Τετάρτη, Ιουλίου 04, 2012

Ο ασημένιος κύκνος, Μπέντζαμιν Μπλακ


Πρόκειται για ένα από τα λίγα αστυνομικά μυθιστορήματα που έγραψε ο Ιρλανδός συγγραφέας Τζον Μπάνβιλ με το όνομα Μπέντζαμιν Μπλακ, και με τον γνωστό, από προηγούμενο μυθιστόρημα ήρωά του στο ρόλο του «ντέτεκτιβ», τον Δουβλινέζο παθολόγο   Κουίρκ.
Κουρασμένος από τις προηγούμενες τραγικές του περιπέτειες (πράγμα που μας προσελκύει να διαβάσουμε το προηγούμενο βιβλίο του, Ο διπλός θάνατος της Κριστίν Φολς) και απρόθυμος να μπλεχτεί σε νέες υποθέσεις, ο Κουίρκ δέχεται την επίσκεψη ενός παλιού συμμαθητή του, του Μπίλι Χαντ, του οποίου η γυναίκα αυτοκτόνησε κάτω από ανεξιχνίαστες συνθήκες. Η μόνη δέσμευση του Κουίρκ είναι να καταθέσει, ως ιατροδικαστής, χωρίς να γίνει νεκροψία. Να κουκουλωθεί, δηλαδή, η υπόθεση με τη γνωμάτευση ότι πρόκειται για αυτοκτονία. Κι αυτό από μόνο του, βέβαια, αποτελεί ένα μυστήριο προς επίλυση. Επιπλέον, όμως, ο Κουίρκ πρόσεξε το μικροσκοπικό σημάδι από την τρυπούλα στο μέσα μέρος του κατάλευκου αριστερού της μπράτσου.
Έτσι, ο ήρωάς μας εξαναγκάζεται ηθικά να ξετυλίξει το νήμα ενός μυστηρίου, στο οποίο μάλιστα κατά σύμπτωση εμπλέκεται και η κόρη του, με την οποία η σχέση είναι κάπως διαταραγμένη. Το μυστήριο της απροσδόκητης αυτοκτονίας αφορά μια όμορφη γυναίκα ταπεινής καταγωγής (ήξερε πως ήταν πολύ ωραία για τις Πολυκατοικίες) που παντρεύτηκε μεν τον κατά πολύ μεγαλύτερό της «ξενέρωτο» Μπίλι Χαντ, αλλά σαγηνεύτηκε κυριολεκτικά από την προσωπικότητα του Δόκτορα Κρόιτς, ενός μυστηριώδους τύπου που δήλωνε «πνευματικός θεραπευτής». Ο συγγραφέας περιγράφει πολύ πειστικά όλον αυτόν το δρόμο της σαγήνης που παγίδεψε την Ντίρντρι, ή αλλιώς Λόρα Σουάν, (εξ ου και ο τίτλος «Ασημένιος κύκνος», που είναι και το όνομα του σαλονιού ομορφιάς που άνοιξε η Ντίρντρι). Δεν είχε όμως ερωτικές σχέσεις με τον Κρόιτς, αλλά με τον Λέσλι, έναν απροσδιόριστης ηθικής τύπο, με τον οποίο διατηρούσε το σαλόνι ομορφιάς. Οι σκηνές ερωτισμού είναι μαγευτικές, η ντροπαλή Ντίρντρι ανοίγεται σε φαντασιώσεις παροξυσμικές και η ψυχική ένταση δείχνει ότι βιώνει ένα βαθύ και μοναδικό έρωτα.
Πάντοτε ντρεπότανε για το σώμα της, φανταζόταν ότι γι αυτό έφταιγε το ότι μεγάλωσε στις Πολυκατοικίες, όπου έπρεπε να κοιμάται στο δωμάτιο των γονιών της ακόμα κι όταν δεν ήταν πια παιδί, χωρίς να μπορεί να μείνει μόνη πουθενά, ούτε καν στην τουαλέτα, αφού ο πατέρας της δεν έφτιαχνε την κλειδαριά, που είχε σπάσει πριν από τόσο πολύ καιρό που κανείς δεν θυμόταν.
(…) Ναι, αυτό το μέρος που την είχε πάει ο Λέσλι ήταν διαφορετικό, ένα μέρος που δεν ήξερε ότι υπήρχε, κι όμως με κάποιον τρόπο δεν της φαινόταν καθόλου ξένο. Ήταν σαν ένα μέρος όπου είχε πάει στην παιδική της ηλικία και το είχε ξεχάσει και στο οποίο είχε τώρα επιστρέψει ξαφνικά, αναπάντεχα. Ήταν ένα κράμα επιπόλαιης προσδοκίας και εύθυμου τρόμου, που έκανε το δέρμα της να τσούζει και τη φωνή της βραχνή.

Έχει ενδιαφέρον κανείς να παρακολουθεί τον τρόπο που λειτουργούν τα κυκλώματα εκμετάλλευσης και εκβιασμού, τα οποία ανατέμνει ο Μπάνβιλ με μεγάλη μαστοριά, και τα οποία δίνουν την απάντηση στο μυστήριο του θανάτου της Λόρα. Ο εκβιασμός αφορά φωτογραφίες άσεμνου περιεχομένου, και η διαφθορά διαβρώνει τις σχέσεις των δύο ανδρών (Κρόιτς- Λέσλι) οδηγώντας τους σε νέους εκβιασμούς και εγκληματικές ενέργειες. Διαβρώνει και τη σχέση της Λόρα με τον Λέσλι, εφόσον την εγκαταλείπει ξαφνικά:
Ξαφνικά σχεδόν δεν την ήξερε- θα μπορούσε να είναι μια άγνωστη, μια υπηρέτρια που νοικοκύρευε το δωμάτιο ή μια άστεγη που είχε μπει περιπλανώμενη από το δρόμο.
Είναι παράξενος ο τρόπος που έχουν τα πράγματα να διαλύονται, ενόσω ένα κορμί εξακολουθεί να είναι ευδαιμονικά ανίδεο για τα τι συμβαίνει. Είχε εξαντλήσει ό, τι ήταν από αυτήν χωρίς να το ξέρει, και τώρα είχε τελειώσει. Θα ακολουθούσε η συνηθισμένη αναστάτωση, κλάματα και παρακάλια, φωνές και αλληλοκατηγορίες, όμως δε θα διαρκούσαν και πολύ. Ήταν παλιά καραβάνα στο να τελειώνει καταστάσεις.
 Το τέλος όμως είναι απροσδόκητο και η κάθαρση ικανοποιεί τον αναγνώστη.

Χριστίνα Παπαγγελή

Παρασκευή, Ιουνίου 22, 2012

Η θάλασσα, Τζον Μπάνβιλ

Οι μορφές του παρελθόντος επιστρέφουν στο τέλος
γυρεύοντας τα χρωστούμενά τους

Η  ψυχοσύσταση ενός μεσήλικου άνδρα που έμεινε μόνος  -μετά το θάνατο της γυναίκας του από καρκίνο και την αυτονόμηση της κόρης του- διαγράφεται μέσα από το διεισδυτικό και αναλυτικό γράψιμο του Τζον Μπάνβιλ. Στο θέμα, λοιπόν, αλλά και στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο συγγραφέας, το βιβλίο μοιάζει πάρα πολύ με την «Έκλειψη»∙ θα μπορούσε ο ένας ήρωας/αφηγητής να εναλλάσσεται με τον άλλον. Παρόλ’ αυτά, δε νιώθει κανείς την «επανάληψη». Το γράψιμο είναι πάντα φρέσκο, αυθεντικό, αποτελεί μια συνέχεια, ή, έστω, μια παραλλαγή σ’ ένα μοτίβο.
Μετά τον τραγικό χαμό της Άννας, ο ήρωας και αφηγητής Μαξ Μόρντεν επιστρέφει στο χωριό όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια, με μια διάθεση ενδοσκόπησης  και ανασύνταξης δυνάμεων (τα πάντα ήταν λιγάκι εκτός κλίμακας, καμιά γωνιά δεν ήταν απολύτως σωστή/ το μοντέλο του σπιτιού που είχα μες στο κεφάλι μου, όσο κι αν πάσχιζε να ταιριάξει με το πραγματικό, έβρισκε επίμονη αντίσταση). Με εσωτερικό μονόλογο, η συνείδηση χτίζει σιγά σιγά τον εαυτό της αναλογιζόμενη τις εμπειρίες, το παρελθόν και ό, τι έχει μείνει παροντικό. Η ατμόσφαιρα του σπιτιού οδηγεί σε κατάδυση στην παιδική ηλικία, στα πρόσωπα του παρελθόντος∙ στις νεανικές ελπίδες, στις διαψεύσεις, στις ματαιώσεις. Η εσωτερική αφήγηση είναι ο συνήθης τρόπος που ακολουθούν οι ηλικιωμένοι για να «τακτοποιούν» τον κόσμο τους. Και μεις γινόμαστε μάρτυρες μιας τέτοιας διαδικασίας.

Αναρωτιέμαι αν άλλοι άνθρωποι, όταν ήταν παιδιά, είχαν αυτού του είδους την εικόνα, την ασαφή και συγκεκριμένη ταυτόχρονα, του πώς θα ήταν όταν μεγάλωναν. (…) Όταν, τότε, κρυφοκοιτούσα με λαχτάρα μέσα από την ομίχλη του απόλυτα πραγματικού για να διακρίνω το φαντασιώδες τώρα, έτσι ακριβώς προέβλεπα τον φανταστικό εαυτό μου: σαν έναν άνθρωπο με βολικά ενδιαφέροντα και ελάχιστη φιλοδοξία, καθισμένο σ’ ένα δωμάτιο όπως ετούτο εδώ, στην πολυθρόνα ενός καπετάνιου, σκύβοντας μπροστά στο τραπεζάκι μου, αυτήν ακριβώς την εποχή, που ο χρόνος φθίνει προς τη δύση του με ήπιες καιρικές διαθέσεις, που τα φύλλα κυλούν τρεχάτα, το φως της μέρας ξεθωριάζει ολοένα και οι λάμπες των δρόμων ανάβουν ένα μόλις δέκατο του δευτερολέπτου νωρίτερα κάθε βράδυ που περνάει. Ναι, έτσι φανταζόμουν την ενήλικη ζωή, σαν ένα παρατεταμένο εύκρατο φθινόπωρο, μια κατάσταση γαλήνης και συναισθηματικής ουδετερότητας, όπου τίποτα δεν έχει απομείνει από την ακατέργαστη αμεσότητα της παιδικής ηλικίας τη μόλις υποφερτή, όπου όλοι οι γρίφοι που με βασάνιζαν τότε έχουν πια λυθεί, όλα τα μυστήρια έχουν αποκαλυφθεί, όλα τα ερωτήματα έχουν απαντηθεί και όπου οι στιγμές πέφτουν σαν ψιχάλες, κυλούν σχεδόν απαρατήρητες, η μια χρυσή στάλα μετά την άλλη, μέχρι την τελευταία, τη σχεδόν απαρατήρητη, τη νεκρική. 

Ο Μαξ ανασυνθέτει ό, τι τον σημάδεψε ανεξίτηλα, δείχνοντας και σε μας τον τρόπο πρόσληψης όλων των βιωμάτων. Τη σχέση με την κοινωνικά ανώτερη οικογένεια Γκρέις, τη ντροπή για την καταγωγή του (ήμουν γεννημένος για τη μεγάλη ζωή και μου έλειπαν μόνο τα μέσα/εξάλλου τι είναι το χρήμα; Σχεδόν τίποτα όταν έχεις μπόλικο), τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, ένα πολύ τραγικό γεγονός στην εφηβεία∙ κι αργότερα,  την ιδιαίτερη σχέση με την Άννα (τη γυναίκα του) και την Κλερ, την κόρη του∙ την αναγγελία του επικείμενου θανάτου και την αμηχανία στη σχέση από δω και πέρα. Κι όλα αυτά δίνονται χωρίς χρονική σειρά, συνειρμικά κι άτακτα, με διάσπαρτες, ιμπρεσιονιστικές  πινελιές, καθώς ο ήρωας βάζει τάξη στις αναμνήσεις του, προσπαθώντας να βρει νόημα- συνοχή.

Ο ιμπρεσιονισμός στο γράψιμο δεν έγκειται, όπως συνήθως πιστεύεται, στη δημιουργία μιας θολής απεικόνισης ή στα αδιάφανα συναισθήματα. Η καταγραφή της αίσθησης είναι πολύ ακριβής, ρεαλιστική  και αναλυτική, και παράλληλα λυρική κι ατμοσφαιρική, κι αυτή είναι η μεγάλη αρετή του συγγραφέα. Οι μνήμες του είναι διάφανες,  το σκηνικό είναι γεμάτο σιωπές διαλογισμού, γεμάτο φως και θάλασσα, χρώματα, ιριδισμούς. Δεν είναι άλλωστε τυχαία η εκτεταμένη αναφορά  στον ζωγράφο Πιερ Μπονάρ. Επιπλέον, πρόκειται για κάποιον ήρωα που έχει το θάρρος να κοιτάξει κατάματα και να φέρει στο «φως» ό, τι τον διαμόρφωσε, ακόμη κι αν τον πόνεσε.

Ένας άξονας μνήμης είναι η Άννα. Μια σχέση ήρεμη, διακριτική κι αλληλοσυμπληρούμενη, όπως φαίνεται, από την αρχή της μέχρι το τέλος.

Συνειδητοποιώ ολοένα πόσο λίγο την ήξερα, δηλαδή πόσο επιφανειακά την ήξερα, πόσο αδέξια. Δεν κατηγορώ τον εαυτό μου γι αυτό. Ίσως θα έπρεπε. Μήπως ήμουν υπερβολικά τεμπέλης, αδιάφορος, απορροφημένος από τον εαυτό μου; Ναι, ήμουν όλα αυτά κι όμως δεν θεωρώ ότι υπάρχει φταίξιμο, αυτή η λησμοσύνη, αυτή η άγνοια. Προτιμώ να σκέφτομαι ότι απλώς περίμενα πολλά. (…) Η αλήθεια είναι ότι δεν επιθυμούσαμε να μάθουμε ο ένας τον άλλον. Μάλλον, αυτό ακριβώς επιθυμούσαμε: να μην ξέρουμε ο ένας τον άλλον.
Ο στοχασμός πάνω στη σχέση του με την Άννα τον κάνει να συνειδητοποιήσει θεμελιώδη ζητήματα για τον ίδιο του τον εαυτό: δεν ήταν αυτό που ήμουν που δεν μου άρεσε, εννοώ το ξεχωριστό, το θεμελιώδες εγώ μου –αν και ομολογώ ότι η ιδέα ενός ξεχωριστού θεμελιώδους εγώ είναι από μόνη της προβληματική- αλλά το συνονθύλευμα των επιδράσεων, των κλίσεων, των ιδεών, των ταξικών τικ, που μου είχαν κληρονομήσει η καταγωγή και η ανατροφή  μου, αντί προσωπικότητας. Ναι, αντί προσωπικότητας, ποτέ δεν είχα προσωπικότητα, όχι όπως έχουν άλλοι άνθρωποι ή νομίζουν πως έχουν. Ήμουν ανέκαθεν ένας ξεχωριστός καν- ένας, η πιο ισχυρή επιθυμία του οποίου ήταν να γίνει ένας δυσδιάκριτος κάποιος. Κατάλαβα αμέσως ότι η Άννα ήταν το μέσο για τη μεταμόρφωσή μου. Ήταν ο καθρέφτης που εξομάλυνε όλες τις παραμορφώσεις μου. «Γιατί να μην είσαι ο εαυτός σου;» μου έλεγε τον πρώτο καιρό του δεσμού μας. «Να είσαι ο εαυτός σου» και εννοούσε φυσικά «να είσαι όποιος θες εσύ». Αυτή ήταν η σιωπηρή μας συμφωνία, ότι θα απαλλάσσαμε ο ένας τον άλλον από το βάρος του να είμαστε ό, τι μας έλεγαν όλοι οι άλλοι πως είμαστε.
Η είδηση ότι η Άννα είναι άρρωστη και μένει ακόμα ένας χρόνος ζωής διαμορφώνει καθοριστικά τη σχέση, εγκαινιάζοντας μια περίοδο «αμηχανίας» (το ένιωθε και η Άννα, είμαι σίγουρος. Ναι, αμηχανία, μια αίσθηση πανικόβλητης άγνοιας για το τι πρέπει να πούμε, πού να κοιτάζουμε, πώς να συμπεριφερθούμε, μια και κάτι άλλο επίσης, που δεν ήταν ακριβώς οργή, αλλά ένα είδος εριστικής ενόχλησης, εριστικής απέχθειας για την αδυσώπητη θέση στην οποία είχαμε περιέλθει)
Όπως κι ο Μπονάρ με τη Μαρτ στο Λε Μποσκέ, έτσι κι ο Μαξ με την Άννα μένουν την τελευταία αυτή χρονιά στο παραθαλάσσιο σπίτι τους, «τρέμοντας τον ερχομό της άνοιξης, όλη αυτή την αβάσταχτη οργιώδη οχλοβοή».
«Σε λυπάμαι καημένε Μαξ», μου είπε μια μέρα, «που πρέπει διαρκώς να προσέχεις τι λες και να είσαι τόσο ευγενικός όλη την ώρα». Η άνοιξη που φοβόταν είχε έρθει και παρέλθει αλλά εκείνη ήταν πολύ άρρωστη για να ενοχληθεί από τους αναβρασμούς της. (…) Μετακίνησε το κεφάλι της στο μαξιλάρι και μου χαμογέλασε. Το πρόσωπό της, οστέινο πια, είχε αποκτήσει μια τρομακτικά όμορφη όψη. «Δεν σου επιτρέπεται ούτε να με μισείς λιγάκι», αποκρίθηκε, «όπως έκανες άλλοτε». Κοίταξε έξω, τα δέντρα, για λίγο κι ύστερα στράφηκε πάλι σε μένα και χαμογέλασε πάλι και μου χάιδεψε το χέρι. «Μη στενοχωριέσαι», είπε. «Κι εγώ σε μισούσα, λιγάκι. Άνθρωποι ήμασταν, εξάλλου».
Τότε πια, ο παρατατικός ήταν ο μόνος χρόνος ρήματος που χρησιμοποιούσε.

Άλλος κεντρικός άξονας είναι η σχέση με την ανώτερη κοινωνικά οικογένεια Γκρέις, που τάραξε την καθημερινότητα και τη ρουτίνα του Μαξ στα παιδικά του χρόνια. Αρχικά, η ερωτική λαχτάρα για τη μητέρα που τον οδήγησε σε «κρίσεις ακατάσβεστου πόθου» και «λυγμούς, χειμαρρώδεις, δυνατούς και απολαυστικά ανεξέλεγκτους».  Θα έλεγε τότε ότι ήταν όμορφη, αν και ήξερε πως δε ήταν (μάλλον κοντόχοντρη, τα χέρια της παχουλά και κόκκινα, κλπ/ ήταν ένα πλάσμα της φαντασίας μου και ταυτόχρονα μια γυναίκα από αναπόφευκτη σάρκα και οστά, από ιστούς, οσμές και γαλακτοφόρους αδένες).
Το περίεργο, ένα από τα πολλά περίεργα, που αφορούσαν το πάθος μου για την κυρία Γκρέις ήταν ότι ξεθύμανε την ίδια ακριβώς στιγμή που έφτασε σ’ αυτό που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως αποθέωσή του.
Η αποκαθήλωση του ινδάλματος γίνεται με μεγάλη ψυχογραφική δεξιοτεχνία, καθώς κι η γέννηση του έρωτα προς το ατίθασο αγοροκόριτσο, την κόρη της οικογένειας, τη Χλόη.
Τα χείλη της Χλόης ήταν δροσερά και στεγνά. Γεύτηκα τη λαχανιασμένη της ανάσα.

Ο ήρεμος θάνατος της Χλόης και του δίδυμου, μουγγού αδερφού της Μάιλς στη θάλασσα, αποτελεί και τον τραγικό επίλογο του βιβλίου, παρόλο που σα γεγονός διαδραματίστηκε όταν ο Μαξ ήταν παιδί. Τα δυο αδέρφια μπήκαν στη θάλασσα, κολύμπησαν ήρεμα κι εξαφανίστηκαν, σχεδόν σαν τον Τσακίρογλου στα «Χρώματα της ίριδας». Δεν ξέρω τι σκεφτόμουν. Δε θυμάμαι να σκεφτόμουν τίποτα. Υπάρχουν στιγμές τέτοιες, όχι αρκετά συχνές, που το μυαλό απλώς εκκενώνεται. Ήταν πια μακριά οι δυο τους, τόσο μακριά ώστε φαίνονταν σαν αχνές κουκίδες ανάμεσα στον αχνό ουρανό και την ακόμη αχνότερη θάλασσα κι έπειτα η μια κουκίδα χάθηκε. Ύστερα απ’ αυτό, τέλειωσαν όλα πολύ σύντομα.
Συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν η παραμάνα των παιδιών, η Ρόουζ, που είναι το ίδιο πρόσωπο με την κυρία Βάβασουρ που περιποιείται τον ηλικιωμένο πια Μαξ, βοηθώντας στην «κάθαρση», τη λύση του πλέγματος των μυστήριων σχέσεων στη μοιραία οικογένεια.  

Η ζωή μου περνούσε μπροστά από τα μάτια μου, όχι αστραπιαία, όπως λένε ότι συμβαίνει σε όσους πρόκειται να πνιγούν, αλλά με ένα είδος αργόσχολης σύσπασης, αδειάζοντας σιγά σιγά τα μυστικά της και τα κοινά μυστήριά της, προετοιμαζόμενη για τη στιγμή που θα έπρεπε να μπω στη μαύρη βάρκα και να διασχίσω το σκιερό ποτάμι, με το νόμισμα του περαματάρη κρύο μες στο χέρι μου που έχει αρχίσει κιόλα να παγώνει. Όσο παράξενος κι αν ήταν, πάντως, αυτός ο φανταστικός τόπος της προαναχώρησης, δεν μου ήταν εντελώς ανοίκειος. Που και πού στο παρελθόν, είχα αισθανθεί να διατρυπώ τη μεμβράνη της απλής συνείδησης και να περνώ σε μια άλλη κατάσταση, που δεν είχε όνομα, μια κατάσταση όπου δεν ίσχυαν οι γνωστοί νόμοι, όπου ο χρόνος προχωρούσε διαφορετικά, εάν προχωρούσε καθόλου, όπου δεν ήμουν ζωντανός ούτε το άλλο και όμως πιο έντονα παρών απ΄ ό, τι θα μπορούσα ποτέ να είμαι σε αυτό που αποκαλούμε, επειδή είμαστε υποχρεωμένοι, πραγματικό κόσμο.

Χριστίνα Παπαγγελή

Παρασκευή, Ιουνίου 15, 2012

Τα τέσσερα χρώματα του καλοκαιριού, Τεύκρος Μιχαηλίδης

Τρυφερό και δροσερό βιβλίο, όπως φαίνεται από την πρώτη ήδη φράση: «Πάντως εμένα τα καλοκαίρια με γεμίζουν μελαγχολία».  Εικόνες καλοκαιριού γεμίζουν θλίψη τον αφηγητή, κι αυτό γιατί «κάθε καλοκαίρι φέρνει στο νου την ανάμνηση εκείνου του καλοκαιριού».
Ο γνωστός από τα Πυθαγόρεια εγκλήματα συγγραφέας (κι από το Αχμές, ο γιος του φεγγαριού) μάς βάζει πάλι στην καρδιά ενός μαθηματικού προβλήματος που απασχόλησε τη μαθηματική κοινότητα στο πρώτο μισό του 20ου αι. (και απαντήθηκε με τη χρήση των υπολογιστών),  ενώ παράλληλα ταυτιζόμαστε με τις εμπειρίες και τα συναισθήματα του αφηγητή, που βρίσκεται το 1970 φιλοξενούμενος στη Σέριφο από κάποιο παλιό συμφοιτητή. Μυρωδιές από καλοκαίρι, από το κυκλαδίτικο νησί, αναφορές στην ιστορία του που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και τις σχέσεις του παρόντος(έχουμε μία από τις μεγαλύτερες και πιο αιματηρές απεργίες του συνδικαλιστικού κινήματος των μεταλλωρύχων, το 1916) κι ένας κεραυνοβόλος έρωτας ανάμεσα στον αφηγητή και την εγγονή του συμπρωταγωνιστή, είναι το μυθιστορηματικό πλαίσιο όπου τοποθετείται το «ανοικτό μαθηματικό πρόβλημα των τεσσάρων χρωμάτων».  
Τα τέσσερα χρώματα του τίτλου, λοιπόν, δεν αφορούν μόνο το καλοκαίρι (γαλάζιο, χρυσό/καφεκίτρινο, λευκό, κόκκινο) αλλά και το γνωστό μαθηματικό πρόβλημα, που ανήκει στον κλάδο «θεωρία των γραφημάτων»: μπορεί κάθε χάρτης να χρωματιστεί με τέσσερα χρώματα το πολύ, ώστε οι γειτονικές χώρες να είναι χρωματισμένες διαφορετικά; Ή : τέσσερα χρώματα αρκούν για να χρωματίσουμε επίπεδα σχήματα που συνορεύουν μεταξύ τους, έτσι ώστε δύο σχήματα που έχουν κοινό σύνορο να μην έχουν ίδιο χρώμα; Το πρόβλημα ανήκει στην κατηγορία των προβλημάτων που έχουν πολύ εύκολη διατύπωση αλλά εξαιρετικά δύσκολη λύση∙ απασχόλησε τη μαθηματική κοινότητα και λύθηκε εντέλει (δηλαδή αποδείχτηκε, παύοντας να αποτελεί εικασία, εφόσον εξετάστηκαν οι άπειρες περιπτώσεις) με τη βοήθεια του ηλεκτρονικού υπολογιστή, που χρειάστηκε 1000 ώρες! Αυτού του είδους η απόδειξη έθεσε μια σειρά άλλων προβλημάτων περί του τι είναι απόδειξη, εφόσον κάποιοι μαθηματικοί έφεραν ενστάσεις, θεωρώντας ότι με τη «μηχανιστική» απόδειξη του ηλεκτρονικού υπολογιστή τα μαθηματικά υποβιβάζονται σε πειραματική επιστήμη (Τζων Χόργκαν: «απόδειξη που προσφέρει πιθανότητα  -ορθή με πιθανότητα 95%- αντί για βεβαιότητα αλήθειας αποτελεί σχήμα οξύμωρο»).
Όμως, φυσικά το μυθιστόρημα δεν προχωρά τόσο πολύ. Το μαθηματικό πρόβλημα « των τεσσάρων χρωμάτων» απασχόλησε πάρα πολύ τον πατέρα της Ερνεστίν  -της σερφιώτισσας που ερωτεύτηκε ο πρωταγωνιστής μας. Ο συμπρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ο Έρνστ Ντύπερματ, πατέρας εξαφανισμένος της Ερνεστίν,  ήταν Γερμανός που είχε μια εφήμερη σχέση με τη μάνα της Ερνεστίν, στα χρόνια της κατοχής (και υπήρξε βέβαια και η αιτία της διαπόμπευσης της μάνας της). Στα χέρια της Ενεστίν τώρα βρίσκεται η μελέτη του πατέρα της, αλλά δεν μπορεί να τη διαβάσει, λόγω γλώσσας.  Ο ήρωάς μας, πτυχιούχος μαθηματικός, ανακαλύπτει την εργασία του , και γεννά ελπίδες ότι βρέθηκε η ζητούμενη απόδειξη.   
         
Το ιστορικό υπόβαθρο περιγράφεται σχεδόν ισοδύναμα με τις μαθηματικές αναφορές, και, όπως επισημαίνει κι ο ίδιος ο συγγραφέας  στο τέλος (στο κεφάλαιο «σχόλια- αναφορές»), τα στοιχεία που δίνονται για τα ιστορικά πρόσωπα είναι απολύτως ακριβή. Έτσι, έχουμε αναφορές στους Γερμανούς μεταλλειολόγους Γρόμαν (πατέρα και υιό) που εκμεταλλεύονταν αισχρά τους εργαζόμενους στο Μέγα Λιβάδι και πνίξαν στο αίμα την εξέγερση του 1916 (δε λέω, τα μεταλλεία φέραν στον τόπο μας ψωμί, τι ψωμί όμως ήταν αυτό… Μαύρο και ματωμένο. Αυτός ο Γρόμαν ήταν αχόρταγος), τον αναρχοσυνδικαλιστή Κωνσταντίνο Σπέρα, τους μαθηματικούς Λαντάου, Ταϊχμούλερ, Σώντερς, Νέδερ, κ.α. Μεταφερόμαστε και στη ναζιστική Γερμανία, όπως και στη Σέριφο του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου.Τα περισσότερα στοιχεία μας τα δίνει το ημερλόγιο του παππού της Ερνεστίν, του Ζυλ Ντυσάν, που ήταν Γάλλος μηχανικός και διορίστηκε στα μεταλλεία της Σερίφου το 1910.
Το βιβλίο δηλαδή κινείται σε τρία χρονικά επίπεδα, με σημαντικότερο άξονα τον "τωρινό" της αφήγησης, δηλαδή την περίοδο 1970-1985. 

Ένα μικρό λάθος στην αρχή μπορεί να προκαλέσει ένα τεράστιο λάθος στο τέλος.
               (Henri Poincarѐ)
Ένα μικρό λάθος στην απόδειξη που εκπόνησε ο Ζυλ για το πρόβλημα των «τεσσάρων χρωμάτων», ένα στοιχείο που δε στηριζόταν σε βάσιμη απόδειξη, τίναξε όλο το οικοδόμημα στον αέρα. Ανάλογη ήταν και η σχέση του ήρωα με την Ερνεστίν. Η ελπίδα που είχε γεννηθεί στην καρδιά της Ερνεστίν, γκρεμίστηκε και μαζί γκρεμίστηκε και κάθε εμπιστοσύνη που είχε στον αφηγητή μας. Μια μικρή παρεξήγηση, ένας λάθος χειρισμός, μια αναπότρεπτη παρανόηση απομάκρυνε οριστικά τους δυο ερωτευμένους, για να ξανασμίξουν όμως δεκαπέντε χρόνια αργότερα, κάτω από νέες συνθήκες.
Η ποιητική ιδιοσυστασία του πρωταγωνιστή δίνεται με ελαφριές πινελιές (στίχους, τραγούδια, κλπ) δίνοντας έναν ανάλαφρο τόνο στο μυθιστόρημα. 

Χριστίνα Παπαγγελή

Τετάρτη, Ιουνίου 06, 2012

Οι αλεπούδες του Γκόσπορτ, Μένης Κουμανταρέας

Κάπως «παλιομοδίτικο» το πρώτο αυτό έργο του Μένη Κουμανταρέα (γραμμένο το 1959, που είχε όμως μείνει ανέκδοτο), με την έννοια ότι σε μεταφέρει σε εποχές «άλλων ηθών». Είναι αυτοβιογραφικό, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, κι έχει ως θέμα  την εμπειρία ενός Έλληνα νεαρού (δηλαδή του ίδιου) που φτάνει στο Γκόσπορτ της Αγγλίας το καλοκαίρι του 1949 (όπου µε είχε στείλει ο πατέρας µου να µάθω καλύτερα τα αγγλικά ή “για να γλιτώσω από τους κοµµουνιστές”, λέει στη συνέντευξή του), προκειμένου δηλαδή να εξασκηθεί στην αγγλική γλώσσα, μαζί με άλλους αλλόγλωσσους νεαρούς και νεαρές. Τα πρόσωπα είναι αληθινά, τα γεγονότα πραγματικά, ιδωμένα βέβαια από την οπτική του συγγραφέα.
Αφηγητής λοιπόν είναι ο Μίνις (<Μένης<Αριστομένης) ο οποίος αφηγείται με χρονική σειρά αλλά σχολιάζοντάς τα γεγονότα εκ των υστέρων, σε μια πιο ώριμη ηλικία, σ’ ένα είδος εσωτερικού μονόλογου. Η γλαφυρότητα της αφήγησης και η πρόθεση του συγγραφέα να μεταφέρει μια γεύση μυστηρίου από την παρθενική αυτή εμπειρία, θυμίζει στην αρχή αστυνομική ιστορία ή κάποιο κλασικό μυθιστόρημα του Ντίκενς. Βλέπουμε τον νεαρό ήρωα να  φτάνει με το τρένο στο Γκόσπορτ, να ανακαλεί με υποβλητικές λεπτομέρειες τις πρώτες εντυπώσεις του[1], σα να ψάχνει για τα σημάδια των γεγονότων που πρόκειται να ακολουθήσουν, και που τον έχουν σημαδέψει τόσο βαθιά, όσο βαθιά χαράζονται οι πρώτες κοινωνικές εμπειρίες στην ψυχή του εφήβου. Χαρακτηριστική η φιγούρα της οικοδέσποινας του πανδοχείου που τον φιλοξένησε, της κυρίας Μπάρτον, αλλά ακόμα πιο χαρακτηριστική η εικόνα του «Ταγματάρχη», του καθηγητή των αγγλικών που απ την αρχή έθεσε τους μυστηριώδεις «όρους» του στο νεαρό μαθητευόμενο:
Το μόνο που θα πρέπει να σας απασχολήσει αυτό το καλοκαίρι είναι η αγγλική γλώσσα. Διαφορετικά, δε μπορώ να αναλάβω καμιά ευθύνη για αυτά πιθανόν να σας συμβούν.
Και παρακάτω:
Οσοδήποτε και αν σας παραξενέψει αυτό που θα σας πω, πρέπει να το ακούσετε με προσοχή. Να είστε επιφυλακτικός με τις γυναίκες που τριγυρνούν σ’ αυτά εδώ τα μέρη. Οφείλω να σας ειδοποιήσω ότι υπάρχουν μερικές ντόπιες κοπέλες που αρέσκονται στο  να προσελκύουν τους ξένους. Προσοχή στις μικρές αλεπούδες λοιπόν, αλλά καμιά φορά (χτύπημα στο χάρακα) και στους μικρούς αλεπούδους που μας επισκέπτονται.

Αυτές είναι λοιπόν οι «αλεπούδες του Γκόσπορτ», κι ο Κουμανταρέας διαλέγει αυτό το «χαϊδευτικό προσωνύμι, το λίγο δηκτικό» προοιωνίζοντας την αθώα πονηριά της νιότης, τη σκανταλιά, την πρόκληση και τους πειρασμούς της ετερόκλητης συντροφιάς που για ένα καλοκαίρι  βίωσε την παραβίαση των κοινωνικών όρων και ορίων. Άλλωστε, μετά απ’ αυτά τα λόγια, κι ο ίδιος ο ήρωας  αδημονεί να ζήσει την ένταση, όπως φαίνεται αμέσως μετά:
Η μόνη μου επιθυμία ήταν να γνωρίσω μια ώρα αρχύτερα τους ανθρώπους που μαζί τους θα ζούσα εκείνο το καλοκαίρι. Κάτι μέσα μου μου έλεγε πως ίσως κι εγώ να μην ανήκα στον κλειστό κόσμο της νομιμότητας που υπογράμμιζε ο ταγματάρχης, αλλά σ’ αυτόν τον άλλον κόσμο που ανήκαν ο Λ., ο Ρ., η κυρία Μπ. , ίσως ακόμα οι μικρές αλεπούδες του Γκόσπορτ.

Ποιες είναι λοιπόν οι αλεπούδες; Αρχικά οι δυο αγγλίδες, η Νόρμα (αυτό το απίστευτα όμορφο και παγερό ον που λεγόταν Νόρμα) και η Σήλια (τρομερά υπάκουη και αφοσιωμένη στη Νόρμα), που τραβά όμως  περισσότερο την προσοχή του Μίνις. Είναι ο Ιταλός Λουίτζι, δυο Γάλλοι ο Ροβέρτος κι ο Γκυ και οι δυο δίδυμοι, μισητοί, πάντα μαυροντυμένοι, -φασίστες ή αναρχικοί;- κι ανώνυμοι στο μυθιστόρημα Βέλγοι. Οι σχέσεις από την πρώτη μέρα γίνονται άμεσες, τολμηρές και συνωμοτικές∙ και σε κάποιες περιπτώσεις (κυρία Μπάρτον, πατέρας της Νόρμα, μαμά της Σήλιας) οι εξομολογήσεις μοιάζουν σαν κάτι φυσικό στον αγνό κι έμπιστο αποδέκτη, δηλαδή τον Μίνις. Σχέσεις ερωτισμού αλλά και εξουσίας αλλάζουν σκυτάλη, με αποκορύφωμα την εκδρομή στο νησί με το Φάρο. Τα γεγονότα εκεί σημαδεύουν όλους αλλά αποκαλύπτουν και το πιο βαθύ τους πρόσωπο.  
Οι δυο Βέλγοι, σε απόσταση αρχικά, προκαλούν τους υπόλοιπους: κι εσείς, όπως κι εμείς, ήρθατε στο Γκόσπορτ για να τελειοποιήσετε τα αγγλικά σας. Μα όλοι ξέρουμε πως είναι το τελευταίο πράγμα που μας νοιάζει. Αυτό που μας νοιάζει είναι η ταχύτητα, η ένταση της στιγμής. Τους «προσκαλούν» στην πανευρωπαϊκή οργάνωσή τους «ο Τίγρης» (έχουμε ομάδες, αρχηγούς, όλοι είμαστε μοιρασμένοι σε ακτίνες και υπακούμε σε νόμους), πέρα από κομμουνισμό και καπιταλισμό. Η άρνηση των υπόλοιπων πολώνει τις σχέσεις με τους Βέλγους, αλλά θερμαίνει την επαφή μεταξύ τους. Θύμα συναισθηματικού εκβιασμού ο ευάλωτος Ιταλός Λουίτζι.
Άσε τους μελοδραματισμούς, Λουίτζι. Τα δάκρυα δεν ωφελούν. Ρίχνουμε το σφάλμα στο Φάρο, στο νυχτερινό μπάνιο, στους Δίδυμους, στο Νησί, στον Ταγματάρχη. Στο βάθος είμαστε υπεύθυνοι εμείς οι ίδιοι και κανείς άλλος.
Με κοιτούσε έκπληκτος, με τα μεγάλα ιταλικά του μάτια κατακόκκινα, κι εγώ, οπλισμένος με τον ιταλικό εγωισμό μου, άλλο δεν έκανα από το να τον πληγώνω περισσότερο.

Από το προτελευταίο κεφάλαιο, «Τελευταία μέρα στο Γκόσπορτ», αρχίζει  ο επίλογος, και λειτουργεί σαν «έξοδος». Μετά από τα γεγονότα, αλλά και την αποδεδειγμένη ανικανότητα του Ταγματάρχη να μάθει στους μαθητές του αγγλικά, η οικογένεια του Μένη τον καλεί πίσω στην Ελλάδα. Ενόψει του αποχωρισμού οι αποκαλύψεις κι οι εξομολογήσεις στον  ξεχωριστό Μένη μάς συμπληρώνουν την ψυχογραφία κάθε προσώπου.  Πρώτα- πρώτα του ψυχρού Ροβέρτου που αποχαιρετά τον Μίνις κλαίγοντας σα μικρό παιδί για το χαμένο ερωτά του, τη Νόρμα (ώστε αυτό είναι λοιπόν ο έρωτας, σκέφτηκα με πανικό. Ν’ αγνοείς όλες τις ταπεινώσεις, να χειροδικείς, να κλείνεις τα μάτια μπρος στη λογική. Μήπως ήμουν ανίκανος να νιώσω κι εγώ παρόμοια συναισθήματα ή μήπως δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα;). έπειτα, είναι η σειρά της γλυκιάς και μοναχικής κυρία Μπάρτον. Και μένει τελευταία η γλυκιά Σήλια, που προσμένει μέχρι την τελευταία στιγμή την αναίρεση του τέλους.
Ένα λεωφορείο περνά. Ένα ακόμα λεωφορείο. Απόψε όλα τα λεωφορεία περνούν μπροστά από το σπίτι της Σήλια. Της Σήλια, που είναι το τελευταίο πειστήριο που κρατώ στα χέρια μου από το καλοκαίρι. «Θα μου γράφεις, Μινίς, δεν είν’ έτσι; Θα μου γράφεις;» «Το υπόσχομαι». Επιτέλους ένα λεωφορείο σταματά εμπρός μας. Σαν να το έχουν στείλει ειδικά για μένα. Ο εισπράκτορας, ένας κουρασμένος σαρανταπεντάρης, μας κοιτά στοχαστικά. Πηδώ στο λεωφορείο. Μες απ’ το τζάμι βλέπω ακόμα το κόκκινο παλτό της. Δεν έφυγε. Δεν θα φύγει. Είναι εκεί και με περιμένει, τουλάχιστον ως τότε, κάποτε, που θα γράψω γι’ αυτήν. 

Χριστίνα Παπαγγελή


[1] Η νεολαία τότε δεν είχε καµία σχέση µε τη σηµερινή που ταξιδεύει µε το Erasmus και έχει πολλές εµπειρίες. Ηταν µια περίεργη εποχή και ήταν περίεργο το πώς µαζεύτηκαν σε εκείνο το χωριό τόσοι νέοι από διάφορες χώρες. ∆εν ξέρω αν είναι µυθιστόρηµα ενηλικίωσης. Ας πούµε ότι είναι ένα µυθιστόρηµα µε ήρωες εφήβους, σε µια εποχή που σηµαίνει το τέλος της αθωότητας σε έναν κόσµο που δεν θα υπάρξει ποτέ ίδιος. Μην ξεχνάτε, µόλις είχε τελειώσει ο πόλεµος. Φεύγοντας από την Αθήνα για το Γκόσπορτ – και ήµουν πολύ νέος – ιδέα δεν είχα για τον κόσµο γύρω µου, τότε καθυστερούσαµε πολύ να ωριµάσουµε (Συνέντευξη στο Βήμα, 27- 11-2011).

Πέμπτη, Μαΐου 31, 2012

Εις γην Χαναάν, Σεμπάστιαν Μπάρυ

Πάει ο Μπιλ μου.

Είναι η πρώτη, απέριττη και συγκλονιστική πρόταση του κειμένου. Αυτή που διαποτίζει όλη την ύπαρξη, όλες τις αναμνήσεις κι όλες τις αφηγήσεις της ηλικιωμένης Ιρλανδέζας ηρωίδας του μυθιστορήματος. Και τα κεφάλαια τιτλοφορούνται ως εξής: πρώτη μέρα χωρίς τον Μπιλ, δεύτερη μέρα χωρίς τον Μπιλ κ.ο.κ.

Τι ήχο να κάνει μια ογδοντaεννιάχρονη καρδιά που ραγίζει; Μπορεί να μη διαταράσσει καν τη σιωπή, και το δίχως άλλο ως ήχος θα είναι αχνός πολύ.

Κι αυτή είναι η δεύτερη πρόταση.

Έτσι μπαίνουμε κατευθείαν στην καρδιά του εσωτερικού μονόλογου της υπερήλικης γυναίκας, που έχει μείνει μόνη και καταγράφει τη θυελλώδη της ζωή προσπαθώντας να αποδώσει ένα τελικό νόημα. Η εξιστόρηση απλώνεται θαρρείς σε ομόκεντρους κύκλους, κι έχει ως κέντρο/αφετηρία το πιο πρόσφατο σκάνδαλο, το σκάνδαλο του θανάτου του μοναδικού δικού της ανθρώπου, του εγγονού της Μπιλ, που αυτοκτονεί αναπάντεχα μετά τη συμμετοχή του στον πόλεμο του Κόλπου.
Τίποτ’ άλλο στον κόσμο δε θα μ’ έκανε να πιάσω το γράψιμο. Μ’ αρέσουν οι ιστορίες που λέει ο κόσμος, από στόμα σε στόμα- ή από την πάνω τρύπα, όπως το λέγαμε στην Ιρλανδία. Απλές ιστορίες, αυθόρμητες, αστείες. Όχι ψυχοπλανταγμένα παραμύθια της Ιστορίας.

Κι έχω χορτάσει Ιστορία όλη μου τη ζωή από τη ζωή μου την ίδια.

Η ταραγμένη ιστορία της Ιρλανδίας του 20ου αι. αφήνει τα αποτυπώματά της στις ζωές των ηρώων του Σεμπάστιαν Μπάρυ, όπως άλλωστε είδαμε και στα δυο άλλα του βιβλία, τη Μυστική γραφή (κι εδώ ηρωίδα είμαι μια υπερήλικη γυναίκα) αλλά και στο «Μακριά, πολύ μακριά». Η ιδιαιτερότητα της ιστορίας της Ιρλανδίας με την ιδιότυπη συμμετοχή της στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (βλ. «Πασχαλινή εξέγερση» του 1916, που δίχασε τους Ιρλανδούς σ’ αυτούς που πολεμούσαν το γερμανικό ιμπεριαλισμό ως Βρετανοί στρατιώτες και σ’ αυτούς που πολεμούσαν στο πλευρό της Γερμανίας τον ιμπεριαλισμό των Βρετανών) ενέπνευσε τον συγγραφέα να δώσει οριακές ψυχικές καταστάσεις των πρωταγωνιστών του, που βιώσαν επώδυνα τις αντιφάσεις της ιστορίας. Έτσι, όπως κι ο Γουίλι στο «Μακριά, πολύ μακριά» και η Ροσίν στη «Μυστική γραφή», η ορφανή από μητέρα Λίλι Μπιρ ζει έντονη τη συναισθηματική σύγκρουση λόγω πολιτικών αντιθέσεων, στην τρυφερή -λόγω ορφάνιας- σχέση της με τον πατέρα της. Πρώτη φορά που καταλαβαίνει ότι ο πατέρας της έχει εχθρούς, τη μέρα που ο πατέρας χρίστηκε αστυνομικός διευθυντής της Μητροπολιτικής Αστυνομίας του Λονδίνου.
Τίποτα δεν συγκρίνονταν με το αίσθημα που με πλημμύριζε στο θέαμα του πατέρα μου με την καινούρια του επίσημη στολή μέχρι που ο νους σκοντάφτει στην αλλόκοτη σκηνή που κάνει την ανάμνηση να ξινίζει, κι αναρωτιέμαι μέχρι σήμερα κατά πόσον είδα όντως αυτό που νόμισα πως είδα. Μέλη της νέας πολιτοφυλακής, άνθρωποι του ίδιου του Λάρκιν [1] αμαυρώνουν τον θρίαμβο του πατέρα αμολώντας μέσα στο καινούριο σπίτι του μιαν… αρκούδα. 

… τον ίδιο τον Λάρκιν τον οποίο ο πατέρας μου είχε συλλάβει στην οδό Σάκβιλ πριν από χρόνια, τον καιρό των ταραχών και του σάλου που’ χε ξεσπάσει με τις ανταπεργίες στο Δουβλίνο. Και δε νομίζω, κι ας βρισκόταν πλέον στην κορφή της σταδιοδρομίας του, ότι ξέφυγε ποτέ στ’ αλήθεια από κείνη τη στιγμή, κι ούτε τα μάτια του καθάρισαν ποτέ απ’ την καινούρια σκόνη και τα κυνηγόσκυλα της λύπης.

Η Λίλι Μπιρ βιώνει επώδυνα τις ιδιοτροπίες της ιστορίας, όπως άλλωστε υπαγορεύει η ταραγμένη και ματωμένη πορεία της Ιρλανδίας. Ο πατέρας, υπάλληλος του «Στέμματος» της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, την εποχή που φουντώνει ο ιρλανδικός αγώνας για ανεξαρτησία ("δεν θα απολογηθώ εκ μέρους του, αλλά ούτε θα τον απαρνηθώ, λέει τώρα η ογδονταεννιάχρονη Λίλη, που «στραγγίζει τα κατακάθια του παρελθόντος"). Ο αδερφός Γουίλι που, παιδί ακόμα, πέφτει θύμα του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου στο πλευρό των Βρετανών. Η πρώτη αγάπη της, ο Τατζ Μπιρ, φίλος και συμπολεμιστής του Γουίλι (τον είδε να σκοτώνεται), παρόλο που ο πατέρας του ήταν Εθελοντής, διορίζεται με τη βοήθεια του πατέρα της Λίλι του στην «βοηθητική αστυνομία» στους ονομαζόμενους «Μαύρους».
Ήταν περήφανος που δούλευε, κάνοντας κάτι συγγενικό με τη στρατιωτική του θητεία, κάτι που θα του επέτρεπε να υπηρετήσει την πατρίδα του. Ένιωθε πως έκανε ένα νέο ξεκίνημα. Δεν πίστευε σε καμιά νέα Ιρλανδία, αγαπούσε με κατάνυξη την παλιά. Το νέο σώμα είχε αξιοπρεπείς απολαβές, μα κατά τα’ άλλα είχε ελάχιστους πόρους και είχε οργανωθεί με υπερβολική βιασύνη. Ούτε στολές δεν είχαν καλά καλά, και το πρώτο διάστημα φορούσαν ό, τι περίσσευε από το στρατό και την αστυνομία, μισά- μισά, και τους είχε βγει το παρατσούκλι Μαύροι.
Η απερισκεψία αυτή αποδεικνύεται μοιραία, γιατί ο Τατζ καταδικάζεται σε θάνατο από τον ΙΡΑ, σε αντίποινα για το φόνο τεσσάρων παλληκαριών του ΙΡΑ∙ και η καταδίκη αφορά και τη Λίλι και «δεν έχει σημασία αν είναι αλήθεια ή ψέμα παιδί μου». Το αρραβωνιασμένο ζευγάρι φεύγει κρυφά για Αμερική, ενώ ακόμα καλά καλά δε γνωρίζονται (δε γνωρίζω μετά βεβαιότητος ποια ήταν η γνώμη μου για τον Τατζ ως εκείνο το βράδυ. Και είναι άσκοπο να μιλήσω γι αγάπη, γιατί αυτή δεν υπάρχει άνθρωπος που να την κατέχει απόλυτα. Τα νιάτα λεν τη λέξη σα να μην κρύβει μυστήριο κανένα, σαν κάτι το δεδομένο, όπως η καλόγρια που λέει «Θεός»).
Η ωρίμανση της σχέσης των δυο νέων έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, εφόσον είναι σχεδόν παιδιά όταν φτάνουν στην «Γη Χαναάν», και χωρίς έντονους ψυχικούς δεσμούς μεταξύ τους∙ άλλωστε, υπάρχει σιωπή γύρω από τα επίμαχα θέματα. Η ογδονταεννιάχρονη Λίλι αναπολεί την περίοδο εκείνη κι αποκαλύπτει πλούσια συναισθήματα κι έντονο λυρισμό, παρόλη την αθωότητα και την άγνοια (παραδέρναμε στην Αμερική- κυνηγημένοι ίσως, μολονότι ο Τατζ ισχυριζόταν με κάποια αισιοδοξία ότι είχαμε περάσει απαρατήρητοι, δεν ήμασταν πλέον ενωμένοι όπως πριν, μα παράδοξα χωρισμένοι απ’ την ίδια την απειλή της σαρκικής μας ένωσης).

Και παρακάτω, όταν πια προσαρμόστηκαν:

Ήταν πιο εύκολα τα πράγματα για μας εκεί, το δίχως άλλο, διότι δεν υπήρχε προϊστορία. Συνειδητοποιούσα λίγο λίγο ότι ως κόρη του πατέρα μου, ασυναίσθητα, είχα περάσει ως κοριτσάκι και αργότερα ως νέα κοπέλα μια κάποια τραγική ιστορία, όπου το κάθε τι προσέκρουε πάντα σε κάτι άλλο. όπου ο σεβασμός το πατέρα μου στον Βασιλιά προσέκρουε στο ότι ο πατέρας του Τατζ ήταν μέλος των Ιρλανδών Εθελοντών, όπου το φευγιό του Γουίλι στον πόλεμο προσέκρουε στον θάνατό του, όπου ακόμα και το Γουίκλοου προσέκρουε στη ζωή μας στο Δουβλίνο, και τα ρείκια που μας κουβαλούσαν με το λεωφορείο προσέκρουαν με το αναπόφευκτο μαύρισμά τους, με τα μικρά μαυρισμένα ανθάκια τους να λένε: ο καιρός έρχεται και παρέρχεται. Όπου το ίδιο το γεγονός της ζωής μου προσέκρουε στο γεγονός ότι η μητέρα μου είχε πεθάνει για να με φέρει σ’ αυτή τη ζωή.

Τα γεγονότα ωστόσο εξακολουθούν να πέφτουν σαν καταιγίδα στη ζωή της Λίλι, και οδηγούν σε μια διαρκή ερήμωση: ο Τατζ δολοφονείται μπροστά στα μάτια της από τους πολιτικούς διώκτες που γυρεύουν εκδίκηση, δίνοντας το σήμα κινδύνου και για τη δική της ζωή. Αγωνίζεται μόνη της, σε μια άγνωστη ήπειρο για την αξιοπρέπεια και την επιβίωση. Ο πατέρας του παιδιού της, ο Τζο Κίντερμαν εξαφανίζεται εγκαταλείποντάς την έγκυο. Ο Εντ, ο γιος της, ζωντανός- νεκρός μετά τη συμμετοχή του στον πόλεμο του Βιετνάμ, εξαφανίζεται και αποκαλύπτει, όταν πια η Λίλι είναι σε μεγάλη ηλικία, ότι δε μπορεί να μεγαλώσει το δικό του γιο, τον Μπιλ (το Βιετνάμ, που είχε αφήσει το γιο μου κούφιο απομεινάρι ανθρώπου, ήταν ένας πόλεμος παρατεταμένος και φαινομενικά ατέλειωτος, κι ακόμα κι όταν τέλειωσε, τέλειωσε με αυτό που λέμε ήττα (…) πόσο χειρότερο πρέπει να ήταν για τα παιδιά του Βιετνάμ, που’ χαν περάσει αδιάκοπες σφαγές και συντριβές, μόνο και μόνο για να τους περιφρονούν και να τους παραγκωνίζουν στην ίδια τους την πατρίδα. Αυτό τον έστειλε στα βουνά τον Εντ, εν μέρει τουλάχιστον. Είμαι σίγουρη).

Εγκαταλείψεις και συναντήσεις γεμάτες φόρτιση, αγάπη, ομορφιά και αντιφάσεις. Όταν π.χ. ξανασυναντά μετά από χρόνια τον Τζο, τυχαία στο δρόμο, η ένταση κορυφώνεται. Τα ανάμεικτα συναισθήματα της Λίλι δεν την εμποδίζουν να παρατηρήσουν τα λεπτεπίλεπτα δάχτυλά του, τα εξωφρενικά όμορφα χέρια του. Τέτοιου είδους εντάσεις και απρόοπτα συνεχίζονται μέχρι το σήμερα (που η υπερήλικη γυναίκα γράφει τις αναμνήσεις της), οπότε στο πρόσωπο του έμπιστου γείτονα αποκαλύπτεται ο… δολοφόνος του Τατζ!

Η πλοκή μπορεί να φαίνεται υπερβολική, με πολλές συμπτώσεις και ανατροπές αλλά ο συγγραφέας για άλλη μια φορά χειρίζεται με μεγάλη επιδεξιότητα την ένταση των συγκινήσεων. Άλλωστε, η γραφή (τόσο της Λίλι όσο και του συγγραφέα) επικεντρώνεται στον τρόπο πρόσληψης των γεγονότων κι όχι στα γεγονότα αυτά καθαυτά. Οι άνθρωποι που αγάπησε και μίσησε παίρνουν τη θέση τους σιγά σιγά μέσα στην παραιτημένη ψυχή, ωριμάζουν δίνοντας μια νέα γαλήνη.

Και το σκοτάδι ήταν τόσο σκοτεινό που’ μοιαζε με φως, μολονότι δεν ήταν, ήταν ένα σκότος καθ’ όλα κατανοητό, ήταν το μέσα των πραγμάτων(…)
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] Στις 26 Αυγούστου 1913 ξεκίνησε η μεγαλύτερη απεργία στην ιστορία της Ιρλανδίας, που διήρκεσε μαζί με την ανταπεργία των εργοδοτών έως τις 18 Ιανουαρίου 1914. Της απεργιακής κινητοποίησης ηγούνταν οι τραμβαγιέρηδες, με επικεφαλής τον συνδικαλιστικό θρύλο της Ιρλανδίας Τζέιμς Λάρκιν. Την Κυριακή 31 Αυγούστου σε μία από τις διαδηλώσεις τους στην οδό Σάκβιλ του Δουβλίνου (σήμερα οδός Ο' Ντόνελ) χτυπήθηκαν βάναυσα από την αστυνομία, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δύο απεργοί και να τραυματισθούν εκατοντάδες. Η ανταπεργία (λοκάουτ) των εργοδοτών προκάλεσε δυσεπίλυτα προβλήματα στους εργαζομένους, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την απεργία και να επιστρέψουν στις δουλειές τους στις 18 Ιανουαρίου 1914

Σάββατο, Μαΐου 12, 2012

Το κορίτσι με το τατουάζ, Στιγκ Λάρσον (« Οι άντρες που μισούσαν τις γυναίκες»)

Όπως και το μεσογειακό αστυνομικό του Μονταλμπάν, του Ιζζό, του Καμιλέρι ή του Μάρκαρη, ψάχνει κι εκείνος, πιο πολύ από τη λύση ενός αινίγματος – που έχει όμως κι αυτή τη θέση της, δημιουργώντας το ανάλογο σασπένς- τους κοινωνικούς, πολιτικούς, οικονομικούς μηχανισμούς που παράγουν το σύγχρονο έγκλημα. Μόνο ου το έγκλημα στις βόρειες χώρες έχει μια ψυχοπαθολογία της οποίας το ανάλογο μπορεί να αναζητήσει κανείς μόνο στις ΗΠΑ. Ο φονιάς που σκοτώνει από ευχαρίστηση δεν είναι αντικείμενο του μεσογειακού συγγραφέα, γιατί τέτοιο έγκλημα στον κόσμο της μεσογειακής εξωστρέφειας απαντάται πολύ σπανιότερα. Αντίθετα εκεί, η επιφανειακή ηρεμία κρύβει –τουλάχιστον αυτό μας λένε οι βόρειοι συγγραφείς- αβυσσαλέα σκοτάδια ψυχής. Εξ ού και το βόρειο αστυνομικό- με την εξαίρεση ίσως του Κόναν Ντόιλ και λίγων κεντροευρωπαίων- είναι το μόνο ευρωπαϊκό που συστηματικά ενσωματώνει το φαινόμενο των σίριαλ κίλερ. Στοιχείο που ευφυώς εδώ συνδέεται με το φαινόμενο της ένταξης ομάδων του σουηδικού πληθυσμού σε ναζιστικές οργανώσεις ήδη από τη δεκαετία του ’20.
Μανώλης Πιμπλής, από τον πρόλογο του βιβλίου
Ιστορία μυστηρίου [1] γύρω από την εξαφάνιση μιας δεκαεξάχρονης κοπέλας στο καλοκαιρινό φεστιβάλ  της σουηδικής πόλης Χέντεμπι. Η υπόθεση ξεχνιέται γρήγορα λόγω έλλειψης στοιχείων, εφόσον δεν υπάρχει καμία ένδειξη αν το κορίτσι ζει ή αν πέθανε, αν το έσκασε ή την απήγαγαν. Η ιστορία ανακινείται όμως ύστερα από τριάντα έξι χρόνια, όταν ο παππούς της, Χένρι Βάνιερ, (μεγαλοβιομήχανος, πρόεδρος του «Ομίλου Βάνιερ»), βάζει ως σκοπό της ζωής του να λύσει το μυστήριο προτού φύγει από τη ζωή. Γι αυτό το σκοπό προσλαμβάνει έναν μεγαλοδημοσιογράφο, συνεκδότη του περιοδικού millennium, τον  Μίκαελ Μπλόμκβιστ, που βρίσκεται άνεργος και κατασυκοφαντημένος ύστερα από μια αποτυχημένη επίθεση σε μεγαλοκαρχαρία της εποχής. Ο Βάνιερ πείθει τον απρόθυμο Μίκαελ όχι μόνο με τη χρηματική αμοιβή που του εγγυάται, αλλά και με την υπόσχεση ότι, σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών του, θα τον βοηθήσει να αποκαταστήσει τη φήμη του δίνοντάς του στοιχεία που θα χαντακώσουν τον μεγαλοκαρχαρία. Τέλος, για να μην κινήσει τις υποψίες και να μπορέσει να κινηθεί ελεύθερα,  ο ήρωάς μας αναλαμβάνει να καταγράψει το ιστορικό της οικογένειας Βάνιερ.
Πρωταγωνιστής λοιπόν της ιστορίας ο Μίκαελ, και συμπρωταγωνίστρια η εκκεντρική Λίσμπετ Σαλάντερ (το κορίτσι με το τατουάζ). Οι δρόμοι τους για μεγάλο μέρος του βιβλίου δεν συμπίπτουν. Είναι σα να παρακολουθούμε δυο διαφορετικές ιστορίες. Το τέχνασμα αυτό δημιουργεί σασπένς στον αναγνώστη, που αναρωτιέται πώς θα σμίξουν οι δρόμοι αυτών των ανόμοιων ηρώων, δεδομένου ότι η Λίσμπετ[1] είναι τρομερά ιδιόρρυθμη (πολύ ευφυής, πανκ, ντυμένη πάντα στα μαύρα, με τατουάζ, με αμφισεξουαλικές προτιμήσεις, πανέξυπνη χάκερ). Με πολύ βεβαρημένο παρελθόν (βρίσκεται από δεκατριών χρονών υπό ιατρική παρακολούθηση- αντικείμενο ψυχοκοινωνικής φροντίδας, αποφεύγει τον περαιτέρω μόνιμο εγκλεισμό της σε ίδρυμα χάρη στην παρέμβαση του διαχειριστή της υπόθεσής της και δικηγόρου Πάλμγκρεν, ο οποίος αναλαμβάνει και πρόθυμα το ρόλο του επιτηρητή της). Η Λίσμπετ καταφέρνει να πιάσει δουλειά αναλαμβάνοντας έρευνες ως εξωτερική συνεργάτις  του Ομίλου «Μίλτον Σεκιούριτι» όπου της ανατίθεται να βρει στοιχεία για τον έκπτωτο μεγαλοδημοσιογράφο, τον Μίκαελ. Η εξυπνάδα της, η επιμονή της και η περιέργειά της  την οδηγούν γρήγορα σε σημαντικές και ελκυστικές αποκαλύψεις για τον οίκο Βάνιερ, τη σχέση του Βάνιερ με τον μεγαλοκαρχαρία που κατέστρεψε τον Μίκαελ, και τον ίδιο τον Μίκαελ. Η Λίσμπετ ήταν μανιώδης κυνηγός της πληροφορίας, με μια εξαιρετικά ελευθεριακή αντίληψη των ηθικών αξιών. Το πορτρέτο της ολοκληρώνεται σε μια πολύ σκληρή σκηνή, όπου εκδικείται βάναυσα τον νέο της επίτροπο, που την εκβιάζει απανωτά βιάζοντάς την.
Δεν έχει φυσικά νόημα να αναφερθεί κανείς στη λύση του μυστηρίου, που άλλωστε είναι αρκετά περίπλοκη. Η υπόθεση είναι συναρπαστική και οι χαρακτήρες ενδιαφέροντες, και ισχύει σε μεγάλο βαθμό αυτό που γράφει ο μεταφραστής Μανώλης Πιμπλής στον πρόλογό του, ότι διαγράφονται ξεκάθαρα οι κοινωνικές συνιστώσες που ευνοούν στις βόρειες χώρες την εμφάνιση των «σίριαλ κίλερ». Βλέπουμε επίσης και τις δικτυώσεις του άγριου καπιταλισμού, πώς διαπλέκονται οι επιχειρηματίες με τα media κλπ. κλπ. Άλλωστε, ο ίδιος ο Στιγκ Λάρσον, «υπήρξε οικονομικός αναλυτής, δημοσιογράφος και αρχισυντάκτης του σουηδικού πολιτικού περιοδικού Expo» και είχε μέχρι το θάνατό του έντονη πολιτική και ακτιβιστική δράση. Όπως γράφει και ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος, ο Μίκαελ είναι το alter ego του συγγραφέα. Μέσα από την προσωπικότητα του Μίκαελ παρουσιάζεται αρκετά ξεκάθαρη πολιτική θέση, π.χ. ότι «η σουηδική οικονομία είναι το σύνολο των προϊόντων που παράγονται και των υπηρεσιών που προσφέρονται καθημερινά σε τούτη τη χώρα. Το χρηματιστήριο είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Εκεί δεν υπάρχει οικονομία, παραγωγή προϊόντων και παροχή υπηρεσιών. Υπάρχουν μόνο φαντασιώσεις, όπου κάποιοι, από τη μια ώρα στην άλλη,  αποφασίζουν πως η τάδε εταιρεία αξίζει τόσα δισεκατομμύρια περισσότερο ή λιγότερο. Όλα αυτά δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα, καμιά σχέση με την πραγματική οικονομία.
Πέρα από την παρουσίαση και τις απόψεις σχετικά με την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία, διαγράφονται ανάγλυφα κι άλλα κοινωνικά ζητήματα όπως η θέση της γυναίκας, της εργασίας, των μίντια κλπ. Παρόλ’ αυτά, το δημοσιογραφικό ύφος είναι κατά τη γνώμη μου εμφανές, κι ίσως γι αυτό το λόγο  η κινηματογραφική μεταφορά ήταν τόσο πετυχημένη: η δύναμη του λόγου δεν ήταν τέτοια ώστε να προδίδεται από τη μαγεία της εικόνας.
 Χριστίνα Παπαγγελή


[1] Όπως επισημαίνει και η αναγνώστρια, ο μεταφρασμένος ελληνικός τίτλος είναι πολύ διαφορετικός από τον πρωτότυπο, αλλά κυρίως συμπίπτει με το πού γνωστό βιβλίο της Κάρολ Όουτς, πράγμα σαφώς αθέμιτο.  
[2] Λέγεται ότι ο Λάρσον είχε κατά νου την… Πίπη τη Φακιδομύτη όταν σχεδίαζε το χαρακτήρα της Λίσμπετ (σ. 67: αρκετές φορές του είχε περάσει από το μυαλό ότι η Λ. ήταν σαν την Πίπη τη Φακιδομύτη, κι ευτυχώς, χάρη στη σωστή του κρίση, δεν είχε αστειευτεί ποτέ μαζί της). 

Τρίτη, Μαΐου 01, 2012

Το όνειρο του Κέλτη, Μάριο Βάργκας Λιόσα

Οι απίστευτες περιπέτειες και η τραγική προσωπικότητα  του Ρότζερ Κέισμεντ, υπαρκτού προσώπου, είναι το βασικό θέμα του πρόσφατου μυθιστορήματος του Μάριο Βάργκας Λιόσα, κι επομένως διαβάζοντάς το μπαίνουμε στην καρδιά της αποικιοκρατίας στις αρχές του 20ου αιώνα.

Ο Ρότζερ Κέισμεντ, Ιρλανδός στην καταγωγή, ήταν ένας από τους πρώτους Ευρωπαίους που ερεύνησαν και αποκάλυψαν τις φρικαλεότητες των αποικιοκρατών στο Βελγικό Κονγκό και στις χώρες του Περουβιανού Αμαζονίου.  Πέρα απ’ αυτό, προς το τέλος της σύντομης ζωής του αναμείχτηκε ενεργά στον ιρλανδικό αγώνα εναντίον των Βρετανών, κάνοντας το μοιραίο λάθος όμως να πολεμήσει τον βρετανικό ιμπεριαλισμό στο πλευρό των Γερμανών κατά τη λεγόμενη «Πασχαλινή εξέγερση» του 1916, επιδιώκοντας την ίδρυση ανεξάρτητου ιρλανδικού κράτους. Αυτό το γεγονός ήταν και η υπογραφή της καταδίκης του. Παράλληλα, το ίδιο αυτό στοιχείο ίσως προκαλεί και το ξεχωριστό ενδιαφέρον στο βιβλίο αυτό, που λόγω της πρωτότυπης δομής του (κεφάλαιο παρά κεφάλαιο η εναλλαγή δύο διαφορετικών αφηγήσεων σε άλλο χρονικό επίπεδο), δείχνει εξαρχής ότι η εξιστόρηση δεν είναι μια ακόμα ιστορία καταγραφής των θηριωδιών σε βάρος των ιθαγενών της Αφρικής και της Αμερικής, αλλά πρόκειται για ένα πολιτικό βιβλίο με την ευρεία σημασία της λέξης, όπου τίθενται διαχρονικά οι έννοιες της εκμετάλλευσης, του ανθρωπισμού, της πατρίδας, του ανθρώπου ως πολιτικού όντος κ.α.
Παρότι πρόξενος των βρετανών, ο Κέισμεντ είχε επαφή και με την ιρλανδική παράδοση και ιστορία, κυρίως μέσω της ιστορικού Άλις Στόπφορντ Γκρην που του συμπαραστάθηκε μέχρι τις τελευταίες του στιγμές στη φυλακή και του εμφύσησε την αγάπη στις παραδόσεις και τους θρύλους της Ιρλανδίας, την «κελτική περηφάνεια». Ως μέντορας και πνευματική οδηγός του, τον μύησε στον αγώνα για αυτοδιάθεση της Ιρλανδίας αρχικά (“Home rule movement”/ κίνημα για καθεστώς αυτονομίας) και στη συνέχεια στις πιο ριζοσπαστικές θέσεις των εθνικιστών που ζητούσαν πλήρη ανεξαρτησία. Έτσι ο Κέισμεντ συνδέεται με την ιρλανδική Λίγκα, που προωθεί την ιρλανδική γλώσσα και κουλτούρα (αγώνας με νόημα, δεδομένου ότι μέχρι τότε μόνο έξι βιβλία είχαν εκδοθεί στα ιρλανδικά!!!), κι έχει σύνθημα «Σιν Φέιν» (= εμείς μόνοι).

Το έργο είναι δομημένο σε δυο χρονικά επίπεδα. Το «σήμερα» είναι τοποθετημένο στο 1916, και βρίσκουμε τον Ρότζερ πεταμένο σ’ ένα κελί των φυλακών Πέντονβιλ στο Λονδίνο, καταδικασμένο σε θανατική ποινή, να προσδοκά αίτηση χάριτος. Μαθαίνουμε ότι οι κατηγορίες δεν αφορούν μόνο εσχάτη προδοσία προς τη Βρετανική αυτοκρατορία (συμμετοχή στον απελευθερωτικό αγώνα των Ιρλανδών), αλλά και «αίσχη» στην ιδιωτική του ζωή, που αποκαλύφθηκαν μέσα από προσωπικά του ημερολόγια (τα «μαύρα ημερολόγια», των οποίων η αυθεντικότητα αμφισβητείται μέχρι σήμερα).
Το δεύτερο επίπεδο είναι τοποθετημένο λίγα χρόνια πίσω, το 1903, όταν ο Ρότζερ αποφασίζει να μπαρκάρει για την Αφρική ως Βρετανός πρόξενος. Ήδη από είκοσι χρονών και ορφανός από μητέρα, είχε εγκαταλείψει τη δουλειά που του είχαν βρει οι θειοι του και είχε αρχίσει, με τον ενθουσιασμό και το πάθος του εξερευνητή, τα ταξίδια στην Αφρική. Αποστολή του τώρα είναι να συντάξει μια έκθεση σχετικά με την κατάσταση των ιθαγενών στο Ελεύθερο Κράτος του (Βελγικού) Κονγκό στις ζούγκλες και τις φυλές του Μέσου και Άνω Κονγκό. Στις περιοχές αυτές η  εκμετάλλευση αφορούσε το καουτσούκ, το «μαύρο χρυσό», και υπήρχαν ήδη καταγγελίες για αίσχη που διαπράττονταν κατά των ιθαγενών από τους Βέλγους[1], που ήταν οι «νόμιμοι» κάτοχοι μιας μεγάλης περιοχής της γης αυτής ήδη από το 1896[2] και σύμμαχοι των Βρετανών (οι οποίοι με τη σειρά τους ανταγωνίζονταν τους Γερμανούς).

Παρακολουθούμε με ενδιαφέρον εξερευνητή το οδοιπορικό του Κέισμεντ πρώτα στο Βελγικό Κονγκό (σύντομη σύγκριση της Λεοποντβίλ με τη λιγότερο ασφυκτική Μπραζαβίλ, πρωτεύουσα του γαλλικού Κονγκό), την προετοιμασία του ποταμόπλοιουHenry Reed και το ταξίδι προς το εσωτερικό της χώρας. Πέρα όμως από το ταξιδιωτικό ενδιαφέρον, τα ιστορικά στοιχεία και οι λεπτομέρειες γεγονότων που λίγο ως πολύ βέβαια είναι γνωστά σήμερα, συναρπάζουν, συγκινούν και ευαισθητοποιούν. Από τις πρώτες κιόλας μέρες του ταξιδιού, όσο απομακρυνόμαστε από την πρωτεύουσα, είναι όλο και περισσότερο εμφανή τα σημάδια βασανισμού των ιθαγενών από τους Ευρωπαίους  εκμεταλλευτές (μαστίγιο, ακρωτηριασμοί, χεριών και γεννητικών οργάνων, εκβιασμοί παντός είδους, φόρτος εργασίας πέρα από την ανθρώπινη αντοχή, παιδική κακοποίηση, βασανισμός γυναικών, διεστραμμένα βασανιστήρια κλπ).  Κάθε χωριό ήταν επιφορτισμένο να παραδώσει ορισμένη ποσότητα τροφίμων ή πρώτων υλών ή καουτσούκ, κι αν οι κάτοικοί του δεν κατάφερναν να ανταποκριθούν στην καθορισμένη ποσόστωση, βασανίζονταν. Στο κέντρο κάθε χωριού υπήρχε ένας ειδικός χώρος βασανισμού, το maison dotages, όπου η κατάσταση είναι απαράδεκτη. Ο Ρότζερ επιδιώκει την επαφή με όλο και περισσότερους ανθρώπους (κρατικούς υπαλλήλους, αποίκους, επιστάτες, ιθαγενείς κλπ.) και ενημερώνεται για τις αδικίες και τα εγκλήματα, νιώθοντας βέβαια ανήμπορος να βοηθήσει, πέρα από το να ενημερώσει τις βρετανικές αρχές. Κρατά σημειώσεις σε άπειρες καρτέλες και σημειωματάρια, με το φόβο μήπως χάσει όλα αυτά τα χαρτιά. Χάνει όμως τον ύπνο του, την όρεξη για φαγητό, την σωματική και ψυχική του υγεία.
Αργότερα, όταν εκείνο το ταξίδι είχε τελειώσει, κι αυτός έγραψε την έκθεσή του κι έφυγε από το Κονγκό, και τα είκοσι χρόνια στην Αφρική έγιναν μόνο μια ανάμνηση, ο Ρ. είπε μέσα του πολλές φορές ότι αν υπήρχε μία και μόνη λέξη που να ήταν η ρίζα όλων των φρικτών πραγμάτων που συνέβαιναν εδώ, η λέξη αυτή ήταν απληστία.
(…)
Έκλεινε τα μάτια του και σ’ έναν ιλιγγιώδη ανεμοστρόβιλο εμφανίζονταν ξανά και ξανά εκείνα τα εβένινα κορμιά με τις κοκκινωπές ουλές σαν φιδάκια  που έσκιζαν τις πλάτες, τους γλουτούς και τα πόδια τους, τα κολοβωμένα χέρια των παιδιών και των γέρων, τα κάτισχνα πρόσωπά τους σκελετωμένα, από τα οποία έμοιαζε να είχε χαθεί η ζωή, το λίπος, οι μύες, αφήνοντάς τους μόνο το δέρμα, το κρανίο κι εκείνη τη μόνιμη έκφραση ή γκριμάτσα που έδειχνε μάλλον απέραντη έκπληξη για όσα είχαν υποστεί παρά πόνο. Και ήταν πάντα τα ίδια, γεγονότα που επαναλαμβάνονταν ξανά και ξανά σε όλα τα χωριά και τους οικισμούς όπου πήγε ο Ρ. με τα σημειωματάρια, τα μολύβια και τη φωτογραφική του μηχανή.
Το χειρότερο όμως είναι ότι ο Ρότζερ συνειδητοποιεί ότι την οργή διαδεχόταν η απαισιοδοξία, τη θέληση να ολοκληρώσει τη δουλειά του το προαίσθημα ότι η έκθεσή του δε θα έχει κανένα αποτέλεσμα, γιατί, στο Λονδίνο, οι γραφειοκράτες του Υπουργείου Εξωτερικών και οι πολιτικοί της Υπηρεσίας της Αυτού Μεγαλειότητας θα αποφάσιζαν ότι δεν ήταν φρόνιμο να αποξενώσουν έναν σύμμαχο, όπως ο Λεοπόλδος Β΄, ότι η δημοσίευση μιας έκθεσης με τέτοιες σοβαρές κατηγορίες θα είχε αρνητικές συνέπειες για τη Βρετανία, καθώς θα ισοδυναμούσε με ενθάρρυνση του Βελγίου να πέσει στην αγκαλιά της Γερμανίας. Μήπως δεν ήταν τα συμφέροντα της αυτοκρατορίας πιο σημαντικά από τις θρηνητικές καταγγελίες μερικών ημίγυμνων αγρών και ανθρωποφάγων που λάτρευαν τα αιλουροειδή και τα φίδια;
Μια αστραπή ελπίδας ήταν η πληροφορία ότι ο δημοσιογράφος Έντμουντ Μορέλ, (ο μοναδικός Ευρωπαίος που έχει πλήρη επίγνωση της ευθύνης της Γηραιάς ηπείρου για τη μετατροπή του Κονγκό σε κόλαση) έχει ήδη κάνει σοβαρές καταγγελίες και πολύ αυστηρή κριτική στο Ελεύθερο Κράτος του Κονγκό. Ο Λιόσα αναφέρεται αρκετά εκτεταμένα στη σχέση του Κέισμεντ  με τον Μορέλ, εφόσον μαζί υλοποίησαν  την ιδέα της δημιουργίας του Ιδρύματος Ένωση για τη Μεταρρύθμιση του Κονγκό. Η ανταπόκριση ήταν μεγάλη. Ακόμα, είχε επαφή και με  τον Μπέρναρντ Σω αλλά και τον γνωστό συγγραφέα Τζόζεφ Κόνραντ, ο οποίος όμως, ενώ ανταποκρίθηκε στη μεταρρυθμιστική προσπάθεια του Κονγκό, δε φαίνεται να υποστήριξε τον ήρωά μας στη δίκη που τον οδήγησε στην καταδίκη.

Αντίστοιχη είναι και η κατάσταση στην Αμαζονία της Λατινικής Αμερικής όπου αποστέλλεται ο Κέισμεντ τον Αύγουστο του 1910, για να δώσει πάλι αναφορά σχετικά με την εκμετάλλευση των ιθαγενών που συλλέγαν καουτσούκ. Κι εδώ γίνεται παραστατικότατη περιγραφή, σχεδόν σαν να παρακολουθούμε στενά τις σημειώσεις του Ρότζερ. Ικίτος, Πουτουμάγιο, Μπαρμπάντος. Οι καταθέσεις των Μπαρμπαντίνων (όσων τολμούν να είναι ειλικρινείς) είναι κι εδώ συγκλονιστικές. Στα γνωστά μαρτύρια προστίθεται το μαρτύριο του κύφωνα (μεγάλο όργανο βασανισμού, pillory).
Οι υπεύθυνοι των Εταιρειών ασφαλώς νίπτουν τας χείρας τους, ενώ οι προσπάθειες εξέγερσης καταστέλλονται με διεστραμμένες μεθόδους. Οι τοπικές αρρώστιες διαδέχονται τις κρίσεις κατάθλιψης κι ο Ρ. νιώθει ότι το μυαλό του δεν είναι καθαρό.
Αργότερα, ο Ρ. θα θυμόταν αυτές τις οκτώ βδομάδες που πέρασε στο Ικίτος σαν ένα αργό ναυάγιο, σα μια διαδικασία βύθισης, χωρίς να έχει τις αισθήσεις του, σε ια θάλασσα από ίντριγκες, κραυγαλέα ψέματα ή ανατροπές, αντιφάσεις, έναν κόσμο όπου κανείς δεν έλεγε την αλήθεια, γιτί θα του δημιουργούσε έχθρες και προβλήματα ή, και πιο συχνά, επειδή οι άνθρωποι ζούσαν μέσα σ’ ένα σύστημα στο οποίο ήταν σχεδόν αδύνατο να διακρίνεις το ψέμα απ’ την αλήθεια, την πραγματικότητα από την απάτη. Έξερε από τα χρόνια του στο Κονγκό αυτό το αίσθημα απελπισίας σαν να είχε πέσει σε κινούμενη άμμο, σε λάσπη που τον κατάπινε και που οι προσπάθειές του τον μόνο ου έκανα ήταν να τον βουλιάζουν  ακόμα περισσότερο σ’ αυτήν την πηχτή ύλη που τελικά θα τον κατάπινε ολόκληρο. Έπρεπε να φύγει μια ώρα αρχύτερα από δω!
Η αφορμή δίνεται σύντομα εφόσον απ’ ό, τι φαίνεται κινδυνεύει πια η ζωή του: δεν θα κατάφερνε τίποτα, εκτός από το να τον σκοτώσουν και, ίσως, με σαδιστική απόλαυση, να χρησιμοποιούσαν ιδιαίτερα σκληρό τρόπο, όπως είχαν δει κατά την περιοδεία τους στις φυτείες του καουτσούκ. Ο Ρότζερ, όταν επιστρέφει πια στις ΗΠΑ, βιώνει τον ακόλουθο διχασμό: από τη μια δέχεται τιμές σαν επίσημος απεσταλμένος του βρετανικού στέμματος, που θα έπειθε την αυτοκρατορία να απαιτήσει από την περουβιανή κυβέρνηση τον τερματισμό του αίσχους του Αμαζονίου. Από την άλλη, ήταν ένας Ιρλανδός που ονειρευόταν την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας. Θα μπορούσε να παρουσιαστεί στο Λευκό Οίκο (όπου έγινε δεκτός από τον πρόεδρο Ταφτ) ως ειδικός απεσταλμένος της νεοσύστατης δημοκρατίας της Ιρλανδίας.  
Στο διάστημα αυτό συντάσσει την έκθεσή του προς το Φορέιν Όφις. Σε μια κρίση εξάντλησης τελείωσε τη Γαλάζια Βίβλο  (Blue book) σχετικά με το Πουτουμάγιο, που δημοσιεύτηκε το 1912, προκαλώντας μεγάλο σάλο στην Ευρώπη, την Αμερική και κυρίως στη Βραζιλία, το Περού, την Κολομβία. Ακολουθεί η δημιουργία μιας ειδικής επιτροπής στη Βουλή των Κοινοτήτων, για τη διερεύνηση των ευθυνών της Εταιρείας Περουβιανού Αμαζονίου για τις ωμότητες στο Πουτουμάγιο. Κράτησε 15 μήνες και κλήθηκαν 27 μάρτυρες. Η «παράσταση» που έδωσε ο Ρότζερ μπροστά στα έκπληκτα μάτια των βουλευτών ήταν πολύ αποκαλυπτική: αναλυτικές περιγραφές των βασανιστηρίων, μαρτυρίες, φωτογραφίες, ντοκουμέντα εκατοντάδων σελίδων. Έδειξε πώς ξεζούμιζαν τους Ινδιάνους εργάτες, στους οποίους, για να τους έχει πάντα οφειλέτες, η εταιρεία πουλούσε επί πιστώσει , σε τιμές πολύ ψηλότερες απ’ ό, τι στο Λονδίνο, εργαλεία, σκεύη και μπιχλιμπίδια. Όλα αυτά αποτέλεσαν ένα σθεναρό κατηγορητήριο απέναντι στη βασική εταιρεία εκμετάλλευσης του καουτσούκ της περιοχής, του Χούλιο Αράνα. Οι καταθέσεις των μαρτύρων, με κορυφαία την κατάθεση του Ρότζερ, ήταν  μοιραίες για τις εταρείες αυτές που κατέρρευσαν εν μια νυκτί.

Τελικό στάδιο της πορείας του Κέισμεντ, η Ιρλανδία. Ο Λιόσα μας δίνει την ευκαιρία να δούμε "εκ των έσω" τις ιδιαιτερότητες και τις αντιφάσεις που βίωσαν οι Ιρλανδοί σ’ αυτή τη δύσκολη φάση της ιστορίας τους: τη λεπτή γραμμή που χώριζε τους μετριοπαθείς αυτονομιστές από τους εθνικιστές (ο Χέρμπερτ Ουόρντ ποτέ δεν πήρε σοβαρά τη σταδιακή στροφή του Ρότζερ προς τον εθνικισμό. Συνήθιζε να τον κοροϊδεύει, με τον τρυφερό του τρόπο, προειδοποιώντας τον κατά του σατέν πατριωτισμού –σημαίες, ύμνοι, στολές- ο οποίος, όπως του έλεγε, εκπροσωπούσε πάντα μια κάποια οπισθοδρόμηση προς τον επαρχιωτισμό, τη στενομυαλιά και τη διαστρέβλωση των οικουμενικών αξιών). Ο ρομαντισμός της Πασχαλινής εξέγερσης, που πέτυχε την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας για μια βδομάδα αλλά πνίγηκε στο αίμα κι έστειλε στο βρετανικό ικρίωμα τους πρωταγωνιστές της -όπως ήταν ο Πιρς, ο Κόνολι,  ο Κλαρκ, ο Πλάνκετ (αναδεικνύοντάς τους βέβαια σε σύμβολα ηρωισμού), δίχασε τους Ιρλανδούς αλλά κι ενδυνάμωσε το πνεύμα της αντίστασης. Η πιστή σύντροφος του Ρότζερ, η Άλις, του περιγράφει πολύ παραστατικά αυτές τις στιγμές ελευθερίας μέσα στο κελί του.
Όμως εκείνος είναι καταδικασμένος από τις δυνάμεις της αντίφασης της ιστορίας. Δυνάμεις που τις αναστοχάζεται τις άπειρες ώρες του εγκλεισμού του, δίνοντας ένα υπαρξιακό περιεχόμενο  καθώς βρίσκεται υπό τη σκια του θανάτου. Το «κέλτικο όνειρό του», το όραμα μιας ελέυθερης Ιρλανδίας  δε θα ζήσει για να το δει να πραγματοποιείται.  

Ο Ρ.Κ. αφαιρέθηκε. Κοίταζε το μικρό παράθυρο με τα κάγκελα στον τοίχο. Έβλεπε μόνο ένα μικροσκοπικό τετράγωνο γκρίζου ουρανού και σκεφτόταν το μεγάλο παράδοξο: δικάστηκε και καταδικάστηκε επειδή μετέφερε όπλα για μια απόπειρα βίαιης απόσχισης της Ιρλανδίας, και, στην πραγματικότητα, είχε κάνει εκείνο το τόσο επικίνδυνο και ίσως παράλογο ταξίδι από τη Γερμανία ως τις ακτές του Τραλί, προσπαθώντας να αποφύγει αυτήν την εξέγερση, για την οποία, από τότε που έμαθε ότι είναι στα σκαριά, ήταν σίγουρος ότι θα αποτύγχανε. Να ήταν έτσι όλη η ιστορία; Αυτή που μάθαιναν στο σχολείο; Αυτή που γράφεται από τους ιστορικούς; Ένα λίγο πολύ ειδυλλιακό κατασκεύασμα, ορθολογικό και συνεκτικό, για κάτι που στη σκληρή και ωμή πραγματικότητα ήταν ένα χαώδες μίγμα από σχέδια, πιθανότητες, ίντριγκες, ατυχήματα, συμπτώσεις, πολλαπλά συμφέροντα, τα οποία είχαν προκαλέσει αλλαγές, ανακατατάξεις, πρόοδο και οπισθοδρόμηση, πάντα απρόσμενες και εκπληκτικές σε σχέση με όσα περίμεναν και βίωναν οι πρωταγωνιστές τους.

Χριστίνα Παπαγγελή



[1] Βασιλιάς ο Λεοπόλδος Β΄ και το Ελεύθερο Κράτος του Κονγκό το «μακιαβελλικό δημιούργημά του». Ο Ανταμ Χότσιλντ, συνιδρυτής του περιοδικού Mother Jones και καθηγητής της Δημοσιογραφίας στο Berkeley, χρησιμοποιεί ένα πλήθος πηγών για να περιγράψει τις απίστευτες βιαιότητες που διαπράχθηκαν στο έδαφος της χώρας που αποτελεί σήμερα τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό: μεταξύ 1885 και 1908 πέντε ως οκτώ εκατομμύρια Αφρικανοί που ήταν υποχρεωμένοι να συλλέγουν καουτσούκ για λογαριασμό του βέλγου βασιλιά Λεοπόλδου Β' πέθαναν από τις επιδημίες, την πείνα και την αποικιακή βία. Το Ελεύθερο Κράτος του Κονγκό, με έκταση 76 φορές μεγαλύτερη από αυτήν του Βελγίου, αποτελούσε προσωπικό φέουδο (ή μάλλον προσωπική εταιρεία) του Λεοπόλδου. Τα εγκλήματα του ιδιωτικού στρατού του βέλγου μονάρχη στην περιοχή, τονίζει ο συγγραφέας, είναι «διαστάσεων Ολοκαυτώματος»· ενός ολοκαυτώματος όμως που αγνοήθηκε από μελετητές, περιθωριοποιήθηκε στα ιστορικά βιβλία και τελικά λησμονήθηκε. Ο Χότσιλντ πιστεύει ότι τα όσα υπέφερε το ίδιο το Βέλγιο από τους ναζιστές συνέβαλαν αποφασιστικά σε αυτή τη συλλογική αμνησία.
[2] 250.000 χιλιόμετρα γης πλούσιας σε καουτσουκόδενδρα παραχωρήθηκαν στις ιδιωτικές εταιρείες με σκοπό να τις εκμεταλλευτεί ο ίδιος ο μονάρχης, ο Λεοπόλδος Β΄, Η προσωπική αποικία του Λεοπόλδου είχε έκταση 2,5 εκατ. τετραγωνικών χιλιομέτρων, διασχιζόταν από 2.700 χιλιόμετρα πλωτών ποταμών και διέθετε εκπληκτικούς φυσικούς πόρους: ελεφαντόδοντο, φοινικέλαιο, ξυλεία και χαλκό. Και πάνω από όλα στο Κονγκό κατοικούσαν 10.000.000 άνθρωποι που επρόκειτο να κληθούν να συμβάλουν στην «οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη» της περιοχής.
[3] Τα εγκλήματα των ανθρώπων του Λεοπόλδου έγιναν γνωστά στη Δύση χάρη στη δράση τριών Ευρωπαίων: του ιρλανδού διπλωμάτη Ρότζερ Κέισμεντ, του πολωνού συγγραφέα Γιόσεφ Κόνραντ και του γάλλου επιθεωρητή φορτίων πλοίων Εντμουντ Μορέλ. Οι τρεις, με τη βοήθεια βρετανών ιεραποστόλων, αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος μιας διεθνούς εκστρατείας εναντίον του Λεοπόλδου, την πρώτη εκστρατεία υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην ιστορία του 20ού αιώνα. Οι μεταρρυθμιστές αυτοί συγκέντρωσαν μαρτυρίες και δημοσιοποίησαν τις σφαγές και τους ακρωτηριασμούς που διαπράττονταν από τους υπαλλήλους του Λεοπόλδου. Ο Χότσιλντ υπογραμμίζει τη μεγάλη σημασία της τεχνολογίας αναφερόμενος στις σύγχρονες επικοινωνίες που οι ακτιβιστές χρησιμοποίησαν για να μεταβιβάσουν το μήνυμά τους στην Ευρώπη: ο τηλέγραφος και οι φωτογραφίες ακρωτηριασμένων Αφρικανών έπαιξαν ουσιαστικό ρόλο στην κινητοποίηση της δυτικής κοινής γνώμης. Χάρη στις πιέσεις της τελευταίας, συμπεραίνει ο συγγραφέας, ο βασιλιάς Λεοπόλδος υποχρεώθηκε να παραδώσει το 1908 τον έλεγχο του Ελεύθερου Κράτους του Κονγκό στη βελγική κυβέρνηση.