόσφαιρα των Γραπτών. Επίσης μέσα σ’ αυτά βρίσκω τις ιδέες και τις εικόνες εκείνες που θα γίνουν μεγαλύτερα αφηγήματα. «Οκτάνα», «Η σήμερον, ως αύριον και ως χθες», ακόμη και «Ο μέγας Ανατολικός».
Το παιχνίδισμα των λέξεων είναι εξίσου σημαντικό. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος ενοποιεί την ελληνική γλώσσα, αναδεικνύει τους ήχους και τα χρώματα των φθόγγων. Οι φράσεις του αποκτούν μια άλλη μουσικότητα από το άγγιγμα εσωτερικών χορδών.


και άλλες 149 λέξεις από το βιβλίο

· Η ποίησις μεταγγίζεται στη ζωή και η ζωή στην ποίησι.
· ...με βοήθησαν πολύ στην ταχεία κατανόησι και αφομοίωσι του υπερρεαλισμού, αφ’ ενός οι ψυχοαναλυτικές μου γνώσεις, και αφ’ ετέρου η φιλοσοφία του Έγελου.
· Ιδού πως χύνεται στις αποθήκες το σιτάρι. Ιδού πως συσσωρεύονται οι αναμνήσεις.
· Η συγκίνησις της ήτο τόση, που την εξέφραζε και η σιωπή της.
· Είμαι κοντά σου εγώ και μένω μέσ’ στις ελπίδες σου, όπως μένεις εσύ μέσα στα βλέφαρά μου, όταν κοιμάμαι.
· Το γίγνεσθαι του κάθε μύθου είναι παιδί που μεγαλώνει.
· Το «χθες» είχε γίνει λοιπόν «σήμερον», και το «σήμερον» θα γινόταν συντόμως ένα «αύριον», δηλαδή εν επί πλέον «σήμερον!»
· Επί του καταστρώματος του ατμομυοδρόμονος, πολλοί επιβάται ελιάζοντο ή περπατούσαν. Η μέρα ήτο ωραία. Μια αύρα ελαφρά ανέμιζε τους ταξιδιωτικούς πέπλους των κυριών.
· Αίφνης η τύχη μου χαμογέλασε. Έχων ακούσει ότι δεν πρέπει να τα περιμένη κανείς όλα από την Τύχη, της χαμογέλασα και εγώ...

286 λέξεις για δυο μικρά βιβλία για τον Βαν Γκόγκ:

Ποιος σκότωσε τον Βαν Γκογκ του Pierre Cabanne και
Βαν Γκογκ, ο αυτόχειρας της κοινωνίας του Αντονέν Αρτώ

Δυο βιβλία που καταλήγουν στο ίδιο σημείο από διαφορετικούς δρόμους.
Το πρώτο, μια μονογραφία του Pierre Cabanne αποτέλεσμα ενδελεχούς έρευνας για το θάνατο του ζωγράφου. Τεκμηριώνει την άποψη ότι στο Ωβέρ ο Βαν Γκογκ δοκίμασε να αυτοακρωτηριαστεί εξαιτίας ερωτικού πάθους με την κόρη του γιατρού Γκασέ. Το ίδιο είχε κάνει και το 1888 στην Αρλ για μια πόρνη κόβοντας το αυτί του.
Ο θάνατος του ζωγράφου ήταν αποτέλεσμα πλημμελούς ιατρικής φροντίδας από το γιατρό Γκασέ, πατέρα της Μαργαρίτας, που επίτηδες άφησε την πληγή να μολυνθεί...
Η έρευνα ξεκινά από μια συζήτηση που είχε ο συγγραφέας – κριτικός τέχνης – με τον Πολ Γκασέ, γιο του γιατρού, ο οποίος είχε ξαφνιαστεί όταν ρωτήθηκε: γιατί αυτοκτόνησε ο Βαν Γκογκ; Το ξάφνιασμα υποψίασε το συγγραφέα ότι ο Βαν Γκογκ δεν αυτοκτόνησε κάτι που τεκμηριώνει σε μια εργασία εβδομήντα (70) σελίδων.
Οι εκδόσεις Άγρα συμπεριέλαβαν και οκτώ πίνακες του ζωγράφου στο μικρού σχήματος βιβλίο.
Το δεύτερο είναι κυρίως στοχασμός σχετικά με τις συνθήκες που έχει να αντιμετωπίσει μια μεγαλοφυΐα. Μάλλον ο Αρτώ ταυτίζει τη δική του μοίρα με αυτή του ζωγράφου. Σε μεγάλο βαθμό το κείμενό του γίνεται λίβελος κατά της ψυχιατρικής αστυνόμευσης της σκέψης που κινείται έξω από τον κοινό μέσο όρο σε βαθμό που ξεφεύγει και από το χαρακτηρισμό της παραδοξολογίας. Οι ψυχιατρικές εμμονές σε ορολογίες που κατηγοριοποιούν ανθρώπους αποδεικνύουν ότι οι σύγχρονες κοινωνίες χαρακτηρίζουν ως τρέλα συμπεριφορές και απόψεις που μπορεί να είναι το αποτέλεσμα, ο δείκτης μιας ευαίσθητης ευφυΐας που βλέπει πολύ πιο μακριά.
Ο Βαν Γκόγκ είναι λοιπόν αυτός που η κοινωνία δεν ανέχεται και διαρκώς τον σπρώχνει, τον οδηγεί, τον διώκει, τον απομονώνει, τον σκοτώνει.
Το βιβλίο που έχω στα χέρια μου είναι από τον Αιγόκερω 1986 και συνοδεύεται από πίνακες του ζωγράφου σε ασπρόμαυρη εκτύπωση.



και άλλες 179 λέξεις από το βιβλίο του Αρτώ


· Κάτι δεν πάει καλά γιατί η άρρωστη συνείδηση, αυτή τη στιγμή, έχει ένα ουσιαστικό συμφέρον να μη βγει έξω από την αρρώστια της. Μ’ αυτόν τον τρόπο, μια ανάπηρη κοινωνία εφεύρε την ψυχιατρική για να υπερασπιστεί τον εαυτό της απ’ τις αναζητήσεις μερικών φωτεινών και ανώτερων προσωπικοτήτων, των οποίων οι μαντικές ικανότητες την ενοχλούσαν.
· Μπρος στη διαύγεια ενός Βαν Γκογκ που δουλεύει η ψυχιατρική δεν είναι παρά ένα κλουβί με γορίλλες, που από μόνοι τους ήδη έχουν έμμονες ιδέες και συμπεριφέρονται σαν καταδιωκόμενοι, και για να αντισταθμίσουν τα πιο φριχτά άγχη και την ανθρώπινη ασφυξία, χρησιμοποιούν μια γελοία ορολογία, προϊόν άξιο των ανάπηρων μυαλών τους.
· Και τι σημαίνει αυθεντικός τρελός; Είναι ο άνθρωπος που προτίμησε να γίνει τρελός με την έννοια που η κοινωνία δίνει στον τρελό, απ’ το να παραβεί μια κάποια ανώτερη ιδέα της ανθρώπινης τιμής.
· η πραγματικότητα είναι υπεράνω από κάθε ιστορία, κάθε μύθο, κάθε θεότητα, κάθε υπερπραγματικότητα.
· ένας κόσμος που μέρα – νύχτα τρώει όλο και περισσότερο αυτά που δεν τρώγονται, για να φέρει σε πέρας την κακιά του πρόθεση, δεν έχει παρά να το βουλώσει.

276 λέξεις για το Μικρό Νικόλα του Ρενέ Γκοσσινί

Με αφορμή τα βιβλία: α) ο μικρός Νικόλας και β) οι διακοπές του μικρού Νικόλα. Ιστορίες για παιδιά με χιούμορ και καλοπροαίρετη οπτική, εξιστορείται η καθημερινότητα του μικρού Νικόλα.
Για τον ενήλικο αναγνώστη είναι ένας τρόπος να επιστρέψει ανάλαφρα στη δική του παιδική ηλικία. Αλλά και ένα φως στην παιδική ψυχή. Τα βιβλία δεν χαρακτηρίζονται από διδακτισμό ή κάποια άλλη στόχευση. Είναι απλές ιστορίες που επιτυγχάνουν κατά βάση την απόλαυση της ανάγνωσής τους. Όμως η αυθεντικότητα και η ειλικρίνεια που τα χαρακτηρίζουν δίνουν στις ιστορίες αξία μαρτυρίας. Είναι γραμμένα από την οπτική της παιδικής ματιάς και αυτό μας χρειάζεται.
Οι ανατροπές της εξέλιξης των ιστοριών είναι διαρκείς και λειτουργούν ως άγκυρες στην πραγματικότητα. Για παράδειγμα στην ιστορία «η πρόβα για τον κύριο υπουργό» ενώ τα παιδιά τραγουδούν τον εθνικό ύμνο ο Ρούφους «που δεν ξέρει τα λόγια τραγουδούσε λα, λα ... και καθώς τραγουδούσε με τα μάτια κλειστά δεν κατάλαβε ότι είχαμε τελειώσει και συνέχιζε να κάνει λα, λα». Επίσης άλλος συμμαθητής του Νικόλα, ο Αλσέτ «δεν τραγουδούσε γιατί έτρωγε ένα κρουασάν».
Μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο της γνησιότητας και της αλήθειας οι μεγάλοι είναι ξεκρέμαστοι και μοιάζουν εκτός τόπου και χρόνου. Λειτουργούν με τις δικές τους νόρμες αποκομμένοι από ό,τι πραγματικά συμβαίνει.
Έτσι οι ιστορίες του μικρού Νικόλα μα βοηθούν να κατανοούμε τον κόσμο των παιδιών που ξεχάσαμε και για να επαναπροσδιορίσουμε τη δική μας οπτική. Η ανάγνωση αφήνει μια ανάλαφρη, ευχάριστη αίσθηση της ανεμελιάς που χάσαμε. Και ίσως τελικά αυτή η ανεμελιά, στο βαθμό που τη ξαναβρίσκουμε, να είναι για μας το θετικότερο χαρακτηριστικό των βιβλίων αυτών. Είναι ο κύριος λόγος για να διαβάσω και τις άλλες περιπέτειες του ήρωα που έπλασε ο Γκοσινί.

125 λέξεις για τις Σπιλιάδες του Νίκου Κάσδαγλη

Μυρίζουν θάλασσα τα διηγήματα του Κάσδαγλη και αφήνουν αίσθηση παράξενη. Αυτές οι μικρές καταγραφές ιστοριών, αποσπάσματα – κομμάτια ενός σπασμένου καθρέφτη λαμπυρίζουν.
1. Κουντρασταδόροι. Η ιστορία του Κοκκιμήδη του βλαμμένου που τραυματίζεται σε θαλασσοταραχή εξαιτίας του ανταγωνισμού βαρκάρηδων. Γυναίκα της ιστορίας η Αννέτα.
2. Ο μηχανικός. Η ιστορία του Θοδωρή που γίνεται σφουγγαράς ώστε να βγάλει χρήματα να παντρευτεί. Ο μπάρμπα – Ανέστης και η κόρη του Αθή, γυναίκα της ιστορίας.
3. Ο φονιάς. Κοντραμπάντο (λαθρεμπόριο) και φουρνέλα (δυναμίτες), η ιστορία του Γιάγκου που προσπαθεί να βγάλει παράνομα χρήματα. Γυναίκα της ιστορίας η Αγγελική της οποίας ο απατημένος σύζυγος, ο Σάββας, στο τέλος σκοτώνει τον τυφλό Γιάγκο.
4. Χώμα και νερό. Ο γάμος του μεγάλου από τους δύο αδελφούς. Το διήγημα είναι η ιστορία του μικρότερου ψαρά.

237 λέξεις για το Κοινόβιο του Μάριου Χάκκα

Εμπειρία ανάγνωσης. Συγκλονιστικό. Περιεχόμενο και λόγος που με κράτησαν άναυδο να παρακολουθώ έναν άνθρωπο στις συνειδητές τελευταίες του διαδρομές. Το βλέμμα μου στέκεται στις σελίδες του Κοινοβίου.
Πρώτα η πολλαπλότητα της ανάγνωσης του περιεχομένου. Η βίωση ιστοριών που οδηγούν στο τέλος της ζωής. Ο αφηγητής γράφει τις τελευταίες του μέρες, για τις τελευταίες του μέρες που με πλήρη επίγνωση ζει. Με ψυχική δύναμη στα όρια της υπαρξιακής τραγικότητας που γνωρίζει το αναπόφευκτο τέλος στέκεται απέναντι στο θάνατο. Η καθημερινότητα ενός ανθρώπου μόνου, η ζωή...
Μετά στέκομαι και προσπαθώ να δεχθώ το ολοφάνερο: ο ίδιος ο Μάριος Χάκκας που κινείται μέσα στις σελίδες, όσα διαβάζω δεν είναι πλαστά, αποκύημα φαντασίας, είναι η ίδια του η ύπαρξη που κατατίθεται και γίνεται λέξεις, λόγος. Αυτή βρίσκει την έκφρασή της σ’ ένα λόγο αποσταγματικό.
Και αυτός ο κοφτός ασθματικός λόγος, μικροπερίοδος, ελλειπτικός, απογυμνωμένος από καθετί περίσσιο εστιάζει στο βαθύτατο σημείο της ψυχής. Ο Χάκκας μιλά για τον εαυτό του πρωτοπρόσωπα και με οδηγεί να διαβάσω και ‘γω πρωτοπρόσωπα τα διηγήματα.
Αυτό το μικρό βιβλιαράκι γίνεται σταθμός που ξαναγυρνώ εσκεμμένα. Όταν αναλογίζομαι βιβλία που διέτρεξαν τα μάτια μου, όταν, κυρίως, ασυναίσθητα σε στιγμές αναρωτιέμαι για την αξία και την πραγματική ομορφιά της ζωής που πολλές φορές χάνεται σε μικρότητες της καθημερινότητας και μικρόψυχες υστεροβουλίες.
Το βιβλίο στη δέκατη έκδοσή του από τον Κέδρο, 1983 περιέχει τα εκτενή διηγήματα: το κοινόβιο, τα τελευταία μου, ένοχος ενοχής και τα «ρετάλια», άλλα πέντε μικρά διηγήματα.


και άλλες 133 λέξεις από το βιβλίο


· Τα γραφτά μου μικρά σαν κουτσουλιές΄ στη δεύτερη το πολύ στην τρίτη σελίδα, εξαντλούνται, κι έπειτα μάταια προσπαθώ να τα τεντώσω, δεν έρχονται οι φράσεις και τα νοήματα γατάκια πεταμένα σε σκουπιδότοπο. (9)
· Μια διαρκής προσαρμογή είναι η ζωή κι ένα στένεμα, μέχρι που στο τέλος αποδέχεσαι για χώρο σου αυτό το δωμάτιο... (47)
· ...Θα περπατήσω μόνος μου και πώς να βγάλω τον υπόλοιπο δρόμο;
Συναντάω μια κοπέλα. Την πάω στο ξενοδοχείο. Έχει δυο στήθια μεγάλα και κρέμονται. Αρπάζομαι από κει, βάζει τις φωνές, μιξοκλαίει, όλο «πάρε με» λέει. «Για πού;», τη ρωτάω φουριόζικα. «Εκεί που πάω δεν μπορώ να πάρω κανένα». Αυτή επιμένει «πάρε με» και μου προτείνει τα στήθια της. Βάζω το παντελόνι μου γρήγορα και πετάγομαι έξω στο δρόμο. Φορτίο. Το ζήτημα είναι πού θ’ ακουμπήσω το δικό μου. (51)


261 λέξεις για τη Βάρδια του Νίκου Καββαδία

Γιατί συναρπάζει αυτή η αίσθηση ταξιδιού; Η ζωή μας γίνεται μια βάρδια. Δεν είναι μόνο η ζωή των ναυτικών που καταγράφει ο Καββαδίας. Περισσότερο είναι ο καθένας που βρίσκει τον εαυτό του απογυμνωμένο από τα πρόσθετα στοιχεία της ζωής του. Είναι η καθημερινότητα απαλλαγμένη από τις συμβάσεις και τους τρόπους μιας κοινότοπης, συμβατικής ζωής που δε νιώθουμε δική μας. Αυτά βρήκα στη βάρδια που διάβασα ...
Μέσα στον περιορισμένο χώρο, του καραβιού ή του λιμανιού, ο χρόνος διαστέλλεται, περισσεύει, η ανθρώπινη ύπαρξη αποκτά άλλη διάσταση, βρίσκοντας και φανερώνοντας άλλες πτυχές της και γνωρίσματα. Οι διαπροσωπικές σχέσεις απαλλάσσονται από το βάρος της ψευδαίσθησης ελευθερίας που δίνει η δυνατότητα επιλογής, Η «λιτότητά» τους, που οφείλεται ίσως στον αναγκαίο χαρακτήρα που έχουν, απομακρύνει ή αφανίζει τις μικρότητες
Και οι λέξεις του Καββαδία, ως αφρισμένα κύματα και ως αφρός κυμάτων, λαμπιρίζουν μέσα στη σκέψη μας το φάσμα του φωτός, τα χρώματα ιδωμένα μέσα από τις σταγόνες τις στιγμές εκείνες που μας σημαδέψαν. Γίνονται εικόνες, αισθήσεις, σκέψεις. Ανάλαφρες ή βαριές κουβαλώντας οσμή μπαχαρικών και πίσσας. Ο λόγος της Βάρδιας μπορεί να είναι πεζός, η πρόσληψή της όμως παραμένει το ίδιο ποιητική όπως και στο έργο του που ακολουθεί την παραδοσιακή ποιητική φόρμα.
Νιώθω ότι είπα πολλά χωρίς να το δικαιούμαι. Ο Καββαδίας είναι ίσως ο ποιητής που κέρδισε και κερδίζει τον καθένα ξεχωριστά και συνεπώς όλους. Αυτό σημαίνει ότι καθένας ίσως λίγο θίγεται όταν ακούει άλλον να μιλά για τον ποιητή που εξέφρασε την ενδόμυχη πραγματικότητα που κρύβει μέσα του. Αυτή η οικειότητα μας κάνει να ψιθυρίζουμε μέσα του ο καθένας: αυτός είναι δικός μου ποιητής.


και άλλες 299 λέξεις από το βιβλίο


· Ένας μπερδεμένος λαός, γιομάτος χρώμα. Ο καθένας με τη δικιά του θρησκεία κι όλοι μαζί δίχως πίστη (23)
· Κατάλαβες. Τις άλλες φοβάμαι, τις τίμιες, αυτές που δεν πέφτουνε για λεφτά. Αυτές που ξέρουνε γράμματα. Που τις παντρευόμαστε. (30)
· Ή μας λυπάται ο Θεός ή μας ξεχνάει ο διάολος. (38)
· ... κάθε ναύτης έχει τον καρχαρία του (39)
· Η αλήθεια είναι αμαρτία. Η πιο χοντροκομμένη, η πιο αφιλάνθρωπη μορφή της ψευτιάς. Να την πει κανείς μόνο για να σώσει κεφάλι από κρεμάλα, μόνο τότε πρέπει. (39)
· Μαστρονίκο μου, τση φοβάμαι τση γυναίκες. Τση μπουκαπόρτες και τση γυναίκες. Γλιστράνε το ίδιο και μπορεί να τσακιστείς με δαύτες. (54)
· Η μάνα του δεν τον έκλαψε. Σε κείνο το νησί οι γυναίκες δεν κλαίνε ποτέ μπροστά στους άλλους. ¨όταν κλαις είναι σα να γδύνεσαι και χειρότερο. (95)
· Φτάνει... Άνοιξε τα μάτια σου. Όσο τα κλείνεις βλέπεις μέσα σου και δεν κάνει. Με ανοιχτά βλέπεις μονάχα γύρω σου... (116)
· Δυο μάτια. Πράσινο το ‘να, σμαραγδί. Τ’ άλλο κόκκινο, ρουμπινί. Τα λενε πλευρικά. Φώτα γραμμής. Είναι μάτια. Τα καράβια δεν τα πάμε, μας πάνε. (124)
· ... και μια παροιμία λέει πως το μεταξωτό πάπλωμα ή απάνωθε σου το βάλεις ή από κάτω κάνει την ίδια ζέστη. (160)
· Νόμισα εκείνη τη στιγμή πως αν δεν είπα την αλήθεια, όμως της είπα κάτι σωστό (170)
· Δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο που να μην γίνεται. Το πιο απίθανο, το πιο τρμαχτικό. Φτάνει κάποιος να το σκεφτεί. (175)
· Τον καλύτερο καφέ στη ζωή μου τον ήπια στη Μόκα. Το καλύτερο τσάι στο Colombo. Όταν ζήτησα τρίτο κύπελλο του Ινδού που σερβίριζε, θύμωσε. «Θέλεις λοιπόν να χάσεις ότι κέρδισες;» μου ‘πε. Ο χειρότερος καφές που πήγα ποτέ στη μάνα μου ήταν αγορασμένος από τη Μόκα. Το χειρότερο τσάι που αγόρασα ήταν στο Colombo. Από τα ίδια μαγαζιά που είχα πιεί. (175)
· Ξέρω ‘γω... Οι γυναίκες από τη μέση και κάτω δεν έχουνε πατρίδα. (186)


187 λέξεις για το νούμερο 31328 του Ηλία Βενέζη

Βιβλίο που έχει κάτι να πει. Σε αντίθεση με πολλά που αναρωτιέσαι γιατί γράφτηκαν. Εδώ η αιτία είναι σαφής. Είναι αυτός ο πόνος της σάρκας που ο συγγραφέας αναφέρει στον πρόλογό του στη δεύτερη έκδοση.
Και μέσα στις σελίδες του κάθε λέξη μπορεί να κουβαλά το φορτίο του πόνου που της αναλογεί. Συνήθως αυτά τα βιβλία της γενιάς του ’30 τα σχολιάζει η γραμματεία μας αλλά λίγο μας αγγίζουν. Εδώ πρόκειται για κάτι που ξεφεύγει από το χρόνο και το χώρο. Μια ιστορία που αυτονομείται και βλέπει τον άνθρωπο στην ουσιώδη καθημερινή προσπάθειά του να ζήσει. Ο τίτλος μοιάζει κι αυτός να εμπεριέχει την πραγματική σημασία των σελίδων, αυτό το κοινό σημείο των απρόσωπων σωμάτων που υποφέρουν, υπο – φέρουν και μετα – φέρουν.
Δεν είναι λοιπόν μόνο τα «Τάγματα Εργασίας» και η Ανατολία που κάνουν ενδιαφέρον αυτό το βιβλίο. Περισσότερο είναι το γυμνό σώμα που αναδεικνύεται ιερό.
Μπορεί έτσι η ανάγνωση να γίνει σε δύο επίπεδα, πρώτο το εύκολο το ιστορικό. Δεύτερο και ίσως σημαντικότερο το «ανθρώπινο», χωρίς όμως μεταφυσικές ερμηνείες, χωρίς τη διάθεση να ξεχωρίσουμε τον άνθρωπο απ’ ότι ζει. Εδώ ίσως κρύβεται – φανερώνεται η πραγματική αγάπη.


και άλλες 419 λέξεις από το βιβλίο




Ο γιατρός πέρασε και με είδε. Ύστερα έστειλε ένα στρατιώτη και με πήγε στο ιατρείο του. Το χρησιμοποιούσε και για κατοικία.
Μου δείχνει να καθίσω.
- Είσαι πολύ νέος, μου λέει. Τι δουλειά έκανες;
- Πήγαινα σχολείο.
- Ε, και πως σε πιασαν;
- Έτσι.
Ο γιατρός σωπαίνει – σίγουρα δε βρίσκει τη γαλλική λέξη να αρχίσει τη νέα κουβέντα.
- Δεν ξέρεις τούρκικα; με ρωτά αργότερα.
- Όχι ό,τι μαθαίνω τώρα.
Πάλι σωπαίνει. Ύστερα λέει πως πρέπει, έτσι αδύνατος, να μη δουλέψω κάμποσες μέρες. Μα πως να γίνει; Σκέφτεται να βρει, τέλος το βρίσκει:
- Θα πω πως θα ‘χεις δουλειά σε μένα. Να μεταφράζεις φραντσέζικες οδηγίες.
Έτσι έγινε. Πήγαινα το πρωί στο ιατρείο και γύριζα το βράδυ στο κουβούσι μας. Ο γιατρός μου έδωσε ένα παντελόνι και ένα ζευγάρι αρβύλες. Κάθε βράδυ με γεμίζε ψωμιά.
- Για τους συντρόφους σου.
Είχε κάτι οδηγίες φραντσέζικες για φάρμακα. Δεν του ήταν εύκολο να τις εξηγήσει. Μήτε με το λεξικό. Γιατί τα ‘χανε στους χρόνους, δεν ήξερε να βρει το απαρέμφατο. Λοιπόν τον βοηθούσα σ’ αυτό. Έβρισκα τη γαλλική λέξη στο γαλλοτουρκικό λεξικό και του έδινα να διαβάσει την αντίστοιχη τουρκική. Έτσι δουλεύαμε ώρες.
Ήταν πολύ νέο παιδί, μόλις είχε βγει απ’ το Πανεπιστήμιο, με θερμα ανατολίτικα μάτια. Ανθυπίατρος.
Μια μέρα μεταφράζαμε μια οδηγία. “Pous les jeunes meres”.
Έψαχνα για τη λέξη. Τη βρίσκω και του δίνω το λεξικό. Τα χέρια μου μένουν έτσι με το βιβλίο. Δεν το παίρνει.
Γυρίζω και τον κοιτάζω. Μ’ έβλεπε κατάματα.
- Ηλιά... (πάντα με φώναζε έτσι, τονίζοντας το ά.) Έχεις μητέρα;
- Ναι ,του λέω. Έχω.
- Γλίτωσε;
- Ναι γλίτωσε.
Έμεινε σιωπηλός. Έκανε κάτι να πει, μα σταματήσαμε. Συνεχίσαμε τη μετάφραση. Ως το βράδυ ήταν κατσουφιασμένος.
Αναρωτιόμουν: τι έπαθε;
Το άλλο πρωί ο γιατρός έφυγε στον Κιρκαγάτς. Θα γύριζε το βράδυ. Έμεινα με τον υπηρέτη του, τον Ισμαήλ, και τον βοήθησα να μαγειρέψει.
Σαν τελειώσαμε τις δουλειές μας καθίσαμε.
Ο Ισμαήλ ήταν ένα αγαθό ζο απ’ το Ντιάρμπεκιρ. Μ’ έβλεπε να κουλαντρίζω με τον αφέντη του κάτι βιβλία «σου καντάρ», τα λεξικά, να του μιλώ φραντσέζικα και ο θαυμασμός του ήταν τόσο απεριόριστος που φούσκωνε στα μάτια του. Δεν ξέρω για τι είδους ον με περνούσε.
Τσάτρα πάτρα κουβεντιάζαμε.
- Από πού είναι ο Κιαμήλ – μπέης; τον ρωτάω για το γιατρό.
- Απ’ την Προύσα, μου λέει.
- Εκεί είναι η φαμίλια του;
- Ναι. δηλαδή ο πατέρας του. Τη μάνα του... Αυτήν τη σκότωσαν οι δικοί σας.
Ο Ισμαήλ λέει κι άλλα πολλά. Δεν τον ακούγω. Ναι, είναι γιατί δεν τα πολυκαταλαβαίνω.


165 λέξεις για τις Σκέψεις για την τέχνη του Πάμπλο Πικάσσο

Ανθολογημένα διαμάντια σχετικά με την τέχνη. Αλλά και μια ευρύτερη αντίληψη για καθετί ανθρώπινο. Αφού η τέχνη μπορεί να γίνει όχι μόνο ένας τομέας, ένα τμήμα της ανθρώπινης δραστηριότητας αλλά κάτι πολύ ευρύτερο που καθρεφτίζει όλες τις πτυχές της ζωής.
Ο σουρεαλισμός ήταν αυτός που πρόσθεσε στην πραγματικότητα και τη διάσταση της φαντασίας. Μια πραγματική πραγματικότητα που συμπεριλαμβάνει τα πάντα. Βέβαια ο Πικάσσο δεν αποδέχεται το σουρεαλισμό στη ζωγραφική. Ωστόσο ο κυβισμός ως η πολλαπλή οπτική γωνία και απόδοση ενός θέματος μπορούμε να πούμε ότι κινείται στο ίδιο σκεπτικό, επιτυγχάνει τον ίδιο σκοπό – την απόδοση μιας πλήρους πραγματικότητας. «Αν υπήρχε μόνο μία αλήθεια, δε θα ήταν δυνατό να ζωγραφίσουμε εκατό πίνακες πάνω στο ίδιο θέμα». Η ιστορία της ζωγραφικής γίνεται αντιληπτή ως επινόηση θεμάτων «τα παπούτσια ή οι πατάτες του Βαν Γκογκ» για παράδειγμα.
Ενδιαφέρον και ως ζωγραφική αντίληψη και ως σκέψη για τον κόσμο με μια σοχαστική διάθεση για τα ανθρώπινα. Βιβλίο που διαβάζεται ξανά και ξανά με όποια σειρά ανοίξουν οι σελίδες τυχαία.

και άλλες 106 λέξεις από το βιβλίο

o Κάποιες φορές βλέπουμε, αλλά αυτό συμβαίνει σπάνια. Συνήθως κοιτάζουμε χωρίς να βλέπουμε.
o Στις μέρες μας μιλούν για τη ζωγραφική, όπως θα μιλούσαν για τις μίνι φούστες...
o Τι είναι τέχνη; Αν το ήξερα θα φρόντιζα να το αποκαλύψω.
o Ο καθένας επιχειρεί να κατανοήσει την τέχνη. Γιατί δεν προσπαθούμε να καταλάβουμε το κελάηδισμα ενός πουλιού; Γιατί αγαπούμε τη νύχτα, τα λουλούδια, το κάθε τι γύρω μας, χωρίς να θέλουμε να τα κατανοήσουμε; ...
o «Τα λάθη΄ προσπαθήστε να τα’ αλλάξετε, είναι αδύνατον», λέει κοιτάζοντας έναν από τους πίνακές μου. «Το τυχαίο αποκαλύπτει τον άνθρωπο».
o Ακόμα και οι πολύ νέοι ψάχνουν πρώτα απ’ όλα της επιτυχία και μετά τη ζωγραφική.

122 λέξεις για τα Άσματα του Μαλντορόρ του Λοτρεαμόν

Κινείσαι μέσα στις εικόνες που πλάθει η φαντασία του Ιζιντόρ Ντυκάς. Δε μπορείς να πεις κάτι εύστοχο γι’ αυτό το βιβλίο. Κολυμπάς στον ωκεανό της φαντασίας, ξύνεις πάνω σου την ψείρα και το συγγραφέα, νιώθεις τη μαθηματική σκέψη σε μια άλλη διάσταση.
Κάθε άσμα αφήνει μια αίσθηση που δε ξαναβρίσκεις. Ξαναδιαβάζοντάς το κολυμπάς – βρίσκεις άλλα νερά. Οι λέξεις αυτονομούνται. (Δεν ξέρω γαλλικά και έτσι γνωρίζω τα άσματα από τη μετάφραση της Έλλης Νεζερίτη – φαντάζομαι η αίσθηση της γλώσσας που γράφτηκαν γίνεται ασύγκριτα πιο έντονη). Οι εικόνες σε παρασύρουν, δε μπορείς να σταθείς ή να κοιτάξεις πίσω. Ο ονειρικός κόσμος που εμφανίζεται φράση με φράση, σελίδα με σελίδα σε τραβά μπροστά. Και στο τέλος του άσματος αναρωτιέσαι πάντα: Τι ήταν αυτό που διάβασα;

241 λέξεις για τη Νάντια του Αντρέ Μπρετόν

Η «Νάντια» μου έδωσε την αίσθηση ότι είναι το αποτύπωμα, το ίχνος της ζωής. Η περιπλάνηση στο Παρίσι και το απρόσμενο στα στέκια και στους δρόμους της νιότης. Οι άνθρωποι, ο περίγυρος, η Νάντια «το όνομά της, αυτό που διάλεξε: “Νάντια γιατί στα ρωσικά είναι η αρχή της λέξης ελπίδα, και επειδή δεν είναι παρά μόνο η αρχή της”». Ακολουθώ τον Μπρετόν, ο ρυθμός γίνεται γρήγορος, η ζωή ξοδεύεται και η Νάντια γίνεται ο καθρέφτης της συνείδησης που βρίσκει και χάνει τον εαυτό της καθώς συναντά τον κόσμο. Αίσθηση δράσης χωρίς πλοκή μέσα στην καρδιά ενός κόσμου χωρίς καρδιά.
Το τέλος του βιβλίου γίνεται ταξίδι στα έγκατα της ψυχής που ταραγμένη εγκλείεται σε ιδρύματα «Δεν είναι ανάγκη να ‘χεις τρυπώσει σε κάποιο άσυλο για να μην αγνοείς πως εκεί μέσα κατασκευάζουν τους τρελούς ...». Και στην τελευταία σελίδα: «Η ομορφιά δεν είναι ούτε δυναμική ούτε στατική. Η καρδιά του ανθρώπου ωραία σαν σεισμογράφος. [...] Η ομορφιά θα είναι σπασμωδική ή δε θα είναι».
Η έκδοση μικρού σχήματος κάνει το βιβλίο εγχειρίδιο. Θα μπορούσε να γίνει οδηγός περιήγησης βαλμένος στην κωλοτσέπη του μπλουτζίν. Εξάλλου διαβάζοντάς το νιώθεις το ελαφρύ ντύσιμο του βαμβακερού t-shirt και των πάνινων παπουτσιών. Είναι κι αυτό λογοτεχνία του δρόμου. Ο σουρεαλισμός του Μπρετόν γίνεται προάγγελος και εμπεριέχει τους Αμερικανούς μπήτνικ λογοτέχνες. Οσμίζεσαι τις μυρωδιές της πόλης σ’ όλες της εποχές της. Σκοντάφτεις στις ανωμαλίες του πεζοδρομίου και σπρώχνεις τις πόρτες για να μπεις στα καφέ της αριστερής όχθης.

Τετάρτη, Ιουνίου 13, 2007

Χάντρα Γιασμίνα, Τρομοκρατικό χτύπημα

Όταν η φρίκη χτυπά, ο πρώτος της στόχος είναι πάντοτε το συναίσθημα

Και μόνο η «καταγωγή» του βιβλίου σού κινεί το ενδιαφέρον: ο συγγραφέας είναι Παλαιστίνιος, πρώην στρατιωτικός που ζει στη Γαλλία και το γυναικείο όνομα είναι ψευδώνυμο για λόγους ασφαλείας.
Το θέμα ελκυστικό μέσα στη σκληρότητά του, κι εν μέρει προβλέψιμη η πλοκή, αφ ης στιγμής ξεδιπλώνονται τα δεδομένα: βασικός ήρωας ο Αμίν Ζααφαρί, χειρούργος Παλαιστινιακής καταγωγής αλλά με ισραηλινή υπηκοότητα, ζει στο Ισραήλ ευτυχισμένα με τη γυναίκα του, έως ότου μαθαίνει ότι εκείνη σκοτώθηκε ως καμικάζι στην φρικτή έκρηξη που έγινε σε φαστφουντάδικο με θύματα μικρά παιδιά. Από κει και πέρα παρακολουθούμε τα βίαια συναισθήματα και τις αντιδράσεις του Αμίν στο φοβερό αυτό σοκ, βήμα προς βήμα. Στον πόνο της απώλειας και της προδοσίας προστίθεται η ιδεολογική σύγκρουση και η αγανάκτηση του γιατρού (που σώζει ζωές) μπρος στο παράλογο του φόνου τόσων ανθρώπων, και μάλιστα παιδιών.
Η ψυχολογία του Αμίν περνά από πολλά στάδια αβίαστα και κατά «φυσική αναγκαιότητα» κι ο συγγραφέας τα δίνει με τρόπο που να ταυτίζεσαι.
· Παρακαλώ να μην τίποτα εκείνη, να μη μου πιάσει το χέρι σ’ ένδειξη συμπαράστασης· δεν θ’ αντέξω τη χειρονομία αυτή που θα κάνει το ποτήρι να ξεχειλίσει… Καλά είμαστε έτσι· η σιωπή μας προστατεύει από τους ίδιους μας τους εαυτούς.
Την κατάθλιψη διαδέχεται η οργή, η αγανάκτηση, η απέλπιδη έρευνα για την αλήθεια, η επίσκεψη στην Βηθλεέμ με πολύ ρίσκο κλπ. Στις σελ. 170-1 περιλαμβάνεται όλη η ιδεολογική «σύγκρουση», οι σκέψεις του ήρωα για να καταλήξει:
Ήρθα αντιμέτωπος με μια οργάνωση που λειτουργεί στην εντέλεια, που με τα χρόνια έχει τριφτεί σις συνωμοσίες και στις ένοπλες συγκρούσεις και που βάζει τα γυαλιά και στα πιο ‘έξυπνα λαγωνικά των μυστικών υπηρεσιών. Κι εμένα, τα μοναδικά μου όπλα ήταν η απογοήτευση του απατημένου συζύγου κι ένα ισχυρό μένος που δεν είχε πραγματικό αντίχτυπο. κλπ.κλπ.
Ωστόσο το σοκ που δοκιμάζει ο αναγνώστης όταν ο ήρωας, μέσα στην απελπισία του, το αδιέξοδό του και το «δεν μπορώ να κάνω αλλιώς» αποφασίζει να επισκεφτεί –ψάχνοντας τον «καθοδηγητή της Σιχέμ- την Τζενίν, πόλη Παλαιστινιακή όπου οι εχθροπραξίες συνεχίζονταν, δεν είναι προβλέψιμο. Το βιβλίο είναι σκληρό και το θέμα του πολύ ζόρικο, αλλά στο σημείο αυτό αρχίζεις και νιώθεις πια πολύ έντονα τη γυάλα μέσα στην οποία ζούμε όόόλοι εμείς, αρχίζεις και μυρίζεις το μπαρούτι στο οποίο μεγαλώνουν γενιές, το μίσος που είναι η μόνη τους διέξοδος. Ο γιατρός βλέπει όλ’ αυτά με πανικό και τρόμο, η ζωή του κι η βολή του έχουν έτσι κι αλλιώς ανατραπεί, έχει πια απογυμνωθεί από κάθε κοινωνικό ρόλο, η μόνη του αντίσταση είναι η ανθρωπιστική συνείδησή του. Κάποια στιγμή ο αναγνώστης πιστεύει ότι θα γίνει η τελική ανατροπή, ότι θα προσχωρήσει στην Ιντιφάντα, ότι θα ταυτιστεί με τους ήρωες καμικάζι που θυσιάζονται. Είναι ένα λεπτό σημείο στο βιβλίο, όπου η πρόκληση για ιδεολογική τοποθέτηση πάνω στο θέμα είναι μεγάλη. Όμως, ευτυχώς όχι, νομίζω ο Χάντρα κατάφερε ν’ αποδώσει την τραγικότητα αυτής της κατάστασης με το να μεταφέρει την απελπισία και τ’ αδιέξοδο, και την ιδεολογία ακόμα των ανθρώπων αυτών, χωρίς να χειραγωγεί τον ήρωά του, ο οποίος επιστρέφει στη γενέτειρά του (πολύ «ομηρική» αυτή η φοβερή σκηνή της επιστροφής, της ευλογίας του γέροντα, της νέας θυσίας και της ολοσχερούς καταστροφής του πατρικού σπιτιού), λίγο πριν πέσει ο ίδιος θύμα μιας νέας έκρηξης καμικάζι.
« εμείς δεν είμαστε ούτε ισλαμιστές ούτε φονταμενταλιστές, γιατρέ. Είμαστε μονάχα τα παιδιά ενός λεηλατημένου και ταπεινωμένου λαού, που παλεύουν με ό, τι μέσα διαθέτουν για να ανακτήσουν την πατρίδα τους και την αξιοπρέπειά τους, τίποτα περισσότερο».
Άντελ (υποψήφιος καμικάζι): «Υπάρχουν εκείνοι που έχουν πάρει τα όπλα κι εκείνοι που περνάνε τον καιρό του χασομερώντας. Η γυναίκα σου είχε διαλέξει με ποιους ήθελε να είναι. Η ευτυχία που της πρότεινες εσύ μύριζε σαπίλα. Την αηδίαζε, το καταλαβαίνεις; Δεν άντεχε άλλο ν’ αράζει στον ήλιο τη στιγμή που οι συμπατριώτες της γονάτιζαν κάτω από τον σιωνιστικό ζυγό. Η Σιχέμ δεν ήθελε τέτοιου είδους ευτυχία. Τη βίωνε σα βάρος στη συνέιδησή της. Ο μόνος τρόπος για να μη νιώθει ένοχη ήταν να ενταχθεί στον αγώνα. Αυτο είναι φυσικό επακόλουθο για κάποιον που προέρχεται από έναν λαό που υποφέρει».
(Αμίν) Συγκρούομαι πάνω στη ευκρίνεια της λογικής του σαν τη μύγα που χτυπιέται στο τζάμι· καταλαβαίνω ξεκάθαρα τι θέλει να μου πει, αλλά μου είναι αδύνατον να το αποδεχτώ.(…). Ο Άντελ μιλάει, μιλάει και καπνίζει σαν φουγάρο… Καταλαβαίνω πως δεν τον ακούω πια. Ο κόσμος για τον οποίο μου μιλάει δεν μου ταιριάζει. Είναι ένας κόσμος όπου ο θάνατος αποτελεί αυτοσκοπό. Για έναν γιατρό αυτό ξεπερνάει τα όρια. (…)
Δεν είναι αυτός ο Άντελ που ξέρω, ο πρόσχαρος και γενναιόδωρος· είναι κάποιος άλλος, ένα τραγικό πρόσωπο, που υποκινείται από μια ζωώδη φιλοδοξία που δεν πάει πιο μακριά από το επόμενο γεύμα, το επόμενο θύμα, το επόμενο μακελειό, μετά από το οποίο το μόνο που υπάρχει είναι μια λευκή άβυσσος, αμόλυντη, όπου τα πάντα είναι μετέωρα ή υποθετικά. Είναι φανερό, ο Αντελ έχει διαλέξει την υπόσταση του μάρτυρα. Έτσι θέλει να τελειώσει τις μέρες του, να γίνει ένα με τα ιδανικά που υποστηρίζει.

Ωραιότατη παρουσίαση του βιβλίου έχει ο αγαπητός συν-blogger "librofilo" που μπορείτε να τη βρείτε εδώ

Χριστίνα Παπαγγελή

Κυριακή, Ιουνίου 10, 2007

Βάλσερ Μάρτιν, Η πηγή

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τρία, σχεδόν αυτοτελή κεφάλαια, με κοινό ήρωα τον Γιόχαν σε ηλικία 5, 15 και 18 χρονών αντίστοιχα. Βρισκόμαστε σ’ ένα χωριό της Γερμανίας (Βάσερμπουργκ, γενέτειρα του Βάλσερ), την εποχή της ανόδου του Γ’ Ράιχ. Ο Γιόχαν έχει ιδιαίτερη σχέση με τον πατέρα του, έναν φιλήσυχο, προοδευτικό άνθρωπο με χαμηλό προφίλ, που διαβάζει Ταγκόρ και Ουπανισάδες, συμμετέχει σε συλλόγους οικολογικούς κλπ. Και αρνείται τη συμμετοχή του σε φιλοφασιστικές εκδηλώσεις (στις οποίες προσχωρεί η μητέρα). Αξιοπρόσεκτη λεπτομέρεια- κλειδί (αποτελεί κατά τη γνώμη μου στοιχείο συνοχής όλου του βιβλίου), είναι το παιχνίδι με τις λέξεις και οι παρατηρήσεις σχετικά που κάνει ο μικρός καθώς μεγαλώνει και συγκρίνει το διαφορετικό λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν ο πατέρας του, ο φίλος του Άντολφ (φασίστας- κομφορμιστής, στοιχεία που δεν μπορεί να διακρίνει ο μικρός αλλά εμείς το βλέπουμε και το επιβεβαιώνουμε στο τέλος). Το «δέντρο των λέξεων» είναι οι δύσκολες λέξεις τις οποίες συλλαβίζει ο μικρός Γιόχαν καθ’ υπόδειξη του πατέρα του.
Ενώ στο πρώτο κεφάλαιο διαγράφεται κλιμακωτά η αντίθεση πατέρα – μητέρας στην ιδεολογία, στο δεύτερο κεφάλαιο (όπου περιμένεις τη σύγκρουση) ο πατέρας είναι νεκρός. Στο δεύτερο κεφ. ο Γιόχαν είναι πια έφηβος και ζει τον ομορφότερο έρωτα αλλά και αντιφατικά συναισθήματα για τον φίλο του και αντίζηλό του (τελικά) Άντολφ. Είναι το ωραιότερο σημείο του βιβλίου, όλη η ενότητα καταπληκτική.
(σελ.416):
Παράξενο, αυτό το συναίσθημα ότι είσαι πλούσιος δίχως να γνωρίζεις σε τι είσαι πλούσιος.
Το τρίτο μέρος αναφέρεται στην περίοδο κατά την οποία ο Γιόχαν στρατεύεται (τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου). Είναι κουραστικό και χωρίς μεγάλο ενδιαφέρον, με πολλά … ονόματα, και αδιάφορες λεπτομέρειες (που στόχο έχουν ν’ αποδώσουν την ατμόσφαιρα της επαρχιακής Γερμανίας την εποχή αυτή). Οι τελευταίες όμως σελίδες, όπου ο Γιόχαν καταλήγει σε κάποιες «σταθερές», είναι εκπληκτικές και «δένουν» με το υπόλοιπο βιβλίο. Ως κεντρικό θέμα αναδεικνύεται η σχέση του ήρωα με τις λέξεις, με τη γλώσσα, όπως άλλωστε κορυφώνεται στις δυο τελευταίες σελίδες:
(σελ. 454):
Εκείνη του έλεγε τα πάντα για τον εαυτό της. Εκείνος δε μπορούσε να τα πει όλα. Κάθε μέρα υπήρχε και κάτι που δεν μπορούσε να της διηγηθεί. (…) Το να καταγράφει το όνειρο, αυτό του φαινόταν ανεπίτρεπτο. Αλλά το έκανε, έπρεπε να το κάνει. Να εμπιστευτεί τον εαυτό του απλώς στη γλώσσα. (…) Αφού κατέγραψε το όνειρο, είδε ότι δεν είχε καταγράψει το όνειρο, αλλά αυτό που θεωρούσε πως ήταν η σημασία του ονείρου. Είχε καταστρέψει το όνειρο καταγράφοντάς το.
Όταν αρχίζει να γράφει, τότε στο χαρτί θα πρέπει να είναι καταγραμμένο αυτό που θα ήθελε να γράψει. Αυτό που με τη βοήθεια της γλώσσας, δηλ. από μόνο του θα έφτανε στο χαρτί, αυτός δεν είχε παρά να το διαβάσει.
Η γλώσσα, σκέφτηκε ο Γιόχαν, είναι η πηγή που αναβλύζει.

Χριστίνα Παπαγγελή

Πέμπτη, Μαΐου 31, 2007

Γκράχαμ Σουίφτ, Το φτερωτό μπαλάκι

Κεντρικός ήρωας και αφηγητής είναι ένας μέσος "ανθρωπάκος" που εργάζεται στα γραφεία της αστυνομίας, για την ακρίβεια σ’ ένα υποκατάστημα όπου φυλάσσονται αρχεία από παλιές υποθέσεις κλεισμένες, αλλά που έχουν πιθανότητα να αναθεωρηθούν. Είναι δηλαδή ένα είδος ειδικευμένου υπαλλήλου, ένας αρχειοφύλακας.
Σε πολύ απλό, καθημερινό, οικείο και εξομολογητικό τόνο, ο συμβατικός ήρωας καταγράφει τη ζωή του, την καθημερινότητά του, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Σ’ εξαναγκάζει έτσι να ταυτιστείς μαζί του, ενώ η συμπεριφορά του είναι αθέμιτη ως απαράδεκτη μερικές φορές, ιδιαίτερα απέναντι στα παιδιά του (βλ. πρώτο κεφ.) και στη γυναίκα του. Σ’ εκπλήσσει η αυταρχικότητά του και η ευκολία του να την ξεπερνάει, ο τρόπος που τη δικαιολογεί, αλλά και η ευαισθησία του όταν περιγράφει τη σχέση τη δική του με τον πατέρα του ή με τη δουλειά του. Καθώς μας δείχνει έμμεσα ότι η οικογενειακή ζωή δεν τον ικανοποιεί, εστιάζει στη σχέση με τον προϊστάμενό του (μυστήριος, τυπικός, απρόσιτος) και με τον πατέρα του, τέως ήρωα του πολέμου και νυν τρόφιμο του ψυχιατρείου, όπου βρίσκεται επειδή αρνείται να μιλήσει και να επικοινωνήσει με οποιονδήποτε.
(σελ. 45):
Φυσικά, υπάρχει κάτι φοβερά ενστικτώδες, φοβερά άσκοπο και μηχανικό σ’ αυτές τις δισεβδομαδιαίες επισκέψεις. Μερικές φορές έχω την εντύπωση ότι δεν είναι άνθρωπος αυτός που περπατάει δίπλα μου, αλλά ένα ομοίωμα, που εγώ σπρώχνω και τσουλάω πάνω στο καροτσάκι, κι ότι τελικά εγώ είμαι ο παλαβός γιατί φαντάζομαι πως αυτή η βουβή κούκλα είναι ζωντανή, και πως είναι ο ίδιος μου ο πατέρας. Όταν καθόμαστε στον πάγκο μας υπάρχει αυτή η αίσθηση της απελπισμένης παντομίμας (…). Είναι περίεργο, αλλά προτού ο μπαμπάς πάψει να μιλάει, ποτέ δεν είχα αισθανθεί αυτή την ανάγκη να του λέω πράγματα. Κι ακριβώς επειδή ο μπαμπάς δεν μου απαντάει, επειδή ούτε απορρίπτει ούτε επικροτεί αυτά που του λέω, τον χρησιμοποιώ σαν εξομολόγο. Πηγαίνω στον μπαμπά να πω πράγματα που ποτέ δεν θα ‘έλεγα οπουδήποτε αλλού. (Ίσως εγώ να είμαι παλαβός τελικά)
Καθώς ο ήρωας –Πρέντις- απομονώνεται όλο και περισσότερο από την οικογένειά του, προσπαθεί ν’ ανακαλύψει την προσωπικότητα του πατέρα του μες απ’ το βιβλίο που έκανε τον τελευταίο –κάπως- διάσημο, όπου ο τελευταίος αφηγείται τις περιπέτειές του στον πόλεμο.
(σελ.55):
Θα πρέπει να το’ χω διαβάσει πάνω από μια ντουζίνα φορές και κάθε φορά μού φαίνεται ότι μου γίνεται, όχι πιο οικείο, αντίθετα, πιο ασύλληπτο και μακρινό. Υπάρχουν χιλιάδες ερωτήσεις που θέλω να κάνω για πράγματα που δεν αναφέρονται μέσα στο βιβλίο. Πώς ο μπαμπάς αισθανόταν εκείνη την εποχή, τι γινόταν μέσα του. Γιατί ο μπαμπάς δεν γράφει για τα συναισθήματά του.(…)
Περίεργο, όλα τα χρόνια που μπορούσα να τον έχω ρωτήσει δεν το έκανα- σα να μη μ’ ενδιέφερε όλη η αλήθεια. Και τώρα που δεν πρόκειται να πάρω καμιά απάντηση, τώρα είναι που θέλω να κάνω χιλιάδες ερωτήσεις. Γιατί αυτό; Είναι γιατί για πρώτη φορά συνειδητοποιώ πως ο Μπαμπάς βρίσκεται μέσα σ’ αυτό το βιβλίο ( με το συνθηματικό όνομα «Φτερωτό μπαλάκι»). Όταν πιάνω το βιβλίο στα χέρια μου είναι σα να ξανάχω τον Μπαμπά, να τον κρατάω, αν κι αυτός έχει φύγει μακριά, μέσα στην αδιαπέραστη σιωπή
.
Παράλληλα, παρακολουθούμε την –καφκικού τύπου- επαγγελματική του ζωή, όπου όλοι εργάζονται υπό το βλέμμα ου φοβερού Κουίν (προϊστάμενου), εκτελώντας παράλογες εντολές, που ενίοτε δεν μπορούν να διεκπεραιωθούν. Ο Πρέντις, δεύτερος στη ιεραρχία, κάποια στιγμή αντιμετωπίζεται απ’ τον ανώτερό του ως ξεχωριστός, και γίνεται μια νύξη για προαγωγή (στη θέση του αφεντικού που θα συνταξιοδοτηθεί), πράγμα που τον αναστατώνει αλλά και τον γεμίζει χαρά. Παρακολουθούμε την ιστορία κάποιων υποθέσεων, οι οποίες, αν κι έχουν κλείσει, δημιουργούν ερωτηματικά στους υπαλλήλους του αστυνομικού γραφείου, ενώ γίνεται υπαινιγμός ότι ο Κουίν αποκρύπτει σκόπιμα στοιχεία, ή «κατασκευάζει» στοιχεία, δίνοντας δική του διάσταση στα γεγονότα.
(σελ. 124):
- Υπήρξαν στιγμές στη ζωή σου, Πρέντις, που αναρωτήθηκες το πολύ απλό: Είναι καλύτερα να ξέρω πράγματα ή όχι; Πολλές φορές, δε θα ήμασταν πιο ευτυχισμένοι αν δεν τα ξέραμε;
- (…) Δεν ξέρω. Είναι ανάλογα με την περίσταση. Μπορεί να είναι μαρτύριο το να μην ξέρεις πράγματα.
- Α, ναι. Έτσι είναι. Όπως και να’ χει, υποφέρεις.
Ο κεντρικός όμως πυρήνας του βιβλίου, το βασικό ερώτημα που τίθεται, βρίσκονται στις σελ. 180 και εξής:
-Κατακρατούσατε- ή καταστρέφατε πληροφορίες για να γλιτώσετε τον κόσμο από άχρηστες, οδυνηρές γνώσεις.
(…) Βλέπεις, υπάρχουν δυο είδη τρέλας για δύναμη. Όχι, όχι, μην αντιλέγεις, για δύναμη μιλάμε, και μάλιστα για άσχημα χρησιμοποιημένη δύναμη. Υπάρχει σίγουρα διαφθορά. Όλοι το ξέρουμε. Σκέψου τη ζημιά, τη φοβερή καταστροφή που θα μπορούσες να προξενήσεις αν ήσουνα στη θέση μου. Όλοι θα συμφωνούσαμε πως αυτό είναι λάθος, έτσι δεν είναι; αλλά τι γίνεται με το εντελώς αντίθετο; Τι γίνεται αν διαστρεβλώσεις τη δύναμή σου και υπερβείς τα όρια της ευθύνης σου νομίζοντας ότι κάνεις καλό;
(…) Το καλύτερο το ασφαλέστερο είναι να μην ξέρεις. Αλλά άπαξ και μάθεις, δεν μπορείς να κάνες τίποτα πια. Δε μπορείς να ξεφορτωθείς τις γνώσεις.
(σελ. 184):
Ξέρεις σε ποιο σημείο αυτή η αναζήτηση δύναμης – αυτό το μικρό μου εγχείρημα για το καλό της ανθρωπότητας – κλονίστηκε; Ήταν πολύ καλό, βλέπεις, να κάνεις καλό σε ανθρώπους που ήταν απλά ονόματα σε φακέλους. Τότε δεν είχα καθόλου ενδοιασμούς, πως αυτό που έκανα τους κρατούσε μακριά απ΄την αλήθεια. Πίστευα ότι μπορούσαν να κάνουν και χωρίς την αλήθεια. Αλλά μου συνέβη να πρέπει να κρύψω την αλήθεια από κάποιον που ήξερα, τότε άλλαξαν τα πράγματα. Άρχισα να κλονίζομαι.
Αυτό που ο Κουίν ήξερε ήταν ο πατέρας του Πρέντις, για τον οποίο είχε στοιχεία και πληροφορίες ότι άλλαξε το παρελθόν του ήρωα στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο, ενώ υπήρχαν γράμματα από συγκρατούμενούς του όπου κατηγορείται ότι πρόδωσε. Κι αυτή όμως η αλήθεια γίνεται σχετική, γιατί, αφενός δεν αποδεικνύεται ότι ο κατήγορος λέει την αλήθεια (έχει συμφέρον), αλλά και γιατί η προδοσία, τη στιγμή αυτή της κατάρρευσης του μετώπου και της παράδοσης των Γερμανών (λήξη πολέμου όπου οι Γερμανοί σκοτώνουν παράλογα κι εκδικητικά) δεν έχει νόημα.
(σελ. 192):
Γιατί τα τελευταία κεφάλαια είναι πιο πειστικά, πιο ειλικρινή από τα υπόλοιπα; Διότι εδώ βρίσκεται η αληθινή απόδραση. Οι πραγματικοί άθλοι, όλα τα γενναία και τολμηρά κατορθώματά του, πόσο μετράνε; Αυτά είναι δυνατόν να θεωρηθούν αποκυήματα της φαντασίας, όμως για το μέρος του βιβλίου που είναι στην πραγματικότητα ψεύτικο –να πού βρίσκεται όλη η προσπάθεια. Εδώ είναι που προσπαθεί να σώσει τον εαυτό του. Γι’ αυτό φαίνεται σαν αληθινή απόδραση. Διότι είναι απόδραση, μια κατά κάποιον τρόπο εντελώς αληθινή απόδραση.
Οι διαστάσεις των «πραγματικών» συμβάντων αποκαλύπτονται με τέτοιον τρόπο, που γίνεται φανερό ότι η πραγματικότητα είναι κάτι που κατασκευάζεται κι ότι δεν έχει νόημα, ιδιαίτερα όταν παρέλθουν πολλά χρόνια, η εξακρίβωση της αντικειμενικής αλήθειας.

Χριστίνα Παπαγγελή

Κυριακή, Μαΐου 20, 2007

Νεμιρόβσκι Ιρέν, Γαλλική σουίτα

Ευνοϊκά σε προδιαθέτει η «ιστορία» του μυθιστορήματος αυτού, εφόσον πρόκειται για ένα έργο φιλόδοξο που η ουκρανοεβραία συγγραφέας του το είχε γράψει με μικροσκοπικά γράμματα την εποχή του β’ παγκοσμίου πολέμου σε κακής ποιότητας χαρτί, δεν πρόλαβε να το επεξεργαστεί και να το ολοκληρώσει γιατί συνελήφθη και εκτελέστηκε, αλλά το χειρόγραφο σώθηκε από τις εγγονές της σαν από θαύμα και εκδόθηκε μόλις πριν από λίγα χρόνια. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ημερολόγιο που κράταγε η συγγραφέας σχετικό με το βιβλίο, γιατί φαίνεται αφενός πώς δουλεύουν κάποιοι συγγραφείς, αφετέρου παίρνεις μια ιδέα για το περιεχόμενό του εφόσον είναι ημιτελές.
Προοριζόταν να έχει τέσσερα μέρη, εκ των οποίων γράφτηκαν και δημοσιεύτηκαν εντέλει τα δυο. Είναι ωστόσο ευδιάκριτα και αρκετά αυτόνομα μεταξύ τους, επομένως ο αναγνώστης δε μένει με κενά ή απορίες, δεν έχει καν την αίσθηση ότι πρόκειται για ένα έργο που δεν το επεξεργάστηκε η συγγραφέας. Ακόμα και οι αβλεψίες, που τις επισημαίνει ο επιμελητής, είναι ασήμαντες.
Κατά τη γνώμη μου, το πρώτο μέρος έχει πιο ενδιαφέρον θέμα (η «έξοδος» των κατοίκων του Παρισιού ενόψει της γερμανικής εισβολής), αλλά το δεύτερο είναι πιο καλογραμμένο.
Το πρώτο μέρος λοιπόν είναι σπονδυλωτό, μια «αλληλουχία από πίνακες με θέμα την κατάρρευση του μετώπου», όπως γράφει η Ανισσίμοφ στην κατατοπιστικότατη εισαγωγή της, Καθώς εναλλάσσονται τα κεφάλαια, εναλλάσσονται και οι ήρωες, χαρακτηριστικοί τύποι ανθρώπων των οποίων παρακολουθούμε τις αντιδράσεις απέναντι στην ήττα, απειλή, τον εκπατρισμό, την απώλεια της περιουσίας, την αντίσταση κλπ. Οι προθέσεις τής συγγραφέως είναι ξεκάθαρες και –κατά τη γνώμη μου- λίγο σχηματικές: ν’ αποδώσει τη μικροψυχία και την αδυναμία κάποιων –των περισσότερων-ανθρώπων, σε ακραία αντίθεση με το μεγαλείο και τον ιδεαλισμό κάποιων άλλων. Έτσι, βλέπουμε τον ιδεαλιστή παπά (αβά), τον δεκαεπτάχρονο ήρωα που θέλει να θυσιαστεί για την πατρίδα, αλλά και τους «αλήτες» του αναμορφωτηρίου που εντέλει θαμπώνονται από τα πλούτη και σκοτώνουν ομαδικά τον παπά, τον πλούσιο που κλαίει τα πλούτη του, τον δειλό, τον δωσίλογο, κλπ. κλπ. Το ύφος καθαρά νατουραλιστικό, οι χαρακτήρες τυποποιημένοι και άκαμπτοι, προβλέψιμοι όπως συμβαίνει συνήθως στα νατουραλιστικά έργα ( βλ. αλήτες). Ενώ οι καταστάσεις και οι εικόνες της «εξόδου» αυτής των Παριζιάνων είναι συγκλονιστικές από μόνες τους, το μέρος αυτό με κούρασε, το βαρέθηκα:
(σελ. 70, δείγμα σχηματοποιημένου, ισοπεδωτικού νατουραλισμού):
Έβρισκε φρικαλέα τη φαινομενική υπακοή τους. Παρά τη βάπτιση, παρά τη θεία μετάληψη και τη μετάνοια, καμιά αχτίδα σωτηρίας δεν έφτανε ως τις καρδιές τους. Παιδιά του ερέβους, δεν είχαν καν τη δύναμη ν’ ανυψωθούν ως την επιθυμία για φως· δεν το διαισθάνονταν, δεν το εύχονταν, δεν τους έλειπε. (…) Ήξερε ότι μέσα στις νεαρές εκείνες ψυχές το κακό είχε ήδη γερές ρίζες, κλπ.
Παρόλ’ αυτά, υπάρχουν σε κάποια σημεία δείγματα γραφής γεμάτης ευαισθησίας και παρατηρητικότητας, (που συναντάμε περισσότερο στο β’ μέρος του βιβλίου), όπως η σκηνή όπου ετοιμάζεται η οικογένεια Περικάν για το «φευγιό», σελ.81:
«Πιο γρήγορα, πιο γρήγορα, έλεγε η κυρία Περικάν. Αλλά τη μια διαπίστωναν πως είχαν ξεχάσει το κουτί με τις δαντέλες, την άλλη τη σανίδα για το σιδέρωμα. Έτρεμαν από το φόβο, ήθελαν να φύγουν, όμως η ρουτίνα ήταν ισχυρότερη από τον τρόμο, επέμεναν να τηρήσουν την τελετουργία που τηρούσαν όταν ετοιμάζονταν να φύγουν για διακοπές στην εξοχή. Δεν είχαν καταλάβει τι ακριβώς συνέβαινε. Θα έλεγε κανείς πως ενεργούσαν σε δυο χρόνους, μισοί στο παρόν και μισοί βυθισμένοι στο παρελθόν, λες και τα γεγονότα είχαν διεισδύσει μόνο σ’ ένα μικρό κομμάτι της συνείδησής τους, το πιο επιφανειακό, αφήνοντας τα βαθύτερη περιοχή της να κοιμάται μακαρίως.
Ή, στη σελ. 294:
«Τι θέλεις να καταλάβεις; Δεν υπάρχει τίποτα να καταλάβεις», είπε εκείνος. «υπάρχουν νόμοι που διέπουν τον κόσμο και που δεν είναι φτιαγμένοι ούτε υπέρ μας ούτε εναντίον μας. Όταν ξεσπά μια καταιγίδα δεν τα βάζεις με κανέναν, ξέρεις ότι ο κεραυνός είναι προϊόν δυο αντίθετων ηλεκτρισμών, τα σύννεφα δε σε γνωρίζουν προσωπικά. Δεν μπορείς να τα κατηγορήσεις για τίποτα. Θα ήταν άλλωστε γελοίο, αφού δε θα σε καταλάβαιναν».
Νομίζω, λοιπόν, ότι με πολλή διεισδυτικότητα και ευαισθησία παραθέτει βιώματα που μάλλον έζησε και η ίδια, ενώ είναι απελπιστικά αδύναμα, ως εκτός τόπου και χρόνου, περιστατικά που δεν έζησε η ίδια, όπως ο φόνος του παπά ή η ντροπή του 15χρονου ήρωα.

Το δεύτερο μέρος κατά τη γνώμη μου ήταν πολύ καλύτερο, όχι γιατί υπήρχε το αισθηματικό suspense (η σχέση της πρωταγωνίστριας με τον Γερμανό που επέταξε το σπίτι), αλλά γιατί το γράψιμο της Νεμιρόβσκι εδώ είναι πολύ πιο μεστό και βαθύ, και πρoσεγγίζει πιο «διαλεκτικά» τις καταστάσεις, όχι τόσο απόλυτα. Δε διστάζει να περιγράψει αντιφάσεις και ψυχικές συγκρούσεις, φτάνοντας σ’ έναν ανθρωπισμό μέσα απ’ το συναίσθημα, όταν π.χ. οι Γερμανοί κατακτητές αποκτούν υπόσταση, προσωπικότητα και ανθρώπινες σχέσεις με τους ήρωες (σε διάφορες αποχρώσεις φυσικά). Και πάλι όμως, δεν τυποποιεί αυτό το σχήμα, οι σχέσεις ανατρέπονται και ξανά όταν σκοτώνει ένας συντοπίτης Γάλλος έναν Γερμανό στρατιώτη. Τότε οι εξατομικευμένες σχέσεις πάλι αποπροσωποποιούνται, για να μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για κατάσταση κατοχής.
Δείγματα γραφής:
(σελ. 348):
ένας στρατιώτης του εχθρού δεν έμοιαζε ποτέ μόνος- ένα ανθρώπινο ον απέναντι σ’ ένα άλλο, ήταν σαν να έσερνε μαζί του έναν αμέτρητο λαό φαντασμάτων που συνωθούνταν, τα φαντάσματα των απόντων και των νεκρών. Δεν απευθυνόσουν σ’ έναν άνθρωπο, αλλά σ’ ένα αόρατο πλήθος· γι’ αυτό και τα λόγια που πρόφερες δεν ήταν ποτέ απλές λέξεις, ούτε ακούγονταν απλά. Είχες διαρκώς την παράξενη αίσθηση ότι ήσουν ένα στόμα που μιλούσε για λογαριασμό τόσων άλλων, βουβών.
(σελ. 368):
Ήταν σκληρός, αλλά με την σκληρότητα της εφηβείας, αυτή που πηγάζει από μια πολύ ζωηρή φαντασία στραμμένη αποκλειστικά στον εαυτό σου, στη δική σου μόνο ψυχή· έτσι που να μη λυπάσαι τους άλλους, να μη βλέπεις τα βάσανά τους· να βλέπεις μόνο τον εαυτό σου.
(σελ. 501):
Το μισώ αυτό το συλλογικό πνεύμα για το οποίο μας τρώνε τ’ αυτιά. Γερμανοί, Γάλλοι, γκολικοί, όλοι συμφωνούν σ’ ένα σημείο: πρέπει να ζούμε, να σκεφτόμαστε, να αγαπάμε μαζί με τους άλλους, με αναφορά ένα Κράτος, μια πατρίδα, ένα Κόμμα. Ω Θεέ μου! Εγώ δε θέλω! Είμαι μια φτωχή, άχρηστη γυναίκα· δεν ξέρω τίποτα, θέλω όμως να είμαι ελεύθερη.
(σελ. 444):
Ο στρατιώτης μένει παιδί σε κάποιες πλευρές του, και σε κάποιες άλλες είναι γέρος, πολύ γέρος… Δεν έχει ηλικία πια.
(σελ.558):
Τελικά, υπάρχει μια άβυσσος ανάμεσα στον νέο άντρα που βλέπω εδώ και στον αυριανό πολεμιστή. Όλοι ξέρουμε πόσο σύνθετο είναι το ανθρώπινο ον, πόσο πολύπλοκο, διχασμένο, με εκπλήξεις, χρειάζεται όμως να ζήσουμε εποχές πολέμου ή μεγάλων ανακατατάξεων για να το δούμε. Και αυτό είναι το πιο συναρπαστικό και το πιο τρομακτικό θέαμα. Το πιο τρομακτικό, γιατί είναι αληθινό. Δεν μπορείς να καυχιέσαι ότι ξέρεις τη θάλασσα αν δεν την έχεις ζήσει όχι μόνο ήρεμη αλλά και τρικυμισμένη.
Νομίζω ότι η Νεμιρόβσκι κατάφερε να δείξει αυτή την ανθρώπινη πολυπλοκότητα που ξεδιπλώνεται πιο ξεκάθαρα σε εποχή πολέμου, μέσα από την πλοκή και τις διάφορες καταστάσεις. Για την εποχή της οι απόψεις της αλλά κι αυτή η απόσταση από τ’ ανθρώπινα πάθη, η αποδοχή του διαφορετικού, νομίζω ότι την τοποθετούν στους προοδευτικούς συγγραφείς, κι ας είναι κάπως «κλασικός» ο τρόπος γραφής.

Χριστίνα Παπαγγελή

Τετάρτη, Μαΐου 09, 2007

Ιζζό Ζαν Κλωντ, τριλογία

α. Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας
(αυθεντικός τίτλος «Total Kheops»)

Δεν είναι πόλη για τουρίστες η Μασσαλία. Δεν έχει κάτι να δεις. Δεν μπορείς να φωτογραφίσεις την ομορφιά της. Απλά, τη μοιράζεσαι. Σ’ αυτά εδώ τα μέρη πρέπει να είσαι οπαδός. Να σε πιάνει το πάθος. Να είσαι υπέρ, να είσαι κατά. Να είσαι-βίαια. Τότε μόνο σου προσφέρονται να δεις όσα είναι να δεις. Αλλά τότε, ο ταγμένος χρόνος έχει περάσει, είναι αργά, και βρίσκεσαι πια στην καρδιά του δράματος. Ενός δράματος αρχαίου, με ήρωα τον θάνατο. Στη Μασσαλία πρέπει να ξέρεις να μάχεσαι ακόμα και για να χάσεις..

Μυθιστόρημα «νουάρ», που σε μεταφέρει στη Μασσαλία, στον κόσμο και τον υπόκοσμό της. Φόνοι, εγκλήματα, Μαφία, πορνεία, βία, ρατσισμός, αλλά και «συναίσθημα»: φιλία μεταξύ τριών μικροαπατεώνων, βαθιά και ουσιαστική, μέχρι τη στιγμή που γίνεται ο πρώτος φόνος. Τότε, ο ήρωας της τριλογίας αποκόπτεται και γίνεται …μπάτσος. Ένας καλός, συναισθηματικός μπάτσος που ενεργοποιείται από μόνος του για να διαλευκάνει το μυστήριο της δολοφονίας των παιδικών του φίλων.
Παρόλο που το βιβλίο κινείται σε γνώριμα καλούπια (ο καλός-συναισθηματικός μπάτσος, ο «bon viveur», ο ανικανοποίητος έρωτας, κλπ.), το βιβλίο συναρπάζει ιδιαίτερα, γιατί: α) είναι πολύ συμπαθητικός ο πρωταγωνιστής β) υπάρχει «ατμόσφαιρα», συναίσθημα όχι κραυγαλέο, έρωτας, νοσταλγία, και γενικώς «στυλ»! γ) υπάρχει φυσικά suspense, και η πλοκή έναι …πολύπλοκη (κρατούσα σημειώσεις για να θυμάμαι τα ονόματα), θυελλώδης, και ο συγγραφέας σε κάνει να ταυτίζεσαι συναισθηματικά με τον κυρίως ήρωα δ) αγάπη για την Μασσαλία, μια ζωντανή, μεσογειακού ταμπεραμέντου πόλη.
Ο αυθεντικός τίτλος, «Total Kheops», είναι τραγούδι και παραπέμπει στον φαραώ Χέοπα, του οποίου η πυραμίδα είναι η μεγαλύτερη απ’ αυτές που σώθηκαν. Ονομάστηκε «επικατάρατος», γιατί απαιτούσε σκληρή δουλειά η οικοδόμησή της.
Δεν ήξερα τον συγγραφέα, ο οποίος σημειωτέον αυτοκτόνησε πολύ νέος. Το πνεύμα του μου θυμίζει αόριστα τον Καμύ.

β. Το τσούρμο

Το καλύτερο της τριλογίας κατά τη γνώμη μου, ούτε τόσο βίαιο όσο το 1ο και το 3ο, ούτε τόσο συναισθηματικό όσο το 3ο. Το suspense αρχίζει απ’ τις πρώτες σελίδες. Ο κεντρικός ήρωας, ο Φαμπιό, έχει παραιτηθεί πια από μπάτσος, αλλά γίνεται άθελά του μάρτυρας του φόνου ενός «εκπαιδευτή νέων με κοινωνικά προβλήματα», που τον ήξερε από παλιά.
Δεν αξίζει ούτε είναι σκόπιμο ν’ αναφερθώ στην πλοκή, άλλωστε είναι κι εδώ πολύ σύνθετη, με πάρα πολλά πρόσωπα, φόνους κλπ. Μες από τα γεγονότα ωστόσο αναδίνεται ένα συναίσθημα, ένα μηδενιστικό πνεύμα, ένας απελπισμένος (;) λυρισμός, ενώ γίνεται διαρκώς ανακατάταξη του παρελθόντος και των αναμνήσεων ιδωμένων πια μέσα από ένα καινούριο πρίσμα. Ποίηση.
(σελ. 73):
Ν’ αναρωτιέσαι για τοπαρελθόν δε χρησιμεύει πουθενά. Τις ερωτήσεις πρέπει να τις απευθύνουμε στο μέλλον. Χωρίς μέλλον, το παρόν δεν είναι τίποτα παραπάνω από αταξία. Ναι, βέβαια. Όμως, εγώ δεν τα κατάφερα με το παρελθόν μου κι αυτό είναι το πρόβλημά μου.
(σελ. 86):
Το «παστίς» και η «κεμιά»- μαύρες και πράσινες ελιές, αγγουράκια τουρσί και κάθε λογής λαχανικά βρασμένα στο ξύδι- αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της μαρσεγιέζικης καλοζωίας. Την εποχή που οι άνθρωποι ήξεραν ακόμα να κουβεντιάζουν, όπου είχαν πράγματα να λένε. Και βέβαια, αυτό σ’ έκανε να διψάς. Άσε που ήθελε χρόνο. Αλλά ο χρόνος δε λογαριαζόταν. Τίποτα δεν ήταν βιαστικό. Όλα μπορούσαν να περιμένουν πέντε λεπτά. Ήταν μια εποχή ούτε καλύτερη ούτε χειρότερη απ’ τη δική μας. Όμως απλά, οι χαρές και οι λύπες μοιράζονταν, χωρίς ψευτολεπτότητες. Ακόμα και τη μιζέρια σου μπορούσες να την πεις. Αρκούσε να’ ρθεις στου Φελίξ.
Έτσι περίπου αποδίδεται η «μαρσεγέζικη καλοζωία» και , πρέπει να επισημάνω ότι σ’ αυτό το βιβλίο, παρουσιάζονται και άπειρες λαχταριστές… συνταγές σε ανύποπτο χρόνο.

γ. Solea

Το τρίτο και τελευταίο βιβλίο της σειράς «νουάρ» μυθιστορημάτων του Ιζζό· ο ίδιος πρωταγωνιστής, με πολλές αναφορές στο παρελθόν που μας είναι ήδη γνωστό από τα προηγούμενα βιβλία του, δίνει ανάγλυφα μια εικόνα του εαυτού του καθώς εμπλέκεται σε μια ιστορία εκβιασμών με Μαφία κλπ. Στο τρίτο αυτό μέρος της τριλογίας, ο συγγραφέας είναι πιο «μελό», πιο συναισθηματικός, οι παρεκβάσεις και οι θυμοσοφίες κάπως πλεονάζουν, ενώ το τέλος είναι πολύ βίαιο, απελπισμένο, μαύρο.
Συγκριτικά δηλαδή με τα δυο πρώτα, όπως ήταν αναμενόμενο, επειδή κινείται σε γνώριμα πλαίσια δε συναρπάζει τόσο πολύ. Παρόλ’ αυτά, αξίζει ασφαλώς τον κόπο!
(σελ. 184):
Τώρα το συνειδητοποιούσα. Για το παιδί θα σκότωνα. Γι’ αυτό και μόνο. Για όλα όσα δε μπορεί να καταλάβει σ’ αυτήν την ηλικία. Το θάνατο. Τους αποχωρισμούς. Την απουσία. Αυτήν την προπατορική αδικία που είναι η απουσία του πατέρα, της μητέρας.
Το τέλος είναι κορύφωση βίας, έντασης αλλά και συναισθημάτων και λυρισμού.

«Λολ, δες, κάνε να πέσει η αυλαία της ζωής μας. Στο ζητώ, σε παρακαλώ. Είμαι κουρασμένος.
Σε παρακαλώ, Λολ.»


Χριστίνα Παπαγγελή

Σάββατο, Μαΐου 05, 2007

Βλάχου Παναγιώτη, Καλή σας νύχτα, κύριε Φρόιντ

Βιέννη, 1913. Μυθιστόρημα που φιλοδοξεί να ανασυστήσει την εποχή και την πνευματική ατμόσφαιρα της μεγαλούπολης τις παραμονές του Α’ Παγκοσμίου πολέμου. Δεν τα καταφέρνει και άσχημα, χωρίς όμως να μεταδίδει αυτόν τον «οργανικό» παλμό που βρίσκεις σε αντίστοιχες προσπάθειες. Το όλο εγχείρημα μοιάζει σα να’ χει στόχο να κάνει ευχάριστη και απλουστευτική την προσέγγιση της ψυχανάλυσης στους αμύητους, να δώσει «σάρκα και οστά» σε κλασικές ιστορίες πρώιμης ψυχανάλυσης, όπως η ιστορία της θεραπείας της Έλενορ από τους πόνους στα πόδια (που οφείλονταν σε αισθήματα ενοχής και καταπιεσμένων σεξουαλικών ενστίκτων). Η μυθιστορηματική ιστορία της Έλενορ βασίζεται, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, σε ιστορία που παραθέτει ο ίδιος ο Φρόιντ στο έργο του «Μελέτες για την υστερία». Ο χαρακτήρας της Έλενορ αποδίδεται αρκετά πειστικά (Η ζωή σα να είχε χάσει τη μαγεία της… Σαν να έκλεινε σιγά σιγά εκείνο το παράθυρο που στέκει ορθάνοιχτο στα νοήματα της ζωής) όχι όμως και του …αμαξά της, που κατά τη γνώμη μου παραείναι κουλτουριάρης και οι λεπτομέρειες της ζωής του μάλλον άσχετες στον βασικό κορμό του βιβλίου.
Ήταν το τρίτο βιβλίο στη σειρά τέτοιου τύπου που διάβασα (ιστορική ατμόσφαιρα, χαλαρή υπόθεση, πληροφορίες εποχής κλπ.) και ομολογώ ότι αυτό το στυλ με κούρασε. Κάποιοι διάλογοι, αν και είναι προσεγμένοι και καλοδουλεμένοι, φαίνεται ότι το μόνο που εξυπηρετούν είναι η απόδοση της πνευματικής ατμόσφαιρας που είπαμε. Ο Φρόιντ, βέβαια, από μόνος του είναι εστία ενδιαφέροντος, καθώς και η κρίσιμη εποχή πριν τον Α’ Παγκόσμιο κατά την οποία συνυπάρχουν η ψυχανάλυση, ο μαρξισμός, ο «μεσμερισμός», ο υπερρεαλισμός, ο «παγγερμανισμός» το εβραϊκό ζήτημα κ.α. Έχει ενδιαφέρον, φερειπείν, ο διάλογος Φρόιντ-Τρότσκι (σελ.130-138), παρόλο που σ’ αυτές τις περιπτώσεις αμφιβάλλεις για την ιστορική αλήθεια! για την ακρίβεια, ο αναγνώστης μένει πάντα με την απορία για το πού τελειώνει η πραγματικότητα (που υποθέτω βασίζεται σε πηγές, αν πάρει κανείς υπόψη την πλούσια βιβλιογραφία) και πού αρχίζει η φαντασία του συγγραφέα! Ή , μήπως πρέπει ν’ αντιμετωπίσουμε ανάλογα εγχειρήματα όπως τις δημηγορίες του Θουκυδίδη, που τις έγραψε όπως θα «μπορούσε» να τις εκφωνήσει ο ομιλητής, μιμούμενος το «ήθος» του («ηθοποιία»);
Κλασικός, λοιπόν, αποβαίνει ο διάλογος Τρότσκι-Φρόιντ, όπου παρακολουθούμε βέβαια την διαλεκτική αντίθεση μεταξύ των δυο αυτών ρευμάτων της εποχής:
-Ο μαρξισμός είναι ένα εργαλείο κατανόησης του κόσμου μας, αλλά με πρωτεύοντα στόχο την αλλαγή του, και όχι απλώς μια ερμηνεία του…. Θυμηθείτε τι έλεγε ο Καρλ Μαρξ: "Η δουλειά των φιλοσόφων περιορίζεται στο να ερμηνεύουν τον κόσμο, εμείς όμως πρέπει να κάνουμε κάτι για να τον αλλάξουμε".
-Το λαμβάνω υπόψη μου, αλλά θα ήθελα να τελειώσω πρώτα αυτό που σας έλεγα… Ήθελα να τονίσω πως η υπεροχή του μαρξισμού βρίσκεται στη σαφέστατη διορατικότητά του για την καθοριστική επιρροή που ασκούν οι οικονομικοί όροι στις διανοητικές, ηθικές και καλλιτεχνικές αναζητήσεις του ατόμου. Αλλά τι είναι εκείνο που μας διαβεβαιώνει ότι αυτός είναι ο μόνος καθοριστικός παράγοντας; Υπάρχει κάτι που δε λαμβάνετε υπόψη σας…Τους ψυχολογικούς παράγοντες. Την ίδια τη φύση του ανθρώπου…

Ο διάλογος συνεχίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, κάπως μηχανιστικά σε βάρος της αληθοφάνειας, σαν να πρόκειται δηλαδή για εγχειρίδιο με θέμα την αντιπαράθεση των δυο απόψεων, ωστόσο είναι αξιόλογο το τέλος του:
- Αναζητάτε, φίλε μου, την ιδανική κοινωνία. Κακώς. Αυτό είναι το λάθος σας. Γιατί δεν υπάρχουν ιδανικοί άνθρωποι… και τον πλέον ιδανικό μύθο να κατασκευάσει κανείς για την κοινωνία, οι άνθρωποι θα τον κατανοήσουν διαφορετικά. Οι άνθρωποι φίλε μου δίνουν προσωπικές ερμηνείες. Δεν υπάρχουν απόλυτα νοήματα. Υπάρχουν συλλογικά οράματα, ναι, φυσικά, συλλογικές επιθυμίες, συμφωνώ. Αλλά όχι απόλυτα νοήματα. Απόλυτες βεβαιότητες έχουν μόνο οι τρελοί… Ακόμα και ο Κρέοντας, μπροστά στο λαό του, την απόλυτη βεβαιότητά του την έθεσε ως ερώτημα: Η πόλη δεν ανήκει στον άρχοντά της;
- Ο άρχοντας ανήκει στην πόλη.
- Κανείς δεν ανήκει σε κανέναν, φίλε μου…
- Καλή σας νύχτα, κύριε Φρόιντ. (εξ ου και ο τίτλος)
Αυτό που προσωπικά μου άρεσε και το σημείωσα ιδιαίτερα, ήταν η αναφορά στον Κλιμτ, με αφορμή την επίσκεψη της Έλενορ σε μια έκθεση όπου παρευρισκόταν κι ο ίδιος ο καλλιτέχνης. Η περιγραφή των αινιγματικών γυναικείων μορφών του Κλιμτ και η προσπάθειά του ν’ αποδώσει τον κρυμμένο τους ερωτισμό συνδέεται άμεσα με την απώθηση των σεξουαλικών επιθυμιών της Έλενορ και όποιας άλλης. Γίνεται πολύ ενδιαφέρουσα αναφορά στο προκλητικό έργο του Κλιμτ «Υγεία», όπως και στην αισθησιακή Δανάη, κ.α.
(σελ. 147)
Ο Φρόιντ χαμογέλασε. Του άρεσε ο Κλιμτ. Ο αισθησιασμός του. Το πάθος του για τη γυναίκα και συνάμα ο φόβος του για ό, τι αυτή υπαινισσόταν και δεν αποκάλυπτε. (…+++)Όλη αυτή η σειρά των πορτρέτων του δεν ήταν μόνο μια ανδρική αναζήτηση, μια ανδρική φαντασίωση. Αισθανόταν ότι- όπως πιθανολογούσε ο ίδιος όσο και ο Κλιμτ, αν και από διαφορετικούς δρόμους, αν και χωρίς να μπορούν ακόμα να το διατυπώσουν με βεβαιότητα- σε αυτό το αιώνιο ανδρικό ερώτημα τι θέλει η γυναίκα απαντούσε ασυνείδητα η ίδια η γυναίκα. Αυτή που μοιάζει να λέει: Αυτό που επιζητώ, αυτό που μέσα στα βάθη της ψυχής μου είναι η ανομολόγητη επιθυμία μου, θα βρω χίλιους τρόπους να μην το εκπληρώσω ποτέ. Και απ’ αυτό το πράγμα παίρνω ευχαρίστηση. Προκαλούν με το γυμνό τους σώμα, ψιθυρίζουν λόγια τρυφερά και ερωτικά, μα, όταν είναι να γευτούν αυτό το θεσπέσιο έδεσμα του πάθους, πάντα εφευρίσκουν έναν τρόπο να λένε όχι. Αυτό μάλλον γνώριζε ο Κλιμτ, κι αυτό ζητούσε να εκφράσει στους πίνακές του.
Πέρα απ’ αυτές τις άξιες λόγου παρεκβάσεις, τις οποίες προσπαθεί φιλότιμα ο συγγραφέας να εντάξει στον βασικό πυρήνα του βιβλίου, προχωρά με κλασικά βήματα η θεραπεία της Έλενορ και ολοκληρώνεται με την δικαίωση του ψυχοθεραπευτή της.

Χριστίνα Παπαγγελή

Τρίτη, Μαΐου 01, 2007

Μακ Κορτ Φρανκ, Οι στάχτες της Άντζελα

Αν δεν είχα γράψει τις Στάχτες της Άντζελας, θα είχα πεθάνει παρακαλώντας, Δώσε μου άλλον ένα χρόνο μόνο, Θεέ μου, άλλον ένα χρόνο μόνο, γιατί αυτό το βιβλίο είναι το ένα και μοναδικό πράγμα που θέλω να κάνω στη ζωή μου.
(από τον πρόλογο του βιβλίου «Ο δάσκαλος»)

Το αγόρασα υπό το κράτος του ενθουσιασμού για το άλλο βιβλίο του ίδιου που διάβασα πρόσφατα («Ο δάσκαλος»), έχοντας κατά νου ότι ίσως με κουράσει η επανάληψη του ίδιου ύφους γι’ άλλες εξακόσιες σελίδες. Πράγματι, στην αρχή η σύγκριση με τον «Δάσκαλο», του οποίου το θέμα είναι εξ ορισμού συναρπαστικό, ήταν αναπόφευκτη. Στη συνέχεια όμως, με κέρδισε το περιεχόμενο γι’ άλλη μια φορά, η απίστευτη παιδική ηλικία και η ενηλικίωση του αφηγητή/συγγραφέα Φρανκ Μακ Κορτ. Πρόκειται δηλαδή για την καταγραφή πάλι των προσωπικών βιωμάτων του Κορτ, που από μόνα τους είναι συγκλονιστικά και δε νομίζω ότι αυτό μειώνει τη λογοτεχνική αξία του βιβλίου, που έτσι κι αλλιώς υπάρχει: αν έχεις όντως κάτι να πεις, το λες, κι αυτό έχει πρώτιστη σημασία. Άλλωστε, χιλιάδες άλλοι είχαν την ευκαιρία να εκφράσουν παρόμοιες εμπειρίες, και δεν το’ καναν. Ο Μακ Κορτ, ωστόσο, έχει και το κατάλληλο ύφος ώστε αυτό το «κάτι» να μην εξαντλείται στη μοναδικότητα της εμπειρίας ή στον αυτοοικτιρμό, θα έλεγα ότι δουλεύει τις σιωπές.
Βρισκόμαστε αρχικά στο Μπρούκλιν, μέχρι που ο μεγαλύτερος γιος, ο Φρανκ, γίνεται περίπου πέντε (ακολουθούν ο Μάλαχι, δυο δίδυμα κι ένα κοριτσάκι) και στη συνέχεια η οικογένεια μεταφέρεται στην Ιρλανδία, στο Λίμερικ απ’ όπου κατάγεται η μάνα (Άντζελα). Είναι απερίγραπτη η φτώχεια, η ανεργία, η πείνα, η γύμνια, το κρύο, η βρωμιά στην οποία αναγκάζονται να ζουν, αλλά και η σκληρή αντιμετώπιση των συγγενών οι οποίοι περιφρονούν και δείχνουν ανοιχτά την προκατάληψή τους απέναντι στον πατέρα της οικογένειας που είναι από τη Β. Ιρλανδία, ένας ακόμα μπεκρούλιακας που, όταν πού και πού βρίσκει δουλειές της πλάκας ξοδεύει και την τελευταία του δεκάρα στο ποτό, ενώ, ακόμα κι όταν πεθαίνει το ΤΡΙΤΟ του παιδί από την πείνα (έχουν ήδη πεθάνει απ’ τη φτώχεια άλλα δυο) εξαφανίζεται με τα λεφτά για το φέρετρο και γυρνά μετά την κηδεία στο σπίτι πιωμένος. Η μάνα, μπροστά σ’ αυτήν την κατάσταση απ’ την κούραση και τη θλίψη πολλές φορές παραιτείται, αποσύρεται, αρρωσταίνει κι απομένει στο δύστυχο Φρανκ να τα βγάλει πέρα ζητιανεύοντας για ξεροκόμματα ή για κάρβουνα που έχουν πέσει στο δρόμο κλπ. Η βρωμιά και οι συνθήκες διαμονής είναι ανεκδιήγητες, κι είναι απορίας άξιον πώς, σ’ ευρωπαϊκή χώρα του 20ου αι. και σε περίοδο ειρήνης υπήρξαν τέτοιες καταστάσεις. Επίσης, αναρωτιέται κανείς, πώς, σε τέτοιες συνθήκες ανατροφής, χειρότερες κι από του τελευταίου ζητιάνου, ο Φρανκ κατάφερε να μορφωθεί, να γίνει δάσκαλος, καθηγητής σε Πανεπιστήμιο (έστω και με τις αποτυχίες που μας περιγράφει στο άλλο του βιβλίο) και να γράψει τα βιβλία που έγραψε. Ίσως βέβαια, αυτοί είναι οι βαθύτεροι κοινωνικοί λόγοι της καρτερικότητας, της ταπεινοσύνης και της βαθιάς κατανόησης που δείχνει με αυθεντικό τρόπο ως δάσκαλος (θυμήσου ιστορία με σάντουιτς!!)
Η αφήγηση, όπως και στο «Δάσκαλο», σε λίγα σημεία εκπίπτει σε συναισθηματισμούς και ερμηνείες, παρόλο που τα γεγονότα αυτά καθαυτά προσφέρονται. Καταγράφονται ωστόσο με τόσο συγκλονιστικές λεπτομέρειες, λεπτομέρειες που μιλάνε από μόνες τους, που δεν «περισσεύει» χώρος για μπλα- μπλα. Ένα τυχαίο παράδειγμα: όταν πέθανε το πρώτο παιδί, ένα πανέμορφο κοριτσάκι, το μόνο στο οποίο έδειξε τόση αδυναμία ο πατέρας ώστε δεν ξενυχτούσε για να πίνει:
Δυο ημέρες αργότερα ο μπαμπάς γύρισε από τη βόλτα για τσιγάρα.
Αυτή η λιτή φράση, λέει τόσα πολλά που δεν χρειάζεται εξηγήσεις. Έτσι, μ’ ένα γλυκόπικρο χιούμορ που φτάνει καμιά φορά και σε κυνισμό, σε σαρκασμό (βλ. 1η σελίδα:…μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία δεν αξίζει τον κόπο να τη ζη κανείς. Και ακόμη χειρότερη από μια δυστυχισμένη παιδική ηλικία είναι η ιρλανδική δυστυχισμένη παιδική ηλικία. Όμως, χειρότερη κι απ’ αυτή είναι η καθολική ιρλανδική παιδική ηλικία), αυτό το παραμελημένο παιδί που σηκώνει στις πλάτες του το βάρος όλης της οικογένειας πολλές φορές, καταθέτει όλες αυτές τις μνήμες που τον διαμόρφωσαν, τον έκαναν συμπονετικό κι όχι σκληρό όπως θα περίμενε κανείς, τον έκαναν να’ χει ένα ιδιαίτερο δεσμό με τον απίστευτο πατέρα.
Πολλά σημεία του βιβλίου είναι ξεκαρδιστικά, όπως οι ιστορίες με την εκμάθηση χορού, με την προσπάθεια του μικρού Φρανκ να γίνει παπαδοπαίδι, σκηνές με τους διάφορους ιδιόρρυθμους δασκάλους, με τη «δουλειά» που βρήκε να διαβάζει σ’ ένα κουλτουριάρη γέρο κλπ. Θα τολμούσα να πω ότι η εξιστόρηση, το ύφος σε συνδυασμό με το περιεχόμενο αφήνουν τη γεύση που αφήνει ο Καραγκιόζης, ή καλύτερα ο Σαρλό, ο Χοντρός και λιγνός (λιγότερο, γιατί εδώ υπάρχει πολύ έντονο το στοιχείο της φάρσας).
Όσο μεγαλώνει ο Φρανκ και κοινωνικοποιείται, ως πρώτο παιδί της οικογένειας, διακρίνουμε το ενδιαφέρον του για τη γνώση, δεν το προβάλλει ωστόσο ιδιαίτερα. Φερειπείν, έμμεσα συνειδητοποιεί την αγάπη του για τη λογοτεχνία όταν αναγκάζται να διαβάζει βιβλία στον κύριο Τιμόουνι, κερδίζοντας το φοβερό ποσόν των έξι πενών. Όταν έχασε τη δουλειά (άλλη ξεκαρδιστική ιστορία, σελ. 287):
Έτσι τέλειωσαν τα σαββατιάτικα εξάπενά μου, αλλά εγώ είχα αποφασίσει να συνεχίσω το διάβασμα στον κ. Τ. ανεξάρτητα από τα χρήματα.(…) Περπατάω μίλια ολόκληρα μέχρι τον Οίκο της Πόλης για να μη χάσει το διάβασμά του.
Με αφορμή τη φοβερή έκθεση που έγραψε «Ο Ιησούς και ο καιρός» (πώς να την αντιγράψω όλη; Θυμίζει πάντως τις εκθέσεις στο «Εγώ ελπίζω να τη βολέψω»!), τον μεταφέρουν από την Πέμπτη στην έκτη τάξη όπου ο δάσκαλος:
Πρέπει να διαβάζετε και να μαθαίνετε ώστε να διαμορφώσετε τη δική σας άποψη σχετικά με την ιστορία και οτιδήποτε άλλο αλλά δεν μπορείτε να διαμορφώσετε ένα άδειο μυαλό. Γεμίστε το μυαλό σας, γεμίστε το μυαλό σας. Είναι το δικό σας θησαυροφυλάκιο και κανείς στον κόσμο δεν μπορεί να μπει μέσα του. Αν αγοράζατε ένα σπίτι που χρειαζόταν επίπλωση θα το γεμίζατε με χαρτιά και διάφορα άλλα σκουπίδια; Το μυαλό σας είναι το σπίτι σας κι αν το γεμίσετε με σκουπίδια θα σαπίσει μέσα στο κεφάλι σας. Μπορεί να είστε φτωχοί, τα παπούτσια σας μπορεί να είναι σκισμένα, όμως το μυαλό σας είναι ένα παλάτι.
Το βιβλίο τελειώνει όταν ο δεκαπεντάχρονος πια Φρανκ εγκαταλείπει την Ιρλανδία και μπαίνει στη «χώρα της επαγγελίας», στο λιμάνι της Νέας Υόρκης.

Χριστίνα Παπαγγελή

Παρασκευή, Απριλίου 27, 2007

Ντάρελ Τζέραλντ, Η οικογένειά μου κι άλλα ζώα

Πρόκειται για ένα βιβλίο όπου ο Τζέραλντ Ντάρελ, μικρότερος αδελφός του Λώρενς Ντάρελ (βλ. Αλεξανδρινό Κουαρτέτο) καταγράφει τις αναμνήσεις του από την παραμονή της οικογένειας (μητέρα και τέσσερα παιδιά) επί πέντε χρόνια στην Κέρκυρα. Φαίνεται ότι πρόκειται όντως για μια πολύ ιδιόρρυθμη οικογένεια (η μητέρα, αρχικά, είναι «αφασία», πάρα πολύ ευκολόπιστη, αλλάζει σχέδια-σπίτια σαν πουκάμισα, πολύ πράος (coool) τύπος, ανεκτική στις ιδιοτροπίες των παιδιών της κλπ κλπ ), αν κρίνουμε από το ότι ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Λώρενς, παρουσιάζεται ως η τυπική εικόνα του αιθεροβάμονα συγγραφέα που «ζει στον κόσμο του»:
(σελ. 18):
Ο Λάρι είχε απ’ τη θεία Πρόνοια την αποστολή να περνάει μες ’ απ’ τη ζωή σα μικρό ξανθό βεγγαλικό που σκορπά ιδέες σαν βόμβες στο μυαλό των άλλων, κι έπειτα να κουλουριάζεται σα βελουδένιος γάτος και να αρνείται οποιαδήποτε ευθύνη για τις συνέπειες.
Ότι πρόκειται για «πραγματικές» αναμνήσεις, ιδωμένες βέβαια μες από το πρίσμα του μικρότερου Τζέραλντ, επιβεβαιώνεται κι απ’ το γεγονός ότι η τρέλλα του Τζ. με τα ζώα που εκδηλώθηκε ως μανία στην Κέρκυρα και τον οδήγησε να μετατρέψει τα εκάστοτε σπίτια σε μικρούς ζωολογικούς κήπους), όπως κι οι πληροφορίες για τη ζωή στον μικρόκοσμο των ζώων και των εντόμων, τον οδήγησαν στο να διευθύνει στη συνέχεια αποστολή για την παρατήρηση άγριων ζώων και στο να ιδρύσει ζωολογικό πάρκο και Εταιρία Προστασίας Άγριων Ζώων (βλ. βιογραφικό).
Με πολλή παρατηρητικότητα, περιεκτικό και χιουμοριστικό/ξεκαρδιστικό ύφος (τυπικά «αγγλικό» χιούμορ) περιγράφει επεισόδια από την παραμονή τους στην Κέρκυρα, όπου η γνήσια ιδιορρυθμία καθενός από τα μέλη της οικογένειας τούς οδηγεί αβίαστα και «κατ’ ανάγκην» σε πολύ κωμικές καταστάσεις (π.χ. βλ. φιλοξενία κουλτουριάρηδων φίλων του Λάρι, σ. 108, σκηνή με κυνήγι του Λάρι, ή όταν το σπίτι πιάνει φωτιά κλπ).
Πραγματικά απολαυστικό!

Χριστίνα Παπαγγελή

Κυριακή, Απριλίου 22, 2007

Μακ Κορτ Φρανκ, Ο δάσκαλος

Συναρπαστικό από τις πρώτες σειρές και ως προς το γράψιμο, αλλά και ως προς το περιεχόμενο, ιδιαίτερα για τους εκπαιδευτικούς, εφόσον πρόκειται για την άμεση καταγραφή των βιωμάτων τoύ ιρλανδικής καταγωγής συγγραφέα, ως καθηγητή της αγγλικής σε διάφορα δημόσια –κυρίως- λύκεια της Νέας Υόρκης. «Είναι μακρύς ο δρόμος της παιδαγωγίας» επιγράφεται το πρώτο κεφάλαιο, και δεν ξέρω αν είναι σκόπιμα μεταφρασμένο έτσι, πάντως είναι χαρακτηριστικός ο τίτλος για να δηλώνει την οπτική γωνία. Για του λόγου το αληθές, οι πρώτες γραμμές:
Έρχονται.
Και δεν είμαι έτοιμος.
Πώς θα μπορούσα;
Είμαι καινούριος δάσκαλος και τώρα μαθαίνω τη δουλειά.

Την πρώτη μέρα της διδασκαλικής μου σταδιοδρομίας, λίγο έλειψε να με απολύσουν επειδή έφαγα το σάντουιτς ενός μαθητή. Τη δεύτερη μέρα λίγο έλειψε να με απολύσουν επειδή αναφέρθηκα στο ενδεχόμενο φιλίας μ’ ένα πρόβατο. Κατά τα’ άλλα, δεν υπήρξε τίποτα αξιοπρόσεκτο στα τριάντα χρόνια που πέρασα μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας των λυκείων της Νέας Υόρκης. Συχνά αμφέβαλλα αν έπρεπε να βρίσκομαι εκεί. Στο τέλος, απόρησα πώς άντεξα τόσο πολύ.
Ακολουθεί η ξεκαρδιστική περιγραφή των επεισοδίων αυτών σε προσωπικό, εξομολογητικό τόνο, σαν κάποιος που μιλά βέβαια για τα βιώματά του όπως τα θυμάται μετά από τριάντα χρόνια. Η χρονική αυτή απόσταση, επιτρέπει στον ήρωα ν’ αυτοσατιρίζεται ή να σαρκάζει τις εξωφρενικές καταστάσεις που αντιμετωπίζει, [που ισχύουν ανά τον κόσμο στα σχολεία, και δή στα δημόσια σχολεία και μάλιστα τα επαγγελματικά](Για τον θεό άνθρωπέ μου. Δεν χρειάζεσαι παραγράφους σ’ ένα μηχανουργείο αυτοκινήτων). Έτσι, oi ξεκαρδιστικές πρώτες 50 σελίδες είναι απλώς η εισαγωγή σε μια γλυκόπικρη θεώρηση του θέματος, εφόσον ο συμπαθέστατος Φρανκ Κορτ είναι ένας «loser», ένας εκ γενετής περιθωριακός (διαφωτιστικό το αυτοβιογραφικό του έργο «Οι στάχτες της Άντζελα» που γυρίστηκε και ταινία) και δεν κάνει τίποτα για να μας πείσει ότι είναι σωστός ή δικαιολογημένος, γιατί κι ο ίδιος φαίνεται να «μαθαίνει», να κοινωνικοποιείται μέσα σ΄έναν κόσμο που του φαίνεται παράλογος, ξένος. Έτσι τον βλέπουμε να αποκλίνει από την πεπατημένη, να καθηλώνει την τάξη με το να αφηγείται ιστορίες από τη ζωή του και να μην κάνει το προβλεπόμενο μάθημα.
(σελ. 103):
Αν υψώσεις τον τόνο της φωνής ή τους αποπάρεις, τους χάνεις. Αν σου ανταποδώσουν το χτύπημα με τη σιωπή τους, έχεις ξοφλήσει μέσα στην τάξη. Οι εκφράσεις αλλάζουν κι έχουν έναν μοναδικό τρόπο να σκληραίνουν τα μάτια τους. Πες τους ν’ ανοίξουν τα τετράδιά τους. Καρφώνουν το βλέμμα τους στο άπειρο. Δεν βιάζονται. Καλά, θ’ ανοίξουν τα τετράδιά τους. (…)Εσύ ρωτάς, Υπάρχουν απορίες; Κι ολόγυρά σου στην αίθουσα αντικρίζεις εκείνο το αθώο βλέμμα. Στέκεσαι όρθιος και περιμένεις. Ξέρουν ότι είναι μια αναμέτρηση σαράντα λεπτών, εσύ εναντίον αυτών, τριάντα τεσσάρων Νεοϋρκέζων εφήβων, των μελλοντικών μηχανικών και τεχνιτών της Αμερικής.

Η βροχή αλλάζει την ατμόσφαιρα του σχολείου, σιγάζει τα πάντα. Οι μαθητές της πρώτης ώρας μπαίνουν σιωπηλοί. Ένας δυο λένε καλημέρα. Τινάζουν τα μπουφάν τους να διώξουν τις σταγόνες. Είναι σε κατάσταση ονείρου. (…) Κανένας δεν παραπονιέται, δεν προκαλεί, δεν αντιμιλά. Η βροχή είναι μαγική. Η βροχή είναι βασιλιάς. Αφέσου στον ρυθμό της δάσκαλε. Μη βιάζεσαι. Χαμήλωσε τη φωνή σου. Ούτε που να το σκεφτείς να διδάξεις αγγλικά. Ξέχνα τις παρουσίες. Αυτό είναι το κλίμα που επικρατεί σ’ ένα σπίτι ύστερα από κηδεία. Σήμερα δεν έχει πομπώδεις τίτλους. Η βροχή κροταλίζει πάνω στα τζάμια. Κάθισε στην έδρα σου κι άσε την ώρα να κυλήσει. Ένα κορίτσι σηκώνει το χέρι του. Λέει, Κύριε Μακ-Κορτ ερωτευτήκατε ποτέ σας; Είσαι καινούριος στο επάγγελμα, αλλά ήδη ξέρεις πως όταν κάνουν τέτοιες ερωτήσεις σκέφτονται τον εαυτό τους. Λες, ναι.
Έτσι, λοιπόν, από μια έμφυτη ταπεινοσύνη (;), μια αν-αρχική αντίληψη για τη ζωή αλλά και μια γνήσια αίσθηση του ουσιαστικού, ο Κορτ «προσαρμόζεται» στο ρυθμό, δε βιάζεται. Δεν προβάλλεται, δεν υπερασπίζεται τίποτα, ζει τα λάθη του, κάνει σκληρή κριτική μερικές φορές στον εαυτό του (Δεν υπάρχει σεβασμός για τους δασκάλους που σε στέλνουν στο γραφείο του διευθυντή ή καλούν τους γονείς σου. Αν δεν μπορείς να χειριστείς μόνος σου τα προβλήματα της τάξης, ας μη γινόσουν δάσκαλος) και τις αντιφάσεις του, παραδέχεται πολλές φορές ότι «είναι ένας ηττημένος». Κάνει ένα μάθημα αντισυμβατικό, όχι γιατί διατυμπανίζει καμιά θεωρία, αλλά γιατί … δεν μπορεί να κάνει αλλιώς! Η ζωή αλλά και ο ίδιος του ο εαυτός τον φέρνουν προ εκπλήξεων, ή τουλάχιστον έτσι τα προσλαμβάνει.
(σελ. 61):
-Γιατί ο Σαίξπηρ έπρεπε να γράφει σ’ εκείνη την παλιά γλώσσα που κανένας δεν μπορούσε να την καταλάβει; Γιατί;
Δεν μπορούσα ν’ απαντήσω. Οι μαθητές μου ξαναρώτησαν, Γιατί; Ένιωθα παγιδευμένος, αλλά το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να τους πω ότι δεν γνώριζα. Αν περίμεναν, θα προσπαθούσα να βρω την απάντηση. Κοιτάχτηκαν. Ο δάσκαλος δεν γνωρίζει; Πώς γίνεται αυτό; Είναι πραγματικός; Πώς κατάφερε να γίνει δάσκαλος;
Και στη σελίδα 285:
Ίσως σε παίρνει να ξεγελάσεις κάποια απ’ τα παιδιά για λίγο, όμως, σε γενικές γραμμές, ξέρουν πότε φοράς μάσκα, κι εσύ ξέρεις ότι το ξέρουν. Σε αναγκάζουν να είσαι αληθινός. Αν φάσκεις και αντιφάσκεις, φωνάζουν, Ε, άλλα μας έλεγες την προηγούμενη βδομάδα. Βρίσκεσαι αντιμέτωπος με χρόνια πείρας και με τη συλλογική τους αλήθεια, κι αν επιμείνεις να κρύβεσαι πίσω από τη μάσκα του δασκάλου, τους χάνεις. Ακόμα κι αν οι ίδιοι κοροϊδεύουν τον εαυτό τους και τον κόσμο, από τον δάσκαλο περιμένουν ειλικρίνεια.
Όταν γνώρισε τον συγγραφέα Έντουαρτ Ντάλμπεργκ με την προσδοκία (της φιλενάδας του) να τον βοηθήσει να πάρει διδακτορικό:
(σελ. 153):
Ήμουν μπερδεμένος κι αναρωτιόμουν γιατί έπρεπε να φερθεί έτσι ο Ντ. Ήταν ανάγκη να εξευτελίσει ένεα άγνωστο; Και γιατί εγώ το ανέχτηκα;
Επειδή είχα λιγότερη αυτοπεποίθηση κι από το τσόφλι ενός αυγού. Εκείνος ήταν εξήντα χρονών, εγώ τριάντα. Ήμουν σαν κάποιον που μόλις έφτασε στον πολιτισμό από τη ζούγκλα. Ποτέ δεν θα αισθανόμουν άνετα στους λογοτεχνικούς κύκλους. Ήμουν σαν το ψάρι έξω από το νερό και υπερβολικά αδαής για ν’ ανήκω σε κείνην την ομάδα θαυμαστών που μπορούσαν με τόση ευκολία να ξεφουρνίζουν ονόματα του λογοτεχνικού στερεώματος στον Ντ.
(σελ. 229):
Είχα ζαλιστεί απ’ την σαμπάνια κι όταν το πλοίο άρχισε ν’ απομακρύνεται από την προβλήτα κουνούσα το χέρι χωρίς να ξέρω τι χαιρετάω. Αυτή ήταν η ζωή, μου, συλλογίστηκα. Να κουνάω το χέρι χωρίς να ξέρω τι χαιρετάω.
Τα επεισόδια όμως της σχολικής ζωής του δασκάλου δεν είναι μόνο ιστορίες ηττοπάθειας. Μέσα στην αμηχανία και την προσπάθεια προσαρμογής, επινοεί μοναδικούς τρόπους «παιδαγωγίας», όπως η εξάσκηση στο να γράφουν τα παιδιά δικαιολογητικά σημειώματα και η μουσική επένδυση των συνταγών μαγειρικής στο μάθημα της δημιουργικής γραφής! Η περιγραφή της τελικής εκδήλωσης είναι εκπληκτική (Υπήρχε κάτι στα χοιρινά μπριζολάκια που ζητούσε τη συνοδεία της φυσαρμόνικας, και ήταν εκπληκτικό, τώρα που τον σκέφτονταν, το πώς μπορούσες να σκεφτείς ένα μουσικό όργανο που να ταιριάζει με το κάθε φαγητό. Μάγκα μου, αυτή η εμπειρία σε καλούσε ν’ αναπτύξεις έναν νέο τρόπο σκέψης).
Παρακάτω:
Μην ανησυχείτε για το «πραγματικό» νόημα του ποιήματος. Ακόμα κι ο ποιητής δεν θα ξέρει ποιο είναι. Όταν διαβάσατε αυτό το ποίημα, ή κάτι συνέβη ή δεν συνέβη τίποτα.
(σελ. 348):
Μου υπενθύμισε ότι θα χρησιμοποιούσε τη γλώσσα του δρόμου και μήπως είχα πρόβλημα;
Εγώ είπα, Τίποτα από τα ανθρώπινα δεν μου είναι ξένο, και πρόσθεσα ότι δεν μπορούσα να θυμηθώ από ποιον Ρώσο συγγραφέα το είχα πάρει.

Καθώς το βιβλίο προχωρά προς το τέλος του, νιώθουμε ότι κι ο Φρανκ έχει πια ωριμάσει, έχει αποκτήσει αυτοπεποίθηση, και οι αποκλίνουσες επιλογές του είναι πιο συνειδητές. Αποκορύφωμα οι σελίδες 352-4:
Οι σοβαροί μαθητές σηκώνουν το χέρι και ρωτάνε πώς θ’ αξιολογήσω την απόδοσή τους για να τους βάλω βαθμό. Στο κάτω-κάτω, δεν τους βάζω τα συνηθισμένα τεστ: ούτε ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής· ούτε ασκήσεις με δυο στήλες λέξεων κλπ (…)
Εγώ λέω στους σοβαρούς μαθητές, Ν’ αξιολογείτε μόνοι σας τον εαυτό σας.
Το κάνετε όλη την ώρα. Όλοι το κάνουμε. Τελούμε σε συνεχή διαδικασία αυτοαξιολόγησης. Έλεγχος συνειδήσεως, λέτε στον εαυτό σας, ειλικρινά, Έμαθα τίποτα διαβάζοντας συνταγές μαγειρικής σαν να ήταν ποίηση, συζητώντας τη Μικρή Μπο Πηπ σαν να ήταν στροφή από ποίημα του Έλιοτ, κλπ (…)
Οι σοβαροί μαθητές δεν είναι ικανοποιημένοι. Αντιτείνουν ότι σε άλλες τάξεις ο δάσκαλος σου λέει ό, τι υποτίθεται πως πρέπει να ξέρεις. Ο δάσκαλος σου το διδάσκει κι εσύ υποτίθεται ότι το μαθαίνεις. Ύστερα ο δάσκαλος σου βάζει ένα τεστ και παίρνεις τον βαθμό που σου αξίζει.
Οι σοβαροί μαθητές λένε ότι νιώθεις ικανοποίηση όταν γνωρίζεις εκ των προτέρων τι πρέπει να ξέρεις, ώστε να μπορείς να στρωθείς στη μελέτη και να το μάθεις. Λένε, Σ’ αυτήν την τάξη ποτέ δεν ξέρεις τι πρέπει να ξέρεις, οπότε πώς μπορείς να μελετήσεις και πώς είναι δυνατόν να αξιολογήσεις τον εαυτό σου; Σ’ αυτήν την τάξη ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου προκύψει απ’ τη μια μέρα στην άλλη.
(…)
Εδώ είναι που ο δάσκαλος σοβαρεύει και θέτει το Μέγα Ερώτημα: Τι είναι μόρφωση, σε τελευταία ανάλυση; Τι κάνουμε σ΄ αυτό το σχολειό; Μπορείτε να πείτε ότι προσπαθείτε ν’ αποφοιτήσετε, ώστε να πάτε στο κολλέγιο και να προετοιμαστείτε για μια επαγγελματική σταδιοδρομία. Όμως, φίλοι μου, και συνοδοιπόροι μου στο δρόμο της γνώσης, η μόρφωση είναι κάτι περισσότερο απ’ αυτό. Χρειάστηκε κι εγώ να θέσω στον εαυτό μου το ερώτημα τι στην ευχή κάνω μέσα σ’ αυτή την αίθουσα. Επεξεργάστηκα μια εξίσωση, για προσωπική μου χρήση. Στην αριστερή πλευρά του μαυροπίνακα γράφω ένα κεφαλαίο Φ, στη δεξιά ένα κεφαλαίο Ε. τραβάω ένα βέλος από τα’ αριστερά προς τα δεξιά, από το ΦΟΒΟ προς την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.
Δεν νομίζω ότι κανένας μας κατορθώνει ποτέ να φτάσει στην τέλεια ελευθερία, όμως αυτό που εγώ προσπαθώ να κάνω μαζί σας είναι να ξορκίσω τον φόβο και να τον διώξω σε μια απόμερη γωνιά.
Ο κίνδυνος σ’ αυτά τα βιβλία, όπου πρωταγωνιστεί ένας δάσκαλος και καταθέτει τις εμπειρίες του (όπως και τα ψυχολογικά βιβλία με αφηγητή κάποιον ψυχαναλυτή ή ψυχίατρο, φερειπείν του Γιάλομ) είναι ότι είναι πολύ δύσκολο να μην υπάρχει, έστω κι έμμεσα, κάποιος διδακτισμός. Αυτό πιστεύω ότι το πέτυχε ο Κορτ, ως δάσκαλος και ως συγγραφέας, λόγω του αντι-ηρωικού του χαρακτήρα, κι αν προς το τέλος το απόσταγμα της εμπειρίας του παρουσιάζεται σαν θέσφατο (μιλώ για το τελευταίο απόσπασμα που παρέθεσα), ωστόσο προκύπτει «επαγωγικά», δηλαδή ήδη έχει πειστεί ο αναγνώστης για το κύρος των λόγων του.

Χριστίνα Παπαγγελή