Κυριακή, Ιανουαρίου 26, 2014

Tariq Ali, Η νύχτα της χρυσής πεταλούδας

Στον κόσμο και τον πολιτισμό του σύγχρονου Πακιστάν μάς ταξιδεύει αυτή τη φορά ο Tariq Ali ολοκληρώνοντας την πενταλογία του με θέμα το Ισλάμ. Ακολουθώντας ευρηματικές τεχνικές και διεγείροντας ταυτόχρονα και το ενδιαφέρον του αναγνώστη, μας ταξιδεύει στη Λαχόρη[1], το Καράτσι, αλλά και στο Παρίσι, το Λονδίνο, στο Γιουνάν (δυτική επαρχία της Λ. Δ. της Κίνας) και στο… Πεκίνο (καταδεικνύοντας τις ιστορικές σχέσεις Πακιστανών και Κινέζων). Κυρίως όμως, μας ταξιδεύει και στο παρελθόν, στη μεγάλη παράδοση που χαρακτηρίζει την περιοχή αλλά και τους γειτονικούς λαούς.
Το ενδιαφέρον για τον δυτικό αναγνώστη, πέρα από τους πολύ ενδιαφέροντες χαρακτήρες και τις σχέσεις στις οποίες διαπλέκονται, δεν είναι η βαθύτερη γνωριμία μ έναν από τους πιο σημαντικούς πολιτισμούς, δεν είναι μόνο οι συναρπαστικές εγκιβωτισμένες ιστορίες απ αυτές που δεν πρόκειται ποτέ να συναντήσεις στη Δύση, ούτε τα πλούσια πολιτικά, ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία. Είναι το πώς ο πολιτισμός της ανατολής και οι διαφορετικές κοινωνικές δομές αφομοίωσαν τις ταχύρρυθμες αλλαγές στην επιστήμη & τεχνολογία, την οικονομία, τον πολιτισμό, την τέχνη, δίνοντας μια διαφορετικής χροιάς – από τη Δύση- σύνθεση. Ο διάσημος πανεπιστημιακός, συγγραφέας, πολιτικός ακτιβιστής  και στοχαστής Τάρικ Άλι διαλύει το φολκλορικό επίχρισμα με το οποίο η Δύση ντύνει την Ανατολή, κι ενώ βρίσκει τεχνάσματα να αποδώσει την ιδιαιτερότητα του τόπου και την ιστορικότητά του, δείχνει τις κοινωνικές αντιθέσεις και την αλληλεπίδραση όχι μόνο με τη Δύση αλλά και με την (Άπω) Ανατολή.  
Με υψηλή μόρφωση, σπουδασμένοι και πολιτικά ενεργοί είναι και οι περισσότεροι ήρωες του βιβλίου. Δύο όμως είναι οι πιο σημαντικές προσωπικότητες: ο αφηγητής Νταρά, ουσιαστικά ο πρωταγωνιστής, φίλος της λογοτεχνίας και συγγραφέας, που αναλαμβάνει πρόθυμα να γράψει -κατά παραγγελία- τη βιογραφία του παιδικού του φίλου και ιδιόρρυθμου και τολμηρού ζωγράφου Πλάτωνα, 45 χρόνια μετά την εποχή που έζησαν μαζί (έχω πέσει με τα μούτρα στην ανασύνθεση της ζωής του. Εκείνο που ενδέχεται να μην έχει καταλάβει πλήρως είναι ότι, για να γράψω γι αυτόν, είναι ανάγκη να ζωντανέψω εκ νέου τη ζωή των άλλων, μαζί και τη δική μου. Δεν ξέρω πώς σκέφτεται σήμερα, πάντως η ζωή του δεν είναι και δε θα μπορούσε να είναι αυθύπαρκτη).  Ο δεύτερος πρωταγωνιστής είναι ο  ίδιος ο Πλάτωνας (Μοχάμεντ Αφλατούν), που μας προσελκύει το ενδιαφέρον απ την αρχή (προτιμούσα τον ερωτευμένο Πλάτωνα από τον μελαγχολικό Πλάτωνα, τον απελπισμένο, βουτηγμένο στο ουίσκι, αυτοκτονικό Πλάτωνα/ο δικός του εσωτερικός πυρήνας, ένα λεπτό ατσάλινο μέταλλο, δεν είχε λυγίσει, γεγονός που τον έκανε να μην ανέχεται όσους ήταν λιγότερο δυνατοί απ αυτόν/του άρεσε το ζην επικινδύνως και, κατά μία έννοια, ο έρωτάς του για τη Ζάυναμπ ενέπιπτε σ αυτήν την κατηγορία). Γεννημένος στο Ανατολικό Παντζάμπι (που τώρα ανήκει στην Ινδία) γλίτωσε από το πογκρόμ του 1947[2] όταν ήταν στην τελευταία τάξη του σχολείου, ενώ τους υπόλοιπους μουσουλμάνους του χωριού (ανάμεσά τους και οι δικοί του) τους έκαψαν ζωντανούς οι σίχ.  Σώθηκε φτάνοντας στη Λαχόρη, όπου οι μουσουλμάνοι επιδίδονταν σε σφαγές των σίχ και των ινδουιστών και στη λεηλασία της πατρίδας τους. Τον Πλάτωνα κάποτε κάποιο μέλος του μυστικού μαρξιστικού πυρήνα τον ονόμασε «μικροαστό ατομικιστή», πράγμα που όχι μόνο δεν το αρνήθηκε αλλά το αποδέχτηκε γελώντας, λέγοντας ότι οι μαρξιστές αντιμετωπίζουν τον Μαρξ σαν προφήτη (η οικογένειά μου ήταν θρήσκα. Με πήγαιναν τακτικά στο τζαμί, είχα αποστηθίσει το Κοράνι, δίχως να καταλαβαίνω λέξη, και συμμετείχα σε όλες τις τελετουργίες. Όταν είδα τι γινόταν από όλες τις πλευρές στο όνομα της θρησκείας, της γύρισα την πλάτη μου για πάντα).
Ο τόπος καταγωγής, όπου συναντιούνται οι ήρωες  και οι φίλοι τους/συμπρωταγωνιστές μετά από χρόνια είναι η Λαχόρη, στο Παντζάμπι. Ο συγγραφέας έχει πολλές ευκαιρίες να μας μιλήσει γι αυτή την ιδιαίτερη περιοχή, που παρεμπιπτόντως είναι και η ιδιαίτερη πατρίδα του:
Αγαπούσα κι εκτιμούσα αυτήν την πόλη: το θάρρος της που συναγωνιζόταν την κουζίνα της∙ το πνεύμα της και τον αυτοσαρκασμό της∙ τη ζωντάνια της, αρσενική και θηλυκή∙ τα καφέ της, που ακόμα και μετά το 1947 διατήρησαν μια συνέπεια κι ένα βάθος σκέψης∙ την τρυφερότητα ή τη τραχύτητά της, ανάλογα με την περίσταση. (…)
 Δίνει όμως και την άλλη όψη:
Ο Πλάτωνας τους αντιπαθούσε όπως μόνο εκείνος ήξερε, διακρίνοντας το κωμικό στοιχείο σε ό, τι θεωρούσαν αρετή, τους προσέβαλλε κατάμουτρα, λέγοντας ότι δεν είχε ξαναδεί πιο χοντροκέφαλα και βάρβαρα καθάρματα, έστω κι αν παραφούσκωνε κάπως, εν γνώσει του. Κορόιδευε την αφύσικη εκζήτηση και τη γλώσσα του σώματός τους, την κενοδοξία στο ντύσιμό τους, τη χλομή όψη τους και την αποκρουστική φιλαυτία τους, αλλά πάνω απ όλα την αναλγησία τους προς όσους θεωρούσαν κοινωνικά κατώτερούς τους.
Οι δυο φίλοι έχουν κριτική στάση απέναντι στο φανατισμό και των σιιτών και των σουνιτών (διασκεδαστικότατη η αναφορά στις διαφορές που αφορούν τη «ζωτικής σημασίας ισλαμική ιεροτελεστία» του πόσες φορές τινάζουν οι μεν και οι δε το πέος μετά το κατούρημα!), απεχθάνονται τους συμπατριώτες τους που μιλούν συνέχεια για το ένδοξο μογγολικό παρελθόν  της πόλης, για την κυριαρχία των Μουγκάλ στην Ινδία, για το Μουγκάλ έτσι και το Μουγκάλ αλλιώς∙ ο Πλάτωνας φώναζε: «το μογγολικό κρασί, η μογγολική ακολασία και το όπιο, η μογγολική αδυναμία στα αγοράκια…». Οι προετοιμασμένες ευφυολογίες δεν είχαν θέση στο τραπέζι μας (…) Το αυθόρμητο ευφυολόγημα ενδέχεται να είναι άστοχο, αλλά σίγουρα το προτιμούσε από το άλλο είδος. Απεχθάνονται το φανατισμό και σατιρίζουν τους θρησκευόμενους. Κάνουν πορεία στο αμερικανικό προξενείο με αφορμή τη δολοφονία του Λουμούμπα το 1961, και παίρνουν μέρος στη φοιτητική εξέγερση ενάντια στο στρατιωτικό καθεστώς το 1968.

Ο έρωτας παίζει και σ’ αυτό το βιβλίο του Τάρικ Άλι συμπρωταγωνιστικό ρόλο∙ έτσι, έχουμε τον μεγάλο κι ανέφικτο έρωτα του αφηγητή, την κινεζικής καταγωγής Τζιντιέ (είναι η «σουνέρι τίτλι», δηλαδή η χρυσή πεταλούδα/το είδος του έρωτα που αισθανόμουν για την Πεταλούδα είχε μια παρενέργεια που εκδηλώθηκε με τη μορφή της πιο ευτράπελης, αναμφίβολα αρετής: την αγνότητα), και τη Ζαϋνάμπ, μια χειραφετημένη γυναίκα, εξίσου σημαντική και για τους δύο φίλους, που… την ανάγκασαν οι άντρες της οικογένειά της για λόγους κληρονομικούς  να… παντρευτεί το Κοράνι[4]. Οι προσωπικές ιστορίες και οι ερωτικές περιπέτειες είναι γλαφυρές και φανερώνουν ιδιαίτερο πάθος, υπάρχει διάχυτος ερωτισμός και λυρισμός:
·         ήταν η πρώτη φορά που η κοπέλα γέλασε. Η καρδιά μου σταμάτησε προς στιγμήν να χτυπάει. Υπάρχει ένα απαίσιο ρητό στα παντζάμπι, που δίνει μεγάλη σημασία στο γέλιο σε συνάρτηση με την ερωτική κατάκτηση: ασί τε πασί (αν γελάσει, την έριξες)
·         δεν είχαμε εγωισμό σ αυτά τα ζητήματα, επομένως δε μας ένοιαζε αν θα χάναμε την αξιοπρέπειά μας
·         ήταν ακόμα πιασμένος στα βρόχια της τρέλας, του μαρτυρίου και της χαράς, διαδικασία την οποία ο Σταντάλ έχει περιγράψει διεξοδικά ονομάζοντάς την «κρυστάλλωση»
·         εκείνο το καλοκαίρι όλες μου οι σκέψεις ήταν η ωρίμανση της διαδικασίας της κρυστάλλωσης (κρυστάλλωση: σύμφωνα με τον Σταντάλ, ο ερωτοχτυπημένος μοιάζει με το κλωνάρι που το ρίχνουν στα αλατωρυχεία τον χειμώνα,  και δυο μήνες αργότερα το ανασύρουν σκεπασμένο από λαμπερούς κρυστάλλους)
Και ποια είναι η «νύχτα» της χρυσής πεταλούδας; Όντως η Τζιντιέ ήταν μια αιθέρια ύπαρξη με πνευματική ομορφιά που δεν ένιωθε για κανέναν άντρα σαρκικό πόθο, όπως ισχυρίζεται ο άντρας της;
Όπως γράφει μετά από χρόνια σε επιστολή της στον Νταρά:
Θα μπορούσες να είχες ανακαλύψει από πρώτο χέρι την αλήθεια, αν δεν είχες εμμονή με τον πρωινό καφέ. Εκείνη η ευκαιρία δεν θα παρουσιαστεί, δυστυχώς, ξανά στο δρόμο μας.

 Ιδιαίτερη είναι η μνεία για τη γλώσσα/διάλεκτο «παντζάμπι» (επίσημη γλώσσα είναι η «ουρντού», που αποτελεί σημάδι αναγνώρισης μεταξύ των πακιστανών (ακούγοντας τις βλαστήμιες του, αυτός που του τηλεφωνούσε γέλασε πνιχτά και τον χαιρέτησε στα παντζάμπι, τη μητρική γλώσσα που βάζει κάτω όλες τις γαμημένες μητρικές γλώσσες -έτσι τουλάχιστον καυχιούνται οι υποστηρικτές της. Καμία μετάφραση δεν μπορεί να αποδώσει αυτήν την πολυεπίπεδη γλώσσα, την τόσο πλούσια σε λογοπαίγνια και αμφισημίες, εξαιτίας των οποίων ορισμένοι μελετητές υποστηρίζουν ότι, στην ουσία, κάθε λέξη της κάθε διαλέκτου των παντζάμπι έχει διττή ή κρυφή σημασία.
Όμως, ο μελετητής Τάρικ Άλι, είναι πολύ προσεκτικός και διατηρεί μια επιστημονική, θα λέγαμε, αντικειμενικότητα όταν αναφέρεται σε τέτοιου είδους παρατηρήσεις. Λέει λοιπόν, αμέσως μετά ο αφηγητής: Δεν είμαι σίγουρος αν αυτό ισχύει. Κάτι τέτοιο θα είχε δημιουργήσει ανυπέρβλητα προβλήματα στη θρησκεία των Σιχ, ο ιδρυτής της οποίας, ο οραματιστής μυστικιστής ποιητής Νανάκ, σπουδαίος αριστοτέχνης της γλώσσας, θα πρέπει να ήξερε τι έκανε όταν προβίβασε τη μητρική γλώσσα παντζάμπι καθιστώντας την επίσημη γλώσσα της νέας πίστης, που διαχωρίστηκε από τους βεβαρημένους από τις κάστες Ινδουιστές.

  Η ιστορία της οικογένειας της κινέζας Τζιντιέ, που με πολύ έντεχνο τρόπο μας παραθέτει ο μυθιστοριογράφος, μάς δίνει την ευκαιρία να πάρουμε μια γεύση της πολυπλοκότητας των σχέσεων και του πολιτισμού στις περιοχές αυτές της Μέσης/άπω Ανατολής. Ακούμε από πρώτο χέρι (μεγάλη προγιαγιά) για τις εξεγέρσεις στο Γιουνάν λες και συνέβησαν την περασμένη εβδομάδα. Ο προπάππος της Τζιντιέ ήταν Σουλτάνος στο Γιουνάν, ονόματι Σουλεϋμάν (μουσουλμάνος). Η οικογένειά της έφτασε στη Λαχόρη μετά από μακρά πορεία από το Γιουνάν στην Ινδία. Η πρόσμειξη στοιχείων των δυο πολιτισμών είναι φυσικό επόμενο, π.χ. το Χάν Κιτάμπ είναι συλλογή κινέζικων ισλαμικών κειμένων, γραμμένο από Κινέζους μουσουλμάνους, που συνδυάζουν τον Ισλαμισμό με τον Κομφουκιανισμό. Το μίσος μεταξύ των Χάν και των Χούι (κινέζοι μουσουλμάνοι) και η απειλή των Μαντσού και των Τσινγκ ήταν τα αίτια άπειρων πολεμικών συρράξεων αλλά και συζητήσεων για το ποιοι ήταν προοδευτικοί και ποιοι όχι (τους προτιμάς μόνο και μόνο επειδή οι μαοϊκοί αρνούνται να αναγνωρίσουν την εξέγερση του Γιουνάν ως προοδευτική, φοβούμενοι μήπως ενθαρρύνουν παρόμοιες ενέργειες κλπ. κλπ.).
Μέσω του Κομφούκιου, του αδερφού της Τζιντιέ, που εξαφανίζεται στην Κίνα του Μάο για να τον ανακαλύψουν μετά από χρόνια σε κατάσταση αμνησίας από ξύλο μιας αντίπαλης ομάδας Ερυθρών Φρουρών, παίρνουμε μια γεύση της σύγχρονης κατάστασης στην Κίνα.

Οι πολιτικές αναφορές, όσο αφορά το σύγχρονο Πακιστάν, πληθαίνουν προς το τέλος του βιβλίου, με αφορμή την -πολιτική- δολοφονία του φιλοδυτικού στρατηγού Ραφίκ, γαμπρού της Τζιντιέ. Τα στρατιωτικά καθεστώτα, με τον πόλεμο του 2001, η εξάπλωση των Ταλιμπάν[5] αλλά και των Ταλιμπού (ειδική ομάδα των Ταλιμπάν που έχει στόχο να εισχωρήσει στον στρατό και την αστυνομία), η μαζική έξοδος των νεαρών ττης δεκαετίας του ‘60 στα Λονδίνα,τα Παρίσια αλλά και στην Κίνα της πολιτιστικής επανάστασης (ο «Κομφούκιος», ο αδερφός της Τζιντιέ), κάνουν την κατάσταση στο Πακιστάν χαώδη, πράγμα που απεικονίζεται στο τεράστιο ζωγραφικό τρίπτυχο που άφησε κληρονομιά ο Πλάτων προτού πεθάνει.  
Χαρακτηριστικά ενδεικτική φιγούρα της παρακμής η Νότι Λατίφ, που κοιμόταν με τους στρατηγούς (μέσα σ αυτούς κι ο Ραφίκ), φυγαδεύεται στο Παρίσι, κατευθύνεται ώστε να γράψει τις ιστορίες της («ο νέος Ντιντερό»!) και ντρεσσάρεται από τα μήντια σαν την ηρωίδα που κατάφερε να ξεπεράσει την ισλαμική καταπίεση! Ασφαλώς έχει συναίσθηση ότι την εκμεταλλεύονται, όπως γινόταν σ όλη της τη ζωή.
Οι ιστορίες της Νότι όσο αφορά την καθημερινή ζωή με τον άντρα της και τους στρατηγούς, μια αφήγηση αδιάπτωτης ηθικής, πολιτικής και οικονομικής εξαχρείωσης, είχε για μας πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον απ’ όσο για τους δυτικούς αναγνώστες, αλλά η εξιστόρηση της στρατολόγησής της από τη γαλλική μυστική υπηρεσία πληροφοριών και του τρόπου με τον οποίον την παρέσυρε να αναλάβει τον καινούριο της ρόλο ήταν μία εντυπωσιακή ματιά στον ερεβώδη κόσμο της προπαγάνδας του σύγχρονου πολέμου.
 Χριστίνα Παπαγγελή




[1] Πρωτεύουσα της «Παντζάμπ» (Πενταποταμία), στα σύνορα με την Ινδία, Πολιτιστική πρωτεύουσα του Πακιστάν. Την περίοδο των αγώνων για την ανεξαρτησία της Ινδίας και του Πακιστάν η Λαχόρη έπαιξε σημαντικό ρόλο.
[2] Η Διχοτόμηση του Πακιστάν έγινε το 1947 Το 1947 οι Βρετανοί αποχωρούν από την Ινδία, από την οποία αποσχίστηκε το καθαρά Μουσουλμανικό κράτος του Πακιστάν, το οποίο χωριζόταν σε Δυτικό και Ανατολικό τμήμα, ανάμεσα στα οποία βρίσκονταν 1.600 km ινδικού εδάφους. Τότε έλαβε χώρα και η μεγαλύτερη μετακίνηση πληθυσμών (ανταλλαγή) μεταξύ Ινδών και Πακιστανών στην ιστορία (20.000.000)
Το σημερινό Πακιστάν προέκυψε μετά την αποσκίρτηση του Ανατολικού Πακιστάν και τη δημιουργία νέου κράτους (του Μπανγκλαντές) το 1971.
[4] συνήθης τερατώδης πρακτική αν και καταγγελλόταν απ όλες τις φατρίες ως αντίθετη του Ισλάμ
[5] Με τον όρο Ταλιμπάν, δηλαδή σπουδαστές του κινήματος της ισλαμικής γνώσης εννοείται το πολιτικό-θρησκευτικό κίνημα που κυβέρνησε το Αφγανιστάν από το 1996 έως το 2001. Οι Ταλιμπάν ανήλθαν στη εξουσία μετά από έναν μακρύ εμφύλιο πόλεμο. Εκδιώχθηκαν βίαια από την εξουσία μετά την πολεμική σύρραξη Αφγανιστάν-Η.Π.Α., τον Δεκέμβριο του 2001 (από την wiki- pedia).

Πέμπτη, Ιανουαρίου 09, 2014

Η πέτρινη γυναίκα, Tariq Ali

Σαγηνευτικό το γράψιμο του πολιτικού στοχαστή και μυθιστοριογράφου Tariq Ali από την πρώτη κιόλας σελίδα: «Οι μύθοι πάντα συσκοτίζουν την αλήθεια όσον αφορά τις οικογενειακές ιστορίες». Μια οικογενειακή ιστορία λοιπόν, με τους μύθους της, τα μυστήριά της, τους ήρωές της και τις μικρές τραγωδίες. Εικόνες, μυρωδιές, ιστορίες, στοχασμός και συναισθήματα συνυφαίνονται αβίαστα, με μεγάλη παραστατικότητα κι ευαισθησία. Είναι το τρίτο μυθιστόρημα της πενταλογίας με θέμα το Ισλάμ (υποθέτω με άλλους ήρωες κάθε φορά), και το πρώτο που έφτασε στα χέρια μου.
Βρισκόμαστε στην Οθωμανική αυτοκρατορία του τέλους του 19ου αι., σ’ ένα απομακρυσμένο προάστιο της Κων/λης όπου είχε εξοριστεί  λόγω δυσμένειας ο προπάππος της Νιλοφέρ, της πρωταγωνίστριας και αφηγήτριας του βιβλίου. Μέσα από τις οικογενειακές σχέσεις αυτής της διακεκριμένης και μορφωμένης οικογένειας Οθωμανών, που καθορίζονται βέβαια από τους νόμους του Ισλάμ, βλέπουμε πώς παρακμάζει η  αυτοκρατορία και πώς ωριμάζουν οι συνθήκες  στην πορεία προς τον εκσυγχρονισμό, που επέβαλε λίγα χρόνια αργότερα ο Κεμάλ.
Η όμορφη Νιλοφέρ επιστρέφει μετά από χρόνια στο πατρικό σπίτι συνοδευόμενη από το πρώτο της παιδί, τον Ορχάν. Οι σχέσεις της με τον πατέρα της είναι διαταραγμένες, όχι μόνο γιατί την έχει αποκηρύξει επειδή παντρεύτηκε   Έλληνα σχολικό επιθεωρητή κατά παράβαση της επιθυμίας του, αλλά κι επειδή ήταν ανέκαθεν αυταρχικός(είχα επιδιώξει να φύγω από το σπίτι, αλλά με τους όρους μου. Η απόφαση του πατέρα να με αποκηρύξει στάθηκε αληθινό πλήγμα. Τον μισούσα. Μισούσα τη στενοκεφαλιά του. Μισούσα τη συμπεριφορά του απέναντι στα αδέρφια μου). Έτσι, στην επιστροφή της,  παρακολουθούμε την πορεία των αναμνήσεων, τα νοσταλγικά βήματα αλλά και τις πιο εσωτερικές της σκέψεις καθώς αντικρίζει πρόσωπα και τοπία αγαπημένα μετά από τόσο καιρό. Μύθοι παλιοί, ιστορίες  αγαπημένων προσώπων, θρύλοι και μικρές προσωπικές τραγωδίες συμπληρώνουν το σκηνικό. Αφηγηματικό εύρημα είναι η «Πέτρινη γυναίκα»,  ένας μεγάλος βράχος της περιοχής που έχει τη μορφή γυναίκας, όπου εξομολογούνται οι ήρωες τα μυστικά τους, δίνοντας στον αναγνώστη καταπληκτικές αναδρομικές  ιστορίες που είναι αυτοτελείς.

Το ερωτικό πάθος είναι ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται σε πολλές παραλλαγές, και μάλιστα στο παραμυθιακό χρώμα της ανατολής. Μέσα από τον έρωτά τους διαγράφονται οι ήρωες, μερικοί από τους οποίους είναι  πολύ συμπαθητικοί. Ο πασάς Ισκαντέρ, ο αυταρχικός πατέρας, θρηνεί ακόμα την πρώτη του γυναίκα αποκαλύπτοντας  ένα καινούριο πρόσωπο στη Νιλοφέρ.  Η μητέρα της από την άλλη, θυμάται ακόμα έντονα τον έρωτά της με τον Σουλεϊμάν, τον αληθινό πατέρα της Νιλοφέρ, που την εγκατέλειψε ανεξήγητα. Μα και η ίδια η Νιλοφέρ έλκεται από τον Σελίμ, ενώ ο Ντιμίτρι, ο πατέρας των παιδιών της, της είναι αδιάφορος.  Ο Αρμένιος υπηρέτης Πετροσιάν, ο αδερφός Σαλμάν κι άλλοι έχουν ανάλογες ιστορίες. Ο λυρισμός του Tariq Ali στις ερωτικές στιγμές έχει κάτι το μοναδικό:
Ο Σουλεϊμάν ήταν ο πρώτος και ο τελευταίος άνθρωπος που με ρώτησε τι γύρευα από τη ζωή. Δεν γέλασε όταν του εξομολογήθηκα τις πιο μύχιες φαντασιώσεις μου. Όταν είπα πως ήθελα να γράψω μυθιστορήματα όπως ο Μπαλζάκ, αυτός με ενθάρρυνε. Άκουγε με προσοχή ό, τι έλεγα. Δεν επιχείρησε ποτέ να μου επιβάλει τη θέλησή του –άσε που ακόμα κι αν προσπαθούσε, δεν θα πετύχαινε τίποτα. Κάτι τέτοιες στιγμές, είναι αρκετό να αγαπάς απλώς τη ζωή. Όλα τα άλλα έρχονται μόνα τους, έτσι τουλάχιστον φανταζόμουν.
Και από την εξομολόγηση του Σαλμάν στην Πέτρινη Γυναίκα:
Δεν αντέχω να ξαναζήσω την εμπειρία, έστω και για χάρη σου, Πέτρινη γυναίκα. Ορισμένες λεπτομέρειες είναι τόσο αγνές και γλυκές, που μου φέρνουν κλάματα. Αν σου μιλούσα, θα παρέλυα ξανά από αδυναμία, θα την αγαπούσα απ την αρχή κι όλα θα πήγαιναν χαμένα. Θα’ ταν σα να πέφτω στην άβυσσο, δίχως ποτέ να φτάνω στον πυθμένα- και δεν υπάρχει χειρότερος βραχνάς.

Αυτό ωστόσο που έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον (για τον έλληνα ιδιαίτερα, που η επίσημη ιστορία του συσκοτίζει τον πολιτισμό των Οθωμανών), είναι πτυχές της ισλαμικής ιστορίας που δεν είναι και πολύ γνωστές. Ομηρικές διαφωνίες, π.χ., για το ρόλο των Αββασιδών και των Ομμεϋαδών στην ιστορία του ισλάμ (όσο κι αν κοροϊδεύεις, δεν γίνεται να ανυψώσεις την έριδα μεταξύ Ομμεϋαδών και Αββασιδών σε παγκόσμια πνευματική διαμάχη)Η ανάγλυφη παρουσίαση μιας ολόκληρης κοινωνίας που μετασχηματίζεται για να εκσυγχρονιστεί, με όλες τις επιφυλάξεις απέναντι στις νεωτερικές δυνάμεις που εκπροσωπούνται από την Επιτροπή Ένωσης  και Προόδου, δηλαδή της μυστικής οργάνωσης αξιωματικών που οδήγησαν στο κόμμα των Νεότουρκων του Κεμάλ.
- Πιστεύω ότι η αποτυχία μας να εκσυγχρονιστούμε στις αρχές αυτού του αιώνα οφείλεται στην άρνησή μας να δεχτούμε την τυπογραφία και άλλες εφευρέσεις από τη Βρετανία και τη Γαλλία. Θα μπορούσε ο βαρόνος να μας εξηγήσει γιατί περιφρονεί τον Κύκλο του Δικαίου; διδαχτήκαμε τη χρησιμότητά του όταν μυηθήκαμε στην τέχνη της διακυβέρνησης της χώρας. Δεν βλέπω τίποτα επιλήψιμο στην πολιτική θεωρία που επικρατούσε επί αιώνες στην αυτοκρατορία μας. Είναι απείρως προτιμότερη από τη δημοκρατία που ανέχεται ο Μπίσμαρκ.
- Αυτός ο κύκλος του Δικαίου που λατρεύετε εσείς οι Οθωμανοί , στηρίχτηκε σε σαθρά θεμέλια, Ισκαντέρ Πασά. Στόχος του δεν ήταν η λύση των προβλημάτων, αλλά η δημιουργία εντυπώσεων. Πρόσεξε πώς ηχεί, βαριά και παρατεταμένα-σαν τα κανόνια του Μωάμεθ του Πορθητή έξω απ την Κωνσταντινούπολη. Δεν υφίσταται ανώτατη εξουσία χωρίς στρατό, στρατό χωρίς πλούτο, πλούτος χωρίς αφοσιωμένους υπήκοους, αφοσιωμένοι υπήκοοι δίχως δικαιοσύνη, δικαιοσύνη χωρίς αρμονία επί της γης, αρμονία χωρίς κράτος, κράτος χωρίς δίχως νόμο, επιβολή του νόμου δίχως ανώτατη εξουσία, ανώτατη εξουσία δίχως σουλτάνο ή χαλίφη. Αυτός ο κύκλος έχει ένα ολέθριο ψεγάδι, βασίζεται στο ντεβσιρμέ (παιδομάζωμα). (…) Είναι επικίνδυνο να φανταζόμαστε ότι μια ομάδα δίχως δεσμούς αίματος, συντροφικής αλληλεγγύης ή κοινωνικής τάξης θα παραμείνει πιστή στην ανώτατη εξουσία. Η κοινή εκπαίδευση είναι καλή για τη δημιουργία των Γάλλων σεφ, αλλά όχι για τη δημιουργία ισχυρού κράτους.
Εξίσου ενδιαφέρον έχει και το πώς συζητούν οι μορφωμένοι Οθωμανοί (όπως ο πατέρας της Νιλοφέρ, ο Ισκαντέρ πασάς, που έχει βιβλία ανυπολόγιστης αξίας, γαλλικά, γερμανικά, αραβικά, περσικά και τουρκικά) για τους μεγάλους στοχαστές της δύσης, όπως για τον Αύγουστο Κοντ, τον Χέγκελ, τον Μακιαβέλι ή για μεγάλες καλλιτεχνικές προσωπικότητες, όπως ο Βάγκνερ. Συζητούν ας πούμε για τη θρησκεία, με εντυπωσιακά ορθολογικό τρόπο (η θρησκεία μας δε φτιάχτηκε για τους παπάδες και τους καλογέρους. Θα μπορούσαν να παντρευτούν χωρίς προσευχή, η οποία καθιερώθηκε πολύ αργότερα. Αυτά τα πράγματα επινοήθηκαν για να συναγωνιστούμε τους χριστιανούς. Αφού αυτοί είχαν ιερείς, χρειαζόμαστε κι εμείς τους δικούς μας. Στη θρησκεία μας δεν υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ πνευματικού και εγκόσμιου).

Οι ιστορικές αναφορές φτάνουν αναδρομικά μέχρι το 1870, στην Παρισινή Κομμούνα, ένα γεγονός που έζησε ο Ισκαντέρ πασά, έχει προβληματίσει και μπολιάσει τη σκέψη του, όπως φαίνεται από το ημερολόγιό του, το οποίο διαβάζει ο Σαλμάν κι εντυπωσιάζεται (κάπως έτσι θα πρέπει να ήταν στα 1789. Τι παράξενο αλήθεια∙ οι άνθρωποι αυτοί διαθέτουν μια ενστικτώδη αίσθηση της ιστορίας τους). Ο δε Χασάν το βαλε σκοπό να οργανώσει μια Κομμούνα στην Ισταμπούλ. Το πρόβλημα δε βρισκόταν στο ότι θα αντέγραφε μια ήττα, αλλά στο ότι ο λαός της Ισταμπούλ εξακολουθούσε να είναι μανιωδώς προσκολλημένος στα αναθεματισμένα τα τζαμιά. Οι Παριζιάνοι, χάρη στο 1789, είχαν θεραπευτεί από την ασθένεια αυτή. Ήταν φανατικοί πολέμιοι του κλήρου.

Θύμα του πολιτικού φανατισμού ήταν η δολοφονία του Ντιμίτρι, του Έλληνα άντρα της Νιλοφέρ, που βρισκόταν στο Ικόνιο, όσο εκείνη είχε επιστρέψει στα πάτρια εδάφη. Οι υποκινητές ενεργούσαν υπό την επιρροή των Νεότουρκων, που θεωρούσαν όλους τους Έλληνες πράκτορες των Γάλλων, των Βρετανών, των Ρώσων (τα αποβράσματα της πόλης, που κυκλοφορούν με την αμφίεση των Νεότουρκων, διατείνονται πως υποστηρίζουν τη μεταρρύθμιση και τις σύγχρονες ιδέες.  Στην πραγματικότητα είναι κοινοί εγκληματίες, οι οποίοι επιθυμούν να καταλάβουν τα σπίτια μας και να βελτιώσουν την κοινωνική τους θέση, λέει ο ίδιος). Ο Ντιμίτρι, γνωρίζοντας ότι η γυναίκα του Νιλοφέρ  έχει απομακρυνθεί συναισθηματικά (εγώ ήμουν ο βάτραχος που παρέμεινε βάτραχος κι εσύ ήσουν ανέκαθεν μια πριγκίπισα) και προαισθανόμενος τη δολοφονία του του, ουσιαστικά, όπως λέει και η Νιλοφέρ, «αφήνεται να πεθάνει». Η ζωή του ήταν βουτηγμένη στη θλίψη, κι ήταν ανώφελο να βασανίζεται, εφόσον χάθηκε η ελπίδα. Όπως γράφει κι ο ίδιος στην τελευταία επιστολή που της έγραψε πριν τον σκοτώσουν, 
Η άρνησή μου να υποταχτώ, ήταν πράξη πολιτική. Πες στον Ορχάν και την Εμινέ ότι λυπάμαι, αλλά, πραγματικά, για μένα δεν υπάρχει άλλος δρόμος. 

Χριστίνα Παπαγγελή

Κυριακή, Δεκεμβρίου 22, 2013

Αλμπέρτο Μοράβια, 1934

Μα κάθε ευχαρίστηση θέλει αιωνιότητα∙
θέλει βαθιά βαθιά αιωνιότητα.
Νίτσε

Ένα παιχνίδι πάνω στον έρωτα και το θάνατο, μάλλον πάνω στην υπαρξιακή απελπισία που βρίσκει  διέξοδο  στον έρωτα και μπορεί να καταλήξει στο θάνατο, είναι το πρωτότυπο και μάλλον παραγνωρισμένο μυθιστόρημα του Αλμπέρτο Μοράβια, που εκδόθηκε στην Ελλάδα το 1984 (Εξάντας) αλλά δεν κυκλοφορεί πια. Ένα βιβλίο γεμάτο ερωτισμό (ευφάνταστος πάντα σε πολύ ιδιαίτερες ερωτικές καταστάσεις ο Μοράβια, τις οποίες μας αναπαριστά με μεγάλη μαστοριά) και  μύχιες σκέψεις που δείχνουν τις αντιφατικές διακυμάνσεις της ψυχής όταν διερευνά τα όριά της. Όπως γράφει κι ο τίτλος, βρισκόμαστε στο 1934, εποχή όπου μεσουρανεί η μελαγχολία, ο πεσσιμισμός, οι αυτοκτονικές τάσεις, ενώ παράλληλα ανέρχεται ο φασισμός κι ο ναζισμός.
«Είναι δυνατόν να ζει κανείς μέσα στην απελπισία και να μην επιζητεί το θάνατο;» είναι το καίριο ερώτημα που απασχολεί μέχρι τα βάθη το νεαρό Ιταλό σπουδαστή Λούτσιο, που είναι και ο αφηγητής. Γεμάτος νεανικό ενθουσιασμό, επηρεασμένος από τον Γερμανό ρομαντικό ποιητή Χάινριχ φον Κλάιστ, που έδωσε ρομαντικό τέλος στη ζωή του αυτοκτονώντας μαζί με την αγαπημένη του (κάνει διπλωματική εργασία σχετικά), θέλει να γράψει ένα μυθιστόρημα του οποίου ο ήρωας θα αυτοκτονήσει, μόνο και μόνο για να «σταθεροποιήσει» συνειδητά και συστηματικά την απελπισία(!). Κι αυτό, σύμφωνα με τη λογική του παραλόγου που είναι διάχυτη στο έργο, γιατί «μέσα από την άσκηση της λογοτεχνίας θα μετέφερε στο χαρτί αυτό που ήταν στο επίπεδο της πρόθεσης, θα κατόρθωνε να κάνει την «σταθεροποιημένη» πια, άρα αναποτελεσματική απελπισία, αυτό που πίστευε ακλόνητα πως στις μέρες μας έπρεπε να είναι, η φυσική κατάσταση της ύπαρξης του ανθρώπου». Ήθελε, όπως έλεγε, να κάνει «έξυπνη» την απελπισία, να τη ρυθμίζει όπως ρυθμίζεται η θερμοκρασία του μπάνιου:
Εδώ και μερικά χρόνια με καταδίωκε η έμμονη ιδέα να «σταθεροποιήσω» την απελπισία. Υπέφερα από μια μορφή άγχους  που, ακριβώς, οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν ήλπιζα σε τίποτα ούτε στο κοντινό, αλλά ούτε και στο απόμακρο μέλλον. Η σκέψη μου χάιδευε συχνά τη λύση της αυτοκτονίας είτε σαν λύτρωση από το άγχος είτε σα λογική και αναπόφευκτη απόληξη της έλλειψης ελπίδας (..) Η αυτοκαταστροφική δύναμη της απελπισίας θα εύρισκε διέξοδο πάνω στη σελίδα κι όχι στη ζωή μου.

Όμως ερωτεύεται. Μια Γερμανίδα. Στο πλοίο από τη Νάπολι στο Κάπρι. Κεραυνοβόλα και παθιασμένα, εφόσον το αντικείμενο του πόθου δείχνει να πάσχει από την ίδια κι απαράλλαχτη τυφλή παραφορά με την οποία στη δική της ηλικία επιθυμεί κανείς να κάνει έρωτα: την εμμονή του θανάτου.  Έτσι, η αντίφαση γίνεται ακόμα τραγικότερη, εφόσον αυτό που τονώνει τον έρωτα (που είναι επιθυμία ζωής!) είναι η επιθυμία του κοινού θανάτου, στα πρότυπα του Φον Κλάιστ!  Ο Λούτσιο ακολουθεί την παντρεμένη γυναίκα και τον σύζυγό της στο ξενοδοχείο, όπου χτίζεται μια σιωπηρή σχέση. Ο συγγραφέας παρουσιάζει αναλυτικά το βίωμα αυτής της ερωτικής γοητείας (βλέμματα, στίχοι, μυστικά σημειώματα) αλλά και της αντίφασης μέσα από πλήθος κωμικοτραγικές καταστάσεις (π.χ. συνεννοήσεις με τα μάτια που γίνονται παρουσία  του… συζύγου, ή απίστευτα «τυχαίες» συναντήσεις) και η όμορφη, δυστυχισμένη, απελπισμένη Μπεάτε, (που παραπέμπει στον πίνακα «Μελαγχολία» του Ντύρερ), προτείνει με τα πολλά να πάει στο δωμάτιο  του Λούτσιο μεταμεσονύκτιες ώρες για να πεθάνει, μετά τον έρωτα, μαζί με τον αγαπημένο της.
Ήταν μια συνεχής εναλλαγή, μέσα στην ψυχή μου, του 2% της ανθρώπινης φύσης και του 98% της ζωώδους φύσης, γι αυτό πότε μου φαινόταν πως η αυτοκτονία ήταν τόσο ώριμη όσο κι ένα φρούτο πάνω στο δέντρο που έφτανε να σηκώσεις το χέρι για να το πάρεις, και κάποτε μου συνέβαινε, όπως τώρα, για παράδειγμα, μετά τη συνάντηση πάνω στο καράβι, να επιχειρώ με κάθε μέσο την ικανοποίηση των επιθυμιών μου. Αυτή η αντιφατική εναλλαγή της απελπισίας και της επιθυμίας με ταπείνωνε. Πώς; Ήμουν απελπισμένος, πάρα πολύ απελπισμένος. Παρόλ’ αυτά, μπλεκόμουν με κλειστά μάτια μέσα στα πάθη της ηλικίας μου.

Η πρόταση της Μπεάτε για διπλή αυτοκτονία ταράζει τις ισορροπίες του νεαρού Λούτσιο (έκανε συντρίμμια την ψυχολογικο- λογοτεχνική μου μηχανούλα!). Στο κάτω κάτω, όταν κανείς είναι πραγματικά απελπισμένος, αυτοκτονεί, δεν γράφει μυθιστόρημα για την αυτοκτονία!  Η ορθολογική αυτή σκέψη αλλά και η μεγάλη σωματική έλξη που νιώθει ο ήρωας (κι εδώ μάστορας ο Μοράβια) τον κάνει να δεχτεί. Όπως συμβαίνει κάθε φορά που τα αισθήματα είναι γνήσια, η σχέση μας ήταν αβέβαιη και μαζί στέρεη∙ εγώ είχα πρώτα επιθυμήσει, μετά φοβηθεί, μετά πάλι επιθυμήσει και μετά πάλι φοβηθεί κι ούτω καθεξής, να αγαπήσω αυτή τη γυναίκα που δε γνώριζα, που τίποτα δεν ήξερα γι αυτήν, που μόνο βλέμματα είχα ανταλλάξει μαζί της. Είναι έτοιμος να πεθάνει μαζί της από… απελπισία(!)

Όμως… η Μπεάτε το ίδιο εκείνο βράδυ εξαφανίζεται.  Από κει και πέρα αρχίζει ένας κυκεώνας που αντανακλά την ιδεολογική σύγχυση του Λούτσιο. Γιατί στην ίδια θέση όπου καθόταν η Μπεάτε, κάθεται τις επόμενες μέρες ο σωσίας της, η αδερφή της με την κυριαρχική μητέρα… Η Τρούντε είναι το άλλο άκρο: προκλητική (ξεκαρδιστική η σκηνή που τον αναγκάζει να κατεβάσει τα παντελόνια για να δε αν… είναι Εβραίος!), εξωστρεφής, αντισημίτρια, αντιδιανοούμενη  … και φασίστρια! Η πρόκληση φτάνει σε εξωφρενικές καταστάσεις έως ότου αποκαλύπτεται ότι πρόκειται για την ίδια κοπέλα… ο Λούτσιο δε θυμώνει, αντίθετα… Ποια όμως είναι «αληθινή»; η αυθάδης, σπινθηροβόλα και φιλοναζί Τρούντε ή η σκοτεινή, διανοούμενη, μυστηριώδης και τρομοκρατημένη Μπεάτε ;(ποια απ τις δυο είχε αρνηθεί να βγει από την πανσιόν; Η τρομοκρατημένη Μπεάτε που παρίστανε την Τρούντε, ή η φανατική Τρούντε που παρίστανε την Μπεάτε; Όπως φαίνεται, βρισκόμουν πάλι στη μεγάλη σύγχυση όσο αφορούσε την ταυτότητα της γυναίκας που αγαπούσα). Μήπως στο πρόσωπο της Τρούντε θα μπορέσει να ελέγξει («σταθεροποιήσει») την απελπισία, εφόσον θα μπορέσει να υποκριθεί ότι αγκαλιάζει την Μπεάτε αγκαλιάζοντας την Τρούντε, αλλά δε θα φτάσει στο μοιραίο τέλος; Μ αυτό το παραλογισμένο σκεπτικό φτάνει στο σημείο να φιλήσει παθιασμένα την Τρούντε αυτή τη φορά…
Αυτό που έκανε συγκινητικό κι ερεθιστικό το φιλί της Τρούντε ήταν ακριβώς η έλλειψη πρωτοτυπίας. Αλλά πίσω απ αυτήν την τόσο κοινή ερωτική τεχνική, διέκρινα ένα πάθος βαθιά μελαγχολικό που ήταν προσωπικό και αφορούσε μόνο τη γυναίκα που με φιλούσε, και θα μπορούσα να πω, έμοιαζε να αναζητά, όπως και στο στίχο του Νίτσε, μέσα στην ευχαρίστηση του φιλιού την αιωνιότητα του τίποτε και της λήθης.
Το φιλί τού στέλνει μηνύματα ότι υποβόσκει η μελαγχολία της Μπεάτε… Η αναζήτηση της αληθινής ταυτότητας της κοπέλας τόσο βασανίζει τον ήρωα, που χάνεται σ ένα λαβύρινθο συλλογισμών  και συναισθημάτων.  Ξεκινά από τη σκέψη, φερειπείν, ότι εκείνος και η Μπεάτε έχουν μια τελείως διαφορετική αντίληψη για την απελπισία (ο Κλάιστ δεν ήταν το πρότυπό μου, δεν ήμουν Γερμανός. Σε πείσμα του αχαλίνωτου γερμανικού ρομαντισμού, μου φαινόταν πως έπρεπε να κρατηθώ στο φρόνιμο, αν και μελαγχολικό, μεσογειακό στωικισμό) και μετά από διαψεύσεις και αδιέξοδα καταλήγει:
Τώρα η μαγεία που στο παρελθόν ασκούσε η φανταστική μορφή της Μπεάτε, είχε μεγεθυνθεί από το γεγονός ότι η Τρούντε και η Μπεάτε ήταν το ίδιο πρόσωπο κι ότι αυτό το πρόσωπο, για να θέσει σε λειτουργία τη φάρσα, κατάφερε τόσο τέλεια να διπλασιαστεί, να χωρίσει τον εαυτό της σε  δύο διαφορετικά αλλά αντίθετα άτομα. (…) Κι εγώ καταλάβαινα πως ήμουν ερωτευμένος όχι τόσο με την φανταστική Μπεάτε ή με την Τρούντε που την είχε φανταστεί, αλλά με μια γυναίκα που ήταν μαζί η Μπεάτε και η Τρούντε, δηλαδή συγχρόνως με την επινοημένη κι αυτήν που την είχε επινοήσει. Ήταν απελπισμένη σαν την Μπεάτε αλλά και κτηνώδης σαν την Τρούντε, βρισκόταν στα πρόθυρα της αυτοκτονίας σαν την Μπεάτε αλλά δεν ήθελε στην πραγματικότητα να πεθάνει, σαν την Τρούντε.

Ιστορικές πινελιές

Οι αναφορές που κάνει ο Μοράβια στο ιστορικό πλαίσιο είναι λιγοστές αλλά καίριες, παίζουν δηλαδή καθοριστικό ρόλο στην ωρίμανση του ήρωα.
Συναρπαστική αλλά και χαρακτηριστική για την εποχή είναι η –εγκιβωτισμένη- ιστορία της ρωσίδας Σόνιας, διευθύντριας του μουσείου Σαπίρο που γνώρισε τον Λένιν (απογοήτευση: να έχει γνωρίσει τον Λένιν και να θυμάται μονάχα πως το ένα μπατζάκι του είναι πιο μακρύ από τ άλλο!). Η γνωριμία της με τον προβοκάτορα  βομβιστή  Έβνο (ο χαφιές ψάχνει για την αλήθεια. Ο προβοκάτορας τη δημιουργεί), μέσω ενός ζευγαριού παπουτσιών όπου θα ήταν κρυμμένη  μια βόμβα είναι απίστευτη, και… μοιραία γιατί την αναγκάζει να εκπατριστεί δια βίου.

Η άνοδος του φασισμού την εποχή του μεσοπολέμου, αρχικά δεν φαίνεται να απασχολεί τον συγγραφέα, ούτε τον κατά βάση ουδέτερο ήρωα. Ο Λούτσιο λέει ρητά ότι ποτέ δε θα έβαζε τον ήρωά του μυθιστορήματός του να αυτοκτονήσει για πολιτικούς λόγους (δίνει, όπως είπαμε, υπαρξιακό περιεχόμενο στην απελπισία), και διστάζει μεν, αλλά τελικά  δέχεται να χαιρετήσει με φασιστικό τρόπο, για να μην προκαλέσει τον άντρα της Μπεάτε. Η πολιτική του ιδεολογία δοκιμάζεται πιο άμεσα στην επαφή του με την Τρούντε, που είναι παθιασμένη, γραμμένη σε κόμμα, παρακολουθεί τους λόγους του Χίτλερ κλπ (ενδιαφέρουσα η άποψη της Πάολα: ο εθνικοσοσιαλισμός χρειαζόταν όχι τόσο σ αυτήν που δεν τον είχε ανάγκη αφού είχε γεννηθεί σε οικογένεια στρατιωτικών, όσο στη Γερμανία, σ΄ όλους εκείνους δηλαδή που, όπως η Τρούντε, δεν προερχόταν από μια κάστα παραδοσιακή και γι αυτό υπέφεραν από ηθικές κρίσεις).
Το βιβλίο είναι πολύ πιο πολιτικό απ όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά∙ ο διχασμός αυτός της προσωπικότητας μοιάζει να υπαγορεύεται από τις πολιτικές συνθήκες. Άλλωστε, η σκέψη-κλειδί που έκανε  τον ήρωα να καταλάβει την αληθινή περσόνα της Μπεάτε/Τρούντε συνυφαίνεται με την άνοδο του φασισμού:
Τι ήταν το χιτλερικό καθεστώς αν όχι ένα καθεστώς βασισμένο από τη μια μεριά στην πίστη κι από την άλλη στην τρομοκρατία; Κι η πίστη εκφραζόταν με συμπεριφορές που η τρομοκρατία μπορούσε εύκολα να μιμηθεί γιατί ήταν συμπεριφορές απλές και ακραίες, όμοιες ακριβώς μ εκείνες της τρομοκρατίας. Έτσι εξηγούνταν η γελοιογραφική σχεδόν υπερβολή της πολιτικής προσωπικότητας της Τρούντε που ζητούσε να δει το πέος μου για να δει αν έχει περιτομηθεί. Έτσι εξηγούνταν επίσης η χυδαιότητα, ο εκτραχηλισμός, η λαιμαργία, η θηριωδία, όλα υπερβολικά αληθινά για να μην είναι προσποιητά. (…)
 Η προσωπικότητα της Τρούντε ήταν ένα επινόημα υπαγορευμένο από τον τρόμο.


Χριστίνα Παπαγγελή

Κυριακή, Δεκεμβρίου 15, 2013

Μεταμόρφωση, Φραντς Κάφκα

Ήταν ζώο, αφού τον συγκινούσε τόσο η μουσική;

Ο περιοδεύων επαγγελματίας παραγγελιοδόχος υφασμάτων Γκρέγκορ Σάμσα, ένα πρωινό δεν μπόρεσε να πάει στη δουλειά του∙ είχε μεταμορφωθεί σ ένα τεράστιο ζωύφιο, μια σιχαμερή κατσαρίδα…
Αυτή είναι η βασική σύλληψη της νουβέλας του Κάφκα∙  πέρα απ αυτό το βασικό αλληγορικό στοιχείο, η υπόθεση εκτυλίσσεται σχεδόν ρεαλιστικά, και σ’ αυτό θυμίζει την βασική τεχνική που ακολουθεί κι ο Σαραμάγκου (φτιάχνει μια «φανταστική συνθήκη» και στη συνέχεια μελετά τις έκτακτες ανθρώπινες σχέσεις που δημιουργεί ή που συνεπάγεται αυτή η συνθήκη). Έτσι λοιπόν, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι όλο το βιβλίο είναι «ανάπτυξη» της πρώτης σελίδας, όπου βλέπουμε να ξεκινά η αμετάκλητη βασανιστική πορεία του ήρωα στον εκμηδενισμό.
Ποια είναι τα στοιχεία που συνιστούν τον εκμηδενισμό;
Το άγχος του Γκρέγκορ στην αρχή επικεντρώνεται στο ότι… δε θα μπορέσει να πάει στη δουλειά του, με την οποία ελπίζει ότι θα καλύψει τα χρέη της οικογένειας. Περνά η ώρα και δε θα προλάβει να πάρει το τρένο, παγώνει όταν αντιλαμβάνεται ότι έρχονται από το κατάστημα να τον αναζητήσουν και μάλιστα ο πληρεξούσιος! (γιατί να’ ναι ο Γκρέγκορ καταδικασμένος να υπηρετεί σε μια επιχείρηση, όπου η παραμικρή καθυστέρηση δημιουργούσε αμέσως τη μεγαλύτερη υποψία; (…) Έπρεπε να έρθει ο ίδιος ο πληρεξούσιος κι έπρεπε να δείξουν μ’ αυτό σ’ ολόκληρη την αθώα οικογένεια πως την έρευνα αυτής της ύποπτης υπόθεσης μπορούσαν να την εμπιστευτούν μόνο στην φρόνηση ενός πληρεξούσιου;). Η δουλοπρέπεια των γονιών μπροστά στον πληρεξούσιο συμπληρώνεται από τη διάθεση για υπακοή και συμμόρφωση του ταραγμένου Γκρέγκορ-κατσαρίδα, που στην αρχή τουλάχιστον νομίζει ότι μπορεί να μιλήσει και να φωνάξει δικαιολογίες μέσα από το κλειδωμένο του δωμάτιο. Αλλά βέβαια, όλα όσα λέει δεν γίνονται καταληπτά… η φωνή του γίνεται φωνή ζώου και δεν μπορεί πια να επικοινωνήσει, εφόσον μια και δεν γινόταν καταληπτός, κανείς δεν σκεφτόταν, ούτε καν η αδερφή, πως αυτός μπορούσε να καταλάβει τους άλλους.
Έτσι, όσο περνά ο καιρός, βλέπουμε να παραιτείται, η αδιαφορία του για όλα ήταν πολύ μεγάλη, για να καθαρίζεται όπως πρώτα πολλές φορές την ημέρα πλαγιασμένος στη ράχη του και πάνω στο χαλί∙  γίνεται όλο και πιο παθητικός παρατηρητής και συνηθίζουν όλοι στη μεταμόρφωση αυτή (για πλήρη εξοικείωση δεν μπορούσε φυσικά ποτέ να γίνει λόγος). Παρακολουθούμε βήμα βήμα τις αντιδράσεις της μάνας, της αδερφής, της γριάς υπηρέτριας. Η υπομονή όλων εξαντλείται, ακόμη και της αδερφής, που κάποια στιγμή αναφωνεί ότι πρέπει να απαλλαγούν απ’ «αυτό». Κι η γριά υπηρέτρια εξιτάρεται να τον παρακολουθεί κι αρχίζει να τον ταπεινώνει με βρισιές, ενώ η σκηνή- καταλύτης, με τους τρεις νοικάρηδες που σοκάρονται στη θέα του τέρατος, τον οδηγεί στον άκρο εξευτελισμό, στην πλήρη παραίτηση, στο θάνατο.
 Δε μπορούμε βέβαια να μη σταθούμε ιδιαίτερα στη στάση του πατέρα. Ο πατέρας, εκπρόσωπος του κατεστημένου (αρνούνταν μ’ ένα είδος ισχυρογνωμοσύνης να βγάλει και στο σπίτι τη στολή του κλητήρα∙ κι ενώ οι πιζάμες κρέμονταν άχρηστες στην κρεμάστρα, ο πατέρας ελαφροκοιμόταν με τα ρούχα στη θέση του, σα να’ τανε πάντα έτοιμος για την υπηρεσία του και περίμενε κι εδώ τη φωνή του προϊσταμένου του) είναι ο πρώτος και ο μόνος που αντιμετωπίζει κάποια στιγμή το τέρας σα σιχαμερό ζωύφιο κι όχι σαν το γιο του (πολύ υποβλητική/εφιαλτική η σκηνή). Είναι ο μόνος που του φέρεται βίαια, πετώντας του ένα πορτοκάλι, που σφηνώνεται στη ράχη του Γκρέγκορ και προκαλεί την επιταχυνόμενη εξασθένισή του μέχρι το θάνατο.
Δεν μπορεί κανείς να μην αναλογιστεί τις γνωστές σχέσεις του Φ. Κάφκα με τον πατέρα του (βλ. το μακροσκελέστατο γράμμα, πάνω από 100 σελίδες,  που δεν επιδόθηκε ποτέ στον πατέρα[1], καθώς και το διήγημα Ο γιατρός ), αλλά πέρα απ αυτό, ο πατρικός λόγος είναι το σύμβολο της εξουσίας κάτω από την οποία ο Γκρέγκορ/Κάφκα εκμηδενίζεται.
Τα στοιχεία αυτά που απασχολούν πολύ τον συγγραφέα τα βλέπουμε σε πολύ πιο σύνθετη κι αποδομητική μορφή στον Πύργο και στη Δίκη.
Τέλος, ας ξαναθυμηθούμε την ανάρτηση του Βασίλη (ας εων) σ αυτό το ίδιο μπλογκ, πριν από 5 χρόνια.
Χριστίνα Παπαγγελή




[1] Το γράμμα αυτό δε δόθηκε ποτέ στη δημοσιότητα, αλλά περικοπές του αναφέρει ο Max Brod στο βιβλίο του για τον Κάφκα

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 09, 2013

Η λέσχη των αθεράπευτων αισιόδοξων, Jean- Michel Guenassia

 Ένα ταξίδι στο Παρίσι στην κρίσιμη εποχή της Αλγερινής επανάστασης (1959-64), εποχή κρίσιμη και για όλη την -Ανατολική και Δυτική- Ευρώπη (με την ανέγερση του τείχους του Βερολίνου το 1961 να σηματοδοτεί την επίσημη έναρξη του ψυχρού πολέμου), αλλά περισσότερο μια περιήγηση στον πολιτικό και πνευματικό κόσμο της πόλης των Φώτων, είναι για τον αναγνώστη αυτό το εμπνευσμένο μυθιστόρημα του Γκενασιά. Μ’ έναν πρωτότυπο τρόπο μάς βάζει μέσα στη «Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων», μια μυστική σκακιστική λέσχη κρυμμένη πίσω από την πράσινη κουρτίνα του μπιστρό «Balto», στέκι του Σαρτρ και του Κεσέλ,  όπου μαζεύονται οι εμιγκρέδες, λογής λογής εξόριστοι από τις ανατολικές χώρες∙ Ούγγροι, Πολωνοί, Ρουμάνοι, πρώην κάτοικοι της Ανατολικής Γερμανίας, Γιουγκοσλάβοι, Τσεχοσλοβάκοι, Ρώσοι- ή μάλλον συγνώμη, Σοβιετικοί, όπως με διόρθωναν κάποιοι. Στη Λέσχη, δεν χρειάζονταν να δώσουν εξηγήσεις ή να απολογηθούν για κάτι. Ήταν εξόριστοι μεταξύ εξορίστων και δεν ήταν απαραίτητο να μιλήσουν για να καταλάβει ο ένας τον άλλον. Βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση. Ο Πάβελ ισχυριζόταν ότι έπρεπε να νιώθουν περήφανοι που κατάφεραν επιτέλους να πραγματώσουν το κομμουνιστικό ιδεώδες: ήταν ίσοι. Όπως μου είπε μια μέρα ο Σάσα: «Η διαφορά ανάμεσα σ’ εμάς και τους άλλους είναι ότι εκείνοι είναι ζωντανοί κι εμείς επιζώντες. Όταν έχεις επιζήσει, δεν έχεις δικαίωμα να παραπονιέσαι για την τύχη σου· θα ήταν ύβρις γι’ αυτούς που έμειναν πίσω».

Μισέλ
Πρωταγωνιστής και αφηγητής είναι ο Μισέλ, ένας ιδιαίτερης ευφυΐας πιτσιρικάς, με αυξημένη περιέργεια κι ευαισθησία, που γράφει το σχολείο στα παλιά του τα παπούτσια αλλά είναι εξαιρετικά βιβλιόφιλος, αγαπά το ροκ εν ρολ, τη φωτογραφία και είναι πολύ επιδέξιος στο ποδοσφαιράκι (γι αυτό και γίνεται θαμώνας του « Balto», καταπλήσσοντας του θαμώνες με τις επιδόσεις του). Ανήκει σε μια οικογένεια όπου οι πολιτικές διαφορές λόγω διαφορετικής κοινωνικής προέλευσης είναι αξεπέραστες (οι φίλοι μου είχαν μία οικογένεια∙ εγώ είχα δύο). Τον παρακολουθούμε από τη μέρα που γιορτάζει τα  δωδέκατα γενέθλιά του, τη μόνη φορά που είδε τις δυο οικογένειες μαζί, αρκετά μικρός για να καταλαβαίνει τις αγεφύρωτες ιδεολογικές διαφορές αλλά αρκετά μεγάλος για να τις θυμάται και να μπορεί να αποκωδικοποιήσει αργότερα. Η εφηβική όμως, υγιής αντίδραση είναι να προσπερνά όλες αυτές τις αντιθέσεις με χιούμορ (η αλήθεια είναι ότι δεν μου καιγόταν καρφί για τις ιστορίες, τα πιστεύω και τις βρισιές που αντάλλασσαν. Η ισχυρογνωμοσύνη τους μου έδινε στα νεύρα), και να παρακολουθεί τον καθένα με την προσοχή που περιμένει κανείς από ένα άτομο τόσο παθιασμένο με τη λογοτεχνία (ήμουν ο μόνος που τον πρόσεχε όταν μιλούσε. Μου άρεσε πάντα ν’ ακούω τους άλλους).
Έτσι, δεν είναι παράξενο που ένας τόσο νέος παρατηρητής είναι και τόσο οξυδερκής. Άλλωστε, το πάθος του για τα βιβλία τον κάνει να ξεχωρίζει σαν εξαίρεση, ή μάλλον, δείχνει ότι είναι φύση εξαιρετική. Καταβροχθίζει πέντε πέντε τα βιβλία, διαβάζει στο δρόμο πηγαίνοντας για το σχολείο (περπατούσα λες και είχα ραντάρ κι έφτανα πάντα στο σχολείο σώος κι αβλαβής. Την ώρα των περισσότερων μαθημάτων συνέχιζα την ανάγνωσή μου, με το βιβλίο στερεωμένο ανάμεσα στα πόδια μου. Έφτανα αργότερο από το κανονικό κάθε φορά που μερικές συναρπαστικές σελίδες με καθήλωναν στο πεζοδρόμιο για απροσδιόριστο χρόνο. Είχα κατατάξει τους συγγραφείς σε δυο κατηγορίες. Εκείνους που μου επέτρεπαν να φτάνω στην ώρα μου κι εκείνους που μ’ έκαναν να καθυστερώ). Δε  διαβάζει μόνο τα μυθιστορήματα αλλά και τις βιογραφίες των συγγραφέων τους, και λέει ότι το έργο τους του αρέσει μόνο αν του αρέσουν κι ως άνθρωποι (δείγμα νεότητας!). Έτσι διχάζεται τρομερά όταν θα αναγκαστεί να κρίνει το έργο π.χ. του Ιουλίου Βερν, του Μωπασάν, του Φλωμπέρ, του Ντοστογέβσκι (;) που τους χαρακτηρίζει «απαίσιους παλιάνθρωπους»: πώς να αγνοήσω, να προσποιηθώ ότι δεν υπήρχαν, τη στιγμή που τα μυθιστορήματά τους έμοιαζαν να έχουν γραφτεί ειδικά για μένα; Απ την απορία τον βγάζει ο παππούς του που του λέει ότι το ίδιο θα πρεπε να συμβαίνει και με τους ζωγράφους, με τους συνθέτες κλπ.∙ αν έκλεινε τα μάτια και τ΄ αυτιά σε όποιον δεν ήταν άψογος, θα ήταν καταδικασμένος να ζει σ’ ένα ανεπίληπτο κόσμο όπου, όμως, θα έπληττε θανάσιμα.
Στην πρώιμη ωρίμανση του Μισέλ συντελεί κι η προσωπικότητα του αδερφού του, του Φρανκ, που είναι επτά χρόνια μεγαλύτερος, στρατευμένος κομμουνιστής (απ αυτούς που «κάνουν πράξη τα πιστεύω τους») και υπέρ της Αλγερινής ανεξαρτησίας. Βέβαια, οι γονείς δημιουργούν έναν προστατευτικό κλοιό για να μην ακολουθήσει ο Μισέλ το παράδειγμα του Φρανκ, αλλά οι ατέλειωτες συζητήσεις του Φρανκ με τον φίλο του και ορκισμένο πολιτικό του αντίπαλο, τροτσκιστή Πιερ (αδυνατούσα να καταλάβω την αμοιβαία έχθρα ανάμεσα στους κομμουνιστές και τους τροτσκιστές), ή με τη φιλενάδα του Φρανκ, τη Σεσίλ (Σεσίλ: τον ενοχλεί που ο Καμύ είναι κατανοητός. Και διαυγής. Σε αντίθεση με τον Σαρτρ. Τον σιχαίνονται γιατί έχει δίκιο, παρότι ούτε εγώ συμφωνώ σε όλα μαζί του. Παραείναι ανθρωπιστής για τα γούστα μου. Κάποιες φορές πρέπει να είσαι πιο ριζοσπάστης, καταλαβαίνεις;), τον βάζει σ’ ένα πνευματικό κλίμα ακόμα κι αν δεν το επιδιώκει.
Φρανκ
Ο Φρανκ είναι και το πιο τραγικό πρόσωπο της οικογένειας, εφόσον ο ασυμβίβαστος χαρακτήρας του τον κάνει να αφιερωθεί στο Κόμμα να διαρρήξει κάθε δεσμό με την δεξιά οικογένεια (βασικά τη μάνα, που τον διώχνει απ το σπίτι) και να εξαφανιστεί από τη Σεσίλ, την κοπέλα που αγαπά. Ο Μισέλ προσπαθεί να χειριστεί τις ιδιαίτερες περιστάσεις μιας και βρίσκεται στο κέντρο των επί μέρους τραγικών επεισοδίων (σύγκρουση μάνας- πατέρα, απόπειρα αυτοκτονίας της Σεσίλ, μυστικές συναντήσεις με τον Φρανκ ο οποίος αποφασίζει να γραφτεί εθελοντικά στο στρατό υπέρ της ανεξαρτησίας της Αλγερίας, συνεννόηση με πατέρα για να τον συναντήσει, λιποταξία, δίωξη από την αστυνομία, ένταλμα σύλληψης,  κ.α.). Οι καταστάσεις βέβαια τον ωριμάζουν πρόωρα, ωστόσο δεν παύει να λειτουργεί συναισθηματικά, σύμφωνα με την ηλικία του:
Αντί για τη Σεσίλ είχε επιλέξει τον στρατό. Ένιωθα αχρείος, στριμωγμένος, γεμάτος οργή. Ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς είναι να λες κάτι και να κάνεις το αντίθετο. Να πληγώνεις κάποιον που ορκίζεσαι ότι αγαπάς, να έχεις έναν φίλο και να τον ξεχνάς, να λες ότι έχεις οικογένεια και να την αγνοείς λες και είναι ξένη, να διακηρύσσεις υψηλές αρχές και να μην τις ακολουθείς, να δηλώνεις ότι πιστεύεις στον θεό και να συμπεριφέρεσαι σαν να μην υπάρχει, να θεωρείς τον εαυτό σου ήρωα και να φέρεσαι σαν κάθαρμα.
Και μεγαλειώδεις διάλογοι στην προσπάθεια του Μισέλ να καταλάβει τον ηρωισμό του Φρανκ:
-          Γιατί πας εκεί πέρα; Όλοι ξέρουμε τι θα γίνει με την αυτοδιάθεση. Τι νόημα έχει; Το παιχνίδι έχει κριθεί.
-          Κάνεις λάθος, το παιχνίδι έχει κριθεί αν δεχτείς να παίζεις με τους όρους τους. Δε θέλω να το συζητήσω.
-          Θα αγωνιστείς για ανθρώπους που δεν τους καίγεται καρφί για τον αγώνα σου.

Το ιστορικό πλαίσιο
Όπως είπαμε, η εποχή 1959-64 για την Ευρώπη αλλά ιδιαίτερα για τη Γαλλία, λόγω Αλγερινής εξέγερσης είναι κρίσιμη. Η αναφορά σε ιστορικά πρόσωπα είναι αναπόφευκτη. Εκτενής αναφορά γίνεται π.χ. στον Σαρτρ, για τον οποίο πληροφορούμαστε ότι δεν ήταν πολύ συμπαθής στους περισσότερους, (« επαναστάτης του σαλονιού»). Κατηγορείται ότι ήξερε (τα λάθη του κομμουνιστικού καθεστώτος) και αποσιώπησε. Παρόλη την ιδεολογική κόντρα με τον Καμύ, όταν σκοτώθηκε ο τελευταίος, ο Σαρτρ περιγράφεται να έχει κλονιστεί (κατά πόσο άραγε είναι μυθοπλασία). Δεν κάνει όμως ιστορία ο Γκενασιά. Φαίνεται ότι επιλέγει το ιστορικό πλαίσιο σαν φόντο, γιατί έχει κάτι άλλο να πει εκτός από το να διασώσει την ιστορία.
Αρκετά εκτενής και η αναφορά στην Ουγγρική επανάσταση με αφορμή τον Ούγγρο Ίμρε και τον αγαπημένο του, τον ηθοποιό/φίρμα Τίλμπορ… Διωγμένος από την πατρίδα του μετά τα γεγονότα : στη ζωή μας όλοι κάνουμε λάθη. Ψάχνουμε και βρίσκουμε καλές ή κακές αιτίες γι αυτά, συνήθως δικαιολογίες ή προσχήματα. Το χειρότερο είναι να ανακαλύπτεις πόσο βαθιά ηλίθιος είσαι. Μετά τα τραγικά γεγονότα που έπνιξαν στο αίμα την Ουγγαρία, ο Τίμπορ, ο Ίμρε και οι περισσότεροι από τους 600.000 πατριώτες που είχαν εγκαταλείψει τη χώρα αναρωτιούνταν επί δεκαετίες τα ίδια. Μήπως οι Ούγγροι ήταν ηλίθιοι; (…) Ο Ίμρε έκλαιγε γιατί ο κόσμος είχε αλλάξει. Οι Ούγγροι είχαν πεθάνει για το τίποτα.
Η περίοδος αυτή περιλαμβάνει και την ανάδειξη του «πατερούλη Χρουστσόφ», την αποκατάσταση συγγραφέων και ποιητών που είχαν τουφεκιστεί ή εξαφανιστεί στα στρατόπεδα. Ο μαύρος κομμουνισμός των στημένων δικών, των στρατοπέδων, της KGB και του Στάλιν κατέρρεε όπως ο πάγος λιώνει τον ήλιο κι όπως η μέρα διαδέχεται τη νύχτα.
Όλοι ανασαίνουν  ώσπου… το πρωί της 13ης  Αυγούστου 1961 τους ήρθε ο ουρανός σφοντύλι. Είναι η ανέγερση του τείχους. Τις βδομάδες που ακολούθησαν εμφανίστηκαν στη λέσχη πολλοί αξιολύπητοι Γερμανοί.

Η λέσχη
Ο Μισέλ ανακαλύπτει σχεδόν τυχαία την μυστικά κρυμμένη λέσχη, λόγω της παιδικής του περιέργειας. Προχώρησα προσεκτικά, η ψυχή μου πήγαινε να σπάσει. Δοκίμασα την μεγαλύτερη έκπληξη της ζωής μου∙ είχα εισχωρήσει στο άδυτο μιας σκακιστικής Λέσχης. Η έκπληξη όμως δεν ήταν η σκακιστική λέσχη. Έκπληξη ήταν να βλέπεις τον Ζαν- Πολ- Σαρτρ και τον Ζοζέφ Κεσέλ να παίζουν στη ντουμανιασμένη απ’ τον καπνό αίθουσα του πολυσύχναστου μπιστρό. Ο μικρός ήρωάς μας είναι αποδεκτός γιατί ξεχωρίζει στο ποδοσφαιράκι, αλλά και γιατί είναι καλός ακροατής. Με τον καιρό γνωρίζεται με όλους κι αποκτά μια ιδιαίτερη σχέση με τον καθένα.
Είχαν πολλά κοινά. Είχαν εγκαταλείψει τη χώρα τους κάτω από δραματικές ή ακόμα και ροκαμβολικές συνθήκες, ενώ πολλοί από αυτούς είχαν περάσει στη δύση με αφορμή κάποιο επιχειρηματικό ταξίδι ή κάποια διπλωματική αποστολή. (…) επιδίδονταν σε ατέρμονες συζητήσεις ή προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν τον εαυτό τους κι έθεταν ερωτήματα που δεν είχαν απάντηση. (…) Ήταν φαντάσματα, παρίες, χωρίς χρήματα, με πτυχία που δεν αναγνωρίζονταν. Μιλούσαν ελάχιστα για το παρελθόν/είχαν απαρνηθεί άνετα σπίτια και υψηλές θέσεις. Από ανώτεροι αξιωματούχοι κλπ είχαν γίνει άστεγοι. Αυτή η κατρακύλα τους ήταν αφόρητη, όσο και η μοναξιά και η νοσταλγία που τους βασάνιζε.
Ο Μισέλ δεν αργεί να συνδεθεί ιδιαίτερα με καθέναν απ αυτούς τους «παρίες» που μπορεί στην πατρίδα τους να ήταν γιατροί, στελέχη του κόμματος κλπ.  Δε μιλούν φυσικά εύκολα για το παρελθόν (Ίγκορ: - Έζησα πολλές ζωές που έχω πια ξεχάσει. – Δεν ξεχνάει κανείς απ την μια στιγμή στην άλλη. – Κι όμως. Ή ξεχνάς, ή πεθαίνεις). Έχει όμως τον τρόπο να διεισδύει στα μυστικά τους και στο παρελθόν τους, και σ’ αυτό ο συγγραφέας είναι μάστορας. Έτσι σιγά σιγά εξυφαίνονται απίστευτα συναρπαστικές ιστορίες που διαπλέκονται μεταξύ τους καθώς συσχετίζονται οι ήρωες στο διάστημα των τεσσάρων χρόνων κατά το οποίο εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα, ενώ έχουμε και δυο τρεις αναδρομές στη δεκαετία του ‘ 50.
Το σκηνικό της λέσχης είναι υποβλητικό: Στη λέσχη η σιωπή είναι ο κανόνας. Στην πραγματικότητα, ζητούμενο δεν είναι τόσο η σιωπή, όσο η ηρεμία.  Μιλούν σιγανά, με το χέρι στο στόμα, με πνιχτούς ψιθύρους και στεναγμούς.  Ο Ίγκορ έλεγε ότι ήταν μια συνήθεια που είχαν αποκτήσει στην «άλλη πλευρά του κόσμου», όπου και η παραμικρή κουβέντα μπορούσε να σε στείλει στη φυλακή ή στον τάφο, όπου έπρεπε να φυλάγεσαι από τον καλύτερό σου φίλο, από τον αδερφό σου, από τον ίσκιο σου. Πολλές φορές όμως η παρέα ξέσπαγε σε καταιγιστικά γέλια, με αφορμή ανέκδοτες ιστορίες για γέλια και για κλάματα. Ξαφνικά επίσης ξέσπαγαν ομηρικοί καβγάδες για ζητήματα θεωρητικά ή καθώς ανταγωνίζονταν  ποιανού η χώρα ήταν πιο σχολαστική, απρόβλεπτη, εφιαλτική. Καθένας υποστήριζε ότι ήταν εκείνη της δικής του πατρίδας, διεκδικώντας φανατικά για τη χώρα του τον κάθε άλλο παρά αξιοζήλευτο τίτλο της πιο ηλίθιας γραφειοκρατίας  στον κόσμο (είχαν καταλήξει ότι η πιο τρομερή ήταν η σοβιετική διοίκηση). Μάλιστα η «κριτική επιτροπή» είχε απονείμει και  βραβείο «ασυναγώνιστου παραλογισμού»  στον Τ.Ζ., θύμα του πολωνικού κρατικού μηχανισμού!
Όλα αυτά τα παρακολουθούμε κι οι αναγνώστες αναλυτικά, γελάμε και μεις με τα ανέκδοτα, συμμετέχουμε στις αναμνήσεις αλλά και στις διαφωνίες. Κυρίως όμως γνωρίζουμε τους ήρωες, που κουβαλάνε ο καθένας μια ξεχωριστή ιστορία, «στο περιθώριο»  ή μάλλον στο μεταίχμιο  της επίσημης ιστορίας. Έτσι, έχουμε τον Ίγκορ, γιατρό στην πατρίδα του αλλά χωρίς χαρτιά στη Γαλλία, ιδρυτή της Λέσχης μαζί με τον Βίκτορ (ισχυριζόταν ότι σκότωσε τον Ρασπούτιν, αλλά δεν ήταν ψεύτης, ήταν παραμυθάς!). Ιδεολογικοί αντίπαλοι, εκδιώχτηκαν κι οι δυο απ τη χώρα τους και… βρέθηκαν να αναπολούν τη μυρωδιά, τη μουσική και το φως της χώρας τους, μολονότι ο ένας ήταν φιλομοναρχικός, χριστιανός ορθόδοξος, αντισημίτης, μισογύνης και εχθρός των μπολσεβίκων ενώ ο άλλος ένας παλιός εχθρός, ένας βαμμένος κόκκινος, φανατικός κι ενθουσιώδης, που είχε συμμετάσχει στην εγκαθίδρυση του κομμουνισμού. Οι διαφορές τους, που στη χώρα τους θα τους έκαναν να ξεκοιλιάσουν ο ένας τον άλλον, χάνονταν εδώ.
Δεν είναι βέβαια εύκολο ούτε σκόπιμο να αναφερθεί κανείς σ όλες αυτές τις ιστορίες. Έτσι θα αναφέρω σύντομα μόνο αυτές που είναι αξιομνημόνευτες, όπως αυτή του Βέρνερ, Γερμανό από την Ανατολική Γερμανία,  που τον βρίσκουν ημιλιπόθυμο, σε κατάσταση πλήρους αμνησίας κι επειδή φαινόταν « Γερμαναράς» δεν θα τον περιμάζευαν αν δεν επενέβαινε ο Ίγκορ από ανθρωπισμό και δεν τον αναγνώριζε ο Μαρκυζό (δεν είναι δυνατόν! Είναι παράλογο! Πείτε μου ότι ονειρεύομαι! Ο Βέρνερ είναι αντιναζιστής! Μέλος του δικτύου Monnaie, ειδικευόταν στη διείσδυση στις γερμανικές υπηρεσίες. Παρασημοφορεμένος απ την αντίσταση, κλπ κλπ/ δεν ήξερα ότι είχαμε και Γερμανούς στην Αντίσταση). Ο τρόπος ανάκτησης της μνήμης του είναι απίστευτος… μέσα από μια παρτίδα σκάκι!
Άλλη σημαδιακή προσωπικότητα ο Λεονίντ, που είχε το χρυσό αστέρι του Ήρωα της Σοβιετικής Ένωσης, γνωστός για τα τρομερά του ανέκδοτα που έκαναν ακόμα και τον Στάλιν να γελάει. Ο πρώτος υψηλόβαθμος που αυτομόλησε στη Δύση, για μια γυναίκα. Για ένα πουκάμισο αδειανό, γιατί αυτή η γυναίκα δεν τον δέχτηκε: μερικοί από δω μέσα πιστεύουν ότι έχω τύψεις που χαράμισα τη ζωή μου και θυσίασα τη θέση μου για μια περιπέτεια δίχως αύριο. Στο είπα, δε μετανιώνω για τίποτα. Αυτό που έζησα μαζί της για 794 μέρες ήταν τόσο μοναδικό, τόσο έντονο, που φτάνει για να γεμίσει μια ολόκληρη ζωή. (…) Είναι η μοίρα μου, ο δικός μου τρόπος να της είμαι πιστός.
Η πιο απίθανη όμως περίπτωση, η πιο θλιβερή/τραγική/αδιέξοδη είναι η περίπτωση του Σάσα, ο οποίος, απομονωμένος από τους υπόλοιπους, είναι φανερό απ την αρχή στον Μισέλ ότι κρύβει μεγάλο μυστικό. Λόγω της ενασχόλησης του με τη φωτογραφία, οι δυο τους συνδέονται με ιδιαίτερα φιλικό δεσμό. Ο τραγικός του θάνατος φέρνει στα χέρια του Μισέλ γράμμα απολογισμού, όπου αποκαλύπτεται ο αποφασιστικός του ρόλος στο διωγμό πολλών συγγενών συμπατριωτών του, γιατί ήταν πεπεισμένος ότι όσοι τον διατάζανε είχαν δίκιο, ότι έπρεπε να εξοντώσουν τους εχθρούς.  Αυτό που σοκάρει όμως είναι η παραχάραξη της αλήθειας που φτάνει στην καταστροφή έργων ποιητών (τα μάθαινε απ έξω…) ως και στην επέμβαση σε… φωτογραφίες! (η δική μου δουλειά ήταν να διαγράφω). Με τη μοναξιά και τη συγκίνηση αυτού του ανθρώπου που αυτοψυχογραφείται (κι αυτός θυσίασε τα πάντα για ένα πουκάμισο αδειανό…)  και με την κάθαρση που φέρνει η κατανόηση τελειώνει  και το βιβλίο.


 Χριστίνα Παπαγγελή

Τετάρτη, Νοεμβρίου 27, 2013

Το ελάχιστο ίχνος, Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη

Κατώτερο από τις προσδοκίες μού φάνηκε αυτό το βιβλίο του πολλά υποσχόμενου Σερραίου συγγραφέα, που με είχε γοητεύσει στο «Οι τέσσερις τοίχοι» και «Ο φιλοξενούμενος». Σίγουρα το ύφος παραμένει ελκυστικό, η περιγραφική δύναμη (ιδιαίτερα των φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών τύπων που νομίζεις ότι τους βλέπεις μπροστά σου) απαράμιλλη, και υπάρχουν σημεία πολύ αξιόλογα όσο αφορά το περιεχόμενο. Η δομή είναι ευρηματική γιατί  η γραμμικότητα της πλοκής σπάει με τις αναδρομικές αφηγήσεις και η αλήθεια (γιατί υπάρχουν και στοιχεία μυστηρίου ή, μάλλον, τραγικότητας) αποκαλύπτεται βασανιστικά.  Όμως, και τα συνεχή φλας μπακ κουράζουν αλλά και η υπόθεση είναι υπερβολικά εξεζητημένη.
Ο πρωταγωνιστής, δηλαδή ο Αυγουστίνος, με όψιμο ενδιαφέρον για την τέχνη, που σχετικά μεγάλος γράφτηκε σε Δραματική σχολή, είναι άραγε  το alter ego  του συγγραφέα (ο οποίος υπήρξε και ηθοποιός,  και μάλιστα σε αξιόλογες παραστάσεις); Πάντως, ο  «ένας ήρωας που δεν είναι φανταστικός», όπως δηλώνεται στην αρχή είναι ο… Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, που ως νέος ηθοποιός μπαίνει αιφνίδια στη μυθιστορηματική «σκηνή» (στη σελίδα 240, δηλαδή προς το τέλος), και βοηθά τον πρωταγωνιστή να στήσει το δικό του θέατρο.
Ο Αυγουστίνος λοιπόν, είναι  ένα πρόσωπο με πολυποίκιλα ενδιαφέροντα και κουβαλάει μια τραγική προσωπική ιστορία, εφόσον τον «έκλεψε» ο θετός του πατέρας αφήνοντας στη θέση του το καχεκτικό δικό του παιδί, ενώ η - θετή- μητέρα του ποτέ δεν το αγάπησε∙   δε μέγιστον, σε μικρή ηλικία ήταν μάρτυρας ενός τρομερού ξεσπάσματος μίσους εναντίον του, από τη γυναίκα που θεωρούσε μάνα του («Είναι ξένος! Παιδί αλλουνών!»). Οικογενειακές ιστορίες που ο αναγνώστης τις συνθέτει σιγά σιγά, μέσα από την οπτική και των άλλων χαρακτήρων, που είναι εξίσου τραγικοί και ξεκινώντας από το 1940 φτάνουν μέχρι το 1996. Οι «περιπέτειες» (ανατροπές, σύμφωνα με την ορολογία της τραγωδίας) οι τραγικές ειρωνείες και οι αναγνωρίσεις είναι συνεχείς, εφόσον η βασική πλοκή (ανταλλαγή μωρών) το επιβάλλει: κάποια στιγμή ο γιος θα αναζητήσει τον πραγματικό πατέρα, την πραγματική μάνα, θα συναντηθούν με τον πραγματικό γιο ή  τον «αδερφό», θα προβάλουν απαιτήσεις κλπ.  Πρέπει να ομολογήσω ότι οι στιγμές αναγνώρισης είναι αριστοτεχνικά δοσμένες. Επίσης, στις τόσο τραγικές καταστάσεις, τα «αν» βασανίζουν τους ήρωες (πόσο ευτυχισμένος θα ήταν ο Α. Ψ αν είχε κρατήσει το πραγματικό του παιδί, κλπ)

Δυο βασικά θέματα φαίνεται να απασχόλησαν τον συγγραφέα, δύο έννοιες γύρω από τις οποίες περιπλέκεται η τραγική εξέλιξη:  η έννοια του ταλέντου και η έννοια της ασχήμιας, που ίσως συνδέονται επειδή είναι και τα δύο δοσμένα από τη φύση.  

          Α. Όσο  αφορά το ταλέντο (κάτι που απασχολεί τον Αυγουστίνο, εφόσον θέλει να γίνει ηθοποιός) υπάρχουν αντιτιθέμενες απόψεις που παρατίθενται με έντεχνο τρόπο από την αρχή του μυθιστορήματος:
-          Μα δεν υπάρχουν άνθρωποι πιο προικισμένοι από άλλους; Από τη φύση τους;
-   Η δύναμη του καλλιτέχνη δε βρίσκεται μέσα του, κρυμμένη μέσα σε μια σκοτεινή λίμνη, βρίσκεται στον εξωτερικό κόσμο. Σε ό, τι τον περιβάλλει. Αν έχει τα μάτια του ανοιχτά για τη ζωή και τον κόσμο, αν μπορεί να βιώνει τα ερεθίσματα που παρουσιάζονται και να τα κατανοεί σε όλο του το βάθος, τότε έχει ενεργοποιήσει το μηχανισμό της δημιουργίας. Για να το καταφέρει αυτό δε χρειάζεται να είναι προικισμένος, χρειάζεται να ασκηθεί. Χρειάζεται να έχει την επιθυμία να ασκηθεί. Το ταλέντο είναι στον αέρα, δεν έχεις παρά να απλώσεις το χέρι σου και να τ’ αρπάξεις!
          Η διαφορετική άποψη διατυπώνεται παρακάτω, σε άλλη περίσταση:
          - Άκουσε να δεις, έχω δει 100άδες υποψήφιους ηθοποιούς στις εισαγωγικές εξετάσεις. Μηδενική εμπειρία, μηδενική εκπαίδευση. Ε, ορισμένα πλάσματα ξεχωρίζουν. Όχι βέβαια για τη δεξιοτεχνία  ή για την σκηνική τους άνεση. Ξεχωρίζουν, μ’ έναν τρόπο διαφορετικό. Μόνο καλημέρα να πουν, χωρίς να αισθάνονται τίποτα, χωρίς συγκέντρωση, χωρίς προετοιμασία, κάθεσαι και τους χαζεύεις. Τι ηθοποιός λες. Στα μάτια τους καθρεφτίζεται ένα σύμπαν.
          Ο Αυγουστίνος αρχικά θέλει να ασχοληθεί με τη μουσική αλλά είναι εξαιρετικά ατάλαντος. Ως ηθοποιός δεν είναι χαρισματικός, γίνεται όμως φίλος με τον Σέργιο, που, χωρίς να έχει συνείδηση της υπεροχής του (ή μήπως ακριβώς γι αυτό;) κατάφερνε κυριολεκτικά να μαγνητίζει την προσοχή επάνω του, να μη σ’ αφήνει να χάνεις λέξη από το στόμα του –κι ας ήταν συχνά οι τονισμοί του λανθασμένοι,  με αποτέλεσμα να χάνεται το νόημα των φράσεων.  Ο Σέργιος ποτέ δεν διάβαζε π.χ. ολόκληρο το έργο του Σαίξπηρ  για να παίξει το μονόλογο  του Ριχάρδου, πράγμα αδιανόητο για τον Αυγουστίνο!  Οι δυο συσπουδαστές  γίνονται αχώριστοι φίλοι, εφόσον κι ο Σέργιος απ τη μεριά του εκτιμά απεριόριστα τον Αυγουστίνο για όλα όσα ήξερε, και για την ανησυχία του να εμβαθύνει στα πράγματα. Ο ένας εξωστρεφής κι ενθουσιώδης, ο άλλος εσωστρεφής, κρατώντας μυστικό το παρελθόν του. Γρήγορα όμως παρεισφρέει ένα είδος ανταγωνισμού μεταξύ τους, κι η σχέση τους δε θα είναι ποτέ πια η ίδια. Η τελική αναμέτρηση επί σκηνής, οι εξετάσεις του τρίτου έτους είναι το τελειωτικό χτύπημα για τον Αυγουστίνο, η πανεύκολη «νίκη» του Σέργιου. Η ήττα του Αυγουστίνου κορυφώνεται μ’ ένα… χαστούκι που δίνει στο Σέργιο επί σκηνής (η πιο έντονη, η πιο φορτισμένη στιγμή της παράστασης-μπορεί και όλων των παραστάσεων που παίζονταν κείνο το βράδυ στην Αθήνα), που σηματοδοτεί και την οριστική του απομάκρυνση από τη θεατρική σκηνή.

Β. Αλλά και το μοτίβο της -τερατόμορφης- ασχήμιας εμφανίζεται με διάφορους τρόπους στο βιβλίο:  οι θετοί γονείς του Αυγουστίνου είχαν κάνει ένα παιδί προβληματικό, μικρόσωμο, καχεκτικό, με μικρό περιθώριο επιβίωσης, γι αυτό κι ο πατέρας του το αντικατέστησε κρυφά. Αυτόν τον παράδοξο αδερφό θα γνωρίσει μετά από χρόνια ο Αυγουστίνος, όταν θα ψάξει την πραγματική του οικογένεια, και θα συνδεθεί μαζί του με εξίσου παράδοξο τρόπο. Εν τω μεταξύ όμως έλκεται κι από ένα τερατόμορφο εντεκάχρονο κορίτσι που γνωρίζει στο λεωφορείο, το προσλαμβάνει ως υπηρέτρια, και με τον καιρό το αγαπά και συνάπτει σεξουαλική σχέση μαζί του (είναι πολύ δυνατές οι στιγμές ερωτισμού κι ερωτικής προσέγγισης μεταξύ αυτών των δύο τόσο ανόμοιων πλασμάτων).

Τέλος, πρωταγωνιστεί και η αγάπη για το θέατρο, με αφορμή την οποία ο συγγραφέας παραθέτει πολλές σκέψεις για την τέχνη. Μια εύστοχη  παρατήρηση είναι, φερειπείν, ότι ακόμα κι όταν ένας ρόλος είναι βουβός, ο ηθοποιός φτιάχνει μαζί με τον άλλον μια ατμόσφαιρα, δεν κοιτάει παθητικά (ο πιο μικρός και ασήμαντος δραματουργικά ρόλος δεν παύει να ζει πάνω στη σκηνή ως ολοκληρωμένος άνθρωπος). ή, όπως γράφει κάπου αλλού, δεν υπάρχουν μικροί ρόλοι, μεγάλοι ρόλοι.
Η μεγάλη αγάπη του Αυγουστίνου για το θέατρο, όπως είναι κι αυτή μοιραία τραγική. Γιατί πρώτα απ’ όλα θέλει αλλά δεν μπορεί:
Έχουν οι ηθοποιοί ένα άλλο μέτρο εκτίμησης της απόδοσής τους: την καθαρή απόλαυση που αισθάνονται υπάρχοντας πάνω στη σκηνή. Απόλαυση ίσον απελευθέρωση. Άφημα, λύσιμο, και επομένως ανάταση, δόνηση, πλήρωση. Ο Αυγουστίνος δεν ένιωθε απόλαυση. Δε λυτρωνόταν ποτέ από το εσώτερο εκείνο μάτι που διαρκώς έκρινε και ανέλυε. Και την ίδια στιγμή γνώριζε πως αυτό είναι ίδιον ηθοποιού περιορισμένων δυνατοτήτων. Του το έλεγε η φωνή από μέσα. Το κραύγαζε.
Είχε όμως μια απάντηση να δώσει.
«Ό, τι και να μου λέτε, εγώ ξέρω ένα κι άλλο κανένα. Το θέατρο είναι η μόνη δουλειά που θέλω να κάνω στη ζωή μου!»

Έτσι, παρόλη την παταγώδη αποτυχία ακόμα και της θεατρικής σκηνής που έφτιαξε (λίγο άκυρο το θέμα της συνέντευξης για τον ολοκληρωτισμό/συνδέει τον Χίτλερ με το ταλέντο/δε μας είχε δώσει τέτοια δείγματα πριν, ίσως είναι μια παραδοχή μέσα στην απελπισία του επειδή δεν είχε το χάρισμα) αποτολμά να ξαναπαίξει, βάζοντας το μαχαίρι στο κόκκαλο.

Είναι η τελική κορύφωση, στιγμή της υπέρβασης, η τελευταία παράσταση της ζωής του, όπου ο θεατρικός θάνατος συμπίπτει με το φυσικό θάνατο, και… αυτό που δε γινόταν σε καμιά περίπτωση να αιτιολογηθεί ήταν η χρονική σύμπτωση του θανάτου του ηθοποιού και του ρόλου. 

Χριστίνα Παπαγγελή

Παρασκευή, Νοεμβρίου 22, 2013

Ο ίλιγγος (Mr Vertigo), Πολ Όστερ

-Δε μου χρειάζεται σχολείο. Έχω καλύτερους τρόπους να περνάω την ώρα μου.
-Σπουδαία. Μίλησες σαν αληθινός διανοούμενος.

Όταν ένα βιβλίο ξεκινά «ήμουν δώδεκα χρονών όταν περπάτησα για πρώτη φορά στο νερό» υποψιάζεσαι ότι πρόκειται ή για παραμύθι ή για καμιά μεταφυσική αρλούμπα∙ ιδιαίτερα όταν ακολουθεί στην ίδια, πρώτη σελίδα αναφορά σε Δάσκαλο που προτίθεται να μάθει το νεαρό του μαθητή να… πετά. Παρόλο που αφενός τα παραμύθια τα βαριέμαι πια (ιδιαίτερα τα «νεωτερικά» όπου στο όνομα του μύθου συγχωρείται κάθε αυθαιρεσία και κάθε φαντασιοπληξία) αφετέρου  τα μεταφυσικά μηνύματα μου φαίνονται συνήθως απλοϊκά, το «υπερφυσικό» (ας μην πω μεταφυσικό) αυτό παραμύθι του Πολ Όστερ το ρούφηξα. Κι αυτό γιατί είναι… γητευτής, έχει μαγικό γράψιμο, όχι μόνο ως προς το ύφος αλλά κι ως προς την πλοκή.
Αυτό που τραβά το ενδιαφέρον στην πρώτη σελίδα, π.χ., είναι ότι ο Δάσκαλος είναι σκαιός [«δεν είσαι παρά ένα ζώο», είναι οι πρώτες του κουβέντες στον Γουόλτ(!)] και ξεχωρίζει ως μαθητευόμενο τον εννιάχρονο πιτσιρικά γιατί ήταν ο πιο μικρός, ο πιο βρώμικος, ο πιο απορριγμένος απ όλους, ένα αλητάκι που ζητιάνευε τις παραμονές της κρίσης του ’29. Η παράξενη συμφωνία έλεγε ότι αν δεν του μάθει να πετά μέχρι τα δεκατρία, ο Γουόλτ θα του έπαιρνε το κεφάλι μ’ ένα τσεκούρι! Έτσι, έχουμε περιέργεια για το πώς αυτό το παράδοξο συμπεθεριό (ατόμων που, όπως προδιαγράφεται, απεχθάνονται τις ηθικολογίες), θα καταλήξει σε μια σπάνια πνευματική επικοινωνία δυο ανθρώπων που είναι -όσο το δυνατόν- καθαροί από κοινωνικούς προσδιορισμούς.
Η παραδειγματική αυτή σχέση δάσκαλου-μαθητή (που υποκαθιστά και τη σχέση πατέρα-γιου, δεδομένου ότι ο μικρός δεν έχει παρά έναν άχρηστο θείο και μια ανύπαρκτη θεία) συμπληρώνεται από τη γυναικεία παρουσία της Γουίδερσπουν (μια πιπερογυναίκα με τα όλα της), του μεγάλου έρωτα του δάσκαλου Γιεχούντι. Μια γυναίκα που επίσης μοιάζει να χει βγει από παραμύθι, και που υποκαθιστά τρόπον τινα το εξιδανικευμένο θηλυκό/μητρικό στοιχείο (για μια στιγμή πέρασε απ το νου μου πως είναι η μητέρα μου κι επειδή ήξερα ότι η μητέρα μου ήταν νεκρή, σκέφτηκα πως είχα πεθάνει κι εγώ). Την οικογένεια υποκαθιστά ακόμα η Ινδιάνα Μάμα Σιου (αρχέτυπο μάνας) κι ένα δεκαπεντάχρονο μαύρο αγόρι που αγαπά τα βιβλία, ο Αίσωπος, που η αιθιοπική επιδερμίδα του δημιουργεί ακραία ρατσιστικά συναισθήματα στον Γουόλτ (στη συνέχεια γίνεται ο πρώτος αληθινός φίλος που είχε ποτέ). Όλοι αυτοί, με κορυφαίο τον Γιεχούντι, δουλεύουν σκληρά στο αγρόκτημα του δάσκαλου, το οποίο τους παρέχει σχετική αυτάρκεια, και χρηματοδοτούνται ενίοτε από την πλούσια, πριγκιπική Γουίδερσπουν.

Ο αυθάδης και απείθαρχος μικρός, λοιπόν, έχει «το χάρισμα» - άλλωστε η αμορφωσιά του αποτελεί προσόν (όσο πιο τούβλο είσαι, τόσο πιο εύκολα θα’ ναι και για τους δυο μας. Δε θα χρειαστεί να χασομερήσουμε για να ξεμάθεις αυτά που ξέρεις). Όμως η εκπαίδευση περνά από μονοπάτια απρόσμενα (σκληρές στερήσεις, απεχθής χειρωνακτική δουλειά σε πολύ σκληρές συνθήκες), γιατί όπως λέει κι ο ίδιος ο δάσκαλος, «εσύ κι εγώ, γιε μου, ξεκινάμε ένα πολύ μακρύ ταξίδι και το πρώτο που πρέπει να κάνω είναι να τσακίσω τον εγωισμό σου». Φυσικά ο μικρός Γουίλ αντιδρά έντονα,  το σκάει αρκετές φορές με αξιοθρήνητη αποτυχία (έμοιαζε σα να ξερε πως σκόπευα να το σκάσω προτού καν το αποφασίσω εγώ ο ίδιος, λες κι ο μπάσταρδος βρισκόταν μέσα στο κεφάλι μου και μαζί με τους χυμούς του μυαλού μου, ρουφούσε και τις πιο μυστικές, τις πιο κρυφές κι από μένα ακόμα σκέψεις μου). Η τελευταία φορά που το σκάει, η πιο δραματική, καταλήγει μετά από έντονη σύγκρουση σε πολυήμερη βαριά αρρώστια (όταν κάποια στιγμή είπα πως πίστευα ότι αυτή οφειλόταν στην πολύωρη παραμονή μου στο κρύο και στο χιόνι, ο Δάσκαλος απέρριψε μονομιάς την άποψή μου και μου εξήγησε πως επρόκειτο για την αρρώστια της ύπαρξης, η οποία ήταν γραφτό να με χτυπήσει αργά ή γρήγορα. Κατά τα λεγόμενά του, προτού προχωρήσω στο επόμενο στάδιο της εκπαίδευσής μου, έπρεπε να αποβάλω όλα τα δηλητήρια που βάραιναν το σώμα μου.(…) Η συνάντησή μας στη Γουιτσίτα είχε συντμήσει το χρόνο, αφού η διαπίστωση πως δε γινόταν να του ξεφύγω, με είχε αναγκάσει να υποταχτώ και το συγκεκριμένο διανοητικό χτύπημα που είχα δεχτεί είχε πυροδοτήσει την αρρώστια μου).  Ο μικρός Γουίλ βέβαια αποδίδει την καθοριστική αυτή μεταστροφή σε πιο απλά αίτια: το χαμόγελο της Μάμα Σιου, και το μητρικό φιλί που του δίνει καθώς κάθεται στο προσκέφαλο του άρρωστου παιδιού. Εξίσου καθοριστική άλλωστε είναι και η αγάπη που δείχνει στον ετοιμοθάνατο Γουίλ ο ίδιος ο δάσκαλος (η φωνή του, καθαρή και σοβαρή, τρύπωνε μέσα μου).
Η συμπεριφορά του αλητάκου δεν αλλάζει - η γκρίνια, οι καυστικές παρατηρήσεις∙ όλοι όμως τώρα τον υποδέχονται με «γελαστή ευμένεια». Οι αρχικές επιφυλάξεις του έχουν ξεπεραστεί κι ο Δάσκαλος ξαναγίνεται τύραννος, αλλά θεωρεί ότι ο μαθητής του έχει περάσει παλληκαρίσια τα δώδεκα στάδια και τώρα «θα στραφεί στον ουρανό». Όταν κάποιος έρχεται και σου λέει πως είναι ο πατέρας σου, αφήνεσαι στα χέρια του, έστω κι αν ξέρεις πως δεν είναι. Οι δοκιμασίες όμως από δω και πέρα γίνονται απρόβλεπτα πιο σκληρές. Κορυφαίος ο… ενταφιασμός για είκοσι ώρες στο υγρό χώμα με ένα μόνο σωλήνα για αναπνοή∙ κορυφαίος όχι λόγω δυσκολίας αλλά γιατί αλλάζει όλη του η οπτική:
Ήταν μια εμπειρία που δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ. Ξέρω πως αυτό ακούγεται σαν κάτι όντως αποτρόπαιο, αλλά η πραγματικότητα είναι πολύ χειρότερη κι απ τη στιγμή που θα περάσει κανείς μερικές ώρες στα βάθη της γης ο κόσμος μετέπειτα του φαίνεται εντελώς διαφορετικός. Μ’ άλλα λόγια τα πάντα αλλάζουν και γίνονται ανείπωτα όμορφα, μόνο που όλη αυτή η ομορφιά τους είναι διαποτισμένη από ένα φως τόσο εφήμερο και αφύσικο, που δεν αποκτούν ποτέ αληθινή υπόσταση. (…) Ο αληθινός τρόμος αρχίζει αργότερα, όταν σε ξεθάψουν και ξανασταθείς στα πόδια σου, αφού όλα όσα τύχει να σου συμβούν έκτοτε στην επιφάνεια, είναι άρρηκτα δεμένα με τις ώρες που πέρασες στα βάθη.

Η μαγική στιγμή της ανύψωσης έρχεται απρόσμενα…:  έτσι απλά, χωρίς προετοιμασία, χωρίς κανένα προαίσθημα. (…) Πριν καν συνειδητοποιήσω τι μου χε συμβεί, με κυρίεψε ένας βαθύς και χωρίς όνειρα ύπνος μέσα στον οποίο βυθίστηκα σαν πέτρα που βυθίζεται στον πυθμένα του σύμπαντος. Και παρακάτω: όμως αντί να με γεμίσει έκσταση, μου προξένησε άφατο τρόμο. Είναι φανερό ότι ο συγγραφέας συνδυάζει την απόκτηση αυτής της εξαιρετικής ιδιότητας με την πνευματική και συναισθηματική ωρίμανση, ένα είδος κάθαρσης. Ο Γουίλ «δουλεύει σκληρά» για να πετύχει την κίνηση
σε συνδυασμό με την ανύψωση (το όνειρο των ονείρων) έως ότου συνειδητοποιεί ότι δεν είναι δυο εντελώς διαφορετικά πράγματα.
Ένας άλλος άξονας γύρω από τον οποίο στριφογυρίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη είναι η προσωπικότητα της Γουίδερσπουν, και η σχέση της με τους δυο ήρωες, ιδιαίτερα τον Γιεχούντι, ο οποίος δείχνει ιδιαίτερα ερωτευμένος κι ευάλωτος (ήταν ολοφάνερο πως ο δάσκαλος, αν κι ήταν σωστή μεγαλοφυΐα κι αληθινός μάγος, δεν ήξερε καθόλου από γυναίκες).  

Ωστόσο, τη μέθη της επιτυχίας ανακόπτει ένα συνταρακτικό γεγονός: μια επιδρομή Κου Κλουξ Κλαν οδηγεί τους δυο αγαπημένους συντρόφους (Μάμα Σιου και Αίσωπο) στην κρεμάλα, ενώ το σπίτι γίνεται στάχτη. Το επεισόδιο επιδρά καταλυτικά όχι μόνο στην πορεία των δυο πρωταγωνιστών αλλά και στη σχέση τους: ο δάσκαλος πέφτει σε βαριά κατάθλιψη που ενισχύεται από τύψεις, κι όταν αυτό τραβά σε βάθος χρόνου, φέρνει σε αμηχανία τον Γουίλ. Η ολοκληρωτική έλλειψη εσωτερικής σκληράδας, η αδυναμία του να αντιμετωπίσει κατάματα τη ζωή, μ’ έκαναν να τα βάλω μαζί του. Ακόμα κι η ανέμελη και ασταθής  κα Γουίδερσπουν (με την οποία η σχέση γίνεται πολύ συναρπαστική) έχει αρχίσει να κουράζεται. Όμως ο μαθητευόμενος έχει μπει σε μια τροχιά εξέλιξης, κι όταν ο δάσκαλος λυτρώνεται από τις ενοχές του ξεκινούν κι οι δυο μαζί ταξίδια σε όλη την Αμερική με σκοπό την προβολή του Γουόλτ.  Από δω και πέρα απολαμβάνουμε τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις σε όλη την Αμερική,  την ανοδική πορεία προς τη δόξα και την τελειοποίηση των πτήσεων.

Τα απροσδόκητα γεγονότα όμως δεν σταματούν, κι είναι κι αυτό χαρακτηριστικό στοιχείο της μαγικής γραφής του Όστερ∙ και  συνήθως ο αναγνώστης νιώθει ότι υπάρχει μια κλιμακωτή πορεία, κι όταν υπάρχει νέα ανατροπή νιώθει ότι δεν θα μπορούσε παρά έτσι να εξελιχθούν τα πράγματα: Όταν πια ο Γουόλτ αρχίζει και ενηλικιώνεται (σπαρταριστές οι σκηνές με το «μπιντού» (= σπέρμα) του), οι  ανυπόφοροι πονοκέφαλοι που τον συνοδεύουν μετά τις πτήσεις είναι η αρχή του τέλους για την καριέρα του (έχεις κότσια αγόρι μου, γι αυτό και σ’ αγαπώ. Όμως στη σταδιοδρομία όλων όσων κάνουν αυτό που κάνεις εσύ, έρχεται μια στιγμή που η ανύψωση στον αέρα εγκυμονεί κινδύνους και πολύ φοβάμαι πως έχει φτάσει πια για σένα αυτή η στιγμή/ Δεν πρόκειται να υπάρξουν άλλες παραστάσεις Γουόλτ, τα πάντα τελείωσαν. Ο Γουόλτ, το παιδί θαύμα, δεν υπάρχει πια/είναι η εκδίκηση της βαρύτητας, γιε μου). Παρόλο το σοκ του Γουόλτ, με τη βοήθεια του Δάσκαλου ορμάνε σε νέα σχέδια (πέντε ολόκληρα χρόνια δουλειάς και δεκάδες άλλα σχεδιασμών και αναζητήσεων είχαν χαθεί μέσα σε μια ώρα κι όμως εκείνος επέμενε να καταστρώνει νέα σχέδια, λες και τα πάντα ήταν ορθάνοιχτα μπροστά μας και μας περίμεναν). Τέλος, η αρρώστια και ο παράδοξος τρόπος με τον οποίο πεθαίνει τελικά ο Δάσκαλος είναι κατά τη γνώμη μου η κορυφαία σκηνή, και πολύ καθοριστική για τη μετέπειτα ψυχολογία του πρωταγωνιστή/αφηγητή. Άλλωστε δεν είναι πια παιδί.
Το βιβλίο όμως δεν τελειώνει εδώ. Βλέπουμε – πιο συνοπτικά, φυσικά- τον μικρό Γουόλτ να ενηλικιώνεται, να κοινωνικοποιείται, να κάνει οικογένεια  και να κλείνει παλιούς λογαριασμούς, φερειπείν με τον αδίστακτο θείο. Χρόνια αργότερα, μάλιστα,  θα ξαναβρεί ανέλπιστα την Γουίδερσπουν (η κα Γουίδερσπουν ήταν από τις γυναίκες εκείνες που κάνουν συνέχεια πράγματα που δεν τα περιμένεις), και μάλιστα θα συγκατοικήσουν.  Όμως, όπως λέει κι εκείνος, το καλύτερο μέρος του εαυτού του  είχε μείνει κοντά στον Γιεχούντι, σ’ εκείνη την έρημο της Καλιφόρνια όπου άφησε την τελευταία του πνοή. Τον είχα θάψει μαζί με τον Σπινόζα του, το βιβλίο με τα αποκόμματα του τύπου για το παιδί θαύμα και το κορδόνι με το κομματάκι από το μικρό μου δάχτυλο.
Η ουσία ήταν πως δεν υπάρχουν πια τέτοιας λογής άνθρωποι. Ο Δάσκαλος ήταν ο στερνός ενός είδους ανθρώπων που έχει εκλείψει πια. Ακόμα κι αν τον έριχνες μέσα στη ζούγκλα, θα νιωθε μια χαρά. Δε θέλω βέβαια να πω πως θα γινόταν βασιλιάς της. Θα αφομοίωνε όμως τους νόμους της καλύτερα από τον καθένα. Μπορούσες να τον ρίξεις στο βόθρο, να τον φτύσεις κατάμουτρα και να του ραγίσεις την καρδιά και την ώρα που εσύ νόμιζες πως ήταν τελειωμένος για τα καλά, να τον δεις να τινάζεται όρθιος, έτοιμος να αντιμετωπίσει και πάλι τα πάντα. Μην πεις ποτέ πάει πέθανα. Αυτό ήταν το πιστεύω του κι ήταν ήδη ένα πιστεύω που το χε εφεύρει ο ίδιος.

Χριστίνα Παπαγγελή