Σάββατο, Νοεμβρίου 21, 2015

Αδελφοί Καραμάζοβ, Φιόντορ Ντοστογιέβσκη

Δυο άβυσσοι, δυο άβυσσοι, κύριοι, την ίδια στιγμή˙
χωρίς αυτό είμαστε δυστυχείς και ανικανοποίητοι,
η ύπαρξή μας δεν είναι πλήρης.
Διαβάζοντας  -ξανά- το τελευταίο αυτό έργο του Ντοστογιέβσκι (με αφορμή την παράσταση της Νατάσας Τριανταφύλλη στο Θέατρο Τέχνης), ένιωσα αρχικά ότι κάποια χαρακτηριστικά της γραφής ήταν λίγο ξεπερασμένα πια, δεν τα αντέχει η εποχή μας. Με όλο το σεβασμό στον μεγάλο συγγραφέα, τον οποίο αναγνωρίζω ως αυθεντία από την εφηβεία και μ έχει γεμίσει αμετάκλητο ενθουσιασμό με το «Ο Ηλίθιος», το «Έγκλημα και Τιμωρία» κ.α., διαπίστωσα αυτή τη φορά, την… εικοστή ίσως κατά την οποία ασχολούμαι με μυθιστορήματά του, κάποιες «ατέλειες» που με κάνουν να πιστεύω ότι ίσως υπερτιμήθηκε˙ κι αυτή η υπερτίμηση ίσως πάλι, δεν ήταν τυχαία. Στην πορεία, μπαίνοντας πιο βαθιά στον πυρήνα του έργου, κατάλαβα ότι ιδιαίτερα στο μυθιστόρημα αυτό, ο συγγραφέας ενσάρκωσε όλη τη κοσμοθεωρία και φιλοσοφία του περί τα ανθρώπινα μ έναν τρόπο θαυμαστό παρά τις τεχνικές αδυναμίες (που απλώς κουράζουν τον αναγνώστη). Και η κοσμοθεωρία αυτή δεν είναι άλλη από την βαθιά, υπαρξιστική ουσία του χριστιανισμού. Της θρησκείας που σαν θεμέλιο έχει όχι μόνο την αγάπη, -την αγάπη στον άνθρωπο και στη ζωή- αλλά το πάθος με τη φιλοσοφική σημασία που μπορεί να έχει η έννοια αυτή. Το πάθος ως μια συναισθηματική δύναμη ανεξέλεγκτη (η ακατανίκητη δίψα για έρωτα, αγάπη, χρήμα, δόξα κλπ)  που σε απομακρύνει από τον εαυτό σου˙ που σε κάνει ν αντικρίζεις κατάματα την άβυσσο της ταπείνωσης, του εκμηδενισμού αλλά και που, αυτό το ίδιο, μπορεί να σε οδηγήσει στην υπέρβαση που σε ανεβάζει στα ουράνια μεταβαίνοντας σε υψηλότερο επίπεδο συνειδητότητας. Σύμφωνα με τη δική μου ανάγνωση, λοιπόν, η ουσία του έργου είναι εσχατολογική, γιατί, κατά τη γνώμη μου, ο συγγραφέας χτίζει συστηματικά την πλοκή/αφήγηση δίνοντας απαντήσεις σε οριακά εσχατολογικά ερωτήματα.
Η μεταφορά αυτών των προβληματισμών στη γλώσσα της λογοτεχνίας, ίσως επειδή πηγάζει εγκεφαλικά, έχει απίστευτες αξιώσεις. Έτσι, παρόλες τις ατέλειωτες παρενθέσεις και κουραστικές περιγραφές, δεν μπορούμε παρά να υποκλιθούμε με θαυμασμό μπροστά στον μυθιστοριογράφο, που έχει κάτι παραπάνω να πει από το να αφηγηθεί συναρπαστικές ιστορίες.

Είμαστε φύσεις πλατιές
Είμαστε φύσεις πλατιές, καραμαζοφικές, ικανές να συμπεριέχουμε τις κάθε είδους αντιθέσεις και ν αντικρίζουμε ταυτόχρονα και τις δυο αβύσσους, την άβυσσο από πάνω μας, την άβυσσο των ανώτερων ιδανικών και την άβυσσο κάτω από μας, την άβυσσο της πιο χαμηλής και βρωμερής πτώσης. (…) Η συναίσθηση του βάθους της κατάπτωσης είναι το ίδιο απαραίτητη γι αυτές τις αχαλίνωτες, ασυγκράτητες φύσεις, όπως και η συναίσθηση της ανώτερης ευγένειας. Και αυτό είναι αλήθεια: ακριβώς αυτό το αφύσικο μίγμα τους χρειάζεται συνεχώς και ακατάπαυστα: δυο άβυσσοι, δυο άβυσσοι, κύριοι, την ίδια στιγμή˙ χωρίς αυτό είμαστε δυστυχείς και ανικανοποίητοι, η ύπαρξή μας δεν είναι πλήρης.
Ο συγγραφέας διάλεξε ως ενσαρκωτές αυτής της -ακραίας/οριακής- στάσης τους αδερφούς Καραμάζοβ, που αποτελούν μια πολλαπλή εκδοχή της παραπάνω ίδιας κοσμοαντίληψης (η φιληδονία είναι τρικυμία, κάτι περισσότερο από τρικυμία!). Είναι  ο ελαφρόμυαλος και άξεστος μεγάλος αδερφός Ντιμήτρι, ο μηδενιστής περήφανος επιστήμονας Ιβάν, ο δόκιμος μοναχός- ανθρωπιστής Αλιόσα, και ο τέταρτος νόθος γιος του επιστάτη, επιληπτικός αλλά πανέξυπνος/δαιμόνιος, ο Σμερντιακόβ. Και τα τέσσερα αδέρφια παρά τις φαινομενικά αγεφύρωτες διαφορές τους έχουν πολλά κοινά στοιχεία: πρώτα πρώτα, δεν φαίνονται να έχουν «τακτοποιήσει» τη σχέση με τον αχαλίνωτο και προκλητικό, απρόβλεπτο πατέρα Φιόντορ, ο οποίος τους εγκατέλειψε στη μοίρα τους από πολύ νωρίς. Η ανολοκλήρωτη, τραυματική σχέση πατέρα- γιου ξεδιπλώνεται σε όλες τις εκφάνσεις κι αυτό το πυρηνικό στοιχείο του έργου από μόνο του, δίνει ψυχαναλυτική και φιλοσοφική διάσταση. Το πνεύμα και των τεσσάρων (πέντε με τον πατέρα) είναι ατίθασο και προκλητικό, και όλοι χαρακτηρίζονται από (εξωπραγματική) αυτογνωσία και αφοπλιστική ειλικρίνεια. Παράλληλα, η διαφορετική -έως αντιδιαμετρική- κοσμοθεώρηση (π.χ. ο Αλιόσα είναι πιστός χριστιανός, με ίνδαλμά του τον στάρετς Ζωσιμά από τη μια, ο Ιβάν μηδενιστής/σοσιαλιστής/αθεϊστής από την άλλη) δεν είναι εμπόδιο για εξομολογήσεις (ο ένας στον άλλον), συζητήσεις, αντιπαραθέσεις, συγκρούσεις, ενώ το γεγονός ότι πρόκειται για αδέρφια δικαιολογεί την συναισθηματική ταύτιση, την συν- πάθεια (εκ του πάσχω), την υπέρβαση των λογικών αδιέξοδων μέσω της αγάπης. Τέλος, με τον δικό του τρόπο ο καθένας ψάχνει να βρει την Αλήθεια, ή καλύτερα το νόημα της ύπαρξης.
Δύο κεντρικά γεγονότα που συσπειρώνουν όλα τα μέλη της αταίριαστης οικογένειας χωρίζουν και το βιβλίο (ως προς την πλοκή) σε δυο βασικά μέρη: το πρώτο είναι η οικογενειακή συνάθροιση στο κελί του στάρετς Ζωσιμά, με αφορμή τα περιουσιακά και κληρονομικά ζητήματα ανάμεσα στον Ντιμήτρι και τον πατέρα του. Το δεύτερο  είναι η δολοφονία του πατέρα. Τα δύο αυτά επεισόδια αποτελούν τον κορμό της αφήγησης,  ενώ δορυφορικά εντάσσονται και άλλα, βοηθητικά ή έστω, λιγότερο σημαντικά.

Α΄. Η συνάθροιση στο κελί του στάρετς/ τα πρόσωπα
Ας είμαστε εμείς αμαρτωλοί, ας κολυμπάμε στο ψέμα
και ας μας τριγυρίζει ο πειρασμός.
Κάπου σε αυτόν τον κόσμο, σε κάποιο μέρος υπάρχει ένας άγιος.
Αυτός ζει μέσα στην αλήθεια, ξέρει την αλήθεια.
Πάει να πει πως δεν πεθαίνει η αλήθεια  στον κόσμο.

Η απόφαση να συγκεντρωθούν στο μοναστήρι πάρθηκε γιατί μονάχα το αξίωμα και η προσωπικότητα του στάρετς θα μπορούσε να τους επιβληθεί και να χει πάνω τους συμφιλιωτική επίδραση.[1] Η συνάθροιση στο κελί του στάρετς πλαισιώνεται από μικρότερα επεισόδια (π.χ. επισκέψεις του ενός στον άλλον), και μ αυτές τις αφορμές ο συγγραφέας ξεδιπλώνει μπροστά στον αναγνώστη τις διαφορετικές προσωπικότητες, τις σχέσεις τους, τις διαφορές τους όχι μόνο των αδερφών αλλά και των υπόλοιπων συμπρωταγωνιστών.  Δίνεται επίσης και η λαβή για διαλόγους και αντιπαραθέσεις πάνω στη θρησκεία, στην αρετή, στο ρόλο της εκκλησίας κ.α. Καταλυτικό ρόλο παίζει φυσικά ο στάρετς Ζωσιμάς του οποίου τα λόγια νιώθεις έντονα ότι απηχούν τη βαθύτερη οπτική του συγγραφέα.

Φιόντορ (πατέρας)
 Πρώτος παρουσιάζεται ο γερο- γελωτοποιός, όπως αυτοαποκαλείται, ο Φιόντορ (πατέρας). Ταράζει τα νερά της κοσμιότητας με τους άξεστους τρόπους του, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι είναι πρόστυχος, παλιάτσος, διεφθαρμένος, επιπόλαιος, ψεύτης. Παρόλα του τα χρόνια παρουσιάζεται εξαιρετικά φιλήδονος (σύμφωνα με τον κανόνα μου, σε κάθε γυναίκα μπορείς να βρεις κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον, που να πάρει ο διάβολος, κάτι που δεν μπορείς να το βρεις σε καμιάν άλλη/ για μένα δεν υπήρξαν ποτέ ασχημομούρες: και μονάχα πως είναι γυναίκα, είναι κιόλας το ήμισυ του παντός…) Δημιουργεί απίστευτο σκάνδαλο όχι μόνο στο κελί του στάρετς αλλά και αργότερα στο γεύμα που παραθέτει ο ηγούμενος, με προσβολές και ξεκάρφωτες ψευτιές. Ο Ντοστογιέφσκι εξαίρει έμμεσα την πνευματικότητα του στάρετς (σημειωτέον ότι παρουσιάζεται πρόσχαρος, καθόλου βλοσυρός) με τις ανθρώπινες, απλές και ουσιαστικές του παρεμβάσεις. Π.χ.
(Φιόντορ): - Ενδοξότατε στάρετς, αποφανθείτε. Σας προσβάλλω με τη ζωηρότητά μου ή όχι;
                            - Σας παρακαλώ και σας, είπε ο στάρετς με τον πιο υποβλητικό τρόπο, να μην ανησυχείτε και να μη νιώθετε καμιά συστολή μπροστά μου. Μην πιέζετε τον εαυτό σας, φερθείτε σα να’ σασταν στο σπίτι σας. Και το κυριότερο, μην ντρέπεστε τόσο πολύ τον εαυτό σας γιατί από αυτό ακριβώς προέχονται όλα. (…) Το κυριότερο είναι να μη λέτε ψέματα στον ίδιο τον εαυτό σας. Αυτός που λέει ψέματα στον εαυτό του και πιστεύει στο ίδιο του το ψέμα, φτάνει στο σημείο να μη βλέπει καμιά αλήθεια μέσα του ούτε και στους άλλους -και έτσι χάνει κάθε εκτίμηση για τους άλλους και κάθε αυτοεκτίμηση. Μην εκτιμώντας κανέναν, παύει να αγαπάει. Αυτός που λέει ψέματα στον εαυτό του είναι αυτός που προσβάλλεται πρώτος.

Στάρετς Ζωσιμάς
Ο θαυμασμός του συγγραφέα προς τον θεσμό των στάρετς είναι πρόδηλος. Υπάρχει ιδιαίτερο κεφάλαιο αφιερωμένο στον στάρετς Ζωσιμά, αλλά και ο ίδιος ο Αλεξέι συγκεντρώνει σε χειρόγραφο όλη του τη ζωή και τη διδασκαλία, την οποία εμείς διαβάζουμε (Εκ του βίου του εις θεόν αποδημήσαντος Ιερομονάχου Στάρετς Ζωσιμά, συντεταγμένα κατά τας ιδίας αυτού αφηγήσεις υπό Αλεξέι Φιοντόροβιτς Καραμάζοβ). Είναι ένα αρκετά εκτεταμένο κεφάλαιο, σαν μια νουβέλα εγκιβωτισμένη στο βασικό μυθιστόρημα. Πέρα από την πολύ συναρπαστική βιογραφία, υπάρχουν και στοιχεία της διδασκαλίας του άκρως ενδιαφέροντα, μια και οι στάρετς γενικά, αλλά περισσότερο ακόμα ο Ζωσιμάς δεν είχαν το δογματικό και αγκυλωμένο πνεύμα πολλών χριστιανών κληρικών.
Τώρα ιδιαίτερα, που ο Ζωσιμάς βρίσκεται στο κατώφλι του θανάτου, τα λόγια του αποκτούν μια εσωτερική σοφία απαράμιλλη…  Είναι οι σελίδες του βιβλίου που δείχνουν τη βαθιά σημασία της χριστιανικής θρησκείας/φιλοσοφίας, όπως:
·         Νέε, μην ξεχνάς την προσευχή σου˙ σε κάθε σου προσευχή, αν είναι ειλικρινής, θα προβάλλει ένα καινούριο αίσθημα και μέσα σ αυτό μια καινούρια σκέψη, που άλλοτε την αγνοούσες και που θα σου δώσει καινούριο θάρρος. Και θα καταλάβεις πως η προσευχή είναι διαπαιδαγώγηση.
·         Να αγαπάτε τα ζώα. Ο θεός τους έδωσε λίγη νοημοσύνη και ασυννέφιαστη χαρά.
·         Η ταπεινοσύνη, η γεμάτη αγάπη, είναι φοβερή δύναμη, φοβερότερη από την άλλη. Δεν έχει αξία ν αγαπήσεις για μια στιγμή, να αγαπήσεις πάντα. Όλα είναι σαν τον ωκεανό, σας λέω. Τότε θα προσευχόσουν και στα πουλάκια (λέει παραπάνω ότι ο αδερφός του προσευχόταν στα πουλάκια),  βασανιζόμενος από μια ακέρια αγάπη σαν σε έκσταση και θα παρακαλούσες να σου συγχωρέσουν και αυτά τις αμαρτίες σου. Να την εκτιμάς αυτήν την έκσταση, όσο και αν φαίνεται ακατανόητη στους ανθρώπους. 
·         Πάρε τον εαυτό σου και κάνε τον υπεύθυνο για τα κρίματα των ανθρώπων. (…) Σε τούτη τη γη υπάρχουν πολλά που μας είναι κρυμμένα, μα σε αντάλλαγμά μας έχει χαριστεί η μυστική εσωτερική αίσθηση του ζωντανού μα συνδέσμου μ΄ έναν άλλον κόσμο, μ έναν κόσμο ουράνιο και ανώτερο.

Ιβάν
Εντυπωσιακή είναι η παρουσία του αινιγματικού και ψυχρού Ιβάν, που παρά την αντίθεσή του με τη θρησκεία (αμφισβητεί το ρόλο της εκκλησίας αλλά υπερασπίζεται με πάθος την… ταύτιση εκκλησίας και κράτους: κάθε κράτος της γης θα έπρεπε να μεταβληθεί πέρα για πέρα σε εκκλησία/αν όλα γίνονταν εκκλησία, τότε, αυτή θα αφόριζε τον εγκληματία και τον ανυπάκουο και δε θα έκοβε κεφάλια) ασχολείται σε εκτενές άρθρο με το ρόλο που θα έπρεπε να διαδραματίζει η εκκλησία. Θεωρεί ότι λιμπεραλίστες και οι ντιλετάντες μπερδεύουν τον σοσιαλισμό με τον χριστιανισμό αλλά η πιο προκλητική του άποψη είναι ότι αν λείψει από την ανθρωπότητα η πίστη της για την αθανασία της, θα εξαφανιστεί όχι μονάχα η αγάπη, μα και η απαραίτητη δύναμη για τη συνέχιση της παγκόσμιας ζωής. Αλλιώς: δεν υπάρχει αρετή αν δεν υπάρχει πίστη στην αθανασία.
Η απάντηση του στάρετς και εδώ είναι συγκλονιστική: Πρέπει να είστε μακάριος αν το πιστεύετε αυτό ή πολύ δυστυχισμένος/αυτή η σκέψη δεν καταστάλαξε ακόμα στην καρδιά σας και σας βασανίζει (…) Δεν έχετε λύσει ακόμη αυτό το πρόβλημα  και αυτό είναι το μεγάλο σας βάσανο γιατί το πρόβλημα ζητά επιτακτικά μια λύση…
Ο Ιβάν ξεδιπλώνει τις υπαρξιακές αγωνίες του στον Αλιόσα, με τον οποίο επικοινωνεί ουσιαστικά για πρώτη και τελευταία φορά (θέλω να σε γνωρίσω μια για πάντα και να με γνωρίσεις και συ). Κατά τη γνώμη μου, αυτές οι φιλοσοφικές σελίδες είναι από τις πιο συγκλονιστικές όλου του βιβλίου. Είναι  εικοσιτριών χρονών και δίνει την εικόνα ότι δεν πιστεύει τίποτα. Είναι  παιδί όμως και διψάει για ζωή (και αν ακόμα πάψω να πιστεύω στη ζωή, και αν ακόμα χάσω την εμπιστοσύνη μου στη γυναίκα που αγαπώ, και αν δεν πιστεύω πια στην τάξη των πραγμάτων, και αν ακόμα πειστώ πως όλα δεν είναι τίποτα άλλο παρά χάος χωρίς καμιάν αρμονία, και αν ακόμα υποστώ όλη τη φρίκη της ανθρώπινης απογοήτευσης, θα θελήσω παρ όλα αυτά να ζήσω, και, μια και άρχισα να πίνω από αυτή την κούπα, δεν θα την παρατήσω ώσπου να πιω και την τελευταία σταγόνα!/υπάρχει τάχα στον κόσμο μια απελπισία που να μπορέσει να νικήσει την παράφορη και ανάρμοστη ίσως δίψα μου για τη ζωή; - Το μισό της δουλειάς σου έγινε πια, Ιβάν το κατέκτησες: αγαπάς να ζεις. Νομίζω πως όλοι σ αυτόν τον κόσμο πρέπει να αγαπήσουν πρώτα απ΄όλα τη ζωή -Ν αγαπήσουν τη ζωή περισσότερο από το νόημά της; - Αυτό είναι απαραίτητο. Πρέπει να την αγαπήσουν πριν από τη λογική, όπως το’ πες απαραίτητα πριν από τη λογική, και τότε θα καταλάβουν και το νόημά της).
Ωστόσο όλο αυτό το πάθος για ζωή αναιρείται αμέσως μετά… Καλεί τον ευσεβούμενο αδερφό του να συζητήσουν για το αν υπάρχει θεός και σπεύδει να τον καθησυχάσει ότι δεν είναι άθεος, ουσιαστικά είναι αγνωστικιστής. Θέλει να πιστεύει στην τάξη, στο νόημα της ζωής, στην αιώνια αρμονία, στον Λόγο που προς Αυτόν τείνει το Σύμπαν. Ακόμα όμως κι αν υπάρχει θεός, δεν παραδέχεται  αυτόν τον κόσμο του θεού, αν και ξέρει πως υπάρχει… Ο Ιβάν αμφισβητεί βαθιά τον χριστιανισμό. Ουσιαστικά τον αμφισβητεί «εκ των έσω», ξεκινώντας από την αγάπη στον άνθρωπο. Δεν παραδέχεται όλα τα βάσανα και τις κακίες ιδιαίτερα σε βάρος των μικρών παιδιών, και παραθέτει συγκλονιστικά παραδείγματα. Για ποιο λόγο είναι απαραίτητα όλα αυτά; Χωρίς αυτά λένε, δεν θα μπορούσε να ζήσει ο άνθρωπος σε τούτη τη γη, γιατί δε θα γνώριζε το καλό και το κακό. Μα γιατί να γνωρίσει αυτό το διαολοκαλό και το διαολοκακό αφού κοστίζει τόσο ακριβά; Και παρακάτω: Και αν τα βάσανα των παιδιών ήταν συμπλήρωμα όλων εκείνων των βασάνων που είναι απαραίτητα για ν αγοραστεί η αλήθεια, τότε υποστηρίζω από τα πριν πως όλη αυτή η αλήθεια δεν αξίζει τέτοιο τίμημα. Όπως επισημαίνει με μεγάλο σεβασμό ο στάρετς Ζωσιμάς (σε άλλο σημείο του βιβλίου), το βάσανό του είναι ότι δεν καταλαβαίνει, και δεν θέλει να καταλάβει. Δεν παραδέχεται  ότι στο όνομα της αλήθειας και της ελευθερίας του ανθρώπου, πρέπει να υπάρχουν τόσα βάσανα και καημοί: θέλω να βρίσκομαι εκεί πέρα όταν όλοι θα μάθουν ξαφνικά για ποιο λόγο ήταν όλα έτσι όπως ήταν/μου χρειάζεται μια ανταμοιβή, αλλιώς θα εκμηδενίσω ο ίδιος τον εαυτό μου. Και η ανταμοιβή αυτή να μην έρθει κάπου στο άπειρο, κάποτε, μα εδώ, σε τούτη τη γη, να τη δω και μονάχος μου. Πίστευα και θέλω να τα δω μονάχος μου και αν ως τα τότε θα χω πεθάνει, πρέπει να μ αναστήσουνε γιατί θα πειραχτώ πολύ αν γίνουν όλα αυτά όταν εγώ θα απουσιάζω. (…) Δεν την θέλω την αρμονία, από αγάπη στην ανθρωπότητα δεν τη θέλω. Θέλω να μείνω καλύτερα με τα βάσανα τα ανεκδίκητα. Καλύτερα να μείνω με τα ανεκδίκητα βάσανά μου και με την άσβεστη αγανάκτησή μου, έστω κι αν έχω άδικο.
Η πνευματική «ανταρσία» του Ιβάν κορυφώνεται με την ιστορία του «Μεγάλου Ιεροεξεταστή», μια ιστορία -ποίημα που έπλασε ο ίδιος και παρουσιάζει ένα ιεροεξεταστή να διώκει τον Χριστό γιατί δεν είναι ικανός να φέρει την ευτυχία στους ανθρώπους (χόρτασέ τους και μετά να τους ζητάς αρετή/ μπορεί ο άρτος ο επουράνιος να συγκριθεί με τον επίγειο). Ο άνθρωπος εξαγοράζει την ελευθερία του με την υποταγή σε όποιον του δίνει να φάει. Τι φταίει η αδύναμη ψυχή που δεν μπορεί να χωρέσει μέσα της τα τόσο τρομερά δώρα;
Ο Αλιόσα αναστατώνεται: Πώς θα ζήσεις λοιπόν; Πώς θα αγαπάς; Με τέτοια κόλαση στο μυαλό και στην καρδιά θα το μπορέσεις τάχα; Ναι, απαντά ο Ιβάν, με τον τρόπο των Καραμάζοβ (υπάρχει μια δύναμη που όλα μπορεί να τα αντέξει! Η δύναμη των Καραμάζοβ…. Η δύναμη της ποταπότητας των Καραμάζοβ!) Παρόλ αυτά ο Αλιόσα υπερασπίζεται τον αδερφό του όταν τον κατηγορούν για υπολογισμό, φιλοχρηματία και απληστία. Θεωρεί γι αυτόν ότι έχει ανώτερους σκοπούς. Ο Ιβάν δεν πρόκειται να παρασυρθεί από λεφτά ούτε γαλήνη. Ίσως να γυρεύει την οδύνη.

Αλιόσα
Ο «ήρωας» του συγγραφέα είναι ο λιγομίλητος, συγκρατημένος και εσωστρεφής Αλεξέι Φιοντόροβιτς Καραμάζοβ, θα λέγαμε το «alter ego» του. Από την πρώτη κιόλας σειρά στα «Δυο λόγια του συγγραφέα», δηλαδή στην Εισαγωγή, γράφει: Αρχίζοντας να περιγράφω τη ζωή του ήρωά μου, του Αλεξέι, νιώθω κάπως άβολα. Άλλωστε, στην ιστορία της οικογένειας που παραθέτει στην αρχή, ξεκινά από τον Αλιόσα, παρόλο που είναι το τρίτο παιδί του Φιοντόρ.
Ο δόκιμος μοναχός, ο αγαπημένος τού στάρετς (ο οποίος παρεμπιπτόντως πριν πεθάνει λέει στον Αλιόσα να επιστρέψει στα εγκόσμια), δεν διαφέρει ριζικά στην ψυχοσύνθεση από τα αδέρφια του. Όλοι είμαστε στην ίδια σκάλα,  θα εξομολογηθεί στον Μίτια, όταν εκείνος του διηγείται τις «ποταπότητές του» (λέξη- κλειδί στο συγκεκριμένο έργο). Απλούστατα, όλη η αγάπη που χε στη νεανική και άδολη καρδιά του για «όλους και για όλα» είχε συγκεντρωθεί εκείνον τον καιρό, και όλο τον προηγούμενο χρόνο σε ένα πλάσμα, στον πολυαγαπημένο του στάρετς, ο οποίος έγινε για κείνον ένα ιδανικό αναμφισβήτητο. Ο συγγραφέας ουσιαστικά μάς παρουσιάζει τον Αλιόσα μέσα από τα λόγια αγάπης του στάρετς, στον οποίο θυμίζει τον χαμένο μικρό του αδερφό (δεν του μοιάζει και τόσο στο πρόσωπο, αλλά έχει τόσες ψυχικές ομοιότητες που πολλές φορές νόμιζα ότι είχα μπροστά μου εκείνον τον ίδιο νέο, τον αδερφό μου). Στην εκτενή παράθεση της τραγικής ιστορίας του αδερφού του Ζωσιμά καταλαβαίνουμε κι εμείς οι αναγνώστες αυτές τις ψυχικές ομοιότητες (για ποιο λόγο να μετράμε τις μέρες; Και μια μέρα φτάνει για να γνωρίσει ο άνθρωπος όλη την ευτυχία, και -τη  μεγαλειώδη φράση που ξεστόμισε λίγο πριν πεθάνει στον Ζωσιμά-: Ζήσε για μένα). Ο Αλιόσα συμπάσχει, ακούει, πονά για τους άλλους. Ο στάρετς αποχαιρετά τον μαθητή του λέγοντάς του, σαν προφητεία: Θα φύγεις απ αυτούς τους τοίχους, μα θα παραμείνεις στον κόσμο καλόγερος. Θα χεις πολλούς εχθρούς, μα και αυτοί ακόμα θα σ αγαπήσουν. Η ζωή θα σου φέρει πολλές δυστυχίες, μα με αυτές ίσα ίσα θα γίνεις ευτυχισμένος και θα ευλογήσεις τη ζωή και θα αναγκάσεις και άλλους να την ευλογήσουν, και αυτό θα είναι το πιο σπουδαίο απ όλα.
Η νεανική καρδιά του Αλιόσα ταράχτηκε όταν η οσμή αποσύνθεσης του σώματος του νεκρού μοναχού δοκίμασε την πίστη των μοναχών. Ντράπηκε, ταπεινώθηκε, το θεώρησε άδικο που «ο πιο δίκαιος από τους δίκαιους παραδόθηκε στην ειρωνεία και τον χλευασμό»! Εδώ παρεμβαίνει ο ίδιος ο συγγραφέας (υπάρχει έντονη αυτοαναφορικότητα) για να υπερασπιστεί τη νεανική ψυχοσύνθεση: Θα παρακαλούσα μονάχα τον αναγνώστη να μη βιαστεί ακόμα να με την αφέλεια του μικρού ήρωά μου. (…) Σε μερικές περιπτώσεις είναι πιο τιμητικό να αφήσει κανείς τον εαυτό του να τον παρασύρει ένα πάθος, έστω και παράλογο, που να προέχεται πάντως από μια μεγάλη αγάπη, παρά να συγκρατηθεί. Για τους νέους αυτό είναι ακόμα πιο αληθινό γιατί δεν μπορεί να χει κανείς μεγάλη εμπιστοσύνη σ ένα νέο που συνεχώς λογικεύεται. Η γνώμη μου είναι πως ένας τέτοιος νέος δεν αξίζει και πολλά πράγματα!/Και τούτο γιατί ο κάθε άνθρωπος που δεν είναι βλάκας έχει όλον τον καιρό να λογικευτεί).
Ο Αλιόσα είναι το γλυκό, πράο πνεύμα που αποδέχεται κάθε αμαρτία προσπαθώντας να την κατανοήσει. Δεν είναι τυχαίο που η «τρομερή» Γκρούσενκα θέλει αρχικά να τον καταστρέψει, αλλά πολύ γρήγορα μεταστρέφεται και διατυμπανίζει ότι «τον αγαπά με την ψυχή της». Άλλωστε, κι ο ίδιος διακρίνει στην «αχαλίνωτη, μανιασμένη» Γκρούσενκα την ικανότητα να αγαπάει (είναι ανώτερη σε αγάπη από μας). Γιατί η καρδιά του Αλιόσα δεν μπορούσε να υποφέρει την αβεβαιότητα., γιατί η αγάπη του ήταν πάντα ενεργητική. Δεν μπορούσε να αγαπάει παθητικά. Μόλις αγαπούσε, άρχιζε αμέσως και να βοηθάει.

Ντιμήτρι (Μίτια)
Μπορεί ο Αλιόσα να παρουσιάζεται σαν ο αγαπημένος του Ντοστογιέφσκι, αλλά αυτός που δοκιμάζεται πιο σκληρά από τους τέσσερις Καραμάζοβ είναι ο εξωστρεφής, ευερέθιστος, βίαιος, φιλήδονος, γλεντζές Μίτια. Είναι ο πρωτότοκος, από άλλη μητέρα, με αξιώσεις σε μια περιουσία που δεν ξέρει αν υπάρχει ˙ μια προέκταση του Φιοντόρ, χωρίς τα πάθη του να αποκτούν τη γελοιότητα του ηλικιωμένου πατέρα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι πατέρας και γιος είναι ασυγκράτητα παθιασμένοι με την ίδια γυναίκα, την Γκρούσενκα.
Άτακτος, άπληστος, παράφορος, ένα πνεύμα στρεβλό και κομματιαστό. Όμως ο Αλιόσα, που αγπά όλον τον κόσμο τον χαραακτηρίζει ευγενικό, περήφανο, μεγαλόψυχο. Μάτια παιχνιδιάρικα κι αντιδράσεις κραυγαλέα αυθόρμητες, ακόμα και μπροστά στον ανακριτή. Έχει φλογερή καρδιά, που καίγεται από πυρετό για την Γκρούσενκα, ενώ έχει φερθεί με «ποταπότητα» απέναντι στην αξιοπρεπή Κατερίνα Ιβάνοβνα, την επίσημη αρραβωνιαστικιά του. Είναι όμως γεμάτος χαρά και ενθουσιασμό, για κείνον η ομορφιά είναι κάτι φοβερό και τρομερό, είναι ένας «γνήσιος Καραμάζοβ» (φιληδονία, απληστία, παλαβομάρα!), όπως επιμένει ο συγγραφέας να μας υπογραμμίζει:
Προχωράω και δεν ξέρω: στη βρωμιά και στο αίσχος βρίσκομαι ή στο φως και στη χαρά; Να πού είναι η δυστυχία, γιατί όλα στον κόσμο είναι αίνιγμα! Και όταν τύχαινε να βουλιάζω στην πιο βαθιά ακολασία επαναλάμβανα αυτό το ποίημα[2] για τον άνθρωπο. Με διόρθωσε; Ποτέ! Γιατί είμαι ένας Καραμάζοβ. Γιατί αν πέφτω κάποτε στην άβυσσο, πάντα πέφτω με το κεφάλι κάτω και με τις φτέρνες απάνω και είμαι και ευχαριστημένος κιόλας που πέφτω ακριβώς με τούτον τον ταπεινωτικό τρόπο και το θεωρώ και πολύ όμορφο. Και λοιπόν σε αυτό ακριβώς το αίσχος αρχίζω τον ύμνο. Ας είμαι καταραμένος, ας είμαι τιποτένιος και κανάγιας, όμως εξακολουθώ ν ασπάζομαι την άκρη της χλαμύδας που τυλίγει τον θεό μου. Ας ακολουθώ το διάβολο, όμως παρόλ’ αυτά, Κύριέ μου, είμαι γιος σου και σε αγαπάω και νιώθω τη χαρά που χωρίς αυτήν ο κόσμος δεν μπορεί να ζήσει και να υπάρξει.
Ο στάρετς υποκλίνεται στον Μίτια, μπροστά στον μεγάλο πόνο που τον περιμένει… -παρόλο που είναι «τιποτένιος» και τιποτένια, πρόστυχα και άδικα φέρθηκε στην Κάτια, όπως ο ίδιος αφηγείται με πολλές λεπτομέρειες στον Αλιόσα (ποτέ δε μου συνέβη αυτό, με καμιά γυναίκα, έτσι που να την κοιτάω με μίσος μια τέτοια στιγμή και όμως, εκείνη την κοίταξα τότε κάπου τρία ή πέντε δευτερόλεπτα με τρομερό μίσος – με κείνο το ίδιο μίσος που απέχει από τον έρωτα, από τον πιο παλαβό έρωτα, μόλις μια τρίχα!) Όταν γνώρισε την Κάτια, αισθάνθηκε ένα «σφαλάγγι» να του δαγκώνει την καρδιά, όχι γιατί ήταν όμορφη, αλλά, όπως λέει ο ίδιος, ήταν όμορφη εκείνη τη στιγμή γιατί ήταν ευγενικιά και γω ήμουν πρόστυχος, γιατί εκείνη βρισκόταν σε όλο το ύψος της μεγαλοψυχίας και της θυσίας της για χάρη του πατέρα της, και ήμουν ένας κοριός. Και να που εγώ, ο κοριός και ο πρόστυχος, την έχω ολάκερη στο χέρι, όλην, ολάκερη, και την ψυχή και το κορμί της. Θα στο πω ειλικρινά: τούτη η σκέψη, η σκέψη του φαλαγγιού, άδραξε τόσο γερά την καρδιά μου, που λίγο ακόμα και θα λιωνε από την ηδονή.
Όταν όμως γνώρισε την Γκρούσενκα, λες και τον χτύπησε κεραυνός. Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο: είναι η βασίλισσα της αδιαντροπιάς, μια σωστή τίγρισσα που της πρέπει το ικρίωμα, ένα πλάσμα καταχθόνιο, κατά τα λεγόμενα πάντα του Ντιμίτρι (ενώ βέβαια ο συγγραφέας μας δίνει στοιχεία και γεγονότα για να στοιχειοθετήσουμε την ίδια άποψη). Είναι ο θηλυκός Ντιμίτρι, «αχαλίνωτη» και «μανιασμένη», αδίσταχτη στις προσβολές, ακραία αλλά και γεμάτη χαρά και καλοσύνη (απλή, ανοιχτόκαρδη, ένα αλλιώτικο πλάσμα) όταν θέλει. Γι’ αυτήν την γυναίκα ο Μίτια τα δίνει όλα -δεν δειλιάζει ακόμα και να πεθάνει για ένα βλέμμα˙ είναι η μοιραία γυναίκα της ζωής του, ποτέ δεν ένιωσε αυτό το καινούριο, αδοκίμαστο αίσθημα, ένα αίσθημα αναπάντεχο και γι αυτόν τον ίδιο, ένα αίσθημα τρυφερό μέχρι ευλάβειας, μέχρι εκμηδένισης.
 -Και θα εκμηδενιστώ! πρόφερε ξάφνου σε μια κρίση υστερικού ενθουσιασμού.

Β΄. Ο φόνος του πατέρα
Αυτός σκότωσε και γω τον δίδαξα να σκοτώσει.
Ποιος δεν επιθυμεί τον θάνατο του πατέρα;

Ντιμήτρι (Μίτια)
Όλα συνηγορούν στο ότι ο Φιοντόρ Καραμάζοβ δολοφονήθηκε από τον Μίτια. Ήδη ο συγγραφέας μάς έχει προετοιμάσει γι’ αυτό από τις πρώτες εκατό σελίδες. Πόσες φορές πάνω στο πάθος του ο Ντιμήτρι/Μίτια δεν αναφώνησε ότι θα σκοτώσει τον πατέρα του; Πόσες φορές δεν χρειάστηκε χρήματα και δεν έδειξε με τον τρόπο του ότι τα χρήματα που φύλαγε ο πατέρας Καραμάζοβ τα θεωρούσε δικά του; Πόσα κίνητρα ακόμα να χρειάζεται η εμπάθειά του;
Το μεγαλείο είναι ότι δεν τον ενδιαφέρει καθόλου ότι όλες οι υποψίες πέφτουν δικαιολογημένα πάνω του! Είναι τέτοια η λαχτάρα του να συναντήσει την Γκρούσενκα, που θα την διεκδικήσει από τον πατέρα χρησιμοποιώντας κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσον, και προχωρά μες στη νύχτα τυφλωμένος, σαν τη θύελλα αναστατώνοντας το σύμπαν για να τη βρει. Μέσα σ αυτήν την παραφορά  ούτε προφυλάξεις παίρνει, ούτε προλαβαίνει να σχεδιάσει τίποτα. Μόλις μαθαίνει ότι η αγαπημένη του βρίσκεται στο Μόκρογιε με τον πρώην της, τρέχει σαν τον τρελό να κλέψει τα χρήματα, αφήνοντας πίσω του χτυπημένο τον επιστάτη Γρηγόρη, μη γνωρίζοντας αν του έχει καταφέρει μοιραίο χτύπημα. Δεν τον ενδιαφέρει, έτσι κι αλλιώς, γιατί το σχέδιό του είναι να δει την Γκρούσενκα (έστω για μια στιγμή, έστω κι από μακριά) και μετά… να πεθάνει! Το περιστατικό περιγράφεται πολύ αναλυτικά αλλά σκόπιμα θολά ως προς κάποιες λεπτομέρειες. Όταν όμως φτάνει στην Γκρούσενκα υπάρχει μια μοιραία ανατροπή: εκείνη τον δέχεται με αγάπη, με γλέντια και χαρές!
Ξάφνου οι σκόρπιες σκέψεις του συγκεντρώθηκαν και όλα φωτίστηκαν. Το φως ήταν τρομερό. Τρομαχτικό!
Ένα λεπτό σχεδόν πριν δεν ήξερε τι να αποφασίσει. Τότε που’ ρχότανε εδώ πέρα τον βασάνιζε κιόλας η επαίσχυντη πράξη του, η κλοπή κι εκείνο το αίμα. Το αίμα!... όμως τότε εν υπέφερε τόσο, ω, όχι! Γιατί τότε όλα πια είχαν τελειώσει. (…)  Λοιπόν, τώρα είναι ίσα ίσα καιρός να ζήσει κανείς, όμως… όμως δεν μπορεί να ζήσει, ω κατάρα!
Το πνεύμα του Μίτια είναι αγνό, κι αυτό φαίνεται πεντακάθαρα μετά τη σύλληψή του! Η αυθόρμητη αντίδραση χαράς όταν έμαθε ότι ο Γρηγόρης ζει, η νευρικότητα και η διαχυτικότητα με την οποία περιγράφει πράξεις και συναισθήματα μπροστά στον ανακριτή, οι απροσδόκητες απαντήσεις στα ερωτήματα που του θέτουν, η αυτοκατηγόρια για ποικίλα αμαρτήματα και η απόλυτη συναίσθηση ότι είναι ένας τίμιος άνθρωπος που έκανε του κόσμου τις προστυχιές (!), μα που έμεινε πάντα τίμιος και ευγενικός άνθρωπος (διψούσα για τιμιότητα, μαρτύρησα για τιμιότητα, μα παρόλ’ αυτά σε όλη μου τη ζωή δεν έκανα παρά χυδαιότητες), κυρίως όμως η ψυχική του ηρεμία όταν βεβαιώνεται για τη βαθιά αγάπη της Γκρούσενκα, όλα αυτά κάνουν τον αναγνώστη να απορήσει. Ο Μίτια βιάζεται να εξιστορήσει όλα τα συμβάντα, «κοχλάζει», όπως λέει ο συγγραφέας. Οι -εξήντα περίπου- σελίδες της προανάκρισης είναι από τις πιο συναρπαστικές του βιβλίου, γιατί βλέπουμε πώς ένα ενθουσιώδες πνεύμα, βουτηγμένο στις προστυχιές και τις ατασθαλίες αλλά ξέχειλο από ειλικρίνεια, ξεγλιστρά από τον ορθολογισμό των ανακριτών, (βέβαια στη συνέχεια εκδίδεται το ένταλμα σύλληψης). Ο Μίτια δεν διστάζει να ομολογήσει ότι σχεδίαζε να αυτοκτονήσει από έρωτα, φάσκει και αντιφάσκει σε σχέση με τα λεφτά που είχε πάνω του (ε, είπα ψέματα, αυτό είναι όλο. Και αφού το είπα την πρώτη φορά δεν ήθελα ύστερα να το διορθώσω. Γιατί λέει ψέματα ο άνθρωπος καμιά φορά;). Παρόλ αυτά, σ αυτή τη φάση  είναι… ειλικρινής και καταλήγει στο μεγαλειώδες:
Πολλά πράγματα έμαθα αυτή τη νύχτα! Έμαθα πως όχι μονάχα είναι αδύνατο να ζεις όταν είσαι παλιάνθρωπος μα πως όταν είσαι παλιάνθρωπος είναι αδύνατο και να πεθάνεις… Μάλιστα κύριοι, πρέπει να πεθαίνει τίμια κανείς!...
Ούτε στη φυλακή φαίνεται να τον απασχολεί τον Μίτια η αθώωσή του. Όταν τον επισκέπτεται ο Αλιόσα, οι κουβέντες του είναι πάνω στην… «Αξιολογία», ενώ γεμάτος ενθουσιασμό αναφωνεί στον αδερφό του: «τώρα που έφτασε η τελευταία διορία πρέπει να σ ανοίξω την καρδιά μου. Τούτους τους δυο μήνες, αδερφέ μου, βρήκα μέσα μου έναν άλλον άνθρωπο, λες και αναστήθηκε εντός μου ένας άλλος άνθρωπος! Τον είχα πάντοτε μέσα μου, μα ποτέ δεν θα παρουσιαζόταν μπροστά μου αν δε με χτύπαγε αυτό τ’ αστροπελέκι». Ξεχειλίζει από δίψα για ζωή (μέσα σε χίλια μαρτύρια –υπάρχω, μέσα στους σπασμούς των βασανιστηρίων –υπάρχω, ζώντας πάνω σ ένα στύλο –υπάρχω, βλέπω τον ήλιο, και αν δεν τον βλέπω ακόμα, ξέρω πως υπάρχει. Το μόνο που τον βασανίζει είναι τι γίνεται αν δεν υπάρχει θεός;
Και το επιστέγασμα:
Το μόνο που με κάνει και απορώ τώρα είναι πώς μπορούν οι άνθρωποι να ζουν και να μην τα σκέφτονται όλα αυτά.

Ιβάν
Συνείδηση! Τι είναι συνείδηση; Εγώ ο ίδιος τη φτιάχνω.
Γιατί λοιπόν βασανίζομαι; Από συνήθεια.
Από πανανθρώπινη συνήθεια εφτά χιλιάδων ετών.
Ας την ξεσυνηθίσουμε και θα γίνουμε θεοί.

Αντίθετα απ΄ ό, τι θα περίμενε κανείς, ο Ιβάν μετά τη δολοφονία του πατέρα του «αρρωσταίνει». Ο συγγραφέας παρουσιάζει τον αμφισβητία, -αυτόν τον άθεο, τον ασεβή κυνικό, που δίδασκε ακόμα και τον (επίσης άθεο) Σμερντιακόβ ότι δεν υπάρχει τίποτα και «όλα επιτρέπονται»- να βασανίζεται από ένα μυστικό, που δεν αργεί να μας αποκαλυφθεί. Ο φόνος φαίνεται να τον αφορά άμεσα, ή μάλλον έμμεσα: αν σκότωσε ο Σμερντιακόβ, τότε τον επηρέασε ο ίδιος, ουσιαστικά έγινε όργανό του, άρα ο Ιβάν είναι ο ηθικός αυτουργός. Ο Αλιόσα σπεύδει να τον καθησυχάσει (ολόκληρο κεφάλαιο επιγράφεται «Δεν είσαι εσύ! Δεν είσαι εσύ!»), ενώ εκείνος αρχικά αρνιέται τις συμβουλές των «απεσταλμένων του θεού». Όμως η αλήθεια του αποκαλύπτεται σιγά σιγά και τον διαβρώνει. Μέσα στη σύγχυσή του εξομολογείται στην Κατερίνα Ιβάνοβνα, τη μυστική του αγάπη (όπως μας αποκαλύπτεται εντέλει) όλες του τις ηθικές αμφιβολίες. Επισκέπτεται ξανά και ξανά τον Σμερντιακόβ ο οποίος τον τρελαίνει με τις λογικά ηθικές του παρατηρήσεις (δεν θα μπορούσατε ποτέ να σκοτώσετε εσείς ο ίδιος και ούτε το θέλατε, όμως θέλατε να τον σκοτώσει κάποιος άλλος, Αυτό το θέλατε). Ο Σμερντιακόβ του αποδεικνύει ότι είχε κάθε λόγο να τον συμφέρει αυτός ο φόνος και ότι βαθιά μέσα του ήθελε να γίνει αυτός ο φόνος. Η αμφιβολία τρελαίνει τον Ιβάν (αν σκότωσε ο Σμερντιακόβ και όχι ο Ντιμήτρι, τότε σίγουρα είμαι κι εγώ συνένοχος γιατί τον παρακίνησα)..
Το μυθιστόρημα παίρνει χαρακτήρα αστυνομικού θρίλερ, χωρίς βέβαια να χάνει το ψυχογραφικό του ενδιαφέρον. Γιατί από τη μια η αμφιβολία διογκώνεται εξαιτίας ενός «ντοκουμέντου» που βρίσκεται στα χέρια της Κατερίνας Ιβάνοβνα και ενοχοποιεί τον Μίτια, από την άλλη ο Σμερντιακόβ βασανίζει σαδιστικά τον Ιβάν μέχρι να του αποκαλύψει απερίφραστα την αλήθεια (τότε όμως ήσασταν θαρραλέος, “όλα επιτρέπονται” λέγατε και τώρα κατατρομάξατε!).
Η αρρώστια του Ιβάν επιδεινώνεται. Είναι φανερό ότι είναι καθαρά ψυχική ενώ σ ένα εκτεταμένο κεφάλαιο περιγράφεται ο εφιάλτης του˙ σαν παραλήρημα, η συνομιλία εφ όλης της ύλης με τον… διάβολο. Η φιλοσοφική αξία του διαλόγου είναι μεγάλη, παρόλο που το εύρημα παραείναι παιδαριώδες. Ο διάβολος/σατανάς τον ειρωνεύεται (τι σημασία έχει για σένα η αρετή;), του λέει «πολλές αλήθειες» (ήξερε τι να μου πει για να με κάνει έξω φρενών/εδώ που τα λέμε μου είπε πολλές αλήθειες για τον εαυτό μου), τού ανατρέπει όλη τη θεωρία ότι θεός και αθανασία δεν υπάρχουν. Όλα φαίνεται να καταρρέουν γιατί ο άνθρωπος ηθικά αναζητά την Αλήθεια (όπως κάνει θέλοντας και μη ο Ιβάν). Στη βαθιά θρησκευτική συνείδηση του συγγραφέα ο θεός ταυτίζεται με την αλήθεια, που ο άνθρωπος δεν μπορεί να αγνοήσει:
Ο Αλιόσα άρχιζε να καταλαβαίνει την αρρώστια του Ιβάν: «Βασανίζεται από την περήφανη απόφαση, από τη βαθιά του συνείδηση». Ο θεός, που δεν τον πίστευε, και η αλήθεια Του κυρίεψαν την καρδιά του, που δεν ήθελε ακόμα να υποταχτεί. Ο Αλιόσα χαμογέλασε ήρεμα: «Ο Θεός θα νικήσει!» σκέφτηκε. «Ή, θ αναστηθεί μέσα στο φως της αλήθειας ή… θα χαθεί στο μίσος, εκδικούμενος τον εαυτό του και τους πάντες γιατί υπηρέτησε σε κάτι που δεν πίστευε», πρόσθεσε πικρά ο Αλιόσα και ξαναπροσευχήθηκε για τον Ιβάν).

Σμερντιακόβ
Ο συγγραφέας δεν αφιερώνει αντίστοιχα πολλές σελίδες στον τέταρτο, νόθο γιο του Φιοντόρ Καραμάζοβ,  τον Πάβελ Φιοντόροβιτς, που ζει σαν υπηρέτης/μάγειρας στο σπίτι του με το όνομα Σμερντιακόβ, από το παρατσούκλι της «παλαβής» και διεφθαρμένης μάνας του. Ο Σμερντιακόβ είναι παρών σε όλες τις οικογενειακές ιστορίες αλλά είναι άρρωστος, επιληπτικός και φυσικά κανένας δεν τον λογαριάζει επίσημα για γιο του Καράμάζοβ. Ο πρώτος στον οποίο θα δημιουργήσει ανησυχίες/υποψίες ο δειλός και τιποτένιος λακές (ένα δίποδο άθροισμα όλης της δειλίας του κόσμου, μια βρεμένη κότα με αδύναμο μυαλό) είναι ο Ιβάν. Μιλούσαν για φιλοσοφικά ζητήματα/ο Σμερντιακόβ όλο ζητούσε πληροφορίες, έκανε κάτι πλάγιες ερωτήσεις που φαινόταν να τις είχε καλοσκεφτεί κι έδινε τον αέρα ανθρώπου που υπολόγιζε τις κινήσεις του με ιδιοτέλεια.
Δεν είναι τυχαίο που ο συγγραφέας καθορίζει ως «φονιά του πατέρα», πατροκτόνο δηλαδή για να αποδώσουμε με ψυχαναλυτικό όρο αυτό που επιδιώκει ο Ντοστογιέβσκι (Ποιος δεν επιθυμεί τον θάνατο του πατέρα;), αυτό το αποπαίδι,  τον άρρωστο ψυχικά και σωματικά, άθεο και ευεπηρέαστο σε μηδενιστικές θεωρίες. Αν και όλοι, εκτός από τον αγαπημένο του θεού Αλιόσα, είχαν λόγους για να σκοτώσουν τον Φιοντόρ. Τον πραγματικό φονιά τον μαθαίνουμε κι εμείς οι αναγνώστες πολύ πριν την περίφημη δίκη. Τον μαθαίνουμε μαζί με τον Ιβάν, του οποίου η ψυχή περνά από τα σαράντα κύματα μέχρι να του αποκαλυφθεί η τρομερή Αλήθεια (πράγμα που σημαίνει ότιείναι συνένοχος, ηθικός αυτουργός).
Η προσωπικότητα του Σμερντιακόβ φωτίζεται περισσότερο από τα λόγια του Ιππόλυτου Κυρίλοβιτς, του εισαγγελέα (το παλικάρι αυτό είχε ικανότητες μα ήταν ανόητος και τσακισμένος από την αρρώστια και το σπουδαιότερο άθεος και πως την αθεΐα του τη διδάσκανε ο Φιόντορ Πάβλοβιτς και ο μεγαλύτερος γιος). Τον παρουσίασε σαν άνθρωπο με αδύναμο λογικό, με στοιχεία κάποιας συγκεχυμένης μόρφωσης που τον παραστρατήσανε, με φιλοσοφικές ιδέες που ξεπερνούσαν τις νοητικές του ικανότητες και που είχε τρομοκρατηθεί από μερικές σύγχρονες δοξασίες περί καθήκοντος και υποχρεώσεων που του τις διδάξανε πρακτικά ο πατέρας του και θεωρητικά ο μεγαλύτερος γιος, ο Ιβάν Φιοντόροβιτς.
Αγάπη, αλήθεια, έρωτας, θυσία
Η Αγάπη και η Αλήθεια είναι οι δυο βασικές αξίες γύρω από τις οποίες δοκιμάζονται και στροβιλίζονται οι ήρωες. Η βαθιά θρησκευτική συνείδηση του Ντοστογιέβσκι δίνει δικαίωση στην πίστη σ αυτές τις δύο αξιακές παραμέτρους. Έτσι, δεν είναι ίσως τυχαίο ότι οι διαφορετικές στάσεις των αδερφών Καραμάζοβ οδηγούν στην αντίστοιχη μοίρα. Ο Ντιμήτρι είναι ο αχαλίνωτος, άσωτος αμαρτωλός , που βρίσκει το δρόμο του, το δρόμο της εσωτερικής ευτυχίας, της αληθινής αγάπης (με την Γκρούσενκα) και της λύτρωσης παρόλη την καταδίκη του. Ο Αλιόσα είναι αυτός που ξέρει να μοιράζει αγάπη, αγάπη «ενεργητική».  Γι’ αυτό και ουσιαστικά παραμένει αλώβητος, και με το στόμα του ο συγγραφέας εκφράζει την βαθύτερη κατανόηση, τις βαθύτερες αλήθειες. Ο Ιβάν βασανίζεται μέχρι τέλους παλεύοντας με τη συνείδησή του (ή με τον «Διάβολο») ενώ ο Σμερντιακόβ αφαιρεί μόνος του τη ζωή του.
Η αγάπη με όλες της τις μορφές  -η συγγενική, η αδελφική, η φιλική και ασφαλώς η ερωτική- αποδίδεται σε όλους τους τόνους. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι όλο το μυθιστόρημα έχει ως βαθύτερο θεματικό κέντρο την Αγάπη. Υπάρχει το ερωτικό κυνήγι του πατέρα και του Μίτια προς την Γκρούσενκα, η αγάπη του Μίτια προς την Γκρούσενκα (άλλο να ‘ σαι ερωτευμένος κι άλλο ν αγαπάς. Μπορείς να ερωτευτείς μια γυναίκα ακόμα και μισώντας την) αλλά και προς την Κατερίνα˙ της Κατερίνας Ιβάνοβνα στον Μίτια αλλά και στον… Ιβάν (δυο εχθροί ερωτευμένοι). Η αγάπη της Λίζας προς τον Αλιόσα και η τυφλή ανταπόκρισή του. Η ανυπότακτη ζήλεια. Οι αποχρώσεις όλων αυτών των συναισθημάτων, οι μεταπτώσεις και οι αντιδράσεις είναι θυελλώδεις, και στηρίζονται σε γεγονότα και πράξεις:
·           Εκείνη την κοίταξα τότε κάπου τρία ή πέντε δευτερόλεπτα με τρομερό μίσος –με κείνο το ίδιο μίσος που απέχει από τον έρωτα, από τον πιο παλαβό έρωτα, μόλις μια τρίχα!
·           Μήπως ένας Καραμάζοβ μπορεί αιώνια να φλέγεται από ένα τέτοιο πάθος; Γιατί αυτό είναι πάθος κι όχι έρωτας.
·           Σας αγαπώ παρόλο που δεν σας σέβομαι.
·           Με είχε φέρει σχεδόν σε σπαραγμό.
·           Ένιωθε ταπεινωμένη, προσβεβλημένη και καταφρονεμένη, ένιωθε πως την περιφρονούσαν για τα συναισθήματά της. Και να που ξανάρθε ο άνθρωπος που και πρώτα την αγαπούσε τόσο -ω, αυτό το ήξερε πολύ καλά- και που τον θεωρούσε πάντα στην καρδιά και στο πνεύμα ανώτερό της. Όμως η κοπέλα είχε αυστηρές αρχές και δεν του δόθηκε ολότελα παρόλο τον ασυγκράτητο, καραμαζοβικό πόθο του αγαπημένου της και παρόλη τη  γοητεία που ασκούσε πάνω της.
·           Μονάχα από περηφάνια δέθηκε μαζί του με αγάπη υστερική και σπαραχτική, από προσβεβλημένη περηφάνια, και αυτή η αγάπη έμοιαζε περισσότερο με εκδίκηση παρά με αγάπη.
Η αγάπη, στην περίπτωση της Κατερίνας Ιβάνοβνα φτάνει στα όρια της θυσίας, και όσο αφορά τον Μίτια, και όσο αφορά τον Ιβάν. Η Κάτια βρίσκεται ακριβώς σ εκείνη τη στιγμή του αβάσταχτου πόνου όταν και η πιο περήφανη καρδιά με πόνο συντρίβει την περηφάνια της και πέφτει νικημένη από την οδύνη.
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι επαναλαμβάνεται αρκετές φορές η λέξη «σπαραγμός» (η διαβεβαίωση πως η Κτερίνα Ιβάνοβνα αγαπάει τον Ιβάν και πως μονάχη της, επίτηδες, για κάποιον λόγο, «σπαράζει» και ξεσκίζει την καρδιά της, ξεγελάει τον εαυτό της, βασανίζεται νομίζοντας τάχα πως αγαπάει τον Ντιμήτρι…).
Η λύτρωση των παθών μέσω του πόνου και της αγάπης, η υπέρβαση και η μετάβαση σ ένα άλλο επίπεδο συνειδητότητας είναι πλέον πράξη. Υπογραμμίζεται από τα άμεσα χριστιανικά μηνύματα που μεταφέρουν ο Πάτερ Παΐσιος, και ο στάρετς στο αντίστοιχα εκτεταμένο κεφάλαιο: 
-Θα επιβληθώ με την ταπεινή αγάπη.
Αν  τα αποφασίσεις αυτό μια για πάντα, θα μπορέσεις να υποτάξεις όλον τον κόσμο. 
Η ταπεινοσύνη, η γεμάτη αγάπη, είναι φοβερή δύναμη.  

Χριστίνα Παπαγγελή



[1] Στο μέρος αυτό του βιβλίου προβάλλεται αυτή η  πτυχή της μοναστηριακής ζωής, ο θεσμός των στάρετς, που άνθιζε πάνω από χιλιετία στον Άθω και στο Σινά, ενώ στη Ρωσία ίσχυε για καμιά εκατονταετία μόνο. Τι είναι λοιπόν στάρετς; Στάρετς είναι αυτός που σας παίρνει την ψυχή σας, τη θέλησή σας στη δική του ψυχή και στη δική του θέληση. Εκλέγοντας τον στάρετς σας, απαρνιέστε τη θέλησή σας και την παραδίνετε σε αυτόν με την υποχρέωση της πλέριας υπακοής, με πλέρια αυταπάρνηση. Αυτήν την δοκιμασία, αυτό το τρομερό σχολείο της ζωής, ο απαρνούμενος τον εαυτό του, το αποδέχεται θεληματικά με την ελπίδα πως ύστερα από μακροχρόνια δοκιμασία θα νικήσει τον εαυτό του (…) δηλαδή θα ελευθερωθεί από τον εαυτό του.
[2] Ο θνητός για να υψωθεί
Να μην ειν ταπεινωμένος
Με τη μάνα του τη γη
Πρέπει αιώνια να ν δεμένος

Τετάρτη, Νοεμβρίου 04, 2015

Τώρα αρχίζουμε την κάθοδό μας, Τζέιμς Μίικ

Αρκετά αξιόλογο το βιβλίο του γνωστού Άγγλου δημοσιογράφου, αν και είναι διακριτό ότι ο συγγραφέας προέχεται από τον δημοσιογραφικό χώρο, με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που αυτό -συνήθως- σημαίνει (ζωντάνια/γρήγορη δράση/ιστορικές αναφορές και ρηχότητα/αποστασιοποιημένο γ ενικό/εξυπνακίστικες ατάκες αντίστοιχα). Πρόκειται για ένα βιβλίο που κάποιοι το συσχέτισαν, λόγω του κεντρικού του θέματος, με τις Σειρήνεςτης Βαγδάτης του Γιασμίνα Χάντρα, αν και αφορά όχι το Ιράκ αλλά το Αφγανιστάν (μετά την επίθεση στους δίδυμους πύργους και πριν την ανατροπή του καθεστώτος των Ταλιμπάν από αμερικανικές και βρετανικές/συμμαχικές δυνάμεις). Είναι η εποχή που έχουν ανοίξει οι φυλακές του Γκουαντάναμο, και πολλοί σαν τον Άνταμ είχαν αρχίσει να παραγγέλνουν χάρτες του Ιράκ. Η σύγκρουση των δυο πολιτισμών, ή μάλλον η αρπακτική πολιτική των δυτικοευρωπαίων τεχνοκρατών που εκμηδενίζει κάθε στοιχείο πολιτισμού, φαίνεται να είναι αυτό που συνδέει τα δυο βιβλία.
Το «Τώρα αρχίζουμε την κάθοδό μας» απέσπασε το βραβείο Prince Maurice 2008 για «το καλύτερο ερωτικό μυθιστόρημα  της χρονιάς», όμως δεν θα έλεγα ότι ο έρωτας είναι το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του βιβλίου. Βέβαια, ο κεντρικός ήρωας ερωτεύεται παράφορα μια μυστηριώδη γυναίκα και ξεπερνά απίστευτα εμπόδια μέχρι να την (ξανα)βρει, όμως ο έρωτας αυτός είναι κάπως μονόπλευρος, δεν προχωρά σε μεγάλο βάθος.  Ίσως επειδή το βιβλίο είναι σε τρίτο ενικό (> αποστασιοποίηση) και ως εκ τούτου δυσκολεύεσαι να ταυτιστείς αλλά κυρίως, επειδή… δεν συμπάθησα την  συμπρωταγωνίστρια, δεν μπόρεσα να δω σχεδόν καθόλου τον συναισθηματικό της κόσμο, ούτε να καταλάβω γιατί προσελκύστηκε εντέλει από τον Άνταμ Κέλας, τον κεντρικό ήρωα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εξέλιξη της μεγάλης, εφηβικής αγάπης του Άνταμ για τη Σόφι, αλλά εμένα αυτό που μου τράβηξε περισσότερο την προσοχή ήταν η κοινωνικοπολιτική διάσταση του βιβλίου.
Πρώτα πρώτα, έχουμε ευκαιρίες να προβληματιστούμε περί γραφής, λογοτεχνίας και δημοσιογραφίας (οι φήμες για θανάτους και η μεταφορά τραυματιών τους έδινε ελπίδες να βρουν θέμα για άρθρο). Ο κεντρικός ήρωας είναι δημοσιογράφος, καλύπτει πολεμικά ρεπορτάζ, αλλά έχει φιλοδοξία να γράψει «σπουδαία» λογοτεχνία. Παρόλη τη νεανική του ηλικία, όμως, γρήγορα ενδίδει στη φιλοδοξία του ευπώλητου (Είχε ηττηθεί. Τα μεγάλα λόγια ήταν απροσπέλαστα κι εκείνος προτιμούσε να είναι διάσημος παρά άσημος και σοφός). Επινοεί έναν πόλεμο μεταξύ Αμερικάνων και Ευρωπαίων, με σαφή αντιαμερικανική οπτική (αν και ο συγγραφέας και φίλος του Μακ Γκέργκαν του επισημαίνει ότι μετά τους δίδυμους πύργους όλοι θεωρούν ότι η Αμερική είναι το πληγωμένο καράβι). Σχεδιάζει να αξιοποιήσει όλο το οπλοστάσιο του αντιαμερικανισμού και του ευρωπαϊκού πατριωτισμού που είχε βαθιές ρίζες και το οποίο τόσο σπάνια χρησιμοποιούνταν, φτιάχνοντας ένα ακόμα δείγμα αντιαμερικανικής μαλακίας). Η φιλία του με επίδοξους συγγραφείς και οι σχετικές κουβέντες μάς δίνουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε ενδιαφέρουσες συζητήσεις, όπως τον μηχανισμό λογοκρισίας στην Αμερική, όταν η ιδεολογία δεν είναι «political correct» (έχεις ιδέα τι σκατοθύελλα θα ξεσηκωθεί τώρα που θα βγει στη φόρα ότι η CIA έχει ξεκινήσει ένα μυστικό πρόγραμμα χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου;)   
Έχουμε λοιπόν από την αρχή την εικόνα ενός φιλόδοξου νεαρού, ο οποίος παλεύει ανάμεσα στον αμερικάνικο κομφορμισμό και τις ανθρωπιστικές αρχές που επιβάλλει η άμεση επαφή με τον πόλεμο. Ανακάλυψε ότι δεν ήταν αρκετά γενναίος ώστε να δεχτεί να τον πουν δειλό και έτσι πήρε το αεροπλάνο για τον πόλεμο. Η Άστριντ, η μυστήρια δημοσιογράφος που συναντά στο Αφγανιστάν είναι πιο διάφανη˙ θεωρεί ξεκάθαρα ότι «όλες οι βόμβες είναι οι δικές της βόμβες». Ότι, θες δεν θες, έστω και σαν ουδέτερος δημοσιογράφος, ουσιαστικά εμπλέκεσαι στη σύρραξη (τι νομίζεις ότι κάνεις εδώ; ψάχνεις πού γίνεται πόλεμος. Τον πουλάς. Αυτό φτάνει). Κυκλοφορεί -παράνομα- με όπλο, σκοτώνει και γδέρνει ελάφια˙ στρατόκαυλη την αποκαλεί η δημοσιογράφος που αντικαθιστά ο Άνταμ. Δεν δείχνει να νιώθει τίποτα που εξαιτίας της κάηκαν ζωντανοί δυο άνθρωποι, ίσως και να’ ταν Ταλιμπάν. Μένει μόνιμα στο Τσινγκοτίνγκ, και είναι σαν γάτα. Μια γάτα που περπατάει μόνη. Δεν ταξιδεύει ποτέ με άλλον. Και την αποκαλούν και «άγρια» (άγρια, δεν ξέρω. Άγρια στο γλέντι; Άγρια στο κρεβάτι; Ατίθαση, μεγαλωμένη από λύκαινες;)
Όμως για τον Άνταμ αποδεικνύεται η «μοιραία γυναίκα». Φυσικά και ήταν όμορφη, αλλά αυτό ίσχυε για ένα σωρό ανθρώπους που δεν αξίζει να συναναστρέφεσαι. Δεν είναι παρά έφοροι στο μουσείο της ομορφιάς τους. Μπορούν να σου τη δείξουν, αλλά μόλις τελειώσει η ξενάγηση δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Η Άστριντ ήταν από τους άλλους ανθρώπους, εκείνους που κατοικούν μέσα στην εξωτερική εικόνα τους. Το παρουσιαστικό είναι δικό της κι εκείνη ζει εκεί. Η ερωτική έλξη είναι τόσο δυνατή, που ο Άνταμ προσπαθεί να κρύψει τον πραγματικό του εαυτό, έτσι που ούτε ένα ίχνος να μην φανερωθεί από την επιθυμία του να τη λατρέψει και να τον λατρέψει. Καταφεύγει στην ειλικρίνεια της… προστυχιάς, και η ερωτική σκηνή είναι πειστικότατη… Παρόλη την ψυχρότητα της Άστριντ,  ο Άνταμ έχει δαγκώσει βαθιά τη λαμαρίνα κι όταν χωρίζουν πια, ένα παρεξηγημένο μέιλ τον κάνει να ξεπεράσει ανυπέρβλητα εμπόδια για να ξανασμίξει μαζί της.

Το βιβλίο δεν ακολουθεί τη χρονική σειρά˙ ο αναγνώστης φτιάχνει ένα παζλ  με αλλεπάλληλα φλας μπακ. Αλλού εμφανίζεται ο ήρωας τραυματισμένος, αλλού βρίσκεται στο αεροπλάνο για Χίθροου, αλλού δεν έχει γνωρίσει ακόμη την Άστριντ. Το κεντρικό όμως επεισόδιο, καταλυτικό για την ψυχική πορεία και ωρίμανση του Άνταμ διαδραματίζεται πίσω στην Αγγλία, μετά την πρώτη γνωριμία με την Άστριντ και την ξαφνική της απόφαση να παραμείνει στο Αφγανιστάν. Από νωρίς καταλαβαίνουμε ότι κάτι τρομερό συνέβη σ αυτήν την συνάντηση, κάτι που έκανε τον Άνταμ να χάσει πλήρως τον έλεγχο (κατήγγειλα την Αμερική σ ένα τραπέζι που ήταν μαζεμένη μια ελίτ της διανόησης). Πρόκειται για μια γιορτή/γεύμα στο σπίτι του ευκατάστατου σοσιαλιστή φίλου του Κάνερι, όπου παρευρίσκονται η πρώην του, ο φίλος του και εκκεντρικός συγγραφέας- ποιητής  Μακ Γκέργκαν με τη γυναίκα του Σόφι, μια άλλη σέξι νεαρή μ έναν φασίστα,  κοινώς μια γκάμα από χαρακτηριστικούς παρακμιακούς γιάπις, ιδεολογικά αντίπαλους μεταξύ τους, αλλά που όλοι βλέπουν την ιδεολογία σαν παιχνίδι (έζησες με τους Σαντινίστας για λίγο καιρό αλλά δεν έγινες ποτέ ένας απ αυτούς. Γύρισες στην πατρίδα. Δεν μιλάς αραβικά. Δεν ζεις στη Βαγδάτη. Δεν έζησες ποτέ στην παρανομία. Δεν έχεις ποτέ προσπαθήσει να ζήσεις ως τίμιος, κοσμικός, αριστερός, ιδιοκτήτης μεγάλης περιουσίας, διανοούμενος δημοσιογράφος με μια κορούλα και μια εργαζόμενη, φεμινίστρια σύζυγο σε μια απολυταχική, ισλαμική χώρα. Θα μπορούσες, αλλά δεν το έκανες ποτέ). Η πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση διανθίζεται με ολίγη διαστροφή, γεγονός που δικαιολογεί την παραφορά του πρωταγωνιστή.  
Η προκλητική συμπεριφορά του Άνταμ τον σπρώχνει να σπείρει την καταστροφή, να τραυματιστεί  και να πάρει κακήν κακώς το αεροπλάνο για να βρει την Άστριντ στο Τσινγκοτίνγκ. Δεν είναι τυχαίος λοιπόν ο τίτλος του μυθιστορήματος που παραπέμπει στην προσγείωση του αεροπλάνου: είναι η χρονική φάση που το θολό τοπίο ξεκαθαρίζει και ο Άνταμ ξέρει πια τι θέλει, «με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει».
Το παρεξηγημένο μέιλ  που τον οδήγησε στην Άστριντ τον φέρνει σε κωμικοτραγική θέση, ενώ η όλη κατάσταση που αντιμετωπίζει στο Τσινγκοτίνγκ είναι τελείως αποθαρρυντική (ο μόνος λόγος για τον οποίο βρισκόταν εκεί ήταν για να αναστατώσει μια αρμονική συμβίωση). Η ανατροπή είναι τόσο ριζική που αναρωτιέται ποια είναι η αληθινή Άστριντ, δεν ξέρει αν είναι πλάσμα της φαντασίας του (πού να είχε πάει άραγε η άλλη Άστριντ; Του είχε φανεί τόσο αληθινή. Τη θυμόταν τόσο καλά, κι όμως αποδείχτηκε πως δεν υπήρχε/ ήταν ζωντανή και νεκρή συνάμα). Παρόλ αυτά, δεν μπορεί να επιστρέψει στα ίδια˙ το σχέδιο ζωής του Άνταμ έχει αλλάξει ριζικά. Σκέφτεται να ζήσει μόνος στη Βαγδάτη (θα ζούσε σαν εξόριστος, δίχως να προσπαθεί να γίνει Ιρακινός, δίχως να προσπαθεί να ζήσει άβολα, καμμιά σχέση. Θα ήταν ο Άνταμ Κέλας εκεί). Το σχέδιό του είναι χάλια, του λέει η Άστριντ, γιατί «η μη εξιδανίκευσή του δεν είναι παρά ένα άλλο είδος εξιδανίκευσης».  
Η αναζήτηση της αγάπης είναι οπωσδήποτε μια από τις διαστάσεις του βιβλίου (υπήρχε στ αλήθεια μια υπαρξιακή κατάσταση την οποία αρνούνταν να την αποκαλούν με οποιοδήποτε άλλο όνομα εκτός από αγάπη). Η Άστριντ είναι πιο πραγματίστρια, δεν πιστεύει στην αγάπη˙ θεωρεί ότι όλοι θέλουν την αγάπη τόσο πολύ, που ό, τι κι αν παίρνουν το βαφτίζουν αγάπη. Δεν μπορεί να εμπιστευτεί ένα άτομο που «μιλά σαν έφηβος». Την αγάπη ψάχνει απεγνωσμένα και η Σόφι, ο πρώτος έρωτας του Άνταμ και νυν γυναίκα του ποιητή Μακ Γκέργκαν (θα πρέπει να προσέχεις γιατί η καρδιά μου είναι ψεύτρα. Είναι καρδιά ποιητή, και οι ποιητές είναι ψεύτες):
       -Πώς νομίζετε ότι νιώθει μια γυναίκα όταν ένας ποιητής αρχίζει να της φέρεται με ρεαλισμό; Δεν θέλω να είμαι αυτή που είμαι. Δεν θέλω να είμαι τόσο πραγματική. Θέλω, για μια στιγμή, να γίνω η γυναίκα που αυτός φαντάστηκε πως ήμουν.
Χριστίνα Παπαγγελή 

Δευτέρα, Νοεμβρίου 02, 2015

Η πόρτα στη σκάλα, Lorrie Moore

Το να είσαι ο εαυτός σου δεν είναι και κανένα τρομερό κατόρθωμα

Χαριτωμένο βιβλίο, αλλά μετά από καιρό που το έπιασα για να γράψω την ανάρτηση, δεν θυμόμουν τίποτα… Φαίνεται πολύ ενδιαφέρον και οικείο το θέμα μια και η κεντρική ηρωίδα και αφηγήτρια είναι μια νεαρή κοπέλα, φοιτήτρια που σπουδάζει λογοτεχνία και παράλληλα ψάχνει για δουλειά, μαθαίνοντας τον κόσμο. Το ενδιαφέρον αποκτά κοινωνιολογική διάσταση γιατί είμαστε στην εποχή του πολέμου του Αφγανιστάν (λίγο μετά την τραγωδία των δίδυμων πύργων) -θύμα του ο αδερφός της- και η απασχόληση που βρήκε εντέλει η Τάσι (να φυλάει την Μαίρη- Έμμι, ένα μικρό κοριτσάκι μαύρης καταγωγής, σε μια ασυνήθιστη οικογένεια) της δίνει την ευκαιρία να κάνει πολλές διαπιστώσεις για τις διαφυλετικές σχέσεις στην Αμερική του 21ου αιώνα. Η σύντομη σχέση της με τον Ρεινάλντο, (Βραζιλιάνος  που εντέλει αποκαλύπτει ότι είναι μουσουλμάνος ενταγμένος μάλλον στον αγώνα των… τζιχαντιστών!) δίνει μια ακόμα διάσταση στο κεντρικό θέμα, ενώ η τραγική ιστορία του ζευγαριού που υιοθέτησε την Μαίρη- Έμμι έχει και σεξιστικές προεκτάσεις.
Το γράψιμο της Moore έχει μια εφηβική φρεσκάδα˙ έχεις έντονα την αίσθηση ότι παρακολουθείς τον τρόπο που βιώνει τα γεγονότα μια νεαρή κοπέλα της εποχής της με ελεύθερο πνεύμα, με περιέργεια, με ενδιαφέροντα - μοιάζει όμως λίγο με καλογραμμένη έκθεση. Είναι έξυπνο, έχει καίριες παρατηρήσεις, πρωτότυπη ματιά αλλά δεν προχωρά σε βάθος, ιδιαίτερα μέχρι το πρώτο μισό.
Χριστίνα Παπαγγελή

Πέμπτη, Οκτωβρίου 15, 2015

Roberto Bolaño, Το Τρίτο Ράιχ

-Εσένα, Ούντο, δεν ανακατεύεται το στομάχι σου;
-Μερικές φορές. Η Ιστορία, γενικώς, είναι αιματηρή υπόθεση,
 πρέπει να το παραδεχτούμε.

Το Τρίτο Ράιχ του βιβλίου είναι ένα πολεμικό επιτραπέζιο παιχνίδι. Δεν γίνεται επομένως -άμεσα- αναφορά στο  ναζιστικό γερμανικό κόμμα του Χίτλερ (1933-1945). «Τρίτο Ράιχ» ονομάζεται το απαιτητικό παιχνίδι στρατηγικής με κάρτες και εκστρατείες, με αντιπάλους τις συμμαχίες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου με το οποίο είναι παθιασμένος ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ο Ούντο Μπέργκερ[1]. Είναι  Γερμανός τουρίστας που  με την αρραβωνιαστικιά του κάνει διακοπές σ ένα τουριστικό θέρετρο των ισπανικών ακτών, στο ξενοδοχείο Ντελ Μαρ της Κόστας Μπράβα (όπου περνούσε οικογενειακώς τα καλοκαίρια όταν ήταν παιδί), χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου. Ως πρωταθλητής του είδους είναι απόλυτα εξειδικευμένος,  παρακολουθεί τουρνουά και περιοδικά, γράφει άρθρα και κριτικές σε ειδικά περιοδικά και μελετά στρατηγικές παραλλαγές ετοιμάζοντας κάποια σχετική διάλεξη στο Παρίσι. Από την αρχή καταλαβαίνουμε ότι ο ήρωάς μας έχει ως πρώτη προτεραιότητα το παιχνίδι, δεν ενδιαφέρεται παρά να βρει χρόνο να μείνει μόνος στο ξενοδοχείο, να απλώσει τα χαρτιά, τις σημειώσεις και τις κάρτες και να μελετήσει στρατηγικά σχέδια.
Είναι όψιμο καλοκαίρι (τέλη Αυγούστου)˙ η τουριστική σαιζόν φτάνει στο τέλος της  και παρακολουθούμε το ημερολόγιο του Μπέργκερ, ο οποίος δεν διστάζει να καταγράψει με όλες τις λεπτομέρειες τις αγωνίες του σχετικά με την έκβαση των παιχνιδιών (Νομίζω ότι ο Κόνραντ έχει δίκιο, η καθημερινή πρακτική άσκηση, υποχρεωτική ή σχεδόν υποχρεωτική, για να καταγράφω σε ημερολόγιο τις ιδέες και τα συμβάντα κάθε μέρας, βοηθάει έναν κατά βάθος αυτοδίδακτο όπως εγώ να μάθει να συλλογίζεται, να ασκεί τη μνήμη εστιάζοντας σε εικόνες προσεκτικά και όχι αφηρημένα, και προπαντός να προσέχει ορισμένες όψεις των αισθημάτων του τις οποίες παρότι τις θεωρεί ολοκληρωμένες, στην πραγματικότητα είναι μονάχα σπόροι ου μπορούν ή όχι να βλαστήσουν δίνοντας έναν χαρακτήρα). Δεν ακολουθεί πάντα τους άλλους στη διασκέδαση, αλλά δε βαριέται και ποτέ, επισημαίνοντας ότι, όπως αναφέρει ο φίλος-σύμβουλός του και επαγγελματίας παίκτης Κόνραντ, η έλλειψη ανίας είναι η χρυσή απόδειξη υγείας. Νιώθει δυνατός, καλύτερα από ποτέ. Αναφέρεται αρκετά αναλυτικά στη φιλενάδα του, τη Γερμανίδα Ίγκερμποργκ με την οποία είναι πολύ ερωτευμένος (η γνωριμία μας είναι το καλύτερο που συνέβη στη ζωή μου), κάνει για πρώτη φορά διακοπές μαζί της και προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες με δωράκια, σουβενίρ και αδιάφορες γι αυτόν βόλτες.  Έμμεσα όμως μέσα από τα γραφόμενά του αποκτάμε και μια ολοκληρωμένη εικόνα για τους υπόλοιπους παρευρισκόμενους, που παρουσιάζουν αρκετές ιδιορρυθμίες:
Η Χάννα, όμορφη και χαζοχαρούμενη αποτελεί ευκαιριακό ζευγάρι με τον επιπόλαιο, «φανφαρόνο» Τσάρλυ που πίνει χωρίς όριο, έχει αρρωστημένη τρέλα με το σέρφινγκ και εκδηλώνει κάποιες στιγμές αψυχολόγητη επιθετικότητα. Οι δυο τους κάνουν χαλαρά παρέα με τον πρωταγωνιστή και την αρραβωνιαστικιά του σε μπαρ και ντισκοτέκ (οι δυο κοπέλες περισσότερο), αλλά πολλές φορές γίνονται φορτικοί (η φιλία με τον Τσάρλυ και τη Χάννα άρχισε να γίνεται αφόρητη, βαριά σαν ταφόπετρα). Υπάρχει στο προσωπικό του ξενοδοχείου η όμορφη και μυστηριώδης Φράου Έλζε που προσείλκυε με ιδιαίτερο τρόπο τον Ούντο στις μέρες της εφηβείας του και την ξαναβρίσκει μετά από τόσα χρόνια, πάλι ελκυστική και αινιγματική (είδα τη φράου Έλζε σαν μια φλόγα, τη φλόγα που μας φωτίζει παρότι στον ρόλο αυτό καταναλώνεται και πεθαίνει (…) όμορφη και απόμακρη. Και εξόριστη…. Αυτή η τελευταία είναι και η πιο μυστηριώδης αρετή της), ενώ ακόμα πιο μυστηριώδης είναι ο άρρωστος και αφανής σύζυγός της. Την παρέα τριγυρίζουν και δυο ντόπιοι Ισπανοί με τα [παρατσούκλια «Λύκος» και «Αρνί» που κι αυτοί γίνονται φορτικοί, μην μπορώντας να καταλάβουν το μοναχικό πάθος του Ούντο.
Η πιο καθοριστική όμως παρουσία σ αυτήν την παρακμιακή εικόνα του τουριστικού θερέτρου είναι ο «Καμένος», ο νεαρός που είναι υπεύθυνος για τα θαλάσσια ποδήλατα (αναμφισβήτητα δεν είναι συνηθισμένο άτομο). Το σώμα του είναι γεμάτο «φρικτά» εγκαύματα, εξ ου και το προσωνύμι για το οποίο δεν έχει κανένα κόμπλεξ. Αυτό που τράβηξε πρώτα την προσοχή του Ούντο ήταν ο παράδοξος τρόπος με τον οποίο τακτοποιούσε τα ποδήλατα, έως ότου ανακάλυψε ότι σχημάτιζε ένα υπόστεγο, ένα προφυλαγμένο χώρο ώστε να κοιμάται εκεί το βράδυ. Τα ερωτηματικά που δημιουργεί ως προς τον τρόπο ζωής του διεγείρουν την φαντασία του Ούντο και δημιουργούν σιγά σιγά μια ακατανίκητη έλξη (μα τι περίμενα τελικά να βρω μέσα στο εσωτερικό των ποδηλάτων; Στο νου μου εμφανιζόταν ο Καμένος να κάθεται σαν σπηλαιάνθρωπος δίπλα σε μια φορητή λάμπα υγραερίου). Η έλξη όμως φαίνεται να είναι αμοιβαία. Το ενδιαφέρον που δείχνει ο Καμένος για το Τρίτο Ράιχ  είναι σοβαρό και αυξανόμενο, ενώ μαθαίνει με τρομερή ταχύτητα και επιμέλεια όχι μόνο τους κανόνες αλλά και τεχνικές στρατηγικής (οι κινήσεις του είναι ψύχραιμες και μεθοδικές (…) είναι περίεργο, η παρτίδα κατορθώνει να τον χαλαρώσει). Δεν αυτοσχεδιάζει, μαθαίνει να υπολογίζει, προσεγγίζει τα προβλήματα θεωρητικά, είναι και ριψοκίνδυνος. Η σιωπηλή και μετρημένη του παρουσία εμπνέει συμπάθεια και λύπηση (μια λύπη, οφείλω να σημειώσω, πυκνή, φτωχή σε αποχρώσεις, τετραγωνισμένη). Αιωρείται όμως και η υποψία ότι τον στηρίζει ο άντρας της Έλζε.
Τα γεγονότα είναι λιγοστά αλλά πολύ καθοριστικά. Η εξαφάνιση του Τσάρλι και η αίσθηση ότι δεν  πρόκειται για φάρσα. Η αποχώρηση της Χάννα και της Ίνγκεμποργκ στο τέλος πια των διακοπών και η επιμονή του Ούντο να παραμείνει μόνος στο φθινοπωρινά εγκαταλειμμένο ξενοδοχείο με την πρόφαση της εξαφάνισης του Τσάρλι -και στη συνέχεια χωρίς πρόσχημα. Σκηνικό παρακμής. Ο πόθος που νιώθει για την φράου Έλζε δεν φτάνει ποτέ σε ολοκλήρωση και η εκτόνωση στην πρόθυμη και διαισθητική καθαρίστρια Κλαρίτα εμπεριέχει ευχάριστες εκπλήξεις.
 Όλα όμως στην ουσία τα κάνει πέρα ο Ούντο για να αφοσιωθεί στο μόνο πράγμα που τον ενδιαφέρει, κι αυτό είναι το παιχνίδι Τρίτο Ράιχ, και βασικά να νικήσει τον Καμένο (ανάμεσά μας εγκαθίσταται μια γνώση βουβή και σκληρή που μας ζωηρεύει). Εννοείται ότι παίζει πάντα με την πλευρά του Άξονα, ενώ ο Καμένος με την πλευρά των συμμάχων. Το πάθος και η εμμονή στο παιχνίδι είναι αυτό που ενώνει τους δυο άντρες που συναντιούνται τις μικρές πρωινές ώρες ξεσηκώνοντας ένα σωρό σχόλια από τον περίγυρο (ορισμένοι έχουν τη γνώμη ότι είσαι ένας τρελός ομοφυλόφιλος και άλλοι λένε ότι είσαι απλώς εκκεντρικός. Οι υπάλληλοι σε μισούν. Πιστεύουν ότι φέρνεις κακοτυχία στο ξενοδοχείο). Και όχι μόνο˙ οι συνέπειες από ένα σημείο και μετά γίνονται ανεξέλεγκτες: Αργότερα, αφού κλείσω τις κουρτίνες, ανάβω πάλι τα φώτα και μελετώ μία προς μία τις πλευρές της κατάστασής μου. Χάνω τον πόλεμο. Σίγουρα έχω χάσει τη δουλειά μου. Κάθε μέρα που περνάει απομακρύνει περισσότερο την Ίνγκεμποργκ από μια ελάχιστα πιθανή συμφιλίωση. Μέσα στην επιθανάτια αγωνία του ο άντρας της φράου Έλζε διασκεδάζει με το μίσος του προς εμένα, με πολιορκεί με τη λεπτότητα ενός ετοιμοθάνατου αρρώστου.
Ο Μπολάνιο για άλλη μια φορά κεντάει ένα μυθιστόρημα εσωτερικό που έχει πολιτικές προεκτάσεις. Δεν απαντά παρά μόνο πολύ υπαινικτικά στα ερωτήματα που απασχολούν τον αναγνώστη: γιατί τόσο πάθος για ένα παιχνίδι ισχύος˙ ποια τα εσωτερικά κίνητρα των δύο παικτών, και ιδιαίτερα του Καμένου˙ η φιλογερμανική στάση του Ούντο κρύβει κάποιες τάσεις ναζισμού;
Εκείνος το απαρνιέται συνειδητά. Ωστόσο υπάρχουν διάσπαρτες πινελιές που θα μπορούσε να περάσουν απαρατήρητες, πινελιές που προδίδουν τουλάχιστον έναν φιλογερμανικό ενθουσιασμό (Είμαι ένας νέος άνθρωπος που θέλει να διασκεδάσει με… τρόπο υγιή. Και είμαι Γερμανός. –Τι θα πει να είσαι Γερμανός;  -Δεν το ξέρω ακριβώς. Είναι, άλλωστε, κάτι δύσκολο. Κάτι που το έχουμε ξεχάσει σιγά σιγά). Και η αυθόρμητη Κλαρίτα τον ρωτά αθώα: -Είσαι ναζιστής; Εννοείται ότι αρνείται. Λέει απερίφραστα ότι, αντίθετα, είναι αντιναζιστής. Ξέρει ότι το συγκεκριμένο παιχνίδι (με πολλές σβάστικες στο κουτί!) δημιουργεί αυτή την εικόνα… (έχει τη σπάνια ικανότητα να ανασκαλεύει, απλώς και μόνο με την παρουσία της, μέσα σε κοιμισμένες πλευρές του πνεύματός μου. Εικόνες σύντομες και τρομερές σαν κεραυνούς, εικόνες που φοβάμαι και τις αποφεύγω).
Αντίστοιχα, σε άλλο σημείο της αφήγησης, μαθαίνουμε ότι του Καμένου δεν του αρέσουν οι Γερμανοί. Είναι ένας άγνωστος μεταξύ αγνώστων, αλλά όλοι ξέρουν ότι σε κάποια μακρινή και αόριστη εποχή, ασκούσε το επάγγελμα του στρατιώτη, «ένα είδος στρατιώτη που πολεμούσε απελπισμένα». Αγαπούν κι οι δυο την ποίηση αλλά ο Ούντο είναι θαυμαστής του Γκέτε, ενώ ο Καμένος διάβαζε Βαγιέχο, Νερούντα, Λόρκα (τώρα μόνο βιβλία πολέμου). Κάποια στιγμή μαθαίνουμε μαζί με τον ήρωα ότι ο Καμένος δεν είναι Ισπανός, είναι από τη Νότια Αμερική (μου θυμίζει τον Ίνκα Αταχουάλπα, έναν αιχμάλωτο των Ισπανών που έμαθε σκάκι σε μόνο ένα απόγευμα, παρακολουθώντας τους εχθρούς του να κινούν τα πιόνια), κι ότι μαζί του κανένας δεν τολμά να τα βάλει.
Η σύγκρουση κορυφώνεται με την καταλυτική παρουσία του ετοιμοθάνατου συζύγου της Φράου Έλζε (ένας Δον Κιχώτης καταβεβλημένος, καθημερινός και τρομερός όπως το Πεπρωμένο). Εισβάλλει ξαφνικά στη ζωή του Ούντο, και, πράγματι, σαν την φωνή του πεπρωμένου, εκφράζει την ετυμηγορία του: ο Καμένος είναι επικίνδυνος σαν πύθωνας. Εκλιπαρεί τον Ούντο να απομακρυνθεί…
Η αφήγηση παίρνει διαστάσεις τραγωδίας και η κάθαρση ακολουθεί τη λύση…
Χριστίνα Παπαγγελή



[1] Πρόκειται μάλλον για κάτι αντίστοιχο του Rise and Decline of the Third Reich που κυκλοφόρησε το 1974 και έκτοτε υπήρξαν διάφορες παραλλαγές του.

Τρίτη, Οκτωβρίου 06, 2015

Η ταπείνωση, Φίλιπ Ροθ

Δεν ήταν και από τις χειρότερες επιλογές το μικρό αυτό βιβλιαράκι που αγόρασα με σύνδρομο στέρησης από… σταθμό του ΚΤΕΛ. Έχοντας κορεστεί από τα βιβλία του Ροθ, που κινούνται πάνω κάτω στο ίδιο μοτίβο τα τελευταία χρόνια, δεν θα το αγόραζα υπό άλλες συνθήκες. Όμως, όπως επισημαίνει και η Βιβή Γ., ο άνθρωπος αυτός έχει «επινοήσει ένα εντελώς καινούργιο λογοτεχνικό είδος σε παγκόσμιο επίπεδο, το μόνιμο μυθιστόρημα! Το μόνιμο μυθιστόρημα, μια εναλλασσόμενη δηλαδή ως προς το πρόσωπο αφήγηση διαρκείας, που απλώς χωρίστηκε υποχρεωτικά σε τριάντα ως τώρα συνέχειες, αφού τόσες φορές έγραψε -καταιγιστικά ως επί το πλείστον κείμενα- αραδιάζοντάς τα σε σελίδες κι αριθμώντας τις αυτές ξεκινώντας από το ένα κάθε φορά και δίνοντάς τους φαινομενική αυτοτέλεια». Με άλλα λόγια, μπορεί ο Ροθ να επαναλαμβάνει τον εαυτό του, αλλά εάν σε συναρπάζει το γράψιμο του συγγραφέα και σ ενδιαφέρει η θεματική του, είναι σταθερή αξία.

Και η γραφή είναι πάντα συναρπαστική… Από τις πρώτες πρώτες φράσεις το κοινωνικοψυχολογικό ενδιαφέρον  διεγείρεται:
Είχε χάσει τη δύναμη να σαγηνεύει. Η ορμή του είχε ξοδευτεί. Ποτέ δεν είχε αποτύχει στο θέατρο, ό, τι είχε κάνει ήταν ρωμαλέο και πετυχημένο, ξαφνικά όμως είχε συμβεί κάτι τρομερό: δεν μπορούσε να παίξει. Ο πρωταγωνιστής εδώ (περσόνα προφανώς του συγγραφέα, όπως και ο Ζούκερμαν, ο Πορτνόι κ.α.) είναι ένας εξηντάρης πετυχημένος ηθοποιός που χάνει την υποκριτική του δύναμη (ο μόνος ρόλος που του ταίριαζε ήταν ο ρόλος  ενός ανθρώπου που παίζει έναν ρόλο)! Τα ερωτηματικά πώς, γιατί, τι γίνεται τώρα κρατούν τον αναγνώστη, ο οποίος σε πολλές περιπτώσεις ταυτίζεται…
Δεν είναι μόνο αυτή η δύναμη όμως που χάνει σιγά σιγά ο πρωταγωνιστής. Από ταπείνωση οδηγείται σε ταπείνωση, εξ ου και ο τίτλος, και ουσιαστικά η θεματική του γυρίζει -πάλι- γύρω από το ανεξάντλητο θέμα της πάλης με τον χρόνο και τα γηρατειά. Οι «ήττες» διαδέχονται η μια την άλλη: η γυναίκα του δεν τον αντέχει πια, μένει μόνος και τον καταλαμβάνουν κρίσεις πανικού που τον οδηγούν σε ψυχιατρική κλινική, έχει διάφορους πόνους σ όλο του το σώμα. Όλες του οι εμπειρίες από δω και μπρος αποτελούν μέρος μιας δίνης προς την παρακμή: το να βγαίνεις στη σκηνή και να μη μπορείς να παίξεις. Το να περπατάς γυμνός σ έναν πολυσύχναστο δρόμο της πόλης, το να δίνεις κάποιες κρίσιμες εξετάσεις εντελώς απροετοίμαστος, το να πέφτεις από έναν γκρεμό, το να ανακαλύπτεις στην εθνική οδό ότι τα φρένα σου δεν δουλεύουν.
Η τελική όμως πτώση επέρχεται αφού μεσολαβεί μια άλλη φάση, της οποίας ο τίτλος είναι η μεταμόρφωση. Ο πρωταγωνιστής καταφέρνει να βγει απ΄ το πηγάδι χάρη στη μεταμορφωτική δύναμη του έρωτα… Και τότε εμφανίστηκε η Πεγκίην. Μια παράδοξη σχέση με την ομοφυλόφιλη (που αποδείχτηκε αμφίφυλη) κόρη ενός φιλικού ζευγαριού, μια σχέση παράταιρη και λόγω ηλικίας, τον γεμίζει και πάλι ζωή και αισιοδοξία. Ο συγγραφέας περιγράφει βήμα βήμα την εξέλιξη απαντώντας στα ερωτηματικά που ο αναγνώστης (και ο ίδιος) θέτει, πώς έρχονται κοντά δυο τόσο ανόμοιοι άνθρωποι. Φαίνεται ότι η κοινή προδοσία που βιώσαν στο παρελθόν τους ενώνει. Όμως και κάτι άλλο: Το κεφάλαιο δεν επιγράφεται «η μεταμόρφωση» μόνο γιατί μεταμορφώνεται ο Σάιμον. Η Πεγκίην σιγά σιγά απεκδύεται το λεσβιακό της μανδύα και μεταμορφώνεται σε «θηλυκό», χάρη στη γενναιοδωρία του Σάιμον. Μαλλιά, ρούχα, τακούνια. Δοκιμάζει έναν καινούριο ρόλο και δείχνει να το απολαμβάνει μέχρι που υπεισέρχονται οι κοινωνικοί παράγοντες.

Και οι δυο διακινδυνεύουν και οι δυο ρισκάρουν. Και οι δυο απολαμβάνουν τον έρωτα, η Πεγκίην ίσως τον καινούριο της ρόλο, ο Σάιμον την ενεργητική και γεμάτη πρωτοβουλίες σεξουαλικότητα της συντρόφου του. Οι σεξουαλικές αποκλίσεις τους θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι μέρος της ταπείνωσης, εφόσον δεν είναι πάντα της προτίμησης του Σάιμον. Από ένα σημείο και μετά η ηδονή ξεφεύγει από την απόλαυση και γίνεται παράφορη ζήλεια και ανασφάλεια. Ο ήρωάς μας παραπαίει ανάμεσα στην πίστη-ελπίδα και την πλήρη αποκαρδίωση, και ο Ροθ είναι μάστορας στο να αποδίδει αυτόν τον ψυχισμό.
Χριστίνα Παπαγγελή 

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 24, 2015

Στον ίσκιο της ροδιάς, Tariq Ali

Αχ γιε μου, μιλούσα στους ίσκιους της ροδιάς.
Αυτοί τουλάχιστον θα υπάρχουν όταν θα λείψουμε όλοι μας.
Δεν είναι μόνο γοητευτικό το γράψιμο του Tariq Ali αλλά, όπως και τα άλλα βιβλία της πενταλογίας, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί δείχνει για άλλη μια φορά πώς εκδηλώθηκε ιστορικά η αντιπαράθεση ισλαμισμού και χριστιανισμού. Το συγκεκριμένο (πρώτο στη σειρά) αναφέρεται στους τρομακτικούς διωγμούς που υπέστησαν οι Μαυριτανοί στην Ισπανία του 15ου αιώνα, πάντα από την πλευρά των μουσουλμάνων.
Η ιστορία της αραβικής οικογένειας των Μπανού Χουντάιλ μιας οικογένειας  με πλούσια παράδοση, (οι πρόγονοί τους εγκαταστάθηκαν στην Γκρανάτα/Γρανάδα στις αρχές το 932μ.Χ.) ξεδιπλώνεται στις σελίδες του βιβλίου, μια οικογενειακή ιστορία που καλύπτει σχεδόν όλον τον 15ο αιώνα. Κεντρικούς ήρωες θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει τον πατέρα Ούμαρ και τους δυο γιους, τον νεαρό Ζουχάιρ και τον έφηβο Γιαζίντ που, ως άντρες, βιώνουν πιο επώδυνα το σταδιακό ξερίζωμα του πολιτισμού τους και το δίλημμα του αναγκαστικού προσηλυτισμού ή της εξέγερσης. Κάθε πρόσωπο όμως που πλαισιώνει αυτούς τους ήρωες (μητέρα, θεία, αδερφή, θείος κλπ) έχει την προσωπική, ιδιαίτερη ιστορία του και συνολικά ο Τάρικ Άλι φροντίζει να τονίζει τις συναισθηματικές σχέσεις και την ζεστή οικογενειακή ατμόσφαιρα.
Κομβικό γεγονός αποτελεί το αρχικό επεισόδιο: η κατάσχεση όλων των αραβικών χειρογράφων (εκτός από 300 ιατρικής και αστρονομίας) στη Γρανάδα και το κάψιμό τους στην πλατεία της πόλης (οι κάτοικοι αυτής της πόλης φημίζονταν για την αδέσμευτη σκέψη, το οξύ πνεύμα και την τάση τους για ανυπακοή απέναντι στους ανώτερους) από τον αρχιεπίσκοπο Χιμένεθ, εκπρόσωπο της Ιεράς εξέτασης και όργανο («εξομολογητή») της «καταχθόνιας γυναίκας», της Ισαβέλλας. Τα ψέματα τελείωσαν, δεν υπάρχουν πλέον αυταπάτες˙ η «Ανακατάκτηση» που ολοκληρώθηκε οκτώ χρόνια πριν με την πτώση της Γκαρνάτα, επέβαλε στους μουσουλμάνους όρους σύμφωνα με τους οποίους οι Πιστοί (στο Ισλάμ) θα απολάμβαναν θρησκευτικές και πνευματικές ελευθερίες αν αναγνώριζαν την κυριαρχία των Καστιλλιάνων (χριστιανών) ηγεμόνων. Παρόλ αυτά, οι συνθήκες γίνονται σιγά σιγά ανυπόφορες για τους μουσουλμάνους, ακόμα και στην πιο ελεύθερη πόλη, την Γρανάδα. Πρώτη φορά ύστερα από εξακόσια χρόνια, οι χωρικοί του Αλ- Χουντάιλ βρίσκονταν αντιμέτωποι με το ενδεχόμενο μιας ζωής χωρίς μέλλον για τα παιδιά τους. Σ  ολάκερη την Γκαρνάτα, κυκλοφορούσαν χίλιες δυο ιστορίες για τα όσα επακολούθησαν μετά την Ανακατάκτηση της Κούρτουμπα και της Ισμπιλίγια. Κάθε πρόσφυγας που κατέφθανε είχε να διηγηθεί ιστορίες φρίκης και τυφλής βαρβαρότητας.
Η πυρά που καταβροχθίζει τον πνευματικό πολιτισμό των Μαυριτανών (κάηκε η συλλογική τους μνήμη)  ήταν μια εν ψυχρώ, προσεκτικά  οργανωμένη ενέργεια που δεν είχε μόνο συμβολικό νόημα αλλά αποτέλεσε και το ακροτελεύτιο γεγονός μετά από το οποίο οι ήρωές μας συνειδητοποίησαν πια τη μοίρα τους, την απειλή του πολιτισμού τους, την ανάγκη για εξέγερση. Τώρα πια τους απασχολεί αποκλειστικά η πολιτική γιατί πρέπει να αποφασίσουν: να προσηλυτιστούν -έστω τυπικά, να εξεγερθούν ή να αυτοεξοριστούν; Τώρα πια παύουν οι φιλειρηνικές σχέσεις μεταξύ χριστιανών πολιτών και μουσουλμάνων. Φιλικές σχέσεις και γνωριμίες από τα παιδικά χρόνια παγώνουν σταδιακά, και φέρνουν σε αμηχανία τον συναισθηματικό κόσμο των ηρώων. Κάποιοι αλλαξοπιστούν για να σωθούν, άλλοι παραμένουν κρυφά Πιστοί ενώ άλλοι εκχριστιανίζονται πραγματικά.

Φορέας της διωκτικής πολιτικής εναντίον των Μαυριτανών είναι ο αρχιεπίσκοπος Χιμένεθ, πολύ πιο φανατικός από άλλους μετριοπαθείς χριστιανούς πολιτικούς και ιερείς, με τους οποίους μάλιστα έρχεται σε οξεία αντιπαράθεση (το κάψιμο των βιβλίων τους ήταν πράξη επονείδιστη. Κηλιδώθηκε η τιμή μας. Τα εγχειρίδιά τους στον τομέα της επιστήμης και της ιατρικής είναι μοναδικά στον πολιτισμένο κόσμο). Ο Χιμένεθ είναι μια άτεγκτη, φιλόδοξη προσωπικότητα που στρέφεται με πάθος ενάντια σε κάθε εκδήλωση του αραβικού πολιτισμού. Διαβάζουμε την συγκλονιστική επιστολή στους βασιλείς (Φερδινάνδο- Ισαβέλλα), όπου εκφράζεται σε όλο της το μεγαλείο η σκοταδιστική πολιτική «εκχριστιανισμού»  που σημάδεψε όλον τον 15ο αιώνα˙ μια πολιτική που όχι μόνο νομιμοποιεί τις φρικαλεότητες, αλλά προσπαθεί να σβήσει κάθε ίχνος (οι ειδωλολάτρες θα εξουδετερώνονταν ως δύναμη, αν εξαλείφονταν ολοσχερώς τα έργα του πνευματικού πολιτισμού τους. Αυτό προϋπέθετε τη συστηματική καταστροφή όλων των γραπτών έργων τους).

Ο Τάρικ Άλι έχει την ικανότητα να μας μεταφέρει όλη την πνευματική ατμόσφαιρα της εποχής, όλες τις πτυχές της πολιτιστικής παράδοσης και της… αμφισβήτησής της δίνοντας ένα πολύχρωμο μωσαϊκό. Έτσι, πέρα από τος πιο κεντρικούς ήρωες, έχουμε τον θείο Μιγκουέλ που εκχριστιανίστηκε αλλά κρατά ισχυρούς τους δεσμούς με την οικογένεια και κάνει κάθε προσπάθεια να τους διασώσει («αηδιαστικά ειλικρινής»), τη θεία Ζάχρα που επίσης είχε γίνει χριστιανή, αποστάτησε φεύγοντας από το σπίτι προκαλώντας κρυφό πόνο στον περήφανο πατέρα της Ίμπν Φάριντ, τον σκεπτικιστή («αιρετικό») μυστικιστή Ίμπν Ζαϊντούν που μένει μόνος του στα βουνά μελετώντας φιλοσοφία, τη χριστιανή (δεύτερη) γυναίκα του Ίμπν Φαρίντ που εξισλαμίστηκε˙ την χαρούμενη νεαρή Χιντ που την προορίζουν να παντρευτεί χριστιανό αλλά είναι ερωτευμένη με κάποιον άλλον, και άλλους μικρούς και μεγάλους ήρωες που διασχίζουν την αφήγηση. Απίστευτες ερωτικές ιστορίες (όσο και να μην το θελε, μόλις τον αντίκρισε ύστερα από τόσα χρόνια, ένιωσε την καρδιά της να φτεροκοπάει σαν πουλί φυλακισμένο), πάθη, θρύλοι, παραδόσεις. Αλλά ζωντανεύει κι ένας ολόκληρος διαφορετικός τρόπος ζωής -συνταγές, έθιμα, ενδυματολογικές συνήθειες. Σκηνικό το περιβόλι με τις ροδιές, σημείο ερωτικών συναντήσεων και σήμα κατατεθέν μιας ζωής ξένοιαστης, γόνιμης, ουσιαστικής.
Οι αναφορές σε πνευματικούς ηγέτες ή σε ποιητές συνυφαίνονται αβίαστα ενώ ως απόσταγμα μένει στον αναγνώστη ο θαυμασμός για το πνεύμα  ενός πολιτισμού που κατακρεουργήθηκε βάναυσα -για άλλη μια φορά στην ιστορία- από τις κυρίαρχες δυνάμεις.
Τα χαρτιά ίσως τα κάψετε,
μα αυτό που κλείνουν μέσα τους δε θα το κάψετε˙
το κρατώ φυλαγμένο στα στήθη.
Όπου κι αν πάω, με ακολουθεί˙
Κατεβαίνει μαζί μου στο τέρμα του ταξιδιού,
Και στον τάφο μου πλάι μου θα το χω.

 Χριστίνα Παπαγγελή

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 10, 2015

Ο άνθρωπος που κοιτάζει, Αλμπέρτο Μοράβια

Ο «άνθρωπος που κοιτάζει», ο πρωταγωνιστής και αφηγητής του σύντομου αυτού βιβλίου, είναι ένας πολύ ενδιαφέρων χαρακτήρας, του οποίου το κύριο χαρακτηριστικό είναι ότι είναι… σκοπόφιλος[1], δηλαδή του αρέσει να παρατηρεί, και μάλιστα σε… προχωρημένο στάδιο, εφόσον αυτό που εξάπτει ιδιαίτερα τη φαντασία του είναι η αίσθηση ότι κάποιος άλλος παρατηρεί αυτόν που παρατηρεί… Η αφήγησή του εστιάζει κατά πρώτο λόγο στη σχέση του με τον κατάκοιτο από ατύχημα πατέρα του και κατά δεύτερο στη σχέση με τη γυναίκα του, τη Σύλβια. Κατά  βάση το όλο αφήγημα έχει ψυχαναλυτικό χαρακτήρα, γιατί διαφαίνεται ότι όλες οι ιδιορρυθμίες του χαρακτήρα του ήρωα πηγάζουν από την ιδιαίτερα τεταμένη σχέση με τον πατέρα. Ο Μοράβια, ως συνήθως, οδηγεί τον αναγνώστη να ταυτιστεί με τον αφηγητή του, παρόλο που γίνεται γρήγορα ξεκάθαρο ότι η ματιά του είναι φορτισμένη συναισθηματικά.
Ο πολύ παρατηρητικός Εντουάρντο (Ντόντο το χαϊδευτικό!), λοιπόν,  περιγράφει με λεπτομέρειες αρχικά τον εαυτό του (είμαι ένας όμορφος άντρας στα τριάντα πέντε, όχι όμως και ωραίος) δίνοντας σε σκαμπρόζικο ύφος εξωτερικά και εσωτερικά χαρακτηριστικά (ήδη από την πρώτη σελίδα μας λέει ότι το να κάνει και να βλέπει κάτι τον εμποδίζει να… σκέφτεται!) και στη συνέχεια τον πατέρα του, με –όχι τυχαία- αντίστοιχες εκφράσεις. Ήδη η αντιπαλότητα με τον πατέρα ξεκινά από τα διαφορετικής φύσης επαγγέλματα. Εκείνος καθηγητής φυσικής στο πανεπιστήμιο, ο ήρωάς μας καθηγητής γαλλικής λογοτεχνίας στο γυμνάσιο (που όμως, όπως λέει, δεν του αρέσει να διδάσκει γιατί «νιώθει ότι ανοίγει την καρδιά του σε τιποτένιους ακροατές). Εκείνος διάσημος, εγώ άγνωστος. Εκείνος ευχαριστημένος από την κατάστασή του, εγώ όχι. Εκείνος ολοκληρωμένος, εγώ, στην πραγματικότητα, χειραφετημένος (…) κοίταζα μέσα του με την ελπίδα ότι δεν θα του έμοιαζα πουθενά.
Το ατύχημα καθηλώνει προσωρινά τον πατέρα, αλλά ανοίγει μια άλλη προοπτική στη σχέση. Όλα αλλάζουν από ένα βλέμμα (δεν ήταν το βλέμμα πια ενός πατέρα προς τον γιο του, αλλά ενός ανθρώπου γεμάτου αγωνία, ενός άλλου ανθρώπου). Η σωματική αδυναμία του πατέρα τον κάνει πιο προσιτό στον γιο. Δεν χωράει αμφιβολία όμως ότι ο αφηγητής δεν είναι και πολύ… αντικειμενικός! Οι φόβοι του και τα απωθημένα επιβεβαιώνονται στη θέα του «τεράστιου μόριου» του πατέρα, που το εκλαμβάνει ως σκόπιμη επίδειξη ανδρισμού. Η φροϋδικού τύπου αντιζηλία φτάνει μέχρι το σημείο να   υποψιάζεται  ότι ο πατέρας του, ακόμη και κατάκοιτος, έχει σχέσεις με την Σύλβια (πράγμα που δεν καταλαβαίνουμε ως το τέλος αν είναι αλήθεια)! Η υποψία ότι τα σεξουαλικά τους γούστα ταυτίζονται τον ταράζει συθέμελα (με δυο λόγια: οι σχέσεις μας σαν πατέρα και γιου θα παραμερίζονταν, θα μασταν πια δυο αρσενικά που παλεύουμε για την κατάχτηση ενός θηλυκού. Δυο αντίπαλοι, ναι. Δε θα ξεχάσω ποτέ τον τρόπο που έκανε σε μένα επίδειξη του πέους του στη διάρκεια της ένεσης).
Ο πρωταγωνιστής, με οξυδέρκεια ψυχαναλυτή, ανατρέχει σε μια απωθημένη ανάμνηση της παιδικής ηλικίας, ένα περιστατικό τραυματισμού της οιδιπόδειας σχέσης,  που ενδεχομένως εξηγεί την απόρριψη του πατέρα, ή μάλλον τη σχέση ανταγωνισμού. Η σωματική αδυναμία του αντίζηλου(όχι, δεν είναι κοντά στον θάνατο), η ανάγκη που στρέφεται πια από τον πατέρα στον γιο, είναι η αφορμή αναδιάταξης αυτής της θεμελιακής σχέσης, σχέσης πατέρα με γιο.
Με τον γλαφυρό του τρόπο ο Μοράβια θέτει κι ένα άλλο, κοινωνικό θέμα. Ο γιος, μεγαλώνοντας μέσα στην «εποχή της αμφισβήτησης» των αστικών αξιών, έχει απαρνηθεί μια κληρονομιά, ένα μικρό διαμέρισμα (πιθανά, παρά το ότι ήμουν φανατικός αμφισβητίας, προτίμησα ν απαρνηθώ εκείνο που δεν είχα, παρά εκείνο που είχα). Φυσικά, ενδόμυχα όπως λέει ο ίδιος, ο μόνος λόγος ήταν να αμφισβητήσει τον πατέρα! Τώρα όμως, η γυναίκα του Σύλβια, όχι μόνο δείχνει να δυσανασχετεί αλλά προβάλλει και βέτο, απαιτώντας μερίδιο στην περιουσία! Η εσωτερική σύγκρουση του ήρωα σχετικά μ αυτό το θέμα είναι σπαρταριστή˙ η εικόνα του «ανυποχώρητου αμφισβητία» στον ίδιο του τον εαυτό αλλά και στη Σύλβια να ζητάει πίσω το διαμέρισμα (η άρνηση στην άρνηση!), σκοντάφτει πάνω στην απρόβλεπτη αντίδραση και της Σύλβια και του πατέρα, αποδεικνύοντας πως ό, τι είχε χτίσει ήταν αποκυήματα της δικής του και μόνο ψυχοσύνθεσης.
Η σχέση του Ντόντο με τη γυναίκα του, τη Σύλβια, είναι προφανώς μια σχέση όπου εκείνος υποτάσσεται στα καπρίτσια της. Η Σύλβια είναι η «μαντόνα» του˙ μια γυναίκα που, όπως εκείνος πιστεύει, δεν μπορεί να περάσει μια μέρα χωρίς σεξ. Κάποια στιγμή εκείνη φεύγει «για να διαλογιστεί πάνω στη ζωή της». Είναι η φάση κατά την οποία υποψιάζεται ότι τον απατά (με τον πατέρα του;) ή ότι είναι δυσαρεστημένη που δεν έχουν δικό τους διαμέρισμα. Η κατάσταση γίνεται τραγελαφική όταν η Σύλβια αποκαλύπτει ότι ο άλλος άντρας την διεγείρει αποκαλώντας την «γουρούνα»!
Τέλος, η σκοποφιλία του κεντρικού ήρωα εκδηλώνεται με ποικίλους τρόπους, με πολλούς συνδυασμούς και αποχρώσεις της ερωτικής απόλαυσης, επιθυμίας, φαντασίωσης˙ κάτι στο οποίο ο Μοράβια πολλές φορές έχει αποδείξει ότι είναι μάστορας. Ποτέ μια σεξουαλική σκηνή δεν είναι κοινότοπη, επιφανειακή ή προβλέψιμη. Πάντα συνδέεται με μια ιδιαίτερη συναισθηματική κατάσταση, με την μοναδική σχέση ανάμεσα στους δύο, ακόμα κι όταν είναι πολύ προκλητική.
Η σκοποφιλία σχεδόν ανατέμνεται σε όλες της τις εκδοχές, εφόσον έχουμε σκηνές διπλά ηδονοβλεπτικές. Πέρα από τις ζωντανές περιγραφές, ο φιλόλογος ήρωας μιλά για τη σκοποφιλία και… θεωρητικά, αναφερόμενος και σε αρχαία κείμενα όπως του Ηρόδοτου, όπως και σ ένα συγκεκριμένο ποίημα του Μαλλαρμέ, που παίζει ενεργά σημαντικό ρόλο στο μυθιστόρημα (λες ότι αγαπάς μιαν Αφρικάνα που υπάρχει. Όμως, αν είναι σε βιβλίο, τούτο σημαίνει ότι δεν υπάρχει, ότι είναι φτιαγμένη από λέξεις).
Χριστίνα Παπαγγελή


[1] έχει μια μικρή διαφορά από τη λέξη «ηδονοβλεψίας»: ο ηδονοβλεψίας αντλεί ηδονή από το να παρακολουθεί σεξουαλική πράξη στην οποία συμμετέχουν άλλοι - αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ο ηδονοβλεψίας δεν είναι ένα είδος σκοπόφιλου…

Πέμπτη, Αυγούστου 13, 2015

Paul Auster, Αόρατος

Η απότομη μεταβολή της τύχης (αριστοτελική «περιπέτεια») και τα απρόοπτα είναι το χαρακτηριστικό αυτού του ψυχογραφικού μυθιστορήματος του Πωλ Όστερ, όπως άλλωστε και των περισσότερων βιβλίων του. Θα έλεγε κανείς, ότι, αν εξαιρέσουμε κάποιες τεχνικού τύπου ατέλειες στην πλοκή, είναι ένα από τα πιο ολοκληρωμένα του έργα, με την έννοια ότι υπάρχει συγκεκριμένο μυστήριο- ηθικό δίλημμα (αφού μιλήσαμε για Αριστοτέλη, ας πούμε «δέση»), και επαρκείς απαντήσεις, «λύση» στα ερωτήματα. Αρχή, μέση, τέλος˙ δεν αφήνει μισοτελειωμένες ή ανολοκλήρωτες υποθέσεις όπως συχνά γίνεται σε άλλα του έργα, μεταμοντερνίζοντα. Και όπως πάντα, ο αναγνώστης απολαμβάνει το συναρπαστικό γράψιμο, που τον κάνει να «ρουφάει» το βιβλίο.
Η δομή που επέλεξε ο συγγραφέας είναι κι αυτή ευρηματική: το πρώτο μέρος, όπου σε α΄ενικό αφηγείται ο συγγραφέας πρωταγωνιστής Άνταμ Γουόκερ το πάθημά του όταν ήταν περίπου 20 χρόνων (αυτό που ονομάσαμε «δέση»), είναι και το πρώτο μέρος του δικού του βιβλίου , του βιβλίου όπου προσπαθεί να καταγράψει την τρομερή του περιπέτεια. Στο δεύτερο μέρος αφηγητής είναι ένας φίλος του, συγγραφέας κι αυτός, που τον συμβουλεύει κατά κάποιον τρόπο να  συνεχίσει το βιβλίο του σε β΄ ενικό (φυσικά παρατίθεται στο ακέραιο). Ενώ η αγωνία του αναγνώστη κορυφώνεται όσο αφορά την πλοκή, το επόμενο μέρος του μυθιστορήματος του ήρωα παρατίθεται σε γ΄ ενικό, κι αυτή τη φορά το καταγράφει ο φίλος- συγγραφέας από πρόχειρες, τηλεγραφικές σημειώσεις του Άνταμ. Τέλος, η υπόθεση κλείνει με την παράθεση ενός ημερολογίου μιας δευτερεύουσας ηρωίδας.
Έχουμε λοιπόν στην πρώτη φάση μια μεγάλη εσωτερική σύγκρουση, μια εσωτερική πάλη που σπρώχνει τον Άνταμ στο να ζητά «εκδίκηση», ή μάλλον αποκατάσταση της ηθικής τάξης: ο γοητευτικός του «μέντορας», ο άνθρωπος με τις χιλιάδες γνωριμίες που προσφέρθηκε να τον προωθήσει ως συγγραφέα (ευφυής, εκκεντρικός, απρόβλεπτος, με απεχθείς όμως πολιτικές απόψεις), ένας απρόβλεπτος κυριαρχικός τύπος προβαίνει σ ένα απροσδόκητο έγκλημα, από τυχαίο περιστατικό, , μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Άνταμ! Ο ήρωας έχει αισθανθεί από την αρχή ότι υπήρχε κάτι αντιπαθητικό πάνω του, κάτι αόριστα απωθητικό. Πως πίσω από το χιούμορ, την εξυπνάδα ή τη γενναιοδωρία κρυβόταν ένα σκοτάδι κι ένας κυνισμός που τον έκαναν αδίσταχτο. Ωστόσο, ο Άνταμ μαγνητίστηκε σαν την πεταλούδα, και μάλιστα πιάστηκε για τα καλά στην παγίδα εφόσον είχε ερωτική σχέση με την ερωτική σύντροφο του Μπορν. Η θέση του Άνταμ μετά τον φόνο είναι δεινή, στην αρχή δειλιάζει (αυτή η αδυναμία αντίδρασης είναι με διαφορά το πιο κατακριτέο πράγμα που έχω κάνει ποτέ, η χειρότερη στιγμή της καριέρας μου ως ανθρώπινου όντος) αλλά με χίλιους δισταγμούς κάνει στο τέλος ό, τι περνά από το χέρι του για να καταδώσει τον Μπορν και να φέρει στο φως την αλήθεια. Από κει και πέρα ξέρει ότιη ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο.
Αυτή είναι η «δέση» κι αυτό είναι το πρώτο μέρος του πραγματικού και του πλασματικού βιβλίου.

Στο επόμενο όμως μέρος δεν βλέπουμε τη συνέχεια της προηγούμενης ιστορίας! Όπως προανήγγειλε ο Άνταμ στον φίλο του συγγραφέα, ο τελευταίος μπορεί και να τον αντιπαθήσει ή να τον μισήσει στο μέρος αυτό του βιβλίου του (που αποκαλείται « καλοκαίρι»). Του το εμπιστεύεται όμως, αφενός για να τον συμβουλευτεί, αφετέρου γιατί, ο εξηντάχρονος πια Άνταμ πάσχει από ανίατη ασθένεια κι έχει πολύ λίγο χρόνο μπροστά του. Το μέρος αυτό είναι πιο συναισθηματικό, εδώ εξιστορεί την τραγική οικογενειακή του ζωή, δίνοντας έμφαση στον θάνατο του μικρού αδερφού και τη σχέση με την αδερφή του, την Γκουίν. Οι ερωτικές περιγραφές, όπως και στο πρώτο μέρος είναι γλαφυρότατες. Είναι ανάγλυφες, με την έννοια ότι δίνονται χειροπιαστά όλα τα στοιχεία για να νιώσει ο αναγνώστης την ιδιαιτερότητα του σεξουαλικού/ερωτικού πόθου.
Κι εδώ υπάρχει εσωτερική σύγκρουση.

Μέχρι στιγμής ο αναγνώστης έχει μπει βαθιά στην ψυχολογία του ήρωα, τον έχει «συν- παθήσει» κι έχει περιέργεια για το πώς θα καταλήξουν οι δυο εσωτερικοί άξονες σύγκρουσης. Όμως και πάλι τον περιμένουν απανωτές εκπλήξεις, όχι μόνο όσο αφορά τα γεγονότα, αλλά και τον χαρακτήρα του ήρωα. Εδώ κατά τη γνώμη μου υπάρχει μια «ανορθογραφία»: θα περίμενε κανείς ότι ένας χαρακτήρας τόσο ακέραιος ώστε να ταραχτεί με το ανομολόγητο έγκλημα και να διακινδυνεύσει τη ζωή του για την αποκατάσταση της αλήθειας, δε θα χρησιμοποιούσε αθέμιτα μέσα για εκδίκηση. Απ την άλλη, ο Πολ Όστερ ως συνήθως ακροβατεί: αφήνει θολά και ασαφή τα κίνητρα κι ο αναγνώστης έχει στοιχεία είτε να καταδικάσει τη συμπεριφορά του Άνταμ, είτε να τον δικαιολογήσει.
Χριστίνα Παπαγγελή

Τρίτη, Αυγούστου 04, 2015

Η μνήμη του δέρματος, Νταβίντ Γκρόσμαν

Πρόκειται για δυο νουβέλες, με τίτλους «Αυτοκατασπάραξη» και «Η μνήμη του δέρματος», που έχουν η καθεμιά τους μια πολύ ιδιαίτερη ιστορία να αφηγηθούν. Κοινό χαρακτηριστικό η αυτο- ανάλυση και το αργόσυρτο, επιβραδυντικό γράψιμο σε σχέση με τον πραγματικό χρόνο. Επειδή το διάβασα αμέσως μετά το «Ημερολόγιο του χειμώνα», όπου η φιλοδοξία του συγγραφέα (Paul Auster) ήταν να αποδώσει ένα «ημερολόγιο του σώματος», θα έλεγα ότι ο Γκρόσμαν[1] εδώ έδωσε, ως προς αυτό, πολύ πιο εντυπωσιακά αποτελέσματα: από την πένα του συγγραφέα θαρρείς δεν ξεφεύγει η παραμικρή σωματική αντίδραση στο ελάχιστο ερέθισμα. Ο αναγνώστης μπορεί να κουράζεται ενίοτε από την επιβράδυνση της πλοκής, αλλά από την άλλη νιώθει ότι πλουτίζει όταν συνειδητοποιεί την ποικιλία των «σημάτων» που στέλνει το σώμα, που συνήθως στην καθημερινότητα τα προσπερνά αδιάφορος ή τα βλέπει ισοπεδωτικά (π.χ.: οι κόρες των ματιών του ανυψώθηκαν σαν να τραβιούνταν με σπάγκο από μέσα του/η γρήγορη φωνή του, ακόμα κι όταν τον ξυπνούν, «αλό» ήταν χαμηλή, διεισδυτική. Εκείνη πέτρωσε. Εκείνος σώπασε για μια μακριά στιγμή, δεν ανέπνεε, την περιτύλιξε με βαθιά και συμπυκνωμένη σιωπή και μετά είπε πάλι «αλό», εντελώς διαφορετικό, σχεδόν ηττοπαθές (…)  στάθηκε με τα γόνατά της να τρέμουν κλπ. κλπ).
Το ύφος και στα δύο είναι διεισδυτικό, μελαγχολικό, ποιητικό, νοσταλγικό…

Η μνήμη του δέρματος
Μέσα της αφυπνίζεται ένας γνώριμος φόβος, ένας φόβος ζωής και θανάτου,
διότι ποιος ξέρει πόσο βαθιά μπορεί κανείς να φτάσει μ ένα άγγιγμα,
μέχρι μέρη που είναι εντελώς ανήμπορα και που δεν έχουν καν ονόματα

Θα μπορούσαμε λοιπόν να ισχυριστούμε ότι πρωταγωνιστεί το σώμα, ιδιαίτερα στη συγκεκριμένη νουβέλα, όπου μάλιστα η μία από τις πρωταγωνίστριες η Νίλι, ήταν στα νιάτα της δασκάλα γιόγκα˙ γνωρίζει επομένως καλά τη γλώσσα του σώματος, ίσως καλύτερα κι από την φυσιολογική ομιλία (εγώ έτσι αντιλαμβάνομαι τα πράγματα, όλα σε μένα είναι διαίσθηση, εξηγεί, (…) η αλήθεια είναι πως δεν έχω και τόσο μυαλό για αφηρημένα πράγματα, και γενικά, είμαι πολύ αδύνατη στις θεωρίες). Η ψυχική περίσταση που παρουσιάζεται εδώ είναι πολύ ιδιαίτερη, και αντίστοιχα πολύ πρωτότυπη είναι η δομή/ που επινόησε ο συγγραφέας για να παρουσιάσει μια τραυματισμένη και ίσως ανταγωνιστική σχέση μάνας- κόρης: η κόρη, Ρότεμ, επισκέπτεται τακτικά στο νοσοκομείο τη μητέρα της (λίγο πριν εκείνη αποχωρήσει  από τη ζωή), και της διαβάζει το καινούριο βιβλίο της που αναφέρεται στην πιο εσωτερική σχέση που είχε η μάνα (Νίλι), με έναν νεαρό δεκαπέντε χρονών. Η κόρη δηλαδή μεταπλάθει τη μάνα σε μυθιστορηματική ηρωίδα… Οι αναγνώστες διαβάζουμε το βιβλίο αυτό, το οποίο όμως διακόπτεται κατά διαστήματα και μεταφερόμαστε στο παρόν˙ στο παρόν της αρρώστιας, των δύο γυναικών που ψάχνουν εκ νέου τα σημεία επαφής, του αναπροσδιορισμού της σχέσης.
Σε πρώτο επίπεδο επομένως μελετάμε μ’ έναν τρομερά ενδιαφέροντα τρόπο τη σχέση μάνας- κόρης (παρεμπιπτόντως έχει μια ομόφυλη σχέση). Γιατί η κόρη βρίσκει επιτέλους το μέσον να εκφράσει ό, τι απωθημένο ενδεχομένως συσσώρευε όλα αυτά τα χρόνια όπου ως παιδί βρισκόταν στο περιθώριο˙ δίπλα σε μια μάνα πολύ δυναμική και ερωτική. Όχι χωρίς δισταγμούς, σύγκρουση πισωγυρίσματα. Βλέπουμε την οδύνη της γραφής, τον τοκετό (μεμιάς είμαι πάλι μακριά από την πραγαμτικότητα μέχρις απελπισίας. Απόμακρη σαν τότε, όταν συνέβη. (…) Πάλι το γνωστό τσίμπημα, πως ο κόσμος είναι σαν ένα τεράστιο παιχνίδι από μουσικές καρέκλες, και γω ποτέ δεν καταφέρνω να πιάσω θέση, ούτε και μαζί της). Το ενδιαφέρον δεν το προκαλεί μόνο η κάθαρση που φέρνει η μεταφορά στη λογοτεχνική γλώσσα της μεγάλης εσωτερικής περιπέτειας της Νίλι (με πλημμυρίζει ένα κύμα χαράς γι αυτό, για το μικρό μου διήγημα, γιατί είναι τόσος, ακόμα και σπίτι, και μπορώ να γυρίσω σ αυτό, από παντού μπορώ) αλλά και οι ενδιάμεσοι διάλογοι, η επεξεργασία/αναστοχασμός που προάγεται μέσα από τους διαλόγους που ακολουθούν το διάβασμα του βιβλίου φωναχτά, από την Ρότεμ στην κατάκοιτη Νίλι  (τι ολόκληρο κόσμο έχεις πλάσει εκεί). Μια σχέση που βλέπουμε να μεταλλάσσεται, να ωριμάζει καθώς προχωρά η ανάγνωση, που πολλές φορές αποδεικνύεται επώδυνη (Ρότεμ: …παρ όλ αυτά εγώ εξακολουθώ να τη φωνάζω, σκάζοντάς της στα μούρα τη μια νάρκη μετά την άλλη, διατηρώντας όμως την ίδια φωνή και τηρώντας το σταθερό στακάτο, όπως τη φώναζα κατά τη διάρκεια όλου του απογεύματος/μέχρι το τέλος, Ρότεμ, μέχρι την τελευταία σειρά, διάβασε), αλλά εντέλει οδηγεί σε μια λυτρωτική κορύφωση, και από τις δυο πλευρές: η Ρότεμ βλέπει με μεγάλη της έκπληξη την αποδοχή από τη μητέρα της δικής της εκδοχής, την αναγνώριση του συγγραφικού της χαρίσματος (Αυτή είναι η πραγματικότητα, είχε πει από μόνη της, προηγουμένως που ρώτησα, είναι ακριβώς η πραγματικότητα που θέλω ν ακούσω). Η μάνα βλέπει με έκπληξη ότι η Ρότεμ την έχει βαθιά κατανοήσει/συγχωρέσει (το χέρι της αναρριχάται. Εγώ γέρνω το κεφάλι. Εκείνη σχεδιάζει στρόγγυλες γραμμές στο πίσω μέρος του κρανίου μου. Με τα υπολείμματα της δύναμης πιέζει τα σημεία πάνω μου που πάλλουν και πονούν. Ακόμα και τώρα το δάχτυλό της είναι πιο σοφό από το μυαλό μου).

Η σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στον νεαρό και τη Νίλι (μητέρα) είναι ιδιότυπα σωματική˙ μια επικοινωνία μέσω κινήσεων, μαλάξεων, μασάζ, επαλείψεων˙ μέσα από περίπλοκες στάσεις και μεγάλες παύσεις χαλάρωσης, μέσα από ζουλήγματα, αγγίγματα, σιωπές˙ κι ολ αυτά αποκτούν, χάρη στη γραφή της πλασματικής συγγραφέα (δηλ του Γκρόσμαν, ας μην ξεχνιόμαστε)  πνευματικό περιεχόμενο. Η μεγάλη έκπληξη για τη δασκάλα της γιόγκα είναι η «φυσική» επικοινωνία του Κόμπι με τα καλέσματα του δικού του σώματος, χωρίς διδασκαλία και άσκηση˙ είναι «πολύ περισσότερο γιόγκι απ όσο φαντάστηκα», ομολογεί η Νίλι κάποια στιγμή. Από ώρα σε ώρα αρχίζει να βλέπει το σώμα του από μέσα, τα χρώματα των διαφόρων αισθήσεών του. Διεγέρσεις έκπληξης και χαράς διαπερνούν σαν λάμψη φωτός μέσα του, και αμέσως αστράφτουν μέσα της.
Όλα γίνονται καινούρια κι όλα είναι γνώριμα, όπως στον έρωτα. Δεν υπάρχει πάντως σεξ, τουλάχιστον στο βιβλίο της Ρότεμ. Η συνομιλία των σωμάτων προχωρά σ ένα διαφορετικό επίπεδο. Εφάπτονται μόνο σ ένα μικροσκοπικό σημείο, δυο άνθρωποι στο σύμπαν, που για μια στιγμή ευτυχίας αγγίζουν ο ένας τον άλλον.
Είναι το πρόσωπο για το οποίο η μητέρα της Ρότεμ ίσως ετοιμαζόταν όλα αυτά τα χρόνια: εγώ όμως νιώθω πως έπρεπε να δουλέψω σκληρά όλα αυτά τα είκοσι χρόνια, ούτε στιγμή λιγότερο, για να είμαι εντελώς έτοιμη όταν θα ρχόταν.

Αυτοκατασπάραξη

Πρόκειται για ζωή που δεν έχει ούτε μία χαραμισμένη ή βαρετή στιγμή, ή φθοράς, ξέρεις, από κούραση ή διαφορία, έτσι στα καλά καθούμενα, επειδή βαρέθηκε ο ένας τον άλλον, και σ αυτούς συμβαίνει το αντίθετο, αποφαίνεται, κάθε τους στιγμή είναι φορτισμένη με ηλεκτρισμό και γεμάτη ενδιαφέρον και πόθο,  ζωή έντονη, συμπεραίνει, Και πριν περάσει μια στιγμή, σαν να του είχαν αποσπάσει δα της βίας τη δήλωση, προσθέτει γεμάτη ζωή.

Εξίσου ασυνήθιστο είναι και το σκηνικό της άλλης νουβέλας (πρώτης στο βιβλίο): ένας μεσήλικας (Σάουλ) έχει τη βεβαιότητα ότι η γυναίκα του τον απατά επί δέκα χρόνια με τον ίδιο άντρα, τον οποίο συναντά κάθε μέρα μια συγκεκριμένη ώρα. Ο απατημένος σύζυγος όχι μόνο δεν αντιδρά κατά το αναμενόμενο, αλλά φορτώνει τη φαντασία του σκηνές και ερμηνείες που δημιουργούν μια άλλη πραγματικότητα, ένα παράλληλο σενάριο που ποτέ δεν μαθαίνουμε αν είναι αληθινό. Προσπαθεί να καταλάβει ποια είναι η νέα αλήθεια μέσα στην οποία βυθίζεται η γυναίκα του κάθε μέρα κι εκείνος παραμένει απ έξω (μια απόλαυση που δεν γνωρίζω, μια απόλαυση που ξυπνάει μέσα της μόνο όταν βρίσκεται μαζί του, υπάρχει κάποια ουσία που εκκρίνεται στην καρδιά  μόνο στο πλευρό ενός ανθρώπου συγκεκριμένου και ποτέ στο πλευρό άλλου ανθρώπου). Μέσα απ αυτό το σενάριο η αδυναμία του προς την Ελισέβα παραμένει αλώβητη και η ευαισθησία του ξεπερνά τα όρια των αισθήσεων.
Οι αναγνώστες βλέπουν να ξεδιπλώνει την ιστορία ο ίδιος ο ήρωας, καθώς την αφηγείται αποσπασματικά στη νύφη του μέσα στο αυτοκίνητο που εκείνη οδηγεί. Κατευθύνονται στο μέρος όπου γνωρίζει ο Σάουλ ότι η γυναίκα του πηγαίνει μόνη της πέντε έξι μέρες τον χρόνο και διαλογίζεται. Ο Γκρόσμαν δίνει κι εδώ ρεσιτάλ καταγραφής όλων των μύχιων σκέψεων, όλων των εσωτερικών μετατοπίσεων. Ψυχικές καταστάσεις που δείχνουν υψηλή συνειδητότητα και αλτρουισμό, όπως η σκέψη π.χ. ότι η Ελισέβα είναι έντιμος άνθρωπος, ο πιο έντιμος άνθρωπος που γνωρίζει, και όχι μόνο αλλά είναι και πστή, με τον τρόπο της, και αυτό πραγματικά δυσκολεύεται να το εξηγήσει (…. Και μου είναι τελείως σαφές, λέει, ότι άλλος άνθρωπος λιγότερο έντιμος από την Ελισέβα δεν θα βασανιζόταν τόσο με όλα αυτά τα περάσματα-
Ποια περάσματα, ρωτάει εκείνη (η Έστι) σαστισμένη.
Τα περάσματα, ανάμεσα σε μένα και σε κείνον, να πηγαίνει, να έρχεται, να επιστρέφει…

Αυτό που αιφνιδιάζει τον αναγνώστη είναι η σταδιακή παρουσία του συναισθηματικού κόσμου της νύφης, Έστι, που ανασύρει από το παρελθόν την τότε σχέση της και τα μοναδικά συναισθήματα που έτρεφε προς τον Σάουλ. Παράλληλα, αναστατώνεται από την ταραχή του Σάουλ (θυμάται πόσο συγκινημένη είναι ατή τη στιγμή από τη δύναμή του να επιμένει έτσι για κάθε κάρβουνο που καίει μέσα του), ταυτίζεται, αναμασά και η ίδια τα δεδομένα που της δίνει, τα επεξεργάζεται, δίνει τη δική της εκδοχή.
Η φωνή του τώρα είναι κουρασμένη και θολή, και της ζωγραφίζει ένα μακρινό χειμωνιάτικο τοπίο, ίσως δάσος καλυμμένο με λεπτό στρώμα ψύχους, και έναν κορμό δέντρου που καίγεται αργά, άηχα, πού και πού βγάζει σιωπηλά σπινθηρήματα πόνου.
Χριστίνα Παπαγγελή




[1] http://alexis-chryssanthie.blogspot.gr/2011/03/2.html

Τρίτη, Ιουλίου 28, 2015

Πολ Όστερ, Ημερολόγιο του χειμώνα

Πρωτότυπη η σύλληψη του Πολ Όστερ σ’ αυτό το βιβλίο, αλλά κάπως κουραστικό το αποτέλεσμα. Πρόκειται για ένα διαφορετικό, αυτοβιογραφικό ημερολόγιο, που εστιάζει στις αισθήσεις, στις εντυπώσεις που αφήνουν τα βιώματα στο σώμα (σωματικές απολαύσεις και σωματικοί πόνοι. Σεξουαλικές απολαύσεις πρωτίστως και κυρίως, αλλά και η απόλαυση του φαγητού και του ποτού, η απόλαυση ενός καυτού μπάνιου, να βυθίζεις το γυμνό σου σώμα μέσα στο νερό).  Ένα ημερολόγιο των σωματικών πόνων, πόθων, αναγκών, ηδονών. Με δομικό άξονα την ανάμνηση, την άτακτη δηλαδή συνειρμική σχέση που συνδέει τα γεγονότα της ζωής του, περιγράφει τη συμμετοχή του σώματος -που πολλές φορές είναι πρωταγωνιστική, όπως στις δυο κρίσεις πανικού- στη ζωή του και στις αποφάσεις του.
Το περπάτημα είναι αυτό που σου φέρνει τα λόγια, αυτό που σου επιτρέπει να ακούς τους ρυθμούς του κόσμου καθώς τους γράφεις στο κεφάλι σου. Ένα πόδι μπροστά, κι έπειτα το άλλο πόδι μπροστά, η διπλή τυμπανοκρουσία της καρδιάς σου. Δυο μάτια, δυο αυτιά, δυο μπράτσα, δυο πόδια. Αυτό κι έπειτα εκείνο, εκείνο κι έπειτα αυτό. Το γράψιμο ξεκινά μέσα στο σώμα σου, είναι η μουσική του σώματος, κι έστω κι αν τα λόγια έχουν νόημα, αν μπορούν μερικές φορές να έχουν νόημα, η μουσική των λόγων βρίσκεται εκεί που υπάρχουν τα νοήμαα. Κάθεσαι στο γραφείο σου για να καταγράψεις τα λόγια, μα στο μυαλό σου περπατάς, περπατάς πάντα, και ό, τι ακούς είναι ο ρυθμός της καρδιάς σου ο χτύπος της καρδιάς σου.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται στην… κοινοτοπία: μπαίνουμε στην ψυχολογία του μεσήλικα (εξήντα τεσσάρων ετών το 2011 που γράφτηκε το βιβλίο) που νιώθει σιγά σιγά να τον εγκαταλείπει το σωματικό σφρίγος της νιότης (και της ωριμότητας) και αρχίζει να διαβλέπει το τέλος του δρόμου. Είναι ίσως μια φάση της ζωής όπου ο άνθρωπος αναστοχάζεται τη ζωή του, προσπαθώντας να δώσει νόημα. Μια φάση όπου τον άνθρωπο απασχολεί ξανά το σώμα, σχεδόν όπως τον απασχολεί στην πρώτη παιδική ηλικία, οπότε ο άνθρωπος δοκιμάζει τις δυνάμεις του (… ωστόσο οι πόνοι να είναι αναμφίβολα πιο επίμονοι και ανυπάκουοι, σχεδόν κάθε μέρος του κορμιού σου να δέχεται συχνά επίθεση). Η φάση όπου σκέφτεσαι τον θάνατο, τον δικό σου και των άλλων, και την αντίρροπη δύναμη, τον έρωτα. Έτσι, οι πιο ενδιαφέρουσες σελίδες αφορούν τις ερωτικές σχέσεις, τη σχέση με τη γυναίκα του (ο μόνος άνθρωπος ου σε γνωρίζει τόσο καλά ώστε να κάνει τις σωστές ερωτήσεις, που έχει τόση τόλμη και κατανόηση ώστε να σε ωθήσει να ανακαλύψεις πράγματα για τον εαυτό σου, πράγματα που συχνά δεν καταλαβαίνεις ούτε εσύ ο ίδιος) αλλά και το πώς αντιμετώπισε (σωματικά πάντα) τον θάνατο της μητέρας του (ο θάνατος σε παγώνει και δεν σε αφήνει να λειτουργήσεις, κλέβοντάς σου κάθε συγκίνηση, κάθε στοργή, κάθε επαφή με την ίδια σου την καρδιά).

Συνθέτουμε έτσι ένα πρωτότυπο παζλ της ζωής του Πολ Όστερ, που παρουσιάζει μεν κάποιο ενδιαφέρον, αλλά σου δίνει την αίσθηση ότι κάποια κομμάτια του είναι προχειρογραμμένα. Η συνεχής αυτοαναφορά, και μάλιστα σε β ενικό (κουραστικό «πρόσωπο» όταν επαναλαμβάνεται συνέχεια)  είναι αποτρεπτική, και σε κάποιες περιπτώσεις απολύτως περιττή (π.χ. τι ενδιαφέρει τον αναγνώστη όλη αυτή η λεπτομερής αναφορά στα σπίτια όπου έζησε ο Πολ Όστερ;). Αντίθετα,  η εξομολόγηση ότι δεν έβγαλε τσιμουδιά όταν μπροστά στα μάτια του ο θείος του ταπείνωσε το ηλεκτρολόγο του πατέρα του, είναι δείγμα ειλικρίνειας και αυτογνωσίας.

Πάντως, το… τελείωσα. Το όλο εγχείρημα σώζεται λόγω της ευκολίας γραφής του συγγραφέα, που κατορθώνει να σαγηνεύει ακόμα κι όταν αναλώνεται σε αδιάφορες λεπτομέρειες.

Χριστίνα Παπαγγελή 

Τρίτη, Ιουλίου 21, 2015

Ο γύρος του θανάτου, Θωμάς Κοροβίνης

Είναι  ένα μικρό αλλά συγκλονιστικό στο περιεχόμενό του βιβλιαράκι, εφόσον ρίχνει διαφορετικό φως σ ένα γεγονός της σύγχρονης νεοελληνικής ιστορίας, ένα γεγονός που συντάραξε τον μικρόκοσμο της Θεσσαλονίκης στο τέλος της δεκαετίας του ’50. Πρόκειται για τη στοχοποίηση και την άδικη – όπως αποδείχτηκε- καταδίκη του 28χρονου Αριστείδη Παγκρατίδη, για ειδεχθή κατά συρροήν εγκλήματα με θύματα νεαρές κοπέλες.
Πέρα από τα πραγματικά ρεπορτάζ που σχετίζονται με την εκτέλεση του υποτιθέμενου περιβόητου «δράκου του Σέιχ Σου» τον Φεβρουάριο του 1968, ο συγγραφέας δίνει φωνή σε εννέα μυθιστορηματικά πρόσωπα που γνώρισαν τον Αρίστο και «καταθέτουν» τη μαρτυρία τους γι’ αυτόν. Δεν ακούμε τη φωνή του πραγματικού πρωταγωνιστή, που είναι ο Αρίστος˙ εκείνος είναι απών, είναι νεκρός. Οι εννιά τελείως διαφορετικοί άνθρωποι που σκόνταψαν πάνω στη ζωή του, («ένα φιλαράκι» στην αλάνα, ένας αχθοφόρος, ένας γείτονας παρακρατικός, το αφεντικό του στο γύρο του θανάτου, μια τραγουδίστρια, μια τραβεστί κ.α.) έχουν δει μια πλευρά ο καθένας της πολυτάραχης και ουσιαστικά στερημένης ζωής του πρωταγωνιστή, που καταδικάστηκε κι εκτελέστηκε άδικα[1], ως εξιλαστήριο θύμα μιας πανικόβλητης από εγκλήματα κοινωνίας. Πέρα όμως από την ενδιαφέρουσα ατομική περίπτωση, βλέπουμε μια τομή της ελληνικής μετεμφυλιακής ιστορίας μέσα από διαφορετικά πρίσματα, και μάλιστα κατά κύριο λόγο από άτομα περιθωριακά.
Το πρώτο κεφάλαιο που περιλαμβάνει, όπως είπαμε, τα ρεπορτάζ, ξεκινά με την «έκθεσιν εξετάσεως του κατηγορουμένου», το -πραγματικό- κείμενο που έγραψε ο ίδιος ο κατηγορούμενος εκθέτοντας τη ζωή του. Ένα κείμενο λιτό σαν δελτίο αναφοράς, που για τον αναγνώστη αποτελεί τον μπούσουλα, το παζλ όπου θα ταιριάξει όλα τα κομμάτια των αφηγήσεων. Στο ίδιο κεφάλαιο έχουμε και τις πραγματικές μαρτυρίες από άλλα σχετιζόμενα πρόσωπα. Έτσι, αποκτάμε μια εικόνα του κόσμου του Αρίστου. Φυσικά εντυπωσιάζει η πολυδαίδαλη ζωή που πρόλαβε να ζήσει μέχρι τα 26, οι μικροκομπίνες, καθώς και η απίστευτη φτώχεια που τον αναγκάζει να εκδίδεται σε άντρες, είτε ενεργητικά είτε παθητικά, χωρίς να έχει ο ίδιος τέτοιου είδους προτίμηση.
Οι αφηγήσεις είναι πρωτοπρόσωπες, σε εξομολογητικό τόνο και καθεμιά έχει το ιδιαίτερο ύφος του ομιλητή.  Έτσι, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ο Κοροβίνης «θεατροποιεί» κάπως το υλικό του, μεταβιβάζοντας κάθε φορά μια διαφορετική ψυχοσύνθεση, έναν διαφορετικό μικρόκοσμο. Αν εξαιρέσουμε τον «χωροφύλακα δημοκρατικών φρονημάτων»  και τον «αστό της παραλίας» που μιλάει καθαρεύουσα, οι περισσότεροι αφηγητές είναι λαϊκοί άνθρωποι και μιλάνε την σαλονικιώτικη ντοπιολαλιά (π.χ. η παραδουλεύτρα, ο αχθοφόρος, ο φίλος από τα παιδικά χρόνια) έως λούμπεν, με αποκορύφωμα την Λολό (τραβεστί) που μιλάει καλιαρντά και είναι ως εκ τούτου απαραίτητο το γλωσσάρι που βρίσκεται στο κάτω μέρος της σελίδας. Το ύφος σε πολλές απ αυτές τις περιπτώσεις θυμίζει έντονα Ταχτσή.
Αν συνθέσει κανείς όλες αυτές τις αφηγήσεις θα βγάλει ως κοινή συνισταμένη  έναν ήπιο, φοβισμένο και ευαίσθητο χαρακτήρα, πολύ στερημένο. Ο Αρίστος παρουσιάζεται απ όλους σαν ένα όμορφο παιδί (ήταν πολύ αρρενωπός. Κι είχε ζεστή ματιά. Ένα δακρυσμένο βλέμμα, που τόνιζε την ορφάνια του… Απ την άλλη ήταν ζωντανό παιδί, ένα ταυράκι, τι να σε πω! Έβγαζε κάτι επιθετικό, έβγαζε όρεξη για ερωτικά σκάνδαλα, για τρέλες)˙ ξυπνά τον έρωτα σε άντρες και γυναίκες, κι αυτή τη σωματική έλξη βέβαια την εκμεταλλεύεται στο έπακρον λόγω φτώχειας. Χωρίς να γνωρίσει πατέρα (τον δολοφόνησαν οι Ελασίτες), μεγάλωσε με τέτοια πείνα που τον αποκαλούσαν «Γουρούνα», γιατί ανακάτευε τα σκουπίδια. Έτρωγε ξύλο, παράδερνε από δω κι από κει, η πρώτη φορά που άρχισε να εκδίδεται ήταν για ένα πιάτο φασολάδα.
Όταν τον γνώρισα ήταν  αδύναμος και ταλαιπωρημένος. Ήταν ένα παιδάκι συμπαθέστατο. Έτρεχε και χάζευε όλα τα θεάματα στα πανηγύρια. Τυπικός στα καθήκοντα που του ανέθετα, με προθυμία, δραστήριος. Καματερός και προκομμένος. Ήταν δουλεμένο παιδί και ψημένο στην πιάτσα. Πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης. Απ ό, τι μου είπε, δεν υπήρχε δουλειά που να μην την είχε κάνει μέχρι τότε. Σε γιαπιά, σε τσαγκαράδικο, σε παντοφλάδικο, στη λαχαναγορά, σε χρυσοχοείο, μικροπωλητής, χαμάλης, λούστρος, μάγειρας, γκαρσόνι, πουλούσε λεμόνια, περιοδικά, εφημερίδες, πασατέμπο και αναψυκτικά τις Κυριακές. Δούλευε στις κούνιες, στα συγκρουόμενα, στο λούνα παρκ και στο κανονάκι, στα πανηγύρια.

Μέσα από την αμεσότητα αυτών των αφηγήσεων ζωντανεύει και η Θεσσαλονίκη της εποχής… Το περίφημο δάσος του Σέιχ Σου («Το νερό του Σεΐχη») όπου τότε ακόμη κατέβαιναν τσακάλια και λύκοι. Η Τούμπα με το γήπεδο του ΠΑΟΚ και τις γειτονιές της (όλα φτωχικά και ταπεινά μα περιποιημένα και μεγαλόκαρδα)˙  οι μικροπωλητές στο Βαρδάρη, οι μυστικοί, οι Ασφαλίτες,  το λαθρεμπόριο στο λιμάνι, (τι γυρεύανε τόσοι περίεργοι όλη την ώρα μέσα στα γραφεία του λιμανιού, τι δουλειά είχανε και μπαινοβγαίνανε στα τελωνειακά καταστήματα και κουβαλούσανε κάτι σακουλάρες στον ώμο;). Μέχρι και τα «Ελγίνεια της Θεσσαλονίκης», σηκώσαν οι κοντραμπατζήδες, τις «Μαγεμένες» (las incatadas).
Εκεί που συμβίωναν ακόμα Οθωμανοί, Εβραίοι, Τούρκοι, Βούλγαροι, «ξένοι». Όπου «ξένοι» νοούνται οι Ευρωπαίοι ή οι Αμερικάνοι, γιατί με τους άλλους, της Ανατολής, είχαμε κοντινά χούγια, συνεννοούμασταν, λέει ο αχθοφόρος. Γύφτισσες απ όλα τα τσιγγάνικα μιλέτια, χαρτομάντισσες, χειρομάντισσες. Λαϊκά θέατρα, τσίρκα λογής λογής,  παραστάσεις Καραγκιόζη. Οι πεχλιβάνηδες, Τούρκοι οι περισσότεροι, που κάνουν παραστάσεις- ιεροτελεστίες στο Σοχό αλλά και στη Νιγρίτα και στη Δράμα..
Ένα όμως από τα ωραιότερα κεφάλαια είναι αυτό όπου μιλάει το αφεντικό του Αρίστου στον γνωστό «γύρο του θανάτου» (είμαι τριγυρίστρας, πολυμήχανος. Είμαι πολυτεχνίτης, νταραβέρατζης. Με ξέρουνε όλοι στην πιάτσα). Ο αφηγητής μιλάει με λεπτομέρειες γι αυτό το συναρπαστικό θέαμα που περιφερόταν σ όλη τη βόρεια Ελλάδα κι έκοβε την ανάσα στους θεατές. Όσα παλληκάρια ανέβαιναν στη μηχανή πατούσαν στην κόψη του ξυραφιού και γι αυτό τα έβλεπαν σαν πρόσωπα του παραμυθιού, σαν θρύλους. Ο γύρος του θανάτου που χαρίζει και τον τίτλο του στο βιβλίο συνοψίζει τη μοίρα του Αρίστου, που σαν μέγγενη τον παγίδευσε στα 28 του χρόνια.
Τον κυνηγούσαν, από παντού τον κυνηγούσαν. Ακόμη και τα φαντάσματα. Αχ, αυτή η καλιαρντοσύνη της εποχής! Το φονικό του πατέρα του τον βασάνιζε, η φτώχεια τον κατέτρεχε, η ορφάνια τον τυραννούσε. Η γειτονιά του τον απόπαιρνε. Οι φίλοι του τον έριχναν. Ο κόσμοςτον κουσέλευε. Οι χασικλήδες τον χρησιμοποιούσαν. Οι μπάτσοι τον παρακολουθούσαν. Η ψυχή του τον έτρωγε. Τον είχε στο μάτι ο άχαλος ο Μαυρονταβάς. Στο γύρο του θανάτου δεν δούλευε; Ε, αυτό ήτανε η ζωή του. Ο γύρος του θανάτου ήτανε.
Χριστίνα Παπαγγελή


[1] https://eglima.wordpress.com/2015/03/28/pagratidis-1/