Πιστεύετε ότι μπροστά σας είναι ένας ζωντανός,
ένας άνθρωπος που μιλάει ή κάποιος τρελός.
Αιφνιδιάζει τον αναγνώστη το βιβλίο αυτό από την πρώτη κιόλας σελίδα, όπου ο αφηγητής δηλώνει ότι είναι ήδη… νεκρός, στην πολύνεκρη, μακρόχρονη και αποφασιστικής σημασίας για τη Γαλλία μάχη του Βερντέν[1] (Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος) κι ότι κείται άταφο το σώμα του μαζί με χιλιάδων άλλων νεκρών. Παρακολουθούμε από κει και πέρα έναν παραληρηματικό, βιωματικό λόγο του Γερμανού στρατιώτη, που από την αρχή παραδέχεται ότι δεν έχει όνομα, και το σώμα του δεν ανήκει καν σ’ αυτόν αλλά σε μια μοίρα που «τον έχει κατακυριεύσει και δεν είναι… η δική του». Είναι ένα πρωτοποριακό για την εποχή του βιβλίο, γραμμένο το 1926 από τον Peter Flamm («κατά κόσμον Έριχ Μόσε», γράφει στο βιογραφικό), πολύ πριν εγκαταλείψει την Γερμανία (1933) και εγκατασταθεί στη Νέα Υόρκη ως ψυχίατρος. Ο συγγραφέας μάς δίνει ένα ψυχολογικό μυθιστόρημα, με στοιχεία μοντερνισμού, καθώς δημιουργεί σκόπιμα σύγχυση στον αναγνώστη για την ταυτότητα του πρωταγωνιστή/αφηγητή, μια σύγχυση που προφανώς επικρατεί και στη συνείδηση του ίδιου του ήρωα λόγω των ψυχολογικών τραυμάτων του πολέμου. Έτσι, καθώς προχωράει η αφήγηση κάπως ρεαλιστικά μετά τον πρώτο αιφνιδιασμό, δεν μπορούμε να διακρίνουμε εύκολα αν ο κύριος ήρωας είναι ο πετυχημένος χειρουργός Χανς Στερν από το Βερολίνο, ή ο πιο ταπεινής καταγωγής φούρναρης Βίλχελμ Μπέτουχ από την Φρανφούρτη, που πολέμησαν στο ίδιο ακριβώς πεδίο τη μοιραία μέρα. Για την ακρίβεια μπορεί να ισχύουν διάφορες εκδοχές/ερμηνείες, όπως επισημαίνεται εύστοχα στο επίμετρο της μεταφράστριας-επιμελήτριας Μαρίας Μεντή. Αυτή η συνεχής αμφιβολία ίσως είναι και το ζητούμενο του συγγραφέα, και εναπόκειται στην πρόσληψη του αναγνώστη να δώσει τη δική του ερμηνεία στα παράλογα που συμβαίνουν στην αφήγηση και στα εύλογα ερωτηματικά που δημιουργούνται.
Έτσι, σ’ ένα διάχυτο κλίμα υπαρξιακής αγωνίας και αμφιβολίας, αναμειγνύεται το ρεαλιστικό με το φανταστικό, το αντικειμενικό με το υποκειμενικό, καθώς ο Χανς/Βίλχελμ, σε προσωπικό κι εξομολογητικό ύφος, εξιστορεί τη μετάβασή του από τον κόσμο των νεκρών στρατιωτών στην κανονική, προηγούμενη ζωή. Η εξιστόρηση ξεκινά από τη μοιραία εκείνη μέρα που έμαθαν ότι έχει τελειώσει ο τετραετής πόλεμος (ανακρίβεια; Στο Βερντέν η κυριότερη μάχη έγινε στις 19 Δεκεμβρίου του 1916, ωστόσο μπορεί να συνεχίστηκαν οι εκεί συγκρούσεις) κι οι Γερμανοί στρατιώτες, μεθυσμένοι από χαρά πανηγυρίζουν, γιατί δεν «θα ξάπλωναν πια στη λάσπη, που θα βρίσκονταν ξανά πάνω σε λευκά σεντόνια, που θα είχαν ένα μέλλον». Με παραστατικότητα και αληθοφάνεια αφηγείται πώς, ενώ όλοι γλεντούσαν, εκείνος σκαρφάλωσε έξω από το καταφύγιο και σκόνταψε πάνω στο νεκρό σώμα του γιατρού Χανς, που κατά τραγική μοίρα, σκοτώθηκε μια μέρα πριν (δεν μπορούσαν να σταματήσουν μια μέρα νωρίτερα, είναι γελοίο, τώρα ήταν νεκρός, ήταν ξαπλωμένος εκεί, ένας «μορφωμένος», και τι αποκόμισε από τη μόρφωσή του;). Σε μια ακατάσχετη ροή εσωτερικών δισταγμών, όντας σε έντονη συναισθηματική διέγερση και φόβο αποφάσισε (ο Βίλχελμ, εννοείται), να αποσπάσει από τον νεκρό το μικρό γκρίζο βιβλιαράκι, το διαβατήριό του, το όνομά του- και τη μοίρα του.
Ο αναγνώστης παρακολουθεί τον «μικρό Χένινγκς» (δεν ήμουν εγώ αυτός, δεν είμαι εγώ αυτός), ή αλλιώς τον Βίλχελμ Μπέτουχ (το όνομα το μαθαίνουμε πολύ αργότερα) να αποποιείται την ταυτότητά του, να πείθει τον ίδιο του τον εαυτό ότι είναι κάποιος άλλος, συγκεκριμένα ένας πλούσιος, μορφωμένος κύριος που ταξιδεύει στην πρώτη θέση για το Βερολίνο (κι όχι στην Φρανκφούρτη), να γίνεται ο Χανς Στερν. Δεν ήταν καθόλου δύσκολο, δεν υπήρχε θέμα. Δεν έχει ξαναβρεθεί στο Βερολίνο, κι όμως «ήξερε ότι αυτό ήταν το Βερολίνο». Συστήνεται με το όνομα του γιατρού, κι όλες οι πόρτες είναι ανοιχτές, ονειρεύεται την εικόνα μιας γυναίκας, ενός κοριτσιού «γεμάτου γλύκα, φόβο, πόνο, λαχτάρα» και πάραυτα γνωρίζει την σύζυγο του Χανς, τη Γκρέτε, που όταν τον αντίκρισε «δάκρυα το ένα μετά το άλλο κυλούσαν ανεξέλεγκτα στα μάγουλά της, τα χείλη της άνοιξαν υγρά και απαλά σε ένα άλυτο φιλί». Κι έχουν κι ένα μικρό κοριτσάκι.
Ο αφηγητής μας λοιπόν, υποδυόμενος τον γιατρό Χανς, και είναι φανερό μέσα στο κείμενο ότι δεν είναι ο ίδιος ο Χανς αλλά τον υποδύεται σκόπιμα, προσαρμόζεται στον τρόπο ζωής, ξαπλώνει με τη γυναίκα του νεκρού (Και λοιπόν; Ένα ανυπεράσπιστο πτώμα: τι έχει να χάσει. Δε θα γίνει πιο φτωχό, ενώ εγώ θα γίνω πλουσιότερος) και, μπαίνει στον ρυθμό της καθημερινής ζωής (δεν υπάρχει χρόνος να σκεφτώ, τα πράγματα προχωρούν διαρκώς, σαν βιβλίο με εικόνες, κάθε σελίδα και μια νέα έκπληξη), ακόμα και στον επαγγελματικό τομέα. Όμως όλα αυτά κόντρα στη λογική του αναγνώστη (καλά, δεν κατάλαβε η γυναίκα του τίποτα; Πώς ήξερε να χειρουργεί ένας φούρναρης;). Τα ερωτήματα και η αναληθοφάνεια αρχίζουν να βασανίζουν τον αναγνώστη… μήπως είναι όντως ο Χανς κι έχει υποστεί μετατραυματικό σοκ; Ή, μια ερμηνεία που απαντά σε πολλά ερωτηματικά και την ενστερνίζομαι, μήπως όλη αυτή η ονείρωξη είναι επιθανάτια του Βίλχελμ, ο οποίος είναι κι αυτός στα πρόθυρα του θανάτου, καθώς ξέρουμε ότι σαν σε όνειρο, στα τελευταία λεπτά πριν τον θάνατο ο χρόνος διαστέλλεται;
Εγώ, εγώ, εγώ,
ένας άλλος είναι εγώ,
εγώ είμαι ο άλλος ο νεκρός που τώρα ζει,
πρόσωπο, σώμα κάποιου άλλου,
μύες, σάρκα, έντερα, εγκέφαλος και ψυχή.
Προσωπικά, θεώρησα ότι το βασικό «υποκείμενο» της αφηγηματικής εκμυστήρευσης είναι ο Βίλχελμ στο κατώφλι του θανάτου… Δεν είναι ο Χανς, όπως υποστηρίζουν κάποιοι αναγνώστες, γιατί με τον Βίλχελμ ξεκινάει η φαντασίωση, και μ’ αυτόν ως επίκεντρο τίθενται όλα τα ερωτήματα, και μάλιστα υπάρχουν νύξεις και για τις ταξικές διαφορές που τον βασανίζουν, όπως και η κοροϊδία για το όνομά του –που σημαίνει σεντόνι. Έχει επομένως την τάση να αποδράσει από τον παλιό του εαυτό, αλλά φυσικά το αίσθημα του ανοίκειου και της αποξένωσης συνοδεύει πολλές στιγμές της νέας του καθημερινότητας. Στην αρχή αποδέχτηκα/κατάπια την απίθανη περίπτωση να είναι ζωντανός, να προχώρησε συνειδητά στην εξαπάτηση του περιβάλλοντος του γιατρού, και η Γκρέτε να μην αναγνώρισε τον άντρα της λόγω της τετραετίας του πολέμου και των κακουχιών, άντε και η κρυφή ερωμένη, η φορτική και παθιασμένη Μπούσι Σάντορ· αλλά όταν ο ήρωας-φούρναρης άρχισε να χειρουργεί με επιτυχία, και μάλιστα επί μακρόν διάστημα, παραιτήθηκα από την ανάγκη του αναγνώστη να υπάρχει λογική συνέπεια. Με ενόχλησε -είναι η αλήθεια- το ανακόλουθο, αλλά με προσέλκυσαν όλα τα εμβόλιμα αποσπάσματα του εσωτερικού μονόλογου, που εκφράζουν την επιθανάτια αγωνία ενός ανθρώπου που έζησε την απόλυτη φρίκη των χαρακωμάτων και της μάχης σώμα με σώμα, την απόλυτη στέρηση, τον φόβο του θανάτου και φυσικά και τον θάνατο. Μέσα σ’ αυτήν την ταραχή, ο άνθρωπος χάνει όχι μόνο τις αξίες του, τα ανθρώπινα μέτρα, αλλά και την ταυτότητά του, το ποιος είναι πραγματικά, πράγμα που υπογραμμίζεται από τον τίτλο: «Ich? (Εγώ;)». Που μεθερμηνεύεται, «υπάρχω; Κι αν υπάρχω ποιος είμαι; Ποιες είναι δηλαδή οι ποιότητές μου;». οι παραληρηματικές παρεμβολές λοιπόν διανθίζουν τη ροή των γεγονότων και αποτελούν ποιητικοφιλοσοφικά διαμάντια: · Βλέπω τον εαυτό μου να στέκεται εκεί, τελείως μόνος, σαν σε τάφο, μια φωνή απ’ τον τάφο, ένας όρκος απ’ τον τάφο, είναι σα να στέκομαι δίπλα απ’ τον εαυτό μου, όλα είναι ομιχλώδη.
· Είμαι στάχτη στον άνεμο, φυγάς απ’ τον ίδιο μου τον εαυτό με άγνωστο προορισμό, έχω χάσει την ισορροπία μου, πάντα φτάνω κάπου αλλά τα χέρια μου παραμένουν άδεια, δε μπορώ να ριζώσω
· Σαν να’ μαι κάτω από μια βαριά καμπάνα και αποκομμένος
· Όλα είναι εναντίον μου, δεν είμαι πια άνθρωπος, όλα καλύπτονται από μιαν ομίχλη, πάντα ήμουν διχασμένος
· Μήπως κοιμάμαι, μέρα μεσημέρι; Όλη η ομορφιά του τοπίου, η ομορφιά της ανθισμένης γης, η ομορφιά των ευλογημένων αγρών, περνά απαρατήρητη από μπροστά μου, δεν τη βλέπω, δεν είναι για μένα
· Ίσως έχω ήδη πεθάνει εκεί κάτω και φωνάζω τον εαυτό μου μέσα στο παγωμένο διάστημα και τώρα με ακούω και με βλέπω, αλλά ίσως δεν είμαι καθόλου εδώ–
Αυτά είναι σπαράγματα, σύμφωνα με την δική μου «ανάγνωση», μιας συνείδησης βασανισμένης, την έσχατη ώρα που εγκαταλείπει τα εγκόσμια… Ωστόσο, μέσα στο παραλήρημα της αλλαγής ταυτότητας παρεισφρέουν και στοιχεία που αποκαλύπτουν ένα είδος ενοχής που αποποιήθηκε τον αρχικό του εαυτό: αρχικά, η παρουσία του κου Σβεν Μπόργκες, του μυστηριώδους ανθρώπου που συνάντησε στο τρένο, και του έδωσε την αίσθηση ότι κατάλαβε την απάτη. Τον συναντά αργότερα ως σύντροφο της παθιάρας ερωμένης (ξέρεις ότι δεν τον αγαπώ), και η παρουσία του γενικά είναι απειλητική. Είναι και ο σκύλος του Χανς, ο Νέρο, ο μόνος που δεν τον αναγνωρίζει, του επιτίθεται και τον δαγκώνει.
Τέλος, καθοριστικά ενδεικτικό της «ταυτότητας» του ήρωα (σε εισαγωγικά γιατί ποτέ πια δεν θα είναι ίδιος) είναι το επεισόδιο με την αδερφή του (την πραγματική), η οποία στην απελπισία της φτώχειας και της αρρώστιας της μάνας τους, εκδίδεται και διαπράττει κάποιο έγκλημα, στη δίκη του οποίου καλείται ο Χανς/Βίλχελμ ως μάρτυρας! Η ιστορία αυτή είναι αρκετά εξωπραγματική για να είναι αληθινή, ο δε μέγιστον η μητέρα (τους) μετά από λίγο πεθαίνει φτωχή κι εγκαταλελειμμένη κι ο συγγραφέας μας χαρίζει απίστευτες σελίδες πενθητικού αποχαιρετισμού του απεγνωσμένου, μπρος στον θάνατο, ήρωα.
Θέλω να ξυπνήσω, θέλω να δω τη δική μου ζωή ως το τέλος,
έχω πέσει μέσα σ’ ένα ποτάμι
και πρέπει να κολυμπήσω μέχρι να με ξεβράσει έξω
Αν δεν μιλάει η ψυχή στα πρόθυρα του θανάτου, σ’ αυτό το απόσπασμα των τελευταίων σελίδων, ποιος μιλάει; Δέχομαι βέβαια ότι η αμφισημία, η σύγχυση, η αμφιβολία είναι το ζητούμενο του συγγραφέα. Όμως αυτή η δική μου, ομολογώ υποκειμενική αλλά όχι και πολύ αυθαίρετη ερμηνεία, φωτίζει με διαφορετικό, μεταφυσικό και υπαρξιακό τρόπο, αυτά τα ποιητικά αποσπάσματα που κορυφώνονται προς το τέλος, σ’ ένα απίθανο κρεσέντο, σε μια εξομολόγηση που είναι και απολογία μαζί, εφόσον η ψυχή που παραδίδεται ζυγίζει τον εαυτό της σαν να απευθύνεται σ’ ένα νοερό δικαστήριο: Είναι ένας δρόμος που ανεβαίνει στον λόφο, από κει πέρασαν με κανόνια, εκεί έφτασε το νερό για τους διψασμένους κι έγινε αίμα, εκεί ανέβηκε η ζωή και επέστρεψε ως θάνατος, τώρα βρίσκομαι στους λόφους, δεν φυτρώνει πια γρασίδι, δεν υπάρχει πράσινο ούτε θάμνοι, είναι όλα σταχτιά, δεν έρχεται καμιά πνοή, επικρατεί σιωπή, απόλυτη σιωπή (…) Εδώ βρίσκομαι κύριοι δικαστές κάντε με ό, τι θέλετε, μου είναι αδιάφορο –νιώθω τόσο κουρασμένος, δεν μπορώ πια να σταθώ όρθιος, είναι σαν να έχω πέτρες στο στήθος μου... (…)
Χριστίνα Παπαγγελή
(1) https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AC%CF%87%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%92%CE%B5%CF%81%CE%BD%CF%84%CE%AD%CE%BD
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου